μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Μάθε μου μπάτσε γράμματα

πηγή: https://ioanniskatsilabros.gr/

του Γιάννη Κατσιλάμπρου

«Εκεί που ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή.» (Βίκτωρ Ουγκώ)

Μία διαχρονική υπέροχη διαπίστωση, που δυστυχώς αδυνατεί να επαληθευτεί σε μία Ελλάδα που αυτοθέλητα επιμένει να παραμένει έγκλειστη, στη φυλακή του χουντικού τρίπτυχου «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια».

Και πώς αλήθεια να δραπετεύσει;

Οπισθοδρομικές εκπαιδευτικές νοοτροπίες και δάσκαλοι (με ελάχιστες φωτεινότατες εξαιρέσεις) γεννημένοι μέσα στην παρακμιακή κοινωνική φυλακή και μέσω αυτής.

Πλήρως περιορισμένοι και απαξιωμένοι.

Ευνούχοι.

Μελετάω τις βάσεις των σχολών για το 2019 και τα απαιτούμενα ανά περίπτωση μόρια.

Έχουμε και λέμε: Εντυπωσιακά υψηλή είναι η απαιτούμενη βαθμολογία για όλες τις σχολές ένστολων αξιωματικών (18.000 μόρια και πάνω), αλλά και για τις Αστυνομικές Σχολές (16.550 μόρια). Την ίδια στιγμή, για την Φιλολογία Αθήνας χρειάζονται 14.682 μόρια και για το Παιδαγωγικό Δευτεροβάθμιας 13.339.

Γιατί άραγε;

Η συνήθης απάντηση και η πρώτη εξήγηση που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι μεν λογική, αλλά ανεπαρκής καθότι μερική. Ασφαλώς και η δυνατότητα μελλοντικής επαγγελματικής αποκατάστασης είναι επόμενο και κατανοητό να παίζει βασικό ρόλο κατά την επιλογή της σειράς των πιθανών σχολών ενός εφήβου. Μα αφενός αυτό είναι ένα μη ικανό από μόνο του κριτήριο για να αποφασίσει ένας άνθρωπος τον χώρο, τον τρόπο και πρώτιστα τον Λόγο στον οποίο θέλει να περάσει και να αφιερώσει τη μισή του ζωή και αφετέρου, μια τέτοια αφετηρία ζωής εγείρει σοβαρότατα ερωτήματα και αμφιβολίες για την κοινωνική μας ποιότητα σε επίπεδα ανθρώπινων αξιών. Αποκαλύπτεται η συνολική μας ανοχή και κατά συνέπεια συνυπευθυνότητα σχετικά με την προκλητική πολιτική αδιαφορία παροχών στις ατομικές και ομαδικές ψυχικές και πνευματικές υπαρξιακές πλευρές μας. Πως είναι δυνατόν στο σημερινό θεωρητικά ανώτερο κοινωνικοπολιτικό στάδιο οι συνεχιστές της παλιάς βασιλικής φρουράς (οι τωρινοί ένστολοι) να χαίρουν υψηλότερης αμοιβής και εκτίμησης από τους φρουρούς του πνεύματος και της ψυχής;

Η βασική εξήγηση του προβλήματος βρίσκεται στο ότι η ελληνική κοινωνία ουσιαστικά δεν πέρασε ποτέ στην αστική κουλτούρα. Συγκεντρώθηκε άτακτα στα αστικά κέντρα χωρίς να αποκτήσει την αναγκαία κοινωνική μόρφωση. Ο Έλληνας μπήκε στο ρόλο του αστού χωρίς να γίνει αστός. Μιμήθηκε απλώς την πράξη του γαλλικού διαφωτισμού χωρίς όμως να τον υιοθετήσει. Στην δική του πράξη έμεινε στο σκοτάδι και εκεί είναι ακόμα. Από το Παρίσι κράτησε μόνο τη Galeries Lafayette και την κορούλα του Λεπέν… Ούτε λόγος για το υπέροχο Καντιανό αξίωμα Supere Aude («Τόλμα τη γνώση»).

Από το δίκαιο του τσιφλικά και του φιλότουρκου, άρον-άρον στο άνευ προσαρμογής δυτικό σύστημα και σύνταγμα που εγκατέστησε ο Καποδίστριας.

Από τις υπαίθριες τουαλέτες του χωριάτικου σπιτιού, άρον-άρον στα διαμερίσματα- κελιά των ασχημόμορφων πολυκατοικιών, που τόσο προκλητικά επέτρεψαν οι πολιτισμένες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης (και ειδικά του «εθνάρχη» Καραμανλή) να κατασπαράξουν με αντιπαροχή το πολιτισμένο και το κάθε λογής εύμορφο.

Ομοίως και στην εκπαίδευση: Ο δάσκαλος της πόλης δεν οδηγήθηκε και ούτε οδηγεί στο φως. Παραμένει στο σκοτάδι του «πατρίς – θρησκεία»… Ούτε λόγος για φωτισμένους εκπαιδευτικούς και μεταρρυθμιστές, όπως ο Σελεστέν Φρενέ, που οραματίστηκε και δημιούργησε πρότυπα σχολεία (τα οποία λειτουργούν και σήμερα), εφαρμόζοντας παιδαγωγικές τεχνικές που βασίζονταν και προωθούσαν την ελεύθερη έκφραση των παιδιών.

Όχι, ο Έλλην αστός δεν μπήκε στον κόπο να μορφωθεί και να εξελίχθη. Πήρε τον δάσκαλο από το υψηλό σημείο που τον είχε στο χωριό του (τότε που τουλάχιστον τον σέβονταν, αν και επίσης τον χάλαγε, βάζοντάς τον να κάθεται σε ξεχωριστό τραπέζι, παρέα με τον δήμαρχο και τον παπά) και άρον-άρον τον υποβίβασε σε δασκαλάκο. Μέσα από ολοένα χαμηλότερες μορφωτικές παροχές, κίνητρα και αποδοχές, αλλά και στη συνέχεια μέσα από αυτοκαταστροφικές κλαδικές μιζέριες, το εκπαιδευτικό λειτούργημα απαξιώθηκε πλήρως, από την κοινωνία και το χειρότερο, από τους ίδιους τους λειτουργούς.

Και να ‘μαστε τώρα μπροστά στα θλιβερά δεδομένα:

Η αλήθεια είναι πως πλέον η κοινωνία δεν θέλει να έχει ποιοτικούς δασκάλους. Δεν τους έχει ανάγκη. Δεν τους χρειάζεται πια. Άλλωστε θα της ήταν επικίνδυνοι. Το πολιτικό σύστημα και η εκκλησία αρέσκονται να έχουν τη μάζα υπνωτισμένη στο σκοτάδι της άγνοιας, μακριά από τον διαφωτισμό και την τόλμη της γνώσης. Μα και ακόμα περισσότερο: ένας πατέρας προτιμά να δει το παιδί του συμβιβασμένο και προσαρμοσμένο, παρά αφυπνισμένο. Δεν θέλει ούτε αποτολμά καν να σκεφτεί πως ο ίδιος έζησε τη ζωή του με τα μάτια κλειστά. Κι ύστερα, «τι να τον κάνουμε τον δάσκαλο; Γιατί να μας φωτίσει; Σάμπως θα μας βρει δουλειά; Όχι, όχι, δεν είναι καιρός για χαζοεπαναστάτες. Καλύτερα ο ευνούχος μπέιμπι-σίτερ με τα βρεμένα σπίρτα. Δασκαλάκος και πάλι δασκαλάκος.»

