μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Αντιμετωπίζοντας το θάνατο για να ζήσω – με τα λόγια ενός απεργού πείνας

Για να σπάσουμε την απομόνωση του Abdullah Ocalan και του κουρδικού λαού

Affrontare la morte per vivere – nelle parole di uno scioperante della fame

 

Με αφορμή τις ημέρες εθνικής κινητοποίησης στις 11 και 12 μαΐου για να σπάσει η απομόνωση του Abdullah Ocalan και του κουρδικού λαού μεταφέρουμε από το Komun Akademy την παρέμβαση του Imam Sis, ενός από τους 7.000 απεργούς πείνας που εντάχθηκαν στη δράση που ξεκίνησε στις 8 νοεμβρίου 2018 από την βουλευτή του HDP Leyla Guven · η οποία – σε επιστολή που απευθύνεται σε ένα συνέδριο αλληλεγγύης που διοργανώθηκε στο community center της κουρδικής κοινότητας του Newport, στην Ουαλία – υπενθυμίζει τις θυσίες επαναστατών όπως ο Bobby Sands (κοντά στην επέτειο του θανάτου του) και του Kemal Pir, συνδέοντας τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των εθνικών απελευθερωτικών αγώνων στην Ιρλανδία, την Τουρκία και τον κόσμο.

***

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι!

Πιστέψτε με [εάν λέω] ότι τα λόγια δεν αρκούν για να περιγράψουν τη σημασία των συνεισφορών σας στον αγώνα μας για την ανθρωπιά, τη δικαιοσύνη, την απελευθέρωση και την αξιοπρέπεια. Θέλω να επεκτείνω την ατέλειωτη ευγνωμοσύνη μου σε εκείνους που έχουν οργανώσει και συνέβαλαν σε αυτό το panel και σε όλους εκείνους που βρίσκονται εκεί σήμερα ώστε να κάνουν δυνατό να ακουστούν οι φωνές μας.

Σήμερα είναι η 27η μαρτίου. Την ημέρα αυτή, το 1981, ο ιρλανδός επαναστάτης Bobby Sands διέσχιζε την 27η ημέρα της διαμαρτυρίας του με την απεργία πείνας κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας για να αποκτήσει το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου. Ο σύντροφος Μπόμπι Σάντς, του οποίου η κληρονομιά περιλαμβάνει ποιήματα και γράμματα σημαντικά, έχει αφήσει το σημάδι του στην ιστορία ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αγώνα του ιρλανδικού λαού για την απελευθέρωση και την αξιοπρέπεια. Όταν ξεκίνησε την δράση απεργίας πείνας την 1η μαρτίου, ο σύντροφος Μπόμπι έγραψε τα ακόλουθα λόγια στο ημερολόγιό του:

«Η καρδιά μου είναι βαθιά πληγωμένη επειδή ξέρω ότι έχω σπάσει την καρδιά της φτωχής μου μητέρας, και το σπίτι μου χτυπήθηκε από μια αφόρητη ανησυχία. Αλλά εξέτασα όλες τις θέσεις και προσπάθησα με κάθε τρόπο να αποφύγω αυτό που κατέστη αναπόφευκτο: αυτό που επιβλήθηκε με τη βία σε εμένα και στους συντρόφους μου εδώ και τέσσερα χρόνια ωμής απάνθρωπης συμπεριφοράς.

Είμαι ένας πολιτικός κρατούμενος. Είμαι ένας πολιτικός κρατούμενος επειδή είμαι θύμα ενός πολυετούς πολέμου που διεξάγεται μεταξύ του καταπιεσμένου ιρλανδικού λαού και ενός αλλότριου, καταπιεστικού, ανεπιθύμητου καθεστώτος, που αρνείται να αποσυρθεί από τη γη μας.

Πιστεύω στο θεϊκό δικαίωμα του ιρλανδικού έθνους στην ανεξάρτητη κυριαρχία και το υποστηρίζω, όπως στο δικαίωμα κάθε ιρλανδού να διεκδικεί αυτό το δικαίωμα στην ένοπλη επανάσταση. Να γιατί είμαι φυλακισμένος, απογυμνωμένος και βασανισμένος. »

Πραγματικά, φίλοι! Όταν ο Bobby Sands, ένας από τους πιο όμορφους αγωνιστές του σοσιαλισμού και της ανθρώπινης ιστορίας – που είχε αρχίσει την αντίσταση της απεργίας πείνας με τέτοιες υπέροχες λέξεις γεμάτες συγκίνηση και νόημα – έκλεισε τα μάτια του στον κόσμο στις 5 μαΐου 1981, η αρχηγός της αγγλικής αποικιοκρατίας της εποχής, η Margaret Thatcher, έκλεινε τα μάτια της στα ανθρώπινα αιτήματά του. Μίλησε για το θάνατο του συντρόφου Μπόμπι με αμείλικτο και παγωμένο τρόπο όταν είπε: «Ο κ. Sands ήταν ένας ήδη καταδικασμένος εγκληματίας. Επέλεξε να αφαιρέσει τη ζωή του. Είναι μια επιλογή που η οργάνωση του δεν παραχώρησε σε πολλά από τα θύματά του».

Ωστόσο, ο Μπόμπι Σαντς, που απεικονίστηκε τότε ως ένας εκτός νόμου εγκληματίας από κράτη εκμεταλλευτικά που οδηγούνται από σκληρούς και αδίστακτους δολοφόνους, απάντησε στη βαρβαρότητα των αποικιοκρατών λέγοντας πως «η εκδίκησή μας θα είναι το γέλιο των παιδιών μας», σε αυτό αποκαλύπτοντας σε όλους ποιοι ήταν οι πραγματικοί δολοφόνοι και εγκληματίες.

Υπάρχει ένα διάσημο απόσπασμα του γερμανού φιλοσόφου Karl Marx. Λέει:

“Ο Χέγκελ επισημαίνει κάπου ότι όλα τα σπουδαία γεγονότα και τα ιστορικά πρόσωπα του κόσμου, εκδηλώνονται δύο φορές. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.”

Χωρίς αμφιβολία, σύντροφοι. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, που εξολόθρευσε τον Μπόμπι Σάντς, νόμιμα εκλεγμένο μέλος του κοινοβουλίου που εκπροσωπούσε τις νόμιμες απαιτήσεις απελευθέρωσης του ιρλανδικού λαού, αποκάλεσε και τον Νέλσον Μαντέλα ως «τρομοκράτη». Ο πνευματική της δίδυμη, η Theresa May, κινείται με αποφασιστικό βήμα στο να να επιβεβαιώνει αυτά τα λόγια του Καρλ Μαρξ σήμερα.

Με κωμιτραγικό τρόπο, κατά την 100ή επέτειο της συμφωνίας Sykes-Picot, η οποία εγκαινίασε τη διαίρεση και την καταστροφή στη Μέση Ανατολή, η Theresa May – η οποία αναφέρεται στον ιστορικό αρχηγό του κουρδικού λαού σαν ένα «τρομοκράτη» και αναπτύσσει όλο και περισσότερες σχέσεις με τον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, πνευματικό δίδυμο του Χίτλερ – έχει φέρει διχασμό και καταστροφή στην ίδια της τη χώρα επιμένοντας στη συμφωνία της για Brexit.

Ανεξαρτήτως του τόπου στον κόσμο -όπως υπογράμμισε ο Μαρξ- οι ηγέτες και οι εκμεταλλευτές καταλήγουν πάντα στην τραγωδία ή στην φάρσα: για τους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο: ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, μέσα από την αντίσταση θα ολοκληρώσουμε τον αγώνα μας σε νίκη.

Με την ηγεσία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο κουρδικός λαός διεξήγαγε για 45 χρόνια έναν αγώνα για την ανθρωπιά, τη δικαιοσύνη, την ισότητα και την ελευθερία κατά όλων των μορφών εκμετάλλευσης στη Μέση Ανατολή, κατά της αποικιοκρατίας, της καθυστέρησης, της γενοκτονίας, πατριαρχίας και καπιταλισμού. Η απαίτηση μας για απελευθέρωση είναι δίκαιη και νόμιμη. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εκείνοι που προσπαθούν να ποινικοποιήσουν αυτόν τον αγώνα ή να τον ονομάσουν τρομοκρατικό είναι στην πραγματικότητα εκείνοι που παρέχουν τη μέγιστη υποστήριξη στην τρομοκρατία.

