σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Παρίσι 1871 – Βαρσοβία 1944 – Κομπάνι 2019;

του Sandro Moiso

“Non abbiamo amici, solo le montagne-Δεν έχουμε φίλους, μόνο τα βουνά” (proverbio curdo-κουρδική παροιμία)

Τα τελευταία χρόνια έχουμε τελείως συνηθίσει με την χριστιανική ηθικολογία, με τον άνανδρο φτηνό και άχρηστο ειρηνισμό, τον λαϊκισμό και τον κυριαρχισμό-sovranismo[α] άθλιων πολιτικών, καθώς και την επιστροφή στη σκηνή των πιο θλιβερών εθνικιστικών ιδεολογιών και πολιτικών μετώπων του εικοστού αιώνα όπως και μια συμφεροντολογική αλληλεγγύη χρήσιμη μόνο στα παιχνίδια της πιο βρώμικης πολιτικής, έτσι ώστε να μη γνωρίζουμε πώς να αντιδράσουμε με τον σωστό διεθνισμό, επαναστατικό και ταξικό, στις τραγωδίες τα δράματα και τις εξεγέρσεις που ταράσσουν τον πλανήτη αυτές τις τελευταίες εβδομάδες.

Από την Rojava στο Ιράκ, από τον Ισημερινό στο Χονγκ Κονγκ, από τις γιγαντιαίες διαδηλώσεις νεολαίας για την προστασία του περιβάλλοντος, της κλιματικής δικαιοσύνης και των ειδών, ένα τεράστιο τελλουρικό κίνημα κλονίζει τις κοινωνίες, στην Ανατολή όπως στη Δύση ή στη Μέση Ανατολή.
Κάποτε τουλάχιστον θα είχαμε τραγουδήσει Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται … αλλά όχι σήμερα: ο καθένας τοποθετείται με έναν σκοπό και σε κάθε περίπτωση θα βρούμε εκείνους που τοποθετούνται στη βάση ενός από τα στοιχεία που αναφέρονται στην αρχή ή με ένα από τα δύο μέτωπα που αγωνίζονται επικαλούμενοι λόγους που προέρχονται από τη γκρίζα πολιτική των μετώπων που κληρονομήθηκε από τη δεκαετία του 1900.

Όλα αυτά δεν αποδυναμώνουν μόνο τα αγωνιζόμενα κινήματα ενάντια στο άδικο-άνισο παρόν, αλλά με αυτό τον τρόπο χάνεται κάθε διαυγής και αναγκαία ικανότητα να αναλύονται οι κινήσεις αυτού που θα πρέπει να είναι ο μόνος αντίπαλός μας (ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής) και εκείνα που θα έπρεπε να τεθούν σε κίνηση από ένα πραγματικά ανταγωνιστικό κίνημα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε όλες τις μορφές τους, αρέσκονται να μιλάνε για θύματα, αδικίες, πόνο και τρόμο, με ένα τρόπο που δημιουργεί σύγχυση, όπως συνέβη στην πορεία της Ανάβασης της μνήμης στη Μπρέσια, όπου τοποθετήθηκαν δίπλα δίπλα θύματα και δήμιοι μιας βίας που φαίνεται να είναι περισσότερο μια εκδήλωση του απόλυτου Κακού παρά το προϊόν πραγματικών κοινωνικών αντιφάσεων και ταξικών μαχών. Έτσι, για να δώσoυμε ένα παράδειγμα, ο κομισάριος Calabresi μπορεί να τοποθετηθεί αμέσως μετά τον αναρχικό Serantini, ενώ του Giuseppe Pinelli δεν βρίσκεται κανένα ίχνος σε αυτή τη διαδρομή.

Έτσι, σε αυτές τις δραματικές ώρες, ενώ ο δεύτερος στρατός του ΝΑΤΟ, υποστηριζόμενος από τις φονταμενταλιστικές πολιτοφυλακές, άρχισε να συντρίβει την κουρδική αντίσταση στη Rojava, όλοι έσπευσαν να καταγγείλουν τη γενοκτονία (την οποία ο Ερντογάν προφανώς προγραμμάτιζε εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα) και να καταδικάσουν την τουρκική δράση, αλλά χωρίς ποτέ να αγγίξουν το θέμα της οργανωτικής, πολιτικής, οικονομικής, περιβαλλοντικής, ισότητας φύλου και στρατιωτικής εμπειρίας που οι κουρδικές δημοκρατικές δυνάμεις επιδιώκουν-προωθούν εδώ και χρόνια σε μια από τους πιο καυτές περιοχές (από στρατιωτική και γεωπολιτική άποψη ) του πλανήτη (qui).

Εάν το θέμα των προσφύγων το περασμένο καλοκαίρι, όταν η θεσμική αριστερά προετοίμαζε την ανάξια επιστροφή της στην κυβέρνηση, είδε γενναιόδωρες και άφθονες κινητοποιήσεις, η κινητοποίηση σε αλληλεγγύη με τους κούρδους της Ροζάβα και τις μονάδες μάχης και προστασίας τους αντιμετώπισε μεγαλύτερες δυσκολίες, έτσι ώστε οι διαδηλώσεις για την υποστήριξή τους, έστω και αν τις τελευταίες μέρες έχουν δει τους αριθμούς τους να διευρύνονται, δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι σήμερα τόσο ενοποιημένες ή αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να πιέσουν μια άθλια και φοβισμένη κυβέρνηση, ανίκανη να πάρει θέση ακριβώς λόγω των συμφερόντων των περισσότερων από 1.400 ιταλικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, με την οποία οι εμπορικές συναλλαγές κυμαίνονται περίπου στα 20 δισ. ευρώ ετησίως.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μετά, οι αμφιβολίες πολλών «συντρόφων» ή εκείνων που υποτίθεται πως είναι τέτοιοι θα προέρχονταν από το γεγονός ότι οι κούρδοι της Ροζάβα αποδέχτηκαν, για να μπορέσουν να οπλιστούν, την αμερικανική βοήθεια στην περίοδο του αιματηρού αγώνα τους εναντίον του ISIS, με τον οποίο αντιπροσώπευσαν τη μοναδική πραγματική στρατιωτική νικηφόρα αντιπαράθεση στον επεκτατισμό του Daesh στη Μέση Ανατολή.

Άλλοι, πάλι, ανίκανοι να σκεφτούν στη Ρωσία του Πούτιν ως έναν από τους πολλούς παίκτες του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, δεν καταφέρνουν να ξεχωρίσουν τον πολιτικό και διπλωματικό αλλά και στρατιωτικό ακτιβισμό του νέου τσάρου της Μόσχας από τις προσωπικές και αδικαιολόγητες νοσταλγικές φαντασιώσεις τους σχετικά με την ΕΣΣΔ σταλινικής μνήμης, συμβάλλοντας έτσι στην προβολή των ιδεωδών για μέτωπα στον σύγχρονο κόσμο που συνέβαλαν ήδη στην καταστροφή του ευρωπαϊκού προλεταριάτου και της αυτόνομης ταξικής του πρωτοβουλίας κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Δυστυχώς, όμως, ακόμη και όσοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να υποστηρίξουν και να υπερασπιστούν την εμπειρία της Ροζάβα, ξεχνούν την Ιστορία και μπορούν να εξαπατούν τους εαυτούς τους πως μια αλλαγή συμμαχίας (το πέρασμα των κουρδικών πολιτοφυλακών στο πλευρό των στρατευμάτων του Assad, με την αόριστη υποστήριξη της Ρωσίας) ή μια ευρωπαϊκή διπλωματική παρέμβαση μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση της στρατιωτικής κατάστασης στον αγωνιστικό χώρο. Όχι, αγαπητοί σύντροφοι, κι εσείς κάνετε λάθος. Ειδικά όταν υπερασπίζεστε την Rojava βάζοντας σε πρώτο πλάνο τη δράση της κατά του ISIS αντί της σημασίας του πολιτικού πειράματος της.

Ξεχνώντας την ιστορία, αγνοείτε μερικά πράγματα που δεν είναι καθόλου δευτερεύοντα.Το πρώτο δίδεται από το γεγονός ότι κανένας εκπρόσωπος του διεθνούς ιμπεριαλισμού, παρά τις σοβαρές πολιτικο-στρατιωτικές και οικονομικο-εδαφικές αντιφάσεις που τον στενεύουν, θα μπορούσε ποτέ να υπερασπιστεί με πίστη και επαρκή μέσα ένα κοινωνικό πείραμα που αποσκοπεί στην αντικατάσταση του και εκείνη του τρόπου παραγωγής του και των κοινωνικών σχέσεων δύναμης που τον στηρίζουν, που είναι η βάση του..

Όχι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες »πρόδωσαν», αλλά και οι ευρωπαίοι, ακόμα και όταν προσποιούνται ότι καταδικάζουν τον κυρίαρχο της Άγκυρας. Του οποίου η στρατιωτική δύναμη, η γεωπολιτική θέση και, για άλλη μια φορά, οι εμπορικές συναλλαγές (80 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως μόνο με την Ευρώπη) είναι πιο σημαντικά για το Νατο και τη Δύση από οποιαδήποτε άλλη ανθρωπιστική και «δημοκρατική» θεώρηση.
Αντιθέτως στην πραγματικότητα, ίσως, κανείς δεν έχει προδώσει, ούτε καν ο Trump: απλά ο καθένας έχει ενεργήσει ή ενεργεί με βάση το δικό του συμφέρον προτεραιότητας. Στην κορυφή του οποίου σίγουρα δεν στέκεται το κουρδικό ζήτημα ή η σωτηρία της Ροζάβα. ενώ ο καθένας είναι πρόθυμος να στείλει τις κανονιοφόρους του για την άμυνα των πετρελαϊκών κοιτασμάτων, όπως συμβαίνει αυτή τη ώρα για τα κυπριακά κοιτάσματα (qui), δεν εμποδίζουν συλλογικά και αμέσως την πώληση όπλων στο καθεστώς της Άγκυρας.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ακόμη απλούστερο, ακόμη και αν, μόλις ξεχαστεί η Ιστορία των κοινωνικών και στρατιωτικών συγκρούσεων, φαίνεται σήμερα πιο δύσκολο να κατανοηθεί. Η τραγωδία που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στη Kobane, και στα άλλα μέρη όπου το πείραμα του κουρδικού δημοκρατικού συνομοσπονδισμού έχει εκδηλωθεί ως επί το πλείστον, έχει ήδη συμβεί άλλες φορές στην ιστορία των τελευταίων 148 ετών.

Πράγματι, μετά την ήττα των γαλλικών στρατευμάτων και του Ναπολέοντα ΙΙΙ στο Sedan το 1870, οι πρώσσοι διοικητές δεν είχαν καμία δυσκολία να αφήσουν ένα μέρος του γαλλικού στρατού να επανεξοπλιστεί για να καταστείλει στο αίμα το πείραμα της Παρισινής Κομμούνας, πρώτη μορφή πολιτικής αυτοδιαχείρισης, στρατιωτικής και οικονομικής του γαλλικού και ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Ο τοίχος των ομόσπονδων στο νεκροταφείο του Père-Lachaise, όπου στις 28 μαΐου του 1871 εκτελέστηκαν 147 κομμουνάροι οι οποίοι επέζησαν μετά από την πτώση της πόλης στα χέρια των στρατευμάτων των Βερσαλιών, είναι ακόμη εκεί να μας το υπενθυμίζει, αν και πολλοί τρέχουν για να επισκεφθούν εκείνο το νεκροταφείο ως τουρίστες μόνο επειδή εκεί υπάρχει ο τάφος του Jim Morrison.

Η προώθηση των στρατευμάτων του Assad, από την άλλη πλευρά, θα είναι αργή. Ο Πούτιν δεν θέλει μια διαίρεση της Συρίας που να θέτει σε κίνδυνο την παρουσία των ρωσικών βάσεων στην περιοχή εκείνη και, ταυτόχρονα δεν θέλει να ερεθίσει το νέο του συμπέθερο Ερντογάν, τον οποίο βοήθησε να οπλιστεί με τα πιο σύγχρονα συστήματα άμυνας και επίθεσης που διατίθενται σήμερα από την ρωσική στρατιωτική τεχνολογία, την ώρα που ο συριακός στρατός κινείται προς το Κομπάνι, αλλά πότε θα φτάσει δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με σιγουριά.
Λόγος για τον οποίο ισχύει ένα δεύτερο παράδειγμα εδώ.

Ο καθένας θυμάται την ένδοξη και απελπισμένη εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας την άνοιξη του 1943 (19 απριλίου – 16 μαΐου). Το μόνο γκέτο που αντέδρασε-εξεγέρθηκε ενάντια στη γερμανική προσπάθεια να εκτοπισθούν όλοι οι κάτοικοί του, είδε περίπου πεντακόσιους πρόχειρα οπλισμένους νεαρούς (κυρίως με περίστροφα και κοκτέιλ molotov) να κρατούν για ένα μήνα σχεδόν, υπό τη διοίκηση του Marek Edelman (μέλος της Bund – Γενικής Ένωσης των Εργαζόμενων Εβραίων), απέναντι σε χιλιάδες γερμανούς στρατιώτες και μέλη των SS.
Ωστόσο είναι λιγότεροι εκείνοι που θυμούνται την εξέγερση του επόμενου έτους (1 αυγούστου – 2 οκτωβρίου 1944), όταν ολόκληρη η πόλη εξεγέρθηκε ενάντια στη ναζιστική κατοχή, ενώ τα σοβιετικά στρατεύματα βρίσκονταν ήδη στις πόρτες της ίδιας. Οι μάχες οδήγησαν σε μια πρώτη υποχώρηση των στρατευμάτων της Wermacht, αλλά στη συνέχεια επέστρεψαν σε ισχύ για να νικήσουν την πολωνική αντίσταση και να σφαγιάσουν δεκάδες χιλιάδες κατοίκων (συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, φυσικά) κάτω από τα ατάραχα μάτια των σοβιετικών διοικητών που έφεραν τα στρατεύματα στα ερείπια της πόλης μόνο τον ιανουάριο του 1945.

Ο Στάλιν και οι σοβιετικοί σίγουρα προτιμούσαν να γίνουν μάρτυρες της σφαγής και της καταστροφής της πόλης σύμβολο της πολωνικής αντίστασης από την ανατολική όχθη του Βιστούλα, αντί να βοηθήσουν έναν λαό που θεωρείται όχι μόνο εχθρικός αλλά και θαρραλέος, αντάρτης και σθεναρά επιθυμών την ανεξαρτησία.
Ακριβώς εκείνο τον λαό που τόσο τη Πρώτη διεθνής όσο και ο Μαρξ και οι γκαριμπαλντίνοι εθελοντές, κατά τη διάρκεια δύο ατυχών εκστρατεύσεων (εκείνη του Francesco Nullo, που πυροβολήθηκε από τσαρικούς στρατιώτες στην Krzykawka, στις 5 μαΐου 1863, και εκείνη του Stanislao Bechi, που έπεσε στην Włocławek στις 17 δεκεμβρίου 1863) προσπάθησαν να στηρίξουν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 1863 κατά της τσαρικής κυριαρχίας.

Σε εβδομήντα χρόνια το ένα από το άλλο, αυτά τα επεισόδια φαίνεται να προβλέπουν εκείνη που θα είναι η τύχη του συνομοσπονδιακού πειράματος της Rojava, ελλείψει μιας μεγαλύτερης διεθνούς αλληλεγγύης σε παγκόσμια κλίμακα, εκτός εάν οι ίδιοι οι κούρδοι επιλέξουν ένα δρόμο αποκήρυξης των ιδανικών τους.
Η τουρκική εισβολή στη βορειοανατολική Συρία έχει διαφορετικά κίνητρα και ακόμη πιο διαφορετικές είναι οι αντιφάσεις επί τόπου που θα κάνουν την Εγγύς Ανατολή τον τόπο όπου πιθανόν θα ξεσπάσει η επόμενη παγκόσμια διαμάχη-σύγκρουση, αλλά ώστε αυτή η τελευταία πιθανότητα ξεδιπλωθεί σε όλη τη φρικτή της αποφασιστικότητα και δύναμη είναι απαραίτητο να ηττηθεί, να υποταχθεί και να καταστραφεί η Ροζάβα. Πιθανότατα στην ασήμαντη φλυαρία της Ευρώπης (η οποία σε εκείνα τα βράχια θα καταλήξει να βυθιστεί όπως στο Μόναχο τον σεπτέμβριο του 1938), στον εκκωφαντικό θόρυβο των διπλωματικών ελιγμών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, στην γκρίνια αντιπολιτεύσεων που μετά την απώλεια του φάρου του διεθνισμού πολύ συχνά χάνονται στην πολιτική των μετώπων και στις ιδεολογικές διαμάχες που πλέον έχουν μουμιοποιηθεί, και, κυρίως, μεταξύ των κραυγών, των θρήνων, των παραπόνων και των βλασφημιών των τραυματιών και των ετοιμοθανάτων, των μαχητών και των αμάχων της Ροζάβα. Δηλαδή αυτής της νέας Κομμούνας στο κέντρο της κόλασης που έρχεται.

Μια περιοχή στην οποία, για άλλη μια φορά, θα παιχτεί ένα κυνικό και αδίστακτο παιχνίδι στο δέρμα των πιο αδύναμων, όπου και οι πρόσφυγες θα γίνονται όλο και περισσότερο όπλα εκβιασμού απέναντι στους ευρωπαίους «συμμάχους» ή αυθεντικά μόλις μετακινηθούν στην Βόρειο-ανατολική Συρία και κληθούν να υπερασπιστούν την περιοχή που τους ανατέθηκε από το νέο Σαλαντίν, εναντίον των κούρδων. Και αυτή είναι μια απολύτως όχι νέα ιστορία αν σκεφτούμε ότι η Γαλλία αποίκησε την Αλγερία απελαύνοντας εκεί πολλούς από εκείνους που ξεσηκώθηκαν το 1848, το Ηνωμένο Βασίλειο την Αυστραλία απελαύνοντας υποπρολετάριους και επαναστάτες ιρλανδούς, μόνο για να κάνουμε δύο ιστορικές αναφορές στα γρήγορα.

Ενώ σε μια πολιτικά άνανδρη χώρα εδώ και πολύ καιρό, όπου βρίσκονται υπό έρευνα οι μαχητές που επιστρέφουν από τις κουρδικές πολιτοφυλακές, οι προδότες του Abdullah Öcalan 1, και οποιασδήποτε άλλης εναλλακτικής λύσης που δεν εξυπηρετεί πιστά τα συμφέροντα του εθνικού και του διεθνούς κεφαλαίου, υποκρίνονται ότι ξεσκίζουν τα ρούχα τους, ενώ απλά τα τσαλακώνουν λιγάκι, μονάχα.