Κι εδώ είναι η διαφορά μας με τη Γαλλία, διότι παρότι κι εκεί οι φανατικοί της πατρίδος και της θρησκείας κυνήγησαν με επιμονή τον Φρενέ και τους άλλους μεταρρυθμιστές, τελικά το υγιές και μορφωμένο σώμα της κοινωνίας τους έδωσε το δικαίωμα ύπαρξης (απόδειξη ότι μέχρι και σήμερα υπάρχουν τα σχολεία Φρενέ), δίνοντας ταυτόχρονα στον εαυτό του την αξιοπρέπεια του ψυχικού και πνευματικού ευ ζην. Δυστυχώς, παρά τις εκάστοτε φανταχτερές – δήθεν εκσυγχρονιστικές πολιτικές εξαγγελίες, αλλά και τις ελάχιστες μεμονωμένες πραγματικές φωτεινές εξαιρέσεις, ακόμα και σήμερα, στη δική μας ελληνική πράξη δεν παρατηρούμε απλώς μία διαφορά ταχύτητας στην υιοθέτηση των προοδευτικών εκπαιδευτικών τάσεων, αλλά μία αντίθετη στάση. Οι επιλογές των πολιτικών μας αρχηγών αντιστέκονται σθεναρά στην βασική ελπίδα μίας κοινωνίας, που είναι η παροχή υγιούς παιδείας. Ξεκάθαρα και προκλητικά αντιτάσσονται στην πρόοδο και στην ανύψωση. Πώς να το κάνουμε, δεν είναι δυνατόν σε όλον τον κόσμο η παιδεία να έχει διαχωριστεί από τη θρησκεία και στη χώρα μας να κάνουμε ένα βήμα μπρος και τρία πίσω… (Παρενθετικά, αξίζει να σημειωθεί η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι προσπάθειες της προηγούμενης κυβέρνησης να απελευθερωθεί η παιδεία από τον κλήρο. Αξιοσημείωτη, οπισθοδρομική και δυστυχώς ενδεικτική είναι και η μεσαιωνική αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, κατά την οποία οι εκπαιδευτικές στοχοθετήσεις οφείλουν «να αποβλέπουν στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης». Πως είναι δυνατόν να παρακάμπτουμε προκλητικά την επιστήμη και να συνεχίζουμε να ασπαζόμαστε το χέρι του ρασοφόρου; Πως είναι δυνατό να αφήνουμε το μέλλον των παιδιών στην κρίση αμόρφωτων ανθρώπων; Πως είναι δυνατό να οραματιζόμαστε το μέλλον επιλέγοντας -ή αποδεχόμενοι τις επιλογές των «εκπροσώπων μας»- να παραμένουμε στο μεσαίωνα;)

Η σειρά κατάταξης των σχολών και ειδικότερα των αστυνομικών και των παιδαγωγικών – φιλολογικών αντιστοιχεί πλήρως στην εκτίμηση του μέσου έλληνα απέναντι στα δύο επαγγέλματα (δυστυχώς ελάχιστα μπορούμε πια να αναφερθούμε σε λειτουργήματα). Ο μπάτσος είναι ανώτερος από τον δάσκαλο. Είπαμε, ο πατέρας προτιμάει τον γιο του μπάτσο. Μόνο προβλήματα θα του φέρει ο δάσκαλος. Ο μπάτσος θα τον σώσει. Όντας μέρος του συστήματος θα τον ξελασπώσει. Θα περάσει τη ζωή του στην ευκολία, την ασφάλεια και βεβαίως την εύνοια της σύγχρονης διευρυμένης βασιλικής αυλής και παρότι θα αυτοαποκαλείται αστός, σε συναντήσεις με φίλους και γνωστούς, με μία χωριάτικη χοντροκομμένη αναίδεια θα περηφανεύεται κιόλας.

Και μην ξεχνάτε να είστε φίλοι του «κι αν έχετε καμία κλήση, πείτε μου να σας τη σβήσει.»

Μα είναι τόσο λάθος ο δρόμος που έχουμε πάρει…

Αν θυμηθούμε το μέσα μας, αν αντέξουμε κάποια μνήμη, θα δούμε πως μ’ αυτά και μ’ αυτά είναι ο άνθρωπος και το ανθρώπινο που έχουν σβήσει.

Είναι το κάθε παιδί και το παιδί μέσα μας που αφήνουμε να σβήσει.

(Κι εδώ επιβάλλεται μία ακόμα παρενθετική σκέψη – διευκρίνιση: Το ότι μας θλίβει και μας θίγει η χαμηλή βάση των φιλολογικών και των παιδαγωγικών σχολών δεν πρέπει να μας αποτρέπει από το να αναγνωρίσουμε πως είναι ωφέλιμο και σύμφωνο με την κοινωνική πρόοδο το να απαιτείται ο αστυνομικός να έχει ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Θεωρητικά τουλάχιστον ένας περισσότερο μορφωμένος αστυνομικός είναι σε θέση να χειριστεί με καλύτερο τρόπο την εξουσία που του εμπιστεύεται το σύστημα. Στην πράξη βέβαια, η ποιότητα αυτή κάποιων μονάδων, που προσωπικά έχει τύχει να συναντήσω και να εκτιμήσω, δεν είναι ακόμα ικανή να αντιταχτεί απέναντι στην ομαδική μαγκιά που ορμώμενη δυναμικά από το παρελθόν μας έχει κάνει να λέμε τον αστυνόμο μπάτσο. Δυστυχώς, όταν μαζεύονται όλοι μαζί οι ένστολοι, για κάποιο λόγο συνήθως ξεχνούν τόσο τον άνθρωπο συμπολίτη τους, όσο και τον άνθρωπο μέσα τους.)

Η σειρά κατάταξης των σχολών είναι επίσης αντίστοιχη με τα εκλογικά αποτελέσματα και ποσοστά. Οι πολλοί προτιμούν την λογική της επαγγελματικής αποκατάστασης και του «αυλικού βολέματος», εντάσσοντας εαυτούς στις θλιβερές και τυφλές κομματικές στρατιές. Ελάχιστοι βλέπουν και ακόμα λιγότεροι τολμούν να υποστηρίξουν την αλήθεια, παραμένοντας αξιοκράτες. Οι ειλικρινείς προτάσεις που μιλούν για πρόοδο και διαφωτισμό δεν επιλέγονται. Υστερούν πάντα σε σχέση με εκείνες που μιλούν για την ύπνωση στην ασφάλεια μίας φυλακής. Μίας φυλακής που είναι αδύνατο να κλείσει όταν τα σχολεία που ανοίγουν, επανδρωμένα από δασκαλάκους, λειτουργούν στο σκοτάδι. Είναι τόσο λυπηρό και απαισιόδοξο… Η παιδεία είναι η μόνη ελπίδα αυτού του κόσμου και εμείς τη ναρκοθετούμε….

