τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΥΥ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 15

πινκ φλόιντ

Ας επιστρέψουμε στο τότε. Αυτό που καταλάβαμε πολύ νωρίς στην διάρκεια της πολιτικής μας ενηλικίωσης ήταν πως η εκλογική διαδικασία, η πολιτική όταν ορίζεται με κέντρο την αντιπροσώπευση και τη διάταξη των κομματικών μηχανισμών,είναι ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός προφύλαξής μας από το ‘αδύνατο’ . Ο μηχανισμός που μας επαναφέρει στο ‘δυνατό’. Στο ρεαλισμό των κυβερνητικών λύσεων διαχείρισης της υπάρχουσας κατάστασης και πραγματικότητας ακριβώς για να αποφύγουμε το ‘τραύμα’ της συνάντησης μας με το ‘αδύνατο’. Έτσι λοιπόν συνεχίζεται η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, καταλαγιάζει το ερωτικό μας παιχνίδι με το αδύνατο! Τότε το δίλημμα ήταν : Κομμουνισμός ή συν διαχείριση- του υπάρχοντος-. Πάλι σήμερα το ίδιο: Είναι δυνατός ο κοινωνικός δεσμός σήμερα ;;;ή πηγαίνουμε σε ένα πόλεμο όλοι εναντίον όλων; εγωιστές απομονωμένοι,άτομα με συνδετικό κρίκο την αγορά, το ευρώ αν θέλετε.

Κάποιοι φτιάχναν το ένοπλο κόμμα τότε, που μόλις δυνάμωνε μέσα στην κοινωνία θα έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του. Ήταν το σοβιετικό μοντέλο στην νέα εποχή. Δεν μας ενθουσίαζε αυτή η προοπτική. Οι άλλοι έφτιαχναν, φτιάχναμε τον επαναστατικό στρατό, με οριζόντιες διαδικασίες, υπήρχαν βέβαια ηγετικές φιγούρες, παίρναμε μέρος στον απελευθερωτικό κομμουνιστικό στρατό που θα οδηγούσε στη δημιουργία του κοινοτικού κράτους του λαού. Ήμασταν νεομαρξιστές, νεο λενινιστές, πιστεύαμε δηλαδή στην αναγκαιότητα,για κάποιο διάστημα βέβαια, του κράτους των εργατών που θα συντόνιζε τις διάσπαρτες στην κοινωνία κοινότητες που δημιουργούνταν. Σήμερα το παράδειγμα των κοινών είναι ήδη μια πραγματικότητα αναδυόμενη παντού στον κόσμο, ένας κόσμος στην αυγή του, που ταλαντεύεται πολλές φορές και κινδυνεύει να ενσωματωθεί, στο σύστημα. Ανοργάνωτος, και αυτό είναι πρόβλημα. Ο μετασχηματισμός της πολιτικής όμως είναι εδώ, και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Είναι η τεράστια διαφορά σε σχέση με αυτό που ζήσαμε εμείς. Οι κοινότητες είναι ήδη εδώ,η αυτοθέσμιση είναι ήδη εδώ. Οι ‘άλλοι’ το βλέπουν κιόλας, ΕΊΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΠΤΉ.

Προφανώς μια τέτοια διαδικασία περιλαμβάνει την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση με το κεφάλαιο, και εδώ, δεν είναι δυνατή η ‘αρμονική συνύπαρξη’. Όμως πηγαίνει πολύ πέρα, στη δημιουργία του τι μπορεί να το αντικαταστήσει, δίνοντας στερεότητα, βάθος και προοπτική στον αγώνα. Το βάθος που δεν είχαμε εμείς. Γι αυτό, όταν ηττηθήκαμε στρατιωτικά δεν έμεινε τίποτα. Χώσαν μέσα χιλιάδες συντρόφους και διαλύσαν τα πάντα. Δεν υπήρχε βάθος. Στη Σοβιετική Ένωση,στην Κίνα, και αλλού κομμουνισμός κατάντησε η δικτατορία του κόμματος στο λαό και κρατικός καπιταλισμός. Εμείς το βροντοφωνάξαμε αλλά δεν έφτανε. Δεν είχαμε να δείξουμε κάτι άμεσα Σήμερα ο κοινοτισμός είναι ήδη εδώ, υπάρχει μπροστά στα μάτια όλων. Όταν το επίπεδο της πάλης ανέβηκε τόσο που τρόμαξε, ο κόσμος έκανε πίσω. Όλοι εκείνοι που χρόνια συζητούσαν στις ταβέρνες και παντού την ‘προδοσία’ του κόμματος, την αναβλητικότητα αν θέλετε, όλοι αυτοί που περίμεναν το σύνθημα για να ξεθάψουν απ’ τα μπαούλα τα όπλα,που μεγάλωναν τα παιδιά τους με αυτή την προοπτική, που δεν έπρεπε άλλο ν’ αργήσει, έκαναν πίσω. Όλοι αυτοί. Και ειλικρινά πιστεύω πως ένα μεγάλο μέρος σε αυτή την οπισθοδρόμηση έπαιξε το ότι αυτό το ‘αύριο’ ήταν πολύ πιο θολό από ότι σήμερα.

Στις μέρες μας η έξοδος από τον καπιταλισμό είναι πολύ πιο εφικτή για όλο και περισσότερους ανθρώπους. Και φυσικά δεν σημαίνει μη σύγκρουση. Σημαίνει το ανώτερο επίπεδο σύγκρουσης! Με το να αχρηστεύεις τα μέσα του συστήματος. Αρνούμενος να τα χρησιμοποιήσεις! Οργανώνοντας τη ζωή σε άλλη βάση από αυτή της οικονομικής και κρατικής επιβολής. Φανταστείτε μόνο τι θα γίνονταν παγκοσμίως,ή έστω πανελλαδικά, εάν όλοι οι καταθέτες απέσυραν τα χρήματά τους από τις τράπεζες,κατά την προτροπή του Ερίκ Καντονά . Άλλο βέβαια το που θα τα χρησιμοποιούσαν μετά! Ξαναγυρίζει ο κοινωνιολόγος μέσα μου,ακούστε λοιπόν : Η οικογένεια τις περισσότερες φορές,αν όχι όλες πάντα και τελείως, γαλουχεί το παιδί σύμφωνα με τις κυρίαρχες αξίες του κοινωνικού περιβάλλοντος. Το περιορίζει,το κατευθύνει, του επιβάλλει συμπεριφορές. Συνειδητά ή ασυνείδητα -άμεσα ή έμμεσα -φυλακίζοντας έτσι τη δημιουργική του φαντασία. Ευνουχίζεται η σκέψη του,αμβλύνεται το συναίσθημα. Και πριν το παιδί καταλάβει τι συμβαίνει έρχεται μια ακόμη κατραπακιά, η δικτατορία του σχολείου. 12 χρόνια κατά τα οποία οι δάσκαλοι είτε λόγω βλακείας, είτε εξαναγκασμού πρέπει να γεμίσουν το κεφάλι του μέλλοντος πολίτη με γνώσεις που σαν γνώρισμα έχουν την απονεύρωση της κριτικής σκέψης, την παρεμπόδιση προσωπικών προβληματισμών.

Γνώση αποσπασματική, συχνά χωρίς βάθος, ανίκανη να εξάψει το ενδιαφέρον στην κατεύθυνση μιας ολιστικής αντίληψης για τη ζωή και τα πράγματα, δεν τα λέω εγώ αλλά δάσκαλοι και καθηγητές και επιστήμονες. Κυριαρχείται από έννοιες ψόφιες, πατρίς, θρησκεία, ηθική της εργασίας, ανταγωνισμός μεταξύ ομάδων και ατόμων – βλέπετε λοιπόν πως δεν φωνάζαμε τζάμπα σε προηγούμενα κεφάλαια ! Πατρίδα είναι η προσωπική μυθολογία του καθένα ! λένε οι σοφοί! Οι μελετητές. Για το σχολείο είναι ένα κομμάτι γης που έχει αλλάξει χέρια δεκάδες φορές και για το οποίο ο καθένας θα πρέπει να είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα χωρίς να περιμένει τίποτα. Γεμίζεις μίσος λοιπόν ακριβώς για να υπερασπιστείς το τίποτα! Πως ν’ αντέξει το μυαλό το παράφρων το γεγονότος να διδάσκεσαι πως πρέπει να δουλεύεις μια ζωή, θυσιάζοντας κάθε χαρά, για ένα πιάτο φαί, ή για μια συλλογή στην πλειοψηφία άχρηστων πραγμάτων, πλουτίζοντας με την δυστυχία σου μια μικρή μειοψηφία που ζει με άνεση Κροίσου. Έννοιες όπως ‘ο θάνατός σου η ζωή μου’ ή ‘αυτός που δεν είναι άξιος δεν θα έχει τίποτα’ τον αποκτηνώνουν. Ποιος ορίζει τις αξίες,την κλίμακα της μέτρησής ικανοτήτων; Και αυτή η κλίμακα πως επιβεβαιώνει την ορθότητά της ή την αντικειμενικότητά της;

Είναι σίγουρο πως την ιστορία την γράφουν οι νικητές, είναι αυτοί που ορίζουν τις αξίες της εκάστοτε εποχής. Χιλιάδες χρόνια τώρα έτσι μεγαλώνουν οι γενιές. Τυχαίο; Και μεγαλώνοντας οι σφαλιάρες πέφτουν σωρηδόν. Στρατός, γάμος, δουλειά. Ρουτίνα, δάνεια, [ δείτε τι δεν είχαμε στα νιάτα μου : κινητά, καλωδιακή, πιστωτικές, δάνεια. Καινούριες φυλακίσεις όλες αυτές!] Κενά θεάματα, αντικατοπτρισμοί ευχαριστήσεων, ήττες και ταπεινώσεις ως τα γηρατειά! Κάποιος πρέπει ν’ αμφισβητήσει εκ θεμελίων ολόκληρο σύστημα αξιών! Ιl personale è politico είπε η αυτονομία! Η επανάσταση είναι πρακτική στην καθημερινότητα. Ο νέος άνθρωπος αμφισβητεί τα πάντα. Θέλει να ξεριζώσει την πραγματικότητα από τα θεμέλιά της. Ζει από σήμερα, όσο του είναι δυνατό,τον κοινοτισμό, στις ζώνες της μητρόπολης που απελευθερώνει από τον αντίπαλο. Κοιτάζει το παγόβουνο κάτω από το νερό. Και το σύστημα δεν τον θεωρεί ηλίθιο,αλλά στην καλύτερη τρελό και στη χειρότερη επικίνδυνο. Μιλάμε για εκείνους τους νέους που το αίμα τους βράζει, οι ευαισθησίες χτυπάνε κόκκινο.Εκείνους που νοιάζονται για την ζωή και για ότι υπάρχει γύρω τους. Εκείνους που θέλουν ν’ ανακατεύονται και να ζήσουν άλλη ζωή.Αυτούς που ανακατεύουν την τράπουλα. Όχι σαν κουρδισμένες μαριονέτες. Αλλά συνάνθρωποι με αξιοπρέπεια, με θάρρος, ελεύθεροι.

Όσο παρατηρεί κανείς γύρω του τους μεγαλύτερους τόσο βλέπει καμένα χαρτιά, και λιγότερους που το λέει ακόμα η καρδιά τους. Γιατί αν δεν ήταν καμένοι δεν θα είχαν επιτρέψει να συμβεί αυτό που μας περιτριγυρίζει. Θα είχαν ήδη φτιάξει έναν άλλο κόσμο, θα είχαν έστω παλέψει γι αυτόν. Οι νοικοκύρηδες φοβούνται για το κομπόδεμά τους. ‘Μας πρόδωσε το κόμμα’,αυτό νιώθουν οι περισσότεροι, οι νοικοκυραίοι μικροαστοί που κάνουν πια κουμάντο. Οι συνήθεις ιστορικά ύποπτοι,με τους μικρούς ορίζοντες,που είναι η εύκολη λεία,διαχρονικά. Που τρέμουν μη μπουν στον αριθμό των εξαθλιωμένων. Που τρέμουν μη χάσουν το βόλεμα. Εκείνοι που κρατούν σφιχτά τυλιγμένη τη ζωούλα τους με όποιο κόστος, τυλιγμένη με το κομποδεματάκι που έφτιαξαν για να κοιμούνται επάνω του. Η μάζα είναι ένας αόριστος όρος που μέσα του κρύβει και βρώμα και αρώματα. Η ίδια μάζα την ίδια στιγμή μπορεί να πουλάει ελπίδες και μετά από λίγο να σε ρίχνει στην άβυσσο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τη διαφορά την κάνουν οι επί μέρους μονάδες. Αυτοί που μοσχοβολάνε μες τη βρώμα. Τα ανθρωπάκια δεν νοιάζονται για τις μεγάλες έννοιες που αφανίζονται στη νέα εποχή της επέλασης των αγορών, αδελφότητα, ισότητα, αξιοπρέπεια, ελευθερία.Η λέξη μεγαλοπρέπεια απουσιάζει από τον ορίζοντά τους. Εμείς παλεύουμε για τα δικά μας ιδανικά. Κι ας είμαστε λιγότεροι. Αυτά που θεωρούμε αρετές για τη δική μας ζωή. Αυτά που μας ορίζουν. Και θα παλεύουμε γι’ αυτά ακόμη κι αν είμαστε οι τελευταίοι στον κόσμο που τα πιστεύουν. Όταν αυτά είναι εμπνευσμένα από μεγάλες έννοιες, διαχρονικές,που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη σε ένα επίπεδο ψηλό, στο φως και όχι σε σκοτεινούς υπονόμους.

Σήμερα ο πιτσιρικάς νιώθει προδομένος, και τότε ένιωθε το ίδιο. Δεν υπάρχει λόγος απογοήτευσης. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει υπομονή με τους αμόρφωτους [ δεν είναι αυτοί που δεν έχουν πάει σχολείο, το έχουμε ξαναπεί, καμία σχέση]. Αμόρφωτος είναι ο ‘πολίτης’ -δεν υπάρχουν πολίτες σήμερα – που έχει μπερδέψει την έννοια της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του με την έννοια της διαφύλαξης με κάθε τρόπο των αδυναμιών του,κάποιος που όντας μέσα σε σπίτι που καίγονται άνθρωποι αντί να ορμήξει να βγάλει τον πρώτο που βλέπει μπροστά του βουτάει να σώσει τη τσάντα με τα λεφτά. Κούφιος, αστοιχείωτος. Θέλουμε ν’ αρπάξουμε τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την αλλάξουμε. Να φέρουμε τα πάνω κάτω. Αυτό έγινε τις προηγούμενες μέρες. Σώθηκε -πρόσκαιρα- η τσάντα, οι τράπεζες, το ευρώ, για κάποιες μέρες,μέχρι ‘τα νέα μέτρα’. Κάηκε η αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη, η ελευθερία. Θυσιάστηκαν στον Μολώχ των αγορών. Σήμερα, και τότε ,οι άνθρωποι νομίζουν πως διαλέγουν την ‘ασφάλεια’ αυτού που γνωρίζουν, όσο πικρό και αν είναι. Φοβήθηκαν το άγνωστο, αυτό που καλούνται να κτίσουν οι ίδιοι, μέσα από τα πιο όμορφα όνειρά που έκαναν κάποια στιγμή, όταν ακόμη η καρδιά χτυπά στους ήχους του αγαπημένου χορού. Κρίση και τότε κρίση και τώρα -ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι, 3000 αυτοκτονίες, εκατομμύρια πτωχευμένοι, άστεγοι, πεινασμένοι, χωρίς φάρμακα, αβοήθητοι, μαχαιρωμένοι- μια πατρίδα που ξεπουλιέται στη φθήνια και στα γρήγορα, να ξεμπερδεύουμε, Οι πολλοί επιλέγουν τη τσάντα με τον παρά. Αυτό τους αξίζει. Εμείς δεν μπορούμε να είμαστε με αυτούς κι ας μην είμαστε πια νέοι.

Και τότε την ίδια επιλογή κάναμε. Σήμερα οι καβαλάρηδες με τον Αλέξη επικεφαλής και τα κονσερβοκούτια στα χέρια όρμησαν στο κομπόδεμα του μέσου έλληνα,αυτό τον έκαναν τα κανάλια να πιστέψει. Τότε το ΚΚΙ προτίμησε να διαλέξει τη συν διαχείριση της πρώτης ‘κρίσης’ που θυμάμαι στη ζωή μου, η πρώτη πετρελαϊκή, το 73, με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου πάντα,τους δρόμους τους νέους της εκμετάλλευσης των από κάτω, του πλήθους που εμπιστεύτηκε στο κόμμα του τις τύχες του . Επέλεξε λοιπόν τον εύκολο δρόμο της συν διαχείρισης, και όχι της ρήξης. Το πλήθος τελικά τον ακολούθησε για να τον παρατήσει λίγο αργότερα με την επέλαση του Μπερλουσκονισμού, που ήταν η Ιταλική εκδοχή της Θάτσερ και του νεοφιλελευθερισμού. Και όλο το πολιτικό σκηνικό άλλαξε. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα όρθιο να θυμίζει εκείνα τα χρόνια. Ούτε σημαίες, ούτε ονόματα, ούτε συνθήματα.

35 χρόνια πριν η επανάσταση ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η εξέγερση με τα πάνω και τα κάτω της είχε κρατήσει πάνω από δέκα χρόνια για να πνιγεί τελικά από την στρατιωτικοποίηση του ταξικού αγώνα από το κράτος και το ενωμένο πολιτικό σύστημα ενάντια στην επανάσταση. Το νεκρό σώμα του Άλντο Μόρο στο πορτμπαγκάζ του Σιτροέν έξω από τα γραφεία του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, έπαιξε τον ίδιο ρόλο με το σποτ της ΝΔ με τον δάσκαλο και τα παιδιά που τον ρωτούν, στην εποχή της κοινωνίας του θεάματος. Και ενώ 50 μέρες πριν ο ιταλικός λαός πανηγύριζε μόλις οι ΕΤ είχαν απαγάγει τον πρόεδρο, δύο μήνες μετά έκλαιγε στην κηδεία του ενταφιάζοντας το πιο ένδοξο ίσως αντάρτικο πείραμα που έλαβε ποτέ χώρα στην Ευρώπη. Με τις ευλογίες ενός λαού που τόσο γρήγορα ξέχασε την ιστορία του, τα ιδανικά του, την ανάγκη για απαγκίστρωση από τη θανάσιμη αγκαλιά του θανατηφόρου εχθρού του,του κεφαλαίου.

Ξέχασε τον πόθο για λευτεριά. Και προτίμησε την τσαντούλα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται! Δεν χρειάζεται απογοήτευση, δεν χρειάζονται νεύρα, τσαντίλα. Σε αυτή την κρίση κανένα τσαντάκι δεν θα μείνει άθικτο, αργά ή γρήγορα. Μόνο οι μεγάλες βαλίτσες που πηγαινοέρχονται σε χώρες μακρινές. Μόνον αυτές οι τσαντάρες με τα προϊόντα κλοπής και απάτης που περιέχουν θα μείνουν άθικτες, θα αυγατίσουν μάλιστα. Τα κέρδη. Ότι κι αν συμβεί. Με ευρώ ή χωρίς. Μέσα ή έξω. Το πραγματικό δίλημμα είναι: ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Όλες οι άλλες μικρο τσάντες, τα άθλια και μίζερα τσαντάκια θα καούν. Έχω δανειστεί λόγια φίλων που δεν έχω ξαναδεί. Που δεν έχω συναντήσει για ν’ ανταλλάξουμε σκέψεις και απόψεις. Νιώθω πως δεν είμαι μόνος, ξέρω πως είμαστε πολλοί. Θα καούν λέμε. Και όσο και να τα σκεπάζουν με την τιμή τους αυτά τα ανθρωπάκια σύντομα θα καταλάβουν πως τα χρησιμοποίησαν για κάποιες ώρες. Τίποτα περισσότερο. Όπως φυσάς τη μύξα σε ένα χαρτομάντιλο. Το πετάς!

οδυσσέας ιωάννου μιλτιάδης πασχαλίδης στα είπα όλα

»Πολλές φορές σου μίλησα με χρώματα στο στόμα. Στο είπα, όσα έμαθα τα έμαθα με το σώμα. Μισός ψυχή μισός κορμί κι η πείνα μου θηρίο. Μισή ζωή σπατάλησα να ζήσουν και τα δύο. Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις, δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις. Στα είπα όλα, φίλα με τώρα. Με αγαπούσε το νερό μα ο ουρανός με ζούσε, κι όταν μετρούσα τι μπορώ η γη δεν με χωρούσε. Κυνήγησα τις ομορφιές μα μ’ έκλεψε η λύπη. Οι αλήθειες μου : εσύ όταν κλαίς και της καρδιάς μου οι χτύποι».

Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Αυτοί που αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις, τα εμπόδια, τα προβλήματα στη ζωή και αυτοί που κρύβονται πίσω από ανόητα, αν και συχνά εντυπωσιακά θεάματα, ή φανταστικούς κόσμους. Για να αποφύγουν όλα τα προηγούμενα. Η απώθηση όμως δεν σημαίνει και λύση. Σας θυμίζω ευρω ποδόσφαιρο 04, γιουροβίζιον, διαδηλώσεις για το μακεδονικό [είχε προϊδεάσει για τη φασιστικοποίηση της κοινωνίας] , ‘στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει, στα καφενεία, μπιλιάρδο καλαμπούρι και ρακί ,τρέχει στο περίπτερο διαβάζει φυλλάδες με μιάμιση δραχμή, όχι, όχι αυτό δεν είναι τραγούδι,είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας-της Ελλάδας- ΕΊΝΑΙ Η ΓΌΠΑ ΠΟΥ ΜΆΖΕΨΕ ΈΝΑΣ ΜΆΓΚΑΣ ΚΙ Ο ΧΑΦΙΈΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΊ.’

