αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος έκτο

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Πριν τελειώσω, λίγες ακόμη διευκρινήσεις. Προωθείς την υποψία, Carlo,
πως εγώ θέλω «να κάνω προεκλογική προπαγάνδα».
Ξέρεις πόσο πολύ με νοιάζει να κάνω τον βουλευτή! Αποφάσισα να προταθώ για να μπορώ να αποκτήσω εργαλεία για να κρατήσω ανοικτά κάποια ζητήματα, την αμνηστία πρώτα απ’ όλα, επάνω στην οποίαν υπάρχει ο κίνδυνος να εξαπλωθεί ένα πέπλο λήθης. Πρότεινα τις λίστες
«ουράνιο τόξο» και τα θέματα της αμνηστίας, του εγγυημένου εισοδήματος, της μάχης για τα δικαιώματα και την ελευθερία των μεταναστών, τον αγώνα ενάντια στο κεντρικό Κράτος που προωθείται από την οπτική των μειοψηφικών ταυτοτήτων, αυτών επίσης που αμφισβητούνται ή απορρίπτονται, των αυτονομιών 
και των δυνατοτήτων τοπικής αυτοκυβέρνησης, 
διότι αυτή υπήρξε η πρακτική μου εδώ και κάποια χρόνια στην Γαλλία.

Θα ήθελα να εκλεγώ
για να μπορέσω να πάω σε αυτές τις βρωμερές γαλλικές φυλακές για να «κάνω φασαρία’
ενάντια τον λευκό θάνατο της απομόνωσης,
στη Napoli για να προτείνω στους νέους να καταλάβουν εκείνο που μπορούν και να μπλοκάρουν τους δρόμους
για να διεκδικήσουν εγγυημένο εισόδημα, αντί
να αναγκάζονται να καταταγούν στην
camorra για να το αποκτούν, μπροστά στα εργοστάσια
του θανάτου για να προτείνω
στους εργάτες να αγωνιστούν συγχρόνως για το κλείσιμο αυτών και για το εγγυημένο εισόδημα,                                                                                                                                                  στην Λισαβόνα και στην Rebibbia για να συζητήσω με τον
Otelo και με τον Renato γι αυτά που πρέπει να γίνουν
σχετικά με την μάχη για την αμνηστία…                                                                                        Θα χρειάζονταν το μεγάφωνο,
o πολλαπλασιαστής, τα φόρουμ
που μια εκλογική εκστρατεία σου προσφέρει,
και τα μέσα που μια πιθανή εκλογή σου διαθέτει.

Είχα αποφασίσει να ελαχιστοποιήσω στο μέγιστο
τους κινδύνους να γίνω πραγματικά (κοινωνικά και
πολιτιστικά) ένας «βουλευτής-deputato». Για παράδειγμα
ανατρέχοντας σε μια όχι νέα διορθωτική κίνηση όπως η «εναλλαγή-rotazione». Είχα σκεφτεί να παρουσιαστώ in tiket με ένα σύντροφο
που έχει μια εμβληματική ιστορία. Ονομάζεται Giovanni Stefan, πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην Lotta Continua, σαν φοιτητής, σαν νεαρός εργάτης.
Κατηγορήθηκε για ένα σύντομο πέρασμα στην Prima
Linea, διέφυγε εγκαίρως. Η τανάλια μεταξύ των κατηγοριών ενός                         «μετανιωμένου» και οι επιβεβαιώσεις
«καθαρές» («μιλώ για μένα, δεν κάνω ονόματα άλλων, δεν επιβεβαιώνω ούτε διαψεύδω») δυο ‘διαχωρισμένων που ομολόγησαν», του χάρισαν
τα ισόβια για τον θάνατο του ηγετικού φασιστικού στελέχους Pedenovi.
Στη διάρκεια της ‘φυγής του δίχως τέλος’ γνώρισε την τραγωδία, υπήρξε ο μοναδικός επιζών ενός φονικού ατυχήματος, χρειάστηκε να ‘χωνέψει’
τον θάνατο αδελφών και αλληλέγγυων γυναικών και ανδρών που τον συνόδευαν διαμέσου ενός συνόρου, υπέστη σοβαρό τραυματισμό που του άφησε σοβαρά σωματικά τραύματα, διέσχισε το καθαρτήριο μιας φυλάκισης
«περιμένοντας την έκδοση’… Θα μπορούσε να ‘εναλλάσσεται’ μαζί μου, εάν συμφωνούσε να είναι υποψήφιος, και εκλέγονταν.

Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Μα πάνω απ’ όλα, Carlo, για εμένα αυτό το πράγμα
των εκλογών ήδη έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, τώρα με έχει κατακτήσει πολύ περισσότερο αυτή η τελική μάχη γύρω από την αναγκαιότητα μιας ιστορικής ανάληψης συνυπευθυνότητας, πολιτικής και ηθικής συλλογικής από πλευράς της «γενιάς» μας, για όλα αυτά που συνέβησαν από αυτή την πλευρά του οδοφράγματος στην διάρκεια των ‘αξέχαστων χρόνων ’70’.

Εδώ που βρισκόμαστε, θέλουμε να πάμε μέχρι τέλους. Προτείνουμε να λάβουμε την συλλογική απόφαση να προχωρήσουμε σε μια πράξη αναπόφευκτα ατομική πολιτικής ανυπακοής, να παρουσιάσουμε αυτο-καταγγελίες με όλους τους κανόνες,
«σε καλή και δέουσα μορφή», για τα αδικήματα τα σχετικά με τα άρθρα 284 και 286 του οινικού Κώδικα: «εξέγερση» και
«εμφύλιος πόλεμος».

Ας δούμε εάν αυτό τουλάχιστον
θα χρησιμεύσει για να διασπάσει τον τοίχo
της αναγκαστικής αφαίρεσης της ιστορικής μνήμης,  πλαστογράφησης και πνευματικής omertà, να σπάσουμε τον μηχανισμό
αυτής της πραγματικής ελευθεριοκτόνας συνωμοσίας, που η ‘βδέλλα»,
η πνευματική μαφία της μεγάλης και μικρής αριστεράς, παλιάς και  «νέας», έχει υφάνει.
Ας δούμε εάν θα χρησιμεύσει ‘να βάλουμε το πόδι μας για να εμποδίσουμε το κλείσιμο της πόρτας που βλέπει σε μιαν ελπίδα ελευθερίας, πριν αυτή κλείσει για πάντα’...

Όπως βλέπεις, Carlo, μπροστά σε αυτό το
enjeu, διακύβευμα, πλέον έχω σχεδόν ξεχάσει τις εκλογές.
Εάν βέβαια στη συνέχεια θα μπορέσουμε να κάνουμε κι αυτές,
ακόμη καλύτερα…

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

Αλήθεια είναι πως, κατά κάποιον τρόπο, με φοβούνται. Διότι αποφάσισα να είμαι διατεθειμένος να τα παίξω όλα για όλα,
συνεπώς μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να μην είμαι ‘προσεκτικός», επιτέλους να είμαι
«ασύνετος’… Σαν να ακούω τις φωνές
της κοροϊδίας -«μεγαλομανία», «ρητορική»,
‘ντελίριο». Δεν φαντάζεσαι, Carlo, πως είναι υπέροχα ευχάριστο
να μην σε νοιάζει όλο αυτό: είναι σαν ένα ‘άλμα προς την ελευθερία‘…
Μέσα σε αυτή την ίδια στιγμή έληξε
‘η φυγή μου δίχως τέλος’. Η αγωνία της αστυνομίας
που χτυπά στις έξι το πρωί, ή που πέφτει επάνω σου
σαν μια αγέλη σκυλιών,
εμφανιζόμενη από το πουθενά, όταν βρίσκεσαι στον δρόμο
για να αγοράσεις την εφημερίδα… Εάν με το τέλος όλων αυτών
με συλλάβουν, με απελάσουν, με εκδώσουν, ακόμη καλύτερα: ή καταλήγω σε κατ’ οίκον περιορισμό όπως ο Sofri και οι άλλοι,
ή μετατρέπουν τον χρόνο της κράτησης μου
σε μια άγρια παγίδα, σε μια βόμβα αργής ανάφλεξης. Θα μου φθάσει να υπάρχω στην φυλακή, για να δείξω πως ‘ο Βασιλιάς είναι γυμνός»,
για να παρασύρω όλες τις όμορφες ψυχές
της μεγάλης αφαίρεσης και της μεγάλης, ελευθεριοκτόνου
ψευτιάς, στην ντροπή του να πρέπει να είναι συνεργοί
αυτής της προφανούς αδικίας:
O Sofri στην lmpruneta, εγώ σε μια «Ειδική».
Μια αδικία που ήδη υπάρχει, εξάλλου: μόνο
που ο κόσμος είναι τόσο χειραγωγημένος και
διεφθαρμένος, που ούτε καν του έρχεται στο νου
ή σύγκριση ανάμεσα στον Sofri και έναν από τους τόσους
Nicola Abbatangelo. Ενώ από εμένα, κατά
βάθος, δεν μπορούν να απελευθερωθούν: λόγω
μιας κάποιας ασάφειας, [διφορούμενης κατάστασης], αν μη τι άλλο τροφοδοτούμενης από τα
‘μέσα’, εγώ είμαι και λιγάκι, κατά κάποιον τρόπο, «ένας από αυτούς», ενώ οι Nicola είναι το άλλο. Μεταξύ εμού και των πολλών Nicola και των πολλών
Mariapia, υπάρχει τέλος πάντων η διαφορά πως,
στα μάτια του ρατσιστή, τρέχει μεταξύ του εβραίου και του
«νέγρου». Όπως υπογράμμιζε o Marek Halter
σε μια προσπάθεια να επεξηγήσει την έννοια της κουλτούρας της «τελικής λύσης», ο λευκός ρατσιστής
έχει εμμονή με τον εβραίο διότι
δεν μπορεί να ξεχωρίσει από αυτόν,  δεν μπορεί να τον απορρίψει ως εμφανώς διαφορετικό, συνεπώς του αποκαλύπτεται
πιο λεπτεπίλεπτα αφόρητος και ανησυχητικός: λόγος για τον οποίον, για να ελευθερωθεί από αυτό τον διαφορετικό υπερβολικά όμοιο δεν χρειάζεται, δεν φθάνει να τον κλείσει σε ένα ‘bantustan’,
πρέπει να τον εξολοθρεύσει.
Εάν είναι έτσι, ας χρησιμοποιήσουμε κι αυτό!

PIERROT LE FOU?

Δεν ξέρω αν μπορείς να φανταστείς, Carlo, την
κατάσταση χάριτος, στην οποίαν φτάνεις όταν
είσαι βαθιά πεπεισμένος πως δεν έχεις τίποτα να χάσεις, ή
όταν είσαι διατεθειμένος να χάσεις τα πάντα…
Εδώ και κάποια εβδομάδα, όπως σου έλεγα, για μένα
τέλειωσε ο φόβος, o εφιάλτης της φυλακής.
Εάν θα επιστρέψω εκεί, αυτή την φορά δεν θα βυθιστώ
σε αρρωστημένη κατάσταση, γιατί
κάθε μέρα μου στην φυλακή θα έχει ένα νόημα.
Στους συντρόφους, στους φίλους, στην Lucia που ανησυχούν, λέω πως εάν με στείλουν στην φυλακή μου κάνουν χάρη, και μπαίνουν
στην ομάδα των «μεγάλων ψηφοφόρων» μου, μαζί
με την μικρή ομάδα των 16 τωρινών φίλων. Μα δεν είναι βέβαιο πως είναι έτσι, η
γάγγραινα μπορεί να πάει παραπέρα, η
ψευτο-συνείδηση του συστήματος – και της
αριστεράς – μπορεί να έγινε ικανή να χωνέψει και να αγνοήσει και αυτό.
Mα δεν είναι αυτό το θέμα μας: μακροπρόθεσμα, η
ωρολογιακή βόμβα μου θα εκραγεί. Εάν στη συνέχεια δεν γίνει έτσι, αυτό θα σήμαινε         πως η δύναμη
της «πραγματικής υπαγωγής» έχει ήδη παράξει
μια τέτοια ανθρωπολογική μεταλλαγή, ώστε να βρισκόμαστε ήδη ολοκληρωτικά μέσα σε έναν καφκικό ή οργουελικό εφιάλτη. Σε αυτή
την περίπτωση, εάν η ελευθερία δεν
έχει αξία κάποιος να την ζει, θα μπορούσα κάλλιστα
να μείνω στην φυλακή…

ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Να είναι ξεκάθαρο: εγώ θέλω να κάνω μια πολιτική μάχη, όχι την ακραία μάχη του βουδιστή μοναχού που βάζει φωτιά στον εαυτό του. Γι αυτό
θα προτείνουμε να οργανώσουμε πολιτικά 
αυτή την εκστρατεία, θα ζητήσουμε να μας στείλετε
επιστολές δέσμευσης και εάν και όταν θα έχουμε                                                                       (δεν ξέρω) χίλιες, θα αποφασίσουμε να προχωρήσουμε στην παρουσίαση των καταγγελιών στην Εισαγγελία.
Θέλω όμως και να προειδοποιήσω (και όχι για να εκβιάσω), πως και εάν ούτε αυτό λειτουργήσει, εγώ πιστεύω πως θα αποφασίσω (θα περάσει αυτή η στιγμή σολιψισμού, κάποιες φορές μπορούμε να επανεκκινήσουμε μοναχά από την δική μας μοναδικότητα] να πάω να παρουσιάσω την δική μου αυτοκαταγγελία στον Γενικό Εισαγγελέα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, στη Ρώμη.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΕΚΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ

Ελπίζω να μην υπάρχουν πτωχοί τω πνεύματι
που να επιτρέψουν στους εαυτούς τους να δουν σε αυτό μια πράξη υποβολής, παράδοσης, αναγνώρισης νομιμοποίησης στη νομιμότητα. Ο
χαρακτήρας πρόκλησης –
κι αν ακόμη μοιάζει χαμένη απ’ το ξεκίνημα – θα μπορούσε να είναι ξεκάθαρος ακόμη και στα πιο μανιακά υποκείμενα.
Εμείς (μα εάν δεν καταφέρουμε να ενσωματώσουμε αυτούς τους »εμείς» είμαι διατεθειμένος να πω »εγώ]
πρέπει να ασκήσουμε ένα δικό μας ιερό και απαραβίαστο δικαίωμα αντίστασης.

Όπως μας δίδαξαν οι Ιησουίτες Πατέρες
το δικαίωμα αντίστασης νομιμοποιεί μέχρι την τυραννοκτονία. Αλλά μιας και στην περίπτωση μας, εδώ και τώρα, στα μέρη μας, »στην φάση της πραγματικής κυριαρχίας», ο τύραννος έχει καταστεί ανώνυμος, αφηρημένος, με χίλια μάτια, φτιαγμένος από μέρη εναλλάξιμα, μπορούμε μοναχά να κάνουμε έκκληση σε μια διαφορετική μορφή αγώνα συλλογικού, μπαίνοντας στο παιχνίδι, εάν χρειαστεί, ξεκινώντας από δέκα, δυο τρεις, ένας…

Διάλεξα σαν εμβλήματα το ταρώ του τρελού, το εξώφυλλο
του Ηλίθιου του Dostojewskij, τον ιππότη του Ronzinante: οι δύσπιστοι σκεπτικιστές
σε υπηρεσία εξαιρούνται λοιπόν απ’ το να ξοδέψουν την ανάσα τους, περιφρόνηση και κοροϊδία για να ρίξουν πόρτες ανοικτές.
Και όποιος θα ζήσει, θα δει. Όπως λέει ο Nickolson
στη »Φωλιά του κούκου», πάντα θα μπορώ να λέω:
»να πάτε να γαμηθείτε, τουλάχιστον προσπάθησα».
Τέλειωσα. Ξέρω πως και οι πιο κοντινοί φίλοι μου θα είναι, στο ξεκίνημα, μπερδεμένοι και αναστατωμένοι.
Αλλά, όπως ο πατέρας σου, ανήκω στην ράτσα
εκείνων που αγαπούν να στοιχηματίζουν
στο αντίθετο ρεύμα. Όπως ο Giangiacomo
άρχισε να κάνει στα δεκαέξι του, όταν
εγκατέλειψε για πρώτη φορά την Ιθάκη του για να πάει με τους αντάρτες. Λέγοντας στους ενήλικες συντρόφους – όπως στο τραγούδι –
«εάν μας μένει ακόμη κόσμος, είμαι έτοιμος, που πάμε;»
Ciao, Carlo
Παρίσι, 20 σεπτεμβρίου 1988 Oreste Scalzone

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος δεύτερο

RENATO

Σκέφτομαι, τώρα, πόσο πολύ ήθελε να ανοίξει μια θεωρητική κουβέντα   γύρω από αυτά τα ζητήματα. Εν τω μεταξύ έχω την εντύπωση
πως έβλεπε – ή τουλάχιστον
προσπαθούσε να δει – »όλους» (θέλω να πω, ακόμη και όλους εκείνους που μετά τον είχαν απαρνηθεί, όπως τον
San Pietro). Θυμάμαι πως μου έλεγε συχνά
με μια μίξη συμπάθειας τρυφερότητας και ‘ζήλιας’ (ή καλύτερα, με ένα
πνεύμα ανταγωνισμού) «πρέπει να δω τον Renato,
να μιλήσουμε για την δημιουργία του μετώπου…»

2018-12-10 12.23.30

Και μετά είχε ένα αληθινό παιδαγωγικό πάθος. Εκείνα τα χρόνια δημοσιεύσει,
έμμεσα,  την
»ένοπλη εξέγερση» του Neuberg (‘ψευδώνυμο’ μιας ομάδας εργασίας της Τρίτης Διεθνούς που συντόνιζαν οι Togliatti
και
Ho-Chi-Minh). Και μετά την συλλογή «Lenin σχετικά με τον παρτιζάνικο πόλεμο», το εγχειρίδιο «Die Total Krieg», που είχε προετοιμαστεί από τον ελβετικό στρατό για ένα πιθανό σενάριο αντικομουνιστικού ανταρτοπόλεμου, «Guerriglia e guerra
rivoluzionaria – Ανταρτοπόλεμος και επαναστατικός πόλεμος» (αφιερωμένο – σε επιβεβαίωση του γεγονότος πως ο
Feltrinelli δεν υπήρξε ποτέ σταλινικός-«στον Στρατάρχη Mihail
Tukacewskj, ήρωα και ιδιοφυία του Κόκκινου
Στρατού που τουφεκίστηκε στη διάρκεια των »εκκαθαρίσεων»
του Στάλιν»). Και στη συνέχεια πολλά άλλα κείμενα που τώρα δεν θυμάμαι. Από την άλλη, ήδη πριν από το πέρασμα του στην παρανομία και την δράση,
είχε εκδώσει τα »Ημερολόγια του Τσε»
και ακόμη πολυάριθμο υλικό, ‘προσανατολισμένο’ έντονα
Με λίγα λόγια – αντίθετα με αυτό που υποστηρίζει
αυτός που θέλει να τον ακρωτηριάσει, να τον μικρύνει δηλαδή και να τον μειώσει,
να απλοποιήσει την ταυτότητα και την μνήμη του – ο
πατέρας σου, Carlo, ήταν ένας πολύπλοκος άνθρωπος
και πολύμορφος
πολυσχιδής. Που σίγουρα «πάντα περιφρονούσε
να αποκρύπτει τις αληθινές του προθέσεις,
και κήρυττε την αναγκαιότητα της βίαιης ανατροπής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης…»

ΠΡΟΣ ΤΙΣ SEGRATE

Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, έμεινε
πικραμένος και απογοητευμένος, ευνουχισμένος. Χωρίσαμε
με αυτό το πέπλο της θλίψης. Για πολύ
καιρό ένιωθα τύψεις.
Στις 11 μαρτίου υπήρξαν συγκρούσεις, σκληρές. Εμείς,
μετά την πρώτη επίθεση της αστυνομίας, διασκορπιστήκαμε
και  ‘μεταφέραμε τη φωτιά’ στην
μητρόπολη. Επιτεθήκαμε με χτυπήματα
cocktail-molotov την έδρα της εφημερίδας Corriere στην via
Solferino, και ρίξαμε κάτω τις τζαμαρίες και πυρπολήσαμε μια σειρά από υποκαταστήματα Renault (τη γαλλική Régie
όπου, λίγες ημέρες νωρίτερα, ένας φύλακας της Billancourt, Joseph Tramoni,
είχε σκοτώσει εν ψυχρώ ένα νεαρό αγωνιστή της Προλεταριακής Αριστεράς- Gauche
Prolétarienne, τον Pierre Overney. Λίγο χρόνο αργότερα ο Tramoni, που βγήκε μετά από μια πολύ σύντομη παραμονή στη φυλακή,
»εκτελέστηκε» από τους Noyaux armés pour
l’ autonomie prolétarienne- ένοπλους Πυρήνες για την προλεταριακή αυτονομία, στο Παρίσι).