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητές αδελφές και αδελφοί!

Δεδομένου πως έχω ήδη επισημάνει πολλά πράγματα σε αρκετές περιπτώσεις, δεν επιθυμώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Ζητώ από όλους εσάς εδώ σήμερα να δεσμευθείτε το συντομότερο δυνατό σε οποιαδήποτε ενέργεια μέσα στα μέσα και τις δυνατότητές σας. Θυσιάζοντας τη ζωή τους, οι απεργοί πείνας όχι μόνο αμφισβητούν τις ανεύθυνες πολιτικές του τουρκικού κράτους και των διεθνών θεσμών, αλλά μας επικρίνουν και όλους, επειδή οι κύκλοι αλληλεγγύης δεν υποστηρίζουν τις ενέργειες απεργίας πείνας με τον τρόπο που απαιτείται σήμερα.Χρειάζεται αυτοκριτική εκ μέρους μας μπροστά σε αυτή την θυσιαστική κριτική και πρέπει να οργανώσουμε το συντομότερο δυνατό μεγάλες διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες και συγκεντρώσεις για να προλάβουμε περαιτέρω απώλειες της ζωής. Για να σπάσουμε την απομόνωση που επιβάλλεται στον Abdullah Öcalan, πρέπει να ασκήσουμε πίεση στη αγγλική κυβέρνηση, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στην Επιτροπή του για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων – σε όλους όσους έχουν την εξουσία να επηρεάζουν το τουρκικό κράτος.

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι!

Τελειώνοντας αυτά που λέγω, θέλω να σας μιλήσω για έναν άνθρωπο που έζησε στην ίδια ιστορική περίοδο με τον Bobby Sands, αν και σε διαφορετικό μέρος. Ένα πρόσωπο που υπεράσπισε ιδέες παρόμοιες με αυτές του ιρλανδού επαναστάτη, ενός μαχητή στον αγώνα για τον σοσιαλισμό και την ανθρωπότητα, και που θα μπορούσε να περιγραφεί ως το πνευματικό δίδυμο του στο Κουρδιστάν. Θα ήθελα να σας διηγηθώ για έναν επαναστάτη αιχμάλωτο, ο οποίος ξεκίνησε μια απεργία πείνας με τους συντρόφους του για να αντιπαλέψει τις πολιτικές του τουρκικού κράτους να βασανίζουν τους ανθρώπους μέχρι την παράδοση και την υποταγή τους στη φυλακή του Amed (Diyarbakir), και που πέθανε στις 7 σεπτεμβρίου 1982, την 55η ημέρα της δράσης απεργίας πείνας. Θα ήθελα να σας μιλήσω για έναν τούρκο επαναστάτη από το Κουρδιστάν – για τον Kemal Pir …

Ο γιατρός της φυλακής Orhan Özcanli έβαλε τα δυνατά του για να πείσει τον Kemal Pir να σταματήσει από την δράση απεργίας πείνας του. Αυτή είναι μια συζήτηση που τεκμηριώνεται από τους συντρόφους του που φυλακίστηκαν μαζί του:

“Κοίτα, Κεμάλ. Πεθαίνεις, ο θάνατος σε πλησιάζει βήμα προς βήμα. Απλά σκέψου αυτό, πλησιάζεις στο τέλος της ζωής σου. Πρόκειται να μεταναστεύσεις από αυτόν τον κόσμο. Σταμάτησε αυτό το πράγμα και φτάνει. Δεν υπάρχει διέξοδος σε αυτόν τον δρόμο…”

Kemal Pir: “Γιατρέ, κοιτάξτε με με προσοχή! Ανοίξτε τα αυτιά σας και ακούστε. Αποτυπώστε τα λόγια μου στο κεφάλι σας. Ξεκίνησα αυτή την υπόθεση οικειοθελώς. Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο θάνατος με περιμένει στο τέλος του δρόμου. Συνειδητοποιώ επίσης ότι είμαι στο τέλος αυτού του δρόμου ακριβώς τώρα. Μπορώ να αισθανθώ την παρουσία του θανάτου και του δημίου του. Τους ακούω να αναπνέουν.»

Γιατρός: “Η ζωή είναι ωραία, Kemal. Θα πρέπει να αγαπάς τη ζωή. Ακόμα κι αν οι άνθρωποι είναι θνητοί, θέλουν να ζουν σε αυτόν τον κόσμο, και γι αυτό φοβούνται τον θάνατο πάρα πολύ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ψέμα να ισχυριζόμαστε ότι δεν φοβόμαστε τον θάνατο. Βλέπουμε όσους θεωρούν τους εαυτούς τους πιο γενναίους και πιο θαρραλέους να τρέμουν με φόβο μπροστά στο θάνατο. Και επειδή είσαι κι εσύ άνθρωπος, σίγουρα φοβάσαι κι εσύ. Αλλά μπορώ ακόμα να σε σώσω, ακόμα και σε αυτή την κατάσταση όπου βρίσκεσαι…»

Kemal Pir: “Ποιος νομίζεται ότι είμαι, γιατρέ; Ακόμα δεν καταφέρατε να με μάθετε; Είμαι ο Kemal Pir. Όχι για να καυχηθώ, αλλά άνοιξα τα μάτια μου στη ζωή στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Και με τα δώρα αυτής της περιοχής ανακάλυψα τη ζωή στην πληρέστερη και καθαρότερη μορφή της ανάμεσα στους γνήσιους ανθρώπους, που ξέρουν πως να είναι φίλοι προς τους φίλους και εχθροί προς τους εχθρούς. Είμαι ο Κεμάλ Πίρ, ο οποίος έφτασε σε αυτή την ημέρα συναντώντας ανθρώπους από εβδομήντα δύο έθνη στα εδάφη της Ανατολίας, για να αφιερωθεί στη συνέχεια στην ελευθερία του κουρδικού λαού. Δεν είμαι σίγουρος αν ήμουν αρκετά σαφής;»

Γιατρός: “Είσαι, αλλά…”

Kemal Pir: “Δεν υπάρχει ένα ‘αλλά’ σχετικά με αυτό, γιατρέ. Παρουσιάστηκα σε εσάς όπως είμαι, χωρίς υπερβολή ή ψέματα, ειλικρινά και τίμια, σε απλή γλώσσα. Ωστόσο, εάν συνεχίσετε να λέτε ‘αλλά’ μετά από αυτό, είναι πρόβλημα σας.»

Γιατρός: “Αλλά η ζωή πηγαίνει διαφορετικά, Kemal. Ανεξάρτητα από το πώς περιγράφεις τον εαυτό σου, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το να σκέφτεται το ίδιο πράγμα μπροστά στον θάνατο. Ο φόβος του θανάτου είναι ένα τρομακτικό συναίσθημα. Δημιουργεί ένα σεισμό συναισθημάτων που μπορεί να σε βάλει σε οποιαδήποτε κατάσταση ή μορφή. Είναι ένας σεισμός που μπορεί να σου αφαιρέσει την ανθρωπιά σου.»

Kemal Pir: “ Επιτέλους βγήκε από το στόμα σας κάτι σωστό τελικά.”

Γιατρός: “Τι θες να πεις;”

Kemal Pir: “Δεν είναι κατανοητό;”

Γιατρός: “Μιλώ για ζωή και φόβο. Υποστηρίζω ότι κάθε άνθρωπος είναι ίδιος μπροστά στο θάνατο. Όλοι φοβούνται τον θάνατο. Οποιοσδήποτε βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση θα έτρεμε σαν να είχε πυρετό. Ακόμα κι αν το πρόσωπο αυτό είναι ο Kemal Pir.”

Kemal Pir: “Κοιτάξτε, γιατρέ. Γνωρίζω πολύ καλά την έννοια της ζωής και του θανάτου. Ξέρω ακριβώς ποιος φοβάται το θάνατο και ποιος τρέμει πριν από αυτόν. Γνωρίζω επίσης ότι οδηγούμε θνητές ζωές και γνωρίζω τις έννοιες του παραδείσου και της κόλασης πέρα από το μνήμα. Είστε εσείς και αυτοί όπως εσείς που δεν γνωρίζετε τέτοια πράγματα. Που δεν καταλαβαίνετε και, που ακόμα κι αν το κάνετε, συμπεριφέρεστε σαν να μην καταλαβαίνετε. Και θέλετε να σας πω κάτι ακόμη, γιατρέ;»

Dottore: “Σίγουρα.”