  1. Το 1998 οι συριακές αρχές επέλεξαν να μην παραδώσουν στους Τούρκους τον ηγέτη του ΡΚΚ, αλλά τον διέταξαν να εγκαταλείψει τη χώρα. Για τον Οτσαλάν ήταν η αρχή μιας μακράς οδύσσειας προς αναζήτηση πολιτικού ασύλου κατά τη διάρκεια του οποίου κατέφυγε πρώτα στη Ρωσία από την οποία κλήθηκε να φύγει μετά από λίγες μέρες.
    Από τη Μόσχα ο Öcalan έφθασε στη Ρώμη στις 12 νοεμβρίου 1998, όπου ο ηγέτης του PKK παραδόθηκε στην ιταλική αστυνομία, ελπίζοντας να λάβει πολιτικό άσυλο, αλλά η απειλή μποϊκοτάζ προς τις ιταλικές εταιρείες ώθησε την κυβέρνηση D’Alema να επανεξετάσει. Δεν ήταν σε θέση να εκδώσει τον Οτσαλάν στην Τουρκία, και λόγω της καθυστέρησης στην παροχή του δικαιώματος ασύλου, που αναγνωρίστηκε στον Οτσαλάν πολύ αργά, στις 16 ιανουαρίου 1999, μετά από 65 ημέρες, ο Öcalan πείστηκε να φύγει για το Ναϊρόμπι. Η »υπόθεση Οτσαλάν» υπήρξε πηγή επικρίσεων στην κυβέρνηση D’Alema, κατηγορούμενη, μεταξύ άλλων, ότι παραβίασε τα άρθρα 10 και 26 του ιταλικού Συντάγματος που ρυθμίζουν το δικαίωμα ασύλου και απαγορεύουν την παθητική έκδοση σε σχέση με πολιτικά εγκλήματα.
    Στις 15 φεβρουαρίου 1999 o Öcalan fσυνελήφθη από πράκτορες των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών του Mill İstihbarat Teşkilatı [9] κατά τη διάρκεια μιας μεταφοράς του από την έδρα της ελληνικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Κένυα στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι και μεταφέρθηκε στην Τουρκία όπου κλείστηκε αμέσως σε φυλακή μέγιστης ασφαλείας. Όπου εξακολουθεί να εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης  

[α] sovranismo: πολιτικό δόγμα που υποστηρίζει τη διατήρηση ή την εκ νέου απόκτηση της εθνικής κυριαρχίας από έναν λαό ή ένα Kράτος, σε αντίθεση με τις εκκλήσεις και τις πολιτικές των διεθνών και υπερεθνικών οργανισμών

TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
Ο χρήστης  έκανε Retweet

Αφίσες αλληλεγγύης στην αντιστεκόμενη και επαναστατημένη Ροζάβα από την Ομοσπονδία των Επαναστατικών Συνδικαλιστικών Οργανώσεων της Βραζιλίας (FOB): 1η αφίσα: ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΗ ΡΟΖΑΒΑ ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΟ 2η αφίσα: ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

ΕΠΘ-Ρουβίκωνας | Εισβολή στο Τούρκικο προξενείο στη Θεσσαλονίκη [VIDEO]

Σήμερα Πέμπτη 17/10/2019 εισβάλλαμε στο Τούρκικο Προξενείο στη Θεσσαλονίκη ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης στην αγωνιζόμενη Ροζάβα. Το βίντεο της παρέμβασης βρίσκεται στο https://youtu.be/og6lmak55WY

Αλληλεγγύη Ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις – Αντιπολεμικό κίνημα Κουρδικό Ζήτημα


post imageΓιατί στηρίζουμε και θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τον απελευθερωτικό αγώνα στο Κουρδιστάν.

Η ιστορία της μέσης Ανατολής είναι αυτή των πολέμων, της τρομοκρατίας, κρατικής και θρησκευτικής, της σύγκρουσης υπερδυνάμεων και περιφερειακών ιμπεριαλισμών. Έτσι είναι εδώ και δεκαετίες κι έτσι συνεχίζει έως και σήμερα με επίκεντρο τον Συριακό εμφύλιο. Κι όμως κάτι έχει αλλάξει.

Μέσα στον ζόφο των δικτατοριών, της τζιχάντ, του Ισραήλ, των Αμερικάνων, των Ρώσων, της Τουρκίας του Ερντογάν ένας λαός και οι πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις που γεννήθηκαν στους κόλπους του, κάνει την διαφορά.

Για να το πούμε ξεκάθαρα: αν το Κουρδικό κίνημα σε Συρία και Τουρκία ήταν μια συνηθισμένη υπόθεση καταπιεσμένου λαού που ζητάει την άρση της εθνικής καταπίεσης και τη δημιουργία ενός δικού του κράτους, θα εκφράζαμε τη συμπάθειά μας. Η εθνική καταπίεση είναι μια βαριά μορφή καταπίεσης, δεν μπορούμε παρα να χαιρετίσουμε κάθε λαό που αγωνίζεται, αλλά μέχρι εκεί. Άλλο ένα κρατίδιο στην περιοχή, περισσότερο ή λιγότερο αστικοδημοκρατικό δεν σημαίνει και πολλά. Η μία καταπίεση θα διαδεχτεί την άλλη, τις χειρότερες σφαγές και στην μέση Ανατολή και παντού συνήθως τις κάνουν ομοεθνείς και ομόδοξοι, αν μη τι άλλο 8 χρόνια εμφυλίου στην Συρία το έχουν αποδείξει.

Στηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις το Κουρδικό κίνημα, τον αγώνα του PKK στην Τουρκία, τον αγώνα των μονάδων προστασίας του λαού και γυναικών (YPG/YPJ) στη Συρία. Κι αυτό γιατί επέλεξαν έναν άλλο δρόμο προς την απελευθέρωση από το να βάλουν μια ελίτ βολεμένων ομοεθνών τους να κάνει κουμάντο μέσω του κράτους, όπως συνήθως κάνουν οι εθνικοαπελευθερωτικοί πόλεμοι πίσω από τα μεγάλα λόγια.

Το να μιλάς για ισότητα και φεμινισμό είναι κοσμογονία στη Μέση Ανατολή. Το να εξασφαλίζεις τη θρησκευτική ελευθερία είναι κοσμογονία στη Μέση Ανατολή. Το να σταθείς απέναντι στο θρησκευτικό σκοτάδι χωρίς να εκπροσωπείς ένα άλλο θρησκευτικό σκοτάδι είναι κοσμογονία στη Μέση Ανατολή. Το να προσπαθείς να εντάξεις αλλοεθνείς και αλλόδοξους στο κίνημά σου είναι κοσμογονία στη Μέση Ανατολή. Το να είσαι μια καταπιεσμένη εθνότητα και αντί να ζητάς δικό σου κράτος να αγωνίζεσαι ένοπλα για αυτονομία μέσα από ένα πολυφυλετικό κοινοτικό σύστημα με αμεσοδημοκρατικά στοιχεία είναι κοσμογονία για όλο τον κόσμο.

Αυτά υπερασπιζόμαστε στον Κουρδικό αγώνα. Για αυτά επαναστάτες από όλο τον κόσμο πάνε και πολεμούν και πεθαίνουν στις ερήμους της Συρίας. Για αυτή την προοπτική που κατάφερε να ανθίσει στο πιο αφιλόξενο για αυτή μέρος του πλανήτη. Για αυτό τον λόγο, και με συνείδηση του συμβολικού μεγέθους της παρέμβασής μας επιλέξαμε αυτή την δράση.

Δεν είμαστε ούτε αφελείς, ούτε ψάχνουμε ένα διεθνή αγώνα να γατζώσουμε τυφλά τις ανατρεπτικές μας ελπίδες. Εδώ και δεκαετίες το αναρχικό/αντιεξουσιαστικό κίνημα έχει χτίσει διαύλους πολιτικής και αγωνιστικής κοινότητας με το ηρωικό Τουρκικό και Κουρδικό κίνημα. Εχουμε βρεθεί μαζί με αυτόν τον κόσμο σε αγώνες και κάποιοι από εμάς έχουν πολεμήσει στο πλευρό τους. Ξέρουμε καλά για τι μιλάμε.

Το κίνημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο του πλέον βάρβαρου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Βρέθηκε να έχει απέναντί του τους πάντες. Πολέμησε και νίκησε τις ορδές του ένοπλου παπαδαριού της Τζιχάντ, βρέθηκε απέναντι στην δικτατορική κυβέρνηση της Συρίας του Άσσαντ, στον Τουρκικό γενοκτονικό ιμπεριαλισμό. Βρέθηκε στην μέγγενη της Ρωσοαμερικανικής διένεξης. Υποχρεώθηκε σε τακτικές συμμαχίες. Γιατί ήταν ένα κίνημα που πραγματοποιούσε τον αγώνα του στο πεδίο κι όχι σε δοκιμαστικούς σωλήνες ιδεολογικής καθαρολογίας. Ασφαλώς και περίμεναν ότι οι ΗΠΑ στο τέλος θα τους πουλήσουν. Ασφαλώς και δεν έχει κανέναν νόημα να κακίσουμε μια υπερδύναμη γιατί δεν είχε «ηθικές αξίες» και εγκατέλειψε τους «συμμάχους της».

Και ασφαλώς οι Κούρδοι γνωρίζουν ότι και η νέα συμφωνία με τους Ρώσους (ο Ασσαντ πλέον και η κυβέρνησή του δεν είναι παρά μια ασήμαντη μαριονέτα) θα οδηγήσει σε νέα πουλήματα, σε νέα δεινά. Αλλά οι νεκροί δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Ο Κουρδικός λαός στην Συρία πρέπει να επιβιώσει για να μπορεί να συνεχίσει να ελπίζει. Αυτή είναι πάντα η ιστορία των κινημάτων που πραγματοποιούν μια επανάσταση σε σχέση με αυτά που απλά μιλάνε για μια επανάσταση.

Το παιχνίδι του Τουρκικού κράτους είναι τρομακτικό όσο και κοινότοπο στους εθνικούς ανταγωνισμούς. Ο στόχος του είναι να μεταφέρει μερικά εκατομμύρια δυστυχισμένους πρόσφυγες που ζουν στην Τουρκία στις κουρδικές περιοχές. Πληθυσμούς που αναγκαστικά ελέγχει και θα τους χρησιμοποιήσει σαν εργαλεία πληθυσμιακής αλλοίωσης, σαν μέσο για τον διωγμό των Κούρδων και την εθνική του επέκταση. Μην ακούτε τις δήθεν διαμαρτυρίες των κρατών σε Ευρώπη και Ελλάδα κατά του τούρκικου επεκτατισμού. Εκτός από συμβόλαια δισεκατομμυρίων ευρώ των Ευρωπαίων καπιταλιστών με την Τουρκία, στην πραγματικότητα οι καθεστωτικοί προσεύχονται για την νίκη του Τουρκικού στρατού. Μόνο με μια τέτοια νίκη η ρατσιστική και ξενοφοβική Ευρώπη και η Ελλάδα «θα γλιτώσει» από τις μάζες προσφύγων που έχουν γίνει το πλέον απάνθρωπο εργαλείο εξωτερική πολιτικής του Ερντογάν.

Την στιγμή αυτή το Κουρδικό κίνημα αναγκάστηκε να προσφύγει στη Ρωσια για να επιβιώσει. Κανείς δεν ξέρει τι κρύβεται πίσω από τα ιμπεριαλιστικά νταλαβέρια και ποιοι είναι οι πραγματικοί στόχοι του καθένα. Το βέβαιο είναι ότι ο Κουρδικός λαός στην Συρία θα δει ένα μέρος της γης που κατοικεί να εθνοκαθάρεται από τον Τουρκικό στρατό, βλέπει ήδη εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδων να ξεριζώνονται και σύντομα θα δει την καταπίεση και την επιβολή από τον Ασσαντ και τους Ρώσους. στα δικαιώματα που ένοπλα κατέκτησε. Θα επιβιώσει αλλά νέα δεινά κατευθύνονται προς το μέρος του. Και σε αυτά τα δεινά, όπως και στα προηγούμενα, όπως και στα σημερινά, θα σταθούμε στο πλευρό του.

Αυτή την στιγμή ο εχθρός είναι το τουρκικό κράτος και ενάντια σε αυτόν στρεφόμαστε. Το ίδιο θα στραφούμε ενάντια και στους μελλοντικούς εχθρούς. Γιατί αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο η επιβίωση μιας εθνικής ομάδας. Είναι μια αχτίδα φωτός στο μέρος που κυριαρχεί το απόλυτο σκοτάδι. Είναι μια ελπίδα για όλο τον κόσμο. Η ελπίδα ότι μπορείς να κατανικήσεις τις εθνικοθρησκευτικές καταπιέσεις χωρίς να τις αναπαράγεις, η ελπίδα που δίνουν οι ελευθεριακές ιδέες, από τις οποίες το Κουρδικό κίνημα εμπνεύστηκε τη στρατηγική του, ότι μπορούν να λύσουν τα δολοφονικά αδιέξοδα που παράγουν οι ιδέες και οι πρακτικές της εξουσίας.

Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε έμπρακτα αλληλέγγυοι. Ας το θυμούνται όλοι αυτό.

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΛΑΩΝ

ΝΙΚΗ ΣΤΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΚΟΥΡΔΩΝ/ΙΣΣΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ/ΙΣΣΩΝ

ΟΛΟΙ & ΟΛΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΗΜΕΡΑ ΔΡΑΣΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΗ ΡΟΖΑΒΑ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 19/10/2019

Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης

αναρχική συλλογικότητα Ρουβίκωνας

Το VIDEO της παρέμβασης βρίσκεται ΕΔΩ

Εικόνες:

    διεθνισμός, internazionalismo

    A LETTER TO OUR FRIENDS IN ROJAVA

    As feminists living across the island of Ireland, we wish to express our heartfelt solidarity with our courageous sisters and comrades in Rojava as their project for women’s freedom is under attack. Please know that as the fascist Turkish state attempts to isolate, dispossess and brutalise the communities of the Democratic Federation of Northern Syria, they will only serve to strengthen our collective resistance and resolve.
    You stood with us as we fought to repeal the 8th Amendment. You visited us in Ireland and generously shared your knowledge so we could learn from your struggles and victories. You invited and warmly welcomed us into your communities, demonstrating how a feminist society could be organised in practice, something we had only previously imagined.
    Let us be unequivocal, an attack on the Democratic Federation of Northern Syria is an attack on women’s rights, on feminist organising and on ways of organising society that prioritise ecology, community and humanity over profit. Your woman-led political movement offers a feminist alternative to global capitalism, with its gender-balanced decision-making system, and the centring of women’s liberation in this unprecedented democratic project.
    Erdoğan and the Turkish state are threatened by the democratic values of Rojava, by its empowered women and its commitment to equality. These attacks in the name of establishing a ‘safe zone’ are no more than an attack to drive out our friends and comrades from the region, to smash the democratic project and to put an end to women’s liberation.
    The creation of a so-called ‘safe zone’ also serves the purpose of deporting thousands of Syrian asylum seekers residing in Turkey. They will be brought back to Syria under the strengthened rule of Bashar al Assad, a war criminal, in spite of the fact that they fled from it in the first place. The invasion of Rojava and the full reinstatement of al Assad’s power over Syria and its diverse population are two sides of the same coin, which contemplates the return to an authoritarian stability that can stop the movement of people (so much desired by the fortress Europe), achieved at the price of slaughtering civilians and destroying emancipatory political experiences.
    We draw inspiration from your courage and your strength and will come out onto our streets to raise our voices in solidarity with you and to fight fascism, our common enemy.
    We call on feminists across the globe to join us in supporting our sisters, friends, comrades. Organise, march, shout, fight and rise up for Rojava.
    Jin, jiyan, azadi! Ní Saoirse go Saoirse na mBan
    Theresa O’Keefe
    Farah Azadi
    Juliana Sassi
    Wendy Lyon
    Paola Rivetti
    Aileen O’Carroll
    Helen Guinane
    Jen Doh
    Mary McAuliffe
    JA Valois
    Maggie ONeill
    Linda Connolly
    Ursula Ní Shionnain
    Suzanne Leen
    Sharron A. FitzGerald
    Mx Brody Hodgins
    Jane Xavier
    Paula Geraghty
    Melanie McArdle
    Dervla O’Neill
    Caroline Forde
    Ciara Fitzpatrick
    Susan Miner
    Alanna O Neill
    Julia Crowe
    Lauren Foley
    Heather Ferguson
    Joanne Lynam
    Emer Smith
    Shannon Patterson
    Natasha Finnerty
    Margaret Ward
    Claire McGinley
    Nicoletta Mandolini
    Céile Varley
    Sharon L Mc Menamin
    Muuka Gwaba
    Anne McLean
    Katharina Swirak
    Jacqueline O’Toole
    Antonella Garofalo
    Brigid Quilligan
    Ann O Sullivan
    Cat Inglis
    Breige Ann McCaughley
    Maria Perkins
    Sian Cowman
    Vivienne Daly
    Samantha Kenny
    Louise Inglis
    Ciara Miller Johnston
    Keeva Lilith Carroll
    Martine Jackson
    Heather McPolin
    Ruby Moss
    Stacy Wrenn
    Tara Ní Dhuinn
    Emma Hendrick
    Jacqueline Johnston
    Sarah Walsh
    Breanainn Quinn
    Ilaina Khairulzaman
    Ina Doyle
    Michelle Brown
    Alex Ronan
    Marianne Farrelly
    Joanne McDonald
    Georgina O’Halloran
    Audrey Fergus
    Sarah Shiel
    Martina Ferrari
    Emma Wallace
    Elaine Crory
    Becky Indigo Farrell
    Cliona Kelly
    Rosa Thompson
    Edel Quirke
    Milena Barnes
    Corinne O’Neill
    Grainne Griffin
    Joanna Schaffalitzky
    Aimee Doyle
    Cate Dillon
    Jennifer Larke
    Kalianne Farren
    Maebh Murphy
    H Oakes
    Emma Beuster
    Ciara Beuster
    Kate Ware
    Natalia R Fedz
    Felicity Rawson
    Layla Wade
    Jene Hinds
    Laura J Acha
    Niamh P. Keoghan
    Lisa Whelan
    Cora Quigley
    Kellie O’Dowd
    Amy walsh
    Yasmin O’Connor
    Aoife Crowe
    Laura McVeigh
    Joanna McMinn
    Suzanne Dunne
    Anne Ralph
    Bernie Hughes
    Ashley Keenan
    Lisa dunne
    April Keane
    Ann Gerety Smyth
    Karen Till
    Divya Ravikumar
    Jacinta Fay
    Caoimhe Doyle
    Patricia Magee
    Gillian Kearns
    Éinne Ó Cathasaigh
    Claire Brennan
    Muireann O’Sullivan
    dervla o’malley
    Freyja Bourke
    Sarah Cassidy
    Soma Gregory
    Lucy Michael
    Deirbhile Brennan
    Margo Harkin
    Caroline McCormack
    Deirdre O’Shea
    Liadh Ni Faogain
    Yasmary Perdomo Rodriguez
    Hayley Fox-Roberts
    Pamela Rochford
    Clare mccann
    Barbara Western
    Rebekka K. Steg
    Evelyn Campbell
    Mariel Whelan
    Nicola grant
    Dairíona Ní Mhuirí
    Taryn de Vere
    Yurika Higashikawa
    Sallyann Green-Millar
    Deb Crawley
    Bernadette Hughes
    Caoimhe Butterly
    Eve Campbell
    Hilary Darcy
    Stephanie Lord
    Sinéad Redmond
    Emily Waszak
    Aoife Frances
    Clara Purcell
    Clare O Connor
    Lisa Keogh Finnegan
    Tracey Ryan
    Anne Mulhall
    Maire Ni Mhordha
    Eilís Ní Fhlannagáin
    Sinead Pembroke
    Leticia Ortega
    Dyuti Chakravarty
    Beth O’Neill
    Niamh McDonald
    Linda Kavanagh
    Antoinette Murphy
    Leness Falls
    Yvie Murphy
    Elaine D’Alton
    Maggie Feeley
    Siobhán Nic Fhloinn
    Becca Bor
    Lisa Basire
    Xavier Beardwood
    Anita Villa
    Layla Kuyper
    Marie Mulholland
    Caroline Kuyper
    Marie Moran
    Goretti Horgan
    Bec Fahy
    Elaine Mernagh
    Melíosa Bracken
    Francisca Ribeiro
    Kate o keeffe
    Joanne Dennehy
    Aoife McLean
    Mags Glennon
    Syd Delz
    Carly Bailey
    Mairead Enright
    Jess Lynch
    SaoirseJohnston
    Judy Walsh
    Aislinn Wallace
    Erika Csibi
    Stacey Grant-Canham
    Laura Ryan
    Louisa Moss
    Kellie Sweeney
    Kerry Guinan
    Aisling Corbett
    Jane Robb
    Sian Cowman
    Ingrid Seim
    Polly Molotov
    Ciara Crawford
    Karen Carson
    Gillian Brien
    Karen Carson
    orlagh nic suibhne
    Catherine Clarke
    Liz Kelly
    Irene Doval Marcos
    Maryanne Daly
    Rose Mullen
    Tracy Wall
    Maggie Bent
    Louise Delz
    Bronwen Lang
    Emma Walsh-Hackett
    Tricia Nugent
    Natasha Lambert
    Anna Higgins
    Sorcha Szczerbiak
    Alice Chau
    Vicky Conway
    K McKinney
    Sinéad Williams
    Ramona Parkes
    Charlotte Fassbender
    Lorna O’Hara
    Niamh Casey
    Layla Wade
    Rebek’ah McKinney-Perry
    Kitty Colbert
    Alexandra Day
    Síona Cahill
    Gen Smith
    Heike Stone
    Aisling Ní Fhrighil
    Aoife hammond
    Karen Hammond
    Eimear Nic Roibeaird
    Mary McDermott
    Ellen Murphy
    Sarah Elaine McHugh
    Niamh Murtagh
    Rebecca murphy
    Joni Kelly
    Bríd Collins
    Annie Hoey
    Kate Butler
    Marie Sherlock
    Katie Noone
    Ber Grogan
    Aisling Cusack
    Emma Challacombe
    Kerry O’Donnell
    Meaghan Carmody
    Janet O’Sullivan
    Vikkie Patterson
    Trish Hegarty
    Katie Harrington
    Helen O’Sullivan
    Leona Mc Mahon
    Rosanna O Keeffe
    Angela Coraccio
    Helen Stonehouse
    Emma Allen
    Karen Dempsey
    Carola Speth
    Aisling Mathews
    Catherine Stocker
    Jennifer Schweppe
    Debbie Hutchinson
    Anna McMahon
    Rebecca Heslin
    Sinéad Ring
    Tríona Reid
    Loretta J frehill
    Aine O’Gorman
    Kate Dineen
    Amy Kelly
    Sharon Pickering
    Kelley O’Hanlon
    Deidre colgan
    Geraldine Moorkens Byrne
    Grace Harrison
    Phyllis Verschoyle
    Emma Dowling
    Groups and Organisations:
    Need Abortion Ireland
    Strike 4 Repeal
    MERJ – Migrants and Ethnic-minorities for Reproductive Justice
    Kildare Feminist Network
    Fingal Feminist Network
    Dundalk for Change
    Queer Action Ireland
    φιλοσοφία, filosofia