Είναι αυτοκτονικό.

Μεταστρέφοντας λοιπόν τα λόγια του Ουγκώ και προειδοποιώντας εαυτούς, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι «όταν το πραγματικό σχολείο κλείνει ανοίγει μία φυλακή».

Δυστυχώς, εμείς οι νεοέλληνες συνηθίζουμε να κρατάμε μόνο τη θεωρία της σοφίας των προγόνων μας και όχι να την κάνουμε πράξη. Τι κι αν ο Σοφοκλής μας είχε προειδοποιήσει δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν για τον ίδιο κίνδυνο, λέγοντας πως «όποιος αμελεί τις μούσες όταν είναι νέος, χάνει το παρελθόν και σκοτώνει το μέλλον»; Τι κι αν ο Πυθαγόρας έθετε ως βασικό θεμέλιο της κάθε πολιτείας την ανατροφή των νέων; Εμείς οι νεοβάρβαροι εφορμούμε αλαλάζοντας ενάντια στο μέλλον, δείχνοντας ασέβεια στη θεία αυτή πνευματική, ψυχική και κοινωνική τάξη και πρώτιστα στους εαυτούς μας. Παρόλα αυτά, παρότι η σημερινή ρεαλιστική εκτίμηση και πρόβλεψη της κατάστασης κάνει τα θεμέλια να φαίνονται αδύνατα, μη αφήνοντας πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, όποιος ασχολείται με την παιδεία και το μέλλον των παιδιών μας οφείλει να ψάχνει το φως -ή εν ανάγκη να το δημιουργεί- και να μην παύει να αγωνίζεται, κρατώντας άσβεστη την ελπίδα ανάκαμψης:

«Seamos realistas, pidamos lo imposible!»

(«Είμαστε ρεαλιστές, επιδιώκουμε το αδύνατο!». Ερνέστο Τσε Γκεβάρα)

Γι’ αυτό και το παρόν κείμενο είναι ωραίο να αντιπαρέλθει της άπνοιας των καιρών και να ολοκληρωθεί με τον ούριο άνεμο της αισιοδοξίας, αλλά και της τόλμης που αξίζει το κοινωνικό μας μέλλον, αλλά και το κάθε παιδί μας ξεχωριστά!

Ας μην τελειώσουμε λοιπόν με διατυπώσεις προβλημάτων, αλλά με ενδεικτικές προτάσεις.

Προτάσεις όχι απλώς θεωρητικές,

αλλά προτάσεις που έγιναν και γίνονται επιτυχής πράξη.

Οι βασικές λοιπόν έννοιες της παιδαγωγικής εργασίας (pédagogie du travail) του Φρενέ συνοψίζονται στα εξής:

  • οι μαθητές ενθαρρύνονται να μάθουν κατασκευάζοντας προϊόντα ή προσφέροντας υπηρεσίες.
  • Η μάθηση που βασίζεται στην δοκιμή και στο λάθος (tâtonnement expérimental).
  • Συνεργατική μάθηση (travail coopératif): οι μαθητές συνεργάζονται στην διαδικασία της παραγωγής.
  • Κέντρα ενδιαφέροντος (complexe d’intérêt): τα ενδιαφέροντα των παιδιών και η φυσική τους περιέργεια είναι τα σημεία εκκίνησης για μία διαδικασία μάθησης.
  • Η μέθοδος του περιβάλλοντος (méthode naturelle): αυθεντική μάθηση με την χρήση των πραγματικών εμπειριών των παιδιών.
  • Δημοκρατία: Όταν τα παιδιά διοικούν δημοκρατικά , μαθαίνουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη για την εργασία τους και για ολόκληρη την κοινότητα.

Ο Φρενέ έμεινε στην ιστορία σαν ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται.

Ας το κάνουμε κι εμείς.

ΥΓΡ.1: Σε όλη αυτήν την προσπάθεια, ας μην ξεχνάμε την διαχρονική προτροπή του

Σιδηρόπουλου:

«Έχε το νου σου στον παιδί.

Υπερασπίσου το παιδί,

γιατί αν γλιτώσει το παιδί

υπάρχει ελπίδα.»

Και ας μην απογοητευόμαστε. Ποτέ δεν είναι αργά. Διότι όπως έλεγε με αξιαγάπητο και ειλικρινή τρόπο ο Πάμπλο Πικάσο:

«Μου πήρε τέσσερα χρόνια να μάθω να ζωγραφίζω σαν τον Ραφαήλ και μια ολόκληρη ζωή να μάθω να ζωγραφίζω σαν παιδί.»

ΥΓΡ. 2: Η ταινία «Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται» (Daniel Losset ,

2007) είναι μια από τις ταινίες που περιγράφουν γλαφυρά τη ζωή και το όραμα του Σελεστέν Φρενέ. Είναι διαθέσιμη στο: https://www.youtube.com/watch?v=lV5rfV3u-2U

ΥΓΡ.3: Πηγή πληροφοριών σχετικά με τις βάσεις εισαγωγής στις σχολές για το 2019

αποτέλεσε η επίσημη ιστοσελίδα aeitei.gr:

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Το πολιτικό σύστημα των Ζαπατίστας

