μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ciao Nanni, Γεια σου, σήμερα όπως χθες τα Θέλουμε Όλα!

Με βαθιά θλίψη μάθαμε πως χάσαμε το Nanni Balestrini. Ποιητής, συγγραφέας, αγωνιστής μας αφήνει στην ηλικία των 83 ετών. Ας θυμηθούμε το έργο του δημοσιεύοντας ένα απόσπασμα ενός από τα κείμενα που περισσότερο αγαπήσαμε, μεταξύ πολλών, του Nanni: «Θέλουμε τα πάντα!»-«Vogliamo Tutto!». Ένα κείμενο που για τα 40 χρόνια από τη δημοσίευσή του χαρακτηρίσαμε «έναν γλωσσολογικό εκρηκτικό μηχανισμό υπολογισμένης ισχύος και συγκρατημένου πάθους. Μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους: ως απολογισμός των κοινωνικών μαχών του μητροπολιτικού προλεταριάτου, ως ένα προτρεπτικό αντίφωνο στην εξάπλωση της αυτονομίας των εργατών, ως ένα ανεξάρτητο βλέμμα, ή σαν μια χειρονομία συμπάθειας της γλώσσας για τη ζωή. Δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1971, τα Θέλουμε όλα είναι η ιστορία ενός εργάτη που ήρθε από το Νότο σε μια Fiat σε αναβρασμό, η ιστορία της ανακάλυψης της μητρόπολης, της καπιταλιστικής βίας και καταπίεσης, της προλεταριακής κοινότητας που σχηματίζεται, της εξέγερσης που σέρνεται σαν φίδι και στη συνέχεια εκρήγνυται: «Σήμερα, καθώς αποχαιρετούμε το Nanni, ας ξαναδιαβάσουμε κάποιες από αυτές τις σελίδες γεμάτες εξέγερση και ποίηση.Το χώμα που σε σκεπάζει να είναι ελαφρύ, σύντροφε!

Ciao Nanni, oggi come ieri Vogliamo Tutto!

[..] Σύντροφοι όπως όλοι γνωρίζετε στη Fiat κάθε μέρα το ποσοστό των απουσιών είναι πολύ υψηλό. Είναι άνθρωποι που δεν καταφέρνουν πλέον να συμβαδίζουν με τους εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας που επιβάλλουν τα αφεντικά. Είναι άνθρωποι που μένουν στο σπίτι για να προστατέψουν τη φυσική τους ύπαρξη. Είναι μια διαρκής απόδραση από την παραγωγική εργασία. Μιλάμε για το δικαίωμα στην υγεία, για αγώνες κατά της βλαπτικότητας. Αλλά κανείς δεν λέει ότι το μοναδικό ζήτημα είναι πως η εργασία είναι επιβλαβής. Η μετανάστευση των νέων από το Νότο από τη Fiat προχωρεί τους τελευταίους μήνες με αυξανόμενο ρυθμό. Δεδομένων των ισχυρών αυτοαπολύσεων εργατών που δεν θέλουν πλέον να ξέρουν τίποτα για τους ρυθμούς της Fiat και δεδομένων των απολύσεων των εργατών που κάνουν πάρα πολλές απουσίες. Όλα αυτά είναι βολικά για τη Fiat επειδή οι καινούργιοι εργάτες που προσλαμβάνονται έχουν χαμηλότερους μισθούς για τα πρώτα τέσσερα χρόνια εκμετάλλευσης στο εργοστάσιο.

Σε αυτό να προσθέσουμε τον φαύλο κύκλο που αφαιρεί σχεδόν όλο το μισθό. Νεαροί μετανάστες που μετακινούνται ανάμεσα σε ένα εστιατόριο και έναν ενοικιαστή δωματίου. Να βάζεις χρήματα στην άκρη για την εξόφληση των χρεών μετακίνησης προς βορρά και για να στέλνεις χρήματα στο νότο ήταν εφικτό μέχρι πριν από έξι ή επτά χρόνια. Ο πραγματικός μισθός της Fiat πήγε πίσω όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι η απεργία που κάναμε για τη Battipaglia ως Battipaglia στο νότο υπήρξε το τέλος της φιλικής προς το νότο πολιτικής της Χριστιανοδημοκρατίας και του PCI-ΚΚΙ του Κράτους και των μονοπωλίων εκείνη η απεργία υπήρξε η ευκαιρία για μια πολιτική απεργία εναντίον του κρατικού σχεδιασμού και της Φίατ.

Όσον αφορά αυτή την απεργία της πέμπτης δεν είναι τα συνδικάτα που αντιλήφθηκαν ότι οι εργάτες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν τα νοίκια. Αλλά ήταν οι εργάτες με αυτές τις πράξεις εξέγερσης έξω από κάθε συνδικαλιστική και πολιτική γραμμή που έδειξαν ότι είχαν πάνω από τα μαλλιά τους την αύξηση του κόστους ζωής για ενοικίαση. Και ότι σε κάποιο σημείο δεν μπορούν πλέον να ικανοποιηθούν με τον μισθό πείνας που παίρνουν σήμερα. Ζητούμε εγγυημένο μισθό ζητάμε να πληρωνόμαστε πάντα ανάλογα με τις ανάγκες μας τόσο όταν εργαζόμαστε όσο και όταν είμαστε άνεργοι. Χειροκροτήματα.

Σύντροφοι τώρα μετά από όλες αυτές τις εβδομάδες απεργιών στις οποίες γονατίσαμε το αφεντικό όλοι μας λένε να μην το παρακάνουμε. Οι συνδικαλιστές στο εργοστάσιο μας το λένε αυτό μας το λένε οι εφημερίδες έξω. Ότι αν συνεχιστεί έτσι θα υπάρξει κρίση πως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί διότι όλη αυτή η μικρότερη παραγωγή καταστρέφει την οικονομία της Ιταλίας. Και τότε όλοι θα ήμαστε χειρότερα θα υπάρξει ανεργία και πείνα. Αλλά δεν μου φαίνεται εμένα ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι. Ας αφήσουμε επίσης στην άκρη ότι όπως είπε και ο σύντροφος πριν αν η οικονομία των αφεντικών χρεοκοπήσει εμάς δεν μας νοιάζει καθόλου. Αντιθέτως μας χαροποιεί πολύ.

Αυτό είναι πολύ αληθινό, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι ότι δεν μας νοιάζει διότι έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε ότι εδώ μέχρι να αλλάξουν όλα είμαστε πάντοτε εμείς στη χειρότερη θέση. Δεν ήμασταν πάντα εμείς να πληρώνουμε το υψηλότερο αντίτιμο για όλους τους αγώνες; Σύντροφοι εγώ είμαι από το Σαλέρνο έχω κάνει όλες τις δουλειές στο νότο όπως στο βορρά και ένα πράγμα έχω καταλάβει: Ότι ο εργάτης έχει μόνο δύο δυνατότητες ή μια σφαγιαστική δουλειά όταν τα πράγματα πάνε καλά ή την ανεργία και την πείνα όταν στραβώνουν. Δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο πράγματα είναι χειρότερο. Αλλά δεν είναι πως ο εργάτης μπορεί να αποφασίσει είναι το αφεντικό που πάντα αποφασίζει γι αυτόν.

Δεν χρειάζεται λοιπόν όταν τσαντιζόμαστε γιατί δεν αντέχουμε άλλο να έρχονται να μας παρακαλούν να επιστρέψουμε στην δουλειά. Να έρχονται να μας κάνουν ηθική ότι είμαστε μία μόνο χώρα ένα μόνο γενικό συμφέρον που ο καθένας έχει τη λειτουργία και το καθήκον του και αυτά τα πράγματα εδώ. Με αυτή την αρχαία ιστορία πως το στομάχι δεν μπορεί να γεμίσει αν τα μπράτσα δεν δουλεύουν και τότε ολόκληρο το σώμα πεθαίνει. Και έτσι μας παρακαλούν και μας απειλούν να επιστρέψουμε στη δουλειά γιατί διαφορετικά θα είναι χειρότερα για μας. Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι γιατί όπως είπα πριν εμείς όσο έχουν την εξουσία αυτοί εμείς με αυτούς πάντα πεθαίνουμε και σε κάθε περίπτωση είτε δουλεύουμε είτε όχι.

Και σε αυτή την παγίδα δεν πέφτουμε πια επειδή ακριβώς εμείς και αυτοί δεν είμαστε το ίδιο σώμα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι είμαστε εχθροί και φτάνει εμείς και αυτοί. Η μέγιστη δύναμη που έχουμε εμείς είναι ακριβώς αυτό το γεγονός ότι έχουμε πεισθεί επιτέλους ότι με την δουλειά των αφεντικών και με το Κράτος των αφεντικών εμείς δεν έχουμε πραγματικά κανένα κοινό συμφέρον. Όμως έχουμε όλα τα συμφέροντα εναντίον. Όλοι οι υλικοί μας στόχοι είναι εναντίον αυτής της οικονομίας είναι ενάντια σε αυτήν την ανάπτυξη είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον που είναι αυτό του Κράτους των αφεντικών. Τώρα μας λένε ότι η Fiat φτιάχνει ένα εργοστάσιο στο Togliattigrad στη Ρωσία και ότι θα πρέπει όλοι να πάμε εκεί για να μάθουμε να δουλεύουμε όπως εργάζονται στον κομμουνισμό.

Και τι στον πούτσο μας νοιάζει εμάς αν και στη Ρωσία τους εργάτες τους εκμεταλλεύονται και πως είναι το σοσιαλιστικό κράτος που τους εκμεταλλεύεται αντί του καπιταλιστή αφεντικού. Σημαίνει ότι εκείνος δεν είναι κομμουνισμός αλλά είναι κάτι που δεν είναι καλό. Και όντως νομίζω ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για την παραγωγή και για να πάνε στο φεγγάρι αντί για την ευημερία του κόσμου. Επειδή η ευημερία έρχεται πρώτα απ ‘όλα από το να μας κάνουν να δουλεύουμε λιγότερο. Αυτός είναι ο λόγος που λέμε τώρα όχι στα τρομαγμένα αφεντικά που μας ζητούν να τους βοηθήσουμε στην παραγωγή τους. Που μας εξηγούν ότι πρέπει να συμμετάσχουμε επειδή είναι προς το συμφέρον όλων μας.

Λέμε όχι στις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες το κόμμα και το συνδικάτο θέλουν να μας κάνουν να αγωνιζόμαστε. Επειδή κατανοήσαμε ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις χρησιμεύουν μόνο για τη βελτίωση του συστήματος με το οποίο μας εκμεταλλεύονται τα αφεντικά. Τι μας νοιάζει να μας εκμεταλλεύονται καλύτερα με λίγα σπίτια λίγα φάρμακα ή κάποια περισσότερα σχολεία. Όλα αυτά βελτιώνουν μόνο το Κράτος βελτιώνουν το γενικό συμφέρον βελτιώνουν την ανάπτυξη. Αλλά οι δικοί μας στόχοι είναι κατά της ανάπτυξης είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον είναι δικοί μας και αυτό είναι, φτάνει. Οι στόχοι μας δηλαδή τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι ο θανάσιμος εχθρός του καπιταλισμού και των συμφερόντων του.

Εμείς ξεκινήσαμε αυτόν τον μεγάλο αγώνα ζητώντας περισσότερα χρήματα και λιγότερη εργασία. Τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό είναι ένα σύνθημα που ανατρέπει που στέλνει στον αέρα όλα τα σχέδια των αφεντικών όλο το σχέδιο του κεφαλαίου. Και τώρα πρέπει να προχωρήσουμε από τον αγώνα για τους μισθούς στον αγώνα για την εξουσία. Σύντροφοι αρνούμαστε την εργασία. Θέλουμε όλη την εξουσία θέλουμε όλο τον πλούτο. Θα είναι ένας μακροχρόνιος αγώνας με επιτυχίες και αποτυχίες με ήττες και προωθήσεις. Αλλά αυτός είναι ο αγώνας που πρέπει τώρα να ξεκινήσουμε ένας σκληρός και βίαιος εις βάθος αγώνας. Πρέπει να αγωνιστούμε για να εξαφανιστεί η δουλειά. Πρέπει να αγωνιστούμε για τη βίαιη καταστροφή του κεφαλαίου. Πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε ένα Κράτος που βασίζεται στην εργασία. Λέμε: Ναι στη εργατική βία.

Επειδή είμαστε εμείς οι προλετάριοι του νότου εμείς οι εργάτες μάζα αυτή η τεράστια μάζα των εργατών εμείς εκατόν πενήντα χιλιάδες εργάτες της Fiat που έχουμε χτίσει την ανάπτυξη του κεφαλαίου και αυτού του Κράτους του. Είμαστε αυτοί που έχουν δημιουργήσει όλο τον πλούτο που υπάρχει και του οποίου μας αφήνουν μόνο τα ψίχουλα. Δημιουργήσαμε όλο αυτό τον πλούτο ψοφώντας στη δουλειά στη Fiat ή ψοφώντας από πείνα στο νότο. Και τώρα που είμαστε η μεγάλη πλειοψηφία του προλεταριάτου δεν θέλουμε πλέον να δουλεύουμε και να πεθαίνουμε για την ανάπτυξη του κεφαλαίου και του Κράτους του. Δεν θέλουμε πλέον να συντηρούμε όλα αυτά τα γουρούνια.

Ε λοιπόν λέμε ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με αυτά τα γουρούνια και πως όλο αυτό τον τεράστιο πλούτο που εμείς παράγουμε εδώ και στον κόσμο μετά εκτός των άλλων δεν ξέρουν άλλο από να τον καταστρέφουν ή να τον σπαταλούν. Τον σπαταλούν για να κατασκευάζουν χιλιάδες ατομικές βόμβες ή για να πάνε στο φεγγάρι. Καταστρέφουν ακόμη και τόνους φρούτων ροδάκινα και αχλάδια επειδή υπάρχουν πάρα πολλά και τότε χάνουν αξία. Επειδή όλα πρέπει να έχουν μια τιμή γι αυτούς όλα πρέπει να έχουν μια αξία που είναι το μόνο πράγμα που τους ενδιαφέρει όχι τα προϊόντα που δίχως αξία γι’ αυτούς δεν μπορούν να υπάρξουν. Για αυτούς δεν μπορούν να εξυπηρετούν τους ανθρώπους που δεν έχουν φαγητό. Με όλο αυτό τον πλούτο που υπάρχει οι άνθρωποι θα μπορούσαν πλέον να μην πεθαίνουν από την πείνα θα μπορούσαν πλέον να μη δουλεύουν. Ας πάρουμε λοιπόν εμείς όλο αυτό τον πλούτο ας πάρουμε λοιπόν τα πάντα.

Μα έχουμε τελείως τρελαθεί; Τα αφεντικά μας κάνουν να δουλεύουμε σαν ζώα και στη συνέχεια καταστρέφουν τον πλούτο που εμείς έχουμε παράξει. Αλλά ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με αυτό εδώ τον κόσμο. Ήρθε η ώρα να τα γαμήσουμε όλα αυτά τα γουρούνια να τα καθαρίσουμε και να τα ξεφορτωθούμε μια για πάντα. Κράτος και αφεντικά προσέξτε είναι ο πόλεμος είναι ο τελικός αγώνας. Ας πάμε μπροστά σύντροφοι να προχωρήσουμε όπως στη Battipaglia να τα κάψουμε όλα να ξεσκίσουμε αυτά τα καθάρματα να συντρίψουμε αυτή τη δημοκρατία. Πολύ πλατιά χειροκροτήματαi. [..]

απόσπασμα από την »συνέλευση»- «L’assemblea», κεφάλαιο 9 του »Τα θέλουμε όλα»- «Vogliamo Tutto»

 

https://www.infoaut.org/culture/ciao-nanni-oggi-come-ieri-vogliamo-tutto

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΘΘ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 7

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΖΟΎΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΉ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ, στην, κατά Ντεμπόρ, κοινωνία του θεάματος. Έτσι λοιπόν και για μένα, νεαρό αγόρι στα μακρινά ‘70, οι αφίσες στο σχολείο με τον Νικηταρά και τον Κολοκοτρώνη, με όλο το συμπάθιο, δεν είναι τόσο ελκυστικές όσο τα πρόσωπα στα μπλουζάκια και στα έντυπα των νεαρών του Μπέρκλευ, των σχολών στη Ρώμη,στο Μιλάνο, στο Παρίσι και στη Χιλή, στο Δουβλίνο και τη Φρανκφούρτη, στη Βαρκελώνη και το Λίβερπουλ, που συγκρούονταν με την αστυνομία και το στρατό. Αιώνια σύμβολα καταπίεσης και καταστολής που με όσα προσωπεία ‘δημοκρατίας’ και αν τους στολίσουν δεν παύουν να παραμένουν, ειδικά η αστυνομία πλέον σε αυτά τα μέρη, στο πρόσωπο κάθε νέου, αυτό που είναι πραγματικά: τα σκυλιά των αφεντικών, ο ένοπλος βραχίονας, το οπλισμένο χέρι της κάθε εξουσίας.
Η επανάσταση όπως η καθημερινότητα είναι και θέμα αισθητικήςΚαι σίγουρα ο Γκεβάρα είναι πιο ελκυστικός από τον Χρυσοχοίδη σήμερα ή τον Παπαδόπουλο τότε. Διαβάζεις και για τις απόψεις και τη ζωή και τη διαδρομή του και γίνεται αμέσως ο ήρωας σου. Σε αυτόν θέλεις να μοιάσεις.

