σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Οι τάξεις επιστρέφουν στον αγωνιστικό χώρο!!! – Riecco in campo le classi!!!

 

Toh! Να και πάλι οι τάξεις στον αγωνιστικό χώρο!

Είναι εδώ θυελλώδεις και διαδηλώνοντας ταρακουνούν τα αποτυχημένα και πολύ υποταγμένα καθεστώτα στις επιχειρήσεις και την οικονομία.

Να, εκ νέου, εκρήγνυται ο ταξικός αγώνας.

Ο μισός κόσμος εκρήγνυται, σχεδόν να μας θυμίσει το τραγούδι που τραγουδήσαμε περισσότερο πριν 40 χρόνια:

«...Όλος ο κόσμος εκρήγνυται, από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, η Λατινική Αμερική μάχεται, ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία … έτσι τι περισσότερο θέλεις σύντροφε για να κατανοήσεις…»;

Οι περιοχές είναι εν μέρει διαφορετικές, σήμερα οι μάζες ξεσηκώνονται στη Χιλή, στον Λίβανο, τον Ισημερινό, το Ιράκ, στην Καταλονία και σε όλο τον κόσμο ενάντια στη στρατιωτική κατοχή του τουρκικού στρατού των κουρδικών εδαφών.

Αλλά κι εδώ σε εμάς, η ισχνή συγκρουσιμότητα έσπασε χθες από τις δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους και εργαζόμενες στην εφοδιαστική που κατέβηκαν στην πλατεία, στους οποίους ενώθηκαν άλλοι εργατικοί τομείς και καταληψίες σπιτιών. Έτσι ο ενθουσιασμός για τη μετατροπή του υφιστάμενου ξαναρχίζει το ταξίδι του.

-Μετά από τόσες φωνασκίες και γραπτά για την εξαφάνιση των τάξεων και της σύγκρουσης μεταξύ τους για την επικράτηση ενός άθλιου, αστικού, υποτακτικού και παθητικού ατομικισμού,

-μετά από τόσο θόρυβο και φασαρία των μεγάλων και των μικρών μέσων ενημέρωσης,

-μετά από τόσους ύμνους στον κυνικό και άχρηστο εγωισμό,

-μετά την ευκαιριακή άμετρη κατανάλωση σημαιών, εθνικών ύμνων, θρησκειών, πατρίδων, εθνοτήτων και ανόητων γελοιοτήτων,

-να εκατομμύρια και εκατομμύρια ενδεείς ή φτωχοί ή προλετάριοι ή όπως αλλιώς θέλετε να τους ονομάσετε, μαζικά κατεβαίνουν στις πλατείες πολλών χωρών για να πουν: ΦΤΑΝΕΙ! BASTA! Τώρα θέλουμε να πούμε αυτό που θέλουμε και θέλουμε να το πούμε εμείς και το λέμε με τρόπο δυνατό, ώστε να μην μπορείτε να πείτε ότι δεν το ακούσατε.

Daje che la musica riprende! η μουσική ξαναρχίζει!

 

Riecco in campo le classi!!!

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Go On Home Turkish Soldiers Go On Home (Rebel cover song)

21,6 χιλ. συνδρομητές

ΕΓΓΡΑΦΗΚΑΤΕ

A cover of the old irish rebel song «Go on home british soldiers» sung by «The Wolfe Tones», (from the album «The Troubles»), adapted in the present in solidarity to the Rojava Resistance by the autonomous kurdish people in northern Syria, that have recently been invaded and brutally attacked by Erdogan’s turkish army along with a militia of jihadist mercenaries. Source: Riseup4Rojava | @RISEUP4R0JAVA Go on home Turkish Soldiers, Go on home, Have you got no fucking homes of your own? For over 40 years we’ve fought you without fear And we will fight you a few hundred more
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πριν από 49 χρόνια έσβησε η Τζάνις Τζόπλιν μόλις 27 χρονών (pics, vid)

Πριν από 49 χρόνια σίγησε μία από τις πιο συγκλονιστικές φωνές της ροκ μουσικής στο Λος Άντζελες

Πριν από 49 χρόνια έσβησε η Τζάνις Τζόπλιν μόλις 27 χρονών (pics, vid)

Η Τζάνις Λυν Τζόπλιν (Janis Lyn Joplin, 19 Ιανουαρίου 1943 – 4 Οκτωβρίου 1970), αποκαλούμενη «Μαργαριτάρι», ήταν Αμερικανίδα τραγουδίστρια και τραγουδοποιός της ροκ μουσικής και της μπλουζ και μία από τις πιο επιτυχημένες και ευρέως γνωστές γυναίκες ροκ σταρ της εποχής της.

Ήταν επίσης ζωγράφος, χορεύτρια και ενορχηστρώτρια μουσικής. Ήλθε στο προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1960, αρχικά ως τραγουδίστρια των Big Brother and the Holding Company (Ο Μεγάλος Αδελφός και η Εταιρία Κεφαλαίων) και αργότερα με σόλο καριέρα, με συγκροτήματα όπως οι Kozmic Blues Band (Κόζμικ Μπλουζ Μπαντ) και οι Full Tilt Boogie Band (Φουλ Τιλτ Μπούγκι Μπαντ). Κυκλοφόρησε μόλις τέσσερα στούντιο άλμπουμ (εκ των οποίων ένα μετά θάνατον). Θεωρείται η καλύτερη, ίσως ερμηνεύτρια του μπλουζ και μία από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες της ροκ μουσικής

To 1995 τιμήθηκε με την είσοδό της στο Rock and Roll Hall of Fame, ενώ το 2005 κέρδισε το βραβείο Γκράμμυ Lifetime Achievement Award. Το περιοδικό Rolling Stone την κατέταξε στην 46η θέση στη λίστα του με τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών το 2004 και στην 28η με τους καλύτερους τραγουδιστές όλων των εποχών το 2008. Κατάφερε να «σπάσει» την ανδροκρατούμενη ροκ μουσική σκηνή, μαζί με την πρώτη γυναίκα αρχηγό συγκροτήματος, Γκρέις Σλικ (Jefferson Airplane) και άλλες ερμηνεύτριες, όπως η Πάτι Σμιθ, η Τζόαν Μπαέζ και η Μαριάν Φέιθφουλ με αποτέλεσμα να ανοίξει το δρόμο και σε άλλες τραγουδίστριες.