    Ανάμεσα στα ερείπια του παλιού κόσμου και τα σκιρτήματα ενός νέου πολιτισμού – Tra le rovine del vecchio mondo e i vagiti di una nuova civiltà. (Δεύτερο μέρος)

     

    Sergio Ghirardi (μεταφραστής)

    Συνέντευξη στον Raoul Vaneigem για We demain n° 26

    1. Μισό αιώνα μετά τον μάιο του 68 κανένα σύνθημα της διαμαρτυρίας δεν έχει φτάσει στους αστραγάλους εκείνων που εμπνεύσατε Εσείς τότε. Οι ποιητές κοιτάζουν αλλού;

    Η γραπτή ποίηση δεν είναι παρά ο αφρός της ζωντανής ποίησης. Κατεξοχήν ποιητική πράξη είναι σήμερα η αφύπνιση της ανθρώπινης συνείδησης μετά από πενήντα χρόνια υπνηλίας, καταναλωτικής και επικοινωνιακής αποκτήνωσης. Οι λέξεις «Το ξύπνημα των πυγολαμπίδων» που είναι γραμμένες στο κίτρινο γιλέκο ενός διαδηλωτή μου φαίνονται άλλο τόσο ελπιδοφόρες όσο η στροφή του 1968 «Θέλουμε να ζούμε και όχι να επιβιώνουμε». Πώς να εκφράσω καλύτερα την επιστροφή στη ζωή και την απόρριψη της καταστροφής της γης από πλευράς της μεγάλης αλεθομηχανής του κέρδους;

    2. Θεωρείτε τις ZAD ως ζώνες αυτονομίας των οποίων η γένεση θα προέκυπτε από την καταστασιακή θεωρία και τους ακτιβιστές των ZAD ως νεοκαταστασιακούς; Σε αυτή την περίπτωση πως θα ορίζατε αυτό τον σιτουασιονισμό του 21ου αιώνα;

    Δεν υπάρχουν νεοκαταστασιακοί. Ο καταστασιασμός είναι μια χυδαία ιδεολογία, χρήσιμη για να αλευρώνουν τους βλάκες που φτάνουν στο σημείο της γελειότητας να αποκαλούν φιλοσοφία την διανοητική μηδενικότητα με την οποία γεμίζει το στομάχι και μπουχτίζει η παρισινή υψηλή κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, η σκέψη που έθρεψε τη ριζοσπαστική φύση του Μαΐου του 1968 εξακολουθεί να διανοίγει αργά ένα πέρασμα. Να θυμίσουμε ότι δεν επρόκειτο για τίποτα λιγότερο από την δημιουργία μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας στην οποία οι συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας θα έβαζαν τέλος στο Κράτος, στο «κρύο τέρας» προστάτη των εκμεταλλευτών και των καταπιεστών των εκμεταλλευόμενων. Η συμμαχία του κομμουνιστικού κόμματος και της γαλλικής κυβέρνησης διέρρηξε τότε μια επαναστατική ώθηση, στην πραγματικότητα ήδη υποβαθμισμένη από μέσα από τον καριερισμό των μικρών αριστερών δεκανέων. Το ότι δεν υπάρχουν ηγέτες μεταξύ των Gilets jaunes-κίτρινων Γιλέκων και πως μόνο η επικύρωση των συνελεύσεων πιστοποιεί έναν εκπρόσωπο σηματοδοτεί μια σαφή πρόοδο σε σχέση με το κίνημα των καταλήψεων του 1968.

    3. Λέτε ότι «από την ιστορία δεν λείπουν στιγμές κατά τις οποίες η ποίηση θριαμβεύει πάνω στη βαρβαρότητα». Ο θρίαμβος αυτός υπήρξε μερικές φορές το έργο ενός θεόσταλτου ανθρώπου, ενός ήρωα, όπως ο Γκάντι ή ο Μαντέλα. Μήπως ο προστατευτικός χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει μια τέτοια προσωπικότητα, ένας τέτοιος χαρακτήρας, εμποδίζει την εξέλιξη προς μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία;

    Ο θεόσταλτος άνθρωπος είναι το προϊόν ενός σεισμικού σοκ μεταξύ του οικονομικού συστήματος σε αναζήτηση μιας νέας μορφής και της υπαρξιακής δυσαρέσκειας ενός πληθυσμού απελπισμένου να έχει πρόσβαση σε μια καλύτερη μοίρα. Αν και ο Γκάντι και ο Μαντέλα ενσάρκωσαν την ελπίδα για κοινωνική βελτίωση, δεν είχαν καμία πιθανότητα να εξαλείψουν τη δυστυχία της χώρας τους επειδή ήταν το Κράτος, ο Λεβιάθαν των ιδιωτικών συμφερόντων, η δύναμη, η εξουσία που προστατεύει καταπιέζοντας-καταστέλοντας. Ήταν οι βοσκοί μιας βαρβαρότητας σε μετακίνηση. Είχαν διατηρήσει τουλάχιστον μια ανθρώπινη συνείδηση και έδειξαν μια μεταρρυθμιστική γενναιοδωρία της οποίας τα όρια δεν αγνοούσαν. Γνωρίζουμε ότι από τον Βοναπάρτη μέχρι τον Pol Pot, η αγριότητα και η ευτέλεια πάντα ευνοούσαν την πρόσβαση ενός υπέρτατου οδηγού στην κεφαλή μιας χώρας. Ωστόσο, σήμερα ποια θεία Πρόνοια θα μπορούσε να κάνει χρήση ενός αυτοσχέδιου μηχανισμoύ του οποίου η λειτουργία είναι να ακολουθεί το ρυθμό μιας παράλογης μηχανής, στερούμενης ανθρωπιάς;

    4. Εσείς λέτε για την ποίηση ότι είναι «το αντίδοτο της πνευματικότητας», και επίσης ότι μπορεί να «εξαλείψει τη βλαπτικότητα του παρασιτικού καπιταλισμού». Μπορεί να διδαχθεί στο παιδί; Αποσπώντας το από το σχολείο; Με ποιες αλλαγές στις εκπαιδευτικές μεθόδους;

    Θα ήταν αποκλειστικό δικαίωμα, προνόμιο του παιδιού να μας διδάξει την τέχνη του να είμαστε άνθρωποι αν η εκπαίδευση που του απευθύνουμε δεν του ξε-μάθαινε να ζει. Να το αφήνει ελεύθερο να ανακαλύψει την εμπειρία της ζωής από κοινού, τις συγκρούσεις που αυτή δημιουργεί και την πιθανή λύση τους, αυτό είναι το σχέδιο-έργο που εξαπλώνεται σήμερα με την επιθυμία να εξαλειφθεί η συγκεντρωτική διδασκαλία-εκπαίδευση, η κατήχηση στην δουλικότητα της ιθαγένειας, η εισαγωγή στις πρακτικές θήρευσης, ανταγωνισμού, διαγωνισμού, αντιπαράθεσης, η κατασκευή εκείνων των δούλων της αγοράς των οποίων οι τεχνοκράτες που έχουν την απαίτηση να μας κυβερνούν προβάλουν την θλιβερή γελοιοποίηση. Η δύναμη του ανατρεπτικού κινήματος του οποίου τα Gilets jaunes δεν είναι παρά ένα επιφαινόμενο, εξαρτάται κυρίως από τη βούληση για επιστροφή στη βάση και από την προσοχή να επιβιβαστεί λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές ανησυχίες – χωριό, γειτονιά, περιοχή – τα προβλήματα που το Κράτος δεν μπορεί και δεν θέλει να διαχειριστεί παρά προς όφελος των οικονομικών δυνάμεων. Ήρθε η ώρα να κάνουμε το σχολείο υπόθεση όλων, να το αποσπάσουμε από το Κράτος και την χωρίς συνείδηση επιστήμη του.

    5. Έχετε γνώση της ύπαρξης στον κόσμο περιοχών όπου η ποίηση, η δημιουργικότητα, οι τέχνες έχουν περισσότερες πιθανότητες να ευδοκιμήσουν παρά αλλού;

    Παντού όπου οι γυναίκες βρίσκονται στην καρδιά του αγώνα για την κυρίαρχη ζωή, παντού όπου η απόφασή τους διαλύει την πατριαρχική εξουσία και ξεπερνά την αντίθεση ανάμεσα στον ανδρισμό-virilismo και τον φεμινισμό που πολύ συχνά παρεμποδίζει και κρύβει μια κοινή φιλοδοξία να είμαστε απλά ανθρώπινοι. Συνεπώς η αλληλεγγύη χωρίς σύνορα καταργεί τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό (αυτό τον «σοσιαλισμό των ηλιθίων»), την ξενοφοβία, τον σεξισμό, την ομοφοβία. Παντού όπου η ιεραρχική δομή και η τεχνική του «αποδιοπομπαίου τράγου» που είναι απαραίτητη στην τέχνη της υποδούλωσης των ομοίων μας εξαλείφεται.

    6. Λέτε ότι «δεν υπάρχει καρδιά στην οποία δεν κατοικεί μια δύναμη ζωής πρόθυμη να εδραιωθεί στιλβωμένη στο φως της δικής της ευαίσθητης νοημοσύνης». Δεν είναι αυτή η «ευαίσθητη νοημοσύνη» που διατρέχει όλα τα γραπτά σας η ζωντανή πηγή της φιλοσοφίας σας;

    Είναι αυτή πρωτίστως πηγή ζωής. Κάθε μέρα που εξευγενίζω τη συνείδηση της θέλησής μου να ζήσω με απαλλάσσει από την υποστήριξη ενός ρόλου. Δεν είμαι ούτε φιλόσοφος, ούτε συγγραφέας, ούτε αγκιτάτορας, ούτε maître à penser. Το να πολεμώ τον παλιό κόσμο με βοηθά να προχωρώ το χειμώνα με τη δύναμη των ανοίξεων «, όπως λέει ο Charles de Ligne. Το ότι έχουμε εισέλθει σε μια κρίσιμη περίοδο κατά την οποία η παραμικρή ιδιαίτερη διαμαρτυρία εκφράζεται επάνω σε ένα σύνολο παγκόσμιων διεκδικήσεων με γοητεύει, πόσο πολύ με μαγνητίζει, σε αυτό το κίνημα εξέγερσης σε αναζήτηση μιας επανάστασης, ο αγώνας της καρδιάς ενάντια στο πνεύμα της ταμειακής μηχανής.

    7. Εσείς είπατε ότι «ακόμη και η υποταγή παραιτήθηκε». Πιστεύετε αυτό για τα κίτρινα Γιλέκα- Gilets jaunes;

    Πολλοί χειραφετικοί αγώνες έχουν φθαρεί από την αρχή με την ιδέα μιας αναπόφευκτης ήττας. Οι «no pasaran» και άλλες σαχλαμάρες του θριαμβευτισμού δεν έχουν κάνει τίποτα άλλο παρά να εξορκίσουν τον πανικό που είναι εγγενής σε μια στρατιωτική δράση. Η εθελοντική δουλεία χτίζει γύρω μας τους τοίχους των δακρύων που δικαιολογούν και τροφοδοτούν την παραίτησή μας. Σε αντίθεση με τα κινήματα διεκδικήσεων του παρελθόντος, το μεγάλο εξεγερτικό κύμα που ταρακουνά τη Γαλλία δεν νοιάζεται ούτε για νίκη ούτε για ήττα, αλλά επιμένει να επιδεικνύει την ακλόνητη πρόθεσή του, την θέληση του να ξεκινήσει ξανά και ξανά δίχως στάση. πώς το πάθος της ζωής αναγεννιέται ξανά και ξανά, δίχως στάση.

    8. Για Εσάς, το κίνημα των Gilets jaunes δεν είναι άλλο παρά μια jacquerie που τροφοδοτεί το σύστημα ή σηματοδοτεί την εισβολή μιας ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας;

    Βεβαίως η κρατική και εμπορική δύναμη-εξουσία θα προτιμούσε να το αντιλαμβάνεται σαν ένα απομεινάρι jacquerie, ένα από εκείνα τα πληβειακά κινήματα που παραδοσιακά πνίγονται στο αίμα. Δυστυχώς γι αυτή η λαϊκή εξέγερση θυμίζει περισσότερο εκείνη της 14ης ιουλίου 1789, όταν μια χούφτα τρελαμένων που δεν είχαν διαβάσει ούτε Diderot ούτε d’Holbach, ούτε Rousseau ούτε Meslier προσέφεραν στον διαφωτισμό τη φλόγα μιας ελευθερίας που συνεχίζει να φωτίζει τον κόσμο, όταν η λέξη «ελευθερία» είναι αντιθέτως διεφθαρμένη. Έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε για μια ποίηση φτιαγμένη από όλους όταν η ανθρώπινη συνείδηση διαλύει το ψέμα που ταυτοποιεί την ελευθερία με την ελευθερία του εμπορίου, την ελευθερία να εκμεταλλεύεσαι, να σκοτώνεις, να δηλητηριάζεις. Πώς θα μπορούσε η κυβέρνηση να μην καταδικαστεί σε μια αυξανόμενη αποστροφή; Πώς θα μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό που άρχισε δεν είναι ένας αγώνας εναντίον του Κράτους αλλά ένας αγώνας για τη ζωή;

    9. Λέτε ότι το »παλιό δυναμικό της ευπιστίας δεν έχει καμία δυσκολία να εκμεταλλευτεί τις επιστημονικές προβλέψεις που, από τον πυρηνικό κατακλυσμό μέχρι τον οικολογικό, περνώντας μέσα από το μακάβριο βαλς των πανδημιών, έχουν μια τεράστια επιτυχία». Θα προσθέτατε τους θεωρητικούς της καταστροφολογίας μεταξύ αυτών των «εμπόρων»;

    Χαιρετώ τις σκοπιές που ξαγρυπνούν. Οι σειρήνες συναγερμού να αντιλαλούν σε κάθε τόπο προειδοποιώντας ενάντια στην υποβάθμιση του κλίματος, τη δηλητηρίαση των αγρών και των τροφίμων, τη βιομηχανική ρύπανση και τον κυνισμό μιας κυβέρνησης που προστατεύει τη Total, αλλά θεσπίζει φόρο επί των καυσίμων. Αυτό συμβάλλει στην αφύπνιση των συνειδήσεων αλλά αυτές οι εκδηλώσεις-διαδηλώσεις δεν θα αλλάξουν ένα κόμμα στην πολιτική των Κρατών, άρρηκτα υποτακτικών στις πολυεθνικές που κάνουν τον πλανήτη μια έρημο. Μέσα στο αυλάκι της ήττας των αγωνιστών αναπτύσσεται μια ιδεολογία της αναπόφευκτης καταστροφής, μια αίσθηση του μοιραίου. Η αγορά του φόβου είναι εκεί για να αναλάβει την ευθύνη της απελπισίας εκείνων που έχουν την εντύπωση ότι μάχονται μάταια. Μια σημαντική ενέργεια διαχέεται στον αγγελισμό των καλών προθέσεων, στην ανίσχυρη αγανάκτηση των διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους. Δεν θα ήταν πιο χρήσιμο να επενδύσουμε αυτή την ενέργεια στον αγώνα που οδηγούν οι ZAD στις περιοχές τους ενάντια στην τοξικότητα, τις ρυπογόνες επιχειρήσεις, τη δηλητηρίαση της γης, του νερού και των τροφίμων; Είναι σε αυτό το τοπικό επίπεδο που βρίσκουν νόημα και αποτελεσματικότητα οι πραγματικές διεκδικήσεις υπέρ του κλίματος και του περιβάλλοντος.

    10. Μας θυμίζετε ότι κάθε ανατρεπτική σκέψη φέρνει μαζί της μια νέα τυραννία. Εάν καταφέρναμε ταυτόχρονα να υπονομεύσουμε τον πλανητικό καπιταλισμό, την κοινωνία της κατανάλωσης, την κοινωνία του θεάματος και ακόμη και τη χρήση των χρημάτων, ποιας τυραννίας θα έπρεπε τότε να δυσπιστούμε;

    Αναμφίβολα των αρπακτικών επιπτώσεων, εκείνου που έχει απομείνει από το ανεκπλήρωτο ζωώδες στον καθένα, από την νοσηρή γοητεία που ασκεί η εξουσία. Από τον καιρό της εμφάνισης των Πόλεων-Κρατών χρονολογούνται οι πόλεμοι, η επίλυση της διαμάχης μέσω της βίας, η πατριαρχία, η ιεραρχία που διαιρεί την κοινωνία σε άρχοντες και σκλάβους. Εκείνο που ένα κοσμικό-αιώνιο ψέμα αποδίδει στην ανθρώπινη φύση είναι στην πραγματικότητα η επίδραση μιας μετουσίωσης, μιας αλλοίωσης, μιας παραμόρφωσης που αγγίζει τον άνδρα και τη γυναίκα, τους καθιστά απάνθρωπους μέσα από ένα σύστημα εκμετάλλευσης, τους επιβάλλει έναν πλασματικό διαχωρισμό με μια ηγετική κεφαλή, επίδραση της πνευματικής εργασίας, και ένα σώμα που εξαναγκάζεται στην χειρωνακτική εργασία. Περισσότερο από την επανάληψη ηθικών ικεσιών, η καθιέρωση ενός τρόπου ζωής στη θέση αυτού του απόβαρου που μας μαστίζει για χιλιετίες [θα είναι η λύση].

    11. Προτείνετε να «προχωρήσουμε προς μια μεταμόρφωση στην οποία ο άνθρωπος, απόλυτος καλλιτέχνης της δικής του ύπαρξης, θα γίνονταν ένα ανθρώπινο ον μέσα σε μια πειραματική διαδικασία ικανή να ανοίξει το πεδίο όλων των δυνατοτήτων». Δεν είναι ακριβώς αυτό το πεδίο όλων των δυνατοτήτων, που αυτή η ελευθερία διεγείρει; Δεν είναι ίσως ο φόβος το μεγαλύτερο εμπόδιο για την έλευση του Homo ecologicus-του οικολογικού Ανθρώπου;

    Ο σχολιασμός του Scutenaire “Φτωχά πουλάκια που δεν τρώτε παρά μόνο με μεγάλο φόβο” εφαρμόζεται στην καθημερινή ύπαρξη εκατομμυρίων γυναικών και ανδρών που αντιμετωπίζονται από το σύστημα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης ως ένα μείγμα θηρίων υποζυγίων και αρπακτικών θηρίων. Μέχρις ότου η θέληση για ζωή δεν θα έχει καταργήσει τον αγώνα για επιβίωσηa (struggle for life) και σαρώσει των αρένες της ανταγωνιστικής μιζέριας, ο φόβος θα παραμείνει πανταχού παρόν. Μόνο εάν κυριαρχήσει (επί αυτού και της δίδυμης αδελφής του, της ενοχής ) η χαρά της ζωής που δεν χρειάζεται τίποτα άλλο παρά τόλμη και ξανά τόλμη για να διεκδικήσει την απόλυτη κυριαρχία της.

