σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Αυτόνομοι λιμενεργάτες Γένοβας για το Sea Watch 3

 

Collettivo Autonomo Lavoratori Portuali

 

Ένα πλοίο που μεταφέρει 42 ανθρώπινα όντα περιμένει δύο βδομάδες ανοιχτά της νήσου Λαμπεντούζα. Είναι άνθρωποι που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τη φτώχεια και τη φυλάκιση. Οι υπεύθυνοι για αυτούς τους πολέμους και αυτή τη δυστυχία κάθονται στα κοινοβούλια και στα επιχειρηματικά γραφεία της Ιταλίας και της Ευρώπης. Οι ίδιοι άνθρωποι που  τώρα κάνουνε μπαλάκι, από τη Ρώμη στο Στρασβούργο, την ευθύνη να τους αφήσουν να βγουν στη στεριά.

Δεν είμαστε ούτε ήρωες ούτε πολιτικοί. Κάποιος μας είπε «ταραχοποιούς». Είμαστε απλοί λιμενεργάτες της Γένοβας, αλλά ακριβώς ως εργαζόμενοι αναγνωριζόμαστε μόνο στις ιδρυτικές αξίες του εργατικού κινήματος: την αδελφότητα μεταξύ των ανθρώπων, τη διεθνή αλληλεγγύη. Επειδή γνωρίζουμε καλά, όπως το γνωρίζουν όλοι, ότι αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες που φεύγουν διωγμένες για να βρουν ελπίδα, θα καταλήξουν, στην Ιταλία και αλλού, να κάνουν τις δουλειές με τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση για πενταροδεκάρες, κυνηγημένοι, πλουτίζοντας ακριβώς αυτούς που φωνάζουν με όλη τους τη δύναμη ότι δεν τους θέλουν και ότι «πρέπει να γυρίσουν στη χώρα τους».

Ε, λοιπόν, έρχονται εδώ μόνο και μόνο επειδή οι κυβερνήσεις μας έχουν καταστρέψει τις χώρες τους.

Πιστεύουμε ότι εάν το Sea Watch 3 διασπάσει το μπλόκο που θέλει να επιβάλει η κυβέρνηση, θα πρέπει να το υποδεχτούμε με συγκεκριμένη και ενεργή αλληλεγγύη, με όλη τη δύναμη την οποία είναι ικανοί να δείξουν οι εργαζόμενοι και οι αντιρατσιστές. Καθόσον μας αφορά, το Sea Watch 3 μπορεί να χαράξει πορεία προς το λιμάνι μας· για εμάς θα είναι ευπρόσδεκτοι. Μπορούμε να κλείνουμε τα λιμάνια, αλλά μπορούμε και να τα ανοίγουμε.

Τις τελευταίες εβδομάδες είχαμε σταματήσει, όχι μόνοι μας φυσικά, δύο φορές το φορτίο μιας εταιρείας –της Bahri- που ειδικεύεται στην εμπορία όπλων, όπως ήμασταν παρόντες και στην πλατεία για να «εξηγήσουμε» στους φασίστες και τους προστάτες τους ότι στην πόλη μας δεν έχουν καμία ελπίδα.

Καθώς πλησιάζει η 30η ιουνίου και ο Salvini σχεδιάζει να κάνει άλλη μια επίσκεψη στη Γένοβα, δεν μπορούμε παρά να υπενθυμίσουμε σε όλους – και πρώτα απ’ όλα στους εαυτούς μας – ότι ένας άλλος ακρογωνιαίος λίθος της εργατικής παράδοσης είναι ο αγώνας.

