ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Barbara Balzerani: η πορώδης συγγραφή της ιστορίας

Από τον μαγικό ρεαλισμό της Ortese μέχρι τη φιλοσοφική και σημασιολογική αυστηρότητα, βουτηγμένη με την θηλυκή ουσία, της de Beauvoir. Από τις πληγές του Angelus Novus του Walter Benjamin, φορέα μιας ιστορίας «πορώδους» που χρειάζεται την εκ νέου / εγγραφή, στο ντοκουμέντο “Nuovo Realistico“ που λογαριάζεται με τον κυρίαρχο μετα-μοντερνισμό και τις ερμηνευτικές τάσεις της αδύναμης και μετά ιδεολογικής σκέψης. Από την ποιητική και εικονοκλαστική οργή της αγγλικής δραματουργού Sarah Kane, μέχρι τις ελεγιακές πινελιές της άραβας ποιήτριας Zhabiya Khamis. Μέχρι τον άμεσο και λεπτό φωτογραφικό λυρισμό του Salgado. Αυτά είναι τα ίχνη που εκφράζονται – κατά τη γνώμη μου, φυσικά, γιατί θα μπορούσαμε να δούμε και πολλά άλλα, όπως εκείνα του φεμινισμού της Lonzi – επάνω στα οποία φαίνεται να κινούνται, με αργό αλλά αμείλικτο βήμα, ανελέητο αλλά παθιασμένο, τα μυθιστορήματα της Barbara Balzerani. Μυθιστoρήματα στα οποία η πολιτική και το μαρξιστικό ιδεώδες είναι η αντίστιξη, σιωπηρή και αναπόφευκτη, μέσω της οποίας μπορούν να ακουστούν οι τραγικές νότες μιας ζωής στον αγώνα, μιας ύπαρξης σε αγώνα.

Εδώ, στη συνέχεια, ένα πέρασμα, από τα πιο σημαντικά, του τρίτου της “Perché io perché non tu”, »Γιατί εγώ γιατί όχι εσύ:

«Υπάρχουν στιγμές που τυπώνονται στη μνήμη και παραμένουν εκεί για να καίνε σαν να έπρεπε να περάσει μια ζωή. Κλικ, σαν ένα στιγμιότυπο στο επίκεντρο και ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Αν είχα παραμείνει σιωπηλή θα είχα παρατείνει την αθωότητα για λίγο ακόμη αλλά εκείνα τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου από μόνα τους, ακούσια αμαρτία τόσο άσεμνη ώστε να αξίζει την άμεση τιμωρία. Την ανέλαβε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος η οποία, κοιτάζoντας με σαν μια κάμπια η οποία πιστεύει πως είναι πεταλούδα, μου έδειξε τη διαφορά μεταξύ των δύο φορεμάτων. Φορούσα ένα φτηνό κουρέλι και ούτε που έκλεινα το στόμα μου.

Με την μια μου αποκάλυψε πως ήμουν φτωχή, πως φαίνονταν και συνεπώς ήταν καλύτερο να περάσω απαρατήρητη την μέρα του τελετουργικού. Μπροστά θα στέκονταν εκείνες όπως η φιλενάδα μου, αέρινες και με τα πλούσια κάλλη τους. Για μένα, μια θέση λίγο πιο πίσω, βλέπεις ακόμη και τα μυστήρια απαιτούν τον σεβασμό προς τις τιμές και προς την στόφα».

Λοιπόν, λόγια γεμάτα, να χρησιμοποιήσω τον Λακάν. Λόγια που ιστοριοποιούν, και γλώσσα – στο σθένος της συμβολικής δομής της – που υπενθυμίζει και δεν ενημερώνει, δεν παίζει με τον εαυτό της, προκαλώντας σύγχυση και ανακατεύοντας τα χαρτιά. Μια γλώσσα που κάνει την Αλήθεια και την Ιστορία στον Άλλο και του Άλλου να ανα/γεννάται. Λόγος που είναι σαν μια κραυγή μέσα στη νύχτα. Εκείνη η κραυγή του παιδιού που καλεί την Αγάπη και το καθιστά συμμέτοχο, ακόμη και κάτω από τις βόμβες λευκού φωσφόρου, που εκτοξεύονται από μια απρόσεκτη και χειρουργικά ψυχρή αεροπορία, στην αποτρόπαια καταστροφική δύναμή της. Λόγος μιας σπουδαίας συγγραφέως, ικανής να επεξεργαστεί μια ύλη καμωμένη από ευμετάβλητα, ευάλωτα σημάδια, με τα γυμνά χέρια της ποίησης, αυλακωμένα από τον ανθρώπινο πόνο και μασημένα μέσα στον αγώνα για επιβίωση.

“Compagna Luna” “La sirena delle cinque” “Perché io, perché non tu” “Cronaca di un’attesa” “Lascia che il mare entri”. E ora, uscito alcuni mesi or sono, edito sempre daDeriveApprodi, il sesto libro: “L’ho sempre saputo” «Συντρόφισσα Σελήνη» «Η σειρήνα των πέντε» «Γιατί εγώ, γιατί όχι εσύ» «Χρονικό μιας αναμονής» «Άφησε τη θάλασσα να μπει». Και τώρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, δημοσιεύθηκε πάντα από τον οίκο DeriveApprodi, το έκτο βιβλίο: «Το γνώριζα πάντα».

Ποια είναι η Barbara Balzerani, ποια είναι η ιστορία της, είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστό. Guerrigliera, αντάρτισσα, μέλος του εκτελεστικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών, πήρε μέρος στο κομάντο που ολοκλήρωσε την απαγωγή και την εκτέλεση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών, Aldo Moro. Εξέτισε, με έναν εγκλεισμό τριάντα χρόνων και σκληρή φυλακή, τα μαρξιστικά ιδεώδη της και το όνειρό της – που μοιράστηκε με μια ολόκληρη γενιά – να αλλάζει τον κόσμο και εκείνους τους οικονομικούς κανόνες, εκείνες τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές και μορφές συνείδησης, που βασίζονται σε μια απατηλή και άνιση κοινωνική σύμβαση.

Βγαίνοντας από την φυλακή, ωστόσο, η Barbara βρήκε εκείνο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων ήταν, όχι μόνο δυνατή, αλλά και στη βάση του δημοκρατικού συστήματος, έστω και φιλελεύθερου-αστικού, εκείνο τον κόσμο, που διασχίστηκε από έναν κοσμικό Ταξικό Αγώνα, που έβλεπε τα αφεντικά να έχουν σαφές πλεονέκτημα, και που αυτή σκόπευε να αλλάξει, ανατρέποντας τις ισορροπίες-σχέσεις δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής προς όφελος, αυτή τη φορά, των εκμεταλλευόμενων – γενετικά μεταλλαγμένο. Δεν τον αναγνώριζε πλέον, αυτόν τον κόσμο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Τίποτα δεν της ανήκε, παρά μόνο ο εαυτός της. Το σώμα της, το οποίο είχαν επίσης προσπαθήσει να της πάρουν. Η ξεκάθαρη φωνή της. Η νοημοσύνη της, η εξυπνάδα της, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, να εξημερώσουν, χωρίς να το πετύχουν. H ιστορία, το σενάριο της, τα καθέκαστα της, οι εμπειρίες της που έπρεπε να ανιχνευθούν, να ανακτηθούν, να ανακατασκευαστούν, να δωροδοτηθούν.

Σε αυτόν τον κόσμο, που καταστράφηκε από τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, που κατέστη οργουελική δικτατορία της μοναδικής σκέψης, ήταν σαν ξένη. Ο οικουμενικός εορτασμός της κυρίαρχης σκέψης, του turbo-καπιταλισμού, του τέλους της Ιστορίας, που διοχετεύεται από τα μέσα ενημέρωσης και από τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία παρουσιάζουν την ψευδή εικόνα για αυθεντική, την καθιστούσε αδιάφορη θεατή γεγονότων που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα ήθελε να είχε φανταστεί! Αυτή, που είχε αγωνιστεί για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτή, η οποία είχε πολεμήσει μαζί με τους συντρόφους της, για τη συλλογική κοινή χρήση των αγαθών και των πόρων, ενάντια στo ατομικιστικό χαράκωμα των Εγώ των αφεντικών και ενάντια στο αρχαϊκό παράδειγμα της ολιγαρχικής εκμετάλλευσης των μαζών. Αυτή βρίσκονταν, τώρα, ξαφνικά, να περιπλανιέται, συγκλονισμένη, παραπαίουσα, ανάμεσα στα θεαματοποιημένα μεγαλεία της high-tech μητρόπολης, ανάμεσα στα γραφήματα των χρηματιστηριακών μετοχών της άγριας και παγκοσμιοποιημένης χρηματοδότησης, μέσα στην παλινδρόμηση της αδύναμης σκέψης, μεταξύ των προφητών του ηθικού σχετικισμού, μέσα στα τεμαχισμένα πλέγματα της ερμηνευτικής κίνησης που της λείπει ο συγκεκριμένος σκοπός, ανάμεσα στα μεταμοντερνιστικά ερείπια, του μετα-εργατισμού, της μετά-ιδεολογικής εποχής, της μετά-βιομηχανικής εποχής.

Διωγμένη από τα βαρυτικά κύματα μιας χωροχρονικής διαταραχής, παρασύρθηκε στα βαθιά, σε ένα είδος παράλληλου σύμπαντος, που κατοικείται από μετά/ ταυτότητες. Ταυτότητες poster, κρεμασμένες σε έναν τοίχο με φάτσες avatar. Ένα τοίχο που έχει γίνει εικονικός αλλά όχι λιγότερο αδίστακτος, στη διάστασή του που μοιάζει με απομόνωση εγκλεισμού, «πίνακας ανακοινώσεων» – επιτρέψτε μου την γλωσσική χειραγώγηση – στον απεριόριστο κβαντικό χώρο του αιθέρα.

Έτσι, η Barbara άρχισε να γράφει. Για να επανασυνδέσει τα νήματα της μνήμης. Πολιτική και οικογενειακή μνήμη, γνωστή, κοινή, οικεία, τόπων και αγώνων. Να επιδιορθώσει ράβοντας ξανά και υφαίνοντας, μέσα από τη γραφή, λωρίδες του παρελθόντος, για να αναγνωρίσει εκεί μέσα τον εαυτό της και να επανακτήσει τον εαυτό της και την Ιστορία της.