ΖΩΗ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ

Η αστυνομία χτύπησε στα τυφλά, κάνοντας ένα νεκρό – τον ηλικιωμένο περαστικό Giuseppe Tavecchio, που σκοτώθηκε από ένα δακρυγόνο
που ρίχτηκε ως συνήθως σε ευθεία βολή
σε ύψος ανθρώπου, που τον χτύπησε καταπρόσωπο.
Ποιος ξέρει εάν ο Osvaldo ήταν στη διαδήλωση, ή τουλάχιστον στην περιοχή.
Φαντάζομαι όμως τι μπορεί να είχε σκεφτεί. Πιστεύω πως κατάλαβε ότι έπρεπε να αποφασίσει πυρετωδώς κάτι να κάνει, και σκέφτηκε το black-out του Milano
σαν αντίποινα, σίγουρος πως χρειάζονταν
μια δράση ηχηρή για να
«αποφευχθεί η αποθάρρυνση του κινήματος». Έτσι πρέπει να ήταν,                                μέσα σε αυτό το πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα, υπό την
ώθηση ενός δυνατού συστατικού,                                                                                              όπως θα έλεγε ο Sartre, αγανάκτησης,                                                                                                που η επιχείρηση black-out προετοιμάστηκε τόσο άσχημα, και τέλειωσε όπως τέλειωσε, με εκείνο τον φρικτό θάνατο
σε εκείνο τον καταραμένο πυλώνα της
Segrate εξ αιτίας ενός λάθους που σε κάνει να σκέφτεσαι
μια τραγική ειρωνεία της μοίρας.

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ SEGRATE

Ο Osvaldo πίστευε πως όλα τα στρατιωτικά εργαλεία
θα έπρεπε να είναι «χειροποίητα-αυτοσχέδια»: όχι λόγω
της ιδεολογίας της ‘φτώχειας’, που θα ήταν έτσι κι αλλιώς
κατανοητή σε έναν σαν κι αυτόν, ‘αποστάτη
της μπουρζουαζίας’, όσο λόγω μιας θεώρησης »στρατηγικής»,                                                 εξ αιτίας της αναγκαιότητας αναπαραγωγής σε πλατιά σκάλα
των μέσων δράσης και των επιχειρησιακών τεχνικών  (πράγμα που δείχνει την »λαϊκή» αντίληψη του, »μαζική» ουσιαστικά, για τις μορφές του ‘ταξικού αγώνα’).
Πιστός στις αρχές του και στις επιλογές του,
ο Osvaldo προετοίμασε από μόνος του τα timers, προσαρμόζοντας ρολόγια. Ίσως πάνω στην βιασύνη, μέσα στην
διέγερση, έκανε λάθος, και έβγαλε τον δείκτη των ωρών
αντί εκείνο των λεπτών, αφήνοντας αυτό τον τελευταίο για την επαφή.
Να λοιπόν το γιατί αυτού του φρικτού μπανάλ λάθους, τα εκρηκτικά έσκασαν μετά, ας πούμε 15 λεπτά, αντί μετά από τρεις ώρες. Έτσι έγινε.

Ο ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Όμως η κακιά συνείδηση της
πνευματικής και πολιτικής τάξης της αριστεράς
δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να αποδεχτεί
αυτή την γυμνή αλήθεια. Πολλούς κινδύνους θα είχαν διατρέξει,
που δεν ήθελαν να αγγίξουν ούτε εκ του μακρόθεν, και μετά
οι καλύτεροι, οι λιγότερο ‘ψόφιες ψυχές'(σκέφτομαι για παράδειγμα
τον φτωχό Giulio Maccacaro)
υπερβολικά πολλές ανησυχίες, αντιθέσεις
και ρήξεις θα έπρεπε να ζήσουν, μπροστά
στην θαυμάσια πρόκληση εκείνης της συνέπειας ανάμεσα στον λόγο και την πρακτική, μεταξύ των ονείρων και των επιλογών, ανάμεσα στις διατυπώσεις και την ζωή.
Έτσι – με ένα πάντρεμα μεταξύ αποδόμησης, απόρριψης, αποσιώπησης, μυωπίας, κυνισμού πολιτικάντικου, περιστασιακής σχέσης,
σταλινικής και μπουρζουάδικης, που ξοδεύτηκε με την
αλήθεια – στον πατέρα σου, Carlo, στέρησαν την
αναγνώριση και την απόδοση στη μνήμη
των λόγων που τον κίνησαν, του νοήματος ενός κομματιού της
ζωής του και του ίδιου του θανάτου του. Στον Giangiacomo Feltrinelli στέρησαν την ταφή του. Υπήρχε ανάγκη μιας Αντιγόνης
ικανής να φέρει μέχρι τέλους την λογική της pietas, του χρέους ενάντια σε εκείνη της εξουσίας, της διεκδίκησης των θεμελίων του δικαιώματος ενάντια στον θρίαμβο της νομιμότητας. Εμείς προσπαθήσαμε, αλλά η φωνή μας
πνίγηκε από έναν χορό αλαζονικό και χυδαίο. Και όλα
ξαναμπήκαν μέσα στην υποκρισία του Κανόνα

2018-12-10 12.24.04

ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ
VARSOVIENNE

Η τελετή της κηδείας στο Κοιμητήριο
Monumentale του Milano, εκείνη την θλιβερή και ηλιόλουστη μέρα,  υπήρξε η ολοκλήρωση μιας προδοσίας
που θα είχε βαρύνει ‘a futura
memoria’, επάνω στη ζωή και την μοίρα των κινημάτων των χρόνων που έρχονταν.
Εκείνη η τελετή ήταν, για να το πω σωστά,
ανίερη. Ήταν μια προδοσία τα λευκά λουλούδια του
Oberhof επάνω στο φέρετρο, που εμείς κοκκινήσαμε
με τις σημαίες του Potere Operaio
που είχαμε καταφέρει να μπάσουμε στο κοιμητήριο, καντρίλιες της αστυνομίας όπως σε μια σκηνή
της Μαδρίτης του Rossif.
τις είχαμε κρύψει κάτω από μπουφάν και μπλούζες.
Κοκκινήσαμε εκείνο το λευκό με μια ιδέα απλή και θεατρική: όταν περνούσαμε ακολουθώντας την ινδιάνικη γραμμή,
δίπλα απ’ το κενοτάφιο, τραβούσαμε απ’ τα μανίκια του παλτό τα κόκκινα βραχιόλια που φέραμε σε ένδειξη πένθους, και τα πετούσαμε, σαν να ήταν λουλούδια, επάνω σε εκείνα τα κλαδάκια με λευκά λουλούδια του
Oberhof …
Θυμάμαι τους Franco, Marione. Emilio. Livia.
Toni, Paola, Serqio. Lucia. Maiiolino.
Alberto, Marisa, Giaiio, Cecéo, Roberto.
Chiara, Grazia, Claudia, Adriana, Nanni…
Ενώ, στην πόρτα στο παρεκκλήσι της οικογένειας, έβγαζαν λόγο οι επίσημοι ομιλητές
(θυμάμαι τους Maria Antonietta Macciocchi.
Régis Débray, Klaus Wagenbach), εγώ, με ανέβασαν στις πλάτες τους κάποιοι σύντροφοι, φώναξα: «ο σύντροφος Feltrinetti δεν είναι ένα θύμα, μα ένας κομουνιστής που διάλεξε να προδώσει την τάξη των αφεντικών για να γίνει ένας μαχητής του απελευθερωτικού κοινωνικού πολέμου.»
Εκεί Carlo, γύρω από το φέρετρο του πατέρα σου, καταναλώνονταν εκείνη η ρήξη που όλο και περισσότερο θα μας είχε κάνει να αποκλίνουμε από τις μελλούμενες «νεο-κοινοβουλευτικές’ τύχες του μεγαλύτερου μέρους του
‘gauchisme’, της αριστεράς. Εμείς πηγαίναμε προς την δική μας μοίρα, εκείνοι ξεκίνησαν εκεί την δική τους ‘μετατόπιση’ που θα τους είχε μεταφέρει να εισέλθουν στις μύτες των ποδιών τους στους προθαλάμους της εξουσίας

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΟΟ. στη χώρα του ποτέ…ή 13

θλίψη, πινκ φλόιντ

Ας γυρίσουμε πίσω τις σελίδες μας, εκεί που μιλούσαμε για την εποχή των πλατειών :
Προς στιγμήν ενθουσιάστηκα.
Παρασύρθηκα.
Πίστεψα ξανά στην επανάσταση,
τότε που τον κόσμο τον έδιωχναν οι δυνάμεις καταστολής από τον δημόσιο κατειλημμένο χώρο δέρνοντας και δηλητηριάζοντας αλύπητα. Και οι άνθρωποι ξαναγύριζαν με ένα πείσμα πρωτόγνωρο.
Πίστεψα ναι! πως η εξέγερση πραγματοποιούνταν, πως η επανάσταση ήταν κοντά. Η φάση μου έμοιασε προ επαναστατική.
Πιο ώριμες συνθήκες από αυτές πώς πρέπει να είναι δηλαδή;

Τελικά αποδείχθηκε πως ήταν περισσότερο προσδοκία, παρά πίστη ή βεβαιότητα.

Οκτώβριος, 2011

ΑΠΌ ΤΗΝ ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΣΧΟΛΉ ΠΡΟΈΡΧΟΜΑΙ, τι άλλο χρειάζεται για να αντιληφθεί ο δούλος πως είναι τέτοιος; Τι άλλο πρέπει να του κάνουν ακόμη του ραγιά για να καταλάβει πως τέτοιος κατάντησε;
Όχι μόνο στην Ελλάδα, παγκοσμίως, αυτοί που δημιούργησαν το χάος.
Να το πω αλλιώς
αυτοί που διαχειρίζονται την κατάσταση,
αυτοί με τους οποίους φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, αυτοί οι ίδιοι παρουσιάστηκαν σαν σωτήρες και διορθωτές και επικροτήθηκαν!
Πολλοί επικροτούν, άλλοι επιδοκιμάζουν, τους ξαναδίνουν το τιμόνι, τα ηνία
ΓΙΑΤΊ ΧΡΕΙΆΖΟΝΤΑΙ ΗΝΊΑ.
ΚΑΛΆ ΝΑ ΠΆΘΟΥΝ!
Οι υπόλοιποι σιωπούν. Καλά να πάθουν κι αυτοί.
Εμείς οι υπόλοιποι όμως τι φταίμε;
Αλλά μια ζωή έτσι δεν είναι
Το έχουν μάθει καλά το μάθημά τους οι κεφαλαιοκράτες. Παραμυθιάζουν τον κόσμο με κουτόχορτο. Το αυτονόητο -τις ανάγκες- το τύλιξαν στη διαπλοκή με ένα δαιδαλώδες σύστημα ‘εξυπηρετήσεων’ και παίρνουν ‘την πλέμπα’ με το μέρος τους!
Και όλος αυτός ο κόσμος, η μάζα, δεν θέλει να ενηλικιωθεί.
Που θα πάει; δεν μπορεί να γίνεται αιώνια αυτό! το θεωρώ αδύνατο.
Αντλώ ελπίδα.

We’ re an american band, Grand Funk.

Είμαι σπίτι, με τους πολύ δικούς μου.
Χαμογελώ στον κόσμο, όχι στους φασίστες και τους ρατσιστές παντός τύπου.
Και περιμένω.
Δεν μου αρέσουν τα πολλά -πολλά και οι μεγάλες συναναστροφές πλέον, δεν αντέχω πολύ ώρα, είμαι αλλού!
Η γλώσσα του σώματος, τα βλέμματα, μια ξέμπαρκη κουβέντα, και δρόμο
δεν έχουμε πολλά κοινά, μεγάλωσα, οι δρόμοι που περπάτησα είναι το διαβατήριό μου. Δεν χρειάζομαι επιβεβαιώσεις.
Οι νέοι θα περπατήσουν τους δικούς τους, από εκεί θα βγει το καινούργιο.
Θα το δούμε και θα είμαστε μαζί τους.
Δεν είμαστε δάσκαλοι και καθηγητές, την ανατροπή περιμένουμε.
Άλλαξαν οι καιροί, τα χνώτα μας μυρίζουν αλλιώς, κακά τα ψέμματα.

Μη περιμένετε Αλέξανδρους να κόψουν τον γόρδιο δεσμό. Μπορεί και να υπάρχουν, να υπάρξουν, δεν αμφιβάλλω.
Συλλογικό πνεύμα χρειάζεται, συνεργασία
αυτή θα φτιάξουν οι νέοι, μόνοι τους
αν δεν λαθέψουν δεν θα μάθουν.
Δεν θα καθόμαστε εμείς να διορθώνουμε
τι να διορθώσουμε στο κάτω-κάτω ;
Επαναλαμβάνω, άλλο τότε άλλο τώρα
Ερώτηση κάνω! απάντηση δεν έχω,
το μόνο σίγουρο είναι πως όσο υπάρχουν καταπιεστές θα υπάρχουν καταπιεσμένοι!
Θα πειραματιστούν τα παιδιά, θα διασχίσουν μονοπάτια, θ’ ανοίξουν δρόμους.
Θα βρούνε την άκρη!
κι εμείς από κοντά!
Δεν περιμένει από την γενιά μου η ιστορία ν’ ανοίξει την οδό, οι νέοι θα το κάνουν.
Περιμένουμε!
Σίγουρα έχουμε γίνει σοφότεροι εμείς οι παλιότεροι, λέει ένας σύντροφος, ο αγαπημένος μου Σαλβατόρε
γίναμε ;

Mama Africa, Peter Tosh.

Λέω λοιπόν πως θ’ αντέξω με ότι αυτό συνεπάγεται. Δεν θα τους αφήσω να με πεθάνουν, ούτε να με ‘εξαφανίσουν’ ψυχικά, ούτε να με εξοντώσουν.
Έχουμε καθήκον και υποχρέωση ν’ αντέξουμε. Να είμαστε καρφιά στο κορμί τους, αγκάθια στα μάτια τους. Να μας βλέπουν και να γυρίζει το στομάχι τους, εμπόδιο στα σχέδια τους.
Όπως μπορεί και αντέχει ο καθένας.
Λεφτά θέλουν ; Δεν τους τα δίνουμε.
Αργούμε.
Με το σταγονόμετρο.
Να μπλοκάρουμε τον μηχανισμό τους.
Να πέσουν στο γκρεμό που χτίσανε για μας!
Γίνετε! Γίνεται!
Όλοι μας πρέπει όμως! οι περισσότεροι τουλάχιστον!
Αλλιώς είμαστε άξιοι της τύχης μας.
Μας αγοράζουν, μας εξαγοράζουν για δυο πιάτα φακή. Φτάνει πια!
Εξαγόρασαν πρώτα όλους τους ‘αριστερούς’ για να μας κάνουν ευκολότερα πιόνια, εμπορεύματα που πωλούν με άνεση στο πανηγύρι των ‘αγορών’.
Φτάνει ρε γαμώτο!
Για την αξιοπρέπεια ρε γαμώτο!

 

Χαλίλ Γκιμπράν,  Ο Τρελός, εκδόσεις Ιάμβλιχος.

Hurdy Gurdy man, Donovan.

Θα γίνουμε σαν τους χαμαιλέοντες, ξέρουν να προσαρμόζονται παντού, αλλάζουν το χρώμα στο δέρμα τους και δεν μπορείς να τους ξεχωρίσεις μέσα στο περιβάλλον. Έτσι συμβαίνει και μ’ εμάς. Περάσαμε καλά τα χρόνια τα ανέμελα, θα αντέξουμε και τώρα που τα πράγματα δυσκόλεψαν. Γιατί ο επαναστατημένος άνθρωπος δεν κοιτάζει μόνο την πάρτη του, θέλει το καλό όλων και γι αυτό πασχίζει.Και στέκεται αλληλέγγυος ενάντια στον κοινωνικό κανιβαλισμό.
Μούλεγε μια κοπελιά πως σήμερα πρωί είδε στο δρόμο νεαρή, έγκυο γυναίκα, να ζητιανεύει.
‘Δεν είχα Μιχάλη ένα ευρώ να της δώσω και με έπιασε το παράπονο. Τόσο για την δική μου κατάσταση, πάλι καλύτερη μιας και το φαί στο σπίτι δεν έλειπε, αλλά κυρίως για την δική της. Γιατί να υπάρχει άνθρωπος αβοήθητος στην κοινωνία Μιχάλη;’ μου είπε με δάκρυα στα μάτια το κορίτσι!
Αυτοί είμαστε,
είμαστε άνθρωποι και θα παραμείνουμε και τώρα χαμογελαστοί και δακρυσμένοι την ίδια ώρα, μέχρι την τελική νίκη!

Sound of silence, Simon and Garfunkel.

Σας αγαπώ, αν ξέρω ν’ αγαπώ!
Μιχάλης

de Andre

Για υστερόγραφο θα τραγουδήσουμε τους στοίχους που σημάδεψαν τη δική μου την γενιά
τότε που στη ζούγκλα της μάχης ο Δαυίδ ταπείνωνε τον Γολιάθ :

1966 Βιετνάμ γιέ-γιέ Διονύσης Σαββόπουλος

Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι
πυρπόλησαν το ρύζι
Στη Σαϊγκόν δεν μπόραες να ζήσεις
δε σου ‘φτανε ο αέρας για να ζήσεις.
Τώρα, κρυμμένος στο ποτάμι, ανασαίνεις
Φο Μι τσιν, ανασαίνεις
με καλάμι.
Γιέ γιέ γιέ γιέ……
Ο καιρός θα ‘ταν όμορφος στο δάσος
θα ‘ταν όμορφος στο δάσος
αν δεν κουφαίνονταν τα φύλλα απ’ τον κρότο,
αν δεν πάγωνε ο ήλιος απ’ τον κρότο.
Τα παιδιά αν δεν τρώγανε σκουπίδια.
Τα αεροπλάνα αν δεν καίγανε καλύβια.
Γιέ γιέ γιέ γιέ……..
Φο Μι Τσιν, τι θα ‘κανες αλήθεια
τι θα ‘κανες αλήθεια,
τα παιδιά αν δεν τρώγανε σκουπίδια,
τα αεροπλάνα αν δεν καίγανε καλύβια;
Α! το κορίτσι σου θα ‘παιρνες για βόλτα
χέρι, χέρι
στο δάσος για βολτίτσα χέρι χέρι
Γιέ γιέ γιέ γιέ………

πόσο απλή είναι κατά βάθος η ζωή!

Αποκάλυψη τώρα

Σήμερα οι πόλεμοι είναι οικονομικοί, εδώ στη ‘Δύση’ τουλάχιστον δεν χρειάζονται αεροπλάνα και ναπάλμ, αυτά και τα άλλα ‘έξυπνα’ όπλα τα κρατούν για τους ‘υποανάπτυκτους’ ή τους υπό ‘ανάπτυξη’ λαούς.
Εδώ σκοτώνουν πλέον εκατομμύρια με όπλα πιο ‘έξυπνα’ : τα οικονομικά μέτρα
ειδικά σε περιόδους κρίσης και υπέρ συσσώρρευσης που οι κεφαλαιοκράτες πρέπει να καταστρέψουν κεφάλαιο
οι αγορές εξοντώνουν ανθρώπους και υποδομές με τα ‘μέτρα’
Κεντρικές Τράπεζες, διεθνή Φάντς, ΔΝΤ υποδεικνύουν τους ‘στόχους’ και οι κυβερνήσεις εκτελούν δίχως ντροπή και δισταγμό
άγχος, ανεργία, ανασφάλεια, κατάθλιψη, αρρώστιες, αυτοκτονίες, ανησυχία
διεσπαρμένα όλα τούτο μέσα στα πιο ευαίσθητα και ευπαθή κομμάτια του κοινωνικού ιστού
εκτελούν εν ψυχρώ
βόμβες πυρηνικής ισχύος που εξολοθρεύουν ότι παραπανίσιο για τις ανάγκες των κεφαλαιοκρατών.

‘Athens Thessaloniki’, Literal X κ.C.U.B.A. Cabbal.

Ανταπαντούν τώρα πια και οι χάκερς, αυτοί οι μοντέρνοι αντάρτες, οι οποίοι με κινήσεις συνδυασμένες εκτελούν σαμποτάζ εκτεταμένα, με διάφορους τρόπους και σε ευαίσθητες λειτουργίες, προκαλώντας πανικό, μεγάλες οικονομικές χασούρες-ληστείες και διασπορά πληροφοριών, προκαλώντας τεράστια φθορά στο ίματζ, αμαυρώνοντας δηλαδή την εικόνα των δυνατών. Τζούλιαν Ασσάνζ και οι Γουικιλίκς, ας πούμε, και οι Ανόνυμους με τα εξαιρετικά χακαρίσματα τους.
Υπάρχουν ακόμη ευαίσθητοι άνθρωποι, βλέπε στρατιώτης-λοχίας Μάνινγκ ή κάτι τέτοιο.
Γεια στα χέρια τους ! και τα υπέροχα μυαλά τους ! και τη ζεστή καρδιά τους !

Uprising, Muse.

