ιστορία, storia

Το Belfast δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ ζεις την ιστορία

Όλος ο κόσμος, γύρω μου, εξερράγη και ο μικρός μου κόσμος κατέρρευσε πάνω μου. Δεν έπρεπε να περιμένω την τηλεόραση να πει την ιστορία γιατί τώρα ήταν μπροστά στην πόρτα μου. Το Μπέλφαστ καίγονταν … (Bobby Sands)

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Belfast σε καλωσορίζει με τη γοητεία του Cary Grant. Σε προσκαλεί ανέμελο κλείνοντας το μάτι μέσα στην κυκλοφορία και τα ψώνια της πόλης, σου δείχνει τα κοσμήματα του: τους καταπράσινους λόφους και λίγο μακρύτερα τα ναυπηγεία, όπου χτίστηκε ο Τιτανικός, καμάρι και θλίψη αυτής της γης. Σου χαμογελά, αλλά κάτω από το άψογο φόρεμα της σύγχρονης Πόλης, η οποία είναι η γενέτειρα του Van Morrison και του George Best, κρύβονται ακόμα οι ουλές μιας σύγκρουσης … Το Μπέλφαστ δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ κάνεις εμπειρία.
Belfast είναι μια από τις τέσσερις “B” (μαζί με την Βηρυτό, Βαγδάτη και Βοσνία – con Beirut, Baghdad e Bosnia) που, σε χρόνους όχι μακρινούς, στους ταξιδιώτες συνιστούσαν να αποφεύγουν
Belfast είναι ένας πόλεμος που για πάνω από τριάντα χρόνια συνεχίζει να σηματοδοτεί τις τύχες της Βόρειας Ιρλανδίας και που συνεχίζεται και σήμερα, αν και με ένα πλάγιο και σιωπηλό τρόπο, σαν φωτιά κάτω από τις στάχτες.
Για να τον χαρακτηρίσουν χρησιμοποιήθηκαν όροι όπως «καθολικοί» και «προτεστάντες», σε μια (επιτυχημένη) προσπάθεια μείωσης της σύγκρουσης σε μια σεχταριστική φύση, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην αποικιοκρατία, στην κυριαρχία του ισχυρότερου προς τον ασθενέστερο, στους αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
Είναι εννοιολογικά δύσκολο να φανταστούμε την αποικιοκρατία σαν κάτι που μπορεί να επικεντρωθεί στην δική της ήπειρο: οι αποικισμοί, όντως, νοούνται πάντα ως ένα κίνημα, που αναπτύσσεται σύμφωνα με κατευθύνσεις που οδηγούν τους ευρωπαϊκούς λαούς να καταλαμβάνουν μακρινές χώρες, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ότι οι αποικιοκράτες και οι άποικοι απέχουν λιγότερο από 400 χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο να λοιπόν η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
Αυτές οι ρίζες ξεκίνησαν από τον δέκατο έβδομο αιώνα και όλα άρχισαν, ευθύς αμέσως, ως αντι-αποικιακός πόλεμος και όχι ως μια σύγκρουση θρησκειών: κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιάκωβου Α ‘, όλες οι κτήσεις των ιρλανδών ηγεμόνων, των ισχυρών δυναστειών των O’Neill και O’Donnell, καθώς και εκείνων που τους υποστήριζαν, κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν σε νέους αποίκους / αποικιοκράτες. Οι «βρετανοί κυβερνήτες», έτσι ονομάζονταν οι αποικιστές, οι οποίοι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος εγγλέζοι και σκωτσέζοι. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις έφθασαν στην αξιόλογη τζίφρα των περίπου δύο χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι οικισμοί αγγλικών εποίκων σε ιρλανδικό έδαφος ονομάζονταν Plantations και η Plantation του Ulster ήταν η μεγαλύτερη από όλες. Ο σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέγερση, δεδομένου ότι ο Βορράς ήταν η περιοχή του ιρλανδικού νησιού, ο οποίος είχε αντισταθεί περισσότερο στη βρετανική κυριαρχία τον προηγούμενο αιώνα.