Η νίκη λοιπόν για τους κλέφτες στις εκλογές στην Ελλάδα έγινε δεκτή με ικανοποίηση από τα γερμανικά ΜΜΕ τα οποία επισημαίνουν πως οι Έλληνες συμμορφώθηκαν με τις διαταγές των γερμανών πολιτικών και των γερμανικών μέσων να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΝΔ επειδή είναι ραγιάδες! προσκυνημένοι και ξεφτιλισμένοι! Επισημαίνουν ακόμη το υψηλό ποσοστό της χρυσής αυγής και το αποδίδουν στο γεγονός πως οι ραγιάδες είναι δουλοπρεπείς με τ’ αφεντικά τους αλλά αδίστακτοι με τους αδύναμους! Ο ρόλος δε της ΔΗΜΑΡ εκτελέστηκε, δηλαδή να καταστεί αδύνατη η κυβέρνηση της αριστεράς. Τώρα πλέον τα στελέχη της μπορούν ν’ αποδεσμευτούν και να

http://youtu.be/CKZFdkCUksg Simon and…..

αναλάβουν κάποια νέα αποστολή. Τώρα όμως θα μιλήσουμε για αυτούς που συγκεντρώνονται στο μπλοκ του φόβου :

1. ή αστική τάξη που ενδιαφέρεται να σώσει τα ευρώ της

2 ο κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους και οι έχοντες συμφέροντα από αυτόν.

3 λαμόγια και παρατρεχάμενοι που συμμετείχαν στην λεηλασία της δημόσιας περιουσίας.

4 χιλιάδες φοβισμένοι γέροι και γριές ,συντηρητικοί άνθρωποι που τρέμουν τον ίσκιο τους και αναρωτιούνται μονάχα για την μετά τον θάνατο ζωή.

5 κομβικό ρόλο σε αυτό το μπλοκ παίζουν: παρακρατικοί, τραμπούκοι, σωματέμποροι, έμποροι ναρκωτικών, νταβατζήδες, μαφιόζοι. Από αυτούς δημιουργεί τάγματα εφόδου η χρυσή αυγή για να πουλήσει προστασία σε μαγαζιά του κέντρου και της αθηναϊκής περιφέρειας και να κτυπήσει την αριστερά και το αντιεξουσιαστικό κίνημα, διεκδικώντας την ηγεμονία στο στρατόπεδο της αστικής αντεπανάστασης.

Οι άνθρωποι βρίζουν, σιχτιρίζουν, λένε να τους είχαν κοπεί τα χέρια, μουτζώνουν τον εαυτό τους, χάνουν δουλειά, μισθό, συντάξεις, το σπίτι. Και τελικά ψηφίζουν ξανά τον δυνάστη!! Γιατί δήθεν υπάρχει κάτι χειρότερο. ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ. Άνθρωποι περιορισμένης ευθύνης, μες τον πανικό. Είναι ώρα να μιλήσουν οι αποφασισμένοι. Το θάρρος, η τόλμη. Ο υπηρεσιακός υπουργός άμυνας Φραγκούλης δήλωσε πριν τις εκλογές σε ανύποπτο χρόνο, ότι ο στρατός ‘είναι μεν δύναμη αποτροπής, αλλά ισχυρή,σιωπηλή δύναμη που εάν απαιτηθεί θα κάνει εκκωφαντικό θόρυβο’. Εκκωφαντικός θόρυβος όμως μπορεί να γίνει και με άλλους τρόπους. Στις 5 Μάη του 10, στις 19 Οκτώβρη του 11, στις 12 Φλεβάρη του 12. Και πιο πριν, τον Δεκέμβρη του 08. Και τον Ιούνιο του 11. Αυτοί κέρδισαν τις εκλογές. Να δούμε όμως,στον επόμενο θόρυβο ποιανού τ’ αυτιά θα κουφαθούν!.

 

Είναι άσχημο όταν θέλεις να αναφερθείς στη ζωή να μιλάς με κλισέ, με τσιτάτα και να μην προσπαθείς να μιλήσεις με την καρδιά σου, το πως φαντάζεσαι τον κόσμο που επιθυμείς. Ειδικά σήμερα με τον τόσο πολύ πλούτο που υπάρχει παγκοσμίως και την ανάπτυξη των επιστημών,οι οποίες εάν πραγματικά μπουν στην υπηρεσία των ανθρώπων τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο εύκολα και ευχάριστα για όλους. Υπάρχει κατάθλιψη. Γιατί; Είναι απλό. Δεν δίδονται σε όλους ίδιες δυνατότητες και ευκαιρίες. Αυτές πάνε με τον πλούτο. Και αυτός είναι συγκεντρωμένος στα χέρια λίγων και οι πολλοί πρέπει να δυσκολεύονται. Και αυτοί που ζορίζονται κάνουν τουμπεκί, αρκούνται στη μιζέρια. Από φόβο;από εγκατάλειψη; Έχουν συμβιβαστεί πλήρως με το ρόλο του σκλάβου; Ο σύγχρονος μικροαστός, η πλειοψηφία, που ακόμη ‘ τη βγάζει’ με τα ψίχουλα που του ρίχνει το σύστημα -που βράβευσε στις τελευταίες εκλογές – ακριβώς για να μη του λείψουν τα ψίχουλα. Μεγάλο μέρος δε της επαρχίας που αντέχει ακόμη, που έχει κάτι τις, που κάτι καλλιεργεί, που, που …….δεν νοιάζεται για τίποτα άλλο. Αμύνεσθαι περί πάρτης, όπως και οι έμποροι που δεν έχουν πίστη από τις τράπεζες. Δεν μας μάθαιναν από παιδιά να ‘κοιτάμε την πάρτη μας’ ; ‘Εσύ θα βγάλεις το φίδι απ’ την τρύπα’ ; μας έλεγαν. ‘Κοίτα εσύ να περνάς καλά, ο κόσμος δεν αλλάζει’. Είναι και οι γέροι που τιμωρούν τους νεότερους που δεν τους ακούν, μιας και αυτοί τα ξέρουν όλα. ! Είναι και αυτοί που ξεπληρώνουν ρουσφέτια, θεσούλες, λαμογιές. Πάντα το ατομικό, όχι το συλλογικό.

τζίμης πανούσης 1993

»κάνω βουτιές σε βόθρο με εικόνες φουσκώνω τα βυζιά μου με ορμόνες, θέλω να γίνω σαν αμερικάνος, μ’ αρέσει στα κρυφά κι ο Μητροπάνος. Έλληνας, νεοέλληνας. Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά και ψήλωσε η κοντούλα η λεμονιά. Στα Σάλωνα δεν σφάζουνε αρνιά, δεν πάει το παπάκι στην ποταμιά. και η Παπαλάμπραινα γυμνή χαϊδεύει δωρο συσκευή σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο πουλάκι ξένο πουλί χαμένο μου τρώει τα σπλάχνα δεν βγάζω άχνα. Καίω τα δέντρα χτίζω μαιζονέτες, θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες, σ’ ένα κλουβί γραφείο σαν αγρίμι παίζω ατέλειωτο βουβό ταξίμι. Έλληνας, νεοέλληνας. φάκα Addidas μου πιασε τη φτέρνα, μπερδεύω το τζουκ μπόξ με τη λατέρνα, πάνω απ’ του τάφου μου το κυπαρίσσι μαύρη χελώνα μ’ έχει κατουρήσει».

Κοινωνικά μικροσυμφέροντα, σ’ έναν μικρόκοσμο αλητείας και παροχής προστασίας η υποτέλεια ζει και βασιλεύει. Και μας θυμίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης πως οι λαοί δεν έχουν μόνο ήρωες, έχουν και καθάρματα που γράφουν ιστορία : προεστοί, κοτσαμπάσηδες, ταγματασφαλίτες, χαφιέδες κουκουλοφόροι, ναζί και νταβατζήδες. Θα λέμε μέχρι να πεθάνουμε πως την ιστορία την γράφουν αυτοί οι λίγοι που πιστεύουν στην ορθότητα του λόγου και των πράξεών τους και όχι οι σιωπηλοί, πλαδαροί πολλοί που φέρονται και άγονται από το πως φυσάει ο άνεμος, που φοβούνται να κάνουν τη μεγαλύτερη επανάσταση που μπορούν. Να αλλάξουν τον εαυτό τους. Σπίτια κλουβιά και κλούβια ιδανικά!

συνεχίζεται

μιχαλης 290

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΔΔ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 6

Και η επιστροφή στην κανονικότητα είναι γεγονός, όχι όμως για όλους, διαβάζουμε πως:
‘Άρχισαν τα όργανα, στα Εξάρχεια την προηγούμενη εβδομάδα ‘ομάδα νεαρών κουκουλοφόρων’ άδειασε τα ράφια σούπερ μάρκετ και μοίρασε τα τρόφιμα στον κόσμο που βρίσκονταν εκεί κοντά, ο οποίος ενθουσιασμένος πανηγύρισε’ και φυσικά κανένας από τους μεγαλοδημοσιογράφους δεν βρήκε το κουράγιο να κατηγορήσει κανένα. Η ακρίβεια καλπάζει λόγω της αισχροκέρδειας που επιβάλλουν τα καρτέλ των τροφίμων.

Και λίγες μέρες μετά οι ‘Ρομπέν των σούπερ μάρκετς’ ξαναχτυπάνε,για να μοιράσουν αμέσως μετά τη λεία τους στις λαϊκές,στους πένητες και ηλικιωμένους. Και ξανά, για Τρίτη φορά στον ίδιο μήνα αντιεξουσιαστές αδειάζουν καταστήματα αλυσίδων σούπερ μάρκετ και μοιράζουν τα τρόφιμα σε κοντινές λαϊκές, στον κόσμο.’
‘αμηχανία και προβληματισμός στην αστυνομία’, ανομολόγητη ενόχληση στους ιδιοκτήτες σούπερ μάρκετ, αυτές τις αντιδράσεις γράφει ο τύπος,έχουν προκαλέσει οι επιθέσεις των αναρχικών ‘Ρομπέν των Αθηνών’ στα υποκαταστήματα μερικών από τις μεγαλύτερες αλυσίδες υπεραγορών της πρωτεύουσας, που ήδη έφτασαν τις τέσσερις από τέλος Μαίου. Και μιλά για τις ανώνυμες αντιδράσεις ανθρώπων που παραβρέθηκαν την ώρα των δράσεων και μιλούν με θετικότατο τρόπο,να μην επεκταθώ μου λέει και μου δείχνει τα αποκόμματα των εφημερίδων με τα αντίστοιχα άρθρα.

Βάζει ένα δισκάκι να παίζει:
‘Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό, περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα,
Και συ μου λες μας περιμένει μπόρα και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό.
Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο και τα κελιά μας είναι χωριστά,σε πολιτεία μαγική γυρνάμε, δεν θέλω πια να μάθω τι ζητάμε, φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά.
Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις σε ένα παραμύθι εφιαλτικό, φωνή εντόμου τώρα είν η φωνή μου,
Φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου, με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό.
Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία, πως η ιστορία γίνεται σιωπή
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω,
Τι λένε τα κομπιούτερς κι αριθμοί.
Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι, πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός, περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα, και γω μες την ομίχλη και την μπόρα, κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός.’
Από τον μεγάλο Δημήτρη Μητροπάνο, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

 

-Ολόκληρη πλεκτάνη στήνεται από την «κρυπτεία», τη μυστική υπηρεσία του σπαρτιατικού στρατού για την παγίδευση και εξόντωση του Εφιάλτη, αφού μυθοπλαστικά πλέον ο συγγραφέας προσπαθεί να «πληρώσει» το κενό που άφησε ο Ηρόδοτος, για άγνωστο λόγο. Δεν είναι όμως αυτή η πραγματική στόχευση του βιβλίου. Δεν είναι ένα βιβλίο με στρατιωτικό-αστυνομικό χαρακτήρα μόνο. Είναι κάτι περισσότερο. Ενα βιβλίο για την εσωτερική ζωή του σπαρτιάτη πολεμιστή, την αγάπη, τον έρωτα, τις σχέσεις ανδρών και γυναικών αλλά και ανδρών με άνδρες, ένα βιβλίο για τη ζωή και τον θάνατο. Ετσι ο αναγνώστης, περιφερόμενος στις ατραπούς του όρους Καλλίδρομο, παρακολουθώντας την προσπάθεια εντοπισμού και σύλληψης του Εφιάλτη, οδηγείται προοδευτικά, βήμα προς βήμα, στην πορεία του σπαρτιάτη πολεμιστή για την κατάκτηση της αρετής και μέσω αυτής στην προσέγγιση της γνώσης, τη θέαση του θείου και μετά τη μέθεξη με αυτό, τη «θέωση» την ίδια.
Δεν είναι εύκολη πορεία αυτή. Αντίθετα. «H δική μας πορεία στη ζωή δεν είναι γραμμένη με μελάνι. Είναι γραμμένη με αίμα» λένε. Είναι πορεία μυητική, όπως σε όλα τα μυστήρια, είτε Ελευσίνια, είτε Καβείρια, είτε όλα τα άλλα. «Ποια, όμως, μύηση, σε ποιο μυστήριο είναι περισσότερο εναργής από τη μάχη την ίδια;», αναρωτιέται ο σπαρτιάτης γερουσιαστής. Αν δεν ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου, πώς μπορείς να αντικρίσεις με αξιοπρέπεια την αλήθεια, αυτή που αποκαλούμε «θεό»; Πώς, όμως, θα ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου; Αρκούν οι προκατασκευασμένες και ακίνδυνες τελευτές των μυστηρίων; Αρκεί η προσομοίωση της πραγματικότητας ή μήπως απαιτείται πραγματική ενατένιση του θανάτου, κάτι που μόνο η μάχη εγγυάται;
Γι’ αυτό οι Σπαρτιάτες μάχονται, υποστηρίζει ο συγγραφέας. Δεν μάχονται για να νικήσουν. Νικούν, επειδή μάχονται. H νίκη είναι τυπικά ο σκοπός, αλλά πραγματική ενδόμυχη επιδίωξή τους είναι η μάχη η ίδια. Το ταξίδι, δηλαδή, όχι ο προορισμός. Ποια μάχη, όμως; H μάχη στη ζωή, όχι μόνο στον πόλεμο. «Ηττημένος στη ζωή, τι αξία έχει αν νικήσεις στη μάχη; Ηττημένος από τον εαυτό σου, τι αξία έχει αν νικήσεις τον αντίπαλο;» μονολογεί ο σπαρτιάτης αξιωματικός. Γι’ αυτό ζουν λιτά και στερημένα, γι’ αυτό περιορίζουν τα πάθη και τις επιθυμίες τους, γι’ αυτό αποφεύγουν τον πλούτο και τις ταξικές διακρίσεις που οδηγούν σε αυτόν-.

 

 

  • Και τελειώνει το πρώτο μέρος της εξιστόρησής μας : ‘κοιτάζοντας στις οθόνες τα καμένα βουνά της Αττικής,όλης της Ελλάδας, αυτή η αίσθηση του πένθους, του πόνου και της απελπισίας. Αν και νομίζω δεν πενθούμε πια για τα καμένα δένδρα, τα απανθρακωμένα ζώα, τα κυνηγημένα πουλιά, τα πνευμόνια ζωής που ξεφουσκώνουν, τα νέα μαύρα τοπία. Φαίνεται ‘ότι τα συνηθίσαμε όλα αυτά, τα παρακολουθούμε σαν επαναπροβαλλόμενη ταινία, αποδεχόμενοι την εθνική μας μιζέρια. Δεν διδαχτήκαμε τίποτα από τις φονικές πυρκαγιές του ’07. Έτσι μας έχουν κάνει, να ξεχνάμε. Να θυμόμαστε ότι τους βολεύει, την ώρα που τους βολεύει. Σε αυτή τη χώρα όπου οι Χριστοφοράκοι μας βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα τους από την Ευρώπη, και οι ατελεύτητα προφυλακισμένοι, όπως ο Θοδωρής ο Ηλιόπουλος, από τους εξεγερμένους του περσινού Δεκέμβρη με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη, να πρέπει να φτάσουν στο κατώφλι του θανάτου για να τους αντιμετωπίσουν σαν ανθρώπινα όντα.’
    ‘Υπερασπίσου το παιδί, άμα γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.’ Παύλος Σιδηρόπουλος.

‘Τα κατάφεραν λοιπόν, δεν άφησαν τίποτα όρθιο, όλα τα αφάνισαν. Φαίνεται πια πως η μαυρίλα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Αποδεχτήκαμε την καταστροφή της Πάρνηθας και του Υμηττού,κατάπιαμε την τραγωδία με την εκατόμβη των νεκρών της Ηλείας, ξεχάσαμε και την ολοκληρωτική καταστροφή της Αττικής. Κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για να δικαιώσουμε τον Σαββόπουλο, που εδώ και χρόνια φωνάζει ότι ήμαστε ‘κράτος ασυστόλων κώλων, κωλο έλληνες’.

  • Έχει στα χέρια του μια παλαιότερη συνέντευξη του πρώην διευθυντή της Μόντ Ντιπλοματίκ , Ινιάσιο Ραμονέ. Μου διαβάζει αποσπάσματα:
    ‘Στα σαράντα λεπτά που θα κρατήσει η ομιλία μου να θυμάστε πως θα πεθάνουν 40 γυναίκες στη διάρκεια τοκετού, 400 παιδιά από μολυσμένο νερό, ενώ συνολικά 840 παιδιά κάτω των πέντε χρόνων από θεραπεύσιμες ασθένειες. Όλοι αυτοί θα πεθάνουν λόγω της φτώχειας τους.’
    Αυτή θεωρεί τη μεγαλύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα και πρόκληση μιας και σήμερα η ανθρωπότητα έχει 1000 φορές μεγαλύτερο πλούτο απ’ ότι χρειάζεται για να ζήσει καλά.
    Ένας στους 4 ανθρώπους στον πλανήτη επιβιώνει με λιγότερα από 2 δολάρια ημερησίως. Μόνο στην ΕΕ κάθε αγελάδα λαμβάνει επιδότηση 4 ευρώ τη μέρα. Σκανδαλώδες.

Περιέγραψε την οικονομική παγκοσμιοποίηση ως μια ολοκληρωτική αγορά που επεκτείνετε σε βάρος κάθε έννοιας δημόσιου συμφέροντος σε υγεία, παιδεία, μεταφορές κλπ. Ένα σύστημα στο οποίο αποθεώνεται ο ατομισμός εις βάρος του συνόλου, ο εγωισμός στρέφεται κατά της αλληλεγγύης, και τα κέρδη είναι αυστηρώς ιδιωτικά. Ενώ καταφέρνει να κοινωνικοποιεί τις ζημιές, όπως φάνηκε και στην τελευταία κρίση του τραπεζικού συστήματος.
Ιεράρχησε τις εξουσίες με πρώτη τη χρηματοπιστωτική αγορά, δεύτερη αυτή των ΜΜΕ, ως ιδεολογική μηχανή της παγκοσμιοποίησης, και τρίτη την πολιτική εξουσία.’

  • Ξαναπιάνω το μολύβι μέσα στην κάψα του καλοκαιριού του 12. Στην αρχή σκόρπιες σκέψεις από εδώ κι από εκεί, κάποια στιγμή έχασα και τη σειρά! Μετά το πράγμα διορθώθηκε, άρχισε το κείμενο να τρέχει καλύτερα,να ρολάρει. .Θα το παρουσιάσω όσο πιο ‘ανθρώπινο’ γίνεται:

συνεχίζεται

Βάστα

PARA TODOS TODO

para todos todo
η σκέψη μου είναι πάντα κοντά τους….

μιχαλης 288

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Κ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 9

φωτογραφίες μιας εποχής

 

Εγώ δεν είμαι ποιητής – Νίκος Παπάζογλου  – Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμαι στιχάκι είμαι στιχάκι της στιγμής πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι Με τραγουδάνε οι τρελοί και οι αλήτες καταραμένη είμαι φυλή με μιαν εξόριστη ψυχή σ’ άλλους πλανήτες Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμ’ ο λυγμός του είμαι ένας δείπνος μυστικός δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός κι είμ’ αδερφός του—

Το πρώτο βράδυ της κατάληψης στρώνουμε τους υπνόσακους επάνω στο βάθρο του καθηγητή, στην αίθουσα, μήπως και γλιτώσουμε λίγο από την παγωνιά. Είναι μαλακότερο το ξύλο. Όλη τη νύχτα, δυο κορίτσια κι εγώ αγκαλιασμένοι σφιχτά μπας και ζεσταθούμε. Δεν με διεκδίκησε για την πάρτη της καμία, δεν έκανα κίνηση να χωρίσω τις δυο φιλενάδες. Ούτε δευτερόλεπτο. Φτάνει που είμαστε μαζί.
Το καλοκαίρι, στο Ακρωτήρι, κάνουμε έρωτα το μεσημέρι με τον Άντζελο και την κοπελιά άλλου φίλου που έμεινε πίσω στην πατρίδα. Δεν νιώθουμε ούτε στιγμή πως ‘κλέβουμε’ κάτι από τον δικό μας. Ούτε εκείνη ότι ‘προδίδει’. Ζούμε πλέον τη νέα κατάσταση.
Πειραματιζόμαστε. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Γιατί δεν είναι συνθήκη η ζωή. Είναι ανακάλυψη. Αποκάλυψη.
Γιαυτό και αργότερα, σε άλλη σκηνή και άλλο τόπο, δεν θέλω, δεν μπορώ να χωρίσω τις δυο φιλενάδες από την Γερμανία, στα Σύβοτα.

Είμαι, Είμαστε μαζί. Φυσικός είμαι, έτσι αισθάνομαι. Σίγουρα το ένα κορίτσι είναι ωραιότερο. Αλλά είναι εκεί, τόσες ώρες μαζί και το άλλο. Πως το διώχνεις; Πως το αποκόπτεις έτσι ξαφνικά από την όλη φάση; Να σπρώξουμε δηλαδή την άλλη κοπέλα στο περιθώριο; Το αξίζει ;
Όχι φυσικά!
Επαναλαμβάνω πως ίσως αυτά να μας φαίνονται σήμερα ακαταλαβίστικα. Γυρίσαμε πολλά χρόνια πίσω, φοβόμαστε το ρίσκο και το άγνωστο. Ίσως όλα αυτά να ακούγονται αλαμπουρνέζικα.
Όταν όμως εμείς λέμε πως την ουτοπία την ζήσαμε, την ζούμε καθημερινά μέχρι να μας εξαφανίσουν από προσώπου γης, δεν λέμε τρίχες.

Δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα της αλλαγής [άλλη παρεξηγημένη λέξη], είναι πολιτιστικό και πολιτισμικό. Αγκαλιάζει κάθε πτυχή του είναι, του είμαστε, της καθημερινής ζωής. Το προσωπικό είναι πολιτικό!
Για νέες ταυτότητες μιλάμε.
Εάν δεν αλλάξει και εσωτερικά ο άνθρωπος, επανάσταση δεν νοείταιΗ επανάσταση της καθημερινής ζωής. Το πέταγμα του αετού. Αυτό το φως μέσα μας.
Δεν λέω να γίνουνε αυτό, εκείνο ή το άλλο. Δεν λέω τι πρέπει να κάνουμε. Δεν λέω από μονογαμικοί να γίνουμε πολυγαμικοί ή να παρατήσουμε αυτόν ή την άλλη. Λέω μόνο πως ότι πιστεύουμε, ότι ακολουθούμε, ότι μας προτρέπει ο αρχηγός, ο πολιτικός, ο παπάς ή ο στρατηγός είναι προϊόντα χιλιάδων εκατονταετηρίδων καταπίεσης του ανθρώπινου και ζωικού γένους γενικότερα, του περιβάλλοντος και της φύσης. Πως χρειαζόμαστε απελευθέρωση.
Να ακούσουμε και να πειραματιστούμε.

Ότι κουβαλάμε μέσα μας, αυτό το βαρύ φορτίο από ανησυχίες, πολέμους, μίσος, εκμετάλλευση, άγχη, στεναχώριες, διαχωρισμούς, έχει καθίσει επάνω μας σαν βδέλλα, μας ρουφά το αίμα, μας έχει σκάσει. Πλαντάζουμε. Το θέλουν, μας το επέβαλε ο ‘πολιτισμός’ τους, συναινέσαμε.
Ώρα για ελευθερία, να αποβάλλουμε τον ζυγό. Εσωτερικά και εξωτερικά. Μέσα μας και στην κοινωνία. Να τινάξουμε τον βράχο από πάνω μας.
Τα θέλει ο κώλος μας

San Michele aveva un gallo, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

  • ‘ερώτηση : τι θέλετε να κάνουμε εμείς οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο’ ;
    Κρισναμούρτι : ‘‘δεν θέλω τίποτα. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο : ζήστε, ζήστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος είναι τόσο θαυμάσια ωραίος. Είναι ο κόσμος μας, η γη μας για να ζήσουμε πάνω της, αλλά δεν ζούμε, είμαστε στενόμυαλοι, χωρισμένοι, αγχώδεις, φοβόμαστε τ’ ανθρώπινα όντα, κι επομένως δεν ζούμε, δεν έχουμε σχέσεις, είμαστε απομονωμένοι, απ’ τ’ ανθρώπινα όντα. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει να ζει κανείς μ’ αυτή την εκστατική, αξιοζήλευτη έννοια.
    Λέω πώς μπορεί να ζει κανείς μ’ αυτό τον τρόπο μόνο όταν ξέρει πώς να ελευθερωθεί απ’ όλες τις βλακείες της ζωής του. Το να ελευθερωθεί απ’ αυτές είναι δυνατό μόνο όταν συνειδητοποιήσει τις σχέσεις του, όχι μόνο με τα ανθρώπινα όντα, αλλά με τις ιδέες, με τη φύση, με τα πάντα.’
    ‘φως για σας τους ίδιους. Αυτό το φως δεν μπορεί να δοθεί από κάποιον άλλο, ούτε μπορείτε να το ανάψετε απ’ το κερί ενός άλλου, είναι μόνο ένα κερί και μπορεί να σβήσει.’’

Αυτά. Δεν είναι μόνο η φωτιά, ο δυναμίτης, το Walter P38, για το οποίο τραγουδούμε στις πορείες. Είναι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που μπαίνει σε αμφισβήτηση, σχέσεις καινούριες που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους.

Θυμάσαι, μου λέει, Μιχάλη, εκείνο το απόγευμα, παρακολουθούμε ποδόσφαιρο Μουντιαλικό από την Αργεντινή, στην τηλεόραση. Στο ημίχρονο, στις ειδήσεις ανακοινώνουν πως έγινε σεισμός στην Θεσσαλονίκη και έγινε αισθητός σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα. Ανησύχησες και κάλεσες στο τηλέφωνο τον πατέρα σου για να μάθεις νέα αυτού και της αδελφής σου, που κατοικεί ακριβώς στη Θεσσαλονίκη.
Ησύχασες, όλα καλά. Τέλειωσε ο αγώνας, καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα. Αποφασίζουμε εκδρομή. Πηδάμε στο πεντακοσαράκι οι τέσσερις που βρισκόμασταν εκεί, στριμωχτήκαμε με τα τσιμπράγκαλα μας , ξεκινήσαμε για το γνωστό μας άγνωστο.
Κάνουμε διαδρομή που γνωρίζουμε καλά, προς την θάλασσα, από τον επαρχιακό. Η πορεία θα δείξει που θα καταλήξουμε. Μοιραζόμαστε τα έξοδα όπως πάντα, ανάλογα φυσικά με τις δυνατότητες. Άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερα.

Φύγαμε άρον άρον, ούτε υπνόσακους κουβαλάμε πάνω στην τρέλα της απόδρασης. Όταν φτάνουμε παραλία, τραβάμε αρκετά χιλιόμετρα παράλληλα και ανηφορίζουμε προς το ύψωμα. Βρισκόμαστε σε περιοχή θέρετρο, στη χερσόνησο του Argentario, με όμορφες βίλες περιτριγυρισμένες από φυτά που σκαρφαλώνουν ψηλά δημιουργώντας φυσικούς φράχτες. Κρύβουν την θέα από τα αδιάκριτα βλέμματα. Μέρος καταπράσινο, ψηλός γκρεμός πάνω από τα νερά, σκαλάκια χτισμένα με χάρη οδηγούν προς τα βράχια ανάμεσα στα οποία αναπαύονται μικρές παραλιούλες με ξανθιά αμμουδιά. Οι πλούσιοι ξέρουν να διαλέγουν τα καλύτερα!

Οι λεφτάδες ιδιωτικοποιούνται τη γη, εμείς την ξαναπαίρνουμε πίσω.
Παραβιάζουμε την πόρτα ενός από τα σπίτια που είναι ακατοίκητο, μιας και οι ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούν για τις διακοπές τους, προφανώς κατοικούν μόνιμα κάπου αλλού.
Δεν κάνουμε φασαρία, αν και η απόσταση που χωρίζει τα διάφορα κτίσματα είναι μεγάλη, οι αυλές είναι τεράστιες, με κιόσκια και λοιπά. Ποιος να μας πάρει χαμπάρι;
Κάνει ψύχρα, κρύο θα έλεγα, δεν βρίσκουμε ησυχία εκεί έξω, κάτω από το κτισμένο κιόσκι. Προσπαθούμε να χαλαρώσουμε, κόπος άδικος, δεν τα καταφέρνουμε.
Παραβιάζουμε και του σπιτιού την πόρτα και μοιραζόμαστε τα κρεβάτια που είναι μπόλικα. Ανάβουμε και το τζάκι για να φτιάξουμε ζεστούλα. Τώρα χαλαρώνουμε επιτέλους και πέφτουμε σε βαθύ, ευχάριστο ύπνο, όλοι μαζί, χαρούμενοι, στους καναπέδες όπου στρώσαμε, απέναντι στη φωτιά. Δεν πειράξαμε τίποτα άλλο. Μόνο καφεδάκι φτιάξαμε το επόμενο πρωινό, συγυρίσαμε και φύγαμε ήσυχα όπως ήρθαμε.

Αγόρια και κορίτσια αγκαλιασμένοι.
Δεν μπαίνουν σύνορα στην αγάπη. Ανοίγει τους φράκτες η αγάπη.
Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις.
Το πρωί, στην αμμουδιά, παρατηρούμε τις ακτίνες του ήλιου να κτυπούν το γαλήνιο νερό, εκατομμύρια λιλιπούτειες εκρήξεις στην επιφάνεια πλατσουρίζουν αστράφτοντας.
Πανέμορφα.
Την άλλη φορά, στην Ποπουλόνια, σε πείραξε κάτι στο στομάχι, και βογγάς στα βράχια θέλοντας να χαλαρώσεις. Σε χαϊδεύει με τις ώρες η Τζιοβάνα με τη Ρέα μέχρι να ηρεμήσεις, ωσότου επιστρέψει ξανά το ωραίο σου χαμόγελο. Θυμάσαι;
Φυσικά και θυμάσαι. Τυχερούλη!

Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι
βγάλε από την πόρτα το κλειδί
το παιδί ξανάρχισε να παίζει
το κανάρι πάλι κελαηδεί
βάλε κι άλλη αγάπη στο τραπέζι
Κάποιος πονεμένος θα βρεθεί
το παιδί ξανάρχισε να παίζει
το κανάρι πάλι κελαηδεί
Άνοιξε στο φως το παραθύρι
δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά
βάλε το λουλούδι στο ποτήρι
να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά

Σταύρος Ξαρχάκος

Η Ποπουλόνια είναι ανακάλυψη του Νίνο. Ένα φανταστικό αρχαίο ετρούσκικο χωριό με σαράντα σπίτια, μερικά μισογκρεμισμένα, τα υπόλοιπα αναπαλαιωμένα. Περιτριγυρισμένο από τείχος, κατοικείται μοναχά από τρεις οικογένειες, του παντοπώλη είναι η μια. Στην κορυφή υψηλού βράχου πάνω από τη θάλασσα. Φτάνεις εκεί ακολουθώντας δρόμο γεμάτο στροφές στην ανηφόρα.
Η άλλη πλευρά εξίσου απότομη, κατηφοριά προς τα βράχια, από μονοπάτι που ανοίγει η βροχή, μέσα από φυσική ζούγκλα, τόσο πυκνή είναι η βλάστηση!
Φτάνεις στα βράχια, μαλακά βράχια, άνετα να καθίσεις και να ξαπλώσεις. Μαζεύεται όλος ο αφρός της αμφισβήτησης κι όχι μόνο εδώ πέρα. Είναι βέβαια κομμάτι δύσκολο το κατέβασμα, να μη πούμε για τον γυρισμό, όλη μέρα στον ήλιο και στις τσαλαβούτες άντε να ανηφορίσεις. Όντας ήδη εξουθενωμένος.
Πάνω από ώρα δρόμος. Τόσο τουλάχιστον μας φαίνεται, δεν κουβαλάμε και ρολόγια.

Ψωνίζουμε τις προμήθειες απ’ τον μπακάλη, που κάθε άνοιξη και καλοκαίρι ιδίως κάνει χρυσές δουλειές, και βουρ στη θάλασσα. Επιστρέφουμε με τη δύση του ήλιου, η ανάβαση βλέπεις…….
Πρέπει να βρίσκεται μετά την Τσέτσινα, προς Ρώμη, θα συμβουλευτώ ένα χάρτη, δεν έχουμε τώρα εδώ μαζί μας.                                                                                                           Ίσως στον κόλπο του Πιομπίνο.
Τι σημασία έχει ;
Ευχαριστιόμαστε τρελά τον έρημο επαρχιακό νυχτερινό δρόμο, κάθε φορά που εκδράμουμε. Όταν ταξιδεύουμε νύχτα με φεγγάρι, σβήνουμε τα φώτα του αυτοκινήτου, είναι μαγεία το ταξίδι μες τη λάμψη της σελήνης!

Ανακαλύπτουμε στην ενδοχώρα, ψάχνοντας μια μέρα φαγητό, ρωτώντας για ταβέρνα, στην τύχη, ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, χωριό που στην άκρη του, σε ένα μικρό ύψωμα, υπάρχουν τρεχούμενα γλυκά καυτά ιαματικά νερά. Με λιμνούλες και καταρράκτες!
Στήνουμε τις σκηνές, μας πιάνει και βροχούλα παγωμένη. Ξεβρακωνόμαστε καταχείμωνο και γουστάρουμε του θανάτου ζεστό μπάνιο θεραπευτικό. Είμαστε ολομόναχοι, μες την ερημιά της νύχτας. Τέτοιες τοποθεσίες ο κόσμος τις επισκέπτεται τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες. Και μέρα υποθέτω.
Θα φαντάζεσαι τον ύπνο που ρίξαμε αργότερα μέσα στους σάκους μας. Τους χρησιμοποιούμε ανοιχτούς για να είναι φαρδύτεροι και να ξαπλώνουμε παρέα, αγκαλιά.

Κάτω από τα καταρρακτάκια έγινε ένας χαμός, να πλακωνόμαστε ποιος θα βάλει πλάτη τον άλλο, να μας χτυπά το νερό με γλυκιά μανία, γιατρευτική. Να τινάξει απ το κορμί την ένταση και το σφίξιμο. Και μόλις χαλαρώνουμε για τα καλά, τρεχάτοι στις σκηνές για ξάπλες, δύο σκηνές, επτά άνθρωποι.
Το ύψος του μεγάλου καταρράκτη γύρω στα πέντε μέτρα τουλάχιστον. Είναι βαθιές και οι λιμνούλες, χωράμε ολόκληροι κανονικά μες στο νερό, μπορούμε να κάνουμε και κάποιες απλωτές. Από χαμηλά και βουτιές με το κεφάλι. Από τα πιο αγαπημένα μας μέρη καθιερώθηκε για εξορμήσεις.
‘Σατούρνια’ πρέπει να ονομάζεται η περιοχή, τώρα που θυμάμαι καλύτερα.

Τραβάμε συχνά και βορειότερα, προς τις Cinque Terre, πανέμορφα χωριουδάκια πάνω στην θάλασσα, όχι επίπεδα αλλά πάνω σε ύψωμα, με κατηφοριές και στενά δρομάκια που καταλήγουν στο λιμανάκι, στο δρόμο προς Γένοβα αυτή τη φορά. Λίγο νωρίτερα το πανέμορφο Lerici, που θυμίζει κάτι από Μαριές της Θάσου.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, που προτιμούμε περισσότερο, γι αδιευκρίνιστους λόγους, είναι ο παραλιακός επαρχιακός δρόμος προς Civitavecchia και Ρώμη. Το Porto Santo Stefano είναι προς τα κει.
Και οι δύο διαδρομές γεμάτες πανέμορφες τοποθεσίες. Πίνουμε όλων των ειδών τα καλά και δεν καταλαβαίνουμε πως γίνεται να περνά τόσο γρήγορα η ώρα διασχίζοντας ατέλειωτα χιλιόμετρα!

Θα σου πω τώρα για τα συμβάντα ενός απίθανου τριήμερου.
Έχουν οργανώσει στο Μοντάλτο ντι Κάστρο, μια τοποθεσία αρκετά έξω από την Ρώμη, οι φεμινιστικές ομάδες μια εκδήλωση πάνω σε διάφορα θέματα, δεν θυμάμαι να σου αναφέρω τίποτα περισσότερο. Αργότερα, στο ίδιο αυτό μέρος το κράτος θα προσπαθήσει να στήσει σταθμό παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, προκαλώντας μεγάλες διαμαρτυρίες, φασαρίες, συγκρούσεις, τα γνωστά Ίσως λοιπόν μέσα στα θέματα, αν όχι το σπουδαιότερο, να είναι και η οργάνωση προσπάθειας αποτροπής αυτού του ενδεχόμενου. Το βρίσκω βέβαια όχι και τόσο πιθανό μιας και η περίπτωση αφορά όλους. Μάλλον πάνω σε γυναικείες καθαρά υποθέσεις πρέπει να περιστρέφεται η εκδήλωση.
Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε.

Έχει φύγει λοιπόν η Ρέα με τις φιλενάδες της από Παρασκευή, για την οργάνωση των εκδηλώσεων που ξεκινούν την επομένη το πρωί.
Το απόγευμα λοιπόν του Σαββάτου συναντιέμαι με τον Ανδρέα που έχουμε γίνει κολλητοί. Με κερνάει τριπάκι, είναι η πρώτη από τις λίγες φορές που έχω δοκιμάσει, αξέχαστη εμπειρία, όλο χρώματα και παραισθήσεις, μεγέθυνση, μεγάλη προσοχή και πολύ ενέργεια.
Κάποια στιγμή, στη βραδινή παράσταση, καταλήγουμε στον κινηματογράφο να δούμε ‘Ντερζού Ουτζαλά‘, μια πανέμορφη σοβιετική ταινία. Μιλά για έναν ιθαγενή συμπαθέστατο τυπάκο που προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να συμβιβαστεί στην νέα πραγματικότητα, με την εισβολή του ‘πολιτισμού’ στις συνήθειες και τα έθιμα μιας σχεδόν νομαδικής, και άκρως φυσικής πραγματικότητας που τείνει να εξαφανιστεί.

Παρουσιάζονται αρχέγονες καταστάσεις μέσα στη ρωσική ζούγκλα και στέπα, η αδυναμία του συγκεκριμένου να παρακολουθήσει και να αποδεχθεί την καταστροφική επέμβαση και μανία του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στο φυσικό περιβάλλον.
Έργο βουτηγμένο σε χιλιάδες χρώματα, η ένταση και η αίσθηση πολλαπλασιάζονται στο μάξιμουμ λόγω και της δικής μας κατάστασης, έχουμε απογειωθεί. Με το τέλος τριγυρίζουμε στην πόλη ενθουσιασμένοι και …..αποφασίζουμε να φύγουμε κι εμείς για Μοντάλτο, να συναντήσουμε τα κορίτσια μας.
Γυρίζουμε σπίτι μου, ζω εκείνο το διάστημα στο διαμέρισμα που σου έλεγα νωρίτερα, εκείνο το στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο ορόφους, με την πορτούλα που σκύβεις για να περάσεις.

Ξεκουραζόμαστε λιγάκι, για ύπνο δεν το συζητώ, η υπερένταση είναι μεγάλη μιας και η επίδραση του ‘ταξιδιού’ είναι ακόμη δυνατή.
Κάνουμε ντουζάκι και με το που σκάει μύτη ο πρώτος ήλιος της μέρας καβαλάμε τη βέσπα μου και ξεκινάμε. Και μιας και μιλάμε για ήλιο, να πω πως πραγματικά έχει ανατείλει, αλλά δεν φαίνεται. Φώτισε, μα είναι πνιγμένος στα σύννεφα. Πάει για βροχή, πράγμα που εμάς δεν μας πτοεί. Θα κάνουμε ένα κομμάτι της γνωστής διαδρομής προς την Τοσκάνικη παραλία, σε κάποιο σημείο όμως θα κόψουμε αριστερά προς νότο, μέσα στα υψώματα. Ανηφορίζει και κατηφορίζει ο δρόμος, δεν χορταίνεται.

Όντως, μετά το πρώτο μισάωρο έξω από την πόλη ξεσπά η μπόρα.
Αναγκαστικά μπαίνουμε στο πρώτο χωριό που συναντάμε και αφήνουμε τη βέσπα κάτω από ένα υπόστεγο. Βγαίνουμε στο δρόμο και ξεκινάμε το auto stop. Δεν έχει περάσει τέταρτο και σταματά ένα αυτοκίνητο να μας φορτώσει. Μπαίνουμε μέσα και προς μεγάλη μας έκπληξη βλέπουμε στο τιμόνι το παλικάρι που την προηγούμενη μας πούλησε τα τριπάκια! Και όχι μόνο αυτό, πηγαίνει με τη φιλενάδα του στο ίδιο μέρος με εμάς! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!
Έχουμε προετοιμαστεί για δεν ξέρω κι εγώ πόσες στάσεις, από χωριό σε χωριό διαφορετικό αυτοκίνητο, καταλαβαίνεις, επαρχιακός ο δρόμος, αυτοί που ταξιδεύουν το πολύ να πηγαίνουν στην απέναντι περιοχή, άντε λίγο παραπέρα. Κι εμείς πέφτουμε επάνω σε κάποιον που θα μας πάει εκατό χωριά απόσταση, διακόσια και χιλιόμετρα μακριά με την μία! Η καλύτερη μας!
Και μας κερνάει αβέρτα του κόσμου τα καλά!
Πες μου, ξαναγίνονται τέτοια πράγματα;

Βρέχει, σταματάει. Ξαναρχίζει η βροχή και σε λίγο πάλι σταματά. Όλη μέρα αυτό το πράγμα. Κι εμείς να ταξιδεύουμε γελώντας μες την καλή χαρά.
Γύρω στις δυο ώρες διαρκεί το ταξίδι, δρόμοι όλο στροφές, στενοί. Φτάνουμε επιτέλους. Είναι νωρίς απογευματάκι, όλα μούσκεμα. Πώς θα βρούμε τώρα τα κορίτσια; Ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά χιλιάδες γυναίκες που μαζεύτηκαν εκεί απ’ όλη την χώρα;
Τόσες τις υπολογίζουν χονδρικά οι διοργανωτές. Σε μια σκηνή συζητάνε, σε δυο ακόμη βαράνε τα όργανα, συναυλίες, ξέρεις, μουσικές και χοροί. Πανικός. Μας πιάνει απελπισία.
Χανόμαστε και μεταξύ μας μες τη φασαρία, φωνές, πανζουρλισμός. Κοντοστέκομαι τρομοκρατημένος και με πιάνει δυσφορία συνειδητοποιώντας την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχω περιέλθει, όχι ότι έγινε δηλαδή κάτι, απλά για άλλο λόγο ήρθα και τώρα βρίσκομαι αντιμέτωπος με το αδιέξοδο. Δεν θα πάθω τίποτα, αλλά……

Κι έτσι, στη μέση του τσίρκου, πέφτει επάνω μου η Ρέα. Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά που θα πνιγούμε. Δεν χορταίνω τα φιλιά της. Δεν ξεκολλάμε με τίποτα.
Απομακρυνόμαστε μες τον χαμό, σχεδόν τρέχοντας. Πιάνουμε ένα δωμάτιο στο μοναδικό πανδοχείο του κοντινότερου χωριού που είναι ένα λιμανάκι πάνω στα βράχια, λίγα χιλιόμετρα απόσταση. Με πανοραμική θέα και νόστιμα σπαγγέτι. Πίνουμε μπρούσκο κόκκινο κρασάκι και πέφτουμε ξεραμένοι για ύπνο. Είμαστε πραγματικά διαλυμένοι. Θα τα πούμε αύριο, στο δρόμο της επιστροφής.
Έχει όμορφη μέρα, γυρίζουμε με το τραίνο, δεν αντέχεται ο δρόμος. Αρκετά.
Όταν λοιπόν θυμάμαι όλα αυτά, κάποιες στιγμές είναι τόσο καθαρές λες και συνέβησαν χθες, όταν λοιπόν επιστρέφουν στη θύμηση δεν μπορώ παρά να σιγουρευτώ πως το αστέρι είναι εκεί, και παρακολουθεί και οδηγεί τα βήματα, πραγματικά. Είναι αλήθεια.