Μιας λοιπόν και οι εξελίξεις τρέχουν :
‘στο στόχαστρο επίθεσης των Αnonymous φέρονται να βρέθηκαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, βουλευτές, υπουργοί και το σύνολο της τηλεπικοινωνιακής και πληροφορικής υποδομής της Βουλής. Στην περίπτωση που οι πληροφορίες επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για την ισχυρότερη κυβερνοεπίθεση που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα.
Ακολουθεί η προκήρυξη των Αnonymous για την επίθεση :
‘Καλημέρα Ελλάδα. Είμαστε οι Ανώνυμοι. Παρακολουθούμε από την πρώτη στιγμή τα γεγονότα που αφορούν την δημόσια τηλεόραση ΕΡΤ. Θέλουμε να εκφράσουμε την υποστήριξή μας στους Έλληνες πολίτες και δημοσιογράφους οι οποίοι γίνονται μάρτυρες ενός αυταρχικού καθεστώτος που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το καθεστώς Ερντογάν. Αναρωτηθήκατε που αποσκοπεί η κίνηση που έκανε ο πρωθυπουργός σας ;…….

Τους ξέρουμε. Τους παρακολουθούμε στενά εδώ και πολλά χρόνια. Βρισκόμαστε παντού, κι αν αυτό το παντού σημαίνει ‘την Βουλή’ των Ελλήνων, τότε ναι. Έχουμε εσωτερική πρόσβαση μεταξύ άλλων και εκεί. Ξέρουμε κάθε σπιθαμή των μελλοντικών τους σχεδίων πολύ πριν ανακοινωθούν, όπως βέβαια γνωρίζουμε και αυτά που δεν ανακοίνωσαν ποτέ. Το πρόγραμμα PRISM και τα Αμερικανικά Κυβερνητικά Προγράμματα παρακολούθησης και άντλησης δεδομένων δεν είναι ο μόνος τρόπος για να εξάγουμε πληροφορίες. Θα χρησιμοποιήσουμε τα δικά μας ισχυρά όπλα παρακολούθησης εναντίον των άσεμνων, ανήθικων και άτιμων Ελλήνων πολιτικών και οποιουδήποτε τους υποστηρίζει με οποιονδήποτε τρόπο, από τις Τράπεζες μέχρι τις επιχειρήσεις.
Την επόμενη φορά θα ασχοληθούμε με καθέναν από εσάς προσωπικά.
Είμαστε Ανώνυμοι.
Είμαστε Λεγεώνα
Δεν συγχωρούμε, Δεν ξεχνούμε
Μην μας περιμένετε, είμαστε ήδη εκεί’.
tvxs, Athens Indymedia.

  • Κι ένα δεύτερο υστερόγραφο :

όλα αυτά τα χρόνια που είμαστε μαζί μιλήσαμε για θέατρο και κινηματογράφο, είπαμε για ποίηση,μουσική και τραγούδι, αναφερθήκαμε και στη ζωγραφική.
Καιρός να μιλήσουμε και για τον χορό.
Νεότερος χόρεψα πολύ, πάρα πολύ.

[Μεταξύ πολλών άλλων, να θυμηθώ υπέροχα πάρτι στην αξέχαστη Αλμύρα, που έγραψε κι αυτή τη δική της ιστορία στη ζωή της πόλης, με έλληνες και ξένους dj’s της ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής, όπου το κέφι απογειώνονταν το χάραμα, με την ανατολή του ήλιου!]

Μια μέρα, πριν από κάποια χρόνια, έπεσε το βλέμμα μου πάνω σ’ ένα κείμενο που αναφέρονταν στην Ισιδώρα Ντάνκαν που με εντυπωσίασε πολύ.

Όταν ακόμη ζούσα στη Θεσσαλονίκη είχα πάρει μέρος στα μαθήματα γνωστής σχολής χορού,
όταν σταμάτησα ήταν για λόγους ανωτέρας βίας
με είχε σπρώξει να διαβώ το κατώφλι της σχολής το παράδειγμα του Αλ Πατσίνο, σ’ εκείνη την όμορφη ταινία, που τυφλός συνταξιούχος στρατιωτικός χορεύει ένα υπέροχο, καταπληκτικό τανγκο με μία όμορφη κοπέλα.
Χθες λοιπόν, τελευταία Τρίτη του Μάη, σκάλωσα ξανά σε ένα αφιέρωμα στην υπέροχη Αμερικάνα στο διαδίκτυο, στον Παραλληλογράφο συγκεκριμένα
μία αναφορά σε αυτόν τον ελεύθερο άνθρωπο
και σας την μεταφέρω για να κλείσουμε με τον καλύτερο τρόπο τη διαδρομή μας.
Από τον μανικάκο :

η ‘μητέρα’ του σύγχρονου χορού και οι αρχαιοελληνικές επιρροές της !

Η περίφημη ‘ξυπόλητη χορεύτρια’ που καλούσε σε επιστροφή στην αρχαία ελληνική χορογραφία έμελλε να αλλάξει ριζικά τη μορφή του σύγχρονου χορού.
Οι διδασκαλίες της στράφηκαν ενάντια στις αυστηρές αρχές του κλασσικού μπαλέτου, το οποίο χαρακτήριζε κακόγουστο και αφύσικο, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο χορός πρέπει να λειτουργεί ως μέσο έκφρασης και ψυχαγωγίας και όχι να περιορίζει τον χορευτή μέσω ανόητων κανόνων που εναντιώνονται στην ανθρώπινη φύση !
Συνδυάζοντας τη μουσική και την ποίηση και αξιοποιώντας τα ‘καλά’ στοιχεία του μπαλέτου, η Ντάνκαν δημιούργησε ένα εξ ολοκλήρου δικό της είδος χορού, το οποίο διέφερε από όλα τα προυπάρχοντα χορευτικά είδη.

‘Δεν επινόησα τον χορό, υπήρχε πριν από μένα. Κοιμόταν όμως κι εγώ τον ξύπνησα’
είπε κάποτε η Ντάνκαν σε μια δόση υπερβολής, με πολλούς ιστορικούς να της αναγνωρίζουν ωστόσο ότι προσέφερε περισσότερα από κάθε άλλον στην τέχνη της κίνησης.
Κι αυτό γιατί η Ντάνκαν δεν ήταν απλώς μία χορεύτρια που σφράγισε ανεξίτηλα τη χορευτική κουλτούρα του 20ού αιώνα, αλλά μία ολοκληρωμένη πνευματική οντότητα :
λάτρης της περιπέτειας και κοινωνικά συνειδητοποιημένη γυναίκα, δεν άφησε πίσω της μόνο την χαρακτηριστική τεχνική της και το αναντίρρητο παιδαγωγικό της έργο, αλλά και μία πληθώρα από σχέδια, ζωγραφιές και θεωρητικά κείμενα.

Και περισσότερο ίσως απ’ όλα, ήταν μια απελευθερωμένη γυναίκα, με πρωτοποριακές για την εποχή της αντιλήψεις. Ο αντισυμβατικός αμφισεξουαλικός τρόπος ζωής της είχε προκαλέσει κατά καιρούς θύελλα αντιδράσεων και σχολίων, αλλά η ίδια δεν απαρνήθηκε ούτε στιγμή τις πεποιθήσεις της :
θεωρητικός του χορού, δεν δίστασε να ασκήσει κριτική στη σύγχρονη κοινωνία, τον πολιτισμό και την εκπαίδευση.
Υπήρξε ένθερμη υποστηρικτής του αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων της γυναίκας και ονειρευόταν μια κοινωνική επανάσταση και έναν κόσμο δικαιότερο…..
ΠΡΏΤΑ ΧΡΌΝΙΑ

Γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια τον Μάϊο του 1877 ως Άντζελα Ντάνκαν.
Ο πατέρας της, ήδη χωρισμένος παντρεύτηκε την μητέρα της, Ντόρα Γκρέι, το 1869, με την σύζυγο να είναι μάλιστα 30 χρόνια νεότερη του.
Ως η νεότερη, η μελλοντική Ισιδώρα ξεκίνησε μαθήματα μπαλέτου πολύ μικρή. Κορυφαίο ταλέντο από παιδί, ένιωθε δυσφορία με τον παραδοσιακό τρόπο που εκτελούνταν το μπαλέτο και άρχισε να αναπτύσσει το δικό της στιλ από πολύ νωρίς, έναν πιο φυσικό τρόπο χορού δηλαδή.
Από την τρυφερή ηλικία των 6 ετών βοηθούσε μάλιστα τη δασκάλα της στην εκμάθηση των λιγότερο ικανών μαθητών, με την ίδια να παραμένει χαρισματική και προικισμένη δασκάλα σε όλη την διάρκεια της ζωής της.

Στα 13 της, το 1890, ήταν ήδη επαγγελματίας χορεύτρια και εμφανιζόταν στο Σαν Φρανσίσκο Barn Theatre, κι από εκεί Σικάγο, και Νέα Υόρκη. Κάπου εκεί, στα 16 της χρόνια θα άλλαζε το όνομά της στο καλλιτεχνικότερο Ισιδώρα, Isadora.
ΒΡΕΤΑΝΊΑ
Το 1899 μετακομίζει στην Αγγλία για να διευρύνει τους ορίζοντές της ακολουθούμενη από την μητέρα της, την αδελφή της Ελίζαμπεθ και τον αδελφό της Ρέιμοντ.
Φοιτά σε πρόγραμμα Ελληνικής γλυπτικής του Βρετανικού Μουσείου και βρίσκει την πολυπόθητη έμπνευση που έψαχνε :
από τα κοστούμια μέχρι και το χορευτικό στιλ, ο αρχαίος ελληνικός χορός γίνεται το μεγάλο της πάθος.

Υιοθετεί τον ελληνικό μανδύα και εμφανίζεται πια ξυπόλητη, κερδίζοντας διθυραμβικές κριτικές για την πρωτοτυπία και την χορευτική της τόλμη.
Η ελεύθερη χορογραφία και τα ασυνήθιστα και ‘αεράτα’ κοστούμια που χρησιμοποιεί την καθιερώνουν ως χορεύτρια στη Βρετανία και σύντομα κάνει εμφανίσεις και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως την Ελλάδα που λάτρεψε, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Ρωσία, με τη φήμη της να εδραιώνεται.
‘Η τέχνη μου δεν είναι παρά μια προσπάθεια να εκφράσω την ύπαρξή μου’,
συνήθιζε να λέει.
Σύμφωνα με την ίδια, η τέχνη της θα έπρεπε στο εξής να προσανατολιστεί προς τα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Φυσικότητα και ελευθερία…….

ΠΡΟΣΩΠΙΚΈΣ ΤΡΑΓΩΔΊΕΣ
Τα δυο παιδιά της Ισιδώρας, γεννημένα από παράνομους δεσμούς με παντρεμένους άνδρες έμελλε να πνιγούν το 1913 στο Παρίσι, όταν το αυτοκίνητο της νταντάς τους έπεσε στο Σηκουάνα.
Όταν έχασε και το τρίτο της παιδί που πέθανε λίγο μετά την γέννα, τότε ήταν που θα υιοθετούσε το περίφημο ‘τραγικό στιλ’ στις ερμηνείες της, επιλέγοντας πλέον δραματικό ρεπερτόριο.

ΓΆΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΈΤΕΙΕΣ
Το 1920, όντας στη Μόσχα για την ίδρυση τοπικού παραρτήματος της περίφημης σχολής της, γνωρίζει τον ποιητή Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Yesenin, ο οποίος ήταν κατά 20 χρόνια νεότερός της.
Το ζευγάρι παντρεύεται το 1922 και αποφασίζει να εγκατασταθεί στις ΗΠΑ, όχι ωστόσο χωρίς παρατράγουδα.
Όταν άρχισαν λοιπόν να κυκλοφορούν οι φήμες για ενδεχόμενη επιστροφή της στην πατρίδα, η ρωσική καταγωγή του συζύγου της έγινε αντικείμενο διαμάχης, με πολλούς να τον χαρακτηρίζουν – και την Ισιδώρα φυσικά – μπολσεβίκο και κομμουνιστή. Οι ύβρεις που δέχονταν ο ποιητής με το που αποβιβάστηκε το ζευγάρι στις ΗΠΑ θα έκαναν την Ντάνκαν να δηλώσει αηδιασμένη ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ πια στην Αμερική, υπόσχεση που τήρησε κατά γράμμα.

Επιστρέφουν άρον-άρον στη Σοβιετική Ένωση το 1924, με τα γεγονότα να έχουν περιπλέξει ωστόσο τις σχέσεις τους. Ο Yesenin εγκαταλείπει την Ισιδώρα και αυτοκτονεί τον επόμενο χρόνο………
ΘΆΝΑΤΟΣ
Αφιερώνεται προοδευτικά στη διδασκαλία,αποσυρόμενη από τα φώτα της δημοσιότητας στη Νίκαια της Γαλλίας.
Εκεί, στις 14 Σεπτεμβρίου 1927, θα βρει το θάνατο με τραγικό τρόπο :
το μακρύ φουλάρι που φορούσε πιάστηκε στον πίσω τροχό του ανοιχτού αυτοκινήτου της, με τον στραγγαλισμό να είναι αναπόφευκτος. Αμέσως μετά τον χαμό της κυκλοφόρησε μάλιστα η αυτοβιογραφία της, με τίτλο ‘My life’.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΆ.
Η Ισιδώρα Ντάνκαν, πέρα από διαπρεπής χορεύτρια περιλαμβάνεται στα ονόματα που ανανέωσαν τον χορό, αποδεσμεύοντας τον από τις πεπατημένες νόρμες.
Η ελευθερία στην κίνηση που εισήγαγε έμελλε να γίνει κοινός τόπος στον σύγχρονο χορό, εμπλουτίζοντας τη χορογραφία με την απαραίτητη δόση ορμητικότητας και αυθεντικότητας που φαίνονταν να έχει ανάγκη.
Κατηγορούσε το μπαλέτο ότι
‘κατέστρεφε τη φυσική ομορφιά του σώματος’

και πίστευε ότι ο χορευτής έπρεπε να νιώθει ότι βρίσκεται σε αρμονία με τη φύση. Γι αυτό και οι κινήσεις που εμπνεύστηκε ήταν εξαιρετικά απλές :
τρεξίματα, χοροπηδητά, πηδήματα κι όλα αυτά με τα χέρια ελεύθερα να κυματίζουν.
Αναζητούσε τη ‘θεία έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος’ περισσότερο στην έμπνευση παρά στην τεχνική.

Ο τρόπος που χόρευε χαρακτηριζόταν από κομψότητα, χάρη, αιθέριες και γήινες κινήσεις, μελωδικότητα και έντονη εκφραστικότητα. Η ίδια ,μέσω της διδασκαλίας της, προωθούσε την ελευθερία κινήσεων, τη φυσικότητα, τον αυτοσχεδιασμό και την προσωπική έκφραση κάθε χορευτή.
Στα χνάρια της βάδισαν κατόπιν χιλιάδες χορευτές, οι οποίοι εμπνεύστηκαν από την ίδια για να αναπτύξουν τα δικά τους χορευτικά στιλ.
Πέρα από αυτό ίδρυσε μια σειρά από σχολές χορού στα πέρατα του κόσμου. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες θα έκλειναν σύντομα οι μαθητές της θα συνέχιζαν τη χορευτική της παράδοση, μένοντας στην ιστορία του χορού ως ‘Isadorables’.
Σήμερα στον Βύρωνα λειτουργεί το Κέντρο Μελέτης Χορού Ισιδώρας κ Ραϋμόνδου Ντάνκαν, στεγάζεται στο κτίριο που σχεδίασε και έκτισε ο ίδιος ο Ρέιμοντ αδελφός της, σύμφωνα με τα πρότυπα του ανακτόρου του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες……..

Silence, Delerium-Tiesto.

Ευχαριστώ.

 

μιχαλης 021

D’Amore E Della Libertà / D’Amore E D’Anarchia**

ΑΠΟ ΒLACKΜEDITERRANEANPIRATE

http://wp.me/pPn6Y-kR4

αυτή η ανάρτηση είναι εξαιρετικά αφιερωμένη

στον καλό μου φίλο kleoviskleovis

 

**Του Έρωτα & της Ελευθερίας / Του Έρωτα & της Αναρχίας

 

εξαιρετικές ερμηνείες

Mario Frangoulis & Deborah Myers – CANZONE ARRABBIATA

CD: «Φεγγάρι Ερωτευμένο» (1999)

.

Canzone Arrabbiata – Έλλη Πασπαλά

.

Μια επίσης όμορφη ερμηνεία, όπου μπορείτε να παρακολουθήσετε την μετάφραση των στίχων στα ελληνικά >

Canzone arrabbiata – Carlos Sanchez

*

Canzone arrabbiata

Canto, per chi non ha fortuna
canto per me
Canto per rabbia a questa luna
contro di te
Contro chi e ricco e non lo sa
chi sporcherà la verità
Cammino e canto, alla rabbia che mi fa

Penso a tanta gente nell’oscurità
alla solitudine della città
Penso all’illusioni dell’umanità
tutte le parole che ripeterà

Canto per chi non ha fortuna
canto per me
Canto per rabbia a questa luna
contro di te
Canto a quel sole che verrà,
tramonterà, rinascerà,
alle illusioni e alla rabbia che mi fa.

Penso a tanta gente nell’oscurità
alla solitudine della città
Penso all’illusioni dell’umanità
tutte le parole che ripeterà

Canto per chi non ha fortuna
canto per me
Canto per rabbia a questa luna
contro di te
Canto a quel sole che verrà,
tramonterà, rinascerà,
alle illusioni, alla rabbia che mi fa.

Giovanni Rota & Arcangela Wertmuller

Πηγή: lyricstranslate

*

Οργισμένο τραγούδι

Versions: #1#2

Τραγουδώ, για εκείνους που δεν έχουν τύχη
τραγουδώ για μένα
Τραγουδώ με οργή σε αυτό το φεγγάρι
ενάντια σ΄εσένα.
Ενάντια σ΄εκείνον που είναι πλούσιος και δεν το ξέρει,
Σ΄εκείνον που κηλιδώνει την αλήθεια.
Περπατώ και τραγουδώ, για την οργή που με διακατέχει.

Σκέφτομαι τόσο κόσμο που ζει μέσα στο σκοτάδι,
μέσα στη μοναξιά της πόλης τους.
Σκέφτομαι τις αυταπάτες της ανθρωπότητας,
όλα εκείνα τα λόγια που επαναλαμβάνει.

Τραγουδώ για εκείνους που δεν έχουν τύχη
τραγουδώ για μένα
Τραγουδώ με οργή σε αυτό το φεγγάρι
ενάντια σ΄εσένα.
Τραγουδώ στον ήλιο που θα υπάρχει,
που θα ξεθωριάσει και θα ξαναγεννηθεί,

με τις αυταπάτες και την οργή να με κατακλύζουν.

Σκέφτομαι τόσο κόσμο που ζει μέσα στο σκοτάδι,
μέσα στη μοναξιά της πόλης τους.
Σκέφτομαι τις αυταπάτες της ανθρωπότητας,
όλα εκείνα τα λόγια που επαναλαμβάνει.

Τραγουδώ για εκείνους που δεν έχουν τύχη
τραγουδώ για’ μένα.
Τραγουδώ με οργή σε αυτό το φεγγάρι
ενάντια σ΄εσένα.

Τραγουδώ στον ήλιο που θα υπάρχει,
που θα ξεθωριάσει και θα ξαναγεννηθεί,

με τις αυταπάτες και την οργή να με κατακλύζουν.

Μουσική: ΝΙΝΟ ΡΟΤΑ,

ΣΤΙΧΟΙ: ΛΙΝΑ ΒΕΡΤΜΥΛΕΡ

Πηγή: FotDis-YouTube / lyricstranslate

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΛΛ. στη χώρα του ποτέ…ή 11

»Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. Είδα στο Μπόργκο Αλμπίτσι για πρώτη φορά αυτόν που στη συνέχεια έμαθα ότι ονομαζόταν Κώστας, θυμάμαι έκανε βόλτες με ένα κορίτσι.»
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας.

Έγιναν συζητήσεις και βγήκε προς τα έξω ότι στην ουσία τα γκρούπ στα οποία ήταν επικεφαλής ο Μίκης έδιναν πίστη για δυνατότητες της ομάδας μου οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν.
Πίστευαν δηλαδή πως ακόμη από την εποχή του Συνεχή Αγώνα είχαμε κρατήσει όπλα, εκρηκτικά,ντοκουμέντα αντιπληροφόρησης που παλαιότερα ανήκαν σε αυτόν και έμειναν σε εμάς μετά την διάλυσή του, όπως και μία ικανότητα στρατιωτικού τύπου [χρήση όπλων και εκρηκτικών.]
Όπως και το ότι είχαμε ικανότητα συσπείρωσης προσωπικοτήτων που ανήκαν στο κίνημα.
Η αλήθεια ήταν πως τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε.
Γεννήθηκαν λοιπόν οι διαφωνίες και οι δυό τους πρότειναν να κρατούν επαφές όχι μόνο μ’ εμένα αλλά και με τους άλλους της ομάδας.
Οι άλλοι δεν συμφώνησαν.’