    12. Ποιες συμβουλές ανάγνωσης θα δίνατε στις μελλοντικές γενιές;

    Να μάθουν πρώτα απ ‘όλα να αποκρυπτογραφούν την ύπαρξή τους, εκείνη που τους επιβάλλεται από μια κοινωνία αρπακτικών και εκείνη που επιθυμούν με πάθος από τα βάθη της καρδιάς τους. Τους συμβουλεύω, παρεμπιπτόντως, να περιηγηθούν και να αναζητήσουν στοιχεία στο πιο ανθεκτικά απαγορευμένο και εξαφανισμένο από τα ράφια βιβλίο στην ιστορία, τον λόγο της εθελοντικής υποτέλειας-Il discorso della servitù volontaria που έγραψε ένας έφηβος δεκαεπτάχρονος, ο Etienne de la Boétie.

     

    Tra le rovine del vecchio mondo e i vagiti di una nuova civiltà. (Seconda parte)

    διεθνισμός, internazionalismo

    Rojava: ένα πρακτικό παράδειγμα οικοσοσιαλισμού; – un esempio pratico di ecosocialismo?

    Αυτό το άρθρο, που δημοσιεύτηκε στις 9 αυγούστου στο Climate & Capitalism για την εκστρατεία “Make Rojava Green Again”, ζητά την οικοδόμηση μια δημοκρατικής, φεμινιστικής και οικολογικής κοινωνίας.

    Το 2011, στο πλαίσιο της αραβικής άνοιξης, ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, αντιμετωπίζοντας διάφορες ένοπλες ομάδες και κατά του καθεστώτος του Bashar Al Assad. Σύντομα, ένας συνασπισμός κουρδικής πλειοψηφίας, με επικεφαλής το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD), καθώς και άλλα κουρδικά κόμματα και ομάδες, αραβικές, συριακές, ασσυρίων και τουρκμένων, δημιούργησε μια αυτόνομη περιοχή στη Ροζάβα (συριακό Κουρδιστάν, βόρεια Συρία). Μετά τη δημιουργία ενός νέου Συντάγματος, η Δημοκρατική Ομοσπονδία της βόρειας Συρίας ιδρύθηκε επιτέλους το 2016.

    Η διεθνής προσοχή προς τη Rojava αυξήθηκε εκθετικά τα επόμενα χρόνια, κυρίως λόγω του ζωτικού ρόλου που διαδραματίζουν οι Μονάδες λαϊκής προστασίας (YPG) και οι Μονάδες προστασίας των γυναικών (YPJ) στην πάλη ενάντια στις φασιστικές πολιτοφυλακές του Daesh στην περιοχή, Όντως, ήταν ο ηρωικός αγώνας των YPG / YPJ (με την εναέρια υποστήριξη του Διεθνούς Συνασπισμού) που επέτρεψε, μέτρο προς μέτρο, πόλη με πόλη, να μπει τέλος στο τρομοκρατικό καθεστώς του Daesh στη Συρία και το Ιράκ στις αρχές του 2019 .

    Ωστόσο, λίγα δυτικά μέσα ενημέρωσης ενδιαφέρθηκαν για το εξαιρετικό επαναστατικό έργο-σχέδιο που αναπτύσσεται αυτή τη στιγμή στη Rojava. Από το 2012 δημιουργήθηκε μια νέα μορφή αυτοδιαχειριζόμενης και ελεύθερης κοινωνίας η οποία είναι απαλλαγμένη από ένα κεντρικοποιημένο Κράτος, βασισμένη στις αξίες της απελευθέρωσης των γυναικών, της δημοκρατίας και της οικολογίας. Με βάση την ιδεολογία του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος και των συγγραμμάτων του αρχηγού της Abdullah Öcalan, αυτό το πρακτικό παράδειγμα μιας κοινωνίας με σοσιαλιστικές βάσεις αποτελεί πηγή έμπνευσης και ελπίδας για όλα τα αριστερά κινήματα. Επιπλέον, η Rojava δείχνει ότι μια άλλη κοινωνία είναι εφικτή!

     Η διεθνιστική κομμούνα της Rojava

    Η Rojava Internationalist Commune ιδρύθηκε το 2017 από διεθνιστές όλου του κόσμου, με την υποστήριξη του νεανικού Κινήματος της Rojava (YCR / YJC). Σκοπός αυτής της δομής είναι να μοιραστεί και να ανταλλάξει γνώσεις, δεξιότητες και εμπειρίες μέσω μιας διεθνιστικής προοπτικής, καθώς και η υποστήριξη έργων και της επανάστασης στην Rojava. Η Κομμούνα χρησιμεύει επίσης για τη διευκόλυνση της ενσωμάτωσης των ξένων ακτιβιστών στην κοινωνία, και ένα από τα πρώτα βήματα ήταν το χτίσιμο της πρώτης διεθνιστικής ακαδημίας Şehid Helîn Qereçox (που ονομάστηκε έτσι για την βρετανίδα εθελοντή των Ypj που μαρτύρησε στην Αφρίν). Από τότε, πολλοί διεθνιστές παρακολούθησαν μαθήματα κατάρτισης για να συμμετάσχουν αργότερα σε διάφορες εργασίες και σχέδια με τον άμαχο πληθυσμό της Ροζάβα.

    Χτισμένη ως ένα έργο συλλογικής ζωής με μια οικολογική προσέγγιση, η Διεθνιστική Κομμούνα στοχεύει επίσης να είναι μια ακαδημία που εκπαιδεύει τους διεθνιστές και τους ανθρώπους της Ροζάβα στην περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση και πρακτική. Χρησιμεύει ως ένα είδος εργαστηρίου για την οικοδόμηση μιας οικολογικής κοινωνίας.

    Τέλος, η διεθνιστική Κοινότητα ξεκίνησε την εκστρατεία «Make Green Rojava again» (Κάνε ξανά την Ροζάβα πράσινη) σε συνεργασία με την οικολογική επιτροπή του καντονιού της Cizirê (μία από τις τρεις περιοχές της Rojava: Cizirê, Kobane και Afrin). Η εκστρατεία στοχεύει στην εξεύρεση λύσεων για τα οικολογικά προβλήματα της επανάστασης, όπως η λειψυδρία, η απερήμωση και η εξάρτηση από την παραγωγή πετρελαίου.

    Να κάνουμε ξανά πράσινη την ύπαιθρο της Rojava

    Αρχικά, η εκστρατεία «Κάνε ξανά Πράσινη την Ροζάβα» ήταν σχέδιο κάποιων ξένων ακτιβιστών. Σήμερα έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο και έχει διάφορους τοπικούς εκπροσώπους σε διάφορες χώρες όπως η Αγγλία, η Γερμανία, η Ελβετία, η Ισπανία και η Ιταλία. Οι στόχοι του έχουν επίσης εξελιχθεί και επεκταθεί με την πάροδο του χρόνου, αλλά τρεις βασικοί στόχοι οδήγησαν την εκστρατεία από την αρχή.

    Ο πρώτος στόχος ήταν να οικοδομηθεί η διεθνιστική Ακαδημία της Rojava, καθοδηγούμενη από ένα οικολογικό πνεύμα: χρησιμεύοντας ως παράδειγμα, εργαζόμενη για παρόμοια σχέδια και αναπτύσσοντας ιδέες για ολόκληρη την κοινωνία. Η οικοδόμηση ενός τέτοιου σχεδίου είναι, φυσικά, μια μακροπρόθεσμη διαδικασία και βρίσκεται σε εξέλιξη. Τα διάφορα κτήρια της Ακαδημίας έχουν ήδη ολοκληρωθεί και έχουν ήδη ολοκληρωθεί πολλά μαθήματα εκπαίδευσης για τους διεθνιστές. Με τον πληθυσμό της Rojava, το έργο επικεντρώνεται στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης για να μετακινηθεί προς την προώθηση μιας οικολογικής κοινωνίας.

    Ο δεύτερος στόχος της εκστρατείας είναι η στήριξη των οικολογικών σχεδίων του καντονίου της Cizirê, με επίκεντρο την αναδάσωση και την κατασκευή ενός συνεταιριστικού φυτώριου εντός της διεθνιστικής Ακαδημίας. Εκείνη την εποχή, φυτώρια υπήρχαν ελάχιστα στη Ροζάβα. Αρκετά νηπιαγωγεία δημιουργήθηκαν αργότερα στις πόλεις γύρω μας, και το δικό μας δεν ήταν πλέον απαραίτητο. Ωστόσο, συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε οικονομικά και πρακτικά την αποκατάσταση του φυσικού καταφυγίου της Hayaka, το οποίο αποτελεί μία από τις τελευταίες φυσικές περιοχές που απομένουν στην περιοχή. Η αναδάσωση αυτής της περιοχής συνεχίζεται.

    Ο τελικός στόχος είναι η προσέλκυση υλικής στήριξης για υπάρχοντα και μελλοντικά οικολογικά σχέδια-έργα δημοκρατικής αυτοδιαχείρισης, μεταξύ των οποίων η ανταλλαγή γνώσεων μεταξύ ακτιβιστών, επιστημόνων και εμπειρογνωμόνων με επιτροπές και δομές στην Ροζάβα και η ανάπτυξη μιας μακροπρόθεσμης προοπτικής για μια οικολογική ομοσπονδία της βόρειας Συρίας. Όντως στη Ροζάβα υπάρχει έλλειψη μηχανικών κάθε είδους, οπότε στόχος μας είναι να επικοινωνήσουμε και να προσκαλέσουμε ειδικούς από όλο τον κόσμο να έρθουν και να βοηθήσουν στην οικοδόμηση αυτής της οικολογικής κοινωνίας.

    Εργαζόμαστε τώρα σε συνεργασία με αρκετές πόλεις, όπως η Derik ή το Kobane, σε διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων να πρασινίσουμε τις πόλεις με δέντρα ή στρέφοντας την προσοχή σε έργα ανακύκλωσης. Επίσης φυτεύουμε εκατοντάδες δέντρα στην Ακαδημία και εργαζόμαστε επί του παρόντος σε ένα πιλοτικό σύστημα για τη διαχείριση των γκρίζων και μαύρων υδάτων.

    Η φιλοσοφία μας

    Όπως περιγράφηκε παραπάνω, μεγάλο μέρος της εκστρατείας μας είναι να στηρίξουμε σχέδια-έργα στην Rojava, οικονομικά ή πρακτικά στο πνεύμα της αλληλεγγύης και του διεθνισμού. Αλλά το έργο μας δεν τελειώνει εδώ: σκοπεύουμε επίσης να μεταδώσουμε την ιδεολογία της επανάστασης πέραν της Rojava.

    Η οικολογία, μαζί με τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό και την απελευθέρωση των γυναικών, αποτελεί βασικό πυλώνα της επανάστασης της Ροζάβα. Παρουσιάζοντας το βιβλίο μας «Να κάνουμε και πάλι πράσινη την Rojava», το οποίο δημοσιεύθηκε αυτό το έτος σε πολλές γλώσσες, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι μακριά από τη φύση απέχουν πολύ από τον εαυτό τους και, επομένως, είναι αυτοκαταστροφικοί. Στόχος μας είναι εκείνος να δημιουργήσουμε μια «ανανεωμένη, συνειδητή και πεφωτισμένη ενοποίηση προς μια φυσική και οργανική κοινωνία», όπως δηλώνει ο Abdullah Öcalan. Αυτό που συμβαίνει στη Rojava είναι πολύ περισσότερο από προστασία της φύσης, περιορίζοντας τη ζημιά της. Πρόκειται για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ ανθρώπων και φύση.

    Για να επιτύχουμε αυτό τον στόχο, βασίζουμε το έργο μας στις αρχές της «κοινωνικής οικολογίας», μιας θεωρίας που αναπτύχθηκε από τον αμερικανό ελευθεριακό θεωρητικό Murray Bookchin και αντιμετωπίστηκε επίσης από τον Abdullah Öcalan. Το βασικό επιχείρημά του είναι ότι η καπιταλιστική νεωτερικότητα προκαλεί περιβαλλοντική καταστροφή και οικολογικές κρίσεις, και αυτό συμβαδίζει με την καταπίεση και την εκμετάλλευση των ανθρώπων. Επιπλέον, η ανεύθυνη νοοτροπία του μέγιστου οφέλους έφερε τον πλανήτη μας στην άκρη της αβύσσου και άφησε την ανθρωπότητα σε έναν ανεμοστρόβιλο πολέμων, πείνας και κοινωνικών κρίσεων.

    Για να ξεπεραστεί αυτή η κρίση του καπιταλισμού, η κοινωνική οικολογία απαιτεί τη δημιουργία μιας πολιτικής και ηθικής κοινωνίας, στην οποία η ανθρωπότητα ανανεώνει τη σχέση της με τη φύση βλέποντας τον εαυτό της ως μέρος της φύσης αντί να διαχωρίζεται. Η συμφιλίωση μεταξύ ανθρώπου και φύσης ξεκινά με τον τερματισμό της καταπίεσης, της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση: πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τη φύση ως άψυχο και άπειρο πόρο, ατελείωτο. Συνοψίζοντας την προσέγγισή μας με τα λόγια του Murray Bookchin: «Η κοινωνική οικολογία παρουσιάζει ένα μήνυμα που καλεί όχι μόνο μια κοινωνία απαλλαγμένη από ιεραρχίες και ιεραρχικές ευαισθησίες, αλλά μια ηθική που θέτει την ανθρωπότητα στον φυσικό κόσμο ως έναν παράγοντα για να δημιουργήσει αυτό εξέλιξη τόσο κοινωνική όσο και φυσική εντελώς συνειδητή ”.

    Πιστεύουμε ότι μια αλλαγή λαμβάνει χώρα σε όλο τον κόσμο και ότι είναι δυνατή μια ελεύθερη οικολογική κοινωνία. Εδώ στη Rojava εργαζόμαστε για να ξεπεράσουμε τις αντιφάσεις και οικοδομούμε μια νέα δημοκρατική, φεμινιστική και περιβαλλοντολογική-οικολογική κοινωνία. Διαδίδουμε όλο και περισσότερο την ιδεολογία της ώστε να μπορεί να ωφελήσει ολόκληρη την ανθρωπότητα!

    ΠΗΓΗ: KurdistanAmericaLatina

    Μετάφραση από τα ισπανικά με επιμέλεια του AgireBablisoke

     

    https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/09/10/rojava-un-esempio-pratico-di-ecosocialismo/

    ένοπλη πάλη, lotta armata

    Ανταρτοπόλεμος στη Γερμανία: συζήτηση επάνω στην ιστορία της RAF

                                                                            (il Manifesto 22.05.1975)
                           StefanWisniewski: 

    Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς.

    Μια συνέντευξη επάνω στην ιστορία της RAF

     ID Berlin 2003, TAZ 11/10/97  (tageszeitung, μια αριστερή βερολινέζικη εφημερίδα)

    Premessa 

    20 χρόνια από το φθινόπωρο του 1977 υπήρξε μια επικοινωνιακή παράσταση που δεν είχαμε ξαναδεί. Σε όλα τα τηλεοπτικά κανάλια, με τα ραδιοφωνικά προγράμματα, σε ειδικά ένθετα και σε μια σειρά από εφημερίδες με μεγάλο όνομα αντιμετωπίζονται τα γεγονότα σχετικά με την απαγωγή Schleyer, τους νεκρούς του Stammheim και τη δράση του GSG9[1] στο Mogadiscio. Εκατοντάδες δημοσιογράφοι και σχολιαστές εξυπηρετούν το δημόσιο ενδιαφέρον τους τελευταίους μήνες χωρίς να γίνονται γνωστά νέα γεγονότα.
    Στην συνέντευξη που ακολουθεί μιλάει ένας που έλαβε μέρος στην απαγωγή του Schleyer, μιλώντας για τα γεγονότα του 1977.
    Ο Stefan Wisniewski έπαιρνε μέρος στο κομάντο της RAF Siegfried Hausner. Τον μάιο του 1978 συνελήφθη στο Παρίσι και εκδόθηκε στη Γερμανία. Το 1981 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την απαγωγή και τη δολοφονία του Schleyer. Δεν έκανε οποιαδήποτε δήλωση στις αρχές. Τον οκτώβριο του 1997 μπόρεσε να παραχωρήσει μια ελεύθερη συνέντευξη σε δύο δημοσιογράφους της TAZ, τους Petra Groll και Jürgen Gottschlich. Αναδημοσιεύουμε υπό μορφή βιβλίου αφού τα άρθρα των εφημερίδων συχνά καταπίνονται γρήγορα από τη φρενίτιδα της αγοράς. Πρώτα απ ‘όλα επειδή το κείμενο θεωρήθηκε ως μια συμβολή συζήτησης και, πράγματι, έτσι ήταν.[2]
    Ο Stefan Wisniewski έχει συναινέσει στην αναδημοσίευση, παρά το ότι οι συνθήκες της συνέντευξης επέτρεπαν μόνο μια περιορισμένη αναφορά στη συζήτηση εκείνης της εποχής και συνεπώς προσέλαβαν μόνο έναν προσωρινό χαρακτήρα.
    Η συζήτηση είναι μεταξύ των σημαντικότερων εγγράφων για τα γεγονότα του 1977. Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά με τον τόνο της σύγχρονης κουβέντας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ξεχωρίζει για την απουσία άβολων μαρτυριών των πρωταγωνιστών. Έτσι, στην εξαιρετικά υπερβολική ταινία του Erich Breloer «Todesspiel» δεν συμβουλεύτηκαν κανένα από τους κρατούμενους που βρίσκονται ακόμα στη φυλακή. Πρώην αριστερίζοντες του 68 κάνουν εικασίες για την RAF και απλώς αγνοούν το γεγονός ότι κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 πολλοί άνθρωποι θεωρούσαν τον ένοπλο αγώνα μια πιθανή πολιτική στρατηγική. Σε αντίθεση με το γενικό ξεπούλημα και τις ανοησίες των αποκαλούμενων ειδικών της τρομοκρατίας, ο Stefan Wisniewski περιγράφει τις εξελίξεις στην πολιτική του βιογραφία επίμονος, νηφάλιος και αυτοκριτικός και μας δίνει μια ματιά επάνω στην RAF εκείνης της εποχής.                                           

    Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς

    Το έτος 1977 ήταν το έτος της αντιπαράθεσης μεταξύ της RAF και του κράτους. Όταν εστιάσατε όλες τις δυνατότητές σας στην απελευθέρωση των κρατουμένων, αυτοί ήταν μέσα μόνο από λίγα χρόνια (5/7).

     Stefan Wisniewski: Η πρώτη ένοπλη δράση της RAF, σχεδόν η γέννησή της, ήταν [14 μαρτίου] η απελευθέρωση του Andreas Baader, ο οποίος είχε μερικά χρόνια πίσω και μπροστά του (είχε 3 χρόνια και ήταν φυλακισμένος από 1). Μετά την εμπειρία των 4/5 ετών πριν από το 1977, είπαμε: με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί πλέον να προχωρήσει η κατάσταση. Η Ulrike Meinhof ήταν νεκρή, ο Holger Meins ήταν νεκρός, η Katharina Hammerschmidt ήταν νεκρή όπως και ο Siegfried Hausner ήταν νεκρός[3].

    Καταδικάστηκες στη μέγιστη ποινή για τη χώρα αυτή, σε ισόβια κάθειρξη, και εξέτισες σχεδόν 20 χρόνια.

    Παρ ‘όλα αυτά δεν έχασα την επανάσταση. Εκ των υστέρων πρέπει φυσικά να αναλύσουμε «την εποχή της ανυπομονησίας μας.”