Μέχρι στιγμής είναι έξι οι τόμοι που έγραψε, οι οποίοι μετρούν κάτι πάνω από εκατό σελίδες ο καθένας. Έξι κοσμήματα της λογοτεχνίας, εσωτερικής και στρατευμένης, ιστορικής και πολιτικής, χρονολογικής και μαγικής, οικείας και συλλογικής, που ακούγονται σαν ένα χαστούκι στα πλαδαρά μάγουλα της ηθικολογίας και της μπουρζουάδικης διανόησης. Αυτής της ίδιας διανόησης η οποία την έδιωξε από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, διαμέσω του συγγραφέα Antonio Tabucchi, που πέρασε σε μια καλύτερη ζωή, με εκβιαστικούς τρόπους, αναγκάζοντας τον εκδοτικό οίκο – που ανήκε στον Giangiacomo, εκδότη και αντάρτη – να επιλέξει μεταξύ αυτού, φτασμένου διανοούμενου, και της πρώην ταξιαρχίτισσας.

Προφανώς, η επιλογή ήταν δεδομένη. Η Αγορά έχει τους κανόνες της. Και εναντίον αυτής της Αγοράς, και παρά τους νόμους της, γράφει σήμερα η Barbara. Τα βιβλία της διαβάζονται στη μισή Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν τα ράφια εκείνων των καθεδρικών ναών που ανεγέρθηκαν στην θεότητα Εμπόρευμα, που είναι τα Σουπερμάρκετ και τα Megastore. Ποτέ δεν θα διακινδυνεύσουμε να μπούμε σε ένα από αυτά τα λούνα παρκ της κατανάλωσης και να παρακολουθήσουμε την άθλια σκηνή, που επέδειξε ο Godard στο «Ψόφα αφεντικό, όλα καλά», όπου το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πουλούσε, το πολιτικό και εκλογικό του πρόγραμμα, με χαμηλό κόστος.

Η λογοτεχνία της Balzerani είναι βρώμικη από γη και αίμα, φτιαγμένη από οστά και νεύρα. Σίγουρα δεν αναμορφώθηκε από την πλαστικοποιημένη μάσκα ομορφιάς, ούτε συσκευασμένη με ζαχαρένιο χαρτί και ροζ κορδέλες. Τα βιβλία της μυρίζουν θάλασσα, έχουν το άρωμα του Νότου. Έχουν τη γεύση του εύρωστου κρασιού, του οποίου τα σταφύλια καίγονται στον ήλιο της Μεσογείου και στα τοπία του νότου ή στα αφρικανικά τοπία. Αφηγούνται την εμπιστευτική, ανομολόγητη, ακατέργαστη ευαισθησία ενός οικογενειακού εργατικού περιβάλλοντος, το οποίο μου θύμιζε πάντα εκείνο της υπαίθρου, που διηγήθηκε ο Όλμι στην ταινία Το δέντρο με τα τσόκαρα. Στάζουν ιδρώτα και κόπο προλετάριο. Αναπαριστούν αυλακωμένα πρόσωπα, πρησμένα από τη φτώχεια. Εστιάζουν με το δάχτυλο ενάντια στο ταξικό μίσος των κυρίων του κόσμου:

«Η πόλη βρίσκεται εκεί, σε απόσταση αναπνοής, με τα σπίτια της από τούβλα και τσιμέντο, τα αυτοκίνητα, τα φώτα, την ευημερία, την πολιτική και την εξουσία. Οργανωμένη σε κυκλικά διαστήματα που όσο περισσότερο απομακρύνονται από το κέντρο, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Δεν είναι πλέον οι τόποι των ευκαιριών για συναντήσεις, ανάμειξη, ανακαλύψεις, λύτρωση. Είναι bunkers,είναι φρούρια απόρριψης για τους πληβείους που διέρχονται εκεί μέσα μόνο για να προσφέρουν υπηρεσίες, δεν προβλέπεται γι αυτούς οτιδήποτε άλλο. Οι οποίοι, μόλις λήξει ο χρόνος, πρέπει να επιστρέψουν στους δικούς τους τόπους, υπερβαίνοντας τους πολλούς υψωμένους τοίχους. Τείχη της καχυποψίας, της διαφορετικότητας στη στάση και το ανάστημα, της κυριαρχίας των χώρων. Τοίχοι που ελέγχονται από τη συνέργεια των ελίτ που προσκολλώνται στα κομμάτια του προνομίου να μοιάζουν μεταξύ τους. Οι μεν χρειάζονται τους δε αλλά δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν.

Έτσι είναι όλες οι πόλεις. Από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο κόσμο. Οι διαφορές είναι στον βαθμό όχι στο πρότυπο. Η τόσο πολύ διακηρυγμένη οικουμενικότητα της προόδου και της ευημερίας για όλους δείχνει το χαλασμένο, το ξεπερασμένο, εκφυλισμένο και κακό της πρόσωπο. Είναι η φτώχεια που δημιουργεί τον πλούτο, με την αναγκαστική αφαίρεση των πόρων και το κόλπο των τόκων ενός ανεξάντλητου χρέους. Το παρελθόν και το μέλλον είναι γραμμένο με σαφήνεια». (L’ho sempre saputo – Πάντα το γνώριζα).

Σπάνιο παράδειγμα, εκείνο της συγγραφέος, πολιτικού γραψίματος που ξέρει να μεταμορφώνεται – με την επώδυνη έμφαση εκείνης που τo βάσανο και την αδικία, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, τα έχει δοκιμάσει και τα έχει νιώσει στο πετσί της – σε ποιητική ένταση. Και ως εκ τούτου, ηθική γραφή, η οποία επιτυγχάνει, μέσα από τo έντονο, βασανιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό ασπρόμαυρο εικόνων με πυκνές συναισθηματικές αντιθέσεις, να σφηνώνεται, να σκάβει, να διεισδύει, όπως ένας τυφλοπόντικα με ανοικτά μεγάλα μάτια, ανάμεσα στις εμφανείς και απαράδεκτες αντιφάσεις ενός συστήματος – του δικού μας συστήματος – που είναι βασισμένο σε αυτό το χρηματοοικονομικό Κεφάλαιο, θανατηφόρο όπως τα κύτταρα δολοφόνοι ενός καρκίνου σε μετάσταση και αφοσιωμένου στον Μολόχ μιας ανάπτυξης (όχι «προόδου», θα είχε προσδιορίσει ο Πασολίνι ) απάνθρωπης και που απανθρωπίζει.

Μια συμπαγής λογοτεχνική ομορφιά, που δεν παραχωρεί τίποτα στην τελετουργία της ρητορικής, ακόμη και στην τέλεια σμίλευση της λέξης και της φράσης. Συνοπτική και όμως, με τον δικό της τρόπο, μουσική, προχωρώντας με σύντομες και αυτοσχέδιες επιδρομές στις απρόσιτες στενωπούς της σκέψης. Αλλά πάνω απ ‘όλα, γραφή ικανή να ανοίξει διάπλατα τη μνήμη, μέχρι να την καταστήσει, πιάνοντας ξανά την έννοια που εκφράστηκε στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου, πορώδη Ιστορία, σαν τη ναπολιτάνικη ηφαιστειακή τέφρα που περιγράφεται από τον Benjamin (La citta Porosa, ακριβώς). Μια «πικρή ομορφιά» θα την αποκαλούσε ο Leo de Berardinis, φτιαγμένη από εικόνες που ξεσκίζουν ξαφνικά τη σελίδα με οδυνηρή μεταφορική βία. Για να αναφέρουμε τον Roland Barthes, είμαστε στο Σημείο μηδέν της γραφής. Μια γραφή που όμως δεν παραιτείται της δυνατότητας της να γίνει λογοτεχνική ποίηση.

Ένας λόγος σκληρός, αυτός της Balzerani, λοιπόν – που τον λείανε λιγάκι η ανθρώπινη ευαισθησία αυτής που ξέρει να βρει την τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης ή μέσα σε ένα κελί φυλακής – χωρίς υποκρισίες, ξεκάθαρος, που δεν αφήνει καμία διαφυγή, και που αναγκάζει, αυτόν που διαβάζει, να θέσει υπό αμφισβήτηση, να αναρωτηθεί, ιστορικά, για τον ρόλο του, σε μια εποχή και σε έναν κόσμο γεμάτους ουλές, σημαδεμένους από την αγριότητα της απληστίας, της συσσώρευσης, του κέρδους. Ένας κόσμος του οποίου η πρώην αντάρτισσα μας αφήνει να ακούσουμε, να αισθανθούμε, να δούμε, να αντιληφθούμε επιδερμικά, τις σκληρές ανισσότητες που διαπράχθηκαν από την πλούσια μειονότητα, συχνά ρατσιστική, σε βάρος των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών. Mάζες που αποτελούνται από μόνες γυναίκες και άνδρες, εύθραυστες μες τις μοναξιές τους και μπροστά στην αγωνία τους, μες το άγχος, με τον τραγικό τρόπο του Σοφοκλή, μιας ανθρώπινης ύπαρξης που, πλέον, φαίνεται να τους έχει κλέψει – διαμέσου αυτών που χτίζουν εφιάλτες φτιαγμένους με τσιμέντο, πόλεις που αστράφτουν με τα στραβοσκοπικά τους φώτα κατανάλωσης και τειχών για να κρατήσουν μακριά τα σκουπίδια κρέατος που ζέχνουν, που προορίζονται για πολτοποίηση μαζικής παραγωγής – ακόμα και το όνειρο μιας κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής λύτρωσης.

Μάζες στις οποίες η Balzerani, σαν ένα είδος σύγχρονης Αντιγόνης, αποκαθιστά δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, με την δύναμη της σαν μαχόμενη, που ξεράστηκε επάνω σε μια σελίδα που μετατρέπεται σε κατηγορητήριο και καταδικαστική απόφαση ενάντια σε αυτήν την εξουσία που, κάποτε, θέλησε να την κατηγορήσει, να τη διώξει και να την καταδικάσει. Και μαζί της, όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά, αλλά και εκείνες τις ίδιες προλεταριακές και λαϊκές μάζες, των οποίων οι ελίτ δεν προβλέπουν ποτέ την λύτρωση, μέσα στην σκληρή, άγρια αλαζονεία τους.

Μέσα από τις σελίδες των μικρών και πολύτιμων μυθιστορημάτων της, κλαίμε δάκρυα βαριά όσο οι πέτρες, χύνουμε αθώο αίμα στους δρόμους, ασφυκτιούμε, πνιγόμαστε κάτω από τον χυδαίο μανδύα των χρημάτων, αισθανόμαστε την οικεία, την ζεστή απομόνωση της φυλακής, η οποία σπάζει τη σκέψη και βιάζει το σώμα. Αυτή τη φυλακή των αφεντικών, που έχει εξαπλωθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος, αφηρημένη κι όμως πολύ συγκεκριμένη, που θα ήθελε να σπάσει την αντίσταση μας και να μας κάνει να παραιτηθούμε.