Piece of my heart, Janis Joplin.

Κατεβαίνω στην Καλαβρία με τον Ανδρέα και γυρίζουμε, πάντα ωτοστόπ. Με φιλοξενεί σπίτι του σε ένα χαριτωμένο παραλιακό χωριουδάκι για κάποιες μέρες.
Διασχίζω την Ιταλία δύο φορές, την μία από Αδριατική, την άλλη από Τιρένο.
Φλωρεντία Μπολόνια μας φορτώνει ο Τζιόρτζιο Αρμάνι, όχι τόσο γνωστός ακόμη. Ρωτά για το κίνημα, θέλει να μάθει. Όλοι ασχολούνται με τους αυτόνομους, είναι στο στόμα του καθένα. Η παρουσία τους στα πράγματα είναι αισθητή και ελπιδοφόρα. Έρχονται κατευθείαν από το μέλλον.

Σοσιαλιστής βουλευτής κατηφορίζει προς Τάραντο, σταματά με το που αφήνουμε το αυτοκίνητο του μόδιστρου και απλώνουμε το χέρι στο δρόμο. Έχουμε εξασφαλίσει όλο μας το ταξίδι με το παραπάνω, μιας και το Μπρίντιζι, από όπου θα πάρουμε το καράβι για Ελλάδα βρίσκεται στον δρόμο του.
Πρώτη φορά μπαίνω σε αυτοκίνητο με κλιματισμό. Mercedes του κουτιού. Σε όλη τη διαδρομή μας βάζει να του λέμε ιστορίες από τον δρόμο, για το κίνημα, για τις προοπτικές, για τα πάντα.
Μας κάνει το τραπέζι στην πόλη του μιας και δεν βιαζόμαστε, αργά το μεσημέρι της αύριο αναχωρεί το καράβι, είμαστε πλέον πολύ κοντά, κάπου εκατό χιλιόμετρα. Θα τα διασχίσουμε την επομένη το πρωί, μόλις ξυπνήσουμε.

Στο δρόμο προς Μπρίντιζι μας αφήνει έξω από ένα τεράστιο εργοστάσιο, μεγάλο σαν πολιτεία.
Κοιμόμαστε κάτω από μια ελιά, ακούμε όλη νύχτα τις μηχανές να βουίζουν. ‘Η εργατική τάξη πηγαίνει στον Παράδεισο’.
Θέλει να μας φιλοξενήσει σπίτι του αλλά μας έχουνε μπει κάτι ιδέες στο μυαλό από την υπερβολική ευγένεια και προτιμούμε την ανεξαρτησία μας. Πολύ φροντίδα βρε αδελφέ!
Όλη νύχτα μουγκρίζουν οι τεράστιες μηχανές. Σιδηρουργία νομίζω. Ακούγονται σαν νανούρισμα από κάποια στιγμή και μετά. Η κούραση βαραίνει τα βλέφαρα.

Την άλλη φορά, μετά τη Νάπολι, εκεί που ο δρόμος στρίβει προς τα μέσα και πρέπει να διασχίσεις την ενδοχώρα για να φτάσεις προς Τιρένο, στην παραλία απέναντι από τις Γιουγκοσλαβικές ακτές, κοιμηθήκαμε στο γρασίδι, ανάμεσα στις διακλαδώσεις του μεγάλου εθνικού δρόμου που συνδέει τον βορά με τον νότο,κάτω από ένα πευκάκι.    Είναι πολύ αργά, ο τελευταίος οδηγός που μας μεταφέρει έφτασε στον προορισμό του και η κίνηση έχει σχεδόν σταματήσει..
Το πρωί βλέπουμε απέναντί μας μποστάνια με δέντρα και λαχανικά. Πηδάμε μέσα, πλενόμαστε με το ποτιστικό νερό, τρώμε φρούτα που κόβουμε από τα δέντρα, πιπεριές, ντομάτες και τέτοια επίσης, παίρνουμε προμήθειες μαζί μας για το ταξίδι και συνεχίζουμε το δρόμο προς το βαπόρι. Το απόγευμα έχουμε φτάσει στον προορισμό μας, πάντοτε Μπρίντιζι. Το καράβι αναχωρεί με τη δύση του ήλιου.
Τεράστια πλεούμενα. Πάντοτε κατάστρωμα. Νωρίς το πρωί είμαστε Ελλάδα. Γνωρίζεις κόσμο εκεί πάνω, αναπτύσσεται αλληλεγγύη, ανταλλάσσουμε εφόδια. Προσφέρεις και παίρνεις. Πάνω απ’ όλα φροντίδα, παρέα, ένα τσιγάρο, μια γουλιά μπύρα, ένα καφεδάκι, ένα φιλί.

Η καλύτερή μας το ταξίδι στη γέφυρα. Να βρεις το κατάλληλο μέρος για να στήσεις το σάκο τη νύχτα, απάνεμα. Να βρεθείς κοντά σε καλή παρέα είναι τύχη. Πίτα στον κόσμο.
Λιάζεσαι τη μέρα, κολυμπάς στην πισίνα εάν πηγαίνεις πέρα από Ηγουμενίτσα. Το μπάνιο είναι δροσερό και ανακούφιση. Αξέχαστα μου έχουν μείνει εκείνα τα ταξίδια.
Και ο γυρισμός το ίδιο. Το μεγάλο ταξίδι κρατάει μέρα, και παραπάνω εάν κάνεις Πάτρα Ανκόνα. Εάν κατέβεις εκεί είσαι πολύ κοντά στην Φλωρεντία, συγκριτικά πάντα με τον νότο.
Το Ηγουμενίτσα Μπρίντιζι είναι το συντομότερο, λιγότερο από μισή μέρα.

Θυμάμαι μια φορά, χαλά η μια μηχανή του σκάφους αργούμε δώδεκα ώρες να φτάσουμε Ανκόνα. Δεν μας νοιάζει καθόλου, δεν μας κυνηγά κανείς. Δεν έχουμε ραντεβού.
Είναι η χρονιά της μεγάλης μάζωξης στην Μπολόνια. Η αυτονομία στα δυνατά της. Οι διάφορες οργανωμένες της μορφές ψάχνουν τη σύγκλιση που δεν έρχεται ποτέ! Στο κλειστό γήπεδο γίνονται οι συζητήσεις. Στις πλατείες και τους δρόμους οι διάφορες εκδηλώσεις. Μουσικές, θεατρικές, εικαστικές. Μέρα νύχτα διάφορα δρώμενα. Εκατό χιλιάδες νέοι από την Ιταλία έχουν κατακλύσει την πόλη.
Βλέπω ζωντανά, αυτό το θυμάμαι, ένα απόγευμα σε μια τεράστια πλατεία την Φράνκα Ράμε και τον Ντάριο Φο με τον θίασό τους στην παράσταση ‘ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού’. Ίσως σε παγκόσμια πρώτη. Μπροστά σε τόσο τεράστιο κοινό σίγουρα.

Είναι εκεί Ιταλοί και Γάλλοι διανοούμενοι. Ο Negri, ο Piperno, ο Bifo, o Scalzone, o Guattari Felix, o Deleuze Gilleς, o Michel Foucault και άλλοι.

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

– Στην διαδρομή προς Φλωρεντία, με την επιστροφή μας, σταματάμε για λίγες μέρες στην Ραβένα, μας φιλοξενούν φίλοι. Πανέμορφη πόλη. Όλη μας η χώρα είναι υπέροχη.
Πλημμυρίζουμε λοιπόν την Μπολόνια για τρεις μέρες, στο τέλος του Σεπτέμβρη του ’77, συζητάμε για την καταστολή που υφίσταται το κίνημα, παρακολουθούμε τα δρώμενα, αναστατώνουμε τους κατοίκους, τους εμπλέκουμε στη κουβέντα, αφορά τους πάντες, αναμιγνύεται κοινωνία και τα προωθημένα της κομμάτια.

Έχει προηγηθεί ένας πολεμικός χειμώνας. Τριήμερες μάχες κατά τη διάρκεια του Μαρτίου ανάμεσα στο ανατρεπτικό υποκείμενο και τις δυνάμεις καταστολής στην περιοχή του Πανεπιστημίου. Τόσες χρειάζεται η αστυνομία για να ανακαταλάβει την περιοχή γύρω από τις σχολές από τους εξεγερμένους νεολαίους που καθοδηγούνται από τον ερασιτεχνικό αυτοδιαχειριζόμενο ραδιοφωνικό σταθμό ‘ράδιο Αλίκη’, και αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις επιθέσεις των αστυνομικών που καταλήγουν στη δολοφονία του φοιτητή. Έχουν γραφεί τραγούδια για τα γεγονότα που πυροδοτούν την ατμόσφαιρα, οι κοινότητεςσε αναβρασμό και ο νεκρός φοιτητής

ένα αγόρι του ’77

Ο Ζαν Πωλ Σάρτρ εκδίδει μανιφέστο, προχωρά σε καταγγελία της αριστερής κυβέρνησης της πόλης που όμως δεν αποτρέπει την αγριότητα της αστυνομίας σε μια περιοχή που κυβερνά από ανέκαθεν το ΚΚ. Την υπογράφουν και οι προαναφερθέντες φιλόσοφοι.

Radio Ga Ga, The Queen.

Είναι τότε που πολλοί νιώθουν πως το κίνημα έχει φτάσει στα όριά του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ένας μεγάλος αριθμός συντρόφων αισθάνεται πως ο αγώνας πρέπει να αναβαθμιστεί. Πως χρειάζεται μια άλλη πρακτική, ουσιαστικότερη. Να πονέσει περισσότερο. Ας μη κρυβόμαστε. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Είναι ακριβώς τότε που ένα μεγάλο κομμάτι του κινήματος κάνει το άλμα προς τα μπρος. Νιώθοντας πως η πίεση σε επίπεδο μαζικών αγώνων δεν αποδίδει. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν όρια. Ναι. Έτσι ακριβώς όπως σου τα λέω Μιχάλη.
Τότε είναι που νιώθουμε έντονα την ανάγκη να δώσουμε πειστικότερες απαντήσεις. Θα πάρουμε την πρωτοβουλία εμείς, στα χέρια μας. Μέχρι εκείνες τις μέρες μάλλον ακολουθούσαμε, τώρα θα ξεφύγουμε μπροστά!

Illegal, Mano Negra.

  • Ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα. Θα σας μεταφέρω κάτι πολύ ενδιαφέρον. Άμεσα, έχει απόλυτη σχέση με ότι συζητάμε.
    Πληκτρολογώ τα απομαγνητοφωνημένα αυτά κείμενα αρχές Φλεβάρη του ‘13. Πριν λίγες μέρες συνέβησαν τα γεγονότα του Βελβεντού Κοζάνης και Βέροιας. Το πρώτο σχόλιο που μου δόθηκε αυθόρμητα στην πόλη, δίχως να το ζητήσω, σας μεταφέρω, και είναι επί λέξη : ‘να που έχουμε και κάτι να αισθανόμαστε περήφανοι! Μπράβο στα παιδιά!’

Δείτε και αυτό :
‘για να ερευνήσει κανείς βαθιά μέσα στην αλήθεια, θα πρέπει να επιστρατεύσει όλη του την ενέργεια. Θα πρέπει να έχει την ικανότητα να είναι εργατικός έτσι ώστε να μη δρα σύμφωνα με ένα έτοιμο μοντέλο, αλλά να παρατηρεί τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, τους ανταγωνισμούς του, τους φόβους του και να πηγαίνει πέρα απ’ όλα αυτά, έτσι ώστε ο νους του να είναι εντελώς ελεύθερος. Για να ερευνήσει κανείς σε βάθος εκείνο που είναι ύψιστα άγιο, ανείπωτο, άχρονο, δεν πρέπει προφανώς ν’ ανήκει σε καμία ομάδα, σε καμία θρησκεία, σε καμία πίστη, δεν πρέπει να έχει κάποιο πιστεύω, γιατί οι πίστεις και τα πιστεύω δέχονται για αληθινό κάτι που μπορεί και να μην υπάρχει. Είναι μέσα στη φύση της πίστης να αποδέχεται κανείς κάτι σαν αληθινό χωρίς να το ανακαλύπτει ύστερα από δική του έρευνα, με τη δική του ζωντάνια, με τη δική του ενέργεια. Πιστεύεις επειδή στην πίστη υπάρχει μια μορφή ασφάλειας, παρηγοριάς, αλλά ένα πρόσωπο που αναζητά μια απλή ψυχολογική παρηγοριά, δεν θα φτάσει ποτέ σ’ αυτό που είναι πέρα από τον χρόνο. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει ολοκληρωτική ελευθερία. Είναι δυνατό να είμαστε ελεύθεροι απ’ όλη την ψυχολογική μας διαμόρφωση; Η βιολογική διαμόρφωση είναι φυσική, ενώ η ψυχολογική διαμόρφωση- τα μίση, οι ανταγωνισμοί, η έπαρση, όλα όσα προκαλούν σύγχυση- είναι η φύση ακριβώς του εγώ, που είναι σκέψη.

Για να ανακαλύψουμε πρέπει να υπάρχει προσοχή- όχι συγκέντρωση. Είναι πραγματικά σημαντικό να διαλογίζεται κανείς, γιατί ένας νους που δουλεύει μόνο μηχανικά, όπως η σκέψη, δεν μπορεί ποτέ να πλησιάσει εκείνο που είναι ολοκληρωτική, υπέρτατη τάξη κι επομένως ολοκληρωτική ελευθερία. Το σύμπαν βρίσκεται σε ολοκληρωτική τάξη.

Ο ανθρώπινος νους βρίσκεται σε αταξία και πρέπει κανείς να έχει έναν εξαιρετικό νου, ένα νου που να έχει κατανοήσει την αταξία και να είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις, μιμήσεις, και υποταγές. Ένας τέτοιος νους είναι ένας προσεκτικός νους. Είναι ολοκληρωτικά προσεκτικός σε ότι κάνει, σε όλες του τις πράξεις μέσα στις σχέσεις. Η προσοχή δεν είναι συγκέντρωση. Η συγκέντρωση έχει όρια, είναι μειωμένης δυνατότητας, περιορισμένη, ενώ η προσοχή είναι απεριόριστη. Στην προσοχή υπάρχει η ποιότητα της σιωπής- όχι της σιωπής που έχει επινοήσει η σκέψη, όχι η σιωπή που εμφανίζεται μετά από φασαρία, όχι η σιωπή της αναμονής μιας σκέψης από μια άλλη σκέψη. Θα πρέπει να υπάρχει εκείνη η σιωπή που δεν έχει κατασκευαστεί από επιθυμία, από θέληση, από σκέψη. Και σε έναν τέτοιο διαλογισμό δεν υπάρχει κέντρο που ελέγχει. Σε όλα τα συστήματα που έχουν επινοηθεί κατά καιρούς, υπάρχει πάντα προσπάθεια, έλεγχος, πειθαρχία. Αλλά πειθαρχία σημαίνει να μαθαίνεις- όχι να υποτάσσεσαι, αλλά να μαθαίνεις- έτσι ώστε ο νους σου να γίνεται όλο και πιο οξυδερκής. Η μάθηση είναι μια διαρκής κίνηση, δεν βασίζεται στην γνώση ο διαλογισμός είναι η απελευθέρωση από το γνωστό, που σημαίνει μέτρηση. Και σε αυτόν τον διαλογισμό υπάρχει απόλυτη σιωπή.
Τότε, μονάχα μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, υπάρχει εκείνο που δεν έχει όνομα.’

‘υπάρχει τίποτα ιερό στην ζωή που να μην είναι επινοημένο από την σκέψη ; Υπάρχει κάτι πέρα απ’ όλη τη σύγχυση, την αθλιότητα, το σκοτάδι, τις ψευδαισθήσεις, κάτι πέρα από τα κατεστημένα και τις μεταρρυθμίσεις ; Από την αρχαιότητα, ανάμεσα σε αυτόν που αναζητά και σ’ εκείνο που ελπίζει ο αναζητητής να βρει, έχει παρεμβληθεί ο ιερέας. Ο ιερέας ερμηνεύει, γίνεται αυτός που ξέρει- ή νομίζει ότι ξέρει- κι έτσι ο αναζητητής βγαίνει από τον δρόμο του, αλλάζει πορεία, χάνεται. Ότι και να κάνει η σκέψη δεν είναι ιερή. Η σκέψη είναι που έχει χωρίσει τους ανθρώπους σε θρησκείες και εθνικότητες. Τη σκέψη την γεννάει η γνώση και η γνώση δεν είναι ποτέ πλήρης για οτιδήποτε, οπότε η σκέψη είναι πάντα περιορισμένη και διαιρετική. Όπου υπάρχει διαιρετική δράση, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.

Τίποτα απ’ όσα έχει συναρμολογήσει η σκέψη, είτε είναι μέσα σε βιβλία ή σε εκκλησίες ή σε ναούς ή σε τζαμιά, δεν είναι ιερό. Κανένα σύμβολο δεν είναι ιερό, δεν είναι θρησκεία. Είναι απλώς ένα σχήμα της σκέψης, μια επιφανειακή αντίδραση σ’ αυτό που ονομάζεται ιερό’
Τζίντου Κρισναμούρτι.

DSC02235

Paolo και Daddo, η αρχή της μεγάλης εξέγερσης

 

Η ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ( ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 3 / ΣΕΙΡΑ )
Περιγράφοντας τις περιστάσεις που τον οδήγησαν να συμμετάσχει στη συμμορία που πιάστηκε το 1967, μετά από μια αιματηρή ανταλλαγή πυροβολισμών, και που στη συνέχεια, μετά την ισόβια καταδίκη του, τον έσπρωξαν να δουλέψει για την δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος στις φυλακές, ο Νοταρνικόλα μας προσφέρει ένα πολύτιμο κλειδί ανάγνωσης για πολλά άλλα γεγονότα: την κρίση της «γκεριγιερίστηκης» ιδεολογίας, τη μετανάστευση από το Νότο, το ρόλο των κρατικών θεσμών στην πολιτική ένταξη. Όπως εξηγεί ο Πίο Μπαλυτέλλι στον πρόλογο, «οι ατομικές περιπέτειες του πρωταγωνιστή αυτής της ιδιαίτερης, ιταλικής ιστορίας, ντοκουμεντάρουν μια σειρά από περιστάσεις της σύγχρονης ταξικής σύγκρουσης, μέσα στην οποία η τύχη του επιμέρους ταυτίζεται με την τύχη των εκατομμυρίων άλλων ατόμων». Ο Νοταρνικόλα από τη μια πλευρά ωριμάζει την πολιτική επανεξέταση μιας εξέγερσης δίχως διέξοδο, ενώ από την άλλη δίνει μια συγκεκριμένη περιγραφή του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και θα γεννιέται η εξέγερση: «Το Τορίνο είναι μια προλεταριακή πόλη αλλά αυτό συνεπάγεται και κάτι άλλο: είναι η πόλη των αφεντικών, η πόλη της ΦΙΑΤ και των εκατοντάδων και εκατοντάδων εργοστασίων και βιοτεχνιών όπου όλοι δουλεύουν, δουλεύουν ασταμάτητα και το αφεντικό κάνει κομπόδεμα, ταξιδεύει πρώτη θέση, έχει βίλλα, στέλνει το γιο του στο πανεπιστήμιο και στον εργάτη που ‘ρχεται απ’ το χωριό, απ’ τον Νότο, δίνει τα λεφτά λίγα λίγα, ίσα για να ζει, να δουλεύει, να κάνει παιδιά, και να την βγάζει όπως-όπως, στις τρώγλες της παλιάς πόλης των περιφερειακών συνοικιών». (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

 

 

Το 1979 ανοίγει με δύο ένοπλες ενέργειες που έχουν ισχυρό αντίκτυπο μέσα στο επαναστατικό Κίνημα. Στη Γένοβα στις 24 ιανουαρίου, σκοτώνεται από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες ο Guido Rossa, εκπρόσωπος της Cgil, μέλος της ομάδας περιφρούρησης του PCI-ΚΚΙ, ο οποίος επιτελούσε μια συγκεκριμένη δουλειά διείσδυσης και κατασκοπίας στο εργοστάσιο, που τον οδήγησε να είναι «μοναδικός μάρτυρας» στη δίκη ενάντια στον εργάτη της italsider Francesco Berardi, ο οποίος μοίραζε φυλλάδια προπαγάνδας για τις Βr. Στο Μιλάνο, στις 29 η Prima Linea σκοτώνει τον δικαστή Emilio Alessandrini ο οποίος την διερευνά.

29 febbraio 1979 : Sulla linea di combattimento

Οι Collettivi Politici Veneti παίρνουν το λόγο μιλώντας στο τεύχος 7 της «Αυτονομίας-Autonomia» με το editorial «Σχετικά με τη γραμμή μάχης». Στο έγγραφο επισημαίνεται το πως οι Cpv εννοούν τη σχέση μεταξύ της ένοπλης υποκειμενικής πρωτοβουλίας και της αντιεξουσίας. Υπάρχει μια ακριβής κριτική στην παρανομία και τον υποκειμενισμό των μαχητών. Ας ακούσουμε:

»Λέμε πως το να παίρνουμε θέση και να την αποσαφηνίζουμε σε ορισμένες χρονικές στιγμές είναι κατάλληλο και χρήσιμο.