Kemal Pir: “ΑΓΑΠΩ ΤΌΣΟ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΖΩΗ ΩΣΤΕ ΝΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΓΙ ΑΥΤΗΝ!!

Στο πρόσωπο αυτών των επαναστατών, που φωτίζουν την πορεία μας στην επαναστατική ιστορία του κόσμου διαμέσου των αγώνων τους και των δράσεων απεργίας πείνας τους – Bobby Sands στην Ιρλανδία και ανθρώπους όπως ο Mehmet Hayri Durmus και ο Kemal Pir στο Κουρδιστάν, αντίστοιχα το 1981 και 1982 – για άλλη μια φορά φόρο τιμής, με αγάπη και λαχτάρα, εκείνων των επαναστατών που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αυτών των ενεργειών. Ανανεώνω τη συλλογική μας υπόσχεση να οδηγήσουμε στη νίκη τους απελευθερωτικούς αγώνες που έχουν ξεκινήσει και να τερματίσουμε το σύστημα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στον κόσμο.

Σας χαιρετώ όλους από τα βάθη της καρδιάς μου. Με την πίστη ότι όλοι θα αναλάβουν την ευθύνη που απαιτείται λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης, εύχομαι σε όλους εσάς την καλύτερη επιτυχία.

Μακρά ζωή στον αγώνα για την ελευθερία των καταπιεσμένων λαών! Ζήτω η αλληλεγγύη μεταξύ όλων των λαών του κόσμου!

Ζήτω στον Δημοκρατικό Συνομοσπονδισμό και το σοσιαλισμό!

Ζήτω ο ηγέτης των καταπιεσμένων λαών, Abdullah Öcalan!

 

https://www.infoaut.org/approfondimenti/affrontare-la-morte-per-vivere-nelle-parole-di-uno-scioperante-della-fame

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

διεθνισμός, internazionalismo

Η Εισαγγελία του Τορίνο ενάντια στους μαχόμενους στην Rojava

Ένα αντιδραστικό Κράτος φαίνεται από κάποια συγκεκριμένα πράγματα

Μόλις λίγες μέρες έχουν περάσει από το θάνατο στην μάχη του Lorenzo «Tekoser» Orsetti στη Συρία, μαζί με τις κουρδικές δυνάμεις που καταλήγουν να καταστρέψουν το Isis. Και για μια ακόμη φορά οι φωνές του establishment είχαν σε κάποιο βαθμό μοιραστεί τον πόνο της οικογένειας, αν όχι εκείνο των πολλών συντρόφων που τον είχαν γνωρίσει.

Ωστόσο φαίνεται ότι στην Εισαγγελία του Τορίνο δεν άρεσε πάρα πολύ αυτός ο σεβασμός, παρόλο που σταμάτησε για μια στιγμή για να αποφύγει να εμφανιστεί «υπερβολική». Τη Δευτέρα πραγματοποιήθηκε η ακρόαση κατά την οποία η εισαγγελική αρχή – εκπροσωπούμενη από την εισαγγελέα Manuela Pedrotta – ζήτησε την «ειδική επιτήρηση» για πέντε συντρόφους που είχαν προηγηθεί του «Orso» στην εμπειρία με τις Ypg.

Το κατηγορητήριο της εισαγγελέα είχε στιγμές καθαρής αντιδραστικής ιδεολογίας: «Δεν πιστεύω ότι πήγαν στη Συρία για να σώσουν την κοινωνία μας από μια τρομοκρατική απειλή. Ένας από αυτούς έγραψε ότι «μετά το ISIS ο εχθρός νούμερο ένα είναι η καπιταλιστική κοινωνία». Αυτοί θέλουν να συνεχίσουν τον αγώνα στην Ιταλία ».

Η υποτιθέμενη επιβεβαίωση της επικινδυνότητας τους, σύμφωνα πάντα με την γνώμη της δικαστή, βρίσκεται στο ότι κάποιοι από αυτούς είχαν σχέση με το κίνημα No Tav. »[οι πέντε] είναι υπεύθυνοι για βίαιες συμπεριφορές εναντίον των δυνάμεων της τάξης με ευκαιρία διαδηλώσεων εναντίον του Tav, τις πολιτικές κατά της μετανάστευσης, τους πολιτικούς αντιπάλους στο πανεπιστήμιο «.

Έτσι, ακολουθώντας έναν συλλογισμό που δεν ήταν τυπικά ρητός (και νομικά παράλογος), οι πέντε θα ήταν «επικίνδυνοι» επειδή θα πρέπει να πήγαν να πολεμήσουν στην Ροζάβα μόνο για να μάθουν πώς να το κάνουν και να είναι σε θέση να «κάνουν την επανάσταση» στην Ιταλία.

Δεν θα σταθούμε εδώ για να υπενθυμίσουμε σε έναν εισαγγελέα ότι η «στρατιωτική εκπαίδευση» – η φάση κατά την οποία μαθαίνει κάποιος να χειρίζεται τα όπλα και να κινείται σύμφωνα με τους κανόνες του πολέμου – γίνεται σε ασφαλείς συνθήκες, πρακτικά χωρίς κίνδυνο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση προ-αγωνιστικής αθλητικής προπόνησης. Ενώ η μάχη σε πραγματικές συνθήκες εναντίον ενός εχθρού που σε πυροβολεί φέρει τον υψηλό κίνδυνο του θανάτου.

Επομένως, είναι προφανώς αβάσιμη – και ακριβώς σε στρατιωτικό επίπεδο – η ιδέα ότι κάποιος πηγαίνει να πολεμήσει στ’ αλήθεια μόνο για να «μάθει» πώς να το κάνει και να το προτείνει επίσης αλλού … Ίσως εάν οι ίδιοι εισαγγελείς ασχολούνταν με τους ιταλούς φασίστες που πηγαίνουν να εκπαιδευτούν στην Ουκρανία θα έφταναν λίγο κοντύτερα σε ένα αδίκημα όπως αυτό που υποθέτουν.

Οι σύντροφοι Paolo Andolina, Jacopo Bindi, Davide Grasso, Fabrizio Maniero και Μαρία Edgarda Marcucci, αντιθέτως, ανέλαβαν τους κινδύνους τους και ευτυχώς επέστρεψαν στη χώρα τους, προφανώς διατηρώντας τις πολιτικές τους απόψεις, αντίθετα με όσα συνέβησαν για την «Orso» και τον Giovanni Francesco Asperti («Hiwa Bosco»).

Η απόφαση θα βγει σε 90 ημέρες, χρόνος που στο δικαστήριο θα πρέπει να μοιάζει επαρκής για να πέσει η οριστική επικοινωνιακή σιωπή σχετικά με την υπόθεση του «Orso» και να καταστήσει έτσι λιγότερο «δυσάρεστο-αντιπαθητικό» το μέτρο που ζήτησε η Εισαγγελία.

Γεγονός όμως είναι ότι, με τον τρόπο αυτό, η Εισαγγελία του Τορίνο συνοψίζει μια σαφή θέση του ιταλικού Κράτους σχετικά με τους μαχόμενους για την αυτοδιάθεση και την ελευθερία των λαών: θα θεωρηθείτε καλοί άνθρωποι μόνο αν επιστρέψετε νεκροί.

Καλό θα είναι να το θυμόμαστε αυτό…

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν σαφούς συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

http://contropiano.org/altro/2019/03/28/la-procura-di-torino-contro-i-combattenti-in-rojava-0113895
διεθνισμός, internazionalismo

Έπεσε το τελευταίο προπύργιο του Isis. Σημαία SDF υψωμένη στη Baghouz εορτάζει τη νίκη επί του Ισλαμικού Κράτους.

Bandiera SDF piantata a Baghouz celebra la vittoria sullo Stato Islamico.