Αλλά η αγανάκτηση, σελίδα μετά τη σελίδα, φράση μετά τη φράση, φόρεμα μετά το φόρεμα, αναρριχάται μαζί με τον ποιητικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, υπαρξιακό εμετό της συγγραφέως. Και η επιθυμία εκείνου του κόσμου, διαφορετικού και εφικτού, η ακατανίκητη επιθυμία για Απελευθέρωση από τη δουλεία της ανάγκης και της μισθωτής επιβίωσης, επιστρέφει και εμφανίζεται, όπως ένα μωρό, από τα κάγκελα μιας κούνιας.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ιστορία, storia

16 μαρτίου 1978, μια ομάδα εργατών και επισφαλών απαγάγει τον Moro. Ήταν οι Brigate rosse, οι ερυθρές Ταξιαρχίες

Σαράντα χρόνια απόσταση από το φαντασιακό που αναπαράγεται από τις συνωμοτικές αφηγήσεις το πρωινό της 16ης μαρτίου 1978 η via Fani εμφανίζεται ως ένας τόπος φάντασμα που φυλάσσεται από τις μυστικές υπηρεσίες, ένα κομμάτι πόλης που στερείται αστικής ζωής όπου περιπλανώνται μυστηριώδεις παρουσίες. Ωστόσο, η ιστορική τεκμηρίωση που έχουμε στην κατοχή μας λέει ότι η πραγματικότητα εκείνου του πρωινού είναι πολύ διαφορετική. Περίπου στις εννέα, αυτό το μικρό οικιστικό τετράγωνο της Ρώμης διέσχιζαν πολλοί περαστικοί και στο δρόμο κυκλοφορούσαν πολλά οχήματα, τόσο ώστε τις διάφορες φάσεις της δράσης των ταξιαρχιτών, προσέγγιση, επίθεση και απαγκίστρωση, παρακολούθησαν από διαφορετικές θέσεις περισσότεροι από τριάντα μάρτυρες.  Στη συντριπτική πλειοψηφία επιβεβαιώνουν την αναπαράσταση που έκαναν οι μαχητές των Ερυθρών Ταξιαρχιών που συμμετείχαν. Ακολουθεί η διήγηση εκείνου του πρωινού που ελήφθη από το κεφάλαιο 6 του βιβλίου, Κόκκινες Ταξιαρχίες, από τα εργοστάσια έως την εκστρατεία της άνοιξης, Derviveapprodi, Μάρτιος 2017, Brigate rosse, dalle fabbriche alla campagna di primavera

από Campagnadiprimavera.wordpress.com

Br frontale

Ήταν ακόμα αυγή όταν στη Ρώμη, στις 16 μαρτίου 1978, μια ομάδα δέκα ταξιαρχιτών βυθίστηκε στην κυκλοφορία για να φτάσει στον τόπο του ραντεβού. Ήταν ένας αγρότης, ένας τεχνικός, ένας βοηθός υποστήριξης, ένας τεχνίτης, ένας φοιτητής, δύο άνεργοι, ένας έμπορος και δύο εργάτες. Ανήκαν στους Φάλαγγες της Ρώμης, του Μιλάνο και του Τορίνο και ήθελαν να πραγματοποιήσουν μια άνευ προηγουμένου ένοπλη δράση: την απαγωγή του Aldo Moro ως την καλύτερη επεξήγηση μέσω παραδείγματος της «επίθεσης στην καρδιά του Kράτους». Το ραντεβού ήταν στο σταυροδρόμι μεταξύ της οδού Mario Fani και της οδού Stresa. Το σχέδιο περιλάμβανε την εξολόθρευση της συνοδείας του Moro αποτελούμενης από τρεις αστυνομικούς και δύο καραμπινιέρους: τους αστυνομικούς Raffaele Iozzino, Giulio Rivera και τον αρχηγό της συνοδείας Francesco Zizzi, τον επιλοχία Oreste Leonardi και τον λοχία Domenico Ricci (1).
Τα πάντα είχαν σχεδιαστεί σχολαστικά σε μήνες και μήνες προετοιμασίας. Αυτό το κομάντο δέκα μαχητών, ηλικίας 20 έως 32 ετών, έδειξε μια αξιοσημείωτη αποφασιστικότητα στην ολοκλήρωση μιας επιχείρησης που σηματοδότησε την ιστορία της Χώρας, μια επιχείρηση της οποίας η οικονομική επένδυση, παραδόξως, δεν ξεπέρασε τις 700.000 λιρέτες, μόλις το ισοδύναμο τριών μισθών τότε ενός μεταλλουργού (2).

Ο σχεδιασμός
Μια ταξιαρχίτισσα που βρίσκεται στην κορυφή της Via Fani θα έπρεπε να σημάνει την άφιξη του κονβόι του Moro σηκώνοντας μια δέσμη λουλουδιών και στη συνέχεια να απομακρυνθεί από τον τόπο. Ως αποτέλεσμα ένας άλλος ταξιαρχίτης, σταματημένος με το αυτοκίνητό του αμέσως μετά τη διασταύρωση με την οδό San Gemini αμέσως θα μετακινούνταν για να τοποθετηθεί μπροστά από το αυτοκίνητο που μετέφερε τον Moro και εκείνο της συνοδείας που ακολουθούσε. Στο στοπ με τη Via Stresa θα σταματούσε κανονικά. Εκείνη τη στιγμή άλλοι τέσσερις ταξιαρχίτες χωρισμένοι σε δύο υπομονάδες θα έμπαιναν σε δράση πυροβολώντας ξαφνιάζοντας για να εξαλείψουν τους αστυνομικούς που προστάτευαν τον Μόρο. Ενώ μια ταξιαρχίτισσα μεταξύ της Via Stresa και της Via Fani θα απέκλειε την πρόσβαση στο χώρο της επίθεσης (την «κατώτερη πύλη»), ένας άλλος ταξιαρχίτης έπρεπε να μπει με την όπισθεν από τη Via Stresa στη Via Fani για να φορτώσει τον όμηρο. Οι δυο τελευταίοι έπρεπε να κλείσουν την οδό Φάνι στο πάνω μέρος, επιχειρώντας στην λεγόμενη «ανώτερη πύλη», για να κρατήσουν μακριά από τη δράση όποιον έφθανε εκεί. Οι υποομάδες της ομάδας φωτιάς είχαν προκαθορισμένα καθήκοντα: η πρώτη έπρεπε να χτυπήσει τους καραμπινιέρους που συνοδεύονταν τον Μόρο, τον επιλοχία Λεονάρντι, ο οποίος θεωρούνταν επικίνδυνος λόγω της εμπειρίας του, και τον οδηγό, λοχία Ρίτσι. Η δεύτερη υποομάδα έπρεπε να επιτεθεί στην συνοδεία της Δημόσιας ασφάλειας που βρίσκονταν στο δεύτερο αυτοκίνητο (Zizzi, Iozzino και Rivera). Την ίδια στιγμή, ο οδηγός του αυτοκινήτου που ήταν σταματημένο στο stop θα κατέβαινε για να ενισχύσει την «κατώτερη πύλη». Στο τέλος της μάχης οι ταξιαρχίτες θα είχαν πάρει τον Μόρο και αμέσως θα έφευγαν από την περιοχή σε τρία αυτοκίνητα προς την ίδια κατεύθυνση. Το αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο στο στοπ θα το εγκατέλειπαν στη διασταύρωση της μάχης μαζί με ένα πέμπτο αυτοκίνητο της οργάνωσης, το οποίο χρησίμευε ως αποθεματικό, σταθμευμένο λίγο πιο μπροστά στη Via Stresa.

Το πρώτο σχέδιο
Αρχικά οι ερυθρές Ταξιαρχίες σκέφτονταν να αρπάξουν τον Μόρο μέσα στην εκκλησία της Santa Chiara, στην piazza dei Giochi Delfici. Το σχέδιο, «στο οποίο ήταν πολύ προσκολλημένος ο Morucci» (3), απορρίφθηκε επειδή ο κίνδυνος πυροδότησης μιας σύγκρουσης με τα όπλα σε μια περιοχή που έβλεπε την παρουσία ενός δημοτικού σχολείου θεωρήθηκε υπερβολικά υψηλός. Η συνοδεία στην πραγματικότητα έδειχνε να είναι πολύ επιφυλακτική και έτοιμη για άμεση αντίδραση όταν ο Μόρο ήταν έξω από το αυτοκίνητό του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας μια από τους μαχητές της οργάνωσης που μετέπειτα συμμετείχε στη δράση της via Fani είχε εισέλθει στον τόπο της λατρείας προσποιούμενη ότι ήταν μια πιστή που ήρθε να προσευχηθεί. Γονατίζοντας λίγα βήματα από τον Πρόεδρο του εθνικού Συμβουλίου της χριστιανοδημοκρατίας DC, είχε τη δυνατότητα να παρατηρήσει τη συμπεριφορά των αστυνομικών που προστάτευαν τον Μόρο. Φεύγοντας από τα έδρανα της προσευχής για να κερδίσει την έξοδο συνειδητοποίησε ότι ο αστυνομικός στην είσοδο του ναού είχε αμέσως κινήσει το χέρι του στο όπλο. Ενεργώντας σε αυτό το μέρος οι ταξιαρχίτες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.
Αν και έβαλαν κατά μέρος το αρχικό σχέδιο, όπως θα δούμε αργότερα, οι ταξιαρχίτες διατήρησαν το ίδιο κριτήριο που είχε εμπνεύσει την πρώτη τους υπόθεση της διαδρομής διαφυγής: επιλογή μιας διαδρομής έξω από τους κύριους δρόμους, από δρόμους που χρησιμοποιούνται μόνο από την τοπική κίνηση ή ακόμη και ιδιωτικούς. Η απαγκίστρωση θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί διατρέχοντας την οδό Riccardo Zandonai, ενός δρόμου κλειστού από ένα συγκρότημα κατοικιών με δύο πύλες και ένα εσωτερικό δρόμο, που θα επέτρεπε να εξαφανιστούν τα αυτοκίνητα του commando από την κοινή θέα, φτάνοντας μετά τη δεύτερη πύλη στην είσοδο με τη via della Camilluccia , «περίπου πενήντα μέτρα από το πλάτωμα μεταξύ του Γαλλικού Νεκροταφείου και της οδού dei Colli della Farnesina» και από εκεί να φθάσουν στη συνέχεια στην οδό Trionfale, ακολουθώντας μια διαδρομή αντίθετη προς εκείνη που θεωρούσαν πιθανή να ακολουθήσουν αυτοί που ίσως τους κυνηγούσαν   (4).