Belfast είναι “The Troubles”: κάποιοι συνεχίζουν να τα αποκαλούν ταραχές εκείνα τα 30 χρόνια πολέμου μεταξύ προτεσταντών και καθολικών, έναν τρόπο να τον ονομάσουν πόλεμο χαμηλής έντασης, παρά τον θάνατο 3700 ανθρώπων και στις δύο πλευρές, με έναν ανατριχιαστικό μέσο όρο δύο θανάτων την εβδομάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το Μπέλφαστ ήταν μια πόλη φάντασμα, όπου κάποιος θα μπορούσε να πεθάνει για το τίποτα, για το απλό γεγονός ότι βρίσκονταν σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή. Μια τυφλή βία που μπορούσε, πραγματικά, να χτυπήσει τον οποιονδήποτε. Μία από τις βασικές τοποθεσίες των συγκρούσεων ήταν η Bombay Street. I troubles, τα προβλήματα εξερράγησαν ακριβώς εδώ, το 1969, όταν οι ομάδες πιστών επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τα σπίτια των αυτονομιστών. Σε αυτά τα σοκάκια που σηματοδοτούνται σήμερα από έναν φράκτη ύψους εννέα μέτρων, κάθε πέτρα θυμάται και θυμίζει πως κάθε σπίτι μετατράπηκε σε όρυγμα.
Οι πιστές [στους άγγλους] παραστρατιωτικές δυνάμεις, με τη συνενοχή του βρετανικού στρατού, επιτίθονταν συστηματικά όχι μόνο στα μέλη του IRA, αλλά και σε απλούς πολίτες ένοχους μόνο ότι ήταν καθολικοί ή δημοκρατικοί-ρεπουμπλικάνοι. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, έγινε γνωστή η ομάδα των «Shankill Butchers» – Οι Χασάπηδεςτου Shankill – μια μονάδα των UVF (Ulster Volunteer Force) της Shankill Road, που υπό την ηγεσία του διαβόητου Lenny Murphy [που στη συνέχεια σκοτώθηκε από τον ΙRΑ), απήγαγαν και σκότωναν καθολικούς πολίτες, κόβοντας τους λαιμούς τους αφού τους βασάνιζαν τρομακτικά και τους ακρωτηρίαζαν. Στη σεχταριστική βία των προτεσταντών εξτρεμιστών αποκρίνονταν ο ΙRΑ, του οποίου οι μαχητές, εκείνα τα χρόνια, συγκρούονταν σχεδόν καθημερινά με πυροβόλα όπλα κατά του βρετανικού στρατού στους δρόμους του Μπέλφαστ και του Derry και έπλητταν τους λεγόμενους «οικονομικούς στόχους» τους με βόμβες. Συνολικά, περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν λόγω πολιτικής και θρησκευτικής βίας στο Μπέλφαστ μεταξύ 1969 και 2001.
Belfast είναι 40 χρόνια Τοίχων. Ο πρώτος τοίχος χτίστηκε μόλις οκτώ χρόνια μετά την κατασκευή εκείνου στο Βερολίνο. Τα τείχη αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της πόλης, ένα από τα σύμβολά της, οι τοίχοι σηκώνονται αμετάβλητοι, στενοί συγγενείς εκείνων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, τοίχοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που καλύπτονται με γκράφιτι προς τιμήν των κουκουλοφόρων loyalists του Ulster ή των δημοκρατών μαρτύρων του Ira.
Ακριβώς όπως έχουμε την τάση να προβάλλουμε την αποικιοκρατία μακρυά από μας, με τον ίδιο τρόπο δεν φανταζόμαστε ότι μια πόλη όπως το Μπέλφαστ μπορεί να είναι χωρισμένη από ένα τείχος και πύλες. Ο τοίχος είναι αυτός της ειρήνης, (υπάρχουν 88 στη Βόρεια Ιρλανδία και το καθήκον τους είναι να χωρίζουν τους αυτονομιστές από τους πιστούς: τις γειτονιές τους, τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους), στο Δυτικό Μπέλφαστ κατά μήκος της »Γραμμής της Ειρήνης», η οποία εκτείνεται σε τέσσερα χιλιόμετρα, υπάρχουν έξι πύλες, οι οποίες ανέρχονται για έξι μέτρα, κάθε είσοδος / έξοδος αποτελείται από δύο πύλες χωρισμένες με λίγα μέτρα γης κανενός, χρειάζονται για να χωρίζουν την Shankill Road, loyalist γειτονιά, από την Falls Road, την συνοικία με ρεπουμπλικανική και υπέρ της ανεξαρτησίας πλειοψηφία: Η πύλη μέσω της οποίας περάσαμε εμείς, κλείνει κάθε βράδυ στις 19:30, εκείνη από την οποία επιστρέψαμε στην Falls Road, κλείνει αντιθέτως στις 21:30, το να γνωρίζουμε ότι κάθε καταραμένη νύχτα λαμβάνει χώρα αυτή η απαγόρευση της κυκλοφορίας μας γεμίζει με μια κωφή και βροντερή οργή.
Belfast είναι το μαύρο ταξί, που μας μεταφέρει στη γραμμή της Ειρήνης, ζοφερές θύρες ύψους μέχρι δέκα μέτρα, προορισμός ενός τουρισμού της μνήμης, του οποίου είμαστε κι εμείς μέρος σήμερα, με την επιθυμία να εισέλθουμε μέσα σε αυτό το κομμάτι ιστορίας, τόσο πρόσφατης ώστε να μην μελετάται, τόσο ενοχλητικής ώστε να μην διδάσκεται, τόσο σημαντικής ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί.
Στη διάρκεια των Troubles, η κυκλοφορία των κλασικών λεωφορείων στη ζώνη ανεξαρτησίας είχε απαγορευθεί, αφού ορισμένοι αγωνιστές τα είχαν χρησιμοποιήσει ως οδοφράγματα για να μπλοκάρουν τους δρόμους, καθιστώντας τα πραγματικούς σταθμούς ελέγχου πίσω από τους οποίους κρύβονταν από τις αστυνομικές σφαίρες και για να ρίχνουν πέτρες, οι κάτοικοι εκείνων των δρόμων θα είχαν αναγκαστεί να πάρουν το λεωφορείο στην περιοχή των loyalist, διατρέχοντας σοβαρούς κινδύνους, αποφάσισαν έτσι να αγοράσουν μερικά μαύρα ταξί, που έγιναν το μόνο μέσο συλλογικής μεταφοράς για να επιστρέφουν στο σπίτι από το κέντρο (που εγκρίθηκαν για έξι επιβάτες, έφτασαν να μεταφέρουν μέχρι τους 12). Το θλιμμένο αλλά ταυτόχρονα περήφανο χαμόγελο του Paul, του ταξιτζή μας, ενώ μας δείχνει την μπλε άδεια διέλευσης του ταξί του, ο οποίος επέζησε των Troubles, και μας μιλά για τους κινδύνους που οι οδηγοί διέτρεχαν ενώ συνόδευαν τους εργαζόμενους στο σπίτι μας συνεπαίρνει σε σημείο να είναι σπαρακτικό.
Belfast είναι το πράσινο μίλι του λόφου του Crumlin Road. Η φυλακή Crumlin Road (οι ιρλανδοί την αποκαλούν Crumlin Road Gaol) χτίστηκε κατά την βικτοριανή εποχή, σχεδιασμένη να είναι ένα πραγματικό σύμβολο εξουσίας και τάξης. Είναι ένας τόπος όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκλήθηκαν έκοψαν την αναπνοή στην ελευθερία και την ευτυχία. Στα 150 χρόνια λειτουργίας της είδε μέσα στα τείχη της δολοφόνους, κλέφτες και φτωχαδάκια, παιδάκια και ψυχικά ασθενείς. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80 ήταν γεμάτη με κρατούμενους που συνδέονταν με τα Προβλήματα, ai Troubles, αλλά και με ανθρώπους που μεταφέρθηκαν στη φυλακή με υποψίες και φήμες. Στην Crum, κρεμάστηκαν 17 άνθρωποι, 15 από τους οποίους θάφτηκαν σε ανώνυμους τάφους μέσα στους τοίχους του.
Belfast Είναι ο αγώνας για τη διατήρηση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου στις φυλακές του Long Kesh και του Maze, μέσα στα περίφημα μπλοκ H, ενάντια στη στρατηγική ποινικοποίησης του ρεπουμπλικανικού Κινήματος, που εφαρμόστηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, με στόχο να παρουσιάσει τους ρεπουμπλικανούς κρατουμένους του IRA και του INLA ως κοινούς εγκληματίες χωρίς οποιαδήποτε πολιτικά κίνητρα.
Το 1976 οι ρεπουμπλικανοί κρατούμενοι, που μεταφέρθηκαν στα H-Blocks και αναγκάστηκαν να φορούν την ομοιόμορφη φορεσιά της φυλακής για τους κοινούς εγκληματίες, αντιτάχθηκαν σε αυτό το νέο καθεστώς και, αρνούμενοι να φορέσουν τη στολή, καλύπτονταν μόνο με μια κουβέρτα, δίνοντας ζωή στην blanket protest- διαμαρτυρία της κουβέρτας, αντιμετωπίζοντας τις κακουχίες του κρύου και την απαγόρευση να συναντήσουν τους οικείους (δίχως στολή δεν είχαν πρόσβαση σε επισκέψεις από έξω), το 1978, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη βιαιότητα των φρουρών, οι οποίοι τους χτυπούσαν όταν πήγαιναν στα λουτρά, οι φυλακισμένοι αρνήθηκαν να αδειάζουν τις τουαλέτες τους, πασαλείβοντας τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών και ρίχνοντας τα ούρα κάτω από τη ρωγμή των θυρών, αρχίζοντας έτσι την βρώμικη διαμαρτυρία, la dirty protest, όταν, παρά τις πιέσεις που προέρχονταν από πολλά ευρωπαϊκά περιβάλλοντα όπως και πέρα από τον ατλαντικό, η βρετανική κυβέρνηση με επικεφαλής την Margaret Thatcher αρνήθηκε επίμονα να φθάσει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τους κρατούμενους, μετά από περισσότερο από 4 χρόνια ζωής στη γύμνια με μονάχα μια κουβέρτα πάνω τους και μέσα στα περιττώματα τους, αποφάσισαν να επιλύσουν δραστικά το ζήτημα και ανακοίνωσαν μιαν απεργία πείνας. Στις 27 οκτωβρίου άρχισαν την απεργία που κράτησε μέχρι τις 18 δεκεμβρίου όταν, μετά από 53 ημέρες νηστείας, πλέον ετοιμοθάνατοι, αποφάσισαν να τερματίσουν την απεργία βάσει ενός μπερδεμένου εγγράφου που φτάνει μέσω μεσαζόντων από τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 1981, οι φυλακισμένοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια νέα απεργία πείνας, προωθώντας πέντε αιτήματα, τα οποία έγινα γνωστά ως οι Πέντε Απαιτήσεις με στόχο την υπογράμμιση του καθεστώτος των πολιτικών κρατουμένων:
– Δικαίωμα να φορούν τα ρούχα τους και όχι την ομοιόμορφη στολή των φυλακών.
– Δικαίωμα να μην ασκούν την σωφρονιστική εργασία.
– Δικαίωμα ελεύθερης συσχέτισης με τους άλλους κρατούμενους κατά τις ώρες του αέρα.
– Δικαίωμα στην επαναφορά της διαγραφής του μισού της ποινής (που είχαν χάσει ως αποτέλεσμα των διαμαρτυριών).
– Δικαίωμα να λαμβάνουν εβδομαδιαία πακέτα, ταχυδρομείο και να επωφελούνται δραστηριοτήτων αναψυχής.
Σε αντίθεση με την πρώτη απεργία πείνας δεν θα άρχιζαν την αποχή σε ομάδες αλλά μεμονωμένα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για να παρατείνουν τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και να διατηρήσουν υψηλή την πίεση στη βρετανική κυβέρνηση.
Ο πρώτος που αρνήθηκε την τροφή, την 1η μαρτίου 1981, ήταν ο Bobby Sands, τον οποίο ακολούθησε ο Francis Hughes στις 15 μαρτίου, και μια εβδομάδα αργότερα ο Raymond McCreesh και ο Patsy O’Hara. Ο Sands πέθανε στις 5 μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες νηστείας και αντικαταστάθηκε στη νηστεία από τον Joe McDonnell.