από ζαπα

Εγχειρήματα Αυτοοργάνωσης Ιστορία – Θεωρία Μεξικό / Ζαπατίστας

Οι Ζαπατίστας στο Μεξικό έχουν μια δικιά τους μορφή δημοκρατίας βασισμένη στις τοπικές συνελεύσεις. Το πολιτικό σύστημα των Ζαπατίστας στο Μεξικό βασίζεται στην ευρεία συμμετοχή και πολιτικοποίηση των μελών κάθε κοινότητας. Η ανώτατη πολιτική και στρατιωτική διοίκηση των Ζαπατίστας γίνεται από την Μυστική Επαναστατική Αυτόχθονη Επιτροπή (Clandestine Revolutionary Indigenous Committee, CCRI). Αυτή η επιτροπή αποτελείται από έναν άνδρα και μια γυναίκα αντιπρόσωπο από κάθε από τις 11 εθνοτικές ομάδες που κατοικούν στις περιοχές των Ζαπατίστας, καθώς και από τις κοινότητες των μιγάδων (mestizos). Η επιτροπή αυτή διοικεί τον Ζαπατιστικό Στρατό Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN). Οι αποφάσεις της Μυστικής Επαναστατικής Αυτόχθονης Επιτροπής πριν ισχύσουν πρέπει να περάσουν από την έγκριση των τοπικών συνελεύσεων κάθε κοινότητας, και υπάρχουν πάνω από 1,100 τέτοιες συνελεύσεις σε όλη τη περιοχή των Ζαπατίστας. Η συμμετοχή στις συνελεύσεις είναι υποχρεωτική, με μόνη επιτρεπτή εξαίρεση όσους είναι άρρωστοι ή έχουν εργασιακές υποχρεώσεις. Καμία απόφαση δεν μπορεί να εφαρμοστεί αν δεν έχει πάρει έγκριση από τις συνελεύσεις. Οι συνελεύσεις αποτελούνται συνήθως από 50 μέχρι 200 άτομα. Κάθε συνέλευση έχει ένα άτομο που δρα ως συντονιστής, ο οποίος αναλαμβάνει να εξηγήσει τα θέματα που πρέπει να συζητηθούν και διοργανώνει τη συζήτηση. Οι συνελεύσεις βγάζουν αποφάσεις με τη μέθοδο της συναίνεσης (consensus), δηλαδή η συζήτηση συνεχίζεται μέχρι να υπάρξει η μέγιστη δυνατή συμφωνία απόψεων και κάποια στιγμή ο συντονιστής ρωτά αν πλέον η συνέλευση έφτασε σε μια συναινετική συμφωνία, κι αν κανείς δεν απαντήσει αρνητικά τότε η συνέλευση ανακοινώνει την απόφαση της στην ανώτερα ιεραρχικά συνέλευση. Από το 2003, η Μυστική Επαναστατική Αυτόχθονη Επιτροπή έχει παραδώσει πολλές αρμοδιότητες σε 38 δημοτικές συνελεύσεις καθώς και σε πέντε επαρχιακές συνελεύσεις. Τα μέλη των πέντε επαρχιακών συνελεύσεων αλλάζουν κάθε δυο εβδομάδες, κι έτσι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής έχουν συχνή συμμετοχή στη πολιτική διαχείριση. Η Μυστική Επαναστατική Αυτόχθονη Επιτροπή διατηρεί τη διοίκηση του στρατού και τη πολιτική στρατηγική, ενώ οι πέντε επαρχιακές συνελεύσεις έχουν τον έλεγχο της οικονομίας και καθημερινής εσωτερικής οργάνωσης των κοινοτήτων των περίπου 300,000 ανθρώπων που ζουν στις περιοχές των Ζαπατίστας. Οι αντιπρόσωποι στις δημοτικές συνελεύσεις εκλέγονται στις τοπικές συνελεύσεις των κοινοτήτων με φανερή ψηφοφορία, όχι μυστική όπως στην αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι στις δημοτικές συνελεύσεις περιοδικά υπηρετούν και στις επαρχιακές συνελεύσεις που αποτελούνται από 8 έως 16 άτομα. Οι αντιπρόσωποι υπηρετούν για ένα με τρία χρόνια, και αλλάζουν περιοδικά στις επαρχιακές συνελεύσεις κάθε εφτά με δέκα μέρες. Κανείς δεν πληρώνεται για την υπηρεσία του στις συνελεύσεις. Οι συνελεύσεις έχουν διάφορες επιτροπές που ασχολούνται με πιο συγκεκριμένα θέματα, όπως πχ υγεία, εκπαίδευση και παραγωγή. Οι συνελεύσεις ασχολούνται με τις γενικές αποφάσεις ενώ οι επιτροπές ασχολούνται με τις λεπτομέρειες. Οι επιτροπές έχουν εθελοντές από τις κοινότητες για να κάνουν τις εργασίες που απαιτούνται. Παρόλο την εχθρότητα του Μεξικανικού κράτους, οι Ζαπατίστας έχουν καταφέρει να κρατήσουν τα εδάφη τους στη περιοχή Τσιάπας του νότιου Μεξικό για πάνω από 20 χρόνια. Οι Ζαπατίστας δέχονται δωρέες από το εξωτερικό μέσω της οργάνωσης Enlace Civil. Αντί για δικαστήρια οι Ζαπατίστας έχουν τρεις επιτροπές τιμής και δικαιοσύνης που κάνουν έρευνες για εγκλήματα και βγάζουν αποφάσεις. Η πρόσβαση είναι απολύτως δωρεάν και πολλοί μη-Ζαπατίστας έχουν ανακαλύψει πως λειτουργούν καλύτερα από τα δικαστήρια του Μεξικανικού κράτους, πχ το συνδικάτο των οδηγών ταξί αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις επιτροπές των Ζαπατίστας αντί για τα Μεξικανικά δικαστήρια για να επιλύσει διαφωνίες που το αφορούσαν. Οι Ζαπατίστας δεν έχουν φυλακές, ακόμα και τα πιο σοβαρά εγκλήματα ξεπληρώνονται με καταναγκαστική εργασία αντί για φυλάκιση, πχ μια ποινή μπορεί να είναι η καταναγκαστική φύτεψη χίλιων δέντρων, η συμμετοχή στο χτίσιμο ενός σχολείου, ή οι εργασίες για το άνοιγμα ενός δρόμου. Μόλις ο εγκληματίας ολοκληρώσει τη καταναγκαστική του εργασία συμμετέχει ξανά κανονικά στη κοινότητα. Οι Ζαπατίστας δεν διατηρούν ποινικά αρχεία. Αν κάποιος κάνει ένα πάρα πολύ σοβαρό έγκλημα τότε η μέγιστη τιμωρία είναι η εξορία. Οι επαρχιακές συνελεύσεις αναλαμβάνουν και το εμπόριο με τον έξω κόσμο, όπως πχ τις εισαγωγές προϊόντων που χρειάζονται οι Ζαπατίστας. Οι επαρχιακές συνελεύσεις έχουν δυο ειδικές επιτροπές, την Πληροφοριακή Επιτροπή που δεν εκλέγεται και αποτελείται από παλιούς Ζαπατίστας ηγέτες που ασχολούνται με τη χάραξη πολιτικής, και την εκλεγμένη Vigilance Commission που αναλαμβάνει τις επικοινωνίες μεταξύ συνελεύσεων και την ενημέρωση των κοινοτήτων για τις εργασίες της επαρχιακής συνέλευσης. Το 2013 οι Ζαπατίστας ίδρυσαν το Μικρό Σχολείο (La Escuelita), μια σχολή που διδάσκει την πολιτική και κοινωνική τους φιλοσοφία σε επισκέπτες που επιθυμούν να μάθουν για τον τρόπο οργάνωσης των Ζαπατίστας. Πάνω από 1,500 ακαδημαϊκοί, ακτιβιστές, και διεθνείς συμπαθούντες από όλο το κόσμο έχουν παρακολουθήσει μαθήματα στο Μικρό Σχολείο για τη πολιτική οργάνωση των Ζαπατίστας. Σύμφωνα με την Rebecca Manski, ακτιβίστρια του κινήματος Occupy Wall Street: «Μόλις έφτασα είδα οτι πολλές από τις βασικές ιδέες, επικοινωνιακή γλώσσα, θέματα, και τρόποι οργάνωσης του Occupy Wall Street ήταν ξεκάθαρα βασισμένα στη φιλοσοφία των Ζαπατίστας». Ο Sergio Tischler είναι ακαδημαϊκός κοινωνιολόγος και ιστορικός από τη Γουατεμάλα που παρακολούθησε μαθήματα για τη πολιτική οργάνωση των Ζαπατίστας στο Μικρό Σχολείο και λέει πως οι Ζαπατίστας έχουν πετύχει «καταπληκτικά οργανωτικά επιτεύγματα» και τα μαθήματα επικεντρώνονται στις αρχές αυτο-οργάνωσης. Η επανάσταση των Ζαπατίστας ξεκίνησε όταν ανακοινώθηκε η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου της Βόρειας Αμερικής (North American Free Trade Agreement, NAFTA), μια συμφωνία που ακύρωσε τους εμπορικούς δασμούς μεταξύ Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών, Μεξικό, διευκολύνοντας έτσι τις Αμερικανικές πολυεθνικές να κυριαρχήσουν. Ο εκπρόσωπος των Ζαπατίστας Subcomandante Marcos είχε δηλώσει πως η συμφωνία αυτή ήταν ταφόπλακα για τους ντόπιους αγρότες καθώς τους εξανάγκαζε να ανταγωνιστούν με τις Αμερικανικές πολυεθνικές και τις φτηνές εισαγωγές από τις ΗΠΑ, και η συμφωνία επίσης εξανάγκασε την Μεξικανική κυβέρνηση να ακυρώσει το συνταγματικό δικαίωμα των ντόπιων αγροτών να χρησιμοποιούν τη κοινόχρηστη γη. Οι Ζαπατίστας επιτρέπουν διεθνείς συμπαθούντες να επισκεφτούν την περιοχή Oventic που βρίσκεται σε υψηλό υψόμετρο. Οι επισκέπτες μπορούν να παρακολουθήσουν συνεδριάσεις της τοπικής συνέλευσης, να αγοράσουν τοπικά προϊόντα, και να επισκεφτούν ένα τοπικό σχολείο όπου τα παιδιά μαθαίνουν Ισπανικά και την τοπική αυτόχθονη γλώσσα. Αν κάποιος επισκέπτης χρειαστεί ιατρική περίθαλψη, οι Ζαπατίστας έχουν πολύ καλά εξοπλισμένες κλινικές. Η ζωή στην ορεινή περιοχή Oventic μοιάζει πολύ όμορφη, αλλά λίγο παραδίπλα οι κάτοικοι στη περιοχή Magdalena de la Paz σπάνια τρώνε κάτι διαφορετικό από φασόλια και τορτίλες, καθώς η φτώχεια παραμένει μεγάλο πρόβλημα. Οι