Ο θάνατος στα 27 χρόνια

Tην Κυριακή της 4ης Οκτωβρίου του 1970, η Τζόπλιν καθυστερούσε να εμφανισθεί στα στούντιο της Sunset Sound Recorders, κάτι που έκανε τον παραγωγό Πωλ Ροθτσάιλντ να ανησυχήσει, ώστε ξεκίνησε την αναζήτησή της, μαζί με τον Τζων Κουκ, πηγαίνοντας στο ξενοδοχείο της. Είδε στο πάρκινγκ τo αυτοκίνητο της Τζόπλιν. Μπαίνοντας στο δωμάτιό της, τη βρήκε νεκρή, δίπλα στο κρεββάτι της. Η επίσημη αιτία θανάτου της, ήταν η υπερβολική δόση ηρωίνης, ενδεχομένως σε συνδυασμό με τις παρενέργειες του αλκοόλ. O Τζων Κουκ, ο οποίος μετέφερε τον Ροθτσάιλντ στο ξενοδοχείο, πιστεύει ότι, εντελώς συμπτωματικά η Τζόπλιν παρέλαβε μεγαλύτερη δόση ηρωίνης από το κανονικό, καθώς υπήρξαν και άλλα παρόμοια κρούσματα, τη συγκεκριμένη εβδομάδα. Η Κασέρτα και ο Μόργκαν βρίσκονταν μαζί της μέχρι την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου, όμως σύμφωνα με το βιβλίο Going Down With Janis, κανείς τους δεν την επισκέφθηκε στο ξενοδοχείο Λάντκμαρκ, όπως είχαν αμφότεροι υποσχεθεί.

Το σώμα της Τζόπλιν αποτεφρώθηκε στο Νεκροτομείο Πιρς Μπράδερς Ουέστγουντ Βίλλιτζ (Pierce Brothers Westwood Village Mortuary), στο Λος Άντζελες. Οι στάχτες της σκορπίστηκαν από ένα αεροπλάνο στον Ειρηνικό Ωκεανό και στο Στίνσον Μπιτς (Stinson Beach). Η μόνη τελετή που πραγματοποιήθηκε έγινε στο Πιρς Μπράδερς και παρακολουθήθηκε από τους γονείς της και τη θεία της μητέρας της.

Στη διαθήκη της, η Τζόπλιν άφηνε 1,500 δολάρια για τη διοργάνωση μιας αποχαιρετιστήριας γιορτής, στην περίπτωση που πέθαινε. Η γιορτή αυτή έλαβε χώρα στις 26 Οκτωβρίου του 1970, στο Lion’s Share του Σαν Ανσέλμο της Καλιφόρνια, όπου παρευρέθηκαν η Κασέρτα, ο Μόργκαν και στενοί της φίλοι, όπως ο Λάιλ Τατλ, ο Μπομπ Γκόρντον και ο Τζων Κουκ.

Η Janis στο Woodstock

Το 1969, η Τζόπλιν και οι Kozmic Blues Band έκαναν περιοδεία σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους εμφανίσθηκαν στο Φεστιβάλ Γούντστοκ το βράδυ του Σαββάτου της 16ης Αυγούστου. Παρέμειναν εκεί έως τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής 17 Αυγούστου. Όταν το συγκρότημα πέταγε με ελικόπτερο προς το χώρο της συναυλίας και η Τζόπλιν είδε το τεράστιο πλήθος έγινε απίστευτα νευρική. Οι εμπειρίες της Τζόπλιν στο Γούντστοκ δεν ήταν ευχάριστες, καθώς περίμενε δέκα ώρες μέχρι να ανέβει στη σκηνή και στο διάστημα αυτό, έκανε χρήση ηρωίνης, υπό της οποίας την επήρεια βρισκόταν, καθ’όλη τη διάρκεια της παρουσίας της, στη σκηνή, και φάνηκε, κυρίως, κατά την ερμηνεία του κομματιού Work Me, Lord. Η χρήση ηρωίνης είχε ως αποτέλεσμα το βράχνιασμα της φωνής της και τη δυσκολία της να χορέψει. Παρά τα προβλήματα, κατάφερε να αποδώσει τόσο καλά, που το κοινό εκστασιασμένο την επευφημούσε και την ανάγκασε να εκτελέσει δύο φορές το Ball and Chain. Η Τζόπλιν, όμως, ήταν δυσαρεστημένη με την εμφάνισή της και κατηγόρησε την Κασέρτα.

To Cheap Thrills έφθασε στην πρώτη θέση του Billboard 200, οκτώ εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του και παρέμεινε εκεί για άλλες οκτώ συνεχόμενες εβδομάδες. Το άλμπουμ έγινε χρυσό και πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίγραφα, τον πρώτο μήνα κυκλοφορίας του. Το σημαντικότερο κομμάτι του, Piece of My Heart έφθασε στη δωδέκατη θέση του Billboard Hot 100, το φθινόπωρο του 1968.

I Got Dem Ol ‘Kozmic Blues Again Mama!
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1968 και έγινε χρυσό λίγους μήνες αργότερα. Παρόλ’ αυτά, δεν έγινε τόσο επιτυχημένο, όσο το Cheap Thrills. Τα σχόλια για το νέο συγκρότημα συγκρούονταν. Ορισμένοι κριτικοί μουσικής, όπως ο Ραλφ Τζ. Γκλίσον της San Fransisco Chronicle είχαν αρνητική άποψη για τους Kozmic Blues. Ο Γκλίσον έγραψε: «Η Τζόπλιν πρέπει να διαλύσει τη νέα μπάντα και να επιστρέψει αμέσως στους Big Brother… (εάν τη θέλουν και οι ίδιοι πίσω)».

Tο Pearl, αν και κυκλοφόρησε το 1971 (λίγο μετά το θάνατό της) έγινε το πιο επιτυχημένο άλμπουμ της καριέρας της, και στιγματίσθηκε από τη διασκευή του κομματιού Me and Bobby McGee, του πρώην εραστή της, Κρις Κριστόφερσον.

To πρώτο κομμάτι, «Move Over», τo έγραψε η ίδια η Τζόπλιν, ανακλώντας μέσα από τους στίχους τα συναισθήματά της για την μεταχείριση των γυναικών από τους άνδρες. To κομμάτι Mercedes Benz, συντέθηκε από την Τζόπλιν, τον Νόιβιρτ και τον Μπιτ ποιητή Μάικλ Μακ Κλερ. Το κομμάτι Βuried Alive In The Blues, του οποίου η ηχογράφηση είχε προγραμματισθεί για την ημέρα που η Τζόπλιν βρέθηκε νεκρή, συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ, χωρίς, όμως, φωνητικά. Το 2003, το Pearl κατετάγη στην 122η θέση των καλύτερων μουσικών άλμπουμ όλων των εποχών, σύμφωνα με τον κατάλογο του περιοδικού Rolling Stone.

Ο θάνατος της Τζόπλιν, σε ηλικία 27 ετών εξέπληξε τους θαυμαστές της και συγκλόνισε τον κόσμο της μουσικής, ο οποίος είχε μόλις πληγεί μετά την απώλεια του Τζίμι Χέντριξ δύο εβδομάδες νωρίτερα (18 Σεπτεμβρίου του 1970). Ο μουσικός ιστορικός Τομ Μουν έγραψε ότι, «η Τζόπλιν είχε μια αναπάντεχα αυθεντική φωνή». Ο μουσικός αρθρογράφος Τζων Παρέλες των New York Times έγραψε πως, ήταν -ως καλλιτέχνης- «ακατανίκητη και βαθιά ευάλωτη». Η συγγραφέας Μέγκαν Τέρρυ υποστήριξε ότι, η Τζόπλιν ήταν η θηλυκή εκδοχή του Έλβις Πρίσλεϋ, όσον αφορά την ικανότητα της να «αιχμαλωτίζει» το κοινό.

Ο Λέοναρντ Κοέν έγραψε το κομμάτι Chelsea Hotel #2 για την Τζάνις Τζόπλιν. Στο τραγούδι αυτό, αναφέρεται στη μικρής διάρκειας σχέση του με εκείνη. Υποστηρίζεται επίσης ότι, το κομμάτι Birdsong του Τζέρρυ Γκαρσία, έχει γραφτεί για την Τζόπλιν. Ακόμα το τραγούδι In the Quiet Morning της Μίμι Φαρίνα έχει γραφτεί για εκείνη, όπως και η διασκευή του από την Τζόαν Μπαέζ, ως Come from the Shadows

H ταινία The Rose, του 1979, -αρχικά ως Pearl (από το παρατσούκλι που είχαν δώσει οι φίλοι της στην Τζόπλιν)- βασίστηκε -εν μέρει- στη ζωή της Τζόπλιν, καθώς η οικογένειά της αρνήθηκε να παραχωρήσει στους παραγωγούς τα δικαιώματα της προσωπικής της ζωής.

To 1988, στήθηκε ένα χάλκινο γλυπτό της Τζόπλιν, στη γενέτειρα της, στο Πορτ Άρθουρ του Τέξας.

To 1992, εκδόθηκε μια βιογραφία της, γραμμένη από την αδελφή της, Λάουρα, με τίτλο Love, Janis. Σε μια συνέντευξή της, η Λάουρα δήλωσε ότι, η αδελφή της απολάμβανε την παρουσία της στην εκπομπή του Ντικ Κάβετ, ενώ παραδέχθηκε πως, η Τζάνις πέρασε -πράγματι- δύσκολα χρόνια στο σχολείο, αλλά δεν είχε την ίδια αντιμετώπιση από όλους τους συμμαθητές της.

Έχουν γίνει πολλές απόπειρες, για να γυριστεί μια ταινία με θέμα τη ζωή της Τζόπλιν. Οι γνωστότερες είναι: Janis Joplin: Get It While You Can, Piece Of My Heart και The Gospel According To Janis.

 

https://www.fosonline.gr/plus/moysiki/article/68359/prin-apo-49-xronia-esvise-i-tzanis-tzoplin-molis-27-xronon-pics-vid

ιστορία, storia

Woodstock: Μισός αιώνας από την αυλαία στο θρυλικό Ροκ Φεστιβάλ (vid)

To Φεστιβάλ του Woodstock είναι ίσως το πιο διάσημο ροκ φεστιβάλ, που έχει αναχθεί στις μέρες μας στα όρια του θρύλου.

Woodstock: Μισός αιώνας από την αυλαία στο θρυλικό Ροκ Φεστιβάλ (vid)

Εμεινε στην ιστορία επειδή έγινε το σύμβολο μιας γενιάς, της γενιάς των «παιδιών των λουλουδιών», του αντιπολεμικού κινήματος και της εν γένει αμφισβήτησης της δεκαετίας του εξήντα. Πραγματοποιήθηκε σε ένα αγρόκτημα στο Μπέθελ (70 χλμ νοτιοδυτικά του Γούντστοκ) της πολιτείας της Νέας Υόρκης από το απόγευμα της Παρασκευής 15 Αυγούστου έως τις πρωϊνές ώρες της 18ης Αυγούστου του 1969. Συμμετείχαν μεγάλα ονόματα της ροκ και φολκ μουσικής, αλλά εξίσου χτυπητές ήταν και οι απουσίες για διαφόρους λόγους σπουδαίων μουσικών.

Η ιδέα για την διοργάνωση ενός καλοκαιρινού μουσικού φεστιβάλ ανήκε σε τέσσερις νεαρούς, τον 25χρονο Μάικλ Λανγκ, τον 27χρονο Άρτι Κόρνφελντ, τον συνομήλικό του Τζόελ Ρόζενμαν και τον 24χρονο Τζον Ρόμπερτς. Ο Λανγκ και ο Κόρνφελντ είχαν σχέση με την μουσική και την διοργάνωση συναυλιών, ενώ ο Ρόζενμαν και ο Ρόμπερτς έψαχναν ευκαιρίες να επενδύσουν και να βγάλουν χρήματα.

Ως τόπο του φεστιβάλ επέλεξαν το Γούντστοκ, ένα θέρετρο για όλες τις εποχές στα νοτιοανατολικά της πολιτείας της Νέας Υόρκης, το οποίο είχε εξελιχθεί σε καλλιτεχνική παροικία από τις αρχές του 20ου αιώνα. Ήταν γνωστό και στην ροκ κοινότητα, καθώς μουσικοί όπως ο Μπομπ Ντίλαν και ο Τζίμι Χέντριξ περνούσαν μεγάλα διαστήματα εκεί για δημιουργία και αναψυχή.

Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν οι εμπνευστές του. Οι πόλεις του Γούντστοκ και του γειτονικού Γουόλκιλ αρνήθηκαν να το φιλοξενήσουν. Προ του αδιεξόδου βρέθηκε ως από μηχανής θεός ο Έλιοτ Τάιμπερ, ένας 34χρονος ζωγράφος από το Μπέθελ του οποίου η οικογένεια είχε ένα παρακμιακό ξενοδοχείο στην περιοχή. Σκέφτηκε λοιπόν να προτείνει για την διεξαγωγή του φεστιβάλ στον χώρο μπροστά από το ξενοδοχείο των γονιών του, ως μια χρυσή ευκαιρία για την διάσωσή του.

Απευθύνθηκε στον Λανγκ, αλλά αυτός θεώρησε τον χώρο ακατάλληλο. Ο Τάιμπερ τότε τον σύστησε στον γειτονά του Μαξ Γιάσγκουρ που κατείχε μια τεράστια καταπράσινη έκταση που κατέληγε σε μια λίμνη. Ο Γιάσγκουρ, ιδιοκτήτης γαλακτοκομικής επιχείρησης, δεν έφερε αντίρρηση και συμφώνησε να παραχωρήσει τον χώρο αντί 50.000 δολαρίων. Οι τοπικές αρχές προσπάθησαν να ματαιώσουν την συμφωνία αλλά δεν τα κατάφεραν. Φρόντισαν γι αυτό οι διοργανωτές, που δωροδόκησαν με 25.000 δολάρια τέσσερις δημοτικούς συμβούλους και πήραν την απόφαση που ήθελαν.

Έτσι ξεπεράστηκαν τα αρχικά προβλήματα και το Φεστιβάλ του Γούντστοκ (που δεν έγινε στο Γούντστοκ αλλά στο Μπέθελ) ξεκίνησε κανονικά στις 5 το απόγευμα της Παρασκευής 15 Αυγούστου με τον Ρίτσι Χέιβενς να ανεβαίνει πρώτος στην σκηνή. Το εισιτήριο και για τις τρεις ημέρες κόστιζε στην προπώληση 17 δολάρια και 24 δολάρια το ταμείο. Οι διοργανωτές περίμεναν το πολύ 50.000 κόσμο. Όμως αυτό που συνέβη ξεπέρασε κάθε φαντασία. Το πλήθος που κατέφθανε συνεχώς στον χώρο της συναυλίας άγγιξε τα 500.000 άτομα δημιουργώντας ένα τεράστιο μποτιλιάρισμα από την Νέα Υόρκη έως το Μπέθελ και κινητοποιώντας τις πολιτειακές αρχές που σκέφτηκαν προς στιγμήν να το διακόψουν.

Το αδιαχώρητο – άνοιξαν οι πόρτες

Οι διοργανωτές είχαν προλάβει να κόψουν γύρω στα 180.000 εισιτήρια, όταν αποφάσισαν να ανοίξουν τις πόρτες μη μπορώντας να διαχειριστούν ένα τόσο μεγάλο πλήθος. Επιπρόσθετα η βροχή που έπεσε κατά την διάρκεια του τριημέρου μετέτρεψε τον χώρο της συναυλίας σε βάλτο, αλλά το κοινό παρέμεινε απτόητο στην θέση του, πιθανώς και λόγω της μεγάλης κατανάλωσης μαριχουάνας και ψυχεδελικών.

Βοήθησαν σε αυτό και ορισμένες αξιομνημόνευτες εμφανίσεις από τους CrosbyStillsNash and Young (που έπαιξαν μαζί για δεύτερη φορά), τον Κάρλος Σαντάνα (η φήμη του οποίου δεν είχε εξαπλωθεί πέρα του Σαν Φρανσίσκο), τον Τζο Κόκερ (που συστήθηκε για πρώτη φορά στο αμερικανικό κοινό) και τον Τζίμι Χέντριξ που έκλεισε το φεστιβάλ το πρωϊ της Δευτέρας 18 Αυγούστου. Η ψυχεδελική ερμηνεία του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ «The Star-Spangled Banner» σφράγισε όχι μόνο το Φεστιβάλ του Γούντστοκ αλλά και μια ολόκληρη εποχή.

Από τους μεγάλους απόντες, παρότι προσκλήθηκαν, αξίζει να αναφερθούν ο Μπομπ Ντίλαν (λόγω μη σοβαρής αντιμετώπισής του από τους διοργανωτές, αλλά και εξαιτίας ατυχήματος ενός εκ των παιδιών του), οι Rolling Stones (που ετοίμαζαν το άλμπουμ τους «Let It Bleed»), οι Doors (που το θεώρησαν φεστιβάλ β’ κατηγορίας), ο Φρανκ Ζάππα (επειδή θα είχε πολύ λάσπη), οι Led Zeppelin (ύστερα από άρνηση του μάνατζέρ τους), οι Beatles (που βρίσκονταν στα πρόθυρα της διάλυσης) και η Τζόνι Μίτσελ (που προτίμησε να εμφανιστεί σε ένα τηλεοπτικό σόου).

Οι διοργανωτές είχαν προϋπολογίσει το κόστος του Φεστιβάλ στα 500.000 δολάρια, αλλά αυτό ξεπέρασε τα 2,5 εκατομμύρια δολάρια. Την κατάσταση έσωσαν οι πωλήσεις του άλμπουμ της συναυλίας και το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ του Μαρκ Γουόντλι «Woodstock», που αποτύπωσε όχι μόνο τα μουσικά δρώμενα αλλά και το πνεύμα της γενιάς του Γούντστοκ. Στο κινηματογραφικό συνεργείο του Γουόντλι συμμετείχε και ο νεαρός τότε Μάρτιν Σκορσέζε, οποίος χρόνια αργότερα δήλωσε ότι ο μύθος που περιβάλλει το Γούντστοκ θα είχε εξασθενήσει, αν δεν υπήρχε η ταινία να τον κρατά ζωντανό.

Η σύνθεση του Φεστιβάλ του Γούντστοκ

Πρώτη Ημέρα​

Richie Havens​
Sweetwater​
The Incredible String Band ​
Bert Sommer​
Tim Hardin​
Ravi Shankar​
Melanie​
Arlo Guthrie​
Joan Baez

Δεύτερη Ημέρα

Quill​
Keef Hartley Band
Countryjoe McDonald​
John Sebastian
Santana​
Canned Heat​
Mountain​
Grateful Dead​
Creedence Clearwater Revival​
Sly & the Family Stone​
Janis Joplin with Kozmic Blues Band​
The Who​
Jefferson Airplane

Τρίτη Ημέρα

Joe Cocker​
Countryjoe & The Fish​
Ten Years After​
The Band​
Blood, Sweat and Tears​
Johnny Winter​
Crosby, Stills, Nash & Young​
Paul Butterfield Blues Band​
Sha-Na-Najimi ​
Jimi Hendrix with Gypsy Sun and Rainbows

 

https://www.fosonline.gr/plus/moysiki/article/62828/woodstock-misos-aionas-apo-tin-aylaia-sto-thryliko-rok-festival-vid

μουσική,music

Ένα αντίο στον Γιάννη Σπάθα των Socrates με τον ίδιο να μαγεύει με την κιθάρα του (vid)

Η γιαγιά του Γιάννη Σπάθα που δεν ήθελε να τον ακούει, η συνάντηση με τον θρυλικό Lemmy Kilmister των Motorhead και ο στόχος να γίνει… Jimi Hendrix.

Ένα αντίο στον Γιάννη Σπάθα των Socrates με τον ίδιο να μαγεύει με την κιθάρα του (vid)

Υπήρξε μεγάλη μορφή του ελληνικού ροκ. Ο Γιάννης Σπάθας των Socrates drank the conium που έφυγε σήμερα από τη ζωή υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους κιθαρίστες της Ελλάδας.

Πέθανε ο κιθαρίστας και συνθέτης των Socrates Γιάννης Σπάθας (vids)

Μοναδικός δεξιοτέχνης, ο Γιάννης Σπάθας άρχισε να γράφει την μουσική του ιστορία από τα ’60’s, ως μέλος των Persons, Socrates Drank the Conium, Socrates, Plaza, ξεχωρίζοντας σαφώς ως κιθαρίστας και αποτελώντας ένα από τα ξεχωριστά πρόσωπα του ελληνικού ροκ.

Ένας πραγματικός θρύλος της εγχώριας ροκ σκηνής, είχε πει σε συνέντευξή του στη «Μηχανή του Χρόνου»: «Η γιαγιά μου δεν άντεχε να με ακούει να παίζω Χέντριξ και με έδιωξε από το σπίτι».

Ακούστε, τι άκουγε η γιαγιά του:

Κάποτε συναντήθηκε με τον θρυλικό Lemmy Kilmister των Motorhead, που παρακινούσε τον ίδιο και τα υπόλοιπα μέλη των Socrates να πάνε στις ΗΠΑ για να κάνουν καριέρα. Προφανώς τον είχε ακούσει να παίζει:

Σε μια άλλη συνέντευξή του στο diablog.eu είχε πει: «Έρχεται λοιπόν μια μέρα που ακούω στο ραδιόφωνο τον Γιάννη Πετρίδη και λέει: «Θα ακούσετε τώρα ένα καινούργιο συγκρότημα, το Jimi Hendrix Experience, στο τραγούδι Purple Haze». Δεν τον ήξερα, οπότε δεν έδωσα σημασία, μέχρι που ακούω τον Hendrix να παίζει και μένω άφωνος. Δεν κουνήθηκα μπροστά από το ραδιόφωνο μέχρι που τέλειωσε το τραγούδι. Εκείνη τη στιγμή έβαλα στόχο να μάθω να παίζω σαν κι αυτόν. Δεν είχα πικάπ προφανώς, οπότε περίμενα μόνο από αυτή την εκπομπή να ακούσω το κομμάτι.

Πέρασαν τα χρόνια, φτάσαμε στο 1968. Το 1969 έμπλεξα με την ΑΣΟΕΕ, το 1970 την παράτησα. Όταν όμως έφτασα στο 1970, είχα προχωρήσει πάρα πολύ με τη μουσική. Έκανα αρκετά πράγματα που οι άλλοι εδώ δεν μπορούσαν…».

Ακούστε αυτά που έκανε και οι άλλοι δεν μπορούσαν.

‘κάλιο αργά παρά αργότερα’

https://www.fosonline.gr/plus/moysiki/article/57761/ena-antio-ston-gianni-spatha-ton-socrates-me-ton-idio-na-mageyei-me-tin-kithara-toy-vid

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η αναρχία του Fabrizio De André

του Paolo Lago

Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André – Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, ειδικό νούμερο του αναρχικού περιοδικού «A», εκδοτικός οίκος A, Milano, 2019, σελ. 196, € 40,00.

Είκοσι χρόνια πλέον, από τον θάνατο του Fabrizio De André, βιβλία που αφιερώνονται στο έργο του και στη βιογραφία του γεννιούνται σαν μανιτάρια, μια πραγματικά ενοχλητική και μονότονη επανάληψη λέξεων και φωτογραφιών που στοχεύουν στη διερεύνηση κάθε πτυχής της ύπαρξης του γενουάτη τραγουδοποιού. Στον De André υπάρχει κίνδυνος να προκύψει αυτό που συνέβη στον Pasolini ο οποίος, σύμφωνα με μια αποτελεσματική έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από έναν μελετητή, έχει μετατραπεί σε ένα είδος «αυγού kinder» της ιταλικής κουλτούρας, υπό την έννοια ότι όλοι αναμένουν να βρουν, εκεί μέσα, την έκπληξη που τους ευχαριστεί περισσότερο, από τους πολιτικούς της δεξιάς μέχρι εκείνους της αριστεράς. Και ο γενουάτης τραγουδοποιός κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα είδος αισθητικής εικόνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάθε πολιτική σημαία, ακόμα και από εκείνες που είναι πιο απομακρυσμένες από την σκέψη του (και το μυαλό τρέχει στις πρόσφατες θετικές παρατηρήσεις, στα όμορφα σχόλια του υπουργού Εσωτερικών). Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει πρόσφατα ένας τόμος που διαφέρει από τα περισσότερα των βιβλίων που αφιερώνονται στην εξέταση των πιο ποικίλων πτυχών του έργου του De André: πρόκειται για μια συλλογή από δοκίμια και συνεντεύξεις που αποσκοπούν στη διερεύνηση της σκέψης του De André από ένα σημείο αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό.

Εάν διαβάσουμε το Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André – Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, διευθυντής του αναρχικού περιοδικού  «A» – ένα τόμος που αντιπροσωπεύει ακριβώς ένα ιδιαίτερο τεύχος του περιοδικού – συνειδητοποιούμε πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψουμε τα τραγούδια του Fabrizio De André σε πολλά «kinder αυγά» που μπορεί να μανουβράρει και να ανοίξει ο καθένας, διότι πίσω από κάθε μεμονωμένη φράση, πίσω από κάθε μεμονωμένη νότα, είναι δυνατό να συναντηθούμε με μια σαφώς καθορισμένη σκέψη υποστηριζόμενη από μια σταθερή ηθική ευθύτητα. Μιλάμε ουσιαστικά για μια ελευθεριακή σκέψη, που στοιχίζεται στην πλευρά των τελευταίων, των περιθωριοποιημένων, αυτών που ουσιαστικά, την εξουσία δεν την έχουν και την αμφισβητούν διαρκώς. Μια σκέψη αναμφισβήτητης αναρχικής προέλευσης: ο De André, παρά την προέλευσή του από μια οικογένεια της ανώτερης μπουρζουαζίας της Γένοβας, έδειξε πάντα, από νεαρή ηλικία, τη συμπάθεια του για την σκέψη και το αναρχικό κίνημα. Με λίγα λόγια, η «σκέψη (και) αναρχική» του De André, όπως δείχνει το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Finzi, δεν είναι μια αδιαφόρητη φιλοδοξία για μια ελευθερία ουτοπικής μήτρας, αλλά μάλλον πρόκειται για μια σκέψη υποστηριζόμενη από σταθερές αναγνώσεις αναρχικών μελετητών όπως οι Malatesta, Bakunin, Stirner και από την συναναστροφή αναρχικών αγωνιστών. Το εν λόγω βιβλίο διαφέρει από το σύνολο των άλλων ακριβώς επειδή εξετάζει το έργο και τη ζωή του De André μέσα από το φίλτρο της αναρχίας και της ελευθεριακής σκέψης του τραγουδοποιού: πρόκειται, όπως ήδη αναφέρθηκε, για μια προσέγγιση πολιτικής και κοινωνικής φύσεως.

Ο ίδιος De André, εξάλλου, άρεσε να εισάγει τη λέξη «αναρχία» σε μερικά τραγούδια σε ζωντανή έκδοση, τροποποιώντας το κείμενο. Για παράδειγμα, στο Εάν σε έκοβαν κομμάτια, η λέξη «φαντασία» αντικαθίσταται από την λέξη «αναρχία»: «Και τώρα θα περιμένω αύριο / να έχω νοσταλγία / κυρία ελευθερία, δεσποινίς αναρχία / τόσο πολύτιμη όσο το κρασί όσο το ελεύθερο όσο η θλίψη / με το σύννεφο των αμφιβολιών και της ομορφιάς σου». Ή, στον εύθραυστο Φίλο, στο οποίο η «αναρχία» αντικαθιστά τη λέξη «θα τα ξαναπούμε, γεια σου-arrivederci»: «…Θα μπορούσα να σας ρωτήσω πως λέγεται το σκυλί σας / ο δικός μου είναι εδώ και λίγο καιρό που ονομάζεται Ελεύθερος / Θα μπορούσα να προσλαμβάνω ένα κανίβαλο την ημέρα / για να με διδάσκει την απόσταση μου από τα αστέρια / θα μπορούσα να διασχίζω λίτρα και λίτρα κοραλλιών / για να φθάσω ένα μέρος που να ονομάζεται Αναρχία….». Και, κάτω από τις κόκκινες-μαύρες σημαίες της αναρχίας, τελέστηκαν επίσης αρκετές συναυλίες του De André: μία στη Carrara το 1982, μία στη Napoli το 1991 (υπέρ της »Umanità nova-νέας Ανθρωπότητας» και του »Arivista») αλλά επίσης, πολύ λιγότερο γνωστές, μια στο Rimini το 1975 και μια στη Bologna το 1976.

Στην αρχή του βιβλίου (το οποίο παίρνει τον τίτλο του από ένα στίχο του «In the hour of my freedom-Στην ώρα της ελευθερίας μου», ένα τραγούδι από την Ιστορία ενός υπαλλήλου, ένα concept album του 1973) συναντάμε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον De André του 1993, όπου ο τραγουδοποιός μιλά για την προδιάθεση του για κάθε τύπο ελευθεριακού περιβάλλοντος, είτε αυτό εκπροσωπούνταν από τα carruggi [1] της Γένοβας είτε από την ύπαιθρο της Σαρδηνίας, και αυτή η προδιάθεση ωρίμασε και χάρη σε «κουβέντες με ανθρώπους που πίστευαν ανοιχτά στην αναρχία». Και μετά, για την ελευθεριακή φλέβα του συγγραφέα, η ανακάλυψη του George Brassens, του οποίου ο De André μετέφρασε επίσης μερικά τραγούδια, ήταν θεμελιώδης: «Και ο Brassens ήταν επίσης ελευθεριακός, τα τραγούδια του έσκαβαν μέσα στο κοινωνικό. Ο Brassens δεν υπήρξε μόνο ένας δάσκαλος από εκπαιδευτική άποψη, για εκείνο που μπορεί να είναι η τεχνική για την παραγωγή ενός τραγουδιού, ήταν επίσης δάσκαλος της σκέψης και της ζωής. Μου έμαθε για παράδειγμα να αφήνω τους κλέφτες μήλων να τρέχουν, όπως έλεγε αυτός. Μου δίδαξε τελικά ότι την λογική και την αυθεντική κοινωνική συνύπαρξη την βρίσκουμε περισσότερο σε εκείνο το ταπεινωμένο και περιθωριοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας μας παρά ανάμεσα στους ισχυρούς».

Όπως αναφέρει ο Paolo Finzi σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στον Renzo Sabatini, «η εξαιρετική ανθρώπινη και πολιτισμική του ευαισθησία απέναντι στους πιο »άτυχους» ανθρώπους περιέχει »και τον αναρχισμό του». Σύμφωνα με τον Finzi, «ο Fabrizio δεν περιορίζεται να φέρνει στο φως» τα περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα, »αλλά μοιάζει να υποδεικνύει την πορεία της συγκεκριμένης επιβεβαίωσης της αξιοπρέπειάς τους σε αντίθεση με την εξουσία».

Ο σημαντικότερος πυρήνας του τόμου αποτελείται όντως από μια σειρά ραδιοφωνικών συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν από το 2005 έως το 2006 από τον Renzo Sabatini, που τότε κατοικούσε στην Αυστραλία και στη συνέχεια δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Α» από το 2012 έως το 2014. Οι συνεντευξιαζόμενοι είναι όλοι οι χαρακτήρες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περιστρέφονται ή περιστράφηκαν γύρω από την φιγούρα του De André: μουσικοί, συγγραφείς, αγωνιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κάθε συνέντευξη ασχολείται με ένα θέμα που συνδέεται με την ελευθεριακή σκέψη του Fabrizio, αγκαλιάζοντας διάφορες θεματικές που σχετίζονται με φιγούρες της περιθωριοποίησης, από κρατούμενους σε πόρνες και τρανσεξουαλικούς, από μετανάστες σε ρομά και τοξικομανείς. Για παράδειγμα, για να εστιαστεί η φιγούρα της γυναίκας στα τραγούδια του τραγουδοποιού, λαμβάνονται συνεντεύξεις από την Carla Corso, ιδρυτή της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των ιερόδουλων, και την Gabriella Gagliardo, στρατευμένης για τα δικαιώματα των γυναικών, κυρίως στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με αυτή την τελευταία, εάν σε πολλά τραγούδια, «το αρσενικό, ιδωμένο με έναν πολεμοχαρή τρόπο, επιθετικό, καταχρηστικό, καταγγέλλεται αναμφισβήτητα», στο Θα έρθουν να σε ρωτήσουν για την αγάπη μας, που βρίσκεται στην Ιστορία ενός υπαλλήλου, ο στίχος «θα συνεχίσω να σε κάνω να επιλέγεις ή επιτέλους θα διαλέξεις;» υποδηλώνει ένα είδος συνειδητοποίησης του εαυτού και της ζωής από την πλευρά του θηλυκού χαρακτήρα του τραγουδιού, την δυνατότητα να βγει επιτέλους από τον μύθο (μέσα στον οποίον είναι τυλιγμένες πολλές άλλες γυναικείες φιγούρες του De André από την Nancy στη Marinella) και να εισέλθουν στην ιστορία διαμέσου μιας χειρονομίας που διεκδικεί μια αυτονομία λήψης αποφάσεων.

Μεταξύ των ερωτηθέντων υπάρχουν και πρώην κρατούμενοι οι οποίοι, στη φυλακή του San Vittore, συμμετείχαν στην «παραβατική Oμάδα», μια ομάδα προβληματισμού που εμπλέκει τους κρατούμενους για να τους βοηθήσει στο ανθρώπινο ταξίδι τους και, μέσα σε αυτό, θεμελιώδους σπουδαιότητας ήταν τα τραγούδια του De André, που οδηγούσαν στο να αναλογιστούν επάνω στις αμέτρητες πράξεις ανθρωπιάς (και, μιλώντας για τη φυλακή, ο συγγραφέας αυτής της ανασκόπησης μπορεί να θυμάται με ευχαρίστηση, στο τέλος ενός χρόνου διδακτικής εμπειρίας στη φυλακή, να έχει παίξει με την κιθάρα, μαζί με τους κρατούμενους μαθητές του, τραγούδια όπως Don Raffaè και Στην ώρα της ελευθερίας μου, στο οποίο μπορούμε να ακούσουμε το στίχο: «Να αναπνέω τον ίδιο αέρα / με έναν φύλακα δεν μου κάθεται καλά».

Ένα άλλο σημαντικό θέμα που εξετάζεται είναι ο αντιμιλιταρισμός και ο παραλογισμός των πολέμων, θεματικές που δίδονται παραδειγματικά κυρίως από Τον πόλεμο του Piero και το Fiume Sand Creek, αφιερωμένο, αυτό το τελευταίο, στην εξόντωση των Cheyenne από τον συνταγματάρχη Chivington. Ένα άλλο θέμα αγγίζει την προσοχή που αφιερώνεται από τον De André στον λαό των ρομά, έναν λαό που – έλεγε – θα άξιζε το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη καθώς γυρίζει την Ευρώπη για δύο χιλιάδες χρόνια χωρίς ποτέ να έχει προκαλέσει έναν πόλεμο. Σύμφωνα με τον Santino “Alexian” Spinelli, rom από το Αμπρούτσο, ερευνητή της γλωσσολογίας και μουσικολογίας, καθηγητή του πολιτισμού των Ρομά στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης, με το τραγούδι Khorakhané, που βρίσκεται στο Anime salve (1996), ο De André κατανόησε άριστα την ευαισθησία των Ρομά, θεωρώντας τους επιπλέον φορείς αξιών, σε αντίθεση με την κοινή χυδαιότητα μέσα στην κοινωνία, η οποία τους θεωρεί φορείς προβλημάτων.

Στις συνεντεύξεις αντιμετωπίζεται επίσης και ένα θέμα καυτής επικαιρότητας όπως η μετανάστευση: ο Amara Lakhous, ένας αλγερινός συγγραφέας που ζει στην Ιταλία και αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει όλες τις κακουχίες τις δυσκολίες και τα δεινά των μεταναστών, δηλώνει ότι ο De André, σε μια στιγμή που βλέπει να αντιπαρατίθενται βάναυσα το Ισλάμ και η Δύση, «είναι ένας εξαιρετικός μάρτυρας που μας θυμίζει ότι υπάρχουν κοινά σημεία, υπάρχει μια κοινή ιστορία», μαζί με μια διαφορετικότητα που μετατρέπεται σε πλούτο (σε σχέση πάνω απ’ όλα με τους αραβικούς και ανατολικούς ήχους που υπάρχουν στο άλμπουμ Creuza de mä). Και, όσον αφορά τη μετανάστευση, ο συνεντευκτής Renzo Sabatini θυμάται μια φράση του De André επάνω στο γεγονός ότι, σήμερα, οι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο από τα νομίσματα: εάν η χρηματαγορά είναι ελεύθερη, οι άνθρωποι αντιθέτως όχι, »σε κάθε σημείο επιβίβασης πρέπει να διασχίσουν ωκεανούς από σφραγισμένα χαρτιά».

Τέλος, ένα θέμα που συχνά επιστρέφει στις συνεντεύξεις είναι η η αντιστοιχία μεταξύ της Σαρδηνίας και των ιθαγενών αμερικανικών λαών (μια αντιστοιχία που εφαρμόστηκε από τον ίδιο τον τραγουδοποιό στο άλμπουμ που μετονομάστηκε σε L’indiano, του 1981 και, επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο De André έγραψε πολλά τραγούδια στην διάλεκτο της Σαρδηνίας, ειδικά στην παραλλαγή της gallurese): λίγο όπως οι ινδιάνοι, οι οποίοι έχουν περιθωριοποιηθεί και κλείστηκαν στις riserve [2]από τους ευρωπαίους εισβολείς, έτσι οι φτωχότεροι σάρδοι έχουν εκμεταλλευτεί από τους πλούσιους που προέρχονται από την ήπειρο. Και, θύμα μιας απαγωγής μαζί με τη γυναίκα του Dori Ghezzi στο αγρόκτημα τους στη Σαρδηνία, το 1979, ο τραγουδοποιός συγχώρησε τους απαγωγείς του επειδή αντιπροσώπευαν μόνο τα «εργατικά χέρια» του εγκλήματος, αναγκασμένοι να καθίστανται εκτός νόμου από την αναγκαιότητα, από την εκμετάλλευση εντολέων πλούσιων και αδίστακτων. Για άλλη μια φορά, ο αναρχικός και ελευθεριακός De André στάθηκε στην πλευρά των περιθωριοποιημένων, των χαμένων, των «θυμάτων αυτού του κόσμου», όπως έγραψε στην Παλιά Πόλη, La città vecchia, χαρίζοντας τους μια βαθιά αξιοπρέπεια ενάντια στις δυναμικές όλων των εξουσιών.

[1]. carruggio: Στενός δρόμος της πόλης ανάμεσα σε ψηλά κτίρια, χαρακτηριστικός των πόλεων της Λιγουρίας

[2]. riserva: Μια ινδιάνικη riserva δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη έκταση γης στην οποία η δικαιοδοσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά είναι κατά κάποιο τρόπο περιορισμένη όπου ζουν οι αυτόχθονες φυλές