Στις 12 μαΐου πέθανε ο Francis Hughes και στις 21 μαΐου, με λίγες ώρες διαφορά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον οι McCreesh και O’Hara. Όλοι αντικαταστάθηκαν από άλλους κρατούμενους. Στη θλίψη των οικογενειών που έχασαν τους αγαπημένους τους, προστέθηκε ο θυμός όταν τους επέστρεφαν τα σώματα, τα οποία έδειχναν τα σημάδια των ξυλοδαρμών που δέχτηκαν όταν είχαν ήδη στερηθεί της ζωής τους.
Belfast είναι οι Brendan Hughes, Tommy McKearney, Sean McKenna, Leo Green, Raymond McCartney, Tom McFeeley, John Nixon, Mairéad Farrell, Mary Doyle και Mairéad Nugent.
Belfast είναι οι Bobby Sands, Francis Hughes, Raymond McCreesh, Patsy O’Hara, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee, Mickey Devine.
Belfast είναι κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα που, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, έχει βάλει τη ζωή του σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τον αγώνα για ελευθερία.
Belfast είναι μια διπλή πόλη, όπως ήταν κάποτε το Βερολίνο. Μια πόλη που διαχωρίζει τις πολιτικές συνειδήσεις και τις ηθικές απόψεις. Μίσος, συγκρούσεις, σκληροί αγώνες είναι λιγότερο ορατοί σήμερα, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70 και του ’80, τα χρόνια του Bobby Sands και των συναγωνιστών του, τα χρόνια όταν ένας λιγότερο διεφθαρμένος Bono (ή ίσως λιγότερο ντροπιασμένος;] τραγουδούσε »Πόσο καιρό πρέπει να τραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι», “How long, How long must we sing that song”. Ωστόσο αφήνοντας το σταθμό του Μπέλφαστ, σήμερα στις 23 φεβρουαρίου 2019, τα μάτια μου είδαν εκείνη την πόλη τόσο αργή και τόσο ειδωμένη στις ταινίες: είδαν τα σχολεία τυλιγμένα σε συρματοπλέγματα με τις εισόδους χωρισμένες ανάμεσα σε κορίτσια και αγόρια, τα τεθωρακισμένα και τα ελικόπτερα που εκείνα τα χρόνια μόλυναν την πόλη. Έχουν δει μια πόλη που δεν υπάρχει πια, γιατί από τότε, το Μπέλφαστ έχει γίνει όλο και πιο κατακερματισμένο, χρόνο με το χρόνο, ακολουθώντας την πορεία των στρατιωτικών ανιχνευτών. Κάθε φορά που η πόλη άλλαξε τη μορφολογία της, παίρνοντας τη μορφή ενός λαβυρίνθου που, σαν ένας εύκαμπτος σωλήνας, μετατρέπει την διαδρομή του.
Μέχρι πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, στην Falls Road ήταν επικίνδυνο ακόμα και να περπατήσεις, επειδή οι προτεσταντικές »ομάδες θανάτου» επέλεγαν τυχαία τα θύματα, ανάμεσα στους περαστικούς, συχνά πυροβολώντας από εν κινήσει αυτοκίνητα. Σήμερα είναι ένα πιο ήσυχο μέρος, ένα υπαίθριο μουσείο, όπου όμως τα αστυνομικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι θωρακισμένα Land Rover … όπου το να πέσουν τα τείχη προκαλεί ακόμη φόβο και όπου, μόλις πέσει το βράδυ, τα αυτοκίνητα δεν πηγαίνουν πλέον από την μία πλευρά στην άλλη. Αυτός που ονομάζεται Patrick θα παραμείνει στην Falls road, ο George στην Shankill road.
Belfast είναι η γενέθλια πόλη του George Best και στην οποία, το 2010, το Belfast City Council , σαν μέρος του σχεδίου Peace III για να αντιμετωπίσει τον σεχταρισμό, πλήρωσε 1.500 στερλίνες των φορολογούμενων για υλικά που θα χρησιμοποιηθούν σε μια τοιχογραφία στη μνήμη του George Best στην περιοχή των προτεσταντών.
Belfast είναι η πόλη στην οποία εξαφανίστηκε εκείνη η τοιχογραφία που θα αντικατασταθεί οριστικά από έναν οπλισμένο παραστρατιωτικό της UVF, μια κυριακή του σεπτεμβρίου του 2013 (κατά την 50ή επέτειο του πρώτου αγώνα του George Best με την Manchester United), δίπλα στον κουκουλοφόρο κακοποιό ξεχωρίζει με μακάβριο κυνισμό το απόσπασμα του Martin Luther King που λέει: «Η ελευθερία δεν χορηγείται ποτέ ελεύθερα από τον καταπιεστή, πρέπει να ζητηθεί από τους καταπιεσμένους».
Belfast είναι η ακτίνα του ήλιου που σχεδιάζει αραβουργήματα ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού της Ιρλανδίας ένα σάββατο του φεβρουαρίου. Το Μπέλφαστ είναι τα γενέθλιά μου σε αυτό το 2019