Ζαπατίστας δέχονται βοήθεια από διεθνείς συμπαθούντες. Το αλκοόλ και τα ναρκωτικά είναι απαγορευμένα από τους Ζαπατίστας, όπως και η σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών. Η οικονομία των Ζαπατίστας ακόμα προσπαθεί να ανακάμψει από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που κατέστρεψε τη τοπική παραγωγή καλαμποκιού λόγω των φτηνών εισαγωγών τις οποίες δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν οι ντόπιοι αγρότες. Οι Ζαπατίστας έχουν οργανώσει συναιτερισμούς και κολλεκτίβες που παράγουν αγροτικά προϊόντα, χειροποίητα προϊόντα, ρούχα, και μπότες. Έχουν φτιάξει μεταφορικές κουπερατίβες που αναλαμβάνουν τη μεταφορά των προϊόντων στις διάφορες κοινότητες, και τα τοπικά κοινοτιστικά μαγαζιά αναλαμβάνουν το τοπικό εμπόριο. Οι Ζαπατίστας έχουν οργανώσει ομάδες επαγγελματικής μόρφωσης των νέων όπου μαθαίνουν κομμωτική, σχεδιασμό ρούχων, επιδιόρθωση μηχανών και υπολογιστών, ψήσιμο ψωμιού, ηλεκτρολογικές εργασίες, οικοδομικές εργασίες, υδραυλικές εργασίες κλπ. Επίσης οι Ζαπατίστας έχουν αναπτύξει γεωργικές τεχνικές που δεν χρειάζονται εισαγώμενα βιομηχανικά χημικά, πετυχαίνοντας έτσι την αγροτική τους ανεξαρτησία. Αν και πολλοί στις κοινότητες των Ζαπατίστας θαυμάζουν τον Τσε Γκεβάρα, αναγνωρίζουν ότι το παλιό μοντέλο του Σοβιετικού σοσιαλισμού που βασίζεται στη κατάκτηση και χρήση της κρατικής εξουσίας είναι λάθος και δεν έδωσε ποτέ πραγματικό σοσιαλισμό, όπως σημειώνει ο καθηγητής Holloway στο βιβλίο Change The World Without Taking Power (Άλλαξε το Κόσμο Χωρίς να Πάρεις την Εξουσία). Οι Ζαπατίστας αν και έκαναν ένοπλη επανάσταση ποτέ δεν προσπάθησαν να ρίξουν τη Μεξικανική κυβέρνηση και να πάρουν τη κρατική εξουσία, αντιθέτως η στρατηγική τους ήταν απλά να διώξουν τις δυνάμεις της Μεξικανικής κυβέρνησης από τη περιοχή τους και να χτίσουν μια νέα κοινωνία από κάτω προς τα πάνω. Οι Ζαπατίστας έχουν ανακαλύψει πως το μυστικό για το χτίσιμο της πραγματικής δημοκρατίας είναι το να μάθεις να ακούς τους συνανθρώπους σου. Το να ακούς και να κατανοείς αυτά που λέει ο συνάνθρωπός σου είναι το βασικό στοιχείο για την επιτυχία των δημοκρατικών συνελεύσεων. Οι Ζαπατίστας έχουν εμπνεύσει πολλούς ανθρώπους σε όλο το κόσμο, σε μια εποχή που όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το μεγάλο επίτευγμα των Ζαπατίστας είναι ότι απέδειξαν πως είναι δυνατόν να οργανωθεί μια πολύ πιο δημοκρατική κοινωνία χωρίς κράτος, χωρίς εκλογές, και χωρίς καπιταλισμό. Κατά τον Holloway οι Ζαπατίστας εμπνέουν «μια μεγάλη αλλαγή στο τι σημαίνει ριζοσπαστική Αριστερά». Ένα βασικό χαρακτηριστικό των Ζαπατίστας είναι ότι βασίζονται στην ιδέα του ελέγχου μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής την οποία προστατεύουν και αρνούνται οποιαδήποτε σχέση με το Μεξικανικό κράτος, ακόμα και τα κρατικά επιδόματα, επιδιώκοντας να παραμείνουν πλήρως ανεξάρτητοι και αυτόνομοι. Οι Ζαπατίστας απαγορεύουν στους κατοίκους της περιοχής τους να μεταναστεύσουν έξω προς αναζήτηση εργασίας, εκτός κι αν λάβουν άδεια από την επαρχιακή συνέλευση, η οποία σπανίως δίνει τέτοια άδεια. Έτσι η περιοχή των Ζαπατίστας διατηρεί την αυτόνομη οικονομία της αφού όσοι ζουν εκεί δεν έχουν το δικαίωμα να φύγουν κι έτσι αναγκαστικά μετέχουν στη τοπική παραγωγή και δεν εγκαταλείπουν τη γη τους για να πάνε να εργαστούν για καπιταλιστικές επιχειρήσεις στο Μεξικό ή άλλες χώρες. Στα σχολεία των Ζαπατίστας τα παιδιά μαθαίνουν να αγαπάνε τις τοπικές τους κοινότητες και απαγορεύεται η προώθηση της ιδέας της ζωής στη πόλη. Τα παιδιά επίσης μαθαίνουν την ιστορία των Ζαπατίστας. Το Κίνημα των Μη-Ιδιοκτητών Γης στη Βραζιλία (Landless Movement, Movimento Sem Terra, MST) είναι επίσης εμπνευσμένο από τους Ζαπατίστας και έχει ως κύριο χαρακτηριστικό του την αυτονομία και την άρνηση αντιπροσώπευσης από πολιτικά κόμματα καθώς έχει αναγνωριστεί πως τα κόμματα προκαλούν αποκινηματοποίηση του πληθυσμού λόγω της πελατειακής και πατερναλιστικής τους φυσιογνωμίας («ψήφισέ με και θα τα κανονίσω εγώ αντί για σένα»). Το κίνημα MST στη Βραζιλία όπως και οι Ζαπατίστας δίνει μεγάλη σημασία στην υποχρεωτική συμμετοχή των συμμετεχόντων στις συνελεύσεις. Ήδη το κίνημα MST στη Βραζιλία ελέγχει μια περιοχή που είναι μεγαλύτερη από την Ιταλία. Το κίνημα των MST στη Βραζιλία δέχεται φιλικές σχέσεις με το Εργατικό Κόμμα αλλά διατηρεί την αυτονομία του καθώς οι ακτιβιστές του MST απαγορεύεται να μετέχουν σε πολιτικά κόμματα, προωθώντας μια ιδεολογία ενάντια στο πατερναλισμό και τις πελατειακές σχέσεις. Στο κίνημα MST η συμμετοχή στα εκπαιδευτικά ιδεολογικά σεμινάρια που διοργανώνει είναι υποχρεωτική. Και στους Ζαπατίστας και στο κίνημα των MST υπάρχει διαρκής και έντονος ιδεολογικός έλεγχος που επιβάλλεται με κοινωνικό τρόπο έτσι ώστε να μην επιτρέπεται ρεφορμιστική αναθεώρηση που μπορεί να οδηγήσει σε ιδεολογικό αποπροσανατολισμό. Όλο και περισσότερα κινήματα σε όλο το κόσμο αρνούνται την διαμεσολάβηση από τα πολιτικά κόμματα. Η παγκόσμια άρνηση αντιπροσώπευσης από πολιτικά κόμματα γίνεται όλο και πιο συχνή και βρίσκει ανταπόκριση σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού. Όπως σημειώνουν ακαδημαϊκοί αναλυτές, τα κινήματα ενάντια στη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση σε όλο το κόσμο γενικά αρνούνται τις εκλογές, τα πολιτικά κόμματα, και τα παλιά εργατικά σωματεία, και δεν έχουν ως σκοπό να κατακτήσουν τη κρατική εξουσία. Σε πολλές περιοχές αυτά τα αυτόνομα κινήματα έχουν καταφέρει να χτίσουν νέους κοινωνικούς θεσμούς και κουλτούρα. Δυστυχώς οι περισσότεροι πολιτικοί επιστήμονες από τον ακαδημαϊκό χώρο συνεχίζουν να επικεντρώνουν τις έρευνες τους στις εκλογές, παρόλο που παγκοσμίως όλο και περισσότεροι άνθρωποι απέχουν από το δικαίωμα ψήφου. Τις λίγες φορές που οι μη-αντιφρονούντες πολιτικοί επιστήμονες μιλάνε για συμμετοχική δημοκρατία την κατανοούν ως απλά ένα συμβουλευτικό συμπλήρωμα του κράτους, ενώ την άμεση δημοκρατία συχνά την κατανοούν απλά ως δημοψηφίσματα που διοργανώνει το κράτος. Οι λίγοι αντιφρονούντες ακαδημαϊκοί που τολμάνε να ασχοληθούν με το πραγματικό νόημα της δημοκρατίας δεν βρίσκουν ευκαιρίες να μιλήσουν στα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης. Ο ακαδημαϊκός Robert Dahl έγραφε το 1970 οτι η συμμετοχική δημοκρατία είναι κάτι ουτοπικό και αδύνατον, κι όμως οι Ζαπατίστας από το 1996 μέχρι σήμερα απέδειξαν ότι η συμμετοχική δημοκρατία μπορεί να πραγματοποιηθεί. Φυσικά η πολιτική οργάνωση των Ζαπατίστας δεν είναι ακόμα τέλεια. Οι πολλές συνελεύσεις οδηγούν σε αργοπορία αποφάσεων. Σύμφωνα με ακαδημαϊκούς που μελέτησαν την οργάνωση των Ζαπατίστας, χρειάζονται μέχρι και έξι μήνες για να συμφωνήσουν οι 1,100 τοπικές συνελεύσεις σε μια κοινή απόφαση. Σίγουρα η διαδικασία θα μπορούσε να γίνει πιο γρήγορη με τη χρήση της τεχνολογίας, ή ίσως με υιοθέτηση κάποιων πρακτικών από το κίνημα των MST όπου εκεί στις συνελεύσεις υπάρχει ο κανόνας της σύντομης ολιγόλεπτης ομιλίας αντί για την δίχως όρια συζήτηση που γίνεται στους Ζαπατίστας. Επίσης ο στόχος των Ζαπατίστας για πλήρης συμμετοχή των γυναικών δεν έχει εκπληρωθεί καθώς οι εργασίες των γυναικών στα σπίτια οδηγούν σε μειωμένη συμμετοχή τους στις τοπικές συνελεύσεις όπου συνήθως μόνο το ένα τέταρτο των μελών είναι γυναίκες. Τέτοια προβλήματα όμως είναι αναμενόμενα όταν μια κοινωνία αλλάζει σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό σύστημα και σίγουρα θα επιλυθούν στη πορεία του χρόνου.