Οι Deep Purpple τραγουδούν για την λυσσαλέα αντίσταση των Βιετκόγκ στην Ινδοκίνα, εδώ μας κουρεύουν με την ψιλή, σε αυτούς θέλουμε να μοιάσουμε, στην εμφάνιση και στο ντύσιμο και στην ευαισθησία, θέλουμε μακριά μαλλιά, θέλουμε να αγαπιόμαστε χωρίς περιορισμούς, να φοράμε αυτά που μας αρέσουν,να ακούμε και να χορεύουμε αυτά που μας αγγίζουν, ΝΑ ΣΚΕΦΤΌΜΑΣΤΕ ΌΠΩΣ ΘΈΛΟΥΜΕ ΕΜΕΊΣ . Οι ‘μαλλιάδες’ μας αγγίζουν γιατί μιλάνε γλώσσα που καταλαβαίνουμε. Οι δάσκαλοι που μας μιλούν για τους Μακρυγιάννηδες είναι σπαστικοί, είναι και κακάσχημοι, βαρετοί.

Τον Hendrix ΝΙΏΘΟΥΜΕ ΚΟΝΤΆ Μας, τους Zeppelin νιώθουμε δικούς μας. Είμαστε με τον Santana και την μπάντα του, όχι με τους κοντοκουρεμένους στρατονόμους, που όσο όμορφα και να τους ζωγραφίζει ο Τσαρούχης αυτό που μυρίζει η ψυχή τους είναι σκατά. Η ψυχή της χούντας δεν κρύβεται, μη ξεχνάτε ταινίες σταθμούς,η Ευδοκία,ο Άγγελος, η Παραγγελιά κλπ, εξαιρετικές φωτογραφίες της εποχής όπως και λίγο αργότερα η Γλυκιά Συμμορία και τα Κουρέλια Τραγουδούν Ακόμα. Αν θυμάμαι καλά, για εκείνες τις εποχές μιλά στο βιβλίο του ‘ο Οργισμένος Βαλκάνιος’ ο Νικολαίδης.

Χούντες, σοσιαλδημοκρατία, νεοφιλελευθερισμός, τα διάφορα πρόσωπα του καπιταλισμού. Και το ΚΚΕ να κουβαλάει αιώνια ενοχές για έναν εμφύλιο στον οποίο σύρθηκε σχεδόν με το ζόρι και έχασε διότι ‘συνωμότησε όλο το σύμπαν’ να ηττηθεί ένας λαός σε έναν αγώνα που ήταν εξ ολοκλήρου δικός του, στον οποίο το όραμά του ήταν συντριπτικά πλειοψηφικό. Ένα λοιπόν ενοχικό σύνδρομο κουβαλάει το κόμμα, που το έχει οδηγήσει στη σχιζοφρενική στάση να είναι ‘επαναστατικό’ στα λόγια και στην πράξη να κάνει ότι είναι δυνατόν για να πείθει το κεφάλαιο πως το κουμάντο του δεν θα το απειλήσει ποτέ. Ότι έχει αποδεχθεί πλήρως το ‘δημοκρατικό’ καθήκον ελέγχου οποιασδήποτε ριζοσπαστικής διεκδίκησης και κίνησης των ‘από κάτω’. Μετατρέπει τις ταξικές συγκρούσεις σε διάλογο στη σκηνή της ολιγαρχίας, το κοινοβούλιο, όπου, εκτονώνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις κερδίζει σε αναγνώριση της αποδοχής του θεσμικού του ρόλου,της παραδοχής και πίστης του στην αστική νομιμότητα.

Στα όνειρα επαναστάτες, για να ελέγχουν και το θυμικό των μελών τους που αναμένουν το μεσσιανικό τέλος της ιστορίας και της χωρίς ιδρώτα επικράτησης τους στο θέατρο του παραλόγου που λέγεται κενοβούλιο.
Άσε που σε οποιαδήποτε άλλη σοβαρή χώρα θα είχαν πετάξει μακριά με τις κλωτσιές γραμματέα και όλα τα πολιτικά συμβούλια μετά από τόσες εκλογικές κατραπακιές.

Την ίδια ώρα λοιπόν που ολόκληρος ο κόσμος καίγονταν, πυρπολούνταν κυριολεκτικά, εδώ το ‘μουνί χτενιζόταν’, η Δέσποινα. Παρέα με Ιωαννίδηδες, Ντερτιλήδες και άλλα τέτοια φρούτα που το έπαιζαν πατριώτες αλλά και αυτοί,ως άλλοι κρετίνοι, σαν αυτούς του ’22, έβαλαν το χεράκι τους στη συρρίκνωση του Ελληνισμού μιας και τη μισή την Κύπρο τους την έφαγαν για τα καλά!
Από την άλλη οι πάντες πιάστηκαν στον ύπνο και έγιναν καπνός την ίδια ώρα που ο προδομένος Σαλβαδόρ Αλιέντε πέφτει με το όπλο στο χέρι,βομβαρδισμένος μέσα στο προεδρικό μέγαρο στο Σαντιάγο από τον Πινοσέτ.

Να ολοκληρώσω τη σκέψη μου. Το ΚΚΕ κουβαλάει ενοχές. Σύρθηκε στον εμφύλιο παρ ότι έκανε τα πάντα για να τον αποφύγει και ίσως και να τον κερδίσει. Αλλάζει λοιπόν τακτική, μάλλον επιστρέφει στην παλιά καλή δοκιμασμένη συνταγή, της αποδοχής του αστικού παιχνιδιού, της συνδιαχείρησης [η επανάσταση ήταν ένα κακό όνειρο, μια ατυχής παρένθεση, και τι δεν έκανε από το τέλος του αγώνα και μετά για να αποδείξει στην άρχουσα τάξη ότι θα σεβαστεί τους όρους, ότι είναι πάλι νομοταγείς οι κομμουνιστές!] Αποδέχεται λοιπόν και ξαναπαίζει μπάλα σ’ ένα παιχνίδι στημένο. Εκτός έδρας. Διότι όταν παίζεις με τους όρους του αντιπάλου,σ’ ένα παιχνίδι που ο ίδιος ορίζει, και κατέχει το πηδάλιο και τα μέσα πλοήγησης,το καράβι θα πάει προς τα εκεί που το οδηγούν οι μπουρζουάδες, ο καπετάνιος.

Εσύ ακολουθείς από πίσω με τη βάρκα και τρως από τα ψίχουλα που πετούν στους γλάρους οι μεθυσμένοι πελάτες από την κουπαστή, μαζί με τους τουρίστες. Στα σαλόνια εν τω μεταξύ το φαγοπότι συνεχίζεται. Τώρα τι θα γίνει με τα παγόβουνα δεν νοιάζει κανένα διότι τώρα υπάρχουν τα ελικόπτερα για να σώσουν αυτούς που μετράν κι έχουν τα λεφτά τους στο Λονδίνο και την Ελβετία.
Έγινε λοιπόν η ΕΔΑ για να ξαναμπεί στο πανηγυράκι ο ανανήψας πρώην κομμουνιστής και νυν σοσιαλδημοκράτης. Λίγο κοινωνικό κράτος δεν βλάπτει κανέναν. Και για να είναι ακόμη πιο ασφαλές το σύστημα ανοίγει με τον καιρό και τα σύνορα, φέρνει φτηνό και πιο εύκολα διαχειρίσιμο εργατικό δυναμικό να εκβιάζει τους ντόπιους με χαμηλότερα ανασφάλιστα μεροκάματα,δίνει και ψεύτικο, δανεικό χρήμα στον λαό μετατρέποντας σε μικροαστό τον πρώην προλετάριο που ξεχνάει πλέον σημαίες και ιδανικά και ξυπνάει εθνικιστής και ‘πατριώτης.’ Στην πατρίδα του τζόγου και της αρπαχτής.

Το καράβι μοιάζει αβύθιστο, του προσθέσαν και πατώματα και στεγανά που σύντομα αποδείχθηκε πως έμπαζαν. Ψεύτικη η κόλληση είπαμε! Τα συνθήματα εν τω μεταξύ είχαν μείνει ίδια για να μη παραμυθιάζονται αυτοί που δεν χωράνε στο τραπέζι του γαμπρού. Από κόκκινες έγιναν πράσινες οι σημαίες αλλά ποιος νοιάζονταν.
Το κόμμα ήταν από πίσω, τίμιο και δυνατό, σε κώμα, έφτιαξε καινούρια γραφεία λίγα χρόνια μετά.Οι αστοί ούτε την σαλάτα δεν αφήνουν να τους πάρεις απ’ το πιάτο. Μόλις δυναμώνει η ΕΔΑ ΦΈΡΝΟΥΝ ΤΗ ΧΟΎΝΤΑ, ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΜΕΤΆ ΤΟΥΣ ΈΚΑΤΣΕ ΚΑΛΆ ΓΙΑΤΊ ΉΤΑΝ ΣΆΡΚΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΆΡΚΑ ΤΟΥΣ. ΤΑ ΊΔΙΑ ΚΑΙ ΣΉΜΕΡΑ, μόλις δυναμώνει ο λαός αρχίζουν πάλι να απειλούν με πραξικόπημα.

Βλέπετε ο λαός σκέφτεται έξυπνα. Άλλο τι θέλουμε, πως θα το αποκτήσουμε, και άλλο η κοροϊδία. Είναι πραγματιστής. Άσε που τον έχουνε κάνει πια ασήκωτο από το ξύλο, ασήκωτο από τον καναπέ. Ανάθεση και άγιος ο θεός. Δεν είπαμε νωρίτερα πως από παιδί τον μαθαίνουν : ο Αλέκος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα! Ο Αλέκος θα κόψει τον ‘δεσμό’! πάντα κάποιος Αλέκος, ο Παπάγος ας πούμε και ο κάθε μεγάλος στρατηγός και στρατηλάτης, ανάθεμά μας!

Λέει λοιπόν ο λαός : Οι μεν μας λένε πως μόνο με την επανάσταση θα δούμε άσπρη μέρα, να γίνουμε ανεξάρτητοι, να διώξουμε στόλους και άλλα δεσμά πιο ύπουλα σαν το μάρκο και τη συνθήκη του Μάαστριχτ που μας πνίγουν σαν τη μέγγενη. Λένε αυτά αλλά είναι ανύπαρκτοι στους δρόμους, ούτε τους βουλευτές τους δεν έχουν τη τσίπα και το κουράγιο να προστατεύσουν [Λιάνα μ’ ακούς] ! Κι όταν αποφασίζουν να δείξουν λίγη πυγμή, πως κι αυτοί μετρούν λιγάκι,αρματώνονται και προστατεύουν μαζί με τους βασανιστές και εκτελεστές τους τον ‘σύγχρονο ναό της τρομοκρατίας’. Είπαμε, σχιζοφρένεια!!! δεν τους εμπιστεύεται ούτε η μαμά τους. Σίγουρα η κόρη της Αλέκας θα ψηφίζει Αλέκο που είναι και ομορφόπαιδο. Αν δεν είναι με τα παιδιά που βομβαρδίζουν με πέτρα και φωτιά, μπουρδέλο και σκυλιά !

Μα οι άλλοι είναι πιο τίμιοι, λένε πως ξέρουν πως το παιχνίδι είναι στημένο. Αποδέχονται τους ψευτοκανόνες, την ψευτοδημοκρατία, και ελπίζουν σε λίγο καλύτερη διαχείριση.
Και τα λαμόγια με τα λαμόγια μιας και είδε ο γύφτος τη γενιά του και αγαλλίασε η καρδιά του.

Χοντρικά αυτή είναι η Ελλάδα, έτσι ήταν πάντα, fifty fifty. Όταν μπορούσε δεν τόλμησε, ήταν και το παγκόσμιο σκηνικό στημένο έτσι, από τη Σοβιετική Ένωση βοήθεια δεν μπορούσε να περιμένει μετά τη μοιρασιά της Γιάλτας, δεν συμμάχησε με τους Γιουγκοσλάβους και τους αδέσμευτους, που τα χαλούσαν σιγά σιγά με τους Σοβιετικούς, πάπαλα. Διαβάστε Ραφαηλίδη, τα βιβλία του είναι ξεκάθαρα και γλαφυρά. Τα λέει πολύ όμορφα ο μπαγάσας!

Γι αυτό οι αριστεροί ψηφίζουν πλέον Συριζα ,είπαμε, είναι πιο πειστικοί, λεν την αλήθεια, μέσα στα πλαίσια του συστήματος, ότι θέλουν να το διαχειριστούν καλύτερα. Αυτό το σύστημα, όχι κάποιο άλλο ! Το άλλο κατακτάται, όπως λέει και το ΚΚ .Το οποίο δηλώνει όμως πως θα το κατακτήσει κάποιος άλλος, έτσι απλά, ο λαός,δια της εκλογικής ενδυνάμωσης του κώματος. Χέσε μέσα Πολυχρόνη, ότι καταλάβατε εσείς, καταλαβαίνει κι ο λαός και τους μαυρίζει
Είναι πολλά τα λεφτά !
Επιδοτήσεις, μισθοί, υπόγειες συναλλαγές και μοιρασιές σε θέσεις οφίτσια κλπ, τηλεοπτικός χρόνος, αναγνωρισιμότητα, δημόσιες σχέσεις, επιτροπές, χρηματοδότηση κρατική και υπόγεια. Απ’ όλα έχει ο μπαξές, σιγά μη τον ξεχαρβαλώσουμε. Φύλαγε συ, σπάζε κεφάλια διαδηλωτών, μαγάριζε και συκοφάντησε τους αντιεξουσιαστές. Έχει ο Θεός.
Στα λόγια επαναστάτες
Στην πράξη λαμόγια Χωρίς πατέντα.

Γιατί οι έχοντες πατέντα φρόντισαν να ‘αποκαταστήσουν’ τόσα χρόνια εκατομμύρια κόσμο ! Την σιωπηλή πλειοψηφία που λέγαμε, για να την εκβιάζουν μεταεκλογικά με τις ντιρεκτίβες:
‘Πείτε σε όσους βολέψαμε να μας ψηφίσουν!’
Άντε να ξεφύγεις απ’ την τροχιά του μύλου..
Και αυτό θα συνεχίζεται εσαεί όσο ο λαός,που δεν έχει να χάσει παρά μόνο τα δεσμά του,αποφασίσει να πει την τελευταία λέξη, να πάρει τις τύχες στα χέρια του και να τους στείλει όλους πραγματικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όχι στα ψέματα, όχι στα όνειρα ΑΛΛΆ ΣΤ’ ΑΛΉΘΕΙΑ, ΕΔΏ ΚΑΙ ΤΏΡΑ!
Θυμάμαι πως ξαναείπαμε για την ρήση του ποιητή, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία!!

  • Πάμε πάλι πίσω στα, παλιά, δώστε μου όμως τη δυνατότητα για ένα μικρό διάλειμμα, μια παρένθεση. Πίνω πρωινό καφεδάκι στο κρασάδικο του Στέργιου στην Παναγία, πάνω από το καρνάγιο. Συναντώ ένα παλιό φίλο, τον Λάζαρο, γνωστό αριστερό. Πιάνουμε κουβέντα για τους Αιγύπτιους που μαχαιρώνουν οι φασίστες,γιατί λέει τους κλέβουν τις δουλειές. ‘Αυτοί οι άνθρωποι δουλεύουν 12 ώρες τη μέρα για 20 ευρώ. Ξέρετε κανέναν ελληνάρα που θα το έκανε; Έχετε δει κάποιο ντόπιο ποτέ εσείς στα σπαράγγια, στις φράουλες, τα μποστάνια, τα ακτινίδια ή ακόμη και σε αυτά τα φανάρια και τα καίκια; Ποτέ’. Λέει ο φίλος:                      ‘έχουν κάνει τη νεολαία μαλθακή. Πήγα τριάντα χρονών στη Τζέντα μαζί με άλλους. Δουλεύαμε κάτω από θερμοκρασίες 50 βαθμών. Σήμερα οι οικογένειες στέλνουν τα παιδιά τους στα 5ετή του στρατού ,ή μπάτσους. Δημόσιο υπαλληλίκι για να σκοτώνεις ατιμωρητί τους λαούς που αντιστέκονται. Για να βαράς απεργούς και αγωνιστές. Βάζουν μέσο για να πάν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με τεσσεράμιση χιλιάρικα μισθό, όσο είναι το ετήσιο εισόδημα ανεργίας, να σκοτώνουν τους ανθρώπους μες την πατρίδα τους και να τους αναγκάζουν να την κοπανάν για να σωθούν. Κι έρχονται προς τα δω μπας και πάρουν καμία ανάσα αυτοί οι καημένοι, για να μαχαιρωθούν από χρυσαυγίτες, στο όνομα κάποιας πατρίδας που τους έχει στο τρέξιμο, επειδή είναι μελαμψοί. Αυτό ονομάζεται κτηνωδία. Του επισφαλώς εργαζόμενου τα ετήσια εισοδήματα είναι σίγουρα χαμηλότερα!’

Σηκώνει ο Λάζαρος το κεφάλι του και κοιτάζει το υδραγωγείο, συνεχίζει. ‘Φτιάξανε αυτή την υπέροχη κατασκευή, τις Καμάρες, που την θαυμάζουμε. Στους αιώνες. Αναρωτήθηκε όμως ποτέ κανείς πόσες χιλιάδες δούλοι εργάστηκαν,έφτυσαν αίμα, ψόφησαν σαν τα σκυλιά τζάμπα και βερεσέ. Για να γίνει αυτό το τεράστιο έργο, όπως και όλα τα ‘θαύματα’ στην υφήλιο. Οι τουρίστες θαυμάζουν αγνοώντας τις κραυγές και τα βογγητά που ακόμη αντιλαλούν στον αέρα. Επειδή γι αυτούς δεν έγραψε ποτέ κανείς΄.

Μετανάστες Μαρκόπουλος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς

Η φάμπρικα δεν σταματά δουλεύει νύχτα μέρα, και πως τον λεν τον διπλανό και τον τρελό τον Ιταλό, να τον ρωτήσω δεν μπορώ ούτε να πάρω αέρα.
Δουλεύω μπρος στη μηχανή στη βάρδια δύο δέκα, κι από την πρώτη τη στιγμή μου στείλανε τον ελεγκτή να μου πετάξει στο αυτί δυό λόγια νέτα σκέτα.
Άκουσε φίλε εμιγκρέ ο χρόνος είναι χρήμα, με τους εργάτες μη μιλάς, την ώρα σου να την κρατάς, το γιο σου μη τον λησμονάς, πεινάει κι είναι κρίμα.
Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός ξεχνάω την μιλιά μου. Είμαι το νούμερο οχτώ, με ξέρουν όλοι με αυτό, κι εγώ κρατάω μυστικό ποιο είναι τ’ όνομά μου.

