σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μεταξύ πολιτικής τακτικής και επαναστατικής ηθικής

του Alessandro Barile

Στοχασμοί ξεκινώντας από  το δοκίμιο Τρόμος και τρομοκρατία Terrore e terrorismo του Francesco Benigno

«Η δικαιοσύνη του λαού είναι τρομερή»

[Ανάμεσα στο πλήθος του Παρισιού, 10 αυγούστου 1793]

«Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος χαμένος»

[Sergej Nečaev, 1869]

«Μόνο χάρη στους απελπισμένους μας δίδεται ελπίδα»

[Walter Benjamin, Angelus Novus]

Σε αυτό το «ιστορικό δοκίμιο επάνω στην πολιτική βία», όπως ορίζεται στον υπότιτλο «Τρόμος και Τρομοκρατία, Einaudi 2018, σελ. 370, 32,00 ευρώ», o ιστορικός Francesco Benigno ωθείται να αποκαλύψει δύο χαρακτήρες ξεχασμένους από τις ερμηνείες σχετικά με την τρομοκρατία [ θα χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο με την έννοια που προτείνεται από τον συντάκτη, δηλαδή σαν αναγκαστικά συνώνυμο της «πολιτικής βίας»): που αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό προϊόν και όχι «βάρβαρο», που είναι ένα πολιτικό και όχι (αυστηρά) θρησκευτικό γεγονός. Δύο απαραίτητες προειδοποιήσεις, δεδομένου του έκτακτου και έμφυτου χαρακτηριστικού των προβληματισμών σχετικά με το θέμα. Κανένας από τους εκατοντάδες διαθέσιμους ορισμούς (το 1988, ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει, μια έρευνα που διεξήχθη από τους μελετητές του φαινομένου οδήγησε σε έναν κατάλογο 109 ορισμών) έρχεται πραγματικά να αντλήσει την ουσία του φαινομένου, λόγος για τον οποίο εκχωρείται στην τρομοκρατία από καιρό σε καιρό μια τυχαία και δημοσιογραφική απόδοση.

Επιπλέον, ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της εισαγωγικής ομιλίας που πρότεινε ο συγγραφέας, η τρομοκρατία είναι από μόνη της ένας αξιολογητικός και κατά συνέπεια ένας υποτιμητικός όρος. Δεν βρισκόμαστε με την παρουσία ενός ουδέτερου λεξικού. Αντίθετα, ο όρος περιέχει μια αξία κρίσης, που μεταφράζεται σε ηθική κατηγορία: μέσω ενός ορισμού που παρουσιάζεται ως τεχνικός προχωράμε στο στίγμα που διακρίνει όχι τόσο το γεγονός από μόνο του όσο το υποκείμενο που το φέρει εις πέρας. Τίποτα δεν απαγορεύει, βέβαια, να προχωρήσουμε με την ανάλυση και ταυτόχρονα να μαχόμαστε ιδανικά το αντικείμενο της μελέτης. Συμπεριφερόμαστε μαζί του ως ασθένεια, το κατανοούμε και το αντιμετωπίζουμε χωρίς λύση συνέχειας. Αλλά όταν η επιστήμη και η πολιτική προχωρούν με τη σύγχυση των ρόλων τους (η μια λυγίζει στην δικαιολόγηση της άλλης), η στρέβλωση που καθιστά στείρα την ασυνήθιστη ποσότητα ερευνών αυτών των καιρών γίνεται εμφανής. Στο τέλος των εκατοντάδων αντιφατικών μεταξύ τους ορισμών, ο μόνος κοινός παρονομαστής είναι το εμπειρικό γεγονός: τρομοκρατία είναι αυτό που κάνει ο τρομοκράτης. «Αυτό θα συνίστατο συνεπώς σε εκείνο που εμπειρικά και με διαισθητικό τρόπο θα φαίνονταν να είναι κάτω από τα μάτια όλων, μια άσκοπη βία, δίχως νόημα», λέει ο Benigno. Ο καθορισμός της τρομοκρατίας μέσω των πρακτικών της δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αθεράπευτη αντίφαση: εάν η πρακτική είναι αυτή της «άσκοπης βίας», μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας φέρει μαζί της, τουλάχιστον εν υπνώσει, τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας. Ένας βομβαρδισμός κατά αμάχων, για παράδειγμα (είναι οι ΗΠΑ τρομοκρατικό κράτος;), μια αντάρτικη δράση (είναι η αντίσταση στο ισλαμικό Κράτος τρομοκρατία;), είναι ο θάνατος του «τυράννου» μια πράξη από μόνη της τρομοκρατική ή απελευθερωτική; Και ούτω καθεξής, κλειδώνουμε τον εαυτό μας στην δημοσιογραφική ή απλώς αστυνομική περίφραξη: όχι η βία ως τέτοια, αλλά η βία των «κακών» ενάντια στους «καλούς» είναι η μόνη που πρέπει να χαρακτηρίζεται από τον εν λόγω όρο. Αλλά, και εδώ, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, αν όχι ιδιαίτεροι ιστορικοί προσδιορισμοί που, από καιρό σε καιρό, ορίζουν ποιος θεωρείται καλός και ποιος κακός;

Εάν πρόκειται για επιστημονικό ορισμό, η έννοια της τρομοκρατίας θα πρέπει να ισχύει τόσο για τους μεν όσο και για τους άλλους «διεκδικητές» στον αγωνιστικό χώρο, εάν αντιθέτως ενεργεί σε συζητητικό και πολεμικό επίπεδο, βοηθά στον στιγματισμό του εχθρού αλλά χάνει την επιστημονική χροιά, την παγκοσμίως αποδεκτή, με την οποίαν θα ήθελε να εξοπλισθεί. Εν ολίγοις, το πράγμα δεν βγαίνει. Το μόνο δυνατό εργαλείο είναι μια προσεκτική ιστορική αναγνώριση-εξερεύνηση του φαινομένου που να μπορεί να οδηγήσει σε μια (μερική) παρέκταση των καθοριστικών χαρακτηριστικών. Αυτή είναι η προσπάθεια του Francesco Benigno μέσω του τελευταίου έργου του. Ένα απαραίτητο και απαιτητικό έργο. Απαραίτητο για όλα αυτά που λέγαμε: χαμένη στο δρόμο η παρατήρηση της ιστορικής του τροχιάς, δεν μας μένει παρά μια διαταραγμένη και αναποτελεσματική ποσότητα οριστικού άγχους που βασίζεται στην ενδεχόμενη τρομοκρατική πρακτική, απαιτητική και εξεζητημένη διότι η μόνη ιστορική έρευνα αποκαλύπτει (και πανηγυρικά) τα σημερινά όρια αλλά δεν αρκεί για τη συνολική αξιολόγηση του φαινομένου. Στο τέλος, από άλλους δρόμους, βγαίνουμε έτσι κι αλλιώς σε ένα τυφλό σοκάκι, πιο προχωρημένο από την αντίστοιχη δημοσιογραφική μανία αλλά ακόμα μέσα στο λαβύρινθο.

Εάν η τρομοκρατία ορίζεται με βάση τη συμπεριφορά του τρομοκράτη, θα είναι αναπόφευκτο να επικεντρωθεί η προσοχή -όπως πράγματι γίνεται και από τη σχετική βιβλιογραφία- στην ψυχολογία του υποκείμενου. Όπως καταλήγει ο Benigno, «η επιστημονική βιβλιογραφία έχει προσπαθήσει επί μακρόν να εντοπίσει μια» τρομοκρατική προσωπικότητα «, ένα αποτύπωμα ικανό να λογοδοτεί για άτομα τόσο διαφορετικά πολιτισμικά και ιδεολογικά, ορίζοντας έτσι με οριστικό τρόπο την ουσία ενός τρομοκράτη». Με αυτό το ρυθμό, θα είναι εξίσου αναπόφευκτη η αντιμετώπιση αυτής της ψυχολογικής έρευνας από την άποψη της εγκληματικής παθολογίας. Ο τρομοκράτης είναι έκφραση μιας απόκλισης από την κανονική και αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, από το νόμο: νομικό ή ηθικό, δεν έχει σημασία. Όμως αυτό έρχεται σε σύγκρουση με μια ιστορική έρευνα που δεν είναι παρά στοιχειώδης, πρωτόγονη. Ποια ψυχολογική κατάσταση ενώνει-συνδέει τον Sante Caserio με τον Giangiacomo Feltrinelli, τον Vera Figner στον Rosario Bentivegna, τον George Habbash στον Mario Moretti, και αυτούς με κάποιο μαχητή του Isis;

Δεν είναι απλό να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι στην πραγματικότητα υπάρχει πράγματι μια κοινή ψυχολογική κατάσταση, που όμως μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ξεκινώντας από έξω, από τις υλικές αιτίες που έφεραν συγκεκριμένους ανθρώπους σε συγκεκριμένες επιλογές. Το διακριτικό γνώρισμα και, αν θέλουμε, ψυχολογικό, που συνδέει ιδανικά τις πιο ποικίλες τρομοκρατικές εμπειρίες έγκειται σε αυτό: ο κάθε μαχητής διαπνέεται από αυτό που ο Franco Venturi, με βάση μια ρωσική ορολογία που αναφέρεται στον λαϊκισμό του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, θα αποκαλέσει »συνεπακόλουθο πνεύμα», την πλήρη και αναπόφευκτη αφοσίωση σε μια αιτία, σε έναν σκοπό που ξεκινά από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Την πεποίθηση, ηθική πριν ακόμη από πολιτική, πως μόλις φτάσουμε στην αλήθεια μετά δεν μπορούμε παρά να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Οι προϋποθέσεις επομένως.

Η τρομοκρατία δεν γεννιέται από μια ηθική απουσία, όσο και αν θέλει να έχει εξαναγκαστεί μέσα στα πλέγματα του υπαρξιακού νιχιλισμού, αλλά από έναν ηθικά υπερκείμενο αυτο-προβληματισμό που εμποδίζει το υποκείμενο να συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω. Ο τρομοκράτης γνωρίζει καλά το αδιέξοδο μέσα στο οποίο αποφασίζει εθελοντικά να τοποθετηθεί. Δεν υπάρχει καμιά ηθική δικαιολογία που μπορεί να τεθεί μπροστά στο πρόβλημα του να «δώσει τον θάνατο», κι όμως ο τρομοκράτης αποφασίζει να δράσει ούτως ή άλλως. Από μια συνεπή μηδενιστική άποψη δεν θα υπήρχε αντίφαση ούτε τραγωδία: το δίλημμα θα είχε εύκολη λύση ελλείψει δεοντολογικών αρχών που μοιράζονται με το θύμα. Ποιο είναι τότε το αποφασιστικό κίνητρο; Το κριτήριο δεν είναι άλλο από αυτό της θυσίας. Προκειμένου η απλή ανταρσία να μετατραπεί σε επανάσταση, έτσι ώστε να μπορεί να κερδίσει η εξέγερση, ο επαναστάτης αναγκάζεται να αποκηρύξει προσωπικά εκείνες τις αξίες για τις οποίες αγωνίζεται συλλογικά. Υπάρχει μια στιγμή κλειδί, εκείνη στην οποία όλη η πραγματικότητα μειώνεται στη σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Είναι ένας χρόνος που έχει σταματήσει όπου είναι αναγκασμένος να κάνει μια υποχρεωτική επιλογή. Το σχήμα υιοθετήθηκε από τον Albert Camus στο δικό του Homme révolté: «Στην πραγματικότητα, αν η ιστορία, έξω από κάθε αρχή, συνίσταται μόνο σε μια πάλη μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης, η μόνη διέξοδος είναι να ενταχθείς πλήρως σε μία από αυτές τις δύο αξίες, για να πεθάνεις ή να αναστηθείς εκεί». Κατά συνέπεια, «όταν η επανάσταση είναι η μόνη αξία, δεν υπάρχουν πλέον δικαιώματα, υπάρχουν μόνο καθήκοντα».

Προσφέρεται συνεπώς όχι [μόνο] η δική του ζωή, αλλά η δική του ψυχή, η δική του επαναστατική καθαρότητα, σε μια ιδέα που κρίνεται ανώτερη από την προσωπική ταλαιπωρία που καθορίζεται από την τρομοκρατική επιλογή. Στο γνωστό μυθιστόρημα του Boris Sàvinkov, Cavallo pallido χλωμό Άλογο (1909), στον ορθολογισμό του τρομοκρατικού αινίγματος (το να σκοτώσει δεν είναι επιτρεπτό) υπάρχει το αντιστάθμισμα της ηθικής του επαναστάτη (πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως). Πρέπει να σκοτώσει έτσι ώστε κάποια στιγμή να σταματήσουν οι σκοτωμοί. Είναι η επανάσταση που επεξηγεί τη θυσία, και αυτό καθιερώνει μια ηθική που αναστέλλει στιγμιαία (και τραγικά, γιατί δεν υπάρχει διέξοδος) τους καθιερωμένους κανόνες για τους ανθρώπους, πριν από όλους την μη διαθεσιμότητα της ζωής άλλων. Όπως πράγματι θα πει ο Sergej Kravčinskij στο δικό του The Career of a Nihilist, «Αν πρέπει να υποφέρουμε, τόσο το καλύτερο! Τα βάσανα μας θα είναι ένα νέο όπλο μας. Αφήστε τους να μας κρεμάσουν, αφήστε τους να μας πυροβολήσουν, αφήστε τους να μας σκοτώσουν στα υπόγεια τους κελιά. Όσο πιο άγρια μας συμπεριφερθούν, τόσο περισσότεροι θα μας ακολουθήσουν, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συνέχεια μας». Το κίνητρο της θυσίας, δηλαδή της οριστικής απώλεια της αθωότητας, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του διάσημου ποιήματος του Brecht A coloro che verranno Σε αυτούς που θα έρθουν (1939): «και το μίσος ενάντια στην προστυχιά στρεβλώνει το πρόσωπο. Και η οργή για την αδικία κάνει τη φωνή βραχνή. Ω, εμείς που θελήσαμε να προετοιμάσουμε το έδαφος για την καλοσύνη, την ευγένεια, δεν μπορέσαμε να είμαστε ευγενικοί». Η εποχή της καλοσύνης, ήτοι της ολοκληρωμένης ανθρωπιάς, θα εγκαινιαστεί από εκείνους που δεν μπόρεσαν να είναι ανθρώπινοι. Το βραβείο θα είναι μοναχά μεταθανάτιο: «Αλλά εσείς, όταν θα έρθει η ώρα που στον άνθρωπο μια βοήθεια θα είναι ο άνθρωπος, σκεφτείτε μας με επιείκεια». Εξάλλου, πάλι με τον Καμύ, «η επανάσταση συνίσταται στο να αγαπάς έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει ακόμη». Όλα αυτά έχουν μια σαφή θρησκευτική αναφορά. Για να ολοκληρώσουμε με τα λόγια του Friedrich Hebbel τα οποία αναφέρει ο Lukács στο δικό του Tattica e etica Τακτική και ηθική(1919), «Και αν ο Θεός είχε τοποθετήσει την αμαρτία μεταξύ εμού και της δράσης που μου επιβλήθηκε, ποιος είμαι εγώ ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτό;». Εάν λοιπόν «δεν υπάρχει τρομοκρατία χωρίς σκοπούς και μάλλον, χωρίς έναν Σκοπό», όπως δικαίως τονίζει ο Benigno, αυτό εξηγεί εκείνο τον «χώρο της δυνατότητας» που ο συγγραφέας αποδίδει σωστά στην τρομοκρατία ως όργανο-εργαλείο της πολιτικής, που εκμεταλλεύτηκαν ιστορικά όλα τα υποκείμενα στον αγωνιστικό χώρο (μακριά συνεπώς από τις απλές ηθικολογίες εκείνων που στιγμιαία κρατούν τα ηνία του πολιτικού λόγου).