‘Μου ανέφεραν για την διοίκηση των ομάδων, εδαφική δομή που δρούσε σε όλη την πόλη. Έμαθα πως κάθε ομάδα έκφραζε έναν εκπρόσωπο στο εσωτερικό της διοίκησης. Ποτέ δεν έμαθα πόσες είναι οι ομάδες, ήξερα όμως πως η επιτροπή συσσιτίου έκφραζε δύο ομάδες και άλλες δύο η αρχιτεκτονική. Καθεμιά ομάδα αποτελούνταν από πέντε έως επτά άτομα. Πιστεύω πως μία ομάδα εκφραζόταν από την επιτροπή νέων. Μία ομάδα θεωρούνταν η δική μας,από την οποία ζητούσαν κάποιος να μπει στην διοίκηση των ομάδων, σύντροφος με πολιτική πείρα επαρκή, και προσωπικότητα με παρελθόν που να μην τον εξέθετε στην προσοχή των οργάνων της αστυνομίας.
Στην πραγματικότητα λοιπόν κανείς από εμάς δεν πήρε μέρος σε συγκέντρωση της διοίκησης γιατί είμαστε αρκετοί που είμαστε γνωστοί στην αστυνομία, μιας και οι λιγότερο γνωστοί δεν είχαν αρκετή πολιτική πείρα.

Βρήκαμε λοιπόν ένα σύστημα για να προωθηθεί η μέγιστη ομοιογένεια κατεύθυνσης ανάμεσα στην ομάδα μας και τις υπόλοιπες. Την μέρα που συγκεντρωνόταν η Διοίκηση εγώ φρόντιζα να μαζεύω το δικό μου γκρούπ. Έτσι ο Μίκης, ο Νάκης ή και οι δύο με συναντούσαν μόλις η συνάντησή τους τελείωνε, μου εξέθεταν τα θέματα που είχαν κουβεντιάσει και τις αποφάσεις που είχαν παρθεί, μου μετέφεραν τους προσανατολισμούς που πρόβαλαν μέσα στη Διοίκηση και στο εσωτερικό του γκρούπ μου, συζήτηση που συχνά έφερνε στο φως διαφορές δεμένες κατ’ ουσίαν με τον διαφορετικό τρόπο προεικόνισης των μεθόδων επίτευξης των στόχων.

Εγώ μετά εξέθετα στους συντρόφους μου τις λύσεις που είχαν υιοθετηθεί από την Διοίκηση, κι εμείς, παρόλο που εξασφαλίζαμε ένα επίπεδο αυτονομίας προσπαθούσαμε να γίνουμε όσο περισσότερο ομοιογενείς με τις κατευθύνσεις της διοίκησης.
Ο Νάκης μου είπε πως έπαιρνε μέρος στη Διοίκηση.
Ο Μίκης δεν μου το είπε ποτέ
αλλά ήταν φανερό ότι έπαιρνε μέρος κι αυτός γιατί αν μη τι άλλο ήταν πάντα σε θέση να μου διηγηθεί εκείνο που είχε συμβεί στις συναντήσεις της Διοίκησης, άσε που οι θέσεις του ενός και του άλλου ταυτίζονταν.
Οι συναντήσεις διεξήγοντο στις βάσεις των ομάδων αλλά ποτέ δεν γνώρισα καμιά από αυτές καθ’ όσον θα έπρεπε να μείνουν μυστικές σ’ όποιον δεν είχε μακριά αγωνιστική θητεία στις πιο σπουδαίες δομές των ομάδων.

Συναντούσα τον Μίκη κι τον Νάκη κάτω από τις καμάρες στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά και κάποια στιγμή με συνόδεψαν με το κόκκινο αυτοκίνητο του Μίκη που είχαν παρκαρισμένο στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘Τα γεγονότα για τα οποία μιλάμε φτάνουν λίγο πριν το τέλος του ’77.’

Μορούτσι, 1

‘Τότε άρχισαν να με προμηθεύουν με ντοκουμέντα που πολυγραφούντο στο Τορίνο με υπογραφή ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης.’
‘Ιδιαίτερα θυμάμαι ένα που πραγματευόταν την δομή της ομάδας. Οι βασικές αρχές ήταν πως καθεμιά έπρεπε να είναι αυτάρκης και να διαθέτει τρεις βασικούς τομείς :
-έναν τεχνικό,επιμελητειακό
-έναν αντιπληροφοριακό και
-έναν επιχειρησιακό.
Ο πρώτος αφορούσε τον εξοπλισμό, την φύλαξη και την συσσώρευση των όπλων, των εκρηκτικών κλπ. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να ειδικευτεί σε αυτά τα θέματα σε ένα κύκλο μαθημάτων. Εδώ επίσης είχε ανατεθεί και η μελέτη των συστημάτων παρακώλυσης των επικοινωνιών της αστυνομίας.

Ο δεύτερος τομέας έπρεπε να αποκτάει πληροφορίες για τις δυνάμεις της καταπίεσης και όχι μόνο, γινόταν αναφορά στο ‘κοινωνικό μπλόκ’, καταστηματάρχες ας πούμε που οπλίζονταν πχ.
Ο τρίτος προοριζόταν για την υλική εκτέλεση των επιχειρήσεων.
Η βάση φυλασσόταν από ένα μόνο άτομο και κάθε ομάδα διέθετε περισσότερες βάσεις. Άτομο πλατιά διαθέσιμο και πολιτικά έμπιστο.
Αναφέρονταν στους υποστηριχτές επαγγελματίες όπως γιατροί, δικηγόροι και παρόμοιοι
και προλετάριοι που κατοικούσαν στις λαϊκές συνοικίες.
Ένιωθαν τις προλεταριακές συνοικίες σαν απελευθερωμένα εδάφη
και φυσικά άλλο βάση εννοούμενη σαν αποθήκη υλικού και άλλο η βάση που το γκρούπ έκανε τις συναντήσεις του.
Η ομάδα μας ποτέ δεν κατάφερε να κάνει μια παρόμοια διάρθρωση’.
‘Υπήρξε ανάμεσά μας ένας χωρισμός καθηκόντων, σε θεωρητικό επίπεδο. Σε μένα ανατέθηκε εκείνο της αντιπληροφόρησης και το τεχνικο-επιμελητειακό, στον Φαίδωνα το επιχειρησιακό.’

Μιλά μετά για την έννοια διπολικότητας στην οποία αναφέρθηκε εκφράζοντας την σχέση ανάμεσα στην οργάνωση Πρώτη Γραμμή και των Προλεταριακών Ομάδων Μάχης.
Η πρώτη λειτουργεί στο ένοπλο κόμμα
οι δεύτερες στην επέκταση της πάλης των μαζών.
‘Προσθέτω ότι στην διοίκηση των ομάδων και σε κάθε μία ομάδα μπορούσαν να υπάρχουν μέλη της Π.Γ. με την διαφορά ότι αυτή τους η ιδιότητα παρέμενε άγνωστη στα άλλα μέλη της Διοίκησης ή της ομάδας’.
‘Πάντα από τον Μίκη και τον Νάκη πήρα το καθήκον να μελετήσω ένα οπλοπωλείο ή ένα μεγάλο συλλέκτη για να βρούμε όπλα αλλά μετά έφτασε εντολή που ακύρωσε την πρώτη γιατί όπλα είχαν πλέον αγοραστεί’.

‘Μετά μου ειπώθηκε από αυτούς τους δύο για μιά εκστρατεία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά της Χριστιανικής Δημοκρατίας και μου ανατέθηκε και στο γκρούπ μας να μελετήσουμε μία έδρα.
Με δύο τρόπους δρούσαμε
ή ταυτόχρονα σε πολλούς στόχους μιας ορισμένης κατηγορίας
ή κλιμακώνοντας τα σε διαφορετικές μέρες με μία τελική διεκδίκηση.
Αυτός ο δεύτερος ήταν περισσότερο λειτουργικός διότι εάν κάποιος συλλαμβάνονταν δεν θα γίνονταν η διεκδίκηση ώστε το γεγονός να φαίνεται πως μοιάζει με ατομική πρωτοβουλία και όχι από ομάδα. Άσε που ξεγελιόνταν έτσι και οι δυνάμεις της αστυνομίας που δεν θα περίμεναν περαιτέρω επεισόδια την επομένη κλπ.’
‘Δεν κάναμε τίποτα τελικά διότι μας φάνηκε σαν ντιρεκτίβα αυτή η εκστρατεία που δεν προήλθε από συζήτηση.’

την επομένη συνεχίζει:
αναφέροντας πως το κόκκινο αυτοκίνητο δεν ήταν δικό μου, αλλά του Νάκη.
‘Είμαστε στα τέλη του ’77, αρχές του ’78, η ομάδα μας βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης, κάποιοι απομακρύνονται κι εγώ συλλαμβάνομαι για εξύβριση τροχονόμου, μαζί με τον Πέτρο.Έμεινα στις Μουράτε για μία εβδομάδα,όπου ήταν και ο Ντίνος και δυο- τρείς ακόμη, ο ένας είχε συλληφθεί κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής και λέγονταν Νότης, οι άλλοι Παύλος και Ερμής. Αυτά τα άτομα, αν και με κατηγορούσαν ότι έπεσα στα χέρια της αστυνομίας για ένα κοινό επεισόδιο, μου συμπαραστάθηκαν να ξεπεράσω τις δυσκολίες της φυλακής, δίνοντάς μου για παράδειγμα τρόφιμα.

Γίνονταν συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα αλλά ο Ερμής μιλούσε περισσότερο για θέματα που αφορούσαν την μάχη, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στην ανάγκη να βγάλουμε συντρόφους από την φυλακή. Θυμάμαι ότι μιλούσε για την αναγκαιότητα απελευθέρωσης του κρατούμενου προλεταριάτου
΄όπως επίσης στην αναγκαιότητα να εναντιωθούν στις υπερφυλακές που ξεκινούσαν να κτίζονται έξω από την πόλη.’
‘Είχαν χρηματική άνεση, έδωσαν χρήματα σε ένα μικροκλέφτη όταν βγήκε από την φυλακή. Μου έδωσαν να καταλάβω πως υπήρχαν στενές επαφές μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος. Είχαν ένα ραδιοκασσετόφωνο στο κελί του Νότη και του Παύλου και δεν άλλαζαν ποτέ σταθμό, ούτε καν το ακουμπούσαν.
Κρατούσαν αρνητική στάση προς συγκεκριμένους.
Λίγες μέρες μετά βγήκα όπως και ο Πέτρος που φαινόταν πολύ αποπροσανατολισμένος.’

‘Τότε έγινε το επεισόδιο – προσπάθεια απελευθέρωσης κρατουμένων και πιαστήκαμε από τους καραμπινιέρους που νόμισαν πως είχαμε κάποια ανάμιξη. Μας άφησαν όμως γρήγορα, μάλιστα μου είχαν βρει στην τσέπη ένα γραμμάριο χασίς’.

‘Ξανάρχισαν οι επαφές με τους δύο και μου είπαν πως έπρεπε να ξεκινήσει μία καμπάνια ενάντια στις αστυνομικές δυνάμεις, κρατικές και ιδιωτικές. Εγώ προσπάθησα να ξαναστήσω την ομάδα μου στα πόδια της’.
Αναφέρεται λοιπόν,ύστερα από υπόδειξη του Νάκη, στους σταθμούς Τροχονόμων και Αστυνομίας στις Κούρε, για τους οποίους μιλήσαμε. Λέει για κάποιες επιχειρησιακές λεπτομέρειες, πως προτάθηκε ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων αστυνομίας ή καραμπινιέρων προς την Περέτολα, και πως ο Νάκης τον διαβεβαίωσε πως θα του έδινε έναν οπλισμένο άνδρα για προκάλυψη.Θα χρησιμοποιούσαν δυναμίτες που θα τους δίναμε εμείς, σε μάτσα των πέντε, και θα τους πετούσαν πάνω από τον τοίχο της περίφραξης, τοποθετούμενοι σε ένα υπερύψωμα, περνώντας από τα γειτονικά κτίρια.

‘Με εφοδίασε με σκόνη, φυτίλι και εκπυρσοκροτητές,μαζί με οδηγίες.’ Η παράδοση έγινε όταν συνάντησα στο μπάρ Σαν Γκάλλο τον Νάκη που μου είπε ότι θα έβρισκα το υλικό κοντά στο αμάξι μου. Πράγματι, το βρήκα και το έκρυψα κάτω από την γέφυρα του σιδηροδρόμου στις Κούρε.’
Χρησιμοποίησαν τα υλικά και έφτιαξαν τις βόμβες, ονοματίζει τους συνεργάτες του,Φαίδωνα, Σπανό, Λάκη και Ανδρέα.
και λέει ,’όσο κι αν του στοιχίζει ακριβά’, πως η διεκδίκηση έγινε από την γυναίκα του.
Συνεχίζει επαφές με τον Ντίνο ‘που όταν έμαθε πως ήμουν παντρεμένος με ρώτησε εάν έχω ανάγκη από χρήματα, διέθεσε κι ένα δωμάτιο του σπιτιού του σε δύο συντρόφους της ομάδας μας που ξέμειναν, τον Σπανό και τον Πέτρο, στην πλατεία Τζιορτζίνι.’

Πήγαν να κάνουν αυτοψία σε ένα αστυνομικό σταθμό στην Περέτολα, τέσσερις, μεταξύ των οποίων ο ένας θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Μπήκαν σε μονόδρομο και τους σταμάτησαν ζητώντας στοιχεία. Ο Φαίδων και ο Σπανός ήταν οι άλλοι δύο.’Πήραμε την οδό Νόβολι και μετά μπήκαμε στην οδό Μπαράκκα από τον μονόδρομο’.
‘Η ομάδα μας δεν τα πήγαινε καλά, μας ενοχλούσε ο τρόπος που γίνονταν όλα αυτά, έτσι η απόπειρα δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα.’

‘Τότε ο Σπανός άρχισε να έχει επαφές με τον Μίκη και ήταν συχνά μαζί του η Ροσσάνα. Εγώ σταμάτησα να τον βλέπω και τον αντικατέστησε ο Κώστας που μου συστήθηκε από τον Νάκη σαν μέλος των Ομάδων.
Αυτός λοιπόν μου έλεγε πως καλές και σπουδαίες οι ομάδες, τουλάχιστον εννοούμενες σαν έκφραση της παρανομίας των μαζών, αλλά περισσότερο είχε σημασία το οπλισμένο κόμμα, του οποίου οι ομάδες είναι μία στρατηγική στιγμή. Έλεγε πως οι ομάδες δεν είναι το πάν,μιάς και η καταπίεση-καταστολή αυξάνονταν. Έπρεπε λοιπόν να ενισχυθεί το οπλισμένο κόμμα.
Εγώ είχα παθητική συμπεριφορά που πιθανώς να την εξέλαβε σαν συγκατάθεση.’

‘Τούπα πως ήμουν πολύ γνωστός στην αστυνομία, εάν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο για το άτομό μου και μου πρότεινε να με φέρει σε επαφή με μία κοπέλα, όπως και έκανε, που μου μίλησε για την σπουδαιότητα τομέων αντιπληροφόρησης και επιμελητείας, και πως χρειάζονταν κάποιον σαν κι εμένα, και πως θα πληρωνόμουν.’
‘Το ραντεβού με τον Κώστα είχε γίνει στους κήπους που είναι απέναντι από το μπάρ ‘Αμίτσι Μιέι’. Με την κοπέλα η συνάντηση έγινε στους κήπους της ‘Πόρτα Σαν Νικολό’, σε δύο μέρες ξαναβρεθήκαμε, αυτή την φορά στους κήπους της ‘Ορτικολτούρα’, στην ‘Κόκκινη Γέφυρα’, ήταν εκεί και ο Ντίνος. Χρησιμοποιούσαμε ψευδώνυμα, την κοπέλα την έλεγαν Φιόνα. Θα έρχονταν και κάποιος Μάριο ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε μιάς κι εγώ δεν έδινα συγκατάθεση’.

‘Γίνανε και άλλες συναντήσεις, γνώρισα και έναν Ρένο, καταζητούμενο στο Τορίνο. Την φορά που συναντήθηκα με αυτόν σε ένα μπάρ πίσω από την Στάντα της οδού Τσερετάνι, με έφερε στο οπλοπωλείο του ‘Πόντε αλ Πίνο’, πήγαμε με λεωφορείο και μου ζήτησε να εξετάσω τον μηχανισμό με τον οποίο κλείνει η πόρτα, αφού μπω στο εσωτερικό’.
Περιγράφει τον τύπο,που έπρεπε να μένει στην οδό Μόρο.
‘Γνωστοποίησα πως δεν ήθελα να ανακατευτώ στην οργάνωση εκθέτοντας και την οικογενειακή μου κατάσταση και μου εγγυήθηκαν οικονομική βοήθεια. Κατάλαβα εν τω μεταξύ πως η κοπέλα για την οποία σας μίλησα ήταν η εγγύηση για τις διασυνδέσεις μεταξύ συντρόφων άλλων πόλεων’.

‘Κατάλαβα πως κάποιες φορές μάλιστα στην πόλη δρούσαν σύντροφοι από άλλες περιοχές’ και παρουσιάζει ένα περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία και του έδωσε αυτή την εντύπωση,σε δημόσιο χώρο, να μη σας κουράζω με λεπτομέρειες.
Τον ρωτούν για κάποιους άλλους και αναφέρει αυτά που γνωρίζει.
Του ζήτησαν να μεριμνήσει για την ανεύρεση σπιτιών, δωματίων στην περιοχή του Σέστο.’Μου μίλησαν και για λατομεία που έπρεπε να βρίσκονται στην Γκαρφανιάνα. Δεν έκανα ποτέ αυτά που μου ζητούσαν.’
‘Φτάσαμε σε αποφασιστική αντίθεση και είπα στην κοπέλα πως δεν συμμεριζόμουν καμιά απ’ τις μεθόδους τους’.
‘Είχα ξαναρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά,όπως και ο Πέτρος.’
‘ο καθένας μας ήταν στον κόσμο του, άλλος έφυγε για την Ινδία, ο Ανδρέας, άλλος είχε προσωπικά θέματα, ο Λάκης, άλλος αφιερωνόταν στους συναισθηματισμούς ,ο Φαίδων, και στην πραγματικότητα, ομάδα δεν υπάρχει πλέον, από την αρχή του καλοκαιριού του ’78.’

Μορούτσι 2

Τον Μάρτη τον ξαναφωνάζουν για διευκρινήσεις. Αντιγράφω :
‘σκεπτόμενος καλύτερα δεν είμαι σε θέση να πω, με απόλυτη σιγουριά εάν ο Μίκης ή ο Νάκης είναι αυτός που μου έδωσε το εκρηκτικό. Προς στιγμήν σκεφτόμουν τον Νάκη, μου φαίνεται πιο πιθανό να μου έδωσε το εκρηκτικό ο Μίκης. Βλέποντας τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο είχα την εντύπωση ότι ο Μίκης είχε ένα βαθμό μεγαλύτερο του Νάκη μέσα στην οργάνωση!!!’
‘Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ήταν μέλος της Διοίκησης. Για τον Νάκη αυτή την σιγουριά δεν την έχω, απλά μου ανέφερε ότι και ο Μίκης,κι έτσι συμπεραίνω πως ήταν και αυτός’.

Αναγνωρίζει καμιά εικοσαριά συντρόφους από φωτογραφίες,είναι οι ήδη γνωστοί μας και από τις περιγραφές των προηγούμενων, συν δυο-τρία καινούρια ονόματα
Κάποιους έβλεπε μαζί με άλλους, κάποιος ήταν το αγόρι της Άννας και ‘ήταν στην μέση αυτών των πραγμάτων’, κάποιος΄’ήταν πάντα μαζί με τον Κώστα και τον Ντίνο’, κάποια την γνωρίζει γιατί έμενε με την άλλη, κάποιον τον έβλεπε συχνά αλλά δεν είχε σχέση μαζί του, τον άλλο τον γνώριζε σαν άτομο που κάπνιζε χασίς,και ούτω καθ’ εξής.

‘Μπορώ να πω ότι είναι δυο χρόνια που δεν συχνάζω πια σ’ αυτά τα άτομα’

Τον Απρίλη τον ξαναφωνάζουν και τον ρωτούν για τον Ρούλη, για την δραστηριότητα που ανέπτυξε στην κατάληψη στην Μπόργκο λα Κρότσε.
Τους απαντά πως ο Ρούλης συμμετείχε πιό δραστήρια στην κατάληψη της οδού Καλτσαιουόλι και ερχόταν κατά διαστήματα στην Μπόργκο λα Κρότσε.
‘Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω,αλλά ούτε να αποκλείσω ότι τις προκηρύξεις της Πρώτης Γραμμής που βρέθηκαν στο καταλυμένο κτίριο τις έφερε ο Ρούλης. Δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ ποιος τις έφερε.Με αυτόν έλαβα μέρος σε μία διανομή προκηρύξεων μπροστά στο Σούπερ-Μάρκετ του ‘Ολτράρνο’, κατά την διάρκεια της οποίας επενέβη η αστυνομία και πήρε τα στοιχεία της Λέλας, της κοπέλας του Κώστα, και άλλων. Θυμάμαι ότι το θέμα των προκηρύξεων ήταν εκείνο για την ακρίβεια της ζωής και δεν ήταν μονογραμμένο από τις ‘Περιπολίες’, ήταν υπογραμμένο με την λέξη ‘Αυτονομία’.
‘Πρίν την διάλυσή της, που έγινε στα μέσα του ’75, ο Συνεχής Αγώνας πρότεινε την ιδέα της αυτομείωσης των αποδείξεων του ΟΤΕ και της ΔΕΗ. Εγώ όμως δεν έλαβα μέρος σ’ αυτή τη φάση του αγώνα γιατί είχα αρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά.’