  • Όμως ας επιστρέψουμε στην Ιταλία.
    Λοιπόν, κι εκεί έχουν ένα πολύ δυνατό αντάρτικο στην διάρκεια της Κατοχής. Μάλιστα τον δικτάτορα τους τον κρεμάσανε στην πλατεία, όχι παίζουμε. Κυβερνούν οι αριστεροί κάποιο διάστημα με την Χριστιανοδημοκρατία, παραμυθιάζονται, χάνουν τις εκλογές κι από τότε παραμένουν σταθερά στο περιθώριο της ιστορίας. Με μεγάλη εκλογική δύναμη αλλά ουσιαστικά ανίσχυροι.
    Ο κόσμος τους απογοητεύεται αλλά σιωπηλά ελπίζει. Περιμένει το σύνθημα. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός στροφή κόντρα στροφή. ‘επανάσταση σε μια μόνο χώρα’, ‘υπάρχουν και άλλοι δρόμοι προς τον σοσιαλισμό’, βράστα και άστα ! Μπερδεύονται όλο και περισσότερο οι κομμουνιστές. Μαλώνουν και μεταξύ τους. Μόσχα εναντίον Πεκίνου, εναντίον Βελιγραδίου, εναντίον Τιράνων, ο ένας εναντίον του άλλου. Ο λαός πάντα στο περιθώριο, στην από πίσω.

Το ‘69 ξεσπούν τεράστιες κινητοποιήσεις στα εργοστάσια, συνεχίζονται στα Πανεπιστήμια ο λαός θέλει να ξαναγίνει πρωταγωνιστής. Οι εργάτες και οι φοιτητές κατεβαίνουν στον αγώνα παρά την προσπάθεια των συνδικάτων και κόμματος να ελέγχουν τα πράγματα, να αποριζοσπαστικοποιούν τα νοήματα.
Αποκτούν ανεξάρτητα συμβούλια οι εργάτες και το δικαίωμα σε πληρωμένες ώρες διδασκαλίας στις σχολές σε θέματα που διαλέγουν. Οι φοιτητές και αυτοί οργανωμένοι ανεξάρτητα αρνούνται οι εργασίες τους να καταλήγουν στα χέρια βιομηχάνων που τις χρησιμοποιούν για ίδιο όφελος. Ζητούν κοινωνικό μισθό. Οργανώνονται οι άνεργοι. Υπάρχει μεγάλη εσωτερική μετανάστευση,νέων κυρίως ανθρώπων που ανεβαίνουν από τον Νότο προς αναζήτηση δουλειάς αντιμετωπίζοντας τεράστια προβλήματα να δεθούν σε ένα περιβάλλον εχθρικό, που τους αντιμετωπίζει ρατσιστικά. Και μια και εκεί ο εναγκαλισμός του κόμματος δεν είναι τόσο σφιχτός οργανώνονται ευκολότερα μόνοι τους, στις σχολές και στα εργοστάσια, ακηδεμόνευτοι.
Κατακτώνται σπουδαίες νίκες λοιπόν κάτω από την τεράστια πίεση του εργατικού κινήματος, η εργατική αυτονομία είναι εδώ!

αρνούνται ολόκληρη την φιλοσοφία της εργασίας οι νεαροί προλετάριοι, σαμποτάρουν την παραγωγή, καθημερινά, κερδίζουν ελεύθερο, πληρωμένο, χρόνο

και καθιερώνουν νέες μορφές αγώνα, απροειδοποίητες απεργίες, del gatto selvaggio όπως τις ονόμαζαν, της αγριόγατας, με πορείες μέσα στο εργοστάσιο, τις οποίες φυσικά δεν ανακοινώνουν, πιάνουν τους ρουφιάνους επιστάτες στον ύπνο, μπλοκάρουν την παραγωγική διαδικασία, η »αλυσίδα παραγωγής» εύκολα παρεμποδίζεται, κερδίζουν χρόνο για τον εαυτό τους, κερδίζουν επίσης αναγνώριση των αιτημάτων τους, τρέμει η εργοδοσία αυτό που δεν μπορεί να ελέγξει, τρέμει τον αυθορμητισμό.

http://www.mymovies.it/dizionario/recensione.asp?id=10125

il gatto selvaggio, film

http://www.comingsoon.it/film/il-gatto-selvaggio/10867/scheda/     επίσης

και δεν ήταν μόνο αυτό, για επανοικειοποίηση του πλούτου μιλούν οι νεώτεροι, εκμεταλλεύεστε εσείς την εργασία μας, λένε, και αντλείται υπεραξία ;

αρπάζουμε λοιπόν κι εμείς αυτό που μας ανήκει, εκεί που μπορούμε, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, δεν πληρώνουμε εισιτήριο, και στις μετακινήσεις, σας αρπάζουμε το εμπόρευμα από τους ναούς της κατανάλωσης, τις υπεραγορές,

καταλαμβάνουν κτίρια για κατοικία, συνεύρεση και ψυχαγωγία, γα να οργανώσουν την δική τους πολιτιστική πρόταση,

φτάνουν μέχρι την απαλλοτρίωση τραπεζών, αρπάζουν τον πλούτο που τους κατακλέβουν καθημερινά, αρνούνται την εργασία μιας και πρόκειται για την σύγχρονη μορφή δουλείας, απελευθερώνουν τον χρόνο τους υπέρ της απόλαυσης και της εκπλήρωσης των επιθυμιών τους, αυτών των αρχέγονων, που είναι πάντα ίδιες, και σημαίνουν….ελευθερία από κάθε καταναγκασμό!

»παίρνουν πίσω την πόλη τους», από το σύνθημα :  prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη δηλαδή, που σίγουρα εκ των πραγμάτων σημαίνει επιβάλλουν ντε φάκτο αντιεξουσία προλετάρια, εκεί που είναι πραγματοποιήσιμη, που εφαρμόζεται  στις περιοχές από καλά προετοιμασμένες ομάδες περιφρούρησης,

Η αντεπανάσταση οργανώνεται και περνάει στην αντεπίθεση. Η κεντρικότητα του μεγάλου εργοστασίου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, η παραγωγή διαλύεται και αποκεντρώνεται,μοιράζεται σε μικρότερες μονάδες, εργασία στο σπίτι κλπ. Καινούριες στρατιές ανέργων μιας και μεγάλα κομμάτια της παραγωγής δίνονται στα ρομπότ. Στα σπίτια δουλεύουνε πλέον και οι γυναίκες, ακόμη και παιδιά. Η ενότητα διαλύεται. Ο εργάτης μάζα είναι παρελθόν, έχει δημιουργηθεί ο κοινωνικός εργάτης, η εργασία έχει διαχυθεί στην πόλη-εργοστάσιο. Τα πάντα γυρνούν γύρο από τη λέξη κέρδος, τα πάντα έχουν αξία εμπορευματική. Παντού δημιουργείται αξία για τα αφεντικά, στα σχολεία, στις σχολές, στη διασκέδαση, στη χαλάρωση, στον έρωτα. Το κόμμα δεν αντιτίθεται, δεν αντιστέκεται, δεν πολεμά, ζητά να πάρει μέρος στη μοιρασιά.

Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο των μεγάλων αγώνων του ‘68,‘69 δεν καταφέρνουν να διαχειριστούν την κατάσταση, ξεπερνιούνται από τα γεγονότα, καρικατούρες του Κόμματος σε μικρογραφία. Γεννιούνται αυτόνομες επιτροπές αγώνα σε όλη την επικράτεια, αυτόνομες συνελεύσεις, circoli giovanili, comitati di lotta autonomi, κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, κολεκτίβες στα εργοστάσια, τις σχολές, στις γειτονιές, στα σχολεία. Και εκεί συγκεντρώνεται η τεράστια πλειοψηφία των militanti, των αγωνιστών, των στρατευμένων και στις ομάδες περιφρούρησης όλων των μεγάλων οργανώσεων που έχουν διαλυθεί.Lotta Continua, Potere Operaio. Movimento Studentesco. Avanguardia Oreraia,[από την οποία έχω περάσει για ένα φεγγάρι όπου και γνώρισα τη Rossana].Αυτοί οι τελευταίοι είναι που κουβαλούν την πείρα των συγκρούσεων για πολλά χρόνια με την αστυνομία,τους φασίστες και τους παρακρατικούς.

κόκκινες καρδιές

Θα πρέπει να σας πω πως όλα αυτά τα χρόνια η συζήτηση της αναγκαιότητας της εξέγερσης και της ένοπλης επανάστασης ενάντια στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η ένοπλη περιφρούρηση των πορειών, των διαδηλώσεων και των καταλήψεων δεν ήταν κάτι το παράξενο, η συζήτηση για την αντιβία ενάντια στη βία της εξουσίας, για την αντιεξουσία, contropotere proletario, μέσα και εναντίον της εξουσίας, αυτή η κουβέντα – και από την κουβέντα η πρακτική δεν είχε κατέβει, δεν είχε πέσει από τον Άρη, ήταν καθημερινή διαδικασία επιβίωσης των ίδιων των αγώνων, ήταν ανάγκη που έβγαινε από τους ίδιους τους αγώνες, συζητείτο και έμπαινε σε πράξη από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες συντρόφους σε συνελεύσεις δημόσιες και με τις πόρτες ανοικτές. Σε αίθουσες, πλατείες, γήπεδα, ανάλογα με τη δυναμική του εκάστοτε χώρου και πόλης.

Δεν είχε υπάρξει ποτέ δαιμονοποίηση της χρήσης της βίας,για αμυντικούς σκοπούς σε πρώτη φάση και επιθετικούς αργότερα. Και όταν παρουσιάστηκε η ένοπλη προπαγάνδα των Ερυθρών Ταξιαρχιών τι το ποιο φυσικό για τεράστιο κομμάτι του ιταλικού πληθυσμού.
Ήταν στο DNA ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΎ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΆΤΟΥ Η ΠΕΠΟΊΘΗΣΗ πως αργά ή γρήγορα θα καταλάμβανε το κράτος με τη βία για να επικρατήσει η λαϊκή εξουσία,η νίκη των παραγωγών του κεφαλαίου επί των ιδιοκτητών του κεφαλαίου. Με το στανιό μου κάθεσαι στο λαιμό, με το στανιό θα σε πετάξω. Δε είχε προφανώς προϋπάρξει αυτή η τεράστια προπαγάνδα που παίχτηκε στην Ελλάδα, η πλύση εγκεφάλου για τους κακούς ‘συμμορίτες’ που ήρθαν να αρπάξουν τα παιδιά και τα σπίτια των Ελλήνων για λογαριασμό των Ρώσων κομμουνιστών. Αυτή η αισχρή ψευτιά, αυτό το ολέθριο ψέμα που έχει χαρίσει στην ελληνική δεξιά χρόνια πλουτισμού και απληστίας.

Όταν ο Φελτρινέλλι ανατινάχτηκε στη ρίζα του στύλου που πήγε να σαμποτάρει στις αρχές του ‘70 μάρτη μήνα, σίγουρα οι μεγαλοαστοί ταράχτηκαν. Όχι όμως οι άλλοι. Αυτοί το περίμεναν από καιρό. Όταν οι BR ΑΠΉΓΑΓΑΝ,δίκαζαν και κρεμούσαν στα κάγκελα του εργοστασίου έναν μεγαλοεπιστάτη, η εργατιά πανηγύριζε, ένιωσε δικαιωμένη. Κι όταν αργότερα απήγαγαν τον πρόεδρο της Χριστιανοδημοκρατίας στις ταβέρνες το κρασί έρεε και τα κεράσματα πήγαιναν σύννεφο. Είναι όμως λίγο νωρίς ακόμη, μη τρέχουμε κιόλας. Ας γυρίσουμε πίσω.

Ο εκδότης

Ο εκδότης
Συγγραφείς:   Νάννι Μπαλεστρίνι

Αυτό το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία. Ήρωάς της είναι ο Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι, ο Ιταλός μεγαλοεκδότης, ιδρυτής της παράνομης οργάνωσης της άκρας αριστεράς, Ομάδες Αντάρτικης Δράσης, που το 1972 βρέθηκε σκοτωμένος κάτω από στύλο του ηλεκτρικού σ ένα προάστιο του Μιλάνου. Γύρω απ αυτή την ιστορία περιστρέφονται όλες οι πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις της περιόδου εκείνης στην Ιταλία και το εξωτερικό.

  • Το κίνημα της εργατικής αυτονομίας, οργανωμένης ή όχι ακόμη το μελετούν. Χρησιμοποίησε το σύνθημα των νέων του Μάη ‘τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα’ και το πήγε παρακάτω. Έφερε την πολιτική στην καθημερινότητα, την επανάσταση σε κάθε πράξη της μέρας, στην προσωπική και στην κοινωνική ζωή. Οραματίστηκε τον νέο άνθρωπο, αγωνιστή και προσπάθησε να  ζήσει μαζί του στην καθημερινότητα. ‘Το προσωπικό είναι πολιτικό’. Και ‘ο κομμουνισμός εδώ και τώρα,’ η κοινωνικοποίηση δηλαδή της καθημερινότητας,έξω και πέρα από το κέρδος. Στην σκέψη και στην πράξη, αυτόνομα απ’ ότι γνωρίζαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτόνομα ναι, μακριά από την επίδραση του κόμματος και των συνδικάτων,που έγιναν συνδιαχειριστές της εξουσίας. Και αν αυτή ξερνάει βία και δένει με αλυσίδες, με το ζόρι, θα επιτεθούμε κι εμείς, δεν θα καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια. Θα πάρουμε αυτά που μας ανήκουν, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε, τώρα.

Καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, σούπερ μάρκετς- εμπορικών κέντρων-τραπεζών, αυτο μειώσεις, δωρεάν μεταφορές, πάντα πολλοί μαζί για να ελαχιστοποιούμε τον κίνδυνο.Απελευθέρωση χώρων, πλατειών, συνοικιών ολόκληρων όπου η αστυνομία μένει μακριά. Και σαμποτάζ και δολιοφθορές και μπλοκάρισμα της παραγωγής . Στις ελεύθερες περιοχές η εγκληματικότητα εξαφανίζεται, γιατί δεν χρειάζεται αστυνόμευση εκεί που ο ταξικός διαχωρισμός αμβλύνεται.
Κανείς δεν τα έχει με την μικρή ιδιοκτησία. Ποτέ σύντροφος δεν επιτέθηκε σε μικρομάγαζο. Μόνο οι μεγάλοι και οι πολύ μεγάλοι,με θέση κλειδιά στον καταπιεστικό, προληπτικό ή κατασταλτικό μηχανισμό στοχοποιήθηκαν.

Αυτόνομα πλήρως, οργανώθηκε το κίνημα, αυτόνομα οργανώθηκαν και οι αντάρτικες οργανώσειςΔιάχυτο αντάρτικο χρησιμοποίησε η αυτονομία, όσο πιο πέρα πήγαινες τόσο περισσότερο ‘χόντραινε’ το παιχνίδι, κυρίως με επιθέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εδώ πια παίζει ρόλο η ιδιοσυγκρασία, όχι τόσο η ιδεολογία. Γιατί όλες οι οργανώσεις αριστερά του ΚΚ είναι, πολλές, και με εκατοντάδες αγωνιστές η καθεμιά, όλες λέω είχαν χρησιμοποιήσει επαναστατική φρασεολογία και ιδεολογία κομουνιστική. Απλά, δεν είναι φτιαγμένοι όλοι για όλα, δεν μπορούν όλοι τα μεγάλα παιχνίδια.
Είναι λοιπόν άδικο να κατηγορούμε συντρόφους, χθες-σήμερα-αύριο, για τις πράξεις τους επειδή απλά εμείς δεν τις αντέχουμε ή τέλος πάντων γιατί, για τον οποιονδήποτε και καθ’ όλα κατανοητό και σεβαστό λόγο αδυνατούμε να πράξουμε όπως αυτοί.
Η ζωή στην παρανομία ή και την ημιπαρανομία ακόμη είναι δύσκολη. Εξαιρετικά σκληρή. Μιας και την έζησα έχω το κουράγιο να πω πως δεν το ξανακάνω, δεν έχω τα κότσια πλέον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ταυτόχρονα πως θα αποκηρύξω το αυτονόητο, δεν θα αποκηρύξω αυτούς που το κάνουν. Με γεια τους και χαρά τους. Δεν είμαι πια στην πρώτη γραμμή στις αλυσίδες και τον αγώνα. Διαλέγω άλλους δρόμους να πολεμήσω το σύστημα κ. Μπακογιάννη. Που ταιριάζουν στην καινούρια μου κατάσταση, ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΊΑ ΠΟΥ ΈΧΩ ΤΏΡΑ. Δίχως δηλαδή να πρέπει διαρκώς να κοιτώ πίσω μου όταν τριγυρίζω με τη γυναίκα και τα παιδιά μου.
Αλλά τους συντρόφους που θυσιάζουν τις μικροχαρές της ζωής μέσα σε συνθήκες παρανομίας τους βγάζω το καπέλο και θα τους τιμώ πάντα,και θα υπερασπιζόμουν τις πράξεις τους σε οποιοδήποτε δικαστήριο μου το ζητούσαν,κι ας μην τους έχω γνωρίσει ποτέ. Και όσο και αν χοροπηδάς στα ψηλά σου ποδάρια η συντροφική και ταξική αλληλεγγύη δεν πετιέται στα σκουπίδια επειδή απλά και μόνο δεν αντέχουμε να σας πολεμάμε από τα μπροστινά χαρακώματα.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Α

Ήμουν τυχερός που δεν χρειάστηκε ποτέ στη ζωή μου να προκαλέσω βλάβη σε άνθρωπο. Στα υλικά που ζημίωσα, τα έχω αποπληρώσει κοντά εξήντα χρόνια και με το παραπάνω . Και το κυριότερο από όλα είναι πως κάθε βράδυ μέχρι σήμερα κοιμάμαι με τη συνείδησή μου ήσυχη. ΔΕΝ ΘΑ ΕΛΕΓΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΑΣ. Μιας και δεν έγλυψα ποτές εκεί που έβρισα χθες. Ούτε εκεί που έφτυσα αγκαλιάζω. Η ΤΙΜΗ ΕΧΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΤΙΜΗ.
ΣΊΓΟΥΡΑ ΈΧΩ ΛΑΘΈΨΕΙ ΑΠΕΙΡΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΣΤΕΝΑΧΩΡΕΣΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΚΕΡΔΟΣ Η ΕΥΝΟΙΑ.

