ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τα γιλέκα των άλλων είναι όλο και πιο κίτρινα

on .

editorial

Η εμφάνιση, o ξεσηκωμός των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία έχει επιτύχει σημαντική τμηματική νίκη, λυγίζοντας την κυβέρνηση και αναγκάζοντάς την να αποσύρει την αύξηση της βενζίνης και των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Το αποτέλεσμα δεν επιτεύχθηκε μέσα από τα κανάλια της δημοκρατικής εκπροσώπησης ή μέσα από τη δύναμη του λόγου, αλλά μέσα από εβδομάδες συγκρούσεων με την αστυνομία, οδοφράγματα, αποκλεισμούς της κυκλοφορίας και καταστροφή πολλών και διαφορετικών στόχων, όχι απαραίτητα συνεκτικών μεταξύ τους, όπως δεν είναι καθόλου συνεκτική η χαοτική -ταξική- σύνθεση που έχει κινητοποιηθεί. Μόνο οι επόμενες μέρες θα μπορέσουν να μας πουν εάν αυτή η νίκη εξαντλεί την ανοιχτή κοινωνική σύγκρουση, ή αν αντιθέτως συνιστά μια βάση από την οποία θα τιναχτεί ξανά προς τα εμπρός.

Στη συνηθισμένη ερώτηση, ποιοι είναι τα κίτρινα gilets, δεν θα σταθούμε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή το έχουν ήδη παρουσιάσει αρκετές αναλύσεις, ξεκινώντας από εκείνη των συντρόφων της συλλογικότητας compagni di Rouen Dans la Rue. Μια ανάλυση, ας προσέξουμε καλά, καμωμένη με ικανότητα πρόβλεψης σχετικά με την έκρηξη της ανάδυσης του κινήματος, του ξεσηκωμού. Που έγινε πράγματι, όταν πολλοί από εκείνους που πηδούν στο βαγόνι των νικητών σήμερα κατηγορούσαν τα gilets jaunes πως είναι φασίστες και αντιδραστικοί. Και εδώ βρισκόμαστε στον δεύτερο λόγο που μας επιτρέπει να δώσουμε την απάντηση ως βάσιμη, δεδομένη. Εδώ και χρόνια υποστηρίζουμε – από την οπτική της ανάλυσης, της στρατευμένης έρευνας και των στοιχημάτων πολιτικής παρέμβασης – την πολιτική κεντρική θέση της κρίσης της μεσαίας τάξης, δηλαδή της διαδικασίας εκείνης αποκλεισμού και υλικής φτωχοποίησης, κατακερματισμού και πόλωσης μιας φιγούρας που δεν ήταν ποτέ ομοιογενής, προδοσίας μια υπόσχεσης επικεντρωμένης στην ανταλλαγή μεταξύ status και υπακοής, μεταξύ της εγγύησης μιας μορφής ζωής και του ρόλου κοινωνικής σταθεροποίησης, ανάμεσα στην αναγνώριση των προνομίων και την επιμελή αναπαραγωγή του υπάρχοντος. Σε μια εποχή, την στιγμή κατά την οποία η μεσαία τάξη εισέρχεται σε μια κρίση διαμεσολάβησης, επαναλάβαμε επανειλημμένα, ανοίγεται ένας εξαιρετικός χώρος συγκρούσεων που είναι ανοικτός σε κατευθύνσεις που δεν είναι μόνο διαφορετικές αλλά αναπόφευκτα αντιτιθέμενες. Πράγματι, στην πόλωση μέσα στη διαδικασία κατακερματισμού της μεσαίας τάξης αντιστοιχεί μια πόλωση της σύγκρουσης: λόγω της ανάγκης εκθετικής απλούστευσης λέμε ότι μπορεί να προχωρήσει σε αντιδραστική ή επαναστατική κατεύθυνση, ριζοσπαστικά εγωιστική ή ριζικά ανασυνθετική. Σίγουρα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, δεν υπάρχουν επιλογές ρεφορμιστικής και δημοκρατικής μετριοπάθειας, αριστερής ή δεξιάς. Σίγουρα, ας το δηλώσουμε ακόμη πιο ρητά, η παραδοσιακή διαλεκτική ανάμεσα στην αριστερά και την δεξιά δεν έχει πλέον χώρο. Ακριβώς στη Γαλλία, όπου αυτή η διαλεκτική γεννήθηκε παίρνοντας το όνομα αριστερά και δεξιά από τις θέσεις που καταλαμβάνουν στο ημικύκλιο της κοινοβουλευτικής αίθουσας, κάμει την ανάλωση της ακόμη πιο σαφή.

Στους δρόμους και τις πλατείες πέρα από τις Άλπεις τις τελευταίες εβδομάδες δεν υπήρχαν μόνο οι φιγούρες αυτής της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης και της κρίσης της διαμεσολάβησης. Από καιρό σε καιρό, σύμφωνα με τις πόλεις και τις αστικές περιοχές της σύγκρουσης, υπήρχαν διαφορετικές προλεταριακές και υποπρολεταριοποιημένες κατηγορίες, στρωματοποιημένες και ούσες σε ένταση από γενεαλογική και φυλετική άποψη. Ακριβώς η ανασύνθεση μεταξύ της μεσαίας τάξης σε κρίση διαμεσολάβησης και ενός ιδιωτικού προλεταριάτου του μέλλοντος είναι, όπως ήδη είπαμε πριν από αρκετά χρόνια, το καθοριστικό πολιτικό σημείο των κινημάτων στην κρίση. Σε αυτό παρέπεμπε ο κύκλος του κινήματος occupy, χωρίς ωστόσο να μπορεί να την ασκήσει. Ήταν εκείνες οι πλατείες πολύ ομοιογενείς για να είναι ανασυνθετικές, πολύ καθαρές για να ασκήσουν τη ρήξη, πολύ αριστερές για να είναι επαναστατικές. Έτσι, ήδη αρχίζοντας από το 2012, χάρη στους συντρόφους του Παλέρμο ξεκινήσαμε να εικάζουμε πως έφτανε ο »καιρός των forconi‘ grazie ai compagni di Palermo abbiamo cominciato a ipotizzare che stesse arrivando il “tempo dei forconi”, δηλαδή πως τα υποκειμενικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που είδαμε έντονα εκείνο τον χρόνο στη Σικελία και τον δεκέμβριο του επόμενου έτους ειδικότερα στο Τορίνο, προμήνυαν και προκαταλάμβαναν παραδειγματικά χαρακτηριστικά των μελλοντικών κινημάτων, που έρχονταν.

Προσοχή, να είμαστε σαφείς. Δεν λέμε καθόλου ότι οι εξεγέρσεις όπως αυτές των κίτρινων gilets έχουν επιτύχει και επιλύσει το κομβικό σημείο της ανασύνθεσης. Λέμε απλώς ότι μέσα σε αυτό το έδαφος έχουν τεθεί υλικά και αυθόρμητα.