Στο πλαίσιο της τελικής επιχείρησης για να θέσουν τέλος στην τρομοκρατία, οι δημοκρατικές συριακές Δυνάμεις (SDF) απελευθέρωσαν την Baghouz, την τελευταία περιοχή που καταλάμβανε το ISIS στη Συρία, τερματίζοντας τη στρατιωτική παρουσία της τρομοκρατικής οργάνωσης στη χώρα.

Στις 21 μαρτίου, μετά την ανακοίνωση πως η περιοχή της Baghouz εκκαθαρίστηκε από το ISIS ενώ η έρευνα και το χτένισμα συνεχίζονταν, η SDF έστησε τη σημαία τους ως ένδειξη νίκης επί του ISIS κατά τη διάρκεια τελετής που πραγματοποιήθηκε το σάββατο.

Ένας αριθμός διοικητών του SDF, μεταξύ των οποίων ο διοικητής της εκστρατείας Çiya Fırat, καθώς και εκπρόσωπος τύπου και μαχητές SDF συμμετείχαν στην τελετή καθώς η σημαία SDF τοποθετήθηκε στη Baghouz, το τελευταίο σημείο στα σύνορα μεταξύ Ιράκ και Συρίας.

Σε μια σύντομη ομιλία στη διάρκεια της τελετής, ο διοικητής της SDF Çiya Fırat γιόρτασε την ιστορική νίκη επί του ISIS για τους μαχητές και τον λαό της περιοχής, λέγοντας: «Σήμερα ολοκληρώσαμε την εκστρατεία μας απελευθερώνοντας την Baghouz, την τελευταία περιοχή που παρέμενε στα χέρια του ISIS. Αφιερώνουμε αυτή τη νίκη στους κουρδικούς, αραβικούς και συριακούς λαούς και σε όλους τους λαούς της περιοχής και του κόσμου. Δηλώνουμε την εδαφική ήττα του ISIS και την οριστικοποίηση της εκστρατείας μας.

Η τελική επιχείρηση στην Baghouz ξεκίνησε στις 9 φεβρουαρίου μετά την απελευθέρωση της περιοχής της al-Sousse από το ISIS.

Με την ήττα του ISIS στη Baghouz, όλα τα εδάφη που είχε καταλάβει η τρομοκρατική οργάνωση έχουν επιστρέψει ελεύθερα.

Το ISIS μπόρεσε πολύ εύκολα να καταλάβει τον Μοσούλη χωρίς να διεξάγει μάχη τον Ιούνιο του 2014 πριν ανακοινώσει το «Χαλιφάτο» του και άρχισε να σημειώνει πρόοδο σε ένα τεράστιο έδαφος που εκτείνεται από το Ιράκ στη Συρία διαπράττοντας βάναυσα εγκλήματα και πράξεις μεγάλης αγριότητας.

Στο πλαίσιο της κατοχής, η τρομοκρατική οργάνωση στράφηκε αρχικά στη Maxmur και Sinjar. Στις 3 αυγούστου 2014, το ISIS διενήργησε μια γενοκτονική επίθεση εναντίον της Sinjar, της γης της αρχαίας κουρδικής κοινότητας yazida, που προκάλεσε τη σφαγή χιλιάδων ανθρώπων, που απήχθησαν και υποδουλώθηκαν στα χέρια βάναυσων συμμοριών.

Η ιστορική αντίσταση της Kobane έβαλε τέλος στην προώθηση του ISIS. Η τρομοκρατική οργάνωση υπέστη πτώση με τη νίκη της Kobanê και υπέστη μια πλήρη εξολόθρευση στις 21 μαρτίου, κατά τη γιορτή του Newroz, το 2019.

Πηγή: ANF

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/03/23/cade-lultima-roccaforte-dellisis-bandiera-sdf-piantata-a-baghouz-celebra-la-vittoria-sullo-stato-islamico/?wref=pil

διεθνισμός, internazionalismo

Από την Διεθνιστική Κομούνα “εάν ο πόλεμος ενάντια στην επανάσταση είναι διεθνής, και η δική μας αντίσταση θα είναι”

Σε όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις: υπερασπιστείτε τη δημοκρατική Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας!
Δήλωση και έκκληση για δράση από τη διεθνιστική κοινότητα της Rojava

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά την έναρξη του εγκληματικού πολέμου ενάντια στο καντόνι της Αφρίν, ο λαός της Βόρειας Συρίας βρίσκεται αντιμέτωπος και πάλι μπροστά σε μια επίθεση από το τουρκικό φασιστικό κράτος και τους ισλαμιστές συμμάχους του. Οι απειλές του τούρκου δικτάτορα Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι κενές λέξεις, δεν είναι μόνο προπαγάνδα της εκλογικής εκστρατείας και δεν είναι απλές προκλήσεις-προβοκάτσιες. Με τις επιθέσεις στο στρατόπεδο προσφύγων της Maxmur και σε διάφορα χωριά της Schengal στις 13 δεκεμβρίου, ξεκαθάρισε και πάλι την κατάσταση. Στην πραγματικότητα είναι η τελευταία έκφραση των νεο-οθωμανικών επεκτατικών προσδοκιών του καθεστώτος του AKP-MHP και η ανακοίνωση ενός δολοφονικού πολέμου εξόντωσης ενάντια στην επανάσταση στη Βόρεια Συρία και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Από την έναρξη της επανάστασης το τουρκικό κράτος, το συριακό καθεστώς, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία που άνοιξαν το δρόμο, έλαβαν όλα τα μέτρα που μπορούσαν για να συντρίψουν αυτή την επανάσταση εν τη γενέσει. Αλλά ούτε οι ισλαμιστικές συμμορίες των δολοφόνων, υπό την σημαία της Al-Nusra, η λεγόμενη FSA ή η μαύρη σημαία του Ισλαμικού Κράτους, ούτε ο αποκλεισμός, η απομόνωση και ο ανοιχτός πόλεμος επιθετικότητας μπόρεσαν να σπάσουν το θάρρος και την αντίσταση του πληθυσμού.

Τα τελευταία 6 χρόνια αυτού του αγώνα οι λαοί της Βόρειας Συρίας, υπό τις μεγαλύτερες θυσίες και προσπάθειες, έχουν επιδείξει την αφοσίωσή τους σε μια ζωή ελευθερίας μπροστά στο παγκόσμιο κοινό. Η απελευθέρωση της Raqqa από τις δημοκρατικές δυνάμεις της Συρίας μαζί με την σχεδόν ήττα του ισλαμικού κράτους σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας στρατηγικής φάσης στη Συρία και σε ολόκληρη την περιοχή. Με την καταστροφή της βασιλείας του τρόμου του ισλαμικού Κράτους, η τακτική-στρατιωτική συμμαχία ευκολίας μεταξύ των αμυντικών Δυνάμεων της βορειοανατολικής Συρίας και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων υπό την αιγίδα του διεθνούς Συνασπισμού χάνουν ολοένα και περισσότερο τη σημασία τους.

Με όλες τις αντιφάσεις που μπορούν να υπάρχουν μεταξύ των περιφερειακών και διεθνών ηγεμονικών δυνάμεων, όλες συμφωνούν σε ένα σημείο: η επανάσταση στη βορειοανατολική Συρία, η δημοκρατική διοικητική δομή του συμβουλίου, η δημιουργία ενός δημόσιου δημοτικού- οικολογικού τομέα και η κύρια ώθηση της επανάστασης δηλαδή η απελευθέρωση των γυναικών από τις χιλιετείς αλυσίδες ενός πατριαρχικού συστήματος κυριαρχίας, αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για τα ηγεμονικά τους συμφέροντα και πρέπει να εξαλειφθεί.Τα τελευταία χρόνια η επανάσταση στη Ροζάβα και στη βόρεια Συρία έχει γίνει μια άνευ προηγουμένου πηγή ελπίδας για όσους αναζητούν, μια ζωή πέρα από το κράτος, το κεφάλαιο και την πατριαρχία. Είναι ένας φάρος που μπορεί να δείξει στους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους αυτής της Γης την έξοδο από το σκοτάδι του καπιταλιστικού νεωτερισμού και έδειξε μια φορά για πάντα ότι το «τέλος της ιστορίας» που διακηρύσσεται από εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα απλό ψέμα. Είναι το ζωντανό παράδειγμα ότι και σήμερα, στον 21ο αιώνα, είναι εφικτός ένας άλλος κόσμος.

Ο επιθετικός πόλεμος στην Αφρίν, η διεθνής υποστήριξη στις σφαγές εναντίον του άμαχου πληθυσμού, οι βόμβες του ΝΑΤΟ που πέφτουν βροχή επάνω στους φίλους μας, τα γερμανικά τεθωρακισμένα Leopard, κάτω από τα ίχνη των οποίων η ελπίδα μας υποτίθεται πως θα συντρίβονταν, ήταν η πρώτη καθαρή έκφραση του νέου ιμπεριαλιστικού μετώπου ενάντια στην επανάσταση στη Μέση Ανατολή, και είναι ένας οιωνός για αυτό που πρέπει να περιμένουμε. Οι άνθρωποι εδώ, όπως και εμείς οι ίδιοι, έχουν μάθει από την Afrin: να μην βασιζόμαστε σε τίποτα άλλο εκτός από τις δυνάμεις μας. Δεν δίνουμε την παραμικρή πίστη στις δηλώσεις των διεθνών δυνάμεων και δεν θα κάνουμε έκκληση σε κανέναν. Έχουμε ευρέως γνωρίσει φίλο και εχθρό και γνωρίζουμε ότι οι μόνοι μας σύμμαχοι σε αυτόν τον αγώνα μπορούν να είναι οι διεθνείς δημοκρατικές και επαναστατικές δυνάμεις, όλοι εκείνοι που ονειρεύονται έναν διαφορετικό κόσμο και μαζί με τους οποίους αγωνιζόμαστε για ένα ελεύθερο μέλλον.

Προσκαλούμε όλους να προετοιμαστούν για μια νέα φάση αντίστασης, δράσης και συνεργατικού αγώνα. Όλους όσους βρέθηκαν στους δρόμους για την υπεράσπιση της Afrin τον περασμένο χρόνο και οι οποίοι έχουν οργανώσει στις πολυάριθμες επιτροπές αλληλεγγύης, οι οποίες έχουν κάνει την Παγκόσμια Ημέρα της Αφρίν- il World-Afrin-Day μια έκφραση παγκόσμιας αλληλεγγύης και οι οποίες κράτησαν μαζί μας κάθε μέτρο, κάθε δρόμο στη Kobanê.
Όλους εκείνους στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, που έχουν δηλώσει ρητά την οργή τους και το μίσος τους απέναντι στους εχθρούς της ανθρωπότητας, τους πολεμοκάπηλους και τους υποστηρικτές του τουρκικού φασισμού.
Το μήνυμά μας ήταν και είναι αδιαμφισβήτητο: αν ο πόλεμος ενάντια στην επανάσταση είναι διεθνής, τότε η αντίστασή μας θα είναι επίσης. Ας προσπαθήσουμε να δείξουμε μαζί ότι αυτή η επανάσταση είναι ο αγώνας όλων μας, ότι η Rojava είναι η ελπίδα και η προοπτική μας και ότι θα υπερασπιστούμε το μέλλον μαζί.

Το ότι οι επιθέσεις πραγματοποιούνται σε αυτή τη φάση δεν είναι μια σύμπτωση. Το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα λειτουργεί έξω από μια θέση αδυναμίας. Η δομική κρίση του κρατικιστικού πολιτισμού δεν μπορεί πλέον να καλυφθεί και κάθε μέρα όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να ξυπνούν και αναλαμβάνουν την καταπολέμηση αυτού του καταπιεστικού συστήματος. Το βλέπουμε στους δρόμους της Γαλλίας, στη διαδήλωση κατά της συνόδου κορυφής της G20 στην Αργεντινή στο Μπουένος Άιρες, στην Women’s Strike, στο #NiUnaMenos και στις διαμαρτυρίες στο δάσος του Hambach. Οι δυνάμεις της παλαιάς τάξης προσπαθούν να κρατηθούν ζωντανές με την κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης, την κρατική τρομοκρατία και τον ανοιχτό φασισμό, αλλά οι ημέρες τους είναι μετρημένες αν οργανώσουμε και λάβουμε θέση εναντίον των επιθέσεων στη ζωή μας. Να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμη που έχουμε αντλήσει από την επανάσταση και να εντείνουμε τον αγώνα μας. Αν αναγνωρίσουμε την κοινή μας δύναμη, θα μπορέσουμε να ρίξουμε το σύστημα αυτό στην κοπριά της ιστορίας μία για πάντα. Ενάντια στην επίθεση του καπιταλιστικού νεωτερισμού είναι ζωτικής σημασίας να οργανώσουμε παντού την υπεράσπιση και την εξέγερση της δημοκρατικής νεωτερικότητας.

Για εμάς, ως διεθνιστική Κοινότητα στη Rojava, ξεκινάει μια νέα φάση και σήμερα. Ήρθαμε μαζί στη Rojava για να στηρίξουμε τις πολιτικές δομές αυτής της επανάστασης, για να μάθουμε, να κατανοήσουμε και να καθοδηγήσουμε την εξέλιξη της οικοδόμησης. Όπως και επί του πληθυσμού της Rojava, ο πόλεμος αυτός μας έχει επιβληθεί. Αλλά αν ο εχθρός δεν μας αφήσει άλλη επιλογή, τότε δεν θα μείνουμε στο περιθώριο, αλλά θα συνεισφέρουμε με όλες μας τις δυνάμεις και όλες τις ικανότητές μας στην προετοιμασία της αντίστασης και στην υπεράσπιση της κοινωνίας και της επανάστασης. Εμείς θα αναλάβουμε ότι είναι απαραίτητο για να συμβάλουμε σε αυτή την αντίσταση. Θα βρεθούμε στο πλευρό του πληθυσμού ενάντια στη φασιστική επίθεση. Έχουμε έρθει εδώ από τα πιο διαφορετικά μέρη αυτής της Γης με διαφορετικές ιδέες και έργα, αλλά αυτή η γη έχει γίνει και το σπίτι μας τα τελευταία χρόνια. Με αυτό το πνεύμα θα συμμετάσχουμε και εμείς στη γενική κινητοποίηση της κοινωνίας της αυτοκυβέρνησης στη βορειοανατολική Συρία, η οποία ξεκίνησε στις 12 δεκεμβρίου.

Στάσου δίπλα, πλευρό με πλευρό στην επανάσταση, ύψωσε τη φωνή σου, βγες στους δρόμους και τις πλατείες, ενώσου στις επιτροπές αλληλεγγύης και τις υπάρχουσες ομάδες αντίστασης.
Ξεκινήστε ενέργειες πολιτικής ανυπακοής για να αυξήσετε την ευαισθητοποίηση σχετικά με την κατάσταση στην Ροζάβα και να στείλετε ένα σαφές σημάδι αλληλεγγύης.

Ώμο με ώμο ενάντια στον φασισμό!
Μακρά ζωή στη διεθνή αλληλεγγύη!
Η επανάσταση θα επικρατήσει, ο φασισμός θα συντριβεί!

Πηγή: https://internationalistcommune.com/to-all-democratic-forces-defend-the-democratic-federation-of-north-eastern-syria-statement-and-call-to-action-by-the-internationalist-commune-of-rojava/?fbclid=IwAR286lh0PF4ahMwecRu1Nid1MSPc2rJFt65AmRFtuWhl5c3DYlhi-DAv_fI

logo

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Αναβλήθηκε η ακρόαση για την ειδική επιτήρηση στον Luiseddu, που κατηγορείται πως πολέμησε το Isis

Stampa

 

591

Χθες το πρωί πραγματοποιήθηκε η ακρόαση για την ειδική επιτήρηση στον Pierluigi Caria κατηγορούμενο ότι είναι κοινωνικά επικίνδυνος για τη συμβολή του στην κατατρόπωση του ISIS στη Συρία με τις YPG (Μονάδες Προστασίας του Λαού).

Rinviata l’udienza per la sorveglianza speciale a Luiseddu, accusato di combattere l’Isis

Η ακρόαση στο Δικαστήριο του Κάλιαρι αναβλήθηκε για τις 19 μαρτίου, έξω πολύς κόσμος μαζεμένος, περίμενε το αποτέλεσμα. Ο δικαστής θέλει να συμβουλευτεί τον αστυνομικό διευθυντή τoυ Nuoro για να καταλάβει γιατί ο Luiseddu θα ήταν κοινωνικά επικίνδυνος. Οι κυρώσεις που προτάθηκαν από τον εισαγγελέα δικαιολογούνται με την κλήση του αστυνομικού τμήματος να καταθέσει: η επίθεση αυτή εναντίον εκείνων που αγωνίστηκαν κατά του ISIS προωθείται από τις αστυνομικές δυνάμεις και έχει προφανείς πολιτικές συνέπειες. Η προσπάθεια είναι να τιμωρούνται και να ποινικοποιούνται όσοι έλαβαν μέρος στην αντίσταση εναντίον του ISIS, υποστηρίζοντας τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις.
Τον περασμένο σεπτέμβριο πραγματοποιήθηκε αυτή η επιχείρηση, στην οποία ενεπλάκησαν-συμπεριλήφθηκαν τρεις νησιώτες κατηγορούμενοι για τρομοκρατία λόγω της υποστήριξης τους προς τις YPG. Επίσης, στο Τορίνο, η ακρόαση για τις ειδικές επιτηρήσεις αναβλήθηκε για τον μάρτιο.

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/rinviata-l-udienza-per-la-sorveglianza-speciale-a-luiseddu-accusato-di-combattere-l-isis

 

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μεταξύ πολιτικής τακτικής και επαναστατικής ηθικής

του Alessandro Barile

Στοχασμοί ξεκινώντας από  το δοκίμιο Τρόμος και τρομοκρατία Terrore e terrorismo του Francesco Benigno

«Η δικαιοσύνη του λαού είναι τρομερή»

[Ανάμεσα στο πλήθος του Παρισιού, 10 αυγούστου 1793]

«Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος χαμένος»

[Sergej Nečaev, 1869]

«Μόνο χάρη στους απελπισμένους μας δίδεται ελπίδα»

[Walter Benjamin, Angelus Novus]

Σε αυτό το «ιστορικό δοκίμιο επάνω στην πολιτική βία», όπως ορίζεται στον υπότιτλο «Τρόμος και Τρομοκρατία, Einaudi 2018, σελ. 370, 32,00 ευρώ», o ιστορικός Francesco Benigno ωθείται να αποκαλύψει δύο χαρακτήρες ξεχασμένους από τις ερμηνείες σχετικά με την τρομοκρατία [ θα χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο με την έννοια που προτείνεται από τον συντάκτη, δηλαδή σαν αναγκαστικά συνώνυμο της «πολιτικής βίας»): που αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό προϊόν και όχι «βάρβαρο», που είναι ένα πολιτικό και όχι (αυστηρά) θρησκευτικό γεγονός. Δύο απαραίτητες προειδοποιήσεις, δεδομένου του έκτακτου και έμφυτου χαρακτηριστικού των προβληματισμών σχετικά με το θέμα. Κανένας από τους εκατοντάδες διαθέσιμους ορισμούς (το 1988, ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει, μια έρευνα που διεξήχθη από τους μελετητές του φαινομένου οδήγησε σε έναν κατάλογο 109 ορισμών) έρχεται πραγματικά να αντλήσει την ουσία του φαινομένου, λόγος για τον οποίο εκχωρείται στην τρομοκρατία από καιρό σε καιρό μια τυχαία και δημοσιογραφική απόδοση.

Επιπλέον, ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της εισαγωγικής ομιλίας που πρότεινε ο συγγραφέας, η τρομοκρατία είναι από μόνη της ένας αξιολογητικός και κατά συνέπεια ένας υποτιμητικός όρος. Δεν βρισκόμαστε με την παρουσία ενός ουδέτερου λεξικού. Αντίθετα, ο όρος περιέχει μια αξία κρίσης, που μεταφράζεται σε ηθική κατηγορία: μέσω ενός ορισμού που παρουσιάζεται ως τεχνικός προχωράμε στο στίγμα που διακρίνει όχι τόσο το γεγονός από μόνο του όσο το υποκείμενο που το φέρει εις πέρας. Τίποτα δεν απαγορεύει, βέβαια, να προχωρήσουμε με την ανάλυση και ταυτόχρονα να μαχόμαστε ιδανικά το αντικείμενο της μελέτης. Συμπεριφερόμαστε μαζί του ως ασθένεια, το κατανοούμε και το αντιμετωπίζουμε χωρίς λύση συνέχειας. Αλλά όταν η επιστήμη και η πολιτική προχωρούν με τη σύγχυση των ρόλων τους (η μια λυγίζει στην δικαιολόγηση της άλλης), η στρέβλωση που καθιστά στείρα την ασυνήθιστη ποσότητα ερευνών αυτών των καιρών γίνεται εμφανής. Στο τέλος των εκατοντάδων αντιφατικών μεταξύ τους ορισμών, ο μόνος κοινός παρονομαστής είναι το εμπειρικό γεγονός: τρομοκρατία είναι αυτό που κάνει ο τρομοκράτης. «Αυτό θα συνίστατο συνεπώς σε εκείνο που εμπειρικά και με διαισθητικό τρόπο θα φαίνονταν να είναι κάτω από τα μάτια όλων, μια άσκοπη βία, δίχως νόημα», λέει ο Benigno. Ο καθορισμός της τρομοκρατίας μέσω των πρακτικών της δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αθεράπευτη αντίφαση: εάν η πρακτική είναι αυτή της «άσκοπης βίας», μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας φέρει μαζί της, τουλάχιστον εν υπνώσει, τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας. Ένας βομβαρδισμός κατά αμάχων, για παράδειγμα (είναι οι ΗΠΑ τρομοκρατικό κράτος;), μια αντάρτικη δράση (είναι η αντίσταση στο ισλαμικό Κράτος τρομοκρατία;), είναι ο θάνατος του «τυράννου» μια πράξη από μόνη της τρομοκρατική ή απελευθερωτική; Και ούτω καθεξής, κλειδώνουμε τον εαυτό μας στην δημοσιογραφική ή απλώς αστυνομική περίφραξη: όχι η βία ως τέτοια, αλλά η βία των «κακών» ενάντια στους «καλούς» είναι η μόνη που πρέπει να χαρακτηρίζεται από τον εν λόγω όρο. Αλλά, και εδώ, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, αν όχι ιδιαίτεροι ιστορικοί προσδιορισμοί που, από καιρό σε καιρό, ορίζουν ποιος θεωρείται καλός και ποιος κακός;

Εάν πρόκειται για επιστημονικό ορισμό, η έννοια της τρομοκρατίας θα πρέπει να ισχύει τόσο για τους μεν όσο και για τους άλλους «διεκδικητές» στον αγωνιστικό χώρο, εάν αντιθέτως ενεργεί σε συζητητικό και πολεμικό επίπεδο, βοηθά στον στιγματισμό του εχθρού αλλά χάνει την επιστημονική χροιά, την παγκοσμίως αποδεκτή, με την οποίαν θα ήθελε να εξοπλισθεί. Εν ολίγοις, το πράγμα δεν βγαίνει. Το μόνο δυνατό εργαλείο είναι μια προσεκτική ιστορική αναγνώριση-εξερεύνηση του φαινομένου που να μπορεί να οδηγήσει σε μια (μερική) παρέκταση των καθοριστικών χαρακτηριστικών. Αυτή είναι η προσπάθεια του Francesco Benigno μέσω του τελευταίου έργου του. Ένα απαραίτητο και απαιτητικό έργο. Απαραίτητο για όλα αυτά που λέγαμε: χαμένη στο δρόμο η παρατήρηση της ιστορικής του τροχιάς, δεν μας μένει παρά μια διαταραγμένη και αναποτελεσματική ποσότητα οριστικού άγχους που βασίζεται στην ενδεχόμενη τρομοκρατική πρακτική, απαιτητική και εξεζητημένη διότι η μόνη ιστορική έρευνα αποκαλύπτει (και πανηγυρικά) τα σημερινά όρια αλλά δεν αρκεί για τη συνολική αξιολόγηση του φαινομένου. Στο τέλος, από άλλους δρόμους, βγαίνουμε έτσι κι αλλιώς σε ένα τυφλό σοκάκι, πιο προχωρημένο από την αντίστοιχη δημοσιογραφική μανία αλλά ακόμα μέσα στο λαβύρινθο.

Εάν η τρομοκρατία ορίζεται με βάση τη συμπεριφορά του τρομοκράτη, θα είναι αναπόφευκτο να επικεντρωθεί η προσοχή -όπως πράγματι γίνεται και από τη σχετική βιβλιογραφία- στην ψυχολογία του υποκείμενου. Όπως καταλήγει ο Benigno, «η επιστημονική βιβλιογραφία έχει προσπαθήσει επί μακρόν να εντοπίσει μια» τρομοκρατική προσωπικότητα «, ένα αποτύπωμα ικανό να λογοδοτεί για άτομα τόσο διαφορετικά πολιτισμικά και ιδεολογικά, ορίζοντας έτσι με οριστικό τρόπο την ουσία ενός τρομοκράτη». Με αυτό το ρυθμό, θα είναι εξίσου αναπόφευκτη η αντιμετώπιση αυτής της ψυχολογικής έρευνας από την άποψη της εγκληματικής παθολογίας. Ο τρομοκράτης είναι έκφραση μιας απόκλισης από την κανονική και αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, από το νόμο: νομικό ή ηθικό, δεν έχει σημασία. Όμως αυτό έρχεται σε σύγκρουση με μια ιστορική έρευνα που δεν είναι παρά στοιχειώδης, πρωτόγονη. Ποια ψυχολογική κατάσταση ενώνει-συνδέει τον Sante Caserio με τον Giangiacomo Feltrinelli, τον Vera Figner στον Rosario Bentivegna, τον George Habbash στον Mario Moretti, και αυτούς με κάποιο μαχητή του Isis;

Δεν είναι απλό να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι στην πραγματικότητα υπάρχει πράγματι μια κοινή ψυχολογική κατάσταση, που όμως μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ξεκινώντας από έξω, από τις υλικές αιτίες που έφεραν συγκεκριμένους ανθρώπους σε συγκεκριμένες επιλογές. Το διακριτικό γνώρισμα και, αν θέλουμε, ψυχολογικό, που συνδέει ιδανικά τις πιο ποικίλες τρομοκρατικές εμπειρίες έγκειται σε αυτό: ο κάθε μαχητής διαπνέεται από αυτό που ο Franco Venturi, με βάση μια ρωσική ορολογία που αναφέρεται στον λαϊκισμό του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, θα αποκαλέσει »συνεπακόλουθο πνεύμα», την πλήρη και αναπόφευκτη αφοσίωση σε μια αιτία, σε έναν σκοπό που ξεκινά από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Την πεποίθηση, ηθική πριν ακόμη από πολιτική, πως μόλις φτάσουμε στην αλήθεια μετά δεν μπορούμε παρά να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Οι προϋποθέσεις επομένως.

Η τρομοκρατία δεν γεννιέται από μια ηθική απουσία, όσο και αν θέλει να έχει εξαναγκαστεί μέσα στα πλέγματα του υπαρξιακού νιχιλισμού, αλλά από έναν ηθικά υπερκείμενο αυτο-προβληματισμό που εμποδίζει το υποκείμενο να συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω. Ο τρομοκράτης γνωρίζει καλά το αδιέξοδο μέσα στο οποίο αποφασίζει εθελοντικά να τοποθετηθεί. Δεν υπάρχει καμιά ηθική δικαιολογία που μπορεί να τεθεί μπροστά στο πρόβλημα του να «δώσει τον θάνατο», κι όμως ο τρομοκράτης αποφασίζει να δράσει ούτως ή άλλως. Από μια συνεπή μηδενιστική άποψη δεν θα υπήρχε αντίφαση ούτε τραγωδία: το δίλημμα θα είχε εύκολη λύση ελλείψει δεοντολογικών αρχών που μοιράζονται με το θύμα. Ποιο είναι τότε το αποφασιστικό κίνητρο; Το κριτήριο δεν είναι άλλο από αυτό της θυσίας. Προκειμένου η απλή ανταρσία να μετατραπεί σε επανάσταση, έτσι ώστε να μπορεί να κερδίσει η εξέγερση, ο επαναστάτης αναγκάζεται να αποκηρύξει προσωπικά εκείνες τις αξίες για τις οποίες αγωνίζεται συλλογικά. Υπάρχει μια στιγμή κλειδί, εκείνη στην οποία όλη η πραγματικότητα μειώνεται στη σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Είναι ένας χρόνος που έχει σταματήσει όπου είναι αναγκασμένος να κάνει μια υποχρεωτική επιλογή. Το σχήμα υιοθετήθηκε από τον Albert Camus στο δικό του Homme révolté: «Στην πραγματικότητα, αν η ιστορία, έξω από κάθε αρχή, συνίσταται μόνο σε μια πάλη μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης, η μόνη διέξοδος είναι να ενταχθείς πλήρως σε μία από αυτές τις δύο αξίες, για να πεθάνεις ή να αναστηθείς εκεί». Κατά συνέπεια, «όταν η επανάσταση είναι η μόνη αξία, δεν υπάρχουν πλέον δικαιώματα, υπάρχουν μόνο καθήκοντα».

Προσφέρεται συνεπώς όχι [μόνο] η δική του ζωή, αλλά η δική του ψυχή, η δική του επαναστατική καθαρότητα, σε μια ιδέα που κρίνεται ανώτερη από την προσωπική ταλαιπωρία που καθορίζεται από την τρομοκρατική επιλογή. Στο γνωστό μυθιστόρημα του Boris Sàvinkov, Cavallo pallido χλωμό Άλογο (1909), στον ορθολογισμό του τρομοκρατικού αινίγματος (το να σκοτώσει δεν είναι επιτρεπτό) υπάρχει το αντιστάθμισμα της ηθικής του επαναστάτη (πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως). Πρέπει να σκοτώσει έτσι ώστε κάποια στιγμή να σταματήσουν οι σκοτωμοί. Είναι η επανάσταση που επεξηγεί τη θυσία, και αυτό καθιερώνει μια ηθική που αναστέλλει στιγμιαία (και τραγικά, γιατί δεν υπάρχει διέξοδος) τους καθιερωμένους κανόνες για τους ανθρώπους, πριν από όλους την μη διαθεσιμότητα της ζωής άλλων. Όπως πράγματι θα πει ο Sergej Kravčinskij στο δικό του The Career of a Nihilist, «Αν πρέπει να υποφέρουμε, τόσο το καλύτερο! Τα βάσανα μας θα είναι ένα νέο όπλο μας. Αφήστε τους να μας κρεμάσουν, αφήστε τους να μας πυροβολήσουν, αφήστε τους να μας σκοτώσουν στα υπόγεια τους κελιά. Όσο πιο άγρια μας συμπεριφερθούν, τόσο περισσότεροι θα μας ακολουθήσουν, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συνέχεια μας». Το κίνητρο της θυσίας, δηλαδή της οριστικής απώλεια της αθωότητας, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του διάσημου ποιήματος του Brecht A coloro che verranno Σε αυτούς που θα έρθουν (1939): «και το μίσος ενάντια στην προστυχιά στρεβλώνει το πρόσωπο. Και η οργή για την αδικία κάνει τη φωνή βραχνή. Ω, εμείς που θελήσαμε να προετοιμάσουμε το έδαφος για την καλοσύνη, την ευγένεια, δεν μπορέσαμε να είμαστε ευγενικοί». Η εποχή της καλοσύνης, ήτοι της ολοκληρωμένης ανθρωπιάς, θα εγκαινιαστεί από εκείνους που δεν μπόρεσαν να είναι ανθρώπινοι. Το βραβείο θα είναι μοναχά μεταθανάτιο: «Αλλά εσείς, όταν θα έρθει η ώρα που στον άνθρωπο μια βοήθεια θα είναι ο άνθρωπος, σκεφτείτε μας με επιείκεια». Εξάλλου, πάλι με τον Καμύ, «η επανάσταση συνίσταται στο να αγαπάς έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει ακόμη». Όλα αυτά έχουν μια σαφή θρησκευτική αναφορά. Για να ολοκληρώσουμε με τα λόγια του Friedrich Hebbel τα οποία αναφέρει ο Lukács στο δικό του Tattica e etica Τακτική και ηθική(1919), «Και αν ο Θεός είχε τοποθετήσει την αμαρτία μεταξύ εμού και της δράσης που μου επιβλήθηκε, ποιος είμαι εγώ ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτό;». Εάν λοιπόν «δεν υπάρχει τρομοκρατία χωρίς σκοπούς και μάλλον, χωρίς έναν Σκοπό», όπως δικαίως τονίζει ο Benigno, αυτό εξηγεί εκείνο τον «χώρο της δυνατότητας» που ο συγγραφέας αποδίδει σωστά στην τρομοκρατία ως όργανο-εργαλείο της πολιτικής, που εκμεταλλεύτηκαν ιστορικά όλα τα υποκείμενα στον αγωνιστικό χώρο (μακριά συνεπώς από τις απλές ηθικολογίες εκείνων που στιγμιαία κρατούν τα ηνία του πολιτικού λόγου).

Το πρώτο μέρος του δοκιμίου του Benigno μιλά για αυτή την επικαιρότητα της επανάστασης. Είτε πρόκειται για αναρχική, αναγεννησιακή, λαϊκίστικη ρωσική, αντιαποικιακή ή – τέλος – κομμουνιστική, ήταν εντός αυτής της ιδέας- δύναμης που διαλύονταν ο άρρηκτος κόμπος της σχέσης μεταξύ της βαθιάς ανθρωπιάς της επαναστατικής ιδέας και της άλλο τόσο δραστικής απάνθρωπης συμπεριφοράς της τρομοκρατικής πρακτικής (δεν υπάρχει πρόβλημα στην αναγνώρισή του: η τρομοκρατία, stricto sensu, είναι απάνθρωπη πρακτική). Κι όμως έξω από την επανάσταση η βία της τρομοκρατίας συνέχισε να καρπώνεται τα θύματά της. Στα είκοσι χρόνια που μόλις διανύσαμε ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ήταν η πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής βίας. Στην πραγματικότητα ο θρησκευτικός λόγος γέμισε περισσότερο το χάσμα παρά αντικατέστησε εκείνο τον πολιτικό. Βλέποντας καλύτερα οι στόχοι της ισλαμικής τρομοκρατίας παραμένουν αυστηρά πολιτικοί, αν και είναι ντυμένοι με ομολογιακά ενδύματα. Η ιδέα της επανάστασης εξαλείφεται, αυτός δεν είναι λόγος για να ελαττωθεί η ιδέα ενός ιστορικού χρόνου tempo storico για τον οποίον αξίζει κάποιος να αγωνιστεί, αντιτιθέμενος στον παρόντα χρόνο tempo presente του οποίου συνεχίζουν να είναι θύματα οι μάζες (νεο)αποικισμένες που τίθενται έξω από τον δυτικό λόγο, την κουβέντα στη δύση. Ο ρόλος του ριζοσπαστικού Ισλάμ, αρέσει δεν αρέσει στους σχολιαστές του ατλαντικού, μετα-μορφώνει με άλλα λόγια και με άλλες ιδέες (δεν είναι πολύ χρήσιμο να τα χαρακτηρίσουμε ως «αντιδραστικά» σε αυτή την περίπτωση) τις ανησυχίες απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την εξωτερική παρεμβολή, την υποταγή, που ένα μέρος του κόσμου συνεχίζει να αισθάνεται συγκεκριμένα επάνω στο πετσί του. Όπως ακριβώς η επανάσταση, ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ικανοποιεί τόσο τις άμεσες ανάγκες, την κοινοτική άμυνα από τη φτώχεια που επιβάλλουν οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όσο και τις ιδανικές, άϋλες, υπερβατικές ανάγκες αυτών των ίδιων μαζών (γίνονται πρωταγωνιστές και όχι μόνο θύματα της ιστορίας). Το Islam – si parva licet: esattamente come il comunismo ακριβώς όπως ο κομουνισμός– οικοδομεί το ιδεολογικό-υλικό πλαίσιο μιας κοινότητας του πεπρωμένου εντός του οποίου βρίσκουν απαντήσεις (είναι αυτονόητο, χειραγωγημένες-πλαστογραφημένες: είναι πραγματικά ανάγκη να το θυμίσουμε;) οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου, εκείνες οι πολιτικές ανάγκες που την ίδια στιγμή που επιλύουν το πρόβλημα του ψωμιού λένε επίσης: μαχόμαστε για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα υπάρχει πλέον αγώνας για το ψωμί. Είναι μέσα σε αυτό το πολιτικο-εσχατολογικό σενάριο που επανα-δραστηριοποιείται η διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής τακτικής και της επαναστατικής ηθικής, στην οποία βρίσκει νόημα, για τον τρομοκράτη, να «δώσει τον θάνατο» και να πεθάνει ταυτόχρονα, θυσιάζοντας τον εαυτό του για ένα μέλλον του οποίου δεν θα απολαύσει κάποιον καρπό. Όλα αυτά, φυσικά, ευνοούνται από τη διεξοδικά θρησκευτική διάσταση που χτίζει έναν ορίζοντα νοήματος και για τα «πέρα από εδώ», εκεί όπου για τον επαναστάτη μαχητή υπήρχε μόνο ένα «από την πλευρά αυτή» που καθόριζε τον αξεπέραστο χαρακτήρα της θυσίας του. Ο πράκτορας της επανάστασης γνωρίζει ότι αγωνίζεται για κάτι εξωτερικό και ανέφικτο, και παρόλα αυτά αποφασίζει να κάνει το καθήκον τουΚάτι που συνέλαβε επίσης ο φιλελεύθερος- δημοκρατικός Turgenev, και όμως τόσο λεπτά «συνένοχος» με εκείνους τους επαναστάτες που μαρκάρισε, δεύτερος ορισμός που προοριζόταν να αποτυπωθεί μέσα στο χρόνο, σαν nihilists,νιχιλιστές. Στο ποίημα Στο κατώφλι Sulla soglia (1878) αυτό θα κάνει την πρωταγωνίστρια να λέει (διαμορφώθηκε στη μορφή της Vera Zasulič, που θα υπογράψει, ακριβώς το ’78, την πρώτη «τρομοκρατική» δράση του ρωσικού λαϊκισμού επιτιθέμενη στη ζωή του στρατηγού Trepov): «Είσαι έτοιμη στη θυσία; – Ναι. – Σε ανώνυμη θυσία; Θα αφανιστείς και κανείς…κανένας θα ξέρει ούτε καν ποιανού τη μνήμη να τιμήσει! – Δεν έχω ανάγκη ούτε για αναγνώριση, ούτε για συμπόνια. Δεν έχω ανάγκη ενός ονόματος».

Η θυσία ως συνέπεια μιας κατάστασης που δεν είναι πλέον σε θέση να υποφέρουν. Όλα αυτά, προφανώς, θεωρούνται μέσα σε μια συλλογική διαδικασία ωρίμανσης πολιτικο-υπαρξιακών επιλογών αλλιώς αδύνατο να υποστηριχτούν (και να κατανοηθούν). Αυτός είναι ο λόγος πίσω από την τρομοκρατική επιλογή. Μια επιλογή η οποία σήμερα είναι δικαίως δυσανάγνωστη. Μόλις εξαφανιστεί το πλαίσιο, σβηστεί η σχέση με τις υλικές αιτίες που τίθενται στη ρίζα μιας επιλογής ζωής, η τρομοκρατική επιλογή, τουλάχιστον ειδωμένη με τα δυτικά μάτια, αποτελεί μέρος της ψυχιατρικής παθολογίας που πρέπει να εξαλειφθεί με την θεραπεία και με το νόμο. Εξ ου και η πορεία της λύτρωσης (ένα άλλο θρησκευτικό κίνητρο) για όσους συνεργάζονται και αιώνιας τιμωρίας για εκείνους που εμμένουν στην «αμετακινησία» τους. Εάν, αντιθέτως, θέλαμε να κατανοήσουμε τους λόγους πίσω από μια επιλογή τόσο μακριά από τις ήσυχες υπάρξεις μας, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Για την αδικία και την δυστυχία, την αποστέρηση και την υποτέλεια. Από εδώ μέχρι την ιστορική κατανόηση της τρομοκρατίας το πέρασμα θα είναι σύντομο.