Δεν κυνήγησα χρήματα, θέσεις, μερίδιο σε εξουσίες ή παρόμοια πράγματα. Και οι ιεραρχίες, τα ‘ύψη’, δεν με συγκίνησαν ποτέ, ο χαρακτήρας μου είναι τέτοιος, δεν καυχιέμαι πως έκανα τάχατες κάτι αξιόλογο.Σίγουρα πάντως θα τρελαινόμουν στη χαρά αν μια μέρα η ζωή θελήσει να με βρει με τους νικητές. ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ.
ΤΑ ΧΡΌΝΙΑ ΕΚΕΊΝΑ ΛΟΙΠΌΝ ΗΤΑΝ ΌΤΙ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΣΤΗ ΖΩΉ ΜΟΥ, ΜΑΖΊ ΜΕ ΤΌΣΑ ΠΟΛΛΆ ΆΛΛΑ ΠΟΥ ΈΖΗΣΑ ΠΡΊΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ.

Οι εμπειρίες τεράστιες και μοναδικές. Η αδρεναλίνη στα κόκκινα και η συντροφικότητα κάτι που δεν αγοράζετε με καμία περιουσία.
Εκπαιδεύτηκα και εκπαίδευσα, πήρα μέρος σε πολλές ενέργειες δολιοφθοράς κλπ. Σίγουρα δεν έκανα όλα αυτά για τα οποία κατηγορήθηκα.
Σίγησα πάρα πολλά χρόνια, έζησα σαν ‘αόρατος’, ένας άλλος άνθρωπος. Δεν διαπλέχτηκα με το σύστημα , και φυσικά δεν εκμεταλλεύτηκα άνθρωπο και καταστάσεις.

συνεχίζεται

μιχαλης 261

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Θ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 7

Μεγάλη στιγμή για την πόλη, αρχές καλοκαιριού, το Ιστορικό Ποδόσφαιρο της Φλωρεντίας. Ακούστε τι λεν οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι γι αυτή την εμπειρία : ‘υπάρχει ένα αρχαίο παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως κανόνες, όπου οι σύντροφοι είναι αδελφωμένοι με αίμα και οι αντίπαλοι ορκισμένοι εχθροί. Τέσσερις ομάδες, τέσσερα χρώματα, αγωνίζονται για τις γυναίκες τους, κερδίζουν για τη γειτονιά τους. Πολλοί άντρες, μια μόνο επιθυμία : να νικήσουν το φόβο, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μέσa από γροθιές, χάδια και βεγγαλικά’.

Είναι λοιπόν το αντίστοιχο μεσαιωνικό ποδόσφαιρο. Στη Σιένα κάνουν το Palio, ιπποδρομίες μέσα στους ειδικά διαμορφωμένους δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης.
Εδώ αγωνίζονται με την μπάλα, κάτι σαν ράγκμπυ, χρησιμοποιούν και τα πόδια. Πρέπει να βάλουν το γκολ με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν, και παίζουν εικοσιπέντε από κάθε πλευρά, χωρίς αλλαγές, για πενήντα λεπτά, κάθε Μάιο.
Ντυμένοι με τις αρχαίες φορεσιές τους οι αθλητές από τις τέσσερις ιστορικές συνοικίες της πόλης, την μέρα που γιορτάζουν τον Αι Γιάννη, προστάτη της Φλωρεντίας.
Κάνουν λοιπόν το τουρνουά τους ντυμένοι στα χρώματα της γειτονιάς.
Κλείνει όλη η πλατεία των Ευγενών, στήνονται ξύλινες κερκίδες γύρω γύρω και στρώνεται χώμα καταγής. Οι παίκτες κυλιούνται, χτυπιούνται και κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν το τόπι και να το σπρώξουν στην εστία.

Η φάση είναι αρκετά άγρια, κτυπήματα επιτρέπονται, λεπτομέρειες δεν θυμούμαι. Γίνεται πανζουρλισμός στις κερκίδες με τα τραγούδια και τα συνθήματα.
Και όταν οι καιροί είναι περισσότερο τεταμένοι από το κανονικό δίνεται στην ατμόσφαιρα και κοινωνικοπολιτική χροιά .
Έχει προηγηθεί η πορεία των αθλητών και των συνοδών τους, που τους καθοδηγούν στη διάρκεια του αγώνα πίσω από την εστία οι αρχηγοί της αποστολής.
Πρόπερσι οι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία στο τέλος, μέχρι αργά τη νύχτα. Η αφορμή άσχετη με τον αγώνα, αιτία η σκληρή στάση που κράτησε η αστυνομία στη συνοικία του Σταυρού, όπου βρίσκονται οι φυλακές της πόλης, στη διάρκεια διαμαρτυρίας των φυλακισμένων. Όλη η συνοικία στο πόδι ζητά την ικανοποίηση των όρων που θέτουν οι εξεγερμένοι. Η αστυνομία κυριολεκτικά φέρεται σαν στρατός κατοχής και καταστέλλει άγρια τη στάση. Της το φυλάνε λοιπόν οι κάτοικοι και λίγους μήνες μετά ανταπαντούν με την λήξη του τελικού του Ιστορικού Ποδοσφαίρου.

Κλείνουμε λοιπόν την μικρή παρένθεση που ανοίξαμε και επιστρέφουμε στη περιγραφή μας.
Το παιχνίδι τελειώνει πριν τη δύση του ήλιου. Βλέπεις, τα χρόνια που πρωτοπαίχτηκε δεν υπάρχει ηλεκτρισμός
Το Δημαρχείο είναι στολισμένο με τα λάβαρα των διαγωνιζομένων, όλο το σκηνικό είναι στημένο εκεί μπροστά μιας και το Κυβερνείο της πόλης δεσπόζει στην μεγάλη πλατεία με το τεράστιο άγαλμα του Δαυίδ που φιλοτέχνησε ο Μικελάντζελο.

Disoccupate le strade dai sogni, Anno 1977, CLAUDIO LOLLI

ALBA MECCANICA ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΥΓΗ
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Torino
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Milano
στην Bologna
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Βερολίνο
στη Napoli
στη Ρώμη
Μηχανικά με την έλευση του ήλιου
Αρχίζοντας να γυρνούν όλες μαζί απ’ τον ήλιο
Άρχισαν όλες να γυρνούν…….
Η αυγή επινοεί ένα γρανάζι
ο ήλιος το λειαίνει με το γράσο του
Η αυγή επινοεί μια ρόδα που γυρνά
Ανέπνευσε σύντροφε τον αέρα που φυσά
Ανέπνευσε σύντροφε μια σταγόνα από γράσο
Μα μη την ανασαίνεις σε παρακαλώ
είναι η σοσιαλδημοκρατία
και μη την ανασαίνεις πολύ δυνατά
είναι η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου, του….

Σε αυτή εδώ την πλατεία, τον μήνα που μας πέρασε, ο Αλμιράντε, ηγέτης του φασιστικού κόμματος, προσπάθησε να βγάλει λόγο. Μίλησε, ναι, γιατί τον προστάτευσε όλη η αστυνομική δύναμη της περιοχής. Την ίδια ώρα όμως, ολόκληρο το κέντρο, γύρω από την πλατεία, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης από τους χιλιάδες αντιφασίστες που διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία των, καταδικασμένων στην ιστορική μνήμη, απογόνων αυτών που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τα σκυλιά των αφεντικών γαβγίζουν και κυνηγούν. Χτυπούν, γεμίζουν τον τόπο χημικά, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η γιορτή της μισαλλοδοξίας. Παντού και πάντα κρυπτοφασίστες. Η φύση της δουλειάς τους τους κάνει τέτοιους. Το να είναι ιδανικό της δουλειάς σου, το καθήκον σου, να δέρνεις κόσμο δεν μπορεί να σταθεί σε έναν φυσιολογικό νου. Πρέπει να είσαι διεστραμμένος, δεν γίνεται διαφορετικά.
Τέλος πάντων. Επί ώρες δίνουμε μάχες, σώμα σώμα κάποιες στιγμές, κυρίως όμως εκ του συστάδην με τις δυνάμεις της ανομίας, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το σημείο.
Κάπου αλλού όμως, εκεί τριγύρω, σύντροφοι πυρπολούν παρκαρισμένες κλούβες που περιμένουν να τους περιμαζέψουν. Βλέπετε, η αχλάδα έχει την ουρά της πίσω.

Μιας λοιπόν και αυτοί είναι απασχολημένοι στο ‘θεάρεστο’, ευλογημένο από την επίσημη εκκλησία έργο τους, τα γραφεία των αεροπορικών εταιρειών της Ισπανίας Γερμανίας και Χιλής φλέγονταν. Η καταστολή και οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια συντρόφων σε ημερήσια διάταξη στις τρεις αυτές χώρες. Οι σύντροφοι δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν. Στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους που στενάζουν, που αγωνίζονται σε άλλες γωνιές της γης, προσφέροντας τις ζωές τους.
Άσε δε που, πολυκατάστημα συμφερόντων εταιρείας, μέτοχοι της οποίας δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους στις φασιστικές πρακτικές, ‘ξαλαφρώνονται’ από προϊόντα τους. Για να προσφέρουν έτσι στον αγώνα των κοινωνικών πολεμιστών. Για να μη ξεχνιόμαστε.
Όταν συνηθίζεις σε μια τέτοια ένταση, εκεί που η αδρεναλίνη εκρήγνυται, εκεί που η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά, στην αλληλεγγύη που γεννιέται στα οδοφράγματα, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος μετά. Θέλεις ξανά, κι άλλο. Το ζητά ο οργανισμός σου! Στην ησυχία ‘παθαίνεις’.

Οι φασίστες δεν έχουν παρουσία στην πόλη. Όλα εκείνα τα χρόνια που έζησα εκεί είναι η μοναδική φορά που ξεμυτίζουν από τις τρύπες τους. Νομίζω πως η περίοδος είναι προεκλογική και δια τούτο κάνουν την απόπειρα.
Είναι τότε που οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτές, κατεβαίνουν ενωμένες στην εκλογική φάρσα. Το πιο υγιές κομμάτι τους έχει διαλυθεί μέσα στο κίνημα.

Αναπτύσσονται σε κάθε χώρο αυτόνομες κοινότητες, επιτροπές, συνελεύσεις. Οι σύντροφοι από τις μεγάλες ριζοσπαστικές ανατρεπτικές οργανώσεις διαχέονται εκεί μέσα μεταφέροντας εμπειρίες χρόνων, αφομοιώνοντας καινούριες εντάσεις, νέα προτάγματα. Έχει γεννηθεί ένας καινούριος τρόπος να σκέφτεσαι, να ζεις και να δρας πολιτικά. Μια καινούρια πολιτική κουλτούρα είναι γεγονός.
Αυτόνομη.
Αφομοίωσαν και αφομοιώθηκαν.

  • Πως να ξεχάσεις εκείνες τις Απόκριες! Κάνει κρύο θανατηφόρο, έχει χιονίσει κιόλας, τα πάντα είναι παγωμένα. Μέρες τώρα κρυφές συζητήσεις, ανεπίσημα, στις παρέες, κάτι προετοιμάζουν.
    Έτοιμοι του μεγάλου Καρναβαλιού τη μέρα, παντού στην πόλη τριγυρνούν μεγάλες παρέες μασκαρεμένων. Μπαίνουν στα πολυκαταστήματα και τα ξελαφρώνουν. Γελώντας επισκέπτονται τα εστιατόρια τα απλησίαστα. Παραγγέλνουν με χαρά, χορταίνουν την πείνα τους και αποχωρούν τραγουδιστά. Δίχως να καταβάλουν αντίτιμο. Η μέρα το σηκώνει, η μέρα το ζητά. Στους κινηματογράφους επίσης. Η πρακτική των αναγκών.
    Κουβαλούν στις πλάτες τεράστιες παραστάσεις συγκρούσεων κι έτσι γίνονται άριστοι δάσκαλοι και καθηγητές. Έχουν, επί το πλείστον, αποβάλει ιεραρχικά μοντέλα και διαχωρισμούς, αφήνουν στην άκρη σκέψεις και ιδεολογήματα πρωτοπορίας, έχουν σαφώς δεχθεί ελευθεριακές επιδράσεις και απόψεις από την περιρρέουσα ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα που γεννιέται μετά την σφοδρή καταιγίδα του ’68 και των εργατικών αναταραχών στα εργοστάσια του βορρά, από την εργατική αυτονομία στην πράξη και τις συμπεριφορές, νέοι αυτόνομοι από ότι μυρίζει γεροντίλα, αριστερή παράδοση, αριστερή συντήρηση και τα συναφή.

Αρπάζουν την ζωή από τα κέρατα, καβαλούν το φτερό του καρχαρία, επιθυμούν σφόδρα να τον οδηγήσουν εκεί που ονειρεύονται, εκεί που δεν είχε κολυμπήσει κανείς νωρίτερα. Δίχως ευνουχισμούς, δίχως αναβολές. Δεν περιμένουν να ωριμάσει τίποτα.
Το φρούτο έχει πέσει κιόλας από το δέντρο.
Με πυξίδα την καρδιά τους, αλληλεγγύη με όσους υφίστανται καταπίεση, με όλους τους εξουσιασμένους που ασφυκτιούν. Αλληλεγγύη ανάμεσα σε χώρους, εκεί κάτω, διάσπαρτους στη Μητρόπολη, τη ζούγκλα του ‘ανεπτυγμένου’ κόσμου.
Το νέο επαναστατικό υποκείμενο είναι εδώ, δεν σηκώνει την καταπίεση και απαιτεί αυτοδιάθεση, εδώ και τώρα. Αυτονομία.
Δεν δέχονται τους παλιούς κώδικες συμπεριφοράς, δοκιμάζουν τους δικούς τους που αποπνέουν φρεσκάδα, σίγουρα με το βλέμμα στραμμένο και προς εμπειρίες που το ανατρεπτικό κίνημα έχει παράξει τις δεκαετίες που πέρασαν. Ζωγραφίζουν με τα δικά τους πινέλα, αφήνουν το στίγμα τους στη μουσική, το χορό, στις τέχνες γενικότερα και τον πολιτισμό.

Η σεξουαλική απελευθέρωση και τα κινήματα αμφισβήτησης στην Αμερική και Ευρώπη έχουν σταθεί πρόδρομοι. Τα αντάρτικα κινήματα σε Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική και τελευταία στην Ευρώπη. Εκφραστές τους ο Μαρκούζε, ο Ντεμπόρ, ο Μάης. Η μάχη του Αλγερίου, οι περιπέτειες και η θυσία του Γκεβάρα. Οι ανίκητοι Βιετναμέζοι επαναστάτες Βιετκόνγκ. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε. Η Ισπανική ΕΤΑ τότε που ο φυσικός διάδοχος του Φράνκο, ο Καρέρο Μπλάνκο ίπταται στον ουρανό της Μαδρίτης και προσγειώνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο παραπέρα μετά από ενέδρα που του στήνουν οι σύντροφοι.
Οι Τουπαμάρος, η ΡΑΦ και ο ΙΡΑ και το MIR.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

Ο ύπνος τους δεν είναι ήσυχος. Αυτές οι εικόνες στοιχειώνουν τα όνειρα και την φαντασία τους. Βγαίνουν κατευθείαν μέσα από τα σκαμμένα λαγούμια της Ινδοκίνας, από τα κρησφύγετα των ανταρτών όπου φυλάγονται οι απαχθέντες αμερικανοί αξιωματούχοι, που διευθύνουν τον βρώμικο πόλεμο του ιμπεριαλισμού, στην κατοχή της Νότιας Αμερικής.
Έρχεται και η Πορτογαλλική επανάσταση να χρυσώσει το κερασάκι στην τούρτα.
Φελτρινέλι, Κούρτσιο και Μάρα Καγκόλ, οι πρώτοι νεκροί, Ουλρίκε Μάιννχοφ, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες και ο Μαύρος Σεπτέμβρης, αεροπειρατίες, Κάρλος το Τσακάλι, η κατάληψη των γραφείων των πετρελαιάδων του ΟΠΕΚ στη Βιέννη, η ματωμένη Ολυμπιάδα του Μονάχου, οι μαύροι Πάνθηρες, υψωμένες μαύρες γροθιές από τους αμερικανούς Ολυμπιονίκες στο Μεξικό, στιγμές ανεπανάληπτες, εξιτάρουν, μας πωρώνουν. Φενταγίν.

Θυμάμαι και τα λόγια των πατεράδων μας στις ταβέρνες ή όταν παίζουν με τις μπότσε, le bocce. Αναπολούν την αντίσταση και το αντάρτικο ενάντια στον Μουσολίνι και τους μελενοχίτωνες του. Νιώθουν προδομένοι από το κόμμα, που μίλησε για επανάσταση και μετά έπεσε σε κώμα.
Κι έρχεται, στη μέση της εφηβείας μας, η εκπαραθύρωση του Πινέλλι από τα γραφεία της αστυνομίας στο Μιλάνο, ‘τυφλές’ βόμβες, piazza Fontana, με δεκάδες νεκρούς στις πλατείες και τα τρένα, στο Μιλάνο, στη Μπρέσια, στη Μπολόνια.