‘Στην επιτροπή για την αυτομείωση, του ‘Σέστο Φιορεντίνο’, πήγαινα καμιά φορά μετά από πρόσκληση του Τσέκου που προσπαθούσε να με ξαναφέρει στην πολιτική’. Δεν βρήκα εκεί κανέναν ‘από τους μεγάλους’, δηλαδή τον Ντίνο ή τον Κώστα, που μετά με πλησίασαν για επαφές, όπως είπα στις προηγούμενες ανακρίσεις’.
‘Ξαναδιαβάζοντας όσα δήλωσα την 13η Ιανουαρίου 1980 επ’ ευκαιρία της εκστρατείας ενάντια στις δυνάμεις της αστυνομίας, θέλω να κάνω περισσότερο ακριβές ότι ο Νάκης ήταν το άτομο που μου μιλούσε,μετά από μία συνέλευση,νομίζω, της Διοίκησης, αφού συναντηθήκαμε στο συνηθισμένο μπάρ, στην πλατεία Ελευθερίας. Ενώ, όσον αφορά την πλευρά της δράσης, παράδοση της σκόνης με το χαρτί με τις οδηγίες, υπόσχεση προκάλυψης με οπλισμένο άνδρα, ενδιαφέρθηκε ο Μίκης και όχι ο Νάκης, που λανθασμένα προηγουμένως επιβεβαιώθηκε από μένα.

Ομολογεί ξανά πως έκανε λάθος και τα λέει ανάποδα. Και αυτό γιατί θυμάται πως πήγα μαζί τους να κάνουμε αναγνώριση.
Βέβαια, στο τέλος δεν έγινε τίποτα μιας και δεν μπορούσαν ν’ αποφασίσουν τι θέλουν να κάνουν, ή αν θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι, μια και διαφωνούν συνεχώς με τα πάντα και για όλα.
Και όλοι αυτοί που τους εμπλέκει στην υπόθεση είναι τόσο μαλάκες ώστε να τον πιλατεύουν επί μήνες να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία, αυτός ή η ομάδα του!

‘Σε μένα ο Φαίδωνας δεν είπε ποτέ ότι έχει κάνει απόπειρα εμπρησμού της Χ.Δ. του Γκαλλούτσο και στο αυτοκίνητο του καθηγητή τάδε’. Άσχετο.

‘Αναφέρω ότι μετά από τις δηλώσεις που έκανα, έλαβα απειλές’.
Έλαβε απειλητικά γράμματα στο σπίτι του που τα διάβασε η γυναίκα του. Του ζητούν να ανακαλέσει όπως έχουν κάνει και οι υπόλοιποι. Του ανέφεραν ότι ο Ντένης θα ανακαλούσε και ότι ο μοναδικός που δεν ανακάλεσε ήταν αυτός.
Επαναλαμβάνει πως η συμπεριφορά των συντρόφων που είχε γνωρίσει στη φυλακή από τον Ντίνο έμοιαζε με ατόμων που ετοιμάζονταν να δραπετεύσουν, διευκρινίζοντας πως αυτό το σκέφτηκε μετά, όταν συσχέτισε την συμπεριφορά τους με αυτά που έγιναν αργότερα.

‘Μετά την απόπειρα στην Τροχαία της Βιλλαμάνια, η ομάδα, της οποίας ήμουν αρχηγός, διέλυσε.. Ήμουν σ’ αυτό το σημείο, που στην προσπάθεια να ξαναφτιαχτεί, επενέβη ο Κώστας και άρχισε επαφές κατ’ ευθείαν μ’ εμένα, ενώ ο Μίκης συνέχιζε τις σχέσεις του με τον Σπανό.’
‘Ο Κώστας έλεγε ότι κάθε ομάδα θα έπρεπε να είναι εξ ολοκλήρου αυτοδύναμη από την πλευρά της τεχνικοεπιμελητείας, της αντιπληροφόρησης και της δράσης’.

Του παρουσίασαν ένα νέο, που τον αναγνωρίζει σε φωτογραφία, ειδικό στον ηλεκτρονικό τομέα, που θα έπρεπε να τους μάθει να συντονίζουν τα ράδια στα μήκη κύματος της αστυνομίας. Αυτό έγινε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, παρόντος και του Φαίδωνα.
Επιστρέφει στην συνάντηση στο σπίτι της οδού Μπάρντι, μας μίλησε και ο Σπανός γι αυτή, την καλοκαιρινή περίοδο του ’78, όπου βρισκόμουν εγώ, ο Νάκης,ο Σάσσα, ο Κώστας και άλλοι.Περιγράφει το σπίτι.Εκεί του παρουσίασαν τον ‘μεγάλο ειδικό στα όπλα, και τον αναγνωρίζει. Είναι ο Σαμάνος.

Θυμάται πως μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για την 9άρα Μπερέττα, ‘έλυσε το όπλο μπροστά μας για να μας το δείξει.’ Μίλησε για πιστόλια, κοντόκανα τουφέκια, τα χαρακτηριστικά τους και πού και πώς χρησιμοποιούνταν. Ανέφερε και το δίκαννο με σπαστή κάνη, και τουφέκια, λέγοντας πως το καλύτερο ήταν εκείνο που έχει η αστυνομία, το Μ12.’
‘Μίλησε επίσης και για την ψυχολογική επίδραση που προξενεί το πέταγμα μιάς χειροβομβίδας’. ‘Θυμάμαι ότι με την ευκαιρία, μίλησε για ένα επεισόδιο που έγινε σ’ εκείνη την εποχή, εις βάρος κάποιου Στρατοπέδου, εγκρίνοντάς το, αφού με παρόμοιες ενέργειες επιτυγχάνουμε έναν διπλό σκοπό σαν εκείνο του να αφοπλιστεί ο εχθρός και ν’ αποκτήσουμε σύγχρονα όπλα’.

Μιας και έχουν μιλήσει για την αναγκαιότητα της τεχνικο-επιμελητείας να εφοδιαστούν με ράδια θυμάται πως ο Σπανός έκλεψε δύο από κατάστημα ναυτικών ειδών.
Λέει πως δεν θυμάται το ψευδώνυμο του Σπανού, αναφέρει για τον εαυτό του ψευδώνυμο διαφορετικό από αυτό που έδωσε προηγούμενη φορά.
Θυμάται ότι την εποχή των Ομάδων, τέλη του ’77, του δόθηκε ραντεβού μπροστά σ’ ένα σπίτι της οδού Βίνια Νουόβα, όπου τον περίμενα εγώ, και μας άνοιξε ο Κώστας. Ήταν και ο Νάκης εκεί και άλλα άτομα από την Εμίλια. Υπήρχε ανάγκη να μεταφερθούν μηχανήματα που παραποιούν έγγραφα και είχαν οι Εμιλιάνοι, σε μία τοποθεσία.
‘Συζητήθηκε η αναγκαιότητα να βγεί μια εφημερίδα που να δείχνει τις δύο περιοχές με ενωτικό τρόπο, πράγμα που έγινε ένα μήνα μετά. Ο τίτλος της ήταν ‘Αντιεξουσία’, σε μαύρο χρώμα. ‘Είδα μερικές εφημερίδες στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο.’Η διανομή γίνονταν στα μέρη που σύχναζε η κίνηση. Τα μέρη που αφορούσαν την Φλωρεντία τα επιμελήθηκε ο Κώστας. Είδα ένα νούμερο του οποίου η κεντρική σελίδα είχε ένα κατάλογο με τις απόπειρες που επαληθεύτηκαν στην Τοσκάνα.’

‘Νομίζω ότι Γάκης αμοιβόταν απ’ την οργάνωση, αυτό το συμπεραίνω από το γεγονός ότι δεν εργαζόταν, είχε πρόβλημα στο να εξηγήσει στο σπίτι του πώς ζούσε χωρίς να εργάζεται.
Σε κάποια στιγμή είχε και αυτοκίνητο. Ξέρω, γιατί μου το είπε ο Σπανός, ότι έλαβε μέρος σε μία εισβολή σε εταιρεία ακινήτων, το ’78, εισβολή που δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι τέλους γιατί μιά κοπέλλα που βρίσκονταν μέσα άρχισε να ουρλιάζει, και τότε όλοι, δηλαδή και ο Σπανός που είχε μπει πρώτος ,και όσοι ήταν μαζί του, έφυγαν’.

‘Ξέρω ότι ο Φαίδων, έλαβε μέρος σε μία εισβολή στη Φλωρεντία σε βάρος μιας κτηματικής μαζί με τον Κώστα. Γράψανε στους τοίχους. Απ’ όσα μου είπε, βρισκόταν όλη την ώρα δίπλα του και ότι αυτή η εμπειρία τον είχε ταράξει πολύ. Είχε μείνει άναυδος.’
‘Τον χρησιμοποίησαν γιατί ήθελαν να τον δέσουν με την οργάνωση, όπως προσπαθούσαν να κάνουν και μ’ εμένα.’ ‘Πρέπει να πήρε μέρος και ο Σάσσα.’

‘Με καλείτε να δείξω τις διάφορες ομάδες. Σε μία ήταν αρχηγός ο Κώστας, σε μία ο Νάκης, σε μία ο Μίκης και σε μία ο Λουκάς. Ο Κώστας,ο Νάκης, ο Σάσσα και ο Λουκάς αποτελούσαν μία Ομάδα Φωτιάς της οργάνωσης. Ο Ντίνος ήταν επικεφαλής σε περισσότερες από μία περιοχές. Η Φιόνα είχε την αποστολή να φροντίζει τα άτομα που έρχονταν έξω από την Φλωρεντία. Επί πλέον, αναζητούσε τις καινούργιες βάσεις.’
Αυθορμήτως λέει: ‘και ο Έκτορας ήταν αρχηγός ομάδας.’ ‘Αυτό το ξέρω, όμως δεν μου έρχονται οι λεπτομέρειες στο μυαλό. Θυμάμαι μόνο ότι τον έβλεπα συχνά με τους άλλους, μπορώ να προσθέσω ότι του μίλησα όπως μιλάνε σε αρχηγό, δηλαδή μιλώντας του για πράγματα που σε άλλον δεν θα είχα πει’.

‘Με ερωτάτε να εξηγήσω από πού πήρα τα στοιχεία βάση των οποίων βεβαιώνω ότι τα ονόματα που ανέφερα ήταν μέρος της διοίκησης των ομάδων, ή ότι ήταν αρχηγοί των ομάδων, με ιδιαίτερη αναφορά στον Έκτορα, στον Λουκά και στον Μίκη’.
‘Έχω ήδη μιλήσει για τις συγκεντρώσεις που γινόντουσαν στην Οδό Πίππο Σπάνο, στις οποίες δεν συμμετείχα ποτέ. Διαψεύδω τις δηλώσεις που έγιναν σε αυτό το σημείο από τον Σπανό που λέει ότι έγιναν δύο συναντήσεις στις οποίες έλαβα μέρος με αυτόν συναντώντας τον Ντίνο και την Φιόνα με παρόντα τον Βαγγέλη. Εγώ δεν έλαβα ποτέ μέρος. Όχι μόνο στις αρχές του ’79 ήμουν έξω από τον γύρο, αλλά σε αυτό το διαμέρισμα πήγα με τον Σπανό μία φορά να πάρουμε τον Κώστα. ‘

‘Γυρίζοντας στις συγκεντρώσεις, θυμάμαι ότι κάποτε είδα τον Νάκη και τον Μίκη αλλά και άλλα άτομα μπροστά στο κτίριο της οδού Πίππο Σπάνο, όπου εγώ περίμενα μέσα στο αυτοκίνητο. Μία φορά μπόρεσα να δω καλά αυτά τα άτομα που έβγαιναν από την συγκέντρωση, όλους αυτούς για τους οποίους με ρωτάτε, και δεν ξέρω αν και άλλους. Μια άλλη φορά είδα κάποιους που είχαν φύγει από την συγκέντρωση και σταμάτησαν στο μπάρ’!

Δεν χρειάζεται να σχολιάσω, έτσι δεν είναι; Τα έχει κάνει πλέον θάλασσα!
‘Οι αρχηγοί βγαίνουνε πάντοτε μαζί! ‘

‘με ρωτάτε για την Άννα, εγώ δεν έμαθα ποτέ ότι είχε σχέση με τις ομάδες ή την οργάνωση. Πήγα με αυτή και άλλους μια φορά στο σπίτι του Φαίδωνα για να καπνίσουμε.’ Έβγαλα το συμπέρασμα πως δεν είχε σχέση, δεν μίλησαν για θέματα αφορώντα τις ομάδες και την οργάνωση’.

Λίγο νωρίτερα τον έχουν ρωτήσει ξανά επί πλέον λεπτομέρειες αναφορικά με την συγκέντρωση στην οδό ντει Μπάρντι στην διάρκεια της οποίας δόθηκαν οδηγίες διαφόρου είδους από την Σαμάνο.
‘Πράγματι είναι αλήθεια ότι πήραν μέρος και ο Σπανός με τον Φαίδωνα. Δεν το είχα πει την άλλη φορά για να μην τους μπλέξω’.
‘Όμως δεν είναι αλήθεια ότι σ’ εκείνη την συγκέντρωση ήλθε μετά από μένα ο Σπανός γιατί ήταν παρέα μου πριν απ’ την συγκέντρωση. Αυτός ήλθε μόνος του, ενώ είναι αλήθεια ότι ο Φαίδων ήλθε μαζί μου, μια που και οι δύο,εξαιτίας της σημαντικής θέσης στην ομάδα που καθοδηγούνταν από εμένα, είχαμε κληθεί.’

Τους μίλησε ο Σαμάνος για τα όπλα και τις επιχειρήσεις που γίνονται με αυτά. Μίλησε για εισβολές και χτυπήματα στα πόδια εξηγώντας τις διαφορές των όπλων που χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση, όπως επίσης και τη σημασία του όπλου με ταμπούρο,που δεν σκορπίζει κάλυκες, σε αντίθεση με το αυτόματο. Θα έπρεπε να γίνουν και άλλες συναντήσεις αυτού του τύπου και συζήτηση και κατανόηση άλλων μορφών στρατιωτικού τύπου, τις οποίες θ’ ακολουθούσαν πρακτικές ασκήσεις.
Δεν κλήθηκε άλλο γιατί η ομάδα τους είχε αρχίσει να διαλύεται.
Ο Γιώργος ο Σπανός είχε υιοθετήσει έναν αυτόνομο ρόλο, βλέπει από μόνος του εμένα.

Μιλά για κλοπές αυτοκινήτων και πως δεν ήθελε να βοηθήσει, να πάρει μέρος γιατί είναι ‘εκτεθειμένος’, όταν του ζήτησε ο Σπανός να συνεργαστεί μαζί του. ‘Μάλιστα του παρατήρησα πως εκτεθειμένος είναι και ο ίδιος.’ Αργότερα έμαθε για ένα περιστατικό από αυτόν, μία τρέλα όπως την αποκάλεσε όταν του είπε πως θα είχε ένοπλη κάλυψη. Τον κάλεσαν σε συνάντηση,στο πάρκο της πλατείας, στην οποία συμμετείχαν η Φιόνα και ο Ντίνος, ο οποίος οργισμένος δήλωσε »πως μία εντολή σε μία οργάνωση ‘στρατιωτικού τύπου’ δεν αμφισβητείται, δεν συζητιέται. Εγώ έκανα την συνήθη κριτική μου και αυτός με άφησε να καταλάβω πως οι επιπλοκές που προέκυψαν από την αντίθεσή μου είχαν τινάξει στον αέρα κάτι. Το γεγονός συνέβη το ’78,σίγουρα πριν το καλοκαίρι, διότι τότε εγώ είχα ξαναρχίσει την χρήση ηρωίνης, από τον Ιούνη και μετά».

‘Είχαν όλοι πλέον καταλάβει τί παίζει και δεν μου ζητούσαν πλέον τίποτα, μάλιστα με συνάντησε μιά μέρα στην πλατεία του Άγιου Πιερίνου ο Κώστας με το κορίτσι του και μου έκανε επίπληξη, επειδή κατάλαβε πως βρισκόμουν στην περιοχή επειδή έψαχνα ναρκωτικά’. ‘Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή σύχναζε, μάλλον κατοικούσε από όσο ξέρω, στην οδό Φιεζολάνα, πηγαίνοντας προς την οδό ντέλι Αλφάνι, στο σπίτι ενός φοιτητή, του οποίου κι εγώ είχα κάνει γνωριμία, και τον έβλεπα συχνά παρέα με τον Κώστα.’
‘Αναγνωρίζω στο άλμπουμ τον Λουκά’.
Του δείχνουν και τον Σαμάνο και τον αναγνωρίζει.

‘Ο Μίκης με τον Νάκη διαμαρτύρονταν για την αδράνειά μας [μιλά για το προηγούμενο διάστημα] και αποφασίσαμε να πάρουμε ενεργητικό μέρος στην καμπάνια-εκστρατεία ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία.’ ‘Είχαν γίνει διάφορες απόπειρες, εξάλλου, δίχως την συμμετοχή μας’.
‘Αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι κι εμείς, δύο επιχειρήσεις, δύο ομάδες. Αντόνιο, Λάκης, Φαίδων, Ανδρέας, Σπανός και Μπάμπης, ευρισκόμενοι συγκεντρωμένοι μπροστά στο Τεχνικό Ινστιτούτο Γκαλιλέϊ.’

‘Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, πήγαμε να βάλουμε φωτιά στο παράθυρο του τμήματος της οδού Φαεντίνα, εγώ με τον Σπανό και τον Λάκη. Οι άλλοι ασχολήθηκαν με το τμήμα του Γκαλούτσο.Την διεκδίκηση πρέπει να έκαναν ο Φαίδων με τον Λάκης με τηλεφώνημα από την καμπίνα της πλατείας ντελλα Ρεπούμπλικα.’

Τον ρωτούν για άλλες απόπειρες εναντίων εδρών της Χρ. Δημοκρατίας της οδού Βέργκα, του Βιάλε Μανφρέντο Φάντι και του Βιάλε Γκουϊντόνι, απόπειρες που έγιναν όλες με εμπρηστικές φιάλες και λέει πως δεν γνωρίζει. Το σύστημα με το οποίο έγιναν του θυμίζει όμως και του φέρνει στο νού εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για το ‘Μπάρ Τορίνο’, στο λάργκο που πάει από την πλατεία Ντονατέλλο στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά, μπάρ που είχε υποστεί επίθεση σε εποχή πρόσφατη. Αυτό το σύστημα χρησιμοποίησε μία ‘ομαδούλα’ επονομαζόμενη ‘ομάδα επέμβασης νέων’ που είχε σχηματιστεί για να επεμβαίνει στο νεανικό προλεταριάτο, στην οποία έπρεπε να παίρνουν μέρος τρία,τέσσερα παιδιά με επικεφαλής τον Γάκη που μένει στο Βιάλε ντει Μίλλε, μπροστά από την εκκλησία ντει Σέττε Σάντι, ο Μίρκος, ο Ντένης και ο Βαγγέλης.’
‘Αυτή η ομάδα, όμως, από όσο μου προκύπτει, διαλύθηκε πρίν από την δική μας’.

Του δείχνουν τη φωτογραφία του Γάκη και τον αναγνωρίζει, σαν ένα από τους νέους που σύχναζαν στην πλατεία Σαν Μάρκο και τον συνάντησε μια μέρα σε μία συνάντηση στον κήπο Ορτικολτούρα, στους κήπους του Πόντε Ρόσσο με την Φιόνα, ‘μία από τις συναντήσεις όπου η κοπέλα συζητούσε μ’ εμένα και τον Σπανό τα θέματα του επονομαζόμενου ‘Επιτελειακού-Τεχνικού’ τομέα. Από τα πράγματα που είπε μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε μπεί στην οργάνωση, είχε σχέση πολύ άνετη με την Φιόνα και τον Ντίνο, και δεν φαίνονταν όπως εκείνος που ορισμένα πράγματα τα μάθαινε ή τα άκουγε για πρώτη φορά.’

‘Μιά φορά μας ανατέθηκε το καθήκον να πάμε να κοιτάξουμε για ενδεχόμενη ληστεία στο παράρτημα του Μόντε ντει Πάσκι του Βιάλε ντει Μίλλε. Το κόλπο έπρεπε να μελετηθεί για την στιγμή της επιστροφής των υπαλλήλων, μετά την παύση για το γεύμα. Κάναμε μισής ώρας βάρδιες ο καθένας. Στο τέλος τον συνόδεψα στο σπίτι του κι έτσι έμαθα που μένει. Μου συστήθηκε με άλλο όνομα, αργότερα έμαθα το βαπτιστικό του.’
‘Πρίν ξεκινήσουν οι συναντήσεις του Ε.Τ. Τομέα αποκαλούσαμε ο ένας τον άλλο με τα πραγματικά μας ονόματα, αργότερα υιοθετήσαμε ψευδώνυμα. Μπερδευόμουν καμιά φορά κι εκεί που έπρεπε ν’ αποκαλώ κάποιον με το ψευδώνυμό του τον καλούσα με το κανονικό του ή το αντίθετο. Δημιουργείτο εκνευρισμός’.