 

“Τώρα βρίσκομαι στο μπλοκ Η, όπου αρνούμαι να αλλάξω για να προσαρμοστώ σε εκείνους που με καταπιέζουν, με βασανίζουν, με κρατούν αιχμάλωτο και θέλουν να με αποκτηνώσουν. Όπως και ο κορυδαλλός δεν χρειάζομαι να αλλάξω.. Είναι η πολιτική μου ιδεολογία και οι αρχές μου που οι φύλακες μου θέλουν να αλλάξουν. Έχουν καταστρέψει το σώμα μου και επιτέθηκαν στην αξιοπρέπειά μου. Αν ήμουν ένας κοινός κρατούμενος θα μου έδειχναν πολύ λίγη, ή και καθόλου προσοχή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα ανταποκρινόμουν στις θεσμικές ιδιοτροπίες τους. Έχω χάσει πάνω από δύο χρόνια αμνηστίας. Δεν με νοιάζει καθόλου. Μου στερήθηκαν τα ρούχα μου και με κλείδωσαν σε ένα βρωμερό και άδειο κελί, όπου με έκαναν να υποφέρω από πείνα, ξυλοδαρμό και βασανιστήρια. Όπως και ο κορυδαλλός, φοβάμαι κι εγώ ότι τελικά μπορεί να με σκοτώσουν. Αλλά, τολμώ να το πω, όπως και ο μικρός φίλος μου κατέχω το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο δεν μπορεί να κατασταλεί ακόμη και με την πιο φρικτή κακομεταχείριση. Φυσικά μπορώ να σκοτωθώ, αλλά, όσο παραμένω ζωντανός, παραμένω αυτό που είμαι, ένας πολιτικός αιχμάλωτος πολέμου, και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.“
φυλακές, carcere · ένοπλη πάλη, lotta armata

η ομάδα 22 οκτώβρη και ο θάνατος του Φλόρις

26 marzo
Il Gruppo 22 ottobre e la morte di Floris
26 marzo 2011baruda
η ομάδα 22 οκτώβρη και ο θάνατος του Φλόρις

Genova, παρασκευή 26 μαρτίου 1971: είναι η ημερομηνία που έχει οριστεί από την “banda 22 Ottobre” για μια ληστεία που θα χτυπήσει το αυτόνομο Ινστιτούτο λαϊκών κατοικιών, l’Istituto autonomo case popolari (Iacp).

26 μαρτίου

η γενοβέζικη μπάντα, που γεννήθηκε τον Οκτώβρη του 1969 με διαφορετική κοινωνική σύνθεση (πρώην αντιστασιακοί, εργάτες, εργαζόμενοι στο λιμάνι, κάποιοι αγωνιστές που μεγάλωσαν στις μονάδες του Κκι, Pci) είναι από τις πρώτες ομάδες, μαζί με τους GAP, που έφεραν τον ένοπλο αγώνα στο ιταλικό πανόραμα; η ομάδα, ήδη γνωστή από άλλες δράσεις, ανάμεσα στις οποίες η απαγωγή του Sergio Gadolla που έγινε το καλοκαίρι του ’70, σε μια πρώτη φάση στοχεύει να χτυπήσει το κεφάλαιο και τους χρηματοδότες των πολιτικών δυνάμεων της δεξιάς, το χτύπημα στο Iacp εντάσσεται αντιθέτως σε μια οπτική αγώνων για την αυτομείωση των τιμών του ενοικίου (που ακριβώς το Ινστιτούτο, κατηγορούμενο επίσης για κακοδιαχείριση και διαφθορά, είχε πρόσφατα αυξήσει).

το χτύπημα είχε σχεδιαστεί από καιρό σε όλες του τις λεπτομέρειες χάρη κυρίως στην βοήθεια του Giuseppe Battaglia, μέλος της μπάντας που εργάζεται στο Ινστιτούτο κι έτσι μπόρεσε να μελετήσει την μέρα και τους τρόπους άφιξης των πληρωμών των εργαζομένων.
το βράδυ της 25ης Μαρτίου η ομάδα συναντιέται για να διαχωρίσει τα καθήκοντα : ο Mario Rossi και ο Augusto Viel θα αρπάξουν την τσάντα με τα χρήματα και θα απομακρυνθούν με μια Lambretta που είχε προηγουμένως κλαπεί, να τους περιμένει με ένα αυτοκίνητο λίγο πιο πέρα, έτοιμος να δεχτεί τα κλοπιμαία, θα είναι ο Malagoli, ο οποίος θα τα παραδώσει στη συνέχεια στον Marletti για να τα φυλάξει.