Λοιπόν, αυτή είναι μια από τις συγκεκριμένες στιγμές. Το ζήτημα που μας απασχολεί, περιορίζεται στους χώρους και τα όρια μιας εφημερίδας, είναι η εξέλιξη και οι αντιφάσεις του κομμουνιστικού ένοπλου αγώνα στη χώρα μας. Η ευκαιρία μας δίνεται από τα γεγονότα της Γένοβα και του Μιλάνο, ή μάλλον από τoν θάνατο ενός «ειδικευμένου» εργαζόμενου του PCI και ενός «δίκαιου» διαχειριστή της καπιταλιστικής δικαιοσύνης, δηλαδή εξ αιτίας δύο επιχειρήσεων μάχης ενάντια σε εκφραστές του εργατικού ρεβιζιονισμού των ημερών μας.
Σε εμάς αυτές οι δύο ενέργειες δεν αρέσουν. Όχι τόσο για το τέλος των δύο εργαζομένων της κοινωνικής μηχανής αντιπρολεταριακού ελέγχου, όσο, ακριβώς, για το μέγεθος, την κατάσταση της υγείας αυτής της μηχανής και τις διαρθρώσεις της μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Επομένως, μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις πολιτικές θέσεις των συντρόφων του «μαχόμενου κόμματος».

ΠΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Αν για εμάς, όπως και για αυτούς τους συντρόφους, το βασικό στοιχείο για την κατάρρευση του οπορτουνισμού και για την έξοδο από τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές γραμμές, οι οποίες εδώ και δεκαετίες, για την ακρίβεια από πάντα, είναι παρούσες και κυρίαρχες μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως και για μια πιθανή υπόθεση επαναστατικής εργατικής εξουσίας, αυτό το στοιχείο έγκειται στην επιλογή του πεδίου του ένοπλου αγώνα. άλλο τόσο, έπεται λόγω αυτής της θεωρητικής και πρακτικής μη αναστρέψιμης για εμάς γνώσης το πρόβλημα του πώς θα καταφέρουμε να οργανώσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα σε μια ιστορική προοπτική απελευθέρωσης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Πράγματι, αν ο ταξικός εχθρός αποκομίζει την εξουσία του, την κοινωνική δικτατορία του ασκώντας την διοίκηση- την εξουσία επί της εργασίας, αυτή η εντολή, αυτή η διοίκηση-εξουσία δεν τροφοδοτείται μόνο από στρατιωτική δύναμη, αλλά και από μια κοινωνική και μαζική ποιότητα αυτής της δύναμης.
Η τεράστια τερατουργικότητα του γραφειοκρατικού-στρατιωτικού μηχανισμού του Πολυεθνικού Καπιταλιστικού Κράτους συνοδεύεται από την πολυπλοκότητα των ταξικών σχέσεων, μεταξύ των τάξεων, σε μια χώρα με καθυστερημένο καπιταλισμό, με την επέκταση, διαρθρωμένη και ριζωμένη ανάμεσα στα προλεταριακά στρώματα, της παρουσίας του ρεβιζιονισμού με λειτουργίες ελέγχου της προλεταριακής συναίνεσης στην κυριαρχία της αστικής νομιμότητας.
Ο αναθεωρητισμός-ρεβιζιονισμός ο οποίος, αν και αρνητικό προϊόν των ταξικών αγώνων, είναι ακόμα εσωτερικός στην τάξη.
Ο ένοπλος αγώνας, λοιπόν, αποκτά χαρακτηριστικά καθολικότητας μόνο εάν εισάγεται μέσα σε ένα πολιτικό και οργανωτικό μονοπάτι που συνδέεται με μια στρατηγική και μια τακτική φάσης εμφυτευμένες στην επίλυση όλων των πτυχών που εκφράστηκαν παραπάνω.
Πιστεύουμε, όντως, μαζί με τον Λένιν, ότι «το κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να θεωρήσει τον παρτιζάνικο πόλεμο ως το μοναδικό και ούτε ακόμη το κύριο μέσο αγώνα» και «ότι αυτό το μέσο πρέπει να υπαχθεί σε άλλα» και ότι «χωρίς αυτή την τελευταία προϋπόθεση, όλα, απολύτως όλα τα μέσα αγώνα στην αστική κοινωνία … παραμορφώνονται, εκπορνεύονται“.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ – Η ήττα της «μπερλινγκουερικής κλίκας» δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει, κατά την άποψή μας, για να είναι μια προλεταριακή νίκη, την ιδεολογικο-πολιτικο-ανθρώπινη και οργανωτική κρίση του ιστορικού εργατικού κινήματος, δηλαδή, μιας επιθυμητής διάρρηξης του.
Ο αναθεωρητισμός στη δομή του, στο στήσιμο του, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε θέση υποταγμένη στον «καπιταλιστικό κόσμο». Επομένως, να τον αλλάξουμε σημαίνει να τον διαρρήξουμε.
Να τον σπάσουμε σίγουρα όχι πηδώντας, άνευ διαμεσολαβήσεων στην πολεμική γραμμή, από ένα επίπεδο ιδεολογικής κριτικής σε ένα επίπεδο συνοπτικής δικαιοσύνης.
Αν και γουρούνια, πληροφοριοδότες, ρουφιάνοι του αφεντικού και κουράδες συμβιβασμένοι με το καπιταλιστικό καθεστώς, οι ρεβιζιονιστές εξακολουθούν να παρουσιάζουν κοινωνικά, μαζικά χαρακτηριστικά, να διαχειρίζονται πλειοψηφικά στρώματα του προλεταριάτου και επομένως, αμέσως και σε αυτό το στάδιο, να προκαλούν σύγχυση, αμηχανία, παραμόρφωση, αντι-κομμουνιστική υστερία και πάνω απ’όλα μια επικίνδυνη αντιστροφή μέσα στην τάξη της δίκαιης αντιπαράθεσης των εργατών και των προλετάριων με τις προτάσεις και τις υποθέσεις του κομμουνιστικού σχεδίου μάχης και απελευθέρωσης κατά και από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Σε ένα πρόγραμμα οργάνωσης, ταυτοποίησης, αποκάλυψης-ξεμασκαρέματος και κατάλληλης αγωνιστικής απάντησης των συμβιβασμένων ρεβιζιονιστών, είναι απαραίτητο παράλληλα να ασκείται με προτεραιότητα η πολιτική, πρακτική και δημόσια κριτική της πολιτικής τους στο επίπεδο των πραγματικών ταξικών αντιφάσεων, επάνω στην πραγματική ισορροπία δυνάμεων σε αυτή τη φάση μεταξύ του προλεταριάτου και του καπιταλισμού, στα εργοστάσια, όπως στους τομείς της κοινωνικής παραγωγής όπως και στην επικράτεια, στις γειτονιές, στην κοινωνία.
Αναγκάζοντας τον ρεβιζιονισμό να αντιπαρατεθεί στο επίπεδο που η μάχη, ο αγώνας σου θέλει να ασκήσει:

ΤΡΙΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Για να μπορέσουμε να κάνουμε όλα αυτά, υπάρχει ανάγκη για μια γενιά επαναστατών των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να εντοπιστούν απλά στην «παράνομη διάσταση».
Δηλαδή, σε μια προσέγγιση στράτευσης που να είναι χρήσιμη για την ανάπτυξη καλά καθορισμένων καθηκόντων μιας ώριμης κομμουνιστικής οργάνωσης, η οποία όμως ακόμη πρέπει να κατακτηθεί, αλλά ανεπαρκής και αποκλίνουσα αν δεν βυθιστεί σε μια πολύ ευρύτερη οργανωτική διάρθρωση. Δεν συμφωνούμε πλέον όταν μια πιθανή ποιότητα της οργάνωσης έρχεται να αναλάβει, όπως υπενθύμισε ο Λένιν νωρίτερα, έναν χαρακτήρα καθολικότητας σε λύσεις στα ερωτήματα και τις οργανωτικές ανάγκες.
Να διαλεχτούμε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα τις αντιφάσεις μεταξύ παράνομης και μη παράνομης στράτευσης υπήρξε χρήσιμο τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε ένα εξαιρετικό εργαστήριο που είναι η αληθινή πραγματικότητα και η συνεχής κίνηση των πραγμάτων, όλες οι ενέργειες, οι υποθέσεις, οι εμπειρίες των κομμουνιστών έχουν αναπτυχθεί μαζί με τα όριά τους κατά τη διάρκεια μιας μακράς φάσης μέσα στην οποία δεν ήταν δεδομένες οι συνθήκες για να επιστρέψουν όλοι σε μια πειθαρχία και ομοιογένεια ενιαίας πορείας οργάνωσης και προγράμματος. Όλοι εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ένοπλος αγώνας στη χώρα μας, με τις διάφορες μορφές που έχουν αναληφθεί και με τους διαφορετικούς τρόπους μάχης που υιοθετήθηκαν, είναι ένα αντικειμενικό και υποκειμενικό αποτέλεσμα ετών και χρόνων αγώνων των εργατών και εξαιρετικής αντίστασης στο καπιταλιστικό σχέδιο αναδιάρθρωσης των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής μεταξύ των τάξεων.
Καλώς, σήμερα, το να αναγνωρίζουμε όλα αυτά δεν είναι πλέον αρκετό.
Το κομμουνιστικό υποκείμενο πρέπει να είναι πειθαρχημένο μέσα σε ένα κεντρικό σχέδιο οργάνωσης ικανό να «το οπλίζει» για να αποδιοργανώσει ολόκληρο το οπλοστάσιο ελέγχου διοίκησης εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους. Το κίνημα πρέπει να εμπλουτιστεί με την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, είναι απαραίτητο να εργαστούμε έτσι ώστε να μπορέσει να ενισχυθεί και να μπορέσει να υποστηρίξει και να δεχθεί την καπιταλιστική πρόκληση σε όλα τα εδάφη όπου συσχετίζονται οι ταξικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια δεν ενδιαφερόμαστε να οικοδομήσουμε ένα πλαίσιο μάχης μόνο στη συνεχή επαλήθευση των δυνατοτήτων να σακατέψουμε και να εκτελέσουμε έναν ταξικό εχθρό, αν δεν δουλέψουμε ή αν εργαστούμε ενάντια σε μια διαφορετική συνολική ποιότητα του συλλογικού κομμουνιστικού υποκειμένου, της διαφορετικότητας, εάν επιτρέπετε, από την συνολική ποιότητα του μεταρρυθμιστικού-ρεφορμιστικού υποκειμένου.
Ως εκ τούτου, μια γραμμή μάχης στο πλαίσιο της πρακτικής του προλεταριακού προγράμματος σε εδαφικό επίπεδο, μέσα στην εμπειρία μαζικής παρανομίας και ανάπτυξης του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Κινήματος ως υποκειμενικό δίκτυο μιας προλεταριακής εξουσίας που αναπτύσσεται επάνω στη χρήση της δύναμης, σταδιακά ανάλογης με τα πιθανά άλματα και τον εξαναγκασμό της και μέσα σε ολόκληρη την προλεταριακή υποκειμενικότητα. Συνεπώς μια διαρθρωμένη και σύνθετη πρακτική του ένοπλου αγώνα. Δεν μπορούμε, σύντροφοι, δεν μπορούμε να γκετοποιήσουμε, πάνω απ’όλα, τις μελλοντικές προλεταριακές δυνατότητες μόνο σε έναν από τους τρόπους διεξαγωγής του αγώνα, της μάχης.
Το στυλ εργασίας των κομμουνιστών πρέπει να είναι από εδώ και στο εξής, όσον αφορά τα θεμελιώδη κριτήρια και τους θεμελιώδεις νόμους του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος, ένα εσωτερικό ερώτημα-ζήτημα για τους κομμουνιστές και το έργο τους. Επιβάλλεται-απαιτείται η εγκατάλειψη, σε σύντομο χρονικό διάστημα, όλων εκείνων των θέσεων που μπλοκάρουν και / ή εμποδίζουν μια διαδικασία ενοποίησης όλων των προλεταριακών πρωτοποριών στην χώρα μας.
Αν ορισμένοι σύντροφοι συνεχίσουν, δυστυχώς, να σπρώχνουν τον επιταχυντή για μια δραστική ευθυγράμμιση θέσεων, μεταξύ των συνιστωσών του κομμουνιστικού κινήματος, επάνω στους διαφορετικούς τρόπους μάχης, σε μια παραπλανητική και όλο και πιο πλαστή και τεχνητή αντίθεση-αντιπαράθεση, τότε από την πλευρά μας θα αποστασιοποιηθούμε όλο και περισσότερο με μια σκληρή πολιτική μάχη κατά των θέσεων αυτών. Πράγματι, η περαιτέρω πρόοδος του έργου των κομμουνιστών των διαφόρων επαναστατικών οργανώσεων θα είναι θετική αν αναλάβει τα καθήκοντα και τις ευθύνες που τους αναλογούν μιας νέας φάσης, αυτή τη φορά πιο πολύπλοκης και ώριμης.
Δεν μας αρέσει εάν διασπαστεί μια σωστή ισορροπία των αναλογιών μεταξύ των δύο κύριων συνιστωσών, γραμμών του επαναστατικού κινήματος, δηλαδή μεταξύ των κομμουνιστών στην παρανομία και των κομμουνιστών της εργατικής αυτονομίας. Πρόκειται για κάτι πολύ άσχημο με πολύ κακές προοπτικές, αν η μια μεταβλητή, η παράνομη, σταματήσει να σχετίζεται με κάποιον τρόπο με τη γενική δυναμική του κομμουνιστικού κινήματος. Η οργανωμένη εργατική αυτονομία δεν λογαριάζεται μόνο με την επιτάχυνση της στρατιωτικής πίεσης του κράτους επάνω στην οργάνωση, αλλά και με τα προβλήματα και τις δυσκολίες που συνδέονται με την επανέναρξη-επανάληψη της προλεταριακής πρωτοποριακής και μαζικής πρωτοβουλίας. Ενδιαφερόμαστε για ένα συλλογικό κομμουνιστικό υποκείμενο «πολιτικά αναγνωρίσιμο» από τους προλετάριους, και όχι μόνο μέσα από τα χρονικά των εφημερίδων, χωρίς άμφια και μεταμφιέσεις που συγχέουν την ουσία αυτού που έχεις να πεις (στην προκειμένη περίπτωση με μεταμφίεση δεν εννοούμε όλους τους κανόνες ασφαλείας και άλλα παρόμοια θέματα).
Είναι απαραίτητο να πειθαρχήσουμε μέσα σε μια ενιαία, δύσκολη και πολύπλοκη προσπάθεια για την οικοδόμηση της οργάνωσης και του προγράμματος.
Η ομοιογένεια, σύντροφοι, πρέπει να αναζητηθεί και να επιδιώκεται πεισματικά. Αλλά με σαφήνεια. Το να χτυπήσουμε κάποιον στα πόδια πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του αποκλεισμού του εργοστασιακού τμήματος, της ικανότητας του κομμουνιστικού κινήματος να αποδιαρθρώσει την επικράτεια, περιοχή ανά περιοχή, με την άσκηση της επαναστατικής αντιεξουσίας. Και αντίστροφα».

συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.

Σε μια περίοδο που διασχίσθηκε από αντισυνταγματικού χαρακτήρα εντάσεις, μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών στη μορφή του αγώνα δεν πρέπει να λησμονούνται εκείνες που σχετίζονται με τον τομέα των επιστημών ή της επιστήμης «tout court». Εδώ δεν υπάρχουν μόνο οι τεχνολογικές καινοτομίες που αναπτύχθηκαν για να ελέγξουν την εργατική-ταξική σύγκρουση , υπάρχει επίσης ο κόσμος της ιατρικής και της ψυχιατρικής, τα προβλήματα της υγείας του σώματος και του νου. Η δεκαετία του 70 υπήρξε μια ριζοσπαστική και καινοτόμος κριτική, χωρίς επιστροφή, του ιατρού ως «τεχνικού του κεφαλαίου», του ψυχίατρου ως «τεχνικού του ελέγχου». Ήδη σε αυτούς τους ορισμούς περιέχεται η κριτική διαδρομή που θα φέρει μερικούς «τεχνικούς» των ολοκληρωτικών θεσμών να αμφισβητήσουν τον ρόλο τους, ακολουθώντας ένα παρόμοιο μονοπάτι που εφαρμόστηκε από τους διαφωνούντες διανοούμενους της δεκαετίας του εξήντα. Το 1968 κυκλοφόρησε το βιβλίο  «L’istituzione negata.Rapporto da un ospedale psichiatrico»,»Το θεσμικό όργανο που αμφισβητήθηκε. Έκθεση ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου» που επεξεργάστηκε ο Franco Basaglia. Το βιβλίο που δημοσιεύει ο εκδοτικός οίκος Einaudi θα πουλήσει 60.000 αντίτυπα μεταξύ του ’68 και του ’72, και θα συναντηθεί γρήγορα με το πλατύ κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο τεράστιος αντίκτυπος του έργου της Basaglia δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι καθιστά εμφανή τη φρίκη του θεσμού του ασύλου, του ψυχιατρίου και τη πληγωμένη ανθρωπιά των έγκλειστων (θα ήταν στην περίπτωση αυτή ένα απλό καταγγελτικό καθήκον ρεφορμιστικού τύπου), αλλά και το ότι πηγαίνει στις ρίζες της λειτουργίας της ψυχιατρικής και της φιγούρας του «τρελού», του «ανισόρροπου», σαν φιγούρες και λειτουργίες όλες εσωτερικές στη λογική της κυριαρχίας του κεφαλαίου. «Ο Μάρξ κάποτε μίλησε για την «τρέλα του κεφαλαίου» σε μια μεταφορική και λογοτεχνική έννοια. (Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τους μαρξικούς μεταφορικούς ισχυρισμούς). Τρέλα του κεφαλαίου είναι ακριβώς το αντίθετο του «τρελού κεφαλαίου».) Δηλαδή μίλησε για την πραγματικότητα ως μια «ανατραπείσα» πραγματικότητα (που διπλασιάστηκε, διασπάστηκε, αντικαταστάθηκε) […].Η τρέλα και οι ασθένεια είναι η αντιφατική συστατική έκφραση της «διπλής» υπάρχουσας πραγματικότητας ως αντιστρεπτική σχέση των κοινωνικών σχέσεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του «χρόνου εργασίας» και «χρόνου ζωής»[…].Το ον-άνθρωποι των «αρρώστων» ή των «υγιών» ως ον- εμπόρευμα των ανθρώπων, συνιστά και καθορίζει, θετικά ή αρνητικά, την οικειοποίηση ή την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης-κοινωνικής αυτοπαραγωγής, των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, ανάμεσα στον άνθρωπο και τα προϊόντα του « (9).

Αποτέλεσμα εικόνας για Franco Basaglia

Ουσιαστικά ο «τρελός», ο «ανισόρροπος» στην ανάδυση του είναι ένας «αντιφρονούντας» της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων της «τρέλας του κεφαλαίου» που ωθεί το ιδιωτικό και το κοινωνικό μέσα στο κλουβί της εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Το άσυλο, το ψυχιατρείο, το ίδρυμα και η ψυχιατρική επιστήμη έχουν στη συνέχεια ως καθήκον να καταστήσουν την κατηγορία της τρέλας παραγωγική και λειτουργική. Είναι βέβαιο ότι με το έργο του Basaglia και την εμπειρία του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Gorizia (όπου δρούσε ο Basaglia), ο «τρελός», ο «αποκλεισμένος», έγινε ένα υποκείμενο των αγώνων και, ενώ χιλιάδες φοιτητών συνέρρεαν για να παράσχουν εθελοντική εργασία στην Gorizia, η κουλτούρα και η πρακτική της αντι-ψυχιατρικής γίνονταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της επαναστατικής κουλτούρας. Τα έργα των Laing, Cooper, Goffman άρχισαν να διαδίδονται ευρέως, συμβάλλοντας στην ενεργοποίηση στο έδαφος της πολιτικής και κοινωνικής εξέγερσης, των θεμάτων των «τεχνικών απελευθέρωσης», των μεθόδων μέσα από τις οποίες να διαφύγει κάποιος από τις χειραγωγήσεις και τις επιρροές, τους επηρεασμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς στις προσωπικές εμπειρίες, για να ανακτήσει αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Σχετική εικόνα

Και στην διαδρομή που ήδη ασκήθηκε από την «ιδιαιτερότητα» της beat και hippy εμπειρίας, η δημιουργική «κατανάλωση» αντιψυχιατρικών προβληματισμών και αναγνώσεων ως εργαλείο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ενεργοποιείται και γίνεται καθημερινή πρακτική. Αυτή η διαδρομή ποτέ δεν υπήρξε εύκολη και γραμμική, αρμονική. Αφού είχε ένα μεγάλο χώρο το ’68, τέθηκε σοβαρά στο περιθώριο από την εμφάνιση των γραφειοκρατικών-λενινιστικών οργανώσεων, παραμένοντας προνόμιο του underground χώρου, της αντικουλτούρας, για να επιβεβαιωθεί ξανά μέσα στη μεγάλη εποχή του «προσωπικού που είναι πολιτικό» συνδεδεμένου με το γυναικείο κίνημα .