Via Fani, μια παλιά γνώριμη (το σχέδιο επίθεσης στον Pino Rauti)
Το οδικό σημείο που επιλέχθηκε στη συνέχεια για τη δράση, η διασταύρωση μεταξύ της via Fani και της via Stresa, ήταν γνωστή από δύο μαχητές της ρωμαϊκής Φάλαγγας που ήταν παρόντες το πρωί της 16ης μαρτίου 1978, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να το μελετήσουν κάτι λιγότερο από τέσσερα χρόνια νωρίτερα κατά τη διάρκεια μια έρευνας που διεξήχθη εναντίον του Pino Rauti, εξέχουσας φιγούρας της νεοφασιστικής δεξιάς της πρωτεύουσας. Τον ιούνιο του 1974, μια ομάδα μαχητών που προέρχονταν από τη ρωμαϊκή εργατική Εξουσία, Potere operaio romanο, και οι οποίοι έκαναν τα πρώτα τους βήματα στον ένοπλο αγώνα, σχεδίαζαν να επιτεθούν στον Rauti. Η δράση θεωρήθηκε ως αντίποινα της σφαγής που πραγματοποιήθηκε στις 28 του προηγούμενου μαΐου στην Piazza della Loggia της Μπρέσια, κατά τη διάρκεια μια αντιφασιστικής διαδήλωσης που κάλεσαν τα συνδικάτα και η τοπική αντιφασιστική Επιτροπή, που κόστισαν τη ζωή 8 ανθρώπων και τον τραυματισμό 102 (5). Ο φασίστας ζούσε στην οδό Stresa, κοντά στη διασταύρωση με την οδό Fani, έτσι ώστε στις 16 μαρτίου 1978 ήταν από τους πρώτους που τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα για να δώσει τον συναγερμό: στις 9.15 είπε ότι άκουσε κάποιες ριπές από αυτόματο όπλο και είδε δύο άνδρες σε στολή αξιωματικών των αεροπορικών δυνάμεων και ένα μπλε Fiat 132 που απομακρυνόταν από τον τόπο της ενέδρας (6). Παρατηρώντας τις κινήσεις του Rauti, η ομάδα είχε προσέξει ότι όταν έφευγε από το σπίτι του διέσχιζε την οδό Stresa στο σύντομο διάστημα που οδηγεί στη Via della Camilluccia, όπου λόγω ενός stop το αυτοκίνητό του αναγκάζονταν να σταματήσει. Μπροστά από το stop, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, υπήρχε μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα πίσω από την οποία ένας από τα μέλη της ομάδας θα στέκονταν με ένα τουφέκι ακριβείας Sig Sauer. Η επίθεση, η οποία είχε προγραμματιστεί στη μικρότερη λεπτομέρεια, είχε φτάσει στο επιχειρησιακό στάδιο, αλλά την προγραμματισμένη ημέρα, φτάνοντας στον τόπο συνάντησης στην συνοικία Prati, ο στρατιωτικός υπεύθυνος του κομάντο πληροφόρησε τα υπόλοιπα μέλη ότι η δράση είχε ακυρωθεί. Δεν ξέρουμε ποια ήταν η σημασία της έρευνας του 1974 στην οικονομία του σχεδίου για την απαγωγή του Μόρο, αλλά είναι γεγονός ότι τα στελέχη της ρωμαϊκής φάλαγγας ήταν ήδη πρακτικοί της περιοχής.

Η προετοιμασία

Schizzo Moretti

Το απόγευμα της 15ης μαρτίου 1978, τα απαραίτητα αυτοκίνητα για την αλλαγή των μέσων είχαν διαταχθεί κατά μήκος της επιλεγμένης διαδρομής διαφυγής, συν τα δύο φορτηγάκια που προβλεπόταν για τη μεταφόρτωση του απαχθέντος. Το μπεζ φορτηγάκι Fiat 850, furgoncino 850 Fiat color beige με διπλή πλαϊνή πόρτα (για να καλυφθεί κάθε πιθανότητα φόρτωσης του απαχθέντα και από τις δύο πλευρές), που σχεδιάστηκε για την πρώτη μεταφόρτωση που θα εκτυλίσσονταν στην Piazza Madonna del Cenacolo, κλέφτηκε από τον Bruno Seghetti στην piazza dell’Orologio (Ο Morucci στο «Memorial» του διαπράττει ένα σφάλμα μνήμης και μιλά για την Piazza San Cosimato, ένα μέρος όπου αφέθηκε μετά τη δράση). Το φορτηγάκι αυτό σταθμεύθηκε στη via Bitossi, στη γωνία της via Bernardini, δρόμο που διασχίζει κάθετα την via dei Massimi. Είναι ένα τεταρτημόριο που είναι ακόμα εξαιρετικά απομονωμένο και ήσυχο με κυρίως τοπική κυκλοφορία. Το blue Citroën Dyane, Citroën Dyane azzurra που έπρεπε να ανοίξει το δρόμο στο φορτηγάκι Fiat 850 με τον Moro φορτωμένο σταθμεύτηκε στην αριστερή πλευρά της via dei Massimi, μετά τη διασταύρωση με τη via Bitossi. Το βαν για τη δεύτερη μεταφόρτωση, πιθανώς ένα ανοιχτόχρωμο Fiat 238, Fiat 238 di colore chiaro σταθμεύτηκε στο δεύτερο τμήμα της διαδρομής διαφυγής, στην περιοχή Valle Aurelia, σε ανοιχτό χώρο μεταξύ της οδού Moricca, της οδού Gaudino και της οδού Vitelli. Και τα δύο Fiat 128 (ένα λευκό και ένα μπλε),  due Fiat 128 (una bianca ed una blu) αφέθηκαν επίσης στην οδό Fani το απόγευμα πριν από τη δράση, επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να μην μπορέσουν να τα βάλουν στη σωστή θέση το επόμενο πρωί (7). Το βράδυ της 15ης μαρτίου διανεμήθηκαν τα αλεξίσφαιρα γιλέκα, τα πανωφόρια πιλότου, τα διακριτικά, τα καπέλα και τα όπλα  (8). Ο Seghetti και ο Fiore πήγαν κάτω από το σπίτι του ανθοπώλη Antonio Spiriticchio, στην οδό Brunetti 42, για να σκάσουν τα ελαστικά του βαν Ford Transit ώστε να τον εμποδίσουν με αυτό τον τρόπο να είναι παρόν στην οδό Fani, κοντά στη γωνία με την οδό Stresa κατά τη διάρκεια της επιχείρησης. Η Braghetti, περιμένοντας στη βάση της οδού Montalcini που θα γίνει η φυλακή του Moro, έγραψε ότι δεν της είχε κοινοποιηθεί κανένα εναλλακτικό σχέδιο:

«[…] απλά ήξερα ότι έπρεπε να μείνω σπίτι και να βρίσκομαι σε ετοιμότητα. Αλλά αισθανόμουν ότι, σε περίπτωση μερικώς καταστροφικού αποτελέσματος για εμάς, κάποιος, ο Valerio Morucci ή ο Bruno Seghetti, θα είχαν φορτώσει τον Moro σε ένα αυτοκίνητο και θα τον είχαν οδηγήσει σε άλλο διαμέρισμα της οργάνωσης, λιγότερο ασφαλές από το δικό μας, αλλά όμως «υπό κάλυψη» » αρκετά ώστε να κρατήσει μια μέρα και μία νύχτα. Το επόμενο πρωί θα με συναντούσαν στο γραφείο, όπου μου είχε ειπωθεί να επιστρέψω σε όλες τις περιπτώσεις, και ο Μόρο θα έφτανε τελικά εκεί που βρίσκονταν τώρα. Όταν ο Μόρο θε είχε κρυφτεί, θα έρχονταν κάποιος από το ταξιαρχίτικο εκτελεστικό για την πλήρωση των κενών θέσεων» (9).

Η αναπληρωματική βάση
Στην πραγματικότητα, ένα τέτοιο σχέδιο υπήρχε. Η βάση ήταν αυτή της οδού Chiabrera 74 (με το παρατσούκλι «το Γραφείο»), το διαμέρισμα όπου πραγματοποιήθηκαν όλες οι συναντήσεις της Φάλαγγας κατά τη διάρκεια της απαγωγής. (10).

Η προσέγγιση
Οι ταξιαρχίτες έφτασαν στην οδό Fani από διαφορετικούς δρόμους. Το Autobianchi A112 με το οποίο ο Morucci και ο Bonisoli πήγαν στον τόπο πάρθηκε μετά από μια αλλαγή αυτοκινήτου στην περιοχή πίσω από την αγορά της οδού Andrea Doria, όπου είχαν έρθει ξεκινώντας από τη βάση της οδού Chiabrera επάνω σε ένα αυτοκίνητο  Φίατ 127.  (11). Το A112, το οποίο παρέμεινε χωρίς άτομα επάνω του, χρειάζονταν ως εφεδρικό μέσο σε περίπτωση εμφάνισης προβλήματος με τα άλλα αυτοκίνητα που προβλέπονταν για την απαγκίστρωση. Το λευκό Giardinetta Fiat 128 με διπλωματική πινακίδα φέρθηκε από τους Moretti και Balzerani γύρω στις 7.00 (12). Αφήνοντας τη βάση της Via Gradoli πέρασαν μπροστά από το σπίτι του Moro για να βεβαιωθούν ότι η συνοδεία ήταν στη θέση της, τότε το αυτοκίνητο σταθμεύτηκε με τον Moretti στο τιμόνι «στα δεξιά της οδού Fani αμέσως μετά από την οδό Sangemini, ερχόμενοι από την via Trionfale και με το ρύγχος του αυτοκινήτου προς την κατεύθυνση της τομής με την οδό Stresa » (13). Από εκείνο το σημείο παρατήρησης η είσοδος στην οδό Fani είναι ορατή, διότι μετά την οδό Sangemini ο δρόμος πηγαίνει προς τα κάτω. Οι Seghetti και Fiore από τη βάση του Borgo Pio έφτασαν με το μπλε Fiat 132 που έπρεπε να πάρει μαζί του τον Moro. Το αυτοκίνητο είχε κλαπεί τις προηγούμενες ημέρες μεταξύ των οδών Cola di Rienzo και της οδού Crescenzio. Ο Fiore κατέβηκε πρώτος και ο Seghetti τοποθετούσε το 132 στη Via Stresa στην αριστερή γωνία, λίγα μέτρα από τη διασταύρωση της via Fani, μπροστά από το μπαρ Olivetti, με τη θέση οδήγησης στραμμένη προς τα πάνω της οδού Stresa, έτοιμο να οδηγηθεί με έναν ελιγμό αναστροφής δίπλα στο Fiat 130 του Moro. Μετά τις πρώτες ριπές κατάφερε να δει τον Morucci να προσπαθεί να ξεμπλοκάρει το αυτόματο και τον οδηγό του Fiat 130 που προσπαθούσε να βρει ένα διέξοδο μέσα από επαναλαμβανόμενους ελιγμούς, οπότε έριξε τη θανατηφόρα ριπή (14). Το λευκό Fiat 128 με τον Casimirri στο τιμόνι και τον Loiacono στο πλευρό του ήταν τοποθετημένο στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, ακριβώς μπροστά από το Fiat 128 με πινακίδα διπλωματικού Σώματος, με κατεύθυνση οδήγησης στραμμένη προς τα κάτω της οδού για να μπορέσει να ενεργοποιήσει τη θέση της «ανώτερης πύλης» κατά τη στιγμή της επίθεσης (15). Οι δύο δεν ήταν τακτά μέλη και έφθασαν χωριστά επιτόπου με τη δημόσια συγκοινωνία. Το μπλε Fiat 128 βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, στο κάτω μέρος, κοντά στο στοπ «έχοντας ξεπεράσει τη διασταύρωση με την οδό Stresa και προς την αντίθετη κατεύθυνση, με τη μούρη του αυτοκινήτου στραμμένη προς την κατεύθυνση της προέλευσης των αυτοκινήτων του Moro »  (16). Μέσα σε αυτό ήταν η Balzerani, έτοιμη να βγει τη στιγμή που γίνονταν η επιχείρηση για να ενεργοποιήσει την «κατώτερη πύλη». Και ο Gallinari έφτασε επιτόπου με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την επίθεση και την πρώτη απομάκρυνση χρησιμοποιήθηκαν μόνο ιταλικά αυτοκίνητα Fiat, καθώς και ένα πιθανής συνοδείας μοντέλο Autobianchi. Από τη στιγμή της μεταφόρτωσης στην πλατεία Madonna del Cenacolo, τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνταν για τη συνέχιση της επιχείρησης, εκτός από τα φορτηγάκια που δεν βρίσκονταν στην οδό Fani, θα ήταν μόνο γαλλικά μοντέλα: ένα Citroën Dyane και ένα Ami 8. Το πράγμα σχεδιάστηκε για να βγάλει εκτός πίστας πιθανές αναφορές μαρτύρων.