Το να υποστηρίζουμε αυτό, ωστόσο, σημαίνει να κάνουμε μια καθαρή σάρωση του φετίχ της καθαρότητας. Όταν δίδεται ένα έδαφος δυνητικής ανασύνθεσης, αυτό είναι αναγκαστικά αντιφατικό, γεμάτο με βρωμιά και σκατά. Δεν το λέμε γιατί μας αρέσει, το λέμε γιατί είναι μέσα στα πράγματα. Πώς είναι δυνατόν από τα τριάντα χρόνια καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και από τα δέκα χρόνια καταστροφικής κρίσης, να αναδύονται με μαγικό τρόπο όμορφες και αρωματισμένες υποκειμενικότητες; Το γεγονός ότι υπάρχουν μέσα σε αυτή την κινητοποίηση φιγούρες οι οποίες συμβαδίζουν με τις υποσχέσεις των αντιδραστικών που ισχυρίζονται ότι είναι αντι-establishment (χρηστικά, φυσικά, πρέπει να το επαναλάβουμε εδώ;) είναι για εμάς αυτό που την καθιστά τρομερά και αναθεματισμένα σημαντική. Σήμερα, αντιθέτως, είμαστε επιφυλακτικοί σχετικά με τις καθαρές και ομοιογενείς «κινητοποιήσεις», επειδή είναι αυτο-απεικονίσεις. Και στην αυτο-απεικόνιση δεν τίθεται ποτέ το κομβικό σημείο της ανασύνθεσης, εκτός αν με αυτόν τον όρο ψευδώς εννοείται το σύνολο και η συμμαχία των ομάδων που αυτοαποκαλούνται εκπρόσωποι κοινωνικών τομέων. Η ανασύνθεση σημαίνει πάντοτε αντίφαση και εσωτερική σύγκρουση, ρήξη όχι μόνο με τoν ίδιον αντίπαλο αλλά και μέσα στην αρχική κοινωνική σύνθεση, εκείνη που σχηματίζεται από το κεφάλαιο και τις διαδικασίες υποκειμενικοποίησης του.

Με λίγα λόγια, τα κίτρινα gilets δεν είναι αγανακτισμένα: είναι εξοργισμένα σαν θηρία. Ξέρουν μπερδεμένα εναντίον ποιων αγωνίζονται, δεν ξέρουν ακόμη με ποιον να αγωνιστούν. Ποια κατεύθυνση θα πάρουν αυτός ο τύπος των κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων εξαρτάται και από «εμάς», από την ικανότητά μας να παραμείνουμε μέσα και κατά: μέσα και εναντίον της κοινωνικής σύνθεσης, μέσα και κατά των κινημάτων (εκείνων των πραγματικών, εννοούμε, όχι της αυτοδιορισμένης εκπροσώπηση τους). Για να προσπαθήσουμε πρέπει σίγουρα να απαλλαγούμε από μια ενστικτώδη στάση: την αναζήτηση διαβεβαιώσεων. Πολλές αναλύσεις μοιάζουν να ξεκινούν από μια ορθή παραδοχή στην ανάγνωση της σύνθεσης των πλατειών (στην οποία βασικά σημειώνεται με ενοχική καθυστέρηση αυτό που μαζί με μειονότητες συντρόφων και συντροφισσών λέμε εδώ και αρκετά χρόνια, χωρίς να δίνουμε βάση στις ετικέτες και τους αφορισμούς που λάβαμε από τις μικρούλες ενορίες του «κινήματος»), για να καταλήξουν σε συμπεράσματα για άλλη μια φορά λανθασμένα, υπαγορευμένα από κακή συνείδηση και οπορτουνισμό. Έτσι, για να καθησυχαστούν μπροστά στο τερατώδες πρόσωπο των κίτρινων gilets, ψάχνουν τους όμοιους τους: και τότε ναι είναι ωραία επειδή υπάρχει το CGT, υπάρχουν οι ομάδες των φίλων μας, υπάρχει μια πλατφόρμα στο όνομα κανείς δεν ξέρει ποιου όπου εκφράζουμε τους εαυτούς μας στις γλώσσες ‘μας’. Εν ολίγοις, όλα καλά επειδή υπάρχει η αριστερά. Ακριβώς αυτό που, στα μάτια μας προς τη συνεχή αναζήτηση για δυνατότητες ρήξης, αποτελεί το καπάκι που πρέπει να ανατιναχθεί. Η προσπάθεια να εξημερωθεί το θηρίο μετριάζει τη δύναμή του.

(Εδώ μπορεί να είναι χρήσιμο να προσδιορίσουμε ένα σημείο. Δεν υποτιμούμε με τίποτα τη χρήση που κάνουν οι εργαζόμενοι για το επίσημο συνδικάτο, πράγμα που εδώ και πολύ καιρό αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της ανάπτυξης των αγώνων στη Γαλλία. Ωστόσο, η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση δεν είναι σημαντική, αλλά η αυτόνομη και ανεπηρέαστη χρήση δομών από τμήματα της ταξικής σύνθεσης. Μας φαίνεται όντως ότι μέσα σε αυτά τα κομμάτια υπάρχουν οι ίδιες αμφιβολίες και αμφισημίες από τις οποίες οι ομάδες του κινήματος ξεφεύγουν φοβισμένες.)

Αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι, αφήστε τους εαυτούς σας να εκτοπιστούν από τον ταξικό αγώνα. Εγκαταλείψτε την ιδεολογία, ξεπλύνετε τις τετριμμένες κατηγορίες σας στο Καθαρτικό Ναρκωτικό της κοινωνικής σύγκρουσης, προσπαθήστε να καταλάβετε δίχως ωραιοποιήσεις το ανησυχητικό και διφορούμενο πρόσωπο του τέρατος, γιατί είναι ακριβώς το ότι είναι ενοχλητικό και διφορούμενο που το καθιστά δυνητικά ενοχλητικό για τις συντεταγμένες σχέσεις δύναμης και εξουσίας. Να θυμάστε πάντα ότι εκεί όπου υπάρχει μάζα δεν υπάρχει καθαρότητα. Και αυτός που επιδιώκει την αγνότητα, θέλει την αυτοαναφορά και ασκεί την υποκρισία.