Τον ξαναφωνάζουν τον Σεπτέμβρη και τον ρωτούν γιατί δεν παρουσιάστηκε στην αντιπαράσταση με τον Σπανό, όπως είχε συμφωνηθεί.
‘Η κατάσταση είναι πως στην Φλωρεντία κυκλοφορεί η φήμη πως ο μόνος που έχει μιλήσει είμαι εγώ. Μάλιστα έγινε και μία εκπομπή στον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Τσέντο Φιόρι που βεβαιώνει ότι οι ανακριτές κατηγόρησαν 90 άτομα,χωρίς καμία απόδειξη, αλλά μοναχά στη βάση βεβαιώσεων ενός ή δύο τοξικομανών, που τους έχει στο χέρι η αστυνομία, και από αυτή την εκπομπή εγώ υποδείχθηκα στον κύκλο των γνωριμιών μου.’

‘Μας ζητήσατε τρείς φορές, εμένα και τον Σπανό να έρθουμε σε αντιπαράσταση. Και τις τρείς, το προηγούμενο βράδυ, ήρθε στο σπίτι μου και μου ζήτησε να δώσω μία εκδοχή συμφωνημένη για τα γεγονότα που ήταν γι αυτόν δυσμενή.
Είπε πως γνώριζε που υπάρχουν αντιθέσεις. Εγώ ούτε βεβαίωσα ούτε αρνήθηκα ότι έκανα στον ανακριτή τις εν λόγω βεβαιώσεις.
Δεν ήθελα να γεννηθούν μεγάλες διαφορές ανάμεσά μας, αυτό και αναφορικά με την σχέση φιλίας μεταξύ των οικογενειών μας’.

‘Σε σχέση με την πρώτη αντίθεση επικαλούμαι όσα έχω δηλώσει, ότι δηλαδή,μετά την διάλυση της ομάδας μας που έγινε λόγω της σύλληψης του Πέτρου για το γνωστό περιστατικό της κλεπταποδοχής των διαβατηρίων, που έγινε πάνω κάτω το καλοκαίρι του ’78, όσον αφορά τις συναντήσεις με εκείνους της Πρώτης Γραμμής στην οδό Πίππο Σπάνο πήραμε με τον Σπανό μέρος σαν οργανικοί της Πρώτης Γραμμής και όχι πιά σαν τα μέλη των ομάδων, με αυτή την ιδιότητα συμμετείχε σε αυτές τις συναντήσεις και ο Φαίδων’.

‘Αναφορικά με την διήγηση του Σπανού σχετική με μία εισβολή στην Πίζα σε Κτηματικό Γραφείο στην διάρκεια της οποίας μία γυναίκα ξεφώνισε, επιμένω ότι ήταν αυτός ο ίδιος που έκανε αυτή την εξιστόρηση.Η εισβολή έγινε 17-2-79. Καταλαβαίνω γιατί αρνείται. Σημαίνει ότι εκείνη την εποχή ήταν ακόμη στην οργάνωση ενώ εγώ είχα βγει προγενέστερα.’
‘Μέχρι που υπήρχε η ομάδα μας, στις συνεδριάσεις της διοίκησης πηγαίναμε εγώ και ο Φαίδων. Σε μία μόνο πήρε μέρος κρυφά ο Σπανός, ενώ μετά που διαλύθηκε η ομάδα, αρχές καλοκαιριού του ’78, ο Σπανός όπως εγώ συμμετείχε σε συνεδρίαση της Πρώτης Γραμμής σαν οργανικός στον τεχνικοεπιμελητειακό τομέα’.

‘Με ρωτάτε για την κλοπή του χρυσαφιού Γκόλφ που έκλεψε ο Σπανός, σε σχέση με τον ‘τσακωμό’ που έγινε με τον Ντίνο για την άρνηση της ένοπλης κάλυψης, αυτοκίνητο που έπρεπε να κλαπεί το πρωί και εκλάπη μετά τις έξι το απόγευμα,καταστρέφοντας έτσι την επιχείρηση για την οποία προορίζονταν. Μπορεί ο Σπανός να έκανε την κλοπή με τον Βαγγέλη.’
‘Είναι αλήθεια ότι οικειοποιήθηκα ένα ποσόν χρημάτων, κέρδος πλασαρίσματος ελαφρών ναρκωτικών, είναι αλήθεια ότι αυτό προκάλεσε μία ψυχρότητα μεταξύ μας, ενώ ήδη από καιρό είχα κλείσει τις σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο’.
‘Δεν ξέρω τίποτα σχετικά με το μάζεμα χρημάτων που ο Σπανός μαζί με άλλους είχε κάνει πιθανόν για να διευκολύνει την φυγοδικία του Γάκη. Δεν είχα σχέσεις φιλίας με αυτόν’.

  • Έτσι, δικάστηκα την πρώτη φορά, το ’81 για ληστεία, εμπρησμό εκ προθέσεως, έκρηξη, διακεκριμένη φθορά, συμμορία και παράβαση περί των εκρηκτικών υλών, όπως και παράβαση των νόμων περί όπλων για την καταστολή της τρομοκρατίας
    την δεύτερη το 1985 για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία, για ληστεία κατά συρροή εν συναυτουργία, για έκρηξη κατά συρροή εν συναυτουργία, αγορά εισαγωγή προμήθεια κατοχή μεταφορά όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών εν συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

  • Βίοι παράλληλοι :
    ‘Η ιστορία των ΝΑΡ, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, έχει κι ένα κεφάλαιο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
    [γράφει ο Κώστας Καλφόπουλος στο διαδίκτυο για την ιστορία των ΝΑΡ]
    και για τις δικές μας εξελίξεις στην υπόθεση της ελληνικής τρομοκρατίας.’
    [εγώ εδώ θα πω πως υπάρχει αντάρτικο,στην Ελλάδα και τον κόσμο, τρομοκράτες είναι οι φασίστες και οι φονταμενταλιστές που επιτίθενται τυφλά, στο πλήθος].

‘Στις 11 Μαρτίου του ’75, μετά από έκρηξη βόμβας στην οδό Κονσάλβο της Νάπολης, σκοτώνεται ο Βιταλίνο Πρίντσιπε και τραυματίζεται βαριά ο Αλφρέντο Παπάλε. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, μόλις βγήκε από το χειρουργείο, ο ανακριτής τον υπέβαλε σε δεκατετράωρη ανάκριση. Αρκεί το σχόλιο της δικηγόρου, κυρίας Λομπάρντι, που υπερασπίζεται τον Παπάλε :
‘Δεν βασανίζουν έτσι κάποιον που έχει χάσει το ένα του μάτι και του οποίου το σώμα είναι γεμάτο θραύσματα. Όμως δεν περιορίστηκαν σε αυτό. Οι ανακριτικές αρχές προσπάθησαν να εκφοβίσουν τον κατηγορούμενο επισείοντάς του την ποινή των ισοβίων.’

Εικοσιεπτά χρόνια μετά ακριβώς το ίδιο σκηνικό, με τις ίδιες πρακτικές θα επαναληφθεί στην Ελλάδα, με τον Σάββα Ξηρό, το πρώτο ταυτοποιημένο μέλος ένοπλης οργάνωσης που συλλαμβάνεται μετά την έκρηξη στον Πειραιά.’

Τσε, Βασίλης

  • Δευτέρα του Πάσχα σήμερα που ολοκληρώνω το ταξίδι μας στη Χώρα του Ποτέ τριάντα πέντε χρόνια μετά
    κατά την Μεγάλη Εβδομάδα του ’13, παρέα με την λοίμωξη μου.
    Ασυναίσθητα λοιπόν και αυτονόητα μου έρχεται ν’ αναφερθώ στο μεγάλο θέμα που απασχολεί όλους,
    το αναπόφευκτο του θανάτου, η αναζήτηση του μετά, η πίστη και η θρησκεία.
    Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει Θεός
    σίγουρα θα μου άρεσε να μη τελειώνουν όλα εδώ και τώρα, να υπάρχει συνέχεια.
    Αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που ακούγεται, από αυτό που λέμε.

Σημαίνει πως για το μετά δεν γνωρίζουμε τίποτα.
‘Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό’ λέει ο σοφός λαός.
‘Άνθρωπε αγάπα’ τραγουδά ο ποιητής
μη περιμένεις ανταπόδοση!
δεν χρειάζεται να προσμένεις ανταμοιβή.
Αγαπάς γιατί σ’ αρέσει, γεμίζεις όταν προσφέρεις, μεθάς όταν μοιράζεσαι,
νιώθεις ολοκληρωμένος με το άλλο σου μισό στην αγκαλιά.
Ο άνθρωπος χρειάζεται να νιώθει ασφαλής, αυτή την ασφάλεια ψάχνει,μέσα του, και την αποκαλεί Θεό.

Εγώ νιώθω ασφαλής όταν συνεργάζομαι με άλλους. Νιώθω ασφαλής όταν η συνείδησή μου είναι ήσυχη, όταν νιώθω καθαρός, τίμιος, δίκαιος, πως να το πω καλύτερα; δεν ξέρω
Τις Βίβλους δεν τις θέλω πια. Αυτές οι βεβαιότητες έχουν προκαλέσει μύρια δεινά στην ανθρωπότητα, που άλλο δεν παίρνει!
και σίγουρα ευτυχία και ασφάλεια δεν έφεραν στους λαούς.
Άσε που τις θρησκείες χρησιμοποίησαν οι δυνατοί για να εξασφαλίσουν την κατοχή τους, διαχρονικά.
Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται διαχωρισμούς. Ενότητα και συνεργασία χρειάζονται. Ισότητα και αυτονομία.
Ούτε κατοχή χρειάζονται.

Η Γη, ο πλούτος, τα αγαθά είναι για όλους. Για να μοιράζονται σε όλους, σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Δεν θα κοροϊδέψω ποτέ κανέναν για την πίστη, το χρώμα ή την ιδεολογία του.
Αυτός είναι. Ας πρόσεχε.
Δείχνεις με το παράδειγμά σου.
Αλληλεγγύη χρειαζόμαστε, να οργανωθούμε σε παρέες, στις γειτονιές, παντού.
Και να διευθύνουμε εμείς τις ζωές μας από κοινού, αυτόνομα.
Φτάνει πια με τους σωτήρες!

Είμαστε εμείς άγιοι και δαίμονες μαζί. Ισορροπία χρειαζόμαστε.
Ας είναι όπως θέλει νάναι
σήμερα είναι ώρα για δράση
σήμερα είναι η ώρα για καλύτερη ζωή
αυτήν έχουμε, αυτή γνωρίζουμε
δίκαιη, όμορφη. Γιατί ωραία η γη μας
γεμάτη ομορφιές που περιμένουν να τις ψαχουλεύσουμε, να τις εξερευνήσουμε. Όλοι
ΑΦΉΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ!

Let love in, Nic Cave.

ευχαριστώ τα κορίτσια που με ανέχτηκαν, τους φίλους που με υπέμειναν
η Βίκυ στάθηκε ήρωας, με γνώρισε στην δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου και δεν λάκισε. Βράχος. Την ευγνωμονώ
έχω τρία υπέροχα παιδιά, πέρασαν κι αυτά μέσα από Συμπληγάδες.
Τους ευχαριστώ όλους που υπάρχουν, που μου στέκονται
την αδελφή μου, τον άντρα της,τ’ ανίψια μου, τα ξαδέλφια και τις οικογένειές τους, τα υπέροχα πεθερικά μου.
Είναι όλοι τους θαυμάσιοι
στα μεγάλα μαρτύρια δεν με άφησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, νιώθω πολύ τυχερός.
Τους ευχαριστώ θερμά για μια ακόμη φορά!

Δικαίωμα στο όνειρο ΛΆΚΗΣ ΠΑΠΑΔΌΠΟΥΛΟΣ 1985

Μιά σιωπή καταλυτική
Η πόρτα κλειδωμένη
Το στίγμα σου ξεμακραίνει,
κι η νύχτα απορρυπαντική
Βλέμμα γυάλινο, χλωμό
Σ’ ένα παιχνίδι χαμένο
ψάχνεις για κερδισμένο
κι εγώ πάλι στο βυθό
Όμως με τίποτα δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο
Δικαίωμα στο όνειρο,
δικαίωμα στο τίποτα
Φυγάς σε δίκη που εκκρεμεί,
που τίποτα δεν περιμένει
παρά απόφαση καταδικαστική
Μέσα σε γυάλινο κελί
η τύχη σου δοσμένη
Το μέλλον ξεμακραίνει
Η όψη σου αποθαρρυντική
Όμως με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα
δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο.

  • Αυτή είναι η ιστορία των παιδιών που ονειρεύτηκαν την χώρα του Ποτέ και είπαν να ψάξουν να την βρούνε. Δοκίμασαν. Το τόλμησαν.
    Δεν φοβήθηκαν το ταξίδι, δεν δείλιασαν στο άγνωστο, δεν τρόμαξαν να ρισκάρουν, αψήφησαν τους κινδύνους, εμπιστεύτηκαν το όνειρο, τράβηξαν αντίθετα στο ποτάμι, από κάποια στιγμή τουλάχιστον και μετά.
    Δεν δικαιώθηκαν, την ιστορία την γράφουν οι νικητές.
    Το στίγμα όμως που αφήνουν οι νικημένοι δεν εξαφανίζεται. Είναι εκεί δυνατό και όμορφο, μια παρακαταθήκη που βγαίνει από ψυχές άδολες, σαν το αγαπημένο, γαλλικό σύνθημα που φωνάζαμε στις πορείες μας τα χρόνια της φωτιάς : ‘δεν είναι παρά μόνο η αρχή, θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε’ !

Sunday morning, Velvet Underground.

Richie Havens, Freedom, (Woodstock)

DSC02215

Η Μπαλάντα Του Μαουτχάουζεν

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/03/07/%CE%B7-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%87%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B5%CE%BD/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Franco Tommei και Paolo Pozzi: ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ MILANO (14).

Αυτό το άρθρο είναι μια θαμπή και κάπως κουνημένη φωτογραφία. Και μάλλον μια αυθόρμητη αντίδραση για τις τελευταίες μέρες του κινήματος στο Μιλάνο. Εκείνου του κινήματος των Kύκλων του Νεανικού Προλεταριάτου εναντίον της μαύρης εργασίας και υπέρ των νέων χώρων κοινωνικότητας, που αναπτύχθηκε με συγκεκριμένες μορφές μεταξύ του 1975 και του 1976. Το ’77 είχε πλέον τελειώσει, απέμεινε ένας χώρος διστακτικών, κατακερματισμένων, αγωνιστών, που σ’ ένα βαθμό έτειναν να κάνουν το “άλμα” στον ένοπλο αγώνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli proletariato giovanile, anni '70

Στη δυναμική της πορείας στην Assolombarda, στις 12 Μαρτίου του 1977, στις διαφωνίες για τη διαδρομή και τους στόχους της, σ’ αυτά που τελικά έγιναν, μπορούμε να δούμε τη φτώχεια και την επικείμενη διασπορά. Φαίνεται το υδατογράφημα της αντίθεσης μεταξύ της βίας, ακόμη και σκληρής, του κινήματος, και του “πολεμικού λόγου” που θα αποτελέσει τυπικό χαρακτηριστικό των ένοπλων οργανώσεων.

Δεν είχαμε μείνει πολλοί στο Μιλάνο, το μεγαλύτερο μέρος των αυτόνομων είχε φύγει την προηγούμενη μέρα. Το βασικό ραντεβού εκείνων των ημερών, για ολόκληρο το κίνημα του ’77, ήταν η μεγάλη πορεία που είχε συμφωνηθεί να γίνει στη Ρώμη. Αλλά, αν και λίγοι, αποφασίσαμε να διαδηλώσουμε κι εμείς. Ο θάνατος ενός συντρόφου στην Μπολόνια, τα τεθωρακισμένα που κάλεσε ο Zangheri προκειμένου να περιφρουρήσουν την πόλη-βιτρίνα του ιταλικού κομμουνισμού, η διαδήλωση στη Ρώμη, μας επέβαλλαν, σχεδόν μας υποχρέωσαν, να κατέβουμε στο δρόμο.Παρότι λίγοι, ήμασταν όλοι παρόντες: οι επιτροπές της Senza Tregua, εμείς του “Rosso”, τμήματα της Lotta Continua, η κολλεκτίβα του Casoretto και τα υπολείμματα των Νεανικών Λεσχών. Αυτές, οι Λέσχες, υπήρξαν ολόκληρο το 1976, μέχρι τη μάχη-ήττα στη Σκάλα, το κίνημα που ηγεμόνευε πολιτικά στο Μιλάνο.

(Olycom)

Η πορεία εκείνη τη 12η Μάρτη του ’77 δεν είχε τίποτα το εύθυμο και το γιορτινό. Πρόσωπα σκυθρωπά, θυμωμένα. Τα σακίδια γεμάτα μπουκάλια και κάτω από το μπουφάν βάσιμες υποψίες για την ύπαρξη όπλων. Σ’ ένα κέντρο της πόλης απολύτως άδειο και γεμάτο φόβο, η πορεία κινούνταν αργά, σε αναζήτηση στόχων. Αλλά αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να την πέσει σε σούπερ μάρκετ για απαλλοτριώσεις ή σε απομονωμένους φύλακες για να τους αφοπλίσει. Είχαν δολοφονήσει έναν σύντροφο στην Μπολόνια και απέναντι σε αυτό το γεγονός τα πάντα φαίνονταν αναντίστοιχα. Ωστόσο, στην κεφαλή της πορείας, τα συνηθισμένα συνθήματα γεμάτα οργή και μίσος. Πολλά χέρια υψώνονταν στον ουρανό, κάνοντας το σχήμα του πιστολιού.

Εμείς του “Rosso” φτάσαμε ελάχιστα προετοιμασμένοι, οι “καλύτεροι”, με τον αντίστοιχο εξοπλισμό, είχαν φύγει. Αλλά μπορούσες να μην κατέβεις σε μια πορεία το ’77; Έτσι λοιπόν, κάτω μαζί με τους άλλους. Σου έπαιρνε κάμποση ώρα να ανακαλύψεις τα παιδιά από το “Baggio”, τα παιδιά της Siemens, της “Boviza”. Δεν υπήρχε ένας που να μη φοράει μαντήλι στο πρόσωπο. Κι έπειτα πήραμε τον περιφερειακό δρόμο προς τα Navigli. Μέχρι που; Στο ύψος της οδού Monforte η πορεία σταμάτησε ξαφνικά. Τρέξαμε γρήγορα στην κεφαλή της πορείας. Εκεί μπροστά μας, ήταν η νομαρχία, περικυκλωμένη από δυνάμεις των καραμπινιέρων που κρατούσαν καραμπίνες. Μεταξύ των υπευθύνων των διαφόρων ομάδων της αυτονομίας έγινε μια χαμηλόφωνη συζήτηση. Μας ρώτησαν αν εμείς του “Rosso” συμφωνούσαμε να επιτεθούμε στη νομαρχία, με όλα τα μέσα.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale rosso anni 70

Μας πήρε ένα λεπτό να καταλάβουμε ότι όλη αυτή η παρανομία, η παραβατικότητα στην οποία είχαμε εμπλακεί και η οποία αποτελούσε μέρος του κινήματος, τώρα θα στρεφόταν εναντίον του ίδιου του κινήματος: η χρήση της βίας δεν ήταν πλέον στην υπηρεσία μιας συγκρουσιακής και βίαιης διαπραγμάτευσης, αλλά μετατρεπόταν σε αποκλειστικό προνόμιο όποιου ήθελε να εγκαταλείψει κάθε πιθανότητα μαζικής πολιτικής δουλειάς, επιλέγοντας τη γραμμή της μάχης και της παρανομίας. Αλλά εκείνη η παρανομία, εκείνη τη στιγμή, άμεσα, χρειαζόταν να βρει μια διέξοδο διαφορετική από τη νομαρχία, αλλά εξίσου βίαιη. Μια “γραμμή διαφυγής” που θα επέτρεπε στο “Rosso” να παρέμβει σ’αυτό το μικρό μέρος του κινήματος που υπήρχε στο Μιλάνο, αποφεύγοντας τη θανατηφόρα σύγκρουση με τους καραμπινιέρους.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale senza tregua anni 70

“Εμείς του “Rosso” θέλουμε να διαδηλώσουμε στην Assolombarda, ένας από τους λόγους που είμαστε σήμερα εδώ είναι ο αγώνας των εργατών της Marelli εναντίον της αναδιάρθρωσης. Δεν συμφωνούμε με μια επίθεση σήμερα στο κράτος, κάτι τέτοιο δεν απασχολεί την αυτονομία. Δε βλέπετε τα τουφέκια των μπάτσων, είναι τρέλα!”. Κάποιες βρισιές, βλαστήμιες, σπρωξίματα. Τελικά η πορεία ξεκινά εκ νέου. Πέρασε η άποψη να κατευθυνθεί στην Assolombarda. Ανακούφιση, αν και στο μυαλό μας ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχε ένα τεράστιο μπέρδεμα. Ήμασταν σε αδιέξοδο. Πώς θα βγαίναμε απ’ αυτό; Αλλά είχαμε ήδη πάρει αντίθετη πορεία, για να ξεφύγουμε απ’ αυτό που η πλειοψηφία από εμάς δεν ήθελε εκείνη τη μέρα. Εμείς του “Rosso” και εκείνοι του Casoretto μπήκαμε μπροστά. Τελικά φτάσαμε στην Assolombarda.

banda-bellini

Εναντίον του άδειου και γεμάτου τζάμια μεγάρου, εκτοξεύσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Μολότoφ κατά βούληση, πιστολιές και τουφεκιές. Και το να πέσουν τα τζάμια του “σπιτιού των αφεντικών” ήταν χαρά. “Κάψτε το παιδιά, κάψτε το”, ακούγαμε πίσω μας. Έπειτα φύγαμε γρήγορα. Ήταν η τελευταία προσπάθεια στο Μιλάνο να συνδεθεί η εξεγερσιακή βούληση του κινήματος με τις οργανωμένες ομάδες της αυτονομίας, που μετά από λίγο θα σβήσουν, πιασμένες στη μέγκενη της καταστολής και της στρατιωτικοποίησης. Ήταν η τελευταία πορεία στην οποία επιδείχθηκε το υψηλότερο επίπεδο της σύγκρουσης (και σε σχέση με τον εξοπλισμό), χωρίς να επιτεθούμε σε πρόσωπα, σε ανθρώπους. Δυο μήνες μετά, κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης εναντίον της καταστολής, σκοτώθηκε ο αστυφύλακας Custra: η ένοπλη γραμμή είχε περάσει στο εσωτερικό του κινήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για milano '77, autonomia operaia

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

διεθνισμός, internazionalismo

#Kobane, η επανάσταση πέρα από τον μύθο

Kobane, giugno 2018. La scuola e convitto per orfani «L'arcobaleno di Alan», finanziato dalla provincia di Trento nell'ambito di un progetto di Docenti Senza Frontiere e dell'Ufficio informazioni del Kurdistan in Italia (UIKI).