    Ποια είναι η κατάσταση τώρα;

    Η φυλακή φυσικά δεν έχει καμία προοπτική εκτός από το να κρατείσαι εδώ χωρίς κανένα νόημα.

    Πώς είναι οι επαφές σου προς τα έξω εκτός από την οικογένεια; Πώς ενημερώνεσαι;

    Με τα χρόνια, μέσω των επισκέψεων, αναπτύχθηκαν επαφές, με όλες τις διάφορες πολιτικές διαφορετικότητες. Μερικοί από εμάς εν τω μεταξύ έχουν απελευθερωθεί και έχουν φτάσει νέοι άνθρωποι. Πολλά από αυτά που κάνουν, πολύ δύσκολα μπορώ να παρακολουθήσω και να μοιραστώ: να έχω παιδιά, βλέποντάς τα να μεγαλώνουν και να παίζουν, τον αιώνιο υπαρξιακό αγώνα μεταξύ ζωής και θανάτου που παίζεται έξω από τους τοίχους … διαβάζω πολύ, κυρίως βιβλία. Στα πρώτα 10 χρόνια είχα απαγόρευση της τηλεόρασης, αλλά δεν έχασα πολλά, εκτός από μερικές λεπτομέρειες: το ταχυδρομείο μου καταχωρήθηκε στο δικαστήριο και υπάρχουν πάντα απαγορευτικές διατάξεις. Ζω και καταριέμαι τη φυλακή όπως και οι υπόλοιποι κρατούμενοι, δουλεύω εδώ και 2 μήνες μετά την απαγόρευση της εργασίας για όλα αυτά τα χρόνια.

    ΠΑΝΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ

    Έχω πάντα αρνηθεί την ιδέα, γιατί δεν πιστεύω ότι αυτό το σωφρονιστικό ίδρυμα είναι φυσιολογικό, ακόμα και για τους άλλους κρατούμενους. Αλλά πάντα έβλεπα τη φυλακή ως ένα κοινωνικό έδαφος, από το οποίο δεν ήθελα να απομονώσω τον εαυτό μου.

    Αντιθέτως η RAF πάντα ζητούσε τη συνάντηση των πολιτικών κρατουμένων και όχι την ένταξη σε κανονική φυλακή.

    Αρχικά και η RAF προσπάθησε την συνάντηση με τους άλλους κρατούμενους. Υπήρχαν επίσης προσδοκίες για ένα επαναστατικό κίνημα μεταξύ των κρατουμένων. Το γεγονός είναι ότι από την αρχή αυτές οι διατάξεις απομόνωσης ελήφθησαν εναντίον μας. Στη συνέχεια ξεκίνησαν οι δίκες και έγιναν προσπάθειες να τις χρησιμοποιήσουμε ενωμένοι και με πολιτικό τρόπο. Ήταν και είναι θεμιτό να ζητηθεί η συνάντηση των πολιτικών κρατουμένων για να συζητήσουμε μαζί και να σπάσουμε την απομόνωση στις φυλακές.

    Το έχουμε διαβάσει από τα πρώτα ανακοινωθέντα. Αλλά η γραμμή άλλαξε γρήγορα: όλα αναφέρονταν στο καθεστώς των αιχμαλώτων πολέμου.

    Όταν αυτό έγινε απόλυτο ως γραμμή, είπα: εντάξει μπορούμε να το συζητήσουμε πολιτικά, αλλά εγώ μπορώ επίσης να ακολουθήσω μια άλλη πολιτική πορεία. Αν δεν μπορούμε να καταφέρουμε να συναντιόμαστε εδώ με άλλους κρατούμενους, πώς μπορούμε να το κάνουμε στη συνέχεια έξω με τον κόσμο. Εδώ, όπου είναι έγκλειστοι, μαθαίνουν πραγματικά τι είναι το σύστημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είναι απαραίτητη μια κοινωνιολογική έρευνα, αν και μια ανάλυση της νέας σύνθεσης και δομής των φυλακών θα ήταν κάτι περισσότερο από λογική.

    Περισσότεροι από τους μισούς κρατούμενους είναι αλλοδαποί, και πολλοί από αυτούς απειλούνται με μεταφορά σε χώρες όπου ασκούνται τα βασανιστήρια.

    Είναι σε αυτό το σημείο που υπήρξε μια ρήξη ανάμεσα σε εσένα και τους φυλακισμένους της RAF;

    Εγώ δεν την είδα ούτε την εννόησα ως ρήξη. Το θέμα ξεκίνησε με τη δίκη μου το 1981, ήταν η πρώτη δίκη για την απαγωγή του Schleyer.

    Ήθελα να διεξάγω τη δίκη μου με επιθετικό τρόπο.

    Ήμουν σε προληπτική φυλακή μέχρι τότε. Είχα ήδη δύο ανοιχτές δίκες: η πρώτη γιατί έδωσα μια γροθιά στη μύτη ενός δικαστή, ήταν αμέσως μετά την έκδοσή μου από τη Γαλλία, όταν προκλητικά διέκοψε ένα τηλεφώνημα με τον δικηγόρο μου, αφού την προηγούμενη ημέρα, στο αεροδρόμιο Orly , εμποδίστηκα να μιλήσω με έναν γάλλο δικηγόρο.

    Η έκδοσή σου ήταν αστραπιαία, πιθανώς επειδή με το αντιγερμανικό κλίμα της εποχής, θα έπρεπε ίσως να ασχοληθούν με τη δυνατότητα πολιτικού ασύλου.

    Ναι όλα συνέβησαν σε αστυνομικό επίπεδο. Και ο δικαστής αναγνώρισε ότι δεν έγιναν όλα σε κανονική βάση. Αλλά δεν ήταν το πιο σημαντικό. Το σημαντικό ήταν ότι πλέον με είχαν. Για την μπουνιά στον ομοσπονδιακό δικαστή μου έδωσαν 7 μήνες, που μου προστέθηκαν στα 20 χρόνια της ποινής και άλλα 6 χρόνια μου προστέθηκαν για μια προσπάθεια διαφυγής και αυτή η καταδίκη χρησίμευσε για να αποδείξει την επικινδυνότητα μου. Το φόντο αυτής της δικαστικής υπόθεσης ήταν ότι δεν είχαν σχεδόν τίποτα στο χέρι τους εναντίον μου. Έτσι προσπάθησαν να δείξουν την επικινδυνότητα μου με τη δίκη Schleyer. Σε κάθε περίπτωση παρέμεινα απομονωμένος για 3 χρόνια πριν ξεκινήσει η δίκη. Οι κρατούμενοι σχεδίαζαν τότε μια απεργία πείνας. Δεδομένου ότι ο τύπος ήρθε στη δίκη έπρεπε να διαβάσω σχεδόν αμέσως τη δήλωση της έναρξης της απεργίας πείνας. Εκεί είπα αρκετά, φτάνει. Αν βρισκόμαστε σε απεργία πείνας, η δίκη γίνεται μια αντιπαράθεση γύρω από την απεργία πείνας. Εμένα ενδιέφερε ωστόσο να οδηγήσω τη δίκη με επιθετικό τρόπο. Ήθελα την αντιπαράθεση γύρω από το 1977.[4]

    Οι φυλακισμένοι άρχισαν την απεργία πείνας ούτως ή άλλως.

    Είχαν βρει έναν άλλο δρόμο για να καταστήσουν δημόσια την απεργία πείνας. Στη συνέχεια αυτό που έπρεπε να συμβεί συνέβη. H κατάσταση η σχετική με τα πολιτικά ζητήματα στο δικαστήριο και στην κοινή γνώμη επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο. Τα ερωτήματα ήταν: Μπορούν οι κρατούμενοι να επιβιώσουν; Ποιοι θέλουν να συναντούνται με ποιους; κ.λπ. Ευτυχώς υπήρχαν επίσης πολλοί κοινωνικοί κρατούμενοι με τους οποίους συμμεριζόμασταν εν μέρει τις απαιτήσεις της απεργίας πείνας και στους οποίους θα μπορούσα να αναφερθώ, όταν συμμετείχα επί 6 εβδομάδες, με αιτήματα που είχαν ωριμάσει μέσα από τη συγκεκριμένη εμπειρία μου.

    Ο Sigurd Debus πέθανε κατά τη διάρκεια αυτής της απεργίας πείνας μέσω του βασανιστηρίου της αναγκαστικής σίτισης. Στη συνέχεια στο δικαστήριο πέρασα λιγάκι πέρα από τα συνήθη εθιμοτυπικά της αντιπαράθεσης με τη γερουσία.

    Συνεπώς σημαίνει ότι απομακρύνεσαι από την RAF το 1981.

    Η απάρνηση και η υποβολή δεν είναι για μένα. Έψαχνα άλλες δυνατότητες, αφού είχαμε τοποθετήσει την πρόκλησή μας απέναντι στο κράτος γύρω από το καθεστώς των αιχμαλώτων, το αδύναμο σημείο μας. Αυτό το κραυγαλέο λάθος δεν ήθελα να επαναλάβω σε καμία περίπτωση ως φυλακισμένος.

    Αλλά η ιστορία της RAF συνεχίστηκε με αρκετούς νεκρούς.

    Θα έπρεπε να ρωτήσεις τους συγγραφείς και τους υποστηρικτές της γραμμής του αντιιμπεριαλιστικού μετώπου στην οποία δεν ανήκω. Το βήμα μου υπήρξε μια επιστροφή στις ρίζες, ένα «Back to the Roots», σε όλα τα ζητήματα που μας έκαναν να γίνουμε θυμωμένοι και αγωνιστές.

    Πώς έφτασες στη RAF;

    Λοιπόν, πρώτα πρέπει να σας πω πώς ήρθα στο αντιαυταρχικό κίνημα..…

    Γεννήθηκα στη δεκαετία του 1950 σε ένα ειδυλλιακό χωριουδάκι στο Μέλανα Δρυμό, γιος ενός πολωνού εξαναγκασμένου εργάτη. Καμία θεαματική ιστορία, στην Πολωνία θα ήταν μια ιστορία όπως χίλιες, αλλά σε αυτό το χωριό η μητέρα μου με πίεζε: «Μη λες τίποτα για την ιστορία του πατέρα σου, αλλιώς θα έχεις πρόβλημα» στο χωριό υπήρχαν αρκετοί πρώην SS ή SA και πολλοί που έκαναν τα στραβά μάτια, μετρούσαν ως πολίτες με κύρος. Ο πατέρας μου επέζησε μόνο 8 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου από την εξολόθρευση των στρατοπέδων συγκέντρωσης, εγώ τότε ήμουν παιδί και η αδελφή μου είχε φύγει. Η μητέρα μου ήθελε να με μεγαλώσει χωρίς μίσος στην ψυχή, αλλά ούτε και η προοπτική της σιωπής δεν ήταν εφικτή. Για διάφορους λόγους βρέθηκα σε ένα κέντρο υποδοχής το οποίο γέμιζαν με παιδιά που ήταν «δύσκολο να εκπαιδευτούν». Η πλειοψηφία προέρχονταν από τα χαμηλότερα στρώματα, πολλά ήταν έγχρωμα, παιδιά πρώην Gl (στρατιώτες των ΗΠΑ), Sinti και ένα αγόρι πολωνικής καταγωγής. Έπρεπε να κάνουμε μαθήματα με τους δασκάλους που μας συμπεριφέρονταν με κουβέντες όπως «Με σας κάτω από τον Χίτλερ θα είχαμε κάνει μια σύντομη δίκη». Το έσκασα 7 φορές μέσα σε ένα χρόνο από εκεί και μερικές φορές με έπιαναν μετά από περιπετειώδες κυνήγι από την αστυνομία. Όταν όλα τέλειωσαν και με τη βοήθεια της μητέρας μου, πήγα στο Αμβούργο για να μπαρκάρω. Δεν ήταν καθόλου ρομαντικό, εκεί είδα την δυστυχία του τρίτου κόσμου, όταν στα αφρικανικά λιμάνια έρχονταν οι άνδρες για να προσφέρουν τις γυναίκες τους σε αντάλλαγμα αυτών που περίσσευαν από το φαγητό μας. Εκείνοι που δεν ντρέπονται γι αυτό, πρέπει να δοθούν τροφή στους καρχαρίες. Στη συνέχεια παρέμεινα στο Αμβούργο, δούλευα και πήγαινα σε ένα νυχτερινό σχολείο.

    Πόσων χρόνων ήσουν;

    Ήμουν μόλις 20 ετών. Σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις θα μπορούσα να είχα πάρει μια διαφορετική πορεία. Για μένα το αντιαυταρχικό κίνημα και οι νέες μορφές ζωής ήταν καθοριστικές. Οι κοινότητες, οι Πέτρες-Gli Stones, οι μακρυμάλληδες, αυτό ασκούσε μια τεράστια έλξη επάνω μου. Ο σοσιαλισμός και οι επαναστατικές θεωρίες προστέθηκαν, πρώτα απ ‘όλα η αίσθηση του δικαιώματος που γεννήθηκε από την εξέγερση. Εγώ μπήκα στο Rote Hilfe (Red Rescue-Κόκκινη Βοήθεια), ήμουν στην κατάληψη της Eckhoffstrasse ένα σπίτι της  Neuen Heimat [5]. Ήμασταν ναι αγωνιστές, αλλά κάναμε και κοινωνική εργασία για τους άστεγους και υποστήριξη σε μαθητές. Αστυνομία και Τύπος Springer[6], ορισμένοι κάνανε ένα χρόνο στη φυλακή, και ήταν μόνο σύμπτωση ότι δεν ήμουν ένας από αυτούς. Τότε είχαμε πραγματικά την αίσθηση ότι μπορούσαμε να αλλάξουμε κάτι παρά το γεγονός ότι η υποχώρηση αυτών του 68 γίνονταν αισθητή εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα και ο κατασταλτικός μηχανισμός χτυπούσε όλο και πιο σκληρά.

    Σε αυτή την κατάσταση η RAF μας φαινόταν αξιόπιστη, καθώς έβαζαν τη ζωή τους σε κίνδυνο για ένα ιδανικό. Όταν συνελήφθησαν οι πρώτοι άνθρωποι υπήρξε μια απίστευτη εκστρατεία κατασυκοφάντησης. Ήδη από αυτό μας φάνηκε ενδιαφέρουσα, βλέποντας αυτή την παραπληροφόρηση. Υπήρχαν πολλά διαφορετικά ερεθίσματα, τα οποία με οδήγησαν να δεσμευτώ με την RAF,στρατεύτηκα. Πήγα λοιπόν στο Βερολίνο.

    Ήμουν κι εγώ το 1974 στο Βερολίνο και για πρώτη φορά έφαγα πραγματικό ξύλο στη διαδήλωση μετά το θάνατο του Holger Meins. Πολλοί βίωσαν αυτήν την κατάσταση αλλά πολύ λίγοι πήγαν στην RAF.

    Θα μπορούσαμε να είχαμε συναντηθεί εκεί. Εκείνη την εποχή βρισκόμουν στο κέντρο νεότητας της Potsdamerstrasse, εξαιτίας της απεργίας πείνας. Είχαμε κινητοποιήσει όλους, από τη Διεθνή Αμνηστία μέχρι τον πάστορα Albertz, όλα όσα μας φαίνονταν χρήσιμα. Έκανα μια ομιλία εκεί, όταν ήρθε η είδηση «ο Holger είναι νεκρός». Δάκρυα ήρθαν στα μάτια μου – και όχι μόνο σε εμένα. Μερικοί από εκείνους που ήταν οι κύριοι επικριτές της RAF άρχισαν να κατασκευάζουν μολότοφ, και στη συνέχεια κατέβηκαν στην Kudamm[7].

    “Αν αυτοί αρχίσουν να σκοτώνουν ή αφήνουν τους φυλακισμένους να πεθάνουν – σκεφτόμασταν – τότε έπρεπε να συμβεί κάτι άλλο ». Όλα όσα είχα κάνει για τους κρατούμενους μέχρι τότε, μου φάνηκαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Έτσι δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε. Η συμμετοχή στην οργάνωση της κηδείας του Holger Meins ήταν η τελευταία μου νόμιμη πολιτική δράση. Εκείνο το γεγονός για μένα ήταν σαν να περνούσα ένα κατώφλι.

    Τότε είχα επαφές και με την 2 Ιουνίου αλλά κάποιος άφησε άδειο το ταχυδρομικό κουτί [8] ή μου είπαν για ένα λαθεμένο, οπότε η επαφή δεν είχε αποτέλεσμα.

    Θα σου ταίριαζαν καλύτερα.

    Ναι, μου το είπαν πολλοί, αλλά τα πράγματα πήγανε αλλιώς[9].

    Ίσως δεν ήταν σημαντικό;

    Στην 2 Ιούνη- 2 Giugno δεν υπήρχαν μόνο εργαζόμενοι και στην RAF όχι μόνο baby αστοί, αυτό πρέπει να το διευκρινίσουμε. Όταν ήμουν στο Βερολίνο, ακόμη νόμιμος, επισκέφτηκα τις γυναίκες του Κινήματος της 2ας Ιουνίου και της RAF. Είχαν τις αντιθέσεις τους, αλλά για μένα αυτό δεν σήμαινε πολλά.

    Γνώριζες τις διαφορές ανάμεσα στις δυο ομάδες;

    Αν επισκέφτηκα την Ina Siepmann του Κινήματος 2 Ιουνίου ή την Ingrid Schubert της RAF, δεν είχε σημασία. Το μόνο σημαντικό πράγμα ήταν ότι κάποιος από το κίνημα ήταν μέσα και δεν μπορούσαμε ούτε θέλαμε να τον αφήσουμε στον άσσο.

    Φυσικά ήξερα τις διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων! Αλλά τότε οι θεωρίες δεν είχαν τεθεί ακόμη σε εφαρμογή. Η απαγωγή Lorenz[10] και η δράση της Στοκχόλμης δεν είχε ακόμη λάβει χώρα. Σήμερα θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να διερευνηθεί η εξέλιξη των θεωριών. Η αποδέσμευση της RAF από τα κοινωνικά κινήματα με τις καταστροφικές συνέπειές της θα έλθει με το ’77. Το Κίνημα 2 Ιουνίου, το οποίο χαμήλωσε τη δύναμη του και τις επιπτώσεις της ρητορικής στην αλληλεπίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον του, σίγουρα είχε σε αυτή τη σχέση καλύτερα χαρτιά να παίξει. Όταν το κοινωνικό του πεδίο αναφοράς και η βάση του σταδιακά άρχισαν να χάνονται ή απευθύνθηκαν σε νέα θέματα, ένα μέρος από αυτούς δεν έμεινε μακριά από λάθη όπως εμείς. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τις RZ και Rote Zora11] οι οποίες διερεύνησαν τις αδυναμίες μας σε βάθος και οι οποίες παρέμειναν με τη δομή τους δίπλα το κίνημα. Ούτε η διεθνής τους πτέρυγα διασώθηκε από την καταστροφή.

    Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι ενέργειες της RAF αφορούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ.

    Υπήρξε μια συναίνεση στο κίνημα που παρέμεινε από το 1968. Εάν πραγματοποιηθεί εδώ μια επανάσταση, πρέπει να έχει έναν αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και να σκέφτεται να μελετά, να εξετάζει τα κινήματα στον τρίτο κόσμο. Χωρίς το Βιετνάμ, χωρίς την ανάπτυξη στον τρίτο κόσμο, η RAF δεν θα είχε γίνει αυτό που έγινε. Οι ελπίδες μας ήταν οι Μαύροι Πάνθηρες και οι Tupamaros.

    Αλλά γρήγορα εστιάσατε στο ερώτημα πώς να βγάλετε έξω τους κρατούμενους.

    Προβληματιστήκαμε και επάνω στις δυνατότητες που υπήρχαν σε άλλους τομείς. Όντες όμως μια μικρή ομάδα, νομίζαμε ότι θα γινόμαστε ισχυροί αν είχαμε επιτύχει κάτι σε αυτό το σημείο. Η αντικειμενική μας εκτίμηση ήταν ότι κράτος και κεφάλαιο κυριαρχούσαν τόσο πολύ στην τρέχουσα κατάσταση ώστε το κίνημα που είχε ξεσπάσει το 67/68 δεν μπορούσε πλέον να επιβιώσει. Σχετικά με το ζήτημα των κρατουμένων θέλαμε να επικοινωνήσουμε κάτι στο κράτος: τον χαρακτήρα του και την ιστορία του.

    Σε ποιον θέλατε να το επικοινωνήσετε;

    Δεν ήμασταν προσανατολισμένοι στο βιομηχανικό προλεταριάτο, όπως οι ομάδες ΜΛ. Απορρίψαμε αυτές τις σκέψεις με την ανάλυση της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης στη μητρόπολη. Για εμάς το επαναστατικό υποκείμενο δεν ήταν εκτιμητέο οικονομικά. Είπαμε: όποιος παλεύει μπορεί να είναι επαναστάτης. Δεδομένου ότι ενεργήσαμε ευρύτερα, δεν είχαμε το απαραίτητο διορθωτικό μιας κοινωνικής βάσης. Αυτό ήταν αλήθεια για τις BR που ήταν αρκετά ριζωμένες στο εργοστάσιο.

    Η Ιταλία ήταν διαφορετική

    Η Ιταλία ήταν άλλο πράγμα, και η Ιρλανδία, αλλά είδαμε τους εαυτούς μας σε σχέση με αυτούς. Φυσικά, εάν είχαμε βρεθεί στην Ιταλία, θα είχαμε κάνει σαν τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, το έχουμε πει ήδη από τα πρώτα κείμενα. Στην Ιταλία υπήρξε μια μεγάλη αντίσταση, στην οποία είχε συνδεθεί η ιστορία των χριστιανοδημοκρατών. Εδώ ο φασισμός είχε καταστρέψει αυτό που παρέμενε από το εργατικό κίνημα. Εδώ υπήρχε ένα άλλο είδος συνέχειας που έπρεπε να διαρραγεί.

    Η διεθνής υποστήριξή μας βασίζονταν στο γεγονός ότι μέσω της πολιορκίας της υπαίθρου εις βάρος της πόλης θα μπορούσαμε να γονατίσουμε το «μοντέλο Γερμανία» έτσι ώστε να μπορέσουμε να αγκιστρωθούμε και να συνδεθούμε κοινωνικά σε αυτή τη ρωγμή σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική.

    Πως επιζητούσατε την αναγνώριση, με τις εδώ συνθήκες ή με το παγκόσμιο κίνημα;

    Ενδεχομένως και με τους δύο, αλλά αυτή η ερώτηση δεν έχει επιλυθεί στρατηγικά μέχρι σήμερα. Είναι ένα γεγονός πως ζούμε σε μια μητρόπολη, με τεράστιο πλούτο και προνόμιο, ενώ σε άλλες χώρες βασιλεύει η μιζέρια και η προσέγγιση για ένα επαναστατικό κίνημα είναι εντελώς διαφορετική. Σήμερα προστίθενται τα «νησιά του τρίτου κόσμου» στις μητροπόλεις και τις φτωχές περιφέρειες στα ανατολικά. Και για τις δύο αυτές πραγματικότητες, η επίλυση του κοινωνικού ζητήματος έχει γίνει ζήτημα επιβίωσης που πρέπει να κάνει να εκραγούν τα όρια του εθνικού κράτους και ταυτόχρονα να εξαφανιστεί οποιοσδήποτε αφηρημένος διεθνισμός. Αν τοποθετηθούμε σε αυτή τη διεθνή σχέση, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να χάσουμε τις κοινωνικές επαφές και τα κρίσιμα σημεία τριβής καθώς και να αποφύγουμε οποιαδήποτε κριτική επικαλούμενοι αποκλειστικά τις διεθνείς συνθήκες.

    Έτσι μου φάνηκαν και οι συζητήσεις των ομάδων Κόκκινης Βοήθειας-Red Aid που έζησα στα μέσα των χρόνων ’70 στο περιβάλλον μου του Kreuzberg.

    Πρέπει να ρωτήσουμε τους βερολινέζους συντρόφους/σες. Την εποχή εκείνη γνώριζα το RH του Αμβούργου. Υπήρξαν πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις εκεί. Αυτό δεν οδήγησε σε εκείνο που συνεπάγονταν σχετικά με κοινωνικές ουτοπίες, σήμερα συνειδητοποιώ ότι πολλές μεμονωμένες ομάδες που ασχολούνται με τις φυλακές προωθούνται από δεξιές οργανώσεις που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ρατσιστική δυναμική. Με αυτούς βρέθηκα αρκετές φορές σε αντιπαράθεση και σε διαφορετικά σωφρονιστικά ιδρύματα. Αυτό είναι ένα έδαφος που έχει εγκαταλείψει το κίνημα, και η TAZ, που τότε είχε μια σελίδα για την φυλακή.

    Δεν αμφισβητούμε ότι τότε υπήρχε μια ουσιαστική δουλειά, και σήμερα επίσης. Τότε όμως είχαμε την εντύπωση ότι εκείνοι που αποκαλούνται πρωτοπορία δεν μιλούσαν καθόλου για τα θέματα που μας ενδιέφεραν.

    Μιλήσαμε γι ‘αυτό, στο μέτρο του δυνατού, για μια ανταλλαγή απόψεων με τους συντρόφους μέσα στη νομιμότητα, χωρίς να δεχόμαστε εμφανώς τα ζητήματα αυτά στην πρακτική μας. Θα προχωρήσω περισσότερο σε κριτική ενδοσκοπική σκέψη: Το ζήτημα των κρατουμένων συμμορφώνονταν σε μεγάλο βαθμό με τους κανόνες της ηθικής από ένα μέρος των κρατουμένων και τις επιτροπές ενάντιες στα βασανιστήρια, με αυτόν τον τρόπο ξενερώσαμε πολλούς από τους αριστερούς που συζητούσαν μαζί μας με κριτικό πνεύμα αλλά με συμπάθεια. Ο Peter Brückner και άλλοι προσβλήθηκαν, υπάρχουν πολλά δυσάρεστα πράγματα που πρέπει να επανεξετάσουμε. Το πρόβλημα δεν τελείωνε εκεί, διότι, παράλληλα με την υποχώρηση του 68, υπήρχε μια μαζική εγκατάλειψη της αλληλεγγύης. Αυτό είχε ένα μπούμερανγκ αποτέλεσμα: Όσοι προσποιήθηκαν ότι δεν βλέπουν τις συνθήκες των κρατουμένων στις ακτίνες απομόνωσης και δεν ανέλαβαν τις ευθύνες τους, για παράδειγμα μέσω μιας δικής τους θέσης, δεν πρέπει να εκπλήσσονται του γεγονότος ότι το ζήτημα των κρατουμένων έφτασε στο στρατιωτικό επίπεδο το φθινόπωρο του 1977.

    «Θέλαμε να συνεχίσουμε να φέρουμε τις επαναστατικές αρχές»

    Όπως ήδη ειπώθηκε, η κατάστασή μας ήταν διαφορετική. Είχαμε χαρακτηριστεί από την κατάρρευση της εξέγερσης του 68. Θέλαμε να συνεχίσουμε να φέρουμε τις επαναστατικές αρχές και ο ορίζοντας των νέων κοινωνικών κινημάτων δεν ήταν ακόμα εφικτός για εμάς. Υποβαθμίσαμε εδώ και πολύ καιρό τη σημασία του αντιπυρηνικού κινήματος ή το αντιμετωπίσαμε μόνο από την άποψη της αγωνιστικότητας τους έναντι του κράτους. Ίσως ακόμη πιο βαριά ήταν η έλλειψη αντιπαράθεσης και διαλόγου με το φεμινιστικό κίνημα. Δεν θα ήθελα να ψάξω δικαιολογίες γι ‘αυτό. Αν και είχαμε διαλυθεί μέσα στο κίνημα, κάτι που δεν θα είχε αναγκαστικά νόημα, το θέμα των κρατουμένων θα παρέμενε. Ήταν μέσα και για την κοινή ιστορία του κινήματος και γι ‘αυτό ακριβώς είχαν ταφεί στους ειδικούς βραχίονες για χρόνια και χρόνια. Θέλαμε να τραβήξουμε έξω τους φυλακισμένους και να εστιάσουμε σε αυτό την αναμέτρηση με την εξουσία. Ήταν ακριβώς από την ήττα της Στοκχόλμης που αναπτύχθηκε η ιδέα ότι πρέπει να αναπτυχθεί μια πιο ακριβής δράση.

    Συνεπώς η δράση Schleyer ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα της αναγνώρισης της Στοκχόλμης ως λάθους;

    Η Στοκχόλμη ήταν ο λάθος δρόμος. Τα αποτελέσματα το έδειξαν, οι συνέπειες: 4 νεκροί, δύο σε κάθε πλευρά, κανείς δεν βγήκε, αντίθετα η κλιμάκωση ήταν ακόμα πιο πικρή.

    Η ανάλυση σας ήταν ότι η κατάληψη μιας πρεσβείας δεν αρκεί για να αναγκάσει στην απελευθέρωση των κρατουμένων;

    Ότι μια πρεσβεία δεν είναι αρκετή και ότι πρέπει να πιάσουμε πολιτικά ένα σημείο που να είναι εναντίον τους αν δεν κάνουν πίσω.

    Σε αυτό τον προβληματισμό υπήρξε ήδη συγκεκριμένα το πρόσωπο του Schleyer;

    Όχι, όχι, το πράγμα δεν πήγε τόσο γρήγορα. Δεν χρειάζεται να φανταστείτε ότι μια δράση έρχεται αμέσως μετά την άλλη. Πριν μπω στην παρανομία, είχα κι εγώ άλλες προσδοκίες για το τι είναι η RAF και για το τι είναι δυνατό. Όταν ήμουν ακόμη νόμιμος άκουγα πολλούς ανθρώπους να μιλούν για το πώς ήθελαν να στηρίξουν την RAF. Μετά όταν κι εγώ ο ίδιος βρισκόμουν στη παρανομία συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου κατ’ εκείνο τον τρόπο. Μετά τη Στοκχόλμη, βρισκόμουν σχεδόν μπροστά στο τίποτα. Υπήρχαν μόνο ένα δυο Marchi και δύο πιστόλια που κι αυτά δεν δούλευαν καλά.

    Πως φτάσατε στον Schleyer;

    Ο Schleyer για το πως παρουσιάζονταν στην κοινή γνώμη, στις συνεντεύξεις και σε όλες τις εμφανίσεις, ήταν απλώς ένας μαγνήτης. Μια προφανής σκέψη. Υπήρχαν και άλλες υποθέσεις, όπως για παράδειγμα ο Filbinger, ο υπουργός [δικαιοσύνης;] της Baden Württemberg. Το παρελθόν του ως ναζιστή δικαστή του ναυτικού δεν ήταν ακόμη δημόσια γνωστό. Ωστόσο, ήταν γνωστό ότι, μετά την ναζιστική εποχή, είχε γίνει ανενόχλητα σχεδόν πατέρας της πατρίδας. Στην περίπτωσή του όμως είδαμε ότι έπρεπε να επιτεθούμε στο περιφερειακό συμβούλιο (Landtag). Φυσικά δεν κάναμε τίποτα. Έτσι έμεινε μόνο ο Schleyer. Προς στιγμήν, αμέσως μετά τη Στοκχόλμη, ήταν μόνο προβληματισμοί, η ομάδα δεν είχε ακόμη σχηματιστεί. Δύο ομάδες που δεν αναφέρονταν στη RAF συγχωνεύθηκαν. Δεν υπήρχαν ακόμα συγκεκριμένα σχέδια, αλλά υπήρξε μια κατεύθυνση και θέλαμε, συνειδητοποιημένα διαφορετικά από τη Στοκχόλμη, να ξεκαθαρίσουμε με αυτό τον άνθρωπο ποιοι είμαστε, από πού προερχόμαστε και για τι πράγμα ακριβώς αγωνιζόμαστε.

    Νομίζατε ότι με τον Schleyer ο Schmidt δεν θα είχε παραμείνει στη σκληρή γραμμή και ότι θα τον αντάλλαζε;

    Όχι, αυτός ο προβληματισμός δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ. Πρώτα είδαμε τον Schleyer, επειδή σε αυτόν ήταν συγκεντρωμένα όλα εκείνα εναντίον των οποίων όλοι, η αριστερά είχε εξεγερθεί. Θυμάμαι καλά όλη την ιστορία του Schleyer στο περιοδικό Stern του 1974. Εκείνη την εποχή δεν επρόκειτο μόνο για τη ναζιστική του ιστορία αλλά, πρώτα απ’ όλα, γι αυτή την τερατουργία, το πώς εννοούσε μια αδιάλειπτη μετάβαση την επόμενη καριέρα του και την άνοδό του στο BDI και BDA[12]σαν πολιτικός αρχηγός του κεφαλαίου. Είχε καυχηθεί για όλα αυτά. Δεν ήταν σίγουρα ένα ακροβατικό να φτάσουμε σε αυτόν.

    Εσείς όμως δεν είπατε «Απαγάγουμε τον Schleyer για να δείξουμε τη συνέχεια του φασισμού στην Γερμανία. Στην Ιταλία υπήρξαν σαφείς δράσεις. Οι BR προσπάθησαν να επιτεθούν μέσα στο πλαίσιο των τρεχόντων εργατικών αγώνων: έχουν απαγάγει manager που τους απελευθερώνοντας με κατεβασμένα τα βρακιά μπροστά στο εργοστάσιο κατά την αλλαγή βάρδιας. Αυτό μιλούσε από μόνο του.

    Και εμείς πάντα λέγαμε ότι οι καλύτερες ενέργειες είναι αυτές που μιλούν από μόνες τους. Με τον Schleyer δεν έπρεπε να αφήσουμε ένα μεγάλο ανακοινωθέν για να πούμε γιατί απαγάγαμε αυτόν και όχι έναν άλλο εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης. Όπως στην Ιταλία, συνέβη επίσης στην Αργεντινή όταν οι Μοντονέρος απήγαγαν έναν εκπρόσωπο της Daimler-Benz. Απαίτησαν την επανένταξη εκείνων που είχαν υποστεί απολύσεις και υψηλότερους μισθούς. Πιστεύω ότι στις διαπραγματεύσεις ήταν παρόν και ο Schleyer.

    Μα δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν τέτοιες ενέργειες, μετά κοιτάξτε τη διαφορά των μισθών μεταξύ ενός εργαζομένου της Daimler στη Στουτγάρδη και ενός στο Μπουένος Άιρες. Προς στιγμήν όμως το πράγμα δεν είχε ακόμη καθοριστεί. Ο περιορισμός στην ανταλλαγή των κρατουμένων οφείλονταν και στην κλιμάκωση, την επιδείνωση της κατάστασης, στην οποία κινηθήκαμε με το ζήτημα των κρατουμένων καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977.

    Μίλησε μας για την δραματουργία σας. Πριν από την απαγωγή Schleyer υπήρξε η εκτέλεση του Buback και του Ponto[13]

    Ο Buback ήταν ο επικεφαλής «κυνηγός τρομοκρατών» με τoν υψηλότερο βαθμό και ήταν υπεύθυνος για τις συνθήκες στις φυλακές τους. Για εμάς ήταν επίσης υπεύθυνος για το θάνατο του Siegfried Hausner, τον οποίο επανέφερε στην πατρίδα από τη Στοκχόλμη, παρά το γεγονός ότι τραυματίστηκε σοβαρά και διέτρεχε κίνδυνο για τη ζωή του. Τον βλέπαμε επίσης υπεύθυνο για το νεκρό βραχίονα και τις συνθήκες της Ulrike Meinhof. Θέλαμε να τον σταματήσουμε.

    Να προσθέσουμε ότι είχατε ισχυρές πιέσεις από τους κρατουμένους του Stammheim όπως διηγείται ο Peter Jürgen Boock.

    Δεν θέλω να σχολιάζω τις νέες παραλλαγές του Boock κάθε φορά. Για αυτόν ταιριάζει καλά αυτό που έγραψε ο Regis Debray στο βιβλίο του για τη Λατινική Αμερική «Κριτική των όπλων»: «Οι μεγαλύτεροι μιλιταριστές, γίνονται οι μεγαλύτεροι αποστάτες». Ενώ ο Boock μοιάζει με εκπαιδευμένο αρκουδάκι στα Talk show, υπάρχουν άλλοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν δηλώσεις, όπως η Brigitte Mohnhaupt που είναι θαμμένη ζωντανή σε μια βαυαρική φυλακή.

    Εσύ τώρα έχεις αυτή τη δυνατότητα: Οι φυλακισμένοι σας έθεσαν υπό πίεση;

    Μπορούμε να το εξετάσουμε μόνο όταν όλοι οι κρατούμενοι έχουν τη δυνατότητα να πουν κάτι. Ο Boock αναφέρεται ακριβώς σε μια φερόμενη ή πραγματική αλληλογραφία με εκείνους του Stammheim που, εκτός από τον ίδιο, πρέπει να γνωρίζει μόνο την Brigitte Mohnhaupt. Τι πρέπει να προσθέσω; Σίγουρα ότι οι φυλακισμένοι ήθελαν να βγουν ούτως ή άλλως, και αυτό το συναίσθημα να περνάς μέσα από τους τοίχους με το μυαλό σου, σίγουρα όλοι οι κρατούμενοι το γνωρίζουν. Το ερώτημα είναι ποια δράση είναι ηθικά και πολιτικά βιώσιμη, υποστηρίξιμη. Κατ αρχήν οι συνθήκες οι ίδιες άσκησαν πίεση. Επιπλέον υπήρχε η θεωρία για τον νέο φασισμό που προέρχονταν από τα θεσμικά όργανα και δεν χρειάζονταν καμία μαζική βάση. Και οι δύο δεν στέκονταν. Αυτή η λανθασμένη θεωρία που δεν επαναλαμβάνονταν παπαγαλία μόνο από την RAF, μας οδήγησε να περιορίσουμε τη δράση μας σε μια στρατιωτική ανταλλαγή χτυπημάτων. Ταυτόχρονα υποτιμήσαμε την παραγωγή ρατσιστικών νοοτροπιών που λειτουργούσαν απ’ τα ψηλά στα χαμηλά και δεν είναι κάτι καινούργιο. Το 1977 ήταν επίσης το έτος κατά το οποίο πολλές παραδοσιακές ενώσεις SS, εκτός από μερικές διαμαρτυρίες από το VVN[14], συναντιούνται ανενόχλητες. Γιατί δεν επιτεθήκαμε σε αυτούς; Αντί αυτού, έγιναν ξέγνοιαστοι και απερίσκεπτοι συσχετισμοί μεταξύ της απομόνωσης και της εξόντωσης στη φυλακή και στο Άουσβιτς, που οδήγησαν όχι μόνο σε αλλόκοτα λανθασμένες εκτιμήσεις και σε ενέργειες υπό καθεστώς πίεσης, αλλά που υπήρξαν επίσης μικροπρεπείς προς τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι συνθήκες στους βραχίονες απομόνωσης ήταν ήδη σκληρές από μόνες τους, δεν χρειάζονταν καμία πρόσθετη πίεση για να ενεργήσουμε εναντίον τους. Δεν ήμασταν ούτε μια ομάδα που περίμενε διαταγές από το Stammheim. Με τέτοιες δηλώσεις κάποιος προσπαθεί να αποφύγει τις ευθύνες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε να ασκήσουμε κριτική σε εκείνους του Stammheim. Συχνά αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε εάν πραγματικά τους είχαμε τραβήξει έξω. Τότε το θεωρούσα δεδομένο, σήμερα είμαι αρκετά σκεπτικιστής. Όμως αν είχαν βγει θα μπορούσαμε τουλάχιστον να τους είχαμε κριτικάρει. Ο πόνος πως δεν στάθηκε δυνατό παραμένει μέχρι σήμερα. Τότε πιστεύαμε ότι, αν τους είχαμε απομακρύνει, θα είχαμε επιστρέψει στην RAF των πρώτων ημερών, στους στόχους και τους σκοπούς που ήδη υπήρχαν στην εξέγερση του 1968. 

    Προηγουμένως ξεκίνησες να περιγράφεις τη δυναμική του 1976/77. Σταμάτησες στη δράση του Buback. Η επίθεση εναντίον του έπρεπε να προστατεύσει τους φυλακισμένους. Πετύχατε τους στόχους σας;

    Όχι, αλλιώς θα είχαμε μπορέσει να αποφύγουμε την κλιμάκωση που ακολούθησε. Μετά το Meins και τον δικαστή Drenkmann, υπήρξε μια συνέντευξη στο Spiegel, όπου εκείνοι του Stammheim είπαν σαφώς: Αν υπάρχουν κηδείες, πόνος, στενοχώρια και θλίψη, ας είναι και στις δύο πλευρές[15].

    Δεν θα μπορούσατε να είχατε αποφύγει αυτή την αντιπαράθεση;

    Θα σήμαινε ότι εγκαταλείπαμε τους κρατούμενους και ότι έπρεπε να παραδεχτούμε ότι μια δράση απελευθέρωσης δεν είναι πλέον δυνατή, άλλες πρωτοβουλίες είναι πιο επείγουσες. Σήμερα λέω ότι θα έπρεπε να είχαμε δείξει περισσότερη υπομονή, αν και είναι πολύ δύσκολο να στέκεσαι να κοιτάς πώς το κράτος συμπεριφέρεται σκληρά με άρρωστους κρατουμένους όπως ο Helmut Pohl ή ο Adelheid Schulz.

    Έτσι μέσα σε σύντομο διάστημα στήσατε την υποδομή για να απαγάγετε τον Schleyer. Πώς πήγε;

    Όπως ήδη αναφέρθηκα αρχικά υπήρξαν αρκετές ομάδες που δεν ήταν σε σχέση με την RAF.

    Έτσι το 77 υπήρξε ένας μεταγενέστερος σχηματισμός ή ένας νέος σχηματισμός;

    Η έννοια μιας δεύτερης γενιάς της RAF δεν είναι ακριβής. Υπήρχαν και πρόσωπα που είχαν παραμείνει από τα πρώτα χρόνια, καθώς και νέοι άνθρωποι που έλεγαν πως ξεκινούσαν από τις δικές τους εμπειρίες

    “ τώρα μαζί με την RAF ανοίγουν νέες ευκαιρίες για το μέλλον.

    Οι ελπίδες σας προσανατολίστηκαν στην επιτυχία της Απαγωγής Lorenz; Ή μήπως σκεφτήκατε ότι έναν τόσο σημαντικό όσο ο Schleyer θα τον αντάλλασσαν σε κάθε περίπτωση;

    Ναι θα μπορούσαμε να λάβουμε ως παράδειγμα τις παραμέτρους της δράσης του Κινήματος 2 Ιουνίου. Όμως και η απαγωγή του Lorenz άλλαξε τις σχέσεις δύναμης. Στην αρχή ξεκινήσαμε από το γεγονός ότι μόνο ο Schleyer δεν ήταν αρκετός για μια ανταλλαγή. Έτσι, εκτός από τον Schleyer, ο Ponto, ο επικεφαλής της Dresdner Bank, θα έπρεπε επίσης να είχε απαχθεί. Έτσι θα είχαμε με ένα χτύπημα το παρελθόν (SS) του χρηματιστικού κεφαλαίου της και τον Schleyer στο ρόλο του ως πολιτικού ηγέτη, (πρόεδρος της Ένωσης βιομηχάνων). Σκεφτόμασταν ότι από ένα τέτοιο βάρος δεν θα μπορούσαν να προσπεράσουν. Μέσω των γνωριμιών μιας τότε συντρόφισσας με την οικογένεια Ponto[16] η απαγωγή του φαινόταν η ευκολότερη δράση. Όπως είναι γνωστό πήγε στραβά. Ο Ponto κατέληξε πυροβολισμένος, επειδή ένας από μας αξιολόγησε εσφαλμένα την κατάσταση. Ήταν επίσης λάθος να χρησιμοποιούμε τις ιδιωτικές γνωριμίες για κάτι τέτοιο. Αυτό είχε περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες επιτυχίας ευθύς εξ αρχής. Η δεύτερη δυσκολία ήταν ότι στην αρχή ο Schleyer δεν είχε αυτούς τους σωματοφύλακες SEK[17]. Αυτά τα μέτρα ασφαλείας θεσπίστηκαν μετά την ιστορία του Ponto. Αντιμέτωποι με αυτές τις δυσκολίες είχαμε ήδη επιφυλάξεις μπροστά στην ενέργεια. Επιπλέον υπήρξαν 4 νεκροί, ο οδηγός και οι τρεις σωματοφύλακες. Έτσι η κλιμάκωση σκλήρυνε και μια ανταλλαγή ήταν λιγότερο πιθανή.

    “Φοβόμασταν ότι θα υπήρχαν και πάλι νεκροί στη φυλακή” 

    Αλλά είχατε παρακολουθήσει λεπτομερώς τον Schleyer και θα έπρεπε να γνωρίζετε για τη συνοδεία.

    Ναι, το γνωρίζαμε. Εκείνη την ημέρα όμως υπήρχαν 3 αντί για τους συνηθισμένους 2. Αυτό δεν ήταν προβλέψιμο. Προβλέψιμο ήταν ότι δεν μπορούσαμε να πούμε τώρα βγείτε ήρεμα, αλλά ότι το πράγμα θα λειτουργούσε μόνο αν τους ρίχναμε κάτω. Θέλαμε να σώσουμε τον οδηγό. Ήταν μια κοινή πολιτική επιλογή. Αλλά στη συνέχεια η ενέργεια ολοκληρώθηκε με στρατιωτική λογική. Πρέπει να θρηνήσουμε για κάθε θύμα και από τις δύο πλευρές, αλλά οι αστυνομικοί πέσαν κάτω σε μάχη, έχοντας πυροβολήσει 11 σφαίρες από τα αυτόματα και 3 από τα πιστόλια. Ο οδηγός είχε δίπλωμα εργοστασιακής ασφάλειας, αλλά ήταν άοπλος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εγώ, και όχι μόνο, βρίσκω αυτό το θάνατο ιδιαίτερα λυπηρό, δυσάρεστο.

    Αλλά παρά όλους τους λόγους του σκεπτικισμού, δεν είχατε σκεφτεί να εγκαταλείψετε τη δράση;

    Υπήρξε ναι αυτή η συζήτηση, αλλά φοβόμασταν τις συνθήκες στη φυλακή, ότι εάν υπήρχαν νέοι θάνατοι υπό αυτές τις συνθήκες, εμείς θα μπορούσαμε μόνο να αντισταθούμε και να στενοχωριόμαστε. Αυτά είπαμε μεταξύ μας

    «Τώρα πρέπει να είναι σε θέση να βιώσουν το συναίσθημα που έχουν οι φυλακισμένοι μας»

    Ο Schleyer κατάλαβε; 

    Από το βίντεο προειδοποίησε να μην επιλυθεί στρατιωτικά το πρόβλημα των φυλακισμένων. Είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι οι δικοί του θα τον εγκατέλειπαν. Το καταλάβαμε.

    Έτσι σύντομα θα είχατε την εντύπωση ότι η κυβέρνηση δεν θα ανταποκρίνονταν στα αιτήματά σας;

    Γνωρίζαμε ότι σε λίγες μέρες θα φαίνονταν τι θα αποφάσιζε η μονάδα κρίσης. Για παράδειγμα αν δημοσίευαν τα βίντεο και τα ανακοινωθέντα που είχαμε κάνει, θα ήταν δύσκολο μετά να αρνηθούν μια ανταλλαγή. Έτσι είχαμε σύντομα τα σημάδια ότι το πράγμα δεν κυλούσε τόσο γρήγορα. Ωστόσο η δράση δεν σχεδιάστηκε για μεγάλη διάρκεια, θέλαμε μια γρήγορη ανταλλαγή. Εάν δεν πήγαινε έτσι, ο Schleyer έπρεπε να σκοτωθεί.

    Μιλήσατε γι αυτά με τον Schleyer;

    Ναι, ήταν ξεκάθαρο από την αρχή, όταν είδαμε ότι η μονάδα κρίσης αναζητούσε νέους τρόπους για να αναβάλει την ανταλλαγή. Προσπαθούσαν μοναχά να μας βρουν και να μας εξολοθρεύσουν. Όταν βρήκαν το πρώτο διαμέρισμα εφόρμησαν χωρίς να κοιτάξουν αν υπήρχε κάποιος μέσα. Αυτό ξεκαθάριζε τη στάση τους, τη συμπεριφορά τους. Στη συνέχεια έπρεπε να σκεφτούμε πώς θα προχωρούσε, εάν αναβάλαμε το τελεσίγραφο και αν ναι, υπήρχε πιθανότητα να αυξηθεί η πίεση σε αυτή την περίπτωση; Έπρεπε να αποφασίσουμε να βρούμε ένα νέο κρησφύγετο. Ήταν η δεύτερη πιο σημαντική απόφαση.

    Είχατε ακόμη ελπίδες;

    Είχαμε την άποψη ότι αν υπήρχαν αντιφάσεις στο ενωμένο μέτωπο, ήταν απαραίτητο να τους δοθεί χρόνος να δράσουν. Για παράδειγμα έπρεπε να επιτραπεί στις δυνάμεις του βιομηχανικού πεδίου να δράσουν. Ο Schleyer εργάστηκε επίσης σκληρά, έγραψε στους πολιτικούς του φίλους.

    Ήταν δικές του ιδέες; 

    Σίγουρα. Είναι σαφές ότι αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούσαμε να γράψουμε εμείς, για παράδειγμα μιλά για τρομοκράτες. Γνώριζε τους φίλους του και την πολιτική του τάξη καλύτερα από εμάς και ήξερε πού να στραφεί ζητώντας υποστήριξη. Ο ίδιος ήξερε ότι δεν μπορούσε να κινητοποιήσει όλους για μια ανταλλαγή, αλλά προσπάθησε να κάνει ότι μπορούσε ώστε οι δικοί του να μην τον παρατήσουν αβοήθητο. Ήταν μια από τις εμπειρίες που τον έπληξαν περισσότερο βλέποντας πως παρ όλη τη δύναμη που είχε, ξαφνικά οι φίλοι του έκαναν πίσω. Δεν συνέβη από την αρχή αλλά αυτή την ανθρώπινη τραγωδία που έπαιρνε σιγά σιγά σχήμα τη νιώσαμε κι εμείς ..

    Είναι ένα τέτοιο συναίσθημα δυνατό μέσα σε μια κατάσταση που απαιτεί μεγάλη αποφασιστικότητα και σκληρότητα από την πλευρά σας;

    Μια τέτοια κατάσταση κανείς δεν την περνά αλώβητος. Με όλη την προσπάθεια, κανείς δεν συμπεριφέρεται τόσο λογικά σύμφωνα με τις πολιτικές πεποιθήσεις του σε μια τέτοια κατάσταση.

    Αναπτύχθηκαν καταστάσεις διαλόγου μεταξύ σας και του Schleyer;

    Θα έλεγα μόνο καταστάσεις διαλόγου. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τους αστυνομικούς που ανακρίνουν. Ούτε που προσπαθήσαμε να το κάνουμε

    Δεν θέλαμε να αποθαρρύνουμε τον Schleyer και να του πετάξουμε στην μούρη την πραγματικότητα.

    Μα καταγράψατε την συνομιλία του στην ταινία …

    Σίγουρα είχαμε ορισμένα στοχευμένα πολιτικά ερωτήματα, αλλά ήταν αντιπαραθέσεις. Οι συζητήσεις αυτές δεν αποτελούσαν ανάκριση.

    Γιατί δεν δουλέψατε δημοσίως επάνω στο παρελθόν του Schleyer;

    Ήταν σίγουρα ένα πολιτικό λάθος, αλλά δεν θέλαμε να αποθαρρύνουμε τον Schleyer και να τον επιδεικνύουμε επειδή γνώριζε ότι η δράση θα μπορούσε να τελειώσει θανάσιμα γι ‘αυτόν. Ο Schleyer δεν ήταν ούτε αγαπητός ούτε δημοφιλής και είχαμε την εντύπωση ότι δεν θα ήταν πλέον ανταλλάξιμος αν τον υποβάλαμε σε στραπάτσο.

    Για αυτό είχαμε αφήσει κατά μέρος την ιδέα να του κρεμάσουμε μια καρτέλα ένα σημάδι με τον αριθμό του μητρώου του στα SS και την επιγραφή: «Αιχμάλωτος της δικής του ιστορίας». Εκ των υστέρων είχε ένα αντίθετο αποτέλεσμα, για εκείνα που είπε και έγραψε, ο S. σχεδόν έγινε ένας παραδειγματικός οικογενειάρχης και ένα θύμα.

    Είχατε ιδέα πώς να αντιμετωπίσετε το επιχείρημα της κυβέρνησης πως μια απελευθέρωση θα προκαλούσε νέα αδικήματα από τους κρατούμενους που ua απελευθερώνονταν μόλις βρίσκονταν ξανά στην παρανομία; Σκέφτηκε κάποιος να δηλώσει δημοσίως να δοθεί ένα τέλος στον ένοπλο αγώνα;

    ο Baader έκανε μια τέτοια πρόταση σε έναν εκπρόσωπο της κυβέρνησης. Ξέρετε τι επακολούθησε

    Δεν εξετάσατε σοβαρά να συνδεθείτε με το αίτημα του Baader;

    Δεν γνωρίζαμε τίποτα για αυτή την προσφορά. Δεν είχε προσδιοριστεί αν θα είχαμε συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα με τον τρόπο αυτό, αλλά δεν θέλαμε να το παρουσιάσουμε το πράγμα με αυτούς τους όρους.

    Γιατί όχι;

    Δες το έτσι. Είχαμε τον Schleyer και η άλλη πλευρά όχι μόνο δεν ήταν ευέλικτη αλλά επέβαλε το μπλοκάρισμα των επαφών, παραβίαζαν τους δικούς τους κανόνες. Πάνω απ ‘όλα προκαλούν παντού. Λένε ότι δεν κάνουν καμία έρευνα και παρουσιάζουν εκ των πραγμάτων το μεγαλύτερο κυνήγι της ιστορίας, δίνουν το σήμα να κυνηγηθούν όλοι εκείνοι που έχουν πει κάτι επικριτικό για το κράτος, και τελικά διατάζουν το μπλοκάρισμα των ειδήσεων. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η οποία απαιτεί να σκληρύνουμε την στάση μας, εάν είχαμε πει ότι «δεν το εννοούσαμε κατ ‘αυτόν τον τρόπο, απλά θέλαμε μόνο να βοηθήσουμε τα παιδιά των παλαιστινίων σε κάποιο προσφυγικό στρατόπεδο» κανείς δεν θα μας είχε πιστέψει. Το ερώτημα είναι αν θα μπορούσαν να υπάρχουν πρωτοβουλίες, βρίσκουν ένα σημείο εκκίνησης στο επίπεδο μιας ανταλλαγής, για το οποίο θα μπορούσε να ειπωθεί: Τώρα φτάνει, υπήρξαν πάρα πολλοί νεκροί, ψάχνουμε για κάτι άλλο. Δεν μπορώ να πω πως θα είχαμε αντιδράσει, αν είχαμε μάθει αυτό που είχε προσφέρει ο Baader. Θα ήταν τουλάχιστον μια ευκαιρία να αναφερθούμε σε κάτι. Αλλά για εμάς οι φυλακισμένοι είχαν εξαφανιστεί για 6 εβδομάδες. Δεν ξέραμε αυτό που τους συνέβαινε. Στη φαντασία μας μπορούσαμε να φανταστούμε όλες τις παραλλαγές, οι φήμες για την επανεισαγωγή της θανατικής ποινής συνέβαλαν.

    Αντιθέτως αυξήσατε την πίεση. Πρώτα ο Schleyer έγραψε στους πολιτικούς του φίλους και έπειτα ήρθε η αεροπειρατεία. Ήταν μια προσφορά από τους παλαιστινίους ή εσείς απευθυνθήκατε στους παλαιστινίους;

    Ήρθε ως προσφορά. Δεν ξέρω ακριβώς πώς, επειδή δεν ήμουν με το τμήμα της ομάδας που ήταν στη Βαγδάτη, αλλά οι άλλοι φυσικά μας ρώτησαν αν συμφωνούσαμε.

    Δεν είχατε κανένα πρόβλημα με την απαγωγή ενός αεροπλάνου γεμάτου παραθεριστές; Οι απαγωγές δεν έρχονταν σε αντίθεση με τα πιστεύω της RAF;

    Μέχρι τότε είχαμε δει την απαγωγή από την οπτική της παλαιστινιακής υπόθεσης, αλλά όχι κατάλληλη για να φέρουμε εις πέρας τους σκοπούς μας στην Ευρώπη. Υπάρχει ένα έγγραφο εκείνων του Stammheim στο οποίο επικρίνουν έντονα τις αεροπειρατείες μετά το Entebbe. Το κριτικό σημείο ήταν η συμμετοχή δύο μελών των γερμανικών RZ σε μια δράση εναντίον του Ισραήλ, μια χώρα διαφυγής μετά το ολοκαύτωμα. Αλλά στο έγγραφο διευκρινίζεται ότι πρέπει να αξιολογηθεί διαφορετικά το εάν καταλαμβάνεται ένα γερμανικό αεροπλάνο. Μετά από μια μακρά συζήτηση υπήρξε ένα αποφασιστικό σημείο για το ψήφισμά μας, διότι οι φυλακισμένοι είχαν αφήσει αυτό το ζήτημα ανοιχτό και εμείς είχαμε την αίσθηση πως δεν πηγαίναμε ενάντια στα συμφέροντά τους. Δεν θα είχαμε ενεργήσει σε καμία περίπτωση ενάντια στη βούληση των κρατουμένων.

    Ήταν λοιπόν πρωτοβουλία σας. Ο κόσμος σας, ο Boock και οι άλλοι, είπαν στους παλαιστινίους

    «Πρέπει να μας βοηθήσετε, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε μόνοι μας»;

    Όχι. Σίγουρα δεν πήγε έτσι. Από αυτή την άποψη πρέπει να περιγράψω ακριβώς, πως ήταν συνεργασία μας με τους παλαιστινίους. Οι παλαιστίνιοι είχαν τα δικά τους συμφέροντα σε μια τέτοια ενέργεια. Ήταν επίσης σημαντικό για αυτούς να βγουν οι φυλακισμένοι, υπήρχαν και δύο παλαιστίνιοι που κρατούνταν στην Τουρκία στον κατάλογο, αλλά υπήρχε και ένα άλλο παρασκήνιο γι αυτούς. Είπαν: μια χώρα όπως η Γερμανία, η σημαντικότερη χώρα στην Ευρώπη εμπλέκεται σε μια αντιπαράθεση στην οποία κοιτάζει όλος ο κόσμος, έτσι μπορούμε να εκπληρώσουμε τα αιτήματά μας. Στο στρατόπεδο προσφύγων του Tel al  Zataar[18] στη Βηρυτό οι σύριοι είχαν έρθει σε βοήθεια των φαλαγγιτών, όταν αυτοί σφαγίασαν 6.000 παλαιστίνιους. Η φράξια μέσα στην παλαιστινιακή αντίσταση που απήγαγε τον Landshut[19] ήθελε να αποτρέψει σε αυτή την κατάσταση τη Συρία ή μια άλλη αραβική χώρα να ενωθεί με το Ισραήλ εις βάρος των παλαιστινίων. Σε αυτή τη σύγκρουση συμμετείχαμε και αναφερόμενοι στη γερμανική ιστορία τη σχετική με το Ισραήλ.

    Δεν σας ήταν σαφές, τι σημαίνει ότι 80 παραθεριστές σκοτώνονται σε μια αεροπειρατεία;

    Σίγουρα δεν αποτελεί μια δικαιολογία, αλλά εμπνευστήκαμε από τις αεροπειρατείες της Leila Kahled, της οποίας το βιβλίο[20] κυκλοφορούσε ήδη από καιρό σαν λατρευτικό κείμενο στα αριστερά βιβλιοπωλεία. Ήταν ένα πρόβλημα για μας να βάλουμε τον Schleyer και τους παραθεριστές της Μαγιόρκα στο ίδιο επίπεδο. Σε αυτή την ειδική κατάσταση, στην δυναμική που αναπτύχθηκε αυτή η προσφορά θα μπορούσε να είναι η λύση. Ξεκινήσαμε από την προϋπόθεση ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξ αιτίας της απαγωγής στον αέρα θα έλεγε: εντάξει παραμείναμε σκληροί με τον Schleyer, αλλά τώρα δεν μπορούμε πλέον να το κάνουμε, πρέπει να υποχωρήσουμε στην ανταλλαγή.