Έτσι, αντί να λέτε ότι η Γαλλία δεν είναι η Ιταλία (merci monsieur de La Palisse!), γιατί να μην θέσετε το πρόβλημα να κάνετε όπως τα κίτρινα γιλέκα. Ούτε να μιμιθείτε ούτε να νομίζετε ότι το θέμα είναι η πολύχρωμη αναπαραγωγή των φαινομένων, απλώς μάθετε από τους αγώνες και προσπαθήστε να εξαπλώσετε το μικρόβιο της πανώλης. Πρόσφατα σκεφτήκαμε γύρω από την αναγκαιότητα να δράσουμε σχετικά με τις υποσχέσεις αυτής της κυβέρνησης Recentemente abbiamo ragionato sulla necessità di agire sulle promesse di questo governo (σε εμάς ορκισμένος εχθρός, και αυτό πρέπει να το προσθέσουμε;), να την οδηγήσουμε στις ακραίες συνέπειες και ως εκ τούτου να τις αντιστρέψουμε εναντίον εκείνων που τις διαμόρφωσαν. Αναλαμβάνοντας δύο προϋποθέσεις, τις οποίες θεωρούμε ακόμα πιο έγκυρες σήμερα μετά το γαλλικό μάθημα. Το πρώτο είναι ότι ο κίτρινο-πράσινος συνασπισμός, στην βαθιά εσωτερική ετερογένεια του, σχετίζεται με κομμάτια κοινωνικής σύνθεσης που προς το παρόν δεν αποτελούν κοινωνικά σύνολα συναίνεσης πολιτικά σταθεροποιημένα. Αντιθέτως, είναι εξαιρετικά ρευστά και άστατα, γεγονός που αποτελεί την ίδια στιγμή ένα πρόβλημα και μια δυνατότητα. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση (με σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά σε σχέση με ορισμένες διεθνείς τάσεις) κινητοποιεί τις προσδοκίες που δεν μπορούν να επιτευχθούν δομικά μέσα στις διαρθρώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού και ασυμβίβαστες με αυτές του συνασπισμού. Αυτές οι προσδοκίες, είναι επομένως ευκαιρίες για σύγκρουση που πιθανότατα θα πάρουν χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά που έχουμε δει στη Γαλλία. Οι ρητοί στόχοι αυτών των κινητοποιήσεων αντιβαίνουν, ως εκ τούτου, με την πιθανότητα να πραγματοποιηθούν: για παράδειγμα, η μεσαία τάξη που αγωνίζεται για να αποκαταστήσει την κατάσταση και τη μορφή της ζωής συγκρούεται με την αδυναμία μιας επιστροφής στο παρελθόν. Είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία να νικήσει διαρθρωτικά αυτό που ζωγραφίζει τον δικό μας χώρο δυνατότητας, ή μάλλον να αντιστρέψει αυτές τις κινητοποιήσεις σε μια διαφορετική και αντίθετη κατεύθυνση. Επειδή, όταν κάποιος αρχίζει να αγωνίζεται, ο ίδιος ο αγώνας γίνεται ένας στόχος και μια μορφή ζωής που μπορεί να παράγει μια ετερογένεση των σκοπών.

Επομένως, η αποστολή μας είναι να κινηθούμε μέσα στην αμφισημία με μονόπλευρη ματιά. Μην δοξάζουμε τους αγώνες των άλλων για να βρούμε όλα αυτά που η ακροβατική μας ρητορική μας επιτρέπει να φανταστούμε, αλλά να τους χρησιμοποιήσουμε ως μέσο πρόβλεψης, παρέμβασης, στοιχήματος, ήτοι χτισίματος διαδικασιών ρήξης και αντίθετης υποκειμενικοποίησης. Μην ανησυχείτε, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι, δεν απευθυνόμαστε στην ανάγκη να βρωμίσουμε τα χέρια μας. Για το απλό γεγονός ότι, αντίθετα με τις όμορφες ψυχές του αποκαλούμενου «κινήματος», είμαστε πεπεισμένοι ότι οι επαναστάτες και οι επαναστάτριες τα χέρια δεν τα έχουν καθαρίσει ποτέ.

http://commonware.org/index.php/framing/868-i-gilets-degli-altri-sono-sempre-piu-gialli

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tupamaros. La noche de los 12 años, η νύχτα 12 χρόνων, η ταινία για τον Pepe Mujica

 

Στον κινηματογράφο. Το film του Alvaro Brechner για τον πρώην πρόεδρο της Ουρουγουάης και των συντρόφων του Movimiento de liberación Nacional, με το οποίο φυλακίστηκε στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Uruguay

Ήταν η χρονιά του Pepe Mujica φέτος στη έκθεση της Βενετίας: αφιερωμένες στον πρώην πρόεδρο της Ουρουγουάης που μείωσε τη φτώχεια της χώρας στο 9% είδαμε δύο ταινίες και η δική του παρουσία προκάλεσε προειδοποιήσεις σε σχέση με την ευθύνη όλης της δύσης όσον αφορά τη φτώχεια στον κόσμο, την ανάγκη δημιουργίας ενός «σχεδίου Marshall» για την Αφρική.

Ενώ ο Kusturica έκανε ένα ντοκιμαντέρ που φωτίζεται από τον πρόεδρο ο οποίος οδηγούσε το τρακτέρ και χάριζε το 70% του μισθού του στους φτωχούς, στο τμήμα Ορίζοντες, η ταινία έχει προγραμματιστεί τώρα στις αίθουσες, Una notte di 12 anni, (La noche de los 12 años, Η νύχτα των 12 χρόνων) από τον ουρουγουανό σκηνοθέτη και παραγωγό Alvaro Brechner, μια ταινία του είδους της φυλακής, η οποία όμως αποκαλύπτει ένα ελάχιστα γνωστό γεγονός, τα αυθεντικά συμβάντα εξαιρετικών χαρακτήρων, του Μουχίκα και των συντρόφων του Tupamaros που συνελήφθησαν κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη (1973-1985). «Με έπιασαν – είπε ο Mujica – επειδή δεν ήμουν γρήγορος, δεν ήμουν αθλητικός, όχι επειδή ήθελα να κάνω τον ήρωα.»

Ο BRECHNER ανακατασκευάζει στην ταινία αφού συγκέντρωσε εδώ και χρόνια έρευνες και μαρτυρίες, την πραγματική ιστορία της κράτησης ενάντια σε οποιοδήποτε σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων των τριών συντρόφων αγώνα του Movimiento de Liberación Nacional, του Pepe (μελλοντικού προέδρου Mujica), του Neto (Eleuterio Huidobro) που έγινε στη συνέχεια υπουργός άμυνας, του Ruso, του ποιητή Mauricio Rosencrof, τους οποίους έπαιξαν αντίστοιχα ο ισπανός ηθοποιός Antonio De La Torre, ο Alvaro Tort (ήταν στο Whiskey) και ο Chino Darín (γιος του μεγάλου αργεντίνου ηθοποιού Ricardo Darín). Στην ταινία ακολουθούμε μόνο τους τρεις ομήρους, στην πραγματικότητα η ιστορία βιώθηκε από εννέα αιχμαλώτους χωρισμένους σε τρεις ομάδες.

Να μιλήσουμε για είδος φυλάκισης είναι μειωτικό, δεδομένου ότι η κράτησή τους ήταν μάλλον μια πολύ μακρά μορφή βασανισμού, ήταν μέρος ενός πειράματος μηδενισμού της προσωπικότητας, με συγκεκριμένο στόχο να τους οδηγήσει στην τρέλα. Τα δώδεκα χρόνια αναφέρονται πράγματι στην φυλάκισή τους σε πλήρη απομόνωση σε πάντα διαφορετικά μέρη χωρίς να είναι σε θέση να επικοινωνούν, σχεδόν χωρίς φαγητό, φως, νερό, μέρη που να είναι όμοια με μεσαιωνικά μπουντρούμια.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΡΥ ΑΓΩΝΑ για να μην τρελαθούν θα βγουν νικητές και η ταινία τους δείχνει σε ένα κρεσέντο μεγάλης ανθρωπιάς κατά τη διάρκεια αυτών των μακρών ετών απομόνωσης, σε φαινομενικά άδειες σκηνές που γεμίζουν με δεξιότητα, όπου η κύρια διδασκαλία είναι η ανάγκη να αντισταθούν με κάθε κόστος, εφευρίσκοντας συνεχώς διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας μέσα από χοντρούς τοίχους, βρίσκοντας τον τρόπο να παραμείνουν ανθρώπινα όντα. Και με τη σκέψη, αφού αποφυλακιστούν, να συνεχίσουν να αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο σκηνοθέτης στις προηγούμενες ταινίες του έχει δείξει ότι επεξεργάζεται λογοτεχνικές αναφορές, όπως Onetti (Mal dìa para pescar, Κακή μέρα για ψάρεμα), εδώ κινείται στη σφαίρα του παράλογου, του παράδοξου χιούμορ, του συναισθήματος, παρότι παραμένει εμπλεκόμενος από τους κανόνες του είδους κατά κάποιον τρόπο, πέρα από της φυλακής, και της πολιτικής. Κατά βάθος πιθανότατα είναι αλήθεια ότι μια τέτοια εμπειρία δεν μπορεί να λεχθεί: ούτε ο Πέπε Μουχίκα στη Βενετία θέλησε να μιλήσει για την εποχή της κράτησης, υποδεικνύοντας εκείνες τις εμπειρίες βαθιές πληγές που πρέπει να γίνονται σεβαστές.