η πρόθεση είναι να γίνουν όλα δίχως τη χρήση όπλων, ρίχνοντας πιπέρι στα μάτια του υπεύθυνου του Ιστιτούτου, Giuseppe Montaldo, και του κλητήρα του Alessandro Floris, όμως ο Rossi είναι αμετακίνητος στο γεγονός να πάρει μέρος στην δράση οπλισμένος.

το επόμενο πρωί το χτύπημα πραγματοποιήθηκε, δεν πήγαν όμως όλα όπως θα έπρεπε. η άφιξη των Montaldo και Floris άργησε περισσότερο από ότι είχαν υπολογίσει, έτσι ο Malagoli απομακρύνθηκε με το αυτοκίνητο βέβαιος πως κάτι δεν είχε λειτουργήσει, οι Rossi και Viel καταφέρνουν να αρπάξουν την τσάντα και φεύγουν επάνω στην Lambretta όμως ο Floris, παρά τις αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις των δυο μελών της μπάντας, τους ακολουθεί πεισματικά, ο Rossi πυροβολεί κάποιες φορές στην γη για να τον κρατήσει μακριά και μια από τις σφαίρες χτυπά τον κλητήρα κατά λάθος και τον σκοτώνει.

οι δυο συνεχίζουν τη φυγή μέσα στους δρόμους του γενοβέζικου κέντρου όμως η πράξη δεν πέρασε απαρατήρητη και κάποιοι αυτοκινητιστές ορμούν στην καταδίωξη τους, ο Viel καταφέρνει να καταφύγει στο διαμέρισμα ενός φίλου, ενώ ο Rossi εμποδίζεται και συλλαμβάνεται από κάποιους καραμπινιέρους.

την επομένη οι εφημερίδες πράττουν ένα πραγματικό λιντσάρισμα επικοινωνιακό εναντίον του Rossi, ο οποίος χαρακτηρίζεται δίχως δισταγμούς σαν τέρας και ένας δολοφόνος με την θέληση του, ο στόχος επιτυγχάνεται χάρη επίσης στη χρήση κάποιων φωτογραφιών, που τράβηξε κατά τύχη ένας φοιτητής που κατοικούσε κοντά στο Istituto, που παρουσιάζονται όμως στον τύπο με λανθασμένη σειρά και τρόπο ‘πειραγμένο’ για να προωθηθεί μια αναπαραγωγή των γεγονότων βεβιασμένη που απείχε πολύ από την πραγματικότητα.

στις 2 Οκτωβρίου 1972 ξεκινά η δίκη όχι μόνο εναντίον του Rossi, αλλά και σχεδόν όλων των άλλων μελών της μπάντας, που είχαν συλληφθεί τους προηγούμενους μήνες, με στοιχεία ανύπαρκτα, όλα τα στελέχη δηλώνουν εξάλλου πως στη διάρκεια της κράτησης τους μεταχειρίστηκαν με τρόπο άγριο.
η δίκη κατέληξε σε πολύ βαριές ποινές, που βασίστηκαν κυρίως σε μαρτυρίες αόριστες και ενδείξεις.
η κατάληξη συναντά την υποστήριξη και το σχεδόν ομόφωνο χειροκρότημα των εφημερίδων, όμως άλλες φωνές υψώνονται αντιθέτως καταγγέλλοντας τον αντικανονικό τρόπο διεξαγωγής όλης της διαδικασίας διερεύνησης των γεγονότων και της δίκης : η ηχώ της ομάδας XXII Ottobre φτάνει μέχρι την Γαλλία, όπου δημιουργείται μάλιστα η Επιτροπή υποστήριξης της μπάντας, “Comité aux camarades du XXII ottobre”, σύμφωνα με την οποία οι ιταλοί σύντροφοι υποβλήθηκαν σε μια δίκη παρωδία, “degno delle dittature sudamericane”, ‘αντάξια των νοτιοαμερικανικών δικτατοριών’.

στη διάρκεια της διαδικασίας, εξάλλου, από ένα μαγνητόφωνο που είχε στηθεί στο εξωτερικό του δικαστηρίου αντηχεί, διαμέσου των συχνοτήτων του Radio Gap, [Gruppi di azione partigiana, Ομάδες αντιστασιακής δράσης], μια ανακοίνωση αλληλεγγύης στους κατηγορούμενους : “σύντροφοι της 22 Ottobre, ανάμεσα σε εσάς κι εμάς υψώνονται οι τοίχοι αυτού του πρόστυχου κτιρίου. είναι τοίχοι δυνατοί, δεν μπορούν όμως να εμποδίσουν την φωνή μας να φτάσει μέχρι εσάς. άδικα οι ενωμένες δυνάμεις της εξουσίας προσπαθούν να σηκώσουν γύρω σας τον ακόμα πιο δυνατό τοίχο του ψεύδους και της σιωπής. […] η 22 Ottobre άνοιξε τον δρόμο, άλλες δυνάμεις θα την αντικαταστήσουν, που τρέφονται συνεχώς από την ίδια καταστροφική αγριότητα της κυρίαρχης εξουσίας“.
από INFOAUT

COPIAMO INVECE DA “LE PAROLE SCRITTE”. VOL 2 del PROGETTO MEMORIA. Edizioni Sensibili alle Foglie αντιγράφουμε αντιθέτως από »τις γραμμένες λέξεις», 2ο τόμο του Σχεδίου Μνήμης, εκδόσεις ‘ευαίσθητοι στα φύλλα’

“Attenzione attenzione qui Radio Gap. προσοχή, προσοχή εδώ Radio Gap μη πλησιάζετε, είναι επικίνδυνο. σύντροφοι της 22 ottobre, ανάμεσα σε εμάς κι εσάς υψώνονται τα τείχη αυτού του πρόστυχου κτιρίου. είναι τείχη δυνατά, δεν μπορούν όμως να εμποδίσουν τη φωνή μας να σας πλησιάσει. άδικα οι ενωμένες δυνάμεις της εξουσίας προσπαθούν να σηκώσουν γύρω σας τον ακόμη πιο σκληρό τοίχο του ψεύδους και της σιωπής. ο στρατός των αστυνομικών που σας ελέγχει και τα ψεύδη του τύπου που σας απομονώνουν δεν θα καταφέρουν να σβήσουν το βασικό γεγονός πως εσείς, με τις δράσεις σας, ξεκινήσατε στην Ιταλία μια παράδοση που κανείς πλέον δεν θα εξαφανίσει.