Η έφοδος, η επίθεση
Via Fani, λίγο μετά τις 9.00. Η «Marzia» (όνομα μάχης της Rita Algranati) είδε τα δύο αυτοκίνητα να φτάνουν μαζί με τον Moro και τη συνοδεία (Fiat 131 και ένα Alfa Romeo). Ειδοποίησε τους συντρόφους της για την άφιξη του στόχου με τη συμφωνημένη χειρονομία – την κίνηση ενός μπουκέτου λουλουδιών – και άφησε τη θέση της επάνω σε μία Vespa 50. Ο «Maurizio» (Mario Moretti) μπήκε με το αυτοκίνητό του όπως αναμενόταν [ένα Fiat 128 Giardinetta με διπλωματική Πινακίδα) στην λωρίδα, τοποθετώντας το αυτοκίνητο στην κορυφή της πομπής του Moro η οποία έφτασε εν τω μεταξύ. Κατεβαίνοντας προς την οδό Fani, βρήκε μπροστά του ένα Fiat 500, κινούμενο αργά. Πριν από τα αυτοκίνητα της συνοδείας, που συνήθιζαν να ταξιδεύουν με μικρή ταχύτητα, αποφασίσουν να προσπεράσουν και τα δύο, ο «Maurizio» έκανε τον ελιγμό προσπέλασης και το ίδιο έκαναν τα δύο Κρατικά αυτοκίνητα. Αυτή η κίνηση ίσως διευκόλυνε την επιτυχία της δράσης: η φυσικότητα αυτής της προσπέρασης εξαπάτησε την συνοδεία, διαλύοντας την υποψία για την πραγματική λειτουργία που θα έπαιζε η Giardinetta κάποια στιγμή αργότερα. Το αποτέλεσμα έκπληξη, αιφνιδιασμός ήταν καθοριστικό (17). Φτάνοντας στο στοπ ο «Maurizio» σταμάτησε, όπως και το Fiat 131 και η Alfa Romeo. Αμέσως οι τέσσερις ταξιαρχίτες σε αναμονή, οι «Matteo» (Valerio Morucci), «Marcello» (Raffaele Fiore), «Giuseppe» (Prospero Gallinari) και «Luigi» (Franco Bonisoli) » άνοιξαν πυρ, ενώ η ταξιαρχίτισσα που της είχε ανατεθεί η «κατώτερη πύλη», η « Sara » (Barbara Balzerani) σταματούσε με ένα αυτόματο ένα Fiat 500 που μόλις έφτασε από το κάτω μέρος της οδού Fani οδηγημένο, αυτό μαθεύτηκε στη συνέχεια, από τον αστυνομικό Giovanni Intrevado, εκείνη τη στιγμή εκτός υπηρεσίας. Ταυτόχρονα, στο επάνω μέρος του δρόμου σχηματίζονταν η «ανώτερη πύλη»: ο «Camillo» (Alessio Casimirri) και ο «Otello» (Alvaro Loiacono) – που είχε καλύψει το πρόσωπο του με μια κουκούλα τύπου «mephisto» επειδή στο παρελθόν είχε συλληφθεί και το πρόσωπό του ήταν γνωστό στην φωτοσήμανση – μπλόκαραν με ένα Fiat 128 κάθε πρόσβαση οπλισμένοι με τουφέκι M1 Winchester. Οι πρώτες βολές έπληξαν τον οδηγό της Alfetta που πήδηξε προς τα εμπρός για να την καρφώσει επάνω στο 131. Ο λοχίας Ricci, οδηγώντας το 131, άρχισε να κορνάρει στο αυτοκίνητο του «Maurizio» που ήταν σταματημένο μπροστά από το δικό του για να φύγει. Εν τω μεταξύ, το αυτόματο που έπρεπε να πυροβολήσει τον Ricci είχε κολλήσει (18), έτσι όπως μπλόκαρε και το άλλο που λίγες στιγμές πριν είχε σκοτώσει τον επιλοχία Λεονάρντι. Ο Ricci είχε τον χρόνο να επιχειρήσει έναν ελιγμό απελπισίας για να οδηγήσει σε ασφάλεια το αυτοκίνητο, προσπαθώντας να περάσει απ’τα δεξιά του 128. Για να εμποδίσει αυτή την προσπάθεια ο «Maurizio», αντί να κατέβει από το αυτοκίνητο όπως είχε σκοπό για να ενισχύσει την «κατώτερη πύλη», έμεινε στο αμάξι πιέζοντας το πόδι στο φρένο και εμποδίζοντας έτσι το 131 να ελευθερωθεί από τη λαβή στην οποία είχε καταλήξει. Στη συνέχεια, και ο Ricci δέχτηκε κάποιες σφαίρες. Εν τω μεταξύ, μπλόκαρε επίσης ένα τρίτο αυτόματο, το οποίο πυροβολούσε ενάντια στην Alfetta και αυτό επέτρεψε σε ένα μέλος της συνοδείας, τον αστυνομικό Iozzino, πιθανότατα ήδη τραυματισμένο, να κατέβει και να δοκιμάσει μια αντίδραση. Πυροβόλησε προς έναν ταξιαρχίτη, αλλά χτυπήθηκε επανειλημμένα και έπεσε (19). Όταν έπαψαν οι πυροβολισμοί, ο «Maurizio» κατέβηκε από το 128 και πήρε τον Moro μαζί με τον Matteo από το 131 (σύμφωνα με το σχέδιο έπρεπε μόνο ο «Matteo» να το κάνει) και έπειτα τον μετέφεραν στο αυτοκίνητο που γυρνούσε με την όπισθεν από τη via Stresa που οδηγούσε ο «Claudio» [Bruno SeghettiQ (20).

Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η δεύτερη φάση της επιχείρησης, η φυγή, της οποίας ο σχεδιασμός είχε ανατεθεί στη ρωμαϊκή Φάλαγγα που είχε επεξεργαστεί μια διαδρομή έξω από τους κύριους δρόμους, σε δρόμους με μικρή κίνηση, δρομάκια, ιδιωτικούς δρόμους.

1/συνεχίζεται

Note, Σημειώσεις

1 Ο επιλοχίας Oreste Leonardi, ο λοχίας Domenico Ricci, οι αστυνομικοί Raffaele Iozzino και Giulio Rivera πέθαναν στην οδό Fani. Ο επικεφαλής συνοδείας Francesco Zizzi νοσηλεύτηκε σοβαρά τραυματισμένος, αλλά κατέληξε στις 12.35 στο Gemelli Polyclinic. Βλ. Δείτε την ιατρική έκθεση στην Επιτροπή Moro 1, τομ. 30, σελ. 327, f.to Giuliano Pelosi. Ο Mario Moretti, ο Bruno Seghetti και η Barbara Balzerani έχουν ανακατασκευάσει τις στιγμές της απαγωγής με τους συντάκτες του βιβλίου την στιγμή της απαγωγής στη διάρκεια μιας σειράς συνομιλιών μεταξύ του 2010 και του 2016.

2 Valerio Morucci, Memorial Morucci, ACS, MIGS, φάκελος 20, σ. 34: «Το κόστος της δράσης στην οδό Fani, εξαιρουμένου του κόστους του διαμερίσματος στην οδό Montalcini, που ήδη ανήκε στις Κόκκινες ταξιαρχίες, μπορεί να φτάσει περίπου στις 700.000 λίρες. Αυτό προκύπτει εν μέρει από το σημείωμα, που βρέθηκε στην οδό Gradoli στο όνομα του Fritz. Το σημείωμα αυτό δείχνει τα έξοδα που έγιναν για τις σειρήνες, τις τσιμπίδες, τις τσάντες, τα αδιάβροχα, τους μπερέδες και τα υπόλοιπα που χρειάστηκαν για τη δράση ». Fritz ήταν το συμβατικό όνομα που υποδείκνυε τον Moro μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν στην απαγωγή.