Σχετική εικόνα

Η οποία, εάν κατάφερε να θέσει στο κέντρο της σύγκρουσης «τη μεγαλύτερη από όλες τις διαφορετικότητες», ίσως να μην κατάφερε να αντιληφθεί πλήρως το γεγονός πως το ότι ήταν και ένα κοινωνικό και μαζικό κίνημα το καθιστούσε ένα «μέρος του συνόλου». Και πως, αποσυντιθέμενη με το τέλος του ’77 η συνολική συνέπεια των κινημάτων (εργατικών, κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών), η δυνατότητα της «ανατροπής» της αμοιβαίας διάκρισης μετατρέπονταν σε ευρέως διαδεδομένη ψυχαναλυτική πρακτική, μοναχά ως αντιμετώπιση στην δυσφορία, στην αγωνία και την ταλαιπωρία, όχι ως μια συνολική επανάσταση του εαυτού. «[…] δεν γίνεται να αρνηθούμε, ας πούμε, την απόδειξη της ολότητας. Ήδη ο Nietzsche έλεγε ότι το να αποκλείεις ένα κομμάτι σημαίνει να αποκλείεις τα πάντα Η ανατροπή είναι ολική ως ανεστραμμένη ολότητα, σε όλες τις διαστάσεις και τα επίπεδα της: στο σύστημα της εργασίας, της επικοινωνίας, της »γλώσσας», των αναγκών, της «σεξουαλικότητας», της εξουσίας» (10).

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista sapere giulio maccacaro anni 70

Πολλά είναι τα περιοδικά που γεννήθηκαν σε αυτόν τον χώρο της κριτικής της καθημερινής ζωής και των αντιφάσεων που προκάλεσε η υπαρξιακή ανησυχία. Τεράστιας σημασίας το «Sapere, Γνώση» που διηύθυνε ο Giulio Maccacaro, τόσο για το κύρος των συνεργατών του όσο και για την πολλαπλότητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκαν [μπορεί να πει κανείς ότι είχαν προβλέψει-προκαταβάλει σχεδόν τα πάντα: από την οικολογία μέχρι την κριτική της ιατρικής του «κεφαλαίου», από την αντιπυρηνική μάχη μέχρι την απομυθοποίηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης» ως υπεύθυνης για την καταστροφική ρύπανση του πλανήτη, μέχρι την κριτική των ίδιων των θεμελίων της τεχνικής επιστημονικής γνώσης]. Το περιοδικό «L’Erba Voglio», το οποίο ιδρύθηκε από τον ψυχαναλυτή Elvio Fachinelli και την Lea Melandri, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, θα συνεχίσει για χρόνια μια επίκαιρη κριτική των σεχταριτικών υπερβολών της ιδεολογικής στράτευσης και των αυταρχικών πρακτικών, ακόμη και όταν ήταν κρυμμένες από την αριστερή μήτρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'erba voglio anni 70

Σημείο αναφοράς για τις αντιαυταρχικές πρακτικές στο σχολείο (ειδικά για τα μικρά παιδιά) το «L’Erba Voglio» τοποθετείται συνεχώς στην καρδιά της πολιτιστικής συζήτησης που αντιπαραθέτει τις υπαρξιακές συμπεριφορές στις άκαμπτες ιδεολογικές θεωρητικοποιήσεις. Αλλά και στον δημιουργικό και καλλιτεχνικό τομέα (θέατρο, μουσική, κινηματογράφο κλπ.) πολλά πράγματα πρέπει να εξερευνηθούν και να εκπροσωπηθούν μέσα στα γεγονότα των κινημάτων. Από τη διαμαρτυρία των διανοουμένων και καλλιτεχνών του ’68 (καταλήψεις της Triennale του Milano και της Biennale της Βενετίας) στην μεγάλη άνθιση των «ελεύθερων ραδιοφώνων» το ’77. Και πάνω απ ‘όλα, εκτός από τη μεγάλη παραγωγή πολιτικού θεάτρου και καμπαρέ, την στράτευση και τη νοημοσύνη του Κύκλου La Comune, Η Κομούνα, του Dario Fo και της Franca Rame. Ένας οργανισμός που σε πολλές φάσεις λειτούργησε ως ένα αυθεντικό μεγάλο «μέσο» ερμηνείας-αναπαραγωγής των διάσπαρτων πολιτικών αγώνων.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Αποτέλεσμα εικόνας για Circolo La Comune di Dario Fo e Franca RameΣχετική εικόνα

αυτονομία, autonomia

Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, Η ΑΛΛΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ (8).

Όμως το βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα ουσιαστικό εργαλείο για τη μετάδοση της γνώσης.Το πέρασμα στην παραγωγή του βιβλίου για το κίνημα αντιπροσωπεύει ένα πρόβλημα.Προϊόν εξαναγκασμού, χωρίς μια πραγματική ωρίμανση, σχεδόν πάντα επιλύεται στο βιβλίο-ντοκουμέντο, στο βιβλίο που ακολουθεί την επικαιρότητα, στην προσπάθεια προβληματισμού ή στην αναφορά, την περίληψη των αγώνων. Εάν το έργο αντιπληροφόρησης στα πρώτα χρόνια μετά το Εξήντα οκτώ καλύπτονταν από περιοδικά και μπροσούρες, το βιβλίο, συχνά στεγνό αναμάσημα των κλασικών του μαρξισμού και ιστορία της ιδίας οργάνωσης, εξυπηρετούσε τα σεμινάρια που εκπαίδευαν στελέχη. Στη φάση του «προσωπικού που είναι πολιτικό» προχωρήσαμε στη συνέχεια σε εγχειρίδια ημερολογίων, βοτάνων, για το σώμα και τα ναρκωτικά για να φτάσουμε στις θλιβερές ιστορίες που έγραψαν οι πρώην leader για να γιορτάσουν τις δεκαετείς εκδηλώσεις μνήμης. «Το βιβλίο είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα, συνεπάγεται μακρύτερο στοχασμό, χρονικό ρυθμό διαφορετικό από αυτόν της επικαιρότητας, και αντιθέτως, το θεωρητικό βάθος φαίνεται να απουσιάζει από τους πολιτικούς ηγέτες εκείνης της δεκαετίας, σαν να μοιάζει σχεδόν προνόμιο της προηγούμενης πολιτιστικής γενιάς: Tronti, Asor Rosa, Cacciari, Bologna, Negri. Εν ολίγοις, εκείνο του βιβλίου δεν αποτελεί ένα πλεόνασμα των στοιχείων ενεργητικού επί των υποχρεώσεων για τις στρατευμένες εκδόσεις. Η σχέση μεταξύ των νέων του κινήματος και γραφής είναι από τις πιο δύσκολες. Αν και η επανάκτηση της λογοτεχνίας και της ποίησης, η βαθιά επανάσταση της γλώσσας που επέβαλε το κίνημα του ’77 και πάνω απ ‘όλα η μεγάλη, ισχυρή μεταμόρφωση των εθίμων, του στυλ και της πραγματικότητας, δεν μπορούν παρά να έχουν λογοτεχνικά αποτελέσματα, αν και μακροπρόθεσμα και πιθανώς δια του έργου μιας νέας γενιάς που δεν είναι αυτή των «πολιτικών». Ωστόσο, η άνθιση των μικρών εκδοτικών οίκων και των εκτυπωτικών μικρο-πρωτοβουλιών είναι πιο ζωντανή και βλαστάνει καλύτερα από ποτέ. Στη Μπολόνια, στη Ρώμη, στο Μιλάνο και στην »επαρχία» βρίσκεται σε εξέλιξη ένα νέο φαινόμενο: τουλάχιστον δέκα μικροί εκδοτικοί οίκοι συνυπάρχουν με τυπογραφίες που δουλεύουν με φτωχά μηχανήματα, απέκτησαν την επίπεδη off-set που κοστίζει λίγα εκατομμύρια και που επιτρέπει μια καλή εκτύπωση, και δημοσιεύουν επίσης σε πολύ χαμηλό αριθμό αντιτύπων περνώντας στη συνέχεια από ένα εναλλακτικό κύκλωμα στη διανομή.Το φαινόμενο που ήταν ήδη γνωστό στη Γερμανία μετά από τη βίαιη καταστολή που άσκησαν οι αρχές σε οποιαδήποτε μορφή μη θεσμικής παραγωγής, βρήκε στα δικά μας μέρη άλλες τάσεις, άλλα κίνητρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για antonio negri, libri, anni 70, foto

Δεν είναι ότι η βιομηχανικός μηχανισμός του πολιτισμού ασκεί μια μορφή ρητής καταπίεσης ενάντια στις αναδυόμενες νοημοσύνες: απλώς τις αγνοεί. Για πολύ καιρό σνομπάρισε, για παράδειγμα, μια εμπειρία όπως εκείνη των «QuaderniRossi». Ανέχεται με δυσκολία νέους συγγραφείς που δεν παραπέμπουν άμεσα σε καθιερωμένες λογοτεχνικές κατηγορίες, εκείνες των Μοravia, των Calvino, των αμερικανικών γραμμάτων, και ούτω καθεξής. Συχνά φθάνει να προσλαμβάνει – έστω και με καθυστέρηση και όταν η εσωτερική δομή των πολιτιστικών φορέων στο εσωτερικό της το επιτρέπει – το πρόσωπο που ενεργεί ως άμεσος σύνδεσμος με τους τομείς του κινήματος. Κυρίως το νέο ταλέντο εντοπίζεται μέσα από τις πρώτες δημοσιεύσεις του σε περιοδικά ή στην μικρή εκδοτική προσπάθεια, κάνοντας αυτή την τελευταία να αναλαμβάνει μια λειτουργία κοσκινίσματος, αλλά ακόμα περισσότερο ο μεγάλος εκδοτικός οίκος τείνει να συσκευάζει αυτός, από μέσα, βιβλία και συγγραφείς σε ένα έργο έγκαιρου σχεδιασμού. Ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών των μορφών εκδόσεων είναι σαφής. Στους μεγάλους εκδότες υπάρχει ένας ακριβής πολιτιστικός σχεδιασμός ο οποίος σχεδόν πάντοτε λείπει στους μικρούς, οι οποίοι ωστόσο έχουν πιο ευκίνητα πολιτιστικά μονοπάτια και υποκείμενα σε τροποποιήσεις.
Αποτέλεσμα εικόνας για QuaderniRossi
Ακόμη: υπάρχει ο προγραμματισμός των τίτλων, βασικό στοιχείο και διάταξη όλης της συντακτικής πολιτικής, οι 80-90 μικροί οίκοι που λειτουργούν σήμερα στην Ιταλία, στηρίζουν αντιθέτως την ύπαρξη τους ακριβώς στο αντίθετο, όχι τόσο επειδή δεν διαθέτουν δομές, οργάνωση της εργασίας , κατάλληλο προσωπικό και αρκετό σε αριθμό, αλλά επειδή αυτό που μετρά και είναι ζωτικής σημασίας για αυτούς είναι να βγουν με το σωστό βιβλίο την κατάλληλη στιγμή. Για να επιτευχθεί αυτό αρκούν επίσης δύο ή τρεις μήνες. Το κοινό με το οποίο επικοινωνούν είναι περιορισμένο, η ανάγκη στην οποία πρέπει να απαντήσουν συχνά είναι αναδυόμενη ή βρίσκεται στη διαδικασία σχηματισμού, οπότε τα τρεις χιλιάδες αντίγραφα του μέσου όρου κυκλοφορίας είναι σχεδόν πάντοτε επαρκή.Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές φορές ο μικρός εκδοτικός κλάδος βρίσκεται στη θέση να παίζει προλαμβάνοντας κοινωνικά φαινόμενα που στη συνέχεια θα εκραγούν ή ανακαλύπτοντας φλέβες που στη συνέχεια θα ξεθαφτούν από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Είναι η περίπτωση του βιβλίου για το Radio Alice που δημοσιεύτηκε τον δεκέμβριο του ’76 από το Erba Voglio που εκείνη την στιγμή δεν είχε καμιά απήχηση και που στη συνέχεια τροφοδότησε ένα τεράστιο ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τη νέα δημιουργικότητα: όλα στοιχεία που θα βρουν την αποδιοργανωτική τους δύναμη την άνοιξη του ’77.
Σχετική εικόναΑποτέλεσμα εικόνας για Alice disambientata, erba voglio, foto
Ήταν η περίπτωση της αναβίωσης των σουρεαλιστών ποιητών, των μεγάλων γυναικών συγγραφέων του παρελθόντος, όπως η Virginia Woolf, που ελήφθησαν ξανά από τις «φεμινιστικές» εκδόσεις και στη συνέχεια ανατυπώθηκαν σε μεγάλα νούμερα από τους μεγαλοεκδότες, πάντα έτοιμους να αδράξουν τις ενδείξεις. Ήδη το 1975 ωστόσο τα πρώτα τεύχη του «A / traverso» έρχονται ως ανοιχτή έρευνα για τα παγκόσμια και συνολικά προβλήματα της γλώσσας, του ιδιωτικού χώρου και της νοημοσύνης σε σχέση με την εξουσία, πέρα από τα άκαμπτα ιδεολογικά σχήματα των οργανώσεων αλλά και πέρα από το «μπανάλ» έδαφος της συζήτησης για την κρίση της στράτευσης και για την ανάδυση των αναγκών, για την οποίαν αναζητούνται πιο πολύπλοκες διαδρομές που να συνδέονται με μια πολιτιστική δομή που πηγαίνει από το Majakovskij στο Bataille, από τα «Quaderni Rossi» έως τον Deleuze και τον Guattari. Πρόκειται για ένα έργο μιας μικρής πολιτιστικής επανάστασης που γεννιέται, όχι τυχαία, ως κατοπτρική αντανάκλαση ακριβώς στη Μπολόνια, όπου το μοντέλο του «υλοποιημένου σοσιαλισμού» εμφανίζονταν καταπιεστικό, αδύναμο, μη ελκυστικό. Από εδώ και ένα συγκεκριμένο παράλληλο μονοπάτι με τους νέους φιλόσοφους όπως ο Henri-Levy και ο Gluksmann που με το πάντρεμα της κριτικής κάθε διαφωνίας οδηγούν μια βίαιη επίθεση στις χώρες των «gulag».
Αποτέλεσμα εικόνας για Zut, 1977
Μεταξύ του χειμώνα του 1976 και του Ιουλίου του 1977 εκρήγνυται ένα πρωτοφανές φαινόμενο: η γέννηση 69 νέων εκδόσεων με συνολική κυκλοφορία 300 χιλιάδων αντιγράφων εκ των οποίων 288 χιλιάδες πωλούνται, τυπωμένα σε εννέα διαφορετικές περιοχές της Ιταλίας, στις μητροπόλεις αλλά και σε απίστευτες καταστάσεις όπως το Pero, το Sesto SanGiovanni, το Brugherio, στην επαρχία του Catanzaro, Ascoli Piceno, Ferrara, Rimini, Savona, Imperia. Είναι τα «Zut», «A/traverso», «Wow», «Bilot», εφημερίδα της Brianza, «Nelmorbido blu», στο Καταντζάρο, σε μια εκπληκτική ομοιογένεια της γλώσσας, επιδεικνύοντας ποτάμια και κοινά πολιτιστικά μονοπάτια, εκφράζοντας το περιεχόμενο του κινήματος του ’77. Η εγκάρσια διάσταση μέσα στα μεγάλα κοινωνικά θέματα θεωρητικοποιείται από τον περιορισμό κατηγοριών όπως προλεταριάτο, μπουρζουαζία, πλέον φθαρμένες από την ιδεολογία. Έτσι, όπως έπραξε ο φεμινισμός, υπάρχει αντίσταση σε κάθε ιδεολογικό σύστημα, ο ριζοσπαστικός ανταγωνισμός μιας μεγάλης επείγουσας ανάγκης τα σπάει με την ενθρόνιση και την ψευδαίσθηση τροποποίησης από πλευράς των κομμάτων, των συνδικάτων, των περιφερειών, των σχολείων, της πολιτιστικής βιομηχανίας. Η καθημερινή ζωή που βιώνεται ως μια επαναστατική στιγμή σε όλες τις συνιστώσες της πρέπει να κάψει το μέγιστο της επινόησης και της δημιουργικότητας. Από εδώ η ειρωνική χρήση της γλώσσας, τα μη νοήματα, η αξίωση του δικαιώματος να ταξιδεύουν (με τέλεια πλαστά εισιτήρια τρένου) το δικαίωμα στην παράσταση, όχι εκείνη των προαστίων αλλά εκείνη στις «πρώτες» (ακριβώς γι αυτό οι νεανικοί κύκλοι καταλαμβάνουν τις αίθουσες πρώτης προβολής του κέντρου), η θεωρία της τεχνικής-επιστημονικής νοημοσύνης (η οποία τρελαίνει τους σηματοδότες της Μπολόνια και αδειάζει τους αποδέκτες τηλεφωνικών κερμάτων της μισής Ιταλίας ), ο «επαναστατικός τοτοϊσμός», δηλαδή το κοινό πάθος για τη μεγαλοφυή μάσκα του Totò, που αναβίωσε στις δημοφιλείς λαϊκές ρίζες της.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Το Radio Alice σπάει όλους τους όρους της επικοινωνίας. Πράγμα που δεν έγινε ποτέ στην ιταλική αριστερά, το κίνημα φέρνει την επανάσταση στη γλώσσα με μια συνειδητή έρευνα. Εφευρίσκει νέες μεθόδους εκτύπωσης με αποκόμματα εφημερίδων, στυλογράφους και λευκό χαρτί χτυπημένο στη μηχανή και εφαρμοσμένο σε γυαλιστερό, δημιουργεί ένα νέο εκτελεστικό εκτύπωσης που επιτρέπει μια ελεύθερη σελιδοποίηση βγαίνοντας από τα τυπογραφικά σχήματα. Αλλά η δύναμη της δημιουργικότητας που εκφράστηκε από το κίνημα του 1977 θα καταφέρει να έχει απρόβλεπτες συντακτικές, εκδοτικές λύσεις ακόμη και στο επίπεδο ενός ειρωνικού και ανευλαβούς μέσου όπως το «Il Male», το οποίο συγκεντρώνει γύρω από την συντακτική του ομάδα τους καλύτερους σχεδιαστές »strip» σε εθνικό επίπεδο, επιτυγχάνοντας πολύ γρήγορα κυκλοφορίες πολύ υψηλές. Η τύχη της περιοχής της «αντιπληροφόρησης» είναι διαφορετική, που θα αναγκαστεί να στραφεί προς τον εαυτό της στην επιδίωξη των ζητημάτων της αναδυόμενης καταστολής, της εξάπλωσης του ένοπλου αγώνα και της ακαμψίας του κατασταλτικού-σωφρονιστικού μοντέλου.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
αυτονομία, autonomia

1977: ΦΥΓΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΛΕΚΤΙΒΕΣ.

Το 1977 το κίνημα των φοιτητών μιλά για ανάγκες και θέλει να δώσει αξία στην ατομικότητα, έννοια και κατάσταση αναντικατάστατη μέσα στο συλλογικό και στο σχέδιο. Ο Eugenio Finardi τραγουδά «το πολιτικό είναι προσωπικό». Οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι χορεύουν κυκλικά και ζωγραφίζουν τα πρόσωπά τους. Να πάρουμε πίσω τη ζωή είναι το μαζικό σύνθημα. Φαίνεται δυνατό να βρεθούν και πάλι οι λόγοι για έναν κοινό αγώνα. Αλλά και εκεί η σύγκρουση εκρήγνυται. Συχνά με βίαιο τρόπο.Σύντομα οι διαδηλώσεις των γυναικών δέχονται επιθέσεις από τους αυτόνομους, οι οποίοι, συχνά ακολουθούμενοι από τις συντρόφισσες τους, τείνουν να επιβάλλουν την άποψή τους με τη δύναμη: δεν υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού, ο αγώνας είναι ένας, όπως και οι μορφές που πρέπει να λάβει. Το δύο τείνει να γίνει και πάλι ένα. Και έπειτα, και σε εκείνο το κίνημα, η ρήξη, η εγκατάλειψη. Οι φεμινίστριες εγκαταλείπουν τη συνέλευση, το κάνουν με ένα έγγραφο το οποίο καταγγέλλει τη βία και την κακοποίηση, την παρενόχληση οι οποίες αρνούνται τη δυνατότητα λόγου και ακρόασης. Και πάλι διεκδικούν μια άλλη πρακτική, μια άλλη πολιτική, έναν άλλο τρόπο να είναι μαζί, έναν άλλο τρόπο σχέσης. Για άλλη μια φορά επισημαίνεται η αδυναμία μιας συμφιλίωσης. Ή μιας σύνθεσης. Υπάρχει ένας τόπος στην αριστερά στον οποίο επιδιώκονται αυτή η σύνθεση και η συμφιλίωση με περισσότερη υπομονή, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Εδώ οι γυναίκες δεν έχουν φύγει. Οι φεμινίστριες – λίγες – έχουν ασκήσει την διπλή στράτευση (στο κόμμα και στο κίνημα) και έχουν δώσει μάχη ώστε αυτή να νομιμοποιηθεί. Και ίσως κέρδισαν. Αλλά αυτή η διπλή στράτευση λειτούργησε μέχρις ότου το κίνημα ήταν οργανωμένο σε κολεκτίβες και ομάδες. Ήταν σχετικά εύκολο τότε: στη μία πλευρά το κόμμα, από την άλλη να βρίσκονται ανάμεσα σε γυναίκες. Αλλά οι κολεκτίβες μεταξύ του 1978 και του 1979 διαλύονται και οι γυναίκες αυτές βρίσκονται μέσα στο κόμμα τους να κάνουν τον λογαριασμό, ο τρόπος του λέγειν, χωρίς δίκτυο, με την ανάγκη επί τόπου διαμεσολάβησης μεταξύ των δύο τρόπων στράτευσης. Ο δρόμος που επιλέχθηκε – από τους άνδρες και τις γυναίκες – είναι αυτός του κοινού αγώνα για την ανανέωση της πολιτικής. Το P.C.I. ανοίγεται στα θέματα του ατόμου, διοργανώνει συνέδρια για τα συναισθήματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77
Οι κομμουνίστριες γυναίκες κατηγορούν την πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής του κόμματος τους, πως δεν εξετάζει τους λόγους, τα θέματα της καρδιάς. Οι γυναίκες αυτών των λόγων θεωρούν ότι είναι θεματοφύλακες και από αυτό αποκομίζουν τη νομιμοποίηση τους να βρίσκονται στον κόσμο. Και στο κόμμα. Νατες εδώ να γίνονται μεταφορείς σωτήριων αξιών ικανών να αφαιρέσουν την πολιτική και τους άνδρες από την μιζέρια τους. Και ο γραμματέας του PCI, Enrico Berlinguer, απαντά λέγοντας ότι η πολιτική πρέπει να διευρύνει τα σύνορά της και γι ‘αυτό ζητά τη συμβολή των γυναικών που γίνονται έτσι νέα υποκείμενα μιας παλιάς επανάστασης.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ.
Ενώ οι γυναίκες συζητούσαν, συναντιούνταν, συγκρούονταν, εφηύραν νέες μορφές συνειδητοποίησης και πολιτικής, κάποιοι σκέφτονταν τι έπρεπε να γίνει, τι έπρεπε να κάνουν για τις γυναίκες. Μερικές φορές ήταν οι ίδιες που συζητούσαν και συναντιόντουσαν: Μερικές φορές, πιο συχνά, ήταν διαφορετικές γυναίκες: εκείνες που βρίσκονταν στα κόμματα, στο κοινοβούλιο, στο συνδικάτο. Μπορούμε να κάνουμε έναν έλεγχο των νόμων που κατάφεραν να ψηφιστούν αυτές τις γυναίκες: το διαζύγιο το δικαίωμα της οικογένειας, ο νόμος της ισότητας, τα συμβουλευτικά κέντρα και, τέλος, η άμβλωση. Ξεκινώντας από αυτές τις κατακτήσεις, υπάρχει μια ανάγνωση του πολιτικού κινήματος των γυναικών που τείνει να περιγράψει την διαδρομή του ως πορεία προόδου, είναι μια ανάγνωση που μοιράζονται πολλές γυναίκες. Μέσα από κατηγορίες »ρεφορμιστικές» φθάνουμε έτσι να αρνηθούμε πως ο κόσμος είναι ένας και τα φύλα που ζουν σε αυτόν δυο. Αποδεχόμαστε την δεδομένη διαμεσολάβηση. Το κράτος είναι ουδέτερο. Και έτσι οι θεσμοί του. Το παράδειγμα της έκτρωσης είναι το πιο τυπικό: Σε ένα φυλλάδιο της φεμινιστικής κολεκτίβας του Μιλάνο της οδού Cherubini, διαβάζουμε σχετικά με τον αγώνα για την επίτευξη ενός νόμου περί άμβλωσης:«Σχετικά με το πρόβλημα των αμβλώσεων εμείς κάνουμε μια διαφορετική πολιτική δουλειά. «Η ελεύθερη και δωρεάν άμβλωση θα μας κάνει να δαπανούμε λιγότερα χρήματα και επί πλέον θα γλιτώσουμε κάποια σωματική ταλαιπωρία: γι ‘αυτό καμιά από εμάς δεν είναι ενάντια σε μια μεταρρύθμιση στην υγεία και νομική μεταρρύθμιση που να ασχολείται με την πρόληψη της εγκυμοσύνης και δευτερευόντως την διακοπή της, αλλά μεταξύ αυτού και της πραγματοποίησης  διαδηλώσεων για τις εκτρώσεις γενικότερα και επιπλέον με τους άνδρες περνάει μεγάλος δρόμος.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77
Επειδή τέτοιες διαδηλώσεις έρχονται σε αντίθεση με την πολιτική πρακτική και την επίγνωση που έχουν εκφράσει οι γυναίκες που αγωνίζονται κατά τη διάρκεια αυτών των ετών.«Εν τω μεταξύ, ας πούμε αμέσως ότι για μας η μαζική έκτρωση στα νοσοκομεία δεν αντιπροσωπεύει μια κατάκτηση πολιτισμού επειδή είναι μια βίαιη και θανατηφόρα απάντηση στο πρόβλημα της εγκυμοσύνης και ότι επιπλέον ενοχοποιεί ακόμη περισσότερο το σώμα της γυναίκας: είναι το σώμα της που λαθεύει διότι κάνει παιδιά που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να διατηρήσει, να μεγαλώσει και να εκπαιδεύσει. Φτάνουμε στην αμερικανική εμμονή: «είμαστε πάρα πολλοί, δεν θα μπορούμε πια να αναπνεύσουμε, δεν θα τρώμε πλέον κλπ». Και το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι αυτό του ελέγχου των γεννήσεων και όχι η αλλαγή της σεξιστικής και καπιταλιστικής δομής της κοινωνίας. Δεν μπορούμε να είμαστε συνεργοί αυτής της ψεύτικης συνείδησης. Η πολιτική δουλειά πρέπει να είναι προσανατολισμένη και η λύση πρέπει να αναζητηθεί στην επιβεβαίωση του γυναικείου σώματος που είναι: «ξεχωριστή σεξουαλικότητα» από την σύλληψη ικανότητα για αναπαραγωγή, αντίληψη της εσωτερικής σεξουαλικότητας, κοιλότητας: μήτρα, ωοθήκες, εμμηνόρροια. Και η σχέση με τους πόρους, τη φύση, την παραγωγή και την αναπαραγωγή του είδους θα πρέπει να καθοριστεί με την έννοια της κοινωνικοποίησης παρά με προσπάθειες εξορθολογισμού, διατηρώντας την, την οικογενειακή δομή, την ατομική ιδιοκτησία, το ξόδεμα.«Ωστόσο, η έκτρωση δεν είναι «το τέλος μιας ντροπής». Η πλειοψηφία των γυναικών που αποβάλλουν στην παρανομία δεν ντρέπονται να είναι παράνομες. Εάν υπάρχει ντροπή είναι για άλλα πράγματα και για άλλες αιτίες. Και οι γυναίκες που έχουν όλα τα μέσα και είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε μηχανική και χημική αντισύλληψη, που έχουν την δυνατότητα να προβληματιστούν, να στοχαστούν και να διατάξουν τη σεξουαλική τους ζωή (σε επιλογές, χρόνους, τρόπους, μορφές και παρτενέρ), επαναλαμβάνουν το φαινόμενο της σύλληψης και τις περισσότερες φορές της άμβλωσης – επαναλαμβάνουν δηλαδή την άρνηση και την επιβεβαίωση της εγκυμοσύνης, αυτές οι ίδιες η βία που υποφέρουν και χρησιμοποιούν οι γυναίκες. Ανίκητος αρχαϊσμός των γυναικών – όπως σκέφτεται ο αστικός ορθολογισμός – ή για εμάς μια ζωτική ένδειξη προβληματισμού και πολιτικής δουλειάς. Εδώ προκύπτει η αντίφαση μεταξύ της γυναικείας σεξουαλικότητας και της ανδρικής σεξουαλικότητας, η πραγματικότητα της ανδρικής «κυριαρχίας» πάνω στις γυναίκες, και είναι σαφές πόσο το πρόβλημα της άμβλωσης αφορά τις γυναίκες – σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο – στη σχέση του με τη σεξουαλικότητα, τη μητρότητα και τον άνδρα.

 Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόνα

«Η παρανομία της έκτρωσης είναι μια ντροπή των ανδρών, οι οποίοι στέλνοντας μας στα νοσοκομεία για να αποβάλλουμε επίσημα θα θέσουν σε ειρήνη την συνείδηση τους με οριστικό τρόπο. Θα συνεχίσουμε όπως πριν και καλύτερα από πριν να κάνουμε έρωτα με τρόπους που ικανοποιούν τις φυσικές ανάγκες, τις ψυχικές και πνευματικές των ανδρών. Παραμένει μια απαγόρευση να τοποθετηθούμε σε μιαν άλλη σεξουαλικότητα που να μην είναι εξ ολοκλήρου προσανατολισμένη προς τη γονιμοποίηση.«Το σώμα της γυναίκας, η σεξουαλικότητά της, η απόλαυση της δεν απαιτούν απαραιτήτως αυτές τις μορφές και εκείνες τις μορφές οικειότητας (coitus) που στη συνέχεια την κάνουν να μείνει έγκυος.»Αντίθετα, εμείς οι γυναίκες προτιμούμε: ή να μας αφήσουν στην ησυχία μας (οι στατιστικές σχετικά με τη ψυχρότητα μιλούν ξεκάθαρα) ή να αναζητήσουμε απόλαυση και χαρά με άλλους τρόπους. Λοιπόν, τι πρέπει να θέλουμε ή να αναζητήσουμε πρώτα; Να είμαστε εμείς καλά, την ευχαρίστησή μας, τη χαρά μας ή το αντίδοτο (βίαιο) στα γούστα και τις προτιμήσεις των άλλων, δηλαδή των ανδρών; «Υπάρχει ένας βαθύς διαχωρισμός και μια αντίφαση μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ της ανδρικής σεξουαλικότητας και της σεξουαλικότητάς μας. Η αντίφαση αυτή δεν επιλύεται εξαλείφοντας τη στιγμή της πάλης των μόνων γυναικών (αυτό ισοδυναμεί με την διαβεβαίωση των συμφερόντων των ανδρών και επιβεβαιώνει την υποταγή των γυναικών). Στην περίπτωση των ανδρών μπορούμε να κάνουμε μαζί τους άλλες χειραφετικές διαδηλώσεις (για τις κοινωνικές υπηρεσίες, για το δικαίωμα στην εργασία) αλλά όχι για την άμβλωση όπου, όπως έχουμε διευκρινίσει, εκρήγνυται η αντίφαση μεταξύ ανδρικής και γυναικείας σεξουαλικότητας. Όπου η χειρουργική βία στο σώμα της γυναίκας δεν είναι παρά μόνο η δραματοποίηση της σεξουαλικής βίας.«Η απαίτηση ελεύθερης και δωρεάν έκτρωσης μαζί με τους άνδρες σημαίνει πως αναγνωρίζουμε ναι συγκεκριμένα τη βία που μας γίνεται σε αυτές τις σχέσεις εξουσίας με την αρσενική σεξουαλικότητα, αλλά κάνοντας τους συνεργούς συνένοχους και συναινούντες και σε πολιτικό επίπεδο.«Μεταξύ άλλων, οι άνδρες πορεύονται σήμερα για ελεύθερη και δωρεάν έκτρωση, αντί να θέτουν υπό αμφισβήτηση τη σεξουαλική τους συμπεριφορά, τη γονιμοποιητική τους δύναμη, εξουσία.«Η πολιτική πρακτική μας δεν αποδέχεται να διαιρούμε και να στρεβλώνουμε τα συμφέροντά μας: θέλουμε από τώρα να ξεκινήσουμε από την υλικότητα του σώματος, να αναλύσουμε τη λογοκρισία που έχει γίνει σε αυτό, που έχει γίνει μέρος της ψυχολόγου μας. Να ενεργήσουμε για την ανάκτηση του σώματός μας, για μια διαφορετική γνώση και διαφορετική πρακτική που ξεκινά από αυτή την υλιστική ανάλυση.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77
Χωρίς την ανάλυση αυτή είναι γελοίο να μιλάμε για «ελεύθερη διάθεση του σώματος» και η επίτευξη των μεταρρυθμίσεων θα χρησιμεύσει να καταπνίξει τον αγώνα μας παρά να τoν αναπτύξει.» Επιπλέον, δεν πρέπει να μειώσουμε, με την ιδιωτικοποίησή του μέσα σε μια δυναμική ‘παραδοσιακής πολιτικής ομάδας’, το νόημα που έχει μέσα στην πρακτική μας το γυναικείο κίνημα: όλες οι γυναίκες το εκπροσωπούν σε πρώτο πρόσωπο.»Όμως, το κράτος επιστρέφει να είναι ουδέτερο. Μάλιστα φθάνει στο σημείο και καθίσταται ένας χώρος για μια πιθανή διαμεσολάβηση της σύγκρουσης μεταξύ των φύλων. Με έναν καταναγκαστικό τρόπο. Συμβαίνει με το νόμο της λαϊκής πρωτοβουλίας κατά της σεξουαλικής βίας που προτάθηκε από κάποιες και σύντομα έγινε, παρά την αντίθεση πολλών από εμάς, η σημαία του φεμινιστικού κινήματος των χρόνων ’80.Ο νόμος απαιτεί αυστηρές κυρώσεις για τους βιαστές και πάνω απ ‘όλα την αναγνώριση του γυναικείου κινήματος ως πολιτικής αγωγής στις δίκες βιασμού. Η σύγκρουση που τέθηκε στη σκηνή τα προηγούμενα χρόνια επαναφέρεται πίσω στα κλασικά σχήματα μιας αντίφασης μεταξύ κινημάτων και θεσμών, μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η διαφορά, η ανάγκη των γυναικών να μην καθορίζονται σε σχέση, αν και αντιτιθέμενη, με τους άντρες φαίνεται να χάνεται. Και μαζί της ο επαναστατικός χαρακτήρας, παραβατικός, που δεν μπορεί να μειωθεί σε άλλους εκείνου του κινήματος. Εν τω μεταξύ, ο φεμινισμός χωρίζεται σε «χιλιάδες ρυάκια» και αφιερώνεται γύρω από την ιστορία των γυναικών, γράφουν γι αυτόν, γίνεται ποίηση, γυναικεία κέντρα και περιοδικά γεννιούνται όπως τα «Orsaminore», «Memoria», «Donna WomanFemme». Θα χρειαστεί να περιμένουμε το 1983, βγαίνει ένα νούμερο του «Πάνωκάτω, Sottosopra», με τίτλο «Περισσότερο γυναίκες από άνδρες» – «Più donne che uomini», που δημοσιεύθηκε από τη Βιβλιοθήκη των γυναικών του Μιλάνο, ώστε να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στη συζήτηση για το ίδιο πράγμα και αυτό είναι η πιθανότητα / ανάγκη να δηλώσουμε τη σεξουαλική διαφορά στον κόσμο. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77
αυτονομία, autonomia

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ.

Ριζοσπαστικότητα, πρόκληση, παραβατικότητα, ρήξη της δεδομένης εικόνας: πώς παρεμβαίνει όλο αυτό στην πολιτική ιστορία της αριστεράς; Της αριστεράς της δεκαετίας του ’70; Στις 6 δεκεμβρίου 1975, σε μια μεγάλη διαδήλωση για την έκτρωση, η πρώτη ορατή έκφραση ενός αποσχιστισμού που υπήρξε πολιτική πρακτική εδώ και χρόνια, ένα στέλεχος της νέας αριστεράς δέχεται ένα χαστούκι γιατί παραβίασε την ομάδα περιφρούρησης που εμπόδιζε τους άνδρες από την πρόσβαση στην πορεία.Ήταν ο πρώτος συμβολισμός στην υπηρεσία των media μιας μη διευθετήσιμης σύγκρουσης μέσα στη νέα αριστερά, και των δυσκολιών της παλιάς και της νέας αριστεράς να διαχειριστούν αυτό που δεν παρουσιάζονταν σαν μια μεταβλητή της κύριας αντίφασης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Οι διαδηλώσεις μόνων γυναικών καθίστανται συνήθης πρακτική. Είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες τις μικτές.Τσόκαρα, μπούκλες, φούστες λουλουδάτες, οι διαδηλώτριες τραγουδούν, χορεύουν, κρατιούνται από τα χέρια, αγκαλιάζονται, κάνουν girotondi, κυκλικούς χορούς.Η ευτυχία του «να είναι όλες εκεί, » πολλές, χωρίς άνδρες, μοιάζει ο αληθινός σκοπός αυτού του να βρίσκονται μαζί.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

Έτσι, η 8η μαρτίου θα ανακοινωθεί με πανό σε λευκά και ροζ τετράγωνα. Έτσι, η ρωμαϊκή κολεκτίβα Pompeο Magno θέτει τη φαντασία της στη διάσπαση του κλασικού σχήματος αυτών που διαδηλώνουν σε πορεία και ρίχνουν συνθήματα: εδώ είναι μια μεγάλη κάμπια που ξετυλίγεται στους δρόμους της Ρώμης. Έτσι η πορεία για το «Παίρνουμε πίσω τη νύχτα» έχει στο επίκεντρο της ακριβώς το αίτημα, την διεκδίκηση, για τις γυναίκες, να περπατούν μόνες την πόλη: όχι μόνο το μεσημέρι, αλλά και τα μεσάνυχτα. Φυσικά, αυτή η πολιτική των γυναικών και οι εκφράσεις της είναι όλο και λιγότερο συμβατές με την πολιτική της αριστεράς. Και η δυσκολία μετατρέπεται σε διαζύγιο.Με το συνέδριο στο Ρίμινι της Lotta continua και τη διάλυση της (1976), με την έξοδο των γυναικών από το »manifesto» και από άλλες μικτές ομάδες. Η κριτική στην πολιτική ενθαρρύνει την έξοδο από οργανώσεις των οποίων η κουλτούρα αναπαράγει, σύμφωνα με τις γυναίκες, μορφές κυριαρχίας που υπέστησαν και καταγγέλθηκαν κάποια άλλη στιγμή.Μιας και εκεί διαχωρίζεται «το προσωπικό από το πολιτικό» η οικονομία από τη σεξουαλικότητα, το άτομο από το συλλογικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