γι αυτό σας φοβούνται και θα συνεχίσουν να σας φοβούνται. μην απελπίζεστε από τα φαινόμενα, σήμερα τα αφεντικά και οι υπηρέτες τους φαίνονται πιο δυνατοί πίσω όμως από αυτή τη δύναμη κρύβεται η αδυναμία τους, η ανασφάλειά τους. νιώθουν πως δεν έχουν πλέον κανένα άλλο σκοπό πέρα από την υπεράσπιση της άθλιας εξουσίας τους, της διατήρησής της με κάθε κόστος και είναι σίγουρα έτοιμοι να καταστρέψουν τα πάντα γύρω τους για να την διατηρήσουν, παρασύροντας όλους στην καταστροφή , οι προλετάριοι όμως δεν έχουν τίποτα να χάσουν.


ας έρθει λοιπόν η καταστροφή τους διότι από αυτήν μονάχα ξεκινά η ζωή μας. η 22 οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο, άλλες δυνάμεις θα την αντικαταστήσουν, τροφοδοτημένες συνεχώς από την ίδια καταστροφική αγριότητα της κυρίαρχης εξουσίας. σύντροφοι της 22 ottobre, μπροστά σας τα αφεντικά της Γένοβα τρέμουν. τα καταφέρατε εκεί που απέτυχαν δεκάδες αγώνων αχρείαστων και χαμένων. μην φοβάστε, να είστε περήφανοι.
δεν υπάρχει καλύτερη πορεία από εκείνη που σας ακολουθεί κάθε μέρα στη δίκη. ΔΕΝ υπάρχει καλύτερο ραντεβού για τους αληθινούς άνδρες από ένα δικαστήριο. αυτοί είναι σήμερα οι αναγκαστικοί δρόμοι για όποιον αρνείται τον συμβιβασμό μιας πολιτικής μάχης άχρηστης.

το ξέρει καλά αυτός από εσάς που έκανε χρόνια στη φυλακή υπό τον φασισμό. να είστε περήφανοι και για τα ψέμματα που ο τύπος στήνει σε βάρος σας. η αλήθεια στην πραγματικότητα ανήκει μόνο σε εμάς. αφήστε την Unità να σας αποκαλεί φασίστες, το ψεύδος είναι τροφή καθημερινή με την οποία το Κκι κρατά ακόμα ενωμένο το σάπιο σώμα του μηχανισμού του. σύντροφοι της 22 ottobre, εσείς επιλέξατε τον πιο δύσκολο και συνεπή δρόμο, και με την επιλογή σας ξεκινήσατε μια διαδικασία αναπόφευκτη.

κρατούμενοι της φυλακής του Marassi, να είστε αλληλέγγυοι με τους συντρόφους της 22 ottobre. γι εσάς όπως και γι αυτούς η φυλακή δεν είναι σίγουρα ο τόπος της εξιλέωσης.

εδώ και χρόνια στις φυλακές άνοιξε το μέτωπο των αγώνων του προλεταριάτου, οι μεγάλες εξεγέρσεις της Genova, Torino, Milano, ήταν μέρος του ίδιου θυμωμένου και συνειδητοποιημένου κινήματος που επιτέθηκε τα κέντρα της καπιταλιστικής εξουσίας. κι εσείς, φυλακισμένοι στο κάτεργο του Marassi, σταθήκατε πρωταγωνιστές. οι δήμιοι του δικαστηρίου και των στρατοπέδων, οι διάφοροι Sossi, και Napolitano, οι Corallo και οι Lo Muscio δεν ξέρουν να φανταστούν τις ταραχές παρά μόνο σαν έργο έξυπνο που ενδιαφέρει κάποιους ταραχοποιούς, σαν καλά υπολογισμένο σχέδιο του οποίου εσείς θα ήσασταν τα εξαπατημένα εργαλεία και του οποίου οι σκοποί είναι ξένοι ως προς εσάς. αυτό είναι εύκολα αντιληπτό.

αυτοί φοβούνται την πραγματικότητα. έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να περιορίσουν την πλημμυρίδα της επανάστασης στην εικόνα ενός επιτελείου που ενεργεί ηγετικά την εξέγερση και την παράδοση, σαν μια κλίκα αρχηγών που ελίσσονται σύμφωνα με την αυταρέσκειά τους και καθοδηγούν μια μάζα αδρανή. αυτοί προσπαθούν να σας χωρίσουν από τις πραγματικές αιτίες της άρνησής σας, τις αιτίες της ανθρώπινης ζωής και της απελευθέρωσης από την κοινωνική καταπίεση.

σας κολακεύουν με υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις που μέχρι σήμερα δεν είδατε ποτέ, σας απειλούν με ακόμη σκληρότερες τιμωρίες, αύξηση των ποινών, ξύλο, θάνατο.
κι εσείς δυστυχώς γνωρίζετε πως δεν απειλούν μάταια. ποιος δεν θυμάται τον σαδιστή βασανιστή Ferrigno; ποιος ξέχασε την σφαγή με ψυχρό αίμα στις φυλακές της Rebibbia που είχε διατάξει ο υπουργός για παραδειγματισμό;

μια σας αποκαλούν τσακάλια, τώρα καλούς ανθρώπους, για να σας κάνουν να νιώσετε διαφορετικοί, να σας προσβάλουν, πάντα προσπαθούν να σπείρουν ανάμεσά σας, δίχως να το καταφέρνουν, την απελπισμένη φιγούρα του αμετανόητου εγκληματία, και εκείνη του πράου και παραιτημένου πολίτη που έχει επιστρέψει στον σωστό δρόμο της τιμιότητας, της κοπιαστικής εργασίας που θα αυξήσει τα κέρδη τους, τα προνόμιά τους, τη μιζέρια σας, την φτώχεια.

σε όλα αυτά εσείς απαντήσατε από καιρό με ένα όχι αποφασισμένο και βίαιο. η εξέγερσή σας υψώνεται σαν τη δική μας, σαν αυτή κάθε προλετάριου που δεν θέλει να πεθάνει για συνθήκες ανυπόφορες στις οποίες πρέπει να βάλουμε τέλος. η φυλακή δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί, πρέπει να καταστραφεί και υλικά.
το παράδειγμα μας έρχεται από τους κρατούμενους του Torino που την περασμένη χρονιά έβαλαν φωτιά και κατέστησαν ακατοίκητες τις φυλακές εκείνης της πόλης.