Ξέρουμε πώς να μπλοκάρουμε τα λιμάνια, μπορούμε να το ξανακάνουμε.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ-ΦΡΟΥΡΙΟ

ΛΙΜΑΝΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ

ΛΙΜΑΝΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

2019-06-28 15.16.432019-06-28 15.17.27 (1)

αυτονομία, autonomia

Η ψηφοφορία δεν έχει αξία … η ομορφιά βρίσκεται στους δρόμους

[τα ίδια ισχύουν και σε εμάς και παντού….λέω εγώ]
Δημοσιεύτηκε: 05/27/2019 in AttualitàVivo spettinata  Επικαιρότητα
Tag:,

Banksy-Parigi

Το αποτέλεσμα των χθεσινών εκλογών βλέπει την λίγκα ως το νικητήριο κόμμα, με πάνω από το 34% των ψηφοφόρων (56,09% των εχόντων δικαίωμα).
Ποιος συνθέτει αυτή την άθλια πλειοψηφία; Δεν είναι τα αφεντικά, όχι η ανώτερη αστική τάξη. είναι μέσα στις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές των πόλεων μας, όπου η άγνοια και η ανομία βασιλεύουν, όπου ο φασισμός, η μισαλλοδοξία και ο ρατσισμός είναι περισσότερο παρόντες.
Εκείνοι που έχουν διαβάσει την ιστορία της Κομμούνας του Παρισιού θυμούνται ότι οι κομμουνάρδοι νικήθηκαν και δολοφονήθηκαν και από το πλήθος των εγκληματιών, των μικροληστών, των απατεώνων, οι οποίοι αποτελούσαν το Lumpenproletariat, οι οποίοι προσλήφθηκαν από την μπουρζουαζία, για να πορευτούν ενάντια στο υγιέστερο τμήμα του γαλλικού λαού: τους εργάτες.
Θυμάμαι ότι ο Καρλ Μαρξ υποστήριζε εν προκειμένω: «Η κατώτερη τάξη, το υποπρολεταριάτο είναι σαν την αστική τάξη ένας επικίνδυνος εχθρός της εργατικής τάξης».
Ο Λένιν με άλλα λόγια ισχυρίζονταν: «Για να ανατρέψουν τους κυρίους, τα αφεντικά, πρώτα πρέπει να εξαλείψουν τους υπηρέτες τους, δηλαδή εκείνη τη μάζα ανθρώπων χωρίς ιδέες και χωρίς αρχές».
Στο λουμπεν προλεταριάτο ενώνεται ο απλός άνθρωπος, ο μικρός μικρός αστός, ο μονοδιάστατος στοχαστής, ο οποίος σκέφτεται αυτά που τον διατάζουν να σκέφτεται τα μέσα ενημέρωσης, αυτός που αγαπάει «τάξη και πειθαρχία» και φοβάται / έχει φρίκη των διαφορετικών από τον εαυτό του.
Εάν επιτρέψουμε στην άγνοια και την αδιαφορία να επιβιώσουν, οι διάφοροι μικρο ντούτσε όπως ο salvini (το μικρό s δεν είναι τυπογραφικό), έχουν μια εύκολη ζωή.
«Το ψηφοδέλτιο ή το τουφέκι», έλεγε ο MalcomX το 1964, αν δεν είναι καιροί για το τουφέκι, σίγουρα δεν χρειαζόμαστε το ψηφοδέλτιο. Ας επιστρέψουμε στους δρόμους, στα εργοστάσια, στα σχολεία για να μιλήσουμε με τους ανθρώπους ενάντια σε όλες τις μορφές ρατσισμού, ξενοφοβίας, σεξισμού, κατά όλων των μορφών φασισμού. Να κάνουμε αυτοάμυνα με γεγονότα και με τα λόγια. Η ομορφιά είναι στους δρόμους.

20190517_142525

 

LA STORIA PERDUTA

Banksy-Parigi

Il risultato elettorale di ieri vede la lega come il partito vincente, con più del 34 per cento delle adesioni tra i votanti (56,09% degli aventi diritto).
Chi compone questa misera maggioranza? Non i padroni, non l’alta borghesia; è nei quartieri più degradati delle nostre città, dove regnano l’ignoranza e l’anomia, che il fascismo, l’intolleranza e il razzismo sono più presenti.
Chi ha letto la storia della Comune di Parigi ricorda che i comunardi furono sconfitti e assassinati anche da quella accozzaglia di delinquenti, ladruncoli, truffatori, che costituiva il Lumpenproletariat, che furono assoldati dalla borghesia, per marciare contro la parte più sana del popolo francese: gli operai.
Ricordo che Karl Marx sosteneva al riguardo: «Il sottoproletariato è anch’egli come la borghesia un nemico pericoloso della classe operaia».
Lenin con altre parole sosteneva: «Per abbattere i padroni, prima bisogna eliminare i loro servi, cioè quella massa di gente senza idee e…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 120 επιπλέον λέξεις