Το πρώτο μέρος του δοκιμίου του Benigno μιλά για αυτή την επικαιρότητα της επανάστασης. Είτε πρόκειται για αναρχική, αναγεννησιακή, λαϊκίστικη ρωσική, αντιαποικιακή ή – τέλος – κομμουνιστική, ήταν εντός αυτής της ιδέας- δύναμης που διαλύονταν ο άρρηκτος κόμπος της σχέσης μεταξύ της βαθιάς ανθρωπιάς της επαναστατικής ιδέας και της άλλο τόσο δραστικής απάνθρωπης συμπεριφοράς της τρομοκρατικής πρακτικής (δεν υπάρχει πρόβλημα στην αναγνώρισή του: η τρομοκρατία, stricto sensu, είναι απάνθρωπη πρακτική). Κι όμως έξω από την επανάσταση η βία της τρομοκρατίας συνέχισε να καρπώνεται τα θύματά της. Στα είκοσι χρόνια που μόλις διανύσαμε ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ήταν η πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής βίας. Στην πραγματικότητα ο θρησκευτικός λόγος γέμισε περισσότερο το χάσμα παρά αντικατέστησε εκείνο τον πολιτικό. Βλέποντας καλύτερα οι στόχοι της ισλαμικής τρομοκρατίας παραμένουν αυστηρά πολιτικοί, αν και είναι ντυμένοι με ομολογιακά ενδύματα. Η ιδέα της επανάστασης εξαλείφεται, αυτός δεν είναι λόγος για να ελαττωθεί η ιδέα ενός ιστορικού χρόνου tempo storico για τον οποίον αξίζει κάποιος να αγωνιστεί, αντιτιθέμενος στον παρόντα χρόνο tempo presente του οποίου συνεχίζουν να είναι θύματα οι μάζες (νεο)αποικισμένες που τίθενται έξω από τον δυτικό λόγο, την κουβέντα στη δύση. Ο ρόλος του ριζοσπαστικού Ισλάμ, αρέσει δεν αρέσει στους σχολιαστές του ατλαντικού, μετα-μορφώνει με άλλα λόγια και με άλλες ιδέες (δεν είναι πολύ χρήσιμο να τα χαρακτηρίσουμε ως «αντιδραστικά» σε αυτή την περίπτωση) τις ανησυχίες απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την εξωτερική παρεμβολή, την υποταγή, που ένα μέρος του κόσμου συνεχίζει να αισθάνεται συγκεκριμένα επάνω στο πετσί του. Όπως ακριβώς η επανάσταση, ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ικανοποιεί τόσο τις άμεσες ανάγκες, την κοινοτική άμυνα από τη φτώχεια που επιβάλλουν οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όσο και τις ιδανικές, άϋλες, υπερβατικές ανάγκες αυτών των ίδιων μαζών (γίνονται πρωταγωνιστές και όχι μόνο θύματα της ιστορίας). Το Islam – si parva licet: esattamente come il comunismo ακριβώς όπως ο κομουνισμός– οικοδομεί το ιδεολογικό-υλικό πλαίσιο μιας κοινότητας του πεπρωμένου εντός του οποίου βρίσκουν απαντήσεις (είναι αυτονόητο, χειραγωγημένες-πλαστογραφημένες: είναι πραγματικά ανάγκη να το θυμίσουμε;) οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου, εκείνες οι πολιτικές ανάγκες που την ίδια στιγμή που επιλύουν το πρόβλημα του ψωμιού λένε επίσης: μαχόμαστε για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα υπάρχει πλέον αγώνας για το ψωμί. Είναι μέσα σε αυτό το πολιτικο-εσχατολογικό σενάριο που επανα-δραστηριοποιείται η διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής τακτικής και της επαναστατικής ηθικής, στην οποία βρίσκει νόημα, για τον τρομοκράτη, να «δώσει τον θάνατο» και να πεθάνει ταυτόχρονα, θυσιάζοντας τον εαυτό του για ένα μέλλον του οποίου δεν θα απολαύσει κάποιον καρπό. Όλα αυτά, φυσικά, ευνοούνται από τη διεξοδικά θρησκευτική διάσταση που χτίζει έναν ορίζοντα νοήματος και για τα «πέρα από εδώ», εκεί όπου για τον επαναστάτη μαχητή υπήρχε μόνο ένα «από την πλευρά αυτή» που καθόριζε τον αξεπέραστο χαρακτήρα της θυσίας του. Ο πράκτορας της επανάστασης γνωρίζει ότι αγωνίζεται για κάτι εξωτερικό και ανέφικτο, και παρόλα αυτά αποφασίζει να κάνει το καθήκον τουΚάτι που συνέλαβε επίσης ο φιλελεύθερος- δημοκρατικός Turgenev, και όμως τόσο λεπτά «συνένοχος» με εκείνους τους επαναστάτες που μαρκάρισε, δεύτερος ορισμός που προοριζόταν να αποτυπωθεί μέσα στο χρόνο, σαν nihilists,νιχιλιστές. Στο ποίημα Στο κατώφλι Sulla soglia (1878) αυτό θα κάνει την πρωταγωνίστρια να λέει (διαμορφώθηκε στη μορφή της Vera Zasulič, που θα υπογράψει, ακριβώς το ’78, την πρώτη «τρομοκρατική» δράση του ρωσικού λαϊκισμού επιτιθέμενη στη ζωή του στρατηγού Trepov): «Είσαι έτοιμη στη θυσία; – Ναι. – Σε ανώνυμη θυσία; Θα αφανιστείς και κανείς…κανένας θα ξέρει ούτε καν ποιανού τη μνήμη να τιμήσει! – Δεν έχω ανάγκη ούτε για αναγνώριση, ούτε για συμπόνια. Δεν έχω ανάγκη ενός ονόματος».

Η θυσία ως συνέπεια μιας κατάστασης που δεν είναι πλέον σε θέση να υποφέρουν. Όλα αυτά, προφανώς, θεωρούνται μέσα σε μια συλλογική διαδικασία ωρίμανσης πολιτικο-υπαρξιακών επιλογών αλλιώς αδύνατο να υποστηριχτούν (και να κατανοηθούν). Αυτός είναι ο λόγος πίσω από την τρομοκρατική επιλογή. Μια επιλογή η οποία σήμερα είναι δικαίως δυσανάγνωστη. Μόλις εξαφανιστεί το πλαίσιο, σβηστεί η σχέση με τις υλικές αιτίες που τίθενται στη ρίζα μιας επιλογής ζωής, η τρομοκρατική επιλογή, τουλάχιστον ειδωμένη με τα δυτικά μάτια, αποτελεί μέρος της ψυχιατρικής παθολογίας που πρέπει να εξαλειφθεί με την θεραπεία και με το νόμο. Εξ ου και η πορεία της λύτρωσης (ένα άλλο θρησκευτικό κίνητρο) για όσους συνεργάζονται και αιώνιας τιμωρίας για εκείνους που εμμένουν στην «αμετακινησία» τους. Εάν, αντιθέτως, θέλαμε να κατανοήσουμε τους λόγους πίσω από μια επιλογή τόσο μακριά από τις ήσυχες υπάρξεις μας, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Για την αδικία και την δυστυχία, την αποστέρηση και την υποτέλεια. Από εδώ μέχρι την ιστορική κατανόηση της τρομοκρατίας το πέρασμα θα είναι σύντομο.

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένας μακάβριος χορός απελπισμένων για να εξορκίσουν το φόβο

«Νάτος! Τελικά τον πιάσαμε τον κομμουνιστή εγκληματία! Στη φυλακή για να εκτίσει την ισόβια κάθειρξη! Ο Cesare Battisti, το σύμβολο της ιταλικής τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια των ετών του μολυβιού, έχει παραδοθεί στις αρχές μας. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε!».
Ας το παραδεχτούμε: μια κοινωνική τάξη που σκυλιάζει γύρω από ένα φάντασμα του παρελθόντος δείχνει πως δεν έχει μέλλον, προσπαθεί να καταναλώσει τους τελευταίους αναπνευστικούς πόρους για να εξορκίσει τον φόβο, τον φόβο εκείνο που προκύπτει από τα βάθη μιας κρίσης ενός κοινωνικού συστήματος που κράτησε πάρα πολύ και που έχει περπατήσει επάνω στους νεκρούς, στις καθημερινές σφαγές για να αποσπάσει υπεραξία και να επιταχύνει συνεχώς τη συσσώρευση κεφαλαίου και την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Το άτομο δεν είναι τίποτα μπροστά στις ιστορικές διαδικασίες και όλοι μας της δεκαετίας του εβδομήντα του περασμένου αιώνα – ούτως ή άλλως παρατεταγμένοι στα αριστερά – ήμασταν τίποτα μπροστά στην ψευδαίσθηση πως στεκόμασταν ένα βήμα μακριά από τον κομμουνισμό. Παρασυρθήκαμε από το πάθος να είμαστε στη σωστή πλευρά, εκείνη του αγώνα των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Ήμασταν επίσης απλοϊκοί όταν θεωρήσαμε την υποστήριξη μαζικών τομέων της κοινωνίας προς τους μαχόμενους σχηματισμούς ως διαθεσιμότητα στην κινητοποίηση για την υποστήριξη του «σκοπού» τους. Ο Cesare Battisti; Ένας από τους πολλούς, μόνο οι φανατικοί του ομφαλού τους ασκούνται στις διαφοροποιήσεις. Πληρώσαμε όλοι ένα αντίτιμο, με διάφορους τίτλους και με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των πολλών που εξαγοράστηκαν από μια εξουσία που έπαιξε μια φάρσα των ιδανικών μας. Φτύσαμε επάνω στον προδότη και τον μετανιωμένο, υπερεκτιμώντας έτσι τον αγορασμένο και υποτιμώντας τον αγοραστή
Ναι, επιδιώξαμε ένα ιδανικό, εκείνο του κομμουνισμού, μιας πιο ορθολογικής, πιο δίκαιης, ειλικρινέστερης και τιμιότερης, πιο αρμονικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας με μεγαλύτερο συναίσθημα, πιο ισότιμης και εξισωτικής. Ήμασταν λάθος, εξαπατήσαμε τους εαυτούς μας. Ο λαός, στη Δύση με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δεν ήθελε την κομμουνιστική επανάσταση και όλοι εμείς πολεμήσαμε ενάντια στον άνεμο, είχαμε αντιταχθεί στην ίδια λαϊκή βούληση που δεν κατανοούσε πως την εκμεταλλεύονταν και την καταπίεζαν ή το καταλάβαινε και εφησύχαζε, συμμορφώνονταν. Ένας λαός που υπομένει 1432 θανάτους στην εργασία τον χρόνο για δεκάδες χρόνια, τι να λέμε τώρα για θανάτους της τρομοκρατίας.
Στη συνέχεια η ιστορία, η πραγματική, ξέρει πώς να βάλει σωστά τα διάφορα κομμάτια του μωσαϊκού στο ίδιο καζάνι και σήμερα εκείνος ο λαός που κάποτε εφησύχασε, που μεγάλωσε μέσα σε ένα βάρβαρο και σκληρό σύστημα, στρέφεται εναντίον της. Όλοι εμείς, οι οποίοι ήμασταν μέρος εκείνου του περίεργου μάγματος της άκρας αριστεράς, υπήρξαμε ασυνείδητα πρόδρομοι αντικειμενικών αναγκαιοτήτων που σήμερα διαμορφώνονται περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Κύριοι; δεν θέλετε να τις ονομάσετε κομμουνισμό; Αποκαλέστε τες όπως θέλετε, αλλά εκείνοι οι ίδιοι νόμοι που σας έχουν υποστηρίξει για μισή χιλιετία θα σας θάψουν.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ απάντησε σε μια φίλη της όταν της έγραψε στη φυλακή και την ρώτησε αν άξιζε να βρίσκεται εκεί μέσα: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεταβλητό από την ανθρώπινη ψυχολογία. Ειδικά δεδομένου ότι η ψυχή των ανθρώπων κρύβει όπως η θάλαττα, η αιώνια θάλασσα, όλες τις λανθάνουσες δυνατότητες: θανατηφόρα ηρεμία και  καταιγίδα που βρυχάται, την χαμηλότερη δειλία και τον πιο άγριο ηρωισμό. Η μάζα είναι πάντοτε αυτό που πρέπει να είναι σύμφωνα με τις συνθήκες της στιγμής και είναι πάντα στα πρόθυρα να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που φαίνεται. Τι θαυμάσιος καπετάνιος θα ήταν εκείνος που θα πιλοτάριζε το πλοίο σύμφωνα με το πως παρουσιάζεται η επιφάνεια των νερών εκείνη τη στιγμή και δεν θα μπορούσε να προβλέψει την καταιγίδα που έρχεται από τα σημάδια του ουρανού και της θάλασσας! »
Ιδού, εμείς δεν υπήρξαμε καλοί καπετάνιοι, μπερδέψαμε τη δύναμη του λόγου και της σκέψης, την δύναμη της υπόθεσης, του σκοπού μας με το λόγο της δύναμης, και υπήρξαν και εκείνοι που μπέρδεψαν το όπλο της κριτικής με την κριτική των όπλων. Ενώ σήμερα η ιστορία παρουσιάζει το λογαριασμό όχι σε εμάς  «φτωχούς παραπλανημένους εκείνων των χρόνων»  αλλά σε σας που τρομοκρατημένοι από μια κρίση χωρίς διέξοδο χορεύετε με μακάβριο τρόπο γύρω από ένα άτομο για να εξορκίσετε τον φόβο και να αποθαρρύνετε τις μάζες από το να ξεκινήσουν »επικίνδυνους δρόμους εμπιστευόμενες υποκείμενα και άτομα που προορίζονται αργά ή γρήγορα στις εγχώριες φυλακές και στην δημόσια γελοιοποίηση».
Στην Ευρώπη, την γριά Ευρώπη, αυτή που έδωσε ζωή στο μεγαλύτερο ιστορικό κίνημα του ανθρώπου με τα μέσα παραγωγής, ίπταται το φάντασμα του χάους. Ο κομμουνισμός είναι νεκρός; Αυτή τη φορά η ψευδαίσθηση είναι δική σας αγαπητοί κύριοι. Η ιστορία στρέφεται εναντίον σας και δεν θα μπορέσετε να κάνετε τίποτα γι αυτό. Οι θεραπείες σας που επικεντρώνονται στην εθνικιστική κυριαρχία, δηλαδή στον ανταγωνισμό των εμπορευμάτων που ανυψώνονται σε νιοστή δύναμη, θα γίνουν φάρσα του συστήματος που επιμένετε να υπερασπίζεστε. Σας εξαγρίωνε το κόκκινο χρώμα σαν τον ταύρο στην αρένα; Ξεπετάγεται το κίτρινο όχι σαν τα συνδικάτα των εργοδοτών, αλλά ως νέο χρώμα, της ανατολής ενός νέου κινήματος των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Δεν υπάρχει πλέον το δρεπάνι και το σφυρί στα θυμωμένα μάτια σας; Να το σύμβολο των νέων διεκδικήσεων των μαζών που καταπιέζονται από τον τρόπο παραγωγής σας: μια νέα στολή, ένα απλό γιλέκο που φοριέται σαν εργαλείο ταυτοποίησης ενός κόσμου σε εξέγερση, μαζών ανθρώπων που εξοντώνονται από τον τρόπο παραγωγής, τον οποίο εσείς επιμένετε να υπερασπίζεστε, και που δεν θα μπορεί πλέον να ενσωματώνει και να τους κάνει εφησυχασμένους, να συμμορφωθούν.

Michele Castaldo

 

https://favacarpendiem.wordpress.com/2019/01/17/una-macabra-danza-di-disperati-per-esorcizzare-la-paura/

αυτονομία, autonomia

ΤΟ ΕΤΟΣ ΣΥΝΟΡΟ.

Όταν το έκτακτο, το εξαιρετικό το ζούμε ως καθημερινό συνηθισμένο τότε αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση είναι σε εξέλιξη. Αυτή είναι η αίσθηση, αυτό είναι το νόημα μιας μεγίστης του «Τσε» που ταιριάζει καλά στην «κατάσταση του νου, στα συναισθήματα» των πρωταγωνιστών του κινήματος του ’77, το έτος της μεγάλης εξέγερσης. Αλλά το ’77 είναι επίσης το πιο σκοτεινό έτος, το πιο απομακρυσμένο από τις μνήμες. Από την πλευρά της θεσμικής εξουσίας, η απομάκρυνση [από την σκέψη] δεκαετής πλέον εκφράζει το φόβο να αντιμετωπίσει ξανά τα περιεχόμενα ενός πολιτικού πολιτισμικού κοινωνικού κινήματος, το οποίο παρουσιάστηκε εκείνη την χρονιά με αναλλοίωτα επαναστατικά χαρακτηριστικά. Το ’77 δεν ήταν σαν το ’68, το ’68 ήταν έτος διαμαρτυρίας, το ’77 ήταν ριζικά εναλλακτικό, γι ‘αυτό και η «επίσημη» εκδοχή ορίζει το ’68 σαν καλό και το ’77 σαν κακό, όντως το ’68 είναι εδώ, έχει ανακτηθεί ενώ το ’77 εξαφανίστηκε, εξολοθρεύτηκε. Για το λόγο αυτό το ’77, σε αντίθεση με το ’68, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι ένα έτος εύκολου εορτασμού.

