αυτονομία, autonomia

Η γειτονιά στον καιρό της αυτονομίας – Il quartiere al tempo dell’autonomia

Quand nous chanterons le temps des cerises,
Et gai rossignol, et merle moqueur
Seront tous en fàªte!
Les belles auront la folie en tàªte
(J.B. Clément: Le Temps des Cerises)

Garbatella. Ανοιξιάτικο βραδάκι στη σκιά του Palladium. Ανταλλάσσοντας φράσεις και εικόνες, ρήματα που υποβάλλονται από τη μνήμη, εκφράσεις σημαδεμένες από τον χρόνο κι όμως συζευγμένες στο παρόν, ονόματα συντρόφων και χαμένες βιογραφίες. Στην πινακίδα του θεάτρου της γειτονιάς ξεχωρίζουν τώρα ραντεβού τρίτης πανεπιστημίου. Για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του εβδομήντα, στο «σινεμά του μπαρ Foschi» υπήρχε ένα ολόκληρο φεστιβάλ ελαφριών ταινιών με κόκκινα φώτα, γεμάτες από Καυτά καλοκαίρια της Fanny ή Μαύρες Εμανουέλλες, που κάθε τόσο εναλλάσσονταν με επεισόδια του Dario Fo που έδινε το Mistero Buffo ή με τον Victor Cavallo που ήδη ανακοίνωνε, αυτοσχεδιάζοντας τες στον πάγκο κάποιας ταβέρνας, τις αναρχοκαταστασιακές επιδρομές του Scarface που «είναι dibartolomei και αρσενικός», «ψηφίζει κομμουνιστές και κρύβει τον baader στα σοκάκια της Ρώμης», «είναι πούστης romanista και φέρνει λουλούδια βλεμμάτων στον τάφο του maccarelli στη λεωφόρο tormarancio».

Χρειάστηκαν είκοσι πέντε χρόνια για να επιστρέψει από την εξορία της Γαλλίας και το συναισθηματικό αντίκτυπο ενός τέτοιου τόπου τον συνεπαίρνει πλήρως. Ακολουθεί τις καμπύλες που σχεδιάστηκαν από τον Innocenzo Sabbatini, τα κενά και την πληρότητα της αρχιτεκτονικής του, το τύμπανο και τις καμάρες που κόβονται στον τοίχο, μια κοιλότητα από τούβλα και τις κολώνες της εισόδου που στοχεύουν προς τα πάνω την στοά με τα μεγάλα παράθυρα. Στο χαρτί γλιστρούν σκίτσα με μολύβι και το τύμπανο του κτιρίου σπάει στη μέση με γραμμές δρόμων που από εδώ διακλαδίζονται σαν αστέρι ενώ, ανάμεσα σε ματιές γύρω και λέξεις που ξαναβρέθηκαν, παίρνουν ζωή ιστορίες και γεγονότα μιας μακράς εποχής που ονομάζονταν αυτονομία.

“Σε μια τέτοια πλατεία την πρώτη φορά που έβαλα το πόδι μου ήμουν δεκαέξι χρόνων, την τελευταία μια δεκαριά περισσότερα. Από εδώ, κατά μήκος της Via Cravero, κατέβαιναν οι πορείες που από το γυμνάσιο μου στην Tormarancia πήγαιναν να χωθούν στο μετρό Β εδώ στο κάτω μέρος της Piazza Pantera. Ανεβαίναμε όλοι χωρίς να πληρώσουμε. Στα χρόνια του ’70 αυτό το μέρος το ανακάλυψα ως μαθητής στις μεσαίες τάξεις λόγω εκείνης την εξέγερσης του μαίου κατά του ΝΑΤΟ. Υπήρξε μια καταιγίδα ανθρώπων και εξακολουθώ να έχω στα μάτια μου τις κούρσες στα μονοπάτια των αγώνων, τις αντιστάσεις στους φρουρούς, τα πρώτα αέρια που εισπνεύσαμε. Η αίσθηση, ίσως υπερβολική, ήταν εκείνη μιας ολόκληρης γειτονιάς που αγωνίζονταν μαζί σου, που διαδήλωνε, που ρίσκαρε. Και που έστελνε επίσης κατά διαόλου εκείνους τους τέσσερις σπασαρχίδες του PCI-ΚΚΙ της Villetta που μέσα σε όλη εκείνη την φασαρία που υπήρχε ανησυχούσαν μόνο να πιάσουν απ’ τον γιακά τα μέλη τους, καλώντας τους να τα παρατήσουν, απειλώντας τους πως θα λογαριαστούν στα γραφεία αν δεν εγκατέλειπαν τις συγκρούσεις. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος αέρας γύρω από την Garbatella και για πολύ καιρό, από εκείνη την έκρηξη απελευθέρωσης, ίχνη της διατηρήθηκαν ακόμα και στα παιδικά παιχνίδια. Από τον Περιφερειακό μέσω της via Caffaro και της οδού Ferrati κροτάλιζε
κινούμενο το τραμ το οποίο έπαιρνε αυτή τη στροφή και ανέβαινε επάνω από την via Passino. Στο ύψος της αγοράς αναγκάζονταν πάντα να επιβραδύνει και, όταν μια αξέχαστη χιονόπτωση έπεσε στη Ρώμη τον χειμώνα, ακριβώς αυτό το σημείο μετατράπηκε σε ζώνη για ενέδρες. Τα παιδιά έχτιζαν πυρομαχικά με μπάλες χιονιού, στη συνέχεια πετάγονταν από τα σκαλάκια της αγοράς με τα κασκόλ να καλύπτουν τα πρόσωπά τους και εφορμούσαν επάνω του με την κραυγή Giap, Giap, Ho chi Minh. Βρε παιδιά γιατί φωνάζετε; Τους έλεγε κάποιος μεγαλύτερος από αυτά. Τι σε νοιάζει, έκαναν εκείνα, φωνάζω αυτό που γουστάρω και μ’ αρέσει, είναι μια κραυγή μάχης. Εκείνη τη χρονιά ορισμένα συνθήματα κατέληξαν και στο πέταλο στο γήπεδο και επάνω στο ρυθμό του ce nàest quàun dèbut χτυπούσαν τα χέρια με τα ονόματα των Amarildo, Ciccio Cordova, Scaratti και Del Sol στη θέση των Mao και Lin Piao.»

Η έδρα της Lotta continua, τότε, δεν ήταν ακόμα η έδρα της Lotta continua. Στην πόρτα υπήρχε ένα σύμβολο με ένα σφυρί και ένα δρεπάνι και ένας στυλιζαρισμένος χάρτης του κόσμου φτιαγμένος σε φέτες από παράλληλες και μεσημβρινές οι οποίες, στην πρόθεση του σχεδιαστή, έδιναν αμέσως την ιδέα μιας Διεθνούς νέου τύπου. Ωστόσο το κόμμα χωρίς σύνορα είχε δύσκολο ακρωνύμιο αν και ιστορικό, ονομαζόταν Psiup, και σύντομα θα διαλύονταν από ζητήματα απαρτίας και εκλογικής λογιστικής.

“Αυτή την έδρα στη via Passino την πήρε αμέσως η κομμουνιστική Ομάδα Garbatella και αργότερα θα γίνει η ρωμαϊκή έδρα της Ομάδας Gramsci. Η Gramsci με τη σειρά της θα τελειώσει, μετά από μερικά χρόνια, αποφασίζοντας την αυτοδιάλυση της μέσα στο κίνημα. Ήταν η κατάληψη του Mirafiori του ’73 που έδωσε μια επιτάχυνση εργατισμού σε όλο τον προβληματισμό τον σχετικό με την οργάνωση και εκείνη είναι λιγάκι η ημερομηνία έναρξης της αυτονομίας. Είδα, σε μια θεατρική ανακατασκευή της υπόθεσης Moro φτιαγμένη από τον Marco Baliani, μια εκδοχή εκείνης της επιλογής. Ο συγγραφέας μιλάει για το συμβάν λες και στη Garbatella να είχε τεθεί σε ψηφοφορία, ακόμη και με το σήκωμα χεριών, η είσοδος στην παρανομία και πως η διάλυση εκείνη ήταν η αρχή του τέλους. Όσο για μένα έχω άλλες αναμνήσεις, οι bierre-ερυθρές ταξιαρχίες δεν υπήρχαν τότε, ή τουλάχιστον εδώ δεν ήταν ένα πρόβλημα και κάποια περάσματα δεν τα θυμάμαι με τόση δραματικότητα . Ασφαλώς η επιλογή της αυτονομίας δεν ήταν κάτι για προσκόπους και σε μερικούς η στροφή έφερε ζάλη. Ο Vittorio τα παρατάει αμέσως, άλλοι την θεωρούν ως μιλανέζικη εφεύρεση και δεν την αποδέχονται, τότε ο Αldo δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα να έχει να κάνει με τους Volsci, του κάθονταν στ’ αρχίδια, και σιγά σιγά άρχισε να ξεγλιστράει, κάποιος, νομίζω οι Greg και Lanfranco πήραν το τρένο και πήγαν επάνω στο Μιλάνο στη Via Disciplini στην έδρα του Rosso για να καταλάβουν τι αέρα φυσούσε αλλά εκεί συνάντησαν τον Iacopo Fo που τους είπε ήσυχα ότι είχαν λίγα να καταλάβουν και πως αυτός προτιμούσε να πάει στον κινηματογράφο για να δει το Paper Moon. Εν ολίγοις μια ωραία σύγχυση αλλά, επιστρέφοντας στην Garbatella, πολλοί από εμάς, περισσότερο δεμένοι με τις καταστάσεις, με τις κολεκτίβες των σχολείων ή με κάποια εργατική επιτροπή και γειτονιάς, προχώρησαν και συνέχισαν να συχνάζουν για λίγο σ’ εκείνο το υπόγειο. Και όμως η άφιξη της Lc που βρήκε αυτό το μέρος δωρεάν μετατρέποντάς το σε γραφεία κόμματος δεν άλλαξε εκείνο το κλίμα συνοικιακής αδελφοσύνης που υπήρχε στον αέρα. Με λίγα λόγια εμείς οι αυτόνομοι της γειτονιάς ήμασταν πολύ ορατοί, συναντιόμασταν, είχαμε κοινά σημεία αναφοράς με άλλους επαναστάτες, ίσως υπήρχε ανταγωνισμός στη ριζοσπαστικότητα των πραγμάτων αλλά είναι ένας εξτρεμισμός για παλκοσένικο να λέμε ότι ενώ το Manifesto έβαζε υποψήφιο τον Valpreda ή ότι LC έφτιαχνε κόκκινα παζάρια εμείς σκεφτόμασταν μοναχά να εξαφανιστούμε από την κυκλοφορία.”

Στην διήγηση Σώμα Κράτους-Corpo di Stato εκείνη η συνέλευση του ’73 είναι ένα εμβληματικό γεγονός, γεμάτο από πάθος, ίσως ένα αφηγηματικό τέχνασμα για να γίνει λόγος για την κανονικότητα, το πόσο ήταν φυσικό, εκείνα τα χρόνια, να βρεθούμε στη θέση να κάνουμε κάποιες επιλογές. Και υπάρχει ένα αγόρι που περιγράφεται με αγάπη και πολύ ισχυρή συμπάθεια, με χαμογελαστά μάτια, ανακατεμένα και κυματιστά μαλλιά, ευγενικούς τρόπους και πάντα σημαδεμένους με εξαιρετική γενναιοδωρία. Ο συγγραφέας τον βλέπει στο κέντρο της σκηνής και τον σταματάει, με αμηχανία, καθώς σηκώνει το χέρι του στο σημάδι του p38 δίνοντας το όνομά του για μια στρατολόγηση στο ένοπλο κόμμα.

“Μια υπερβολή όπως λέγαμε. Ελπίζω μόνο να υπαγορεύεται από τις ανάγκες του θεάτρου και όχι από το συνηθισμένο παιχνίδι της μνήμης που παραμορφώνεται, σχεδόν αναγκαστικά, για να την καταστήσει συμβατή με τα γεγονότα που συνέβησαν αργότερα. Εκείνο το αγόρι είναι ο Claudio ούτως ή άλλως. Ο Claudio Pallone. Ένας σύντροφος της Garbatella μεταξύ των πιο γνωστών τότε. Μαζί με τον Giancarlo De Simoni ο οποίος ζούσε στα στραβά κτίρια του San Quintino πήγαιναν στο Borromini και ήταν οι πιο γνωστοί, την εποχή του Gramsci και ακόμη αργότερα στον χώρο του Rosso, μεταξύ των σπουδαστών και των νέων της περιοχής. Μου έρχεται να τους βάλω μαζί ακόμα κι αν οι ιστορίες τους είναι διαφορετικές. Ο Claudio σκοτώθηκε σε ένα σημείο ελέγχου των καραμπινιέρων μετά από μια ληστεία τραπέζης και στην ίδια ιστορία σκοτώθηκε και ο Arnaldo, μια εξαιρετική προσωπικότητα που ξεπήδησε ανάμεσα μας από έναν άλλο κόσμο και από μιαν άλλη εποχή και που θα άξιζε μια ιστορία από μόνος του. Και ο Giancarlo δεν υπάρχει πλέον, χτυπημένος από έναν όγκο αφού μετακόμισε στην Αυστραλία. Για την απώλεια του έμαθα στο Παρίσι σχεδόν τυχαία και δεν το περίμενα με τίποτα. Αυτή του Giancarlo ήταν μια εκρηκτική νοημοσύνη, σε επηρέαζε αφάνταστα, εύρους και μεγαλοφυίας νταντασουρεαλιστικής. Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στο στέκι ζήτησε να μιλήσει ως σύντροφος της Mani Tese. Αυτή ήταν μια οργάνωση χριστιανών βάσης και δεν τον προβλημάτισε διόλου να επιμένει, σαν σύντροφος της Mani Tese-Απλωμένα Χέρια ενώ τα πειράγματα και οι μορφασμοί έδιναν και έπαιρναν. Στη συνέχεια ακολούθησε την trasversalista τάση της αυτονομίας, εκείνη κοντά στοn Bifo και τους μπολονιέζους. Ο Claudio αντιθέτως ήταν καθαρή ενέργεια, άμεσο πάθος και επιθυμία για απευθείας κομμουνισμό. Τον αποκαλούσαμε Ερνέστο, το δεύτερο του όνομα, επειδή είχε μέσα του νοτιοαμερικανικές ρίζες και διαθέσεις, μια έντονη τρυφερότητα, μια ανησυχία να κάνει πράγματα σημαδεμένη από την ανίατη επιθυμία να παίξει μπουνιές με την αδικία. Η δική του ήταν μια αρχαία ενέργεια που ξεκινούσε από μακριά, τροφοδοτούμενη και από οικογενειακές ιστορίες, από περασμένες μάχες, από συγγενείς που υπήρξαν τολμηροί του λαού-arditi del popolo και που είχαν πολεμήσει στην Ισπανία, ή απλούστερα, από το γεγονός ότι η μητέρα του είχε κάνει πανεπιστήμιο στην Αργεντινή την εποχή του Τσε. Η αυτονομία του δεν υπέφερε τις συναντήσεις, ήταν πολύ της πλατείας και, όταν ήταν απαραίτητο, της ένοπλης δράσης, ατομική χειρονομία ή συλλογική επανοικειοποίηση. Από την επίθεση στο Consorti μέχρι τις πορείες του σαββάτου για δωρεάν κινηματογράφο δεν υπάρχει φάση προσέγγισης στο εβδομήντα επτά που δεν τον είδε παρόντα. Είχε τις εκρήξεις αυτοσχεδιασμού του και τον βλέπω ξανά εκείνη την πρώτη φορά στο δισκογραφικό κατάστημα, ενώ όλοι άρπαζαν στη τύχη, να στοχεύει ήρεμος τον blues και jazz θάλαμο, γεμίζοντας και μετά, μόλις βρέθηκε έξω, άρχισε να διανέμει τα 33άρια λες και ήταν φυλλάδια. Σε εμένα έλαχε ένας φρέσκος John Renbourn και τον πήρα μαζί μου στα χιλιάδες μέρη που επισκέφτηκα. Ο Giancarlo αντιθέτως ήταν άλλο πράγμα. Ήταν δύο διαφορετικοί τρόποι κατανόησης της ανατρεπτικής δράσης, ακολουθούσαν διαφορετικά μονοπάτια και θάρρητα, παρόλο που ήξεραν πώς να βρεθούν μαζί σε πολλές περιπτώσεις. Υπάρχει μια φωτογραφία, αν θυμάμαι σωστά, που νομίζω ότι τους αποθανατίζει καλά κάτω στην πρυτανεία κατά την έφοδο στο καμιόνι του Λάμα. Ο Claudio πετά αντικείμενα. Ο Giancarlo φαίνεται σχεδόν ότι πυροβολεί το κόκκινο Dodge του συνδικάτου με βολίδες παραπομπών του Mayakovsky. Ο Claudio βρίσκεται στην πρώτη σειρά. Ο Giancarlo πιο πίσω αλλά δεν τα παρατά. Από την άλλη πλευρά, από τους ινδιάνους μητροπολιτάνους έως τους πιο οργανωμένους αγωνιστές, από την LC στις ομάδες που απέμειναν, στο Πανεπιστήμιο υπήρχε ένα σωρό κόσμος. Δεν ήταν μόνο οι αυτόνομοι σε αντιπαράθεση με την μαλακία που έδερνε εκείνο το pci-κκι και εκείνο το συνδικάτο.”

Lama, non Lama, non l`ama nessuno – Λάμα, όχι Λάμα, κανείς δεν τον αγαπά. Το slogan στον τοίχο της Φυσικής σχολής δεν παρουσιάζεται ακριβώς σαν ένα εισιτήριο της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου και εξάλλου ο μεγαγραμματέας της Cgil είναι πεπεισμένος ότι θα εκκενώσει το Πανεπιστήμιο ανήμερα την τσικνοπέμπτη. Ο επικεφαλής του συνδικάτου δεν καταλαβαίνει τα αστεία, κανείς δεν του εξηγεί, δεν καπνίζει μπάφους αλλά πίπα και, μάλλον, στη σκιά της Minerva σκέφτεται μόνο να μετατρέψει μια συνηθισμένη μέρα καθαγιάζοντας, έξω από το σπίτι, την κεντρική θέση της «καμπής του Eur». Από την πλευρά του το κόμμα που αυτοανακηρύχτηκε Κράτος ετοιμάζει το ραντεβού της 17ης φεβρουαρίου με μια «έντονη πολιτική κινητοποίηση“. Αυτά γράφει η Unità που εκθειάζει μια αποστολή εγγεγραμμένων της San Lorenzo οι οποίοι αφισσοκολούν, καταστρέφουν αφίσες, σβήνουν εχθρικά συνθήματα στους δρόμους γύρω και απομακρύνουν κάποιες πικετοφορίες στις πύλες της Sapienza. Πράγα 68, Ρώμη 77; Είναι η ερώτηση που τρέχει σε όλα τα φυλλάδια. Ωστόσο όσοι παρευρίσκονται στο συλλαλητήριο δεν επιθυμούν να συζητήσουν. “Μην τρέχετε πίσω από χίμαιρες»ο γραμματέας γερουσιαστής επιτίθεται αμέσως. «Αυτοί που σπάνε τζαμαρίες δεν βλάπτουν τον Malfatti αλλά τον εαυτό τους» κροταλίζει το μικρόφωνο. «Κάποιοι μας κατηγορούν ότι θέλουμε να ομαλοποιήσουμε. Ομαλοποιήσουμε; Ο λουδισμός είναι ..» Η φωνή τρεμοπαίζει, τα σφυρίγματα δυναμώνουν, και μπαλόνια νερού πετούν προς το ξεσκέπαστο φορτηγό. «Η βία δεν χτίζει τίποτα καλό» επιμένει ο Lama της via Emilia. Pagheremo caro, pagheremo tutto – Θα πληρώσουμε ακριβά, θα τα πληρώσουμε όλα απαντά το ασεβές κοινό. “ο αυτοκαταστροφικός νιχιλισμός παίζει το παιχνίδι του εχθρού“ υποστηρίζει ο leader. Sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci, 35 lire 50 mila ore è questo il contratto che vogliano avere- Θυ-σί-ες θυ-σι-ες, 35 λιρέτες 50 χιλιάδες ώρες αυτό είναι το συμβόλαιο που θέλουμε να έχουμε: εγκρίνει το εξεγερμένο κίνημα. Ζήτω ο σύντροφος bettinocraxi τρόμος των αφεντικών τρόμος των φασιστών που το σκάνε με ταξί, φωνάζουν με ρυθμό οι σκληροί μια ομάδας αναφερόμενοι στο νεο γραμματέα psi υποστηριζόμενοι εν χορώ από τους εξτρεμιστές του χάμστερ αγώνα.

“Έτσι κι αλλιώς, μια ωραία ημέρα εκείνη του Λάμα. Και χρόνια αργότερα ακόμη μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Εκείνη τη μέρα, μη γελιόμαστε, μιλάω για τον εαυτό μου αλλά νομίζω ότι είναι έτσι για πολλούς πολλούς άλλους συντρόφους, σκοτώσαμε τον πατέρα. Ο Λάμα στο Πανεπιστήμιο ήρθε με όλη την ομάδα περιφρούρησης ανεπτυγμένη. Υπήρχαν οι οικοδόμοι με τα χοντρά χέρια τους και τα νύχια φαγωμένα από την δουλειά. Ήταν οι εργάτες με τις φόρμες της Tiburtina. Και μετά μια ολόκληρη σειρά αξιωματούχων με την ομπρέλα, μέλη του κόμματος όμορφοι παρατεταγμένοι, γραμματείς που κινητοποιήθηκαν εναντίον μας. Ήμασταν ένα πλήθος εμείς αλλά κατά τα άλλα άοπλοι, χωρίς τίποτα προ-οργανωμένο. Και επειδή ήταν σχεδόν αδύνατο να περάσουμε τα φίλτρα στις πύλες. Μόνο οι ινδιάνοι κάποια στιγμή είχαν σηκώσει ψηλά μια μαριονέτα που αόριστα έμοιαζε με τον Λάμα και χόρευαν γύρω της κοροϊδεύοντας εκείνους που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά. Έλεγαν βλακείες σαν sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci ή, τραγουδώντας, έκαναν piccì piccì piccini picciò – piccì piccì piccini picciò. Οι άλλοι έβγαζαν καπνούς, τα είχαν πάρει στο κρανίο σκοτεινοί και μας απαντούσαν: φασίστες ψοφίμια επιστρέψτε στους υπονόμους. Αλλά, κατά βάθος, το πράγμα που μας είχε ενοχλήσει περισσότερο ήταν όλη η προσπάθεια να ξασπρίσουν τους τοίχους με τους καθαριστές του συνδικάτου. Ήθελαν να διαγράψουν κάθε ίχνος της κατάληψης. Είχαν έρθει να φέρουν πίσω την τάξη και η πρώτη ανησυχία ήταν ακριβώς να περάσουν ένα καλό χέρι άσπρης μπογιάς επάνω σε όλα τα γραμμένα συνθήματα στους τοίχους. Το φορτηγό το είχαν βάλει στον ανοιχτό χώρο ανάμεσα στη Νομική και τη σκαλινάτα του πρυτανείου με την μούρη στραμμένη προς την σχολή των Γραμμάτων. Εμείς στεκόμασταν μεταξύ της Χημείας και των Γραμμάτων γύρω από το σιντριβάνι και εκείνο το έργο λογοκρισίας δεν μας κάθονταν καλά. Πράγματι είχε φτιαχτεί επιδεικτικά, με φαντασία. Υπήρχε ένα στόμα που σχεδιάστηκε στην Πρυτανεία με γραμμένη τη φράση Ερυθρά Γέλια-Risate Rosse και ήταν αυτό που τους ενοχλούσε. Το γεγονός είναι ότι με τον τρόπο αυτό σηκώθηκε μέσα μας μια ακατανίκητη οργή, μεγάλη, απεριόριστη. Μας ούρλιαζαν τα πάντα και στη συνέχεια σε κάποιο σημείο επιτέθηκαν στην πλευρά των ινδιάνων και κάποιος από αυτούς μας έδειξε ένα πυροσβεστήρα. Για αυτούς ήταν το τέλος. Αν και ήταν πιο οργανωμένοι και σφικτοί στις γραμμές τους δεν μπόρεσαν να μας αντέξουν. Ήταν αυτοί που ξεκίνησαν, προσπάθησαν να μας απομακρύνουν, πέρασαν στις μεταλλικές βέργες. Έχω ακόμα μια ουλή στο χέρι μου προσπαθώντας να αποφύγω ένα χτύπημα που κατευθύνονταν σε μια συντρόφισσα. Αλλά ήταν εκείνοι που σαρώθηκαν, εκδιώχθηκαν προς την έξοδο του Policlinico, πετάχτηκαν έξω από το Πανεπιστήμιο. Μια δύσκολη μέρα, σκληρή, σου το είπα, και όπως την ξαναβλέπω, πάντα νιώθω την ίδια παράξενη αίσθηση. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ταινία με τη ωμότητα αυτού που συνέβη, το γεγονός ότι βρήκα τον εαυτό μου να παίζει τουβλιές ενάντια στον γραμματέα των γραφείων όπου μεγάλωσα, να κυνηγάω έναν φίλο εγγεγραμμένο στην Cgil, να χτυπιέμαι με τον αδερφό μου που στέκονταν μπροστά μου και να του φωνάζω στα μούτρα pci μπόγια. Από την άλλη έχω ακόμα την αίσθηση του αναπόφευκτου εκείνης της ημέρας. Έτσι πήγε. Δεν χρειάζεται να το ταλαιπωρήσουμε περισσότερο. Πήγε έτσι και αμήν. Με το σημερινό κεφάλι δεν ξέρω αν θα το έκανα και πάλι αλλά, με όλο το δρόμο που έβαλα κάτω από τα παπούτσια μου, δεν αναρωτιέμαι πλέον γιατί έγινε αυτό το πράγμα με τον Λάμα αλλά πώς θα μπορούσε να μη συμβεί αυτό που συνέβη τότε.”

Στους τοίχους της Garbatella τριάντα χρόνια μετά το ’77 υπάρχουν εκείνοι που έχουν ξαναρχίσει να τους χρωματίζουν με φράσεις και συνθήματα εκείνης της εποχής. Μια Εργατική Απόλαυση-Godere Operaio που εμφανίστηκε στην SantàEurosia περνά από στόμα σε στόμα, λίγο πιο κάτω, σε μια Φτέρη και Μύρτιλο ενώ στον τοίχο της εκκλησίας κάποιος διεκδικεί το δικαίωμα να καταλάβει τον Παράδεισο. Καμιά απολογία της συντρόφισσας P38 αλλά, διαβάζοντας κάποια άρθρα σχετικά με το ρωμαϊκό χρονικό των εφημερίδων, για κάποιον το να γράφει Dite a Lama che L’amo – Πείτε στον Λάμα πως Τον αγαπώ είναι κάτι σκανδαλώδες και πρέπει να καταγγελθεί.

“Είναι προφανές ότι η δημιουργική πλευρά του ’77, όσο επιθετική ή άγρια κι αν ήταν, είναι πιο εύκολη στην ανάκτηση της σε σχέση με την κουβέντα περί βίας αλλά συχνά υπήρχαν εκείνοι που τα έπαιρναν στο κρανίο ακόμη και μπροστά στα χαζολογήματα μιας πορείας, μπροστά στο καρναβάλι που στήνονταν στους δρόμους. Η Maciocchi στο βιβλίο της Δύο Χιλιάδες Χρόνια Ευτυχίας-Duemila anni di felicità σε ένα συγκεκριμένο σημείο περιγράφει το γενικό επιτελείο των botteghe oscure [όπου βρίσκονταν η εθνική έδρα του κκι] που βλέπει αηδιασμένο μια εύθυμη πορεία να περνά κάτω από το μπαλκόνι της διεύθυνσης του pci . Τι έχουν και γελούν, ξεσπά ο Amendola, είναι προβοκάτορες και φασίστες, ενώ, με τη συγκατάθεση του απόλυτου γραμματέα τους Berlinguer, υπάρχει ο Pecchioli ο οποίος βγαίνει προς τα έξω με ένα στεγνό: θα τους κάνουμε να καταλήξουν όλοι στη φυλακή. Ιδού, ίσως και εκείνη της Maciocchi να είναι μια θεατρική υπερβολή, αλλά ανάμεσα στη Εξουσία και την ειρωνική βεβήλωση δεν υπήρξε ποτέ ένα μεγάλο feeling. Πάντως τα συνθήματα στη γειτονιά είχαν μια ιδιαίτερη γεύση. Κάποια στιγμή κάποιος άρχισε να αλλάζει την τοπωνυμία. Η Piazza Sauli έγινε Piazza una Bomba, το Largo Ansaldo ονομάστηκε Largo all’Autonomia, η Via Magnaghi βαφτίστηκε Via la Polizia. Υπήρχαν εκείνοι που προειδοποιούσαν την Κοινωνία και Απελευθέρωση-Comunione e Liberazione και αυτοί που επικαλούνταν τους Godzilla και Gamera ενάντια στη μαύρη διαπλοκή-contro la trama nera. Με την μπογιά επινοήθηκαν τα πιο απίθανα ραντεβού όπως το περίφημο Κυνήγι στον Αυτόνομο που ξεκίνησε από το απατηλό Raggruppamento Gallo Citrone-Ομάδα Κίτρινος Πετεινός. Ήταν μια από εκείνες τις ημέρες dada που ο Giancarlo άρεσε πολύ όπου οι επιδρομές που επικαλέστηκαν οι αξιωματούχοι του κόμματος ή οι δαιμονισμένοι μπάτσοι πραγματοποιούνταν από τους ίδιους τους καταζητούμενους. Αυτό το πράγμα το επινόησε ο Enrichetto, ένας της Donna Olimpia, ο Giancarlo το είχε προετοιμάσει και ο Claudio βρέθηκε φυσικά ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτού του παιχνιδιού του παράλογου. Ήταν αυτός, ανάμεσα στο πλήθος με μια καρτέλα σε στυλ σάντουιτς με τις λέξεις Επικίνδυνος Αυτοαποκαλούμενος Αυτόνομος, το θήραμα που έπρεπε να επιπλήξει μια πλημμύρα αυτοσχέδιοι θηρευτές που τριγυρνούσαν μες τη γειτονιά. Ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που έγινε όμως σύντομα είδηση. Ήταν η μέρα μετά τη δολοφονία της Giorgiana Masi και το κίνημα, για να ξεφύγει από τις απαγορεύσεις, είχε συγκαλέσει κάποιες αποκεντρωμένες διαδηλώσεις. Μια ξεκινούσε από το Testaccio και στόχευε προς την Garbatella. Ακριβώς εδώ στην Piazza Bartolomeo Romano μια ομάδα ξεκολλά και πετά μπουκάλια κατά του σταθμού των καραμπινιέρων. Από τους στρατώνες μερικοί στρατιωτικοί βγαίνουν με τα όπλα και πυροβολούν. Τίποτα δεν συμβαίνει όμως και η πορεία συνεχίζεται μέχρι την Piazza Sauli. Πρόκειται να διαλυθεί όταν καταφτάνει μια πολύ στοχευμένη έφοδος. Ο Claudio στέκονταν ήσυχος κοντά στη γωνία της εκκλησίας και διακωμωδεί την άοπλη κατάσταση του. Δεν είχε τίποτα επάνω του αλλά προφανώς είχε το πρόσωπό του, τα γνωστά χαρακτηριστικά του, τα στοιχεία ενός αυτόνομου και γνωστού προσώπου. Γεγονός είναι ότι ένα τζιπ τον σημαδεύει και κατεβάζει ένα είδος robocop που αρχίζει να τον κυνηγάει. Ο Claudio τρέχει γρήγορα στην οδό Comboni και πρόκειται να γλιστρήσει στην οικοδομική μονάδα 24, εκείνη των villini palladiani του De Renzi, όταν συνειδητοποιεί ότι έχουν αρπάξει ένα κορίτσι που γνωρίζει. Έχει μια στιγμή δισταγμού και το εκμεταλλεύεται o μπάτσος ρίχνοντας το γκλομπ ανάμεσα στα πόδια του σαν μπούμερανγκ. Την πάτησε. Με μια γκριμάτσα πέφτει στο έδαφος και αμέσως είναι πάνω του. Δεν τον έβλεπα πλέον και είπαν ότι περισσότερο από τον φυσικό πόνο ήταν η έκπληξη που τον τραυμάτισε μέσα του. Λένε επίσης ότι ενώ τον κουβαλούσαν μέσα χαμογελούσε στις προσβολές που έβρεχαν πάνω του και περισσότερο από τις μπουνιές τον πόνεσε το βλέμμα της Lucilla δεμένης με τις χειροπέδες κοντά του. Εκείνη πάντως ήταν η τελευταία έξοδος του εβδομήντα επτά στους δρόμους της Garbatella. Η γειτονιά απομόνωσε τους προβοκάτορες ταραξίες: έτσι έγραφε η Unità την επόμενη μέρα. Ούτε μια λέξη για το γεγονός ότι ήμασταν εκεί επειδή η αστυνομία του Cossiga είχε σκοτώσει τη Giorgiana Masi. Τίποτα. Ίσως, χρόνια αργότερα, θα εξακολουθούν να υπάρχουν αυτοί που σκέφτονται για τους λογαριασμούς που έμειναν ανοικτοί από την εξέγερση εκείνου του άλλου μαΐου, εκείνου του ’70 κατά του Νατο. Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση ξέρω μόνο ότι τότε πήρα χρώμα και βούρτσα, περπάτησα στους δρόμους αυτής της γειτονιάς και έστειλα σε εκείνο τον αργεντίνο κοκκινομάλλη έναν ανάλαφρο χαιρετισμό γραμμένο με κόκκινα γράμματα επάνω σε έναν ετοιμόρροπο τοίχο. Είναι ένας αιώνας που δεν περνάω από εκεί αλλά είμαι βέβαιος ότι αν ψάξω εκείνη την επιγραφή σου την βρίσκω ακόμα εκεί πέρα .”

κείμενο του Claudio D’Aguanno που δημοσιεύτηκε στο MaGMA (Magazzini Generali Memorie Autonome – Roma XI) ιούνιος 2007

 

Il quartiere al tempo dell’autonomia

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΗΗ. στη χώρα του ποτέ…ή 9

Να συνεχίσουμε με τις καταθέσεις των »μεταμεληθέντων» από την δικογραφία εναντίον μου:

 

Δεύτερος λοιπόν στη σειρά που κλατάρει είναι ο γνωστός μας πλέον Γιώργος ο ‘Σπανός’, 23 ετών, Φιορεντίνος.
Καλά ακούσατε. Τον έχουνε φωνάξει στις 9 Ιανουαρίου του ’80 και άρχισε να κελαηδάει χωρίς δεύτερη σκέψη ξεκαθαρίζοντας ευθύς εξ αρχής πως τον φωνάζουνε ‘σπανό’ από παιδί και πως όλοι τον γνωρίζουν με το παρατσούκλι του και τον αποκαλούν με αυτό.
Ξεκίνησε τον πολιτικό αγώνα μέσα από τον ‘Συνεχή Αγώνα’, μία από τις μεγαλύτερες οργανώσεις της Επαναστατικής Αριστεράς που διαλύθηκε το ’76, κι έτσι το ’77 τον βρήκε μαζί με κάποιους φίλους και συναγωνιστές από τον Σ.Α. να έχουν μία ομάδα. Τους κατονομάζει λέγοντας ιδιαίτερα για τον Αντόνιο,με τον οποίο θ’ ασχοληθούμε στη συνέχεια, πως ήταν ο υπεύθυνος της ομάδας περιφρούρησης του ΣΑ της Φλωρεντίας. Οι υπόλοιποι είναι ο Πέτρος, ο Λάκης, ο Φαίδων και ο Ανδρέας.

Τον πρώτο καιρό ασχολήθηκαν με την αντιπληροφόρηση, μάζευαν δηλαδή πληροφορίες γύρω από τους πολιτικούς αντιπάλους και σιγά-σιγά επεκτάθηκαν και στον χώρο της βιομηχανίας και των αφεντικών.
Μιλά για το πως ένας σύντροφός τους που είχε περάσει από την φυλακή, ο Πέτρος είχε γνωρίσει εκεί τον Ντίνο [αυτόν που ο Σαβέριο έχει κατονομάσει σαν ένα από τους αρχηγούς της ‘Πρώτης Γραμμής’,] ο οποίος και τους παραχώρησε ένα δωμάτιο στο σπίτι που έμενε, στην πλατεία Τζιορτζίνι, μετά την αποφυλάκισή του. Κατονομάζει κάποιους που συγκατοικούσαν στο διαμέρισμα και το περιγράφει, όπως περιέγραφε και ο Σαβέριο τα σπίτια από τα οποία διέρχονταν.
Λέει πως όταν ο Ντίνος έμαθε για το πάθος του στην σπηλαιολογία του ζήτησε να του υποδείξει κάποια σπηλιά όπου θα μπορούσαν να γίνουν ασκήσεις σκοποβολής, μάλιστα πρόσεξε πως ήταν οπλισμένος την ώρα που κουβέντιαζαν, μόλις έβγαλε το σακάκι του.

Του έδειξε μία σπηλιά με το όνομα ‘σπηλιά ντελλα τσιβέττα’, στο μάκρος του ποταμού Μπτούτι πάνω στο δρόμο για το Βαϊάνο. Θυμάται πως του είπε ότι εκείνη η σπηλιά ήταν υπό ενέργεια, με την έννοια ότι υπήρχαν τρεχούμενα νερά και ότι μπορεί να υπήρχαν ασταθείς μάζες, ως εκ τούτου ήταν επικίνδυνο να πυροβολείς μέσα σε αυτήν. Μαζί τους ήταν και ο Αντόνιο. Αυτά γίνονται Φεβρουάριο του ’78.
Τους ανέθεσε στη συνέχεια μία πολιτική δουλειά πιο αποφασιστική,διανομής προκηρύξεων σε ορισμένες συνοικίες, πχ Σάντα Κρότσε, που αναφέρονταν στα ζητήματα της ακρίβειας. Σε αυτή την δραστηριότητα πήραν μέρος όλα τα μέλη της ομάδας τους που ανέφερε νωρίτερα. Αυτός θυμάται πως μοίρασε στην περιοχή γύρω από τον κινηματογράφο Ουνιβερσάλε και στην περιοχή της οδού Πιζάνα. Τις προκηρύξεις έδινε στον Αντόνιο ο Ντίνος.

Στη συνέχεια ο Ντίνος τους ζητά περισσότερο ζήλο. Και αρχίζει από τον Αντόνιο η κουβέντα γύρω από τις ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης’, λέγοντας πως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μία τέτοια.
Τους δίνει λοιπόν ένα κείμενο που μιλά για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οργανωθεί μία τέτοια ομάδα, κείμενο χωρισμένο σε πρακτικό και θεωρητικό χαρακτήρα, αφορούσε τους τρόπους μάχης με όπλα.
Κάτι που θυμάται ιδιαίτερα έχει σχέση με το πώς γίνεται να οδηγηθεί η κουβέντα σε μία συνέλευση σε θέματα προκαθορισμένα, όπως της ακρίβειας, του σπιτιού κλπ, που μπαίνανε στην στρατηγική των Ομάδων.
Γεννήθηκαν αμηχανίες και συζητήσεις στην ομάδα τους αφού διαβάστηκε το κείμενο.

Τους προτάθηκε, πάντα μέσω των επαφών του Αντόνιο από την μία πλευρά και του Ντίνο από την άλλη να επιτεθούν στην έδρα των Τροχονόμων. Το ένιωσαν σαν εξαναγκασμό αλλά αποφάσισαν να προχωρήσουν.
Έτσι κάνουν μια αυτοψία, αναφέρει ποιοι, σε έναν σταθμό.
‘Μια και ο Λάκης ήταν απ’ την μεριά της οδού Εουρόπα και είχε δει το απόσπασμα των τροχονόμων της Βιλλαμάνια η προσοχή μας συγκεντρώθηκε εκεί.’ ‘Ένα βράδυ, με το αυτοκίνητό μου και τους Αντόνιο, Λάκη και Πέτρο περάσαμε να δούμε την σκοπιά τους.Στο σπίτι του Αντόνιο ετοιμάσαμε δύο βάζα στα οποία τοποθετήθηκαν σκόνη και φιτίλι που μας είχαν απομείνει από την εποχή της διάλυσης του Συνεχή Αγώνα, μαζί με σιδερένια πιατάκια που ήταν ο εφοδιασμός της ομάδας περιφρούρησης και τα είχαμε φυτεμένα στο χώμα μιας έκτασης σε ένα δάσος πάνω από το Σεττινιάνο.’

‘Ένα βράδυ, εγώ και ο Ανδρέας πήγαμε να τοποθετήσουμε τα δύο βάζα, ένα μεταλλικό και ένα σιδερένιο,μπροστά στο απόσπασμα. Την διεκδίκηση έκανε η γυναίκα του Αντόνιο, με τηλεφώνημα. Αυτά γίνονται Μάρτη ή Απρίλη του ’78.’
Είχαν κάποια εκρηκτικά από την περίοδο της διάλυσης του ΣΑ κι έτσι ετοίμασαν δύο βάζα με σκόνη και βραδύκαυστο φυτίλι και το βράδυ,στις τόσες του μήνα, αυτός και ένας σύντροφός του που τον κατονομάζει τα τοποθετούν μπροστά στο απόσπασμα των Αστυνομικών.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 18 Moretti oggi parte 2

Δημοσιεύτηκε στις 11 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 12 Οκτ 2011
το δεύτερο μέρος της πρόσφατης συνέντευξης στον Mario Moretti από το γαλλικό DVD Brigades Rouges

 

Επακολούθησαν συζητήσεις γύρω από την σκοπιμότητα να δώσουν οργανωμένη φόρμα γύρω από την ομάδα τους κι εκεί ο σύντροφος που τον συνόδεψε στην απόπειρα λύγισε και λίγο αργότερα έφυγε για Ινδία, να παρακολουθήσει μία θρησκευτική αίρεση.
Τότε έρχονται σε επαφή μαζί μου, ‘προσωπικότητα γνωστή στη Φλωρεντία’.

Μετά το καλοκαίρι του ’78, θυμάται πως του ζήτησα να μου δείξει, εάν γνώριζε, ένα λατομείο για να βρούμε εκρηκτικά.
Πηγαίνουμε οι δυο μας στο σπίτι των δικών του σε ένα χωριουδάκι μακριά απ’ την Φλωρεντία, στην Φιουμαρέττα, και βρίσκουμε ένα βοσκό που τον ονομάζει σαν Πέτρο, ο οποίος γνωρίζει λατομεία. Εκεί βρισκόταν και ο Μένιος. Δεν έγιναν συζητήσεις με αυτούς και την άλλη μέρα με πήγε να δω το λατομείο, κοντά στο χωριό Κανεβάϊα, στην περιοχή της Μάσσα. Μετά γυρίσαμε στην Φλωρεντία.
Αργότερα ξανασυναντηθήκαμε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και λέει πως του ζήτησα να με φέρει σε επαφή με τον Μένιο, που ανήκε και αυτός παλαιότερα στον ΣΑ, πασίγνωστος στην περιοχή της Σαρζάνα [στην οποία έχει αναφερθεί και ο Σαβέριο λέγοντας πως εκεί πρέπει να δρουν δύο ‘Ομάδες Μάχης’. ] ‘Πολίχνη μικρών διαστάσεων όπου δεν υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ του υποκόσμου και των πολιτικών ομάδων’, σύμφωνα πάντα με τον Σπανό.
Ζήτησα λοιπόν να συναντηθώ με τον Μένιο για να με φέρει σε επαφή με κανάλι του υποκόσμου της περιοχής και να πάρουμε όπλα. Πράγματι λοιπόν,μας φέρνει σε επαφή, ‘άφησα στο σπίτι των δικών μου τον Μίκη, στην Φιουμαρέττα, βρήκα στην πλατεία της Σαρζάνα τον Μένιο και αυτός συναντήθηκε με τον Μίκη στην Φιουμαρέττα, σε ένα οίκημα, όχι των γονιών μου.’

Μάλιστα στον γυρισμό, που συζητήσαμε, του είπα πως ο Μένιος είχε δώσει θετική απάντηση. Τότε, λέει, του ανέφερα πως σύντροφοι είχαν πάει να κάνουν κλοπή στο λατομείο αλλά βρήκαν μόνο μαύρη σκόνη και εκπυρσοκροτητές και όχι τριτόλη.
‘Δεν μου είπε ο Μίκης με ποιόν πήγε να κάνει την κλοπή’.
‘Από συζητήσεις που μου έκανε στην συνέχεια ο Μένιος κατάλαβα ότι ο Μίκης κατάφερε να βρει εκείνο που ζητούσε, για τον εαυτό του ή για άλλους’!

‘Τέλος του ’78 βρισκόμαστε, αρχές του ’79 η ομάδα μας διαλύεται, έλειπε μια θέληση συγκατάθεσης στα προγράμματα του οπλισμένου αγώνα και γιατί ο Αντόνιο και ο Πέτρος ξανάρχισαν να χρησιμοποιούν ναρκωτικά – ηρωίνη. Επιπλέον εγώ γνώρισα μια κοπελιά και το ρίξαμε στα ταξίδια, απομακρύνθηκα τελείως από εκείνη την ομάδα’.

‘Ανήκοντας στις ομάδες γνώρισα και άλλα άτομα’, και κατονομάζει 4,5 παρόμοια με αυτά που ανέφερε ο Σαβέριο. Σάσσα, Κώστα, Ανδρέα, Ρούλη

‘Μάλιστα έναν από αυτούς, τον Σάσσο [που ήταν συγκάτοικός μου], τον έβλεπα συχνά με τον Μίκη, και από την εντύπωση που μου έκανε ο τρόπος κατά τον οποίο ήταν μαζί συμπέρανα ότι δεν επρόκειτο για μια οποιαδήποτε γνωριμία. Η γνώμη μου επιβεβαιώθηκε από τον Αντόνιο ο οποίος μου είπε πως έλαβε μέρος σε μια συνάντηση στην οποία δίνονταν κατευθύνσεις πάνω στην δραστηριότητα των ομάδων, στις οποίες ο Σάσσο συμμετείχε από κοινού με τον Ντίνο. Και για τους άλλους δύο είπε ο Αντόνιο πως είναι μέλη των ομάδων’
Αναφέρει για τον Ρούλη που του ζήτησε να τον φέρει ένα βράδυ σπίτι μου για ύπνο. Το γεγονός ότι ήρθε να κοιμηθεί στο σπίτι μου τον έκανε να υποθέσει ότι και αυτός ανήκει στις ομάδες.

Λέει πως ‘ο μεγάλος αρχηγός’ είναι ο Ντίνος, αναφέρεται σε ένα γράμμα που αντάλλαξαν δύο μέλη της ομάδας τους το μικρό διάστημα της ύπαρξής της, στο οποίο μιλούσαν γι αυτόν, και συνεχίζει λέγοντας πως πρέπει να μίλησε και στους υπόλοιπους για το λατομείο που μου έδειξε. Και κλείνει με την αναφορά πως η ομάδα τους όπλα δεν είχε, είχε όμως ακούσει από τον Αντόνιο μια μέρα πως ο Μίκης ή ο Ντίνος θα τους έδειχναν το σύστημα λειτουργίας ενός πιστολιού. Και επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά πως ο Αντόνιο είναι ο μεταφορέας των πρωτοβουλιών του Ντίνου.
Μέχρι στιγμής.

Le Brigate rosse 19 Gallinari oggi parte 1, οι ερυθρές Ταξιαρχίες

Δημοσιεύτηκε στις 27 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 12 Οκτ 2011
πρόσφατη συνέντευξη στον Prospero Gallinari από το γαλλικό DVD Brigades Rouges

 

Τον ξαναφωνάζουν τον Μάρτιο και επικυρώνει ολοκληρωτικά την δήλωση που έγινε τον Γενάρη στον Εισαγγελέα
κάνει την εκπληκτική δήλωση : ‘ορίζω με ακρίβεια ότι αφού παρουσίασα τον Μένιο σ’ ένα μπαρ, δεν ασχολήθηκα ποτέ με την υπόθεση, και όσα είπα μου αναφέρθηκαν από τον Μίκη. Όμως, γνωρίζοντας τον Μένιο προσωπικά, από πολλά χρόνια, θα έτεινα να αποκλείσω την φιλαλήθεια των όσων μου διηγήθηκε ο Μίκης’.
Εδώ θα ανοίξω μία απαραίτητη πλέον παρένθεση, θα ανατρέξουμε στην κατάθεση του Μένιου που έχουμε στα χέρια μας, και αφού υπερπηδήξουμε θέματα για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον επειδή φωτογραφίζουν την περίοδο από μία άλλη σκοπιά, θα φτάσουμε στο σημείο που μας αφορά:

Όταν του Μένιου του γνωστοποιήθηκαν οι δηλώσεις του Σπανού, σελίδα 265 των ανακρίσεων, ότι ο ίδιος έμαθε από τον Μένιο ότι η συνάντηση είχε ‘θετικό αποτέλεσμα’ ενώ άλλο άτομο δήλωσε ότι έμαθε από τον Μίκη ότι βρέθηκαν όπλα απαντά: ‘ο Σπανός λέει ψέματα. Εγώ του είπα ότι δεν ήθελα ιστορίες με όπλα, και τον επέπληξα για το γεγονός που μου παρουσίασε εκείνον τον νέο.’
‘ Μου είπε πως δεν ήξερε τίποτα και πως ήταν πρωτοβουλία του ίδιου του νέου, που μου φαίνεται πως ήταν ξένος, μου το είπε ο Σπανός αργότερα. Δεν με είχε προειδοποιήσει πως θα μιλήσουμε για όπλα. Δεν ξαναείδα αυτόν τον νέο.Για την ακρίβεια, δεν ξέρω εάν μου μίλησε για όπλα, ή για εκρηκτικά ή και για τα δύο’ !
‘Είχα αυτή την σύντομη συζήτηση με τον νέο μπροστά στην Πιτσερία που είναι στην Σαρζάνα στην πλατεία Ματεόττι.’

Γαμώ την τρέλα μου, δηλαδή, τι συμβαίνει τέλος πάντων;

Οι ιστορίες του Μένιου έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, απ’ όπου κι αν τις αντιμετωπίσεις. Θα φτάσουμε και στο κρίσιμο σημείο όπου παραδέχεται ‘ότι με παίρνουν για τον χαζό του χωριού’.
Χωριό φαινόμενο μιας και σύμφωνα με τον Σαβέριο έχει δύο ολόκληρες Ομάδες Μάχης!

Πρέπει πρώτα να ολοκληρώσουμε με τον Σπανό:
από φωτογραφίες αναγνωρίζει τον Μάρτη 14 άτομα και επαναλαμβάνει πως θεωρεί πως ο τάδε ήταν μαχητής απλά διότι έκανε παρέα μαζί μου.

Τον ξαναφωνάζουν τον Μάιο. Αρχίζει ξανά την κουβέντα γύρω από το ενδεχόμενο επίθεσης σε απόσπασμα της τροχαίας και κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας. Λέει πως η διαταγή ήρθε από τον Ντίνο στον Αντόνιο που παρουσιάζει σαν τον καθοδηγητή τους.
‘Πήγαμε να εξετάσουμε το κέντρο αυτοκινήτων της Τροχαίας, εγώ με τον Αντόνιο και τον Φαίδωνα, θυμάμαι έτρεχε ένα ποταμάκι με ένα δρόμο δίπλα κατά τρόπο που η τοποθεσία να φαίνεται καλή για μία επίθεση’.

Μία μέρα λοιπόν που ήμουν στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου με τον Αντόνιο και τον Μίκη μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πάμε να εξετάσουμε ξανά το μέρος, κατέβηκαν ο Αντόνιο και ο Μίκης για να κάνουν αναγνώριση. Υπήρχε ένας ψηλός τοίχος και σκεφτήκαμε να πετάξουμε δυναμίτες από πάνω.’
‘Αν αποφασίζαμε να δράσουμε κατά του κέντρου αυτοκινήτων της αστυνομίας τους δυναμίτες θα μας τους έδινε ο Μίκης’. Ρωτώντας τον Αντόνιο γιατί επενέβη ο Μίκης λέει : ‘είχε δοθεί διαταγή για την οποία μίλησα και προφανώς ήθελαν να εξεταστεί η κατάσταση από ένα έμπειρο άτομο όπως ο Μίκης.’

‘Νομίζω πως τότε μας σταμάτησε η αστυνομία για εξακρίβωση στοιχείων, δηλαδή την φορά που πήγαμε με τον Μίκη’.
Τελικά επιλέχθηκε και έγινε η επίθεση από την ομάδα τους στο απόσπασμα των τροχονόμων, όπως έχει αναφέρει.
Τον ρωτούν τι άλλο γνωρίζει, ‘γνωστοποιώντας του ότι μία τέτοια δικαστική συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να εξελιχθεί προς το συμφέρον του’, λέει για άλλους δύο που τους κατονομάζει, τον Φαίδωνα και τον Πέτρος ο οποίος αργότερα έφυγε στις Ινδίες και συμμετέχουν σ’ ένα επεισόδιο εις βάρος της έδρας της Χριστιανοδημοκρατίας πρώτα στην οδό Φαεντίνα και μετά στο Γκαλούτσο. Με βενζίνη που προκάλεσε φωτιά,χωρίς όμως πολλές ζημιές. Στην έδρα της Χ.Δ.. στο Γκαλούτσο την επίθεση πραγματοποίησαν ο Φαίδων και ο Ανδρέας.

Μιλάει για μια κλοπή, μάλλον ραδιοφώνου, που έκαναν άλλοι,μιας και ο ίδιος δεν μπορούσε να πάρει μέρος, μόλις είχε αποφυλακιστεί, Μάρτιο του ’78, και ήταν προσεκτικός.
Λέει και για μια άλλη κλοπή, αυτοκινήτου αυτή την φορά, ενός Γκόλφ, που θα έπρεπε να κάνει αλλά τον απέτρεψαν, ο πανταχού παρόν Ντίνος και η Φιόνα, ‘επειδή δεν ήταν καθαρός’, μόλις την προηγούμενη είχε αποφυλακιστεί, Μάρτιος του ’78, και δεν έπρεπε να μπλέξει σε φασαρίες.

Μετά περιγράφει το σπίτι της οδού ντέι Μπάρντι όπου έγινε μία συγκέντρωση διάφορων ατόμων που τα κατονομάζει,ο Σάσσα ο Νάκης, ο Κώστας.
Έπρεπε να συμμετάσχει μοναχά ο Αντόνιο αλλά επέτρεψαν τελικά τόσο σε αυτόν όσο και στον Φαίδωνα να πάρουν μέρος,μιας και από ώρα τριγυρνούσαν μαζί, παρέα, με το αυτοκίνητό του. Την πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε η Ροσσάνα, ήμουν κι εγώ εκεί, και οι άλλοι, γνωστοί και από τις καταθέσεις του Σαβέριο.
Σκοπός της συγκέντρωσης η κουβέντα γύρω από την χρήση των όπλων και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, από κάποιον που έφτασε τελευταίος, που δεν τον είχε δει ποτέ και δεν τον ξαναείδε αργότερα. Τον περιγράφει, του δείχνουν φωτογραφίες και τον αναγνωρίζει.Του δημιουργήθηκε η εντύπωση πως ερχόταν απ’ τον βορρά, Μιλάνο ή Τορίνο.Είναι ο Σαμάνος.

Μίλησε για όπλα, για τις διαφορές μοντέλων, για τεχνικές διάρρηξης αυτοκινήτων, έλυσε και συναρμολόγησε ένα πιστόλι που είχε μαζί του. Έγινε συζήτηση και μετά έφυγε. Είχε μιλήσει επίσης για τις διαφορές ανάμεσα στα αυτόματα όπλα και τα περίστροφο.’ Έβγαλε και ο Κώστας το όπλο του και μας το έδειξε’.
Εμπλέκει και ένα ακόμη άτομο στις ομάδες, [από αυτά που ανέφερε και ο Σαβέριο], τον Βαγγέλη, τον οποίο γνωρίζει απ’ όταν ήτανε παιδιά
λέει :

‘ήταν στις αρχές του ’79, που, όπως θα εξηγήσω, κατάλαβα ότι και αυτός είχε μπει σε μία ομάδα. Τύχαινε σ’ εμένα και τον Αντόνιο να συναντούμε για λόγους που αφορούσαν την οργάνωση τον Ντίνο και την Φιόνα που προσπαθούσαν να μας εμπλέξουν όλο και περισσότερο.Στις συναντήσεις στις οποίες πήρα μέρος ήταν παρών και ο Βαγγέλης. Δύο φορές στην πλατεία ντ’ Ατζέλιο και δύο σ’ ένα διαμέρισμα σ’ ένα δρόμο πίσω απ’ την πλατεία Ελευθερίας, στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘η συζήτηση που γίνονταν ήταν γενικού χαρακτήρα από την μία μεριά, ανάλυση δηλαδή της πολιτικής κατάστασης. Από την άλλη, για τα επίπεδα μάχης και για τη δυνατότητα επέμβασης στην κατάσταση του ένοπλου αγώνα ‘,

αναγνωρίζει τη Φιόνα στις φωτογραφίες, γνωστή και αυτή από τις καταθέσεις του Σαβέριο, μιλάει για τεχνικές κλοπής αυτοκινήτων που του έχουν δείξει η Φιόνα και ο Ντίνος και ολοκληρώνει.

Αυτός είναι και ο Γιώργος ο ‘Σπανός’.
Όπως και ο Σαβέριο, άτομα που πήραν μέρος στο κίνημα, θέλησαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω, και μόλις κατάλαβαν τη σοβαρότητα και την δυσκολία της υπόθεσης, μέσα σε λίγους μήνες δηλαδή, την έκαναν.
Μόλις διαπιστώσατε πως κι αυτός, το μόνο για το οποίο θα μπορούσε να κατηγορηθεί είναι ένας εμπρησμός. Συν τη συμμετοχή στην ανατρεπτική, ένοπλη ομάδα, που από μόνη της σημαίνει ‘καμπάνα’ κάποιων χρόνων στη στενή.
Κατέρρευσε κι αυτός και συνεργάστηκε. Δεν ‘εγκλημάτησε’ όπως ο προηγούμενος, δεν ‘εκτέλεσε’, δεν είναι ο τύπος του απατεώνα όπως ο Σαβέριο. Απέφυγε τα μεγάλα μυθεύματα, είπε τις λίγες φάσεις που γνώρισε, έπεσε και στην παγίδα που έστησε στον εαυτό του και στον φίλο του στην πραγματικότητα,εκεί με τα όπλα.

Τον ένα, ‘καμένο’, τον Σαβέριο,τον στέλνουνε παντού, του διηγούνται τα πάντα.
Τον άλλο, τον αποτρέπουν.
Δύο μέτρα, δύο σταθμά.
Είπαμε, δεν είναι όλοι ‘ίδιοι’.

DSC02231

«Hasta siempre Comandante»- Silvio Rodriguez (Con discursos del Che)

 

-‘Τυνδάρεως ονομαζόταν στη Λακωνία ο Ζευς. Η ηρωική μορφή του Τυνδάρεως χαρακτήριζε επίσης τον σύζυγο της Λήδας και βασιλιά της Λακωνίας. Γι’ αυτό επικράτησε ο μύθος πως οι Διόσκουροι ήταν οι γιοι του Τυνδάρεως. Οι Ομηρικοί ύμνοι μάς διαφωτίζουν πώς γεννήθηκαν κάτω από τις κορυφές του Ταΰγετου. Προσφιλής διαμονή των Διόσκουρων εικάζεται πως είναι και η κωμόπολη Θεράπνη της Λακωνίας. Εκεί ήταν κάτω από τη γη κατά το ήμισυ του έτους. Το υπόλοιπο ήμισυ βρίσκονταν κοντά στον Δία επάνω στον Όλυμπο. Συμβολίζουν το μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας φως. Τόσο ο Κάστωρ όσο και ο Πολυδεύκης θεωρούνται κράτιστοι ιππείς. Κυβερνούν λευκά άλογα. Ο Κάστωρ παριστάνεται και ως δρομέας. Ο Πολυδεύκης και ως κραταιός πυγμάχος. Γι’ αυτό και τιμούνταν σαν «θεοί» σε αγώνες (ο Πίνδαρος τους ονομάζει «ευρυχώρου ταμίας Σπάρτας αγώνων»). Καθιέρωσαν την ένοπλο όρχηση. Χαρακτηρίζονταν από υποδειγματική ηθική ανωτερότητα, που επιδρούσε στην ηθικό-κοινωνική διάσταση της πολιτικής οργάνωσης. Έμαθαν στους Λακεδαιμόνιους την όρχηση των Καρυών της Λακωνίας.
Οι Διόσκουροι είχαν τις παρακάτω ηθικές αρετές που αποδίδονται και στους Κάβειρους: 1) Αξιέπαινη ανδρεία, 2) Βαθιά ευσέβεια, 3) Στρατηγικές ικανότητες, 4) Αδέκαστη δικαιοσύνη, 5) Επεξεργασμένο Μυστικισμό, 6) Υπερφυσικές δυνάμεις’-

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΕΕ. στη χώρα του ποτέ…ή 7

 

  • Με ημερομηνία 30/07/’80, ζητώ μέσω του δικηγόρου που με είχε υπερασπιστεί στην Ιταλία φωτοτυπίες επικυρωμένες της απόφασης δίκης [που είχε στηθεί σχεδόν με το ζόρι από την αστυνομία] που έλαβε χώρα στο Δικαστήριο της Φλωρεντίας την πρώτη εβδομάδα του ’78, όπου είχα αθωωθεί πανηγυρικά.
    Οι κατηγορίες ήταν: διακοπή μαθημάτων και καταστροφή ξένης περιουσίας.
    Την παρουσιάζουμε και αυτήν στην απολογία μας σαν ενισχυτική της προσπάθειας κατασκευής ενόχου από τις ιταλικές αρχές. Μεταφέρω τα κυριότερα σημεία, αυτά που ενδιαφέρουν :

‘O Μαυρόπουλος Μιχαήλ, κληθείς είς έκτακτον δίκην ίνα απαντήσει διά τα προαναφερόμενα αδικήματα, απέρριψε αμφότερες τις κατηγορίες αναφέροντας ότι : είχε παρουσιαστεί εις την αίθουσαν της Σχολής Πολιτικών Επιστημών όπου διεξήγαγε τις εξετάσεις ο Καθηγητής Λουίτζι Λόττι, με σκοπόν να προσκαλέση τους παρόντες να μεταφερθούν εις το Δικαστήριον, εις ένδειξιν συμπαραστάσεως προς τους συμφοιτητάς οι οποίοι το πρωϊνό εκείνο εδικάζοντο διά γεγονότα συμβάντα τον περασμένο χρόνο εις το φοιτητικό εστιατόριο. Λαμβάνοντας την απάντησιν ότι οι εξετάσεις θα εσυνεχίζοντο και ότι εν τούτοις ο καθένας ήταν ελεύθερος να πράξη όπως ήθελε, εξήλθε αμέσως και άρχισε να μοιράζη προκηρύξεις εις όσους ευρίσκοντο εις τον διάδρομον. Εισήλθεν εκ νέου εις την αίθουσαν όπου άρχισε να κάνη το ίδιο προς τους φοιτητάς που παρακολουθούσαν τας εξετάσεις. Ο καθηγητής, ο οποίος τον εγνώριζε προσωπικώς και τον εκάλεσε με το όνομά του,τον παρότρυνε να μην δημιουργήσει υπερβολικήν σύγχισιν.

Έτσι, όσον αφορά το αδίκημα, δεν μπορεί να θεωρηθή πραγματοποιημένη η διακοπή των εξετάσεων στο συντομότατο χρονικό διάστημα στο οποίο ο Μιχάλης εισήλθε εις την αίθουσα, ζήτησε από τον καθηγητή να διακόψει τας εξετάσεις, έλαβε γνώσιν της αντίθετης επιθυμίας του και εν συνεχεία βγήκε, έχοντας όλα συμβεί σε λίγες στιγμές, σε ένα διάστημα τελείως αμελητέο.Υπήρξε μια προσωρινή παύσις της διδακτικής δραστηριότητας ολίγων λεπτών, τέσσερα με πέντε, αλλά αυτό εξαρτήθηκε από την αυθόρμητη πρωτοβουλία του καθηγητού, ο οποίος θέλησε να βγει στον διάδρομο έχοντας ακούσει φασαρία, για να μάθη τι συνέβαινε. Εις αυτό το διάστημα ο Μαυρόπουλος επωφελήθηκε για να μοιράσει εις την αίθουσα μερικές προκηρύξεις, με την συγκατάθεση του ίδιου του κ. Λόττι. Όταν του ζητήθηκε,βγήκε ήρεμα από την αίθουσα και οι εξετάσεις συνεχίστηκαν.

Όλα επιβεβαιώθηκαν από τον κ. Λόττι.
Ο καθηγητής κ.Τζιοβανίνι από την πλευρά του επιβεβαίωσε την συνάντησιν με τον Μαυρόπουλο εις τον δεύτερον όροφον, ‘εις τον διάδρομον όπου είναι οι σκάλες’, προσδιορίζοντας πως ο Μιχάλης δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπο, εις αντίθεσιν με πολλούς άλλους οι οποίοι κυκλοφορούσαν πάνω και κάτω εις τους ορόφους, και καθώς συνομιλούσε με αυτόν άκουσε να τον ζητά η τεχνικός του Ινστιτούτου, η οποία τον πληροφόρησε ότι είχαν δημιουργηθεί επεισόδια εκείνην την ώρα εις τον κάτω όροφον, ‘ακούγοντας κραυγές και θορύβους υαλοπινάκων που έσπαγαν’.
Αφού αποχαιρέτησε τον καθηγητή Τζιοβανίνι ο Μαυρόπουλος απεμακρύνθη βιαστικώς από το κτίριο διά να πάη εις το Δικαστήριον.
Κληθέντες και οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης του μαθητού τους επιβεβαίωσαν την μή ανάμιξην του εις οποιανδήποτε βίαιην πράξιν προκαλώντας ουσιαστικά την πλήρη απαλλλαγήν του από οποιανδήποτε κατηγορίαν και την οριστικήν του αθώωση και για τις δύο κατηγορίες’

Ούτε δράστης ,ούτε υποκινητής.

  • Ξεκινάει τελικά η δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Κομοτηνής. Θα σας γράψω αμέσως για το κατηγορητήριο. Αυτό που δεν θυμάμαι είναι εάν στηρίζεται μοναχά στις κατηγορίες του Σαβέριο ή σε μέρος αυτών, στις αρχικές, και μέρος αυτών των άλλων τριών κατηγόρων για τους οποίους θα σας μιλήσω στην συνέχεια. Βλέποντας τα αποκόμματα των εφημερίδων της εποχής συναντώ την Ροσσάνα να λέει στην αρχή στους δημοσιογράφους που την ρωτούν πως όλα στηρίζονται στον Κάντζι. Αργότερα, σε αίθουσα του Αρείου Πάγου αναφέρεται στον ‘γνωστό τοξικομανή’ που την εμπλέκει στις ιστορίες του. Το πιο πιθανό λοιπόν σενάριο μου φαίνεται αυτό,του να έχουν στείλει οι ιταλικές αρχές τις πρώτες απολογίες και των τριών. Οι υπόλοιπες πρέπει να ήρθαν πολύ αργότερα, στην προσπάθεια να στηριχθεί η δεύτερη απόπειρα καταδίκης μου. Λίγη σημασία έχει πλέον το πως ακριβώς διεξήχθησαν τα πράγματα.

Τελικά με κατηγορούν για –συμμετοχή σε ένοπλη ομάδα που δρούσε χρησιμοποιώντας τα ονόματα :
‘προλεταριακές περιπολίες’
‘κομμουνιστικές μαχητικές προλεταριακές ομάδες’
‘προλεταριακές ομάδες μάχης’
‘πρώτη γραμμή’.
-Και ανατρεπτική οργάνωση με τα παραπάνω ονόματα.
-Για το κάψιμο δύο αυτοκινήτων ιδιωτικών αστυνομικών.
-Για το κάψιμο άλλων τριών αυτοκινήτων ιδιωτικών αστυνομικών.
Ληστεία εις βάρος τεσσάρων ατόμων, υπαλλήλων κτηματικής εταιρείας στην οποίαν εισέβαλα, και αρπαγή των ταυτοτήτων τους.
-Έφερα όπλα σε δημόσιο χώρο με σκοπό τα ανωτέρω εγκλήματα.
-Όπως φυσικά και την κατασκευή και μεταφορά των εμπρηστικών μηχανισμών με τους οποίους δόθηκε η φωτιά στα ανωτέρω οχήματα.

Οι δικαστές με αθώωσαν, δεν γίνονταν διαφορετικά.
Στην Ιταλία έφαγα μπόλικα χρονάκια, δεν θυμάμαι πλέον ακριβώς πόσα, πάνω από είκοσι.
Πρέπει να καθυστέρησε αρκετά, για άγνωστο λόγο να γίνει η δίκη, σίγουρα ενσωματώθηκαν εκεί όλες οι απολογίες-κατηγορίες, μου αποδόθηκε και αρχηγία ομάδας, και κατ’ επέκτασιν η συμμετοχή μου σε όλες τις ενέργειες της οργάνωσης, σαν στέλεχος της διοίκησης των ομάδων αυτής. Μούριξαν λοιπόν στ’ αυτιά με το σκεπτικό της συλλογικής ευθύνης, για ότι διεκδικήθηκε στην Φλωρεντία με τις ανωτέρω ονομασίες!!

Real wild child, Iggy Pop.

  • οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 16
Δημοσιεύτηκε στις 11 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 23 Μαρ 2011
η δίκη στο Τορίνο στον ιστορικό πυρήνα των BR , οι φωτογραφίες είναι από την ταινία-ντοκυμαντέρ των Alessandro Melano και Marino Bronzino: «Avvocato !»

  • Πιστεύω πάντως πως καταφέραμε να σας δώσουμε μια γεύση του κλίματος μες το οποίο κύλησαν εκείνα τα απίστευτα χρόνια. Έχουμε κι άλλο δρόμο να διανύσουμε, θα συνεχίσουμε στο ίδιο τέμπο.
    Για Τριλογία μιλάμε στο κάτω-κάτω, σας έχω δείξει ήδη τόσα πολλά, απ’ όποια πλευρά και να το εξετάσεις, κοινωνική – προσωπική – πολιτιστική κλπ.

Fire, Kasabian.

  • Ανοίγω ξανά παρένθεση, είναι το αγαπημένο μου χόμπυ. Ξεκουράζει.
    Γράφω πάντα στο χέρι, μόλις τελειώσω αρχίζει η πληκτρολόγηση. Όλο αυτό το διάστημα σημείωνα σε ατζέντες που είχα από την δουλειά μου, αχρησιμοποίητες ή μισογεμάτες, με κενές σελίδες.
    Αυτή, πάνω στην οποία δουλεύω τώρα είναι του 2002. Στη σελίδα με ημερομηνία 12 Ιανουαρίου, βρήκα ένα κείμενο μια σταλιά, δυο λόγια που είχα σημειώσει για άγνωστη αιτία Σου το παραθέτω, είναι το ξεγύμνωμα μου :

‘Από μικρός αγαπούσα τους ήρωες. Στη ζωή, μου αρέσει η νίκη, δεν είναι όμως αυτοσκοπός.
Ήθελα πάντα να είμαι μπροστά, στην κόψη του κύματος.
Μου αρέσουν πρόσωπα σαν αυτά του Αλέξανδρου, του Τσέ, του Λεωνίδα, του Αχιλλέα.
Να καλπάζω, στο κυνήγι του ονείρου που είναι η ελευθερία. Μακριά απ’ τα δεσμά της συνήθειας, του βολέματος, της πολυθρόνας. Δεν με χαλάει η μοναχικότητα του ηγέτη, με μαγεύει το σπάσιμο των δεσμών, το τίναγμα των φτερών στον ανοιξιάτικο αγέρα. Η ευωδιά του δαφνοστεφανωμένου μετώπου, του ιδρωμένου κορμιού, του ματιού που λάμπει, που γυαλίζει αποφασισμένο να νικήσει, που κέρδισε γιατί ένιωσε ελεύθερα. Έπραξε ελεύθερα! έζησε ελεύθερα. Αυτός είναι ο ήρωας μου! ΑΥΤΌΣ ΘΈΛΩ ΝΑ ΕΊΝΑΙ Ο ΕΑΥΤΌς ΜΟΥ!! Ο πολεμιστής του φωτός, ο πολεμιστής της ζωής!!’

Ξυλούρης, ‘που πας παλικάρι’

Εδώ θέλω να σημειώσω πως ο δικός μου Λεωνίδας δεν έχει καμία σχέση με αυτόν των φασιστών. Που κάνουν άπειρες συγχύσεις και απίστευτες τρίπλες για να ιδιοποιηθούν ήρωες και παραδείγματα ανθρώπων που με αυτούς δεν έχουν ουδεμία απολύτως σχέση, με την καφρίλα και την ψυχική τους ερημιά. Είναι μία τεράστια συζήτηση, θα χρειάζονταν ένα αυτόνομο πόνημα για να εξηγήσω πως τα παιδικά μου ινδάλματα δεν τα χαρίζω ούτε με σφαίρες σ’ εσάς, ξεφτίλες ‘πατριώτες’ που από υπερηφάνεια τιμή και ανδρεία δεν έχετε καμία,μα καμία σχέση!
Πρώτοι μεταξύ ίσων! οι ήρωες μου είναι! Κουράδες του γλυκού νερού είστε και φαίνεστε, καθίκια!

Πατρίδα,…Στίχοιμα.

Ο γιος μου μαθαίνει κιθάρα, η Βίκυ μπάσο. Με ρωτούν πώς έγινε και δεν έμαθα να παίζω μουσική.
Θυμάμαι πως μικρός είχα ζητήσει απ’ τον πατέρα μου να πάω σε δάσκαλο και δεν με άφησε γιατί ‘μουσική παίζουν οι αλήτες’. Έτσι έλεγαν οι συμβάσεις στην μικρή μας πολιτεία εκείνα τα χρόνια. Ναι φίλοι μου.
Αυτή ήταν η πικρή πραγματικότητα.
Πήγαινα σχολείο και δεν με άφησαν να γραφτώ σε ομάδα, να τελειοποιήσω το ποδόσφαιρο που έπαιζα στις αλάνες και αγαπούσα πολύ. Γιατί και ‘μπάλα έπαιζαν οι αλήτες!’
Ζούμε ένα κλίμα νοσηρό. Να φανταστείτε πως φώναξαν τη μάνα μου στο σχολείο, να της κάνουν παρατήρηση, να μη με αφήνει να φοράω κόκκινα ρούχα! δεν κάνω πλάκα. ΈΧΟΥΜΕ ΧΟΎΝΤΑ ΚΑΙ ΌΤΙ ΘΥΜΊΖΕΙ ‘ΣΥΜΜΟΡΊΤΕΣ’ ΕΊΝΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΈΝΟ, ακόμη και το χρώμα!

‘Το παιδί είναι Ολυμπιακός! αφήστε τον ήσυχο!’ Τους βάζει στη θέση τους η μάνα μου.
Λίγους μήνες μετά,τα ίδια. Την ξαναφωνάζουν. Αυτή τη φορά της κάνουν παρατήρηση γιατί λέει ‘κάνω πολλές παρέες με κορίτσια’! Ετοιμόλογη αυτή τους απαντά πως αφύσικο θα ήταν ‘να κάνω πολλές παρέες με αγόρια’!
Για τέτοια κατάσταση μιλάμε. Αρρωστημένη!
Αγάπησα πολύ τον Μπέστ, τον είχα σαν ίνδαλμα, και τον Γιώργο Δεληκάρη. Ερωτεύτηκα τον Ζαιρζίνιο και τον μεγάλο Κρόιφ, αργότερα τον Σόκρατες, τον Καντονά τον Ζίκο και τον Αντονιόνι. Πώς να ξεχάσω τον τεράστιο Λεβ Γιασίν;

Πανηγύρισα με τον απίθανο Μπορζώφ που καθάρισε τους Αμερικανούς κι ας ήμουν φιλικός με τους Κινέζους,εκείνο τον καιρό.
Αγάπησα τον Άλι, παραδέχτηκα τον Μαραντόνα, που τον γιάτρεψαν οι Κουβανοί. Με τον Τσάβες δεν τα κατάφεραν.
Όταν ο αγαπημένος μας Χουαντορένα ταπείνωσε ξανά τους δυτικούς, στη Μυροβόλο πανηγυρίζαμε σαν τα παιδιά, νιώθαμε πως παίρναμε τη ρεβάνς, απ’ τους αμερικανούς, της ήττας στον εμφύλιο.
Και θα μου μείνει αξέχαστος ο Ύβ ο Τριαντάφυλλος. Τότε δεν ήταν που ακούγαμε ‘Γαρύφαλλο’ απ’ τους ‘Πελόμα Μποκιού’ ;
Τον Πελέ δεν τον χώνεψα ποτέ!

Όσο για τον Γιώργο Κούδα, ας κάνει ένα παγωμένο μπάνιο στα βρώμικα νερά του Θερμαϊκού. Που δεν είχε τ’ αρχίδια ν’ ακολουθήσει τα όνειρά του όταν ο Μαντζαβελάκης [αν θυμάμαι καλά ] τον κατέβασε στην Αθήνα. Κι έκανε άνω κάτω την Ελλάδα, χωρίς λόγο. Κι ας λέει πως φοράει παντελόνια. Φούστα φορούσε η Μαρί Μπονέ αλλά αυτή είπε την αλήθεια.
Όχι, δεν είμαι σεξιστής. Μιλάω έτσι για ν’ ανάψουν τα αίματα
η αλήθεια πονάει.
Πως να ξεχάσω τον Μποτίνο, τον Αϊδινίου ;

Την αγία τριάδα του καβαλιώτικου ποδοσφαίρου των χρόνων που ήμουν νεαρός ; Μήτσος Παρίδης, Παύλος Κοψαχείλης και Κώστας Λιόλιος !
Και κάτι ζευγάρια φωτιά : Μητρόπουλος-Ναθαναήλ, και Κωνσταντίνου – Καραγιάννη.
Μια άλλη Ελλάδα. Του Λαμπράκη, του Πέτρουλα, του Μπελογιάννη! Του Πλουμπίδη!
Του Τσαρούχη και των εξαίρετων ποιητών, ζωγράφων και μουσικών μας!
Όσο κι αν ψάχνετε φασίστες να ωραιοποιήσετε την ιστορία σας, παραχαράσσοντας την αληθινή, έναν ήρωα δεν θα βρείτε στις σειρές σας.Έναν άνθρωπο!

Έναν Λόρκα, έναν Βίκτορ Χάρα, μια Βιολέτα Πάρα.
Ξέφυγα.
Προσπάθησα λοιπόν στα δεκαοκτώ μου να μάθω να παίζω κιθάρα.
Είμαι φρέσκος στην Φλωρεντία, γλυκούλης. όμορφα αγόρια όμως χιλιάδες. Μου αρέσει να βρίσκομαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του θηλυκού κόσμου. Αυτοί που όμως τραβούν σαν μαγνήτες τα κορίτσια είναι εκείνοι που γρατζουνάν τις κιθάρες,
μόλις σβήνουν τα πικ-απ και η ώρα είναι περασμένη.
Είμαι τρελαμένος, αρπάζω μια μέρα μέσα απ’ τα χέρια του φίλου μου το μαγικό ξύλο και τον βάζω να μου δείξει τις θαυμαστές κινήσεις.
Ακόμα και το σπίτι θυμάμαι στο οποίο βρισκόμαστε, λίγο πιο πίσω απ’ την πιατσέτα του Σαν Πιερίνο.
Μου μαθαίνει το ξεκίνημα του Σμόουκ ον δε Γουώτερ. Μου βγήκε η ψυχή όμως, τα παράτησα αν και το κατάφερα.

Είχα πολύ ενέργεια για να κάθομαι ακίνητος τόση ώρα να προσπαθώ με τα δάχτυλα να κάνω το όργανο να παίξει. Η ψυχή δεν ηρεμούσε, δεν ακολούθησε.
Δεν ανεχόμουν να παλουκωθώ με τίποτα, υπομονή στα κόκκινα, τα βρόντηξα.
Τους έκανα όμως να με προσέξουν αλλιώς!!!

Lucky man, Emerson Lake and Palmer.

  • Ξαναγυρνώντας στο σήμερα:
    Σαν γνήσιος ‘μπλαουγκράνα’ στήθηκα προχθές να παρακολουθήσω την επική ανατροπή της αγαπημένης μου ομάδας, [δεν έγινα ‘Μπάρτσα’ τα τελευταία χρόνια που είναι της μοδός, αλλά από τότε που τους ξαναέφερε στα χείλη το χαμόγελο της Αξιοπρέπειας ο μεγάλος Γιόχαν Κρόιφ. Αργότερα, όταν κατάλαβα και τις πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης, το γλυκό έδεσε].
    Αντ’ αυτού παρακολούθησα μια νέα συντριβή.
    Εκείνο όμως που μου έκανε χείριστη εντύπωση ήταν η ανεκδιήγητη συμπεριφορά του σπορτκάστερ, ο οποίος δυστυχώς αντιπροσωπεύει το δείγμα πολιτιστικής,και όχι μόνο, συμπεριφοράς του μέσου Έλληνα ραγιά.

Έπλεκε διθύραμβους για τους Γερμανούς, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος,
και μπαλαδορικά ίσως έκανε και καλά.
Έχω ερωτευτεί Γερμανίδες, έχω περάσει υπέροχα,
με στήριξαν οικονομικά οι Γερμανοί τουρίστες όταν δούλευα στην παραλία, αλλά μέχρι εδώ.
Είναι τεράστιος λαός οι Γερμανοί.
Η συλλογική μνήμη όμως δεν ξεχνάει ακόμα φίλε, δεν μπορώ να πω πως σαν λαό τους πολυσυμπαθώ τους Γερμανούς.
Από παιδάκι, γερμανική ομάδα δεν υποστήριξα ποτέ, όπως δεν θα υποστηρίξω Παναθηναϊκό, με οποιονδήποτε αντίπαλο και αν αγωνιστεί.
Ξέρω πως η ειλικρίνεια σπάει κόκαλα!
Τους αποκαλείτε ‘πάντσερ’ και προσβάλλετε τη μνήμη εκατομμυρίων ανθρώπων. Εβραίων, συμπατριωτών μου, ρομά, κομμουνιστών, αναρχικών και κάθε λογής άλλου που τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά εκείνα τα χρόνια και έσβησε στα στρατόπεδα και τα κρεματόρια
Έφτασε ο λεχρίτης παρουσιαστής στο σημείο να προτείνει στο τεράστιο κλάμπ, σε αυτή τη μεγάλη λαϊκή κατάσταση που είναι κάτι περισσότερο από μια ομάδα, έναν κατά τα άλλα συμπαθέστατο άνθρωπο και ικανότατο προπονητή, προσβάλλοντας έναν άντρα που έδωσε όλη τη χρονιά μια μεγάλη μάχη με τον καρκίνο, βγαίνοντας νικητής, τον Τίτο Βιλλανόβα.

Μέσα στη χώρα όπου τα ερείπια της Γκερνίκα θα ορθώνονται πάντα στις καρδιές μας να θυμίζουν τι εστί βερύκκοκο, με άλλα λόγια γερμανικός φονταμενταλισμός, ολοκληρωτισμός ή όπως αλλιώς θέλετε να ονομάσετε αυτό το απαίσιο μικρόβιο του ναζισμού.
Θα μου πείτε πως και ο Σούστερ πήγε στη Ρεάλ. Στα τέτοια μου! Στη Ρεάλ του Φράνκο πήγε και του παντοτινού Ισπανικού κατεστημένου.
Και όλα αυτά ξεχνώντας πως η ομάδα έτρεχε σαν τραίνο μέχρι την ημέρα που ο Τίτο Βιλανόβα, αυτό το γλυκύτατο παλικάρι με το Πι κεφαλαίο ξεκίνησε την περιπέτειά του στα Νοσοκομεία για να απαλλαγεί από την αρρώστια.
Σέβεσαι τον άνθρωπο που παλεύει με τον θάνατο και το βουλώνεις,
που θα την βρει όμως την ευαισθησία ο …….
Δεν θα θυμίσω τον Αμπιντάλ!
Δεν ξέρω με ποια κριτήρια επιλέγουν οι εταιρείες τα στελέχη τους, είπαμε όμως, αυτή είναι μία εικόνα από κάποια Ελλάδα του σήμερα.
Προτείνω στην ΕΡΤ να στείλει τον συγκεκριμένο ρεπόρτερ στην Ογκολογική Κλινικήοποιουδήποτε Νοσοκομείου ΝΑ ΠΆΡΕΙ ΜΑΘΉΜΑΤΑ ΑΝΘΡΏΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΈΠΕΙΑΣ και αγωνιστικότητας. Να καθίσει εκεί υποχρεωτικά για πέντε-έξι μήνες να μάθει πως παλεύει ο άνθρωπος καθημερινά με τον εαυτό του και την αρρώστια.

Αν καταλάβει κάτι και ξαναπάρει το μικρόφωνο στα χέρια, είμαι σίγουρος πως θα σταματήσει να υβρίζει τον άνθρωπο που βγήκε από τα σπλάχνα της ομάδας και την έκανε να ξεφύγει καμιά δεκαπενταριά βαθμούς από την ‘μισητή’ Ρεάλ μέσα σε δύο μήνες,
μέχρι να πέσει στα χέρια του χάροντα, να τον παλέψει, και να βγει νικητής και σ’ αυτή τη μάχη. Λιγάκι κουρασμένος φυσικά!
Ξέρω από πρώτο χέρι τι θα πει χημειοθεραπεία.
Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα περισσότερο.
Ανάθεμα σε όλους αυτούς που κατάντησαν τον Έλληνα αυτό που δείχνει αυτή τη στιγμή, δημόσια τουλάχιστον, γιατί,αυτό που συμβαίνει στο κάθε σπίτι δεν το γνωρίζουμε.

Toy soldiers, Eminem.

Είμαι περήφανος για τον μπασκετικό γαύρο! σαν ολυμπιακός και τίποτα παραπάνω. ΤΟΥΣ ΓΑΎΡΟΥΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΊ Η ΟΜΆΔΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΈΝΑΝ ΆΛΛΟΝ!
Έχει πανηγυρίσει μεγάλες στιγμές ο βάζελος, δεν ένιωσα ποτέ μα ποτέ, απολύτως τίποτα.
Σταματήστε λοιπόν τις υποκρισίες. Ο Μέσι και η παρέα του ολόκληρη, μες το αεροπλάνο πανηγυρίζουν τη νίκη μας επί της Ρεάλ, φωνάζοντας ‘Ολυμπιακός-Ολυμπιακός! αφήστε αυτά που ξέρετε.
Σιχάθηκα το κυπελάκι που σήκωσε ο Μαρινάκης μπροστά στις άδειες κερκίδες του κόκκινου ΟΑΚΑ. Μπορεί να το βάλει εκεί που ξέρει, εμείς οι γνήσιοι Ολυμπιακοί τον έχουμε χεσμένο,και αυτόν και τους χρυσαυγίτες φίλους του, όπως και όλους τους σκατόψυχους φασίστες της 7. Τέτοια κυπελάκια δεν τα θέλουμε. Παλικαρίσια, θα έπρεπε να το γυρίσουν πίσω!

Ξέρω επίσης πως αυτοί που φωνάζουν για ‘κάθαρση’, χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη θέλουν να γίνουν, ποτέ δεν θέλησαν δικαιοσύνη. Διαφορετικά θα το είχαν δείξει στο δρόμο, στην πιάτσα,στους αγώνες τους καθημερινούς. Δεν τους έχουμε δει πουθενά! την μαρμίτα θέλουν, αυτή που μονοπωλεί άλλος.
Αν το μάτι του μέσου Έλληνα γυαλίσει όπως των γαύρων παιχτών και προπονητών του μπάσκετ αυτού του τριημέρου, άλλη μέρα θα ξημερώσει!

Antifa hooligans, los fastidios.

Και μετά ξύπνησα!!!

Υπάρχει μία συνολικά διεφθαρμένη κατάσταση που αγκαλιάζει όλες τις οργανωμένες εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας, μία αρρωστημένη νοοτροπία που έχει σφίξει σαν τανάλια ένα μεγάλο κομμάτι ελλήνων και κάνει μπαμ στον αθλητισμό, σε όλα του τα σκαλοπάτια, κυρίως δε στους δημοσιογράφους τους φιλάθλους και τους παράγοντες. Δεν είναι η αλλαγή ή εναλλαγή προσώπων που θα λύσει το πρόβλημα. Ριζική αλλαγή νοοτροπίας όλων αυτών των ελλήνων που έχουν βουτηχτεί, χρόνια τώρα, στη μισαλλοδοξία, την έλλειψη αλληλεγγύης και στο μίσος προς την διαφορετικότητα. Τον ‘κρυπτοφασίστα’ που έχει ο καθένας μέσα του πρέπει να αποβάλλουμε πρώτ’ απ’ όλα!

‘ο κόσμος είναι επικίνδυνος όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα’.
A. Einstein.

Σχετική εικόνα

Κάνω ένα διάλειμμα και επιστρέφω.

Άσε που πέρασε η ώρα, βράδιασε, αύριο πάλι.

ωχρά σπειροχαίτη, κούφιοι άνθρωποι

Κάποιος θυμήθηκε τον Ρεχάγκελ. Και γι αυτόν θα σου πω πως δεν τον χώνεψα απ’ την πρώτη στιγμή, για τις δηλώσεις που έκανε για τον Ολυμπιακό,μόλις πάτησε το πόδι του στην χώρα. Την αλήθεια λέω, δεν θέλω να γίνομαι ευχάριστος με το ζόρι, την εθνική του δεν την έβλεπα γιατί είχε μέσα αμέτρητους παναθηναϊκούς, το αίμα νερό δεν γίνεται,
εγώ που αλλάζω το κανάλι μόλις ντύνεται πράσινο και να μου δείχνεις τις ίδιες μουτσούνες στυλ Καραγκούνη, ντυμένες στο γαλάζιο, και να χαίρομαι
δεν είμαι σχιζοφρενής.
Αυτά τα αφήνω σ’ αυτούς που είναι υπεράνω, και κατά βάθος ανέραστοι, χλιαροί.
Γιατί, δεν μπορείς να είσαι παθιάρης και να την βρίσκεις με όσους σου στέκονται στο στομάχι, μόνο και μόνο επειδή αλλάζουν φανελάκι! Να γλείφεις εκεί που φτύνεις
Ας βάλουν λοιπόν εκεί που ξέρουν και τον Όττο και τους λεγεωνάριους του, εγώ είμαι γαύρος πρώτα, και πάνω απ’ όλα
όσους βάζελους κι αν ντύσουν με άλλα χρώματα, εγώ πράσινους τους βλέπω.

Πως λοιπόν εσύ καταφέρνεις ν’ αγαπάς αυτό που όλη την βδομάδα απεχθάνεσαι, δεν το καταλαβαίνω. Με το συμπάθιο δηλαδή!
Και μην αρχίσετε να μου μιλάτε για έθνος και φυλή γιατί δεν τα χάφτω, εθνική με δέκα παναθηναϊκούς δεν την θέλω, τελεία και παύλα. Εσείς μπορεί να την αγαπάτε, εγώ αδυνατώ. Ούτε να σας πείσω θέλω, ούτε να με πείσετε. Κουβέντα κάνουμε και όλα είναι αποδεχτά!
Να λέμε όμως τα σύκα με το όνομά τους!
Βαράτε όσο θέλετε τους πισινούς σας στο πάτωμα, έχω το θάρρος της γνώμης μου και την διατυπώνω. Δεν θα σε χαϊδέψω, ‘λευκέ γαλάζιε ποντικέ μου’.
Κι εκείνη την μπάλα, γραμμή μαζινό, να μη φάμε γκολ κι ότι γίνει, δεν την κατάπια ποτέ.
Και στον δρόμο δεν βγήκα!

Όπως δεν πανηγύρισα το κυπελάκι του Μαρινάκη, αγάμητε, κομπλεξικέ δημοσιογραφίσκο!
Γιατί, αν κρατάς γραφίδα στο χέρι, πρέπει να κάνεις τη δουλειά σου! κι όχι να βγάζεις στο χαρτί που θα διαβάσει το κοινό τα κόμπλεξ τα στερητικά σου.
Γράψε ένα βιβλίο και πες την άποψή σου.
Στην εφημερίδα που υπηρετείς, θα απαριθμήσεις τους αναρίθμητους τίτλους που με τσαμπουκά η ερυθρόλευκη ομάδα κατακτά με το σπαθί της σε όλα τα ομαδικά αθλήματα, ανδρών και γυναικών, στην χώρα και την Ευρώπη,
με το σπαθί της επαναλαμβάνω!

Και επειδή τους ακούω να μου λένε πως ‘για ένα παιχνίδι πρόκειται’, θα τους απαντήσω πως ‘ακριβώς, επειδή πρόκειται για παιχνίδι, του δίνω την σοβαρότητα που του αξίζει’!
Και ο Δεληκάρης έφυγε από το λιμάνι, και ο Μητρόπουλος, στην καρδιά μας παρέμειναν αγαπητοί, είναι η χημεία βρε αδελφέ!
μη μου μιλήσεις όμως για Ριβάλντο ή Αποστολάκη γιατί την έβαψες.
Όσες συγνώμες κι αν ζήτησε ο Βραζιλιάνος στην καρδιά μας δεν χώρεσε άλλο!
Και ο Λεμονής άλλαξε ομάδα, και τον Αντώνη τον αγαπήσαμε. Είναι κάτι στη συμπεριφορά που σε κερδίζει.

ανοίγω παρένθεση :

Η λογική της νίκης με κάθε τρόπο δεν είναι η δική μας επιλογή

kerkida

Ένα από τα τραγούδια που ακούγονταν στο παλιό αλλά και στο νέο γήπεδο Καραΐσκάκηπριν από τους αγώνες της ομάδας μου, του Ολυμπιακού, ξεκινούσε έτσι: “‘Ελα στου Καραΐσκάκη και αυτή την Κυριακή, να χαρούμε πανηγύρι και ολυμπιακή ψυχή”.

Σε όσα αληθινά περιγράφει θα προσθέσω και εγώ τη λαϊκή γιορτή, την κοινωνικοποίηση και την ελευθεριότητα που έχει μια γηπεδική κερκίδα. Από τα μέσα των 80’s όταν παιδάκι με πρωτοπήγαινε ο πατέρας μου στο γήπεδο, τα πέταλα και οι κερκίδες ήταν ένα σχολείο συναισθημάτων και ταξικότητας.

Στο παλιό Καραΐσκάκη με τα φιλόξενα, στους τζαμπατζήδες, τουρνικέ (τα περιστρεφόμενα κάγκελα)  έβλεπες τους πάντες, Λούμπεν άτομα, λαϊκοί τύποι, μικροαστοί όπως εμείς. Ο κατάλογος ατελείωτος.  Όλη αυτή η ανάμειξη αλλά και ανεκτικότητα (με τους περισσότερους δεν θα έκανες ποτέ παρέα έξω από το γήπεδο) είχε πλάκα αλλά και ουσία.

Το ταξικό σχολείο που λεγόταν κερκίδα (χωρίς τις θέσεις των ακριβών εισιτηρίων βέβαια) σε μάθαινε στο συγχρωτισμό, την αλληλεγγύη ακόμα και τη συνεννόηση, αν θες, με τους ανθρώπους της τάξης σου. Πράγματα πολύ σημαντικά σε μια εποχή (τότε αλλά και τώρα) απονοηματοδότησης της κοινωνικής συλλογικοποίησης αλλά και αποπολιτικοποίησης.

Τη ίδια περίοδο στο εξωτερικό, με αφορμή το χουλιγκανισμό και στη λογική του “πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι” το ποδόσφαιρο αρχίζει να γίνεται “κυριλέ”, όπως τον εννοεί η εξουσία, φυσικά, τον όρο. Τα εισιτήρια αρχίζουν να ακριβαίνουν σημαντικά οδηγώντας τις λαϊκές μάζες, τη συντριπτική πλειοψηφία του ποδοσφαιρικού κοινού δηλαδή,  έξω από τα γήπεδα. Το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σταδιακά σε θέαμα για λιγότερους, αλλά χειροκροτητές, που πάνε στο γήπεδο για να διασκεδάσουν και σίγουρα όχι για να αναμιχθούν.  Η τωρινή, αηδιαστική, εικόνα των μεγάλων γηπέδων ανά τον κόσμο μας δείχνει το τέλος (?) αυτής της πορείας.

Φτάνοντας στα 90’s  ενώ οι αλλαγές αυτές δεν έχουν ακόμα φτάσει στην Ελλάδα, συντελείται μια τεράστια κοινωνική αλλαγή. Η εισροή μεγάλων μαζών φτωχών μεταναστών από τα Βαλκάνια. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα όλοι εκείνοι που μέχρι τότε ήταν οι από κάτω (εργάτες, μικροαστοί, υπάλληλοι, αγρότες) είχαν τη δυνατότητα να γίνουν μικροαφεντικά, να αποσπάσουν οι ίδιοι πλέον υπεραξία εκμεταλλευόμενοι, με τη σειρά τους, άλλους φτωχότερους.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο τοποθετώ ως άμεσα επηρεαζόμενο τον κόσμο που μαζικά πήγαινε στα γήπεδα. Όλοι όσοι, ως τότε, γνώριζαν την αδικία μπορούσαν πλέον να αδικούν και να τους περνάει. Προσπαθώντας να αποφύγω τις ισοπεδωτικές γενικεύσεις, θεωρώ το γεγονός αυτό κομβικό για την αλλαγή νοοτροπίας του κόσμο της ομάδας μου.

Και ενώ μεγάλη μερίδα της κοινωνίας μπολιαζόταν με τη εξουσία του μικροαφεντικού, κάποια χρόνια μετά συνέβη μια δεύτερη αποφασιστική αλλαγή, μια αλλαγή που μόνο ο Ολυμπιακός ως τώρα από τις μεγάλες ομάδες έχει βιώσει. Το παλιό του γήπεδο έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, σύγχρονο και κυριλέ γήπεδο. Ας ειν’ καλά οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Εν έτη 2004 το ποδόσφαιρο και στην Ελλάδα έχει μπει στη λογική προσέλκυσης πελατείας. Ένα νέο και πιο λουσάτο “μαγαζί” θα προσελκύσει νέο, υψηλότερης αγοραστικής δύναμης, κόσμο απωθώντας, ενσυνείδητα ή όχι δεν έχει σημασία, το παλιότερο και συνάμα φτωχότερο κοινό του.  Το βιώσαμε αυτό, έντονα πιστεύω, στα παιχνίδια του Ολυμπιακού  από το 2004 και μετά.

Η αλλαγή στη σύνθεση του κόσμου στην κερκίδα έφερε και την αντίστοιχη αλλαγή νοοτροπίας που ανέφερα και πρότερα. Η νίκη με κάθε τρόπο ήταν και είναι, πλέον, προτεραιότητα. Όποιος έχει μάθει να νταλαβερίζεται με αυτό τον τρόπο στις κοινωνικές και επαγγελματικές του σχέσεις, το ίδιο θα απαιτήσει και από την ομάδα του. Οι αντίπαλοι είναι πάντα αυτοί που θέλουν να μας αδικήσουν, εμείς πρέπει να τους την κάνουμε πρώτοι. Μεταφορά του κοινωνικού κανιβαλισμού στα γήπεδα.  Αφεντικό στη ζωή (με ότι αυτό συνεπάγεται ), αφεντικό και στο γήπεδο. Καθόλου σεξιστικά, μα απολύτως ταξικά. Η κοινωνία της συνδιαλλαγής, της ανάθεσης και του ατομικού συμφέροντος αναμενόμενα μεταφέρθηκε στις απαιτήσεις της κερκίδας.

Αυτές τις απαιτήσεις καλοδέχτηκε και υποδαύλισε η εκάστοτε διοίκηση της ομάδας. Πέρα από την πελατειακή λογική που ήδη αναφέραμε, η πολιτική σκοπιμότητα της δημιουργίας στρατού που θα μπακάρει τις εκάστοτε επιλογές του μεγαλομετόχου σε άλλα πεδία προϋποθέτει αυτός ο κόσμος να μένει ευχαριστημένος. Ο πιο εύκολος τρόπος ήταν και είναι οι νίκες.

Βέβαια, το λούμπεν, το πιο νεανικό και περισσότερο προλεταριακό κομμάτι του κόσμου δεν εξαφανίστηκε από τις κερκίδες. Περιορίστηκε κυρίως στα πέταλα των οργανωμένων της ομάδας. Εκεί, όμως, η πολυποίκιλη έκφραση δεν μπορεί εύκολα να βγει προς τα έξω μια και κυριαρχεί (όπως παντού και πάντα) η δύναμη της οργανωμένης φωνής που λέγεται Θύρα 7. Αυτό δεν είναι αρνητικό σε ότι αφορά την έκφραση αγάπης στην ομάδα, την ένταση και το πάθος στην ατμόσφαιρα του γηπέδου. Είναι, όμως, στην περίπτωση που συζητάμε.

Πλέον, στο σήμερα, είναι επίσημη θέση του Ολυμπιακού, όπως εκφράζεται μέσα από τους ανθρώπους του, (και,φυσικά, τη βλέπουμε και σε άλλες ομάδες)  πώς “όλοι είναι εναντίον μας”, άρα εμείς συσπειρωνόμαστε και παλεύουμε για τη νίκη με κάθε μέσο. Γνωστή και όχι νέα στρατηγική πολέμου για ένα χώρο, όμως που δεν του αναλογεί κάτι τέτοιο.

Είναι απόλυτα σαφές πως εμάς τους από κάτω που γουστάρουμε τη μπάλα δεν θα έπρεπε να μας αγγίζουν αυτές οι λογικές. Εμείς πάμε στο γήπεδο για τη φανέλα, την ιστορία, τις χαρές και τις λύπες, τα γέλια και τις πίκρες, την κοινωνικοποίηση. Αν έρθει η νίκη μια χαρά, αν όχι γουστάρουμε την προσπάθεια και τον τσαμπουκά.

Αυτές οι λογικές (όπως και ο φασισμός με το ρατσισμό) δεν έχουν σχέση με την ταξική μας αξιοπρέπεια. Και πέρα από τσιτάτα τύπου “ενάντια στο μοντέρνο ποδόσφαιρο¨που υπονοούν και την απομάκρυνση, η μάχη πρέπει να δοθεί μέσα στα γήπεδα και στις κερκίδες. Για ‘μας που γουστάρουμε την ατμόσφαιρα του γηπέδου αλλά και το δαφνοστεφανωμένο, το τριφύλλι, το δικέφαλο αετό και βάλε ότι άλλο θες. Μην τους χαρίσουμε το ποδόσφαιρο, το ωραιότερο των αθλημάτων.

Άντε γεια.

ο κουλτουριάρης (έπαιζα και αμυντικό χαφ)

@koultouranafigo

Υ.Γ. 1. Όλα τα παραπάνω αφορούν όσα συνέβησαν στην κερκίδα του Ολυμπιακού για την οποίο μπορώ να γράψω λόγω καλύτερης γνώσης του αντικειμένου. Με διάφορες παραλλαγές, πιστεύω, τα συναντάς και στο πολυπληθές κοινό των άλλων μεγάλων ομάδων του ελληνικού ποδοσφαίρου. Βέβαια, ο κόσμος των οργανωμένων είναι κάτι αρκετά διαφορετικό γι’ αυτό και αναφέρθηκα ελάχιστα.

Υ.Γ. 2.  Το ζήτημα είναι ασφαλώς πιο σύνθετο. Δεν διεκδικώ το αλάθητο, οπότε όποιος έχει γνώμη ας τη στείλει στο mail του provo.

Μη μου πείτε δε να μη μπλέκω την πολιτική με τα σπορ και τον αθλητισμό. Θυμάμαι ολόκληρες Ολυμπιάδες να μποϋκοτάρονται για πολιτικούς λόγους, μαύρους αθλητές να υψώνουν σφιγμένες γροθιές σε αυτή την βαμμένη με αίμα αναρίθμητων φοιτητών στο Μεξικό, τότε που οι Αμερικανοί βομβάρδιζαν τους Βιετναμέζους.
Διαβάστε δε για την απαγωγή του Κρόιφ και της γυναικός του από Βιντελικούς Αργεντίνους φασίστες παρακρατικούς για να τον εμποδίσουν να παίξει με την εθνική ομάδα της χώρας του στο μουντιάλ που κέρδισε στον τελικό την μεγάλη ‘οράνιε’ σχολή η ομάδα της νοτιομερικάνικης Ηπείρου, του Μάριο Κέμπες και του Αρντίλες.

Είχα την τύχη να βρεθώ στο Χάϊμπουρι,στις αρχές του ’70. Άρσεναλ εναντίον Μπενφίκα για το κύπελλο πρωταθλητριών Ευρώπης. Δεκαεξάχρονος,βρέθηκα στο Λονδίνο, κατάφερα να βρω εισιτήριο, πήγα στην σκεπαστή, στα όρθια, μέσα σ’ ένα αληθινό κάστρο με τα όλα του. Εκεί που το τραγούδι δεν σταματά ποτέ.
Απ’ την μία ο Τσάρλι Τζόρτζ, μαλλιάς, ψηλός, ξανθός και παιχταράς.
Απ’ την άλλη ένα μελαχρινό θηρίο απ’ τις πορτογαλικές αποικίες,
η δικτατορία ζει και βασιλεύει ακόμη στην Πορτογαλία, θα την γκρεμίσει χρόνια αργότερα ο τεράστιος Οτέλλο ντε Καρβάλιο.
Σας έλεγα λοιπόν για τον μεγάλο Εουσέμπιο.
Ντυμένο στα κόκκινα το γήπεδο, θριάμβευσε στο τέλος η αγγλική αρμάδα, νομίζω 4-0.
Αυτά γίνονται Τετάρτη.

Κάθισα καμιά σαρανταριά μέρες στην Αγγλία, μια αξέχαστη εμπειρία. Εκεί είδα για πρώτη φορά τη φάτσα του Γκεβάρα, ζωγραφισμένη παντού. Πιο δημοφιλής κι απ’ τα ‘σκαθάρια’ και τις ‘πέτρες’. Έμαθα αργότερα ποιος είναι.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/Ernesto%20Che%20Guevara

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (1 Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

Η ταινία “Che”, παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα.

Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η επαφή του Γκεβάρα με τον Κάστρο και τους κουβανούς αντάρτες στο Μεξικό, ο ανταρτοπόλεμος στη Σιέρρα Μαέστρα, πτυχές απ’ την επανάσταση στην Κούβα αλλά μέρος των διπλωματικών καθηκόντων του Τσε (ομιλία στον ΟΗΕ το 1964).

πρώτο μέρος
(Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (2 Guerilla)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (Guerilla)

Η ταινία “Che”, παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα.

Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται κυρίως η απόπειρα του Γκεβάρα να οργανώσει το αντάρτικο στη Βολιβία όπου συλλαμβάνεται και δολοφονείται από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το βολιβιανό στρατό.

δεύτερο μέρος  (Guerilla)

  • Ένα Σάββατο λοιπόν κατηφορίζω για Γουάϊτ Χάρτ Λέϊν, το φρούριο της Τόττεναμ. Πάλι στο πέταλο των φανατικών, ξεσκέπαστο αυτή την φορά. Θέλω να δω από κοντά το μεγάλο μου ίνδαλμα, το παλικάρι που μάγευε την μπάλα και τα πλήθη, κέρδισε όποιον τόλμησε να σταθεί απέναντί του, κι έχασε τη μάχη απ’ το αλκοόλ. Τον απίστευτο Τζόρτζ Μπέστ.
    Δίπλα του άλλος τεράστιος, ο Μπόμπι Τσάρλτον. Κι απέναντι ο Μπόμπυ Μούρ. Μεγάλες προσωπικότητες, όλοι τους
    εκείνο που έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου ήταν η φανταστική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν στα δύο γήπεδα που βρέθηκα οι φίλαθλοι των ομάδων. Ειδικά στα πέταλα,
    κάτι ανεπανάληπτο.

Έτρεχαν πάνω κάτω, κυριολεκτικά, άδειαζε κάποια στιγμή η κερκίδα, μαζεύονταν όλοι κάτω-κάτω. Κι αμέσως μετά, βουρ τρεχαλητό, όλοι πίσω!χόρευαν και τραγουδούσαν ασταμάτητα όση ώρα βρίσκονταν σ’ εκείνα τα υπέροχα μεσαιωνικά κτίσματα, χτισμένα μες τη γη, αγόρια και κορίτσια, απίστευτα πολλά κορίτσια,
ένα θέαμα μοναδικό. Μία αυθόρμητη πολύχρωμη χορογραφία, όμορφη, γεμάτη ένταση και πάθος.
Έρωτας και πόλεμος μαζί.
Αυτά τα ολίγα

Sunshine of your love, Cream.

  • Επανέρχομαι στην Ελλάδα
    και ενθυμούμενος πως τον Γιώργο Κούδα τον αποκάλεσαν Μεγαλέξανδρο του ελληνικού ποδοσφαίρου θα τους θυμίσω πως ο Αληθινός έφτασε μέχρι την άκρη του κόσμου με τους Μακεδόνες και τον πολυπολιτισμικό στρατό του την ώρα που ο ιμιτασιόν δεν κατάφερε να περάσει τα φυσικά σύνορα του Φαληρικού Δέλτα!
    Μάλιστα
    Αντιλαμβάνομαι πως βγάζω κακίες, θέλω όμως να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου και αληθινός, δεν θέλω να χαϊδέψω αυτιά

βαράνε τύμπανα πολέμου, Ήρωας.

και μούρχεται στο μυαλό ο μέγας Ντράγκαν Τζάιτς, ο τεράστιος Άιρτον Σένα, ο ανεπανάληπτος Τεόφιλο Στίβενσον,
ο οποίος ναι, αρνήθηκε τα αμερικανικά δολάρια για να υπηρετήσει την Κουβανική Επανάσταση,
και ο άλλος μεγάλος, ο Σούγκαρ ρει Λέοναρντ με το απίθανο στυλ στα ρίγκ, που ήταν χορός περισσότερο παρά ξύλο,
ο Αμπέμπε Μπικίλα που έτρεξε ξυπόλητος στον Ρωμαϊκό μαραθώνιο, ήμουν μικρό παιδάκι τότε
και οι Γκρανάτα της μεγάλης Τορίνο που έσβησαν στη Βασιλική της Σουπέργκα, στο λόφο έξω από την Ιταλική βιομηχανική πρωτεύουσα, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο απ’ την Πορτογαλία.

Αυτά για σήμερα.Αύριο πάλι, Μέγα Σάββατο.

[το διάλειμμα του κόκκινου τριήμερου στο Λονδίνο γράφτηκε αργότερα, όταν είχα πλέον ξεκινήσει να πληκτρολογώ τις γραμμένες στο χέρι σελίδες μου].

Να ακούσουμε και ένα τραγούδι απ’ τον Ψαραντώνη. Είναι οι Χαίνηδες, στίχους και μουσική έχει γράψει το 2000 ο Δημήτρης Αποστολάκης

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ, την μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.
Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω,
για να της τραγουδήσω τον πιό βαρύ καημό.
Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω,
για να την αγκαλιάσω
στον πιό τρελλό χορό,
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της,
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ.
Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι,
σχεδόν αγαπημένοι,
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν την μπόρα,
σαν την στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.

-‘Στην ελληνική μυθολογία , ο Χείρων ήταν ο σοφότερος των Κενταύρων και αποτελούσε το σύμβολο του ‘Πληγωμένου Θεραπευτή’ . Ο μαθητής του, ο Ηρακλής, κατά την διάρκεια μιας μάχης, τον χτύπησε τυχαία με ένα βέλος που ήταν εμποτισμένο στο αίμα της Λερναίας Ύδρας. Ο Χείρων όντας αθάνατος συνέχιζε να ζεί με την πληγή και τον πόνο του. Στην προσπάθεια του να βρεί την δικιά του θεραπεία , έμαθε να βοηθάει και να απαλύνει τον πόνο των άλλων .Αυτή του η ανακάλυψη, το να διδάσκει δηλαδή σε άλλους πως να θεραπεύονται, αποτέλεσε ένα μέσο ώστε να απαλύνει τον δικό του αιώνιο πόνο’-

DSC02230

καποέϊρα

μια τέχνη που πάντα ήθελα να μάθω, όμως ποτέ δεν βρήκα κάποιον να μου την διδάξει!

και μου έμεινε το απωθημένο!

κάτι που έμαθα όμως αρκετά καλά :

WIN_20150422_132135

σχολική εκδρομή στα λιβάδια της Ξάνθης, στα τέλη των χρόνων ’60..

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΓΓ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 5

Η ζωή είναι ένα θαύμα, είναι το μεγαλύτερο θαύμα που έχει γίνει ποτέ και πρέπει να την τιμούμε, να την χαιρόμαστε μέχρι την τελευταία στιγμή.Να την σεβόμαστε αλλά να δημιουργούμε τις συνθήκες και οι άλλοι να την σέβονται. Αυτό σήμερα δεν συμβαίνει, η ζωή δεν κοστίζει ούτε λίγα ευρώ. Είναι πανέμορφη και ιερή. Για όλους. Όμως η απληστία έχει καταντήσει τους κρατούντες και κατέχοντες δολοφόνους κατά συρροή.

Ξέρω μου λέει και μου κλείνει το μάτι, το έζησα, βρέθηκα μέσα σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, υπήρξαν τεράστιες περιοχές γεμάτες χρώμα, απελευθερωμένες μέσα στο γκρίζο του καπιταλισμού, και τα όποια αντιλαϊκά μέτρα περνούσαν πάρα πολύ δύσκολα, όταν κατάφερναν να περάσουν. Κι αυτό μόνο με τη συνεργεία των κρατικοδίαιτων συνδικάτων που ελέγχονταν από τον ρεφορμισμό. Γραφεία, υπηρεσίες, υπουργεία, τμήματα αστυνομικά, καταστήματα τραπεζών και αγορές στο στόχαστρο του κινήματος, φωτιές και δυναμίτης. Καθημερινά στις εφημερίδες πολεμικά δελτία με τον λαό να επικροτεί και να χειροκροτεί. Τρέμανε οι μπουρζουάδες τις απελευθερωτικές επιθέσεις, τρέμανε και για την υγεία τους, πρόσεχαν πολύ, δεν διανοούνταν να ξεσαλώσουν έτσι όπως συμβαίνει σήμερα…!

Ρωτάει: ποια βρίσκετε πως είναι η διαφορά ανάμεσα στο σημερινό καθεστώς και τη χούντα των συνταγματαρχών; Σύμφωνα με αυτόν μόνο το ότι τον Καραμανλή τον ψήφισε το σαράντα δύο στα εβδομήντα ένα τοις εκατό αυτών που ψήφισαν [μια ισχνή μειοψηφία λοιπόν ]πέρυσι ενώ οι συνταγματαρχαίοι αυτανακηρύχθηκαν μόνοι τους σωτήρες της χώρας με τον τσαμπουκά.
Με τον ίδιο τσαμπουκά κυβερνά ακριβώς η νεοδημοκρατική κλίκα χωρίς να ρωτά κανέναν, όπως οι χουντικοί. Χωρίς ν’ ακούει και να αφουγκράζεται κανέναν, όπως εκείνοι. Μειοψηφία αυτοί, το ίδιο και οι άλλοι.

Φύλλο δεν κουνιέται σήμερα, το ίδιο και τότε. Λογοκρισία σήμερα και χθες. Επειδή ο πρόεδρος της ΕΡΤ δεν αρέσει τη δουλειά του οποιουδήποτε Κούλογλου τον εκπαραθυρώνει.
Αν θυμάμαι καλά μου λέει, η χούντα ξεμπέρδεψε κλείνοντας μέσα την ίδια μέρα καμιά χιλιάδα αριστερούς, την τότε πρωτοπορία, και ξεμπέρδεψε.
Εάν εξαιρέσετε κάποιους αντιστασιακούς, διαμαρτυρία δεν ακούστηκε οκτώ χρόνια. Μόνη της έφυγε η χούντα, εάν εξαιρέσετε το λαμπρό παράδειγμα των φοιτητών [τι λέγαμε νωρίτερα;] Ούτε φωνή ούτε ακρόαση, μόνο κάποιοι έλληνες στο εξωτερικό.
Επειδή όπως είπαμε νωρίτερα την πρόλαβα τη χούντα και θυμάμαι, ο τόπος ήταν γεμάτος Έλληνες χαφιέδες φοιτητές να παρακολουθούν τις αντιστασιακές οργανώσεις σε συνεργασία με τις Ιταλικές αρχές και την ελληνική πρεσβεία.

Θέλετε κι άλλα; Η βασιλεία στο δημοψήφισμα της μεταπολίτευσης πήρε τριάντα στα εκατό και κάτι. Αυτά είναι τα ιστορικά νούμερα των ορκισμένων δεξιών, μη κρυβόμαστε, φασιστών θα έλεγα, μουρμουρίζει. Όλοι οι άλλοι που κλαίνε και διαμαρτύρονται για την ακρίβεια, την αισχροκέρδεια τα σκάνδαλα και την κερδοσκοπία, την απληστία της εξουσίας που κωφεύει, όλοι αυτοί μόλις πάρουν ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΚΡΟ Η ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΡΟΥΣΦΕΤΙ ξεχνούν τα πάντα, και στο όνομα των 600 ευρώ, αυτή είναι η αξία του έλληνα σήμερα, όλο και χαμηλώνει το ποσό με τα χρόνια που περνούν, για 600 αργύρια ξεχνά και λησμονεί τα πάντα, έχουν αναδείξει το δικομματισμό σε ύψιστη αξία.

Ποιοι θα στενοχωριόντουσαν με τον Παπαδόπουλο νεκρό από την απόπειρα του αείμνηστου Αλέκου Παναγούλη. Αυτοί είναι οι ίδιοι που θα στενοχωρηθούν με τη πτώση σήμερα του δικομματισμού της αστικής ‘δημοκρατικής’ δικτατορίας. Όλοι οι υπόλοιποι είναι παρατρεχάμενοι και παπαγαλάκια. Η σιωπηλή μειοψηφία που γίνεται πλειοψηφία και επιτρέπει στους άπληστους να κυβερνούν με ασυδοσία.
Σε κανέναν δεν αρέσει η βία. Όχι στη βία λοιπόν. Ας αυτοοργανωθούμε οι έλληνες και ας κάνουμε επί αορίστου χρόνου καθιστική διαμαρτυρία στους δρόμους των πόλεων παραλύοντας τα πάντα. Διαμαρτυρόμενοι που κανείς δεν αφουγκράζεται την αγωνία μας. Για μέρες, με σκηνές στημένες στους δρόμους ενάντια σε αυτούς όλους που κάνουν πως δεν ακούνε, στο καθεστώς που δεν συγκινείται ! Να παραλύσει το σύστημα, η οικονομία, οι τράπεζες. Μέχρι να τα μαζέψουν και να φύγουν.

Θέλει ρίσκο, κούραση. Υπομονή και ξεβόλεμα. Είναι οι Έλληνες σήμερα διατεθειμένοι να κάνουν επιτέλους κάτι για τον εαυτό τους;
Ούτε βόμβες λοιπόν, ούτε φωτιές ούτε πιστολίδι. Γενική, γενικευμένη ανυπακοή. Με τον νόμο, ενάντια σε αυτούς που τον καταπατούν καθημερινά ατιμώρητοι. Που θέσπισαν την ατιμωρησία. Να παραλύσουν τα πάντα. Είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε να παραλύσουν τα πάντα;
Γιατί δεν το οργανώνει η αντιπολίτευση; Αυτή υφίσταται μόνο για να εναλλάσσεται στις καρέκλες και να σπεκουλάρει και αυτή. Να τρώει από το άλλο κομμάτι με τοδικό της πιρούνι.

Οι αριστεροί; Αυτοί είναι άξιοι της μοίρας τους. Είχαν τον μεγαλύτερο αντιστασιακό στρατό και τον διέλυσαν από μόνοι τους. Παρέδωσαν τα όπλα και αντί κυβερνήσεως του βουνού, στα δικά τους ελεύθερα βουνά και πόλεις, άφησαν τους εγγλέζους να αλωνίζουν. Δεν κατεβαίνουν και στις εκλογές και στέλνουν άοπλο τον λαό στους δρόμους βορά των πάνοπλων βρετανών στο στρατό των οποίων οι ίδιοι επέτρεψαν ν’ αλωνίζει την Αθήνα. Πρόδωσαν αρχηγούς καπεταναίους και ηγέτες τους. Και αυτό το τεράστιο εθνικό μουσικό κεφάλαιο, ο Μίκης, τρομάζει τα πλήθη στη μεταπολίτευση με το ‘ή ο Καραμανλής ή τα τανκς’. Παίρνει μέρος σε κυβερνήσεις της δεξιάς. Το δε πάλαι ποτέ κραταιό ΚΚ συνεργάζεται και αυτό με τη δεξιά στις οικουμενικές κυβερνήσεις, παγκόσμιο πρωτοφανές φαινόμενο. Είναι άξιοι της τύχης τους, νομιμοποιούν με την παρουσία τους στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι την αστική δικτατορία και το επτά στα εκατό που έχουν αυτή τη στιγμή πολύ τους πέφτει. Θυμίζουν στο φίλο μας εκείνο το απίστευτο δίλημμα στην Πόλη του ήρωα Παλαιολόγου που δίχαζε το λαό και τους άρχοντες : ‘με τον Αλλάχ ή με τον Πάπα ;’
Η τιμή, τιμή δεν έχει !
‘ Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε, αυτό έχω μόνο να σας πω, τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν’.

Τελειώνοντας για σήμερα μου θυμίζει τους Area.Τη βδομάδα που πέρασε η Κυριακάτικη είχε στο ένθετο της αφιέρωμα στον θρυλικό Δημήτρη Στράτο και το συγκρότημά του. Μου έβαλε να ακούσω το δισκάκι λέγοντάς μου πόσο τυχερός νιώθει που τον άκουσε ζωντανά σε συναυλία στην άλλη λαϊκή γειτονιά του κέντρου της Φλωρεντίας, Santo Spirito, Άγιο Πνεύμα, στην πλατεία της, στη διάρκεια φεστιβάλ οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς. Τότε που μεσουρανούσε στα μουσικά δρώμενα της Ιταλίας και του κόσμου. Τον είχε μάλιστα γνωρίσει προσωπικά λίγο διάστημα νωρίτερα στο σπίτι κάποιου κοινού γνωστού, τότε μάλιστα δεν ήξερε ακόμη για το πόσο μεγάλος ήταν, το κατάλαβε αμέσως με το ξεκίνημα του concerto! θυμάται ακόμη πόσο τεράστιος του φάνηκε, πανύψηλος, μεγαλόσωμος με μακριά μαλλιά, ένας άντρας μέχρι εκεί πάνω, μια υπέροχη φυσιογνωμία, μια μοναδική φωνή. Να είναι πάντα καλά εκεί που βρίσκεται παρέα με άλλους συγκλονιστικούς όπως αυτός. Και σημειώνει πως ο Στράτος ήταν τραγουδιστής με φωνητικές δυνατότητες ασύλληπτες για τα ανθρώπινα δεδομένα. Τη στιγμή που ένας τενόρος συνήθως φτάνει τα 523hz και μια σοπράνο τα 1046hz η δική του φωνή άγγιζε τις συχνότητες των 7000hz.
Έπαιξαν την Διεθνή με έναν τρόπο ανεπανάληπτο, όπως ο Χέντριξ τον αμερικανικό ύμνο στο φεστιβάλ του Γούντστοκ.

ο δίσκος La Cantata Rossa Per Tall El Zaatar σε συνεργασία με άλλουςCometa Rossa και Luglio Agosto Settembre Nero !! Δηλαδή : Κόκκινος Πλανήτης και Ιούλιος Αύγουστος Μαύρος Σεπτέμβρης, κάποια από τα πιο γνωστά κομμάτια.

χαρά και επανάσταση από τους Area και τον Δημήτρη Στράτο

«Moby Dick»: Η παράσταση: Μια συγκλονιστική μουσική περιπέτεια παίρνει θεατρική μορφή και μεταφέρεται στη σκηνή του Παλλάς με καινοτομίες στη σκηνογραφία, ολογράμματα, 3D graphics, ζωντανή ορχήστρα και χορογραφίες.

Η ιστορία ενός γοητευτικού, «τρελού» καπετάνιου που πείθει όλο του το πλήρωμα να τον ακολουθήσει στην εσωτερική του αποστολή: να νικήσει τα όρια του, τη Φύση, τη Μοίρα του, να φθάσει και να ξεπεράσει τον Θεό. Η σκοτεινή παραμυθένια μεταφυσική του «Moby Dick», η συγκλονιστική ναυτική περιπέτεια, η αδρή ιστορία, η θεοσοφική του αναζήτηση είναι μια δέσμη φωτός στους σκοτεινούς λαβύρινθους που ταξιδεύει-σήμερα περισσότερο από ποτέ- ο άνθρωπος στην αναζήτηση της αυτογνωσίας του.

Στο έργο αυτό, ο διαβολικός καπετάνιος Αχαάβ, καταλήγει ένας αμφιλεγόμενος Άγιος, ο παραμελημένος και πληγωμένος Άνθρωπος που ζητά να ξανακερδίσει την προσοχή και την αγάπη του Πατέρα και Θεού του. Μέχρι το τέλος του έργου έχει συνεπάρει μαζί με όλο του το πλήρωμα και τους θεατές. Αυτοί καλούνται να διαλέξουν «στρατόπεδο» μεταξύ του τραγικού ήρωα, ανυποχώρητου μαχητή της Αλήθειας καπετάνιου Αχαάβ, του μονοσήμαντου ενάρετου οικογενειάρχη Στάρμπακ (πρώτος υποπλοίαρχος), του αδιάφορου πλακατζή Σταμπ (δεύτερος υποπλοίαρχος), του μονοδιάστατου ρηχού υλιστή «τρίτου» Φλασκ και τέλος του ευαίσθητου διανοούμενου, του «ιστορικού καταγραφέα» Ισμαήλ.

Ένα διαχρονικό έργο

Όπως όλα τα αριστουργήματα, ο «Moby Dick» είναι ένα αιώνιο «γενετικό εργαστήρι» ιδεών. Αρκεί να βάλεις τις σωστές έννοιες στην ίδια ιστορία και αυτές με τη σειρά τους θα αναπαράγονται και θα αναπαράγουν εκατομμύρια νέες ιδέες και συνδυασμούς τους. Έτσι το αριστουργηματικό έργο αναβαπτίζεται στους αιώνες.

Το μιούζικαλ «Moby Dick», βασισμένο στο μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ, έρχεται, από τις 28 Φεβρουαρίου 2020 στο Θέατρο Παλλάς, σε μουσική – libretto Δημήτρη Παπαδημητρίου και σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα.

Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ
Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία τον Ιούλιο του ’08,άγνωστου,περιγράφει εξαιρετικά και τη γενιά μας.
‘’Συνειδητοποίησες ότι η γενιά σου έχαψε την παραμύθα που της σερβίρουν οι διάφοροι Κωστόπουλοι. Την παραμύθα του χύμα, του εύκολου, του ωχαδελφισμού, της νεομαγκιάς. Κι ύστερα, ώσπου να το συνειδητοποιήσεις, μεγάλωσες. Μα δεν μπορεί, εγώ ο επίδοξος brand manager,project manager, IT specialist να είμαι ακόμα εδώ, στην Κυψέλη, στο Παγκράτι, στην πλατεία Βικτωρίας, σκέφτεσαι. Είσαι γύρω στα 30 πάνω κάτω. Έχεις σπουδάσει, απέκτησες μεταπτυχιακά, μιλάς μια δυο ξένες γλώσσες.
Πηγαίνεις γυμναστήριο,όποτε μπορέσεις, μια δυο φορές το εξάμηνο, κάνεις συχνά δίαιτες,και διαβάζεις το ζώδιό σου χωρίς να ντρέπεσαι. Έχεις διάφορα ενδιαφέροντα, σου αρέσει το έντεχνο, νιώθεις καλλιεργημένος, διαβάζεις λιγότερο από όσο θα ήθελες, βλέπεις fame story και πηγαίνεις σινεμά. Στη ντουλάπα σου έχεις ακόμα μερικά ξεχασμένα τεύχη του ’Κλικ’ και στη βιβλιοθήκη σου υπάρχουν βιβλία του Μάρκες και του Εκο. Έχεις πληθώρα cd,τα οποία σπανίως ακούς. Αγοράζεις τουλάχιστον 2 εφημερίδες την Κυριακή [με κριτήριο τα DVD]και αρχίζεις την ανάγνωσή τους από τα ένθετα :πρώτα τα διαφημιστικά, μετά τα τηλεοπτικά, τα life style και τέλος, αν προλάβεις, ρίχνεις και μια ματιά στην εφημερίδα!
Είχες όνειρα.ω ναι. Να κάνεις παιδιά και να αγοράσεις ένα μεγάλο σπίτι με θέα στη θάλασσα. Τώρα καλόμαθες και ανατριχιάζεις στη σκέψη και μόνο. Κοιτάς και την τελευταία μισθοδοσία σου και συμβιβάζεσαι, στην καλύτερη με πολιτικό γάμο, ένα παιδί και θέα στον ακάλυπτο. Κορνιζάρεις και κρεμάς στον τοίχο τα πτυχία σου που σου είχαν υποσχεθεί να σε κάνουν brand manager κλπ. ΣΥΜΒΙΒΆΖΕΣΑΙ με την κακογουστιά, την αγένεια, τη μαζικότητα. Συμβιβάζεσαι με το έτερον ήμισυ, παρά το γεγονός ότι κατά βάθος είσαι εγωιστής και θα ήθελες να είσαι πάντα από πάνω. Ας όψεται η χαμηλή αυτοεκτίμηση που σου κληροδότησε το ’Κλικ’, το ‘Νίτρο’, ο Ζαμπούνης, η Πετρουλάκη, η οικογένεια Φόρεστερ και όλος αυτός ο δήθεν υπέρλαμπρος κόσμος της χαλαρότητας, της ευδαιμονίας και της ευζωίας. Ξέρεις ότι δεν είσαι πανέξυπνος, πανέμορφος. Επιτυχημένος, political correct. Συμβιβάζεσαι και με αυτό. Εντέλει φτάνεις να συμβιβάζεσαι με τον συμβιβασμό.
Σκέφτεσαι: πότε θα πάω εκδρομές σε εξωτικούς προορισμούς; Πότε θα μείνω σε εκείνο το ξενοδοχείο στο Ντουμπάι που μοιάζει με καράβι; Πότε θα αγοράσω τηλεόραση πλάσμα για να την εγκαταστήσω στο play room μου, πότε θα μετακομίσω σε μεζονέτα στην εξοχή,πότε θα βρω χρόνο να διαβάσω όλα τα βιβλία που θέλω; Να ταξινομήσω όλα τα άρθρα που έχω κρατήσει, να ακούσω όλα τα δισκάκια που έχω αντιγράψει, και να δω όλες τις ταινίες που έχω συγκεντρώσει από τις εφημερίδες; Ποιος θα μου πει πότε να επαναστατήσω επιτέλους;
Υπήρξαν γενιές που ανδρώθηκαν μέσα από ένδοξες επαναστάσεις !όλοι έφαγαν τελικά τα μούτρα τους, αλλά τους έμεινε τουλάχιστον η ανάμνηση ότι αγωνίστηκαν για κάτι. Λυπάμαι πολύ. Εσείς αγαπητέ μου, είστε ο πιο αδύναμος κρίκος. Η ιστορία σας κλήρωσε κι εσάς μια κάποια επανάσταση. Την επανάσταση του life style και της τεχνολογίας. Είστε ένας φρενήρης και ανικανοποίητος καταναλωτής’’.

Από την άλλη μεριά : η Μαρίνα Πετρέλλα, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, κατέφυγε στην Γαλλία το 1993, αξιοποιώντας το άτυπο άσυλο που είχε χορηγήσει ο Μιτεράν. Όμως το γαλλικό κράτος υπαναχώρησε, η Πετρέλλα βρέθηκε στη φυλακή και είναι υπό έκδοση στην Ιταλία. Πάσχει από βαριά κατάθλιψη και αργοπεθαίνει. Από την απομόνωση η Μαρίνα έστειλε στον σύντροφό της Αχμεντ Μερανσί,πατέρα της δεύτερης κόρης της μια φωτογραφία με θάλασσα και ήλιο. Από πίσω έγραψε: ‘θα μπορούσε να είναι η θάλασσα της Κρήτης,αλλά δεν θα τη δούμε ποτέ. Περάσαμε καλές και κακές στιγμές, αλλά δεν είναι ώρα για απολογισμούς, ας αρκεστούμε που τις ζήσαμε. Tώρα σου ζητώ να φροντίσεις να μεγαλώσει η Έμμα με υγεία, όχι υπάκουη ή επαναστάτρια, αλλά με υγεία και καλές αρχές. Όσο για μένα είσαι ο τελευταίος άνδρας που αγάπησα …όπως σου είχα υποσχεθεί.’’

Και λέμε λοιπόν : σε ένα κόσμο δίχως αξίες,όπου η μόνη αξία και αρχή που διαλαλείται από κάθε πλευρά είναι το κέρδος και ο πλουτισμός χωρίς αναστολές, ότι κι αν αυτό κοστίζει,η μόνη διέξοδος είναι να δώσουμε αρχές στα παιδιά μας, είναι η αντίσταση στο σύστημα. Και αυτό δεν μπορεί παρά να φέρει ανυπακοή και τελικά σύγκρουση. Δώσε αρχές στο παιδί σου φωνάζει η Petrella,δεν χρειάζεται να το καθοδηγήσεις. Αύριο θα συγκρουστεί από μόνο του ένα παιδί με αρχές ενάντια στην κατάπτωσηΜη καθοδηγείτε τα παιδιά σας, διδάξτε τους αξίες, αφήστε τα ελεύθερα, μη κρύβετε την αλήθεια, διδάξτε την τους. Η αλήθεια ελευθερώνει. ΑγάπηΤζόνι, σεβασμός, αλληλεγγύη. Πάλη για το δίκαιο, ατομική, κοινωνική.

hasta siempre

Λέει ο Τζόνι Ρότεν:
‘’η ελευθερία είναι καταπληκτική.σκέψου ότι ήμασταν απαγορευμένοι στην Ανατολή και τη Δύση την ίδια ακριβώς εποχή. Μία τιμή που δεν απόκτησε καμία άλλη πολιτική δύναμη. Οι Sex Pistols δημιούργησαν περισσότερες απαγορεύσεις από όσες κατάργησαν,ήταν το αποτέλεσμα του ότι ανοίξαμε με τη βία όλες τις πόρτες. Έτσι όλες οι πολιτικές δυνάμεις απέδειξαν ότι είναι εχθροί της ελευθερίας. Η μόνη λύση για να σωθεί το ανθρώπινο γένος είναι η κωμωδία. Πρέπει να γίνουμε ικανοί να γελάμε. Ο Χίτλερ έγινε ηγέτης, επειδή βρήκε την κατάλληλη τρύπα στο σκοτάδι της απόγνωσης. Το κακό υπάρχει μόνο στον γκρίζο κόσμο των σκιών. Αν ζούμε σε μια κοινωνία ανοικτή, όπου τα πάντα τίθενται υπό αμφισβήτηση, τότε ποτέ δεν θα κινδυνεύουμε από τον φασισμό. Η φωνή μου είναι η φωνή όλων των μη προνομιούχων και προορισμένη να χτυπά στόχο. Πρέπει πρώτα να υποφέρεις για να μπορείς να κηρύττεις. Η πολιτική και κοινωνική κατάσταση είναι ίδια εδώ και τριάντα χρόνια. Πρέπει να αποδεχθείς το αυτονόητο, ότι κανείς από εμάς δεν θα βρει ικανοποίηση στο χρήμα ή την ιδιοκτησία. Οι πλούσιοι μας προσφέρουν μόνο ψέματα και απατηλά όνειρα.
Δεν θα υπάρξει μέλλον για κανέναν, εκτός αν δώσετε προσοχή στο παρελθόν σας και στο παρόν, και ίσως τα καταφέρετε. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τους λένε. Η εκπαίδευση είναι εχθρός. Στα σχολεία σας μαθαίνουν εξειδίκευση και τον διαχωρισμό. Και έρχεται η ευρωπαϊκή ένωση ως η δύναμη που θα μας κάνει όλους Βέλγους. Αυτό είναι αδύνατο. Δεν είμαστε ένα έθνος. Κάθε χώρα έχει διαφορετικό πολιτισμό, που εξελίσσεται. Δεν θα επιτρέψουμε στην γραφειοκρατία να μας υποδουλώσει.
Από την άλλη ο Ομπάμα είναι πολύ λάϊτ πολιτικός. Και λίγο αφελής. Πίσω του τα συμφέροντα λύνουν και δένουν. Δεν κατάλαβε το τσίρκο στο οποίο έμπλεξε. Αλλά είναι πολύ καλύτερος από την αγριεμένη βιτσιόζα και ζηλότυπη Χίλαρι. Το τελευταίο που θα ήθελες θα ήταν να ηγείται των ΗΠΑ μία κακιασμένη νοικοκυρά. Από την άλλη ο Ομπάμα είναι τόσο μαύρος όσο εσύ κι εγώ. Αν εκλεγεί,θα αποδειχθεί σύντομα πιο δεξιός από τους ρεπουμπλικάνους.
Υπάρχει πολύ ψέμα στον κόσμο. Πρέπει ν’ αρχίσουμε να λέμε την αλήθεια. Όποιος σου λέει ψέματα κόφτου τον λαιμό. Οποιοσδήποτε προλετάριος μεγαλώνει σ’ ένα φτωχόσπιτο βλέπει τον κόσμο πιο καθαρά από κάθε διανοούμενο. Εδώ στη Βρετανία η ταξική σου θέση δεν αλλάζει. Γεννιέσαι και παραμένεις προλετάριος όσα λεφτά ή κοινωνική καταξίωση κι αν αποκτήσεις. Ο κόσμος ανήκει στους προνομιούχους. Αυτός είναι ο αγώνας μας. Είναι ένας συνεχής ανελέητος αγώνας ενάντια στην προνομιούχα μειοψηφία που δεν μας αποδέχτηκε ποτέ, όχι τέχνασμα για να πουλήσουμε δίσκους. Οι Sex Pistols ήταν επανάσταση’’ .

‘’Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο’’, Μαχάτμα Γκάντι.

‘’Αυτοί που περιμένουν ότι οι περίοδοι αλλαγής θα είναι χαλαρές και χωρίς συγκρούσεις δεν έχουν μελετήσει την ιστορία του’’. Τζόαν Γουάλατς Σκότ, καθηγήτρια Ιστορίας, Αμερικανίδα.

‘Καμία κοινωνική αλλαγή δεν επήλθε χωρίς μια επανάσταση- και επανάσταση δεν είναι παρά σκέψη που μεταφέρεται στην πράξη’
Έμα Γκόλντμαν, Λιθουαμερικανίδα μορφή του αναρχικού κινήματος.

‘’Όταν ξεκινήσει η κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να αναστραφεί. Δεν γίνεται να ταπεινώσεις τον άνθρωπο που νιώθει περήφανος. Δεν γίνεται να ξεμορφώσεις τον άνθρωπο που έμαθε να διαβάζει. Δεν γίνεται να καταπιέσεις τους ανθρώπους που δεν φοβούνται πια. Έχουμε δει το μέλλον και το μέλλον είναι δικό μας ‘’. Σέζαρ Τσάβες, Αμερικανός ακτιβιστής.

Σέρζ Χαλιμί. Ο νέος διευθυντής της Μόντ Ντιπλοματίκ : ‘’απειλείται η ελευθερία της σκέψης. Όχι από κάποιο σύγχρονο δεσποτισμό αλλά από την συγκέντρωση των ΜΜΕ από ορισμένους βιομηχάνους. Αν πριν από 45 χρόνια ο πρόεδρος του ριζοσπαστικού κόμματος είχε πει ότι 200 οικογένειες που ελέγχουν την οικονομία ελέγχουν και την πολιτική, σήμερα από τους 13 πλουσιότερους Γάλλους, που έχουν περιουσία πολλών δις δολαρίων έκαστος, οι 7 δραστηριοποιούνται σε επιχειρήσεις Τύπου και ΜΜΕ. Οι διαστάσεις της διαπλοκής, της στενής σχέσης οικονομικών συμφερόντων, ΜΜΕ και εξουσίας πολιτικής είναι τεράστιες. Όταν εξελέγη ο Σαρκοζί γιόρτασε τη νίκη του με τον πιο πλούσιο Γάλλο, ιδιοκτήτη εντύπου και τηλεοπτικού καναλιού. Την επόμενη συνέφαγε με μεγαλομετόχους τηλεοπτικών καναλιών και ιδιοκτήτες εντύπων, στη συνέχεια πήγε να ξεκουραστεί στο πλοίο ιδιοκτήτη δύο καναλιών και όλα αυτά στις δύο πρώτες εβδομάδες της προεδρίας. Στην κυβέρνησή του έχει δύο υπουργούς παντρεμένους με γνωστές δημοσιογράφους, ενώ δύο ακόμη δημοσιογράφοι είναι στις υπηρεσίες του και έμπιστος του επίσης ανέλαβε ένα κανάλι.’’

  • Κάνει ένα διάλειμμα, πίνουμε λίγο χυμό φρούτα και ξαναρχίζει: ‘γύριζα το μεσημέρι από τη θάλασσα, τον Προ, τον γιο μου τον πήρε ο ύπνος στο αυτοκίνητο στο πίσω κάθισμα, άκουγα μουσική από το ράδιο. Έπαιζε ένα παλιό κομμάτι που παίχτηκε στη συναυλία στο Γούντστοκ, το ’69 στις ΗΠΑ. Δεν θυμάμαι καλλιτέχνη και τίτλο. Έλεγε πως η γενιά του τραγουδιστή θα άλλαζε τον κόσμο. Πολλά κατάφερε.’

http://www.veoh.com/watch/v18397652Kw796aMR

Γούνστοκ

‘Σήμερα οι νέοι σακατεύονται στο δρόμο, σκοτώνονται κυνηγώντας έναν εγωισμό, αδιαφορώντας πρακτικά για τον εαυτό τους και τους άλλους. Παραμυθιάζονται απ’ τους ‘δυνατούς’, παραδίνονται στο κυνήγι του χρηματικού πλούτου μέχρι θανάτου του διπλανού που τον βλέπουν μόνο σαν ανταγωνιστή. Ραγιάς, γιουσουφάκι, παραδίδεται σε κούφιες υποσχέσεις. Φωνάζει και εξανίσταται στον καναπέ και ξεχνά τα πάντα στο κατώφλι της εξόδου από το σπίτι για μια ‘εξυπηρέτηση’. Να επαναστατούμε διαρκώς, ναι, να κυνηγάμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Καθημερινά, αλλάζοντας τον εαυτό μας με έγνοια τον διπλανό. Δεν αλλάζει αυτός που δεν το επιθυμεί. Αυτοί που φώναζαν για αλλαγή βόλεμα ήθελαν‘.

‘Και το κτύπημα τιμωρία, και αυτό το μπορεί όποιος το επιθυμεί. Αυτοί που αντέχουν! Τιμωροί, εκδικητές, να ζήσουν τη δική τους λευτεριά. Κι επαναστάτες οι υπόλοιποι στην καθημερινότητά μας,όλοι μαζί. Απείθεια, ανυπακοή, πολλοί μικροί αγώνες. Μαζί μας και οι τιμωροί, οι μαχητές. Όλοι επαναστάτες ήμαστε! Όλοι χωράνε στο καλάθι. Άλλοι μιλούν, άλλοι φωνάζουν, άλλοι πράττουν. Για το ίδιο πράγμα αγωνιούμε, κάτω από τα ίδια ασφυκτιούμε, τον ίδιο αέρα χρειαζόμαστε ν’ αναπνεύσουμε, τα ίδια όνειρα κάνουμε.
Αν δεν φοβάσαι το κελί κυνήγησε την παρανομία, τιμώρησε τους ανάλγητους. Χτύπησε το σύστημα στην καρδιά του, ίσως να μη νικήσεις σίγουρα όμως θα τους φοβίσεις, θα νιώθεις κι εσύ καλύτερα.
Αν φοβάσαι το κελί υπάρχουν κι άλλοι τρόποι : η πένα, η συνεχής καταγγελία, οι αγώνες στο πεζοδρόμιο τον δρόμο και τις πλατείες, οι φωτιές μ’ άλλους μαζί.
Η παρανομία θέλει υπομονή σιωπή και εγρήγορση. Θέλει κανόνες. Είναι σκληρή η διπλή ζωή, θέλει κότσια.

Αγάπα τη ζωή, τη φύση, Στην επαρχία, εδώ, μπορείς να τη ζήσεις πολύ εύκολα. Αγάπα το σύνολο και όχι μόνο τον εαυτό σου. Αν θέλεις να προστατέψεις τον εαυτό σου πρέπει να αγωνιστείς να προστατέψεις το σύνολο. Αγάπα και άκου. Άκου το μέσα σου, αληθινά, άκου και τους άλλους, αληθινά. Άκου. Αν μάθεις ν’ ακούς υπάρχουν απαντήσεις σε όλα. Ίσως αυτός να είναι ο Θεός, εσύ οι άλλοι, το σύνολο, το Όλον!! Κάνε ησυχία και άκου. Ξεκουράσου, χαλάρωσε και άκου!’
‘Και χτύπα τους όπως μπορείς ! Εάν μπορείς μη το πεις σε κανένα. Όσο λιγότεροι ξέρουν τόσο καλύτερα. Ας οργανωθούν κι αυτοί, μπορούν. Στείλε μηνύματα. Δέξου μηνύματα. Όλοι ακούν, μπορούν ν’ ακούσουν, μπορούν να δεχτούν αν θέλουν, κάποιοι. Αυτο οργάνωση χρειάζεται, αυτονομία από το παλιό, το κορεσμένο,. Είναι ψεύτικο. Δεν αρκεί, δεν χρειάζεται.Μη λες τίποτα, κάνε, αρκεί. Λέγε την αλήθεια παντού, μη λες όμως τι κάνεις ούτε στον ύπνο σου.
Ξέρε πως αν αρχίσουν να γίνονται πράγματα θα ψάξουν εκεί που λέγονται πράγματα. Εδώ λοιπόν θέλει ισορροπίες.Εάν κάνεις μη λες πολλά. Εάν λες πολλά κάνε λίγα. Θέλει προσοχή. Έχουν μηχανισμούς, ζωντανά αυτιά, κάμερες, τεχνολογία, ρουφιάνους. Πρόσεχε τριπλά.
Θέλει επιμονή για να φτάσεις στο στόχο σου. Εγωισμό, θέλει υπομονή στο δρόμο για να έρθει το αποτέλεσμα, πίστη σ’ αυτό, θα ‘ρθει οπωσδήποτε εάν την έχεις. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία θα το πούμε τόσες πολλές φορές στις κουβέντες μας !’

Μη κρατάς τίποτα για μια ειδική περίσταση, κάθε μέρα που ζεις είναι μια ειδική περίσταση!.
Ακούστε αυτά τα λόγια με προσοχή, δεν είναι δικά μου, είναι όλων μας:

‘Περνώ περισσότερο χρόνο με την οικογένεια και τους φίλους μου. Δουλεύω λίγο. Συνειδητοποίησα πως η ζωή είναι το σύνολο των εμπειριών που σε γεμίζουν και όχι απλή επιβίωση. Δεν μαζεύω πια τίποτα. Χρησιμοποιώ τα ακριβά κρυστάλλινα ποτήρια κάθε μέρα. Δεν κρατώ το ακριβό κασμίρ κοστούμι μου για τις ειδικές περιστάσεις. Το φοράω το πρωί όταν πάω στη δουλειά
Η ρήση ‘μια μέρα’ εξαφανίστηκε από το λεξιλόγιό μου. Αν αξίζει να κάνεις κάτι, κάνε το τώρα !τώρα προσπαθώ να μην αναβάλλω οτιδήποτε που θα μπορούσε να μου προσφέρει γέλιο και χαρά για κάτι άλλο που είμαι υποχρεωμένος να κάνω. Κάθε μέρα λέω στον εαυτό μου: ‘αυτή η μέρα είναι ξεχωριστή’.

»Δίνε στους ανθρώπους περισσότερα από αυτά που περιμένουν από σένα και κάνε το με γούστο.
Όταν λες σ’ αγαπώ πες το σοβαρά. Όταν λες λυπάμαι κοίτα στα μάτια αυτόν στον οποίο απευθύνεσαι. Αγάπα βαθιά και με πάθος. Μπορεί να βγεις λαβωμένος από αυτή την αγάπη αλλά είναι ο μόνος τρόπος να ζήσεις ολοκληρωτικά την ζωή.
Σε περίπτωση διαφωνίας να είσαι δίκαιος. Μην προσβάλλεις και μη δικάζεις τους άλλους για τα λάθη των γονιών τους. Να μιλάς αργά, αλλά να σκέφτεσαι γρήγορα. Μην επιτρέψεις μία μικρή ανοησία να καταστρέψει μια μεγάλη φιλία. Αν διαπιστώσεις πως έκανες λάθος, επανόρθωσε το αμέσως. Παντρέψου άτομο που του αρέσει η συζήτηση.
Πέρνα λίγο καιρό μόνος, άνοιξε την αγκαλιά σου στην αλλαγή. Χωρίς να ξεχάσεις τις αρχές και τις αξίες σου . Θυμήσου πως η σιωπή πολλές φορές είναι η καλύτερη απάντηση. Κάνε ότι μπορείς για να δημιουργήσεις ένα περιβάλλον ήσυχο και αρμονικό.

Να σέβεσαι τον πλανήτη μας. Μην διακόπτεις ποτέ κάποιον τη στιγμή που σου δείχνει την αγάπη του. Μην εμπιστεύεσαι κάποιον που δεν κλείνει τα μάτια του όταν σε φιλάει. Μια φορά τον χρόνο πήγαινε κάπου που δεν έχεις πάει ποτέ. Κρίνε την κάθε επιτυχία σου με βάση όσα αναγκάστηκες να απαρνηθείς για να μπορέσεις να τα καταφέρεις. Αν κερδίσεις αρκετά χρήματα διέθεσε ένα μέρος για την βοήθεια των άλλων’’.

Άκουσε φίλε και κάποιους άλλους που φωνάζουν : η κραυγή της γης και ο Δαλάι Λάμα του Τροπικού Δάσους: »πρέπει να ακούσουμε την κραυγή της Γης που ζητάει βοήθεια. Δεν μπορείς να τιμολογήσεις την Γη. Η Γη δεν μπορεί να αγοραστεί, να πουληθεί ή να ανταλλαγεί. Λευκοί, μαύροι και ιθαγενείς πρέπει να πολεμήσουν μαζί για να σώσουν τη ζωή του δάσους και της Γης.’’

Ντάβι Κοπενάουα Γιανομάμι: ’αν δεν πολεμήσουμε μαζί, ποιο θα είναι το μέλλον μας ; Τα παιδιά σας χρειάζονται την Γη και τη φύση ζωντανές. Εμείς οι Ινδιάνοι θέλουμε να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματά μας. Μπορείτε να διδαχτείτε από εμάς και τους σαμάνους μας. Αυτό είναι σημαντικό όχι μόνο για τους Γιανομάμι αλλά για το μέλλον ολόκληρου του κόσμου!’

Ομάρ Φαρούκ Τεμπιλέκ Τουρκο αιγύπτιος μουσικός:
‘’οι περισσότεροι έχουμε ρηχή αναπνοή. Ουσιαστικά δεν αναπνέουμε. Η βαθιά εισπνοή και εκπνοή,ο ρυθμός, η εσωτερική γαλήνη μπορούν να σε οδηγήσουν σε μια πιο βαθιά επαφή με τον εαυτό σου. Επιπλέον, έχεις μια έντονη αίσθηση του θείου, της αγάπης του Θεού προς όλα τα πλάσματα του.Γεμίζεις με αγάπη. Δεν είμαι θρήσκος,αλλά έχω μια πολύ έντονη αίσθηση του ιερού. Βλέπετε πιστεύω πολύ και στο σώμα, είναι ο ναός του Θεού κι εκεί κρύβεται το πνεύμα μας κρυμμένο. Έτσι,για μένα, η μουσική είναι μια μορφή προσευχής.
Το μυστικό είναι η συγνώμη. Πρέπει να συγχωρήσεις. Όλους και όλα. Και τον εαυτό σου. Και τότε δημιουργείται το κενό. Και γαληνεύεις. Και γίνεσαι ένα με το σύμπαν. Επιστρέφει η αρμονία και εισβάλει η αγάπη. Η πραγματική, η άδολη. Αυτή είναι η λευτεριά. Θέλει πολύ κότσια και αγώνα διαρκή. Αυτή η στιγμή είναι ότι υπάρχει. Όλα είναι καλοδεχούμενα, λύπη και χαρά.’’

 

Επιτάφιος για την Ρόζα Λούξεμπουργκ

Στίχοι: Μπ. Μπρεχτ     Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος   Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας

Ας βγούμε ξανά προς τα έξω ν’ ακούσουμε τον γεωγράφο Αλί Μπενσαάτ : ‘για μένα αυτή η χρονιά [2008] ήταν μια χρονιά σωτήριας αταξίας. Μια χρονιά που μου δίνει τη διάθεση να πλέξω το εγκώμιο της αταξίας. Πολλοί μπορούν να σκεφτούν πως μιλώ για το παγκόσμιο οικονομικό χάος, αυτό το γιγάντιο χρηματιστηριακό κραχ, αυτή την κρίση της παγκοσμιοποίησης,που αποσυνδέει την πραγματικότητα από τους ανθρώπους.’ Κι όμως ο Μπενσαάτ μιλάει για το χάος που προκαλούν τα ανεξέλεγκτα κύματα των λαθρομεταναστών, δημιουργώντας μια αταξία στην παγκόσμια ‘τάξη’ και που επιβάλουν την επιστροφή της ανθρώπινης διάστασης που παρέμεινε κρυμμένη. ‘Αυτοί οι μετανάστεςείναι ο ταραχοποιός κόκκος της ερήμου που εισχωρεί στον παγκόσμιο θεσμικό μηχανισμό και ζητά μια παγκόσμια ανθρώπινη κυβέρνηση. Με την επιμονή τους,θα καταφέρουν να γίνουν αποδεκτοί με τον ίδιο τρόπο που έγιναν αποδεκτοί σήμερα στο οικονομικό επίπεδο. Ο Θουκυδίδης πριν από 25 αιώνες έλεγε πως ‘τα τείχη είναι λιγότερο ισχυρά από τη βούληση του ανθρώπου να τα υπερβεί ‘ .Αυτή η ρήση δεν μας υπενθυμίζει απλά πως τα τείχη είναι άχρηστα, αλλά πως κυρίως είναι επικίνδυνα για εκείνους που προστατεύουν, γιατί η έγερση τειχών σηματοδοτεί την αρχή της κατάρρευσης ενός συστήματος, πάντα. Όπως μάθαμε από τα πενήντα χρόνια του σιδηρού παραπετάσματος και όπως μας υπενθυμίζει με τραγικό τρόπο σήμερα ‘προστατευτικό ‘ τείχος των Ισραηλινών ‘’.

Και μιας και βγήκαμε εδώ στην Ελλάδα μπαρουτοκαπνισμένοι από το 2008, για το οποίο θα μιλήσουμε σε λιγάκι, ας δούμε το δικό μας πρότυπο για τη νεολαία. Διαβάζω λοιπόν στις εφημερίδες για τον ‘’ καλό συμμορίτη’’:
‘Οικοδόμος στο επάγγελμα, αναρχικός στην ιδεολογία και με ταλέντο στην πλαστογραφία ο Λούσιο Ορτούμπια ήθελε να κατακλύσει την Αμερικανική οικονομία με πλαστά δολάρια. Το 1962 μάλιστα το είχε προτείνει στον Τσε ο οποίος είχε κάνει σταθμό στο Παρίσι και στην πρέσβειρα της Κούβας στην Γαλλία. Ο Λούσιο και οι φίλοι του είχαν τις πλάκες και την τεχνογνωσία. Το Κουβανικό κράτος είχε την χαρτόμαζα και τα μεγάλα τυπογραφεία και η συνεργασία τους θα μπορούσε να είχε καταστρέψει τις ΗΠΑ, πνίγοντας τες με πλαστά δολάρια, χαρτονομίσματα. Όμως ο Τσε δεν έδειξε ενδιαφέρον.
Το πρωί ο Λούσιο ήταν οικοδόμος στα εργοτάξια και τη νύχτα τύπωνε εκατομμύρια πλαστές πεσέτες δολάρια και φράνγκα, αλλά και ταυτότητες για τους συντρόφους του. ‘ Η ζωή μου ανήκει πρώτα πρώτα σε όλους αυτούς τους αναρχικούς που έκαναν πολύ καιρό φυλακή ‘ λέει στη Λιμπερασιόν. ‘ το να κλέβεις είναι τιμή, εφάρμοσα τον αφορισμό αυτόν όπως μπόρεσα.’

Γεννήθηκε το 1931 σ’ ένα μικρό χωριό της Ναβάρα, στη βόρεια Ισπανία. ‘Είχα την τύχη να γεννηθώ φτωχός’ λέει. Με τον φορτηγατζή αδελφό του έκανε λαθρεμπόριο καφέ, φρούτων και κλοπιμαίων μέσα από τα Πυρηναία. Τον κάλεσαν στο στρατό, όμως το ’54 λιποτάκτησε και κατέφυγε στο Παρίσι όπου ήρθε σε επαφή με τους ομοϊδεάτες του και έγινε ληστής Τουτραπεζών για την ‘υπόθεση’.
‘Πηγαίναμε στο ταμείο, μας έδιναν το χρήμα. Δεν υπήρχαν κάμερες ούτε θωρακισμένες πόρτες, ούτε φύλακες. Είχαμε τα πρόσωπά μας ξεσκέπαστα. Έβαζα μόνο λίγη κρέμα για να κρύβω την ελιά μου στο μάγουλο. Όμως κατουριόμουν επάνω μου από τον φόβο. Δεν έχει πλάκα να απειλείς κάποιον με το αυτόματο. Προτίμησα να περάσω στην πλαστογραφία’.

Εκεί φάνηκε το ταλέντο του. Μέλη των Τουπαμάρος, της Prima Linea, της Άμεσης Δράσης,της ΕΤΑ των Ταξιαρχιών χρησιμοποίησαν τον Λούσιο. Στο μεγαλύτερο κόλπο του κατάφερε να αποσπάσει 25 εκατομμύρια δολάρια από τη σημερινή Citybank [τότε First National City Bank],πλαστογραφώντας ταξιδιωτικές επιταγές.
Όταν συνελήφθη η Αμερικανική τράπεζα προτίμησε να τον πληρώσει, σχεδόν 60 εκατομμύρια παλιά γαλλικά φράνγκα, για να της παραδώσει τις πλάκες και τα πλαστά χαρτονομίσματα που είχε ακόμη στην κατοχή του. Τα χρήματα τα μοίραζε σ’ αυτούς που τον βοηθούσαν ή τα ‘επένδυε’ σε μια οικοδομική επιχείρηση που δούλευαν πολλοί σύντροφοί του. Ο τύπος τον αποκαλούσε ‘ο καλός συμμορίτης’ ή ο ‘Βάσκος Ζορρό’  .

Ο Λούσιο πήρε σύνταξη ως οικοδόμος πριν 4 χρόνια και ζει μαζί με τη γυναίκα του την Άν στο Παρίσι, στον όροφο πάνω από ένα κέντρο που οργανώνει συναντήσεις, συζητήσεις, εκθέσεις. Πέρυσι ο Χοσέ Μαρία Γκοενάνγκα και ο Αιτόρ Αρέγκι γύρισαν ένα ντοκυμαντέρ 93 λεπτών για τη ζωή του. ‘ Μου χρωστούν τουλάχιστον 70 ταινίες ακόμη αυτοί οι ληστές ‘ λέει γελώντας ο γερο αναρχικός.

Κι αν έλεγε λίγο νωρίτερα ο Αλί Μπενσαάτ για το τι σήμαινε γι’ αυτόν το 2008 ας δούμε τι σήμαινε για τη νεολαία, την πλανητική νεολαία, ακούμε λοιπόν τους ίδιους : Κάλεσμα για μια νέα διεθνή!

»Πολιτικοί και δημοσιογράφοι τριγυρνάνε κομπάζοντας και προσπαθούν να υποβάλλουν πάνω στο κίνημά μας τη δική τους αποτυχημένη λογική. Σύμφωνα με αυτή τη λογική εξεγειρόμαστε γιατί η κυβέρνησή μας είναι διεφθαρμένη ή γιατί θέλουμε περισσότερα από τα λεφτά τους ή από τις δουλειές τους.

Αν σπάμε τις τράπεζες αυτό είναι γιατί αναγνωρίζουμε πως τα λεφτά είναι μια βασική αιτία της θλίψης μας. Αν σπάμε τις βιτρίνες δεν είναι γιατί η ζωή είναι ακριβή,αλλά γιατί οι ανέσεις μας εμποδίζουν να ζήσουμε με κάθε κόστος. Αν χτυπάμε την αισχρή αστυνομία, δεν το κάνουμε μόνο για να εκδικηθούμε για τους νεκρούς συντρόφους μας, αλλά γιατί ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και σε αυτόν που επιθυμούμε θα στέκονται πάντα ως εμπόδιο.
Ξέρουμε πως ήρθε η ώρα να σκεφτούμε στρατηγικά. Στην εποχή της αυτοκρατορίας ξέρουμε πως η συνθήκη για μια νικηφόρα εξέγερση είναι το γεγονός ότι εξαπλώνεται, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια είδαμε και μάθαμε: οι σύνοδοι κορυφής, τα φοιτητικά και η εξέγερση στα γκέτο της Γαλλίας,το No Tav κίνημα στην Ιταλία,η κομμούνα της Οαχάκα, η επιθετική υπεράσπιση της κατάληψης Ungdom Huset στην Κοπεγχάγη, οι συγκρούσεις ενάντια στο εθνικό συνέδριο των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, και η λίστα συνεχίζεται.

Γεννημένοι μέσα στην καταστροφή, είμαστε παιδιά κάθε κρίσης, πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής, οικολογικής. Ξέρουμε πως αυτός ο κόσμος είναι ένα αδιέξοδο. Θα πρέπει να είσαι τρελός για να κρατιέσαι από τα ερείπια του. Θα πρέπει να είσαι σοφός αν αυτο οργανώνεσαι. Η πλήρης άρνηση της κομματικής πολιτικής και των κομματικών οργανώσεων δηλώνει το προφανές, δηλαδή ότι είναι μέρος του παλιού κόσμου. Είμαστε τα κακομαθημένα παιδιά αυτής της κοινωνίας αλλά εμείς δεν θέλουμε τίποτα από αυτήν. Αυτή είναι η υπέρτατη αμαρτία που δεν θα μας συγχωρήσουν ποτέ. Πίσω από τις κουκούλες είμαστε τα παιδιά σας και οργανωνόμαστε.
Δεν θα καταβάλαμε τόση προσπάθεια στο να καταστρέψουμε την υλικότητα αυτού του κόσμου, τις τράπεζες του, τα σούπερ μάρκετ του, τα αστυνομικά τμήματά του, αν δεν γνωρίζαμε ότι την ίδια στιγμή υποτιμούμε την ίδια την μεταφυσική, τα ιδεώδη του, τις ιδέες και τη λογική του.

Τα μίντια θα περιέγραφαν τα γεγονότα της περασμένης εβδομάδας ως μια έκφραση μηδενισμού. Αυτό που δεν πιάνουν είναι ότι κατά την ίδια διαδικασία προσβολής και παρενόχλησης αυτής της πραγματικότητας, βιώνουμε μια ανώτερη μορφή κοινωνικότητας και μοιράσματος, μια ανώτερη μορφή αυθόρμητης και χαρούμενης οργάνωσης που θέτει τη βάση του νέου κόσμου.
Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η εξέγερση μας βρίσκει τα δικά της όρια στο ίδιο το γεγονός ότι δημιουργεί μόνο αγνή καταστροφή.
Αυτό θα ήταν αλήθεια αν εκτός από τις οδομαχίες, δεν είχαμε στήσει την αναγκαία οργάνωση που απαιτεί ένα μακράς διαρκείας κίνημα: καντίνες που προμηθεύονται από συστηματικές απαλλοτριώσεις, ιατρεία για να περιποιούμαστε τους τραυματίες μας, τα μέσα για να εκδίδουμε τις εφημερίδες μας, και το δικό μας ραδιόφωνο. Καθώς απελευθερώνουμε έδαφος από τα χέρια της αυτοκρατορίας του κράτους και της αστυνομίας του, πρέπει να το καταλάβουμε, να το γεμίσουμε και να μεταμορφώσουμε την μέχρι πρότινος χρήση του ώστε να εξυπηρετεί το κίνημα. Έτσι το κίνημα δεν σταματάει ποτέ να αναπτύσσεται.

Σε όλη την Ευρώπη οι κυβερνήσεις τρέμουν. Αυτό που πραγματικά τους τρομάζει περισσότερο δεν είναι οι ίδιου τύπου τοπικές συγκρούσεις,αλλά η ίδια η δυνατότητα να βρει η δυτική νεολαία κοινό σκοπό, να γίνει ένα και να δώσει σε αυτήν την κοινωνία το τελειωτικό της χτύπημα.
Αυτό είναι το κάλεσμα σε όλους αυτούς που το ακούν:
Από το Βερολίνο μέχρι τη Μαδρίτη,από το Λονδίνο μέχρι το Ταρνάκ όλα γίνονται δυνατά. Η αλληλεγγύη πρέπει να μετατραπεί σε πολυπλοκότητα. Οι αναμετρήσεις πρέπει να διαχυθούν. Κομμούνες πρέπει να αναγγελθούν. Ώστε η κατάσταση να επιστρέψει ποτέ στην κανονικότητα. Ώστε οι ιδέες και πρακτικές που μας συνδέουν μεταξύ μας να γίνουν πραγματικοί δεσμοί.
Ώστε να γίνουμε ακυβέρνητοι.
Επαναστατικοί χαιρετισμοί σε όλους τους συντρόφους του κόσμου.
Προς όλους τους φυλακισμένους: θα σας βγάλουμε έξω.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ…ΚΟΙΤΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ».
Από το βιβλίο Ανησυχία που επιμελήθηκαν οι Αλέξανδρος Κυριακόπουλος και Ευθύμιος Γουργούρης.

  • Επιστρέφει λοιπόν η ιστορία και ο φίλος βρίσκεται στον έβδομο ουρανό!

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%CE%94%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AC%202008

δεκεμβριανά ’08

Τα Μωρά στη Φωτιά τραγουδούν:
Περπατάμε στην πόλη σαν μια μηχανή
και νιώθουμε σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί
κάνουμε θόρυβο κι αυτό είναι γεγονός
μιλάω για μια γενιά που δοκιμάζει την τύχη της αλλιώς. Και πιο κάτω :
Πενήντα χρόνια περιμέναμε αυτή τη βραδιά!

Και: ‘το όνομά μου είναι αναταραχή
θα φωνάξω και θα ουρλιάξω
θα σκοτώσω τον βασιλιά
και θα βρίσω τους υπηρέτες του’
Από το street figting man the Rolling Stones.

Και:
Συντρόφισσα, σύντροφε, εξεγερμένη Ελλάδα
Εμείς, οι πιο μικροί, από αυτή τη γωνιά του κόσμου, σε χαιρετάμε
Δέξου το σεβασμό μας και το θαυμασμό μας γι αυτό που σκέφτεσαι και κάνεις.
Από μακριά ,μαθαίνουμε από σένα.
Ευχαριστούμε. Υποδιοικητής Μάρκος
EZLN

Και:

Όλοι λένε το ορμητικό ρέμα βίαιο. Μα τη κοίτη του ποταμού που το κρατάει κανείς δεν τη λέει βίαιη.
Μπέρτολτ Μπρέχτ.

Από τους τοίχους της Αθήνας: αυτοί μας ρημάζουν τη ζωή, εμείς θα ρημάξουμε τα πάντα για να πάρουμε τις ζωές στα χέρια μας.

Και :
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ. Αντισταθείτε σε αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι και λέει Δόξα σοι ο Θεός.
Μιχάλης Κατσαρός η Διαθήκη μου.

Και τελειώνει η χρονιά κάπως έτσι:
Καταλάβετε σχολές, Σαμποτάρετε τα ακυρωτικά μηχανήματα, Μπείτε σε άδεια σπίτια, Πάρτε τηλ. για βόμβα. Ανάψτε τσιγάρο στο μετρό. Γιουχάρετε τον κάθε ένστολο. Παίξτε ποδόσφαιρο σε λεωφόρους. Ερωτευτείτε. Σπάστε βιτρίνες. Γρατζουνίστε πολυτελή αυτοκίνητα. Απελευθερώστε κατσαρίδες σε δημόσια κτίρια. Κάντε φάρσες. Πετάξτε μπογιές.Απαλλοτριώστε σούπερ μάρκετ. Ξεφουσκώστε λάστιχα περιπολικών. Βάλτε τις φωνές. Αφήστε απλήρωτους λογαριασμούς. Ρίξτε ζάχαρη στα μηχανήματα δημόσιων έργων. Γράψτε με σπρέϋ. Κωλυσιεργήστε στη δουλειά σας. Παρακωλύστε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Φτύνετε στο πάτωμα σε εφορίες. Αρνηθείτε να σερβίρετε μπάτσους. Διαδώστε φήμες. Ταλαιπωρήστε δημοσίους υπαλλήλους. Στείλτε google bombs. Βουλώστε δημόσιες τουαλέτες. Μιλήστε σε αγνώστους. Αχρηστέψτε ΑΤΜ. Καλές γιορτές!! ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 08 ΑΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΦΑΝΟΥ.

  • Είναι ενθουσιασμένος, ξανάνιωσε, η Ιστορία επέστρεψε λοιπόν ξανά. ‘ΚΙ ΌΜΩΣ ΕΊΜΑΙ ΑΚΌΜΑ ΕΔΏ’!

Και μια παρατήρηση:
Πριν από την έκτη του Δεκέμβρη,ΈΝΑ ΕΠΊΜΟΝΟ ΑΥΤΟΚΌΛΛΗΤΟ δρόμου βρισκόταν κολλημένο σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας. Ξεθωριασμένο και στις περισσότερες περιπτώσεις φθαρμένο. Φαινόταν παλιό και κουρασμένο, σαν να περίμενε κάτι. Ήταν ασπρόμαυρο και έγραφε μια μόνο λέξη ‘Ησυχία’. Λίγες μέρες αργότερα οι τοίχοι πλημμύρισαν με ένα παρόμοιο αυτοκόλλητο με ολόιδια γράμματα, με το ίδιο ακριβώς σχέδιο. Ολοκαίνουριο όμως και με χρώμα. Έγραφε μια άλλη λέξη. ‘Ανησυχία’ .

ΌΣΟ ΚΙ ΑΝ ΦΏΝΑΖΑΝ ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΝΑ ΞΕΚΟΥΝΗΘΟΥΝ ΚΑΙ Ν’ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ……..ΤΙΠΟΤΑ.
Και αυτοί με μια φανταστική κίνηση στην εποχή της εικόνας πυρπολούν στο Σύνταγμα το χριστουγεννιάτικο δέντρο του ανεκδιήγητου Κακλαμάνη που θέλει να γιορτάσει στην πυρπολημένη πόλη. Τις μέρες του Αλέξη, του Κασσίμη, του Τσιρώνη, του Κουμή της Κανελοπούλου, του Καλτεζά, του Τσουτσουβή, του Πρέκα, του Τεμπονέρα, του Μαρίνου, του Τζουλιάνι, της Κουλούρη. ……όλων μας.

Και για επίλογο μου κράτησε το καλύτερο:
‘αυτοί οι ψευτοεπαναστάτες πρέπει να ξεσκεπαστούν αποτελεσματικά, γιατί αντικειμενικά υπηρετούν τα συμφέροντα της Γκωλικής εξουσίας και των μεγάλων καπιταλιστικών μονοπωλίων’ .L’ Umanite, η εφημερίδα του ΚΚΓ τον Μάη του ’68!!!

και :‘δεν φαίνεται αυθόρμητο, ….η οργανωμένη εκδήλωση αυτής της μορφής δράσης, από ομάδες που εχθρεύονται και καταπολεμούν την οργανωμένη μαζική πάλη, και που αποτελεί βούτυρο στο ψωμί της εξουσίας των μονοπωλίων, … άλλο πράγμα δείχνει.’ Ριζοσπάστης, Δεκέμβρης ’08.

 

 

συνεχίζεται

DSC02199

σκόρπιες σκέψεις...

Ο φάρος ο αιώνιος

Ωρα ξεκούρασης για καπνεργάτες και καπνεργάτριες στην Καβάλα επί τουρκοκρατίας (1890 - 1900)Διαδήλωση καπνεργατών το 1936

Είμαι ένας νεόπτωχος εξηντάρης κατάγομαι από μια μεσοαστική οικογένεια της ελληνικής επαρχίας,

από νωρίς αρραβωνιάστηκα με του επαναστατικού προλεταριάτου την υπόθεση και δεν το μετάνιωσα ποτές.

Στην πόλη μας περνούμε καθημερινά από δεκάδες χώρους όπου ίδρωσαν, δούλεψαν και πάλεψαν, μαρτύρησαν, μάτωσαν, και κάποιες φορές άφησαν και την τελευταία τους πνοή καπνεργάτες αγωνιστές γυναίκες και άντρες

αν ζούσα στην Ιταλία, χώρα όπου εντάχτηκα στο ανατρεπτικό ανταγωνιστικό κίνημα που αμφισβήτησε  την κατεστημένη τάξη και τους θεσμούς θα το έκανα στο μνήμα όπου βρίσκεται θαμμένος ο  πεσών αγωνιστής Giangiacomo Feltrinelli,

έμαθα νωρίς ποιος ήταν ο εκδότης, σημαδούρα για μένα,

επισκεπτόμουν συχνά το βιβλιοπωλείο στην πόλη μας

έβρισκα ότι χρειαζόμουν εκεί μέσα

έδενα το κορμί μου με τις ώρες ψάχνοντας στα ράφια

μορφωνόμουν, ήθελα να του μοιάσω

θα το έκανα σιγά-σιγά, διάβαζα, μάθαινα, εκπαιδεύτηκα

βιβλία πρακτική,

μάθηση πράξη.

ήταν κι ο άλλος δάσκαλος, δάσκαλος μεγάλος

σε απόσταση αυτός φάρος αιώνιος

απ’ το νησί το μακρινό, και μια μέρα του έστησαν ενέδρα και τον μακέλεψαν μακριά απ την πατρίδα του,

γιατί ήθελε ν’ ανάψει παντού φωτιές, ταξίδεψε πολύ, βοήθησε αρκετούς

θυμάμαι από μικρός ήθελα να βρεθώ στην χώρα του, πέρασα κάποτε από πολύ κοντά αλλά δεν έδιναν βίζα  στους φίλους μου οι αμερικανοί κι έτσι σταμάτησα κι εγώ, έφτασα στον περίβολο

αλλά…μέχρις εκεί, δεν κατάφερα να τον διαβώ, στοπ είπαν οι γιάνκης

κι έχω σαν αιώνιο ίνδαλμα και σύμβολο τον ένα και αιώνιο καλλιτέχνη της  ζωής και του θανάτου

θα ήθελα κάποια στιγμή να βρεθώ στα μέρη του

τον αιώνιο Τσε,

μα όλο ξεμακραίνει τ’ όνειρο

στριμωχτήκαμε πολύ βλέπεις!

Italian publisher Feltrinelli

 

ιστορία, storia

Ο στρατηγός Γκιάπ και τα παιχνίδια της μνήμης

του Θάνου Ανδρίτσου

Old memory / Régi emlék

 

«Ο θρυλικός στρατηγός Γκιάπ πέθανε σε ηλικία 102 ετών». Έτσι περιέγραψε το περιοδικό Time το θάνατο του «Κόκκινου Ναπολέοντα» την περασμένη βδομάδα. Το ίδιο περιοδικό, μεσούσης της πολεμικής αναμέτρησης του Βιετνάμ με τις ΗΠΑ – για την ακρίβεια μόλις λίγες μέρες μετά την πρωτοχρονιάτικη επίθεση του Τετ – τον χαρακτήριζε έναν «επικίνδυνο και πανούργο εχθρό».

Είναι ο σεβασμός στο νεκρό και την αξία του, είναι και τα δεκάδες χρόνια που έχουν περάσει και οι έχθρες που καταλάγιασαν που κάνουν δημοσιεύματα σαν κι αυτά να μην μας προκαλούν εντύπωση. Όπως και να χει, είναι περίεργα τα παιχνίδια της μνήμης.

Η International Herald Tribune του αφιέρωσε ένα αναλυτικό αφιέρωμα, αναδεικνύοντας τις διαχρονικές αρετές του και τη σημασία των επιτευγμάτων του, ενώ χαρισματικό τον αποκάλεσαν και οι Times της Νέας Υόρκης. Όλα τα δημοσιεύματα αναφέρονται στα στοιχεία του χαρακτήρα του, αυτός είναι άλλωστε ο τρόπος που αντιλαμβάνονται την ιστορία. Έτσι ο στρατηγός περιγράφεται σαν ένας πανέξυπνος στρατιωτικός που κατόρθωσε να κατατροπώσει τις πολύ ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, θυσιάζοντας όμως στο βωμό της νίκης εκατομμύρια Βιετναμέζους.

Σε κάποια άρθρα, εμφανίζονται δυτικοί στρατιωτικοί να παραδέχονται την εντύπωση που τους έκανε, η μικρή σημασία που έδινε στη ζωή των πολεμιστών. Για τα εκατομμύρια των ξυπόλυτων Βιετναμέζων που χάθηκαν φταίει η σκληρότητα του Γκιαπ και όχι τα πυροβόλα, τα ελικόπτερα και οι βόμβες ναπάλμ των κατακτητών.

Ακόμα και αν δεν κρύβουν πλέον το θαυμασμό τους για τις ηρωικές νίκες των μαχητών του Χο Τσι Μινχ, φαίνεται πως ακόμα αδυνατούν να καταλάβουν το βαθύτερο νόημά τους. Λογικό, πώς μπορεί ένας αμερικάνος μισθοφόρος που πολεμά στην άλλη γωνιά του κόσμου, να κατανοήσει την αυτοθυσία – ή και τη σκληρότητα- του αγωνιστή της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας;

Ο στρατηγός Γκιάπ δε γεννήθηκε πανέξυπνος στρατηγός. Ήταν ένα από τα λαμπρότερα μυαλά μιας γενιάς που θα άλλαζε ολόκληρο τον κόσμο. Χωρίς στρατιωτική μόρφωση, με οικονομικές, νομικές και πολιτικές σπουδές και εργασιακή εμπειρία καθηγητή και δημοσιογράφου, αφιερώνεται στον αγώνα για την απελευθέρωση από τον αποικιοκρατικό ζυγό των Γάλλων, ήδη από τη δεκαετία του ’30. Το όνειρο του έγινε πραγματικότητα σχεδόν μισό αιώνα μετά, όταν οι τελευταίοι αμερικάνοι στρατιώτες επιβιβάζονταν στα ελικόπτερα και αποχωρούσαν από τη χερσόνησο της Ινδοκίνας.

Έπρεπε να προηγηθούν: Διώξεις και συλλήψεις τα πρώτα χρόνια ενάντια στους Γάλλους. Η συνάντηση με τον Χο Τσι Μινχ και η δημιουργία του Βιέτ Μινχ, της Ένωσης για την Ανεξαρτησία του Βιετνάμ, από τη γιαπωνέζικη κατοχή, το 1941. Η σύλληψη και δολοφονία της γυναίκας του. Η ανάδειξή του στην ηγεσία του απελευθερωτικού στρατού. Ο οχτάχρονος πόλεμος με τους Γάλλους που θα λήξει με τον εξευτελισμό των αποικιοκρατών στην ιστορική μάχη του Ντιε Μπιεν Φου. Ο σχεδόν δεκαετής πόλεμος με τους Αμερικάνους και τους Νοτιοβιετναμέζους συμμάχους τους που θα αποβεί και πάλι νικηφόρος φέρνοντας την απελευθέρωση και ενοποίηση της χώρας.

Αυτό  που αναζητούσαν ο Γκιαπ και ο Μινχ, ήταν ο τρόπος που θα γίνονταν η πρώτη χώρα που θα νικούσε δυνάμεις και στρατούς από κράτη πολύ πιο αναπτυγμένα, με απείρως ισχυρότερες πολεμικές μηχανές, με τεράστιους πόρους και εμπειρία. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίος ο «λαϊκός πόλεμος» δηλαδή όπως έλεγε σε μια συνέντευξη, «ένας πόλεμος από τον λαό για τον λαό. ΓΙΑ τον λαό επειδή οι στόχοι του πολέμου είναι οι στόχοι του λαού – όπως ανεξαρτησία … Και ΑΠΟ τον λαό – αυτό σημαίνει όχι μόνο ο στρατός αλλά όλοι οι άνθρωποι». Έτσι, μετέτρεψαν κάθε χωριό, κάθε ποτάμι, κάθε ορυζώνα της χώρας σε ένα πολυπλόκαμο πολεμικό δίκτυο, με σύσσωμο τον οργανωμένο λαό να επιτίθεται και να αιφνιδιάζει τους εχθρούς, να τους πετυχαίνει πλήγματα και να βρίσκει τρόφιμα και πολεμοφόδια.

Έτσι οι ιμπεριαλιστές, συνεχίζει «δεν αντιμετώπιζαν απλά έναν στρατό αλλά έναν ολόκληρο λαό. Το μάθημα είναι ότι όσο σπουδαίες και να είναι οι στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητες του αντιπάλου σου, ποτέ δεν θα είναι αρκετά σπουδαίες ώστε να νικήσουν έναν λαό ενωμένο στην πάλη για τα βασικά του δικαιώματα».

Αυτό είναι το αιώνια φωτεινό μάθημα του Γκιάπ και του Βιετνάμ. Οι ανθρώπινες θυσίες ήταν αμέτρητες και δυσβάσταχτες. Όμως, δεν ήταν επιλογή ενός σκληρού επιτελείου των ανταρτών. Αν δεν πάλευαν μέχρι τέλους για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία τους οι δυτικοί, αν «δεν έκαιγε καλύβια η βροχούλα», τότε ο κάθε Φο Μι Τσιν,  θα έπαιρνε για βόλτα το κορίτσι του.

Ο Γκιάπ δεν έφυγε στα ταραγμένα χρόνια του 60. Έζησε μέχρι σήμερα, βιώνοντας τις ελπίδες και τις διαψεύσεις, ζώντας σε μια ελεύθερη χώρα, αλλά εντός μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής κυριαρχίας. Τα Βιετνάμ έγιναν ένα, δύο, τρία αλλά δεν αρκούσαν για να βγάλουν το βραχνά της καταπίεσης. Όμως, ο κόσμος είναι διαφορετικός, ακόμα και αν σήμερα γυρίζει στις πιο σκοτεινές στιγμές. Η μονιμότητα της καπιταλιστικής εξουσίας, δεν αρκεί για να μηδενιστεί η παρακαταθήκη, αλλά και η πραγματική συμβολή, των αγώνων του παρελθόντος. Μόνο κυνικοί λογιστές και όχι επαναστάτες, μετρούν τη σημασία των ηρωικών θυσιών του χθες, σε ένα κοντόθωρο τεφτέρι του σήμερα.

Το Βιετνάμ άνοιξε ένα δρόμο που ακολούθησαν πολλοί. Έδειξε ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ανίκητος. Δέχτηκε πλήγματα και αναδιατάχθηκε και σήμερα είναι πιο επιθετικός, ίσως και πιο ισχυρός. Είναι υπόθεση του παρόντος και του μέλλοντος να μην τον θεωρήσουμε και πάλι ανίκητο. Αυτό θα κρατήσουμε από τον στρατηγό που έφυγε, αλλά πάνω απ’ όλα από αυτούς που πραγματικά γράφουν την ιστορία, τα εκατομμύρια των φτωχών εργατών και αγροτών.

———————————-

          

Η ΜΝΗΜΗ ΠΕΔΙΟ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ

Εμείς πότε θα ζήσουμε;

Δε θα μπορούσαμε να μη συμφωνήσουμε με την καίρια επισήμανση της Μ. Τζιαντζή στο φύλο της προηγούμενης Κυριακής: «Ο βασιλιάς Αλέξανδρος ζει, ο Λαμπράκης ζει, ο Τεμπονέρας ζει, ο Γκιαπ ζει… να δούμε πότε και πώς θα ζήσουμε κι εμείς».

Πόσες φορές δεν κουρνιάζουμε σε παρελθούσες δόξες – ίσως όχι του έθνους αλλά του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος- για να προφυλαχθούμε από τις σημερινές μας αδυναμίες; Πόσες φορές δεν προβληματιζόμαστε μήπως μετά από μια κραυγή για το ΕΑΜ και τον Άρη γυρνάμε σε μια καθημερινότητα χωρίς όπλα, άλογα και μπερέδες αλλά με ολόδικες μας Βάρκιζες; Και πόσες φορές δε φοβόμαστε μήπως γίναμε γεροντολόγοι και επετειακοί εορταστές δικών μας θαυμαστών προγόνων χωρίς να κρατήσουμε την κρίσιμη κληρονομιά τους…

Έρχονται όμως μετά οι κυβερνητικοί και μιντιακοί ταγματασφαλίτες και κάνουν το Μεταξά ήρωα στα σχολικά βιβλία, και σε καταδικάζουν αν πεις μια κουβέντα για τον Μελιγαλά και τη νίκη επί των συνεργατών των Ναζί. Και σου λένε ότι «το να είναι κανείς ναζιστής είναι μια άποψη και αυτό» και σου θυμίζουν ότι η μάχη της μνήμης είναι ταξική πάλη. Γιατί, μπορεί να λένε ότι ο Γκιάπ ήταν θρυλικός, αλλά όταν τα πράγματα σκουραίνουν θέλουν να κάνουν τον Άρη να μοιάζει με προδότη.

Υπάρχει η ρήση του Λένιν, που θυμηθήκαμε αυτή τη βδομάδα, όχι μόνο με το θάνατο του Γκιάπ αλλά και την επέτειο της δολοφονίας του Τσε.  «Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία… Ύστερα από το θάνατο τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε άβλαβα εικονίσματα, σα να λέμε, να τους αγιοποιήσουν, να δώσουν κάποια δόξα στο όνομα τους για «παρηγοριά» των καταπιεζόμενων τάξεων και για την αποβλάκωση τους… στομώνοντας την επαναστατική της αιχμή, εκχυδαΐζοντας την».

Όμως δεν είναι πάντα αυτή η περίπτωση. Σήμερα στην Ελλάδα βιώνουμε ξανά την προσπάθεια αντιστροφής της ιστορίας. Γι’ αυτό θυμόμαστε ξανά την έκτη θέση για τη φιλοσοφία της ιστορίας του Μπένγιαμιν:

«Το χάρισμα για να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόνο ο ιστορικός, που έχει την πεποίθηση, ότι και οι νεκροί ακόμα δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, στην περίπτωση που θα νικήσει. Και δεν έχει πάψει αυτός ο εχθρός να νικά».

 

Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 13.10.2013 

https://ilesxi.wordpress.com/2013/10/13/%CE%BF-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%82-%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CF%80-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82/

ιστορία, storia

Τιμή στην μαχήτρια Μόνικα Έρτλ! – Onore alla combattente Monika Ertl!

Η κοπέλα που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα

της Nina Ramon – Cubadebate

Σαν σήμερα σκοτώνονταν η Monika Ertl που δεν την θυμόμαστε ποτέ  όπως θα έπρεπε. Την τιμούμε.

Monika Ertl: η γυναίκα που εκτέλεσε τον άνδρα που έκοψε τα χέρια του Τσε.

Στο Amburgo, στην Γερμανία, ήταν δέκα παρά είκοσι του πρωινού της 1 απριλίου του 1971. Μια όμορφη και κομψή γυναίκα με βαθιά μάτια στο χρώμα του ουρανού μπαίνει στο γραφείο του πρόξενου της Βολιβίας και, περιμένει υπομονετικά να γίνει δεκτή.

Την ώρα που αναμένει στον προθάλαμο, κοιτάζει αδιάφορα τους πίνακες που κοσμούν το  γραφείο. ο Roberto Quintanilla, βολιβιανός πρόξενος, κομψά ντυμένος με ένα σκούρο ένδυμα μάλλινο, εμφανίζεται στο γραφείο και χαιρετά, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά εκείνης της γυναίκας που λέει πως είναι αυστραλή, και που λίγες ημέρες νωρίτερα του είχε ζητήσει συνέντευξη.

Για μια στιγμή φευγαλέα, οι δυο τους στέκονται απέναντι, ο ένας στην άλλη. Η εκδίκηση εμφανίζεται ενσαρκωμένη σε ένα γυναικείο πρόσωπο πολύ ελκυστικό. Η γυναίκα, εξαιρετικής ομορφιάς, τον κοιτάζει σταθερά κατάματα και δίχως να πει τίποτα βγάζει ένα πιστόλι και πυροβολεί τρεις φορές. Αντίσταση δεν υπήρξε, ούτε αγώνας. Οι σφαίρες βρήκαν τον στόχο τους. Φεύγοντας, άφησε πίσω της μια περούκα, την τσάντα της, το Colt Cobra 38 Special πιστόλι της, και ένα κομμάτι χαρτί όπου μπορούσες να διαβάσεις : “Νίκη ή θάνατος. ELN”.

Ποια ήταν αυτή η τολμηρή γυναίκα και γιατί  είχε σκοτώσει τον “Toto” Quintanilla?

Στην γκεβαρική πολιτοφυλακή υπήρχε μια γυναίκα που την φώναζαν Imilla, που στην γλώσσα quechua και aymara είναι Niña ή νεαρή αυτόχθων. Το βαπτιστικό της όνομα: Monica (Monika) Ertl. Γεννημένη γερμανίδα, που είχε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι έντεκα χιλιάδων χιλιομέτρων από την χαμένη Βολιβία, με μοναδικό σκοπό να εκτελέσει έναν άνδρα, το πιο μισητό πρόσωπο από την παγκόσμια αριστερά: τον Roberto Quintanilla Pereira.

Αυτή, από εκείνη την στιγμή, μεταμορφώθηκε στην πιο καταζητούμενη γυναίκα στον κόσμο. Κατέλαβε τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων όλης της Αμερικής. Ποιους λόγους όμως επικαλέστηκε και από που κατάγονταν?

Ας επιστρέψουμε στην 3 μαρτίου 1950, ημερομηνία κατά την οποίαν η Monica έφτανε στην Bolivia με τον Hans Ertl –πατέρα της–διαμέσου εκείνης που θα γίνονταν γνωστή σαν διαδρομή των ποντικών, μονοπάτι που διευκόλυνε την διαφυγή στελεχών του ναζιστικού καθεστώτος προς την Νότια Αμερική, όταν τέλειωσε η πιο μεγάλη και αιματηρή σύγκρουση της παγκόσμιας ιστορίας: ο II Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η ιστορία της Monica έγινε γνωστή χάρη στις έρευνες του Jürgen Schreiber. Αυτό που εγώ σας παρουσιάζω είναι μόλις μια μικρή πλευρά αυτής της συναρπαστικής ιστορίας που περιλαμβάνει πολλά συναισθήματα και προσωπικότητες.

ο Hans Ertl (Γερμανία, 1908-Bolivia, 2000) ορειβάτης, εφευρέτης υποβρύχιων τεχνικών, εξερευνητής, συγγραφέας, εφευρέτης και πραγματοποιητής ονείρων, αγρότης, ιδεολόγος αγωνιστής που μετατράπηκε, κινηματογραφιστής, λάτρης ανθρωπολόγος και εθνογράφος. Πολύ σύντομα κατάφερε να γίνει γνωστός απεικονίζοντας τους διοικητές του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος όταν κινηματογραφούσε την μεγαλοπρέπεια, την σωματική αισθητική και τις αθλητικές δεξιότητες των συμμετεχόντων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου (1936), κάτω από την διεύθυνση του κινηματογραφιστή Leni Riefenstahl, που δόξασε τους ναζιστές.

Ωστόσο, είχε την ατυχία να αναγνωριστεί από την ιστορία (και είναι η μετέπειτα ντροπή του), σαν ο φωτογράφος του Adolfo Hitler, αν και εικονογράφος επίσημος του Führer υπήρξε ο Heinrich Hoffman του αποσπάσματος υπεράσπισης. Αναφέρουν κάποιες πηγές πως ο Hans ανέλαβε το  καθήκον να κινηματογραφήσει τις ζώνες δράσης του συντάγματος του περίφημου στρατάρχη, με την επωνυμία η “Αλεπού της Ερήμου” Erwin Rommel, διασχίζοντας από το Tobruk, την Africa.

Σαν στοιχείο αξιοπερίεργο, ο Hans δεν ανήκε στο ναζιστικό κόμμα όμως, παρότι μισούσε τον πόλεμο, παρουσίαζε με περηφάνια το σακάκι που είχε σχεδιαστεί από τον Hugo Boss για τον γερμανικό στρατό, σαν σύμβολο των κατορθωμάτων του παρελθόντος του, και την αρειανική του χάρη. Απεχθάνονταν να τον αποκαλούν “ναζιστή”, δεν είχε τίποτα εναντίον τους, μα ούτε και τίποτα ενάντια στους εβραίους. Προς ειρωνεία φαίνεται πως ήταν ένα ακόμα θύμα της Schutzstaffel.

Στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Τρίτο Ράιχ κατέρρευσε, οι ηγέτες, συνεργάτες και συγγενείς του ναζιστικού καθεστώτος το έσκασαν από την ευρωπαϊκή δικαιοσύνη καταφεύγοντας σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων, εκείνες της αμερικανικής ηπείρου, με τις ευλογίες των αντιστοίχων κυβερνήσεων και την υποστήριξη άνευ όρων των ΗΠΑ.  Λέγεται πως ήταν ένας άνθρωπος πολύ ειρηνικός και πως δεν είχε εχθρούς, έτσι ώστε επέλεξε να παραμείνει στην Γερμανία για ένα διάστημα, εργαζόμενος σε αποστολές μικρότερες του δικού του status, μέχρι που μετανάστευσε με την οικογένεια του. Πρώτα στην Χιλή, στο νότιο αρχιπέλαγος του Juan Fernandez, “συναρπαστικό χαμένο παράδεισο”, όπου πραγματοποίησε το ντοκιμαντέρ Robinson (1950), πριν από άλλα σχέδια.

Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, ο Ertl εγκαθίσταται το 1951 στην Chiquitania, σε 100 χιλιόμετρα από την πόλη της Santa Cruz. Μέχρι εκεί έφτασε για να εγκατασταθεί στις εύφορες και παρθένες γαίες σαν ένας κατακτητής του XV αιώνα, μέσα στην πυκνή και περίπλοκη βλάστηση βραζιλιο-βολιβιανή. Μια ιδιοκτησία 3.000 εκταρίων όπου έχτισε με τα χέρια του και με ύλη αυτόχθονη εκείνο που υπήρξε το σπίτι του μέχρι τις τελευταίες ημέρες; “την Dolorida”.

O περιπλανώμενος των ορέων, όπως ήταν γνωστός από τους εξερευνητές και τους επιστήμονες, περιδιαβαίνει με το παρελθόν στις πλάτες του, στην απέραντη φύση με το άπληστο όραμα να εξετάσει και συλλάβει με τον φακό του όλο εκείνο  που γίνεται αντιληπτό στο μαγικό του περιβάλλον στην Bolivia, ενώ ξεκινούσε μια νέα ζωή συνοδευόμενος από την γυναίκα του και τις κόρες του. Η μεγαλύτερη ονομάζονταν Monica, ήταν 15 χρόνων όταν ξεκίνησε η εξορία και, εδώ ξεκινά η ιστορία της…

η Monica είχε ζήσει τα παιδικά της χρόνια μέσα στον αναβρασμό των ναζισμών της Γερμανίας και όταν μετανάστευσαν στην Bolivia έμαθε την τέχνη του πατέρα της, πράγμα που της χρειάστηκε για να δουλέψει στην συνέχεια με τον βολιβιανό Jorge Ruiz. ο Hans πραγματοποίησε στην Bolivia διάφορα film (Paitití και Hito Hito) και μετέδωσε στην Monica το πάθος για την φωτογραφία.Σίγουρα μπορούμε να θεωρήσουμε την Monica σαν μια πρωτοπόρα, την πρώτη γυναίκα που έφτιαξε ντοκιμαντέρ στην ιστορία του σινεμά.

η Monica μεγάλωσε μέσα σε έναν κύκλο πολύ κλειστό σαν ρατσιστής, μέσα στον οποίον έλαμπαν τόσο ο πατέρας της όπως και μια άλλη αιχμηρή προσωπικότητα την οποίαν συνήθιζε να αποκαλεί στοργικά “Ο θείος Klaus”. Ένας γερμανός επιχειρηματίας (ψευδώνυμο του Klaus Barbie (1913-1991) και πρώην αρχηγού της Gestapo στην Lyon, στην Γαλλία) που ήταν καλύτερα γνωστός σαν “ο Χασάπης της Λυών.”

ο Klaus Barbie, θα αλλάξει το επίθετο του σε “Altmann” πριν εμπλακεί με την οικογένεια Ertl. Στον ίδιο στενό κύκλο προσώπων στην La Paz, όπου αυτός ο άνδρας απέκτησε αρκετή εμπιστοσύνη ούτως ώστε, ο ίδιος ο πατέρας της Monica, κατάφερε να τον κάνει να αναλάβει την πρώτη του δουλειά στην Bolivia σαν πολίτης Εβραίος Γερμανός, και στην συνέχεια αφιερώθηκε στο να είναι σύμβουλος των νοτιο-αμερικάνικων δικτατοριών.

Η διάσημη πρωταγωνίστρια αυτής της ιστορίας, παντρεύτηκε με έναν άλλον γερμανό στην La Paz και έζησε κοντά στα ορυχεία χαλκού στον βορρά της Χιλής μα, μετά από δέκα χρόνια, ο γάμος της απέτυχε και αυτή μεταμορφώθηκε σε μιαν δραστήρια πολιτική που υποστήριζε ευγενείς σκοπούς. Μεταξύ άλλων βοήθησε να ιδρυθεί ένα σπίτι για ορφανά στην La Paz, που τώρα έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο.

Έζησε μέσα σε έναν ακραίο κόσμο περικυκλωμένη από γέρους λύκους ναζιστές βασανιστές. Οποιαδήποτε αλλόκοτη ένδειξη δεν αποτελούσε γι αυτήν κάτι το παράξενο. Όμως, ο θάνατος του αργεντίνου αντάρτη Ernesto Che Guevara στην βολιβιανή ζούγκλα (oκτώβρης του 1967) είχε σημάνει γι αυτήν την οριστική ώθηση για τα ιδανικά της. η Monica –σύμφωνα με την αδελφή της Beatriz–“λάτρευε τον “Che” σαν να ήταν ένας Θεός.”

Εξ αιτίας αυτού, η σχέση ανάμεσα σε πατέρα και κόρη ήταν δύσκολη λόγω αυτού του συνδυασμού : ένας φανατισμός που προσχώρησε σε ένα εξεγερτικό πνεύμα; ποιος ξέρει εκρηκτικοί παράγοντες που προκάλεσαν μια μαχόμενη θέση, ιδεαλιστική, επίμονη. Ο πατέρας της εξεπλάγην περισσότερο και, με ραγισμένη καρδιά, την έδιωξε από το κτήμα. Ίσως αυτή η πρόκληση να παρήγαγε σε αυτόν μιαν κάποια μεταμόρφωση ιδεολογική στα χρόνια 60, μέχρι να τον μετατρέψει σε έναν συνεργάτη και έμμεσο υπερασπιστή της Αριστεράς στην Νότια Αμερική.

“η Monica ήταν η αγαπημένη του κόρη, ο πατέρας μου ήταν πολύ κρύος ως προς εμάς κι αυτή φαίνονταν να είναι η μοναδική που αγαπούσε. Ο πατέρας μου γεννήθηκε σαν αποτέλεσμα μιας βίας, η γιαγιά μου δεν του έδειξε ποτέ στοργή και αυτό τον σημάδεψε για πάντα. Η μοναδική στοργή που επέδειξε ήταν για την Monika”, είπε η Beatriz σε μιαν συνέντευξη στο BBC News.

Στα τέλη των χρόνων εξήντα, όλα άλλαξαν με τον θάνατο του Che Guevara, η Monica διέρρηξε με τις ρίζες της και έδωσε μια δραστική αλλαγή για να εισέλθει καθ’ όλα στις στρατιωτικές ομάδες στο Αντάρτικο της Ñancahuazú, όπως είχε κάνει ο ήρωας της εν ζωή, για να πολεμήσει την κοινωνική ανισότητα.

η Monica έπαψε να είναι εκείνο το παθιασμένο κορίτσι για την φωτογραφική μηχανή για να μετατραπεί σε “Imilla η επαναστάτρια” έχοντας καταφύγει σε ένα καταυλισμό των λόφων της Βολιβίας. Με την σταδιακή εξάλειψη από το πρόσωπο της Γης του μεγαλύτερου μέρους των μελών της, ο πόνος της μετατρέπεται σε δύναμη για να αξιώσει δικαιοσύνη, μετατρέποντας την σε ένα επιχειρησιακό κλειδί  για το ELN.

Στην διάρκεια των τεσσάρων χρόνων που παρέμεινε στο στρατόπεδο έγραψε στον πατέρα της μόνο μια φορά τον χρόνο, για να πει επί λέξη: “να μην ανησυχείτε για εμένα… είμαι καλά”. Θλιβερά, δεν μπόρεσε να την δει ποτέ ξανά; ούτε ζωντανή, ούτε νεκρή.

Το 1971 διασχίζει τον Ατλαντικό και επιστρέφει στην Γερμανία της, και στο Amburgo σκοτώνει προσωπικά τον Βολιβιανό πρόξενο, τον λοχαγό Roberto Quintanilla Pereira, άμεσο υπεύθυνο της τελικής προσβολής στον Guevara: τον ακρωτηριασμό των χεριών του, μετά τον τουφεκισμό του στην La Higuera. Με εκείνη την βεβήλωση υπέγραψε την καταδίκη του σε θάνατο και, από τότε, η πιστή “Imilla” πρότεινε μιαν αποστολή υψηλού ρίσκου: υποσχέθηκε πως θα εκδικούνταν τον Che Guevara.

Αφού πέτυχε τον στόχο της ξεκίνησε ένα κυνήγι που διέσχισε χώρες και θάλασσες και τελείωσε μοναχά όταν η Monica έπεσε το 1973, σε μιαν ενέδρα που σύμφωνα με κάποιες αξιόπιστες πηγές της έστησε ο προδότης “θειός” της Klaus Barbie.

Μετά τον θάνατο της, ο Hans Erlt συνέχισε να ζει και να κινηματογραφεί ντοκιμαντέρ στην Bolivia, όπου πέθανε σε ηλικία 92 χρόνων (έτος 2000) στο κτήμα του που τώρα έχει μετατραπεί σε μουσείο χάρη στην βοήθεια κάποιων θεσμών της Ισπανίας και της Βολιβίας. Εκεί παραμένει θαμμένος, συνοδευόμενος από το παλιό του γερμανικό στρατιωτικό  σακάκι, πιστό του σύντροφο των τελευταίων χρόνων. Το μνήμα του βρίσκεται ανάμεσα σε δυο πεύκα και χώμα από την Βαυαρία του. Αυτός ο ίδιος το ετοίμασε και η κόρη του Heidi πραγματοποίησε την επιθυμία του. ο Hans είχε πει σε μιαν συνέντευξη που παραχώρησε στο πρακτορείο Reuters:

“Δεν θέλω να επιστρέψω στην χώρα μου. Ακόμη και μετά θάνατον, θέλω, να παραμείνω σε αυτή τη νέα μου γη”.

Σε ένα κοιμητήριο της La Paz, λέγεται πως αναπαύονται “συμβολικά” τα λείψανα της Monica Ertl. Στην πραγματικότητα δεν αποδόθηκαν ποτέ στον πατέρα της. Οι εκκλήσεις του αγνοήθηκαν από τις αρχές. Αυτά παραμένουν σε τόπο άγνωστο της βολιβιανής χώρας. Κείνται σε ομαδικό τάφο μέσα, δίχως σταυρό, δίχως όνομα, δίχως την ευλογία του πατέρα της.

Έτσι ήταν η ζωή αυτής της γυναίκας που σε μιαν περίοδο, σύμφωνα με την φασιστική δεξιά εκείνων των χρόνων, εξασκούσε  “τον κομουνισμό” και συνεπώς “την τρομοκρατία” στην Ευρώπη. Για κάποιους το όνομα της παραμένει χαραγμένο στους κήπους της μνήμης σαν αντάρτισσα, δολοφόνος ή ποιος ξέρει τρομοκράτισσα, για άλλους μια γυναίκα θαρραλέα, που εξετέλεσε μια αποστολή.

Σύμφωνα με εμένα, είναι ένα θηλυκό κομμάτι μιας επανάστασης που αγωνίστηκε για τις ουτοπίες της εποχής της, και που στο φως των δικών μας ματιών μας αναγκάζει να στοχαστούμε, γι άλλη μια φορά επάνω σε αυτή την φράση: “Μην υποτιμάς ποτέ την αξία μιας γυναίκας.”

[Μετάφραση από την καστιλιάνικη για το Cubadebate της Ida Garberi]

ALBAinformazione

di Nina Ramon – Cubadebate

Oggi veniva uccisa Monika Ertl mai ricordata come doveva. Onore a lei 

Monika Ertl: la donna che giustiziò l’uomo che tagliò le mani al Che.

Ad Amburgo, in Germania, erano le dieci meno venti della mattina del 1° aprile 1971. Una bella ed elegante donna dai profondi occhi color del cielo entra nell’ufficio del console della Bolivia e, aspetta pazientemente di essere ricevuta.

Mentre fa anticamera, guarda indifferente i quadri che adornano l’ufficio. Roberto Quintanilla, console boliviano, vestito elegantemente con un abito oscuro di lana, appare nell’ufficio e saluta, colpito dalla bellezza di quella donna che dice di essere australiana, e che pochi giorni prima gli aveva chiesto un’intervista.

Per un istante fugace, i due si trovano di fronte, uno all’altra. La vendetta appare incarnata in un viso femminile molto attraente. La donna, di bellezza esuberante, lo guarda fissamente negli occhi e senza dire nulla…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.648 επιπλέον λέξεις