Κρυφές επαφές των μυστικών υπηρεσιών με την Ελληνική χούντα, σχέδια προετοιμασίας πραξικοπήματος και στη χώρα μας.
Δεν ξεχνούμε, δεν συγχωρούμε, οργανωνόμαστε, προετοιμαζόμαστε. Μιας και όλα είναι πιθανά.
Δεν θα μας πιάσουν στον ύπνο.
Θέλουμε να αποφασίζουμε για τις τύχες μας.
Τα θέλουμε όλα, άμεσα. Τώρα.
Τι θέλουμε ; Τη ζωή μας. Να ορίζουμε την ζωή μας. Τις τύχες μας. Έτσι, απλά!

κίνημα ’77

Ακούμε Φραντσέσκο ντε Γκρεγκόρι, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, Κλάουντιο Λόλλι, Άρεα, Πρεμιάτα Φορνερία Μαρκόνι, Λούτσιο Ντάλλα, Βάσκο Ρόσσι, Φραντσέσκο Γκουτσίνι και όλη την ξένη ροκ σκηνή.
Οι Ίντι Ιλιμάνι επισκέπτονται συχνά την χώρα κι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο Χιλιανό λαό. Βρίσκονταν στην Ευρώπη σε περιοδεία διεθνούς συμπαράστασης στην προσπάθεια της αριστερής κυβέρνησης στη Χιλή να στεριώσει την ειρηνική της επανάσταση όταν συμβαίνει το πραξικόπημα, δεν επέστρεψαν ποτέ. Γυρνούν όλο τον κόσμο σε συναυλίες καταγγελίας του φασισμού και του ιμπεριαλισμού, καταγγέλλοντας τη ΣΙΑ και τις βορειοαμερικάνικες εταιρείες, που σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ δολοφονούν τον χιλιανό λαό και τον ήρωα πρόεδρό του, μαντρώνοντας χιλιάδες στα γήπεδα, εξαφανίζοντας χιλιάδες. Δολοφονώντας τον πολυαγαπημένο τους λαϊκό βάρδο Βίκτορ Χάρα ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.
Κάθε συναυλία και διαδήλωση συμπαράστασης στο λαό.
Έτσι και με εσάς τους Έλληνες. Γυρνά ο Θεοδωράκης την Ευρώπη καταγγέλλοντας με μουσική και στίχο την δικτατορία στη χώρα του. Την ανάμιξη των βορειοαμερικάνων. Τη φίμωση και τα βασανιστήρια.
Οργανώνονται αγώνες για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Για να αποτραπεί η εξόντωση του ήρωα Αλέκου Παναγούλη.

Γκεβάρα

Άλλοτε χαλαρά. Συχνά ξεσπούν συγκρούσεις. Αλληλεγγύη στους αντιστασιακούς σε κάθε γωνιά της γης.
Στην προβολή του Ζ ξεσπά διαδήλωση.
Αγαπούμε τον κινηματογράφο. Προτιμούμε αυτόν με νόημα.
‘Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του’, του Λουκίνο Βισκόντι, με τους Ντελόν, Ρενάτο Σαλβατόρι, Κλάουντια Καρντινάλε, Αννί Ζιραρντό.
Παθιαζόμαστε με τις ταινίες, ζούμε έντονα κάθε στιγμή, σαν να είμαστε οι πρωταγωνιστές. Παίρνουμε μέρος. Βλέπουμε και ξαναβλέπουμε, σου ανέφερα κάποιες. ‘Φιλμ Αγάπης και Αναρχίας’, με την Μαριάντζελα Μελάτο και τον Τζιανκάρλο Τζανίνι.

Δύο ποιήματα-αριστουργήματα των αδελφών Ταβιάνι από το ’72 και ’73, San Michele aveva un Gallo με τον Τζούλιο Μπρότζι και Allonsanfan με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, που πραγματεύονται τον αγώνα του ανθρώπου, την υπαρξιακή του αγωνία και την επανάσταση.
‘Ο Ξένοιαστος Καβαλάρης’, με τον Πήτερ Φόντα και τον Τζακ Νίκολσον στο ξεκίνημά του και τον Ντένις Χόπερ που κρατά ένα ρόλο.
Θυμάμαι ακόμη ‘το μεγάλο Ανθρωπάκι’ με τον Ντάστιν Χόφμαν. Διηγείται την ιστορία της καταστροφής του δολοφόνου στρατηγού Κάσπερ από τους Ινδιάνους των ΗΠΑ. Πανηγυρίζουμε σαν τα μικρά παιδιά.

»Η άγρια συμμορία, The wild bunch, il mucchio selvaggio του Σαμ Πέκινπα είναι για εμάς κάτι σαν μανιφέστο, όπως και η Queimada του Τζίλο Ποντεκόρβο

»Η ανταρσία του Μπάουντι», με τον Μάρλον Μπράντον

Τον ‘άνθρωπο που έλεγαν Άλογο’, με τον Ρίτσαρντ Χάρις και την Κορίνα Τσοπέϊ. Μιλά για τη ζωή και τις συνήθειες των Ινδιάνων, τα έθιμά τους τα πατροπαράδοτα.
Αγαπάμε πολύ τους Ινδιάνους.
Τους κλέφτες και τους παράνομους.
Και τους σαμουράι. Κινέζους, Γιαπωνέζους.
Τα γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, τις ταινίες του Ρόμπερτ Άλτμαν. Και φυσικά Αντονιόνι, Μπερτολούτσι, Φελίνι, Παζολίνι, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, εκατό χρόνια μπροστά!
Ήρθε μετά η ‘Πρόβα Ορχήστρας’ του Φελίνι και ‘La Luna’ του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Χορεύουμε πολύ ναπολιτάνικες ταραντέλες στα πανηγύρια και τις γιορτές.
Η Νέα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε είναι στα φόρτε της αυτό το διάστημα.
Η ζωή στην μπρίζα.

INCUBO NUMERO ZERO, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη

για την Ουλρίκε

Εγώ η Ουλρίκε Μάινχοφ καταγγέλω – Ωχρά Σπειροχαίτη

Ανέβηκε στις 19 Σεπ 2010

Πρόκεται για θεατρικό μονόλογο του Dario Fo και της Franka Rame. Μελοποιήθηκε από Ωχρά Σπειροχαίτη. Η εκτέλεση είναι από live στη θεσσαλονίκη.

 

Τα τραγούδια κουβαλάνε συναίσθημα, κρύβουν νοήματα, δεν είναι κείμενα που διαβάζεις και λένε συγκεκριμένα πράγματα που μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα.
Θέλω με την ευκαιρία να αναφέρω πως το έργο ‘DISOCCUPATE LE STRADE DAI SOGNI’ από τον οποίο εμπνεύστηκα τον τίτλο του βιβλίου, και από τον οποίο μόλις μετέφερα δύο τραγούδια, είναι γραμμένο για την Ουλρίκε Μάϊνχοφ και τους έγκλειστους αντάρτες της γερμανικής ΡΑΦ, από τον Κλάουντιο Λόλλι, προφητικό όσον αφορά όλα εκείνα που θα συνέβαιναν το 1977 στην Ιταλία.

  • Συνεχίζουμε.
    Αγοράζω Λαμπρέττα 180άρα, από συντρόφισσα, μεταχειρισμένη, κατεβαίνω στη Ρώμη χεινωνιάτικα με φίλο, χωρίς εξοπλισμό, τίποτα. Ντυμένοι με τζιν. Πως αντέχουμε ένας θεός ξέρει! Κράνη δανειζόμαστε από φίλους.
    Γυρνάμε στα υψώματα της επτάλοφου. Επισκεπτόμαστε όχι μόνο στέκια και συντρόφους αλλά και τις αρχαιότητες.

Have you ever seen the rain, Creedence Clearwater Revival.

DSC02203

La nostalgia e la memoria:poesia di Sante Notarnicola musiche Assalti Frontali

 Η νοσταλγία και η μνήμη: ποίημα του Σάντε Νοταρνικόλα με μουσικές των Assalti Frontali

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ε. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 3

Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
Λευκάδα, Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη. Μάλιστα εγώ, μαζί με την φιλενάδα μου την Ρέα τους ακολουθήσαμε ίσαμε τον Πειραιά, μιας και θέλουμε να επισκεφτούμε την Ακρόπολη, και με την ευκαιρία να γνωρίσουμε την Αθήνα. Πρέπει να σας αποκαλύψω πως ο πατέρας της Ρέα είχε πολεμήσει στην Ελλάδα, μιλούσε πάντα για την χώρα και τους κατοίκους της με τα καλύτερα λόγια. Ήταν θερμός φιλέλληνας και το είχε μεταδώσει και στα παιδιά του. Γνώριζε τα πάντα για τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και αγαπούσε πολύ το τσίπουρο και την ρετσίνα.
Θυμάμαι μάλιστα πως στο πλοίο με το οποίο περάσαμε από την Στερεά στην Πελοπόννησο σήκωσα λιγάκι πυρετό. Μέχρι όμως να φτάσουμε στον Πειραιά, μου είχε περάσει.

Επιστρέψαμε στην Ιταλία, auto stop και καράβι, και στον δρόμο μας προς τον βορρά κάναμε μια διήμερη στάση στην Ρώμη για να επισκεφτούμε τους φίλους μας. Βρήκαμε μοναχά τον Σάντρο, διαπιστώσαμε λοιπόν με λύπη πως τα παιδιά είχαν χωρίσει στον δρόμο προς Κρήτη, είχαν ένα φοβερό καυγά στο καράβι και με την αποβίβαση στο νησί πήραν διαφορετικούς δρόμους. Τα ίχνη της Αντρέα χάθηκαν στην Ελλάδα.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Μάνος Χατζιδάκης.

  • Αυτά όλα λοιπόν μου έρχονται στον νου όσο διάστημα προσπαθώ να ηρεμήσω, ξεφεύγοντας λιγάκι από τα πολεμικά καθέκαστα του παρόντος.
    Κάθε τόσο κοιτώ το γλυκό προσωπάκι που ακουμπά στο στήθος μου γαληνεμένο. Ήσυχο πλέον μετά το κυνηγητό που έχει προηγηθεί. Τη διαδήλωση, τις φασαρίες, το εμπόλεμο κλίμα.
    Προσπάθησα να ελέγξω την αναπνοή μου μέχρι που τα κατάφερα, ηρέμησα. Τότε πρέπει να με πήρε λιγάκι ο ύπνος κι εμένα, ταρακουνήθηκα με το φρενάρισμα του τραίνου και ξύπνησα στην αποβάθρα, νωρίς το πρωί. Περπατούμε, χάραμα στην πόλη, παίρνουμε πρωινό σε ένα μπαράκι που μόλις άνοιξε, φάγαμε ολόφρεσκες μπριός, πίνουμε φρέσκο χυμό που μας στίβει το συμπαθητικό παλικάρι που κρατά το μαγαζί και βουρ για ύπνο.
    Αυτό είναι λοιπόν, πίσω ξανά στην καθημερινότητα. Αν μπορούμε να ονομάσουμε έτσι την ένταση με την οποία γεμίζουμε αυτή την καθημερινή μας βιοτή.

Το πως αποτυπώνει ο Τύπος την μέρα που πέρασε με τα συμβάντα θα το διαβάσω αργότερα, τώρα δεν έχω όρεξη να αναμείξω τις θύμησες, που είναι ακόμη τόσο έντονα παρούσες, με τις μικροαστικές παπαρολογίες.
Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβασηΣκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη της πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη των μπουρζουάδων θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, ανεξάρτητα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Είναι το δάσος μας, απελευθερωμένη ζώνη, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά, μέσα στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας, ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της,  έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.

Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούν τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τα όρια, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους ο στόχος.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

  • Από ένα φυλλάδιο μας :
    ‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση.

BORGHESIA CLAUDIO LOLLI ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ

Γριά μικροαστική τάξη όσο μικρή κι αν είσαι
δεν ξέρω να πω αν μας κάνεις κυρίως να θυμώνουμε, να λυπούμαστε, να μελαγχολούμε ή αν σε σιχαινόμαστε κυρίως
ευχαριστιέσαι όταν ένας κλέφτης πεθαίνει ή όταν συλλαμβάνουν μια πουτάνα,
αν η ενορία της Ιερής Καρδιάς αποκτήσει μια νέα καμπάνα
Είσαι ικανοποιημένη με τα βάσανα και τις  ζημιές των άλλων κρατώντας σφιχτά τα χρήματα σου

Τόσο επίκαιρο που φέρνει ανατριχίλα!

  • Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο του, μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούει δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά, σχολιάζοντας μία αφίσα, ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού πρακτορείου. Ο νους του πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελε πολύ να ξαναβρεθεί εκεί, σκέφτηκε.
    Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούν τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουν και στήνουν τις σκηνές τους και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό από την γη σε κάποια γωνίτσα. Για να μπορούν να ξεπλένονται, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουν στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουν να κατασκηνώσουν, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλείψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουν στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, τους ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουν τις επαφές τους με τους ντόπιους, τους αρέσει να έχουν ζωντανή την αίσθηση του τόπου που τους φιλοξενεί, τους γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είναι, όχι περαστικοί. Επιθυμούν να δίνονται και να παίρνουν.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή τους λέμε. Την συνδιαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι προλετάριοι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους ; Εκεί ελπίζουμε ;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως ο πλούτος ανήκει ισόποσα σε όλους. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα θέλουμε όλα και αμέσως. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται πιο χαλαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος και αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν οι ντόπιοι να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ώπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος, λένε, εν κατακλείδι, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

  • Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
    Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
    Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
    Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

San Francisco – Scott McKenzie

ένας ακόμη »εθνικός ύμνος» , της πρώιμης νιότης μας!

  • Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
    Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
    Φοβερά πράγματα.
  • Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘κάνουμε κατάληψη’ στο παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά, κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά, πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες, με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!

Like a rolling stone, Bob Dylan.

Κάτι ακόμη που μας κάνει εντύπωση, αρνητική αυτή την φορά. Μια άσχημη παρένθεση σε μια χώρα που την νιώθουμε δεύτερη πατρίδα μας, και την επισκεπτόμαστε συστηματικά κάθε καλοκαίρι.
Στην αμμουδιά δεν έχει ποτέ κόσμο, καθόλου φασαρία, σε καθημερινή βάση. Μοναχά την Κυριακή εμφανίζονται επισκέπτες, από τα ορεινά ή την πόλη. Είμαστε πάντα μοναχοί, σπανίζουν οι τρίτοι. Με τους ντόπιους γνωριζόμαστε πλέον καλά. Το χωριό απέχει γύρω στα τρία με τέσσερα χιλιόμετρα από την παραλία μας. Τη νιώθουμε δική μας, είμαστε πλέον ‘παλιοί’ σε κείνη την γωνιά.

Σκάνε μύτη που λέτε μια μέρα μια μεγάλη παρέα, δυο τρεις οικογένειες με τα παιδιά τους. Παρκάρουν τα αυτοκίνητα στον ίσκιο των δέντρων, στην αντίθετη πλευρά από εμάς και κατεβαίνουν στην αμμουδιά με τα τζιμπράγκαλα τους, ακριβώς απέναντι. Η απόσταση που μας χωρίζει είναι περίπου εκατό μέτρα. Σε λιγάκι όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα επάνω μας. Των μεγάλων δηλαδή.
Τι το πιο φυσικό από το να κάνεις γυμνισμό σε μια παραλία όπου συνήθως, εκτός από εσένα και δυο τρεις ακόμη ‘πεταμένους’, η μόνη παρουσία είναι αυτή των γλάρων. Οι επισκέπτες μας λοιπόν πρέπει να έχουν, τι να πω, ενοχληθεί ;
Κοιτάζουν επίμονα προς την πλευρά μας και μας κάνουν να αναρωτηθούμε για την συνέχεια. Ώσπου το παίρνουν απόφαση και στέλνουν αντιπρόσωπο να μας πει πως ζητούν από τα αγόρια να φορέσουν τα μαγιό τους διότι, λέει, ενοχλούνται τα παιδιά!
Για τα κορίτσια ούτε συζήτηση, μπορούν να παραμείνουν όπως τα γέννησε η μαμά τους! Οποία υποκρισία! με όλο της το μεγαλείο. Το πρόβλημα δηλαδή έχει με τις δικές μας μαλαπέρδες που λεύτερες κι αυτές λιάζονται ξένοιαστες!

  • Άσε που μου συνέβη και το άλλο, διηγείται ο Μάριος στη συνέχεια.

Σε παλιότερη επίσκεψη στην περιοχή, ένα ή δυο καλοκαίρια νωρίτερα.
Έφτασα μόνος ένα απογευματάκι, αποφάσισα να περιμένω τους υπόλοιπους στην Ηγουμενίτσα. Ήταν αργούτσικα και η κίνηση ελάχιστη στον δρόμο για να επιχειρήσω να φτάσω στο χωριό. Πεινάω σαν λύκος και κάνω μια αναγνωριστική βόλτα στην παραλία για να διαλέξω την ταβερνούλα μου και να ξαποστάσω. Και να την τηλώσω. Διασταυρώνομαι στο δρόμο με δύο κορίτσια, πέφτουν κάποια χαμόγελα. Ακούω πως μιλούν γερμανικά, η μια ψιλόλιγνη και εμφανώς ομορφούλα, η άλλη χοντρούλα μα πολύ συμπαθητική.
Κάθομαι σε μια χαριτωμένη ‘γωνιά’ λίγο πιο κάτω και παραγγέλνω κρασάκι να ξεδιψάσω. Για μεζέδες βλέπουμε αργότερα. Σουβλάκια που αρέσουν σε όλους και ελληνική σαλάτα, ‘χωριάτικη’ όπως την ονομάζετε.