Σχετική εικόνα

Ωστόσο, η επιχείρηση να παραχωθεί στη λήθη το κίνημα του ’77 πραγματοποιήθηκε και από τους δικούς του πρωταγωνιστές. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν εσωτερικεύσει τις καταστροφικές επιπτώσεις της καταπιεστικής, κατασταλτικής τρομοκρατίας του κράτους, ακυρώνοντας μαζί με τη μνήμη αυτής της εμπειρίας και την ανταγωνιστική ταυτότητά τους. Πέρα από αυτά τα δυο «εθελοντικά» ‘θαψίματα’ της μνήμης, η μηδενική επίδραση της κοινωνικής μνήμης που παράχθηκε από τη γιγαντιαία αλλαγή στις τεχνολογίες επικοινωνίας. Παρ ‘όλα αυτά όμως, τα ερωτήματα που τέθηκαν από το τελευταίο αντιθεσμικό μαζικό κίνημα στην Ιταλία παραμένουν επίκαιρα επειδή δεν έχουν επιλυθεί. «Ποια εξέλιξη για ποιο μέλλον;» ήταν το βασικό ερώτημα, απλό και τρομερό, στο να συνοψίσει την «διαίσθηση» του να ζεις εκείνη τη στιγμή ως την κορυφογραμμή, την ακμή ενός περάσματος μετασχηματισμού που σημάδεψε μιαν εποχή, που κατέστη σαφής από την κρίση και από την εξάντληση των κανόνων σχέσεων και κοινωνικής οργάνωσης βασισμένες στο βιομηχανικό σύστημα. Η ευαισθησία εκείνου του κινήματος υπήρξε το να αντιληφθεί το δράμα του αναγκαστικού περάσματος στην σκοτεινή και δυσανάγνωστη κοινωνία της μετα-βιομηχηχανικής εποχής. Από εδώ η συνειδητοποίηση ότι το κίνημα του ’77 έπρεπε να αντιληφθεί, από πλευράς περιεχομένου, το κέντρο των προβλημάτων που αυτό το πέρασμα συνεπαγόταν: το πρόβλημα της εργασίας και των μετασχηματισμών της.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Η θορυβώδης εισβολή στην κοινωνική σκηνή του κινήματος του ’77, του οποίου η σύνθεση ήταν φοιτητών, νέων προλετάριων και γυναικών με επισφαλή και «μη εγγυημένη» τοποθέτηση στην αγορά εργασίας, υποχρέωσε τους εμπειρογνώμονες της εθνικής κοινωνιοπολιτολογίας να αναλύσουν τα τόσο καινούργια και ανεξιχνίαστα χαρακτηριστικά τoυ. Αλλά αυτά τα υποκείμενα, από την αρχή, δεν εμφανίστηκαν διατεθειμένα στο κλασσικό οπλοστάσιο της κοινωνιολογικής και ψυχαναλυτικής έρευνας, η οποία θα έπρεπε να έδινε τουλάχιστον λίγο φως στους λόγους της απόκλισης τους από τους κανόνες της «πολιτικής, αστικής συνύπαρξης».Έτσι, χωρίς στοιχεία, αριθμoύς και εγκεφαλογραφήματα στην διάθεση τους, στους «ειδικούς» μας αποδείχθηκε αδύνατο να ξεπεράσουν το καθήκον να πληρώσουν το κενό των γνώσεων τους με ένα αδιάκοπο ξεδίπλωμα ανοησιών που δημοσιεύονται επί μήνες σε εφημερίδες και περιοδικά, τόσο ανεξάρτητα όσο και κομματικά.Αυτό μέχρι την κατάβαση, στην αρένα της «συζήτησης», της σοβαρής διαύγειας των διανοουμένων του P.C.I. Έλαχε στον Asor Rosa, πρώην «εργατιστή» των «Quaderni Rossi» και της «ClasseOperaia», την επαύριο της εκδίωξης του Lama από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης, να διατυπώσει μια ανάλυση που πραγματοποιήθηκε επάνω στα νέα κοινωνικά υποκείμενα της εξέγερσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Αυτή η στοχαστική προσπάθεια που πήρε το όνομα «Θεωρία των δύο κοινωνιών» ήταν τόσο επιτυχής που έγινε αμέσως η επίσημη ανάλυση.Xoνδρικά η συλλογιστική έτρεχε σε αυτή τη φιλολογική: η κρίση καθορίζει την ανεργία από την οποία οι πιο πληγέντες είναι οι νέοι, η ανεργία είναι περιθωριοποίηση από το σύστημα της παραγωγικής εργασίας (που είναι εκείνο της εργατικής τάξης του εργοστασίου), η περιθωριοποίηση με τη σειρά της μεταφράζεται σε αποσύνθεση και απελπισία, οι οποίες τελικά φθάνουν στο σημείο να μεταφραστούν σε παράλογη και αλόγιστη βία. Αυτά τα οριακά υποκείμενα (κοινωνικά περιθωριακά μιας και δεν περιλαμβάνονται στο κεντρικό σύστημα παραγωγής του εργοστασίου), είναι ακριβώς η «δεύτερη κοινωνία», «που αναπτύσσεται δίπλα στην πρώτη, και ίσως βαρύνει επί αυτής, χωρίς όμως να έλκει σημαντικά πλεονεκτήματα, χωρίς να έχει μια διέξοδο και δίχως ένα ρίζωμα στην πρώτη κοινωνία» (11) (εκείνη την εργατική).

Σχετική εικόνα

Για την κουλτούρα του βιομηχανισμού του ιστορικού εργατικού κινήματος, η «εργατική κεντρικότητα» είναι η σταθερή θέση δουλειάς στα εργοστάσια των καταναλωτικών αγαθών με διάρκεια, έτσι ώστε όσοι δεν έχουν αυτή την τοποθέτηση είναι απαραιτήτως οριακοί, περιθωριακοί. Ξεκινώντας από αυτή την ανάγνωση ένα κίνημα που αποτελείται από αυτά τα υποκείμενα, το οποίο επιπλέον αξιώνει την πλήρη αυτονομία από τους ιστορικούς θεσμούς του εργατικού κινήματος (κόμματα και συνδικάτα), δεν μπορούσε να θεωρηθεί παρά επικίνδυνο φαινόμενο περιθωριοποίησης και παρασιτισμού κορπορατικού, εύκολα εκμεταλλεύσιμο από τις αντιδραστικές και συντηρητικές δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι άλλοι ορισμοί του κινήματος που επινόησε ο Giorgio Amendola, διακεκριμένος διανοούμενος του Κ.Κ.Ι., ήταν εκείνοι του «neosquadrismo»[α] e «diciannovismo«β]. Η κρίση που έδωσε η ιστορική αριστερά για το «κίνημα του ’77» είχε λοιπόν τις προϋποθέσεις της σε μια ανάλυση της ταξικής σύνθεσης που δεν έλαβε υπόψη τη μεγάλη μεταμόρφωση των παραγωγικών διαδικασιών και της κοινωνικής εργασιακής ημέρας που ξεκίνησε από την αναδιάρθρωση που διενήργησαν οι καπιταλιστικές δυνάμεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αυτή η αναδιάρθρωση, η οποία πήρε το όνομα της «βιομηχανικής αναπροσαρμογής», ξεκίνησε το 1974 (ημερομηνία της πετρελαϊκής Κρίσης) και αμέσως προέκυψε ως επίθεση στην τεχνική και πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης των μεγάλων εργοστασίων. Η cassa integrazione γ] [ταμείο παροχών ανεργίας], υπήρξε το πρώτο ισχυρό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε από τα αφεντικά για να φρενάρει, να εξολοθρεύσει τον κύκλο των αγώνων της εργάτη μάζα ανατρέποντας την «ακαμψία» του, δηλαδή την υλική και πολιτική ομοιογένεια από την οποία έλκυε τις συνθήκες της δύναμης του πρώτα στο εργοστάσιο και στη συνέχεια στην κοινωνία..Οι πρώτες επιπτώσεις αυτής της αναδιάρθρωσης παίρνουν την μορφή ως σύσταση ενός δικτύου αποκέντρωσης, διάχυσης, διασποράς, ρευστοποίησης στο κοινωνικό σημαντικών τμημάτων της παραγωγικής και αναπαραγωγικής διαδικασίας.Μέσα σε αυτό το δίκτυο απορροφήθηκαν νέες κοινωνικές φιγούρες, που ήταν παραδοσιακά αποκλεισμένες από την αγορά εργασίας, στο οποίο οι συνθήκες εργασίας ανέλαβαν το χαρακτηριστικό δίχως πρότυπο της ημι-ανεργίας και της επισφάλειας. Αυτό που το κομμουνιστικό Κόμμα και το συνδικάτο δεν μπόρεσαν ή δεν ήθελαν να καταλάβουν ήταν ότι αυτές οι νέες επισφαλείς και μη εγγυημένες φιγούρες είχαν έτσι κι αλλιώς άμεση ή έμμεση παραγωγική λειτουργία: ότι η φύση τους ήταν εργατική μιας και από αυτές εξάγονταν υπεραξία, πως αυτές οι φιγούρες αποτελούσαν συστατικό μέρος της νέας ταξικής σύνθεσης που διαμορφώνονταν επάνω στους ρυθμούς μιας μεταμόρφωσης της παραγωγικής διαδικασίας που ρυθμίζεται ως συστολή των παραδοσιακών χειρωνακτικών εργασιών, προς όφελος μιας ανάπτυξης του μαζικού πνευματικού έργου.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αντί να στρέψουν την προσοχή σε αυτές τις νέες παραγωγικές φιγούρες, διαπιστώνοντας το φορτίο καινοτομίας που εξέφραζαν στο επίπεδο των αναγκών της ανάπτυξης και της πολιτικής οργάνωσης, το κομμουνιστικό Κόμμα και το συνδικάτο αντέταξαν την πιο τραχιά, την πιο πρόχειρη ανάλυση που κατέληξε να τις μαρκάρει σαν ένα φαινόμενο επικίνδυνου ανορθολογισμού ενός νέου μαζικού υποπρολεταριάτου, εναντίον του οποίου έπρεπε να αντιτάξουν την ορθολογική δημοκρατική σταθερότητα μιας εγγυημένης εργατικής τάξης οχυρωμένης στους μεγάλους βιομηχανικούς καθεδρικούς ναούς καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση πως θα βαστάξει, θα αντέξει την πολιορκία της καπιταλιστικής επίθεσης. Όσον αφορά τη θεσμική πολιτική, η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού» του Κ.Κ.Ι. είχε την καίρια στιγμή της στο αποτέλεσμα των διοικητικών εκλογών του ’75, όταν κατέλαβε πολλές και σημαντικές τοπικές αρχές και ακόμη περισσότερο το επόμενο έτος, στις πολιτικές εκλογές, όταν άγγιξε το προσπέρασμα της χριστιανοδημοκρατίας D.C.I. H παταγώδης εκλογική επιτυχία, έφτασε επάνω στο κύμα των αγώνων των μαζικών κινημάτων των προηγούμενων ετών που το κόμμα θεώρησε ότι είχε επαναφέρει σε λειτουργία ιμάντων μετάδοσης στο κοινωνικό του σχεδίου του. Σε αυτό το σημείο, θέτοντας τη δική του υποψηφιότητα ως «κυβερνητικό κόμμα», έστρεψε όλη του την ένταση και την προσοχή στους ελιγμούς συμμαχίας και διαπραγμάτευσης με τα άλλα κόμματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Η ανησυχία ότι η νομιμότητα της διακυβέρνησης θα έπρεπε να περάσει από την οικοδόμηση μιας εικόνας δημοκρατικής αξιοπιστίας, το ώθησε να αποδεχτεί το αντάλλαγμα να αναλάβει το ρόλο του εγγυητή της κοινωνικής συγκρουσιακής έντασης, έτσι ώστε αυτή να μειωθεί, να ελεγχθεί, να μπει σε κανάλια και να καταστεί διαχειρίσιμη ή μη εκτιμώμενη, αφορισμένη και υπό καταστολή στις ασυμβίβαστες πτυχές της με την επιβίωση του συστήματος σε κρίση. Κατά συνέπεια, κυρίως στους χώρους εργασίας, οι οργανώσεις και οι συνδικαλιστικοί τομείς που ελέγχονται από το PCI ανέπτυξαν μια γραμμή η οποία, αφενός, αποσκοπούσε σε μιαν αποφασιστική εξάλειψη οποιασδήποτε μη ελεγχόμενης ή μη συνεργατικής εργατικής αντίθεσης-αντιπαράθεσης, ενώ, από την άλλη, έθετε υποψηφιότητα, στις σχέσεις τους με τις βιομηχανικές τάξεις, σε δύναμη ικανή να προωθήσει την έξοδο από την παραγωγική κρίση. Το αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η αποδοχή της «πολιτικής των δυο χρόνων» από συνδικαλιστικής πλευράς: πρώτα οι θυσίες της εργατικής τάξης, για να αποκατασταθούν τα περιθώρια συσσώρευσης κεφαλαίων που διαβρώθηκαν από τους αγώνες των προηγούμενων ετών, στη συνέχεια η ανάκαμψη της παραγωγής και μια δίκαιη ανακατανομή των εισοδημάτων και των εξουσιών. Το 1977, με αυτές τις πολιτιστικές και πολιτικές προϋποθέσεις, το ΚΚΙ και το συνδικάτο βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απρόβλεπτη εμφάνιση ενός κινήματος αποτελούμενου από μια ποικιλία υψηλά μορφωμένων προλεταριακών υποκειμένων, πολύ ευαίσθητα στην αντίληψη των επιπτώσεων της επιτάχυνσης των μετασχηματισμών ενός παραγωγικού συστήματος που αποσκοπούσε στη διάλυση της κεντρικής σημασίας της βιομηχανικής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αυτά τα υποκείμενα ήταν το τερματικό συμπύκνωμα, το τεράστιο χωνί, στο οποίο εισρέει το απόθεμα μιας γνώσης και μιας μνήμης της οργάνωσης ενός αδιάσπαστου κύκλου αντι-θεσμικών αγώνων, συνεπώς αυτόνομων και ριζοσπαστικών, που ξεκίνησαν μέσα στα χρόνια Εξήντα. Όντες κυρίως το ιστορικό προϊόν, το προκύπτον παράγωγο του μαζικού εργάτη από την άποψη της διαλεκτικής σχέσης με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, τα υποκείμενα αυτά αποδείχθηκαν ιδιαίτερα επιθετικά στο επίπεδο των ανταγωνιστικών πολιτικών τους εκφράσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Η έννοια της απόρριψης της εργασίας που είχε διασχίσει όλη τη δεκαετία του 60 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 είχε βρει επιτέλους την πιο ολοκληρωμένη γενιά της, μια γενιά που έκανε αυτής της έννοιας το δικό της στοιχείο πολιτιστικής, κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας. Αν η αναδιάρθρωση, ρευστοποιώντας την αγορά εργασίας, διαμόρφωσε μια νέα παραγωγική δομή στην οποία η εργατική δραστηριότητα χαρακτηρίζονταν ως επισφαλής, περιστασιακή και εναλλάξιμη μεταξύ χειρωνακτικών και πνευματικών λειτουργιών, τα υποκείμενα του ’77 έκαναν δικό τους αυτό το πεδίο ακραίας κινητικότητας μεταξύ διαφορετικών θέσεων εργασίας και μεταξύ εργασίας και μη απασχόλησης, θεωρώντας την εργατική απόδοση ως ένα περιστασιακό στοιχείο παρά ως συστατικό θεμέλιο της ύπαρξης τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αντί να πιέζουν και να αγωνίζονται για να εξασφαλίσουν τον «μόνιμο τόπο, την μόνιμη θέση» για όλη τη ζωή, στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, έδειξαν την προτίμηση τους στα πειράματα για τις πιθανές μορφές εναλλακτικής λύσης στην προμήθεια εισοδήματος. Για αυτά τα υποκείμενα η κινητικότητα στη σχέση με την εργασία κατέστη από επιβαλλόμενη μορφή, συνειδητή και προνομιούχος επιλογή σε σχέση με την εγγυημένη εργασία των οκτώ ωρών την ημέρα καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής. Οι νέοι εργάτες που εργάζονταν ήδη στα εργοστάσια, αφού αναμετρήθηκαν με την αδυναμία και την ματαιότητα αντίστασης στη διαδικασία αναδιάρθρωσης με τον αγώνα για την «προστασία της θέσης εργασίας», αυτοαπολύονται επιλέγοντας το μέτωπο της κινητής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Είναι πρωτίστως για αυτές τις συμπεριφορές και για αυτές τις επιλογές, και όχι για την τάση να ασκούν τη βία στους αγώνες, που οι νέοι του κινήματος του 1977 προκάλεσαν σκάνδαλο στις τάξεις του ιστορικού εργατικού κινήματος.Για τους λόγους αυτούς γίνεται κατανοητό πώς, στο κίνημα του 1977, ολόκληρη η παράδοση του ιστορικού εργατικού κινήματος, που έχει εμφυτευτεί επάνω στην ιδεολογία της εργασίας, δεν μπορούσε παρά να εμφανιστεί, εκτός από βαθιά ξένη, και αντικειμενικά εχθρική, εχθρική προς την δική τους ανάγκη, που είχε ωριμάσει από την εξαιρετική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, να απελευθερώσουν τη ζωή από τη σκλαβιά του εκβιασμού της εντολοδόχου εργασίας.

