μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Τα τελευταία λόγια του Enrico

Πριν από ένα μήνα ο σύντροφος Enrico αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο του σπιτιού όπου ζούσε στο Παρίσι. Ο Enrico, σύντροφος και αγαπητός φίλος, βρισκόταν στο Παρίσι για περισσότερο από τριάντα χρόνια εξόριστος και πρόσφυγας, μαζί με δεκάδες άλλους συντρόφους και συντρόφισσες που είχαν δραπετεύσει από τον μπαλτά του δήμιου, αυτόν που καταδιώκει αμείλικτα, δίχως ανακωχή εκείνους που επαναστατούν και εξεγείρονται. σε αυτό προστέθηκε η επιθετικότητα ενός όγκου: βλ. το προηγούμενο ποστ    https://aenaikinisi.wordpress.com/2019/10/09/%ce%ad%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b5-%ce%bf-enrico-se-ne-e-andato-via       post precedente
Παρακάτω ένα έγγραφο του γραμμένο λίγες μέρες πριν πεθάνει σχετικά με τον ταξικό αγώνα στη Γαλλία, μέσα από μια συζήτηση για τα «κίτρινα γιλέκα» που μας ήρθε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
αυτό ακολουθείται από την αποχαιρετιστήρια επιστολή, που άφησε ο Enrico στον υπολογιστή, όπου μιλά για τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτήν.
=*=*=*=*=*=*=

Είναι εδώ και λίγος καιρός που προσπαθώ να γράψω κάτι για να «κάνω τις αξιολογήσεις μου γνωστές» (όπως εσύ λες ευγενικά) αλλά οι μεταβλητές που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσο πολυάριθμες και η κατάσταση τόσο περίπλοκη που χρειάζομαι πολύ περισσότερο χρόνο από αυτόν που είχα υπολογίσει στην αρχή, και επιπλέον είμαι μόνος. Εάν δεν θέλουμε να κάνουμε μια ανάλυση που να είναι υπερβολικά απλοϊκή και να δέχεται εύκολα επίθεση/κριτική, θα πρέπει να επικεντρωθούμε λίγο περισσότερο και να απλωθούμε (χάνοντας κατά συνέπεια στη σύνθεση). Ποτέ δεν ήμουν καλός συγγραφέας, ούτε καλός ομιλητής (είναι τα όριά μου), αλλά πάντα η διαίσθηση μου λειτουργούσε καλά, όμως δεν μπορώ να την επικοινωνήσω-μεταφέρω σωστά στους άλλους, γι αυτό χρειάζομαι χώρο και χρόνο.

Προσπαθώ να σκιτσάρω μερικά σημεία, ένα είδος σχεδίου (αλλά πάντα εσύ ήσουν ο επαγγελματίας των σκαριφημάτων … hihihi!).

Μπορώ να σου πω για ποιο λόγο το άρθρο της Le Figaro μου έκανε εντύπωση πραγματικά και με εξέπληξε (με εκπλήσσει λόγω του βήματος από το οποίο προέρχεται) και μου έδωσε μερικές ιδέες προβληματισμού.

Το άρθρο συνοπτικά λέει ότι μόνο ο μισθός που πληρώνει το «αφεντικό» δεν επαρκεί πλέον για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, επομένως το Κράτος με τις βοήθειες του συμμετέχει άμεσα (πληρώνοντας με την ανακατανομή) στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού ή τουλάχιστον, το μέρος που οφείλεται στο Κράτος είναι υπό αύξηση. Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται και η ευρύτερη συζήτηση για το «εισόδημα ιθαγένειας»..

Η φράση του Macron, φράση που εμφανίζεται επίσης στο άρθρο με τίτλο «Πόσοι γάλλοι μπορούν να ζήσουν χωρίς κρατική ενίσχυση;» [Ο τίτλος τα λέει όλα], είναι σαφής στην ανάλυση που της κάνει: «Θέλουμε μια Γαλλία στην οποία να μπορεί κανείς να ζει αξιοπρεπώς από την εργασία του», συνεπώς θέλει να πει ότι παρά το γεγονός ότι κάποιος έχει έναν πλήρη μισθό και μόνιμη δουλειά ζει δίχως αξιοπρέπεια.

Αυτό σχετίζεται με το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων».

Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτού του αυθεντικού κινήματος είναι ότι ΑΜΕΣΩΣ (από την αρχή, από το νοέμβριο) δεν απαιτεί πλέον μισθό από τον «κύριο» του, αλλά απαιτεί περισσότερα χρήματα από το Κράτος. Δεν ζητά πλέον άμεσο μισθό (στο pay slip, στο πακέτο αποδοχών), αλλά απαιτεί περισσότερο έμμεσο μισθό (περισσότερο από βοήθεια). [Σχεδόν σαν να είχαν κατανοήσει ότι δεν μπορούν να έχουν αύξηση μισθού, δεν μπορούν να αυξήσουν το κόστος των αγαθών σε μια παγκοσμιοποιημένη και υπερ-ανταγωνιστική αγορά]. Δεν αναζητά επιχειρηματίες ως συνομιλητές, αλλά απευθύνεται απευθείας στο Κράτος ζητώντας μια διαφορετική ανακατανομή του εθνικού πλούτου, και σπρώχνει το Κράτος να αναζητήσει τη χρηματοδότηση κάνοντας να πληρώσουν οι GAFA και οι πλουσιότεροι που αποφεύγουν τους φόρους..

Τοποθετημένος στο επίπεδο του κράτους, ο αγώνας αυτός γίνεται αμέσως ταξικός, και επομένως πολιτικός λόγω του επιλεγμένου συνομιλητή. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι ένας μισθολογικός αγώνας στο εργοστάσιο δεν είναι πολιτικός (όλα είναι πολιτικά συνηθίζαμε να λέμε πριν από μερικά χρόνια … hihihihi!). Αλλά υπερπηδώντας ευθύς αμέσως την κλασική/παραδοσιακή σχέση κεφαλαίου/ εργασίας και τιθέμενο ενάντια στο Κράτος, το περιεχόμενο είναι διαφορετικό.

Απαιτώντας συνεπώς περισσότερο από την εθνική αλληλεγγύη περισσότερο «σοσιαλισμό». Από την αρχή της θητείας του, το οικονομικό σχέδιο του Macron ήταν πάντα να ευνοεί το μεγάλο και μεσαίο κεφάλαιο (χρηματιστικό και άλλο, για παράδειγμα κατάργηση των φόρων επί της περιουσίας, μείωση μισθολογικών παραχωρήσεων που βαρύνουν τα αφεντικά) εις βάρος του προλεταριάτου (μέχρι στιγμής τίποτα νέο, μια δεξιά πολιτική). Το σχέδιο αυτό υλοποιούνταν για εξοικονόμηση 60 δισ. ευρώ σε δύο χρόνια :

μείωση της βοήθειας (κοινωνική δαπάνη), μείωση των προϋπολογισμών των δημοσίων δαπανών (υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, μείωση της μισθολογικής μάζας στους κρατικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας κ.λπ. … ο κατάλογος είναι μεγάλος) και μετατοπίζοντας την φορολογική επιβάρυνση από το άμεσο (φόροι επί του εισοδήματος, [πρόσεξε καλά, το 45% των γαλλικών οικογενειών, εκείνων που λαμβάνουν τα χαμηλότερα εισοδήματα, είναι ήδη απαλλαγμένο από τον φόρο εισοδήματος, εάν θα έπρεπε να καταβάλλουν επί πλέον και τους φόρους επί του εισοδήματος, το εργατικό δυναμικό δεν θα μπορούσε πλέον να αναπαράγεται) σε εκείνο το έμμεσο (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης καυσίμων, καπνός, rachet προστίμων, cotizzazioni εις βάρος μισθωτών και συνταξιούχων κ.λπ.).

Αλλά το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» ξαφνικά (κανείς δεν το είχε δει να έρχεται) με τον ριζοσπαστισμό του και με τα περιεχόμενα του αλλάξει εντελώς την κατάσταση. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να φτάσουν στο τέλος του μήνα και το Κράτος τους ζητά να συμμετάσχουν στον αγώνα ενάντια στο τέλος του κόσμου πληρώνοντας πιο ακριβή τη βενζίνη. Το σύνθημα είναι πολύ σαφές «Το πρόβλημά μου είναι το τέλος του μήνα, όχι το τέλος του κόσμου» απαντά ο πληθυσμός.

Τον δεκέμβριο, όλα αποκρυσταλλώνονται αυθόρμητα, βρισκόμαστε σε μια προ-εξεγερτική φάση (κάποιος μιλάει μάλιστα για μια καθαρά εξεγερτική φάση). Οι πιο ριζοσπάστες στο κίνημα δεν καταλαμβάνουν τα εργοστάσια, δεν επιτίθενται στην Ένωση Βιομηχάνων, δεν παραλύουν τις αποθήκες καυσίμων αλλά επιτίθενται στις τράπεζες, τα καταστήματα πολυτελείας, τα καταστήματα που ανήκουν στις πολυεθνικές (εκείνους που δεν πληρώνουν τους φόρους και επομένως δεν συμμετέχουν σε μια δυνητική ανακατανομή) μάλιστα και σε μια νομαρχία και την έδρα ενός υπουργείου.

Ορισμένα συνθήματα του κινήματος εκφράζουν/δηλώνουν «να εφορμήσουμε στο χειμερινό ανάκτορο» (η περιοχή του προεδρικού μεγάρου καθίσταται κόκκινη ζώνη, κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει σε αυτήν) και το κίνημα συγκεντρώνει τη συναίνεση της πλειοψηφίας των γάλλων [φτάσαμε στο 80% της συγκατάθεσης), σχεδόν όλοι οι γάλλοι λένε ότι τα «κίτρινα γιλέκα» έχουν δίκιο.

Λίγα λόγια σχετικά με την κοινωνιολογική σύνθεση του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων»: η πλειοψηφία προέρχεται από τον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες κ.λπ.), περισσότερο από το 50% προέρχεται από αγροτικές περιοχές (επαρχία), πολύ λίγοι άνεργοι, σχεδόν πλήρης απουσία υποπρολεταριάτου, και λίγοι εργάτες, μα πάρα πολλοί επισφαλείς, φοιτητές και μη, τεχνίτες, μικροί έμποροι, μικροί αγρότες που στραγγαλίστηκαν από την κρίση, συνταξιούχοι και πολλές διαζευγμένες γυναίκες με παιδιά. Οι αγρότες περιφρουρούν 24/24 τις οδικές διασταυρώσεις στην επαρχία, έρχονται τα σάββατα στις μεγάλες πόλεις για να διαδηλώσουν, αλλά μετά τη διαδήλωση επιστρέφουν σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα κατοίκων. Μέσα στο κίνημα δεν υπάρχουν ούτε τα συνδικάτα ούτε τα κόμματα (η άκρα δεξιά διεισδύει στο κίνημα, αλλά επίσημα δεν συμμετέχει), και κανείς δεν τα θέλει. Για αυτούς τους ανθρώπους, ο όρος «πολιτική» είναι ήδη συνώνυμος της διαμάχης-της διάθεσης για σύγκρουση [με αυτό αναφέρομαι στην Piazza Statuto και στις τρεις κατηγορίες του Accornero συγκρουσιμότητα-ανταγωνισμός-επανάσταση], της διαμεσολάβησης, συνεπώς ΔΕΝ θέλουν ένα πολιτικό κίνημα, αλλά είναι ήδη » πολιτικοί», δεν θέλουν να ανακτηθούν από την «παραδοσιακή» πολιτική οπότε να προδοθούν, δεν θέλουν ούτε μια δική τους πολιτική κατεύθυνση-διεύθυνση, θέλουν περισσότερα, είναι ήδη τουλάχιστον ανταγωνιστές-ανταγωνιστικοί.

Ιστορικά οι γάλλοι προλετάριοι τείνουν να «αναρχοφέρνουν» πολύ περισσότερο από τους ιταλούς. Ως αναρχικοί, απορρίπτουν όλες τις μορφές κρατικής οργάνωσης και όχι μόνο (ακόμη και τη δική τους οργάνωση), μια συγκεντροποίηση των αποφάσεων είναι ήδη συνώνυμη με την έμμεση δημοκρατία, την διαμεσολάβηση και τη διαφθορά των αξιών. Θέλουν μια άμεση δημοκρατία (όχι τυχαία ένας από τους στόχους είναι το δημοψήφισμα για την ιθαγένεια.

Ξέρουν τι ΔΕΝ θέλουν (για παράδειγμα την αντιπροσωπευτική δημοκρατία), χωρίς να γνωρίζουν τι θέλουν, εκτός από το να ζουν καλύτερα και να παράγουν διαφορετικά, είναι σιωπηρά και αντικειμενικά ήδη αντικαπιταλιστές. Μέσα στο κίνημα υπάρχουν όλες οι πιθανές πολιτικές θέσεις που μπορείς να φανταστείς (η κλασική δεξιά και αριστερή βάση, αναρχικοί, ακραία αριστερά, ακραία δεξιά), αλλά και πολλοί άνθρωποι χωρίς πολιτική ιδεολογία και που ποτέ δεν συμμετείχαν σε κανέναν αγώνα ούτε πολιτικό, ούτε μισθολογικό. Οι δικαστές που έχουν κληθεί να κρίνουν τους συλληφθέντες αντιμετωπίζουν ανθρώπους με καθαρό ποινικό μητρώο (γυναίκες και άνδρες), χωρίς πολιτικά προγενέστερα, με μέσο όρο ηλικίας 40-45 χρόνια (άνθρωποι που μιας και δεν έχουν ποτέ συμμετάσχει σε κάποιον αγώνα δεν γνωρίζουν καν τους κανόνες και πιάνονται με ευκολία). Με λίγα λόγια, «κανονικοί» άνθρωποι (οι εφημερίδες αναφέρονται σε «λαό», έτσι μιλούν για λαϊκιστές).

Ο Macron κυριολεκτικά χέζεται πάνω του, γιατί συγκεντρώνοντας την εξουσία στο πρόσωπο του (δεν έχει ένα «κλασικό» κόμμα, δεν έχει ένα συνδικάτο, οι βουλευτές του προέρχονται από την κοινωνία, δεν έχει χωροταξικά γραφεία, δεν έχει τοπικούς πολιτικούς εκπροσώπους, δεν έχει στρατευμένους, ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΟΝΟΣ, συνεπώς είναι και ο στόχος) είναι αυτός ο εχθρός που πρέπει να ρίξουν.

Αν εξαφανιστεί ο Macron, εξαφανίζεται και ο μακρονισμός, είναι αυτός που ενσαρκώνει το πολιτικό πρόγραμμα. Έτσι, μέσα σε βιασύνη και μανία, το επίπεδο καταστολής αυξάνεται, αλλά ταυτόχρονα, τον δεκέμβριο, παραχωρεί 10 δισεκατομμύρια ευρώ στο κίνημα (δεν αυξάνει τον νόμιμο ελάχιστο μισθό, επειδή ο «παραδοσιακός μισθός» καταβάλλεται από το «αφεντικό», αλλά αυξάνει το μέρος που αναλογεί στο κράτος, «καλώντας [hihihihi !] τις εταιρείες να καταβάλουν πριμοδότηση παραγωγής». Και τον απρίλιο (μετά την εθνική συζήτηση) προσθέτει άλλα 7 δισεκατομμύρια ευρώ (κάποιος λέει 8). Προσέξτε συνολικά 17 δισεκατομμύρια, πολύ περισσότερα από εκείνα που έχουν επιτύχει οι συνδικαλιστικοί και κοινωνικοί αγώνες κατά τα προηγούμενα 5-10 χρόνια κοινωνικών συγκρούσεων.

Πως είναι δυνατόν;

Ήθελε να εξοικονομήσει 60 δισεκατομμύρια ευρώ και αντίθετα επέλεξε (υποχρεωμένος ή όχι) να δώσει 17;

Πώς γίνεται να μειώνει τις κρατικές δαπάνες και να αυξάνει την ανακατανομή του πλούτου; Πώς μπορεί να είναι περισσότερο «σοσιαλιστής» (το λέει και το άρθρο του Le Figaro «… γενόμενος περισσότερο καπιταλιστής κοινωνικοποιώντας όλο περισσότερο τους καρπούς της ανάπτυξής του …) μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο και hyper-φιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα;

Και δεν έχει τελειώσει εδώ. Οι λόγοι για τους οποίους γεννήθηκε το κίνημα εξακολουθούν να είναι παρόντες, ακόμη και με 100 ευρώ περισσότερα, το τέλος του μήνα παραμένει ακόμη πολύ μακριά. Τα 17 δισεκατομμύρια που παραχώρησε η κυβέρνηση είναι μόνο μια σταγόνα νερού σε σχέση με αυτό που αναμένει το κίνημα. Αν και έχει μαλακώσει από τη μακρά διαμάχη και ποινικοποιήθηκε (είναι αγώνας 6 μηνών με μια συχνότητα μιας διαδήλωσης κάθε σάββατο), το κίνημα μπορεί να ξεκινήσει ξανά αυθόρμητα ανά πάσα στιγμή (αλλά ισχύει και το αντίθετο ) και η κυβέρνηση έχει πολύ σφιχτά περιθώρια ελιγμών.

Ο Macron παραμένει σε κατάσταση ακραίας ευθραυστότητας, αυτός δεν έχει μια πραγματική σταθερή εκλογική βάση για να στηρίζεται, αυτοί που τον ψηφίζουν διαρκώς αλλάζουν, η πτέρυγα της συντηρητικής αριστεράς που κατάφερε να συνεταιριστεί ήδη τον εγκαταλείπει και είναι σε θέση να ψαρεύει μόνο στα δεξιά του. Οι οικολόγοι ενισχύονται τόσο από δεξιά (η αριστερά των μακρονιστών) όσο και από αριστερά (σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό, κόμμα, insoumis). Ιστορικά το γαλλικό οικολογικό κίνημα έχει αριστερή βάση, βλέπε και ακροαριστερή (μιλάω για τη βάση, οι ηγέτες του οικολογικού κινήματος έχουν πιο ποικίλες θέσεις, υπάρχει επίσης ένας οικολογισμός της δεξιάς, για παράδειγμα οι κυνηγοί).

Το συνδικάτο CGT και τα κόμματα της «gauche», αριστεράς, προσπαθούν μόνο να καβαλήσουν το κίνημα (μιλώ για τα «gilets jaunes») με έναν τρόπο συμφεροντολογικό για να μπορέσουν να ενισχυθούν, επειδή κανείς πλέον δεν πιστεύει στην παλιά αριστερά και οι κάρτες μέλους μειώνονται κάθε μήνα. Δεν τους καταλαβαίνουν και ούτε καν προσπαθούν να τους καταλάβουν και το κίνημα δεν θέλει καν να τους ακούσει να μιλούν, ούτε να ακούσει να μιλούν γι αυτούς. Την 1η μαΐου (ημέρα των εργατών), η CGT δεν κατάφερε καν να πάρει την κεφαλή της πορείας, επικεφαλής μπήκαν τα ‘κίτρινα γιλέκα’-«gilets jaunes» και τα «μαύρα μπλοκ»-i «black-blocs».

Εκλογική παρέκκλιση ευρωπαϊκή ψηφοφορία. Το PCF δεν θα έχει κανένα βουλευτή στο Στρασβούργο, επειδή το ελάχιστο ήταν 5% των ψήφων, και αυτοί είναι στο 3,2%. Οι σοσιαλιστές και οι insoumis έχουν το 6% των ψήφων έκαστος, ενώ οι οικολόγοι έχουν πάνω από 13% (σοσιαλιστές + insoumis έχουν μαζί λιγότερες ψήφους απ ‘ότι οι οικολογιστές από μόνοι τους), η παλιά κλασική δεξιά καταρρέει από 20% σε 8%, σε μια συμμετοχή του 50% των ψηφοφόρων. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» δεν πήγε καν να ψηφίσει, παρά την ύπαρξη αρκετών ανεξάρτητων καταλόγων που δηλώνουν ότι είναι η έκφρασή τους και πως θέλουν να μεταφέρουν τα περιεχόμενα τους.

Δεν είμαστε ακόμη στο τέλος του κύκλου, για πολλούς παρατηρητές, είμαστε μόνο στην αρχή αυτού του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων». Και μεταξύ άλλων, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως πριν, τα περιεχόμενα που εκφράζονται είναι ένα σημείο μη επιστροφής. Κανένας άλλος αγώνας δεν θα μπορεί να αρχίσει χωρίς να ξεκινήσει από εκεί που έφθασαν τα «κίτρινα γιλέκα».

Οι εκτιμήσεις μου δεν είναι καθόλου ολοκληρωμένες, με αυτές τις γραμμές αναπτύσσω μερικές μόνο από αυτές. Συνεχίζω να αισθάνομαι μαρξιστής, στο «Κεφάλαιο» όλα αυτά τα πράγματα είναι ήδη εκεί (μπροστά σε όσους λένε ότι ο μαρξισμός είναι νεκρός).

Ο ταξικός αγώνας είναι πάντα υπαρκτός, μόνο οι κεντρικές φιγούρες «ίσως» είναι διαφορετικές. Η ευγένεια σου μου επιτρέπει να είμαι και λίγο ανακριβής, γνωρίζω πολύ καλά ότι ξέρεις να διαβάζεις μεταξύ των γραμμών και θα καταλάβεις το νόημα και το βάθος των πραγμάτων που λέω εις βάρος της φόρμας. Όπως βλέπεις, δεν είμαι εξοπλισμένος «συνοπτικά» και οι μεταβλητές είναι πολλές, οι παλιές κατηγορίες δεν είναι πλέον χρησιμοποιήσιμες, αλλά οι νέες δεν υπάρχουν ακόμα. Πώς να εξηγήσω τα πράγματα όταν οι λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα από ότι στο παρελθόν; Θα μπορούσα και θα ήθελα να μιλήσω για ώρες.

Κράτησε αυτές τις «εκτιμήσεις» απλά ως τροφή για σκέψη.

…κι αυτή είναι η επιστολή που ανακτήσαμε από το computer του: una lettera d’ addio-μια επιστολή αποχαιρετισμού!

Ο καρκίνος με καταστρέφει κυρίως σωματικά. Δεν μπορώ να αντέξω να βλέπω τον εαυτό μου να μαραίνεται μέρα με τη μέρα. Αυτή η ασθένεια είναι ανίατη στην περίπτωσή μου, όσο ο συμβιβασμός μέσα στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μου επέτρεπε να έχω μικρές ικανοποιήσεις τις αποδεχόμουν, αλλά αυτή η περίοδος πέρασε, έτσι ώστε να «περιμένω» τον θάνατο χωρίς άλλη εναλλακτική λύση. Η ζωή δεν έχει πλέον νόημα για μένα.
Δεν μπορώ να αποδεχτώ να επιβιώνω χωρίς κανένα σκοπό και χωρίς καμία ελπίδα.
Όπως και στο τραγούδι της Nina Simone “My Way” (https://www.youtube.com/watch?v=E5slKnOULnU), έζησα με τον τρόπο μου με τη μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια, αλλά δεν ήμουν πάντα ο κατά το δυνατόν πιο τίμιος με όλους.
Υπάρχουν κάποιες πράξεις που έχω διαπράξει που με βαραίνουν σε όλη μου τη ζωή, πάντα ντρεπόμουν γι αυτό, μέχρι σημείου να τρέμω από αηδία και θυμό προς τον εαυτό μου. Σε εκείνες τις στιγμές με σιχαινόμουν, γιατί είχα υποκύψει στον οπορτουνισμό ο οποίος μου προκαλεί φρίκη. Αλλά στο σύνολο δεν ντρέπομαι για τη διαδρομή μου. Ποτέ δεν ήμουν υποκριτής, υπερασπίστηκα πάντα αυτό που πίστευα χωρίς να λαμβάνω υπόψη τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα που αυτό θα μου προκαλούσε. Σε σημείο να βάζω τη ζωή μου την ίδια σε κίνδυνο, αλλά με τον τρόμο πως εάν είχα επιλέξει το πρωταρχικό συμφέρον μου ενάντια σε αυτό στο οποίο πίστευα, δεν θα μπορούσα να κοιτάξω τον εαυτό μου μπροστά στον καθρέφτη. Να με εκτιμώ ήταν πάντα η στολή μου. Τα κατάφερα; Πραγματικά δεν ξέρω, αλλά το σημαντικό είναι ότι έκανα ότι μπορούσα για να αποφύγω να με απογοητεύω, το μόνο κριτήριο που πάντα μετρούσε για μένα. Θα μπορούσα να γίνω ένας μικροαστός και να σκέφτομαι το συμφέρον μου χωρίς να λαμβάνω υπόψη τους άλλους, αλλά ο ανθρωπισμός μου δεν μπορούσε να παραλείψει να λαμβάνει υπόψη την ευτυχία των άλλων. Μπορούσα να είμαι χαρούμενος αν και οι άνθρωποι που αγαπούσα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη ευτυχία μου, ακόμα και εκείνοι που δεν γνωρίζω, ο Άνθρωπος με το Α κεφαλαίο.
Προφανώς έκανα επίσης πολλά λάθη, προσπαθώντας να τα αναγνωρίσω και να τα διορθώσω όταν μπορούσα, ακόμα και εκεί έκανα τα πάντα, ότι καλύτερο μπορούσα, με κάθε ειλικρίνεια και τιμιότητα.
Αφαιρώ τη ζωή μου με απλότητα, χωρίς κάποιος να με έχει σπρώξει ή να με επηρεάσει.
Είναι η επιλογή μου.
Αγάπησα, θαύμασα πολλούς ανθρώπους και κάποιοι με αγάπησαν, ευχαριστώ αυτούς τους τελευταίους, δεν κατάλαβα ποτέ γιατί με αγαπούσαν, αλλά συνέβη και αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ σημαντικοί για μένα. Αδελφική αγάπη, σωματική αγάπη, γυναίκες και άνδρες μεταξύ των οποίων πρώτοι απ ‘όλους οι σύντροφοι μου στον αγώνα, συντρόφισσες και σύντροφοι που θα αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους γιατί συχνά τους το έλεγα. Salvo, Barbara, Picchio, Mario, Prospero, Bertolazzi, Giovanni, Maurizio, Roberta, Marina ed ect, θα ξέρουν να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους.
Μα και πρόσωπα όπως Mimi, André, Danièle, Remo, Irene Villa (με βοήθησε πολύ οικονομικά), Irene Terrel, Lucia, Erika, Judith, Gigi Bergamin, Mai, Liana, η αδελφή μου παρόλο που μαζί της οι αντιθέσεις υπήρξαν όμορφες και πολύ άσχημες, κάνοντάς μας να περάσουμε αξέχαστες στιγμές και πολύ κακές στιγμές. Με έκανε ευτυχισμένο και δυσαρεστημένο με την ίδια ένταση, αλλά δεν το θέλω, όλοι προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο τους. Κι εγώ δεν είμαι κάποιος να μπορώ να κρίνω τους άλλους. Πάντα πίστευα ότι οι γυναίκες είναι το καλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας και μερικές από αυτές που συνάντησα με αγάπησαν (δεν ξέρω πώς να τις ευχαριστήσω). Όλα αυτά τα λόγια μπορεί να φαίνονται μακρινά και κρύα, αλλά εγγυώμαι ότι τα αισθάνομαι μέχρι βαθιά στην καρδιά μου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με βοήθησαν να ζήσω, και είναι ακριβώς στο να με δεχτούν που επικεντρώθηκαν οι προσπάθειές μου.
Κατάπια 4 κουτιά Fentanyl (30 χαπάκια, ίσως λίγο λιγότερα), όπως και Oxynorme, j’ai ajouté de la vodka et tout ce que pouvais – αλλά και βότκα, και για να μην αποτύχω στην αυτοκτονία μου. Ακόμη και αν αποτύχει αυτή η προσπάθεια: Δηλώνω:
Δεν θέλω να ζήσω πια, θέλω απολύτως να διακοπεί κάθε θεραπεία, να μείνω ζωντανός σαν ένα φυτό δεν με νοιάζει, και ως υλιστής και ορθολογιστής δεν πιστεύω στη ζωή του πέρα. Είμαι ένα θηλαστικό και μετά το θάνατό μου δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα άλλο παρά αποσύνθεση της ύλης που συμμετέχει στον κύκλο της φύσης.
MY WAY, Nina simone το αγαπημένο μου τραγούδι, θα ήθελα να χρησιμοποιηθεί την ημέρα X.

=*=*=*=*=*=
αυτά είναι τα λόγια του τραγουδιού που αγαπούσε ο Enrico:
Και τώρα, που το τέλος πλησιάζει
Κι αντιμετωπίζω την αυλαία
Φίλοι μου, θα το πω ξεκάθαρα
Θα εκθέσω τα επιχειρήματά μου, για τα οποία είμαι σίγουρος
Έχω ζήσει μια ζωή που είναι πλήρης
Ταξίδεψα κάθε και όποιο μεγάλο δρόμο
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Μετανιώνω, για λίγα
Αλλά και πάλι, πολύ λίγα για να τ’ αναφέρω
Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω και εμβάθυνα χωρίς εξαιρέσεις
Προγραμμάτισα κάθε πορεία που χαράσσεται, κάθε μου προσεκτικό βήμα σε δρομάκι
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Ναι, υπήρξαν στιγμές, είμαι βέβαιος ότι το γνωρίζατε
Ότι “κατάπινα” περισσότερα απ’ όσα μπορούσα ν’ αντέξω
Αλλά πάνω απ’ όλα όταν υπήρχε αμφιβολία
Τα “έτρωγα” μετά τα “έφτυνα”
Αντιμετώπισα τα πάντα και παρέμεινα στο ύψος μου
και το έκανα με τον τρόπο μου
Αγάπησα, γέλασα και έκλαψα
Συμπληρώθηκα και ένιωσα την απώλεια
Και τώρα καθώς τα δάκρυα υποχωρούν
Θεωρώ πως είναι όλα τόσο διασκεδαστικά
Και σκεφτείτε πως έκανα όλα αυτά
και επιτρέψτε μου να πω δίχως ντροπή
«Ω, όχι, Ω, όχι, όχι εγώ, Το έκανε με τον τρόπο μου»
Στο κάτω κάτω τι είναι άνθρωπος; Τι έχει;
Αν δεν έχει τον εαυτό του, τότε έχει το τίποτα
Για να λέει τα πράγματα που αισθάνεται πραγματικά
Και όχι τα λόγια κάποιου που γονατίζει
Το αποτέλεσμα δείχνει πως δέχθηκα πλήγματα
Και το έκανα με το δικό μου τρόπο.
Ναι … με το δικό μου τρόπο.

Γεια σου σύντροφε Enrico υπήρξε όμορφο που περπατήσαμε για το ίδιο μονοπάτι!

 

Le ultime parole di Enrico

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ, ΔΥΟ ΠΙΣΩ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ (35)

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Ιστορικοποιούμε τις σημειώσεις του κειμένου, όχι γενικά, αλλά για αυτό που μας αφορά αμέσως, για την εμπειρία που αποκομίσαμε αυτά τα χρόνια. Η τρομοκρατία και η «μακρά πορεία μέσα από τα θεσμικά όργανα», σιωπηρώς νεορεφορμιστική, είπαμε ως διπλή όψη της θεωρητικής κρίσης του επαναστατικού κινήματος που γεννήθηκε το ’68. Αλλά η κρίση δεν είναι μόνο θεωρητική, είναι πρακτική. Οι ομάδες εμπλέκονται σε ένα βαρύ μηχανισμό διάλυσης, η μόνη διέξοδος φαίνεται να συνίσταται στην ανάκτηση θεσμικών δεσμών ή, αντιστρόφως, στην ατομική τρομοκρατική αποφασιστικότητα. Γεννιούνται κομματίδια και σχηματίζεται μια κινητή υπόγεια βλάστηση, ασταθής και επικίνδυνη. Το σύνθημα της οικοδόμησης του κόμματος και της οργάνωσης της εξέγερσης ξεφτίζει μέσα σε μειοψηφικές επιλογές που δεν είναι ικανές για μαζική πολιτική αναπαραγωγή.Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το ιταλικό κίνημα αλλά όλες τις καταστάσεις (ευρωπαϊκές και αμερικανικές) στις οποίες εξερράγη το 68. Ωστόσο, όλοι αυτοί οι σύντροφοι, αυτό το πολιτικό προσωπικό, έχουν βιώσει μια πραγματική φάση επαναστατικής πολιτικής δράσης. Μόνο η σεκταριστική προκατάληψη των γραφειοκρατών του επίσημου εργατικού κινήματος μπορεί να το αρνηθεί. Στην πραγματικότητα, χιλιάδες σύντροφοι γνωρίζουν τι σημαίνει να παράγει κάποιος επαναστατική αναταραχή-αγκιτάτσια και να διαχειρίζεται χώρους εργατικής εξουσίας: το 1968-69 ήταν αυτό.

Αποτέλεσμα εικόνας για il partito dell'insurrezione anni 70

Αλλά ενώ η εργατική τάξη και ορισμένοι τομείς του προλεταριάτου συνέχιζαν να κινούνται σε αυτό το έδαφος, το πολιτικό προσωπικό των ομάδων κομματιάστηκε, η πρακτική κρίση περιπλέχθηκε με τη θεωρητική κρίση: ο δρόμος εμφανίστηκε συγκεχυμένος, ο προβληματισμός εξασθένησε – δυνατά μέχρις εδώ- της ενότητα της εργατικής τάξης σχετικά με την πολιτική αλληλεγγύη των ομάδων, αντιτιθέμενοι πειρασμοί αναπτύχθηκαν.

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio novembre 73, foto

Είναι πάρα πολύ εύκολο να απαντήσουμε ότι η ρεφορμιστική αντεπίθεση και η αδιαμφισβήτητη ικανότητα και ζωτικότητα του συνδικάτου έχουν περιορίσει και μπλοκάρει τα περιθώρια έκφρασης και αγώνα των ομάδων – και πλαστογράφησαν τη σχέση μεταξύ πρωτοπορίας και μαζών. Είναι πολύ εύκολο να αναγνωρίσουμε ότι εκεί που υπήρξε αντίσταση και πρόοδος στο πολιτικό κίνημα, η καταστολή έπληξε σκληρά μεγάλα στρώματα στελεχών. Ούτε η καπιταλιστική χρήση της κρίσης, ούτε η οργανωτική ανισότητα μεταξύ μέσων και σκοπών, δικαιολογούν τη σημερινή φάση διάλυσης των ομάδων. Δεν φθάνει: υπάρχει κάτι περισσότερο. Και είναι η έλλειψη μιας κινητήριας θεωρίας, είναι η έλλειψη μιας επαναστατικής ανάλυσης που να επιτρέπει στην πρωτοπορία να πορεύεται με το μαζικό κίνημα. Ναι, γιατί σε εμάς φαίνεται ότι το μαζικό κίνημα έχει σε κάθε περίπτωση πορευτεί και έχει δυνητικά λύσει για λογαριασμό του, μέσα στον αγώνα, τα προβλήματα γύρω από τα οποία αντιθέτως διαλύθηκε το πολιτικό κίνημα που γεννήθηκε το 1968 – εσωτερικό ή εξωτερικό στα εργοστάσια. Έτσι, μια ενωτική και επιθετική πολιτική ανάκαμψη σήμερα πρέπει και πάλι να αποκτήσει συνείδηση για το πόσο μακριά έχει πάει το πραγματικό κίνημα, να ανοίξει εκ νέου μια μαζική έρευνα στα εργοστάσια και μεταξύ του εσωτερικού προλεταριάτου, να αναδιαρθρωθεί σύμφωνα με το ρυθμό της σχέσης ανάμεσα στην πρωτοπορία και τις μάζες που έχει καθορίσει το ταξικό κίνημα. Αλλά για όλα αυτά αργότερα.

Σχετική εικόνα

Πρέπει πρώτα να δούμε ορισμένα κρίσιμα βήματα γύρω από τα οποία η ύφεση του κινήματος έχει καθοριστεί ιστορικά, και πάνω από όλα η σχέση πρωτοπορίας-μάζας από την οποία αυτό γεννήθηκε έχει αποσυντεθεί. Τρεις είναι οι φάσεις που πρέπει να έχουμε στο νου: η πρώτη είναι εκείνη που πηγαίνει από τις πρώτες εστίες, τα πρώτα ξεσπάσματα του Valdagno, της Valle Giulia, του Porto Marghera, της Pirelli, μέχρι την άνοιξη Fiat το ’69. Η δεύτερη φάση πηγαίνει από την αντεπίθεση του Agnelli στις 3 σεπτεμβρίου 1969 και από τον ιούλιο- αύγουστο του 1970 (εξέγερση στο Porto Marghera) μέχρι τον μάρτιο του ’72. Η τρίτη φάση είναι αυτή που άνοιξε στο Mirafiori τον μάρτιο του 1973. Σε αυτή την τελευταία φάση μια νέα προοπτική της οργάνωσης, ένα νέο άλμα προς τα εμπρός φαίνονται να καθορίζονται.

Σχετική εικόνα

Τώρα, στην πρώτη φάση μια μακρά διαδικασία εργατικής ανυποταξίας έρχεται σε ωριμότητα ενάντια στο καπιταλιστικό σχέδιο, εναντίον του σοσιαλισμού του κεφαλαίου, ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση επί της ανάπτυξης. Η σχέση μεταξύ των ταξικών κινημάτων και της θέσης των πρωτοποριών είναι πλήρης και αυθόρμητη. Στην αυτονομία της συμπεριφοράς των εργατών βασίζεται η δύναμη έλξης του κινήματος. Από την άποψη των στόχων, η ρήξη της σχέσης μισθού-παραγωγικότητας (τόσο στο επίπεδο της επιχείρησης: αγώνας κατά των κινήτρων, ισότητα, κλπ., όσο σε γενικό επίπεδο: αγώνας για τον κοινωνικό μισθό, κλπ.) σύντομα μετατρέπεται σε αγώνα κατά της εργασίας. Από την άποψη της μορφής του αγώνα βλέπουμε μια διαδικασία ταυτοποίησης με στόχο τέτοιο ώστε να καταστεί μαζικά ενιαίο το σχέδιο: εξισωτικός είναι ο στόχος, ισότιμη στη βάση είναι η οργάνωση του αγώνα, άρνηση της διαπραγμάτευσης και άρνηση της εργασίας γίνονται συνώνυμα, η άρνηση της εργασίας είναι, εν συντομία, ένα στυλ πολιτικής εργασίας, το μίσος για την οργάνωση της εργασίας είναι η υποστήριξη και η έλξη του σχεδίου. Από την άποψη των στρατηγικών διαρθρώσεων του σχεδίου, εδώ επικρατεί ο αυθορμητισμός. Η πιο περιπετειώδης προσδοκία δεν διαρκεί περισσότερο από κάποια εβδομάδα, τα επίπεδα της μάζας είναι προικισμένα με μια δύναμη εφευρετικότητας που μπορεί να τραβήξει πίσω της τα πάντα και αμέσως. Είμαστε μάρτυρες ενός είδους εξομάλυνσης του προβλήματος της οργάνωσης (και της εξέγερσης) στα επίπεδα της μάζας. Η πρωτοπορία είναι εντελώς εναλλάξιμη με το παγκόσμιο κίνημα, οι χρόνοι και οι μορφές της κυκλοφορίας των αγώνων είναι και διατύπωση του εξεγερτικού σχεδίου, στόχοι, χρόνοι, μορφές του αγώνα είναι αντικαθιστώμενα στοιχεία. Ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός στην επαναστατική συνείδηση πραγματοποιείται στην πρώτη φάση των αγώνων.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Με την αντεπίθεση του Agnelli, τις παύσεις του σεπτέμβρη ’69, το άνοιγμα του συμβασιακού αγώνα, ανοίγεται μια αντιφατική και ουσιαστικά αρνητική διαδικασία. Η ανάγκη να ενσωματωθεί στο αυθόρμητο κίνημα των μαζών μια συνειδητοποίηση των τακτικών και στρατηγικών διαρθρώσεων της εξεγερτικής διαδικασίας τίθεται στο προσκήνιο. 

Αποτέλεσμα εικόνας για fiat '69, lotte operaie

Μόνο με αυτή την προϋπόθεση είναι δυνατόν να απελευθερωθεί από την μέγγενη στην οποία έχει παγιδευτεί το κίνημα, αφενός από τις πρώτες βολές της αντεπίθεσης του Agnelli, αφετέρου από τον ελιγμό περικύκλωσης των συνδικάτων. Αυτά τα προβλήματα τίθενται στην ημερήσια διάταξη από το κίνημα, και καθίσταται ξεκάθαρη η συνειδητοποίηση ότι η αντίσταση και η διεύρυνση των κατακτηθέντων χώρων εξουσίας μπορούν να παρασχεθούν μόνο με την προϋπόθεση της οργανωτικής αναδιάρθρωσης που το μαζικό κίνημα, αξιοποιώντας τη δύναμη και το ξάφνιασμα και τον αυτοσχεδιασμό είχε με ενθουσιασμό συνθλίψει. Αλλά να θέσουμε το πρόβλημα στην ημερήσια διάταξη, δεν είναι πως το επιλύουμε. Αντιθέτως είναι ακριβώς εδώ που ανοίγεται μια βαθιά και οδυνηρή κρίση. Ωστόσο, οι πρώτες εμπειρίες δεν είναι αρνητικές: από το Τορίνο και το Πόρτο Μαργκέρα το έδαφος της εμπειρίας μεταφέρεται στο Μιλάνο, δηλαδή σε μια μητρόπολη στην οποία, αντί της άμεσης σύνδεσης με το εργοστάσιο, εκφράζεται με εξέχοντα τρόπο μια επιβολή-εξουσία του κεφαλαίου ακραίως διαρθρωμένη και πολύπλοκη. Είναι στο επίπεδο αυτής της πολυπλοκότητας που το πρόβλημα αναλαμβάνεται: οι μιλανέζικοι αγώνες για την κατοικία αντιπροσωπεύουν ίσως την υψηλότερη συνειδητοποίηση του.

Σχετική εικόνα

Και στο στρατιωτικό επίπεδο αναπτύσσεται η διάρθρωση της συζήτησης μεταξύ πρωτοπορίας και μάζας – η εξέγερση του Porto Marghera και άλλων κέντρων του Βένετο στις αρχές αυγούστου του ’70 δείχνει μια αλληλεπίδραση μεταξύ ομάδων επίθεσης και μαζικού κινήματος, σε επιθετικό επίπεδο, σε πολλές-μεγάλες περιοχές, τόσο ώστε να τελειοποιήσουν τα μοντέλα του αστικού αντάρτικου και τέτοιας ώστε να ξεπεράσουν έτσι κι αλλιώς το τρομερό παράδειγμα της μαζικής εξέγερσης του Τορίνο της 3ης ιουλίου 1969. Το ίδιο ισχύει και για τη γενίκευση των αγώνων του Μιλάνου για την κατοικία. Αλλά είναι η επακόλουθη προσπάθεια προσαρμογής της μορφής οργάνωσης σε αυτά τα νέα και επείγοντα καθήκοντα που αποτυγχάνει.

1960 torino

Η διαδικασία ολοκληρώνεται καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1971, μέσω της σεχταριστικής συγκρότησης των ομάδων, μέσω του γραφειοκρατικού σφετερισμού της ηγεσίας εναντίον των οργανωμένων αναγκαιοτήτων της εργατικής αυτονομίας. Αυτό που ήταν το πραγματικό καθήκον, να επαναπροσδιοριστεί και να διαρθρωθεί εκ νέου, από τα μέσα, η συμπαγής δύναμη της ενωμένης εργατικής δύναμης, μετατρέπεται σε εξωτερικό καθήκον καθοδήγησης, αφηρημένης διεύθυνσης.  Ο πιο χυδαίος τριτοδιεθνισμός θριαμβεύει. Ενώ, ταυτόχρονα, στην ίδια εκείνη χρονική περίοδο, ο αγώνας των εργατών προχωρεί, επεκτείνοντας και εδραιώνοντας την καταστροφή της εργοστασιακής ιεραρχίας και εκτοξεύοντας το σύνθημα του εγγυημένου μισθού, ξεκινώντας τους πρώτους αγώνες γι ‘αυτό – οι ομάδες εδραιώνουν μια ικανότητά τους να επιτεθούν που είναι τώρα αφηρημένη επειδή δεν δαγκώνει επίπεδα μαζικά, που καθίσταται ανίσχυρη, μια επίθεση που θέλει να στρέφεται εναντίον του κράτους.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Η «κάθοδος προς το Νότο» – που σε εκείνη τη φάση διεξάγουν οι ομάδες – μακριά από το να αντιπροσωπεύει μια νέα συσχέτιση του οργανωτικού λόγου μεταξύ των αγώνων των εργατών στις μητροπόλεις και των αγώνων των εργατών στην υπανάπτυξη, ένα σχέδιο κινηματικό μεταξύ δράσης των πρωτοποριών και μαζικής συμπεριφοράς από την άλλη πλευρά, προτείνει ξανά την ιδεολογία του αυθορμητισμού του ’68, από την άλλη – ακόμα πιο λανθασμένα – το φορτίο για μια δυσανάλογη ένταση της υποπρολεταριακής βίας εναντίον του κράτους (μια απλή προβολή, στην πραγματικότητα, του υποκειμενισμού και της κεντρικότητας των ομάδων). Η οργανωτική διαδικασία που θέλει τη συνέχεια των οργανωτικών βημάτων διαρθρωμένη μέσα στην ασυνέχεια του μαζικού κινήματος, διασπάται με άγριο τρόπο.  Οι ομάδες, στα τέλη του ’71 και μέχρι τον μάρτιο του 1972, πάνε στην επίθεση, μόνες. Όταν, στις 11 μαρτίου 1972, οι ομάδες έχουν τη στιγμιαία εντύπωση της στρατιωτικής νίκης, σε μητροπολιτικό και εθνικό επίπεδο, έχουν στην πραγματικότητα υποστεί το πιο ακραίο και σκληρό πλήγμα στην ξεχωριστή ύπαρξή τους. Θα καταστραφούν βαριά, η καταστολή θα τις βρει απομονωμένες και θα μπορέσει να χτυπήσει αδυσώπητα. Επιπλέον, η απόσπαση από την τάξη είναι ολοκληρωτική: από τις συμβάσεις του τέλους του ’72 οι ομάδες θα απουσιάζουν εντελώς. Είναι εδώ που η οργανωτική κρίση βρίσκει τις θεωρητικές της επιπτώσεις, είναι εδώ και η απόκλιση από τα μαζικά επίπεδα – που ήδη έχει κάνει την παρέμβαση της, εκ των πραγμάτων θεωρητικοποιείται και αποκρύπτεται μέσα στην ιδεολογία της «αυτοκριτικής», της νέας οργάνωσης, της συνέχειας μιας γενιάς πολιτικών στελεχών και ούτω καθεξής, εδώ που τα δύο μονοπάτια της ιδεολογίας – εκείνο το νεο-ρεφορμιστικό που θέτει την ανάγκη να ξανανοίξει μια σχέση με τις μάζες αλλά δεν ξέρει να το τοποθετήσει παρά στο εκ νέου άνοιγμα της συνεργασίας με το συνδικάτο, και εκείνη της τρομοκρατίας που επικεντρώνεται στην παραδειγματικότητα των επιθετικών δράσεων ως στιγμή πήξης του μαζικού κινήματος – είναι εδώ λοιπόν που συντελούνται δύο βήματα πίσω.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Η καπιταλιστική χρήση της κρίσης – η οποία εν τω μεταξύ γίνεται εντονότερη – δεν αναλύεται: η κρίση προσλαμβάνεται με καταστροφικό τρόπο, τόσο από τους νεο-μεταρρυθμιστές που δημιουργούν επάνω της ελπίδες για θεσμική ενότητα και συντονισμό με όρους μετώπων με το μαζικό κίνημα, όσο και από τους τρομοκράτες. Όσον αφορά τα προβλήματα της οργάνωσης, και στις δύο περιπτώσεις, η ανάγκη να αντικαταστήσουν στη συνέχεια του εργατικού σχεδίου την συνέπεια μιας γραμμής που έρχονταν από τα υψηλά κλιμάκια και μια πρωτοβουλία γραφειοκρατική ωστόσο – ωραία, όλο αυτό οδηγεί στο να εκθειάζονται οι λειτουργίες της ομάδας, η συνοχή και η ιδεολογική ομοιογένεια της διεύθυνσης, η καθετότητα της και ούτω καθεξής. Και η εξέγερση – όταν και ακόμη ξαναγίνεται λόγος γι ‘αυτήν – επιστρέφει να είναι «τέχνη», μια ξαφνική στιγμή που αποφασίζει «κάποιος»! Πόσο απίστευτα βαριά είναι τα προς τα πίσω βήματα! Αλλά η εργατική τάξη και το προλεταριάτο προχωρούν. Όχι μόνο στην εδραίωση των στόχων, στη συγκράτηση των χώρων εξουσίας, στον προσδιορισμό και την αποφασιστικότητα της οριστικής μη αναστρεψιμότητας της εργατικής και προλεταριακής εξουσίας. Bensì anche sul piano dell’organizzazione. Η συνειδητοποίηση ότι η εξέγερση δεν είναι «τέχνη» αλλά «επιστήμη», ικανότητα να αρθρώσει με ακρίβεια ολόκληρη την πορεία της ανατροπής σε μαζικά κινήματα και σε πρωτοποριακές επιχειρήσεις – εν συντομία, που το κεφάλαιο, σε αυτό το επίπεδο ανάπτυξης δεν αφήνει μαλακούς μύες για να χτυπήσει, αδύναμους δακτυλίους για να σπάσει, πυροκροτητές με τους οποίους να προκαλέσει εκρήξεις, αλλά που μόνο μια συνειδητή, συνεχής και οργανωμένη πολιτική σχέση μπορεί σήμερα να εντοπίσει πώς να σπάσει με μαζική δύναμη – αυτή η συνειδητοποίηση είναι όλη μέσα στην εργατική τάξη.

Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Η τρίτη φάση της οργανωτικής διαδικασίας της εργατικής τάξης ανοίγει στο Mirafiori, τον μάρτιο του 1973. Η διεύθυνση είναι όλη μέσα στην ταξική αυτονομία, η διάρθρωση της επίθεσης είναι και η ενοποιητική της λειτουργία, οι νευρώσεις ενός επαρκούς οργανωτικού μοντέλου αρχίζουν να φαίνονται. Στο σημερινό επίπεδο της ταξικής πάλης, η εργατική αυτονομία αρχίζει έτσι να γράφει το δικό της «Τι να κάνουμε;». Ο υποτιτλισμός είναι «η εξέγερση ως επιστήμη.» Αν προσπαθήσουμε να κινηθούμε σε αυτό το έδαφος, συνδέοντας ξανά τη θεωρία στο μαζικό κίνημα, αυτή τη φορά δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ, όπως συνέβη στη δεκαετία του εξήντα, μεταξύ της γενικής πρόβας της πλατείας Statuto και τη εξέγερσης της 3ης ιουλίου.

Σχετική εικόνα

Όμως, όλα αυτά δεν επαρκούν, αν το πέρασμα στον αγώνα ενάντια στο κράτος δεν διαμεσολαβείται από τη θεωρία (κρίσιμη συνειδητοποίηση της ταξικής απόψεως) της κρίσης. Η καπιταλιστική προσπάθεια να ξανανοίξουν μέσα στην ταξική σύνθεση ρήξεις – σε αυτό συνίσταται η «κρίση» μέσα στην προοπτική του κεφαλαίου – και η διάρθρωση των μέσων της μαζικής καταστολής και της έγκαιρης κατασταλτικής επίθεσης (η προκλητική πρόβλεψη) που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό, πρέπει να προσληφθούν στην εργατική αντίληψη της οργάνωσης και να ανατραπούν σε διαφορετικές και αρθρωτές λειτουργίες του επαναστατικού σχεδίου.  Εδώ καταλαβαίνουμε πλήρως ότι δεν πηγαίνουμε να κηρύττουμε μια προυστιάνα αναζήτηση του χαμένου χρόνου: τα επίπεδα της τάξης στα οποία αναφερόμαστε σήμερα είναι ναι εκείνα που ορίζονται από την ισχυρή εμφάνιση του εργάτη- μάζα, από την τυποποιημένη ισοπέδωση της οργανωτικής του μορφής, αλλά με την συνειδητοποίηση ότι αυτά έχουν υποστεί ρωγμές, και θα μαστίζονται από την κρίση.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Αυτό που με την κρίση το κεφάλαιο αναδιαρθρώνει, αναδιαρθρώνεται αντικειμενικά: το να μετατρέψουμε σε μια υποκειμενική λειτουργία εκείνη την σημαντικότητα της εργατικής διάρθρωσης που επιθυμεί το κεφάλαιο με την κρίση, είναι το σημερινό καθήκον. Η συνολική συνείδηση ότι ο μισθός είναι δύναμη περνά μέσα από την οργανωτική διάρθρωση των περιπτώσεων επίθεσης στην καπιταλιστική ικανότητα να εμποδίζει την εργατική απαίτηση για μισθό, και εξουσία. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι σε μερικά μεγάλα εργοστάσια η απαίτηση των εργαζομένων για εγγυημένο μισθό περνά. Ο μηχανισμός της καπιταλιστικής εξουσίας θα χρησιμοποιήσει αυτή την εργατική νίκη για να διαχωρίσει εργατικό στρώμα από εργατικό στρώμα, εργοστάσιο από γειτονιά, για να κατακτήσει διαφορετικές ανακωχές κ.λπ. Το καθήκον που θα πρέπει να αναληφθεί άμεσα από τις πρωτοπορίες των μαζών θα είναι αντιθέτως να γίνει αυτή η κατάκτηση αμέσως γενικεύσιμη.

Σχετική εικόνα

Αλλά είναι αυτή η πίεση της μάζας αρκετή; Όχι, δεν αρκεί. Η επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού σχεδίου της συγκράτησης των αγώνων στο επίπεδο του εγγυημένου μισθού θα είναι δυνατή μόνο αν αναπτυχθεί ταυτόχρονα ο αγώνας για οικειοποίηση, ο αγώνας, δηλαδή, επάνω στην εγγύηση του πανεριού των αγαθών που κατέκτησε το προλεταριάτο, και αυτό όχι μόνο για τις πρωτοπορίες, αλλά σε μια υποδειγματική μορφή, ικανή να παρασέρνει σε όλα τα επίπεδα του προλεταριακού αγώνα. Ο μόνος τρόπος για να διατηρήσουμε, να εξαπλώσουμε, να εδραιώσουμε χώρους εξουσίας είναι να αναφερθούμε σε πιο προωθημένα επίπεδα, όλο και πιο άμεσα επίπεδα εξουσίας: αυτή είναι ο μόνη αναφορά βαθμιαίων αλλαγών, [ρεφορμισμού] που γνωρίζουμε. Και πάλι είναι μια λειτουργία που ριζώνει άμεσα στη σύνθεση της εργατικής τάξης.

Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Από το 1968 έως σήμερα, οι πρωτοπoρίες έχουν αλλάξει και έχουν εμβαθύνει την ένταση της θέλησής τους να επιτεθούν σε σχέση με την καπιταλιστική αντίδραση και την κρίση. Μόνο οι ομάδες έχουν ιδεολογικοποιήσει το ’68, τα πολιτικά στελέχη που βγήκαν από εκεί, και έχουν καταψύξει τη «συνέχεια μιας γενιάς»! Όχι την τάξη.

Σχετική εικόνα

Εδώ, μέσα στον αγώνα, η αυτονομία υπήρξε ένα έδαφος συνεχούς καινοτομίας της πολιτικής πρωτοβουλίας και, πάνω απ ‘όλα, άνοιξε τον ορίζοντα του ένοπλου αγώνα. Ο νεαρός εργάτης – ο οποίος εισήλθε στο εργοστάσιο μετά το ’68 – έφερε στην οργάνωση μια νέα συνειδητοποίηση της σχέσης μεταξύ του μισθολογικού αγώνα και του αγώνα για εξουσία, μεταξύ αγώνα του εργοστασίου και αγώνα της γειτονιάς, μεταξύ διαρθρωμένου αγώνα και συνολικού αγώνα. Ο νέος εργάτης – αληθινά πολυεθνικός – δεν τραβιόταν πίσω από κανένα πολεμικό φετίχ. Δεν είχε χρειαστεί να φτάσει τη νίκη, είχε κερδίσει πριν εισέλθει στο εργοστάσιο, όπου παρουσιάζονταν σαν κοινωνικοποιημένο προϊόν του αγώνα. Στην προλεταριακή δομή του σαν προλετάριος υπήρξε ουσιαστικά, υλικά, όχι η παραίτηση, όχι ο συνένοχος υπολογισμός των γραφειοκρατικών δυνατοτήτων, αλλά η φρεσκάδα μιας σειράς ικανοποιημένων αναγκών και ένα νέο μίσος για την εκμετάλλευση. Σήμερα ο ταξικός αγώνας και η νέα οργάνωση αναμετριούνται επάνω σε αυτή τη φοβερή φρέσκια πραγματικότητα. Οι ομάδες εδώ δεν έχουν τίποτα να προσθέσουν. Χιλιάδες αγωνιστές των ομάδων σε φάση αποσύνθεσης τοποθετούνταν μέσα σε εκατοντάδες κολεκτίβες, επιτροπές, αυτόνομες συνελεύσεις, κοινωνικούς κύκλους, κατεχόμενα σπίτια τα οποία τα επόμενα χρόνια θα πολλαπλασιαστούν σε κάθε πόλη της Ιταλίας δίνοντας ζωή σε μια αληθινά πραγματική κοινωνική σκηνή του απελευθερωτικού κινήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για senza tregua anni 70, giornale

Η ίδια η έκφραση «απελευθερωτικό κίνημα» γεννήθηκε ως νέα ταυτότητα μιας διαδικασίας που δεν περιοριζόταν πλέον στη σφαίρα της διεκδίκησης ή της σύγκρουσης, για να διαλέξει εκείνη της αυτοσυγκρότησης. Αλλά η γένεση της αυτονομίας δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια γραμμική διαδικασία και μονοσήμαντη. Η αυτονομία αποτελούσε μια εκτεταμένη περιοχή όπως ένας γαλαξίας, μέσα στην οποία αναγνωρίζονταν μερικοί αστερισμοί, μερικά υποδίκτυα προικισμένα με διαφορετικές πολιτικές ιστορίες, διαφορετικούς πολιτιστικούς σχηματισμούς, διαφορετικές φαντασίες, αλλά και με εφημερίδες, εργαλεία επικοινωνίας, γραφεία και στέκια ξεχωριστά. Θα ήταν άχρηστο εδώ να περιγράψουμε τη γεωγραφία αυτών των ομάδων. Κάποιοι πόλοι θα μπορούσαν να αναφερθούν: οι αυτόνομες ρωμαϊκές επιτροπές, συγκεντρωμένες γύρω από τον κόσμο της via de Volsci, ανέπτυσσαν μια έντονα αυθορμητιστική θεματική, κληρονόμο μιας λουξεμπουργκιανής προσέγγισης, και εδραίωναν τα ριζώματα τους κυρίως μεταξύ των εργαζομένων ορισμένων υπηρεσιών (νοσοκομειακοί, σιδηροδρομικοί,, ταχυδρομικοί και τηλεφωνητές, εργάτες της ενέργειας), καθώς και μεταξύ των εκτός έδρας φοιτητών της Ρώμης και των νεαρών προλετάριων των ρωμαϊκών συνοικιών.

Σχετική εικόνα

Οι αγωνιστές που εγκατέλειψαν την Ομάδα Gramsci και μέρος αυτών που προέρχονταν από την εργατική Εξουσία δημιούργησαν μια μητροπολιτική δομή παρέμβασης στο Μιλάνο, στην οποία συμμετείχαν εργάτες από τη Sit-Siemens, την Alfa Romeo και αργότερα από πολλά άλλα εργοστάσια στη Βόρεια ζώνη. Από την συγχώνευση μέρους της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας και την διασπορά αγωνιστών εργατών του συνεχή Αγώνα γεννήθηκαν επίσης οι επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές. Αλλά αυτοί οι σχολιασμοί δεν δίνουν καθόλου την ιδέα της μεγάλης κινητικότητας που υπήρχε στην διάχυτη οργάνωση η οποία είχε τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της σε νεαρούς προλετάριους, στα όρια των αυτόνομων οργανωμένων ομάδων, αλλά που ήταν μέσα στις δυναμικές αυθόρμητης συνεύρεσης-συνάθροισης μαγματικής, ανεξέλεγκτη. Σε αυτή την κοινωνική πραγματικότητα σχηματίστηκαν δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες, δύο βασικές επιλογές, που διέτρεξαν ολόκληρη την επόμενη ιστορία της αυτονομίας. Θα ήταν μια απλούστευση να εντοπιστούν αυτές οι δύο ψυχές γύρω από τις θεαματικές θεματικές της βίας και της οργάνωσης. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι από το 1973 αναδύθηκαν μια νεολενινιστική και μιλιταριστική τάση ως Οργανωμένη Εργατική Αυτονομία – με όλα τα γράμματα κεφαλαία – και μια τάση δημιουργική-desiderante η οποία ευνόησε-υποστήριξε την κοινωνική διάδοση των συμπεριφορών παρά την πολιτική οργάνωσή τους.

Σχετική εικόνα

Αλλά θα ήταν μια ανεπαρκής απλούστευση. Στην πραγματικότητα, η ρίζα της συστατικής ασάφειας της αυτονομίας βρίσκεται στη φράση της «Εργατικής Εξουσίας» που αναφέρθηκε προηγουμένως, στην οποία λέγεται, όσον αφορά την κατάληψη του Mirafiori, «το κόμμα του Mirafiori σχηματίζεται για να καταδείξει την καπιταλιστική αδυναμία χρήσης των μέσων καταστολής και αναδιάρθρωσης […] «. Αυτή η αξιολόγηση, η οποία αποτελεί τη βάση όλων των αντιστασιατίστικων πρακτικών κατά της αναδιάρθρωσης, όλης της αναζωπύρωσης της υστερο- κομμουνιστικής μυθολογίας του εμφυλίου πολέμου και της προλεταριακής δικαιοσύνης, η εκτίμηση αυτή είναι λανθασμένη και περιοριστική. Το κίνημα της αυτονομίας κατ’ αυτό τον τρόπο σχεδιάζεται σαν κίνημα αντίστασης: αντίσταση ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, και υπερεκτίμηση της ικανότητας να βαστάξει, να αντέξει η προλεταριακή κοινωνική σύνθεση που προήλθε από το κίνημα αγώνων του 1968-73.

Σχετική εικόνα

Η υπεράσπιση-η άμυνα της πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας του κινήματος ολοκληρώθηκε με την ακαμψία της κοινωνικής σύνθεσης του εργατικού δυναμικού και την άρνηση να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογικές μορφές της οργάνωσης της εργασίας. Στην πραγματικότητα, από το 1973, η αντεπίθεση των αφεντικών είχε ως στόχο ακριβώς να χτυπήσει τα δομικά θεμέλια της ταξικής σύνθεσης. Πρώτα απ ‘όλα το μπλοκάρισμα των προσλήψεων και του «turn-over» σε όλο τον κύκλο Fiat. Στη συνέχεια, αργά, πρώτα και στη συνέχεια ολοένα και περισσότερο να μοιάζει με ανεμοστρόβιλο, η εισαγωγή τεχνολογιών «εξοικονόμησης εργασίας», «labor-saving», η διάσπαση των μεγάλων μονάδων παραγωγής. Από εκείνη την καμπή-μεταστροφή άρχιζε ο βαθύς επαναπροσδιορισμός ολόκληρης της ιταλικής παραγωγικής δομής (αλλά επρόκειτο για μια διεθνή διαδικασία) με την περιθωριοποίηση των βιομηχανικών εργασιών, την επέκταση των άυλων κύκλων εργασίας: τα χρόνια ογδόντα. Η αυτονομία δεν δημιούργησε εκ των προτέρων τις πολιτιστικές συνθήκες για να διασχίσει αυτή την παραγωγική και κοινωνική μετάβαση, εκείνη την αποσύνθεση, προσπάθησε να υποκαταστήσει υστερικά μια διαδικασία κοινωνικής ανασύνθεσης που έπρεπε να ακολουθηθεί από μέσα, αποστασιοποιούμενη από υποκειμενικές παραμορφώσεις-χειραγωγήσεις, αρνούμενη κομματικές ενσαρκώσεις.

Σχετική εικόνα

Αλλά αυτή είναι ιστορία που ωρίμασε στα επόμενα χρόνια, εκείνη την περίοδο που προετοιμάζει το ’77, στην οποία έλειψε η ευκαιρία να προδιαθέση τα χαρτιά για μια νέα διαδικασία ανασύνθεσης, έλειψε η ευκαιρία να γίνουν αντιληπτές οι γραμμές της μετάλλαξης της ανθρώπινης εργασίας, στη συνέχεια το κύμα της άρνησης της εργασίας, έλειψε η ευκαιρία να προσδιοριστούν τα καινούργια εδάφη επάνω στα οποία μετακινούνταν η κυριαρχία, και στα οποία επάνω έπρεπε να μετακινηθεί και η κριτική δράση, η αυτο-οργάνωση, και η επαναστατική ανακάλυψη, δημιουργία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autonomia operaia

Μεταξύ του τέλους της εργατικής Εξουσίας, της γέννησης των συμβουλίων και της κρίσης των οργανωμένων πολιτικών ομάδων, σχηματίζονται οι πρώτες αυτόνομες συνελεύσεις στα εργοστάσια. Η μεγάλη ώθηση για τη γέννησή τους δίνεται όχι μόνο από μια πολύπλοκη σειρά πολιτικών στελεχών που σχηματίστηκαν μέσα στους αγώνες, από τη μεγάλη πάλη στη Fiat το 1972-73, από εκείνο το περίπλοκο πολιτικό εργατικό περιβάλλον που θα αποκαλεστεί «κόμμα του Mirafiori». Η δραστηριότητα των αυτόνομων εργατικών συνελεύσεων (οι οποίες θα δημοσιεύουν εφημερίδες όπως η ‘Senza Padroni’, »Δίχως Αφεντικά» στην Alfa Romeo, την Lavoro Zero, »Εργασία Μηδέν» στο Porto Marghera, την Mirafiori Rossa, »Κόκκινο Μιραφιόρι» στο Τορίνο κλπ.) συνδέεται με τα νεογέννητα CPS (Collettivi politici studenteschi, πολιτικές φοιτητικές κολεκτίβες) και τις αυτόνομες κολεκτίβες που γεννιούνται σε πολλές μητροπολιτικές προλεταριακές συνοικίες, δίδοντας ζωή σε ένα τεράστιο και άτυπο δίκτυο συγκρούσεων στο κοινωνικό, στο σχολείο, στο εργοστάσιο, το οποίο για τα χαρακτηριστικά των στόχων και των περιεχομένων μπορεί να οριστεί ως η γέννηση του χώρου Αυτονομίας.

Σχετική εικόνα

Πολλές συνιστώσες εισρέουν σε αυτό τον «χώρο». Στην περιοχή του Μιλάνο, από την κρίση της εργατικής Εξουσίας, γεννήθηκε η εφημερίδα «Rosso», η οποία περιλαμβάνει επίσης στοιχεία από άλλες οργανώσεις που βρίσκονται σε κρίση. Επίσης στο Μιλάνο, η έξοδος από τη Lotta continua της «εργατικής τάσης» θα οδηγήσει στη γέννηση της «Senza Tregua» , ‘Χωρίς Ανακωχή», και αργότερα, μέσα σε μια πολύπλοκη ανταλλαγή εμπειριών, στις ‘κομουνιστικές επαναστατικές Επιτροπές’, Co.co.ri. Στο Βένετο, οι αυτόνομοι χώροι θα συγκεντρωθούν γύρω από τις Κολεκτίβες, Collettivi και την εφημερίδα «Potere Operaio per il Communismo», η οποία, μετά το ’77, θα αποκαλείται «Αυτονομία», «Autonomia».

Σχετική εικόνα

Στη Ρώμη, από την τάση του manifesto, παράγεται η ‘Tαξική Εξέγερση’ ,»Rivolta di Classe», η οποία από το ’78 προέλθουν οι «Volsci», που αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους τομείς της Αυτονομίας στα Κέντρο-Νότια. Πάντα στη Ρώμη από τις περίπλοκες περιπτώσεις της αποσύνθεσης της εργατικής Εξουσίας και άλλων οργανισμών, τα περιοδικά «Metropoli» και «Pre-print» θα γεννηθούν το 1978. Το «κίνημα του ’77 » είναι το υψηλότερο σημείο της μαζικής διάχυσης των αυτόνομων συμπεριφορών που παράγουν δεκάδες εφημερίδες εμπνευσμένες από το « A / traverso » που γεννήθηκε το 1975 και φτάνει τα 20 χιλιάδες αντίτυπα μέσα στο ’77. Και στην πραγματικότητα το κίνημα του ’77 χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση στην αγορά εργασίας ενός προλεταριακού υποκειμένου με υψηλή ένταση γνώσεων και με καλό επίπεδο σπουδών, το οποίο διαφοροποιείται από τον «εργάτη μάζα» επειδή αρνείται, απορρίπτει την «αναγκαστική» εισαγωγή στο εργοστάσιο και σκιαγραφεί ένα είδος «κοινωνικού εργάτη», που είχε θεωρητικοποιηθεί νωρίτερα από ορισμένους χώρους της αυτονομίας που δήλωναν την τάση αναγκαιότητας να εγκαταλειφθεί το έδαφος του εργοστασίου.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Σχετική εικόνα

θεωρία, teoria

Χρόνια πολλά, Buon compleanno, Marx!

Στις 5 μαΐου του 1818 γεννιόταν ο Καρλ Μαρξ, έχουν περάσει δύο αιώνες και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο επίκαιρος σήμερα από ό, τι τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία την μισή Ευρώπη κυβερνούσαν σοσιαλιστικά κράτη και την άλλη μισή ο συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που είχε προκαλέσει το κοινωνικό κράτος. Ο μαρξισμός ήταν η ηγεμονική κουλτούρα μιας μεγάλης διαδικασίας χειραφέτησης των λαών σε όλο τον κόσμο, της απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία, της οικοδόμησης ανεξάρτητων κοινωνιών και σε σύγκρουση σχετικά με τα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Παραδόξως, αυτή η πολιτική και πολιτισμική δύναμη του μαρξισμού παραμελούσε τον θεμελιώδη πυρήνα της, εκείνον της εκμετάλλευσης της εργασίας ως βασική υποχρέωση και χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μόνο ριζοσπαστικές μειονότητες, οι οποίες αργότερα απέκτησαν μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κίνημα του 1968, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην αλλοτρίωση και στη συνεχιζόμενη απαλλοτρίωση που από την ίδια του την φύση ο καπιταλισμός παράγει προς την εργασία. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που επικεντρώθηκαν περισσότερο στον πυρήνα της σκέψης του Μαρξ παραμελούσαν ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής. Ο καπιταλισμός, λόγω της φύσης του, έχει ανάγκη να αυξάνει συνεχώς την εκμετάλλευση της εργασίας και να την υποβάλλει ολοένα και περισσότερο στην παραγωγική του οργάνωση, και πρέπει να το κάνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ιδού, αυτό το σημείο που σήμερα εμείς ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, τότε στη στιγμή της μέγιστης πολιτιστικής ηγεμονίας του μαρξισμού, δεν κατανοήθηκε. Οι λόγοι ήταν προφανώς πολιτικοί ιστορικοί, η σοβιετική επανάσταση και η παγκόσμια ήττα του φασισμού είχαν σταματήσει την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ομοίως, η χειραφέτηση του αποικιακού κόσμου. Και μετά οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες στις πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν θέσει όρια, μετά ειπώθηκε πως ήταν δίχτυα που παγίδεψαν, στη δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς. Έτσι, ο Μαρξ που περιγράφει τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης ως ένα είδος ιού που δεν μπορεί παρά να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, λοιπόν εκείνος ο Μαρξ θεωρήθηκε ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ξεπερασμένος, από μια πραγματικότητα όπου αντιθέτως εκείνος ο ιός έμοιαζε πεπερασμένος, σίγουρα ακόμα ισχυρός και επικίνδυνος, αλλά στη διαδικασία της οριοθέτησης, ακόμη και της εξάλειψης.

“Η ανάγκη για όλο και πιο εκτεταμένες διεξόδους για τα προϊόντα της ωθεί την αστική τάξη, την μπουρζουαζία σε όλη την χερσαία σφαίρα. Αυτή πρέπει να φυτευτεί παντού, παντού να εδραιωθεί, να ενισχύσει, να σφίξει παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η μπουρζουαζία έχει καταστήσει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη ..”

Με αυτά τα λόγια το 1848, και εδώ υπάρχει μια επέτειος, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακοίνωναν τον κόσμο του σήμερα. Πριν από 170 χρόνια, ο καπιταλισμός είχε εγκατασταθεί μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές περιφέρειες και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργατική τάξη απαρτίζονταν από μερικές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε έναν πληθυσμό του οποίου η μεγάλη πλειοψηφία, και στην Ευρώπη, ήταν αφιερωμένη στη γεωργία. Ωστόσο, η ιδιοφυΐα του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ικανή να συλλάβει από την σχολαστική ανάλυση αυτών των ακόμα σχετικά μικρών μερών των κοινωνιών εκείνης της εποχής το πεπρωμένο ολόκληρου του πλανήτη: de te fabula narratur, ‘είναι για σένα που μιλάμε σε αυτό το παραμύθι’ προσέθεσαν στη συνέχεια σε εκείνους που τους κατηγόρησαν για υπερβολή με τα οράματα τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα, ο καπιταλισμός έμοιαζε σε υποχώρηση ή, σε κάθε περίπτωση, κάτω από αυξανόμενη πίεση, περιορισμό, ο κόσμος φαίνονταν να κινείται προς μια αυξανόμενη χαλιναγώγηση των ζωικών διαθέσεων της αγοράς, το έκανε και πάνω απ ‘όλα χάρη σε όλα όσα είχε προωθήσει και εκθέσει ο μαρξισμός, διαψεύδοντας έτσι τις προβλέψεις του Μαρξ. Αλλά τότε υπήρξε η αντίδραση.

Το 1973 το άγριο πραξικόπημα στη Χιλή που υλοποίησε ο Pinochet με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδότησε μια καμπή στις παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η χιλιανή δικτατορία ήταν η πρώτη παγκόσμια περίπτωση της επιστροφής στον αδίστακτο και άγριο καπιταλισμό που ανέλυσε ο Μαρξ. Μέσα στη θάλασσα αίματος των μαρξιστών, ακριβώς έτσι αποκαλούνταν οι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Allende, επάνω στoν αφανισμό του εργατικού κινήματος, το πρώτο φιλελεύθερο πείραμα χτίστηκε. Στη συνέχεια, με τον Ρέιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Θάτσερ στη Βρετανία, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός εξαπλώθηκε στις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου και επιτέθηκε σε όλους τους αντιπάλους του: τις εργατικές τάξεις, τις χώρες με σοσιαλιστικό σύστημα, στις πρώην αποικιακές. Τους επιτέθηκε, τους προσέβαλε και κέρδισε. Σε αντίθεση με όσα φαίνονταν, με όσα πίστευαν πριν από πενήντα χρόνια, ο καπιταλισμός που θριάμβευε δεν ήταν αυτός ο Κεϋνσιανός, του κοινωνικού συμβιβασμού, τότε τον αποκαλούσαν νεοκαπιταλισμό. Όχι, ήταν ο πιο άγριος veterocapitalism που ανελάμβανε την κυριαρχία του κόσμου, o παλιός, ο ξεπερασμένος.

«Πως επέστρεψε καυχιέσαι και να προχωρήσει ζητάς, Del ritornar ti vanti e procedere il chiami». Έτσι, ο Giacomo Leopardi στην La Ginestra κατηγορεί τον «θαυμάσιο και ανόητο» αιώνα του, δηλαδή την αποκατάσταση των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μετά τη γαλλική επανάσταση. Τότε, όπως σήμερα μια γιγαντιαία τεχνολογική διαδικασία συνοδεύονταν από μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η καπιταλιστική αποκατάσταση που υποφέρουμε σήμερα επέβαλε μια επιστροφή στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα παγκόσμιας εκμετάλλευσης που αναλύθηκε και πολεμήθηκε από τον Μαρξ.

Αυτή η παγκόσμια αποκατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα δεν πραγματοποιήθηκε μέσα από τις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, όπως μπορεί αντιθέτως να υπερηφανεύεται η προπαγάνδα του. Ήταν η δράση της πολιτικής, η παρέμβαση των κρατών και οι θεσμικές κατασκευές που ελευθέρωσαν τον καπιταλισμό από τους περιορισμούς, τα φρένα που του είχαν επιβληθεί από εκατό χρόνια αγώνων και επαναστάσεων. Είναι η χρήση του κράτους υπέρ της αγοράς, που θεωρητικοποιήθηκε από τον Von Hayek, η ιδιωτικοποίηση του κοινού, του δημόσιου, που διέταξαν την επιστροφή στον άγριο και φιλελεύθερο καπιταλισμό, αυτόν που ονομάστηκε ordoliberismo. Και γραφειοκρατικοί και αυταρχικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά επιτεύγματα και κατακτήσεις στις χώρες που ανήκουν σε αυτήν. Και κάτω από την εντολή, την διοίκηση της ΕΕ η Ελλάδα έχει γίνει το νέο ινδικό χοιρίδιο για τα πιο άγρια κοινωνικά πειράματα.

Το κράτος, τα θεσμικά όργανα και η πολιτική έχουν κάνει το βρώμικο έργο της καπιταλιστικής αποκατάστασης, παρέχοντας σε αυτήν τα υλικά εργαλεία και την ιδεολογική κάλυψη. Η ενιαία και μοναδική φιλελεύθερη σκέψη έχει γίνει η κοινή λογική των κοινωνιών που καταστράφηκαν από την αποκατάσταση της πιο άγριας εκμετάλλευσης. Και οι κυβερνήσεις επέστρεψαν να είναι εκείνες οι «αστικές εμπορικές επιτροπές» του Μανιφέστο του 1848.

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα massmedia εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η ήττα του σοσιαλισμού, σε όλες τις εκδοχές του, τον τελευταίο αιώνα ήταν αποκλειστικά πολιτική, καθορίστηκε από τη μεγαλύτερη δύναμη και βία του καπιταλισμού. Ήταν ο παγκόσμιος ταξικός αγώνας που σημάδεψε τη νίκη της μπουρζουαζίας. Προς το παρόν, επειδή η ανθρώπινη ιστορία διδάσκει ότι αυτό που η πολιτική, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, καταστρέφει, η ίδια η πολιτική μπορεί να ανοικοδομήσει. Μετά από δεκαετίες καπιταλιστικής αποκατάστασης, είναι η ίδια η επιμονή και επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης που προετοιμάζουν την επιστροφή μιας πολιτικής απέναντι από εκείνη και αντίθετη αυτής που μέχρι τώρα έχει θριαμβεύσει. Τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν επειδή οι νόμοι της αγοράς κρύβουν στην πραγματικότητα σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και όταν οι άνθρωποι το συνειδητοποιούν, τότε λοιπόν το καθεστώς του κέρδους και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει ότι όλα τα τερατώδη του πρέπει να κατεδαφιστούν.

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Χρόνια πολλά στον Μαρξ, η σκέψη του είναι νεότατη.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ο χρόνος, η αγάπη και ο ταξικός αγώνας – Il tempo, l’amore e la lotta di classe

Ο χρόνος, η αγάπη και ο ταξικός αγώνας

Κάθε ένας και κάθε μια από εμάς έχει μια συγκεκριμένη δικιά του ιδέα της αγάπης. Η βιβλιογραφία μας παρέχει μια ατελείωτη ποικιλία των αντιλήψεων της αγάπης σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, σε διαφορετικές κουλτούρες, σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.

Για παράδειγμα: η ιπποτική αγάπη, η ρομαντική αγάπη, η αιώνια αγάπη, η φυσική αγάπη, η σωματική, η πνευματική, η υιική αγάπη, η μητρική και η πατρική, η παθιασμένη, η πλατωνική αγάπη, η γυναικεία αγάπη, η αγάπη της πατρίδας, η θεία αγάπη, κ.λπ., κ.λπ. (Kollontaj)

tempo

Αλλά ο χρόνος πως σχετίζεται με την αγάπη; Ο χρόνος έχει έναν ρόλο στην αντίληψη που ο καθένας / α έχει για την αγάπη. Για παράδειγμα, σε σχέση με την διάρκεια του. Μερικές λέξεις έχουν παραχθεί για να αντιπροσωπεύουν τις σχέσεις αγάπης, ανάλογα με τη διάρκεια και την έντασή τους: «Φτιάχνω μια ιστορία με …» που σημαίνει ότι έχω μια ερωτική σχέση όχι μεγάλης διάρκειας, ή «βλέπω τον/την τάδε …» είναι μια σχέση όχι και πολύ ενδιαφέρουσα και ίσως ακόμη μικρότερη της ιστορίας … και άλλες τέτοιες εκφράσεις.

Αλλά αυτή είναι η χρονολογική στιγμή, αυτή με την οποία οι άνθρωποι μετρούν τα πάντα, εκείνη που σημειώνεται με τα ρολόγια και που χρησιμοποιείται για να μετρήσουμε ακόμα και την αγάπη, αν είναι μικρή, μεγάλη, αιώνια …

Αλλά υπάρχει και ένας άλλος χρόνος. Όχι η χρονολογική στιγμή, μια άλλη έννοια του χρόνου … μια πολύ ενδιαφέρουσα έννοια με την οποία πρέπει ξανά να εξοικειωθούμε.

Πολλές αρχαίες γλώσσες είχαν δύο λέξεις για να αντιπροσωπεύουν διαφορετικές έννοιες του χρόνου. Επί του παρόντος, οι γλώσσες που έχουν διατηρήσει τη διπλή έννοια, έχουν μια λέξη για τον χρονολογικό χρόνο και μιαν άλλη για τον καιρικό χρόνο.

Αλλά είναι μια απλούστευση που έχει ακυρώσει εντελώς την αίσθηση μιας διαφορετικής έννοιας του «χρόνου».

Η λέξη «χρόνος» στη γλώσσα μας προέρχεται από λατινικούς όρους όπως «Tempestus», «tempestas» … όρους που αντιπροσωπεύουν εκείνο το φυσικό φαινόμενο, «τη θύελλα», γνωστή από τους ανθρώπους πάντα και που παρατηρείται συχνά με καταστροφικά αποτελέσματα για τον παρατηρητή, και που συμβαίνει όταν ένας αριθμός στοιχείων: ο άνεμος, η θερμοκρασία, η πίεση, η υγρασία … αναμιγνύονται και, σε μια δεδομένη στιγμή, να εκρήγνυνται σε εκείνο το θέαμα που κατέπληξε και ακόμη εκπλήσσει πάλι με βροντές, αστραπές, εκτοξευμένο νερό, κ.λπ., κ.λπ.

Στην προέλευση της λέξης «χρόνος» έχουμε τις έννοιες ενός «μείγματος διαφορετικών στοιχείων» και «κατάλληλου χρόνου μέσα στον οποίο αυτά συνδυάζονται και να εκρήγνυνται.» Στην πραγματικότητα, η λέξη «, έγκαιρη ή επικαιρότητα», που έχει την ίδια ρίζα, καθορίζει μια ενέργεια σε μια δεδομένη στιγμή και όχι σε άλλες, οι λέξεις «εγκράτεια, μετριοπάθεια» ή «ακράτεια» σημαίνουν πως το μείγμα των διαφορετικών στοιχείων παράγεται εντός των επιτρεπόμενων ορίων ή όχι, αν γίνεται αποδεκτό ή όχι από τους συγχρόνους του.

Έτσι, η λέξη «χρόνος» δεν είχε πάντα τη μοναδική έννοια που του δίνουμε σήμερα, δηλαδή εκείνη της «ροής των σχεδόν παρόμοιων γεγονότων ή τουλάχιστον σε συνέχεια, χωρίς ουσιαστικές ρήξεις.» Αυτή η έννοια έχει καθιερωθεί, πιθανότατα στις διατεταγμένες και ιεραρχικές κοινωνίες, στις οποίες η συνέχεια και η ακινησία είναι μια σημαντική αξία που πρέπει να διατηρηθεί.

Οι έλληνες είχαν έναν όρο για να εκπροσωπεί αυτή την εικόνα της κατάλληλης στιγμής. Δεν είναι ο Χρόνος, αλλά ο ΚΑΙΡΟΣ. Ο τελευταίος, που έπεσε σε αχρηστία, ήταν ακριβώς εκεί για να δηλώνει τον κατάλληλο χρόνο μέσα στον οποία τα πράγματα πρέπει να συμβούν. Είναι προφανές ότι μέσα στους πολιτισμούς και τις κουλτούρες που σχετίζονται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά και με την βιοτεχνική παραγωγή η έννοια αυτή είναι θεμελιώδης. Πρέπει να φυτέψουμε ή να μαζέψουμε διάφορα γεωργικά προϊόντα εκείνη τη στιγμή και όχι σε κάποιαν άλλη και ακριβώς μέσα σε αυτό τον καιρό αναμιγνύονται, μια σειρά από στοιχεία: φεγγάρι, θερμοκρασία, υγρασία …. Το ίδιο επίσης και για τη διαχείριση των ζώων, για την αλιεία, αλλά και για χειροτεχνίες ή παραγωγές που σχετίζονται με τη γεωργία: τυριά, κρασί, κ.λπ. Με λίγα λόγια, υπάρχει μια «κατάλληλη στιγμή», μέσα στην οποία συμβαίνουν ορισμένα πράγματα, πρέπει να συμβούν … είναι η ώριμη στιγμή για το συγκεκριμένο έργο, για το εν λόγω περιστατικό.

kairos-corallo

Η τελευταία αυτή έννοια αφέθηκε σε ορισμένες γλώσσες να σχετίζεται με τις καιρικές συνθήκες, αλλά είναι απολύτως απούσα στις ανθρώπινες υποθέσεις. Η οικογενειακή τάξη, η θρησκευτική ή η κρατική δεν μπορούσε να το επιτρέψει.

Αλλά, όπως συμβαίνει, και δεν συμβαίνει τόσο σπάνια , ασυνείδητα αλλά συμβαίνει , προσπαθούμε να το συνδέσουμε με την έννοια της αγάπης ότι πολύ συχνά χαρακτηρίζουν ανάλογα με την διάρκεια ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την ένταση, αλλά ποτέ με τη κατάλληλη στιγμή όταν αναμειγνύονται εκείνα τα στοιχεία που κάνουν να εκραγεί, σαν μια καταιγίδα, το πάθος.

Συμβαίνει ακριβώς με αυτό τον τρόπο και όλοι και όλες το γνωρίζουμε. Αλλά εμείς οι σύγχρονοί δεν σκεφτήκαμε ποια λέξη να χρησιμοποιήσουμε για να το πούμε ή δεν έχουμε το θάρρος να το εκφράσουμε … και αυτό είναι ένα πρόβλημα !!!

Επίσης, την ιστορία και την πραγματικότητα της ταξικής πάλης μπορούμε να την ζήσουμε πιο συνειδητά, ή, αν θέλετε, την καταλαβαίνουμε καλύτερα αν έχουμε εισαγάγει αυτήν την έννοια του κατάλληλου χρόνου, καιρού. Το διαπίστωσα μέσα στην ιστορία μου, και ακόμα περισσότερο στις πολύπλοκες περιόδους της ιστορίας. Για παράδειγμα, η ιστορία της δεκαετίας του ’70 εξηγείται πολύ καλά με την έννοια της κατάλληλης στιγμής, του κατάλληλου καιρού για να κάνουμε ορισμένες συγκεκριμένες επιλογές. Αυτή ήταν η στιγμή, ο καιρός, ούτε πριν ούτε μετά, για εμάς ήταν εκείνος. Και εκείνη τη στιγμή, εκείνο τον καιρό κάναμε εκείνες τις επιλογές. Και τραβήξαμε επάνω μας όλες τις δυνατές κρίσεις και τα χλεύη, αλλά εκείνος, για εμάς, ήταν ο κατάλληλος καιρός, η κατάλληλη στιγμή, όπως κι αν πήγαινε το πράγμα, όποια κι αν ήταν η κατάληξη.

Η κομούνα του Παρισιού, ή ακόμα και πριν η εξέγερση των σκλάβων στην Αϊτή, και πριν από αυτό των σκλάβων και των μονομάχων του Σπάρτακου, ή ακόμη και η ανατρεπτική σοφία της Υπατίας της Αλεξάνδρειας … και μπορούμε να βρούμε δεκάδες και δεκάδες περιόδους, όταν ο κατάλληλος χρόνος σημάδεψε την ιστορία.

Και σήμερα; Το ερώτημα επιβάλλεται και πάλι: Πότε θα έρθει η κατάλληλη στιγμή για να κάνουμε κάτι σημαντικό που θα θέσει υπό αμφισβήτηση την υφιστάμενη τάξη των πραγμάτων, την καθεστηκυία τάξη;

Η απόφαση είναι στο χέρι εκείνων που βρίσκονται βαθιά μέσα στην ταξική πάλη, όχι στους άλλους. Τι πρέπει να γίνει σήμερα το αποφασίζει αυτός που πράττει, όχι όσοι κοιτάζουν. Και θα πρέπει να αποφασίσουν για να αποφύγουν να κρύβονται … πίσω από  «τον χρόνο που περνά» και να συνεχίσουν να ζουν σε συνολική αμηχανία, μέσα σε απόλυτο αποπροσανατολισμό.

https://maddalenarobinblog.wordpress.com/2016/02/09/il-tempo-lamore-e-la-lotta-di-classe/

https://aenaikinisi.wordpress.com/2016/02/16/il-tempo-lamore-e-la-lotta-di-classe/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο έλεγχος της μνήμης ή η ενεργητική λογοκρισία σαν πολεμική στρατηγική, [Β]

[Από το προηγούμενο: Η προλεταριακή και επαναστατική μνήμη δε φοβάται τις αντιθέσεις, δεν ανέχεται τη σιωπή, δεν υποφέρει τις περιχαρακώσεις, δεν κατασκευάζει αναθέματα, αφορισμούς, αιρέσεις.Δε φοβάται την πολλαπλότητα των γλωσσών ούτε την αντιφατική αναπαραγωγή τους, αλλά την απουσία των αντιθέσεων, το διωγμό τους].

Η αδυναμία δημιουργίας μιας αυθεντικής μνήμης, η οποία να σταθεροποιείται σημειολογικά σ’ ένα σύνολο διαφοροποιημένων γλωσσών, είναι δείγμα της γενικότερης αδυναμίας και της αβεβαιότητας ανάπτυξης της επαναστατικής υποκειμενικότητας.

Αξίζει ν’ αναρωτηθούμε: πως είναι ποτέ δυνατό να δημιουργήσουμε καλή σχέση με το μέλλον όταν απορρίπτουμε την αυθεντική μνήμη του παρελθόντος;

Μια τάξη που δεν μπορεί να παράγει συνειδητά την δική της αυτόνομη μνήμη, είναι καταδικασμένη να μείνει φυλακισμένη στα αστικά δεσμά. Αντίθετα παραγωγή ταξικής μνήμης σημαίνει εξέγερση, ιδεολογική πάλη, ρήξη.  Σημαίνει οικοδόμηση μιας σχέσης με το παρελθόν η οποία να τείνει στον επαναστατικό σχηματισμό, στον κομουνισμό.

Αυτή η παραγωγή, από την μια είναι καταγραφή όλων των δυνατών γλωσσών, γραπτών,  ακουστικών, οπτικοακουστικών, δίχως αποκλεισμούς ή λογοκρισίες, είναι καταγραφή όλων των ανταγωνιστικών κοινωνικών πρακτικών καθώς και των εσωτερικών τους αντιθέσεων.

Από την άλλη σημαίνει πως πρέπει να ελευθερώσουμε τα μυστικά αρχεία του κράτους, εισβάλλοντας στις σημειολογικές φυλακές των αστών, και να βοηθήσουμε στην δραπέτευση των φυλακισμένων κειμένων. Όμως, κύριο πρόβλημα παραμένει το να συμπαρασύρουμε τις μάζες σ’ αυτή τη δραστηριότητα παραγωγής συνειδητών στρατηγικών, αυτόνομης μνήμης και επαναστατικών συμπεριφορών.

Η κοινωνική διάνοια του μητροπολιτικού προλεταριάτου σ’ όλες της τις εκφάνσεις δεν μπορεί παρά να είναι εκείνος ο διάχυτος και μαζικός μηχανισμός που υπερασπίζεται, διαδίδει και δημιουργικά ανανεώνει την κληρονομιά των γλωσσών και των μέσων της γνώσης που έχει συσσωρεύσει η κοινωνική πρακτική αυτής της τάξης και τόσα χρόνια του ταξικού αγώνα.

Και αυτό φυσικά είναι κάτι τελείως διαφορετικό από την αφελή διεκδίκηση ελεύθερης πρόσβασης στην αποκλειστική μνήμη ή στις τράπεζες στοιχείων που μονοπωλεί η ιμπεριαλιστική αστική τάξη.

Το ‘χουμε ήδη τονίσει: οι πληροφορίες δεν είναι καθόλου »ουδέτερες»,καλές για όλες τις τάξεις. Ο ιδεολογικός επικαθορισμός που έχει υποστεί, μαζί με το γεγονός ότι η κυρίαρχη κουλτούρα έχει ήδη από την αρχή κατορθώσει έναν »αποκλεισμό», καταδικάζοντας έτσι στο σκοτάδι όλες εκείνες τις πλευρές της ιστορικής εμπειρίας που στα μάτια της φαντάζουν σαν μη-πολιτισμός, καθιστούν απατηλή κάθε υπόθεση »προλεταριακής χρήσης» των αστικών πληροφοριών.

Όπως ακριβώς η ενσωματωμένη στο κεφάλαιο επιστήμη και οι τεχνολογικές εφαρμογές της στην εργασιακή διαδικασία, έτσι και οι συσσωρευμένες από την αστική τάξη »πληροφορίες» πρέπει να ανακατασκευαστούν στην διάρκεια της επαναστατικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων που τις γέννησαν.

Η συλλογική μνήμη στον αστικό σημειολογικό σχηματισμό είναι μνήμη που δημιουργείται κάτω από τη σιδερένια κυριαρχία της κίνησης της υπεραξίας.

Η πληροφόρηση, η γνώση και η μνήμη της αστικής τάξης αποκρυσταλλώνουν μέσα τους τον νόμο του σημερινού τρόπου παραγωγής, φέρουν μέσα τους το σχήμα της δικής του ορθολογικότητας.

Από όλα  αυτά  πρέπει να απελευθερωθούμε, ακριβώς για να μπορέσουμε να καταστήσουμε την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση, ανάμεσα στους ανθρώπους και τις μηχανές, ανάμεσα στις ίδιες τις μηχανές, μια επικοινωνία όσο γίνεται πιο γρήγορη και πιο ολόπλευρη. Κι αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί παρά να στηριχθεί πάνω σε μια νέα ορθολογικότητα που να ανταποκρίνεται στον ποιοτικά διαφορετικό κεντρικό στόχο αυτής της τάξης: την παραγωγή διαθέσιμου χρόνου.

Διαθέσιμο χρόνο, δηλαδή »χρόνο τεμπελιάς και ανώτερων δραστηριοτήτων», χρόνο για την ολοκληρωμένη και πολύπλευρη ανάπτυξη των κοινωνικών ανδρών και γυναικών, του μετα-μητροπολιτικού κοινωνικού όντος.

Ένας άλλος μύθος αφορά τη λεγόμενη απελευθερωτική δύναμη των νέων τεχνολογιών. Το να ελπίζει κάποιος ότι μέσα στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό ενυπάρχει κάποια αυτόνομη απελευθερωτική δυνατότητα – που προσφέρεται από τις νέες τεχνολογίες – είναι παράλογο. Πράγματι, το εμπόρευμα πληροφορία, ενώ αποκτά όλο και πιο σημαντικό ρόλο στην διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, προοδευτικά τείνει να συγκεντρωθεί στα χέρια ελάχιστων πολυεθνικών μονοπωλίων.

Οι νέες  τεχνολογίες χειριζόμενες τις πληροφορίες το μόνο που αυξάνουν είναι την αστική κυριαρχία καθώς και τις τεχνικές δυνατότητες της κυρίαρχης τάξης να ελέγχει τις κοινωνικές συμπεριφορές και την αγορά.

Οι πληροφορίες που »ο καθένας μπορεί ν’ αποθηκεύει» είναι από τη φύση τους προγραμματισμένες στην ελεγχόμενη, αναγκαστική και ταξική κυκλοφορία.

Και μόνο αυτές!

Δεν είναι δυνατό λοιπόν το μητροπολιτικό προλεταριάτο να περιμένει την απελευθέρωση του από αυτές, αλλά από  τον ταξικό πόλεμο για τον κομουνισμό και μόνο από  αυτόν!