3 Barbara Balzerani, συνομιλία με τους συγγραφείς.

4 Ακολουθεί η λεπτομερής αφήγηση του σχεδίου από τον Valerio Morucci, Memorial, op. cit., σελ. 22: «Το αυτοκίνητο με το Moro και εκείνο υποστήριξης θα έπρεπε να διασχίσει την οδό Zandonai, ο οποίος είναι ένας αδιέξοδος δρόμος (ή καλύτερα, ο οποίος έχει ένα τυφλό τέλος μετά από μία ή δύο πλευρικές διασταυρώσεις). Στο τέλος της οδού Zandonai υπάρχει ένα συγκρότημα κατοικιών με ηλεκτρική μεταλλική συρόμενη πόρτα που επέτρεπε τη διέλευση μέσα στο συγκρότημα και την επόμενη έξοδο στη via della Camilluccia, περίπου πενήντα μέτρα από το πλάτωμα μεταξύ του γαλλικού Νεκροταφείου και της οδού Colli della Farnesinaν. Για την πρόσβαση στο residence φτιάχτηκε ένα ψεύτικο κλειδί, που προέρχονταν από ένα κλειδί λουκέτο τηλεφώνου. Το κλειδί χρειάζονταν για να ανοίξει η αυτόματη πόρτα του συγκροτήματος. Μόλις θα ξεπερνούσαμε, με τα δύο αυτοκίνητα, την είσοδο του συγκροτήματος από την πλευρά της οδού Zandonai, η πύλη θα έκλεινε αυτόματα εμποδίζοντας τη διέλευση των διωκτών, και θα φτάναμε (μόλις βγαίναμε από την άλλη πύλη του residence) διασχίζοντας την οδό della Camilluccia, στην οδό Trionfale, σε μια κατεύθυνση αντίθετη προς την προβλεπόμενη (από οποιονδήποτε μας καταδίωκε, και που λογικά θα υπήρχε) οδό Zandonai, οδό del Nuoto, οδό Nemea, συνεχίζοντας μέχρι το ponte Milvio».

5 Συνoμιλία με τον Bruno Seghetti στις 3 μαΐου 2016. Πρόκειται για τον πολιτικό χώρο ο οποίος τους επόμενους μήνες θα είχαν οδηγήσει σε συντομογραφίες όπως οι Fca (ένοπλοι κομμουνιστικοί Σχηματισμοί) και Lapp (ένοπλος αγώνας για την προλεταριακή εξουσία) που λειτουργούσε υπό τη σκιά της κομμουνιστικής Επιτροπής centocelle (Cococe).

6 Σε μια κοινοβουλευτική επερώτηση, την ν. 3-02549, που κατατέθηκε στις 17 μαρτίου 1978 στην Κάμερα των αντιπροσώπων, ο Pino Rauti δήλωσε ότι ήταν μάρτυρας μετά τη λήξη των πυροβολισμών της «διαφυγής» ενός αυτοκινήτου με υψηλή ταχύτητα κατά μήκος της via Stresa, ενός αυτοκινήτου στο οποίο στη συνέχεια – όπως έγινε γνωστό αμέσως μετά – ο αξιότιμος Moro είχε «φορτωθεί», και στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκε για τη δυσκολία που αντιμετώπισε όταν προσπάθησε να έρθει σε επαφή με το 113 και την αίθουσα επιχειρήσεων της αστυνομίας , φραγμένη από τις πολυάριθμες κλήσεις που κατέφθαναν εκείνη τη στιγμή.

7 Για το μπλε Fiat 128 ο Valerio Morucci παρέχει μια διαφορετική εκδοχή, όπως μπορείτε να διαβάσετε περαιτέρω, V. Morucci, Memorial, cit., σ. 27.

8 Επίσης, σελ. 28, «Κάθε μέλος του πυρήνα έφτασε στην οδό Fani οπλισμένο με το προσωπικό του πυροβόλο όπλο και το αυτόματο. Στους δύο μη τακτικούς συμμετέχοντες στη δράση τα όπλα παραδόθηκαν το ίδιο το πρωί της 16ης μαρτίου (από τον Σεγκέτι) ». Η εκδοχή αυτή επιβεβαιώνεται και από τα υπόλοιπα στελέχη της ενέργειας.

9 Η Anna Laura Braghetti με την Paola Tavella στο, Il prigioniero, ο κρατούμενος, Feltrinelli 2003 (prima edizione, πρώτη έκδοση Mondadori1998), σελ. 8-9.

10 Συνομιλία του Bruno Seghetti με τους συγγραφείς.

11 Συγκεκριμένα, δείτε την ανακατασκευή του Valerio Morucci: «Μετακινηθήκαμε με το 127 λευκό, το οποίο είχα εγώ, με πινακίδα και έγγραφα που αντιγράφτηκαν από ένα αυτοκίνητο που ανήκε στις εμπορικές υπηρεσίες της SIP. Τα πρώτα νούμερα της πινακίδας ήταν R2 … Με αυτό το αυτοκίνητο φτάσαμε στην περιοχή πίσω από την αγορά στη via Andrea Doria. Εδώ αφήσαμε το 127, πήραμε το A 112 με το οποίο πήγαμε κατευθείαν στην οδό Stresa «, V. Morucci, op. cit., σελ. 27.

12 Ο Valerio Morucci αναφέρει μια αντιφατική έκδοση διορθωμένη από την Balzerani: «Το n. 1 (ο Moretti) έφτασε στη via Fani με το μπλε Fiat 128 μαζί με την Barbara Balzerani και ανέβηκε με τα πόδια, χωρίς να κάνει κανένα νόημα και χωρίς να δείχνει ότι γνωρίζει τους άλλους, όλη την οδό Fani ελέγχοντας ότι όλα τα στελέχη του πυρήνα ήταν παρόντα », Valerio Morucci, Memorial, σελ. 27.

13 Barbara Balzerani, συνομιλία με τους συγγραφείς.

14 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς.

15 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς. Μια ανάλογη αναπαραγωγή έγινε από τον Valerio Morucci, Memoriale, σελ. 29.

16 Οι κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων η τελευταία, για να εξηγήσει την επιτυχία της επίθεσης των Ταξιαρχιών έχουν κατά την κρίση μας, υπερεκτιμήσει την επίδραση του όγκου φωτιάς που προήλθε από ένα εκ των τεσσάρων αυτομάτων όπλων, το τελευταίο στην κορυφή, παρά την ανακρίβεια των πυροβολισμών από αυτό. Υποτέθηκε ότι, αυτή η λεπτομέρεια, θα αποδείκνυε την παρουσία στο κομάντο ενός επαγγελματία shooter, ενός «superkiller», του οποίου η ταυτότητα από καιρό σε καιρό έχει αποδοθεί στις Υπηρεσίες, στο οργανωμένο έγκλημα ή την γερμανική RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός). Το γεγονός ότι στην τελική φάση της επίθεσης, όταν οι τρεις πρώτοι ταξιαρχίτες είχαν σταματήσει το πυρ, το τέταρτο στέλεχος της ανώτερης υπο-ομάδας είχε οδηγήσει πίσω την Alfetta, οδηγώντας την στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, όπου συνέχισε να πυροβολεί με το όπλο του, έχει επίσης οδηγήσει στην υπόθεση της παρουσίας ενός πέμπτου σκοπευτή μάλιστα «εκπαιδευμένου σε crossfire». Αντίθετα, στοιχεία όπως το φαινόμενο αιφνιδιασμός, το καμουφλάζ του Fiat 128 Giardinetta με διπλωματικές πινακίδες που μπλόκαρε το στοπ, το καμουφλάζ των τεσσάρων ανδρών του πυρήνα της φωτιάς [ντυμένοι αεροπόροι] έχουν υποτιμηθεί.

17 R. Fiore, L’ultimo brigatista, ο τελευταίος ταξιαρχίτης, με τον A. Grandi, Rizzoli, Milano 2007, σ. 121.

18 Μια λιμνούλα αίματος βρέθηκε στο κάθισμα όπου κάθονταν ο αστυνομικός.

19 Συζήτηση των συγγραφέων με τον Mario Moretti από το 2010 έως το 2014. Ένα σχέδιο της επιχείρησης της οδού Fani που έφτιαξε ο Moretti βρίσκεται στα πρκτικά της δεύτερης Επιτροπής έρευνας για την υπόθεση Μόρο. Άλλοι τρεις μαχητές είχαν βασικό ρόλο στην απαγωγή: η «Alexandra» (Adriana Faranda), η οποία εκτός από τις προπαρασκευαστικές φάσεις, την «έρευνα» και την υλικοτεχνική υποστήριξη, ήταν μαζί με τον Morucci «η ταχυδρόμος» που παρέδωσε τα Ανακοινωθέντα της οργάνωσης και τα γράμματα του Moro. Η «Camilla» (Anna Laura Braghetti), κάτοχος του διαμερίσματος στην οδό Montalcini 8, όπου ο Moro φυλακίστηκε τις 55 ημέρες της απαγωγής και ο «Gullive» (Germano Maccari), ο «τέταρτος άνδρας» που συμμετείχε στην εφοδιαστική της απαγωγής, φυλούσε το διαμέρισμα κατά τη διάρκεια των 55 ημερών ερμηνεύοντας το ρόλο του συζύγου της Braghetti, και έλαβε μέρος στην εκτέλεση του Προέδρου Dc στο γκαράζ του σπιτιού.

20 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς.

https://campagnadiprimavera.wordpress.com/2018/03/16/16-marzo-1978-un-gruppo-di-operai-e-precari-rapisce-moro-erano-le-brigate-rosse/

ένοπλη πάλη, lotta armata

η ιστορία του Maurizio Biscaro, που σκοτώθηκε για να ξεφύγει τη σύλληψη το ’83…και της μητέρας του

La storia di Maurizio Biscaro, morto per scappare all’arresto nell’83… e di sua madre
Polvere da sparo
η ιστορία του Maurizio Biscaro, που σκοτώθηκε για να ξεφύγει τη σύλληψη το ’83…και της μητέρας του

γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 4 μαίου 1957 όπου και παρακολουθεί το κλασικό λύκειο και το 1981 παίρνει το δίπλωμα από το διεθνές Ιστιτούτο γλωσσών σαν μεταφραστής-διερμηνέας. συνεργάζεται με το περιοδικό Αντιπληροφόρηση και είναι δραστήριος στο συμβούλιο της ζώνης 13 με την Προλεταριακή Δημοκρατία, συνεργασία εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων. στη συνέχεια δραστηριοποιείται στο κίνημα της αυτονομίας, παίρνει μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες,Brigate Rosse-Walter Alasia.
σκοτώνεται πέφτοντας από τον έκτο όροφο, στο Cinisello Balsamo, στις 13 νοεμβρίου 1982, όταν οι καραμπινιέροι πηγαίνουν στο σπίτι που κατοικεί για να τον συλλάβουν.