Αυτό που κάνει την ταινία σημαντική, εκτός από ολόκληρο το καλλιτεχνικό στήσιμο υψηλού επιπέδου, είναι ότι πρόκειται για μια διαδήλωση εργασίας επάνω στη μνήμη που εμπεριέχει εδώ και χρόνια ολόκληρη την λατινοαμερικανική ήπειρο, αλλά από την πλευρά μιας χώρας όπως η Ουρουγουάη όπου ακόμη δεν έχουν γίνει οι λογαριασμοί με το παρελθόν, σε αντίθεση με την Αργεντινή ή τη Χιλή και όπου το ζήτημα των desaparecidos, των εξαφανισμένων-αγνοουμένων παραμένει άλυτο και λείπουν οι δίκες στους στρατιωτικούς.

* Πηγή: Silvana Silvestri, IL MANIFESTO

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Συνέντευξη σε δυο διεθνιστές γερμανούς στην Rojava

Stampa

 

344

Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη ενός συντρόφου του Infoaut που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη Rojava σε δύο γερμανούς διεθνιστές. Καλή ανάγνωση.

Intervista a due internazionalisti tedeschi in Rojava

Σε αυτούς τους τρεις μήνες στην Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας, είχα τη χαρά να συναντήσω πολλούς ανθρώπους με τους οποίους αντάλλαξα ιδέες, αναλύσεις και σχέδια. Θέλω να μοιραστώ μια σύντομη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη μεταξύ δύο φίλων του Radikal Linke / Berlin below.

Ποιοι είναι οι λόγοι που σας οδήγησαν να ξεκινήσετε αυτήν την εμπειρία στη Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας;

A: Η οργάνωση μας «Radical Linke / Berlin» από την ίδρυση της στάθηκε αλληλέγγυα με το ΡΚΚ και με όλα τα επαναστατικά κινήματα του Κουρδιστάν. Ακόμη και πριν από την αντίσταση της Kobane αρχίσαμε να συνδεόμαστε με το κουρδικό κίνημα στη Γερμανία σε μια πρακτική διάσταση. Για παράδειγμα, διοργανώσαμε διαδηλώσεις ή εκδηλώσεις μαζί και χτίσαμε σταθερούς πολιτικούς δεσμούς. Πέρυσι μερικοί σύντροφοι ήρθαν στη Ροζάβα και τώρα εμείς είμαστε εδώ για να μάθουμε, να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας και να αναπτύξουμε τους αγώνες μας: εδώ διαβάσαμε επίσης περισσότερα για την ιδεολογία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν και συζητήσαμε γι αυτήν. Πιστεύουμε ότι υπάρχουν διάφορες ιδέες που μπορούν να αποτελέσουν μεγάλη έμπνευση και αφετηρία για τις καθημερινές μας δράσεις, για την δραστηριότητα μας. Αναπτύσσουμε μια αρκετά ισχυρή κριτική του έργου των ομάδων της επαναστατικής αριστεράς στη Γερμανία των τελευταίων 20 χρόνων, αυτό περιλαμβάνει επίσης την ίδια την δική μας πρακτική σε διαφορετικές ομάδες στο παρελθόν αλλά και την τρέχουσα πρακτική μετά την ίδρυσή μας. Αυτές οι κριτικές αναφέρονται στην προσέγγιση με την κοινωνία, την κατανόηση του τι είναι μια επανάσταση, το ρόλο των επαναστατών και πολλά άλλα. Για τους λόγους αυτούς είναι αρκετά φυσικό εμείς, τώρα, να βρισκόμαστε εδώ και είμαστε βέβαιοι ότι άλλοι σύντροφοι τα επόμενα χρόνια θα έρθουν για να μάθουν και να υποστηρίξουν, ο καθένας με τις ικανότητές του, αλλά ένας άλλος λόγος που μας οδήγησε σε αυτή την επανάσταση είναι ότι βλέπουμε αυτόν τον τόπο ως μια πιθανότητα για την Ευρώπη για έναν νέο διεθνισμό. Πολλοί διεθνείς από όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως ευρωπαίοι, κοιτάζουν με ενδιαφέρον σε αυτή την επανάσταση, έρχονται εδώ για να συμμετάσχουν και να βρουν απαντήσεις στα προβλήματα με τα οποία, στην Ευρώπη, όλοι πρέπει να αντιπαρατεθούμε ή από τα οποία βρίσκουμε έμπνευση. Έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε και, ελπίζουμε, να βρούμε έναν κοινό τρόπο να συντονίσουμε τους αγώνες μας.

G: η οργάνωση μας είναι πραγματικά ετερογενής, υπάρχουν τόσο νεώτεροι σύντροφοι όσο μερικοί μεγαλύτεροι που έχουν ήδη συμμετάσχει σε άλλους διεθνιστικούς αγώνες, με τους οποίους έχουν βαθείς δεσμούς όπως για παράδειγμα στην Παλαιστίνη και τη Λατινική Αμερική. Σίγουρα η παρουσία μας στη Ροζάβα είναι και μια παράδοση διεθνισμού και ως εκ τούτου, στο τέλος, είναι επίσης το αποτέλεσμα του διεθνιστικού έργου του παρελθόντος.

7 copia

Ξεκινήσατε αυτή την εμπειρία με διαφορετικές προσδοκίες αφορούσες την οργάνωση σας αλλά και με την φιλοδοξία ενός συντονισμού των αγώνων στην Ευρώπη. Θέλω λοιπόν να σας ρωτήσω ποιες απαντήσεις, μέχρι τώρα, έχετε βρει σε αυτή την επανάσταση και ποιες είναι οι σημαντικότερες πτυχές που πρέπει να διερευνηθούν, να εμβαθυνθούν;