Σε πέντε με δέκα λεπτά επιστρέφουν προς τα πίσω τα κορίτσια και αποφασίζουν να καθίσουν και αυτά για φαγητό. Τα προσκαλώ αμέσως στο τραπέζι μου, αποδέχονται με χαρά και σύντομα συζητάμε σαν να είμαστε φιλαράκια από τα παλιά, γινόμαστε μια όμορφη παρέα. Τα αγγλικά μας είναι αρκετά για να επικοινωνούμε αξιοπρεπώς και ερχόμαστε γρήγορα στο κέφι.
Έπεσε για τα καλά η νύχτα, είπαμε να πάμε απέναντι στο συμπαθητικό λιμανάκι με τα σκαφάκια, το τεράστιο εμπορικό είναι πιο πέρα. Πίνουμε ένα τσιγαράκι και μου λεν πως έχουν κατασκηνώσει στο κάμπινγκ. Μιας και έχουν αυτοκίνητο, τους προτείνω να τους δείξω τα δικά μας μέρη, την τοποθεσία όπου τις επόμενες μέρες περιμένω να με προσεγγίσουν οι φίλοι, την αμμουδιά μας, το συμπαθέστατο ψαροχώρι και όλα όσα με λίγα λόγια γνωρίζετε ήδη.
Προθυμοποιήθηκαν ενθουσιασμένες. Με χαρά λοιπόν ξεκινάμε για Σύβοτα και λίγο αργότερα την πέφτουμε στην φεγγαράδα της έρημης γωνιάς μας. Μαγεία. Η αμμουδιά είναι λουσμένη στο φως.
Η διαδρομή στάθηκε εκρηκτική, έχουμε και τα ίδια γούστα στη μουσική, φτάσαμε στην παραλία χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Η νύχτα προμηνύεται μακριά και θερμή.

Κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα που είναι λάδι, σε τραβάει σαν μαγνήτης, λαμποκοπάει. Ανάβουμε φωτιά μπροστά στο νερό, εκεί, δίπλα στα βράχια που μας προστατεύουν, δίπλα στη λιμνούλα με το στυφό νερό που χρησιμοποιούμε για να διώχνουμε το αλάτι. Πέφτει για λίγο σιωπή. Εκείνη η σιωπή που μιλάει.
Τις αγκαλιάζω και τις δύο, δεν δέχομαι να τις χωρίσω, είναι αφύσικο σε εκείνη την κατάσταση, τόσες ώρες οι τρεις μας μοιραζόμαστε τα πάντα.
Κάτω από άλλες συνθήκες θα συνέβαινε το αυτονόητο, εδώ όμως δεν βγαίνει, δεν πάει, δεν το σηκώνει η ίδια η στιγμή, η φάση, το momentum.
Δεν μου πηγαίνει να διαλέξω, αρνούμαι.

Η ομορφονιά ταράζεται. Θυμώνει. Τσαντίζεται. Τα βροντάει όλα, παίρνει τη φιλενάδα της και άρον άρον, όπου φύγει φύγει, τρέχοντας σχεδόν. Αφήνοντάς με σίξιλο, παγωτό που λέμε, στα κρύα του λουτρού.
Δεν μου έχει τύχει κάτι παρόμοιο στη ζωή, φαίνεται απολύτως φυσικό όμως, έτσι όπως έχουν καθίσει οι συνθήκες, τι να κάνω;   Μας συγχωρείς φιλενάδα, πάμε εμείς λίγο παραπέρα, κάθισε εσύ εδώ να απολαύσεις …..τη μοναξιά σου ;
Δεν μου κάθεται τίμιο. Σίγουρα μου αρέσει πολύ περισσότερο το ένα κορίτσι. Εκεί και όπως έχουν έρθει τα πράγματα, δεν καταφέρνω να σκεφτώ εγωιστικά, ναι!
Τόσα χρόνια μετά, πιστεύω πως και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο θα έκανα.
Από τις στιγμές που μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή και στις θύμησες.
Μου έλαχε να το ζήσω και αυτό. Εγωισμός υπάρχει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Ο εγωισμός είναι η πληγή του σύγχρονου κόσμου, η πληγή της ανθρωπότητας.

Laurie Anderson, Lost Art of Conversation

 

  • Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει ουδείς για την επίθεση.
    Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι εκείνη τη μέρα στην πόλη.
    Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
    Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική φιγούρα στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του ατόμου και των σχέσεων.
    Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
    Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
    Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο επαναστάτης να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, της χρήσης των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

μια ιστορία του εννιακόσια 4 Prospero Gallinari

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του ανταρτοπόλεμου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις, στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των αυτόνομων ομάδων και των αντάρτικων οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, δολιοφθορά, ενέδρα, κινηματική διαδικασίαΑυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

Brothers in Arms, Dire Straits.

  • Μου αρέσει πολύ να βρίσκομαι στην εξοχή, τα αρώματα και τα χρώματα στη φύση με τρελαίνουν. Το περιβάλλον γαληνεύει την ψυχή μου, ξεχνώ τα πάντα, σαν να γίνομαι αλλιώς. Άλλος. Ειρήνη.
  • Πέντε με δέκα λεπτά από το κέντρο είναι κτισμένα, ανηφορικά στους καταπράσινους λόφους, πανέμορφα, τα παλάτια των Μεδίκων και των άλλων ευγενών που κυβέρνησαν την πόλη. Με τεράστια πάρκα, πολλά από τα οποία είναι σήμερα ανοιχτά στον κόσμο, κήποι, λουλούδια, συντριβάνια, σωστά δάση σε κάποια σημεία τους, απίστευτη ομορφιά, ατέλειωτη.

Όταν λοιπόν έχω χρόνο, στην πλάτη το σακίδιο με μέσα το τόπι, διασχίζω το ποτάμι και ανηφορίζω στο πάρκο. Συνηθίζω να παίζω με την μπάλα, από το ένα πόδι στο άλλο ίσαμε να γίνω μούσκεμα. Λίγο χαλάρωση και μετά τριγυρίζω τους κήπους χαζεύοντας τις ομορφιές. Πανέμορφα τα κτίρια, ζεις στον Μεσαίωνα εκεί μέσα, μακριά απ’ τους θορύβους και τη βιασύνη.
Πόσα παιδιά γνώρισα εκεί !!
Έχω και έναν φίλο που σπουδάζει Γυμναστική Ακαδημία. Αυτός λοιπόν μου έδειξε ασκήσεις και κινήσεις του μποξ, με γοητεύει το χορευτικό τους, έχουν και χρησιμότητα στον δρόμο. Συχνά λοιπόν τις εξασκώ εκεί. Μάλιστα, που και που με ακολουθεί και ο Πιέρο, τότε έχουμε την ευκαιρία να γυμναστούμε παρέα, να κάνουμε και λίγη πρακτική, άμεσα.

Δεν έχουν όμως πολλοί την τρέλα μου, τις περισσότερες φορές είμαι μόνος, σου είπα, κάνω γνωριμίες καινούριες.
Η καλύτερή μου είναι όταν η κολεκτίβα της σχολής ή της mensa-του φοιτητικού εστιατορίου αποφασίζει να κάνει εξάσκηση στη ρίψη μπουκαλιών. Αυτό συνήθως γίνεται στο δάσος, κοντά έξω από την πόλη. Γίνεται κανονική εκδρομή, αγόρια και κορίτσια ετοιμάζουν σαντουϊτσάκια, φορτώνονται σακίδια και μπυρόνια, κάποιο λεωφορείο θα μας φέρει κοντά στην αρχή της τοποθεσίας που έχουμε επιλέξει, χωνόμαστε στο δάσος, βρίσκουμε το ξέφωτο που μας ταιριάζει και το κολατσιό ξεκινά, με χωρατά και μουσικούλα, χαλαρά.
Και όταν έρχεται η ώρα, γεμίζουμε ένα μπουκάλι με νερό, κάνουμε έναν μεγάλο κύκλο και το πετάμε ο ένας στον άλλο που πρέπει να το αρπάξει στον αέρα, δεν θα γεμίσουμε τον τόπο γυαλιά. Από απόσταση. Υπάρχει κέφι αλλά και σοβαρότητα. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Αγαπημένοι και αποφασισμένοι. Σιγά σιγά γίναμε ατσίδες στο σημάδι και τη ρίψη.

Την Άνοιξη όλα είναι φανταστικά, μαγευτικά. Απίθανοι χρωματισμοί. Η εξοχή της Τοσκάνης είναι υπέροχη.
Και όταν ο καιρός έχει ζεστάνει για τα καλά, έχουμε ανακαλύψει κάτι ζούλες με τρεχούμενα νερά και μέρη με βαθέματα όπου μπορούμε και βουτάμε κανονικά. Εδώ δεν υπάρχει κάτι να μας τρομάξει. Θα καταλάβεις αμέσως τι εννοώ.
Κάποια χρόνια αργότερα κάνω ταξίδι με την κοπελιά μου στην Κεντρική Αμερική, να ‘χαθούμε’ για κάποιο διάστημα, τώρα που τα πράγματα πάνε να χαλάσουν για τα καλά, και εκτός από ένα καλό ξελαμπικάρισμα, [χρειάζεται να καθαρίσει το μυαλό μας, να αφουγκραστούμε καθαρότερα τις νέες συνθήκες], χρειάζεται να σβήσουμε τα ίχνη μας.

Βρεθήκαμε σε κάποιο άγριο οροπέδιο που είναι λίμνη, κρατήρας ανενεργού ηφαιστείου. Βλάστηση απίθανη, ζούγκλα κανονική, δεν υπάρχει ηλεκτρισμός. Δυο ώρες χρειάζονται να διασχίσεις με σκάφος το νερό. Ανακαλύπτουμε λοιπόν στην όχθη, απέναντι από εκεί που καταλήγει ο δρόμος, πάνω στα βράχια και τρία λεπτά απόσταση από το χωριό, μια ταβέρνα καφέ μπαράκι, όλα μαζί, τα έχει στήσει μια πανέξυπνη Ιταλίδα που περνά από εδώ τέσσερα χρόνια πριν, μαγεύεται και μένει για πάντα να εξυπηρετεί τους τουρίστες. Και κανένα ντόπιο που και που.
Φτιάχνει λιχουδιές θαυμάσιες, έχει να προσφέρει και ένα σωρό κρασιά.

Ζέστη πολύ, κλίμα τροπικό κι ας είμαστε ψηλά. Θέλουμε πολύ να κολυμπήσουμε στην πεντακάθαρη λίμνη με την πλούσια βλάστηση και τα ήρεμα νερά. Άγρια παραισθησιογόνα μανιτάρια παντού στα υψώματα, μέχρι και στις σαλάτες τα χώνουν εάν το ζητήσεις προσεκτικά.
Ζούμε ένα παραμύθι.
Έλα όμως που ξετρυπώνουν ιγκουάνα μεγάλα ίσαμε μισό χέρι, με πολύχρωμο δέρμα που φωσφορίζει, και βουτάνε στα νερά με μεγαλοπρέπεια. Μας λένε πως δεν πειράζουν, ποιος όμως ακούει, τα βλέπεις και σου σηκώνεται η τρίχα. Μοιάζουν απειλητικά χωρίς να είναι. Βουτάς εσύ στο νερό; Εμείς πάντως όχι. Άλλη φορά, σε άλλο μέρος θα κολυμπήσουμε.
Κοιτάμε το νερό αναστενάζοντας και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για αργότερα. Δεν το διακινδυνεύουμε με τίποτα.

Αρχαίοι ινδιάνοι οι ντόπιοι που έχουν ασπαστεί τον χριστιανισμό από τους Ισπανούς κατακτητές αλλά κρατούν σφιχτά ήθη και έθιμα. Τις παραδόσεις, τη γλώσσα τους. Ντυμένοι με πανέμορφες πολύχρωμες φορεσιές, σφάζουν μπροστά στα αγάλματα της Παναγίας και των Αγίων τους κοκόρια κυρίως, μέσα κι έξω από τεράστιους ναούς, σε χωριά χωρίς άσφαλτο και ηλεκτρισμό πολλές φορές, πνιγμένα στη σκόνη, στη λάσπη όταν έχει βρέξει.
Παθητικότητα κυριαρχεί, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον.
Τα πανηγύρια τους είναι φανταστικά, η αποθέωση της πολυχρωμίας.
Έχουμε ξεκινήσει δυο από την Ευρώπη και έχουμε γίνει πολλοί με το που πατήσαμε το πόδι στη νέα ήπειρο. Πληθαίνουμε όσο προχωρούμε, ο καθένας μεταφέρει και προσθέτει εμπειρίες. Όλοι αλάνια και αντισυμβατικοί. Χίπιδες, αυτόνομοι, παραβατικοί και ότι καρυδιάς καρύδι μπορείς να φανταστείς.

White Rabbit, Jefferson Airplane.

  • Κάτι που ταιριάζει γάντι : ‘όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι, οι Αφρικανοί είχαν τη γη και οι ιεραπόστολοι κρατούσαν τη βίβλο. Μας έμαθαν να προσευχόμαστε με τα μάτια κλειστά. Όταν τα ανοίξαμε, εκείνοι είχαν την γη κι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο’, έγραψε ο Γιομο Κενυάτα.

Στην χώρα των Αζτέκων, στην χώρα των Μάγια, το ίδιο, οι Ινδιάνοι στον κόσμο τους. Ίσως να ετοιμάζονται !

  • Στο νησί, στα νότια, Isla Mujeres, γνωρίζω δύο φανταστικούς μαροκίνους-γάλλους, καθηγητές στην Μασσαλία. Κάνουν ταξίδι εκπαιδευτικό και αναψυχής μαζί με νέους από ‘ειδικό’ σχολείο που βρίσκονται σε πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης. Ο ένας από τους δύο ερωτεύεται κεραυνοβόλα ένα κορίτσι από την παρέα. Μπαίνει λοιπόν κάθε πρωί στο νερό το καταπράσινο, η θάλασσα είναι ρηχή για πολλά μέτρα απόσταση από την ακτή, βοηθάει αυτό γιατί κρατά μακριά τα σκυλόψαρα. Από τα βαθιά λοιπόν το παλικάρι της τραγουδά με τις ώρες τραγούδια ερωτικά της πατρίδας του με φωνή παραπονιάρικη, στη μητρική του γλώσσα. Όνειρο να τον ακούς με κείνο τον παθιάρικο τρόπο να τραγουδά ανατολίτικους αμανέδες στην καρδιά της αμερικανικής ηπείρου. Όλα αυτά γίνονται πρωί, μόλις μεσημεριάσει και ανέβει ο ήλιος ψηλά, η ζέστη γίνεται ανυπόφορη στην παραλία, άντε να κάτσεις μέσα στο νερό, θα την φας τη σφαλιάρα κατακούτελα από τον Ηλία.

Έχουμε στήσει τη σκηνή μας σε ένα υποτυπώδες κάμπινγκ όπου μπορείς να νοικιάσεις αιώρα με την μέρα, σε στρατιωτικά παραπήγματα που αερίζονται από σίτες, για τον φόβο των κουνουπιών που κάνουν θραύση παντού εκεί πέρα, από την ώρα της δύσης και μετά. Η καλύτερή σου το βραδάκι είναι να κλειστείς στη ντίσκο του χωριού, έχει κλιματισμό που σπάει λιγάκι την υγρασία. Νιώθεις βέβαια λιγάκι σαν ποντικός στη φάκα κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους χωρίς παράθυρα σε τέτοιο περιβάλλον, αλλά τουλάχιστον μπορείς να αναπνεύσεις λίγο καλύτερα. Αυτή είναι η αίσθηση που έχεις.
Έτσι μαθαίνουμε πως η χειμωνιάτικη θερμοκρασία σε εκείνους τους τόπους είναι ακριβώς αυτή του κλιματισμού στους εσωτερικούς χώρους. Και πως βρέχει ασταμάτητα για ένα με δύο μήνες. Απελπισία.
Βέβαια, ο άνθρωπος συνηθίζει στις συνθήκες που βιώνει.

Έχουμε λοιπόν, για να επιστρέψουμε στη διήγηση μας, τη σκηνή μας απέναντι σε αυτή ενός ζευγαριού από την Γαλλία, νεαρά και αυτά παιδιά. Η κοπέλα είναι ίσως το ωραιότερο πλάσμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.
Όπως έχεις καταλάβει, ο τόπος είναι γεμάτος Γάλλους.
Συνηθίζω να ξυπνώ νωρίς το πρωί για να θαυμάσω ένα φαινόμενο που αντιλήφθηκα τυχαία και θα σου μιλήσω γι αυτό αμέσως. Κάποια συγκεκριμένη ώρα, κάθε νύχτα, ένας στρατός από καβούρια μεγέθους παλάμης χεριού, και λίγο μεγαλύτερα, ανηφορίζουν την αμμουδιά και χάνονται στο βάθος, πίσω από τις σκηνές μας. Επιστρέφουν λίγα λεπτά πριν την ανατολή, για να χαθούν στον ωκεανό.
Κοιμόμαστε με τα κεφάλια προς την ανοιχτή πόρτα, για να μπορούμε να πάρουμε ανάσες, όποιος γνωρίζει τι σημαίνει τροπικό κλίμα καταλαβαίνει τι εννοώ.