θα έπρεπε να είχε θανατωθεί και να τραβηχτεί έξω από την μήτρα μου, διότι την τελευταία στιγμή ο γυναικολόγος αντιλήφθηκε πως το λαγόνιο οστό ήταν στραβό και δεν μπορούσε να το τραβήξει έξω. με έκοψαν, μου έβαλαν την μισή λαβίδα ξύπνια διότι έπρεπε να έχω όλες μου τις δυνάμεις για να σπρώχνω, μιας και δεν μπορούσαν να συνεχίσουν με την καισαρική τομή.
γεννήθηκε, και μόνο η Παναγία ξέρει πως. ήταν η 4η μαίου 1957 […]

το ’68 το έζησε σαν ρομαντικό αγόρι, θαυμάζοντας τα παιδιά του Φοιτητικού Κινήματος – Movimento Studentesco – και συχνά τους ακολουθούσε στις διαδηλώσεις. γι αυτόν επρόκειτο για ήρωες, αλλά στη μέση του πλήθους μια μέρα αρπάζει μια ροπαλιά από έναν αστυνομικό. δεν πρέπει να επρόκειτο για δυνατό κτύπημα, δεν μου ζήτησε κάποιο περιτύλιγμα, μάλιστα άρχισε να νιώθει σπουδαίος : είχε πάρει μέρος στο αντάρτικο στην πόλη. […]

βρισκόμαστε στην αρχή του ’70. το κλασικό λύκειο Berchet ήταν από τα πλέον αναβαθμισμένα του Μιλάνο και στην τάξη του Μαουρίτσιο μου φοιτούσαν οι γόνοι των καλύτερων οικογενειών της πόλης. κάθε τόσο έκανε σκασιαρχείο γιατί ήθελε να βρίσκεται με τους αχθοφόρους, δίπλα στους μεροκαματιάρηδες που εργάζονταν στην λαχαναγορά ή να μεταφέρει κασόνια μαζί τους. μια μέρα, μετά από όλη αυτή την κούραση, ο επιστάτης του έβαλε στο χέρι το μισό του συμφωνημένου ποσού. ο Μαουρίτσιο ξεσηκώνεται και προτρέπει τους άλλους στην ανταρσία λέγοντας πως επρόκειτο για εκμετάλλευση των αφεντικών έναντι των εργαζομένων. μια μαχαιριά του σχημάτισε ένα εφτάρι στο πουκάμισο, ευτυχώς δίχως να τον τραυματίσει. από εκείνη την στιγμή δεν βρίσκει πια ησυχία. […]
1974_mioperaiένα απόγευμα, ήταν η περίοδος του θανάτου του Αλλιέντε, ο υιός μου φοράει τα αθλητικά του παπούτσια και φεύγει βιαστικά πριν προλάβω να τον ρωτήσω για που το έβαλε. θυμάμαι πως ο καιρός ήταν άσχημος, έβρεχε και φοβόμουν μην αρπάξει μιαν αρρώστια. γυρίζει για το δείπνο και μου λέει πως πρέπει να ξαναβγεί, και να μη τον περιμένω διότι θα αργήσει. νύχτα βαθιά ήταν όταν επιστρέφει, βρεγμένος σαν πουλί.

– που ήσουν ; τι έκανες ;
– μαμά, εγώ δεν έκανα τίποτα, όμως βρέθηκα και παρακολούθησα κάτι μεγάλο, αύριο θα το μάθεις από την τηλεόραση.

εκείνο το βράδυ πήρε φωτιά το εργοστάσιο της Face Standard, διαμαρτυρία ενάντια στους Αμερικάνους που είχαν ευνοήσει το τέλος του Αλλιέντε. ο Μαουρίτσιο αντιλήφθηκε πως οι σύντροφοι συζητούσαν για ληστείες, για να χρηματοδοτήσουν το κίνημα, δεν ήθελε να περάσει για κλέφτης, τους άφησε.
τέλος πάντων, η συμπεριφορά των αυτόνομων τον είχε απογοητεύσει. […] θυμάμαι πως όλο και περισσότερο αυξάνονταν οι συμπάθειες λόγω και των συζητήσεων και του χώρου που έδιναν κάποιες εφημερίδες στις τρομοκρατικές δράσεις. […]

όλη τη χρονιά εργάζονταν στις οικοδομές και με τα χρήματα που έβαζε στην άκρη γυρνούσε στην Ευρώπη την περίοδο των διακοπών.
βρέθηκε στην Πορτογαλία, όταν έγινε η επανάσταση των γαρυφάλων, για να αντιληφθεί πως τίποτα δεν άλλαξε, η μουσική πάντα η ίδια. την επανάσταση – έλεγε – δεν την κάνεις με λουλούδια.
επανάσταση των γαρυφάλων
βρέθηκε και στην Ισπανία, φιλοξενούμενος από κορίτσια στη χώρα των Βάσκων, οι διακοπές του ήταν πολιτικές. […] ήρθε και η κλήση από τον στρατό : το Κράτος τον καλούσε στο καθήκον. περίμενε πως θα γίνει αντιρρησίας συνείδησης, θα ταίριαζε στον χαρακτήρα της προσωπικότητας του, αντιθέτως ζητά να πάει στους αλεξιπτωτιστές. αυτή η επιθυμία του να εκπαιδευτεί στις πτώσεις με το αλεξίπτωτο και στα όπλα γεννήθηκε από τη βαθιά ριζωμένη μέσα του ελπίδα στην επανάσταση. στεναχωριόμουν που ήταν τόσο μακριά από το σπίτι και που υπέφερε πολλά ήταν όμως για μένα περίοδος ηρεμίας. μπορούσα να κοιμηθώ δίχως το άγχος της έρευνας, δίχως το φόβο πως το παιδί μου θα τελειώσει σκοτωμένο.
φαίνονταν όμως πως ειρήνη δεν θα έβρισκα διότι με το τέλος της στρατιωτικής θητείας, όταν ο Μαουρίτσιο επιστρέφει, ο σύζυγος μου αρρωσταίνει και σύντομα πεθαίνει [..]
209_aο Μαουρίτσιο ξεκινά πολιτική δραστηριότητα με τους συντρόφους στη συνοικία. αγωνίζεται με την Προλεταριακή Δημοκρατία. γράφει άρθρα, ετοιμάζει σχέσεις, κάποια βράδια πηγαίνει στις συνελεύσεις, και πάει λέγοντας. εγώ σχολείο και εκείνος σχολείο το πρωί και πολιτική, που δεν αποδίδει τίποτα, το βράδυ.
τον ρωτώ εάν έχει σκοπό να ζει από την μητέρα του για όλη τη ζωή του, περιμένοντας μια επανάσταση που δεν θα έρθει ποτέ […] εγώ με το παιδί μου μίλησα, άκουσα τις εκμυστηρεύσεις του, προσπάθησα να το πείσω να θεωρήσει επικίνδυνες ψευδαισθήσεις τα ιδανικά του για δικαιοσύνη, ισότητα, αδελφοσύνη.
ωστόσο μπορούσα να να καταλάβω την επιθυμία του για κάθαρση, την θέληση για μια δικαιότερη κοινωνία, την απογοήτευση για την κομματική συμπεριφορά, όμως τις βίαιες δράσεις όχι, εκείνες δεν τις κατάλαβα ποτέ, δεν τις δικαιολόγησα ποτέ.

[…] μου κάνει μεγάλη εντύπωση η σύνεση του εκείνης της περιόδου. δεν πολυφαίνονταν έξω, δεν τριγυρνούσε πολύ, δεν βγαίνει φωτογραφίες και αφήνει να μεγαλώσει το μουστάκι του σαν μογγόλος. είναι μια συμπεριφορά ανθρώπου που δεν θέλει να αφήσει τίποτα πίσω του, δεν θέλει να εντοπίζεται. […]με ψάχνει. και πράγματι τον βλέπω, είμαι απότομη, έχω θυμώσει με την συμπεριφορά του και τον ρωτώ ποιον θέλει να κοροϊδέψει !
– που βρίσκεσαι και με ποιόν, μπορώ να ξέρω;
– είμαι με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες.
αυτά τα λόγια μου έρχονται σαν χαστούκι από παγωμένο νερό.
– θα έρθω να σε αναγνωρίσω στο νεκροτομείο – είναι η ανατριχιαστική μου προφητεία.

τώρα που ο Μαουρίτσιο εξομολογήθηκε έρχεται συχνά στο σπίτι, κρυφά από τους συντρόφους. προσπαθεί να μη συναντήσει κόσμο, και όταν γυρίζω από το σχολείο, εάν δεν τον βρίσκω στο σπίτι, βρίσκω σημείωμα του. τα γράμματα που ανταλλάσαμε δυστυχώς τα κατέστρεψα διότι φοβόμουν από μια στιγμή στην άλλη την έρευνα, και τώρα θα ήθελα να τα έχω γιατί ήταν όμορφα, ήταν ενδιαφέροντα, αν και για να υποδείξει την οργάνωση, έγραφε ‘η Εταιρεία’ . σε ένα γράμμα του μου έκανε γνωστό πως είχε ερωτευτεί μια σύντροφο του στην παρανομία! από τόσα κορίτσια που είχε γνωρίσει με όμορφο παρουσιαστικό, από καλές οικογένειες, πηγαίνει να ερωτευτεί μια ταξιαρχίτισσα! έτσι σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή.

στη συνέχεια, αφού σκέφτηκα καλύτερα, έλεγα στον εαυτό μου πως διαμέσου εκείνης της κοπέλας η απελπισμένη του ζωή ίσως γίνονταν περισσότερο υποφερτή, ίσως να μπορούσε ακόμη να απολαύσει τις χαρές της αγάπης και έφτασα να νιώσω συμπάθεια για εκείνον τον έρωτα του.
gasparazzo1[…] παίρνει ένα βιβλίο με ποιήματα του Prévert από την βιβλιοθήκη :
– μαμά, έχω ανάγκη να θρέψω την ψυχή και την διάνοια. είναι τα τελευταία του λόγια. τον συνοδεύω στο ασανσέρ. με αγκαλιάζει. αλλάζουμε ένα φιλί και του λέω :
– θησαυρέ μου πρόσεχε την παρασκευή, υπάρχει ευθυγράμμιση πλανητών : φέρνει κακοτυχία.
χαμογέλασε με την δεισιδαιμονία μου και, κουνώντας το κεφάλι, φεύγει. […]

εν τω μεταξύ φτάνει παρασκευή βράδυ 13 νοεμβρίου 1982. γύρω στις έξι και μισή κτυπά το κουδούνι. ξέρω ήδη ποιος μπορεί να είναι : υπάρχει στον ορίζοντα μια έρευνα, αυτή είναι η ώρα τους. Ρωτάω : ποιος είναι ;
– καραμπινιέροι, ανοίξτε!
παίρνω βαθιά αναπνοή, μετά ανοίγω την πόρτα. σαν βολίδες χώνονται στο σπίτι με τα αυτόματα προτεταμένα πολλοί καραμπινιέροι με πολιτικά. γυρίζουν όλο το σπίτι, κοιτάζουν σε όλες τις γωνιές, μετά ο διοικητής με καθίζει και με ανακρίνει.