ζήτω οι κρατούμενοι του Marassi
ζήτω η 22 Ottobre

RADIO GAP, GENOVA, φθινόπωρο 1974 (ανακοίνωση που αναμεταδόθηκε από ένα μαγνητόφωνο που είχε τοποθετηθεί επάνω σε μια πέργκολα έξω από τα τείχη της φυλακής του Marassi στη διάρκεια της δίκης σε πρώτο βαθμό της ομάδας Gruppo 22 Ottobre

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Επιδρομές στα σύνορα του αποκλεισμού

 
Επιδρομές στα σύνορα του αποκλεισμού
Γράφει στις 5 Οκτωβρίου του’13, στο Μανιφέστο ο Βάμπιο ΡΑΊΜΌΝΤΙ, αλιεύσαμε από Μίτσια Κόρτα, Ιταλία.

Ένας προσεκτικός μελετητής των μεταναστεύσεων στην αναζήτηση μιας δημοκρατίας δίχως Κράτος, ο Τζεννάρο Αβαλλόνε και ο Σάλβο Τόρρε δημοσίευσαν ένα πολύτιμο βιβλιαράκι με τίτλο Αμπτελμαλέκ Σαγιάντ : για μια θεωρία μεταποικιακή των μεταναστεύσεων [ιλ Καρρούμπο, σελ. 128, 11 ευρώ] που, εκτός από δύο κείμενα που δεν έχουν εκδοθεί στα ιταλικά από τον μεγάλο κοινωνιολόγο από την Αλγερία, μαθητή και συνάδελφο του Πιέρ Μπουρντιέ – Pierre Bourdieu, που χάθηκε το 1998, περιέχει μια πλατιά παρουσίαση των δυο επιμελητών της πνευματικής και πολιτικής διαδρομής του Σαγιάντ – Abdelmalek Sayad, μαζί με τις παρεμβάσεις του Αχμέντ Μπουμπεκέρ και Αμπτελλαλί Χαγιάτ, Ahmed Boubeker – Abdellali Hajjat.
Ο κόμβος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα υλικά που έχουμε συλλέξει εδώ είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα σε Κράτος, έθνος και μετανάστευση, τίτλος ενός δοκίμιου του 1983 που έρχεται πριν από τα γνωστότερα ‘Η διπλή ποινή και η μετανάστευση’, ‘Προβληματισμοί σχετικά με τη σκέψη του Κράτους’ του 1996 και ‘Μετανάστευση και σκέψης του Κράτους’, του 1998 που επαναλαμβάνουν τη σκέψη του Μπουρντιέ, σύμφωνα με την οποία ‘το να αντιμετωπίσουμε τον προβληματισμό πάνω στο Κράτος σημαίνει να εκτεθούμε στο να κάνουμε δική μας μια σκέψη του Κράτους’, διότι ‘μια από της κυριότερες εξουσίες και δυνάμεις του Κράτους είναι εκείνη να κατασκευάζει [ειδικά δια μέσω του σχολείου] τις κατηγορίες της σκέψης που εφαρμόζουμε αυθόρμητα σε οποιοδήποτε πράγμα, ξεκινώντας από το ίδιο το Κράτος [πρακτικοί λόγοι].
Αυτό δεν σημαίνει ν’ αποδώσουμε στο Κράτος το μονοπώλιο της κατασκευής στις κατηγορίες της σκέψης ούτε να δηλώσουμε ότι σκεφτόμαστε μονάχα δια μέσω αυτών, αλλά σημαίνει να τονίσουμε το παραστατικό ρόλο του Κράτους στον γνωστικό τομέα, και όχι μόνο στον συμβολικό ή σε αυτόν της ισορροπίας ή σχέσης δυνάμεων. Η γαλλική αποικιακή πολιτική στην Αλγερία, προνομιακό πεδίο παρατήρησης για τον Σαγιάντ και τον Μπουρντιέ, συνιστά την ιστορική αναφορά πάνω στην οποία ακουμπούν οι σκέψεις και των δύο, αυτό που έχει σημασία λοιπόν είναι να καταλάβουμε τι απομένει ακόμη που έχει αξία σε αυτήν στην μετά-αποικιακή εποχή, μπροστά σε βαθιές εξελίξεις αναδιοργάνωσης και επαναπροσδιορισμού των προνομίων του Κράτους, που είναι περισσότερο γίγαντας με πήλινα πόδια παρά άθραυστο κρύσταλλο όπως υποστηρίζεται από κάποιους, και το ότι δεν είναι αθάνατο δεν το κάνει ήδη νεκρό.
Η ουσία του Κράτους και της εξουσίας, για τον Σαγιάντ, είναι το να σκέφτεται με σύνορα που, χωρίζοντας ανάμεσα σε ένα εσωτερικό και ένα εξωτερικό που έχουν δηλωθεί και πολιτικά [πολίτης-όχι πολίτης, πολιτικός-μη πολιτικός], γίνονται ακρογωνιαίοι λίθοι μιας τάξης βασισμένης στην ιδιότητα του μέλους, του ανήκειν [εθνικά, γεωγραφικά, γλωσσολογικά, ιστορικά,κλπ].
Έτσι όμως ο Σαγιάντ διατρέχει τον κίνδυνο, ρισκάρει να μεταατρέψει το Κράτος σε μια ανιστορική συσκευή, παρούσα, παρά την ύπαρξη ιδιαιτεροτήτων, τόσο στην Αθήνα όσο και στην Σπάρτη ή στις μεσαιωνικές και αναγεννησιακές πόλεις, σαν να ήταν ανθρωπολογική σταθερά, πολιτιγραφώντας την συσκευή που έχει το καθήκον να πολιτογραφήσει την αυθαίρετη διαίρεση ανάμεσα σε εσωτερικό και εξωτερικό : δια μέσω της ιδέας του έθνους, για παράδειγμα. Μεταξύ ένταξης και αποκλεισμού.
Η σημασία σήμερα της θεωρίας του Σαγιάντ είναι διπλή : πρώτα απ’ όλα προβάλλει την επιμονή των κατηγοριών της σκέψης του Κράτους και μετά την αποαποικιοποίηση σαν πυλώνες για την κατασκευή των μεταποικιακών Κρατών – ένα αποτέλεσμα μακράς διάρκειας που οφείλεται στην αναγκαστική αφομοίωση των γνωστικών δομών, υλικών και συμβολικών που επιβλήθηκαν απ’ τους αποικιοκράτες.
Κατά δεύτερο λόγο, όχι όμως σε σπουδαιότητα, αυτή προβάλλει την ευστροφία του Κράτους, που είναι ικανό να αναπαράγεται πέρα από την ιδέα του έθνους, διότι ‘δεν είναι απαραίτητο το διάστημα που θα υπερασπιστούμε να συμπίπτει με τα εθνικά σύνορα της παράδοσης του ‘800-‘900 : η αρχή του αποκλεισμού εφαρμόζεται στη θεσμική υπαγωγή ή αυτή των ιδανικών που αναγνωρίζεται ως τέτοια’.