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne

φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Στη μνήμη του Orso, από μια μαχόμενη των Ypj που βρίσκεται στη Συρία

Από την σελίδα facebook: https://www.facebook.com/nadia.nicolardi

Τη νύχτα της 17ης μαρτίου έκανα ένα κακό όνειρο, δεν θυμάμαι πολλά, μόνο ότι ήμασταν στη Συρία και μια από τις ανιψιές μου έκλαιγε απελπισμένα.
Όταν ξύπνησα στις 18 το πρωί έκλαψα κι εγώ χωρίς έναν πραγματικό λόγο.
Στα μισά της μέρας μου πέρασε.
Το βράδυ παρακολουθούσαμε τις ειδήσεις στην τηλεόραση και μου ήρθε στο μυαλό ο sehid Hiwa bosco και το ότι δεν μπόρεσα να πάω στην κηδεία του και εκείνο ακριβώς το βράδυ πήγα να ψάξω τις φωτογραφίες της τελετής.
Άνοιξα την πρώτη σελίδα που βρήκα και δεν υπήρχε μόνο το όνομα του Giovanni, δίπλα του υπήρχε και ένα άλλο όνομα: Lorenzo Orsetti.
Είδα την φωτογραφία του, κούνησα το κεφάλι, διάβασα το άρθρο, έγραψα το όνομά του στο google, διάβασα και διάβασα και διάβασα, όλοι με ρώτησαν τι συνέβη και εγώ δεν ήμουν σε θέση να απαντήσω.
Συνέχισα να διαβάζω, αν και ήδη είχα καταλάβει ότι ο Orso είχε πέσει.
Πολλά είναι τα πράγματα που μου πέρασαν από το μυαλό, όλα ταχύτατα, σαν ένα flash.
Μου ήρθε στο μυαλό ότι προσπαθήσαμε να συναντηθούμε πριν από λίγους μήνες και δεν το καταφέραμε, πως είχα διαβάσει ότι πήγαινε στη Baghuz και θυμήθηκα το τελευταίο μήνυμα που μου είχε γράψει πριν φύγει:
“υπάρχει μια δημοσιογράφος που μου πήρε συνέντευξη χθες, θέλει να κάνει μια συνέντευξη και στις γυναικείες μονάδες, σου περνώ την επαφή, προσπάθησε εάν μπορείς να μιλήσετε και για τους συντρόφους που διώκονται στην Ιταλία”
Είναι αλήθεια, ο Orso σκέφτονταν πάντα τους άλλους.
Ο Orso δεν είναι ο πρώτος σύντροφος που πέφτει και δυστυχώς δεν θα είναι ο τελευταίος.
Ξέρετε όταν κάποιος που γνωρίζεις πέφτει συμβαίνει κάτι πολύ περίεργο, αισθάνεσαι πόνο για όλους τους μάρτυρες, ακόμα κι αν δεν τους έχεις δει ποτέ, ακόμα κι αν δεν γνωρίζεις τα ονόματά τους, κάθε ζωή αποκτά μια ανεκτίμητη αξία, αυτή της ελευθερίας.
Λοιπόν ναι αυτό συμβαίνει, ο πόνος του μαρτυρίου χιλιάδων συντροφισσών και συντρόφων κάθε φορά είναι ένα βασανιστήριο και κανείς ποτέ δεν συνηθίζει σε αυτό, αλλά δεν μπορούμε να βυθιστούμε στο κλάμα επειδή γνωρίζουμε ότι εκείνες οι ζωές έχουν μια αξία πως οι ζωές αυτές δεν έφυγαν για το τίποτα, αλλά ότι ο καθένας από τους μάρτυρες μας, ognuno dei nostri sehid είναι ένα κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο, κάτι που άλλοι πριν από αυτούς έχτισαν και του οποίου ο Lorenzo αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι.
Στις 21 γιορτάσαμε τη Newroz, υπήρχε μια τεράστια φωτιά και σκέφτηκα τον Orso, μετά τραγούδησα το Bella Ciao και ξανά μου ήρθε στο μυαλό ο Orso και Helin και Mazlum και Leyla Guven και Ocalan.
Κάθε μέρα εκείνος ο κόμπος στο λαιμό μου επιστρέφει, και πρέπει να συγκρατηθώ, παρά τον πόνο στον λαιμό δεν κλαίω, επιλέγω να μην κλάψω γιατί δεν θέλω να με πιάσει η απόγνωση γιατί ξέρω ότι κανένας Μάρτυρας-Sehid δεν θα ήθελε ποτέ να προκαλέσει πόνο σε άλλους ανθρώπους και εγώ θέλω να τον σεβαστώ.
Κάθε μέρα που μπορούσα πήγαινα στο διαδίκτυο, διάβασα άρθρα και άλλα άρθρα, είδα ότι τώρα στην Ιταλία μιλάν πολύ για τον Orso είδα ότι κάποιος πρότεινε ένα χρυσό μετάλλιο.
Ίσως το μεγαλύτερο δώρο που μπορείτε να δώσετε στη μνήμη του Orso είναι να σταματήσετε να διώκετε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που έκαναν την ίδια επιλογή με αυτόν, γενικά προσθέτω να σταματήσει η καταδίωξη των ανθρώπων που αγωνίζονται διότι ο περιορισμός στην ελευθερία κίνησης είναι κάτι που δεν αξίζει σε κανέναν.
Τρομοκράτες όταν είναι ζωντανοί, ήρωες όταν είναι νεκροί!
Από την άλλη δεν ήταν τους ίδιους τους παρτιζάνους που τους ονόμαζαν ληστές και κακοποιούς;
Πιστεύω ότι υπάρχει αυτή η τρομερή διαδεδομένη τάση να αναγνωρίζουμε τα ιστορικά λάθη μόνο εκ των υστέρων και να τα αγνοούμε στο παρόν, ο ναζισμός, οι φασισμοί είναι προφανή παραδείγματα, οι γυναίκες που συλλαμβάνονται και βασανίζονται επειδή ήθελαν να ψηφίσουν και ο κατάλογος είναι μακρύς
Ας θυμηθούμε, ωστόσο, ότι τα «δικαιώματα» ή τα έτσι αποκαλούμενα που έχουμε σήμερα έχουν κατακτηθεί με την πάροδο του χρόνου ακριβώς από εκείνους τους ληστές, από εκείνες τις μάγισσες από εκείνες τις αιρετικές και τρομοκράτισσες.
Η ιστορία διδάσκει είναι αλήθεια, έτσι αν θέλετε να σεβαστείτε τη μνήμη του Orso το ελάχιστο, το ελάχιστο που μπορείτε να κάνετε είναι να αφαιρέσετε τις γελοίες κατηγορίες που αποδίδονται στους/στις συντρόφ- compagn*  και να σταματήσει η ποινικοποίηση των Κουρδικών κινημάτων, να σταματήσουν να ποινικοποιούν την αυτοδιάθεση των λαών, να σταματήσουν να ποινικοποιούν εκείνους που δεν θέλουν αυτή την Ιταλία και αυτή τη φασιστική Τουρκία!
Ένα άλλο σημαντικό πράγμα για μένα που θέλω να πω στην οικογένεια του Orso είναι ότι είμαστε όλλ tutt* παιδιά σας διότι ο Orso δεν ήταν μοναχά αδελφός μας αλλά ήταν σύντροφος μας.
Στο Κουρδιστάν αποκαλούμε Μητέρα όλες τις μητέρες, πολλές έχουν χάσει τους γιους και τις κόρες τους στη μάχη και τώρα ναι, για εμάς που ακολουθούμε τον ίδιο αγώνα αυτές είναι οι μητέρες και οι πατέρες μας και έτσι είστε κι εσείς.
Ένιωθα την ανάγκη να γράψω αυτές τις δύο γραμμές επειδή δεν υπάρχει μέρα που περνάει χωρίς αυτός να είναι μέσα στις σκέψεις μου, γιατί και τώρα έχω αυτό τον κόμπο στο λαιμό μου που με κάνει να μπλοκάρω το βλέμμα επάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή και δεν καταφέρνω πλέον να γράφω, γιατί σκέφτομαι ξανά όλα τα πράγματα που δεν του είπα.
Επειδή σήμερα ο Lorenzo κίνησε κάτι, σε όλους, εκείνους που γνώριζαν ήδη την κουρδική αντίσταση και εκείνους που δεν είχαν ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος γι αυτήν, όσους ήρθαν εδώ, όσους είναι τώρα και εκείνους που θα έρθουν, τους κούρδους μανάδες και πατέρες και της χερσονήσου, όλοι σήμερα γνωρίζουν ποιος είναι ο Orso και ξέρουν ότι στέκονταν στη σωστή πλευρά, εκείνη του αγώνα για την ελευθερία!
Στον lorenzo και όλους τους μάρτυρες
Στους συντρόφους και τις συντρόφισσες μέσα στις φυλακές
Στους Heval σε απεργία πείνας
Στον Reber Apo

Sehid namirin – i martiri non moiono mai – οι μάρτυρες δεν πεθαίνουν ποτέ
Serkeftin

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/03/28/in-ricordo-di-orso-da-una-combattente-italiana-delle-ypj-che-si-trova-in-siria/

 

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

“Εκτός προγράμματος” από την σελίδα facebook του Davide Grasso

 

Τη Δευτέρα το πρωί στο δικαστήριο είχαμε το εκτός προγράμματος του εισαγγελέα Paolo Borgna ο οποίος παρενέβη για λογαριασμό της εισαγγελίας, στην αρχή της ακρόασης, για να καταθέσει την αλληλεγγύη ολόκληρης της εισαγγελικής υπηρεσίας στην εισαγγελέα Emanuela Pedrotta και το αίτημα της για Ειδική Επιτήρηση  #SorveglianzaSpeciale για εμένα και τους Eddi, Paolo, Jak και Jacopo.

Η παρέμβαση του, μάλλον μέτρια-χαμηλών τόνων, φαινόταν να βάζει τα χέρια μπροστά σε μια κατάσταση – αυτή μιας υπερ-πολιτικοποιημένης εισαγγελίας από 10 χρόνια αντι-# NoTAV ερευνών – που τώρα πλέον έχει σαφώς ξεφύγει από τον έλεγχο, και της οποίας η La Pedrotta είναι το πιο βρωμερό παράδειγμα.

Ωστόσο ο εισαγγελέας τόνισε πάνω απ’ όλα ότι το γραφείο του δεν έχει ξεκινήσει μια «φασιστική δίκη», όπως ειπώθηκε στις εφημερίδες. Ο Borgna, απευθυνόμενος στην υπεράσπιση, υπογράμμισε ότι όταν εφαρμόζονταν η ειδική Επιτήρηση κατά τη φασιστική εποχή ο εισαγγελέας κάθονταν δίπλα στον δικαστή, και οι δικηγόροι κάθονταν χαμηλά μπροστά, ένα σκαλάκι πιο κάτω, για να υπογραμμίζεται η κατωτερότητα του πολίτη απέναντι στο κράτος.

“Σήμερα, παρά την ποικιλία των απόψεων, η δίωξη και η υπεράσπιση, εμείς και εσείς, κάθονται στο ίδιο επίπεδο, μπροστά σε μια ομάδα δικαστών που κάθεται επάνω και μπροστά μας”.

Ευχαριστούμε, dott. Borgna.

Σας ευχαριστώ που μας υπενθυμίζετε ότι το 1945 υπήρξε μια μερική αλλά σημαντική βελτίωση όσον αφορά τις καταπιεστικές ικανότητες του ιταλικού κράτους. Χρειαζόμασταν μια φιγούρα αυτού του μεγέθους για να μας το υπενθυμίζει.

Σας ευχαριστούμε λοιπόν που συμφωνήσατε να καθίσετε – φαινομενικά – στο δικό μας επίπεδο, αν και πολλοί μπορεί να έχουν κάτι να αντιλέγουν, στο #Torino και αλλού, σχετικά με το γεγονός ότι αυτό το φιλελεύθερο σενάριο είναι συνήθως ικανό, στο δικαστήριο, να μεταφέρει μια τέτοια μορφή κατά μια κάποια ουσία.

Αυτούς τους μήνες ο dott. Carlo Ambra, της αντιτρομοκρατικής #Digos του Torino, έχει αντιγράψει και επισυνάψει όλες τις δικές μου αναρτήσεις fb που θεωρεί «πολιτικά ενδιαφέρουσες» , του Jacopo Bindi και του Paolo Andolina, δηλαδή το μεγάλο μέρος, στέλνοντας τες δουλικά στα γραφεία της εισαγγελίας του Borgna

Ο ίδιος καθόταν δίπλα στην dott.ssa Pedrotta τη δευτέρα, ενώ η τελευταία διάβαζε αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις μας, τα άρθρα μας και τα βιβλία μας αυτών των χρόνων, επικαλούμενη τις απόψεις μας για τον καπιταλισμό ή την τρέχουσα κοινωνία και παρουσιάζοντες τες σαν προγνωστικές ενδείξεις για την επικινδυνότητα μας , της «τάσης μας προς τη βία» (που καταδεικνύεται σύμφωνα με την Pedrotta και από τη συμμετοχή μας στον πόλεμο ενάντια στο #Isis) και της μελλοντικής μας χρήσης των όπλων.

Θα βρίσκεστε κάτω από τον δικαστή (χάρη στο αίμα των παρτιζάνων), αλλά η νοοτροπία είναι πάντα εκείνη της ιεράς εξέτασης, χωρίς καν να χρειάζεται να ενοχλείτε το φασισμό. Και αυτό είναι ένα γεγονός.

Όπως είναι γεγονός ότι το πολιτικό φαινόμενο μέσα στο οποίο έχουν συστηματοποιηθεί και εισαχθεί τα προληπτικά μέτρα σε οργανική μορφή είναι ο φασισμός του Μουσολίνι, είτε σας αρέσει είτε όχι. Αυτό είναι κοινή γνώση. Είναι μάλλον σοβαρό ότι κατά την δημοκρατική εποχή αυτοί οι αυταρχικοί κανόνες, μέσω των εν μέρει μεταρρυθμίσεων που αναφέρει ο Borgna με γελοία υπερηφάνεια, προσαρμόστηκαν στις εποχές και διατηρήθηκαν.

Διότι αν είναι αλήθεια ότι εμείς οι πέντε και ο Luisi στη Σαρδηνία μπορούμε να επωφεληθούμε από ένα ευρύτερο δικαίωμα υπεράσπισης από τους αντιφασίστες αντιφρονούντες της δεκαετίας του ’30, παραμένει γεγονός ότι εάν εφαρμοστεί το μέτρο αυτό θα είναι χωρίς κατηγορίες, χωρίς αδίκημα και χωρίς δίκη, καθώς και χωρίς άλλες αποφάσεις αλλά με διάταγμα. Και παραμένουν οι σκανδαλώδεις περιορισμοί των ελευθεριών μας και των πολιτικών μας δικαιωμάτων, ξεκινώντας από εκείνο της συνάντησης και εκείνο της έκφρασης, τους οποίους ο Borgna και οι συν αυτώ, και όχι άλλοι, ζήτησαν.

Και αυτό το αίτημα είναι φασιστικό στην προϋπόθεση της δυνατότητας και αυταρχικό στην ουσία του. Με όλο τον σεβασμό προς τους υποκριτές που δίνουν αέρα στους πνεύμονες ακόμη και όταν το πλαίσιο η συγκυρία και οι περιστάσεις θα συμβούλευαν την αρετή της σιωπής.

 

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/03/28/fuori-programma-dalla-pagina-facebook-di-davide-grasso/?wref=pil