Πληροφορίες από:

http://trabal.org/texts/democracy.pdf https://www.aljazeera.com/indepth/features/2014/01/are-mexico-zapatista-rebels-still-relevant-20141183731812643.html https://listverse.com/2016/02/10/10-alternatives-to-conventional-liberal-democracy/

 

https://athens.indymedia.org/post/1599371/

αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

αυτονομία, autonomia

επανεμφανίζεται το dossier Verbano!

Rispunta il dossier Verbano!
8 marzo 2011baruda
επανεμφανίζεται το dossier Verbano!

h Liberazione περιγράφει τα χαρτιά του Verbano που επανεμφανίστηκαν από το αρχείο των καραμπινιέρων. πρόκειται για ένα μέρος του υλικού που είχε κατασχεθεί στην κατοικία του Valerio στις 20 απριλίου 31 χρόνια πριν. στην αρχή είχαν εξαφανιστεί από το γραφείο αποδεικτικού υλικού του δικαστηρίου της Ρώμης, στη συνέχεια επαναστάλθηκε σε φωτοτυπικό αντίγραφο από την digos στον δικαστή που ερευνούσε την δολοφονία του, τέλος οριστικά στάλθηκε στον τεμαχιστή το 1987. σχεδόν 400 σελίδες, ανάμεσα τους και το κόκκινο ημερολόγιο του 1977, l’agenda rossa del 1977 , και το βιβλίο με τις διευθύνσεις των νεοφασιστών στρατευμένων. ο δικηγόρος της Carla Verbano επικαλείται διαφάνεια και ζητά αντίγραφο του dossier από την εισαγγελία.
των Giorgio Ferri και Nicola Macò , Liberazione 8 μαρτίου 2011