G: Ένα πράγμα που μπορεί να δεις ξεκάθαρα εδώ στη Rojava και παντού στο Κουρδιστάν είναι η σημασία της οργάνωσης. Αυτό σημαίνει να είναι οργανωμένοι σε όλες τις πλευρές της ζωής: η οργάνωση των γυναικών, της νεολαίας, της αυτοάμυνας, της εκπαίδευσης, ένα υψηλό επίπεδο οργάνωσης της κοινωνίας έχει επιτευχθεί σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, αποτέλεσμα χρόνων και χρόνων πάλης που βασίζεται στο «kadro work» (έργο των αγωνιστών) και που επιτρέπει σε αυτή την επανάσταση να καθιερώσει ένα νέο δημοκρατικό σύστημα μέσα σε αυτήν την φεουδαρχική κοινωνία. Χωρίς αμφιβολία υπάρχει το ζήτημα της απελευθέρωσης των γυναικών που είναι μια από τις θεμελιώδεις βάσεις αυτής της επανάστασης, προσωπικά πιστεύω πως στην Ευρώπη δεν συνδέεται με τρόπο τόσο στενό και δυνατό με την κοινωνία, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν φεμινιστικές ομάδες οι οποίες, ωστόσο, αυτή την στιγμή δεν παίζουν ένα πρωτοποριακό ρόλο στους αγώνες όπως συμβαίνει εδώ. Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και σημαντικούς ρόλους διαδραματίζει η αυτόνομη δομή της νεολαίας, η οποία είναι σε θέση να πάρει τις δικές της αποφάσεις χωρίς να εξαρτάται από κάποιον άλλο και είναι το μέρος της γενικής δομής που επικεντρώνεται περισσότερο στην εξέγερση, η αλλαγή αφορά την ώθηση προς τα εμπρός της επαναστατικής γραμμής.

Όσον αφορά τις μεθόδους που βρήκαμε εκπληκτικά αποτελεσματικές, υπάρχει η χρήση που κάνει το κίνημα της ιδέας της κριτικής και αυτοκριτικής: αξιολογεί και αξιοποιεί τα πάντα μέσα στην κοινωνία σε υψηλότερο επίπεδο, διότι πραγματοποιείται παντού. Παρόλο που πρόκειται για μια kadro revolution (επανάσταση που διεξάγεται από τους πολιτικούς αγωνιστές), μπορώ να πω ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων προχωρά από κάτω προς τα πάνω, διότι η θέση των στελεχών δεν είναι υψηλότερη από αυτή των απλών ανθρώπων, αντιθέτως αυτοί αποτελούν ένα παράδειγμα απόλυτης απάρνησης των προσωπικών προοπτικών υπέρ αυτών της κοινωνίας. Ευρισκόμενος εδώ κατάλαβα ότι αν θέλεις να καταλάβεις βαθιά αυτή την επαναστατική διαδικασία δεν αρκεί να επικεντρωθείς μόνο στις θεωρητικές πτυχές, αλλά πρέπει να τη δεις για να την αισθανθείς, να τη νιώσεις. Όταν βλέπεις τα ερείπια της Kobane, όπου η τελευταία αμυντική γραμμή πολεμούσε το Daesh για τόσο πολύ καιρό, με μεγάλη προσπάθεια και με τόσους πολλούς Sehid (μάρτυρες), νιώθεις πως αυτή η σχέση, η σύνδεση με τη δική τους γη και την δική τους κοινωνία είναι η κινητήρια δύναμη αυτής της επανάστασης. Ο αγώνας και τα εξαιρετικά αποτελέσματα της γυναικείας επανάστασης εναντίον χιλιάδων ετών πατριαρχικής νοοτροπίας στη μέση ανατολή είναι κάτι που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να σου εξηγήσει, ο βαθύς σεβασμός για τους Sehid που εξαλείφει κάθε αυταρέσκεια και περσοναλισμό είναι η βάση που ενώνει όλα τα μέλη της κοινωνίας και του μετασχηματισμού της.

A: Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στη Ροζάβα ήμασταν τυχεροί να μας φιλοξενούν διάφορες οικογένειες και, μιλώντας μαζί τους, μπορέσαμε να αντιληφθούμε την πραγματική σχέση και σύνδεση με την επανάσταση που αντανακλά τις αξίες της στην κοινωνία, για παράδειγμα εμείς βρισκόμασταν σε μια οικογένεια όπου η μητέρα μας είπε ότι ήμασταν τα παιδιά της, πως η μητέρα της ήταν και δική μας. Εγώ αντιλήφθηκα ότι αυτό δεν ήταν μια φόρμουλα ευγένειας, αλλά το κοινοτικό πνεύμα που διαπερνά αυτούς τους ανθρώπους τόσο πολύ ώστε, ακόμη και αν υπάρξουν στρατιωτικές ήττες, η κοινωνία είναι σίγουρα έτοιμη να μην κάνει ούτε ένα βήμα πίσω και να αγωνιστεί για αυτές τις αξίες μέχρι στο τέλος.

G: Προφανώς υπάρχουν λάθη, αντιφάσεις και δυσκολίες, αλλά ως διεθνιστές επαναστάτες δεν πρέπει να προσεγγίσουμε αυτή την επανάσταση ως κριτικοί θεατές, αλλά μάλλον να την αντιληφθούμε ως δική μας και να ασχοληθούμε με τις ικανότητές μας για να βοηθήσουμε στο χτίσιμο της. Εδώ καλούμαστε σαφώς από τους συντρόφους να επικρίνουμε εποικοδομητικά και να εργαστούμε μαζί για να ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες.

IMG 0240

Οπότε έχετε αποκτήσει πολλές γνώσεις από αυτή την εμπειρία, αλλά σύμφωνα με εσάς ποια είναι η προοπτική για το μέλλον των δικών σας αγώνων μόλις επιστρέψετε στο Βερολίνο;

A: σίγουρα θα επιστρέψουμε στο σπίτι με πολλές γνώσεις που σκοπεύουμε να υλοποιήσουμε.

Ως οργανωμένη πραγματικότητα έχουμε αναλάβει μια εργασία στις γειτονιές σε μια προσπάθεια να τις οργανώσουμε μέσα από μια κοινοτική μέθοδο: αυτό δίνει στους τοπικούς ανθρώπους την ευκαιρία να μπορούν να αποφασίσουν για το τι συμβαίνει στους χώρους και τους τόπους τους και να κατανοήσουν τον ρόλο της κοινότητας και να την βελτιώσουν. Για μια τέτοια προοπτική, η εμπειρία που βιώνουμε σε αυτά τα μέρη μας διδάσκει πολλά.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι κάτι που δεν υπήρξε ποτέ εδώ. Υπάρχει ήδη και υπάρχουν πολλά παραδείγματα αντίστασης στα οποία μπορούμε επίσης να εμπνεύσουμε. Αλλά πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι θα πρέπει να δεσμευθούμε με μεγαλύτερη προσπάθεια και σοβαρότητα στην επαναστατική διαδικασία αν θέλουμε να μας λάβει σοβαρά υπόψη η κοινωνία. Νομίζω ότι η οικοδόμηση μιας ισχυρής επαναστατικής προοπτικής για τη Γερμανία, αλλά και για την Ευρώπη, είναι ο καλύτερος τρόπος να υποστηρίξουμε αυτή την επανάσταση, σίγουρα μπορούμε να έρθουμε εδώ και αυτός είναι ένας τρόπος, πιθανότατα μέχρι τώρα ο μόνος, να αποκτήσουμε αυτές τις γνώσεις, αλλά η γενική προσέγγιση πρέπει να είναι εκείνη να δώσουμε ζωή σε ένα επαναστατικό κίνημα στην Ευρώπη, διότι, τελικά, είναι οι ευρωπαϊκές βόμβες που ρίχνονται επάνω στην Ροζάβα και επάνω σε άλλες επαναστάσεις. Είναι τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά όπλα που εδώ σκοτώνουν τους ανθρώπους που δεσμεύονται και στρατεύονται για να νικήσουν τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