Σχετική εικόνα

Και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, και ήταν σκληρή.Έτσι, μέσα στο ’77, ξέσπασε η καθημερινή γενίκευση μιας πολιτικής και πολιτιστικής διαμάχης που διακλαδώθηκε σε όλα τα μέρη της κοινωνίας, αντιπροσωπευτικό δείγμα της σύγκρουσης που διαπέρασε όλη τη δεκαετία του ’70, μια σκληρή μάχη, ίσως η πιο σκληρή, μεταξύ των τάξεων και μέσα στην τάξη, που συνέβη ποτέ από την ενοποίηση της Ιταλίας. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες συνελήφθησαν, τέσσερις χιλιάδες καταδικάστηκαν σε χιλιάδες χρόνια φυλάκισης, και στη συνέχεια νεκροί και τραυματίες, εκατοντάδες, και από τις δύο πλευρές.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77, la grande rivolta

Αυτά τα νούμερα σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως το απλό αποτέλεσμα ενός αλόγιστου στοιχήματος της παραληρηματικής γνώσης μιας αχρείας χούφτας κακών δασκάλων που μπολιάστηκε στις νιχιλιστικές εντάσεις των υποκουλτουροποιημένων και περιθωριοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η σύγκρουση ήταν μάλλον ένα ραντεβού που αναγκάστηκε από την κατακρήμνιση των κοινωνικών αντιφάσεων μεταξύ των τάξεων που, μέσα στην γενικευμένη κρίση, έσπτωχναν προς μια άμεση και μετωπική διένεξη για τον επαναπροσδιορισμό νέων κανόνων εξουσίας.

Σχετική εικόνα

 α] squadrismo, Πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη δραστηριότητα ομάδων δράσης, με ιδιαίτερη αναφορά στους φασίστες που κατά τα έτη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με εκφοβισμούς και βιαιότητες συχνά θανατηφόρες κατά των δημοκρατικών πολιτικών οργανώσεων.
 β] diciannovismo, Σύνολο πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων που χαρακτήριζαν τα χρόνια μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ειδικότερα σε σχέση με τη γέννηση του φασισμού
γ]  cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών
αυτονομία, autonomia

Toni Negri: ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ, ΔΥΟ ΠΙΣΩ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ (35)

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Ιστορικοποιούμε τις σημειώσεις του κειμένου, όχι γενικά, αλλά για αυτό που μας αφορά αμέσως, για την εμπειρία που αποκομίσαμε αυτά τα χρόνια. Η τρομοκρατία και η «μακρά πορεία μέσα από τα θεσμικά όργανα», σιωπηρώς νεορεφορμιστική, είπαμε ως διπλή όψη της θεωρητικής κρίσης του επαναστατικού κινήματος που γεννήθηκε το ’68. Αλλά η κρίση δεν είναι μόνο θεωρητική, είναι πρακτική. Οι ομάδες εμπλέκονται σε ένα βαρύ μηχανισμό διάλυσης, η μόνη διέξοδος φαίνεται να συνίσταται στην ανάκτηση θεσμικών δεσμών ή, αντιστρόφως, στην ατομική τρομοκρατική αποφασιστικότητα. Γεννιούνται κομματίδια και σχηματίζεται μια κινητή υπόγεια βλάστηση, ασταθής και επικίνδυνη. Το σύνθημα της οικοδόμησης του κόμματος και της οργάνωσης της εξέγερσης ξεφτίζει μέσα σε μειοψηφικές επιλογές που δεν είναι ικανές για μαζική πολιτική αναπαραγωγή.Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το ιταλικό κίνημα αλλά όλες τις καταστάσεις (ευρωπαϊκές και αμερικανικές) στις οποίες εξερράγη το 68. Ωστόσο, όλοι αυτοί οι σύντροφοι, αυτό το πολιτικό προσωπικό, έχουν βιώσει μια πραγματική φάση επαναστατικής πολιτικής δράσης. Μόνο η σεκταριστική προκατάληψη των γραφειοκρατών του επίσημου εργατικού κινήματος μπορεί να το αρνηθεί. Στην πραγματικότητα, χιλιάδες σύντροφοι γνωρίζουν τι σημαίνει να παράγει κάποιος επαναστατική αναταραχή-αγκιτάτσια και να διαχειρίζεται χώρους εργατικής εξουσίας: το 1968-69 ήταν αυτό.

Αποτέλεσμα εικόνας για il partito dell'insurrezione anni 70

Αλλά ενώ η εργατική τάξη και ορισμένοι τομείς του προλεταριάτου συνέχιζαν να κινούνται σε αυτό το έδαφος, το πολιτικό προσωπικό των ομάδων κομματιάστηκε, η πρακτική κρίση περιπλέχθηκε με τη θεωρητική κρίση: ο δρόμος εμφανίστηκε συγκεχυμένος, ο προβληματισμός εξασθένησε – δυνατά μέχρις εδώ- της ενότητα της εργατικής τάξης σχετικά με την πολιτική αλληλεγγύη των ομάδων, αντιτιθέμενοι πειρασμοί αναπτύχθηκαν.

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio novembre 73, foto

Είναι πάρα πολύ εύκολο να απαντήσουμε ότι η ρεφορμιστική αντεπίθεση και η αδιαμφισβήτητη ικανότητα και ζωτικότητα του συνδικάτου έχουν περιορίσει και μπλοκάρει τα περιθώρια έκφρασης και αγώνα των ομάδων – και πλαστογράφησαν τη σχέση μεταξύ πρωτοπορίας και μαζών. Είναι πολύ εύκολο να αναγνωρίσουμε ότι εκεί που υπήρξε αντίσταση και πρόοδος στο πολιτικό κίνημα, η καταστολή έπληξε σκληρά μεγάλα στρώματα στελεχών. Ούτε η καπιταλιστική χρήση της κρίσης, ούτε η οργανωτική ανισότητα μεταξύ μέσων και σκοπών, δικαιολογούν τη σημερινή φάση διάλυσης των ομάδων. Δεν φθάνει: υπάρχει κάτι περισσότερο. Και είναι η έλλειψη μιας κινητήριας θεωρίας, είναι η έλλειψη μιας επαναστατικής ανάλυσης που να επιτρέπει στην πρωτοπορία να πορεύεται με το μαζικό κίνημα. Ναι, γιατί σε εμάς φαίνεται ότι το μαζικό κίνημα έχει σε κάθε περίπτωση πορευτεί και έχει δυνητικά λύσει για λογαριασμό του, μέσα στον αγώνα, τα προβλήματα γύρω από τα οποία αντιθέτως διαλύθηκε το πολιτικό κίνημα που γεννήθηκε το 1968 – εσωτερικό ή εξωτερικό στα εργοστάσια. Έτσι, μια ενωτική και επιθετική πολιτική ανάκαμψη σήμερα πρέπει και πάλι να αποκτήσει συνείδηση για το πόσο μακριά έχει πάει το πραγματικό κίνημα, να ανοίξει εκ νέου μια μαζική έρευνα στα εργοστάσια και μεταξύ του εσωτερικού προλεταριάτου, να αναδιαρθρωθεί σύμφωνα με το ρυθμό της σχέσης ανάμεσα στην πρωτοπορία και τις μάζες που έχει καθορίσει το ταξικό κίνημα. Αλλά για όλα αυτά αργότερα.

Σχετική εικόνα

Πρέπει πρώτα να δούμε ορισμένα κρίσιμα βήματα γύρω από τα οποία η ύφεση του κινήματος έχει καθοριστεί ιστορικά, και πάνω από όλα η σχέση πρωτοπορίας-μάζας από την οποία αυτό γεννήθηκε έχει αποσυντεθεί. Τρεις είναι οι φάσεις που πρέπει να έχουμε στο νου: η πρώτη είναι εκείνη που πηγαίνει από τις πρώτες εστίες, τα πρώτα ξεσπάσματα του Valdagno, της Valle Giulia, του Porto Marghera, της Pirelli, μέχρι την άνοιξη Fiat το ’69. Η δεύτερη φάση πηγαίνει από την αντεπίθεση του Agnelli στις 3 σεπτεμβρίου 1969 και από τον ιούλιο- αύγουστο του 1970 (εξέγερση στο Porto Marghera) μέχρι τον μάρτιο του ’72. Η τρίτη φάση είναι αυτή που άνοιξε στο Mirafiori τον μάρτιο του 1973. Σε αυτή την τελευταία φάση μια νέα προοπτική της οργάνωσης, ένα νέο άλμα προς τα εμπρός φαίνονται να καθορίζονται.

Σχετική εικόνα

Τώρα, στην πρώτη φάση μια μακρά διαδικασία εργατικής ανυποταξίας έρχεται σε ωριμότητα ενάντια στο καπιταλιστικό σχέδιο, εναντίον του σοσιαλισμού του κεφαλαίου, ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση επί της ανάπτυξης. Η σχέση μεταξύ των ταξικών κινημάτων και της θέσης των πρωτοποριών είναι πλήρης και αυθόρμητη. Στην αυτονομία της συμπεριφοράς των εργατών βασίζεται η δύναμη έλξης του κινήματος. Από την άποψη των στόχων, η ρήξη της σχέσης μισθού-παραγωγικότητας (τόσο στο επίπεδο της επιχείρησης: αγώνας κατά των κινήτρων, ισότητα, κλπ., όσο σε γενικό επίπεδο: αγώνας για τον κοινωνικό μισθό, κλπ.) σύντομα μετατρέπεται σε αγώνα κατά της εργασίας. Από την άποψη της μορφής του αγώνα βλέπουμε μια διαδικασία ταυτοποίησης με στόχο τέτοιο ώστε να καταστεί μαζικά ενιαίο το σχέδιο: εξισωτικός είναι ο στόχος, ισότιμη στη βάση είναι η οργάνωση του αγώνα, άρνηση της διαπραγμάτευσης και άρνηση της εργασίας γίνονται συνώνυμα, η άρνηση της εργασίας είναι, εν συντομία, ένα στυλ πολιτικής εργασίας, το μίσος για την οργάνωση της εργασίας είναι η υποστήριξη και η έλξη του σχεδίου. Από την άποψη των στρατηγικών διαρθρώσεων του σχεδίου, εδώ επικρατεί ο αυθορμητισμός. Η πιο περιπετειώδης προσδοκία δεν διαρκεί περισσότερο από κάποια εβδομάδα, τα επίπεδα της μάζας είναι προικισμένα με μια δύναμη εφευρετικότητας που μπορεί να τραβήξει πίσω της τα πάντα και αμέσως. Είμαστε μάρτυρες ενός είδους εξομάλυνσης του προβλήματος της οργάνωσης (και της εξέγερσης) στα επίπεδα της μάζας. Η πρωτοπορία είναι εντελώς εναλλάξιμη με το παγκόσμιο κίνημα, οι χρόνοι και οι μορφές της κυκλοφορίας των αγώνων είναι και διατύπωση του εξεγερτικού σχεδίου, στόχοι, χρόνοι, μορφές του αγώνα είναι αντικαθιστώμενα στοιχεία. Ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός στην επαναστατική συνείδηση πραγματοποιείται στην πρώτη φάση των αγώνων.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Με την αντεπίθεση του Agnelli, τις παύσεις του σεπτέμβρη ’69, το άνοιγμα του συμβασιακού αγώνα, ανοίγεται μια αντιφατική και ουσιαστικά αρνητική διαδικασία. Η ανάγκη να ενσωματωθεί στο αυθόρμητο κίνημα των μαζών μια συνειδητοποίηση των τακτικών και στρατηγικών διαρθρώσεων της εξεγερτικής διαδικασίας τίθεται στο προσκήνιο. 

Αποτέλεσμα εικόνας για fiat '69, lotte operaie

Μόνο με αυτή την προϋπόθεση είναι δυνατόν να απελευθερωθεί από την μέγγενη στην οποία έχει παγιδευτεί το κίνημα, αφενός από τις πρώτες βολές της αντεπίθεσης του Agnelli, αφετέρου από τον ελιγμό περικύκλωσης των συνδικάτων. Αυτά τα προβλήματα τίθενται στην ημερήσια διάταξη από το κίνημα, και καθίσταται ξεκάθαρη η συνειδητοποίηση ότι η αντίσταση και η διεύρυνση των κατακτηθέντων χώρων εξουσίας μπορούν να παρασχεθούν μόνο με την προϋπόθεση της οργανωτικής αναδιάρθρωσης που το μαζικό κίνημα, αξιοποιώντας τη δύναμη και το ξάφνιασμα και τον αυτοσχεδιασμό είχε με ενθουσιασμό συνθλίψει. Αλλά να θέσουμε το πρόβλημα στην ημερήσια διάταξη, δεν είναι πως το επιλύουμε. Αντιθέτως είναι ακριβώς εδώ που ανοίγεται μια βαθιά και οδυνηρή κρίση. Ωστόσο, οι πρώτες εμπειρίες δεν είναι αρνητικές: από το Τορίνο και το Πόρτο Μαργκέρα το έδαφος της εμπειρίας μεταφέρεται στο Μιλάνο, δηλαδή σε μια μητρόπολη στην οποία, αντί της άμεσης σύνδεσης με το εργοστάσιο, εκφράζεται με εξέχοντα τρόπο μια επιβολή-εξουσία του κεφαλαίου ακραίως διαρθρωμένη και πολύπλοκη. Είναι στο επίπεδο αυτής της πολυπλοκότητας που το πρόβλημα αναλαμβάνεται: οι μιλανέζικοι αγώνες για την κατοικία αντιπροσωπεύουν ίσως την υψηλότερη συνειδητοποίηση του.

Σχετική εικόνα

Και στο στρατιωτικό επίπεδο αναπτύσσεται η διάρθρωση της συζήτησης μεταξύ πρωτοπορίας και μάζας – η εξέγερση του Porto Marghera και άλλων κέντρων του Βένετο στις αρχές αυγούστου του ’70 δείχνει μια αλληλεπίδραση μεταξύ ομάδων επίθεσης και μαζικού κινήματος, σε επιθετικό επίπεδο, σε πολλές-μεγάλες περιοχές, τόσο ώστε να τελειοποιήσουν τα μοντέλα του αστικού αντάρτικου και τέτοιας ώστε να ξεπεράσουν έτσι κι αλλιώς το τρομερό παράδειγμα της μαζικής εξέγερσης του Τορίνο της 3ης ιουλίου 1969. Το ίδιο ισχύει και για τη γενίκευση των αγώνων του Μιλάνου για την κατοικία. Αλλά είναι η επακόλουθη προσπάθεια προσαρμογής της μορφής οργάνωσης σε αυτά τα νέα και επείγοντα καθήκοντα που αποτυγχάνει.

1960 torino

Η διαδικασία ολοκληρώνεται καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1971, μέσω της σεχταριστικής συγκρότησης των ομάδων, μέσω του γραφειοκρατικού σφετερισμού της ηγεσίας εναντίον των οργανωμένων αναγκαιοτήτων της εργατικής αυτονομίας. Αυτό που ήταν το πραγματικό καθήκον, να επαναπροσδιοριστεί και να διαρθρωθεί εκ νέου, από τα μέσα, η συμπαγής δύναμη της ενωμένης εργατικής δύναμης, μετατρέπεται σε εξωτερικό καθήκον καθοδήγησης, αφηρημένης διεύθυνσης.  Ο πιο χυδαίος τριτοδιεθνισμός θριαμβεύει. Ενώ, ταυτόχρονα, στην ίδια εκείνη χρονική περίοδο, ο αγώνας των εργατών προχωρεί, επεκτείνοντας και εδραιώνοντας την καταστροφή της εργοστασιακής ιεραρχίας και εκτοξεύοντας το σύνθημα του εγγυημένου μισθού, ξεκινώντας τους πρώτους αγώνες γι ‘αυτό – οι ομάδες εδραιώνουν μια ικανότητά τους να επιτεθούν που είναι τώρα αφηρημένη επειδή δεν δαγκώνει επίπεδα μαζικά, που καθίσταται ανίσχυρη, μια επίθεση που θέλει να στρέφεται εναντίον του κράτους.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Η «κάθοδος προς το Νότο» – που σε εκείνη τη φάση διεξάγουν οι ομάδες – μακριά από το να αντιπροσωπεύει μια νέα συσχέτιση του οργανωτικού λόγου μεταξύ των αγώνων των εργατών στις μητροπόλεις και των αγώνων των εργατών στην υπανάπτυξη, ένα σχέδιο κινηματικό μεταξύ δράσης των πρωτοποριών και μαζικής συμπεριφοράς από την άλλη πλευρά, προτείνει ξανά την ιδεολογία του αυθορμητισμού του ’68, από την άλλη – ακόμα πιο λανθασμένα – το φορτίο για μια δυσανάλογη ένταση της υποπρολεταριακής βίας εναντίον του κράτους (μια απλή προβολή, στην πραγματικότητα, του υποκειμενισμού και της κεντρικότητας των ομάδων). Η οργανωτική διαδικασία που θέλει τη συνέχεια των οργανωτικών βημάτων διαρθρωμένη μέσα στην ασυνέχεια του μαζικού κινήματος, διασπάται με άγριο τρόπο.  Οι ομάδες, στα τέλη του ’71 και μέχρι τον μάρτιο του 1972, πάνε στην επίθεση, μόνες. Όταν, στις 11 μαρτίου 1972, οι ομάδες έχουν τη στιγμιαία εντύπωση της στρατιωτικής νίκης, σε μητροπολιτικό και εθνικό επίπεδο, έχουν στην πραγματικότητα υποστεί το πιο ακραίο και σκληρό πλήγμα στην ξεχωριστή ύπαρξή τους. Θα καταστραφούν βαριά, η καταστολή θα τις βρει απομονωμένες και θα μπορέσει να χτυπήσει αδυσώπητα. Επιπλέον, η απόσπαση από την τάξη είναι ολοκληρωτική: από τις συμβάσεις του τέλους του ’72 οι ομάδες θα απουσιάζουν εντελώς. Είναι εδώ που η οργανωτική κρίση βρίσκει τις θεωρητικές της επιπτώσεις, είναι εδώ και η απόκλιση από τα μαζικά επίπεδα – που ήδη έχει κάνει την παρέμβαση της, εκ των πραγμάτων θεωρητικοποιείται και αποκρύπτεται μέσα στην ιδεολογία της «αυτοκριτικής», της νέας οργάνωσης, της συνέχειας μιας γενιάς πολιτικών στελεχών και ούτω καθεξής, εδώ που τα δύο μονοπάτια της ιδεολογίας – εκείνο το νεο-ρεφορμιστικό που θέτει την ανάγκη να ξανανοίξει μια σχέση με τις μάζες αλλά δεν ξέρει να το τοποθετήσει παρά στο εκ νέου άνοιγμα της συνεργασίας με το συνδικάτο, και εκείνη της τρομοκρατίας που επικεντρώνεται στην παραδειγματικότητα των επιθετικών δράσεων ως στιγμή πήξης του μαζικού κινήματος – είναι εδώ λοιπόν που συντελούνται δύο βήματα πίσω.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Η καπιταλιστική χρήση της κρίσης – η οποία εν τω μεταξύ γίνεται εντονότερη – δεν αναλύεται: η κρίση προσλαμβάνεται με καταστροφικό τρόπο, τόσο από τους νεο-μεταρρυθμιστές που δημιουργούν επάνω της ελπίδες για θεσμική ενότητα και συντονισμό με όρους μετώπων με το μαζικό κίνημα, όσο και από τους τρομοκράτες. Όσον αφορά τα προβλήματα της οργάνωσης, και στις δύο περιπτώσεις, η ανάγκη να αντικαταστήσουν στη συνέχεια του εργατικού σχεδίου την συνέπεια μιας γραμμής που έρχονταν από τα υψηλά κλιμάκια και μια πρωτοβουλία γραφειοκρατική ωστόσο – ωραία, όλο αυτό οδηγεί στο να εκθειάζονται οι λειτουργίες της ομάδας, η συνοχή και η ιδεολογική ομοιογένεια της διεύθυνσης, η καθετότητα της και ούτω καθεξής. Και η εξέγερση – όταν και ακόμη ξαναγίνεται λόγος γι ‘αυτήν – επιστρέφει να είναι «τέχνη», μια ξαφνική στιγμή που αποφασίζει «κάποιος»! Πόσο απίστευτα βαριά είναι τα προς τα πίσω βήματα! Αλλά η εργατική τάξη και το προλεταριάτο προχωρούν. Όχι μόνο στην εδραίωση των στόχων, στη συγκράτηση των χώρων εξουσίας, στον προσδιορισμό και την αποφασιστικότητα της οριστικής μη αναστρεψιμότητας της εργατικής και προλεταριακής εξουσίας. Bensì anche sul piano dell’organizzazione. Η συνειδητοποίηση ότι η εξέγερση δεν είναι «τέχνη» αλλά «επιστήμη», ικανότητα να αρθρώσει με ακρίβεια ολόκληρη την πορεία της ανατροπής σε μαζικά κινήματα και σε πρωτοποριακές επιχειρήσεις – εν συντομία, που το κεφάλαιο, σε αυτό το επίπεδο ανάπτυξης δεν αφήνει μαλακούς μύες για να χτυπήσει, αδύναμους δακτυλίους για να σπάσει, πυροκροτητές με τους οποίους να προκαλέσει εκρήξεις, αλλά που μόνο μια συνειδητή, συνεχής και οργανωμένη πολιτική σχέση μπορεί σήμερα να εντοπίσει πώς να σπάσει με μαζική δύναμη – αυτή η συνειδητοποίηση είναι όλη μέσα στην εργατική τάξη.

Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Η τρίτη φάση της οργανωτικής διαδικασίας της εργατικής τάξης ανοίγει στο Mirafiori, τον μάρτιο του 1973. Η διεύθυνση είναι όλη μέσα στην ταξική αυτονομία, η διάρθρωση της επίθεσης είναι και η ενοποιητική της λειτουργία, οι νευρώσεις ενός επαρκούς οργανωτικού μοντέλου αρχίζουν να φαίνονται. Στο σημερινό επίπεδο της ταξικής πάλης, η εργατική αυτονομία αρχίζει έτσι να γράφει το δικό της «Τι να κάνουμε;». Ο υποτιτλισμός είναι «η εξέγερση ως επιστήμη.» Αν προσπαθήσουμε να κινηθούμε σε αυτό το έδαφος, συνδέοντας ξανά τη θεωρία στο μαζικό κίνημα, αυτή τη φορά δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ, όπως συνέβη στη δεκαετία του εξήντα, μεταξύ της γενικής πρόβας της πλατείας Statuto και τη εξέγερσης της 3ης ιουλίου.

Σχετική εικόνα

Όμως, όλα αυτά δεν επαρκούν, αν το πέρασμα στον αγώνα ενάντια στο κράτος δεν διαμεσολαβείται από τη θεωρία (κρίσιμη συνειδητοποίηση της ταξικής απόψεως) της κρίσης. Η καπιταλιστική προσπάθεια να ξανανοίξουν μέσα στην ταξική σύνθεση ρήξεις – σε αυτό συνίσταται η «κρίση» μέσα στην προοπτική του κεφαλαίου – και η διάρθρωση των μέσων της μαζικής καταστολής και της έγκαιρης κατασταλτικής επίθεσης (η προκλητική πρόβλεψη) που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό, πρέπει να προσληφθούν στην εργατική αντίληψη της οργάνωσης και να ανατραπούν σε διαφορετικές και αρθρωτές λειτουργίες του επαναστατικού σχεδίου.  Εδώ καταλαβαίνουμε πλήρως ότι δεν πηγαίνουμε να κηρύττουμε μια προυστιάνα αναζήτηση του χαμένου χρόνου: τα επίπεδα της τάξης στα οποία αναφερόμαστε σήμερα είναι ναι εκείνα που ορίζονται από την ισχυρή εμφάνιση του εργάτη- μάζα, από την τυποποιημένη ισοπέδωση της οργανωτικής του μορφής, αλλά με την συνειδητοποίηση ότι αυτά έχουν υποστεί ρωγμές, και θα μαστίζονται από την κρίση.

Αποτέλεσμα εικόνας για valle giulia 1968

Αυτό που με την κρίση το κεφάλαιο αναδιαρθρώνει, αναδιαρθρώνεται αντικειμενικά: το να μετατρέψουμε σε μια υποκειμενική λειτουργία εκείνη την σημαντικότητα της εργατικής διάρθρωσης που επιθυμεί το κεφάλαιο με την κρίση, είναι το σημερινό καθήκον. Η συνολική συνείδηση ότι ο μισθός είναι δύναμη περνά μέσα από την οργανωτική διάρθρωση των περιπτώσεων επίθεσης στην καπιταλιστική ικανότητα να εμποδίζει την εργατική απαίτηση για μισθό, και εξουσία. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι σε μερικά μεγάλα εργοστάσια η απαίτηση των εργαζομένων για εγγυημένο μισθό περνά. Ο μηχανισμός της καπιταλιστικής εξουσίας θα χρησιμοποιήσει αυτή την εργατική νίκη για να διαχωρίσει εργατικό στρώμα από εργατικό στρώμα, εργοστάσιο από γειτονιά, για να κατακτήσει διαφορετικές ανακωχές κ.λπ. Το καθήκον που θα πρέπει να αναληφθεί άμεσα από τις πρωτοπορίες των μαζών θα είναι αντιθέτως να γίνει αυτή η κατάκτηση αμέσως γενικεύσιμη.

Σχετική εικόνα

Αλλά είναι αυτή η πίεση της μάζας αρκετή; Όχι, δεν αρκεί. Η επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού σχεδίου της συγκράτησης των αγώνων στο επίπεδο του εγγυημένου μισθού θα είναι δυνατή μόνο αν αναπτυχθεί ταυτόχρονα ο αγώνας για οικειοποίηση, ο αγώνας, δηλαδή, επάνω στην εγγύηση του πανεριού των αγαθών που κατέκτησε το προλεταριάτο, και αυτό όχι μόνο για τις πρωτοπορίες, αλλά σε μια υποδειγματική μορφή, ικανή να παρασέρνει σε όλα τα επίπεδα του προλεταριακού αγώνα. Ο μόνος τρόπος για να διατηρήσουμε, να εξαπλώσουμε, να εδραιώσουμε χώρους εξουσίας είναι να αναφερθούμε σε πιο προωθημένα επίπεδα, όλο και πιο άμεσα επίπεδα εξουσίας: αυτή είναι ο μόνη αναφορά βαθμιαίων αλλαγών, [ρεφορμισμού] που γνωρίζουμε. Και πάλι είναι μια λειτουργία που ριζώνει άμεσα στη σύνθεση της εργατικής τάξης.

Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Από το 1968 έως σήμερα, οι πρωτοπoρίες έχουν αλλάξει και έχουν εμβαθύνει την ένταση της θέλησής τους να επιτεθούν σε σχέση με την καπιταλιστική αντίδραση και την κρίση. Μόνο οι ομάδες έχουν ιδεολογικοποιήσει το ’68, τα πολιτικά στελέχη που βγήκαν από εκεί, και έχουν καταψύξει τη «συνέχεια μιας γενιάς»! Όχι την τάξη.

Σχετική εικόνα

Εδώ, μέσα στον αγώνα, η αυτονομία υπήρξε ένα έδαφος συνεχούς καινοτομίας της πολιτικής πρωτοβουλίας και, πάνω απ ‘όλα, άνοιξε τον ορίζοντα του ένοπλου αγώνα. Ο νεαρός εργάτης – ο οποίος εισήλθε στο εργοστάσιο μετά το ’68 – έφερε στην οργάνωση μια νέα συνειδητοποίηση της σχέσης μεταξύ του μισθολογικού αγώνα και του αγώνα για εξουσία, μεταξύ αγώνα του εργοστασίου και αγώνα της γειτονιάς, μεταξύ διαρθρωμένου αγώνα και συνολικού αγώνα. Ο νέος εργάτης – αληθινά πολυεθνικός – δεν τραβιόταν πίσω από κανένα πολεμικό φετίχ. Δεν είχε χρειαστεί να φτάσει τη νίκη, είχε κερδίσει πριν εισέλθει στο εργοστάσιο, όπου παρουσιάζονταν σαν κοινωνικοποιημένο προϊόν του αγώνα. Στην προλεταριακή δομή του σαν προλετάριος υπήρξε ουσιαστικά, υλικά, όχι η παραίτηση, όχι ο συνένοχος υπολογισμός των γραφειοκρατικών δυνατοτήτων, αλλά η φρεσκάδα μιας σειράς ικανοποιημένων αναγκών και ένα νέο μίσος για την εκμετάλλευση. Σήμερα ο ταξικός αγώνας και η νέα οργάνωση αναμετριούνται επάνω σε αυτή τη φοβερή φρέσκια πραγματικότητα. Οι ομάδες εδώ δεν έχουν τίποτα να προσθέσουν. Χιλιάδες αγωνιστές των ομάδων σε φάση αποσύνθεσης τοποθετούνταν μέσα σε εκατοντάδες κολεκτίβες, επιτροπές, αυτόνομες συνελεύσεις, κοινωνικούς κύκλους, κατεχόμενα σπίτια τα οποία τα επόμενα χρόνια θα πολλαπλασιαστούν σε κάθε πόλη της Ιταλίας δίνοντας ζωή σε μια αληθινά πραγματική κοινωνική σκηνή του απελευθερωτικού κινήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για senza tregua anni 70, giornale

Η ίδια η έκφραση «απελευθερωτικό κίνημα» γεννήθηκε ως νέα ταυτότητα μιας διαδικασίας που δεν περιοριζόταν πλέον στη σφαίρα της διεκδίκησης ή της σύγκρουσης, για να διαλέξει εκείνη της αυτοσυγκρότησης. Αλλά η γένεση της αυτονομίας δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια γραμμική διαδικασία και μονοσήμαντη. Η αυτονομία αποτελούσε μια εκτεταμένη περιοχή όπως ένας γαλαξίας, μέσα στην οποία αναγνωρίζονταν μερικοί αστερισμοί, μερικά υποδίκτυα προικισμένα με διαφορετικές πολιτικές ιστορίες, διαφορετικούς πολιτιστικούς σχηματισμούς, διαφορετικές φαντασίες, αλλά και με εφημερίδες, εργαλεία επικοινωνίας, γραφεία και στέκια ξεχωριστά. Θα ήταν άχρηστο εδώ να περιγράψουμε τη γεωγραφία αυτών των ομάδων. Κάποιοι πόλοι θα μπορούσαν να αναφερθούν: οι αυτόνομες ρωμαϊκές επιτροπές, συγκεντρωμένες γύρω από τον κόσμο της via de Volsci, ανέπτυσσαν μια έντονα αυθορμητιστική θεματική, κληρονόμο μιας λουξεμπουργκιανής προσέγγισης, και εδραίωναν τα ριζώματα τους κυρίως μεταξύ των εργαζομένων ορισμένων υπηρεσιών (νοσοκομειακοί, σιδηροδρομικοί,, ταχυδρομικοί και τηλεφωνητές, εργάτες της ενέργειας), καθώς και μεταξύ των εκτός έδρας φοιτητών της Ρώμης και των νεαρών προλετάριων των ρωμαϊκών συνοικιών.

Σχετική εικόνα

Οι αγωνιστές που εγκατέλειψαν την Ομάδα Gramsci και μέρος αυτών που προέρχονταν από την εργατική Εξουσία δημιούργησαν μια μητροπολιτική δομή παρέμβασης στο Μιλάνο, στην οποία συμμετείχαν εργάτες από τη Sit-Siemens, την Alfa Romeo και αργότερα από πολλά άλλα εργοστάσια στη Βόρεια ζώνη. Από την συγχώνευση μέρους της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας και την διασπορά αγωνιστών εργατών του συνεχή Αγώνα γεννήθηκαν επίσης οι επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές. Αλλά αυτοί οι σχολιασμοί δεν δίνουν καθόλου την ιδέα της μεγάλης κινητικότητας που υπήρχε στην διάχυτη οργάνωση η οποία είχε τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της σε νεαρούς προλετάριους, στα όρια των αυτόνομων οργανωμένων ομάδων, αλλά που ήταν μέσα στις δυναμικές αυθόρμητης συνεύρεσης-συνάθροισης μαγματικής, ανεξέλεγκτη. Σε αυτή την κοινωνική πραγματικότητα σχηματίστηκαν δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες, δύο βασικές επιλογές, που διέτρεξαν ολόκληρη την επόμενη ιστορία της αυτονομίας. Θα ήταν μια απλούστευση να εντοπιστούν αυτές οι δύο ψυχές γύρω από τις θεαματικές θεματικές της βίας και της οργάνωσης. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι από το 1973 αναδύθηκαν μια νεολενινιστική και μιλιταριστική τάση ως Οργανωμένη Εργατική Αυτονομία – με όλα τα γράμματα κεφαλαία – και μια τάση δημιουργική-desiderante η οποία ευνόησε-υποστήριξε την κοινωνική διάδοση των συμπεριφορών παρά την πολιτική οργάνωσή τους.

Σχετική εικόνα

Αλλά θα ήταν μια ανεπαρκής απλούστευση. Στην πραγματικότητα, η ρίζα της συστατικής ασάφειας της αυτονομίας βρίσκεται στη φράση της «Εργατικής Εξουσίας» που αναφέρθηκε προηγουμένως, στην οποία λέγεται, όσον αφορά την κατάληψη του Mirafiori, «το κόμμα του Mirafiori σχηματίζεται για να καταδείξει την καπιταλιστική αδυναμία χρήσης των μέσων καταστολής και αναδιάρθρωσης […] «. Αυτή η αξιολόγηση, η οποία αποτελεί τη βάση όλων των αντιστασιατίστικων πρακτικών κατά της αναδιάρθρωσης, όλης της αναζωπύρωσης της υστερο- κομμουνιστικής μυθολογίας του εμφυλίου πολέμου και της προλεταριακής δικαιοσύνης, η εκτίμηση αυτή είναι λανθασμένη και περιοριστική. Το κίνημα της αυτονομίας κατ’ αυτό τον τρόπο σχεδιάζεται σαν κίνημα αντίστασης: αντίσταση ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, και υπερεκτίμηση της ικανότητας να βαστάξει, να αντέξει η προλεταριακή κοινωνική σύνθεση που προήλθε από το κίνημα αγώνων του 1968-73.

Σχετική εικόνα

Η υπεράσπιση-η άμυνα της πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας του κινήματος ολοκληρώθηκε με την ακαμψία της κοινωνικής σύνθεσης του εργατικού δυναμικού και την άρνηση να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογικές μορφές της οργάνωσης της εργασίας. Στην πραγματικότητα, από το 1973, η αντεπίθεση των αφεντικών είχε ως στόχο ακριβώς να χτυπήσει τα δομικά θεμέλια της ταξικής σύνθεσης. Πρώτα απ ‘όλα το μπλοκάρισμα των προσλήψεων και του «turn-over» σε όλο τον κύκλο Fiat. Στη συνέχεια, αργά, πρώτα και στη συνέχεια ολοένα και περισσότερο να μοιάζει με ανεμοστρόβιλο, η εισαγωγή τεχνολογιών «εξοικονόμησης εργασίας», «labor-saving», η διάσπαση των μεγάλων μονάδων παραγωγής. Από εκείνη την καμπή-μεταστροφή άρχιζε ο βαθύς επαναπροσδιορισμός ολόκληρης της ιταλικής παραγωγικής δομής (αλλά επρόκειτο για μια διεθνή διαδικασία) με την περιθωριοποίηση των βιομηχανικών εργασιών, την επέκταση των άυλων κύκλων εργασίας: τα χρόνια ογδόντα. Η αυτονομία δεν δημιούργησε εκ των προτέρων τις πολιτιστικές συνθήκες για να διασχίσει αυτή την παραγωγική και κοινωνική μετάβαση, εκείνη την αποσύνθεση, προσπάθησε να υποκαταστήσει υστερικά μια διαδικασία κοινωνικής ανασύνθεσης που έπρεπε να ακολουθηθεί από μέσα, αποστασιοποιούμενη από υποκειμενικές παραμορφώσεις-χειραγωγήσεις, αρνούμενη κομματικές ενσαρκώσεις.

Σχετική εικόνα

Αλλά αυτή είναι ιστορία που ωρίμασε στα επόμενα χρόνια, εκείνη την περίοδο που προετοιμάζει το ’77, στην οποία έλειψε η ευκαιρία να προδιαθέση τα χαρτιά για μια νέα διαδικασία ανασύνθεσης, έλειψε η ευκαιρία να γίνουν αντιληπτές οι γραμμές της μετάλλαξης της ανθρώπινης εργασίας, στη συνέχεια το κύμα της άρνησης της εργασίας, έλειψε η ευκαιρία να προσδιοριστούν τα καινούργια εδάφη επάνω στα οποία μετακινούνταν η κυριαρχία, και στα οποία επάνω έπρεπε να μετακινηθεί και η κριτική δράση, η αυτο-οργάνωση, και η επαναστατική ανακάλυψη, δημιουργία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autonomia operaia

Μεταξύ του τέλους της εργατικής Εξουσίας, της γέννησης των συμβουλίων και της κρίσης των οργανωμένων πολιτικών ομάδων, σχηματίζονται οι πρώτες αυτόνομες συνελεύσεις στα εργοστάσια. Η μεγάλη ώθηση για τη γέννησή τους δίνεται όχι μόνο από μια πολύπλοκη σειρά πολιτικών στελεχών που σχηματίστηκαν μέσα στους αγώνες, από τη μεγάλη πάλη στη Fiat το 1972-73, από εκείνο το περίπλοκο πολιτικό εργατικό περιβάλλον που θα αποκαλεστεί «κόμμα του Mirafiori». Η δραστηριότητα των αυτόνομων εργατικών συνελεύσεων (οι οποίες θα δημοσιεύουν εφημερίδες όπως η ‘Senza Padroni’, »Δίχως Αφεντικά» στην Alfa Romeo, την Lavoro Zero, »Εργασία Μηδέν» στο Porto Marghera, την Mirafiori Rossa, »Κόκκινο Μιραφιόρι» στο Τορίνο κλπ.) συνδέεται με τα νεογέννητα CPS (Collettivi politici studenteschi, πολιτικές φοιτητικές κολεκτίβες) και τις αυτόνομες κολεκτίβες που γεννιούνται σε πολλές μητροπολιτικές προλεταριακές συνοικίες, δίδοντας ζωή σε ένα τεράστιο και άτυπο δίκτυο συγκρούσεων στο κοινωνικό, στο σχολείο, στο εργοστάσιο, το οποίο για τα χαρακτηριστικά των στόχων και των περιεχομένων μπορεί να οριστεί ως η γέννηση του χώρου Αυτονομίας.

Σχετική εικόνα

Πολλές συνιστώσες εισρέουν σε αυτό τον «χώρο». Στην περιοχή του Μιλάνο, από την κρίση της εργατικής Εξουσίας, γεννήθηκε η εφημερίδα «Rosso», η οποία περιλαμβάνει επίσης στοιχεία από άλλες οργανώσεις που βρίσκονται σε κρίση. Επίσης στο Μιλάνο, η έξοδος από τη Lotta continua της «εργατικής τάσης» θα οδηγήσει στη γέννηση της «Senza Tregua» , ‘Χωρίς Ανακωχή», και αργότερα, μέσα σε μια πολύπλοκη ανταλλαγή εμπειριών, στις ‘κομουνιστικές επαναστατικές Επιτροπές’, Co.co.ri. Στο Βένετο, οι αυτόνομοι χώροι θα συγκεντρωθούν γύρω από τις Κολεκτίβες, Collettivi και την εφημερίδα «Potere Operaio per il Communismo», η οποία, μετά το ’77, θα αποκαλείται «Αυτονομία», «Autonomia».

Σχετική εικόνα

Στη Ρώμη, από την τάση του manifesto, παράγεται η ‘Tαξική Εξέγερση’ ,»Rivolta di Classe», η οποία από το ’78 προέλθουν οι «Volsci», που αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους τομείς της Αυτονομίας στα Κέντρο-Νότια. Πάντα στη Ρώμη από τις περίπλοκες περιπτώσεις της αποσύνθεσης της εργατικής Εξουσίας και άλλων οργανισμών, τα περιοδικά «Metropoli» και «Pre-print» θα γεννηθούν το 1978. Το «κίνημα του ’77 » είναι το υψηλότερο σημείο της μαζικής διάχυσης των αυτόνομων συμπεριφορών που παράγουν δεκάδες εφημερίδες εμπνευσμένες από το « A / traverso » που γεννήθηκε το 1975 και φτάνει τα 20 χιλιάδες αντίτυπα μέσα στο ’77. Και στην πραγματικότητα το κίνημα του ’77 χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση στην αγορά εργασίας ενός προλεταριακού υποκειμένου με υψηλή ένταση γνώσεων και με καλό επίπεδο σπουδών, το οποίο διαφοροποιείται από τον «εργάτη μάζα» επειδή αρνείται, απορρίπτει την «αναγκαστική» εισαγωγή στο εργοστάσιο και σκιαγραφεί ένα είδος «κοινωνικού εργάτη», που είχε θεωρητικοποιηθεί νωρίτερα από ορισμένους χώρους της αυτονομίας που δήλωναν την τάση αναγκαιότητας να εγκαταλειφθεί το έδαφος του εργοστασίου.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Σχετική εικόνα

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ο μαχόμενος δημοσιογράφος. Συνέντευξη στον Claudio Locatelli

Claudio Locatelli, Τριάντα ετών, από το Curno στην επαρχία Μπέργκαμο, είναι ένας από τους διεθνείς μαχητές που εντάχθηκαν στις κουρδικές τάξεις των YPG για να πολεμήσουν εναντίον του ISIS. Ήταν από τους απελευθερωτές της Raqqa στη Συρία: με τα όπλα στο χέρι αντιμετώπισε τους πολιτοφύλακες του Χαλιφάτου και όταν μπορούσε γύριζε σκηνές αγώνα, παρέχοντας έτσι μια πολύτιμη άμεση δημοσιογραφική μαρτυρία στο πεδίο των μαχών. Ήταν στην Tabqa που τον ονόμαζαν «δημοσιογράφο – μαχητή». Είναι επίσης ο συντάκτης του βιβλίου «No surrender», που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Alberto Marzocchi και συνεχίζει να διαδίδει και να ευαισθητοποιεί για την υπόθεση ενάντια στη  νοοτροπία του τρόμου, της κουρδικής αντίστασης και της επανάστασης στη Rojava στη σελίδα: https://www.facebook.com/Claudio-Locatelli-Il-giornalista-combattente-1918536748367010/

Locatelli, από τι γεννήθηκε αυτή η δραστική επιλογή να ενταχθείτε με τους κούρδους για να πολεμήσετε τους τζιχαντιστές στη Μέση Ανατολή;

Πρώτον, για έναν λόγο συνέπειας: δεν μπορούμε πάντα να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε ενάντια στα κακά του κόσμου και στη συνέχεια να μην κάνουμε τίποτα γι ‘αυτό. Πρώτα απ ‘όλα πρέπει να βάλουμε τα χέρια μας στη λάσπη, να βουτήξουμε στην πρώτη γραμμή. Για να αλλάξουμε τα πράγματα πρέπει να εργαστούμε σε πρώτο πρόσωπο, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα: λάβετε υπ όψιν για παράδειγμα ότι βρισκόμουν ήδη στο μέτωπο του σεισμού στην Amatrice, ακόμη νωρίτερα στην Εμίλια και στο Abruzzo και στο Veneto μετά την πλημμύρα. Ο δεύτερος λόγος είναι πιο συναισθηματικός: το 2014 υπήρξε εκείνο το μεγάλο κύμα βιαιοτήτων που μετατράπηκε σε μια γενοκτονία εις βάρος των γυναικών Yazidi. Εντυπωσιάστηκα πολύ από τις εικόνες που διοχέτευσαν οι ειδήσεις στην τηλεόραση, όπου υπήρχε ένας ολόκληρος λαός στο Σενγκάλ, μια πόλη που βρισκόταν στην ορεινή περιοχή με το ίδιο όνομα στο Ιράκ, η οποία δέχτηκε επίθεση από το Isis. Στη συνέχεια, το 2015 πήγα ως διεθνής παρατηρητής κατά τη διάρκεια του Νεβρόζ, κουρδικοί εορτασμοί, στην κουρδική πρωτεύουσα Ντιγιαρμπακίρ της Τουρκίας και συνάντησα εκεί στα στρατόπεδα Yazidi ολόκληρες οικογένειες προσφύγων, στις οποίες, όμως, έλειπαν οι κόρες. Αυτές είχαν απαχθεί και εξαναγκάστηκαν να γίνουν σκλάβες του σεξ από τους άνδρες του Χαλιφάτου, κατάλληλες μόνο στην ευχαρίστηση εκείνων των θηρίων: για μένα όλα αυτά ήταν ανυπόφορα. Αυτός ο τρόπος σκέψης, η ιδέα ότι υπήρχαν ακόμα οργανωμένες πραγματικότητες που έβλεπαν τις γυναίκες σαν αντικείμενα, σαν δευτερεύουσες πραγματικότητες για μένα δεν ήταν πλέον αποδεκτό. Αυτοί οι λόγοι με έσπρωξαν να διακινδυνεύσω τη ζωή μου σε πρώτο πρόσωπο. Θέλω όμως να διευκρινίσω ότι το ISIS δεν είναι μόνο μια τρομοκρατική ομάδα. Το Isis είναι φασισμός, είναι σεξισμός, είναι θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, είναι η ιδέα πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη βία στην πολιτική, με λίγα λόγια, όλα αυτά τα πράγματα κατά των οποίων έχω αγωνιστεί πάντα στη ζωή μου, προφανώς όχι με το καλάσνικοφ στο χέρι, ενώ στη Συρία ήταν καθήκον να το κάνω και με αυτό τον τρόπο.

Γιατί γοητευτήκατε τόσο πολύ από το κουρδικό ζήτημα και ιδιαίτερα από τις Ypg;

Εκτός από το να πολεμούμε ενάντια σε κάτι πρέπει πάντα να παλεύουμε για κάτι: ας το παραδεχτούμε, δεν θα είχα κατέβει να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή μου μόνο και μόνο για την καταπολέμηση του ισλαμικού κράτους, το έκανα και για να φέρω κάτι καλύτερο. Οι YPG, οι YPJ, οι αντρικές μονάδες και οι γυναικείες μονάδες της πρώτης αντίστασης της Kobane το 2015, είναι ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφάσισα να πολεμήσω. Ήταν και εξακολουθούν να είναι μια ελπίδα για ολόκληρο τον κόσμο. Όταν στις 17 του οκτωβρίου 2017 έπεσε η Raqqa, δεν υπήρξε ένας άνθρωπος στον κόσμο που δεν χάρηκε, που δεν ήταν περήφανος για το αίμα των νεκρών συντροφισσών και συντρόφων μου που έπεσαν για να την απελευθερώσουν και να ελευθερώσουν ως εκ τούτου ολόκληρο τον κόσμο. Το κουρδικό ζήτημα εμπλέκεται σε αυτό, οι κούρδοι είναι ο πρώτος καταπιεσμένος λαός, χωρίς εδαφικότητα, έδωσαν τα πάντα για μας. Θυμάμαι ότι η μάχη τους εναντίον του ISIS είναι μια μάχη για ολόκληρο τον κόσμο. Επί πλέον υπάρχει η επανάσταση για τις γυναίκες, μια επανάσταση που ο κουρδικός λαός στην Rojava οδηγεί με αποφασιστικότητα και δύναμη.

Επί του παρόντος, τα φώτα της δημοσιότητας των μέσων μαζικής ενημέρωσης επάνω στα συριακά γεγονότα φαίνεται να έχει σκιάσει, σαν να έχει τελικά ηττηθεί οριστικά το ISIS, και παρ ‘όλα αυτά συνεχίζονται οι μάχες, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς, απολύτως! Πρώτα απ ‘όλα θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι το Isis δεν νικήθηκε ως νοοτροπία, στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως ένας τρόπος σκέψης. Ένας εξτρεμιστικός τρόπος που θα ήθελε τη γυναίκα μόνο στην κουζίνα, μια στάση, μια συμπεριφορά, μια οπτική των πραγμάτων που ο καθένας και από από εμάς θα μπορούσε να αναλάβει. Θυμάμαι ότι οι ευρωπαίοι τρομοκράτες που εντάχθηκαν στο ISIS, συχνά άνθρωποι απροσάρμοστοι, ήταν υποκείμενα με αυτή τη νοοτροπία. Οπότε αυτή η φάση εξακολουθεί να υπάρχει εκεί πέρα. Αντίθετα, στρατιωτικά αντιστέκεται στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη, υπάρχουν κύτταρα στη Βοσνία και την Αλβανία και μικρότερα στην Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Λίβανο. Θυμάμαι ότι μόνο πριν από δύο μήνες οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες οδήγησαν σε 14 συλλήψεις μεταξύ των δικτύων τζιχαντιστών. Στο Udine ένα αγοράκι παραλίγο να τινάξει στον αέρα τον εαυτό του σε ένα γυμνάσιο. Το Isis εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Έχουμε εξολοθρεύσει το κύριο στρατιωτικό κέντρο τους, αλλά πρέπει ακόμα να πολεμήσουμε σε υψηλά επίπεδα. Στη Συρία, στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα με το Ιράκ, αναμένουμε να συλλάβουμε τον Abū Bakr al-Baghdādī ήτοι τον ιδρυτή του Isis τους προσεχείς μήνες. Ήδη τον περασμένο μήνα συλλάβαμε τον εκπρόσωπό τους και ακόμη νωρίτερα έναν από τους αρχιτέκτονες της επίθεσης της 11ης σεπτεμβρίου, που κατέληξε στις φυλακές του Assad και στη συνέχεια στρατολογήθηκε με το Χαλιφάτο. Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, πολεμούμε, παρά το γεγονός ότι ο κόσμος στράφηκε προς την άλλη πλευρά. Η άλλη ζώνη μάχης στη Συρία αυτή τη στιγμή είναι η ερημική περιοχή, όπου βρίσκονται μικρά χωριά. Σήμερα είναι εκεί ο Botan, ένα αγόρι από τη Varese με τον οποίο πολέμησα στην Raqqa, ο Paolo «Azadi» και πολλοί άλλοι σύντροφοι μου συμπολεμιστές.

Από τα διαρρεύσαντα νέα, φαίνεται ότι οι στρατιώτες του Χαλιφάτου είχαν εξειδικευμένα, σύγχρονα όπλα, ποιοι τους τα προμηθεύουν;

Το Isis ή το Daesh υποστηρίχθηκε από τα ταμεία της Σαουδικής Αραβίας και του Quatar. Θυμάμαι λοιπόν ότι αρχικά οι ΗΠΑ και η Ευρώπη χρηματοδότησαν επίσης τζιχάντ ομάδες ενάντια στον Assad. Ορισμένα από τα χρήματα που προέρχονται από τους φόρους μας και από τους υπόλοιπους ευρωπαίους φορολογούμενους κατέληξαν επίσης σε αυτές τις ομάδες, μερικές από τις οποίες έφτασαν στη συνέχεια να ενωθούν με το ISIS. Όταν κάποιος λέει ότι η Αμερική έχει δημιουργήσει το ISIS, είναι λάθος: μάλλον είναι σωστό να πούμε ότι η Αμερική δημιούργησε το υπόβαθρο από το οποίο γεννήθηκε το ISIS. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το Χαλιφάτο έχει ισχυρές διεθνείς ρίζες, καταφέρνει να αποκτά «ισλαμικές δωρεές» από διάφορα μέρη του κόσμου. Όσον αφορά τα όπλα, μπορώ να σας πω ότι, ενώ για παράδειγμα στη Raqqa εμείς χρησιμοποιούσαμε drones με απλές κάμερες, το ISIS χρησιμοποίησε οπλισμένα drones, έκαστο των οποίων έχει κόστος περίπου 60.000 ευρώ. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τα τεράστια χρηματικά διαθέσιμα.

Οι αμερικανοί που είχαν κάποτε βοηθήσει την κουρδική επίθεση, φαίνεται να έχουν παρατήσει τους συμμάχους τους: τι σου ανέφεραν οι σύντροφοί σου σχετικά με αυτό;

Οι αμερικανοί υπήρξαν ναι σύμμαχοι μας,αλλά μόνο στρατιωτικά. Ποτέ δεν αποδεχθήκαμε κάποιον πολιτικό συμβιβασμό στην επανάσταση της Rojava. Θυμάμαι ότι ακόμη και ο Κάστρο στην πρώτη φάση της επανάστασης του στην Κούβα άντλησε κεφάλαια που είχαν συγκεντρωθεί στις ΗΠΑ. Στην αρχική φάση μια επανάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς συμμάχους. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Αμερική δεν είναι σύμμαχος εμπιστοσύνης. Αν είχατε τον τρόπο να διαβάσετε το βιβλίο μου, θα είχατε διαβάσει ότι ακόμα και προτού επαληθευτεί αυτό, γνωρίζαμε ότι εκείνη που αποκαλούσα «ημέρα προδοσίας» θα έρθει: όχι επειδή είμαστε προφήτες, αλλά επειδή γνωρίζουμε να διαβάζουμε την ιστορία, ήταν σαφές ότι θα γίνονταν αυτό. 

Οι αμερικανοί ήταν η αεροπορία μας ενάντια στους ισλαμιστές τρομοκράτες, αλλά δεν υπήρξαν τέτοιοι στην Αφρίν. Στις 18 μαρτίου η ελεύθερη πόλη μας έπεσε, εισέβαλε πίσω από τις πλάτες μας η Τουρκία. Οι αμερικανοί μας εγκατέλειψαν, αφήνοντάς τους να εισβάλουν στα μέρη μας μετά από έναν ανταρτοπόλεμο δύο μηνών, που διεξήχθη εναντίον ενός στρατιωτικού συνόλου που είχε εξοπλισμό που δεν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε. Εκεί χάσαμε εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες. Ένα πράγμα που μπορώ να προσθέσω είναι ότι επί του παρόντος μια άλλη θέση είναι εκείνη της Γαλλίας, η οποία θέλει να αποκαταστήσει μια παγκόσμια σύλληψη-επιρροή ισχυρής γεωπολιτικής. Έχουν αναπτύξει στρατεύματα στο έδαφος, τα οποία δεν χρησιμοποιούν. Συντονίζονται μαζί μας από την άποψη της εφοδιαστικής, αλλά δεν κάνουν τίποτα αυτή τη στιγμή. Ελπίζουν ότι από τη στιγμή που θα φύγουν οι αμερικανοί θα μπορούν να πάρουν τον έλεγχο της περιοχής υφαίνοντας μια συμμαχία μαζί μας. Είμαστε πολύτιμοι τόσο για τους αμερικανούς όσο και για τους γάλλους, επειδή αποτελούμε την τελευταία σταθερή πραγματικότητα ενάντια στο ισλαμικό κράτος, δεν στεκόμαστε στο πλευρό του Άσαντ που δεν είναι σύμμαχός μας, αλλά δεν είναι ούτε και εχθρός μας.

Αυτή τη στιγμή, απ’ ότι γνωρίζετε, πόσοι ιταλοί είναι στρατευμένοι και πολεμούν ανάμεσα στις κουρδικές γραμμές;

Μπορώ να σου πω ότι από το 2015 περίπου είκοσι ιταλοί έχουν συμμετάσχει στην επίθεση εναντίον του ISIS με το κουρδικό στρατό. Υπήρχαν τέσσερις από εμάς στη Raqqa: εγώ, ο Botan, ένα αγόρι από το Τορίνο και ένα άλλο αγόρι από τη Senigallia.

Θα ξαναφύγεις για το μέτωπο;

Έδωσα την συμβολή μου, θέτοντας τη ζωή μου σε κίνδυνο, αλλά η μάχη δεν σταματά στο πεδίο. Προς το παρόν προσπαθώ να διαθέσω τις ικανότητές μου, τα μέσα επικοινωνίας μου για να υποστηρίξω την υπόθεση. Αλλά αν η Τουρκία επιτεθεί σε ολόκληρη την επανάσταση μας, ειδικά αν επιτεθεί για να πάρει την Qamişlo, που για μένα είναι πολύ συμβολική επειδή είναι η μεγαλύτερη πόλη που έχουμε, αν δεν ήταν απλώς μια χαμένη μάχη, αλλά ολόκληρη η επανάσταση να καταρρέει, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω εδώ να παρακολουθώ.

Μια τελευταία ερώτηση, διαφορετικού χαρακτήρα από τις προηγούμενες: σε περισσότερες από μία συνεντεύξεις, ο δημοσιογράφος σε υπηρεσία σας ρώτησε αν έχετε σκοτώσει εχθρούς. Ίσως ελπίζοντας στoν εντυπωσιασμό sensazionalità μιας απάντησης, προσποιούμενος πως ξεχνά ότι στον πόλεμο δεν πηγαίνει κάποιος για να παίξει;

Ακριβώς, συχνά θέτοντας μου τέτοιες ερωτήσεις αναζητούν τον εντυπωσιαμό, ξεχνώντας ότι είναι ένας πόλεμος. Όπως έχω πει επανειλημμένα, σιχαίνομαι τον πόλεμο: πρέπει πάντα να αποφεύγεται ως αποτυχία κάθε διπλωματίας. Βεβαίως, η κατοχή, η ζωή σε καταπίεση δεν αποτελεί εναλλακτική λύση, όπως δεν αποτελεί εναλλακτική να αφήνεις εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες να πεθάνουν. Δεν νομίζω λοιπόν ότι είναι μια κατάλληλη ερώτηση: δεν είναι ένα παιχνίδι, δεν βρεθήκαμε εκεί για να παίξουμε. Ήταν μια θυσία που κάναμε και πολλοί από μας πέθαναν.

Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δύο εμπνευσμένες προσωπικότητες της διαδρομής μου ήταν ο Νέλσον Μαντέλα και ο Φιντέλ Κάστρο. Το 2008 είχα δώσει το λόγο μου ότι θα πήγαινα στην κηδεία και των δύο και έτσι έγινε. Το 2013 ήμουν στην κηδεία του Μαντέλα και το 2016 σε εκείνη του Κάστρο. Αυτό για να εξηγήσω ποια είναι η ψυχολογική και πολιτική μου πορεία, και πώς έφτασα να επιλέξω να αφιερώσω τη ζωή μου σε κάτι τόσο βαθύ όπως εκείνο για το οποίο μιλήσαμε.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Τα “gas news” γύρω από τον πόλεμο που δεν πρέπει να τελειώσει

 

Έχουμε δεκάδες φορές – σχετικά με τη Συρία και την γεμάτη ψέμματα κολοσσιαία ενημερωτική εκστρατεία, τα fake news, που χτίστηκε εναντίον αυτού του λαού – εκφραστεί. Αυτή τη φορά απλά περιοριζόμαστε να αναδημοσιεύσουμε το άρθρο που δημοσιεύθηκε χθες στο Μανιφέστο του Tommaso Di Francesco, του οποίου μοιραζόμαστε κάθε σημείο και, ιδίως, τη βασική θέση: ο πόλεμος στη Συρία δεν πρέπει να σταματήσει, δεν πρέπει να τελειώσει, γιατί θα πιστοποιεί την ήττα του δυτικού πολέμου μεσολάβησης, proxy war, και, αντίθετα, τον γεωπολιτικό θρίαμβο της Ρωσίας στο να διατηρήσει τη Συρία ενιαίο και κυρίαρχο Κράτος. Η πολυσυζητημένη φάρσα, η νέα προσπάθεια εξαπάτησης σχετικά με τη χρήση χημικών όπλων που οδήγησε στους βομβαρδισμούς χρειάζεται ακριβώς γι αυτό: να αναγκάσει την κοινή γνώμη να εγκρίνει την άμεση επέμβαση των Δυτικών, στην περίπτωση αυτή, την νεο-αποικιοκρατική γαλλο-αμερικανική συμμαχία. Παρακάτω, στη συνέχεια, το κομμάτι του Di Francesco, ένα άρθρο που τελικά έχει το θάρρος να επανασχηματίσει μερικές έννοιες, που μας έχουν ξεφύγει τελείως. Για παράδειγμα, τα εξής: «τον ρόλο των τζιχαντιστών του Isis, της αλ-Κάιντα και των συνδεδεμένων γαλαξιών με αυτούς, που όταν κάνουν επιθέσεις στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι »τρομοκράτες» ενώ στη Συρία είναι »αντιπολίτευση»».

του Tommaso Di Francesco (qui) εδώ

Ο πόλεμος στη Συρία δεν πρέπει να τελειώσει. Αυτή φαίνεται να είναι η υπόθεση, η δέσμευση των βεβιασμένων γεγονότων που τρέχουν και διεξάγονται υπό την επήρεια των εκθέσεων και των αφηγήσεων των μέσων μαζικής ενημέρωσης που πυροβολούν την βεβαιότητα, η οποία είναι τελείως διαφορετική και δεν έχει ποτέ επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές, ενός βομβαρδισμού «νιτρικού αερίου» ή «χλωρίου», με εκατό θύματα και τα μάτια των παιδιών – που ζουν ευτυχώς – ριγμένα στην πρώτη σελίδα. Εδώ είμαστε και πάλι. Φοβόμαστε ότι για άλλη μια φορά η αλήθεια επιστρέφει να είναι το πρώτο θύμα του πολέμου. Ειδικά εκείνου της Συρίας, ενός πολέμου με πληρεξούσιο, ο οποίος είδε μαζί με τα 400 χιλιάδες θύματα και μια χώρα μειωμένη σε ερείπια, τις χιλιάδες εμπλοκές της Δύσης, των περιφερειακών δυνάμεων αρχίζοντας με το νότιο προπύργιο του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, τον ρόλο των τζιχαντιστών του Isis , της Αλ Κάιντα και των συναφών γαλαξιών, οι οποίοι όταν κάνουν επιθέσεις στην Ευρώπη και στις States είναι «τρομοκράτες», ενώ στη Συρία είναι «αντιπολίτευση». Ο πόλεμος γίνεται επίσης και στα λόγια.

Μεταξύ των αμφιβολιών που προκύπτουν, υπάρχει ένα συγκεκριμένο γεγονός, ένα déjà vu: η επιδρομή ισραηλινών αεριωθούμενων που στάλθηκαν από τον «ανθρωπιστή» Νετανιάχου για να χτυπήσει μια αεροπορική βάση της Συρίας, με άλλα θύματα, πολίτες και όχι. Το συμβάν ρίχνει άπλετο φως σε μια τραγωδία που τροφοδοτήθηκε από το ξεκίνημα της για να αποσταθεροποιήσει τη Συρία έτσι όπως με «επιτυχία» είχε συμβεί στη Λιβύη. Και η οποία, όπως και αν την ονομάσουμε, βλέπει τις ζωές των αμάχων, γυναικών, ηλικιωμένων, παιδιών στο έλεος των αντιτιθέμενων μετώπων. Γιατί; Επειδή μας επιτρέπει να καταλάβουμε τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Ο πόλεμος, που στην πραγματικότητα εκ των πραγμάτων έχει κερδηθεί από τον Άσαντ και από το μέτωπο που τον στηρίζει, τη Ρωσία και το Ιράν, και στο οποίο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Άγκυρα προστέθηκε και η ατλαντική Τουρκία, δεν πρέπει και δεν μπορεί να τελειώσει με το αποσταθεροποιητικό αποτέλεσμα της ήττας του άξονα των σουνιτών υπό την ηγεσία της σαουδικής Αραβίας, τον άξονα που ξεκίνησε από το συνασπισμό των Φίλων της Συρίας το 2012-2013, που σφραγίστηκε λίγους μήνες πριν από τον Trump με την προμήθεια 100 δις σε όπλα στο καθεστώς των Saud, που τώρα πηγαίνουν σε επαγγελματικό ταξίδι, από την Αίγυπτο του αλ-Σίσι στη Βρετανία (όπου η αφήγηση του «αερίου Σαρίν στη Συρία συνδέεται με την υπόθεση Skripal» επαναλαμβάνεται από την Karen Pierce, πρέσβειρα στα Ηνωμένων Εθνών του Λονδίνου). Έτσι, ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση της Δαμασκού ανέκτησε εκ των πραγμάτων περισσότερα από τα δύο τρίτα της Χώρας, εργάζεται στην ανοικοδόμηση πολλών πόλεων ξεκινώντας από το θαύμα σε στάχτες του Χαλεπίου, και ενώ διαπραγματεύεται με τους τελευταίους τζιχαντιστές της Ghouta ώστε να αποσυρθούν προς το φονταμενταλιστικό οχυρό που τους έχει απομείνει της Idlib, να που ξεσπά η επιχείρηση «gas Sarin».

Έτσι αμέσως φτάνουν τα «λευκά κράνη» – που αποθεώνονται στη Δύση, μιας και βρίσκονται υπό την αιγίδα της σαουδικής Αραβίας και παρόντες μόνο στις περιοχές που ελέγχονται από την Αλ Κάιντα (έχετε δει ποτέ «λευκά κράνη» να περιθάλπουν τους αμάχους των σφαγών στη Δαμασκό που προκαλούνται από τα χτυπήματα που ξεκινούν από τις περιοχές που ελέγχονται από την αλ Κάιντα;). Πρόκειται για μια «επιχείρηση» που αναμένονταν, μετά τις προηγούμενες του 2013 και του 2017. Και για να είναι αληθοφανής πρέπει όμως να αποδεικνύει μια θέση: ότι ο Assad παίζει στην πολιτική αυτοκτονία ενώ κερδίζει και παρουσία του ρωσικού στρατιωτικού ελέγχου υπό την παρακολούθηση του ΟΗΕ και ολόκληρου του κόσμου. Ωστόσο, ο Άσαντ, ο οποίος δεν είναι αφελής και που για να παραμείνει στη σέλα, σίγουρα έχει πλήξει ένα μέρος του λαού του, θέλει οτιδήποτε άλλο εκτός από το να αυτοκτονήσει πολιτικά. Τώρα η Δαμασκός και η Ρωσία απορρίπτουν κάθε κατηγορία. Έτσι ποιος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνος για την υποτιθέμενη επίθεση με νευρικό αέριο ή χλώριο;

Για να απαντήσουμε, πρέπει να υπογραμμιστούν τρία στοιχεία: οι δύο υποτιθέμενες προηγούμενες επιθέσεις, η τρέχουσα κρίση της νομιμότητας του Τράμπ που έχει τραβήξει τη σκανδάλη των δασμών και εξακολουθεί να υφίσταται τα πυρά για το Russiagate, ο ρόλος του Ισραήλ που παίζει με εγκληματική υπεροψία και άλλη τόση ατιμωρησία το παιχνίδι της σκοποβολής με τη ζωή των παλαιστινίων πολιτών στη Γάζα.

Οι προηγούμενες λοιπόν.

Στις 21 αυγούστου 2013 και πάλι στη Ghouta σύμφωνα με τον σημαντικότερο ερευνητή δημοσιογράφο στον κόσμο, τον Seymour Hersh Βραβείο Pulitzer για το ρεπορτάζ σχετικά με τη σφαγή του My Lai στο Βιετνάμ, όταν τον μάρτιο του 1968 οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σφαγίασαν εν ψυχρώ 109 αμάχους και υπεύθυνος για τις αποκαλύψεις σχετικά με τις βαρβαρότητες στο Ιράκ στη φυλακή του Abu Ghraib. Η επίθεση, από άμεσες πηγές που συνέλεξε ο Χερς τόσο στη Συρία όσο και ανάμεσα στις κορυφαίες σφαίρες της αμερικανικής intelligence, δεν ήταν τέργο του καθεστώτος Assad, αλλά των τζιχαντιστών με την υποστήριξη του Ερντογάν. Για μια επιχείρηση που αποσκοπούσε να κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να εισέλθουν αμέσως στον πόλεμο οι οποίες με τον Ομπάμα είχαν προειδοποιήσει ότι η χρήση χημικών όπλων θα είχε υπερβεί «την κόκκινη γραμμή».  Η επέμβαση αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή λόγω της διαμεσολάβησης της Ρωσίας, του πάπα Bergoglio που κάλεσε τον κόσμο να προσευχηθεί κατά της διεύρυνσης της σύγκρουσης, και των Ηνωμένων Εθνών, που στο τέλος του 2014 μετά από μια αποστολή απομάκρυνσης των χημικών όπλων, αποφάσισε με τη συμφωνία όλων ότι δεν υπήρχαν πλέον στη Συρία. Το δεύτερο προηγούμενο, της 4ης απριλίου 2017 μόλις πριν από ένα χρόνο στο Khan Sheikhoun, με 72 απώλειες αμάχων ως αποτέλεσμα μιας βόμβας που έπεσε από την συριακή πολεμική αεροπορία η οποία, για τις δυτικές χώρες ήταν «φυσικού αερίου Sarin», και στο οποίο ακολούθησε, ωστόσο, με διακομματικούς επαίνους από ρεπουμπλικανούς και δημοκρατικούς ΗΠΑ, και του μισού κόσμου, η εκτόξευση 59 πυραύλων Tomahawak σε μια συριακή αεροπορική βάση που χρησιμοποιούνταν επίσης από τους Ρώσους. Η νέα έρευνα του Seymour Hersh (εμφανίστηκε στην Welt am Sonntag) έχει δείξει, έχοντας ακούσει πηγές του establishment των μυστικών υπηρεσιών ΗΠΑ, ότι η βόμβα δεν μπορούσε να έχει φορτωθεί με αέριο νεύρων, επειδή υπήρχε μια συμφωνία «deconfliction« μεταξύ των αμερικανικών και των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, ακριβώς για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες άμεσες συγκρούσεις, σύμφωνα με την οποίαν οι ρώσοι είχαν προηγουμένως παράσχει τις λεπτομέρειες του βομβαρδισμού. «Δεν ήταν μια επίθεση με χημικά όπλα – αποκάλυψε στον Hersh ένας έμπειρος σύμβουλος της αμερικανικής intelligence – Είναι ένα παραμύθι. Αν συνέβαινε πραγματικά έτσι, όλοι όσοι ασχολούνταν με τη μεταφορά, τη φόρτωση και τον οπλισμό του όπλου … θα φορούσαν προστατευτικό ρουχισμό Hazmat για την περίπτωση διαρροών. Θα υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης χωρίς αυτά τα ρούχα «. Ποια ήταν η αλήθεια: ότι η θανατηφόρα βόμβα είχε χτυπήσει μια αποθήκη όπλων και χημικών προϊόντων τινάζοντας την στον αέρα, πολλά από τα οποία κατέληξαν στους τζιχαντιστές χάρη στις προμήθειες που δόθηκαν στη λεγόμενη «συριακή αντιπολίτευση», της οποίας η αμερικανική υποστήριξη ήταν μια αποτυχία, το παραδέχτηκε επίσημα η CIA . Και, κατηγορεί ο Χερς: προμήθειες που έφθασαν λόγω της ρητής βούλησης της τότε υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον.

Ερχόμαστε στο ρόλο του Trump, που βρίσκεται να κατηγορείται από σχεδόν όλο τον αμερικανικό Τύπο – εκτός από την εφημερίδα της Βοστώνης Globe – και του γερουσιαστή McCain («ήρωα» του πολέμου του Βιετνάμ επειδή έριχνε ναπάλμ και πράκτορα Orange στα αγροτικά χωριά) – για την αμερικανική απόσυρση από την Συρία. Τώρα ο λαϊκιστής Trump ετοιμάζεται να βομβαρδίζει, δεδομένου ότι λαμβάνει μεγαλύτερη συναίνεση μιας και από απομονωτιστής παντρεύεται τον μιλιταρισμό του «ανθρωπιστικού πολέμου» που κουβαλάει πολύ από «αριστερά». Με συνέπειες αυτή την περίοδο, να λέμε το λιγότερο, αντιπαραγωγικές: ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος δεν είναι πλέον «σε κομματάκια».

Τελευταία εκτίμηση: τι θέλει το Ισραήλ; Ατιμώρητο για τις σφαγές αμάχων στη Γάζα, έχει ως στόχο την πρόκληση, την προβοκάτσια, με νέες επιδρομές στη Συρία. Ο πρώτος στόχος είναι να ανοίξει το μέτωπο του Ιράν, μετά να συμμετάσχει στη διαίρεση, στον διαμελισμό της χώρας της οποίας το Γκολάν έχει από καιρό καταλάβει, και τώρα να διασώσει βοηθώντας τον, τον Τράμπ μετατρεπόμενο σε αεροπορία του, και για να τον ανταμείψει για την εγκληματική του απόφαση να μετακινήσει την αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ τον μάιο. Εν ολίγοις, αξίζει να πιστεύουμε στην πραγματική δημοσιογραφία, της έρευνας, της διερεύνησης. Και να μην αποδεχόμαστε τις mainstream εκδοχές ευκολίας του ποιος είναι ο πρώτος υπεύθυνος βάρδιας για τον πόλεμο .

2898 letture totali συνολικές αναγνώσεις 34 letture oggi σήμερα
ένοπλη πάλη, lotta armata

Sergio Segio: “Να γιατί ξεκίνησε (και τέλειωσε) η ένοπλη πάλη”

 

“Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε μηχανισμούς εξαπάτησης, συνωμοσιολογία. Όσο αφορά την Prima Linea δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, έτσι όπως και Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατευθύνονταν από ψηλά ”

 

Συνελήφθη το 1983: προετοίμαζε μια επίθεση στην ειδική φυλακή της Fossombrone. Εξέτισε μια ποινή 22 ετών, ο Sergio Segio, τελευταίος που βγήκε από τη φυλακή μεταξύ των πρώην μαχητών της Front Line, Πρώτης Γραμμής, μεταξύ των κυριότερων ιταλικών τρομοκρατικών οργανώσεων (της οποίας υπήρξε ένας από τους ιδρυτές), συμμετέχει πλέον στην κοινωνική εργασία, όσον αφορά τα ζητήματα του σωφρονιστικού συστήματος και της δικαιοσύνης, των ναρκωτικών και της τοξικομανίας, του εθελοντισμού και των νέων κινημάτων. Είναι δημοσιογράφος, δημιουργός και συντάκτης της Έκθεσης για τα Global Rights, που δημοσιεύεται ετησίως από τις εκδόσεις Ediesse. Είχε την ευθύνη της επικοινωνίας του Abele Group και μεταξύ των στενότερων συνεργατών του don Luigi Ciotti. Σχεδίασε και δημιούργησε το Social Yearbook, το οποίο δημοσιεύθηκε για μερικά χρόνια από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli και διηύθηνε τα περιοδικά Narcomafie και Fuoriluogo. Συνεργάζεται με το συνδικάτο CGIL και άλλες εμπειρίες του συνεταιρίζεσθαι. Και μόλις δημοσίευσε ένα βιβλίο: «Μια ζωή στην πρώτη γραμμή» (εκδοτικός οίκος Rizzoli, 400 σελίδες, € 18.50).

Γιατί αυτό το βιβλίο;
«Για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια και τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή να πάρουμε στα χέρια τα όπλα. Στη συνέχεια προσπάθησα επίσης να κρατήσω μαζί το παρελθόν με το παρόν για να επεξεργαστώ την περίπτωση, την υπόθεση «.

Η διάθεση σας τώρα που σκέφτεστε τα χρόνια της στράτευσης;
«Είμαι ήρεμος σε σχέση με αυτά, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν λυπάμαι για εκείνο που έκανα».  

Είκοσι χρόνια στη φυλακή. Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα …
«Δίνουν την αίσθηση της αλλαγής. Αυτή είναι η τρίτη ζωή μου. Υπήρξε η στράτευση, η φυλακή (μια μεγάλη αναμονή) και τώρα το μετά τη φυλακή ».

Il libro/ Το βιβλίο, Διοικητής Sirio, O μύθος του. Comandante Sirio. Il suo mito: Simon Wiesenthal. Ο Sergio Segio ξεκινά την πολιτική στράτευση του στην Lotta Continua στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα, έξω από τα εργοστάσια του Sesto S. Giovanni, τo »Στάλινγκραντ της Ιταλίας» –  “Stalingrado d’Italia” (segue…)  ακολουθεί…

Πότε ξεκίνησε η περιπέτεια της Prima Linea;
«Επισήμως το 1976, αλλά το στρατευμένο σώμα ήταν ενεργό από τα προηγούμενα χρόνια. Η έκρηξη έγινε την εποχή του κινήματος του ’77. Οι Br δεν προσαρμόστηκαν στις αλλαγές εκείνων των ετών. Έτσι, η στράτευση στην Pl εξαπλώθηκε, η οποία ήταν προγραμματιστικά μέσα στο εκκολαπτόμενο κίνημα, του οποίου είχε σκοπό να βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή» «.

Ποιοι ήταν οι πρώτοι μαχητές;
»Οι πρώτοι προέρχονταν από τη Lotta Continua και, σε μικρότερο βαθμό, από το Potere Operaio».

Οι Br και η Pl δεν σχετίστηκαν ποτέ, αντίθετα. Ποιες ήταν οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων;
«Οι Br είχαν την τάση να θεωρούν τους εαυτούς τους ως την πολιτική διεύθυνση των κινημάτων, ενώ αντίθετα, η Pl υποστήριζε και διεκδικούσε τη δική της αποστολή σε μια εσωτερική διασύνδεση και σχέση με το κίνημα».

Ποιο είναι το επεισόδιο που σηματοδοτεί το τέλος της Pl;
«Ο θάνατος των συντρόφων Κάρλα και Τσάρλι, Carla e Charlie, που εξαπέλυσε εκείνη που εγώ αποκαλώ μανία του ταύρου στην αρένα. Έκτοτε υπήρξε ένα παιχνίδι ανύψωσης των επιπέδων σύγκρουσης. Έτρεχε το 1979. Όλοι ήθελαν να μπουν στη μάχη και κανείς πλέον δεν νοιαζόταν για την πολιτική παρέμβαση στην επικράτεια, τη διεύρυνση της συναίνεσης σε συγκεκριμένες καταστάσεις, στην καθημερινότητα, το έργο της έρευνας »

Πώς είναι ο κόσμος στον οποίον ζείτε;                                                                                «Ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Έχουμε περάσει από έναν κόσμο χωρισμένο σε δύο μπλοκ σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον ο ψυχρός πόλεμος, τα αντιτιθέμενα μπλοκ, το συγκρουσιακό κίνημα των φοιτητών και των εργατών εναντίον της αστυνομίας και των θεσμών ».

Το τείχος του Βερολίνου έπεσε ενώ ήσασταν στη φυλακή. Ποια ιστορική σημασία αποδίδετε στο γεγονός;
«Η πτώση του τοίχου είναι το σύμβολο της πτώσης των αξιών του ‘900».

Αφήσατε το Μιλάνο στη δεκαετία του ’80 για να το δείτε ξανά μετά από 22 χρόνια φυλάκισης στον εικοστό πρώτο αιώνα. Πώς το βρήκατε;
«Εντελώς διαφορετικό: από αρχιτεκτονική, πολεοδομική και κοινωνική σκοπιά. Οι μοναξιές έχουν αυξηθεί. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, το Μιλάνο είχε τη διάσταση μιας κοινότητας, παρά τις διαμάχες του και τις πληγές. Το Μιλάνο που βρήκα ξανά είκοσι χρόνια αργότερα έγινε ένα συγκρότημα κατοικιών, μια συνύπαρξη, συγκατοίκηση που πλέον δεν συνδέεται με μια υπόθεση κοινού ενδιαφέροντος. Βρίσκω τον εαυτό μου σε αυτό που είπε ο αρχιεπίσκοπος Tettamanzi δηλαδή ότι υπάρχει κίνδυνος μιας υπαρξιακής εκριζωμένης κατάστασης για όσους ζουν σε αυτή την πόλη ».

Η αστυνομία της δεκαετίας του ’70 για την οποίαν μιλάτε στο βιβλίο σας είναι ένας μη δημοκρατικός θεσμός. Και αυτή του σήμερα;
«Τότε οι περισσότεροι αρχηγοί της αστυνομίας προέρχονταν από τις τάξεις του φασισμού. Το παρόν είναι ένα άλλο πράγμα. Έχω αλλάξει εγώ. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Και η αστυνομία άλλαξε έντονα. Αλλά θα έλεγα ότι δεν έχει αλλάξει τελείως. Ο καραμπινιέρος που πυροβόλησε στη Γένοβα, σκοτώνοντας τον Carlo Giuliani στη G8, μας θύμισε, για παράδειγμα, ότι όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, υπήρχαν εκείνοι που γιόρταζαν το νεκρό αγόρι. Προφανώς υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να βελτιωθούν …

Μετά από 22 χρόνια φυλάκισης, μόλις αποκτήσατε το διαβατήριο, ποια ήταν τα πρώτα ταξίδια;
«Έκανα τα πρώτα ταξίδια μου στο Νταχάου, στο Μαουτχάουζεν, στο Gusen και στο Harteim. Χρειαζόμουν να ξαναβρώ εκείνες τις αλήθειες, σήμερα απομακρυσμένες και ανείπωτες, και εκείνα τα θεμελιώδη κομμάτια της συλλογικής ταυτότητας που κατέληξαν στην άλεση των συνοπτικών κρίσεων. Αμέσως μετά τα ταξίδια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επισκέφθηκα το γκουλάγκ του Τίτο, στο Goli Otok. Υπάρχουν τα ερείπια από τις παράγκες και τα εργαστήρια, ενώ η φύση έχει πάρει το πάνω χέρι παντού. Δεν γνωρίζουμε πόσοι ήταν εδώ οι εκτοπισμένοι, οι επίσημοι αριθμοί είναι σίγουρα μικρότεροι. Αλλά οι μαρτυρίες των βετεράνων μετριούνται στα χέρια. Ακόμα, αναρωτιέμαι γιατί, δεν μπορεί να είναι λόγω του φόβου για βεντέτες ή λόγω της τήρησης των ενδείξεων της PCI του Togliatti, οι οποίες επέβαλαν απόλυτη σιωπή και ομερτά ».

Δίχως να εντάσσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα στη σιδερένια λογική του πολέμου, δεν μπορούμε να καταλάβουμε εκείνο το κομμάτι της ιστορίας, γράφετε. Αλλά ενοχές όταν σκοτώνατε δεν αιστανθήκατε ποτέ;
«Τη στιγμή εκείνη όχι. Σιγά σιγά καθώς διαχωριζόμασταν από τη λογική της βίας και εγκαταλείψαμε τα όπλα, άρχισε να αναδύεται η συνείδηση, να εμφανίζεται. Στη δεκαετία του ’70 δεν είχαμε καθαρό μυαλό, και με αυτό δεν ψάχνω δικαιολογίες. Πιστεύω όμως ότι σε κάθε πόλεμο καταλήγουμε να γινόμαστε θύματα μιας αναπόφευκτης δυναμικής που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την αίσθηση της ανθρωπιάς. Για να σκοτώσεις πρέπει να αρνηθείς την ανθρωπιά του άλλου ανθρώπου, ώστε να μην τον αναγνωρίζεις ως άτομο. Έτσι δεν έχεις τύψεις «.

Κάποιος είπε ότι ο ένοπλος αγώνας χρησιμοποιήθηκε-χειραγωγήθηκε από την εξουσία. Τι νομίζεις;
«Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε εξαπάτηση, μηχανορραφίες. Όσον αφορά την Prima Linea, δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, όπως ακριβώς οι Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατηύθυναν από ψηλά. Αλλά στην ιστορία των Br υπάρχουν αναπάντητα σημεία που πρέπει να εξερευνηθούν. Αυτές είναι λεπτομέρειες, όμως «.

Τι ρόλο είχαν οι μετανοούμενοι στην ήττα της τρομοκρατίας;
«Σχετικό. Οι μετανιωμένοι έγιναν ένα εργαλείο της διερεύνησης, των ερευνητικών αρχών, έχουν συμβάλει ίσως στην αποφυγή νέων επιθέσεων. Αλλά παραδόξως προκάλεσαν την αύξηση επίσης της διάρκειας και της τελικής έντασης του αγώνα. Εκείνοι που λένε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο δίνουν μια στρατιωτική ανάγνωση στο τέλος της τρομοκρατίας. Αλλά η πραγματική ήττα ήταν η πολιτική και πολιτιστική. Η στρατιωτική υπήρξε πράγματι προσωρινή «.

Ποια είναι η ήττα του ένοπλου αγώνα συνεπώς, που οφείλεται;
«Στη διάσταση, στον διαχωρισμό, ο οποίος προκάλεσε μια αναθεώρηση των μύθων από τους οποίους γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει τα θεμέλιά του».  

Στη δεκαετία του 60 γίνονταν αγώνες για το διαζύγιο. Σήμερα για τα Pacs ..
«Ναι. Είμαστε μια νέα κοινωνία που χρειάζεται νέα δικαιώματα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μαζί και προσποιούμαστε ότι δεν το βλέπουμε. Σε αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων πρέπει να δοθεί αντιθέτως μια νομική αναγνώριση ».

Ποια είναι η γνώμη σου για την αριστερά του Πρόντι;                                                     «Δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος για να μιλήσω για την πολιτική, αλλά μπορώ να πω ότι μπροστά στα προβλήματα των περιθωριοποιημένων, αυτό η αριστερά έχει ακόμα πολλά να κάνει». 

Nicole Cavazzuti

 

https://www.micciacorta.it/2015/09/sergio-segio-ecco-perche-inizio-e-fini-la-lotta-armata/