υπάρχουν οι βαθμοί του εξαμήνου που μόλις ολοκληρώθηκε, το ωράριο των μαθημάτων, το κείμενο του τραγουδιού του De André, Il bombarolo, και μετά στο μπλοκ με τον τίτλο : «Portare l’attacco al cuore dello Stato», ‘να φέρουμε την επίθεση στην καρδιά του Κράτους’, con una falce e martello e un mitra sovrapposti e sotto la sigla Ccr, με το σφυροδρέπανο και ένα αυτόματο σταυρωτά το ένα πάνω στο άλλο και κάτω τα αρχικά του collettivo comunista rivoluzionario quarta zona, κομουνιστική επαναστατική κολεκτίβα τέταρτη ζώνη, που απαρτίζονταν από τους μαθητές του πρακτικού γυμνασίου Archimede. είναι το φωτοτυπημένο αντίγραφο της κόκκινης ατζέντας, agenda rossa 1977, δημοσιευμένης από τον Savelli, που ανήκει στον Valerio Verbano, τότε μαθητή μόλις δεκαέξι χρονών, που επανεμφανίστηκε από το πουθενά μετά 31 χρόνια. στα πλευρά των φύλλων η υπογραφή της Rina Zapelli, το όνομα που είχε κοπέλα η Carla Verbano, η μητέρα του Valerio, σκόπιμα τη στιγμή της κατάσχεσης το βράδυ της 20 απριλίου 1979.

L’inchiesta sui fascisti, η έρευνα για τους φασίστες

ανάμεσα στις σελίδες που μπορέσαμε να συμβουλευτούμε, κάτι λιγότερο από τα μισά των 379 φύλλων που φαίνεται να συνθέτουν αυτό που παραμένει από το “dossier Verbano”, υπάρχουν και 41 φύλλα από μια rubrica στα οποία αναφέρονται γύρω στα 900 ονόματα ακτιβιστών της άκρας δεξιάς που συνοδεύονται από διευθύνσεις και σε κάποιες περιπτώσεις με τηλεφωνικά νούμερα. γραμμένα όλα με την καλιγραφία του Verbano.

άλλα 16 φύλλα, που γράφτηκαν από περισσότερα χέρια, αναφέρουν σημειώσεις, έχουν δελτιοθήκες, πολιτικές ιδιότητες, χάρτες και άλλες πληροφορίες, όπως τόποι συναντήσεων της άκρας δεξιάς.

η Carla Verbano ήδη αναγνώρισε εκείνη ενός φίλου του Valerio που πέθανε εν τω μεταξύ. μια πολύ προσεγμένη εργασία χαρτογράφησης από τις διάφορες πραγματικότητες του νεοφασισμού της Ρώμης όπου διαυγείς σχετικές γνώσεις και πρόωρες ανακαλύψεις προστίθενται σε σημαντικές ανακρίβειες και προσεγγίσεις. κάποια στοιχεία συμπίπτουν μόνο εν μέρει με εκείνα που αναφέρονται στο πρόσφατο βιβλίο του Valerio Lazzaretti – Valerio Verbano, ucciso da chi, come e perché, Odradek 2011- Βαλέριο Βερμπάνο, από ποιον σκοτώθηκε, πως και γιατί.

αυτή η λεπτομέρεια επιβεβαιώνει αυτά που θύμιζε τις προηγούμενες ημέρες η Carla Verbano στην ύπαρξη περισσότερων από μια εκδοχών του ντοσιέ, «που έφτιαξε ο Valerio μαζί με έξι με επτά άλλους φίλους». η απόδειξη βρίσκεται ακριβώς στο βιβλίο του Lazzaretti που μεταφέρει έναν έλεγχο με σχεδόν 1200 ονόματα ενημερωμένο σε επόμενη περίοδο του θανάτου του Verbano. στο ντοσιέ που ‘επανεμφανίστηκε’ σε ένα φάκελο με νούμερο “002” διαβάζουμε πως ο Pierluigi Bragaglia, πρώην στρατευμένος στο Μέτωπο νεολαίας, Fdg , που έγινε «ακόλουθος των μηχανισμών παράπλευρων στους Nar», είναι 18 χρονών , ενώ στο έγγραφο που αναφέρει ο Lazzaretti τα χρόνια ανέρχονται σε 20 και το κείμενο του φακέλου, αν και σχεδόν ταυτόσημο, βλέπει την τάξη των φράσεων να έχει μετακινηθεί επιβεβαιώνοντας το γεγονός πως οι κυριότερες πληροφορίες που περιέχονται στο “dossier” ήταν κληρονομιά ενός χώρου μεγαλύτερου που τις διαφύλαξε και τις ενημέρωσε στη διάρκεια του χρόνου.

είναι παρατραβηγμένο να εξαχθούν συμπεράσματα στη βάση μιας οπτικής πολύ μονόπλευρης του φακέλου που εμφανίστηκε ξανά – σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει η Corriere della sera – από ένα αρχείο των καραμπινιέρων στο οποίο η εισαγγελία πρόσφατα απέδωσε το χαρακτηριστικό της ανάθεσης για τις καινούργιες έρευνες της δολοφονίας. ο δικηγόρος Flavio Rossi Albertini, σύμβουλος της Carla Verbano, ήδη στράφηκε με την σειρά του προς τους δικαστές για να έχει αντίγραφο του “dossier”. τα χαρτιά του Verbano έχουν αποκτήσει ήδη ιστορική αξία πριν ακόμη και από την δικαστική. η μαύρη τρύπα που για πολλές δεκαετίες κατάπιε τις ατζέντες του, τις ρουμπρίκες και τις φωτογραφίες, συμβουλεύουν σήμερα το καθήκον απόλυτης διαφάνειας, περισσότερο τώρα που πιθανές εξελίξεις της έρευνας αναμένονται από τον τεχνικό έλεγχο των άλλων ευρημάτων.

Gli elenchi distrutti, οι κατάλογοι που καταστράφηκαν

αυτό που διαβάζουμε στην έκθεση κατάσχεσης του υλικού που βρέθηκε από την digos στο δωμάτιο του Valerio Verbano είναι μια μεγάλη λίστα :
η κόκκινη ατζέντα που ήταν το προσωπικό του ημερολόγιο του 1977, τετράδια, δεκάδες φύλλα διάσπαρτα, φωτοτυπίες, αποκόμματα από εφημερίδες, φωτογραφίες και ένα πιστόλι. όλα μαζί, δεκαοκτώ φάκελοι γεμάτοι έγγραφα και άλλοι οκτώ με φωτογραφίες.


μετά την κατάσχεση, ξεκινούν οι ‘παραξενιές’. όλο το υλικό – εξηγεί ο Marco Capoccetti Boccia στο βιβλίο του , Valerio Verbano, una ferita ancora aperta, Castelvecchi, μια πληγή ακόμη ανοικτή, 2011 – φυλάττεται από την digos για περίπου μια εβδομάδα πριν παραδοθεί στο γραφείο με τα αποδεικτικά υλικά αδικημάτων του δικαστηρίου της Ρώμης για να τεθεί στη διάθεση του δικαστικού αρχείου με το όνομα «Verbano + 4». λίγες μέρες μετά το θάνατο του Valerio οι δικηγόροι της οικογένειας ζητούν την επιστροφή του. ανακαλύπτεται έτσι πως το πρωτότυπο του αποκαλούμενου “dossier” δεν βρίσκεται στη θέση του, πρακτικά έχει εξαφανιστεί.