– έχετε μια φωτογραφία του υιού σας ;
όχι. έχω μόνο αυτή που έβγαλε στο στρατό, ενώ ιππεύει.
την κοιτάζει, και μου ζητά να τηλεφωνήσει. έχω τρομάξει πολύ, έχουν προσδιορίσει τον Μαουρίτσιο και τον ψάχνουν.
– που είναι ο γιός σας ;
– στην Αγγλία για εργασία, για την αγάπη του Θεού όμως, τι συμβαίνει ;
– τίποτα κυρία, μόνο που ο γιός σας δε είναι στην Αγγλία, καλέστε τον δικηγόρο σας γιατί πρέπει να κάνουμε έρευνα.
– όχι, δεν έχω δικηγόρο και δεν τον χρειάζομαι, στο σπίτι δεν υπάρχει τίποτα παράνομο.
Μπαίνουν στο δωμάτιο του Μαουρίτσιο μου και με μια ματιά ο διοικητής δίνει να καταλάβουν οι άντρες του να συμπεριφέρονται ευγενικά.[…]

δευτέρα πρωί, πολύ νωρίς τρέχω να αγοράσω εφημερίδα.
επιστρέφοντας στην είσοδο συναντώ ένα γείτονα που απερίσκεπτα μου φωνάζει :
– ο γιός σου είναι που έπεσε από το έκτο πάτωμα στο Cinisello!
φτάνουν εν τω μεταξύ κάποιες συνάδελφοι μου […] επίσης και ο υψηλόβαθμος αξιωματικός που είχε οδηγήσει την αιφνιδιαστική επίθεση στο Cinisello και είχε έρθει να ερευνήσει το σπίτι. του λέω :
– γιατί δεν μου είπατε πως ο γιός μου ήταν νεκρός ; θα είχα επιτρέψει την παραχώρηση των οργάνων του, διότι αυτός, που ήταν γενναιόδωρος, θα ήταν πολύ ευχαριστημένος.
ποιός ξέρει, ίσως να μην ήταν δυνατό, γιατί νομίζω πως το σώμα του Μαουρίτσιο μου έμεινε στη γη όλο το βράδυ δηλαδή μέχρι να πάει ο δικαστής για να επιβεβαιώσει τον θάνατο.[…]

άρχισα να περιμένω κλήση για την αναγνώριση του πτώματος που είχε μεταφερθεί στο νεκροτομείο της Μόντσα. περνούν οι μέρες, κυλούν αργά γεμάτες πόνο. δεν με καλεί κανείς. δεν ξέρω ποιος μου αναφέρει πως στο Radio Popolare εκείνο το φτωχό πτώμα εγκαταλείφθηκε, κανείς δεν παρουσιάζεται για την αναγνώριση. τι μπορώ να κάνω, σε ποιον να απευθυνθώ, σε ποιον να παρουσιαστώ ; ενώ είναι απελπισμένη και δεν ξέρω τι να κάνω ένας καλός φίλος μου προτείνει να με συνοδέψει στην Μόντσα στον Μαουρίτσιο μου. χάσαμε όλο το απόγευμα, κατάφερα όμως στο τέλος να κάνω εκείνη την αναγν΄ώριση.

περνούν οι μέρες και δεν καταφέρνουμε να κάνουμε την κηδεία. από το γραφείο κηδειών μου λένε : Κυρία, εάν είχε πεθάνει ένα σκυλί θα είχαν δείξει περισσότερο σεβασμό. περιμένουμε την εντολή κι εγώ δεν ξέρω από ποιόν.
περνούν και άλλες μέρες μέχρι επιτέλους να με ενημερώσουν πως η κηδεία θα τελεστεί δευτέρα πρωί. […]

Φτάσαμε στις Lambrate, βρίσκω το φέρετρο κάτω από ένα κουβούκλιο του νεκροταφείου, μόνο, παρατημένο. με την άφιξη μου πλησιάζουν πολλά πρόσωπα, όλα με ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο χέρι. οι εργάτες που είχαν μοιραστεί τους κόπους με τον γιό μου, όταν έκανε τον οικοδόμο, ήταν όλοι εκεί, με δάκρυα στα μάτια. αυτοί ήταν που βρήκαν τα λουλούδια, ένας Θεός ξέρει που, διότι τις δευτέρες το κοιμητήριο είναι κλειστό, γι αυτό η συγκοινωνία δεν υπάρχει και τα μαγαζάκια των ανθοπωλών είναι κλειστά. όμς αυτοί τα είχαν βρει και τα είχαν μοιράσει στους παρόντες.

pugnochiusoκαι ήταν πολλοί, αντίθετα με τις προβλέψεις και την επιθυμία των αρχών που θα ήθελαν να κάνουν τα πράγματα στα ύπουλα. κάποια στιγμή, μετά την ρίψη των λουλουδιών στον τάφο οι σύντροφοι μαζεύτηκαν, με σηκωμένη τη γροθιά, και τραγούδησαν απαλά τη Διεθνή. τότε, εκείνη ακριβώς την στιγμή, πολλά άτομα, και με αντίθετες απόψεις, πλησίασαν την ομάδα και ένωσαν τις φωνές τους στο τραγούδι.
[…] συχνά σκεφτόμουν εκείνη την Daniela με την οποία ο γιός μου ήταν ερωτευμένος, θα ήθελα πολύ να την είχα γνωρίσει, να μιλήσουμε, τι μπορούσα όμως να κάνω ; ανάμεσα σε όλες τις ταξιαρχίτισσες που είχαν συλληφθεί ποια να ήταν ; προσπαθούσα να την φανταστώ.
ένα πρωινό, ήταν ακριβώς η 22η φεβρουαρίου 1983, μου έρχεται ένα γράμμα από την φυλακή της Voghera. »ευγενική κυρία, εάν είχα ακολουθήσει το ένστικτο θα είχα γράψει αυτό το γράμμα νωρίτερα όμως ένας σωρός από αμφιβολίες που μου έκαναν άνω κάτω το μυαλό με εμπόδισαν να το κάνω. ο πιο μεγάλος φόβος είναι εκείνος να ανοίξω ξανά πληγές που έτσι κι αλλιώς δεν γιατρεύονται, να κάνουν την επανεμφάνιση τους συναισθήματα και αισθήσεις ανεξίτηλες, οι ίδιες που με μεγάλη προσπάθεια προσπαθούμε καθημερινά να εξορθολογίσουμε και να κρύψουμε, να πνίξουμε στους πιο κρυμμένους λαβύρινθους των σκέψεων και της μνήμης. αγάπησα τον Μαουρίτσιο βαθιά και αυτό το νήμα που με ενώνει με εσάς περιέχει μέσα του την αιτία που με έσπρωξε να σας γράψω.

πρόθεση μου είναι να σας κάνω συμμέτοχη αυτής της αγνής αγάπης που γεννήθηκε ανάμεσα σ’ εμένα και τον Μαουρίτσιο και που αναπτύχθηκε στον χρόνο, με τον πιο δυνατό τρόπο. γνωριστήκαμε, αγαπηθήκαμε, πλαστήκαμε μέρα με την μέρα, δώσαμε ο ένας στον άλλο ότι περισσότερο από τον εαυτό μας ήταν δυνατόν και αυτό που με κάνει ευτυχισμένη ακόμα και σήμερα είναι πως ήμουν το υποκείμενο αυτής της αγάπης, έτσι όπως με διαφορετικό τρόπο ήσασταν εσείς. θα ήθελα να βρω άλλες λέξεις και ήχους κατάλληλους να μεταδώσουν αυτή την ομορφιά εκείνης της αγάπης, όμως, δεν τις γνωρίζω και ίσως να μην υπάρχουν. είμαι σίγουρη πάντως, πως εσείς θα ξέρετε πως να δεχτείτε από αυτά που γράφω τον πόνο που υπάρχει δίχως να είναι ανάγκη να σας το πω, λίγη τουλάχιστον όμως από την χαρά που ζήσαμε. μια αγκαλιά με πολύ στοργή».

ύστερα από αυτή την επιστολή γράψαμε η μια στην άλλη για όλο το διάστημα που παρέμεινε στην φυλακή. όχι μόνο, πήρα μάλιστα άδεια και την επισκέφτηκα στην φυλακή. δεν μπορώ να σας περιγράψω την πρώτη φορά, μπροστά σε εκείνη την ολόλευκη τεράστια φυλακή, στη μέση των αγρών, με ένα τεθωρακισμένο που έκανε τον γύρο και με πολλούς φύλακες με μεγάλα λυκόσκυλα. όπως πως πέρασα την είσοδο άκουσα ένα χορό από φωνές ;
– – Vittoria, Vittoria, ciao!

οι φωνές ακούγονταν από μακριά, εγώ δεν έβλεπα τα κορίτσια, όμως μάλλον αυτές έβλεπαν εμένα. ένιωσα συγκινημένη μέχρι δακρύων. ήταν έξι, επτά πίσω από τη τζαμαρία. τις κοίταξα όλες : όμορφες, συμπαθητικές, προκλητικές. […] για πέντε χρόνια πήγαινα κανονικά να βλέπω την Ντανιέλα, πρώτα στην Voghera και στη συνέχεια στη San Vittore. δέθηκα μαζί της σαν να ήταν κόρη μου. […]

_Vittoria Dilda Biscaro, “L’ultimo caduto della Walter Alasia”, Milano 1992. Frammenti di un dattiloscritto dell’Archivio Progetto Memoria
‘ο τελευταίος πεσών της φάλαγγας Walter Alasia’, από την Vittoria Dilda Biscaro, αποσπάσματα από το Αρχείο του Progetto Memoria

από όταν βγήκε στην παρανομία δεν τον ξαναείδα. διάβασα για τον θάνατο του στην εφημερίδα, πήγα στη κηδεία.
υπήρχαν κόκκινα γαρύφαλλα και τραγουδήσαμε τη Διεθνή. ήταν όμως τα χρόνια Ογδόντα, περίοδος προδοσιών.
ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος όπως οι καρδιές όλων μας.
»πήγα εκεί για να μαρτυρήσω πως εκείνο το αγόρι που πέθανε ήταν ικανό να ονειρευτεί.
δεν είχε ελαττώματα ; είχε. πέθανε όμως νέος, δεν είχα καιρό να τα αναγνωρίσω»
_Rossella Simone, testimonianza al Progetto Memoria_ μαρτυρία

entrambi i testi sono tratti da “Sguardi ritrovati” , vol. 2 del Progetto Memoria _Ed. Sensibili alle Foglie 1995_

αυτό το τραγούδι είναι αφιερωμένο στην μητέρα του Μαουρίτσιο