 Η Lea Melandri ένα χρόνο νωρίτερα είχε γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Η αρχέγονη ατιμία»: «Δύο θεσμικά όργανα, το σχολείο και η οικογένεια, ανασυντίθενται μέσα σε μια ιδανική τάξη, το Delegate Order, τη Τάξη που έχει Ανατεθεί. Το χαμόγελο του Franti είναι ‘η ατιμία, το διαφορετικό’, που δεν διστάζει να διασπάσει το ειδύλλιο μιας εύχρηστης πλειοψηφίας, μιας πλειοψηφίας που συναινεί. »Ο στρατευμένος επαναστάτης ξαναθυμάται τα ιδιωτικά του όνειρα και η υποψία ότι η Πολιτική είναι ένα όνειρο, γεννιέται σε αυτόν. Αυτό που τόσο καιρό το ήλεγχε, το αρνούνταν ή διαχωρίζονταν από αυτό, το ξεχώριζε, εμφανίζεται με ντροπή ή με τον πειρασμό παράφωνων ‘φωνών’, τη «φωνή» που «εισάγει διακρίσεις, διαιρεί, υποδεικνύει μια διαφορά‘.«Αλλά μέσα, στη ρωγμή, αποκαλύπτεται το χαμόγελο του Φράντι: ένα κακόφημο χαμόγελο που σκοτώνει μαζί τη μητέρα και τον Malfatti, την Καρδιά και την Πολιτική.«Στα τελευταία αυτά χρόνια, ενώ μεγάλα και μικρά κόμματα έχουν ενισχύσει τις ιεραρχικές και γραφειοκρατικές τους δομές, φανταστικών πυραμίδων παλαιών οικίων «γεωμετριών», ο επαναστατικός αυθορμητισμός ανακαλύπτει ολοένα και πιο καθαρά την αλήθεια όλων αυτών που η αστική ιδεολογία έχει εκδιώξει από τη δημόσια σφαίρα ,μέσα στο γκέτο των σπιτιών, της σχέσης μεταξύ ανδρών και γυναικών, της ατομικής αποκλίσεως. Η αναζήτηση της κυκλικότητας και της σύνθεσης ανάμεσα στο «προσωπικό και το πολιτικό», που είχαν τεχνητά διαχωριστεί, φαίνεται να είναι η τελευταία όχθη πέρα από την οποία, ή γεννιέται ένας νέος τρόπος να υπάρχεις πολιτικά, ή η ίδια η πολιτική πεθαίνει ως συλλογικό σχέδιο απελευθέρωσης.»Οι δυσκολίες που συναντά η αυτονομία στις διάφορες μορφές συσσωμάτωσής της (αυτόνομες συνελεύσεις, ομάδες αυτοσυνειδησίας, κοινότητες κλπ.) δεν διαφέρουν από εκείνες που αναγκάζουν τους «απογοητευμένους» αγωνιστές να αναδημιουργήσουν το κόμμα ως ξεχωριστό χώρο της πολιτικής. Αλλά για όσους έχουν αφήσει αυτή την ψευδαίσθηση πίσω τους, ο κίνδυνος είναι η επιστροφή στην ιδιωτική ζωή.«Η «νοσταλγία» και η «επανάληψη» εντάσσονται διακριτικά συνεχώς εκεί όπου η εμφάνιση διαφορετικών και πιο ελεύθερων στάσεων ζωής και συμπεριφορών γίνεται αισθητή ως απειλή μοναξιάς και περιθωριοποίησης σχετικά με μια κοινωνικότητα που, αν και αναγνωρίζεται σαν νοητή και καταπιεστική, αποδεικνύεται λιγότερο ανησυχητική. »Η δουλεία σε κάνει να συνηθίζεις να φοβάσαι την ελευθερία. Η ιδέα της κίνησης κουβαλά μαζί της σαν σκιά εκείνη της παράλυσης.«Σε αυτό το σημείο κάποιος αναρωτιέται αν δεν είναι πάντα πολύ βιαστικός στο να χαράξει σύνορα ανάμεσα στη «συντήρηση» και στην «επανάσταση». Αν για συντήρηση εννοούμε όχι μόνο την υπεράσπιση των προνομίων, αλλά σε μια ευρύτερη έννοια, την υποταγή σε κανόνες και σχέσεις που εγγυώνται μια αλλοτριωμένη επιβίωση, τα σύνορα μετακινούνται, εισέρχονται στην ιστορία του καθενός, αγγίζουν τις πιο ‘ιδιωτικές’ καταστάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για  anni 70,Lea Melandri
«Φαντάσματα και πραγματικότητα από πάντοτε διαπλέκονταν στην ιδιωτική / κοινωνική μας ιστορία.Η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής για να αποδώσει ορθότητα σε αφαιρέσεις (χρήμα, ανταλλακτική αξία) χρειάστηκε να τοποθετήσει τον εαυτό της ως αμετάβλητη αντικειμενικότητα (φύση). Την ίδια τύχη είχαν όλα όσα είχαν να κάνουν με αυτήν: καταμερισμός της εργασίας, τεχνολογία, σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας κ.λπ. Η «φυσικότητα» της οικονομίας και της πολιτικής είναι η εξαπάτηση της καπιταλιστικής ιδεολογίας, που διατηρείται σε μεγάλο βαθμό και από εκείνους που θέλουν να την καταστρέψουν. Το να να ανακαλύπτονται εμπλοκές σε μια μηχανή που φαινόταν άψογη-τέλεια σημαίνει επομένως το άνοιγμα μιας χαραμάδας στην προσπάθεια να επανοικειοποιηθεί η πραγματικότητα. Όταν το «κοινωνικό» δεν μας φαίνεται πλέον στην λανθασμένη σταθερότητα ‘αυτού που είναι αντικειμενικά’, έξω και εντελώς διαφορετικό από εμάς, ξένο, είναι ευκολότερο να δούμε την συγγένεια που αυτό έχει με την ιστορία του καθενός μας. »Αυτά τα τελευταία χρόνια η εικόνα ενός ακλόνητου και ορθολογικού συστήματος έχει υποστεί ένα ρήγμα που είναι δύσκολο να αποκατασταθεί. Οι ιδεολογικές και ηθικές παραποιήσεις στις οποίες η αστική κοινωνία έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα υποχωρούν, ενώ γίνεται αντιληπτό ότι η διαβίωση δεν είναι πλέον εγγυημένη». Μπορεί να φαίνεται σαν η πιο ευνοϊκή στιγμή για να τερματίσουμε την μαζική εξάρτηση. Κάποιος σίγουρα επένδυσε σε αυτό. Υπάρχουν όμως και σημάδια που δείχνουν αντίθετες τάσεις: η ανατίμηση των θεσμών (οικογένεια, σχολείο, κόμμα), η νοσταλγία της επιστροφής στην ιδιωτική ζωή, η εμφάνιση νέων μορφών διαφυγής θρησκευτικού μαγικού τύπου ως καταφύγιο στη μοναξιά και την αβεβαιότητα. Το πρόβλημα της «εξάρτησης», εκτός από το ότι είναι πιο σύγχρονο από ποτέ, είναι σαν να αποκαλύπτεται τώρα γεμάτο από πολύπλοκες και βαθιές επιπτώσεις, υπαινιγμούς.
Αποτέλεσμα εικόνας για  anni 70,Lea Melandri
Μπροστά σε μια τάξη που καταρρέει, η προσπάθεια να συγκολληθούν οι διαχωρισμοί και να καλυφθούν οι παραφωνίες απαντά στην ανάγκη επιβίωσης-συντήρησης όχι λιγότερο υλικής από τη φυσική συντήρηση με τη στενή έννοια. Οι ίδιοι άνθρωποι που επιθυμούν την αποσύνθεση της καπιταλιστικής πυραμίδας δεν επιτυγχάνουν πάντοτε να αποφύγουν τον πειρασμό να εδραιώσουν τις κορυφές-τα ηγετικά στελέχη άλλων οργανώσεων που είναι μόνο κατά τα φαινόμενα εναλλακτικές.«Η «διατήρηση» παραπέμπει στην «επιβίωση». Τι είναι αυτό που δεν μπορούμε να διακινδυνέψουμε να χάσουμε, εκτός από την τροφή, για να εξασφαλιστεί η ζωή; » Μεμονωμένο υποκείμενο και κοινωνικό υποκείμενο παρουσιάζονται, μέσα στο πλαίσιο της τρέχουσας οικονομικής δομής, αμφότερα με αλλοτριωμένες αποχρώσεις: τα άτομα, τα οποία η αστική ιδεολογία περιγράφει ως ενεργά, ελεύθερα, αυτόνομα υποκείμενα, στην πραγματικότητα μειώνονται σε παθητικά αντικείμενα, αφηρημένα άτομα, η μάζα των παραγωγών και των εκτελεστών, αντίθετα, αποτελείται από άτομα άγνωστα μεταξύ τους, απομονωμένα και εκτοπισμένα από το προϊόν της δουλειάς τους. Φέρνοντας αντιμέτωπα το κοινωνικό υποκείμενο (τάξη) στο άτομο, σαν η τάξη να ήταν ήδη «από μόνη της», αντικειμενικά, το υποκείμενο της επανάστασης, ο διαλεκτικός υλισμός κινδυνεύει να προσδώσει ρεαλισμό και επαναστατική δύναμη σε μια οντότητα όχι λιγότερο αφηρημένη και αλλοτριωμένη από το άτομο.«Επομένως, η αναζήτηση μιας «συγκεκριμένης ατομικότητας» συνδέεται αναπόφευκτα με την αναζήτηση μιας «νέας κοινωνικότητας». «Όταν μιλάμε για «προσωπικό» και «πολιτικό», ως παρουσίες που υπάρχουν αμφότερες στο επαναστατικό κίνημα, ο κίνδυνος είναι, αντίθετα , να επιστρέψουμε συνεκτικότητα και πολικότητα σε δύο στιγμές που αντιθέτως παρουσιάζονται συγκεχυμένες και μπερδεμένες. Να βουτήξουμε μέσα στην ιστορία αυτού που ειδώθηκε μόνο ως ιδιωτικό και ατομικό είναι σαν να μας έχει καταπιεί μια χοάνηIΟ πραγματικός χρόνος και η πολιτική πρόθεση γίνονται ολοένα και πιο θολές, ενώ ένα βάθος χωρίς ιστορία φαίνεται να διαμορφώνεται, όπου λίγα πάθη αναδεύονται, έντονα, πάντα τα ίδια. Το «προσωπικό» παίρνει την όψη του «διαφορετικού»: ένα είδος «φύσης» αμετάβλητης που ερχόμενη ξανά στην επιφάνεια παράγει θρυμματισμό και σύγχυση μέσα σε ένα κοινωνικό ιστό που επιθυμεί να είναι ομοιογενής.«Πίσω από την αλήθεια που υπάρχει σε όλο αυτό (μεροληψία ενάντια σε μια φαντασιακή ενότητα, η σύγκρουση ενάντια σε μια πλασματική αλληλεγγύη) μπορούμε να καταλήξουμε όμως να αναπαράγουμε ακούσια την ιδεολογική παραποίηση: βλέποντας ως «φυσική» ώθηση και διαχωρισμένο αυτό που είναι το αποτέλεσμα και στήριγμα ταυτόχρονα στη συνέχιση μιας παραμορφωμένης και αφηρημένης κοινωνικότητας.
Σχετική εικόνα
«Η ζήλια, ο ανταγωνισμός, το αίτημα για αγάπη είναι το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας κοινωνικής ενσωμάτωσης που περνάει καταναγκαστικά μέσω της δυαδικότητας-τριγωνικότητας των οικογενειακών σχέσεων. «Από αυτό το σημείο προέλευσης το μοντέλο μιας« αλλοτριωτικής επιβίωσης» και καταστροφικής φαίνεται να διασχίζει, με μικρές τροποποιήσεις, ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Σε μια ομάδα γυναικών που προτείνουν να δώσουν μια συγκεκριμένη, μη ιδεολογική βάση, στην πολιτική τους σχέση, η άφιξη νέων προσώπων επικεντρώνει τη συζήτηση επάνω στο πρόβλημα εάν η ομάδα έπρεπε να κρατηθεί ανοιχτή ή να δώσει στον εαυτό της ένα ελάχιστο κανονισμού.
«Αλλά ποιες είναι οι «καινούργιες»; Η Μ. δηλώνει ανοιχτά εχθρική σε κάθε νέα παρουσία που αισθάνεται σαν «αντίπαλο-ανταγωνίστρια» σε σχέση με την ομάδα, υπό την έννοια ότι μπορεί να αφαιρέσει την προσοχή και την αγάπη της ομάδας. Η ομάδα είναι σαφώς διαμορφωμένη σαν «τρίτη ομάδα / πρόσωπο», στην οποία δίδεται ή φοβούνται να δώσουν μια εμφάνιση, μια έκφραση, ένα πρόσωπο. Η ιστορία μας φαίνεται ανεπανόρθωτα σημαδεμένη από τριγωνικές σχέσεις.‘Έχει υπάρξει ποτέ – αναρωτιέται η Λ. – ένα τέταρτο ενεργό; «Για την Γ. η ομάδα είναι φιλόξενη, ζεστή σαν τη μήτρα μιας μητέρας, όχι πάντα, μερικές φορές την αισθάνεται ξένη και σχεδόν δεν αναγνωρίζει τα πρόσωπα. Όταν αισθάνεται άνετα θέλει να μιλήσει. Η φωνή διεισδύει, αδηφάγα, αλλά προδίδει επίσης τον φόβο μήπως καταβροχθισθεί. «Για άλλες η ομάδα δεν έχει το πρόσωπο καμιάς ειδικότερα, θέλουν να παραμείνει ουδέτερη, ανώνυμη. Έτσι προτείνουν και πάλι, αλλά κατά τρόπο που μπορούν να την δουν και να την αναλύσουν, την θεμελιώδη και πιο ανθεκτική δομή από όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις: την δυαδικότητα / τριγωνικότητα του τύπου της κοινωνικής σχέσης που εκτυπώνει η οικογένεια σε κάθε έναν από εμάς. Όποιο και αν είναι το πρόσωπο της ομάδας (η μητέρα, το γονικό ζεύγος), η ‘αρχική κατάσταση’ είναι εκεί, εμπλέκεται μέσα στην εύθραυστη λογικότητα των συνομιλιών μας, μέσα στην ηρεμία των σωμάτων μας. Να απελευθερώσουμε τον λόγο σημαίνει «να προδοθούμε» αποκαλύπτοντας παρορμήσεις και φαντασιώσεις που είναι εν μέρει άγνωστες σε εμάς, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μην προαισθανθούμε σε αυτές την επανεμφάνιση κάτι τις που ήδη γνωρίζουμε.
Σχετική εικόνα
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αίτημα για συναισθηματικές εγγυήσεις σε μια ομάδα γυναικών προκαλεί βαθιές ανησυχίες: υπάρχει ο φόβος της απόρριψης διότι ανυπόφορη επανάληψη της αρχικής εγκατάλειψης, αλλά και της συγκατάθεσης, της διαθεσιμότητας, επειδή ανακαλεί συγχωνευτικές φαντασιώσεις, θανάσιμους εγκλωβισμούς, λες και λόγω της καθησυχαστικής «διαφοράς» που έχει ο άνδρας, της διαφορετικότητας του αυτής που γίνεται ιστορικά εξουσία, οι γυναίκες βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη χωρίς όρια, αμοιβαία διαπερατά. «Πριν λήξει η συνάντηση μια προτείνει να βρεθούν σε δείπνο, να ξανασυναντήσει τις άλλες ‘έξω από την ομάδα’ και να ξεχωρίσει πιο εύκολα τα πρόσωπα και τη φωνή της καθεμιάς από τα φαντάσματα τους. Η συνάντηση πραγματοποιείται λίγες μέρες αργότερα σε ένα περιβάλλον όπου, λόγω της φασαρίας που προκαλεί η μουσική, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσουν. Η ανάγκη να αναφερθούν σε μια ανώνυμη ομάδα / πρόσωπο αντιστέκεται στην επιθυμία για πιο ελεύθερες σχέσεις.Το «ενεργό τέταρτο» γεννιέται αργά και με δυσκολία. Στην ενδιάμεση περίοδο, η επιβίωση.
«Μια γυναίκα αποφάσισε να χωρίσει από τον σύζυγό της. Πέρασε το βράδυ μόνη της, γρήγορα κοιμήθηκε αλλά ξύπνησε με πονοκέφαλο. Φαντάζεται πως αρρώστησε βαριά και ότι την πήγαν στο νοσοκομείο. Θέλει ο σύζυγός της να το μάθει και συγκινείται για τη τύχη του. Άλλες φαντασιώσεις: ξεγυμνώνεται από κάθε επιθυμία και αφιερώνει τον εαυτό της στον θρησκευτικό διαλογισμό, ή: γίνεται σαν τη μητέρα, διακριτική, οικονόμος, θυσιάζεται στις οικογενειακές υποχρεώσεις.«Μπορεί να ξεφύγει από την εξάρτηση, την προσδοκία ότι κάποιος ή κάτι «από έξω» εγγυάται τη ζωή, αλλά αυτό που παραμένει απαγορευμένο είναι ‘να παίζει ελεύθερα‘. Το προνόμιο του άνδρα είναι επίσης πως επιτρέπεται να «πεινάει» και ταυτόχρονα να «παίζει»‘.Μια αλλοτριωμένη ισορροπία ανάμεσα στην επιβίωση και την ευχαρίστηση που βασίζεται στον διαχωρισμό, αλλά που επιτρέπει να αποφεύγονται τα δεινά εκείνων που εξαναγκάζονται, μέσα στην έλλειψη ευχαρίστησης, να «πεινούν» ντροπιαστικά.«Το σπάσιμο του κύκλου της εξάρτησης είναι να μπαίνεις σε μια φάση «μετάβασης» όπου ο κίνδυνος είναι να εξαλειφθεί μαζί με το πτώμα μιας αλλοτριωμένης ύπαρξης και η ευχαρίστηση και η ζωντάνια που παγώνουν σε ένα είδος αναγκαστικής παιδικής ηλικίας.«
Σχετική εικόνα
Η επιβίωση πρέπει να επανεξεταστεί ξεκινώντας από το «σημείο προέλευσης»: μια ένδειξη που δεν ισχύει μόνο για την ανάλυση της συγκεκριμένης αλλοτρίωσης των γυναικών, αλλά για όλες τις πολιτικές οργανώσεις που δίνουν έμφαση στην αυτονομία ως απαραίτητη στιγμή για τη δημιουργία μιας πραγματική πολιτικής συλλογικότητας.«Η πολιτική πρακτική των φεμινιστικών ομάδων, τη στιγμή κατά την οποίαν κάνει αυτά τα θέματα δικά της (την επιβίωση, το προσωπικό, κλπ.) προσκρούει ενάντια σε μια Τάξη και μια Ενότητα ιδανικές που επιστρέφουν συνεχώς χωρίς μεγάλες διαφορές στην ιστορία της αριστεράς. Στην περίπτωση αυτή η μεροληψία, το μερικό παρουσιάζεται κατηγορηματικά ως «διαφορετικότητα και παραφωνία», απειλή αλλαγών και νέων απροσδόκητων αντιφάσεων.«Το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν δώσει στους εαυτούς τους οργανωτικές μορφές που παρακάμπτουν οποιοδήποτε προηγούμενο μοντέλο, οι οποίες εμφανίζονται αυθόρμητες (με την έννοια των «μη οργανώσεων») μόνο σε όσους έχουν κατά νου ιεραρχικές και γραφειοκρατικές δομές τινάζουν στον αέρα την ψευδαίσθηση εκείνων που εξακολουθούν να εύχονται η σύγκρουση μεταξύ ανδρών και γυναικών να επιστρέψει ειρηνευμένη μέσα στη Μεγάλη μοναδική ταξική ενότητα.«Όταν μια εντολή, μια τάξη πραγμάτων, όποια κι αν είναι, αισθάνεται να την απειλούν, η αντίδραση είναι η ίδια: λογοκρισία, δημιουργία εμποδίων και απόσπασης, ενσωμάτωση.
Σχετική εικόνα
«Η επιβίωση εξακολουθεί να τίθεται για τις γυναίκες ακόμη και στην ενηλικίωση, στην αρχική της μορφή: ανάγκη να την τρέφουν – ανάγκη να θρέψει, ανάγκη να αγαπηθεί – ανάγκη να δώσει αγάπη. Δεν εμφανίζεται, αν όχι σπάνια, η επεξεργασία της ανάγκης στις διάφορες μορφές που χαρακτηρίζουν αντιθέτως την ανάπτυξη του ανδρός: επιβεβαίωση, δύναμη, ανταγωνισμός, εξουσία.«Και οι δραστηριότητες του ανδρός, από την οικονομική στην πολιτιστική, την καλλιτεχνική, την πολιτική κ.λπ., φέρουν το σημάδι της αρχικής σχέσης εξάρτησης από τη γυναίκα-μητέρα.Αλλά φέρνουν επίσης την «διαφορετικότητα» που προκύπτει από το προνόμιο της ικανότητας, της δυνατότητας να στέκεται σε σχέση με την μητέρα σε μια θέση εξουσίας.«Η συναισθηματική επιβίωση είναι εγγυημένη στον άνδρα, ακόμη και αν δεν υπάρχουν μητρικές φιγούρες, από την συνειδητοποίηση ότι παίζει έτσι κι αλλιώς τον ρόλο αυτού που «μπορεί» ή «κατέχει». Ο κόσμος, έτσι όπως είναι δομημένος, ανεξάρτητα από τις οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές δομές που τον διέπουν και τον στηρίζουν, το επιβεβαιώνει σε καθημερινή βάση με την κληρονομική κατοχή του: την προσήλωση, την αφοσίωση της γυναίκας.«Όλες οι κουλτούρες, υποστηρίζει ο G. Ròheim, μπορούν να μοιάζουν με την ιστορία ενός ατόμου με τις νευρώσεις του, τις άμυνές του, τις ανησυχίες του και τα άγχη του. Ο πολιτισμός ως επέκταση της παιδικής ηλικίας; Αλλά αυτός που μπορεί να «δημιουργήσει πολιτισμό» είναι κάποιος που κατάφερε κατά κάποιο τρόπο να βρει ικανοποίηση στις ανάγκες της παιδικής ηλικίας, ο οποίος κατάφερε να επεξεργαστεί τον αποχωρισμό από τη μητέρα επειδή μπόρεσε να επαναλάβει με άλλες γυναίκες τον δεσμό, τη σχέση προέλευσης.Που δεν σημαίνει αυτονομία και ελευθερία σε σχέση με τις πρωταρχικές σχέσεις, αλλά μόνο το να ακουμπάς τα πόδια σε μια ασφαλή γη, επάνω σε μια «ύλη» αρκετά σταθερή ώστε να αφήσεις τη διαθεσιμότητα για να «κάνεις κάτι άλλο»». «Οικονομική επιβίωση και συναισθηματική επιβίωση» [ να σε αγαπούν να σε τρέφουν) στην αρχική κατάσταση δεν είναι διακριτές. Ο ερωτισμός είναι ένα μέρος της σχέσης μέσω της οποίας μεταδίδεται η ζωή που δεν διαχωρίζεται. Ο επακόλουθος διαχωρισμός (παραγωγή-αναπαραγωγή, οικονομικές σχέσεις-οικογενειακές σχέσεις, εργασία-σεξουαλικότητα) είναι ήδη το σημάδι μιας βαθιάς αλλοτρίωσης που έχει τη ρίζα της στη σεξιστική, πατριαρχική δομή, πριν ακόμη από εκείνη την καπιταλιστική«Η επιβίωση, όπως παρουσιάζεται στην καθημερινή εμπειρία των γυναικών, είναι σαν να μην είχε ούτε χρόνο ούτε ιστορία. Σημείο άφιξης και αναχώρησης παραμένει το σημείο προέλευσης, μια επιμονή και ακινησία που προκαλούν την παράλυση ή τον ακρωτηριασμό του «να κάνεις».
Σχετική εικόνα
Μόνο με μεγάλη προσπάθεια η γυναίκα καταφέρνει να κάνει δικό της το έργο του ανδρός, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα είδος επιφύλαξης σε σχέση με αυτό. Οι ενέργειές της παραμένουν πεισματικά συνδεδεμένες με την αναζήτηση μιας ιδανικής μητρικής αγάπης επάνω στην οποία βαραίνει ο φόβος και η ενοχή. Το μόνο «που μπορεί να κάνει» είναι η μητρότητα, να μεταμορφωθεί από εγκαταλελειμμένη κόρη σε γενναιόδωρη μητέρα. Η εμπειρία της μητρικής εγκατάλειψης-προδοσίας βάζει την γυναίκα στην κατάσταση να πρέπει να ψάξει αναγκαστικά στον άνδρα την απόδειξη της ύπαρξής της και της αξίας της. «Βρίσκεται έτσι απαλλοτριωμένη της ζωής και της σημασίας που θα μπορούσε να έχει η ζωή της, αναγκασμένη να επαναφέρει τις παρορμήσεις της μέσα στα όρια που επιβάλλει ο άνδρας για να ικανοποιήσει τις δικές του, να μετρήσει και να παραποιήσει τις επιθυμίες της ώστε να μην επαναλάβει την εμπειρία της εγκατάλειψης.«Αλλά η «ανυπαρξία» των γυναικών είναι και η δύναμή τους. Αυτός που μπορεί να δει καθαρά «αυτό που βρίσκεται στην καταγωγή, στην προέλευση», επειδή δεν έχει ποτέ διαχωριστεί από αυτήν, είναι φορέας μιας αλήθειας που κλονίζει όλες τις κοινωνικές και πολιτικές αναλύσεις που έχουν μεγαλώσει επάνω στην άρνηση και την παραποίηση αυτής της ίδιας καταγωγής.«Η προσπάθεια από πολλές πλευρές, στην οποία γινόμαστε σήμερα μάρτυρες, να φέρουν στα έδρανα των διασκέψεων, των πανεπιστημίων ή των κομμάτων αυτό που έχει γίνει μια πολιτική πρακτική για το γυναικείο κίνημα, είναι η συντηρητική Αντίδραση εκείνων που αισθάνονται ότι απειλείται το καθημερινό τους προνόμιο και η ίδια η αξιοπιστία τους σαν διανοούμενοι ή πολιτικοί.«Μα πλέον το καινούργιο γεγονός, πως η κριτική της επιβίωσης μπορεί να γίνει αναπόσπαστο μέρος μιας πολιτικής πρακτικής, έχει συμβεί.«Η τροφή και η αγάπη, η σεξουαλικότητα και η πράξη, το παιχνίδι και η αναγκαιότητα δεν μπορούν παρά να ξαναγεννηθούν μαζί» (5). Εδώ γεννιέται μια πολιτική πρακτική που βασίζεται στη σχέση μεταξύ γυναικών. Ωστόσο, αυτή η θέση, ευρέως διαδεδομένη, θα εξασφαλίσει στο κίνημα των γυναικών την απόδοση της μητρότητας της αποκαλούμενης «ύφεσης» του κινήματος ή του ναρκισσισμού που πλέον εξαπλώνεται ραγδαία, και πρακτικά έχει καταστεί μαζικός.
Αποτέλεσμα εικόνας για anni 70,Lea Melandri