G: μια πολύ σημαντική πτυχή που πρέπει να αναπτύξουμε, εμπνευσμένη από το κουρδικό κίνημα, είναι η ιστορία μας. Ως ομάδα συμμετείχαμε σε κάποια αναμνηστικά γεγονότα και εκδηλώσεις αναμνηστικού χαρακτήρα, αλλά πρέπει να αναλύσουμε τις ιστορικές μας ρίζες για να κατανοήσουμε την σημερινή κοινωνία, θα πρέπει επίσης να αγωνιστούμε περισσότερο για την υπεράσπιση της ιστορίας μας, για τη μνήμη των δικών μας μαρτύρων της RAF, της Bewengun 2 Juni, της Revolution’re Zellen, και πάλι άλλων επαναστατημένων ανθρώπων και ομάδων και να ήμαστε προσεκτικοί να μην νομιμοποιήσουμε την ιστορία της μπουρζουαζίας και του κράτους. Εάν δεν γνωρίζουμε την ιστορία μας, την ιστορία της αντίστασης, των επαναστάσεων και των αγώνων, θα είναι δύσκολο να οικοδομήσουμε τη ίδια την δική μας ιστορία στο μέλλον. Μια άλλη εργασία που πρέπει να πάρουμε σοβαρά υπόψη μας είναι οι αλλαγές στην προσωπικότητά μας για να γίνουμε αγωνιστές. Μόνο επάνω στο δρόμο προς αυτή την αλλαγή θα μπορέσουμε να βρεθούμε στην θέση να απορρίψουμε κάθε καπιταλιστική επιρροή μέσα μας, αγωνιζόμενοι χωρίς αντιφάσεις. Εάν δεν αγωνιζόμαστε ενάντια στους εαυτούς μας ως άτομα που εξαρτώνται από ένα συλλογικό πλαίσιο θα είναι δύσκολο, ή πιθανότατα αδύνατο, να βρούμε έναν νέο τρόπο να ζούμε που να μπορεί να μας προσφέρει αξιοπιστία, που να μπορεί να είναι ένα παράδειγμα για να επηρεάσει την κοινωνία και να είναι σε θέση αυτοπροστατευθεί.

 

https://www.infoaut.org/approfondimenti/intervista-a-due-internazionalisti-tedeschi-in-rojava

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Για τον Hîwa Bosco, που σκοτώθηκε στα σύνορα μεταξύ Συρίας και Τουρκίας, πρώτο ιταλό πεσόντα στην επανάσταση της #Rojava

Δημοσιεύτηκε 42 λεπτά νωρίτερα,  

Είναι η είδηση που πολύ καιρό φοβόμασταν πως θα λάβουμε. Ο θάνατος βρισκόταν πάντα στο περιθώριο της εικόνας, υποκείμενος κάθε συζήτησης, κάθε ενημέρωσης σχετικά με την κατάσταση, απ’ όταν συντρόφισσες και σύντροφοι άρχισαν να φεύγουν στη Βόρεια Συρία με σκοπό να συμβάλουν στην επανάσταση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού.

Πρέπει πάντα να υπενθυμίζουμε, πως υπάρχει μια επανάσταση: δεν επρόκειτο «μονάχα» για την καταπολέμηση του ISIS – κάτι που δεν θα ήταν λίγο, εξ ου και τα εισαγωγικά -, αλλά αυτή γίνεται στο όνομα του χτισίματος μιας νέας κοινωνίας, μιας καινοτόμου και πολύτιμης κοινοτικής εμπειρίας.

Χωρίς αυτό το ελατήριο, ο αγώνας των YPG και YPJ κατά του Daesh δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματικός. Επί πλέον: χωρίς αυτό το ελατήριο, οι YPG και οι YPJ δεν θα υπήρχαν.

Είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου τη γενεαλογία αυτής της εμπειρίας, για να καταλάβουμε τι ωθεί τους αυτόχθονους μαχητές, τους διεθνείς εθελοντές και ολόκληρο τον πληθυσμό της Ροζάβα.

Βρισκόμαστε στην εκβολή ενός μεγάλου ποταμού, αποτελούμενου από εκατό χρόνια κουρδικής αντίστασης, πολιτικής και πολιτιστικής αντίστασης. Η Μέση Ανατολή είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα του γεγονότος πως δεν έχει τελειώσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, πώς συνεχίζουμε να υποφέρουμε άμεσα τις συνέπειές του. Κάνουμε τους λογαριασμούς με την ιμπεριαλιστική κατάτμηση της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας από τις νικηφόρες δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της εκατονταετηρίδας που μόλις διασχίσαμε, σπαταλήσαμε χίλιες ευκαιρίες για να το συζητήσουμε. Να το κάνουμε προσπαθήσαμε λίγοι από εμάς.

Το τελευταίο τμήμα αυτού του ποταμού έχει σκάψει τριάντα πέντε χρόνια δραστηριότητας του ΡΚΚ. Υπάρχουν κοινωνικά δίκτυα που έχουν χαλυβδωθεί σε χρόνια ανταρτοπόλεμου εναντίον του δεύτερου μεγαλύτερου στρατού του ΝΑΤΟ, του τουρκικού στρατού. Υπάρχουν οι θεωρητικές επεξεργασίες του Abdullah Öcalan, στη φυλακή από είκοσι χρόνια κυρίως εξ αιτίας της Ιταλίας, ή καλύτερα, μιας ιταλικής κεντροαριστερής κυβέρνησης (έχουμε τη συνήθεια της μνήμης).

Λέγαμε: είναι η είδηση που φοβόμασταν να λάβουμε. Ο πρώτος Ιταλός πεσών όχι (γενικά) «στον πόλεμο στη Συρία», όπως έγραψε κάποιος, αλλά στην επανάσταση της Βόρειας Συρίας.

Για εμάς ένας ιταλός επαναστάτης που έπεσε δεν «ζυγίζει» περισσότερο από έναν πεσόντα επαναστάτη άλλων εθνικοτήτων. Είναι όλοι στο ίδιο επίπεδο. Οι άνθρωποι – γυναίκες και άνδρες – που πέθαναν στη Ροζάβα αποτελούν ένα πολυεθνικό μωσαϊκό με ποικίλες και αντιτιθέμενες αποχρώσεις. Αλλά είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο θάνατος ενός ιταλού προκαλεί σκέψεις σχετικά με την εγγύτητα μεταξύ του σχηματισμού του και του δικού μας, μεταξύ των εμπειριών του και των δικών μας.

Ο μαχητής των YPG Giovanni Francesco Asperti σκοτώθηκε κοντά στην Dêrika/Al Mālikiyah, πόλη στα μακρινά βορειοανατολικά σύνορα της Συρίας, στα σύνορα με την Τουρκία, κάτω από απροσδιόριστες συνθήκες. Η έκθεση μιλά για ένα «ατυχές γεγονός». Το όνομα του μάχης ήταν Hîwa Bosco. Στα κουρδικά, hîwa σημαίνει «ελπίδα».