Ακόμη και στην καπιταλιστική παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, όντως, μέσα και έξω από εκείνο που έχει απομείνει [ μερικές φορές πολύ] των Κρατών-εθνών [σκεφτείτε την Ευρώπη που συμπεριφέρεται σαν ένα Κράτος κι ας μην είναι επίσημα και χωρίς να είναι έθνος, ή στην επιθυμία ενός Κράτους απ’ το οποίο αναβλύζουν τα φανταστικά όρια της Παδανίας], κατασκευάζονται καινούρια τείχη και σχεδιάζονται καινούρια σύνορα κάθε είδους προσπαθώντας να κυβερνήσουμε τη σχέση ανάμεσα στον αποκλεισμό και την ένταξη. Η ιδέα που οδηγεί το Κράτος είναι ότι, μικρό ή μεγάλο, πραγματικό ή φανταστικό, γνωστικό ή συμβολικό είναι ‘έδαφος’ περιφραγμένο, υπάρχει μια ‘ιδιοκτησία’ να υπερασπίσουμε. Μια υλική ιδιοκτησία, συμβολική και γνωστική που είναι ένα και το αυτό με την ταυτότητα, φανταστική μα αληθινή, από αυτούς που την υπερασπίζονται από την απαλλοτρίωση ή την μόλυνση.
Εάν όμως από την μια πλευρά είναι αληθινό ότι οι υπερασπιστές του φαντάσματος της καθαρότητας συχνά δεν αντιλαμβάνονται πως ‘τα σύνορα πλέον έχουν ‘αναμιχθεί’ και το να μην το αναγνωρίζεις σημαίνει πως ‘είναι ξένοι της ίδιας τους της ιστορίας’ [ Μπουμπέκερ], σε άλλες περιπτώσεις είναι ακριβώς διότι είναι ενήμεροι πως ψάχνουν να επαενεργοποιήσουν τη γνωστική μηχανή, στρατιωτική και συμβολική [που λειτουργεί περισσότερο στην παράνοια παρά στον φόβο] που προσπαθεί να διαχειριστεί τα όρια και την κινητικότητα δια μέσω αυτών θεσπίζοντας ‘πως εισέρχεσαι κανονικά στο εσωτερικό του’. Το Κράτος σαν μια αίρεση, ή συμμορία, βασίζεται στην αφομοίωση μιας ταυτότητας. Μόνο δείχνοντάς την μπορείς να εισέλθεις. Να γιατί ‘ελεύθερες μεταναστεύσεις και ελεύθεροι μετανάστες είναι δυνατοί μόνο τινάζοντας στον αέρα το σκεπτικό του Κράτους’ και να γιατί οι μετανάστες είναι ‘το όριο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας’. Όσο υπάρχουν μετανάστες, η δημοκρατία είναι ημιτελής, διότι όσο υπάρχουν σύνορα υπάρχει Κράτος. Θα χρειάζονταν λοιπόν δημοκρατία δίχως Κράτος, τελείως έξω από τη μόδα χίλιων ιδιαιτεροτήτων και χίλιων Λεβιάθαν που ξεχύνονται παντού στον κόσμο και, προχωρώντας με αποκλεισμούς ή ενσωματώσεις, ‘τελευταίο ιδεολογικό καταφύγιο της αποικιοκρατίας’, διαμορφώνουν ‘τη συνεχή διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής του έθνους’.
Να αποαποικιοποιήσουμε την Ευρώπη και τα αποικιακά κράτη [καινούργια και παλιά] είναι μια ανάγκη που πηγαίνει χέρι-χέρι με την αποαποικιοποίηση αυτών που τους έχουν αποικίσει-κατακτήσει, διότι, όπως δείχνει ο Σαγιάντ, ‘από μετανάστης’, ‘ο αποικιακός χώρος’ είναι παρών και στις ‘γαλλικές πόλεις’ και τους δίνει μορφή. Η αποαποικιοποίηση δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά είναι ‘μια διαδικασία ανολοκλήρωτη, που συνεχίζει να εκφράζεται, συγκρουσιακά’, σε κάθε τόπο, και σε κάθε επίπεδο της μεταποικιακής κοινωνίας, όπου παλιοί και νέοι αποικιοκράτες μαζί με παλιούς και νέους αποικιοκρατούμενους έρχονται σε καθημερινή επαφή.
Το ψέμα των θεσμικών οργάνων.
Είναι αλήθεια, σημειώνουν δίκαια οι επιμελητές, ότι ‘ο Σαγιάντ δεν ενισχύει την σωματική ελευθερία των μεταποικιακών μεταναστών’, παρότι λαμβάνει υπ’ όψιν την ‘ανατρεπτική πολιτική σημασία και επίπτωση της μετανάστευσης’ [Μπουμπέκερ], όπως αποδεικνύει η προσοχή του για τους τρόπους πολιτικής οργάνωσης των αλγερινών μεταναστών στη Γαλλία [ Χαγιάτ].
Τονίζοντας την αποικιακή κληρονομιά στις συμπεριφορές και στις σκέψεις των μεταναστών, ο Σαγιάντ έχει επιβάλλει, αλλά δεν έχει ολοκληρώσει, μια ‘κοινωνιολογία της απελευθέρωσης’ που θα έπρεπε να επιτρέψει στους μετανάστες να ‘σκεφτούν τους εαυτούς τους με καινούργιους όρους’, γιατί ‘να επαναστατούν ενάντια στα κρατικά ψέματα σημαίνει να επαναστατούν εναντίον των εαυτών τους’ [Μπουμπέκερ]. Είναι ακριβώς γιατί οι μετανάστες τροποποιούν με τις μετακινήσεις τους τα εδάφη προέλευσης και προσέλευσής τους, τρυπώντας και μετατρέποντας τα σύνορα που τα προσδιορίζουν, γιατί οι κατηγορίες ένταξης και αποκλεισμού επανενεργοποιούνται, αν και διαφοροποιημένες μορφές, τόσο από την πλευρά αυτού που θα τα ήθελε πιο άκαμπτα, όσο και από εκείνη σκέφτεται με τρόπο διαλεκτικότερο. Είναι αυτή την αντίθεση που σκάβει ο Σαγιάντ και μας παροτρύνει να συνεχίσουμε.