Έχει πάρει χαμπάρι το σκηνικό και το κορίτσι και ξυπνά και αυτή μαζί μου για να το θαυμάσει επίσης. Σιγά σιγά λοιπόν αρχίζουμε να ξυπνάμε και ο ένας για τον άλλον. Μου αρέσει πολύ να την κοιτάζω, δεν χρειάζεται να μιλάμε.
Δεν αργούμε να γνωριστούμε και να γίνουμε κολλητοί. Δεν τόλμησα ποτέ να κάνω τον παραμικρό υπαινιγμό.
Είναι χρόνια πολύ ελευθεριακά. Ο έρωτας είναι αναζήτηση, παιχνίδι που συνεπαίρνει, τα ταμπού και οι συμβάσεις έχουν καταρριφθεί από τον ίδιο τον φεμινισμό.
Φτιάχνουμε μια όμορφη παρέα, και αυτό αρκεί. Θα μπορούσαν να χαλάσουν όλα με μια βιαστική κίνηση. Δεν χρειάζονταν, κανείς δεν το επιθυμεί. Περνάμε καλά και έτσι, μας φτάνει. Η συμπάθεια είναι αμοιβαία. Χορεύουμε ασταμάτητα στο γνωστό μαγαζάκι, μια τρύπα είναι. Γινόμαστε στουπί στη τεκίλα σε παρτάκι στην αμμουδιά που οργανώνει  παρέα αμερικάνων, ξερνάμε ο ένας στον ώμο της άλλης και το αντίθετο.
Δεν της δίνω όμως ούτε ένα φιλί.

Είναι προορισμός Γάλλων το νησί, τα τσάρτερς προσγειώνονται στην ακτή απέναντι, στο Κανκούν σαν τις μύγες. Βλέπεις, το νησί έχει μήκος ενάμισυ χιλιόμετρο, πλάτος γύρω στα διακόσια μέτρα στο φαρδύτερο σημείο, και το ύψωμα που υπάρχει σε κάποιο σημείο δεν ξεπερνά τα είκοσι! Από εκεί πάνω τα βλέπεις όλα γύρω γύρω.
Το Νησί των Γυναικών. Στον κόλπο του Μεξικού, δυο ώρες δρόμο με το καίκι από την ακτή.
Από την άλλη μεριά, απέναντι, βρίσκετε η Κούβα, μας λένε.
Κι όντως, μια νύχτα που ψωνίζουμε κάποια πράγματα στο μοναδικό μάρκετ που υπάρχει, από το ραδιόφωνο που έχουν ανοικτό ακούγεται δυνατά, μέσα σε χαμό, ομιλία του Φιντέλ. Μέρα γιορτής για τους Κουβανούς και ο μεγάλος ηγέτης απευθύνεται στον λαό του.

Ακούω την αγάπη, Τρύπες.

νεκ, πάμε Τζαμάικα

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ

Μήτε μυθιστόρημα, μήτε δοκίμιο, μήτε λίβελος απελευθερωτικής προπαγάνδας, τα ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ είναι μια προβληματική πάνω στο ζευγάρι, τη σεξουαλικότητα, την ομοφυλοφιλία, την πολιτική, την οικογένεια, από τη σκοπιά δυο εφήβων, του Ρόκκο και της Αντόνια: δυο κατοίκων της Ρώμης, μικροαστών, εξωκοινοβουλευτικών.
Ο φόβος, η περιέργεια, ο έρωτας, η μοναξιά, οι φαντασιώσεις, όλα αυτά αξεδιάλυτα μπλεγμένα με φόντο τον κάπως αλλοτριωτικό χώρο του φοιτητικού κόσμου της αριστεράς. Οι σκέψεις του Ρόκκο εκφράζονται με τη φωνή ενός άντρα και της Αντόνια με τη φωνή μιας γυναίκας. Έτσι έχουμε σαν αποτέλεσμα μια συνεχή εναλλαγή διαφορών, τόσον όσον αφορά το στυλ του γραψίματος όσο και τα περιεχόμενα – κι αυτό αποτελεί και το μεγαλύτερο προτέρημα του βιβλίου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

συνεχίζεται

DSC02199

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Γ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 1

Είναι ένα μωρό που γεννήθηκε με καισαρική τομή μέσα στο καλοκαίρι του ’12. Χρόνια κοιλοπονούσα, κράτησα σημειώσεις, πήρα συνέντευξη και πρόσθεσα φράσεις και κειμενάκια που με εκφράζουν και βρήκα εδώ κι εκεί αυτό το διάστημα που έγλειφα τις πληγές μου. Από το 2004 και μετά.
Δεν το έπλυνα, δεν το καθάρισα. Το άφησα αδούλευτο γιατί έτσι μου φαίνεται πιο αυθεντικό, πιο γνήσιο. Είναι το ταξίδι της ζωής μου. Αυθόρμητο, spontaneo, γέννημα ψυχής. Είναι ημερολόγιο. Εξομολόγηση.

Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε, μόνο να αφουγκραστείτε.
Σκεφτόμουν πως να το ονοματίσω και δυσκολευόμουν ώσπου χθες βράδυ, βλέποντας το Full Metal Jacket θυμήθηκα πως μαζί με το Platoon η Αποκάλυψη ήταν η σπουδαιότερη ταινία που πραγματεύτηκε τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Όλα είναι δυνατά όταν θέλουν οι λαοί και αγωνίζονται για την ελευθερία τους.

Αποκάλυψη λοιπόν, Τώρα. Αποκαλύπτω κι εγώ τα εσώψυχα μου.

Πέρασαν μέρες και τελικά άλλαξα τη γνώμη μου όσον αφορά τον τίτλο. Νομίζω λοιπόν πως για πολλούς, ευνόητους λόγους, το όνομα που δίνω τώρα ταιριάζει περισσότερο. ‘Στην Πρώτη Γραμμή’.
Ελπίζω λοιπόν να μη χρειαστεί να αλλάξω γνώμη εκ νέου.

Φαίνεται όμως πως η περιπέτεια για το έργο μας θα περάσει από πολλά κύματα.

Αγαπήσαμε πολύ τη θάλασσα κι έτσι αυτή μου παίζει παιχνίδια.
18 του Νοέμβρη χθες κι είδα εκπομπή αφιερωμένη στον μεγάλο ’μικρούλη’ της μουσικής μας. Είναι ο συνθέτης, ο Θάνος, που αγάπησα περισσότερο απ’ όλους [μαζί με τον Μαρκόπουλο]. Αυτός που μου κράτησε πιστή συντροφιά τα δύσκολα χρόνια της εδώ προσαρμογής μου, από το ’80 και μετά. Μου θύμισε πως ο νέος άνθρωπος, για να λέγεται τέτοιος πρέπει ν’ αρπάξει τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την παλέψει, όσο αντέξει, κι όπου τον βγάλει… Άρπαξα λοιπόν κι εγώ το στίχο του Καββαδία, που τόσο όμορφα μελοποίησε, ταίριαζε με τη ζωή μου, που ήταν αρκετά περιπετειώδης για πολλά χρόνια,και ελπίζω να σας παρουσιάσω επιτέλους το ’χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’.
Πάμε λοιπόν.

«Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο… Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Πόσα χρόνια δίσεκτα μέσα σε μια ώρα, βάσταξες αδάκρυτη μάνα Παναγιά
πόσα βόλια σπείρανε γιε μου σε μιαν ώρα, και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά
Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα, το καταμεσήμερο και θρηνολογεί
κάλεσε τον Χάροντα σε κρυφό αγώνα πες και στην Χαρόντισσα να σε λυπηθεί
Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι, θα έρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά
μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.
Γιάννης Μαρκόπουλος, Κώστας Μύρης, Νίκος Ξυλούρης.

  • Πενήντα τόσα χρόνια πριν γεννήθηκε σε τούτη δω την πόλη ο φίλος μου. Πήγα να μάθω τα νέα του, χθες βράδυ. Έζησε ζωή γεμάτη περιπέτεια και ένταση, έζησε πόνο και χαρά, πολύ.
    Από μικρός ψαχνόταν, πνεύμα ανήσυχο, έχασε νωρίς τη μητέρα του. Γυναικολόγος ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον στείλει στους δικούς του στην Αθήνα μέχρι να ξαναφτιάξει την ζωή του, όλοι οι συγγενείς ζούσαν εκεί κάτω.
    Ενθουσιώδης, κινδύνεψε πολύ, το αστέρι της μάνας του ήταν εκεί να τον γλυτώνει από τα χειρότερα.
    Ήταν πάντα ανοιχτός και κοινωνικός, τώρα τελευταία, μετά τα ζόρια με την υγεία του κλείστηκε πολύ.

Πιτσιρικάς – Ρίτα Αντωνοπούλου

  • ‘Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στον Άγιο Γιάννη, στο δωδέκατο πήγα σχολείο‘, μου λέει, με το θάνατο της μητέρας μου με έστειλαν στην Αναργύριο εσώκλειστο, στις Σπέτσες. Δύο χρόνια εκεί και μετά στην Αθήνα στους θείους και τις γιαγιάδες μου. Εκεί με βρήκε η χούντα. Γυρίζω Χριστούγεννα του ’67 και τελειώνω το γυμνάσιο στο Αρρένων.
    Δύσκολο να είσαι εσώκλειστος μικρούλης, μακριά από το σπίτι, από τα χάδια της μάνας, από την προσοχή των γονιών. Σε αντιστάθμισμα άρχισα να συνηθίζω να παίρνω τις αποφάσεις μόνος. Βέβαια η καθημερινότητα ήταν οργανωμένη στρατιωτικά, έστρωσα χαρακτήρα. Σκληραγωγία, βούτες χειμώνα καλοκαίρι με το καλημέρα, από το κρεβάτι στη θάλασσα.
    Πανέμορφο νησί, δεν ξαναπήγα από τότες. Καταπράσινο.

Κούκλα και η Καβάλα. Με τα καλντερίμια της και τα σκαλάκια στην ανηφοριά, τα όμορφα αρχοντικά και τα χαριτωμένα σπιτάκια με τις λουλουδιασμένες αυλές τους που έδωσαν όμως αργότερα τη θέση σε γκρίζες πολυκατοικίες όπου στοίβαξαν τους ανθρώπους τα χρόνια της αντιπαροχής του Καραμανλή, μακριά από την παράδοση, καταστρέφοντας την ομορφιά της ελληνικής πόλης. Πέτρα και κεραμίδι, και διάσπαρτη η πόλη καπναποθήκες. Εκεί μέσα γεννήθηκαν αγωνιστές, εκεί στεγάστηκαν οι καημοί τους, εκεί γράφτηκε η ιστορία της, εκεί, στα καλντερίμια και στις πλατείες της.

Θυμάμαι χαράματα τους δρόμους να πλημμυρίζουν εργάτριες και εργάτες με μαντήλια στο κεφάλι, ξεκινούσαν τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά. Μύριζε καπνό η πόλη ολάκερη, γεμάτη ανθρωπιά και στεναγμούς.’ Άπονη ζωή, μας αδίκησες’ τραγουδά ο Μπιθικώτσης μου λέει, ‘το κρίμα μας βαρύ μας γέννησες φτωχούς’. Νιώθω άβολα,είμαι ακόμα πιτσιρίκι αλλά νιώθω κάπως. Οι άλλοι τραβούν για το μεροκάματο την ώρα που εγώ γυρνώ στο κρεβάτι μου πρωινιάτικα.
‘Μας βίασαν λοιπόν την αισθητική, διέρρηξαν και την έννοια του ανήκειν, της γειτονιάς.’

‘Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί, όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα λαέ μου. Πάνω στα κύματα νύχτες ολόκληρες σε ονειρεύτηκα. Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο όνειρο καθημερινό κάποιος το πούλησε κάποιος το ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια, τώρα τ΄ αγόρια μου παίζουν το θάνατο στα χαρακώματα.’ ΧΡΟΝΙΚΟ.

‘Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται σιγά σιγά ο ψυχισμός μου’, λέει ο φίλος μου λίγες μέρες αργότερα που συναντηθήκαμε , άρχισα να κρατώ σημειώσεις :

‘Τα καλοκαίρια στο Μπάτη, παιχνίδι στη θάλασσα και στα βραχάκια. Βουτιές στο πεντακάθαρο γαλάζιο, τον ήλιο δεν τον φοβόμαστε ακόμη στενάζει, βόλτες με τα κανό στις διπλανές παραλίες, συλλογή από κοχύλια, ποδόσφαιρο στην αμμουδιά.
Τα πρωινά στη θάλασσα και τα απογεύματα προπόνηση στο Ναυτικό όμιλο, Στριφτούλιας, Σαββίδης κ.λ.π., τσούχτρες, πετρέλαια και κάθε λίγο επίσκεψη από τον στόλο, ελληνικό ή αμερικάνικο. Ναυτική εβδομάδα, βορειοελλαδικοί αγώνες, μεγάλες στιγμές.
Το βραδάκι σινεμαδάκι, Ροδόπη και Ολύμπια. Και μεγαλώνοντας άρχισαν τα χτυποκάρδια και τα ραντεβουδάκια. Κυνηγούσαμε φιλάκι από τις μικρούλες ξένες στο Μπάτη μιας και οι δικές μας ήταν απλησίαστες, ο πουριτανισμός και η υποκρισία της κοινωνίας στη χώρα μας εκείνα τα χρόνια ήταν απίστευτες. Κυνηγούσαμε λοιπόν, επαναλαμβάνει μια αγκαλιά στην αμμουδιά, στο φως του φεγγαριού..
Γεμάτη τότε η παραλία ξανθά πανέμορφα κεφαλάκια που τόσο μας αρέσουν.

Κι όσο μεγαλώναμε πλησιάζαμε όλο και περισσότερο Παλιό και Ηρακλίτσα. Κατασκήνωναν εκεί Άγγλοι και ήταν ατραξιόν για την περιοχή, με τις φωτιές την νύχτα στην αμμουδιά και τις μουσικές και το χορό. Εκεί διορθώσαμε τα αγγλικά μας με ρετσίνα και ουζάκι. Και με το σκάσιμο της αυγής μια δροσερή βουτιά στα κρουσταλλένια νερά. Τι ομορφιά Χριστέ μου.
Για το χειμώνα δεν το συζητάμε. Οκτώ το βράδυ σπίτι εκτός Σαββάτου που μας επέτρεπαν σινεμά μέχρι τις δέκα, Ολύμπια ή Αττικόν. Και τις Κυριακές νωρίς το απόγευμα κάποιο παρτάκι σε σπίτι φίλου με τους γονείς στο διπλανό δωμάτιο. Η χειραφέτηση ήρθε πολύ αργότερα.

Θυμάμαι από τα παιδικά και τα μαθητικά μου χρόνια τον Θόδωρο τον Θεοδωρίδη, την Τέτη και την Ευγενία Παπαδοπούλου, τον Νίκο τον Ανανιάδη, την Ελένη και τη Ευγενία Αστεριάδου . Τον Τένη τον Στωίδη, την Ελένη Δίνγκα, την Μάγκυ Παπανικολάου και την Καρολίνα. Την Υβόννη και τον Μίρκο Ιορδάνογλου, και τον Θανάση τον Ευαγγελίου, τον Τριαντάφυλλο Τσουπάρη. Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα, την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πικ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π, η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα, το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώρισα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

 

  • Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό, σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
    Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

http://vimeo.com/9500231

Pink Floyd στηνΠομπηία

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

  • ‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει, στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία αυτή, εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή, μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλου τζιν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους, η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση. Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης. Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνωαπελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές, στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τι έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

Σήμερα έχει αράξει. Η κοινωνία κοιμάται τον -ύπνο του δικαίου-. Όλα ησυχάζουν, αυτός είναι ανήσυχος. Στεναχωριέται για την απάθεια. Διάβασε προχτές στον τοίχο : αυτή η κοινωνία προωθεί την ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή, συμφώνησε. Ψυχολογική καταπίεση, οι άνθρωποι παράτησαν
τα ύψη, τράβηξαν χαμηλά, χώθηκαν σε λαγούμια. Κρύφτηκαν. Δεν ονειρεύονται, δεν προσδοκούν.

Ο άνθρωπος ξέχασε τον άνθρωπο, ο γείτονας τον διπλανό του. Εμείς στα καβούκια, το σύστημα γιορτάζει
Ξόδεψε μύρια για να το καταφέρει.

Χαίρεται με τη γυναίκα και τα παιδιά του ο φίλος μου, δείχνουν με τον τρόπο τους, καθημερινά, απλά , λιτά, μιλάνε :
Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.

Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά, αυτών και των συγγενών τους. Να ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή, είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές, μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
‘Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ’.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της; αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα, ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του, και την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

  • Πρέπει να ξανασκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
    Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι. Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
    Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
    Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης. Δεν έχεις, είσαι αόρατος, ο κανένας.
    Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
    Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
    Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω.Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
    Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Κάποιο οπλίζουν τα κράτη και άλλοι που διακινούν την ενέργεια. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.

Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο. Και το  φιλότιμο!

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

  • Διάβασε για τον Σωκράτη τον Πλάτωνα και τον Αλέξανδρο, τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, έμαθε για τους όμοιους και τη λοξή φάλαγγα, για την αγάπη ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα. Για τα τείχη της Τροίας και εκείνα της Πόλης και ότι τείχη της Σπάρτης ήταν τα στήθια των πολεμιστών της, για τα ξύλινα τείχη και τον Κύρο και τον Δαρείο, τον Εφιάλτη τον Ξενοφώντα και τους μύριους.
    Για τον τελευταίο Παλαιολόγο και τους Ακρίτες. Σε τέτοιους ανθρώπους θέλησε να μοιάσει.

Αγαπάει τα χρώματα στον ορίζοντα, το πέταγμα του γλάρου στον αγέρα, το πράσινο της θάλασσας, τη μυρουδιά του πεύκου. ΤΗ ΧΡΥΣΑΦΈΝΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΆ αγαπά με το ζεστό της χάδι. Τη λευκότητα στα κοχύλια, στο μάρμαρο, το γλύστριμα των ψαριών στο νερό, την ποικιλία στα χρώματα και τα αρώματα στα λουλούδια που στολίζουν τη γη. Το τραγούδι του ποιητή, τον στεναγμό στο κρεβάτι, την κραυγή του αντάρτη που αντηχεί στις γωνιές του πλανήτη, τον πόνο του αγωνιστή που στριμώχνεται. Με βλέμμα καθαρό, τρυφερός και σιδερένιος συνάμα, το χέρι υψωμένο σε γροθιά, στο άλλο το μπουκάλι.

Αποκαλούν κουκουλοφόρους αυτούς που αγωνίζονται. Πάνοπλοι αντιμετωπίζουν άοπλους. Οι αρχηγοί τους καλά κρυμμένοι. Αυτοί που βοήθησαν εμάς να ψηλώσουμε, λέει, ήταν πάντα στη πρώτη γραμμή της φωτιάς. Τι ανάστημα μπορεί να έχει ένας Χρυσοχοίδης δίπλα στον Άρη τον τεράστιο. Βάλε τον Λαμπράκη δίπλα στον Πολύδωρα να σκάσουμε στα γέλια, τον Παναγούλη δίπλα στο νάνο τον Καραμανλή ή τον μικρούλη τον Γιωργάκη.

Μεγάλωσε με Κάλβο και Σολωμό, διάβασε Καβάφη, αγάπησε την Μπέλλου και τον Ξυλούρη. Τραγούδησαν το ‘πότε θα κάνει ξαστεριά’.
Και το γράψιμο όπλο είναι μου λέει. Ο λόγος και το παράδειγμα. Δώσε βάθος στη ζωή σου, μη μασάς τα λόγια σου, οι γύρω βλέπουν, ακούν . Κάποιοι θα θελήσουν να σου μοιάσουν, όπως εμείς κάναμε με τα ινδάλματά μας. Φτάνει η εικόνα να είναι φωτεινή.
‘Αδέρφια’ φώναξε προχθές στην παρέα, ‘οι νόμοι είναι για να τους πατάμε, δεν νομοθετήσαμε εμείς. Είμαστε λίγοι σήμερα αλλά γράφουμε ιστορία, πάντα έτσι γίνονταν, όταν οι πολλοί ψυχανεμίζονται πως οι συσχετισμοί πάνε να αλλάξουν στοιχίζονται πίσω από τους πρώτους. Όσο υπάρχουν εξουσιαστές θα γίνεται πόλεμος. Να καταργήσουμε τις τάξεις να σταματήσει ο αγώνας. Ας το κάνουμε να δούμε τι έχει για μετά’.

Μικρούτσικος, οι επτά νάνοι

[ότι διαβάσαμε μέχρι τώρα ήταν γραμμένο πριν το ’08 , τα βρήκα στο συρτάρι, η συνέχεια λοιπόν από το 2008 και μετά.]

μιχαλης 2 (2)

Μιλάει ο φίλος μου για τους αμέτρητους που σταυρώνουν κάθε μέρα οι εξουσιαστές, σαν το Χριστό. Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να σταυρώσεις. Όσο υπάρχουν ανισότητες αυτό θα γίνεται. Δεκάδες καθημερινοί σταυροί στο βωμό του κέρδους και των αγορών. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, χρηματιστήρια, τράπεζες οι μεγάλοι νταβατζήδες. Καζίνο καπιταλισμό τον ονομάζουν τον βρίζουν και τον προσκυνούν μαζί, σχιζοφρένεια.
‘Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα πες, να δεις πως αγιάζουν του κόσμου οι πληγές, εδώ σε θέλω, ν’ αντέχεις να ζεις κι απ’ τη μοναξιά σου να βγεις’ τραγουδά η Χαρούλα στο ραδιόφωνο.
Μια ζωή περνάς ξυστά.
Σεμνά και ταπεινά.

Οι πολίτες- δεν υπάρχουν τέτοιοι- ο κόσμος ψηφίζει και αναθέτει σε κάποιους να του λύσουν τα προβλήματα. Πρέπει να γίνουν λοιπόν πολίτες οι άνθρωποι, να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, την πολιτική. Κίνημα λαϊκό χρειάζεται. Με βασικότερο μέλημα την αναδιανομή του πλούτου.

συνεχίζεται

μιχαλης 284

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Β. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 2

Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ- καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Αυτούς που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί !

Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει , να φωνάξει : ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’ .

‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι απ’ τον κόσμο το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους, τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν ακόμη άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε ;

Fabrizio de Andre, Il Bombarolo, Ο βομβιστής, 1973

Κάποιος γυρίζοντας από δω κι από κει λέει                                                                                      Πως μισώ τη δουλειά μου
Δεν ξέρει με πόση αγάπη
Αφιερώνομαι στον δυναμίτη

Συνεχίζουμε λοιπόν.
Αν εξαιρέσεις τους κομματικοποιημένους, που πάντοτε έχουν κάτι αρνητικό να προσάψουν σε οποιονδήποτε διαφορετικό, και σε αυτά που δεν ελέγχουν ή εκπορεύονται από τους ίδιους, μακριά από αυτά που προτείνουν ή πράττουν, όλοι οι υπόλοιποι επικροτούν.
Υπάρχει μεγάλος αναβρασμός στην κοινωνία.
Όλες οι αποφάσεις που την αφορούν μαγειρεύονται μακριά της, σε απουσία της. Ευνοείται μονίμως μικρή μερίδα ανθρώπων ή κάποιες ομαδοποιήσεις διαπλεγμένες με τα κέντρα. Αυτοί που κατέχουν τον πλούτο. Και μάλιστα αυτό γίνεται στο όνομα των υπολοίπων, προς συμφέρον δήθεν της πλειοψηφίας.

Κάποιοι δεν το αντέχουν και εξεγείρονται.
Άλλοι παρακολουθούν και γέρνουν προς τα κει που στρέφεται το κριτήριό τους.
Είναι καιρός που χιλιάδες οργανώνονται αυτόνομα, είναι πάρα πολλοί αυτοί, πολλοί που οργανώνουν την αντίστασή τους μαχητικά. Μεγάλο το νούμερο και αυτών που γέρνουν προς την πλευρά τους. Έχουν τη συμπάθεια μεγάλου κομματιού της κοινωνίας.
Νιώθουν επιτέλους δικαιωμένοι. Σκέφτονται αυτόνομα.
Ο Μάριος, οι φίλοι και σύντροφοί του, περιμένουν πως με τον καιρό θα γίνουν περισσότεροι οι μαχόμενοι.
Χρειάζεται οπωσδήποτε να τους πλαισιώσουν καινούριοι, μαχητές και συμπαθούντες, το ρεύμα είναι δυνατό, ορμητικό θα έλεγα.
Σε κάθε γωνιά, στο σχολείο, στην εργασία, στην γειτονιά οι τάξεις των ανταρτών της επανάστασης θα πυκνώσουν.

Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει, και αν σου αρέσει!
Η καθημερινότητα της πλήξης.
Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για τα ανώδυνα.
Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
Είναι αυτόνομοι.
‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
‘Πρώτα- πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
‘Και ζώντας, αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά, το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας και το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιά το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει !’

Riders on the Storm, The Doors.

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις εσύ, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα!                                                                           είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!

Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.

Pat Garrett and Billy the Kid, Bob Dylan.

Η πόλη είναι περιτριγυρισμένη με πανέμορφα μεσαιωνικά χωριουδάκια, άθικτα,  ελάχιστες ‘μοντέρνες’ παρεμβάσεις, και ….εξαιρετικές ταβέρνες. Όταν λοιπόν ‘σκάσει’ κάποιο αυτοκίνητο, τους αρέσει πολύ να τις επισκέπτονται. Για λιτό φαγητό και πολύ, θαυμάσιο τοσκάνικο κόκκινο κρασί.
Φοβεροί χώροι, συνήθως σε υπόγεια. Αρχαία, υποβλητικά κτίσματα, εξαιρετικά αναπαλαιωμένα, με απίθανους μεζέδες. Μεγάλες ποικιλίες σε τυριά, αλλαντικά και ζυμαρικά φυσικά. Περνάει η ώρα με συζήτηση και κρασοκατάνυξη, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Τα μεγάλα θέματα της κοινωνίας, της ανθρωπότητας στην ημερήσια διάταξη. Ο ιμπεριαλισμός, η πολιτιστική επανάσταση, τα αντάρτικα κινήματα, η Βιετναμέζικη αντίσταση, η ‘κομμουνιστική’ απογοήτευση.

Και πάντα θα σκάσει μύτη στις παρέες και σύντροφος ή φίλος τέλος πάντων, γόνος πλούσιας οικογένειας. Με εξοχικό στο βουνό ή στα περίχωρα της πόλης. Και τότε θα μαζευτούμε πολλοί μαζί για εκδρομή στην εξοχή. Η καλύτερή μας. Ρεφενέ για τις προμήθειες και τις βενζίνες. Και ‘παίζουνε’ τα πάντα.

Madama Butterfly, Maria Callas.

  • Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση και την καταστολή.
    Έχουν χτυπήσει με άγριο τρόπο, το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το θηρίο για να την διαπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θεριό γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε στα απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά, άλλα βαγόνια, γεμάτα και αυτά συντρόφους που έρχονται από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη, ή στις κινητοποιήσεις στο κέντρο της πόλης. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους τις πάρουν! ‘I giornali di Marzo’, ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.

Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες, αργά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει. Libertà!
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.


Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

»Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη για λίγο είναι δική σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός είναι δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει για να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες στην μπάνκα! Τζούφιο είν’ το βάρος του».

Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα, με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.

 – για να αποκατασταθεί η τάξις

 

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο που περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του  TorinoCagliariSassari,Salerno. Στην BolognaMilanoPadovaFirenzePisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino, κοντά στην οδό Sommacampagna, μια ομάδα συντρόφων διαχωρίστηκε από την πορεία και πήγε να επιτεθεί στα γραφεία του φασιστικού Msi απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτοί που επιτέθηκαν την προηγούμενη ημέρα. Στην piazza Indipendenza, από ένα Φίατ 127 δίχως διακριτικά κατέβηκαν κάποιοι αστυνομικοί με τα πιστόλια στα χέρια. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των αστυνομικών και δυο συντρόφων, οι Paolo και Daddo και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν σοβαρά.

Αποτέλεσμα εικόνας για paolo kai daddo

Ο εκ των ηγετικών στελεχών του κομουνιστικού κόμματος Ugo Pecchioli σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «la Repubblica» δηλώνει: «Το raid των φασιστών στο πανεπιστήμιο και οι βιαιότητες των προβοκατόρων που αποκαλούνται αυτόνομοι είναι δυο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας […] η φασιστική μήτρα είναι κοινή, παρόμοιοι και οι σκοποί. Η αστυνομία και η εισαγγελία πρέπει να κάνουν το καθήκον τους κλείνοντας τις γιάφκες». Το κίνημα απάντησε με μια μεγάλη διαδήλωση 30.000 ανθρώπων στους δρόμους της πόλης.

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσεις; Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν; Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μητροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενό χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματοςπου προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα φτώχεια σε όσους εργάζονται» –  «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» –  «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] –  «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν ενάντια στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

παρασκευή 18, στην σχολή της Οικονομίας λαμβάνει χώρα μια μεγάλη συνέλευση του κινήματος η οποία αποδέχεται ένα κείμενο γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας:

Το πρωί η ομάδα περιφρούρησης του Pci […] ξεκίνησε σοβαρά επεισόδια στην προσπάθεια της να τσακίσει την αυτονομία του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε λόγω της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που έδιωξαν την ομάδα περιφρούρησης του  Κκι και παρέμειναν κύριοι του Πανεπιστημίου. […] Το απόγευμα ο Cossiga, που τον ευνοούσε η κατάσταση, έδωσε διαταγή στις δυνάμεις της αστυνομίας να επιτεθούν στο Πανεπιστήμιο με μια τεράστια αστυνομική δύναμη, καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο να επιτύχει, χάρη στο  Pci, αυτό που δεν είχε καταφέρει τις προηγούμενες ημέρες.

[…] Όσο για τον αγώνα, το κίνημα δεν προτίθεται να παραιτηθεί με κεντρικούς στόχους του να είναι: 1) η απόσυρση του σχεδίου Malfatti και εκείνου του Κομμουνιστικού Κόμματος2) εθνική γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση για να ανοίξει ένα νέο μαζικό μέτωπο πάλης γύρω από την απασχόληση. Το κίνημα γνωρίζει ότι οι στόχοι αυτοί σημαίνουν την απόρριψη της πολιτικής των θυσιών, της λογικής της καπιταλιστικής συμβατότητας σε σχέση με την κρίση […]. Για τους λόγους αυτούς, η γενική συνέλευση αποφασίζει: να προειδοποιήσει την κυβέρνηση για την άρνηση του κινήματος να αποδεχθεί την εκκένωση του Πανεπιστημίου, το οποίο πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος αυτόνομης συνάθροισης των νέων και ζητά την οριστική εκδίωξη της αστυνομίας, να δημιουργήσει ένα πολιτικό μανιφέστο για τους πολίτες το οποίο θα αποσαφηνίζει τις θέσεις του κινήματος, να ορίσει για το σάββατο 19 Φεβρουαρίου, στις 17 στην Piazza Esedra, μια μεγάλη διαδήλωση στην πόλη και μαζική, την οποία θα εγγυάται-προστατεύει οι δομές του κινήματος, να καλέσει όλα τα πανεπιστήμια που βρίσκονται σε αγώνα σε μιαν εθνική αντιπαράθεση το Σάββατο και την Κυριακή 26 και 27 Φεβρουαρίου στη Ρώμη.

[Dario Paccino, Sceemi, il rifiuto di una generazione, 1977],  Ανόητοι, η άρνηση μιας γενιάς

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Ρώμη με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

Στην Bologna, στις 23 μαρτίου, κλείνουν το Radio Alice και τις επόμενες ημέρες εκκενώνεται το Πανεπιστήμιο της πόλης με την χρήση τεθωρακισμένων. Ο Cossiga διέταξε την απαγόρευση διαδηλώσεων στην Roma.

– »Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της Ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο, να πω την αλήθεια, όλες οι γραμμές της αυτονομίας ήταν σαν μια τεράστια ομάδα περιφρούρησης…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα, τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι, με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες και την πραμάτεια να φωνάζει ‘πάρε με’!
Εναντίον, επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών γραφείων και στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

People have the power, Patti Smith

  • Να σας μιλήσω λιγάκι για τους φίλους μου. Γι αυτούς τους ταξιδευτές της ζωής, τους εξερευνητές του άγνωστου και του αχαρτογράφητου, αυτούς τους εραστές της περιπέτειας. Για ανθρώπους των οποίων τα βήματα δεν μπόρεσα να ακολουθήσω, ολοκληρωτικά, για διάφορους λόγους, δικούς μου, αλλά των οποίων την πορεία έχω την ευκαιρία και τη δυνατότητα να παρακολουθήσω από κοντά. Οι περιπλανήσεις τους είναι απλησίαστες για μένα, τις αιτίες δεν θα αποκαλύψω. Τους έζησα από κοντά, βίωσα τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς τους, αφουγκράστηκα τις ανησυχίες και το πείσμα τους, έζησα μαζί τους.
    Και τους αγάπησα.

Χαθήκαμε για χρόνια. Κι όταν πριν λίγο καιρό δέχτηκα ένα μήνυμα μέσω φίλου που έχει συναντήσει τυχαία κάποιον από αυτούς, μια κοπέλα συγκεκριμένα, με τους κολλητούς μου, σε νησί, η καρδιά μου φτερούγισε.
Με ψάχνουν.
Το μήνυμα συμπληρώνει και ένας αριθμός τηλεφώνου. Κάλεσα αμέσως, και περιττό να σας διηγηθώ τη συνέχεια. Σεισμός. Ήταν η γνωστή φωνή, με την ιδιαίτερη προφορά του φίλου και συγκάτοικου για κάποιο διάστημα, με τον οποίο συνδέθηκα πολύ. Η συγκίνηση δεν περιγράφεται.
Και μετά τα πρώτα χαιρετίσματα έπεσε η ιδέα για μια συνάντηση. Την πραγματοποιήσαμε πολύ σύντομα σε ένα από τα νησιά του Ιονίου.
Εκεί έπεσε και η ιδέα για τη συγγραφή αυτής της διήγησης, ήταν δική μου. Ήθελα να ακούσω τις ιστορίες τους, να τις μεταφέρω, τώρα που υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ειπωθούν, πρακτικά και καθαρά, όχι με μισόλογα και υπονοούμενα όπως γίνονταν παλιότερα.
Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Συμφώνησαν όλοι, απόλυτα. Διότι τόσα χρόνια έχει πέσει ένα πέπλο σιωπής όσον αφορά εκείνα τα τόσο ενδιαφέροντα και τρομερά χρόνια.

Fela Kuti, Music is the Weapon

  • Ας επιστρέψω όμως σε εκείνη την φοβερή μέρα του Μαρτίου στην Ρώμη :
    Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
    Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
    Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
    Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.

Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, μένουν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως, προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική, που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυώροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φωτιά. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό ,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

 

Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας, η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας ανδρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε έτσι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

  • Οι σύντροφοι λοιπόν δεν βρίσκονται άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν, ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
    Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
    Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι που πορεύονται, τον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε, εδώ και ώρα, η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά στο ύψος ανθρώπου. Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
    Εχθές τον σύντροφό τον  φάγανε πισώπλατα.
    No mercy!
    Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι αγωνιστές πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο, πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς. Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Ανταπαντούν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη, αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη, μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους, και κλείνει την πλατεία από εκείνη τη μεριά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, απ’ το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις ανταπαντούν, αναγκασμένοι να το αφήσουν έρμαιο, αφύλακτο, λόγω της σφοδρότητας της επίθεσης!                           Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξουμε έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε, και ανακούφιση μαζί, ξανά όλοι μαζί, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με τους άλλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο για την Φλωρεντία λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ, οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά τον συρμό άρον- άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι. Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της πόλης μας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιο με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Να ζεις ν αγαπάς και να μαθαίνεις

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά. Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα.

Street Fighting Man, The Rolling Stones

 

… ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΝΑ ‘ΧΩ ΣΚΕΨΗ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ, ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΜΑΤΑΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Ι. Καμπανέλλης
Μα πως φθάσαμε μέχρις εδώ θα το πούμε στη συνέχεια

 

συνεχίζεται

μιχαλης 287

αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών