διεθνισμός, internazionalismo

ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ISIS Ο LORENZO “ORSO”, ΙΤΑΛΟΣ ΜΑΧΗΤΗΣ YPG

Notizia scritta il 18/03/19 alle 19:16. Ultimo aggiornamento: 18/03/19 alle: 19:16 Γραμμένη είδηση στις 19:16, Τελευταία ενημέρωση

Ένας φλωρεντίνος σύντροφος, ο Lorenzo Orsetti, αποκαλούμενος Orso και  όνομα μάχης Tekoser, 32 χρόνων, που είχε καταταγεί στις γραμμές του YPG στη βόρεια Συρία, σκοτώθηκε στις μάχες που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Baghuz.

Μιλήσαμε για τον Lorenzo και για την επιλογή του να πάρει μέρος στη συνομοσπονδιακή επανάσταση με τον Claudio Locatelli, έναν ιταλό με καταγωγή από την περιοχή του Μπέργκαμο, μαχητή των YPG που γνώρισε τον “Orso” ενώ εισέρχονταν στις επαναστατικές γραμμές, όπως μας διηγείται στη συνέντευξη. Ascolta o Scarica. Άκου ή κατέβασε

Η είδηση για το θάνατο επιβεβαιώθηκε από ιταλικές πηγές ασφαλείας οι οποίες λεν πως σκοτώθηκε σε «ενέδρα». Πριν από αυτούς έδωσε την είδηση το ίδιο το isis. Βρίσκονταν εδώ και ενάμισι χρόνο να μάχεται με τις Μονάδες προστασίας του λαού, και συχνά προσέφερε αναφορές-ρεπορτάζ σχετικά με τη συνεχιζόμενη Απελευθέρωση αυτών των εδαφών σε μέσα του κινήματος. Τελευταία σε σειρά μια συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στις 11 του περασμένου μαρτίου στο Ράδιο Onda Rossa,Ascolta o Scarica.

Εν θερμώ ένα σχόλιο από τον πατέρα του Lorenzo, Alessandro: “Είμαστε υπερήφανοι γι αυτόν, για την επιλογή που έκανε, αλλά τώρα νιώθουμε κατεστραμμένοι από τη θλίψη», είπε, και στη συνέχεια έδωσε λεπτομέρειες για το θάνατο του. “Ο κούρδος διοικητής του μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι ο Lorenzo πέθανε μαζί με όλους της ομάδας του σε μια αντεπίθεση του ISIS σήμερα το πρωί” προσθέτοντας “Φαίνεται ότι η ομάδα του περικυκλώθηκε, ήταν με μια αραβική μονάδα, αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει από στρατιωτική άποψη – πρόσθεσε – Τους σκότωσαν όλους”. Όσον αφορά την επιλογή του γιου του, προσέθεσε ότι «βασικά έκανε μια σημαντική επιλογή. Σίγουρα ήμασταν αντίθετοι, δεν μπορούσαμε να του πούμε «πήγαινε, είναι όμορφο», αλλά καταλάβαμε ότι γι ‘αυτόν ήταν μια επιλογή για τις αξίες στις οποίες πίστευε. Και ο κουρδικός λαός αξίζει να κάνουμε κάτι για τον αγώνα του εναντίον του ISIS και του φασισμού «.

Το απόγευμα έκανε τον γύρο των social και του web μια επιστολή διαθήκη που έγραψε ο ίδιος ο Lorenzo πριν καταταγεί στις γραμμές του YPG και διανεμήθηκε από τις κουρδοσυριακές δυνάμεις. Άκου ή κατέβασε Ascolta o Scarica.

Εδώ το κείμενο της επιστολής του Lorenzo:
Ciao, αν διαβάζετε αυτό το μήνυμα είναι ένα σημάδι ότι δεν είμαι πια σε αυτόν τον κόσμο. Λοιπόν, μην θλίβεστε περισσότερο απ’ ότι πρέπει, αυτό θα ήθελα, δεν μετανιώνω για τίποτα, πέθανα κάνοντας αυτό που νόμιζα ότι ήταν σωστό, υπερασπιζόμενος τους πιο αδύναμους, και παραμένοντας πιστός στα ιδανικά της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας.
Έτσι, παρά την πρόωρη αυτή αναχώρηση, η ζωή μου εξακολουθεί να είναι μια επιτυχία, και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι έφυγα με ένα χαμόγελο στα χείλη μου. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω κάτι καλύτερο.
Σας εύχομαι το καλύτερο δυνατό, και ελπίζω ότι κι εσείς μια μέρα (εάν δεν το έχετε κάνει ήδη) να αποφασίσετε να δώσετε τη ζωή σας για τον διπλανό,, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αλλάξουμε τον κόσμο.
Μόνο νικώντας τον ατομικισμό και τον εγωισμό σε κάθε έναν από εμάς μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά.
Αυτοί είναι δύσκολοι καιροί, το ξέρω, αλλά μην παραδίδεστε στην παραίτηση, μην εγκαταλείπετε την ελπίδα, ποτέ!
Ούτε για μια στιγμή.
Ακόμη και όταν όλα φαίνονται χαμένα, και τα κακά που πλήττουν τον άνθρωπο και τη γη φαίνονται ανυπέρβλητα, προσπαθήστε να βρείτε τη δύναμη, και να την εμφυσήσετε στους συντρόφους σας.
Είναι ακριβώς στις σκοτεινότερες στιγμές που το φως σας χρησιμεύει.
Και να θυμάστε πάντα πως “κάθε καταιγίδα ξεκινά με μιαν μοναδική σταγόνα”. Ψάξτε να είστε εσείς εκείνη η σταγόνα.
Σας αγαπώ όλους, ελπίζω να μάθετε από αυτά τα λόγια, να τα φυλάξετε σαν θησαυρό.
Serkeftin!

Orso,
Tekoser,
Lorenzo.

 

http://www.radiondadurto.org/2019/03/18/ucciso-in-siria-dallisis-lorenzo-orso-combattente-italiano-ypg/

Uncategorized

Έκρηξη στην Καβάλα: «Στόχος» το αυτοκίνητο του υποψήφιου δημάρχου της Χρυσής Αυγής; [φωτογραφίες]

Μέσα στη νύχτα το όχημα του Δημήτρη Βογιατζή τυλίχτηκε στις φλόγες – Από την έκρηξη δεν σημειώθηκε κάποιος τραυματισμός

Λίγο μετά τις 03:00 τα ξημερώματα της Τετάρτης 20 Μαρτίου 2019 οι κάτοικοι της οδού 7ης Μεραρχίας στην Καβάλα αναστατώθηκαν από έναν δυνατό κρότο που ακούστηκε από τον δρόμο μετά από έκρηξη που σημειώθηκε σε αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο στην είσοδο πολυκατοικίας.

Το μπροστινό μέρος του οχήματος τυλίχτηκε στις φλόγες. Ένοικος της πολυκατοικίας κατέβηκε και προσπάθησε να τη σβήσει ρίχνοντας νερό. Λίγα λεπτά αργότερα κατέφθασε όχημα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Καβάλας με τους άνδρες της να προχωρούν άμεσα στην κατάσβεση, ενώ αμέσως μετά κατέφθασε και η Αστυνομία.

Το αυτοκίνητο ανήκει στον Γραμματέα της Τοπικής Οργάνωσης Καβάλας της Χρυσής Αυγής και υποψήφιο Δήμαρχο με την Ελληνική Αυγή Δημήτρη Βογιατζή.

Τα αίτια της πυρκαγιάς δεν είναι γνωστά, με τους αστυνομικούς να μην αποκλείουν τον εμπρησμό.

 

https://www.kavalapost.gr/218202/ekrixi-stin-kavala-stochos-to-aytokinito-toy-ypopsifioy-dimarchoy-tis-chrysis-aygis-fotografies/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Καμμένοι κάδοι και επίθεση στα γραφεία της Χρυσής Αυγής στην Καβάλα [φωτογραφίες]

Περίπου 20 άτομα με μια καταδρομική επίθεση προκάλεσαν φθορές στα γραφεία του κόμματος στο κέντρο της πόλης τα ξημερώματα της Τετάρτης 27 Φεβρουαρίου 2019

Επίθεση στα γραφεία της Χρυσής Αυγής στην Καβάλα προκάλεσαν τα ξημερώματα της Τετάρτης 27 Φεβρουαρίου 2019 περίπου 20 άτομα.

Περί τις 02:30 οι άγνωστοι, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έσπασαν την είσοδο της πολυκατοικίας στην οποία στεγάζονται τα γραφεία του κόμματος στην οδό Βενιζέλου, ανέβηκαν στον όροφο στον οποίο βρίσκονται τα γραφεία και με μια καταδρομική επίθεση εισέβαλαν στον χώρο και προκάλεσαν φθορές -σύμφωνα με πληροφορίες- και εντός των γραφείων.

Στη συνέχεια έφυγαν συντεταγμένα, ενώ έκαψαν κάδους απορριμμάτων στις οδούς Βενιζέλου, Δαγκλή και Φιλίππου και άναψαν καπνογόνα, προκειμένου να ανακόψουν την όποια απόπειρα της Αστυνομίας να τους κυνηγήσει.

 

https://www.kavalapost.gr/216907/kammenoi-kadoi-kai-epithesi-sta-grafeia-tis-chrysis-aygis-stin-kavala-fotografies/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

σκόρπιες σκέψεις...

Αντιρατσιστικό μήνυμα μέσα από ένα φασιστικό κατάλοιπο

Δυο λόγια μονάχα για το θέμα που προέκυψε στα σχολεία μας με τις παρελάσεις. Αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι πως κανείς δεν ρώτησε τους άμεσα ενδιαφερόμενους, τους μαθητές δηλαδή, το γιατί της άρνησης τους! Πήγα και το έκανα και μου απάντησαν με μια φωνή: ‘να μην μας λεν πως δεν αγαπάμε τη χώρα μας, εμείς την αγαπάμε περισσότερο από αυτούς, δεν την καταντήσαμε σε αυτό το χάλι εμείς. Ας σταματήσουν λοιπόν να μας απειλούν πως εάν δεν κατέβουμε θα μας αποκλείσουν από όλες τις σχολικές εκδηλώσεις, εάν δεν είναι αυτό εκβιασμός, τι είναι;’

Εγώ θα συμπληρώσω μονάχα πως εύκολα ξεχάσαμε το τραγούδι του Βασίλη, με το οποίο μεγαλώσαμε: »φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα».  

Αποτέλεσμα εικόνας για proletariato giovanile

Να τι γράφουν στο διαδίκτυο κάποιοι άλλοι, με τους οποίους συμφωνώ, συμπληρώνοντας πως κανείς δεν διεκδικεί το αλάθητο:

Τη ματαιότητα των μαθητικών παρελάσεων που αποτελούν φασιστικό κατάλοιπο του 1936 και την υποκρισία όσων ερίζουν για την αναγκαιότητά τους ανέδειξε ένα περιστατικό στην Καβάλα. Τέσσερις έφηβοι που φιλοξενούνται σε στρατόπεδο προσφύγων της πόλης, προθυμοποιήθηκαν να πάρουν μέρος στην προσεχή μαθητική παρέλαση του Λυκείου στο οποίο φοιτούν, για την  28η Οκτωβρίου, λόγω της άρνησης, με την κάλυψη των γονέων, των υπόλοιπων μαθητών να συμμετάσχουν.

Το περιστατικό καταδεικνύει την υποκρισία όσων βαριούνται αφόρητα τις παρελάσεις αλλά μόλις κάποιος διαπιστώσει πόσο ανούσιο και παρωχημένο είναι το πλαίσιο εξανίστανται και  υπερβάλλουν υπέρ ενός μιλιταριστικού κατάλοιπου της μεταξικής περιόδου. Το ζήτημα δεν είναι να ελέγξει κάποιος τους μαθητές επειδή, δικαιολογημένα, αποφεύγουν ένα ξεπερασμένο και καταναγκαστικό «έθιμο», αλλά να καταγράψει πόσο μακριά από οποιαδήποτε παιδαγωγική ή άλλη ανάγκη είναι οι παρελάσεις, που είναι ταγμένες στη διαιώνιση της υπερβολής, των εθνικών μύθων και της αρχαιοπληξίας των νεοελλήνων.

Από την άλλη πλευρά τα νεαρά προσφυγόπουλα δεν ήθελαν κάτι λιγότερο ή περισσότερο από το να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους και την επιθυμία τους να ενσωματωθούν στην κοινωνία που τους υποδέχτηκε. Η Ελλάδα εκτός από την πρωτοτυπία να γιορτάζει την κήρυξη του πολέμου και όχι την απελευθέρωση κατέχει και την πρωτιά να γιορτάζει τη μάχη ενάντια στο φασισμό με…φασιστικές παραδόσεις, όπως οι μαθητικές παρελάσεις. Τα όσα συνέβησαν στην Καβάλα είναι μια αφορμή να μιλήσουμε για την κατάργησή τους και ταυτόχρονα είναι μια αποστομωτική απάντηση στον ρατσισμό που θέλει τα προσφυγόπουλα εκτός σχολείων

antiratsistiko-minyma-mesa-apo-ena-fasistiko-kataloipo

kar.org.gr

https://liberationpolular.wordpress.com/2018/10/17/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BC%CE%AE%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B1-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%86%CE%B1/

αυτονομία, autonomia

ΤΟ ΕΤΟΣ ΣΥΝΟΡΟ.

Όταν το έκτακτο, το εξαιρετικό το ζούμε ως καθημερινό συνηθισμένο τότε αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση είναι σε εξέλιξη. Αυτή είναι η αίσθηση, αυτό είναι το νόημα μιας μεγίστης του «Τσε» που ταιριάζει καλά στην «κατάσταση του νου, στα συναισθήματα» των πρωταγωνιστών του κινήματος του ’77, το έτος της μεγάλης εξέγερσης. Αλλά το ’77 είναι επίσης το πιο σκοτεινό έτος, το πιο απομακρυσμένο από τις μνήμες. Από την πλευρά της θεσμικής εξουσίας, η απομάκρυνση [από την σκέψη] δεκαετής πλέον εκφράζει το φόβο να αντιμετωπίσει ξανά τα περιεχόμενα ενός πολιτικού πολιτισμικού κοινωνικού κινήματος, το οποίο παρουσιάστηκε εκείνη την χρονιά με αναλλοίωτα επαναστατικά χαρακτηριστικά. Το ’77 δεν ήταν σαν το ’68, το ’68 ήταν έτος διαμαρτυρίας, το ’77 ήταν ριζικά εναλλακτικό, γι ‘αυτό και η «επίσημη» εκδοχή ορίζει το ’68 σαν καλό και το ’77 σαν κακό, όντως το ’68 είναι εδώ, έχει ανακτηθεί ενώ το ’77 εξαφανίστηκε, εξολοθρεύτηκε. Για το λόγο αυτό το ’77, σε αντίθεση με το ’68, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι ένα έτος εύκολου εορτασμού.

Σχετική εικόνα

Ωστόσο, η επιχείρηση να παραχωθεί στη λήθη το κίνημα του ’77 πραγματοποιήθηκε και από τους δικούς του πρωταγωνιστές. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν εσωτερικεύσει τις καταστροφικές επιπτώσεις της καταπιεστικής, κατασταλτικής τρομοκρατίας του κράτους, ακυρώνοντας μαζί με τη μνήμη αυτής της εμπειρίας και την ανταγωνιστική ταυτότητά τους. Πέρα από αυτά τα δυο «εθελοντικά» ‘θαψίματα’ της μνήμης, η μηδενική επίδραση της κοινωνικής μνήμης που παράχθηκε από τη γιγαντιαία αλλαγή στις τεχνολογίες επικοινωνίας. Παρ ‘όλα αυτά όμως, τα ερωτήματα που τέθηκαν από το τελευταίο αντιθεσμικό μαζικό κίνημα στην Ιταλία παραμένουν επίκαιρα επειδή δεν έχουν επιλυθεί. «Ποια εξέλιξη για ποιο μέλλον;» ήταν το βασικό ερώτημα, απλό και τρομερό, στο να συνοψίσει την «διαίσθηση» του να ζεις εκείνη τη στιγμή ως την κορυφογραμμή, την ακμή ενός περάσματος μετασχηματισμού που σημάδεψε μιαν εποχή, που κατέστη σαφής από την κρίση και από την εξάντληση των κανόνων σχέσεων και κοινωνικής οργάνωσης βασισμένες στο βιομηχανικό σύστημα. Η ευαισθησία εκείνου του κινήματος υπήρξε το να αντιληφθεί το δράμα του αναγκαστικού περάσματος στην σκοτεινή και δυσανάγνωστη κοινωνία της μετα-βιομηχηχανικής εποχής. Από εδώ η συνειδητοποίηση ότι το κίνημα του ’77 έπρεπε να αντιληφθεί, από πλευράς περιεχομένου, το κέντρο των προβλημάτων που αυτό το πέρασμα συνεπαγόταν: το πρόβλημα της εργασίας και των μετασχηματισμών της.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Η θορυβώδης εισβολή στην κοινωνική σκηνή του κινήματος του ’77, του οποίου η σύνθεση ήταν φοιτητών, νέων προλετάριων και γυναικών με επισφαλή και «μη εγγυημένη» τοποθέτηση στην αγορά εργασίας, υποχρέωσε τους εμπειρογνώμονες της εθνικής κοινωνιοπολιτολογίας να αναλύσουν τα τόσο καινούργια και ανεξιχνίαστα χαρακτηριστικά τoυ. Αλλά αυτά τα υποκείμενα, από την αρχή, δεν εμφανίστηκαν διατεθειμένα στο κλασσικό οπλοστάσιο της κοινωνιολογικής και ψυχαναλυτικής έρευνας, η οποία θα έπρεπε να έδινε τουλάχιστον λίγο φως στους λόγους της απόκλισης τους από τους κανόνες της «πολιτικής, αστικής συνύπαρξης».Έτσι, χωρίς στοιχεία, αριθμoύς και εγκεφαλογραφήματα στην διάθεση τους, στους «ειδικούς» μας αποδείχθηκε αδύνατο να ξεπεράσουν το καθήκον να πληρώσουν το κενό των γνώσεων τους με ένα αδιάκοπο ξεδίπλωμα ανοησιών που δημοσιεύονται επί μήνες σε εφημερίδες και περιοδικά, τόσο ανεξάρτητα όσο και κομματικά.Αυτό μέχρι την κατάβαση, στην αρένα της «συζήτησης», της σοβαρής διαύγειας των διανοουμένων του P.C.I. Έλαχε στον Asor Rosa, πρώην «εργατιστή» των «Quaderni Rossi» και της «ClasseOperaia», την επαύριο της εκδίωξης του Lama από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης, να διατυπώσει μια ανάλυση που πραγματοποιήθηκε επάνω στα νέα κοινωνικά υποκείμενα της εξέγερσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Αυτή η στοχαστική προσπάθεια που πήρε το όνομα «Θεωρία των δύο κοινωνιών» ήταν τόσο επιτυχής που έγινε αμέσως η επίσημη ανάλυση.Xoνδρικά η συλλογιστική έτρεχε σε αυτή τη φιλολογική: η κρίση καθορίζει την ανεργία από την οποία οι πιο πληγέντες είναι οι νέοι, η ανεργία είναι περιθωριοποίηση από το σύστημα της παραγωγικής εργασίας (που είναι εκείνο της εργατικής τάξης του εργοστασίου), η περιθωριοποίηση με τη σειρά της μεταφράζεται σε αποσύνθεση και απελπισία, οι οποίες τελικά φθάνουν στο σημείο να μεταφραστούν σε παράλογη και αλόγιστη βία. Αυτά τα οριακά υποκείμενα (κοινωνικά περιθωριακά μιας και δεν περιλαμβάνονται στο κεντρικό σύστημα παραγωγής του εργοστασίου), είναι ακριβώς η «δεύτερη κοινωνία», «που αναπτύσσεται δίπλα στην πρώτη, και ίσως βαρύνει επί αυτής, χωρίς όμως να έλκει σημαντικά πλεονεκτήματα, χωρίς να έχει μια διέξοδο και δίχως ένα ρίζωμα στην πρώτη κοινωνία» (11) (εκείνη την εργατική).

Σχετική εικόνα

Για την κουλτούρα του βιομηχανισμού του ιστορικού εργατικού κινήματος, η «εργατική κεντρικότητα» είναι η σταθερή θέση δουλειάς στα εργοστάσια των καταναλωτικών αγαθών με διάρκεια, έτσι ώστε όσοι δεν έχουν αυτή την τοποθέτηση είναι απαραιτήτως οριακοί, περιθωριακοί. Ξεκινώντας από αυτή την ανάγνωση ένα κίνημα που αποτελείται από αυτά τα υποκείμενα, το οποίο επιπλέον αξιώνει την πλήρη αυτονομία από τους ιστορικούς θεσμούς του εργατικού κινήματος (κόμματα και συνδικάτα), δεν μπορούσε να θεωρηθεί παρά επικίνδυνο φαινόμενο περιθωριοποίησης και παρασιτισμού κορπορατικού, εύκολα εκμεταλλεύσιμο από τις αντιδραστικές και συντηρητικές δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι άλλοι ορισμοί του κινήματος που επινόησε ο Giorgio Amendola, διακεκριμένος διανοούμενος του Κ.Κ.Ι., ήταν εκείνοι του «neosquadrismo»[α] e «diciannovismo«β]. Η κρίση που έδωσε η ιστορική αριστερά για το «κίνημα του ’77» είχε λοιπόν τις προϋποθέσεις της σε μια ανάλυση της ταξικής σύνθεσης που δεν έλαβε υπόψη τη μεγάλη μεταμόρφωση των παραγωγικών διαδικασιών και της κοινωνικής εργασιακής ημέρας που ξεκίνησε από την αναδιάρθρωση που διενήργησαν οι καπιταλιστικές δυνάμεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αυτή η αναδιάρθρωση, η οποία πήρε το όνομα της «βιομηχανικής αναπροσαρμογής», ξεκίνησε το 1974 (ημερομηνία της πετρελαϊκής Κρίσης) και αμέσως προέκυψε ως επίθεση στην τεχνική και πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης των μεγάλων εργοστασίων. Η cassa integrazione γ] [ταμείο παροχών ανεργίας], υπήρξε το πρώτο ισχυρό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε από τα αφεντικά για να φρενάρει, να εξολοθρεύσει τον κύκλο των αγώνων της εργάτη μάζα ανατρέποντας την «ακαμψία» του, δηλαδή την υλική και πολιτική ομοιογένεια από την οποία έλκυε τις συνθήκες της δύναμης του πρώτα στο εργοστάσιο και στη συνέχεια στην κοινωνία..Οι πρώτες επιπτώσεις αυτής της αναδιάρθρωσης παίρνουν την μορφή ως σύσταση ενός δικτύου αποκέντρωσης, διάχυσης, διασποράς, ρευστοποίησης στο κοινωνικό σημαντικών τμημάτων της παραγωγικής και αναπαραγωγικής διαδικασίας.Μέσα σε αυτό το δίκτυο απορροφήθηκαν νέες κοινωνικές φιγούρες, που ήταν παραδοσιακά αποκλεισμένες από την αγορά εργασίας, στο οποίο οι συνθήκες εργασίας ανέλαβαν το χαρακτηριστικό δίχως πρότυπο της ημι-ανεργίας και της επισφάλειας. Αυτό που το κομμουνιστικό Κόμμα και το συνδικάτο δεν μπόρεσαν ή δεν ήθελαν να καταλάβουν ήταν ότι αυτές οι νέες επισφαλείς και μη εγγυημένες φιγούρες είχαν έτσι κι αλλιώς άμεση ή έμμεση παραγωγική λειτουργία: ότι η φύση τους ήταν εργατική μιας και από αυτές εξάγονταν υπεραξία, πως αυτές οι φιγούρες αποτελούσαν συστατικό μέρος της νέας ταξικής σύνθεσης που διαμορφώνονταν επάνω στους ρυθμούς μιας μεταμόρφωσης της παραγωγικής διαδικασίας που ρυθμίζεται ως συστολή των παραδοσιακών χειρωνακτικών εργασιών, προς όφελος μιας ανάπτυξης του μαζικού πνευματικού έργου.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αντί να στρέψουν την προσοχή σε αυτές τις νέες παραγωγικές φιγούρες, διαπιστώνοντας το φορτίο καινοτομίας που εξέφραζαν στο επίπεδο των αναγκών της ανάπτυξης και της πολιτικής οργάνωσης, το κομμουνιστικό Κόμμα και το συνδικάτο αντέταξαν την πιο τραχιά, την πιο πρόχειρη ανάλυση που κατέληξε να τις μαρκάρει σαν ένα φαινόμενο επικίνδυνου ανορθολογισμού ενός νέου μαζικού υποπρολεταριάτου, εναντίον του οποίου έπρεπε να αντιτάξουν την ορθολογική δημοκρατική σταθερότητα μιας εγγυημένης εργατικής τάξης οχυρωμένης στους μεγάλους βιομηχανικούς καθεδρικούς ναούς καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση πως θα βαστάξει, θα αντέξει την πολιορκία της καπιταλιστικής επίθεσης. Όσον αφορά τη θεσμική πολιτική, η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού» του Κ.Κ.Ι. είχε την καίρια στιγμή της στο αποτέλεσμα των διοικητικών εκλογών του ’75, όταν κατέλαβε πολλές και σημαντικές τοπικές αρχές και ακόμη περισσότερο το επόμενο έτος, στις πολιτικές εκλογές, όταν άγγιξε το προσπέρασμα της χριστιανοδημοκρατίας D.C.I. H παταγώδης εκλογική επιτυχία, έφτασε επάνω στο κύμα των αγώνων των μαζικών κινημάτων των προηγούμενων ετών που το κόμμα θεώρησε ότι είχε επαναφέρει σε λειτουργία ιμάντων μετάδοσης στο κοινωνικό του σχεδίου του. Σε αυτό το σημείο, θέτοντας τη δική του υποψηφιότητα ως «κυβερνητικό κόμμα», έστρεψε όλη του την ένταση και την προσοχή στους ελιγμούς συμμαχίας και διαπραγμάτευσης με τα άλλα κόμματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Η ανησυχία ότι η νομιμότητα της διακυβέρνησης θα έπρεπε να περάσει από την οικοδόμηση μιας εικόνας δημοκρατικής αξιοπιστίας, το ώθησε να αποδεχτεί το αντάλλαγμα να αναλάβει το ρόλο του εγγυητή της κοινωνικής συγκρουσιακής έντασης, έτσι ώστε αυτή να μειωθεί, να ελεγχθεί, να μπει σε κανάλια και να καταστεί διαχειρίσιμη ή μη εκτιμώμενη, αφορισμένη και υπό καταστολή στις ασυμβίβαστες πτυχές της με την επιβίωση του συστήματος σε κρίση. Κατά συνέπεια, κυρίως στους χώρους εργασίας, οι οργανώσεις και οι συνδικαλιστικοί τομείς που ελέγχονται από το PCI ανέπτυξαν μια γραμμή η οποία, αφενός, αποσκοπούσε σε μιαν αποφασιστική εξάλειψη οποιασδήποτε μη ελεγχόμενης ή μη συνεργατικής εργατικής αντίθεσης-αντιπαράθεσης, ενώ, από την άλλη, έθετε υποψηφιότητα, στις σχέσεις τους με τις βιομηχανικές τάξεις, σε δύναμη ικανή να προωθήσει την έξοδο από την παραγωγική κρίση. Το αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η αποδοχή της «πολιτικής των δυο χρόνων» από συνδικαλιστικής πλευράς: πρώτα οι θυσίες της εργατικής τάξης, για να αποκατασταθούν τα περιθώρια συσσώρευσης κεφαλαίων που διαβρώθηκαν από τους αγώνες των προηγούμενων ετών, στη συνέχεια η ανάκαμψη της παραγωγής και μια δίκαιη ανακατανομή των εισοδημάτων και των εξουσιών. Το 1977, με αυτές τις πολιτιστικές και πολιτικές προϋποθέσεις, το ΚΚΙ και το συνδικάτο βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απρόβλεπτη εμφάνιση ενός κινήματος αποτελούμενου από μια ποικιλία υψηλά μορφωμένων προλεταριακών υποκειμένων, πολύ ευαίσθητα στην αντίληψη των επιπτώσεων της επιτάχυνσης των μετασχηματισμών ενός παραγωγικού συστήματος που αποσκοπούσε στη διάλυση της κεντρικής σημασίας της βιομηχανικής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αυτά τα υποκείμενα ήταν το τερματικό συμπύκνωμα, το τεράστιο χωνί, στο οποίο εισρέει το απόθεμα μιας γνώσης και μιας μνήμης της οργάνωσης ενός αδιάσπαστου κύκλου αντι-θεσμικών αγώνων, συνεπώς αυτόνομων και ριζοσπαστικών, που ξεκίνησαν μέσα στα χρόνια Εξήντα. Όντες κυρίως το ιστορικό προϊόν, το προκύπτον παράγωγο του μαζικού εργάτη από την άποψη της διαλεκτικής σχέσης με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, τα υποκείμενα αυτά αποδείχθηκαν ιδιαίτερα επιθετικά στο επίπεδο των ανταγωνιστικών πολιτικών τους εκφράσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Η έννοια της απόρριψης της εργασίας που είχε διασχίσει όλη τη δεκαετία του 60 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 είχε βρει επιτέλους την πιο ολοκληρωμένη γενιά της, μια γενιά που έκανε αυτής της έννοιας το δικό της στοιχείο πολιτιστικής, κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας. Αν η αναδιάρθρωση, ρευστοποιώντας την αγορά εργασίας, διαμόρφωσε μια νέα παραγωγική δομή στην οποία η εργατική δραστηριότητα χαρακτηρίζονταν ως επισφαλής, περιστασιακή και εναλλάξιμη μεταξύ χειρωνακτικών και πνευματικών λειτουργιών, τα υποκείμενα του ’77 έκαναν δικό τους αυτό το πεδίο ακραίας κινητικότητας μεταξύ διαφορετικών θέσεων εργασίας και μεταξύ εργασίας και μη απασχόλησης, θεωρώντας την εργατική απόδοση ως ένα περιστασιακό στοιχείο παρά ως συστατικό θεμέλιο της ύπαρξης τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αντί να πιέζουν και να αγωνίζονται για να εξασφαλίσουν τον «μόνιμο τόπο, την μόνιμη θέση» για όλη τη ζωή, στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, έδειξαν την προτίμηση τους στα πειράματα για τις πιθανές μορφές εναλλακτικής λύσης στην προμήθεια εισοδήματος. Για αυτά τα υποκείμενα η κινητικότητα στη σχέση με την εργασία κατέστη από επιβαλλόμενη μορφή, συνειδητή και προνομιούχος επιλογή σε σχέση με την εγγυημένη εργασία των οκτώ ωρών την ημέρα καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής. Οι νέοι εργάτες που εργάζονταν ήδη στα εργοστάσια, αφού αναμετρήθηκαν με την αδυναμία και την ματαιότητα αντίστασης στη διαδικασία αναδιάρθρωσης με τον αγώνα για την «προστασία της θέσης εργασίας», αυτοαπολύονται επιλέγοντας το μέτωπο της κινητής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Είναι πρωτίστως για αυτές τις συμπεριφορές και για αυτές τις επιλογές, και όχι για την τάση να ασκούν τη βία στους αγώνες, που οι νέοι του κινήματος του 1977 προκάλεσαν σκάνδαλο στις τάξεις του ιστορικού εργατικού κινήματος.Για τους λόγους αυτούς γίνεται κατανοητό πώς, στο κίνημα του 1977, ολόκληρη η παράδοση του ιστορικού εργατικού κινήματος, που έχει εμφυτευτεί επάνω στην ιδεολογία της εργασίας, δεν μπορούσε παρά να εμφανιστεί, εκτός από βαθιά ξένη, και αντικειμενικά εχθρική, εχθρική προς την δική τους ανάγκη, που είχε ωριμάσει από την εξαιρετική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, να απελευθερώσουν τη ζωή από τη σκλαβιά του εκβιασμού της εντολοδόχου εργασίας.

Σχετική εικόνα

Και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, και ήταν σκληρή.Έτσι, μέσα στο ’77, ξέσπασε η καθημερινή γενίκευση μιας πολιτικής και πολιτιστικής διαμάχης που διακλαδώθηκε σε όλα τα μέρη της κοινωνίας, αντιπροσωπευτικό δείγμα της σύγκρουσης που διαπέρασε όλη τη δεκαετία του ’70, μια σκληρή μάχη, ίσως η πιο σκληρή, μεταξύ των τάξεων και μέσα στην τάξη, που συνέβη ποτέ από την ενοποίηση της Ιταλίας. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες συνελήφθησαν, τέσσερις χιλιάδες καταδικάστηκαν σε χιλιάδες χρόνια φυλάκισης, και στη συνέχεια νεκροί και τραυματίες, εκατοντάδες, και από τις δύο πλευρές.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77, la grande rivolta

Αυτά τα νούμερα σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως το απλό αποτέλεσμα ενός αλόγιστου στοιχήματος της παραληρηματικής γνώσης μιας αχρείας χούφτας κακών δασκάλων που μπολιάστηκε στις νιχιλιστικές εντάσεις των υποκουλτουροποιημένων και περιθωριοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η σύγκρουση ήταν μάλλον ένα ραντεβού που αναγκάστηκε από την κατακρήμνιση των κοινωνικών αντιφάσεων μεταξύ των τάξεων που, μέσα στην γενικευμένη κρίση, έσπτωχναν προς μια άμεση και μετωπική διένεξη για τον επαναπροσδιορισμό νέων κανόνων εξουσίας.

Σχετική εικόνα

 α] squadrismo, Πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη δραστηριότητα ομάδων δράσης, με ιδιαίτερη αναφορά στους φασίστες που κατά τα έτη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με εκφοβισμούς και βιαιότητες συχνά θανατηφόρες κατά των δημοκρατικών πολιτικών οργανώσεων.
 β] diciannovismo, Σύνολο πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων που χαρακτήριζαν τα χρόνια μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ειδικότερα σε σχέση με τη γέννηση του φασισμού
γ]  cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών
αυτονομία, autonomia

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ.

Σχετική εικόνα

Η έκφραση «ιστορικός συμβιβασμός» γεννήθηκε το 1973 μετά από προβληματισμό σχετικά με την εμπειρία του φασιστικού πραξικοπήματος στη Χιλή από την κομμουνιστική ηγεσία. Θα ήταν όμως άδικο να πιστεύουμε ότι αυτή η διατύπωση και αυτή η έννοια αποτέλεσε μια ριζική καινοτομία, μια καμπή, μια στροφή στην πολιτική του PCI. Αντίθετα, ο «ιστορικός συμβιβασμός» αντιπροσωπεύει τη μετάφραση με όρους πολιτικούς-θεσμικούς μιας μακρόχρονα επεξεργασμένης που λήφθηκε με συνέπεια στρατηγικής από το ΚΚΙ από το 1946, αυτή η στρατηγική με την πάροδο του χρόνου υιοθετεί διάφορες διατυπώσεις, όπως «ιταλικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό», «πολιτική νέων πλειοψηφιών», αλλά το νήμα της συνέχειας συνίσταται σε μια συνεχή αναζήτηση μιας ισορροπίας μεταξύ ρεφορμιστικής πρακτικής και επαναστατικής ιδεολογικής γλώσσας. Στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Τολιάττι, ένας αυξανόμενος αριθμός νεαρών κομμουνιστικών στελεχών, κυρίως φοιτητικής εκπαίδευσης, προσελκύστηκε έξω από την τροχιά του κόμματος από δύο μεγάλες μαγνητικές δυνάμεις: η πρώτη ήταν αναμφισβήτητα ο αντίκτυπος της κινεζικής πολιτιστικής Επανάστασης τόσο στους παλαιούς σταλινικούς αγωνιστές, στους οποίους επέστρεφε μια επιθετική αντι-χρουτσοφιάνα ταυτότητα, όσο στους νέους φοιτητικής προέλευσης αγωνιστές, στους οποίους διδάσκει αποφασιστικά αντισταλινικές αρχές όπως: «οι μειονότητες πρέπει να γίνονται σεβαστές, επειδή συχνά η αλήθεια βρίσκεται απ’ την μεριά τους».

Σχετική εικόνα

Η δεύτερη μαγνητική δύναμη συνίστατο στην επανέναρξη των εργατικών αγώνων που έδειχναν την εμφάνιση μιας κοινωνικής σύνθεσης που είχε αλλάξει βαθιά σε σχέση με την μεταπολεμική περίοδο, και στην οποία οι λιγότερο ομοιογενείς συνιστώσες στην παραδοσιακή κομμουνιστική κουλτούρα έτειναν να διαδραματίσουν έναν ρόλο καθοριστικό – όπως οι νότιοι μετανάστες οι οποίοι σε διαδοχικά κύματα έρχονταν να γεμίσουν τα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά. Το P.C.I. στα χρόνια μετά το ’68 ζει δύο διαφορετικές τάσεις: αφενός καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει από την άποψη των ψήφων και της κοινωνικής επιρροής την ώθηση που προέρχεται από το φοιτητικό κίνημα, από την άλλη βρίσκεται να λογαριάζεται με την απώλεια κύρους και ηγεμονίας μεταξύ των εργατικών πρωτοποριών νέου σχηματισμού, νέας κατάρτισης.

Σχετική εικόνα

Για πρώτη φορά, το ’69 βρισκόμαστε μάρτυρες μαζικών εργατικών αγώνων, αυτόνομων από την ηγεσία των συνδικάτων και των κομμάτων. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 τέθηκε πολλές φορές το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της εργατικής τάξης και του κόμματος, ιδιαίτερα στην διάσκεψη της οργάνωσης της Γένοβας το 1966 το κόμμα είχε αναλάβει να ανοικοδομήσει το ρόλο του στο εργοστάσιο, αλλά το πρόβλημα για τους κομμουνιστές ήταν ριζοσπαστικό. Ακριβώς επειδή τα γενικά συμφέροντα της οικονομίας του έθνους, του κράτους θεωρήθηκαν ως σημείο αναφοράς για την πολιτική δράση του κόμματος, κάθε αντιπαραγωγική, ισονομίας και ριζικά αντικαπιταλιστική κίνηση δεν μπορούσε να βρει επαρκή μετάφραση και διαθεσιμότητα στο κόμμα. Αντιμέτωπο με τον σχηματισμό μιας νέας ταξικής σύνθεσης, μετά την είσοδο νεαρών και μεταναστών εργατών, ξένων στην κομμουνιστική πολιτική παράδοση, ξένων στον παραγωγιστικό μύθο της γκραμσιανής παράδοσης, και κυρίως ξένων στην κρατικίστικη κουλτούρα του επίσημου εργατικού κινήματος, το κομμουνιστικό Κόμμα άρχισε να χάνει τον έλεγχο των αγώνων πρωτοπορίας όλο και πιο γρήγορα. Το P.C.I. απαντούσε με την πολιτική των συμμαχιών με τις μεσαίες τάξεις στον εργατικό εξτρεμισμό, αλλά αυτό που μέχρι τη δεκαετία του εξήντα μπορούσε να φανεί μια πολιτική που αποσκοπούσε στην κατάκτηση της πολιτιστικής ηγεμονίας και της πολιτικής ηγεσίας, μετά το ’68, και ακόμη περισσότερο μετά το θερμό Φθινόπωρο, εμφανίστηκε απλά και μόνο σαν μια πολιτική υποχώρησης, θρυμματισμού της πολιτικής εργατικής δύναμης.

Σχετική εικόνα

Το 1973 είναι αναμφίβολα το έτος κλειδί σε αυτή τη διαδικασία απόκλισης μεταξύ των εργατικών πρωτοποριών και του κομμουνιστικού Κόμματος. Και αυτό για δύο αντιτιθέμενους λόγους: Οι εργατικές πρωτοπορίες και το προλεταριάτο έλαβαν ένα αποφασιστικό μήνυμα από την κατάληψη του Μιραφιόρι: ήταν δυνατό να οργανωθούν αυτόνομα μέχρις του σημείου να ενεργοποιήσουν την κατάληψη του μεγαλύτερου ιταλικού εργοστασίου, χωρίς καμία συμμετοχή του συνδικάτου και του κόμματος, το οποίο αντιθέτως ήταν ενάντιο σε αυτές τις δυνάμεις. Το P.C.I. έλαβε ένα εντελώς αντίθετο μήνυμα από το χιλιανό φασιστικό πραξικόπημα: δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει σε μια μετωπική σύγκρουση με την αστική τάξη, έστω και αν είναι πλειοψηφική δύναμη, διότι αυτό θα προκαλούσε μια αντίδραση φασιστικού τύπου, και γι ‘αυτό πρέπει να προτείνει στο κύριο, στο μεγαλύτερο κόμμα της μπουρζουαζίας ένα συμβιβασμό που να αντιπροσωπεύει το συνδυασμό, το πάντρεμα όλων των κοινωνικών δυνάμεων της χώρας με μια προοπτική εθνικής αλληλεγγύης. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από τις εντάσεις που διέσχιζαν ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η απόκλιση ανάμεσα στο κομμουνιστικό Κόμμα και τις κοινωνικές πρωτοπορίες έγινε μια κατακόρυφη διάσπαση, μια βίαιη αντιπαράθεση. Αλλά μετά το ’73 η διάσπαση μεταξύ του κόμματος και των πρωτοποριών άρχισε να παίρνει και ένα άλλο περίγραμμα, πιο δραματικό και βαθύτερο από αυτό που αποτελούνταν από ένα απλό προγραμματικό πολιτικό χάσμα. Άρχισε να αναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά ενός διαχωρισμού, μιας ρήξης μεταξύ δύο τομέων του κοινωνικού χώρου του μητροπολιτικού προλεταριάτου. Ουσιαστικά, άρχισε να διαμορφώνεται εκείνος ο διαχωρισμός μεταξύ του εγγυημένου προλεταριάτου και του ακάλυπτου προλεταριάτου, του μη εγγυημένου, ο οποίος το 1977 ήταν ο σημαντικότερος λόγος για την κρίση της αριστεράς.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Όταν λέμε μη εγγυημένο προλεταριάτο, δεν εννοούμε μόνο τους ανέργους, τους φοιτητές και τους νέους που αναζητούν την πρώτη εργασία, αλλά εννοούμε και τα τμήματα εκείνα της νέας εργατικής εργασίας που είναι πιο εκτεθειμένα στις συνέπειες της αναδιάρθρωσης και της μείωσης του εργατικού δυναμικού που, κατά τη διάρκεια των χρόνων εβδομήντα, άρχισε να διαμορφώνεται ως μια αναπόφευκτη τάση της παραγωγικής ανάπτυξης και του τεχνολογικού μετασχηματισμού. Μια πρώτη ένδειξη αυτής της τάσης, για παράδειγμα, την βρίσκουμε στην διένεξη για την ανανέωση των συμβάσεων στο εργοστάσιο Innocenti, όπου το αφεντικό έδιωξε το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού, όχι τυχαία ακριβώς τους νέους εργάτες, πολλοί από τους οποίους συνδέονταν με τους πολιτικούς σχηματισμούς της αυτονομίας. Το φθινόπωρο του 1976 φθάσαμε στη σύγκρουση μεταξύ των απολυμένων εργατών (οι οποίοι ήθελαν να ξαναμπούν στο εργοστάσιο μαζί με μερικές εκατοντάδες φοιτητών και αυτόνομων αγωνιστών) και των ηλικιωμένων εργατών, που συνδέονταν με το PCI, η εργασία των οποίων,προς το παρόν, δεν δέχονταν πλήγμα.Η πολιτική του P.C.I. αντιμέτωπη με την εμφάνιση ενός κινήματος των ακάλυπτων, των μη εγγυημένων,το οποίο εμφανίστηκε το 1977 σε όλη του την έκταση και σε όλη την καταστρεπτική του ισχύ, ήταν τέτοια ώστε να επιτείνει με προκλητικό τρόπο την αντιπαράθεση, και να ωθήσει, έμμεσα, μερικά σημαντικά τμήματα εργατικών πρωτοποριών στον ένοπλο αγώνα. Σπρωγμένο από την εκλογική νίκη του 1976 και από την ένταξη (κατά κύριο λόγο σε δουλοπρεπή και υπαλληλική στάση και λειτουργία) ενός τεράστιου αριθμού διανοουμένων με την διάθεση να γίνουν οι γραφειοκράτες της συναίνεσης, το κομμουνιστικό Κόμμα έφτασε στο σημείο να διατυπώσει το πιο παραπλανητικό, το πιο παράλογο και αυτοκτονικό των συνθημάτων: η εργατική τάξη γίνεται κράτος.

Σχετική εικόνα

Το να κάνει αυτή τη δήλωση, να ρίξει αυτό το σύνθημα την στιγμή κατά την οποία η κρίση κατέστρεφε θέσεις εργασίας και το κράτος ετοιμάζονταν να επιτεθεί στους μη εξασφαλισμένους και τους ίδιους τους μη ειρηνευμένους εργάτες, σήμαινε να ρίχνει τον σπόρο της διαφωνίας μέσα στο κίνημα αγώνα, στο εσωτερικό της αριστεράς και μέσα στο προλεταριάτο. Αυτό που συνέβη στη συνέχεια, μέσα στο ’77, δεν είναι παρά μια μερική συνέπεια αυτής της πολιτικής της διαίρεσης (όπως θα δούμε εξάλλου στο κεφάλαιο αφιερωμένο στη συζήτηση μεταξύ των διανοουμένων που πραγματοποιήθηκε το ’77). Αλλά ήταν το P.C.I. που περισσότερο από κάθε άλλον πλήρωσε τις συνέπειες της θεωρητικής ανανδρίας και της πολιτικής υποτέλειας της στρατηγικής του ιστορικού συμβιβασμού και της κρατικοποίησης των εργατών. Αφού αρνήθηκε με μεροληπτικό τρόπο οποιαδήποτε πρόταση που προέρχονταν από το μη εγγυημένο αυτόνομο προλεταριάτο, και έχοντας παντρευτεί με ακριτικό τρόπο τις απαιτήσεις του ιταλικού καπιταλισμού, που είχε την απαίτηση να αναδιαρθρώσει για να μπορέσει να βγει από την κρίση, το εργατικό κίνημα αρνήθηκε να προχωρήσει στην κατεύθυνση μιας εκστρατείας αγώνα, απαιτήσεων και μετασχηματισμού που έτσι κι αλλιώς προέκυπτε επίσης από τους αγώνες των εργατών, από τη διαμαρτυρία των νέων και από τα αιτήματα των ανέργων: την εκστρατεία γενικής μείωσης του ωραρίου εργασίας.
Σχετική εικόνα
Όταν το ’77, πρώτα οι αυτόνομες συνελεύσεις των εργατών, στη συνέχεια οι διάφορες παρουσίες του κινήματος, έπειτα ακόμη και μια εθνική εργατική συνέλευση (στο Lirico του απριλίου) και επίσης μεγάλοι τομείς του συνδικάτου ξεκίνησαν το σύνθημα: «να εργάζονται όλοι, να εργάζονται λιγότερο», »μείωση του χρόνου εργασίας με ίση αμοιβή», το κομμουνιστικό Κόμμα απέρριψε αυτήν την προοπτική σαν να επρόκειτο για μια προβοκάτσια. Πληρώνει για αυτό το κλείσιμο και την δουλοπρέπεια του όταν, μόλις τρία χρόνια αργότερα, το αφεντικό Agnelli – που είχε πλέον ανασάνει διότι οι κομουνιστές τον είχαν βοηθήσει να εκδιώξει από το εργοστάσιο τον «πάτο του βαρελιού» (έκφραση του αντεργατικού κομμουνιστή Adalberto Minucci) πέταξε έξω σαράντα χιλιάδες εργάτες και κατέστρεψε την εργατική οργάνωση και ολόκληρη τη δύναμη του ίδιου του κομμουνιστικού Κόμματος. Εκείνη την στιγμή ξεκινά η κρίση δίχως διεξόδους του ιταλικού κομμουνιστικού Κόμματος.
Σχετική εικόνα