Ο Asperti ήταν 53 ετών, έρχονταν από την Ponteranica, στην επαρχία του Μπέργκαμο, και ήταν ο πατέρας δύο εφήβων παιδιών. Δεδομένου ότι «είχε οικογένεια», στο παχύ έντερο του μικροαστικού ωχαδελφισμού θα σφυρηλατηθεί ήδη, το σχετικό ερώτημα: «Ποιος τον έβαλε να το κάνει;» Κάποιος θα του αποδώσει τυχοδιωκτισμό, άλλος θα τον αποκαλέσει αλόγιστο γονέα, αναζητητή ανατριχίλας, «τουρίστα στις επαναστάσεις άλλων ανθρώπων». Από τον θάνατο ακόμη του Enzo Baldoni, το 2004, εμφανίστηκε μια Italietta πάντα έτοιμη να ξεράσει τόνους μίσους και κοροϊδίας επάνω σε όσους αποφασίζουν να μην  «γράφουν όλα στα παλιά τους παπούτσια». Σε απαγάγουν; Πήγαινες γυρεύοντας! Σε δολοφονούν; Καλύτερα να καθόσουν σπίτι σου! Σε βιάζουν; Ίσως να σου άρεσε κιόλας!

Πράγματι: όταν πρόκειται για μια γυναίκα, ανοίγεται η άβυσσος, όπως είδαμε για πολλοστή φορά τον νοέμβριο, όταν η 23χρονη συνεργαζόμενη Silvia Romano απήχθη στην Κένυα, πιθανότατα από σομαλούς τζιχαντιστές. Και δεν πρόκειται μόνο για «μισoύντες των social» ή διακηρυγμένους φασίστες. Θα ήταν πολύ εύκολο. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι, στην πρώτη σελίδα της Corriere della Sera, ο σχολιαστής Gramellini – «ευγενικός» προπαγανδιστής κάθε αντιδραστικής κοινοτυπίας υπό τον ουρανό – αποκάλεσε την προσπάθεια της Silvia για αλληλεγγύη «μανία αλτρουισμού«.

Όλα αυτά, να το θυμίσουμε, στη χώρα όπου κάθε μέρα οι ρατσιστές προσπαθούν να εξωραΐσουν τις αηδίες που κάνουν, επαναλαμβάνοντας: «Να τους βοηθήσουμε στο σπίτι τους!»

Θα μας προκαλέσει έκπληξη το γεγονός, λοιπόν, εάν κάποιος γεμάτος ζήλο εισαγγελέας χαρακτηρίσει «κοινωνικά επικίνδυνο» κάποιον που πήγε να βοηθήσει τον λαό της Rojava και να πολεμήσει εναντίον του ISIS, και ζητήσει να υποβληθεί σε ειδική επιτήρηση;

Αυτή είναι, όχι άλλη, η συμπεριφορά που θα είχαν επιφυλάξει στον Asperti εάν είχε επιστρέψει στην Ιταλία ασφαλής και υγιής.

Δεν γνωρίζαμε τον Asperti, για τη ζωή του και για την ενδεχόμενη ακτιβιστική του δράση στην Ιταλία δεν γνωρίζουμε τίποτα, αλλά γνωρίζουμε συντρόφους και συντρόφισσες που έχουν κάνει την δική του επιλογή, και ξεκίνησαν μια διαδρομή παρόμοια με την δική του, και πάνω απ’ όλα ένα πράγμα αισθανόμαστε να πούμε: η βρωμιά κάτω από τα νύχια του ποδιού ενός μόνο από αυτούς τους ανθρώπους έχει περισσότερη αξιοπρέπεια από όλες ολόκληρες τις υπάρξεις αυτών που τους επιτίθενται και τους προσβάλλουν.

 

 

https://www.wumingfoundation.com/giap/2019/01/per-hiwa-bosco-morto-al-confine-tra-siria-e-turchia-primo-caduto-italiano-nella-rivoluzione-in-rojava/?utm_source=feed

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη- μέρος πέμπτο

ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ – PAGARE DI PERSONA

Πριν ολοκληρώσω, κάποιο τελευταίο ξεκαθάρισμα. Εσύ νομίζεις (δεν λέω »υπαινίσσεσαι», είναι φυσικό να νομίζεις, διότι η μηχανή ψεμμάτων που μας καταπλάκωσε εδώ και μια δεκαετία, το μίσος και η περιφρόνηση με τα οποία μας περικύκλωσαν είναι τέτοια,  που είναι δύσκολο να μην έχεις προκαταλήψεις), πως εγώ είμαι ένας που αποφεύγει να επωμιστεί το τίμημα,
να »πληρώσει σε πρώτο πρόσωπο».
Με την ευκαιρία σου ζητώ να σκεφτείς και μόνο σχετικά με αυτά που ακολουθούν.    Όπως θα ξέρεις, από τις στήλες
της Corriere και της Messaggero
πρόσφατα αποκάλεσα »ψεύτη» και
»άνθρωπο υποκάτω πάσης υποψίας»,
τον υπουργό Εσωτερικών Gava, που είχε θριαμβευτικά δηλώσει πως δυο ιταλοί που μόλις είχαν συλληφθεί στο Παρίσι (Giovanni
Alimonti και Enrico Villimburgo) ήταν »οι
εγκέφαλοι των Brigate Rosse και
της'»ευρωτρομοκρατίας»», και πως ειδικότερα ο
Alimonti θα ήταν ένας από τους εκτελεστές
της δολοφονίας του σενατόρε Ruffilli, που έλαβε χώρα
τον περασμένο μάιο.
Ήμουν σε θέση να διαψεύσω δημόσια τον υπουργό, για το απλούστατο γεγονός πως οι δυο αυτοί σύντροφοι είχαν απευθυνθεί ήδη εδώ και πολλούς μήνες σ’ εμένα (που τους έφερα σε επαφή με τους δικηγόρους
με τους οποίους από πάντα ο δικός μας «Σύνδεσμος βοήθειας και αλληλεγγύης με τους ιταλούς πρόσφυγες στην Γαλλία’‘ εργάζεται) διότι ήθελαν να βγουν
από την δική τους καταναγκαστική κατάσταση παρανομίας και να προσπαθήσουν να αποκτήσουν μιαν άδεια παραμονής για να μπορούν να ζουν
και να εργάζονται στη Γαλλία υπό το φως του ήλιου,
ή να φύγουν για γαίες μακρινές και άλλους κόσμους. Πρόσθεσα, πάντως, πως η
απόδειξη πως ο υπουργός ψεύδεται, και η ηχηρή επιβεβαίωση
του ‘surplus’ ανεπαρκών και διωκτικών χαρακτήρων που χαρακτηρίζουν την ιταλική δικαιοσύνη στα χρόνια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης
δίδεται από το δυστύχημα στο οποίο οι δικαστές κατέφυγαν,
ενοχοποιώντας για την δολοφονία Ruffilli έναν άνθρωπο (Alimonti)
που εκείνη την ημέρα ήταν μαζί μου (και, ευτυχώς,
με πολλά άλλα πρόσωπα) στο Παρίσι.
Μπόρεσα να θυμηθώ τις περιστάσεις διότι εκείνη την ημέρα o άνθρωπος τον οποίον πολλοί μάρτυρες
είχαν αναγνωρίσει (!) σαν έναν από τους
«εκτελεστές» του Ruffilli, είχε έρθει μαζί μου
(προς ευτυχή σύμπτωση, ακριβώς στη διάρκεια των ωρών εκείνης της δολοφονίας) για να συναντήσουμε τους δικηγόρους που ασχολούνταν με το πρόβλημα
της διοικητικής τακτοποίησης-νομιμοποίησης στην Γαλλία, στην αίθουσα μιας στρογγυλής τραπέζης σχετικά με το δικαίωμα στο άσυλο
στην Ευρώπη. Και πάνω απ’ όλα
διότι αργότερα ήταν μαζί μου (και με μια εικοσαριά ακόμη άτομα) να παρακολουθήσουμε την προβολή της ‘cassetta’ μιας συνέντευξης τηλεοπτικής των Curcio, Moretti και Balzarani,
όταν η Lucia μου τηλεφώνησε πως είδε στις τηλεειδήσεις πως υπήρξε μια νέα πολιτική δολοφονία στην Ιταλία. Το θυμάμαι πολύ καλά
επειδή διέκοψα την «μετάδοση» των κασετών και πληροφόρησα τους παρόντες
γι αυτό το σοβαρό πράγμα που είχε συμβεί. Και διότι,
στους δημοσιογράφους που μου ζητούσαν τηλεφωνικά, είπα
(έχοντας μπροστά μου, στην τηλεοπτική οθόνη, τα δραματικά πρόσωπα των
Renato, Mario e Barbara):
«Αυτή η πράξη έχει ως κύριο αποτέλεσμα να σκοτώσει ξανά την ήδη εύθραυστη ελπίδα
μιας λύσης αμνηστίας, να επιβάλλει την σιωπή
σε αυτούς που ξεκινούν να μάχονται γι αυτό τον στόχο,
να θάψει την μάχη για ελευθερία που ξεκίνησε για να συγκεκριμενοποιήσει αυτή την ελπίδα. Με άλλα λόγια, αυτοί οι  »εκτελεστές»
δεν έχουν πλέον καμιά κοινωνική νομιμοποίηση, και η μοναδική αντικειμενική έννοια  της δράσης τους θα είναι τελικά εκείνη να έχουν πυροβολήσει στις πλάτες του Curcio και των συντρόφων του»

«Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ !»

Ανέλαβα αμέσως την ευθύνη να διαψεύσω τις ψευτιές του Gava για
τους Alimonti και Villimburqo για διάφορους λόγους. Ο πρώτος 
είναι το καθήκον σαν
citoyen, πολίτης,
(που στην πραγματικότητα δεν είμαι) να δημοσιοποιήσω
πιθανά στοιχεία στην κατοχή μου τα οποία απαλλάσουν
κάποιον από μια αβάσιμη και άδικη κατηγορία. O δεύτερος είναι η ευκαιρία να μεταφέρω μια μικρή συνεισφορά στην υπεράσπιση αυτών των συντρόφων
από την έκδοση (όντως είναι ξεκάθαρο η ηχηρή ψευτιά σχετικά με την ευθύνη του Alimonti για την εκτέλεση του Ruffilli ρίχνει μια σοβαρή σκιά υποψίας
επάνω σε όλες τις άλλες κατηγορίες που κινήθηκαν εναντίον του, στον Villimburgo, σε άλλους, και στο πορτρέτο ευκολίας που οι αρχές της αστυνομίας φτιάχνουν). Αυτή η σκιά, αυτή η υποψία
θα καταστήσουν πιο εύκολη μια έκδοση, η οποία θα μπορούσε να στηρίζεται
στο »fumus» ενοχής που ρίχνεται επάνω
στους δυο συντρόφους από τον υπαινιγμό μιας υποτιθέμενης τρέχουσας »επικινδυνότητας» τους ).
O τρίτος λόγος είναι η ιερή και απαραβίαστη πρόθεση να δείξω πως «il re è nudo – ο βασιλιάς είναι γυμνός»,
και πως η φιλοσοφία και η πρακτικές της κατάστασης έκτακτης ανάγκης οδηγούν,  ανάμεσα στις άλλες χίλιες καταχρήσεις και αίσχη,
και στο να πετάξουν συστηματικά και στα τυφλά
επάνω σε όλους μαζί τους διαφεύγοντες την ευθύνη των πράξεων που λαμβάνουν χώρα σήμερα από τις οργανώσεις
στις οποίες ανήκαν παλαιότερα.
Τέταρτη αιτία, είναι η ευκαιρία
να αναφερθώ σε μια συζήτηση πολύ πλατύτερη και βαθιά κριτικής της ίδιας της επιστημολογικής κατάστασης της »γνώσης»
του ‘δικαστικού συστήματος‘.
Να δείξω, με άλλα λόγια, πως η ποινική Δικαιοσύνη δεν αναζητά (όπως
ισχυρίζεται πως κάνει, αποσπώντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα μέρος της νομιμοποίησης της) την «αλήθεια». Αυτή αντιθέτως έχει την ευθύνη της παραγωγής αλήθειας.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ

Τώρα, ήθελα να σου επισημάνω, Carlo, πως
αυτή η αλληλουχία, που εν μέρει και τυχαία συμπίπτουν, κάποιων στάσεων, με εκθέτει, σύμφωνα με τα λεγόμενα των δικηγόρων μου,
σε κάποιους κινδύνους                                                                                                                          a. την πιθανότητα να ανοιχθεί εναντίον μου μια προκαταρκτική έρευνα όσον αφορά την εκτέλεση Calabresi,                                                                                                                              b. την πιθανότητα μιας ενοχοποίησης για
‘συνενοχή» με την δολοφονία Ruffilli (παρά το γεγονός πως, με αφορμή αυτήν, τον προηγούμενο μάη είχα δημοσιεύσει στο μηνιαίο Frigidaire μια ανοικτή Επιστολή στους »νέους ταξιαρχίτες»,
στην οποίαν, μετά από μια σφικτή διάψευση των παραδειγμάτων που υποστηρίζουν την ορθότητα, τη νομιμοποίηση,
τον χειραφετικό χαρακτήρα μιας πρωτοβουλίας ένοπλου αγώνα στην Ιταλία και στην Ευρώπη του σήμερα, έστελνα μια έκκληση στην ανάκληση,  δηλώνοντας τον εαυτό μου διαθέσιμο,
να δώσω την ταπεινή μου βοήθεια για να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές συνέπειες,          c. την πιθανότητα
να απελαθώ από την Γαλλία
μιας και παραβίασα την obligation de réserve που έχει επιβληθεί στους εξόριστους (και στη δική μου περίπτωση, η δική μου μοναδική απάντηση θα μπορούσε να είναι η υπογράμμιση πως, όντας εγώ σε διοικητική κατάσταση ακανόνιστη,  επισήμως δεν υπάρχω, συνεπώς δεν υπόκειμαι σε κάποια ‘διάταξη’,
όμως, όπως μπορείς άριστα να καταλάβεις, είναι σαν να πέφτω απ’ το τηγάνι στα κάρβουνα).
Τώρα εσύ βλέπεις, Carlo, αν μπορώ να κατηγορηθώ πως δεν αναλαμβάνω τις προσωπικές μου ευθύνες, με τους συνημμένους κινδύνους!

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf