αυτονομία, autonomia

ΤΟ ΕΤΟΣ ΣΥΝΟΡΟ.

Όταν το έκτακτο, το εξαιρετικό το ζούμε ως καθημερινό συνηθισμένο τότε αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση είναι σε εξέλιξη. Αυτή είναι η αίσθηση, αυτό είναι το νόημα μιας μεγίστης του «Τσε» που ταιριάζει καλά στην «κατάσταση του νου, στα συναισθήματα» των πρωταγωνιστών του κινήματος του ’77, το έτος της μεγάλης εξέγερσης. Αλλά το ’77 είναι επίσης το πιο σκοτεινό έτος, το πιο απομακρυσμένο από τις μνήμες. Από την πλευρά της θεσμικής εξουσίας, η απομάκρυνση [από την σκέψη] δεκαετής πλέον εκφράζει το φόβο να αντιμετωπίσει ξανά τα περιεχόμενα ενός πολιτικού πολιτισμικού κοινωνικού κινήματος, το οποίο παρουσιάστηκε εκείνη την χρονιά με αναλλοίωτα επαναστατικά χαρακτηριστικά. Το ’77 δεν ήταν σαν το ’68, το ’68 ήταν έτος διαμαρτυρίας, το ’77 ήταν ριζικά εναλλακτικό, γι ‘αυτό και η «επίσημη» εκδοχή ορίζει το ’68 σαν καλό και το ’77 σαν κακό, όντως το ’68 είναι εδώ, έχει ανακτηθεί ενώ το ’77 εξαφανίστηκε, εξολοθρεύτηκε. Για το λόγο αυτό το ’77, σε αντίθεση με το ’68, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι ένα έτος εύκολου εορτασμού.

Σχετική εικόνα

Ωστόσο, η επιχείρηση να παραχωθεί στη λήθη το κίνημα του ’77 πραγματοποιήθηκε και από τους δικούς του πρωταγωνιστές. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν εσωτερικεύσει τις καταστροφικές επιπτώσεις της καταπιεστικής, κατασταλτικής τρομοκρατίας του κράτους, ακυρώνοντας μαζί με τη μνήμη αυτής της εμπειρίας και την ανταγωνιστική ταυτότητά τους. Πέρα από αυτά τα δυο «εθελοντικά» ‘θαψίματα’ της μνήμης, η μηδενική επίδραση της κοινωνικής μνήμης που παράχθηκε από τη γιγαντιαία αλλαγή στις τεχνολογίες επικοινωνίας. Παρ ‘όλα αυτά όμως, τα ερωτήματα που τέθηκαν από το τελευταίο αντιθεσμικό μαζικό κίνημα στην Ιταλία παραμένουν επίκαιρα επειδή δεν έχουν επιλυθεί. «Ποια εξέλιξη για ποιο μέλλον;» ήταν το βασικό ερώτημα, απλό και τρομερό, στο να συνοψίσει την «διαίσθηση» του να ζεις εκείνη τη στιγμή ως την κορυφογραμμή, την ακμή ενός περάσματος μετασχηματισμού που σημάδεψε μιαν εποχή, που κατέστη σαφής από την κρίση και από την εξάντληση των κανόνων σχέσεων και κοινωνικής οργάνωσης βασισμένες στο βιομηχανικό σύστημα. Η ευαισθησία εκείνου του κινήματος υπήρξε το να αντιληφθεί το δράμα του αναγκαστικού περάσματος στην σκοτεινή και δυσανάγνωστη κοινωνία της μετα-βιομηχηχανικής εποχής. Από εδώ η συνειδητοποίηση ότι το κίνημα του ’77 έπρεπε να αντιληφθεί, από πλευράς περιεχομένου, το κέντρο των προβλημάτων που αυτό το πέρασμα συνεπαγόταν: το πρόβλημα της εργασίας και των μετασχηματισμών της.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Η θορυβώδης εισβολή στην κοινωνική σκηνή του κινήματος του ’77, του οποίου η σύνθεση ήταν φοιτητών, νέων προλετάριων και γυναικών με επισφαλή και «μη εγγυημένη» τοποθέτηση στην αγορά εργασίας, υποχρέωσε τους εμπειρογνώμονες της εθνικής κοινωνιοπολιτολογίας να αναλύσουν τα τόσο καινούργια και ανεξιχνίαστα χαρακτηριστικά τoυ. Αλλά αυτά τα υποκείμενα, από την αρχή, δεν εμφανίστηκαν διατεθειμένα στο κλασσικό οπλοστάσιο της κοινωνιολογικής και ψυχαναλυτικής έρευνας, η οποία θα έπρεπε να έδινε τουλάχιστον λίγο φως στους λόγους της απόκλισης τους από τους κανόνες της «πολιτικής, αστικής συνύπαρξης».Έτσι, χωρίς στοιχεία, αριθμoύς και εγκεφαλογραφήματα στην διάθεση τους, στους «ειδικούς» μας αποδείχθηκε αδύνατο να ξεπεράσουν το καθήκον να πληρώσουν το κενό των γνώσεων τους με ένα αδιάκοπο ξεδίπλωμα ανοησιών που δημοσιεύονται επί μήνες σε εφημερίδες και περιοδικά, τόσο ανεξάρτητα όσο και κομματικά.Αυτό μέχρι την κατάβαση, στην αρένα της «συζήτησης», της σοβαρής διαύγειας των διανοουμένων του P.C.I. Έλαχε στον Asor Rosa, πρώην «εργατιστή» των «Quaderni Rossi» και της «ClasseOperaia», την επαύριο της εκδίωξης του Lama από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης, να διατυπώσει μια ανάλυση που πραγματοποιήθηκε επάνω στα νέα κοινωνικά υποκείμενα της εξέγερσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Αυτή η στοχαστική προσπάθεια που πήρε το όνομα «Θεωρία των δύο κοινωνιών» ήταν τόσο επιτυχής που έγινε αμέσως η επίσημη ανάλυση.Xoνδρικά η συλλογιστική έτρεχε σε αυτή τη φιλολογική: η κρίση καθορίζει την ανεργία από την οποία οι πιο πληγέντες είναι οι νέοι, η ανεργία είναι περιθωριοποίηση από το σύστημα της παραγωγικής εργασίας (που είναι εκείνο της εργατικής τάξης του εργοστασίου), η περιθωριοποίηση με τη σειρά της μεταφράζεται σε αποσύνθεση και απελπισία, οι οποίες τελικά φθάνουν στο σημείο να μεταφραστούν σε παράλογη και αλόγιστη βία. Αυτά τα οριακά υποκείμενα (κοινωνικά περιθωριακά μιας και δεν περιλαμβάνονται στο κεντρικό σύστημα παραγωγής του εργοστασίου), είναι ακριβώς η «δεύτερη κοινωνία», «που αναπτύσσεται δίπλα στην πρώτη, και ίσως βαρύνει επί αυτής, χωρίς όμως να έλκει σημαντικά πλεονεκτήματα, χωρίς να έχει μια διέξοδο και δίχως ένα ρίζωμα στην πρώτη κοινωνία» (11) (εκείνη την εργατική).

Σχετική εικόνα

Για την κουλτούρα του βιομηχανισμού του ιστορικού εργατικού κινήματος, η «εργατική κεντρικότητα» είναι η σταθερή θέση δουλειάς στα εργοστάσια των καταναλωτικών αγαθών με διάρκεια, έτσι ώστε όσοι δεν έχουν αυτή την τοποθέτηση είναι απαραιτήτως οριακοί, περιθωριακοί. Ξεκινώντας από αυτή την ανάγνωση ένα κίνημα που αποτελείται από αυτά τα υποκείμενα, το οποίο επιπλέον αξιώνει την πλήρη αυτονομία από τους ιστορικούς θεσμούς του εργατικού κινήματος (κόμματα και συνδικάτα), δεν μπορούσε να θεωρηθεί παρά επικίνδυνο φαινόμενο περιθωριοποίησης και παρασιτισμού κορπορατικού, εύκολα εκμεταλλεύσιμο από τις αντιδραστικές και συντηρητικές δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι άλλοι ορισμοί του κινήματος που επινόησε ο Giorgio Amendola, διακεκριμένος διανοούμενος του Κ.Κ.Ι., ήταν εκείνοι του «neosquadrismo»[α] e «diciannovismo«β]. Η κρίση που έδωσε η ιστορική αριστερά για το «κίνημα του ’77» είχε λοιπόν τις προϋποθέσεις της σε μια ανάλυση της ταξικής σύνθεσης που δεν έλαβε υπόψη τη μεγάλη μεταμόρφωση των παραγωγικών διαδικασιών και της κοινωνικής εργασιακής ημέρας που ξεκίνησε από την αναδιάρθρωση που διενήργησαν οι καπιταλιστικές δυνάμεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αυτή η αναδιάρθρωση, η οποία πήρε το όνομα της «βιομηχανικής αναπροσαρμογής», ξεκίνησε το 1974 (ημερομηνία της πετρελαϊκής Κρίσης) και αμέσως προέκυψε ως επίθεση στην τεχνική και πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης των μεγάλων εργοστασίων. Η cassa integrazione γ] [ταμείο παροχών ανεργίας], υπήρξε το πρώτο ισχυρό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε από τα αφεντικά για να φρενάρει, να εξολοθρεύσει τον κύκλο των αγώνων της εργάτη μάζα ανατρέποντας την «ακαμψία» του, δηλαδή την υλική και πολιτική ομοιογένεια από την οποία έλκυε τις συνθήκες της δύναμης του πρώτα στο εργοστάσιο και στη συνέχεια στην κοινωνία..Οι πρώτες επιπτώσεις αυτής της αναδιάρθρωσης παίρνουν την μορφή ως σύσταση ενός δικτύου αποκέντρωσης, διάχυσης, διασποράς, ρευστοποίησης στο κοινωνικό σημαντικών τμημάτων της παραγωγικής και αναπαραγωγικής διαδικασίας.Μέσα σε αυτό το δίκτυο απορροφήθηκαν νέες κοινωνικές φιγούρες, που ήταν παραδοσιακά αποκλεισμένες από την αγορά εργασίας, στο οποίο οι συνθήκες εργασίας ανέλαβαν το χαρακτηριστικό δίχως πρότυπο της ημι-ανεργίας και της επισφάλειας. Αυτό που το κομμουνιστικό Κόμμα και το συνδικάτο δεν μπόρεσαν ή δεν ήθελαν να καταλάβουν ήταν ότι αυτές οι νέες επισφαλείς και μη εγγυημένες φιγούρες είχαν έτσι κι αλλιώς άμεση ή έμμεση παραγωγική λειτουργία: ότι η φύση τους ήταν εργατική μιας και από αυτές εξάγονταν υπεραξία, πως αυτές οι φιγούρες αποτελούσαν συστατικό μέρος της νέας ταξικής σύνθεσης που διαμορφώνονταν επάνω στους ρυθμούς μιας μεταμόρφωσης της παραγωγικής διαδικασίας που ρυθμίζεται ως συστολή των παραδοσιακών χειρωνακτικών εργασιών, προς όφελος μιας ανάπτυξης του μαζικού πνευματικού έργου.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αντί να στρέψουν την προσοχή σε αυτές τις νέες παραγωγικές φιγούρες, διαπιστώνοντας το φορτίο καινοτομίας που εξέφραζαν στο επίπεδο των αναγκών της ανάπτυξης και της πολιτικής οργάνωσης, το κομμουνιστικό Κόμμα και το συνδικάτο αντέταξαν την πιο τραχιά, την πιο πρόχειρη ανάλυση που κατέληξε να τις μαρκάρει σαν ένα φαινόμενο επικίνδυνου ανορθολογισμού ενός νέου μαζικού υποπρολεταριάτου, εναντίον του οποίου έπρεπε να αντιτάξουν την ορθολογική δημοκρατική σταθερότητα μιας εγγυημένης εργατικής τάξης οχυρωμένης στους μεγάλους βιομηχανικούς καθεδρικούς ναούς καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση πως θα βαστάξει, θα αντέξει την πολιορκία της καπιταλιστικής επίθεσης. Όσον αφορά τη θεσμική πολιτική, η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού» του Κ.Κ.Ι. είχε την καίρια στιγμή της στο αποτέλεσμα των διοικητικών εκλογών του ’75, όταν κατέλαβε πολλές και σημαντικές τοπικές αρχές και ακόμη περισσότερο το επόμενο έτος, στις πολιτικές εκλογές, όταν άγγιξε το προσπέρασμα της χριστιανοδημοκρατίας D.C.I. H παταγώδης εκλογική επιτυχία, έφτασε επάνω στο κύμα των αγώνων των μαζικών κινημάτων των προηγούμενων ετών που το κόμμα θεώρησε ότι είχε επαναφέρει σε λειτουργία ιμάντων μετάδοσης στο κοινωνικό του σχεδίου του. Σε αυτό το σημείο, θέτοντας τη δική του υποψηφιότητα ως «κυβερνητικό κόμμα», έστρεψε όλη του την ένταση και την προσοχή στους ελιγμούς συμμαχίας και διαπραγμάτευσης με τα άλλα κόμματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Η ανησυχία ότι η νομιμότητα της διακυβέρνησης θα έπρεπε να περάσει από την οικοδόμηση μιας εικόνας δημοκρατικής αξιοπιστίας, το ώθησε να αποδεχτεί το αντάλλαγμα να αναλάβει το ρόλο του εγγυητή της κοινωνικής συγκρουσιακής έντασης, έτσι ώστε αυτή να μειωθεί, να ελεγχθεί, να μπει σε κανάλια και να καταστεί διαχειρίσιμη ή μη εκτιμώμενη, αφορισμένη και υπό καταστολή στις ασυμβίβαστες πτυχές της με την επιβίωση του συστήματος σε κρίση. Κατά συνέπεια, κυρίως στους χώρους εργασίας, οι οργανώσεις και οι συνδικαλιστικοί τομείς που ελέγχονται από το PCI ανέπτυξαν μια γραμμή η οποία, αφενός, αποσκοπούσε σε μιαν αποφασιστική εξάλειψη οποιασδήποτε μη ελεγχόμενης ή μη συνεργατικής εργατικής αντίθεσης-αντιπαράθεσης, ενώ, από την άλλη, έθετε υποψηφιότητα, στις σχέσεις τους με τις βιομηχανικές τάξεις, σε δύναμη ικανή να προωθήσει την έξοδο από την παραγωγική κρίση. Το αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η αποδοχή της «πολιτικής των δυο χρόνων» από συνδικαλιστικής πλευράς: πρώτα οι θυσίες της εργατικής τάξης, για να αποκατασταθούν τα περιθώρια συσσώρευσης κεφαλαίων που διαβρώθηκαν από τους αγώνες των προηγούμενων ετών, στη συνέχεια η ανάκαμψη της παραγωγής και μια δίκαιη ανακατανομή των εισοδημάτων και των εξουσιών. Το 1977, με αυτές τις πολιτιστικές και πολιτικές προϋποθέσεις, το ΚΚΙ και το συνδικάτο βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απρόβλεπτη εμφάνιση ενός κινήματος αποτελούμενου από μια ποικιλία υψηλά μορφωμένων προλεταριακών υποκειμένων, πολύ ευαίσθητα στην αντίληψη των επιπτώσεων της επιτάχυνσης των μετασχηματισμών ενός παραγωγικού συστήματος που αποσκοπούσε στη διάλυση της κεντρικής σημασίας της βιομηχανικής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αυτά τα υποκείμενα ήταν το τερματικό συμπύκνωμα, το τεράστιο χωνί, στο οποίο εισρέει το απόθεμα μιας γνώσης και μιας μνήμης της οργάνωσης ενός αδιάσπαστου κύκλου αντι-θεσμικών αγώνων, συνεπώς αυτόνομων και ριζοσπαστικών, που ξεκίνησαν μέσα στα χρόνια Εξήντα. Όντες κυρίως το ιστορικό προϊόν, το προκύπτον παράγωγο του μαζικού εργάτη από την άποψη της διαλεκτικής σχέσης με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, τα υποκείμενα αυτά αποδείχθηκαν ιδιαίτερα επιθετικά στο επίπεδο των ανταγωνιστικών πολιτικών τους εκφράσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Η έννοια της απόρριψης της εργασίας που είχε διασχίσει όλη τη δεκαετία του 60 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 είχε βρει επιτέλους την πιο ολοκληρωμένη γενιά της, μια γενιά που έκανε αυτής της έννοιας το δικό της στοιχείο πολιτιστικής, κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας. Αν η αναδιάρθρωση, ρευστοποιώντας την αγορά εργασίας, διαμόρφωσε μια νέα παραγωγική δομή στην οποία η εργατική δραστηριότητα χαρακτηρίζονταν ως επισφαλής, περιστασιακή και εναλλάξιμη μεταξύ χειρωνακτικών και πνευματικών λειτουργιών, τα υποκείμενα του ’77 έκαναν δικό τους αυτό το πεδίο ακραίας κινητικότητας μεταξύ διαφορετικών θέσεων εργασίας και μεταξύ εργασίας και μη απασχόλησης, θεωρώντας την εργατική απόδοση ως ένα περιστασιακό στοιχείο παρά ως συστατικό θεμέλιο της ύπαρξης τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αντί να πιέζουν και να αγωνίζονται για να εξασφαλίσουν τον «μόνιμο τόπο, την μόνιμη θέση» για όλη τη ζωή, στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, έδειξαν την προτίμηση τους στα πειράματα για τις πιθανές μορφές εναλλακτικής λύσης στην προμήθεια εισοδήματος. Για αυτά τα υποκείμενα η κινητικότητα στη σχέση με την εργασία κατέστη από επιβαλλόμενη μορφή, συνειδητή και προνομιούχος επιλογή σε σχέση με την εγγυημένη εργασία των οκτώ ωρών την ημέρα καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής. Οι νέοι εργάτες που εργάζονταν ήδη στα εργοστάσια, αφού αναμετρήθηκαν με την αδυναμία και την ματαιότητα αντίστασης στη διαδικασία αναδιάρθρωσης με τον αγώνα για την «προστασία της θέσης εργασίας», αυτοαπολύονται επιλέγοντας το μέτωπο της κινητής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Είναι πρωτίστως για αυτές τις συμπεριφορές και για αυτές τις επιλογές, και όχι για την τάση να ασκούν τη βία στους αγώνες, που οι νέοι του κινήματος του 1977 προκάλεσαν σκάνδαλο στις τάξεις του ιστορικού εργατικού κινήματος.Για τους λόγους αυτούς γίνεται κατανοητό πώς, στο κίνημα του 1977, ολόκληρη η παράδοση του ιστορικού εργατικού κινήματος, που έχει εμφυτευτεί επάνω στην ιδεολογία της εργασίας, δεν μπορούσε παρά να εμφανιστεί, εκτός από βαθιά ξένη, και αντικειμενικά εχθρική, εχθρική προς την δική τους ανάγκη, που είχε ωριμάσει από την εξαιρετική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, να απελευθερώσουν τη ζωή από τη σκλαβιά του εκβιασμού της εντολοδόχου εργασίας.

Σχετική εικόνα

Και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, και ήταν σκληρή.Έτσι, μέσα στο ’77, ξέσπασε η καθημερινή γενίκευση μιας πολιτικής και πολιτιστικής διαμάχης που διακλαδώθηκε σε όλα τα μέρη της κοινωνίας, αντιπροσωπευτικό δείγμα της σύγκρουσης που διαπέρασε όλη τη δεκαετία του ’70, μια σκληρή μάχη, ίσως η πιο σκληρή, μεταξύ των τάξεων και μέσα στην τάξη, που συνέβη ποτέ από την ενοποίηση της Ιταλίας. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες συνελήφθησαν, τέσσερις χιλιάδες καταδικάστηκαν σε χιλιάδες χρόνια φυλάκισης, και στη συνέχεια νεκροί και τραυματίες, εκατοντάδες, και από τις δύο πλευρές.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77, la grande rivolta

Αυτά τα νούμερα σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως το απλό αποτέλεσμα ενός αλόγιστου στοιχήματος της παραληρηματικής γνώσης μιας αχρείας χούφτας κακών δασκάλων που μπολιάστηκε στις νιχιλιστικές εντάσεις των υποκουλτουροποιημένων και περιθωριοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η σύγκρουση ήταν μάλλον ένα ραντεβού που αναγκάστηκε από την κατακρήμνιση των κοινωνικών αντιφάσεων μεταξύ των τάξεων που, μέσα στην γενικευμένη κρίση, έσπτωχναν προς μια άμεση και μετωπική διένεξη για τον επαναπροσδιορισμό νέων κανόνων εξουσίας.

Σχετική εικόνα

 α] squadrismo, Πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη δραστηριότητα ομάδων δράσης, με ιδιαίτερη αναφορά στους φασίστες που κατά τα έτη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με εκφοβισμούς και βιαιότητες συχνά θανατηφόρες κατά των δημοκρατικών πολιτικών οργανώσεων.
 β] diciannovismo, Σύνολο πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων που χαρακτήριζαν τα χρόνια μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ειδικότερα σε σχέση με τη γέννηση του φασισμού
γ]  cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών
αυτονομία, autonomia

Toni Negri: ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ, ΔΥΟ ΠΙΣΩ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ (35)

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Ιστορικοποιούμε τις σημειώσεις του κειμένου, όχι γενικά, αλλά για αυτό που μας αφορά αμέσως, για την εμπειρία που αποκομίσαμε αυτά τα χρόνια. Η τρομοκρατία και η «μακρά πορεία μέσα από τα θεσμικά όργανα», σιωπηρώς νεορεφορμιστική, είπαμε ως διπλή όψη της θεωρητικής κρίσης του επαναστατικού κινήματος που γεννήθηκε το ’68. Αλλά η κρίση δεν είναι μόνο θεωρητική, είναι πρακτική. Οι ομάδες εμπλέκονται σε ένα βαρύ μηχανισμό διάλυσης, η μόνη διέξοδος φαίνεται να συνίσταται στην ανάκτηση θεσμικών δεσμών ή, αντιστρόφως, στην ατομική τρομοκρατική αποφασιστικότητα. Γεννιούνται κομματίδια και σχηματίζεται μια κινητή υπόγεια βλάστηση, ασταθής και επικίνδυνη. Το σύνθημα της οικοδόμησης του κόμματος και της οργάνωσης της εξέγερσης ξεφτίζει μέσα σε μειοψηφικές επιλογές που δεν είναι ικανές για μαζική πολιτική αναπαραγωγή.Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το ιταλικό κίνημα αλλά όλες τις καταστάσεις (ευρωπαϊκές και αμερικανικές) στις οποίες εξερράγη το 68. Ωστόσο, όλοι αυτοί οι σύντροφοι, αυτό το πολιτικό προσωπικό, έχουν βιώσει μια πραγματική φάση επαναστατικής πολιτικής δράσης. Μόνο η σεκταριστική προκατάληψη των γραφειοκρατών του επίσημου εργατικού κινήματος μπορεί να το αρνηθεί. Στην πραγματικότητα, χιλιάδες σύντροφοι γνωρίζουν τι σημαίνει να παράγει κάποιος επαναστατική αναταραχή-αγκιτάτσια και να διαχειρίζεται χώρους εργατικής εξουσίας: το 1968-69 ήταν αυτό.

Αποτέλεσμα εικόνας για il partito dell'insurrezione anni 70

Αλλά ενώ η εργατική τάξη και ορισμένοι τομείς του προλεταριάτου συνέχιζαν να κινούνται σε αυτό το έδαφος, το πολιτικό προσωπικό των ομάδων κομματιάστηκε, η πρακτική κρίση περιπλέχθηκε με τη θεωρητική κρίση: ο δρόμος εμφανίστηκε συγκεχυμένος, ο προβληματισμός εξασθένησε – δυνατά μέχρις εδώ- της ενότητα της εργατικής τάξης σχετικά με την πολιτική αλληλεγγύη των ομάδων, αντιτιθέμενοι πειρασμοί αναπτύχθηκαν.

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio novembre 73, foto

Είναι πάρα πολύ εύκολο να απαντήσουμε ότι η ρεφορμιστική αντεπίθεση και η αδιαμφισβήτητη ικανότητα και ζωτικότητα του συνδικάτου έχουν περιορίσει και μπλοκάρει τα περιθώρια έκφρασης και αγώνα των ομάδων – και πλαστογράφησαν τη σχέση μεταξύ πρωτοπορίας και μαζών. Είναι πολύ εύκολο να αναγνωρίσουμε ότι εκεί που υπήρξε αντίσταση και πρόοδος στο πολιτικό κίνημα, η καταστολή έπληξε σκληρά μεγάλα στρώματα στελεχών. Ούτε η καπιταλιστική χρήση της κρίσης, ούτε η οργανωτική ανισότητα μεταξύ μέσων και σκοπών, δικαιολογούν τη σημερινή φάση διάλυσης των ομάδων. Δεν φθάνει: υπάρχει κάτι περισσότερο. Και είναι η έλλειψη μιας κινητήριας θεωρίας, είναι η έλλειψη μιας επαναστατικής ανάλυσης που να επιτρέπει στην πρωτοπορία να πορεύεται με το μαζικό κίνημα. Ναι, γιατί σε εμάς φαίνεται ότι το μαζικό κίνημα έχει σε κάθε περίπτωση πορευτεί και έχει δυνητικά λύσει για λογαριασμό του, μέσα στον αγώνα, τα προβλήματα γύρω από τα οποία αντιθέτως διαλύθηκε το πολιτικό κίνημα που γεννήθηκε το 1968 – εσωτερικό ή εξωτερικό στα εργοστάσια. Έτσι, μια ενωτική και επιθετική πολιτική ανάκαμψη σήμερα πρέπει και πάλι να αποκτήσει συνείδηση για το πόσο μακριά έχει πάει το πραγματικό κίνημα, να ανοίξει εκ νέου μια μαζική έρευνα στα εργοστάσια και μεταξύ του εσωτερικού προλεταριάτου, να αναδιαρθρωθεί σύμφωνα με το ρυθμό της σχέσης ανάμεσα στην πρωτοπορία και τις μάζες που έχει καθορίσει το ταξικό κίνημα. Αλλά για όλα αυτά αργότερα.

Σχετική εικόνα

Πρέπει πρώτα να δούμε ορισμένα κρίσιμα βήματα γύρω από τα οποία η ύφεση του κινήματος έχει καθοριστεί ιστορικά, και πάνω από όλα η σχέση πρωτοπορίας-μάζας από την οποία αυτό γεννήθηκε έχει αποσυντεθεί. Τρεις είναι οι φάσεις που πρέπει να έχουμε στο νου: η πρώτη είναι εκείνη που πηγαίνει από τις πρώτες εστίες, τα πρώτα ξεσπάσματα του Valdagno, της Valle Giulia, του Porto Marghera, της Pirelli, μέχρι την άνοιξη Fiat το ’69. Η δεύτερη φάση πηγαίνει από την αντεπίθεση του Agnelli στις 3 σεπτεμβρίου 1969 και από τον ιούλιο- αύγουστο του 1970 (εξέγερση στο Porto Marghera) μέχρι τον μάρτιο του ’72. Η τρίτη φάση είναι αυτή που άνοιξε στο Mirafiori τον μάρτιο του 1973. Σε αυτή την τελευταία φάση μια νέα προοπτική της οργάνωσης, ένα νέο άλμα προς τα εμπρός φαίνονται να καθορίζονται.

Σχετική εικόνα

Τώρα, στην πρώτη φάση μια μακρά διαδικασία εργατικής ανυποταξίας έρχεται σε ωριμότητα ενάντια στο καπιταλιστικό σχέδιο, εναντίον του σοσιαλισμού του κεφαλαίου, ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση επί της ανάπτυξης. Η σχέση μεταξύ των ταξικών κινημάτων και της θέσης των πρωτοποριών είναι πλήρης και αυθόρμητη. Στην αυτονομία της συμπεριφοράς των εργατών βασίζεται η δύναμη έλξης του κινήματος. Από την άποψη των στόχων, η ρήξη της σχέσης μισθού-παραγωγικότητας (τόσο στο επίπεδο της επιχείρησης: αγώνας κατά των κινήτρων, ισότητα, κλπ., όσο σε γενικό επίπεδο: αγώνας για τον κοινωνικό μισθό, κλπ.) σύντομα μετατρέπεται σε αγώνα κατά της εργασίας. Από την άποψη της μορφής του αγώνα βλέπουμε μια διαδικασία ταυτοποίησης με στόχο τέτοιο ώστε να καταστεί μαζικά ενιαίο το σχέδιο: εξισωτικός είναι ο στόχος, ισότιμη στη βάση είναι η οργάνωση του αγώνα, άρνηση της διαπραγμάτευσης και άρνηση της εργασίας γίνονται συνώνυμα, η άρνηση της εργασίας είναι, εν συντομία, ένα στυλ πολιτικής εργασίας, το μίσος για την οργάνωση της εργασίας είναι η υποστήριξη και η έλξη του σχεδίου. Από την άποψη των στρατηγικών διαρθρώσεων του σχεδίου, εδώ επικρατεί ο αυθορμητισμός. Η πιο περιπετειώδης προσδοκία δεν διαρκεί περισσότερο από κάποια εβδομάδα, τα επίπεδα της μάζας είναι προικισμένα με μια δύναμη εφευρετικότητας που μπορεί να τραβήξει πίσω της τα πάντα και αμέσως. Είμαστε μάρτυρες ενός είδους εξομάλυνσης του προβλήματος της οργάνωσης (και της εξέγερσης) στα επίπεδα της μάζας. Η πρωτοπορία είναι εντελώς εναλλάξιμη με το παγκόσμιο κίνημα, οι χρόνοι και οι μορφές της κυκλοφορίας των αγώνων είναι και διατύπωση του εξεγερτικού σχεδίου, στόχοι, χρόνοι, μορφές του αγώνα είναι αντικαθιστώμενα στοιχεία. Ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός στην επαναστατική συνείδηση πραγματοποιείται στην πρώτη φάση των αγώνων.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Με την αντεπίθεση του Agnelli, τις παύσεις του σεπτέμβρη ’69, το άνοιγμα του συμβασιακού αγώνα, ανοίγεται μια αντιφατική και ουσιαστικά αρνητική διαδικασία. Η ανάγκη να ενσωματωθεί στο αυθόρμητο κίνημα των μαζών μια συνειδητοποίηση των τακτικών και στρατηγικών διαρθρώσεων της εξεγερτικής διαδικασίας τίθεται στο προσκήνιο. 

Αποτέλεσμα εικόνας για fiat '69, lotte operaie

Μόνο με αυτή την προϋπόθεση είναι δυνατόν να απελευθερωθεί από την μέγγενη στην οποία έχει παγιδευτεί το κίνημα, αφενός από τις πρώτες βολές της αντεπίθεσης του Agnelli, αφετέρου από τον ελιγμό περικύκλωσης των συνδικάτων. Αυτά τα προβλήματα τίθενται στην ημερήσια διάταξη από το κίνημα, και καθίσταται ξεκάθαρη η συνειδητοποίηση ότι η αντίσταση και η διεύρυνση των κατακτηθέντων χώρων εξουσίας μπορούν να παρασχεθούν μόνο με την προϋπόθεση της οργανωτικής αναδιάρθρωσης που το μαζικό κίνημα, αξιοποιώντας τη δύναμη και το ξάφνιασμα και τον αυτοσχεδιασμό είχε με ενθουσιασμό συνθλίψει. Αλλά να θέσουμε το πρόβλημα στην ημερήσια διάταξη, δεν είναι πως το επιλύουμε. Αντιθέτως είναι ακριβώς εδώ που ανοίγεται μια βαθιά και οδυνηρή κρίση. Ωστόσο, οι πρώτες εμπειρίες δεν είναι αρνητικές: από το Τορίνο και το Πόρτο Μαργκέρα το έδαφος της εμπειρίας μεταφέρεται στο Μιλάνο, δηλαδή σε μια μητρόπολη στην οποία, αντί της άμεσης σύνδεσης με το εργοστάσιο, εκφράζεται με εξέχοντα τρόπο μια επιβολή-εξουσία του κεφαλαίου ακραίως διαρθρωμένη και πολύπλοκη. Είναι στο επίπεδο αυτής της πολυπλοκότητας που το πρόβλημα αναλαμβάνεται: οι μιλανέζικοι αγώνες για την κατοικία αντιπροσωπεύουν ίσως την υψηλότερη συνειδητοποίηση του.

Σχετική εικόνα

Και στο στρατιωτικό επίπεδο αναπτύσσεται η διάρθρωση της συζήτησης μεταξύ πρωτοπορίας και μάζας – η εξέγερση του Porto Marghera και άλλων κέντρων του Βένετο στις αρχές αυγούστου του ’70 δείχνει μια αλληλεπίδραση μεταξύ ομάδων επίθεσης και μαζικού κινήματος, σε επιθετικό επίπεδο, σε πολλές-μεγάλες περιοχές, τόσο ώστε να τελειοποιήσουν τα μοντέλα του αστικού αντάρτικου και τέτοιας ώστε να ξεπεράσουν έτσι κι αλλιώς το τρομερό παράδειγμα της μαζικής εξέγερσης του Τορίνο της 3ης ιουλίου 1969. Το ίδιο ισχύει και για τη γενίκευση των αγώνων του Μιλάνου για την κατοικία. Αλλά είναι η επακόλουθη προσπάθεια προσαρμογής της μορφής οργάνωσης σε αυτά τα νέα και επείγοντα καθήκοντα που αποτυγχάνει.

1960 torino

Η διαδικασία ολοκληρώνεται καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1971, μέσω της σεχταριστικής συγκρότησης των ομάδων, μέσω του γραφειοκρατικού σφετερισμού της ηγεσίας εναντίον των οργανωμένων αναγκαιοτήτων της εργατικής αυτονομίας. Αυτό που ήταν το πραγματικό καθήκον, να επαναπροσδιοριστεί και να διαρθρωθεί εκ νέου, από τα μέσα, η συμπαγής δύναμη της ενωμένης εργατικής δύναμης, μετατρέπεται σε εξωτερικό καθήκον καθοδήγησης, αφηρημένης διεύθυνσης.  Ο πιο χυδαίος τριτοδιεθνισμός θριαμβεύει. Ενώ, ταυτόχρονα, στην ίδια εκείνη χρονική περίοδο, ο αγώνας των εργατών προχωρεί, επεκτείνοντας και εδραιώνοντας την καταστροφή της εργοστασιακής ιεραρχίας και εκτοξεύοντας το σύνθημα του εγγυημένου μισθού, ξεκινώντας τους πρώτους αγώνες γι ‘αυτό – οι ομάδες εδραιώνουν μια ικανότητά τους να επιτεθούν που είναι τώρα αφηρημένη επειδή δεν δαγκώνει επίπεδα μαζικά, που καθίσταται ανίσχυρη, μια επίθεση που θέλει να στρέφεται εναντίον του κράτους.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Η «κάθοδος προς το Νότο» – που σε εκείνη τη φάση διεξάγουν οι ομάδες – μακριά από το να αντιπροσωπεύει μια νέα συσχέτιση του οργανωτικού λόγου μεταξύ των αγώνων των εργατών στις μητροπόλεις και των αγώνων των εργατών στην υπανάπτυξη, ένα σχέδιο κινηματικό μεταξύ δράσης των πρωτοποριών και μαζικής συμπεριφοράς από την άλλη πλευρά, προτείνει ξανά την ιδεολογία του αυθορμητισμού του ’68, από την άλλη – ακόμα πιο λανθασμένα – το φορτίο για μια δυσανάλογη ένταση της υποπρολεταριακής βίας εναντίον του κράτους (μια απλή προβολή, στην πραγματικότητα, του υποκειμενισμού και της κεντρικότητας των ομάδων). Η οργανωτική διαδικασία που θέλει τη συνέχεια των οργανωτικών βημάτων διαρθρωμένη μέσα στην ασυνέχεια του μαζικού κινήματος, διασπάται με άγριο τρόπο.  Οι ομάδες, στα τέλη του ’71 και μέχρι τον μάρτιο του 1972, πάνε στην επίθεση, μόνες. Όταν, στις 11 μαρτίου 1972, οι ομάδες έχουν τη στιγμιαία εντύπωση της στρατιωτικής νίκης, σε μητροπολιτικό και εθνικό επίπεδο, έχουν στην πραγματικότητα υποστεί το πιο ακραίο και σκληρό πλήγμα στην ξεχωριστή ύπαρξή τους. Θα καταστραφούν βαριά, η καταστολή θα τις βρει απομονωμένες και θα μπορέσει να χτυπήσει αδυσώπητα. Επιπλέον, η απόσπαση από την τάξη είναι ολοκληρωτική: από τις συμβάσεις του τέλους του ’72 οι ομάδες θα απουσιάζουν εντελώς. Είναι εδώ που η οργανωτική κρίση βρίσκει τις θεωρητικές της επιπτώσεις, είναι εδώ και η απόκλιση από τα μαζικά επίπεδα – που ήδη έχει κάνει την παρέμβαση της, εκ των πραγμάτων θεωρητικοποιείται και αποκρύπτεται μέσα στην ιδεολογία της «αυτοκριτικής», της νέας οργάνωσης, της συνέχειας μιας γενιάς πολιτικών στελεχών και ούτω καθεξής, εδώ που τα δύο μονοπάτια της ιδεολογίας – εκείνο το νεο-ρεφορμιστικό που θέτει την ανάγκη να ξανανοίξει μια σχέση με τις μάζες αλλά δεν ξέρει να το τοποθετήσει παρά στο εκ νέου άνοιγμα της συνεργασίας με το συνδικάτο, και εκείνη της τρομοκρατίας που επικεντρώνεται στην παραδειγματικότητα των επιθετικών δράσεων ως στιγμή πήξης του μαζικού κινήματος – είναι εδώ λοιπόν που συντελούνται δύο βήματα πίσω.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Η καπιταλιστική χρήση της κρίσης – η οποία εν τω μεταξύ γίνεται εντονότερη – δεν αναλύεται: η κρίση προσλαμβάνεται με καταστροφικό τρόπο, τόσο από τους νεο-μεταρρυθμιστές που δημιουργούν επάνω της ελπίδες για θεσμική ενότητα και συντονισμό με όρους μετώπων με το μαζικό κίνημα, όσο και από τους τρομοκράτες. Όσον αφορά τα προβλήματα της οργάνωσης, και στις δύο περιπτώσεις, η ανάγκη να αντικαταστήσουν στη συνέχεια του εργατικού σχεδίου την συνέπεια μιας γραμμής που έρχονταν από τα υψηλά κλιμάκια και μια πρωτοβουλία γραφειοκρατική ωστόσο – ωραία, όλο αυτό οδηγεί στο να εκθειάζονται οι λειτουργίες της ομάδας, η συνοχή και η ιδεολογική ομοιογένεια της διεύθυνσης, η καθετότητα της και ούτω καθεξής. Και η εξέγερση – όταν και ακόμη ξαναγίνεται λόγος γι ‘αυτήν – επιστρέφει να είναι «τέχνη», μια ξαφνική στιγμή που αποφασίζει «κάποιος»! Πόσο απίστευτα βαριά είναι τα προς τα πίσω βήματα! Αλλά η εργατική τάξη και το προλεταριάτο προχωρούν. Όχι μόνο στην εδραίωση των στόχων, στη συγκράτηση των χώρων εξουσίας, στον προσδιορισμό και την αποφασιστικότητα της οριστικής μη αναστρεψιμότητας της εργατικής και προλεταριακής εξουσίας. Bensì anche sul piano dell’organizzazione. Η συνειδητοποίηση ότι η εξέγερση δεν είναι «τέχνη» αλλά «επιστήμη», ικανότητα να αρθρώσει με ακρίβεια ολόκληρη την πορεία της ανατροπής σε μαζικά κινήματα και σε πρωτοποριακές επιχειρήσεις – εν συντομία, που το κεφάλαιο, σε αυτό το επίπεδο ανάπτυξης δεν αφήνει μαλακούς μύες για να χτυπήσει, αδύναμους δακτυλίους για να σπάσει, πυροκροτητές με τους οποίους να προκαλέσει εκρήξεις, αλλά που μόνο μια συνειδητή, συνεχής και οργανωμένη πολιτική σχέση μπορεί σήμερα να εντοπίσει πώς να σπάσει με μαζική δύναμη – αυτή η συνειδητοποίηση είναι όλη μέσα στην εργατική τάξη.

Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Η τρίτη φάση της οργανωτικής διαδικασίας της εργατικής τάξης ανοίγει στο Mirafiori, τον μάρτιο του 1973. Η διεύθυνση είναι όλη μέσα στην ταξική αυτονομία, η διάρθρωση της επίθεσης είναι και η ενοποιητική της λειτουργία, οι νευρώσεις ενός επαρκούς οργανωτικού μοντέλου αρχίζουν να φαίνονται. Στο σημερινό επίπεδο της ταξικής πάλης, η εργατική αυτονομία αρχίζει έτσι να γράφει το δικό της «Τι να κάνουμε;». Ο υποτιτλισμός είναι «η εξέγερση ως επιστήμη.» Αν προσπαθήσουμε να κινηθούμε σε αυτό το έδαφος, συνδέοντας ξανά τη θεωρία στο μαζικό κίνημα, αυτή τη φορά δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ, όπως συνέβη στη δεκαετία του εξήντα, μεταξύ της γενικής πρόβας της πλατείας Statuto και τη εξέγερσης της 3ης ιουλίου.

Σχετική εικόνα

Όμως, όλα αυτά δεν επαρκούν, αν το πέρασμα στον αγώνα ενάντια στο κράτος δεν διαμεσολαβείται από τη θεωρία (κρίσιμη συνειδητοποίηση της ταξικής απόψεως) της κρίσης. Η καπιταλιστική προσπάθεια να ξανανοίξουν μέσα στην ταξική σύνθεση ρήξεις – σε αυτό συνίσταται η «κρίση» μέσα στην προοπτική του κεφαλαίου – και η διάρθρωση των μέσων της μαζικής καταστολής και της έγκαιρης κατασταλτικής επίθεσης (η προκλητική πρόβλεψη) που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό, πρέπει να προσληφθούν στην εργατική αντίληψη της οργάνωσης και να ανατραπούν σε διαφορετικές και αρθρωτές λειτουργίες του επαναστατικού σχεδίου.  Εδώ καταλαβαίνουμε πλήρως ότι δεν πηγαίνουμε να κηρύττουμε μια προυστιάνα αναζήτηση του χαμένου χρόνου: τα επίπεδα της τάξης στα οποία αναφερόμαστε σήμερα είναι ναι εκείνα που ορίζονται από την ισχυρή εμφάνιση του εργάτη- μάζα, από την τυποποιημένη ισοπέδωση της οργανωτικής του μορφής, αλλά με την συνειδητοποίηση ότι αυτά έχουν υποστεί ρωγμές, και θα μαστίζονται από την κρίση.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Αυτό που με την κρίση το κεφάλαιο αναδιαρθρώνει, αναδιαρθρώνεται αντικειμενικά: το να μετατρέψουμε σε μια υποκειμενική λειτουργία εκείνη την σημαντικότητα της εργατικής διάρθρωσης που επιθυμεί το κεφάλαιο με την κρίση, είναι το σημερινό καθήκον. Η συνολική συνείδηση ότι ο μισθός είναι δύναμη περνά μέσα από την οργανωτική διάρθρωση των περιπτώσεων επίθεσης στην καπιταλιστική ικανότητα να εμποδίζει την εργατική απαίτηση για μισθό, και εξουσία. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι σε μερικά μεγάλα εργοστάσια η απαίτηση των εργαζομένων για εγγυημένο μισθό περνά. Ο μηχανισμός της καπιταλιστικής εξουσίας θα χρησιμοποιήσει αυτή την εργατική νίκη για να διαχωρίσει εργατικό στρώμα από εργατικό στρώμα, εργοστάσιο από γειτονιά, για να κατακτήσει διαφορετικές ανακωχές κ.λπ. Το καθήκον που θα πρέπει να αναληφθεί άμεσα από τις πρωτοπορίες των μαζών θα είναι αντιθέτως να γίνει αυτή η κατάκτηση αμέσως γενικεύσιμη.

Σχετική εικόνα

Αλλά είναι αυτή η πίεση της μάζας αρκετή; Όχι, δεν αρκεί. Η επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού σχεδίου της συγκράτησης των αγώνων στο επίπεδο του εγγυημένου μισθού θα είναι δυνατή μόνο αν αναπτυχθεί ταυτόχρονα ο αγώνας για οικειοποίηση, ο αγώνας, δηλαδή, επάνω στην εγγύηση του πανεριού των αγαθών που κατέκτησε το προλεταριάτο, και αυτό όχι μόνο για τις πρωτοπορίες, αλλά σε μια υποδειγματική μορφή, ικανή να παρασέρνει σε όλα τα επίπεδα του προλεταριακού αγώνα. Ο μόνος τρόπος για να διατηρήσουμε, να εξαπλώσουμε, να εδραιώσουμε χώρους εξουσίας είναι να αναφερθούμε σε πιο προωθημένα επίπεδα, όλο και πιο άμεσα επίπεδα εξουσίας: αυτή είναι ο μόνη αναφορά βαθμιαίων αλλαγών, [ρεφορμισμού] που γνωρίζουμε. Και πάλι είναι μια λειτουργία που ριζώνει άμεσα στη σύνθεση της εργατικής τάξης.

Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Από το 1968 έως σήμερα, οι πρωτοπoρίες έχουν αλλάξει και έχουν εμβαθύνει την ένταση της θέλησής τους να επιτεθούν σε σχέση με την καπιταλιστική αντίδραση και την κρίση. Μόνο οι ομάδες έχουν ιδεολογικοποιήσει το ’68, τα πολιτικά στελέχη που βγήκαν από εκεί, και έχουν καταψύξει τη «συνέχεια μιας γενιάς»! Όχι την τάξη.

Σχετική εικόνα

Εδώ, μέσα στον αγώνα, η αυτονομία υπήρξε ένα έδαφος συνεχούς καινοτομίας της πολιτικής πρωτοβουλίας και, πάνω απ ‘όλα, άνοιξε τον ορίζοντα του ένοπλου αγώνα. Ο νεαρός εργάτης – ο οποίος εισήλθε στο εργοστάσιο μετά το ’68 – έφερε στην οργάνωση μια νέα συνειδητοποίηση της σχέσης μεταξύ του μισθολογικού αγώνα και του αγώνα για εξουσία, μεταξύ αγώνα του εργοστασίου και αγώνα της γειτονιάς, μεταξύ διαρθρωμένου αγώνα και συνολικού αγώνα. Ο νέος εργάτης – αληθινά πολυεθνικός – δεν τραβιόταν πίσω από κανένα πολεμικό φετίχ. Δεν είχε χρειαστεί να φτάσει τη νίκη, είχε κερδίσει πριν εισέλθει στο εργοστάσιο, όπου παρουσιάζονταν σαν κοινωνικοποιημένο προϊόν του αγώνα. Στην προλεταριακή δομή του σαν προλετάριος υπήρξε ουσιαστικά, υλικά, όχι η παραίτηση, όχι ο συνένοχος υπολογισμός των γραφειοκρατικών δυνατοτήτων, αλλά η φρεσκάδα μιας σειράς ικανοποιημένων αναγκών και ένα νέο μίσος για την εκμετάλλευση. Σήμερα ο ταξικός αγώνας και η νέα οργάνωση αναμετριούνται επάνω σε αυτή τη φοβερή φρέσκια πραγματικότητα. Οι ομάδες εδώ δεν έχουν τίποτα να προσθέσουν. Χιλιάδες αγωνιστές των ομάδων σε φάση αποσύνθεσης τοποθετούνταν μέσα σε εκατοντάδες κολεκτίβες, επιτροπές, αυτόνομες συνελεύσεις, κοινωνικούς κύκλους, κατεχόμενα σπίτια τα οποία τα επόμενα χρόνια θα πολλαπλασιαστούν σε κάθε πόλη της Ιταλίας δίνοντας ζωή σε μια αληθινά πραγματική κοινωνική σκηνή του απελευθερωτικού κινήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για senza tregua anni 70, giornale

Η ίδια η έκφραση «απελευθερωτικό κίνημα» γεννήθηκε ως νέα ταυτότητα μιας διαδικασίας που δεν περιοριζόταν πλέον στη σφαίρα της διεκδίκησης ή της σύγκρουσης, για να διαλέξει εκείνη της αυτοσυγκρότησης. Αλλά η γένεση της αυτονομίας δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια γραμμική διαδικασία και μονοσήμαντη. Η αυτονομία αποτελούσε μια εκτεταμένη περιοχή όπως ένας γαλαξίας, μέσα στην οποία αναγνωρίζονταν μερικοί αστερισμοί, μερικά υποδίκτυα προικισμένα με διαφορετικές πολιτικές ιστορίες, διαφορετικούς πολιτιστικούς σχηματισμούς, διαφορετικές φαντασίες, αλλά και με εφημερίδες, εργαλεία επικοινωνίας, γραφεία και στέκια ξεχωριστά. Θα ήταν άχρηστο εδώ να περιγράψουμε τη γεωγραφία αυτών των ομάδων. Κάποιοι πόλοι θα μπορούσαν να αναφερθούν: οι αυτόνομες ρωμαϊκές επιτροπές, συγκεντρωμένες γύρω από τον κόσμο της via de Volsci, ανέπτυσσαν μια έντονα αυθορμητιστική θεματική, κληρονόμο μιας λουξεμπουργκιανής προσέγγισης, και εδραίωναν τα ριζώματα τους κυρίως μεταξύ των εργαζομένων ορισμένων υπηρεσιών (νοσοκομειακοί, σιδηροδρομικοί,, ταχυδρομικοί και τηλεφωνητές, εργάτες της ενέργειας), καθώς και μεταξύ των εκτός έδρας φοιτητών της Ρώμης και των νεαρών προλετάριων των ρωμαϊκών συνοικιών.

Σχετική εικόνα

Οι αγωνιστές που εγκατέλειψαν την Ομάδα Gramsci και μέρος αυτών που προέρχονταν από την εργατική Εξουσία δημιούργησαν μια μητροπολιτική δομή παρέμβασης στο Μιλάνο, στην οποία συμμετείχαν εργάτες από τη Sit-Siemens, την Alfa Romeo και αργότερα από πολλά άλλα εργοστάσια στη Βόρεια ζώνη. Από την συγχώνευση μέρους της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας και την διασπορά αγωνιστών εργατών του συνεχή Αγώνα γεννήθηκαν επίσης οι επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές. Αλλά αυτοί οι σχολιασμοί δεν δίνουν καθόλου την ιδέα της μεγάλης κινητικότητας που υπήρχε στην διάχυτη οργάνωση η οποία είχε τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της σε νεαρούς προλετάριους, στα όρια των αυτόνομων οργανωμένων ομάδων, αλλά που ήταν μέσα στις δυναμικές αυθόρμητης συνεύρεσης-συνάθροισης μαγματικής, ανεξέλεγκτη. Σε αυτή την κοινωνική πραγματικότητα σχηματίστηκαν δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες, δύο βασικές επιλογές, που διέτρεξαν ολόκληρη την επόμενη ιστορία της αυτονομίας. Θα ήταν μια απλούστευση να εντοπιστούν αυτές οι δύο ψυχές γύρω από τις θεαματικές θεματικές της βίας και της οργάνωσης. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι από το 1973 αναδύθηκαν μια νεολενινιστική και μιλιταριστική τάση ως Οργανωμένη Εργατική Αυτονομία – με όλα τα γράμματα κεφαλαία – και μια τάση δημιουργική-desiderante η οποία ευνόησε-υποστήριξε την κοινωνική διάδοση των συμπεριφορών παρά την πολιτική οργάνωσή τους.

Σχετική εικόνα

Αλλά θα ήταν μια ανεπαρκής απλούστευση. Στην πραγματικότητα, η ρίζα της συστατικής ασάφειας της αυτονομίας βρίσκεται στη φράση της «Εργατικής Εξουσίας» που αναφέρθηκε προηγουμένως, στην οποία λέγεται, όσον αφορά την κατάληψη του Mirafiori, «το κόμμα του Mirafiori σχηματίζεται για να καταδείξει την καπιταλιστική αδυναμία χρήσης των μέσων καταστολής και αναδιάρθρωσης […] «. Αυτή η αξιολόγηση, η οποία αποτελεί τη βάση όλων των αντιστασιατίστικων πρακτικών κατά της αναδιάρθρωσης, όλης της αναζωπύρωσης της υστερο- κομμουνιστικής μυθολογίας του εμφυλίου πολέμου και της προλεταριακής δικαιοσύνης, η εκτίμηση αυτή είναι λανθασμένη και περιοριστική. Το κίνημα της αυτονομίας κατ’ αυτό τον τρόπο σχεδιάζεται σαν κίνημα αντίστασης: αντίσταση ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, και υπερεκτίμηση της ικανότητας να βαστάξει, να αντέξει η προλεταριακή κοινωνική σύνθεση που προήλθε από το κίνημα αγώνων του 1968-73.

Σχετική εικόνα

Η υπεράσπιση-η άμυνα της πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας του κινήματος ολοκληρώθηκε με την ακαμψία της κοινωνικής σύνθεσης του εργατικού δυναμικού και την άρνηση να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογικές μορφές της οργάνωσης της εργασίας. Στην πραγματικότητα, από το 1973, η αντεπίθεση των αφεντικών είχε ως στόχο ακριβώς να χτυπήσει τα δομικά θεμέλια της ταξικής σύνθεσης. Πρώτα απ ‘όλα το μπλοκάρισμα των προσλήψεων και του «turn-over» σε όλο τον κύκλο Fiat. Στη συνέχεια, αργά, πρώτα και στη συνέχεια ολοένα και περισσότερο να μοιάζει με ανεμοστρόβιλο, η εισαγωγή τεχνολογιών «εξοικονόμησης εργασίας», «labor-saving», η διάσπαση των μεγάλων μονάδων παραγωγής. Από εκείνη την καμπή-μεταστροφή άρχιζε ο βαθύς επαναπροσδιορισμός ολόκληρης της ιταλικής παραγωγικής δομής (αλλά επρόκειτο για μια διεθνή διαδικασία) με την περιθωριοποίηση των βιομηχανικών εργασιών, την επέκταση των άυλων κύκλων εργασίας: τα χρόνια ογδόντα. Η αυτονομία δεν δημιούργησε εκ των προτέρων τις πολιτιστικές συνθήκες για να διασχίσει αυτή την παραγωγική και κοινωνική μετάβαση, εκείνη την αποσύνθεση, προσπάθησε να υποκαταστήσει υστερικά μια διαδικασία κοινωνικής ανασύνθεσης που έπρεπε να ακολουθηθεί από μέσα, αποστασιοποιούμενη από υποκειμενικές παραμορφώσεις-χειραγωγήσεις, αρνούμενη κομματικές ενσαρκώσεις.

Σχετική εικόνα

Αλλά αυτή είναι ιστορία που ωρίμασε στα επόμενα χρόνια, εκείνη την περίοδο που προετοιμάζει το ’77, στην οποία έλειψε η ευκαιρία να προδιαθέση τα χαρτιά για μια νέα διαδικασία ανασύνθεσης, έλειψε η ευκαιρία να γίνουν αντιληπτές οι γραμμές της μετάλλαξης της ανθρώπινης εργασίας, στη συνέχεια το κύμα της άρνησης της εργασίας, έλειψε η ευκαιρία να προσδιοριστούν τα καινούργια εδάφη επάνω στα οποία μετακινούνταν η κυριαρχία, και στα οποία επάνω έπρεπε να μετακινηθεί και η κριτική δράση, η αυτο-οργάνωση, και η επαναστατική ανακάλυψη, δημιουργία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autonomia operaia

Μεταξύ του τέλους της εργατικής Εξουσίας, της γέννησης των συμβουλίων και της κρίσης των οργανωμένων πολιτικών ομάδων, σχηματίζονται οι πρώτες αυτόνομες συνελεύσεις στα εργοστάσια. Η μεγάλη ώθηση για τη γέννησή τους δίνεται όχι μόνο από μια πολύπλοκη σειρά πολιτικών στελεχών που σχηματίστηκαν μέσα στους αγώνες, από τη μεγάλη πάλη στη Fiat το 1972-73, από εκείνο το περίπλοκο πολιτικό εργατικό περιβάλλον που θα αποκαλεστεί «κόμμα του Mirafiori». Η δραστηριότητα των αυτόνομων εργατικών συνελεύσεων (οι οποίες θα δημοσιεύουν εφημερίδες όπως η ‘Senza Padroni’, »Δίχως Αφεντικά» στην Alfa Romeo, την Lavoro Zero, »Εργασία Μηδέν» στο Porto Marghera, την Mirafiori Rossa, »Κόκκινο Μιραφιόρι» στο Τορίνο κλπ.) συνδέεται με τα νεογέννητα CPS (Collettivi politici studenteschi, πολιτικές φοιτητικές κολεκτίβες) και τις αυτόνομες κολεκτίβες που γεννιούνται σε πολλές μητροπολιτικές προλεταριακές συνοικίες, δίδοντας ζωή σε ένα τεράστιο και άτυπο δίκτυο συγκρούσεων στο κοινωνικό, στο σχολείο, στο εργοστάσιο, το οποίο για τα χαρακτηριστικά των στόχων και των περιεχομένων μπορεί να οριστεί ως η γέννηση του χώρου Αυτονομίας.

Σχετική εικόνα

Πολλές συνιστώσες εισρέουν σε αυτό τον «χώρο». Στην περιοχή του Μιλάνο, από την κρίση της εργατικής Εξουσίας, γεννήθηκε η εφημερίδα «Rosso», η οποία περιλαμβάνει επίσης στοιχεία από άλλες οργανώσεις που βρίσκονται σε κρίση. Επίσης στο Μιλάνο, η έξοδος από τη Lotta continua της «εργατικής τάσης» θα οδηγήσει στη γέννηση της «Senza Tregua» , ‘Χωρίς Ανακωχή», και αργότερα, μέσα σε μια πολύπλοκη ανταλλαγή εμπειριών, στις ‘κομουνιστικές επαναστατικές Επιτροπές’, Co.co.ri. Στο Βένετο, οι αυτόνομοι χώροι θα συγκεντρωθούν γύρω από τις Κολεκτίβες, Collettivi και την εφημερίδα «Potere Operaio per il Communismo», η οποία, μετά το ’77, θα αποκαλείται «Αυτονομία», «Autonomia».