στις 27 φεβρουαρίου 1980 ο ανακριτής Claudio D’Angelo, που έχει αναλάβει την δολοφονία του Valerio, με διαπιστωμένη την εξαφάνιση του ντοσιέ από το γραφείο αποδεικτικών στοιχείων εγκλημάτων παραλαμβάνει από την αντιτρομοκρατική, digos, ένα «αντίγραφο φωτοτυπημένο των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν στην κατοικία του Verbano Valerio». δείχνει πως πρόκειται για αντίγραφο ενιαίο όμως η Carla Verbano, που την εποχή εκείνη μπόρεσε να δει τα χαρτιά, υποστηρίζει πως το υλικό που στάλθηκε από την digos είχε «μειωθεί κατά το ήμισυ» σε σχέση με το πρωτότυπο.

τον οκτώβρη του 1980, ο ανακριτής αρνείται στην οικογένεια την επιστροφή των κατασχεμένων εγγράφων, που τώρα υπάρχουν μόνο σε αντίγραφα, διότι καλύπτονται ακόμη από το απόρρητο ερευνών. τέσσερα χρόνια αργότερα, στις11 απριλίου 1984, το εφετείο που είχε δικάσει την υπόθεση Valerio διατάσσει την καταστροφή των ευρημάτων, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων και των φωτογραφιών, παρά το ότι αυτά όλα εκ νέου θεωρήθηκαν υλικό για την έρευνα που άνοιξε ξανά για την δολοφονία. στην πραγματικότητα, όπως δείχνει ο Capoccetti, η πραγματική καταστροφή των φωτοτυπιών που ζητήθηκε από την digos θα συμβεί μόνο στις 7 ιουλίου του 1987. από εκείνη τη στιγμή ίχνη του ντοσιέ δεν υπάρχουν πλέον στα δικαστικά πρακτικά.

για να βρει ξανά αντίγραφο ο Capoccettiέγραψε και στην digos, λαμβάνοντας τον περασμένο ιούλιο μια απάντηση υπεκφυγής που ανάμεσα στις γραμμές της δεν αρνείται καθόλου την πρόσφατη κατοχή αντιγράφου του «υλικού που υπήρξε αντικείμενο κατάσχεσης». τεκμηρίωση που έξαφνα εμφανίζεται ξανά στα χέρια των καραμπινιέρων αμέσως μετά το εκ νέου άνοιγμα της έρευνας. ειπώθηκε πως το ντοσιέ θα είχε περάσει στα χέρια του ανακριτή Amato, που σκοτώθηκε ενώ οδηγούσε έρευνα ενάντια στους Nar και Terza posizione, φασιστικές οργανώσεις, όμως πάντα σύμφωνα με αυτά που βεβαίωσε ο Capoccetti δεν υπάρχει κανένα ίχνος πρωτόκολλου που να το επιβεβαιώνει. αυτή η μετανάστευση, το πήγαινε έλα, η εξαφάνιση και επανεμφάνιση, το αδυνάτισμα, και στο τέλος η καταστροφή και η εκ νέου εμφάνιση σε φωτοτυπημένα αντίγραφα όταν πλέον κανείς δεν το περίμενε, είναι δίχως αμφιβολία μια από τις πιο μπλεγμένες περιστάσεις σε όλη την υπόθεση.

L’agenda rossa del 1977, Η ΚΌΚΚΙΝΗ ΑΤΖΈΝΤΑ

μπήκαμε στις σελίδες του ημερολόγιου του Valerio του 1977 με ένα αίσθημα σεμνότητας. νιώθαμε πως παραβιάζαμε τον εσωτερικό του κόσμο, τα μυστικά του, εκείνα ενός έφηβου που μεγαλώνει βιαστικά. εκείνα τα χρόνια γινόσουν ενήλικος ταχύτατα κυριευμένος από την δύναμη ενός ρεύματος που δίδασκε πως ήταν δυνατό να αλλάξεις τον κόσμο. ο Valerio σερφάριζε με ταχύτητα επάνω σε εκείνο το κύμα εξέγερσης που δεν γνώριζε παραίτηση. η συμμετοχή του ήταν ολοκληρωτική : τουλάχιστον τέσερρις πολιτικές συναντήσεις την εβδομάδα, ανάμεσα σε κολεκτίβες, επιτροπή και συνελεύσεις, όχι μόνο στο σχολείο του, το Αρχιμήδης, all’Archimede, επίσης όμως στο πανεπιστήμιο.

σημείωνε τις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις της περιόδου, τα διάφορα περιστατικά, τη δολοφονία αγωνιστών της αριστεράς, από τον Francesco Lorusso στον Antonio Lo Muscio και τον Walter Rossi, μαζί με τα καθήκοντα και τα μαθήματα της τάξης, τα απογεύματα στο τοιχάκι με τους φίλους, τις συναντήσεις με τα κορίτσια όπως επίσης και ένα «παίξαμε κρυφτό» που σε κάνει να χαμογελάσεις. πολλά συνθήματα, καυτά όπως η θερμοκρασία εδάφους της εποχής, όμως και ένα αστείο σαν : «Atac: associazione telline aspiranti cozze», ‘ένωση κυδωνιών που θέλουν να γίνουν μύδια’. η πολύ σοβαροφάνεια βλάπτει.

στις 4 μαρτίου σημειώνει : «ο Mancia πέρασε ξανά από το σχολείο». ο Angelo Mancia, γνωστός σαν Manciokan, θυρωρός της φασιστικής εφημερίδας Secolo d’Italia, ήταν ένας γνωστός νταής της γειτονιάς. τον σκότωσαν σε αντίποινα η Volante rossa λίγες εβδομάδες μετά το θάνατο του Valerio, αν και με τη δολοφονία του δεν είχε καμία σχέση.

στις 12 μαρτίου σημειώνει για τις συγκρούσεις στη διάρκεια της εθνικής διαδήλωσης για την εκτέλεση από πλευράς ενός καραμπινιέρου του Francesco Lorusso και, μια μέρα μετά, στις 15, την συζήτηση στην κολεκτίβα »γύρω από τα γεγονότα του σαβάτου e le baiaffe». προκαλούσε κουβέντα το γεγονός της εμφάνισης πιστολιών στη διάρκεια της πορείας και την επίθεση στο οπλοπωλείο το προηγούμενο σάβατο. στις 22 σεπτεμβρίου ο Valerio σημειώνει την αναχώρηση για την Bologna όπου παίρνει μέρος, μέχρι τις 25, στο εθνικό συνέδριο της αυτονομίας ενάντια στην καταστολή. θα κοιμηθεί στο σπίτι μιας θείας του συνοδευόμενος από την μητέρα του, μας διηγείται ο Capoccetti. στις 15 νοεμβρίου γράφει «πηγαίνω στο Archimede, δέχομαι επίθεση». σχεδόν ένας οιωνός.