    Μέσα σε αυτή την στάση κρύβονταν μια γκροτέσκα αντίφαση. Από τη μία πλευρά πιστέψαμε ότι η Δυτική Γερμανία βρίσκονταν σε μια εξέλιξη προς τον φασισμό και θεωρήσαμε επομένως την πολιτική τάξη ικανή για όλα. Αλλά σε αυτό ακριβώς το σημείο, δεν πήραμε στα σοβαρά την ανάλυσή μας και είπαμε: τώρα πρέπει να ανταλλάξουν, δεν μπορούν πλέον να αντέξουν μια τέτοια στροφή. Γιατί όχι, προς την χάρη; Δεν αναλάβαμε τις ευθύνες, επειδή πιστεύαμε ότι θα παραδίδονταν. Αλλά για εμάς η λύση θα ήταν: ο Schleyer δεν σκοτώνεται και οι φυλακισμένοι απελευθερώνονται.

    Μετά την απαγωγή του Landshut, πιστεύαμε σε μια ανταλλαγή.

    Πιστεύατε ότι οι 80 άνθρωποι δεν βρίσκονταν σε κίνδυνο;

    Σκεφτήκαμε ότι πιθανότατα θα ανταλλάσσονταν. Αλλά ξεκινήσαμε υποθέτοντας λαθεμένα. Η ενέργεια πήγε διαφορετικά από ότι είχε προγραμματιστεί. Η απαγωγή επρόκειτο να τερματιστεί στη Νότια Υεμένη. Εκεί η GSG9 δεν θα είχε φθάσει ποτέ στο αεροσκάφος χωρίς να βρει μπροστά της στραμμένα τα όπλα όλης της χώρας και του ανατολικού μπλοκ. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε διαπραγματευτεί.

    Γιατί πήγε στραβά στο Aden;

    Απ ότι εγνώριζα για την κατάσταση στο Άντεν, η Ανατολική Γερμανία ή η Σοβιετική Ένωση, ενδιαφέρθηκαν με την προϋπόθεση το αεροπλάνο να μην μείνει εκεί. Η απόφαση αυτή δεν λήφθηκε μόνο στο Aden. Αυτοί είχαν μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στους παλαιστίνιους, δεν θα τους είχαν στείλει ποτέ στη Σομαλία.

    Είχατε από τους παλαιστίνιους την διαβεβαίωση ότι η πιθανότητα 80 νεκρών δεν θα πραγματοποιούνταν σε καμία περίπτωση; Δεν αναρωτηθήκατε τι κάνουμε σαν πολιτική ομάδα αν γι αυτή την ενέργεια σκοτωθούν 80 παραθεριστές;

    Γνωρίζαμε ότι οι παλαιστίνιοι είχαν επίγνωση του πως να πραγματοποιήσουν απαγωγές αεροσκαφών. Αν ξέραμε το αποτέλεσμα δεν θα είχαμε συμφωνήσει. Αλλά σκεφτήκαμε μόνο την καλή περίπτωση, την πολιτική λύση

    Η σκέψη σας ήταν ομόφωνη;

    Ναι, ήταν μια κοινή εκτίμηση. Σκεφτόμασταν την επιτυχία που είχε ο Ιαπωνικός Κόκκινος Στρατός σχεδόν ταυτόχρονα[21]. Από την άλλη πλευρά τίποτα δεν κινήθηκε εδώ. Δεν μιλάω απλά για την μονάδα κρίσης, την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά κάποιες άλλες πρωτοβουλίες, ηθικές παρουσίες ή άλλες αριστερές ομάδες δεν πήραν με τίποτα τον λόγο. Είδαμε τη Γερμανία μόνο από την πλευρά των «κολασμένων της γης».

    Θα είχατε παραδοθεί εάν μια επικριτική κοινή γνώμη σας έλεγε εκείνη τη στιγμή «Αφήστε τον Schleyer ελεύθερο, σώστε τους ομήρους του Landshut»;

    Τότε υπήρχε αυτή η με το ζόρι διάσταση. Αν στο εσωτερικό της αριστεράς είχαν φτάσει σε μια ανεξάρτητη θέση, σίγουρα. Αλλά δεν παρουσιάστηκε μπροστά μας αυτή η εναλλακτική.

    Είχατε πιστέψει ότι τότε υπήρχε υποστήριξη στα αιτήματα απελευθέρωσης των κρατουμένων ;

    Πράγματι ναι. Δεν υπολογίσαμε στο μπλοκάρισμα των ειδήσεων. Ήταν μια κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε στριμωγμένοι. Δεν είδαμε πλέον τις αναφορές.

    Νιώσατε την έλλειψη τους; Δεν ξαναβρεθήκατε; Δεν είχατε πλέον; αναφορές.

    Τι σημαίνει «αισθανόμαστε την έλλειψη»; Σκεφτήκαμε ότι μετά την απαγωγή και άλλοι θα είχαν επίσης ακουστεί.

    Με πόσο κόσμο συζητήσατε πραγματικά. Οι συζητήσεις διεξήχθησαν από δύο ή τρία άτομα, ή συζήτησαν όλοι εκείνοι που συμμετείχαν στην απαγωγή;

    Υπήρχαν καταστάσεις στις οποίες δεν ήταν όλοι παρόντες. Άνθρωποι με διαφορετικές εμπειρίες συναντιόνταν, αλλά όλοι είχαν καταστεί συμμετέχοντες, σύμφωνα με τις δυνατότητες, στις αποφάσεις. Δεν γνωρίζω κανέναν που τότε να παραπονέθηκε ότι δεν συμπεριλήφθηκε στις συζητήσεις.

    Είχε φτάσει σε εσάς κάποια αντίδραση και από την αριστερά;

    Δεν ήταν αυτό το σημείο. Η ενέργεια έπρεπε να επιλυθεί μέσα σε μερικές ημέρες. Σε αυτή την κατάσταση είναι αδύνατο να διεξαχθεί δημοσίως συζήτηση. Μετά ήταν επίσης δύσκολο. Εάν είχαμε γράψει ένα έγγραφο για την αριστερά δεν θα είχε φτάσει σε αυτούς. Εάν ο παραλήπτης δεν το παρέδιδε αμέσως στην αστυνομία, κατέληγε στη φυλακή.

    Υπήρχε η δυνατότητα επικοινωνίας μέσω της εφημερίδας «Liberation»

    Ίσως. Δεν είμαι τόσο σίγουρος αν σε αυτή την περίπτωση θα ήταν δυνατή μια συζήτηση με την αριστερά. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μια απόπειρα αυτού του είδους από πλευράς μας ούτε από την αριστερά. Η ιστορία είναι όπως είναι και όλοι εμείς πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη. Αν και ντρέπομαι πρέπει να πω ότι κι εγώ κατάλαβα αργότερα, μόνο στην αρχή της δίκης μου όταν άρχισα να το βλέπω από μια άλλη οπτική γωνία το πράγμα, ότι θα έπρεπε να καταστήσουμε περισσότερο σαφέστερο το γιατί παίρναμε ακριβώς τον Schleyer. Θα έπρεπε να είχαμε κάνει αιτήματα που πήγαιναν προς μια άλλη κατεύθυνση. Θα ήταν σωστό να ζητήσουμε από την Daimler Benz να ανοίξει τα αρχεία τα σχετικά με τους καταναγκαστικούς εργάτες και πως το βιομηχανικό συγκρότημα να κατέβαλλε τις ζημίες στους καταναγκαστικούς εργάτες. Θα μπορούσαμε να είχαμε πει, επάνω στο ζήτημα των κρατουμένων υπάρχει μοναχά μια θανατηφόρα αντιπαράθεση, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο επιστρέφουμε στο γιατί ακριβώς αυτόν. Από μια τέτοια θέση ίσως θα ήταν εφικτό ένα άλλο τέλος, και να βρούμε για τον Schleyer μια ανθρώπινη λύση.

    Μιλήσατε γι αυτά μέσα στην ομάδα;

    Μιλήσαμε μόνο για τις συνέπειες αυτής της ενέργειας, όταν ήταν δυνατόν. Εκ των υστέρων πρέπει να πω ότι δεν δοκιμάσαμε τίποτα για να σπάσουμε την αναγκαστική πορεία του πράγματος. Αλλά τότε κανείς δεν ήταν έτοιμος να κάνει μια τέτοια παραχώρηση. Αυτό θα σήμαινε ότι αυτό που είδαμε αργότερα, θα το είχαμε προβλέψει / προτρέξει. Θα έπρεπε να είχαμε πει: ο ένοπλος αγώνας έτσι όπως πραγματοποιήθηκε δεν λειτουργεί.

    Στο ανακοινωθέν ήταν σαφές ότι εάν αυτοί δεν έβγαιναν, ο Schleyer θα εκτελούνταν. Αλλά ένα πράγμα είναι τα ανακοινωθέντα και άλλο είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

    Συμπεριφερθήκαμε και διαφορετικά από το ανακοινωθέν. Επικριθήκαμε από τις άλλες ομάδες, επειδή δεν ολοκληρώσαμε τη δράση πυροβολώντας τον Schleyer. Μας είπαν «από τη στιγμή που διστάζετε και προκαλείτε την τακτική καθυστερήσεων της κυβέρνησης καθιστάτε αδύνατο να ληφθείτε στα σοβαρά υπόψη στην περίπτωση μεταγενέστερων προσπαθειών απελευθέρωσης των κρατουμένων.

    Υπήρχε τότε μια τομή, μια στιγμή κατά την οποία έληξε η σπείρα των αμοιβαίων απειλών. Ήταν μετά τις 18 oκτωβρίου. Το αεροπλάνο στο Μογκαντίσου δέχτηκε επίθεση, απελευθερώθηκαν οι όμηροι, τρεις δολοφονημένοι παλαιστίνιοι και οι φυλακισμένοι στο Stammheim ήταν νεκροί. Γιατί δεν μπορούσατε να κάνετε πίσω και να στείλετε τον Schleyer στο σπίτι;

    Αυτό θα είχε σημάνει για εμάς ότι επιβεβαιώναμε και νομιμοποιούσαμε την πολιτική της μονάδας κρίσης. Μια απελευθέρωση χωρίς την εκπλήρωση των όρων, δεν θα είχε ληφθεί υπόψη ως ανθρώπινη χειρονομία, αλλά ως παραδοχή της ήττας, ως πλήρης επιτυχία της μονάδας κρίσης, σύμφωνα με το σύνθημα «η σκληρότητα πληρώνει». Με τη σημερινή μου κρίση βλέπω τις χαμένες μας πιθανότητες, αυτό που μας έλειψε, και τις δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης που θα μπορούσαν να είχαν προετοιμάσει το δρόμο για την επιστροφή του Schleyer στο σπίτι.

    Είχατε σκεφτεί επάνω σε κάποιες εναλλακτικές, υπήρχαν κάποιες γραμμές συμβιβασμού, για παράδειγμα να απελευθερώνονταν λιγότεροι κρατούμενοι, βελτιώσεις του καθεστώτος των φυλακών και της αναγνώρισης του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων;

    Αν στην τότε κατάσταση η πρόταση του Andreas, για την υποχώρηση των κρατουμένων είχε προκαλέσει μια απάντηση, εάν υπήρχε μια κάποια ένδειξη πολιτικής αποδοχής, για παράδειγμα εάν είχε προσφερθεί μια διεθνής επιτροπή, τότε φυσικά θα είχαμε αντιδράσει, τότε θα ήταν αδιανόητο για εμάς να αγκιστρωθούμε στις αρχικές απαιτήσεις και να πυροβολήσουμε τον Schleyer. Πολλά πράγματα μπορούν να επικριθούν σε εμάς, αλλά όχι ότι αγνοήσαμε το συμφέρον των κρατουμένων.

    «Ένας συμβιβασμός ήταν από την πλευρά μας δυνατός»

    Τι ρόλο έπαιξε η γνωριμία σας με τον Schleyer για 6 εβδομάδες;

    Φυσικά έπαιξε ρόλο, ήταν ταυτόχρονα συμπονετικός και συνηθισμένος, όπως και για εκείνους που φοβούνται για τη ζωή τους. Αλλά για εμάς ο Schleyer δεν ήταν μόνο ένας που έχει οικογένεια. Μήπως ο Schleyer ανησύχησε για τους φυλακισμένους εργαζόμενους;

    Ο Schleyer δεν εξέφρασε ποτέ τη λύπη του για το ρόλο του στο προτεκτοράτο της Βοημίας και της Μοραβίας, ήταν υπεύθυνος των SS για την ένταξη των τσεχικών βιομηχανιών στη γερμανική πολεμική οικονομία, το γραφείο του απείχε μόλις 60 χιλιόμετρα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Terezin, στρατόπεδο διαλογής προς το Άουσβιτς. Επιπλέον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εμπόδισε τη μετάδοση της εκπομπής στην οποία ο ίδιος ο Schleyer απηύθυνε έκκληση στις ανθρώπινες πτυχές. Ούτε μάλιστα επέτρεψε να μιλήσουν οι κρατούμενοι, επειδή η προσφορά του Baader θα είχε γνωστοποιηθεί και οι φυλακισμένοι θα είχαν κατακτήσει μια άλλη εικόνα στην κοινή γνώμη. Και αυτοί είχαν φίλους και οικογένεια που θα ήθελαν ευχαρίστως να δουν ξανά. Αλλά η ανθρώπινη διάσταση, οι οπτικές των ανθρώπων είχαν συνειδητά επισκιαστεί από τη μονάδα κρίσης. Μέσα στη λογική της ενέργειας και το πικρό τέλος της δράσης υπήρχε σαν συνέπεια.

    Αλλά για τους ανθρώπινους και πολιτικούς μας σκοπούς ήταν μια καταστροφή.

    Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς και επακόλουθοι, στη φάση που θα έπρεπε να δείξουμε ανθρώπινη δύναμη και γενναιοδωρία και υπήρξαμε πολιτικά τόσο λίγο ριζοσπαστικοί, τόσο αβλαβείς, όταν το διακύβευμα ήταν να ανατρέψουμε τις κοινωνικές συνθήκες και να τις κάνουμε να κλονιστούν.

    Ο Stefan Wisniewsi ήταν μέχρι την απόλυση του το 1981, καλλιτέχνης με μερική απασχόληση στην RAF. Στη συνέχεια η φυλακή και σήμερα είναι καλλιτέχνης επιβίωσης με τον κοινωνικό μισθό (…). να θυμίσουμε επίσης τη συνέντευξή του στον Klaus Viehmann «Απέναντι στην αριστερά το κράτος δεν ξεχνά τίποτα».

    Πολιτικά συμμετέχει στον κοινωνικό αγώνα και είναι μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς, στην δουλειά αντιφασιστικής και αντιρατσιστικής διαπαιδαγώγησης και κατά της παλιάς και της νέας σωφρονιστικής βιομηχανίας. Διεξήγαγε επίσης πολλές συναντήσεις κριτικής και προβληματισμού για τον ένοπλο αγώνα της δεκαετίας του 70. Πιστεύει ότι η διατήρηση παραδόσεων όπως το 48°G. στο Pfingsten στο Mittenwald (συντεχνία παλαιών και νέων φασιστικών και συναφών στρατιωτικών εργαλείων) πρέπει να δεχτούν επίθεση και αμέσως.

    ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [1] γερμανικές Ειδικές Δυνάμεις

    [2]Σημείωση στη γερμανική έκδοση: Πρώτη ισπανική έκδοση “ Fuimos tan teriblemente consecuentes ” Virus Editorial, Barcelona 1997 μαζί με το “La guerrilla urbana ahora è historia”. Ανακοινωθέν διάλυσης της RAF.

    [3] Meinhof †♀9-5-76, Holger meins 9/11/74 Katherina Hammerschmidt ? 1974, Siegfried Hausner 29? //4/1976

    [4] Stefan Wisniewski: Prozesserklarung. Αυτοπαράγωγο παράνομης έκδοσης 1981

    [5] Κυριολεκτικά νέα πατρίδα = οικοδομικός συνεταιρισμός που ανήκει στην DGB (το πλειοψηφικό γερμανικό συνδικάτο).

    [6] Εκδότης που κατείχε πολυάριθμες εφημερίδες και συγγραφέας εκστρατειών μίσους κατά των κινημάτων διαμαρτυρίας, των ομοφυλόφιλων κλπ.

    [7] Διαμαντένιο όνομα διαλέκτου Kürfurstendamm (οδός των εκλογικών πριγκίπων) γνωστή chic λεωφόρος του δυτικού Βερολίνου.

    [8] Tote Briefkaste = ήταν ο συνωμοτικός τρόπος επικοινωνίας. Σε ορισμένα παλιά μπλοκ κατοικιών είχαν προστεθεί γραμματοκιβώτια που χρησιμοποιούνταν για την ανταλλαγή μηνυμάτων.

    [9] Ερώτηση επάνω στις δηλώσεις του Gabi Rollnik.

    [10] Ο Lorenz ήταν ο πρόεδρος της βερολινέζικης CDU, χριστιανοδημοκρατίας. Απήχθη από το Κίνημα 2 Ιουνίου από τις 28/2 έως τις 4/3/75 και απελευθερώθηκε σε αντάλλαγμα  5 (ο έκτος αρνήθηκε) πολιτικών κρατουμένων που εστάλθησαν στη Νότια Υεμένη.

    [11] Αντίστοιχα «επαναστατικά Κύτταρα» και «Zora η κόκκινη» (μια ομάδα που γεννήθηκε από τις RZ και πήρε το όνομά της από ένα διάσημο γερμανικό μυθιστόρημα),βρίσκεται μοναχά αποσπασματική τεκμηρίωση στα ιταλικά.

    [12] Αντίστοιχα ομοσπονδία γερμανικών βιομηχανιών και ένωση γερμανών βιομηχάνων.

    [13] Αντίστοιχα ομοσπονδιακός εισαγγελέας που σκοτώθηκε στις 7/4/77 και πρόεδρος της Τράπεζας Dresdner που σκοτώθηκε σε μια απόπειρα απαγωγής στις 30/7/77

    [14] Verband des Verfolgtes des Naziregimes. Σύλλογος διωκόμενων από το ναζιστικό καθεστώς.

    [15] Spiegel 1975 στο RAF “ο ανταρτοπόλεμος στην μητρόπολη”. Bertani Verona 1979

    [16] Πρόκειται για την Susanne Albrecht, στη συνέχεια αποχώρησε από την RAF και έφυγε στη ΛΔΓ. Συνελήφθη μετά την πτώση του τείχους, κάνοντας καταδοτικές δηλώσεις στην αρχές, λαμβάνοντας μια έκπτωση ποινής.

    [17] SonderEinsazKommando= κομάντο ειδικών δράσεων

    [19] Το όνομα του αεροσκάφους της γραμμής Μαγιόρκα Φρανκφούρτη που απήχθη στις 13/10/77 στο οποίο εφόρμησαν γερμανικές δυνάμεις στις 18 οκτωβρίου.

     Leila Kahled: My People shall live. The autobiograpy of a revolutionary. London Hodder and Stoughton 1973. την ίδια χρονιά βγήκε σε γαλλική έκδοση.

    [21] 27 Σεπτεμβρίου 1977.

      * μετάφραση σε επιμέλεια Sergio Rossi

     

    Guerriglia in Germania: colloquio sulla storia della RAF

    ιστορία, storia

    «Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

    του Luca Cangianti

    Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

    Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

    «Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
    Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

    Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
    Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

    Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

    Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
    Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

    Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
    Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

    Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

    «Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
    «Αστικές κατασκευές.»
    «Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
    «Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
    «Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
    «Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

    Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

    [Fotografie di Rigel Polani]


    1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
    2. Cfr. ivi, p. 487. 
    3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
    4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017.