Σχετική εικόνα

Στη Ρώμη, από την τάση του manifesto, παράγεται η ‘Tαξική Εξέγερση’ ,»Rivolta di Classe», η οποία από το ’78 προέλθουν οι «Volsci», που αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους τομείς της Αυτονομίας στα Κέντρο-Νότια. Πάντα στη Ρώμη από τις περίπλοκες περιπτώσεις της αποσύνθεσης της εργατικής Εξουσίας και άλλων οργανισμών, τα περιοδικά «Metropoli» και «Pre-print» θα γεννηθούν το 1978. Το «κίνημα του ’77 » είναι το υψηλότερο σημείο της μαζικής διάχυσης των αυτόνομων συμπεριφορών που παράγουν δεκάδες εφημερίδες εμπνευσμένες από το « A / traverso » που γεννήθηκε το 1975 και φτάνει τα 20 χιλιάδες αντίτυπα μέσα στο ’77. Και στην πραγματικότητα το κίνημα του ’77 χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση στην αγορά εργασίας ενός προλεταριακού υποκειμένου με υψηλή ένταση γνώσεων και με καλό επίπεδο σπουδών, το οποίο διαφοροποιείται από τον «εργάτη μάζα» επειδή αρνείται, απορρίπτει την «αναγκαστική» εισαγωγή στο εργοστάσιο και σκιαγραφεί ένα είδος «κοινωνικού εργάτη», που είχε θεωρητικοποιηθεί νωρίτερα από ορισμένους χώρους της αυτονομίας που δήλωναν την τάση αναγκαιότητας να εγκαταλειφθεί το έδαφος του εργοστασίου.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Σχετική εικόνα

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ο μαχόμενος δημοσιογράφος. Συνέντευξη στον Claudio Locatelli

Claudio Locatelli, Τριάντα ετών, από το Curno στην επαρχία Μπέργκαμο, είναι ένας από τους διεθνείς μαχητές που εντάχθηκαν στις κουρδικές τάξεις των YPG για να πολεμήσουν εναντίον του ISIS. Ήταν από τους απελευθερωτές της Raqqa στη Συρία: με τα όπλα στο χέρι αντιμετώπισε τους πολιτοφύλακες του Χαλιφάτου και όταν μπορούσε γύριζε σκηνές αγώνα, παρέχοντας έτσι μια πολύτιμη άμεση δημοσιογραφική μαρτυρία στο πεδίο των μαχών. Ήταν στην Tabqa που τον ονόμαζαν «δημοσιογράφο – μαχητή». Είναι επίσης ο συντάκτης του βιβλίου «No surrender», που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Alberto Marzocchi και συνεχίζει να διαδίδει και να ευαισθητοποιεί για την υπόθεση ενάντια στη  νοοτροπία του τρόμου, της κουρδικής αντίστασης και της επανάστασης στη Rojava στη σελίδα: https://www.facebook.com/Claudio-Locatelli-Il-giornalista-combattente-1918536748367010/

Locatelli, από τι γεννήθηκε αυτή η δραστική επιλογή να ενταχθείτε με τους κούρδους για να πολεμήσετε τους τζιχαντιστές στη Μέση Ανατολή;

Πρώτον, για έναν λόγο συνέπειας: δεν μπορούμε πάντα να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε ενάντια στα κακά του κόσμου και στη συνέχεια να μην κάνουμε τίποτα γι ‘αυτό. Πρώτα απ ‘όλα πρέπει να βάλουμε τα χέρια μας στη λάσπη, να βουτήξουμε στην πρώτη γραμμή. Για να αλλάξουμε τα πράγματα πρέπει να εργαστούμε σε πρώτο πρόσωπο, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα: λάβετε υπ όψιν για παράδειγμα ότι βρισκόμουν ήδη στο μέτωπο του σεισμού στην Amatrice, ακόμη νωρίτερα στην Εμίλια και στο Abruzzo και στο Veneto μετά την πλημμύρα. Ο δεύτερος λόγος είναι πιο συναισθηματικός: το 2014 υπήρξε εκείνο το μεγάλο κύμα βιαιοτήτων που μετατράπηκε σε μια γενοκτονία εις βάρος των γυναικών Yazidi. Εντυπωσιάστηκα πολύ από τις εικόνες που διοχέτευσαν οι ειδήσεις στην τηλεόραση, όπου υπήρχε ένας ολόκληρος λαός στο Σενγκάλ, μια πόλη που βρισκόταν στην ορεινή περιοχή με το ίδιο όνομα στο Ιράκ, η οποία δέχτηκε επίθεση από το Isis. Στη συνέχεια, το 2015 πήγα ως διεθνής παρατηρητής κατά τη διάρκεια του Νεβρόζ, κουρδικοί εορτασμοί, στην κουρδική πρωτεύουσα Ντιγιαρμπακίρ της Τουρκίας και συνάντησα εκεί στα στρατόπεδα Yazidi ολόκληρες οικογένειες προσφύγων, στις οποίες, όμως, έλειπαν οι κόρες. Αυτές είχαν απαχθεί και εξαναγκάστηκαν να γίνουν σκλάβες του σεξ από τους άνδρες του Χαλιφάτου, κατάλληλες μόνο στην ευχαρίστηση εκείνων των θηρίων: για μένα όλα αυτά ήταν ανυπόφορα. Αυτός ο τρόπος σκέψης, η ιδέα ότι υπήρχαν ακόμα οργανωμένες πραγματικότητες που έβλεπαν τις γυναίκες σαν αντικείμενα, σαν δευτερεύουσες πραγματικότητες για μένα δεν ήταν πλέον αποδεκτό. Αυτοί οι λόγοι με έσπρωξαν να διακινδυνεύσω τη ζωή μου σε πρώτο πρόσωπο. Θέλω όμως να διευκρινίσω ότι το ISIS δεν είναι μόνο μια τρομοκρατική ομάδα. Το Isis είναι φασισμός, είναι σεξισμός, είναι θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, είναι η ιδέα πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη βία στην πολιτική, με λίγα λόγια, όλα αυτά τα πράγματα κατά των οποίων έχω αγωνιστεί πάντα στη ζωή μου, προφανώς όχι με το καλάσνικοφ στο χέρι, ενώ στη Συρία ήταν καθήκον να το κάνω και με αυτό τον τρόπο.

Γιατί γοητευτήκατε τόσο πολύ από το κουρδικό ζήτημα και ιδιαίτερα από τις Ypg;

Εκτός από το να πολεμούμε ενάντια σε κάτι πρέπει πάντα να παλεύουμε για κάτι: ας το παραδεχτούμε, δεν θα είχα κατέβει να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή μου μόνο και μόνο για την καταπολέμηση του ισλαμικού κράτους, το έκανα και για να φέρω κάτι καλύτερο. Οι YPG, οι YPJ, οι αντρικές μονάδες και οι γυναικείες μονάδες της πρώτης αντίστασης της Kobane το 2015, είναι ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφάσισα να πολεμήσω. Ήταν και εξακολουθούν να είναι μια ελπίδα για ολόκληρο τον κόσμο. Όταν στις 17 του οκτωβρίου 2017 έπεσε η Raqqa, δεν υπήρξε ένας άνθρωπος στον κόσμο που δεν χάρηκε, που δεν ήταν περήφανος για το αίμα των νεκρών συντροφισσών και συντρόφων μου που έπεσαν για να την απελευθερώσουν και να ελευθερώσουν ως εκ τούτου ολόκληρο τον κόσμο. Το κουρδικό ζήτημα εμπλέκεται σε αυτό, οι κούρδοι είναι ο πρώτος καταπιεσμένος λαός, χωρίς εδαφικότητα, έδωσαν τα πάντα για μας. Θυμάμαι ότι η μάχη τους εναντίον του ISIS είναι μια μάχη για ολόκληρο τον κόσμο. Επί πλέον υπάρχει η επανάσταση για τις γυναίκες, μια επανάσταση που ο κουρδικός λαός στην Rojava οδηγεί με αποφασιστικότητα και δύναμη.

Επί του παρόντος, τα φώτα της δημοσιότητας των μέσων μαζικής ενημέρωσης επάνω στα συριακά γεγονότα φαίνεται να έχει σκιάσει, σαν να έχει τελικά ηττηθεί οριστικά το ISIS, και παρ ‘όλα αυτά συνεχίζονται οι μάχες, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς, απολύτως! Πρώτα απ ‘όλα θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι το Isis δεν νικήθηκε ως νοοτροπία, στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως ένας τρόπος σκέψης. Ένας εξτρεμιστικός τρόπος που θα ήθελε τη γυναίκα μόνο στην κουζίνα, μια στάση, μια συμπεριφορά, μια οπτική των πραγμάτων που ο καθένας και από από εμάς θα μπορούσε να αναλάβει. Θυμάμαι ότι οι ευρωπαίοι τρομοκράτες που εντάχθηκαν στο ISIS, συχνά άνθρωποι απροσάρμοστοι, ήταν υποκείμενα με αυτή τη νοοτροπία. Οπότε αυτή η φάση εξακολουθεί να υπάρχει εκεί πέρα. Αντίθετα, στρατιωτικά αντιστέκεται στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη, υπάρχουν κύτταρα στη Βοσνία και την Αλβανία και μικρότερα στην Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Λίβανο. Θυμάμαι ότι μόνο πριν από δύο μήνες οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες οδήγησαν σε 14 συλλήψεις μεταξύ των δικτύων τζιχαντιστών. Στο Udine ένα αγοράκι παραλίγο να τινάξει στον αέρα τον εαυτό του σε ένα γυμνάσιο. Το Isis εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Έχουμε εξολοθρεύσει το κύριο στρατιωτικό κέντρο τους, αλλά πρέπει ακόμα να πολεμήσουμε σε υψηλά επίπεδα. Στη Συρία, στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα με το Ιράκ, αναμένουμε να συλλάβουμε τον Abū Bakr al-Baghdādī ήτοι τον ιδρυτή του Isis τους προσεχείς μήνες. Ήδη τον περασμένο μήνα συλλάβαμε τον εκπρόσωπό τους και ακόμη νωρίτερα έναν από τους αρχιτέκτονες της επίθεσης της 11ης σεπτεμβρίου, που κατέληξε στις φυλακές του Assad και στη συνέχεια στρατολογήθηκε με το Χαλιφάτο. Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, πολεμούμε, παρά το γεγονός ότι ο κόσμος στράφηκε προς την άλλη πλευρά. Η άλλη ζώνη μάχης στη Συρία αυτή τη στιγμή είναι η ερημική περιοχή, όπου βρίσκονται μικρά χωριά. Σήμερα είναι εκεί ο Botan, ένα αγόρι από τη Varese με τον οποίο πολέμησα στην Raqqa, ο Paolo «Azadi» και πολλοί άλλοι σύντροφοι μου συμπολεμιστές.

Από τα διαρρεύσαντα νέα, φαίνεται ότι οι στρατιώτες του Χαλιφάτου είχαν εξειδικευμένα, σύγχρονα όπλα, ποιοι τους τα προμηθεύουν;

Το Isis ή το Daesh υποστηρίχθηκε από τα ταμεία της Σαουδικής Αραβίας και του Quatar. Θυμάμαι λοιπόν ότι αρχικά οι ΗΠΑ και η Ευρώπη χρηματοδότησαν επίσης τζιχάντ ομάδες ενάντια στον Assad. Ορισμένα από τα χρήματα που προέρχονται από τους φόρους μας και από τους υπόλοιπους ευρωπαίους φορολογούμενους κατέληξαν επίσης σε αυτές τις ομάδες, μερικές από τις οποίες έφτασαν στη συνέχεια να ενωθούν με το ISIS. Όταν κάποιος λέει ότι η Αμερική έχει δημιουργήσει το ISIS, είναι λάθος: μάλλον είναι σωστό να πούμε ότι η Αμερική δημιούργησε το υπόβαθρο από το οποίο γεννήθηκε το ISIS. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το Χαλιφάτο έχει ισχυρές διεθνείς ρίζες, καταφέρνει να αποκτά «ισλαμικές δωρεές» από διάφορα μέρη του κόσμου. Όσον αφορά τα όπλα, μπορώ να σας πω ότι, ενώ για παράδειγμα στη Raqqa εμείς χρησιμοποιούσαμε drones με απλές κάμερες, το ISIS χρησιμοποίησε οπλισμένα drones, έκαστο των οποίων έχει κόστος περίπου 60.000 ευρώ. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τα τεράστια χρηματικά διαθέσιμα.

Οι αμερικανοί που είχαν κάποτε βοηθήσει την κουρδική επίθεση, φαίνεται να έχουν παρατήσει τους συμμάχους τους: τι σου ανέφεραν οι σύντροφοί σου σχετικά με αυτό;

Οι αμερικανοί υπήρξαν ναι σύμμαχοι μας,αλλά μόνο στρατιωτικά. Ποτέ δεν αποδεχθήκαμε κάποιον πολιτικό συμβιβασμό στην επανάσταση της Rojava. Θυμάμαι ότι ακόμη και ο Κάστρο στην πρώτη φάση της επανάστασης του στην Κούβα άντλησε κεφάλαια που είχαν συγκεντρωθεί στις ΗΠΑ. Στην αρχική φάση μια επανάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς συμμάχους. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Αμερική δεν είναι σύμμαχος εμπιστοσύνης. Αν είχατε τον τρόπο να διαβάσετε το βιβλίο μου, θα είχατε διαβάσει ότι ακόμα και προτού επαληθευτεί αυτό, γνωρίζαμε ότι εκείνη που αποκαλούσα «ημέρα προδοσίας» θα έρθει: όχι επειδή είμαστε προφήτες, αλλά επειδή γνωρίζουμε να διαβάζουμε την ιστορία, ήταν σαφές ότι θα γίνονταν αυτό. 

Οι αμερικανοί ήταν η αεροπορία μας ενάντια στους ισλαμιστές τρομοκράτες, αλλά δεν υπήρξαν τέτοιοι στην Αφρίν. Στις 18 μαρτίου η ελεύθερη πόλη μας έπεσε, εισέβαλε πίσω από τις πλάτες μας η Τουρκία. Οι αμερικανοί μας εγκατέλειψαν, αφήνοντάς τους να εισβάλουν στα μέρη μας μετά από έναν ανταρτοπόλεμο δύο μηνών, που διεξήχθη εναντίον ενός στρατιωτικού συνόλου που είχε εξοπλισμό που δεν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε. Εκεί χάσαμε εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες. Ένα πράγμα που μπορώ να προσθέσω είναι ότι επί του παρόντος μια άλλη θέση είναι εκείνη της Γαλλίας, η οποία θέλει να αποκαταστήσει μια παγκόσμια σύλληψη-επιρροή ισχυρής γεωπολιτικής. Έχουν αναπτύξει στρατεύματα στο έδαφος, τα οποία δεν χρησιμοποιούν. Συντονίζονται μαζί μας από την άποψη της εφοδιαστικής, αλλά δεν κάνουν τίποτα αυτή τη στιγμή. Ελπίζουν ότι από τη στιγμή που θα φύγουν οι αμερικανοί θα μπορούν να πάρουν τον έλεγχο της περιοχής υφαίνοντας μια συμμαχία μαζί μας. Είμαστε πολύτιμοι τόσο για τους αμερικανούς όσο και για τους γάλλους, επειδή αποτελούμε την τελευταία σταθερή πραγματικότητα ενάντια στο ισλαμικό κράτος, δεν στεκόμαστε στο πλευρό του Άσαντ που δεν είναι σύμμαχός μας, αλλά δεν είναι ούτε και εχθρός μας.

Αυτή τη στιγμή, απ’ ότι γνωρίζετε, πόσοι ιταλοί είναι στρατευμένοι και πολεμούν ανάμεσα στις κουρδικές γραμμές;

Μπορώ να σου πω ότι από το 2015 περίπου είκοσι ιταλοί έχουν συμμετάσχει στην επίθεση εναντίον του ISIS με το κουρδικό στρατό. Υπήρχαν τέσσερις από εμάς στη Raqqa: εγώ, ο Botan, ένα αγόρι από το Τορίνο και ένα άλλο αγόρι από τη Senigallia.

Θα ξαναφύγεις για το μέτωπο;

Έδωσα την συμβολή μου, θέτοντας τη ζωή μου σε κίνδυνο, αλλά η μάχη δεν σταματά στο πεδίο. Προς το παρόν προσπαθώ να διαθέσω τις ικανότητές μου, τα μέσα επικοινωνίας μου για να υποστηρίξω την υπόθεση. Αλλά αν η Τουρκία επιτεθεί σε ολόκληρη την επανάσταση μας, ειδικά αν επιτεθεί για να πάρει την Qamişlo, που για μένα είναι πολύ συμβολική επειδή είναι η μεγαλύτερη πόλη που έχουμε, αν δεν ήταν απλώς μια χαμένη μάχη, αλλά ολόκληρη η επανάσταση να καταρρέει, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω εδώ να παρακολουθώ.

Μια τελευταία ερώτηση, διαφορετικού χαρακτήρα από τις προηγούμενες: σε περισσότερες από μία συνεντεύξεις, ο δημοσιογράφος σε υπηρεσία σας ρώτησε αν έχετε σκοτώσει εχθρούς. Ίσως ελπίζοντας στoν εντυπωσιασμό sensazionalità μιας απάντησης, προσποιούμενος πως ξεχνά ότι στον πόλεμο δεν πηγαίνει κάποιος για να παίξει;

Ακριβώς, συχνά θέτοντας μου τέτοιες ερωτήσεις αναζητούν τον εντυπωσιαμό, ξεχνώντας ότι είναι ένας πόλεμος. Όπως έχω πει επανειλημμένα, σιχαίνομαι τον πόλεμο: πρέπει πάντα να αποφεύγεται ως αποτυχία κάθε διπλωματίας. Βεβαίως, η κατοχή, η ζωή σε καταπίεση δεν αποτελεί εναλλακτική λύση, όπως δεν αποτελεί εναλλακτική να αφήνεις εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες να πεθάνουν. Δεν νομίζω λοιπόν ότι είναι μια κατάλληλη ερώτηση: δεν είναι ένα παιχνίδι, δεν βρεθήκαμε εκεί για να παίξουμε. Ήταν μια θυσία που κάναμε και πολλοί από μας πέθαναν.

Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δύο εμπνευσμένες προσωπικότητες της διαδρομής μου ήταν ο Νέλσον Μαντέλα και ο Φιντέλ Κάστρο. Το 2008 είχα δώσει το λόγο μου ότι θα πήγαινα στην κηδεία και των δύο και έτσι έγινε. Το 2013 ήμουν στην κηδεία του Μαντέλα και το 2016 σε εκείνη του Κάστρο. Αυτό για να εξηγήσω ποια είναι η ψυχολογική και πολιτική μου πορεία, και πώς έφτασα να επιλέξω να αφιερώσω τη ζωή μου σε κάτι τόσο βαθύ όπως εκείνο για το οποίο μιλήσαμε.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Τα “gas news” γύρω από τον πόλεμο που δεν πρέπει να τελειώσει

 

Έχουμε δεκάδες φορές – σχετικά με τη Συρία και την γεμάτη ψέμματα κολοσσιαία ενημερωτική εκστρατεία, τα fake news, που χτίστηκε εναντίον αυτού του λαού – εκφραστεί. Αυτή τη φορά απλά περιοριζόμαστε να αναδημοσιεύσουμε το άρθρο που δημοσιεύθηκε χθες στο Μανιφέστο του Tommaso Di Francesco, του οποίου μοιραζόμαστε κάθε σημείο και, ιδίως, τη βασική θέση: ο πόλεμος στη Συρία δεν πρέπει να σταματήσει, δεν πρέπει να τελειώσει, γιατί θα πιστοποιεί την ήττα του δυτικού πολέμου μεσολάβησης, proxy war, και, αντίθετα, τον γεωπολιτικό θρίαμβο της Ρωσίας στο να διατηρήσει τη Συρία ενιαίο και κυρίαρχο Κράτος. Η πολυσυζητημένη φάρσα, η νέα προσπάθεια εξαπάτησης σχετικά με τη χρήση χημικών όπλων που οδήγησε στους βομβαρδισμούς χρειάζεται ακριβώς γι αυτό: να αναγκάσει την κοινή γνώμη να εγκρίνει την άμεση επέμβαση των Δυτικών, στην περίπτωση αυτή, την νεο-αποικιοκρατική γαλλο-αμερικανική συμμαχία. Παρακάτω, στη συνέχεια, το κομμάτι του Di Francesco, ένα άρθρο που τελικά έχει το θάρρος να επανασχηματίσει μερικές έννοιες, που μας έχουν ξεφύγει τελείως. Για παράδειγμα, τα εξής: «τον ρόλο των τζιχαντιστών του Isis, της αλ-Κάιντα και των συνδεδεμένων γαλαξιών με αυτούς, που όταν κάνουν επιθέσεις στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι »τρομοκράτες» ενώ στη Συρία είναι »αντιπολίτευση»».

του Tommaso Di Francesco (qui) εδώ

Ο πόλεμος στη Συρία δεν πρέπει να τελειώσει. Αυτή φαίνεται να είναι η υπόθεση, η δέσμευση των βεβιασμένων γεγονότων που τρέχουν και διεξάγονται υπό την επήρεια των εκθέσεων και των αφηγήσεων των μέσων μαζικής ενημέρωσης που πυροβολούν την βεβαιότητα, η οποία είναι τελείως διαφορετική και δεν έχει ποτέ επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές, ενός βομβαρδισμού «νιτρικού αερίου» ή «χλωρίου», με εκατό θύματα και τα μάτια των παιδιών – που ζουν ευτυχώς – ριγμένα στην πρώτη σελίδα. Εδώ είμαστε και πάλι. Φοβόμαστε ότι για άλλη μια φορά η αλήθεια επιστρέφει να είναι το πρώτο θύμα του πολέμου. Ειδικά εκείνου της Συρίας, ενός πολέμου με πληρεξούσιο, ο οποίος είδε μαζί με τα 400 χιλιάδες θύματα και μια χώρα μειωμένη σε ερείπια, τις χιλιάδες εμπλοκές της Δύσης, των περιφερειακών δυνάμεων αρχίζοντας με το νότιο προπύργιο του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, τον ρόλο των τζιχαντιστών του Isis , της Αλ Κάιντα και των συναφών γαλαξιών, οι οποίοι όταν κάνουν επιθέσεις στην Ευρώπη και στις States είναι «τρομοκράτες», ενώ στη Συρία είναι «αντιπολίτευση». Ο πόλεμος γίνεται επίσης και στα λόγια.

Μεταξύ των αμφιβολιών που προκύπτουν, υπάρχει ένα συγκεκριμένο γεγονός, ένα déjà vu: η επιδρομή ισραηλινών αεριωθούμενων που στάλθηκαν από τον «ανθρωπιστή» Νετανιάχου για να χτυπήσει μια αεροπορική βάση της Συρίας, με άλλα θύματα, πολίτες και όχι. Το συμβάν ρίχνει άπλετο φως σε μια τραγωδία που τροφοδοτήθηκε από το ξεκίνημα της για να αποσταθεροποιήσει τη Συρία έτσι όπως με «επιτυχία» είχε συμβεί στη Λιβύη. Και η οποία, όπως και αν την ονομάσουμε, βλέπει τις ζωές των αμάχων, γυναικών, ηλικιωμένων, παιδιών στο έλεος των αντιτιθέμενων μετώπων. Γιατί; Επειδή μας επιτρέπει να καταλάβουμε τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Ο πόλεμος, που στην πραγματικότητα εκ των πραγμάτων έχει κερδηθεί από τον Άσαντ και από το μέτωπο που τον στηρίζει, τη Ρωσία και το Ιράν, και στο οποίο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Άγκυρα προστέθηκε και η ατλαντική Τουρκία, δεν πρέπει και δεν μπορεί να τελειώσει με το αποσταθεροποιητικό αποτέλεσμα της ήττας του άξονα των σουνιτών υπό την ηγεσία της σαουδικής Αραβίας, τον άξονα που ξεκίνησε από το συνασπισμό των Φίλων της Συρίας το 2012-2013, που σφραγίστηκε λίγους μήνες πριν από τον Trump με την προμήθεια 100 δις σε όπλα στο καθεστώς των Saud, που τώρα πηγαίνουν σε επαγγελματικό ταξίδι, από την Αίγυπτο του αλ-Σίσι στη Βρετανία (όπου η αφήγηση του «αερίου Σαρίν στη Συρία συνδέεται με την υπόθεση Skripal» επαναλαμβάνεται από την Karen Pierce, πρέσβειρα στα Ηνωμένων Εθνών του Λονδίνου). Έτσι, ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση της Δαμασκού ανέκτησε εκ των πραγμάτων περισσότερα από τα δύο τρίτα της Χώρας, εργάζεται στην ανοικοδόμηση πολλών πόλεων ξεκινώντας από το θαύμα σε στάχτες του Χαλεπίου, και ενώ διαπραγματεύεται με τους τελευταίους τζιχαντιστές της Ghouta ώστε να αποσυρθούν προς το φονταμενταλιστικό οχυρό που τους έχει απομείνει της Idlib, να που ξεσπά η επιχείρηση «gas Sarin».

Έτσι αμέσως φτάνουν τα «λευκά κράνη» – που αποθεώνονται στη Δύση, μιας και βρίσκονται υπό την αιγίδα της σαουδικής Αραβίας και παρόντες μόνο στις περιοχές που ελέγχονται από την Αλ Κάιντα (έχετε δει ποτέ «λευκά κράνη» να περιθάλπουν τους αμάχους των σφαγών στη Δαμασκό που προκαλούνται από τα χτυπήματα που ξεκινούν από τις περιοχές που ελέγχονται από την αλ Κάιντα;). Πρόκειται για μια «επιχείρηση» που αναμένονταν, μετά τις προηγούμενες του 2013 και του 2017. Και για να είναι αληθοφανής πρέπει όμως να αποδεικνύει μια θέση: ότι ο Assad παίζει στην πολιτική αυτοκτονία ενώ κερδίζει και παρουσία του ρωσικού στρατιωτικού ελέγχου υπό την παρακολούθηση του ΟΗΕ και ολόκληρου του κόσμου. Ωστόσο, ο Άσαντ, ο οποίος δεν είναι αφελής και που για να παραμείνει στη σέλα, σίγουρα έχει πλήξει ένα μέρος του λαού του, θέλει οτιδήποτε άλλο εκτός από το να αυτοκτονήσει πολιτικά. Τώρα η Δαμασκός και η Ρωσία απορρίπτουν κάθε κατηγορία. Έτσι ποιος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνος για την υποτιθέμενη επίθεση με νευρικό αέριο ή χλώριο;

Για να απαντήσουμε, πρέπει να υπογραμμιστούν τρία στοιχεία: οι δύο υποτιθέμενες προηγούμενες επιθέσεις, η τρέχουσα κρίση της νομιμότητας του Τράμπ που έχει τραβήξει τη σκανδάλη των δασμών και εξακολουθεί να υφίσταται τα πυρά για το Russiagate, ο ρόλος του Ισραήλ που παίζει με εγκληματική υπεροψία και άλλη τόση ατιμωρησία το παιχνίδι της σκοποβολής με τη ζωή των παλαιστινίων πολιτών στη Γάζα.

Οι προηγούμενες λοιπόν.

Στις 21 αυγούστου 2013 και πάλι στη Ghouta σύμφωνα με τον σημαντικότερο ερευνητή δημοσιογράφο στον κόσμο, τον Seymour Hersh Βραβείο Pulitzer για το ρεπορτάζ σχετικά με τη σφαγή του My Lai στο Βιετνάμ, όταν τον μάρτιο του 1968 οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σφαγίασαν εν ψυχρώ 109 αμάχους και υπεύθυνος για τις αποκαλύψεις σχετικά με τις βαρβαρότητες στο Ιράκ στη φυλακή του Abu Ghraib. Η επίθεση, από άμεσες πηγές που συνέλεξε ο Χερς τόσο στη Συρία όσο και ανάμεσα στις κορυφαίες σφαίρες της αμερικανικής intelligence, δεν ήταν τέργο του καθεστώτος Assad, αλλά των τζιχαντιστών με την υποστήριξη του Ερντογάν. Για μια επιχείρηση που αποσκοπούσε να κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να εισέλθουν αμέσως στον πόλεμο οι οποίες με τον Ομπάμα είχαν προειδοποιήσει ότι η χρήση χημικών όπλων θα είχε υπερβεί «την κόκκινη γραμμή».  Η επέμβαση αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή λόγω της διαμεσολάβησης της Ρωσίας, του πάπα Bergoglio που κάλεσε τον κόσμο να προσευχηθεί κατά της διεύρυνσης της σύγκρουσης, και των Ηνωμένων Εθνών, που στο τέλος του 2014 μετά από μια αποστολή απομάκρυνσης των χημικών όπλων, αποφάσισε με τη συμφωνία όλων ότι δεν υπήρχαν πλέον στη Συρία. Το δεύτερο προηγούμενο, της 4ης απριλίου 2017 μόλις πριν από ένα χρόνο στο Khan Sheikhoun, με 72 απώλειες αμάχων ως αποτέλεσμα μιας βόμβας που έπεσε από την συριακή πολεμική αεροπορία η οποία, για τις δυτικές χώρες ήταν «φυσικού αερίου Sarin», και στο οποίο ακολούθησε, ωστόσο, με διακομματικούς επαίνους από ρεπουμπλικανούς και δημοκρατικούς ΗΠΑ, και του μισού κόσμου, η εκτόξευση 59 πυραύλων Tomahawak σε μια συριακή αεροπορική βάση που χρησιμοποιούνταν επίσης από τους Ρώσους. Η νέα έρευνα του Seymour Hersh (εμφανίστηκε στην Welt am Sonntag) έχει δείξει, έχοντας ακούσει πηγές του establishment των μυστικών υπηρεσιών ΗΠΑ, ότι η βόμβα δεν μπορούσε να έχει φορτωθεί με αέριο νεύρων, επειδή υπήρχε μια συμφωνία «deconfliction« μεταξύ των αμερικανικών και των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, ακριβώς για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες άμεσες συγκρούσεις, σύμφωνα με την οποίαν οι ρώσοι είχαν προηγουμένως παράσχει τις λεπτομέρειες του βομβαρδισμού. «Δεν ήταν μια επίθεση με χημικά όπλα – αποκάλυψε στον Hersh ένας έμπειρος σύμβουλος της αμερικανικής intelligence – Είναι ένα παραμύθι. Αν συνέβαινε πραγματικά έτσι, όλοι όσοι ασχολούνταν με τη μεταφορά, τη φόρτωση και τον οπλισμό του όπλου … θα φορούσαν προστατευτικό ρουχισμό Hazmat για την περίπτωση διαρροών. Θα υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης χωρίς αυτά τα ρούχα «. Ποια ήταν η αλήθεια: ότι η θανατηφόρα βόμβα είχε χτυπήσει μια αποθήκη όπλων και χημικών προϊόντων τινάζοντας την στον αέρα, πολλά από τα οποία κατέληξαν στους τζιχαντιστές χάρη στις προμήθειες που δόθηκαν στη λεγόμενη «συριακή αντιπολίτευση», της οποίας η αμερικανική υποστήριξη ήταν μια αποτυχία, το παραδέχτηκε επίσημα η CIA . Και, κατηγορεί ο Χερς: προμήθειες που έφθασαν λόγω της ρητής βούλησης της τότε υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον.

Ερχόμαστε στο ρόλο του Trump, που βρίσκεται να κατηγορείται από σχεδόν όλο τον αμερικανικό Τύπο – εκτός από την εφημερίδα της Βοστώνης Globe – και του γερουσιαστή McCain («ήρωα» του πολέμου του Βιετνάμ επειδή έριχνε ναπάλμ και πράκτορα Orange στα αγροτικά χωριά) – για την αμερικανική απόσυρση από την Συρία. Τώρα ο λαϊκιστής Trump ετοιμάζεται να βομβαρδίζει, δεδομένου ότι λαμβάνει μεγαλύτερη συναίνεση μιας και από απομονωτιστής παντρεύεται τον μιλιταρισμό του «ανθρωπιστικού πολέμου» που κουβαλάει πολύ από «αριστερά». Με συνέπειες αυτή την περίοδο, να λέμε το λιγότερο, αντιπαραγωγικές: ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος δεν είναι πλέον «σε κομματάκια».

Τελευταία εκτίμηση: τι θέλει το Ισραήλ; Ατιμώρητο για τις σφαγές αμάχων στη Γάζα, έχει ως στόχο την πρόκληση, την προβοκάτσια, με νέες επιδρομές στη Συρία. Ο πρώτος στόχος είναι να ανοίξει το μέτωπο του Ιράν, μετά να συμμετάσχει στη διαίρεση, στον διαμελισμό της χώρας της οποίας το Γκολάν έχει από καιρό καταλάβει, και τώρα να διασώσει βοηθώντας τον, τον Τράμπ μετατρεπόμενο σε αεροπορία του, και για να τον ανταμείψει για την εγκληματική του απόφαση να μετακινήσει την αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ τον μάιο. Εν ολίγοις, αξίζει να πιστεύουμε στην πραγματική δημοσιογραφία, της έρευνας, της διερεύνησης. Και να μην αποδεχόμαστε τις mainstream εκδοχές ευκολίας του ποιος είναι ο πρώτος υπεύθυνος βάρδιας για τον πόλεμο .

2898 letture totali συνολικές αναγνώσεις 34 letture oggi σήμερα
ένοπλη πάλη, lotta armata

Sergio Segio: “Να γιατί ξεκίνησε (και τέλειωσε) η ένοπλη πάλη”

 

“Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε μηχανισμούς εξαπάτησης, συνωμοσιολογία. Όσο αφορά την Prima Linea δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, έτσι όπως και Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατευθύνονταν από ψηλά ”

 

Συνελήφθη το 1983: προετοίμαζε μια επίθεση στην ειδική φυλακή της Fossombrone. Εξέτισε μια ποινή 22 ετών, ο Sergio Segio, τελευταίος που βγήκε από τη φυλακή μεταξύ των πρώην μαχητών της Front Line, Πρώτης Γραμμής, μεταξύ των κυριότερων ιταλικών τρομοκρατικών οργανώσεων (της οποίας υπήρξε ένας από τους ιδρυτές), συμμετέχει πλέον στην κοινωνική εργασία, όσον αφορά τα ζητήματα του σωφρονιστικού συστήματος και της δικαιοσύνης, των ναρκωτικών και της τοξικομανίας, του εθελοντισμού και των νέων κινημάτων. Είναι δημοσιογράφος, δημιουργός και συντάκτης της Έκθεσης για τα Global Rights, που δημοσιεύεται ετησίως από τις εκδόσεις Ediesse. Είχε την ευθύνη της επικοινωνίας του Abele Group και μεταξύ των στενότερων συνεργατών του don Luigi Ciotti. Σχεδίασε και δημιούργησε το Social Yearbook, το οποίο δημοσιεύθηκε για μερικά χρόνια από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli και διηύθηνε τα περιοδικά Narcomafie και Fuoriluogo. Συνεργάζεται με το συνδικάτο CGIL και άλλες εμπειρίες του συνεταιρίζεσθαι. Και μόλις δημοσίευσε ένα βιβλίο: «Μια ζωή στην πρώτη γραμμή» (εκδοτικός οίκος Rizzoli, 400 σελίδες, € 18.50).

Γιατί αυτό το βιβλίο;
«Για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια και τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή να πάρουμε στα χέρια τα όπλα. Στη συνέχεια προσπάθησα επίσης να κρατήσω μαζί το παρελθόν με το παρόν για να επεξεργαστώ την περίπτωση, την υπόθεση «.

Η διάθεση σας τώρα που σκέφτεστε τα χρόνια της στράτευσης;
«Είμαι ήρεμος σε σχέση με αυτά, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν λυπάμαι για εκείνο που έκανα».  

Είκοσι χρόνια στη φυλακή. Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα …
«Δίνουν την αίσθηση της αλλαγής. Αυτή είναι η τρίτη ζωή μου. Υπήρξε η στράτευση, η φυλακή (μια μεγάλη αναμονή) και τώρα το μετά τη φυλακή ».

Il libro/ Το βιβλίο, Διοικητής Sirio, O μύθος του. Comandante Sirio. Il suo mito: Simon Wiesenthal. Ο Sergio Segio ξεκινά την πολιτική στράτευση του στην Lotta Continua στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα, έξω από τα εργοστάσια του Sesto S. Giovanni, τo »Στάλινγκραντ της Ιταλίας» –  “Stalingrado d’Italia” (segue…)  ακολουθεί…

Πότε ξεκίνησε η περιπέτεια της Prima Linea;
«Επισήμως το 1976, αλλά το στρατευμένο σώμα ήταν ενεργό από τα προηγούμενα χρόνια. Η έκρηξη έγινε την εποχή του κινήματος του ’77. Οι Br δεν προσαρμόστηκαν στις αλλαγές εκείνων των ετών. Έτσι, η στράτευση στην Pl εξαπλώθηκε, η οποία ήταν προγραμματιστικά μέσα στο εκκολαπτόμενο κίνημα, του οποίου είχε σκοπό να βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή» «.

Ποιοι ήταν οι πρώτοι μαχητές;
»Οι πρώτοι προέρχονταν από τη Lotta Continua και, σε μικρότερο βαθμό, από το Potere Operaio».

Οι Br και η Pl δεν σχετίστηκαν ποτέ, αντίθετα. Ποιες ήταν οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων;
«Οι Br είχαν την τάση να θεωρούν τους εαυτούς τους ως την πολιτική διεύθυνση των κινημάτων, ενώ αντίθετα, η Pl υποστήριζε και διεκδικούσε τη δική της αποστολή σε μια εσωτερική διασύνδεση και σχέση με το κίνημα».

Ποιο είναι το επεισόδιο που σηματοδοτεί το τέλος της Pl;
«Ο θάνατος των συντρόφων Κάρλα και Τσάρλι, Carla e Charlie, που εξαπέλυσε εκείνη που εγώ αποκαλώ μανία του ταύρου στην αρένα. Έκτοτε υπήρξε ένα παιχνίδι ανύψωσης των επιπέδων σύγκρουσης. Έτρεχε το 1979. Όλοι ήθελαν να μπουν στη μάχη και κανείς πλέον δεν νοιαζόταν για την πολιτική παρέμβαση στην επικράτεια, τη διεύρυνση της συναίνεσης σε συγκεκριμένες καταστάσεις, στην καθημερινότητα, το έργο της έρευνας »

Πώς είναι ο κόσμος στον οποίον ζείτε;                                                                                «Ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Έχουμε περάσει από έναν κόσμο χωρισμένο σε δύο μπλοκ σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον ο ψυχρός πόλεμος, τα αντιτιθέμενα μπλοκ, το συγκρουσιακό κίνημα των φοιτητών και των εργατών εναντίον της αστυνομίας και των θεσμών ».

Το τείχος του Βερολίνου έπεσε ενώ ήσασταν στη φυλακή. Ποια ιστορική σημασία αποδίδετε στο γεγονός;
«Η πτώση του τοίχου είναι το σύμβολο της πτώσης των αξιών του ‘900».

Αφήσατε το Μιλάνο στη δεκαετία του ’80 για να το δείτε ξανά μετά από 22 χρόνια φυλάκισης στον εικοστό πρώτο αιώνα. Πώς το βρήκατε;
«Εντελώς διαφορετικό: από αρχιτεκτονική, πολεοδομική και κοινωνική σκοπιά. Οι μοναξιές έχουν αυξηθεί. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, το Μιλάνο είχε τη διάσταση μιας κοινότητας, παρά τις διαμάχες του και τις πληγές. Το Μιλάνο που βρήκα ξανά είκοσι χρόνια αργότερα έγινε ένα συγκρότημα κατοικιών, μια συνύπαρξη, συγκατοίκηση που πλέον δεν συνδέεται με μια υπόθεση κοινού ενδιαφέροντος. Βρίσκω τον εαυτό μου σε αυτό που είπε ο αρχιεπίσκοπος Tettamanzi δηλαδή ότι υπάρχει κίνδυνος μιας υπαρξιακής εκριζωμένης κατάστασης για όσους ζουν σε αυτή την πόλη ».

Η αστυνομία της δεκαετίας του ’70 για την οποίαν μιλάτε στο βιβλίο σας είναι ένας μη δημοκρατικός θεσμός. Και αυτή του σήμερα;
«Τότε οι περισσότεροι αρχηγοί της αστυνομίας προέρχονταν από τις τάξεις του φασισμού. Το παρόν είναι ένα άλλο πράγμα. Έχω αλλάξει εγώ. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Και η αστυνομία άλλαξε έντονα. Αλλά θα έλεγα ότι δεν έχει αλλάξει τελείως. Ο καραμπινιέρος που πυροβόλησε στη Γένοβα, σκοτώνοντας τον Carlo Giuliani στη G8, μας θύμισε, για παράδειγμα, ότι όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, υπήρχαν εκείνοι που γιόρταζαν το νεκρό αγόρι. Προφανώς υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να βελτιωθούν …

Μετά από 22 χρόνια φυλάκισης, μόλις αποκτήσατε το διαβατήριο, ποια ήταν τα πρώτα ταξίδια;
«Έκανα τα πρώτα ταξίδια μου στο Νταχάου, στο Μαουτχάουζεν, στο Gusen και στο Harteim. Χρειαζόμουν να ξαναβρώ εκείνες τις αλήθειες, σήμερα απομακρυσμένες και ανείπωτες, και εκείνα τα θεμελιώδη κομμάτια της συλλογικής ταυτότητας που κατέληξαν στην άλεση των συνοπτικών κρίσεων. Αμέσως μετά τα ταξίδια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επισκέφθηκα το γκουλάγκ του Τίτο, στο Goli Otok. Υπάρχουν τα ερείπια από τις παράγκες και τα εργαστήρια, ενώ η φύση έχει πάρει το πάνω χέρι παντού. Δεν γνωρίζουμε πόσοι ήταν εδώ οι εκτοπισμένοι, οι επίσημοι αριθμοί είναι σίγουρα μικρότεροι. Αλλά οι μαρτυρίες των βετεράνων μετριούνται στα χέρια. Ακόμα, αναρωτιέμαι γιατί, δεν μπορεί να είναι λόγω του φόβου για βεντέτες ή λόγω της τήρησης των ενδείξεων της PCI του Togliatti, οι οποίες επέβαλαν απόλυτη σιωπή και ομερτά ».

Δίχως να εντάσσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα στη σιδερένια λογική του πολέμου, δεν μπορούμε να καταλάβουμε εκείνο το κομμάτι της ιστορίας, γράφετε. Αλλά ενοχές όταν σκοτώνατε δεν αιστανθήκατε ποτέ;
«Τη στιγμή εκείνη όχι. Σιγά σιγά καθώς διαχωριζόμασταν από τη λογική της βίας και εγκαταλείψαμε τα όπλα, άρχισε να αναδύεται η συνείδηση, να εμφανίζεται. Στη δεκαετία του ’70 δεν είχαμε καθαρό μυαλό, και με αυτό δεν ψάχνω δικαιολογίες. Πιστεύω όμως ότι σε κάθε πόλεμο καταλήγουμε να γινόμαστε θύματα μιας αναπόφευκτης δυναμικής που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την αίσθηση της ανθρωπιάς. Για να σκοτώσεις πρέπει να αρνηθείς την ανθρωπιά του άλλου ανθρώπου, ώστε να μην τον αναγνωρίζεις ως άτομο. Έτσι δεν έχεις τύψεις «.

Κάποιος είπε ότι ο ένοπλος αγώνας χρησιμοποιήθηκε-χειραγωγήθηκε από την εξουσία. Τι νομίζεις;
«Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε εξαπάτηση, μηχανορραφίες. Όσον αφορά την Prima Linea, δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, όπως ακριβώς οι Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατηύθυναν από ψηλά. Αλλά στην ιστορία των Br υπάρχουν αναπάντητα σημεία που πρέπει να εξερευνηθούν. Αυτές είναι λεπτομέρειες, όμως «.

Τι ρόλο είχαν οι μετανοούμενοι στην ήττα της τρομοκρατίας;
«Σχετικό. Οι μετανιωμένοι έγιναν ένα εργαλείο της διερεύνησης, των ερευνητικών αρχών, έχουν συμβάλει ίσως στην αποφυγή νέων επιθέσεων. Αλλά παραδόξως προκάλεσαν την αύξηση επίσης της διάρκειας και της τελικής έντασης του αγώνα. Εκείνοι που λένε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο δίνουν μια στρατιωτική ανάγνωση στο τέλος της τρομοκρατίας. Αλλά η πραγματική ήττα ήταν η πολιτική και πολιτιστική. Η στρατιωτική υπήρξε πράγματι προσωρινή «.

Ποια είναι η ήττα του ένοπλου αγώνα συνεπώς, που οφείλεται;
«Στη διάσταση, στον διαχωρισμό, ο οποίος προκάλεσε μια αναθεώρηση των μύθων από τους οποίους γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει τα θεμέλιά του».  

Στη δεκαετία του 60 γίνονταν αγώνες για το διαζύγιο. Σήμερα για τα Pacs ..
«Ναι. Είμαστε μια νέα κοινωνία που χρειάζεται νέα δικαιώματα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μαζί και προσποιούμαστε ότι δεν το βλέπουμε. Σε αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων πρέπει να δοθεί αντιθέτως μια νομική αναγνώριση ».

Ποια είναι η γνώμη σου για την αριστερά του Πρόντι;                                                     «Δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος για να μιλήσω για την πολιτική, αλλά μπορώ να πω ότι μπροστά στα προβλήματα των περιθωριοποιημένων, αυτό η αριστερά έχει ακόμα πολλά να κάνει». 

Nicole Cavazzuti

 

https://www.micciacorta.it/2015/09/sergio-segio-ecco-perche-inizio-e-fini-la-lotta-armata/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

O Erdoğan εξαπλώνεται με τα χρήματα λύτρα από την Δύση

Stampa

 

12

 Ο εκπρόσωπος των YPG Nuri Mahmoud δήλωσε ότι η Αφρίν δεν εκκενώθηκε μετά από συμφωνίες, αλλά με την απόφαση του πληθυσμού της πόλης που ήρθε αντιμέτωπος με τη γενοκτονία: «Οι δυνάμεις μας συμμετείχαν επίσης στην απόφαση αυτή. Ήταν σημαντικό να μετακινήσουμε τον πληθυσμό σε μια ασφαλή περιοχή. Η αντίσταση δεν τελείωσε με την έξοδο των ανθρώπων μας. Αυτή τη στιγμή ο αγώνας μας στην Αφρίν συνεχίζεται. Η Αφρίν δεν θα είναι ποτέ ένας ασφαλής χώρος για τους εισβολείς. Θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας μέχρι η Αφρίν να είναι ελεύθερη ».

Συνέντευξη από το ANF news


Με την εκκένωση του πληθυσμού από το κέντρο της πόλης, η διοίκηση της Afrin ανακοίνωσε μια νέα φάση αντίστασης. Γιατί ο πληθυσμός έπρεπε να φύγει από την πόλη;

Ο Σουλτάνος Ερντογάν και η ακολουθία του δυνάμεων του ISIS, της Jabhat Al-Nusra και της Αλ Κάιντα μαίνονταν επί δύο μήνες. Ο Erdoğan δεν κατάφερε να επιτύχει αποτελέσματα με την επίθεση στο έδαφος και πέρασε στο να στοχεύει πολίτες με αεροπλάνα, ελικόπτερα, οπλισμένα drones, πυροβολικό και γερμανικά τεθωρακισμένα. Ανάγκασε τους ντόπιους να μεταναστεύσουν. Μπροστά σε αυτές τις επιθέσεις, όλοι οι λαοί της Αφρίν αναγκάστηκαν να μετακινηθούν πρώτα στο κέντρο της Αφρίν από τα χωριά. Οι μαχητές μας πραγματοποίησαν με επιτυχία ενέργειες εναντίον αυτών των τρομοκρατικών δυνάμεων σε καθημερινή βάση, αλλά από τις τελευταίες εξελίξεις διαπιστώσαμε ότι οι δυνάμεις εισβολής ετοιμάζονταν να αναλάβουν μια γενοκτονία. Υπήρχαν συνεχείς επιθέσεις εναέριες και πυροβολικού στην πόλη. Αμέτρητες γυναίκες, παιδιά και πρόσφυγες έξω από την Αφρίν πέσαν μάρτυρες σε αυτές τις επιθέσεις, και άλλοι έχασαν τα σπίτια τους. Οι εισβολείς στόχευαν απ’ την αρχή σπίτια, φούρνους και τα συστήματα αποστράγγισης νερού του κόσμου. Η τελευταία τους επιχείρηση ήταν εναντίον του Νοσοκομείου του Aφρίν. Ως εκ τούτου, με την απόφαση του λαού της Afrin, η στρατιωτική και πολιτική κυβέρνηση ξεκίνησε τη φάση εκκένωσης των πολιτών από την πόλη, και συνεχίζει να μάχεται με την τακτική του ανταρτοπόλεμου τους εισβολείς.    Αυτή τη στιγμή ο αγώνας μας στην Αφρίν συνεχίζεται. Η Αφρίν δεν θα είναι ποτέ ένας ασφαλής χώρος για τους εισβολείς. Θα συνεχίσουμε με τον αγώνα μας μέχρι η Αφρίν να είναι ελεύθερη. Προφανώς, το τουρκικό κράτος εισβολέας ασχολείται με μια σοβαρή προσπάθεια δημογραφικής αλλαγής της πόλης. Αυτός είναι ο λόγος που στοχεύει τους ανθρώπους που θέλουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Για παράδειγμα, 250 άτομα ήθελαν να επιστρέψουν στην Jindires, αλλά κατέληξαν στα σκόπευτρα αυτών των τρομοκρατικών δυνάμεων.

Ορισμένoι θεσμοί και κύκλοι των μέσων ενημέρωσης ισχυρίζονται ότι ο πληθυσμός και οι δυνάμεις σας έχουν αποσυρθεί από την Afrin ως μέρος συμφωνίας, είναι η αλήθεια;

Οι άνθρωποι της Afrin πήραν την απόφασή τους επειδή αντιμετώπιζαν μια γενοκτονία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η απόφαση για απομάκρυνση του πληθυσμού της Αφρίν από την πόλη ήταν εξ ολοκλήρου δική τους και επειδή οι δυνάμεις μας ενήργησαν σύμφωνα με αυτή την απόφαση. Ήταν σημαντικό να ανακατευθύνουμε τον πληθυσμό προς μια ασφαλή περιοχή. Και η αντίσταση δεν έχει τελειώσει τώρα που οι άνθρωποι έχουν βγει από αυτήν.

Υπήρξε ένας σοβαρός αγώνας ενάντια στον τρόμο του ISIS, ο οποίος συμπεριέλαβε αρκετά παγκόσμια κράτη. Γιατί η Ρωσία βοήθησε την εισβολή της Αφρίν, ενώ τα άλλα παρέμειναν σιωπηλά;

Ο τουρκικός στρατός και αυτές οι τρομοκρατικές δυνάμεις που μπήκαν στην Αφρίν το έκαναν με τη συμμαχία που έχτισαν με τη Ρωσία. Η Αφρίν προσφέρθηκε σε αντάλλαγμα για την Γούτα, Ghouta. Επίσης, επικυρώθηκαν συμφωνίες [για το εμπόριο φυσικού αερίου και τελωνειακές στα στενά [του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων]. Ο εναέριος χώρος ανοίχθηκε στους τούρκους και το τουρκικό κράτος χρησιμοποίησε τα πιο προηγμένα όπλα του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένων των χημικών όπλων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τουρκικό κράτος με επικεφαλής τον Ερντογάν σχεδιάζει κάτι μεγάλο. Και το παραδέχεται.

Ποιο είναι το μεγάλο σχέδιο ή ο στόχος που βλέπετε;

Για αυτούς δεν υπάρχουν πλέον οι χάρτες της Συρίας, της Τουρκίας ή της Μέσης Ανατολής. Θέλουν να επεκτείνουν το σουλτανάτο τους μέσω της Συρίας και της Μέσης Ανατολής χρησιμοποιώντας μεθόδους μογγολίας. Σε ομιλία του σε μάζωξη του Mardin, αυτός [ο Ερντογάν] μίλησε για το πώς η οθωμανική επικράτεια είχε συρρικνωθεί από 18 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα στο σημερινό μέγεθος, ένα σύνορο 970 χλμ. με τη Συρία. Αυτός ο λόγος δείχνει ότι δεν είναι πλέον ικανοποιημένος με την τρέχουσα κατάσταση.

Και οι δυνάμεις και οι διεθνείς οργανισμοί δεν το συνειδητοποιούν;

Το τουρκικό κράτος χρησιμοποιεί τη στρατηγική θέση της χώρας ενάντια στις διεθνείς δυνάμεις και τα θεσμικά όργανα που έχουν διαμορφώσει. Χρησιμοποιούν όπλα του ΝΑΤΟ και γερμανικά τανκς. Τώρα συλλέγουν ένα «jizya», δηλαδή ένα λύτρο, αποτέλεσμα ενός εκβιασμού, από τον χριστιανικό κόσμο μέσω της Γερμανίας στο όνομα των προσφύγων. Απειλούν να στείλουν τρομοκράτες στην Ευρώπη. Και η Γερμανία πληρώνει λύτρα για να προστατευθεί από αυτό. Όπως το ISIS συνήθιζε να συλλέγει λύτρα από τους χριστιανούς στην Raqqa και Mosul, ο Erdoğan συλλέγει λύτρα από την κυβέρνηση Μέρκελ. Επιτίθεται στη Μέση Ανατολή με τα λύτρα που συλλέγει από τον χριστιανικό κόσμο. Αυτά τα εδάφη κρατούνται από την τρομοκρατική δύναμη του Ερντογάν και την κυβέρνησή του. Ο Erdoğan δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την τρέχουσα κατάσταση και θέλει να επεκταθεί. Έχει γίνει μια απειλή για τους λαούς της Μέσης Ανατολής. Ο κόσμος θα λάβει επίσης το δίκαιο μερίδιο αυτής της κατάστασης. Δυστυχώς, τα κράτη και οι κυβερνήσεις του κόσμου δεν αντιτάχθηκαν στην τρομοκρατία αυτή από τον Ερντογάν και την κυβέρνησή του. Οι διεθνείς δυνάμεις εξετάζουν τη χρήση της στρατηγικής θέσης της Τουρκίας για τα δικά της συμφέροντα, και την ανάπτυξη του κεφαλαίου τους σε αυτήν. Ο δυτικός κόσμος και τα κράτη της Ασίας και της Μέσης Ανατολής παρουσιάζουν αδύναμες πολιτικές για τον σουλτάνο του τρόμου Erdoğan, ή έχουν έλλειψη οράματος.

Πώς επηρεάστηκε ο αγώνας σας εναντίον του ISIS στην Deir ez-Zor όταν το ISIS και ο αρχιτέκτονας τους εγκαταστάθηκαν στην Afrin;

Όταν ο Erdoğan άνοιξε ένα νέο μέτωπο στην Afrin σε συνεργασία με το ISIS, οι δυνάμεις μας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το ISIS οργανώνεται στην Afrin υπό την τουρκική ταυτότητα. Εκείνοι που δημιούργησαν τον Baghdadi και το ISIS μάχονται σήμερα προσωπικά στην Αφρίν. Γι ‘αυτό οι δυνάμεις μας επικεντρώνονται κυρίως στην καταπολέμηση του ISIS ή της αληθινής τρομοκρατίας. Οι δυνάμεις μας στο Deir ez-Zor έχουν τώρα κατά νου τρόπους για να υπερασπιστούν την Afrin και πώς να πολεμήσουν εκεί, αντί να εστιάζουν το μυαλό τους στο Deir ez-Zor. Οι SDF ανακοίνωσαν την προσωρινή διακοπή της επιχείρησης Cizire Storm, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο αγώνας μας εναντίον του ISIS έχει τελειώσει, θα πολεμήσουμε τον τρόμο μέχρι το τέλος. Είναι σαφές ότι ο πόλεμος κατά της Afrin επέτρεψε στο ISIS να οργανωθεί για να πραγματοποιήσει νέες επιθέσεις. Με τη βοήθεια του τούρκου  Σουλτάνου Ερντογάν, το ISIS ανανεώνεται. Όχι μόνο στο Deir ez-Zor, το ISIS υπολογίζει τώρα σε ένα νέο μέτωπο στην Afrin και έχει αναπτυχθεί. Οι επιθέσεις τους κατά της Αφρίν και η είσοδος τους ήταν σε κάθε περίπτωση εντελώς τρομοκρατικές. Αυτοί που εισέρχονται στην Αφρίν είναι τώρα τρομοκράτες και πλιατσικολόγοι. Το τουρκικό κράτος απειλεί συνεχώς την Manbij και λέει ότι υπάρχει παρουσία των YPG στην Manbij. Το YPG άφησε την υπεράσπιση του Manbij στο Στρατιωτικό Συμβούλιο του Manbij μετά την επιχείρηση, αλλά το τουρκικό κράτος δημιουργεί ένα παρόμοιο επιχείρημα και για κάποιο λόγο κανείς δεν λέει «Όχι, οι YPG δεν βρίσκονται εκεί». Ως YPG, ελευθερώσαμε την Manbij από την εισβολή του ISIS μαζί με το Στρατιωτικό Συμβούλιο του Manbij και με άλλα συστατικά στοιχεία των SDF λόγω της έκκλησης που μας απηύθυνε ο πληθυσμός της Manbij. Έτσι αφήσαμε την Manbij στον λαό της, και την υπεράσπισή της στο Στρατιωτικό Συμβούλιο της Manbij, και αφήσαμε την Manbij. Το συμπέρασμα του Ερντογάν και της κυβέρνησης του AKP πως οι YPG παραμένουν εκεί, ότι η Manbij εξακολουθεί να κυβερνάται από τους κούρδους, δεν είναι απολύτως αληθές. Είναι μια καθαρή δικαιολογία για να επιτεθεί στην Manbij.

Θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο;

Δεν είναι σαφές εάν οι παγκόσμιες κυβερνήσεις θα θυσιάσουν την Manbij στην τρομοκρατία του Erdoğan για τα περιοδικά τους συμφέροντα ή ακόμη και λόγω των στενών τους απόψεων. Το τουρκικό κράτος θέλει να νομιμοποιήσει τη μελλοντική του επίθεση εναντίον του Manbij μέσω της τοποθέτησης που συζητήσαμε νωρίτερα και των δικών του εργαλείων μάρκετινγκ. Αν κερδίσουν στην Αφρίν, δεν θα σταματήσουν. Δεν θα είναι ικανοποιημένοι με την Manbij, τη Συρία και τη Μέση Ανατολή. Θα στοχεύσουν την Ευρώπη και την Ασία. Κάθε λεία είναι βολική για το τουρκικό κράτος. Ως εκ τούτου, ο σουλτάνος τους Erdoğan μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε στυλ και προπαγάνδα έξω από τη σφαίρα της ηθικής, το διεθνές δίκαιο, ακόμα και την πραγματικότητα.

Τι μπορούν να κάνουν οι λαοί της Βόρειας Συρίας και οι κούρδοι;

Οι κούρδοι, ο λαοί της Βόρειας Συρίας και όσοι θέλουν την ελευθερία και τη δημοκρατία στον κόσμο θα πρέπει να γνωρίζουν ότι υπερασπιζόμαστε ολόκληρο τον κόσμο από την τρομοκρατία με τον αγώνα που έχουμε αναλάβει στη Βόρεια Συρία. Σήμερα ο ιδρυτής της τρομοκρατίας, ο τούρκος Σουλτάνος, επιτέθηκε και εισέβαλε στην Αφρίν για να καταστρέψει τη δημοκρατία, τις ελευθερίες και την κοινωνική συναίνεση. Τα διεθνή κράτη και οι διεθνείς συμμαχίες σιωπούν. Οι κοινωνίες θα πρέπει να συζητήσουν αυτή την πραγματικότητα με μια φυσική ευθύνη, και να οργανωθούν μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα. Εμείς λέμε, βασιστείτε στην αυτοοργάνωση και στην υπεράσπιση μιας ελεύθερης κοινωνίας. Εμείς σαν YPG θα υπερασπιστούμε την κοινωνία μας μέχρι το τέλος και παντού.

https://www.infoaut.org/approfondimenti/erdogan-si-sta-espandendo-con-i-soldi-del-riscatto-dall-occidente

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/