Kobane, ιούνιος 2018. Το σχολείο και το οικοτροφείο για τα ορφανά «Το ουράνιο τόξο του Alan», που χρηματοδοτήθηκε από τη νομαρχία τουTrento στο πλαίσιο ενός σχεδίου των Εκπαιδευτικών Χωρίς Σύνορα και του Γραφείου πληροφοριών του Κουρδιστάν στην Ιταλία (UIKI).

του Tommaso Baldo *

«Όταν ήρθαμε εδώ, ένα μήνα μετά την απελευθέρωση, όλα ήταν κατεστραμμένα », μου λέει η Patrizia Fiocchetti ενώ το φορτηγάκι επάνω στο οποίο ταξιδεύουμε εισέρχεται στην Kobane. «Υπήρχαν αυτοκίνητα που είχαν εκτοξευτεί από τις εκρήξεις στον τρίτο ή τέταρτο όροφο των κτηρίων. Αλλά οι άνθρωποι είχαν ήδη αρχίσει να επιστρέφουν και να ανοικοδομούν. Θυμάμαι έναν άνθρωπο, τον ιδιοκτήτη ενός εντελώς κατεστραμμένου καταστήματος που πουλούσε εργαλεία και σιδηρικά ο οποίος μαζί με τα δύο μικρά παιδιά του έψαχνε μέσα από τα χαλάσματα του μαγαζιού του για να συλλέξει τις βίδες, τα καρφιά και τα μπουλόνια που βρίσκονταν διάσπαρτα.»

Οι κάτοικοι αυτής της μικρής πόλης των 40 χιλιάδων ανθρώπων επέστρεψαν μόλις τέλειωσε η μάχη, περνώντας μαζικά τα κοντινά τουρκικά σύνορα και ξεκινώντας το έργο για να ξαναφτιάξουν την πόλη τους. Μπορούσαν να στηριχθούν μόνο στη βοήθεια που τους παρείχαν οι διοικήσεις που στηρίζονταν από το δημοκρατικό κόμμα των λαών (HDP) στο βόρειο Κουρδιστάν, δηλαδή στη γειτονική Τουρκία. Από τότε που ο Ερντογάν έθεσε αυτές τις διοικήσεις υπό επιτροπεία και συνέλαβε τους συν-δημάρχους των και αυτή η υποστήριξη ήρθε να εκλείψει.

Η Patrizia και η Carla Centioni διέσχισαν κρυφά τα σύνορα της Τουρκίας για να έρθουν εδώ τον φεβρουάριο του 2015. Την εποχή εκείνη το 48% των κτιρίων της Kobane ήταν κατεστραμμένα ολοσχερώς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην Αναφορά για την τρέχουσα κατάσταση στην Kobane «Report sulla situazione attuale a Kobane», που διαδόθηκε το μάρτιο του 2017 από το Γραφείο Πληροφοριών του Κουρδιστάν στην Ιταλία, μετά το διώξιμο του Isis από την πόλη από τις 4.284 κατοικίες δεν υπήρχαν παρά μόνο σωροί από ερείπια, άλλες 5.864 υπέστησαν ζημιά σοβαρή, λιγότερο ή περισσότερο, και μόνο 630 δεν είχαν υποστεί καμία ζημιά. Μεταξύ των εργαστηρίων και των καταστημάτων αυτά που καταστράφηκαν ολοσχερώς ήταν 1.604, 2.182 εκείνα που υπέστησαν βλάβη και 1.882 ανέπαφα.

Τώρα αντιθέτως αυτή που βλέπουμε χάρη στο φως των λαμπών που φωτίζουν τους δρόμους που τυλίγονται στη νύχτα είναι μια πόλη σχεδόν ανακατασκευασμένη, μέχρι και χαριτωμένη και καθαρότερη από άλλες που βρήκαμε στον μακρύ δρόμο, σχεδόν πεντακόσια χιλιόμετρα, που μας έφερε από τα ιρακινά σύνορα εδώ.

L'ultima zona della citta rimasta in mano a YPG e YPJ durante la battaglia del 2015 è diventata un «museo a cielo aperto»: viene conservata com'era il giorno della riconquista, mentre il resto della città è stato ricostruito.

Συμμετέχω σε μια αντιπροσωπεία της ένωσης Καθηγητές Χωρίς Σύνορα που είναι υπεύθυνη για την τεκμηρίωση της κατασκευής ενός οικοτροφείου με χώρους διδασκαλίας un convitto con spazi didattici που θα φιλοξενήσei τα ορφανά της Kobane, »To oυράνιο τόξο του Alan», που χρηματοδοτήθηκε από την Αυτόνομη Νομαρχία του Trento. Η Carla και η Patrizia είναι εδώ για να εγκαινιάσουν την Ακαδημία των γυναικών Accademia delle donne. Πρόκειται για ένα κέντρο πολιτικής, πολιτιστικής και εργασιακής κατάρτισης για τις γυναίκες της πόλης που θα διοικείται από την Kongreya Star, τη συνομοσπονδία επαναστατικών γυναικείων οργανώσεων. Αν και είναι ήδη δέκα το βράδυ, μας φέρνουν αμέσως να το δούμε. Είναι ένα μεγάλο ορθογώνιο τριώροφο κτίριο, χτισμένο με λευκό πέτρωμα άφθονο σε αυτήν την περιοχή. Χρηματοδοτήθηκε με 8 ανά χίλια από την Tavola Valdese και την Αυτόνομη Νομαρχία του Bolzano. Η Arjin, η επικεφαλής της ακαδημίας λέει ότι οι άνθρωποι εδώ αποκαλούν ήδη την Ακαδημία «το κάστρο των γυναικών».

L'Accademia delle donne, finanziata dalla Provincia autonoma di Bolzano e dalla Tavola valdese, nell'ambito del progetto «Ponte donna Kobane», sempre con il supporto dell'Ufficio informazioni del Kurdistan in Italia (UIKI).

Λίγα δεκάδες μέτρα από το κτίριο, το όχημα με το οποίο ταξιδεύουμε σταματάει σε μια κυκλική διασταύρωση από μια ομάδα μεσήλικων κυριών. Φορούν τα μακριά ρούχα και τις παραδοσιακές λευκές μαντήλες των κούρδων γυναικών. Στους ώμους τους φέρουν η καθεμιά ένα καλάσνικοφ. Είναι μέλη της κοινωνικής Άμυνας, των επιτροπών αυτοάμυνας των κοινοτήτων, των λαϊκών συνελεύσεων της γειτονιάς και του χωριού, κινητοποιούνται ενάντια στον κίνδυνο επιθέσεων. Στην πραγματικότητα είναι η 14η ιουνίου, η τελευταία νύχτα του Ραμαντάμ, μια νύχτα εορτασμού, μια από τις στιγμές που οι τρομοκράτες του ISIS ή άλλων ισλαμικών ομάδων προτιμούν να χτυπούν.

Για να εισέλθουμε στην πόλη έπρεπε να περάσουμε τουλάχιστον μια ντουζίνα σημεία ελέγχου, μεταξύ σταθερών και κινητών, μετακινούμενων. Τώρα στους δρόμους βλέπουμε γυναίκες και άνδρες, συχνά μέσης ηλικίας, με πολιτικά ρούχα να επαγρυπνούν με τα όπλα στους ώμους τους. Ένας πλήρης και συμμετοχικός έλεγχος της επικράτειας.

Κανείς δεν έχει ξεχάσει στην πραγματικότητα την ματωμένη αυγή της 25ης ιουνίου 2015. Το Isis είχε εκδιωχθεί έξι μήνες νωρίτερα και η Kobane επέστρεφε στη ζωή. Ωστόσο, εκατό τρομοκράτες, με τρία αυτοκίνητα βόμβες, αφέθηκαν να μπουν από τα τουρκικά σύνορα που πλευρίζουν από κοντά την πόλη. Άρχισαν να σφαγιάζουν ανθρώπους που αιφνιδιάστηκαν μες τον ύπνο τους και να πυροβολούν από τα ψηλότερα κτίρια, σκοτώνοντας περισσότερους από 250 ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων 36 παιδιών, πριν να εξολοθρευθούν.

Η κατάσταση συναγερμού στην Kobane δεν είναι υστερία. Δεν είναι τα στρατιωτικά σώματα YPG και YPJ (οι Μονάδες προστασίας του Λαού και οι Μονάδες προστασίας των γυναικών) που κάνουν σημεία ελέγχου και περιφρουρούν τις αστικές περιοχές, στη Kobane όπως και σε όλη την Rojava, αλλά οι Asayish, δηλαδή η αστυνομία. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται δίχως σημασία, αφού εδώ οι αστυνομικοί (αλλά και οι τροχονόμοι, τα μέλη των επιτροπών αυτοάμυνας, καθώς και οι φύλακες των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων) είναι οπλισμένοι με αυτόματα. Στην πραγματικότητα είναι ένα σημαντικό σημάδι της κανονικότητας, μας κάνει να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε πλέον στην πρώτη γραμμή του μετώπου αλλά σε ένα μέρος που μπορούμε να αρχίσουμε να θεωρούμε κάπως «ασφαλές». Κανείς εδώ πιστεύω δεν θα καταλάβαινε τον παράλογο πνευματικό μηχανισμό που οδηγεί πολλούς ιταλούς να θέλουν «το στρατό στους δρόμους» στο όνομα της «ασφάλειας».

Στις κατοικημένες περιοχές της Rojava η παρουσία των YPG και των YPJ σε στολή είναι η πιο διακριτική δυνατή, εκ των πραγμάτων μπορείτε να τους δείτε μόνο στους στρατώνες τους. Ένα γεγονός που υπογραμμίζει επίσης την πραγματική ανεξαρτησία της πολιτικής από την στρατιωτική.

La veduta dalla città dal tetto de «L'arcobaleno di Alan». Sullo sfondo, la collina di Mushtenur, dove venne piantata la bandiera delle YPG, a segnare la disfatta dell'Isis.

Ακόμα και οι κυρίες που μας σταματούν αυτή τη νύχτα που υπάρχει ο κίνδυνος επιθέσεων έχουν τα νεύρα στη θέση τους. Εδώ, ούτε ένα χιλιόμετρο μακριά από τα σύνορα μιας εχθρικής δύναμης, τυπικά μέσα στα σύνορα της πιο επικίνδυνης κατάστασης-κράτους στον κόσμο, φαίνονται χαλαρές. Φέρουν τα καλάσνικοφ στους ώμους τους χωρίς καμία άχρηστη επίδειξη των όπλων. Μόλις αναγνωρίζουν την Arijn χαμογελούν. «Heval!» – που σημαίνει συντρόφισσα ή σύντροφος, αλλά και φίλη ή φίλος – λένε χαιρετώντας την.

Λίγους δρόμους πιο μπροστά ο κόσμος περπατά ήσυχα και σε μια αίθουσα διακοσμημένη με τις σημαίες διαφόρων χωρών του κόσμου, μια ομάδα ατόμων παρακολουθεί τους αγώνες του παγκοσμίου κυπέλλου που ξεκίνησαν σήμερα. Καθ ‘όλη τη διάρκεια της νύχτας, παρά την παρουσία εκατοντάδων ένοπλων πολιτών και το υψηλό επίπεδο συναγερμού, δεν ακούω να αντηχεί ούτε ένας πυροβολισμός. Προφανώς, η «θεωρητική και στρατιωτική εκπαίδευση» που οι πολίτες των επιτροπών αυτοάμυνας λαμβάνουν από τις YPJ και τις YPG εξυπηρετεί πραγματικά να τους καταστήσει ικανούς να συμβάλλουν στον έλεγχο της επικράτειας.

Η δημοκρατική αυτονομία

Τις επόμενες ημέρες, εκτός από την εγκαινίαση της γυναικείας ακαδημίας και την επίσκεψη στο ουράνιο τόξο του Alan, συναντάμε τους τοπικούς διαχειριστές και ενώσεις. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ των δύο πραγματικοτήτων. Τα δημόσια αξιώματα εδώ επιλέγονται μεταξύ πολυκομματικών εκλογών, αλλά ο ρόλος τους είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που συνηθίζουμε στην Ευρώπη.

Πρώτα απ ‘όλα, οι εκλεγμένοι για κάθε αξίωμα είναι πάντα δύο, ένας άντρας και μια γυναίκα, γι’ αυτό μιλάμε για συν-δημάρχους ή για συμπροέδρους των καντονιών (κάτι σαν τους ιταλικούς νομούς). Μα κυρίως, δεν πρόκειται για πρόσωπα στα οποία ο μηχανισμός ανάθεσης εξασφαλίζει μια εξουσία παρόμοια με εκείνη των ευρωπαίων ομολόγων τους, μιλάμε κυρίως για ανθρώπους υπεύθυνους για το συντονισμό ενός πολύπλοκου δικτύου ενώσεων, συνελεύσεων και επιτροπών που έχουν ως στόχο να δώσουν τη δυνατότητα στη λήψη των αποφάσεων – και για την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων -σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους.

Όπως μας εξηγεί ο συν δήμαρχος της Kobane, ο Fares Atti, οι βάσεις του συστήματος δημοκρατικής Αυτονομίας είναι οι κοινότητες, δηλαδή οι συνελεύσεις γειτονιάς ή χωριού, καθεμιά από τις οποίες έχει την σχετική επιτροπή της που ασχολείται με μια συγκεκριμένη πτυχή της συλλογικής ζωής. Εάν ένα πρόβλημα υπερβαίνει τη διάσταση της περιοχής, τότε γίνεται απεύθυνση στη δημοτική συνέλευση, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι από τις διάφορες κοινότητες. Και αυτή έχει τις επιτροπές της που ενεργούν με το συντονιστικό των εκλεγμένων συν-δημάρχων.

Σε κάθε κοινότητα υπάρχει μια επιτροπή γυναικών που συνεδριάζει μία φορά την εβδομάδα, κάθε μήνα οι αντιπρόσωποι αυτών των επιτροπών συναντώνται σε μια δημοτική συνέλευση για να συζητήσουν κοινά προβλήματα και να μοιραστούν τις εμπειρίες. Ο γυναικείος πρωταγωνισμός τροφοδοτεί επίσης ένα πυκνό δίκτυο ενώσεων και κινημάτων που διαχειρίζονται και κομμάτια αυτού που θα ονομάζαμε ευημερία στην Ευρώπη, welfare, μέσω της παροχής συνδρομής σε ορφανά, στις γυναίκες θύματα βίας και σε οικογένειες που έχουν ανάγκη. Σύμφωνα με τον Hamed Hamo, συμπρόεδρο του συντονιστικού του δημοτικού διαμερίσματος της Rojava, οι διοικήσεις των πόλεων και των χωριών κατανέμουν το 10% των πόρων τους στις γυναικείες οργανώσεις.

Πάνω από τους δήμους υπάρχουν τα καντόνια. Εκείνο της Kobane αριθμούσε περίπου 400 χιλιάδες κατοίκους πριν από τον πόλεμο, έφθασε τις 550 χιλιάδες με την εισροή προσφύγων από άλλες περιοχές της Συρίας πριν από την επίθεση του Isis και σήμερα, μετά την αιματηρή πολιορκία και άλλα τέσσερα χρόνια πολέμου, κατέβηκε στις 350 χιλιάδες. Σύμφωνα με τον Enwer Muslim, συμπρόεδρο του καντονιού της Kobane, μεγάλο μέρος των προσφύγων στην Τουρκία έχουν αποτραπεί με τη βία από το να επιστρέψουν στη Ροζάβα. Σίγουρα σήμερα το καντόνι της Kobane καλωσορίζει και φιλοξενεί τους πρόσφυγες που διέφυγαν από την Αφρίν μετά την τουρκική και τζιχαντιστική εισβολή, τουλάχιστον 480 οικογένειες σύμφωνα με την συν-πρόεδρο Berivan Hassan. Αυτοί είναι άνθρωποι χρειάζονται τα πάντα, ακόμη και να ξεπεράσουν τα τραύματα που προέκυψαν μετά από δύο μήνες τουρκικών βομβαρδισμών μέσω ειδικών σεμιναρίων.

Η εντύπωση είναι ότι ολόκληρος ο μηχανισμός της δημοκρατικής αυτονομίας, με τις συνελεύσεις του και τον καταμερισμό των καθηκόντων στον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, είναι επίσης ένα συλλογικό εργαλείο για τη θεραπεία των ψυχολογικών πληγών μιας κοινωνίας που έχει κατακρεουργηθεί από τον πόλεμο.

Φθάνει να γυρίσετε τους δρόμους της Kobane για να συνειδητοποιήσετε πώς είναι ουσιαστικά μια πόλη με μεσήλικες ανθρώπους και παιδιά, ο αριθμός των οποίων αφήνει έναν ευρωπαίο παρατηρητή έκπληκτο. Οι νέοι ηλικίας από δεκαέξι έως τριάντα ετών συναντώνται σπάνια, συνήθως με στολή στα στρατόπεδα των YPG και YPJ ή ξεκουράζονται στους περίπου 1.300 τάφους του στρατιωτικού νεκροταφείου της Kobane. Σε κάθε οικογένεια υπάρχει τουλάχιστον ένας νεκρός και συχνά περισσότεροι από ένας. Η συμπρόεδρος Hassan έχει χάσει έντεκα μέλη της οικογένειας της από το Isis, της έχει απομείνει μόνο μια αδελφή στις YPJ.Il cimitero di Kobane

Είναι αυτή που μας λέει: – Έχουμε αναλάβει μια υλική ανακατασκευή αλλά και μια πολιτιστική και ηθική ανασυγκρότηση της κοινωνίας. – Όλοι οι διαχειριστές με τους οποίους μιλήσαμε θεωρούν θεμελιώδους σημασίας τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου ανθρώπινου όντος, μιας νέας νοοτροπίας. Το πράγμα είναι στην πράξη πολύ λιγότερο ιδεολογικό από αυτό που μπορεί κανείς να σκεφτεί. Δεν πρόκειται για την απομνημόνευση των γραπτών του Αμπντουλάχ Οτσαλάν ούτε να σoφιστούμε επάνω σε αφηρημένες αρχές και έννοιες αλλά να εκπαιδευτούμε ως διαχειριστές ή υπεύθυνοι ενός τομέα, να αντιμετωπίσουμε άμεσα προβλήματα, να ανταλλάξουμε κριτικές και εμπειρίες. Το σύστημα δημοκρατικής Αυτονομίας μέσω της προσπάθειας να εμπλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους στη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων είναι ίσως το μεγαλύτερο πείραμα της δια βίου, της μόνιμης εκπαίδευσης που υπάρχει στον κόσμο.

Αλλά λειτουργεί; Καταφέρνει να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων;

Σήμερα στη Kobane βρίσκονται σε λειτουργία 3 νοσοκομεία, 21 σχολεία (από το δημοτικό έως το γυμνάσιο και το λύκειο) με πάνω από 11 χιλιάδες μαθητές, ένα πανεπιστήμιο με 40 φοιτητές, ένα εργοστάσιο τσιμέντου, ένα εργοστάσιο παραγωγής τούβλων και ο δημοτικός μύλος με ένα νέο φούρνο. Μετά την απελευθέρωση του φράγματος τηςTishreen στα τέλη του 2015, ολόκληρη η πόλη τροφοδοτείται με ηλεκτρική ενέργεια της οποίας η διανομή αναστέλλεται μόνο τις πρώτες πρωινές ώρες.

Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι δωρεάν και η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική μέχρι τα 14. Οι υπεύθυνοι των συνελεύσεων των σχολείων των Kobane, Dozghin Ali και Amira Mehedin βεβαιώνουν ότι τηρούνται στο 95% των περιπτώσεων. Σε όλους τους λαούς της Ομοσπονδίας είναι εξασφαλισμένο το δικαίωμα να μάθουν τη γλώσσα και τη λογοτεχνία τους. Ακόμη και οι πενήντα άραβες μαθητές της Kobane έχουν τις δικές τους τάξεις με προγράμματα στη δική τους γλώσσα. Οι συνελεύσεις των εκπαιδευτικών και οι επιτροπές που εποπτεύουν το εκπαιδευτικό σύστημα είναι ενωτικές, δηλαδή περιλαμβάνουν δασκάλους και καθηγητές από όλες τις γλωσσικές ομάδες.

Μια ολόκληρη νέα γειτονιά είναι υπό κατασκευή και θα προορίζεται στις οικογένειες που ζούσαν στα λίγα τετράγωνα που είχαν παραμείνει στα χέρια των YPG και των YPJ στα στάδια αποκορύφωσης της μάχης, εκεί όπου γκρεμίστηκαν οι επιθέσεις των ορδών του Isis. Αποφασίστηκε εκείνο το τμήμα της πόλης να παραμείνει όπως ήταν στο τέλος των μαχών για να καταστεί ένα υπαίθριο μουσείο.

Για τον πληθυσμό που ζούσε εκεί, χτίστηκε μια νέα γειτονιά όπου θα πρέπει ναπραγματοποιηθεί η αρχιτεκτονική αναπαράσταση των οικολογικών και ανθρωπιστικών αρχών του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού: μια έκταση της οποίας το 60% προορίζεται για κήπους και χώρους πρασίνου μέσα στην οποία υπάρχουν 16 κτίρια τεσσάρων ορόφων εξοπλισμένα με ένα νηπιαγωγείο, καταστήματα, σχολεία και ένα αστυνομικό σταθμό. Σήμερα μεγάλο μέρος από τα κτίρια που είναι χτισμένα με τοπική λευκή πέτρα έχουν τελειώσει και είναι πραγματικά όμορφα. Το πρόβλημα είναι ότι για να έχουν πόσιμο νερό, οι κάτοικοι πρέπει να το πάρουν από τα πηγάδια, επειδή δεν ήταν ακόμη δυνατή η σύνδεση των σωλήνων λόγω έλλειψης απαραίτητων μηχανημάτων και υλικών.

Σε όλες τις εργασίες ανασυγκρότησης οι δυσκολίες είναι τεράστιες, κυρίως λόγω της πολεμικής προσπάθειας και του εμπάργκο από πλευράς της Τουρκίας και του ιρακινού Κουρδιστάν.

Μηχανήματα και φάρμακα λείπουν στα νοσοκομεία. Τα σχολεία χρειάστηκε να ξαναχτιστούν και οι δάσκαλοι έγιναν τέτοιοι μετά από μαθήματα ταχείας κατάρτισης τους καλοκαιρινούς μήνες, στα οποία ακολούθησαν συνεχόμενα απογευματινά μαθήματα μετεκπαίδευσης. Σήμερα οι τάξεις έχουν κατά μέσο όρο 35 μαθητές (αμέσως μετά την εκδίωξη του Isis, έφθαναν και τους 70) και σε πολλά σχολεία, ειδικά στα χωριά, τα παιδιά του δημοτικού σχολείου παρακολουθούν μαθήματα συνδιδασκαλίας που συγκεντρώνουν μαθητές με διαφορετικές ηλικίες.

Σύμφωνα με την συν-δήμαρχο Roshan Abdi, τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Kobane είναι η έλλειψη συστήματος επεξεργασίας των απορριμμάτων και ενός δικτύου αποχέτευσης. Αυτού του τελευταίου έχει ήδη ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός αλλά μόνο λίγα χιλιόμετρα έχουν κατασκευαστεί επειδή δεν υπάρχουν τα μηχανήματα για την εκτέλεση του σκαψίματος και των απαραίτητων υπόγειων έργων.

Αυτό της έλλειψης της αποχέτευσης των λυμάτων είναι ίσως το πιο αισθητό πρόβλημα. Όταν συναντάμε τον συν-δήμαρχο Fares Atti μόλις έχει επιστρέψει από μια επίσκεψη σε μια οικογένεια που είχε το σπίτι πλημμυρισμένο από μια καταιγίδα το προηγούμενο βράδυ, κάτι που εδώ συμβαίνει αρκετά συχνά αφού λείπει ένα δίκτυο αποχέτευσης που να επιτρέπει, μεταξύ άλλων, την αποστράγγιση του βρόχινου νερού. Βρέθηκε μπροστά σε μια γυναίκα που του έδειξε με δάκρυα στα μάτια τα πράγματα τους κατεστραμμένα από τα πλημμυρισμένα νερά.

«Πάντα θα αισθάνομαι ανεπαρκής σε σχέση με τις ανάγκες των ανθρώπων μου που αντιστάθηκαν και ξανακτίσαν στην πόλη τους «, μας λέει ο Atti. «Εγώ και οι άλλοι μάθαμε να διαχειριζόμαστε μόνο αφού εκλεγήκαμε και υποφέρουμε όταν δεν καταφέρνουμε να επιλύσουμε τα προβλήματα του κόσμου μας».

Gli spazi aperti del Rojava. «Praticamente una bassa ferrarese extralarge ma più secca.»

Εν τω μεταξύ, η Τουρκία δεν περιορίζεται στο χτύπημα της Ροζάβα με την εισβολή της Αφρίν, το εμπάργκο και την κατασκευή του τείχους κατά μήκος των 600 χιλιομέτρων των συνόρων. Επίσης εκτρέπει τα ποτάμια χρησιμοποιώντας τα νερά για τα υδροηλεκτρικά της εργοστάσια. Διασχίζοντας τις τεράστιες εκτάσεις της Ομοσπονδίας συναντούμε συχνά ξηρά κανάλια και ρέματα, οι αγρότες πρέπει να αντλούν το νερό από τα υπόγεια ύδατα χρησιμοποιώντας μηχανοκίνητες αντλίες. Αλλά παρόλα αυτά η εντύπωση είναι ότι η οικονομία της περιοχής επιστρέφει στην κανονική της κατάσταση. Οι αγροί, οι οποίοι έχουν ανατεθεί στις κοινότητες ή μικρούς ιδιοκτήτες, μοιάζουν καλύτερα περιποιημένοι από εκείνους του ιρακινού Κουρδιστάν (το οποίο βασίζεται στο πετρέλαιο και εισάγει σχεδόν τα πάντα από την Τουρκία).

Παρά την έλλειψη νερού, τις ζημιές του πολέμου στα αρδευτικά συστήματα και τη χρήση παλαιών και ανεπαρκών αγροτικών μηχανημάτων, το 2017 η συγκομιδή της Ροζάβα ήταν υψηλότερη από τις συνολικές ανάγκες σιτηρών ολόκληρης της Συρίας. Αυτή του φετινού έτους θα είναι πιθανώς χειρότερη λόγω της ανοιξιάτικης κακοκαιρίας. Αλλά όσο σκληρή όμως μπορεί να είναι η ζωή των περίπου πέντε εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν στη δημοκρατική Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας, δεν εμφανίζεται ούτε ένας από τους μικρούς ζητιάνους που είναι μια σταθερή στο ιρακινό Κουρδιστάν .

Ανάμεσα σε χίλιες δυσκολίες στη Ροζάβα σε όλες και σε όλους είναι εγγυημένο το δικό του κομμάτι ψωμί, το σχολείο του, το δικαίωμά του να μιλά στις συνελεύσεις και το απαραίτητο για την υπεράσπιση του καλάσνικοφ.

Τα πρόσωπα της επανάστασης

Η επανάσταση της Rojava δεν ήταν μόνο μια στιγμή αντίστασης ενάντια στον ισλαμιστικό φασισμό του ISIS, αλλά και η εξέγερση ενάντια στις βαριές διακρίσεις στις οποίες υποβάλλονταν οι Κούρδοι στο καθεστώς Assad. Για αυτό και για τη συμβολή των μαχητών που έφτασαν από διάφορα μέρη του Κουρδιστάν μπορούμε να μιλήσουμε για μία κουρδική επανάσταση.

Είναι όμως και μια επανάσταση όλων των λαών της Βόρειας Συρίας. Αυτή η τελευταία ήταν ένα είδος εσωτερικής αποικίας που την εκμεταλλεύτηκαν και εγκατέλειψαν προς όφελος των πλουσιότερων περιοχών της χώρας. Οι αγροί της Rojava διατηρούσαν ολόκληρη τη Συρία, αλλά στη Kobane το συριακό καθεστώς δεν ανέλαβε ποτέ το δυσάρεστο έργο της κατασκευής των συστημάτων απορροής έτσι ώστε τα νερά του κοντινού Ευφράτη να προορίζονται για το Χαλέπι. Εκείνοι που ήθελαν και μπορούσαν να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο, έπρεπε να πάνε στο Χαλέπι ή στη Ράκκα, ενώ ακόμη και τα αρχαιολογικά ευρήματα έπαιρναν το δρόμο προς τα μουσεία της Δαμασκού.

Η επιλογή να μην διεκδικήσει ανεξαρτησία από τη Συρία, αλλά τη δημοκρατική αυτονομία, επιλέγοντας μια πολιτική πρακτική που ριζικά αντιτίθεται σε εκείνη του Μπαρζανί στο ιρακινό Κουρδιστάν, δεν ήταν μια τακτική κίνηση, αλλά προέκυψε από την ζωτική ανάγκη συγκράτησης του κοινωνικού ιστού ενός τόπου όπου οι κούρδοι, οι ασσύριοι, οι αρμένιοι και οι άραβες, οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι ζουν δίπλα δίπλα και παντρεύονται μεταξύ τους δίνοντας ζωή σε μικτές οικογένειες. Με αυτή την έννοια, η επανάσταση είναι βαθιά συριακή.

Αλλά πάνω απ ‘όλα είναι μια φεμινιστική επανάσταση. Ο πρωταγωνισμός των γυναικών όλων των ηλικιών είναι ο κινητήριος μοχλός της δημοκρατικής αυτονομίας. Ένας πρωταγωνισμός ικανός να ξεκινήσει μια βαθιά αλλαγή, ορατή στις μικρές χειρονομίες: αν μπείτε σε ένα δωμάτιο στην Ροζάβα, θα δώσετε το χέρι σε όλους τους παρόντες, άνδρες και γυναίκες, οποιασδήποτε θρησκείας. Ένα αδιανόητο πράγμα στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπου είδα μια υπάλληλο που φορούσε ένα μικρό τουλπάνι που μόλις στηρίζονταν στο πίσω μέρος του λαιμού και πέδιλα με τακούνι 12 να τραβιέται σκανδαλισμένη μπροστά από το τεταμένο χέρι ενός από τους καθηγητές με τους οποίους ταξίδευα.

Murales a Jinwar, piccolo villaggio per sole donne fondato nel 2017.

Ο βαθμός αποτελεσματικού πολιτικού πλουραλισμού είναι πιο δύσκολο να εκτιμηθεί. Αφού παραδεχτούμε ότι αυτό που ονομάζουμε «πλουραλισμό» στην Ευρώπη είναι πραγματικά κάτι για το οποίο πρέπει να είμαστε υπερήφανοι, κάτι που προσωπικά αμφιβάλλω πολύ.

Την 1η δεκεμβρίου 2017, τα νομοθετικά συμβούλια που διαχειρίζονται τα καντόνια σε ολόκληρη την περιφέρεια της Rojava εκλέχθηκαν κατά τη διάρκεια των εκλογών, στις οποίες συμμετείχαν το 69% των εχόντων δικαίωμα, ha preso parte il 69% degli aventi diritto. Η Λίστα αλληλεγγύης του Δημοκρατικού Έθνους ήταν μακράν ο νικητής, σε ποσοστό σχεδόν 90%. Είναι ένας συνασπισμός μεταξύ 18 κομμάτων και κινημάτων, κούρδων και αράβων, υπό την ηγεσία του PYD, του Κόμματος της Δημοκρατικής Ενότητας, της κινητήριας δύναμης της επανάστασης που έχει ως θεωρητικό ορίζοντα τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό θεωρημένο από τον Ocalan.

Οι διοικούντες που συναντήσαμε ανήκουν στα διάφορα κόμματα αυτού του μεγάλου συνασπισμού, αλλά όλοι μεταξύ τους αποκαλούνται «Heval», ένα σημάδι ότι ανήκουν σε μια κοινή δέσμευση, στράτευση. Εν ολίγοις, είμαστε στην παρουσία κάτι παρόμοιου με την Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης που ίδρυσε την Πρώτη Δημοκρατία στην Ιταλία, αλλά εδώ είναι θεμελιώδης η δράση της μαζικής βάσης του κινήματος που εκφράζεται και δρα μέσω κοινοτήτων και επιτροπών.

Η μειοψηφία που εκλέχθηκε στα καντονικά συμβούλια είναι η Λίστα του Κουρδικού Εθνικού Συνασπισμού στη Συρία και αρκετοί ανεξάρτητοι κατάλογοι. Αντ ‘αυτού, κάλεσαν τους υποστηρικτές τους να μποϋκοτάρουν τις εκλογές, invitato i propri sostenitori a boicottare le elezioni οι κούρδοι εθνικιστές του KNC, του Κουρδικού Εθνικού Συμβουλίου, συνδεδεμένου με το PDK, το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν του Masoud Barzani, το οποίο ελέγχει το νότιο Κουρδιστάν στο γειτονικό Ιράκ..

Το KNC έχει καταγγείλλει συλλήψεις των ηγετών του και εμπόδια στην πολιτική του δράση από τις δυνάμεις ασφαλείας της Rojava. Για όνομα του Θεού, σε μια επανάσταση σε μια ταραγμένη χώρα τα τελευταία επτά χρόνια αιματηρού εμφυλίου πολέμου σίγουρα μπορεί χωρίς αμφιβολία να συμβεί ότι πρόσωπα που κρατούν όπλα στα χέρια τους είναι δυνατό να έχουν διαπράξει κατάχρηση εξουσίας. Αλλά οι καταγγελίες του KNC θα ήταν πιο αξιόπιστες αν στις περιοχές του Μπαρζανί, από τον οποίον εμπνέονται, στο Ιράκ, δεν αποθαρρύνεται κάθε πολιτική συζήτηση σε δημόσιους χώρους ή απλά να ειπωθεί το όνομα «Rojava», πράγμα που είδα με τα μάτια μου να προκαλεί τρεμούλιασμα φόβου και ξαφνική απομάκρυνση από πλευράς κούρδο-ιρακινού συνομιλητή μου. Αλλά πάνω απ ‘όλα, το καθεστώς του Barzani συμμετέχει στην πραγματικότητα στο εμπάργκο που αποφάσισε η Τουρκία ενάντια στην επανάσταση στη βόρεια Συρία. Μου είναι λίγο δύσκολο να σκεφτώ τους κουρδο-σύριους υποστηρικτές του Μπαρζανί σαν φτωχούς δημοκρατικούς άδικα διωκόμενους όταν έχω δει τους μπάτσους του ηγέτη τους να καθιστούν δύσκολη και προβληματική ακόμα και την είσοδο τετραδίων και χρωματιστών μολυβιών στην Rojava, για να μην αναφέρουμε τις δυσκολίες που τίθενται στους δημοσιογράφους.

Στην Ομοσπονδία, η θρησκευτική ελευθερία είναι σε κάθε περίπτωση εγγυημένη. Όταν ζητήσαμε να συναντήσουμε τη χριστιανική κοινότητα, που θεωρείται αρκετά κοντά στον Assad, κανείς δεν μας έθεσε προβλήματα. Στη Kobane, οι είκοσι χριστιανικές οικογένειες του τόπου έχουν τη δική τους εκκλησία και βιβλιοθήκη. Είτε προτιμούν τον Assad από την επανάσταση είτε όχι μας έλεγαν ότι αυτό που φοβούνται περισσότερο είναι μια τουρκική εισβολή όπως στην Afrin, από την οποία [Τουρκία] κάποιοι από αυτούς χρειάστηκε να ξεφύγουν. Και για το λόγο αυτό έχουν γιους και κόρες που κατατάχτηκαν στις YPG και στις YPJ.

Όσον αφορά την πληροφόρηση, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για πολιτικό έλεγχο ή για απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο, για το απλό γεγονός ότι οι κάτοικοι της Ροζάβα σίγουρα δεν είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν τοπική τηλεόραση: μπορούν κάλιστα να δουν τα τηλεοπτικά κανάλια των γύρω κρατών , συμπεριλαμβανομένων των τουρκικών και κούρδο-ιρακινών, καθώς και εκείνων των μεγάλων αραβικών δικτύων.

Όμως, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο στοιχείο παραμένει ο υψηλός αριθμός ατόμων που εμπλέκονται και εργάζονται ελεύθερα στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και διοικητικών διαδικασιών, στην καθημερινή λειτουργία της δημοκρατικής αυτονομίας. Μεταξύ αυτών των ανθρώπων, πολλές είναι γυναίκες για τις οποίες η επανάσταση αναμφισβήτητα αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για πρωταγωνισμό.

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι εδώ η ισότητα των φύλων εδώ δεν σημαίνει καθόλου μια «σεξουαλική επανάσταση» κατά τη δυτική έννοια. Αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα που θα θέσουν οι μελλοντικές γενιές, αναγνωρίζοντας πάντοτε ότι και σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι η δύση που πρέπει να μάθει κάτι από αυτή τη σεμνή επανάσταση στη Μέση Ανατολή.

Φυσικά εδώ μαθαίνουμε ένα πράγμα: δεν κάνουμε μια επανάσταση «για να είμαστε λίγο καλύτερα» ούτε και για να αλλάξουμε ένα αφεντικό με κάποιον που θεωρείται λίγο καλύτερος. Την κάνουμε επειδή ένα σημαντικό τμήμα μιας κοινωνίας αποφασίζει να πάρει το πεπρωμένο του στα χέρια του, να πραγματοποιήσει μια συλλογική ανάληψη ευθύνης και ως εκ τούτου συμμετοχής στην εξουσία.

Σε όλες τις επαναστάσεις υπάρχει αυτή η μαγική και τρομερή στιγμή, όπου όλα φαίνονται δυνατά, όπου οι άνδρες και οι γυναίκες είναι πολύ περισσότερο από τους εαυτούς τους, όπου η ουτοπία, η θυσία και η ορθότητα πηγαίνουν χέρι-χέρι στο να τροφοδοτούν τον συλλογικό πρωταγωνισμό. Μέχρι στιγμής, όλες οι επαναστάσεις εκείνη την στιγμή έχουν αποφασίσει να τη θυσιάσουν στο όνομα κάποιου «τελικού στόχου»: το έθνος, τη φιλελεύθερη δημοκρατία, τον σοσιαλισμό, την ευημερία ή κάτι άλλο. Η επανάσταση της Rojava είναι η πρώτη που κινείται σε ένα θεωρητικό ορίζοντα που κάνει ακριβώς τον συλλογικό πρωταγωνισμό τελικό στόχο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν έχει ανάγκη θυματοποίησης, ρητορικής ή πτήσεων προς τα εμπρός σε κάποιο είδος εσχατολογικής αυταπάτης. Δεν υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσει να φτάσει σε έναν τόπο ή σε έναν χρόνο όπου όλα θα πάνε με τον καλύτερο τρόπο λόγω μαγείας, αλλά μια συγκεκριμένη ελπίδα που θα χτίσουν όλοι μαζί και με δυσκολία μέρα με τη μέρα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον στην επανάσταση τα αγόρια και τα κορίτσια με την στρατιωτική στολή είναι εξίσου ζωτικής σημασίας με τους ήρεμους διαχειριστές της μέσης ηλικίας, και αν και δεν μπορούν ακόμη να αφήσουν το καλάσνικοφ ανησυχούν και φροντίζουν για τους αποχετευτικούς αγωγούς..


Tommaso Baldo εργάζεται στη διδασκαλία της ιστορίας σε ένα μουσείο στο Trentino, είναι μέλος της ομάδας εργασίας Nicoletta Bourbaki και συνεργάζεται με το Global Project. Στο Giap έχει δημοσιεύσει την ανάλυση της φωνής της Wikimedia που είναι αφιερωμένη στην ιστορία του Τρεντίνο,  l’analisi della voce di Wikipedia dedicata alla storia del Trentino. Τον ιούνιο του 2018 βρέθηκε στην Kobane για να ακολουθήσει τις τελικές φάσεις της κατασκευής του ορφανοτροφίου »Το Ουράνιο τόξο του Άλαν», «L’Arcobaleno di Alan», που οδηγούν οι Καθηγητές δίχως Σύνορα, Docenti Senza Frontiere, με την χρηματοδότηση της Αυτόνομης Νομαρχίας του Trento.

https://www.wumingfoundation.com/giap/2018/07/kobane-oggi/?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+giap+%28giap%29