ιστορία, storia

Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία

Il movimento del 1977 in Italia

Luca Falciola

Il movimento del 1977 in Italia

ΕΚΔΟΣΗ: 2016

Εν συντομία

Σε όλο τον κόσμο η εμπειρία του Εξήντα οκτώ εξαντλήθηκε μέσα στο πρώτο μισό της Δεκαετίας του ’70, μπροστά στην παρακμή των ιδεολογιών και την οπισθοχώρηση στην ιδιώτευση. Αντ ‘αυτού στην Ιταλία, το 1977, μια γενιά αριστερών αγωνιστών πίστευε ακόμα στη δυνατότητα μιας επανάστασης και έθεσε σε εφαρμογή μια ακραία προσπάθεια να υπονομεύσει, να ανατρέψει την κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κίνημα που ισορροπούσε ανάμεσα στην αποθέωση και το ξεπέρασμα της πολιτικής, ανοιχτό σε ριψοκίνδυνες πολιτισμικές επιμολύνσεις και ικανό για τολμηρούς δημιουργικούς πειραματισμούς, αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένο με βίαια δόγματα και πρακτικές, ώστε να εγκαινιάσει την πιο σκοτεινή φάση των «χρόνων του μολυβιού». Το κίνημα του ’77 εξακολουθεί να περιμένει μια συστηματική ανάλυση, εκτός από το ότι αφήνει ανοικτά ερωτήματα που είναι αναπόφευκτα για να κατανοήσουμε και τελικά να ιστοριοποιήσουμε τη Δεκαετία του ’70. Το βιβλίο ανασυνθέτει – για πρώτη φορά με επιστημονική αυστηρότητα και με βάση μια εντυπωσιακή αρχειακή και τεκμηριωτική έρευνα – το πλαίσιο της κρίσης μέσα στο οποίο ο κύκλος αυτός της διαμαρτυρίας ωρίμασε, τις πνευματικές αναφορές που ενέπνευσαν την κινητοποίηση, το όραμα του κόσμου και τους ισχυρισμούς, τις διεκδικήσεις των διαδηλωτών, τα ερμηνευτικά σχήματα που ευνοούσαν τη βίαιη κλιμάκωση, την αντίδραση των θεσμών και τη διαλεκτική μεταξύ του κινήματος και των παράνομων ένοπλων οργανώσεων.

http://www.carocci.it/index.php?option=com_carocci&task=schedalibro&Itemid=72&isbn=9788843076284

1977: ένας κόμπος της δημοκρατικής Ιταλίας και ένα ψηφιδωτό για ανασύνθεση – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση στο βιβλίο του Luca Falciola, Il movimento del 1977 in Italia, Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία, Carocci, Roma 2016

*****

Πλησιάζουμε την τεσσαρακοστή επέτειο εκείνου του φαινομένου της νέας κοινωνικής διαμαρτυρίας γνωστής ως Κίνημα του ’77, και είναι πιθανό ότι θα υπάρξουν διαφορετικές πολιτιστικές, εκδοτικές και πολιτικές πρωτοβουλίες αφιερωμένες σε αυτό το ραντεβού, αν και εικάζεται ότι θα είναι μικρότερες σε τόνο σε σχέση με εκείνες που γιόρτασαν μια άλλη διάσημη επέτειο: εκείνη του ’68. Αυτό βασικά διότι, ενώ γι αυτό το τελευταίο, μπόρεσαν ουσιαστικά να παράσχουν μια σαφή και σε γενικές γραμμές ομοιογενή εικόνα, όσον αφορά το ’77 ο ιστοριογραφικός διάλογος εξακολουθεί να αγωνίζεται με μια κατακερματισμένη και θολή εικόνα, όπου οι διαφορετικές ψυχές και οι διαφορετικές εκδηλώσεις αυτού του κινήματος αλληλοεπικαλύπτονται, αντιτίθενται, μέσα σε σύγχυση, σύγκρουση και όπου είναι συχνά δύσκολο να βρεθεί το κλειδί του προβλήματος, η άκρη του νήματος. Αυτό το «έδαφος που το βαραίνει η μνήμη», όπως το χαρακτήρισε η Monica Galfrè, είναι δύσκολο να εμβαθυνθεί και να αντιμετωπιστεί σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί ταυτόχρονα η εσωτερική ετερογένεια και αντίφαση, αλλά και οι κυριότερες γραμμές που χαρακτήρισαν την αυτοπροσωποποίηση του και την επικοινωνία του.  Αντί να είναι ένα αντικείμενο σπουδών που απαιτεί την απαραίτητη απόσπαση και την επιστημονική αυστηρότητα, το ’77 στην Ιταλία εξακολουθεί να είναι σήμερα αιχμάλωτο πολιτικής προπαγάνδας αφενός και μιας οπτικής συχνά ηρωικής [βετεράνων] και αυτοαναφορικής από την άλλη.

Αυτό που έκανε ο Luca Falciola είναι λοιπόν η προσπάθεια να ανασυνταχθεί εκείνο που ονόμασε ο ίδιος το «μωσαϊκό» του ’77 στην Ιταλία. Όπως και στην καλύτερη blochiana παράδοση, ο συγγραφέας de-constructs- απο-συνθέτει για να αναλύσει το φαινόμενο και στη συνέχεια να το ανακατασκευάσει κομμάτι κομμάτι και να φτάσει σε ορισμένες γραμμές ερμηνείας και μερικές ιστοριογραφικές θέσεις. Ένα πολύπλοκο και εκτεταμένο έργο (αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό και μόνο με μια γρήγορη ματιά στις βιβλιογραφικές σημειώσεις) που για μία φορά δεν έφερε στο προσκήνιο μαρτυρίες και ερμηνείες. Η υπερτροφία αυτών των τελευταίων έχει οδηγήσει, αφενός, σε εξαιρετικά εορταστικού τύπου, νοσταλγικές και αυτοαναφορικές ανακατασκευές, και αφετέρου στην ανάπτυξη μιας συζήτησης που απέχει όλο και περισσότερο από την εμπειρική έρευνα και κατευθύνεται αντικειμενικά σε ιδεολογικά συμφέροντα για να λυγίσει τα γεγονότα στις θέσεις που θέλουν κάποιοι να υποστηρίξουν. Ο Falciola έχει ως εκ τούτου αξιοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τις πηγές των ντοκουμέντων, πάνω απ’ όλα εκείνες που παρήχθησαν από το ίδιο το κίνημα καθώς και δημοσιογραφικές και αρχειακές πηγές. Ένας ακριβής και διαλεκτικός τρόπος για να επισημανθεί μια ολιστική διάσταση του φαινομένου του ’77 («ένα ενιαίο δίκτυο κινημάτων»), αλλά, εκθέτοντας την έρευνα για το 77 σύμφωνα με θέματα και όχι σύμφωνα με πόλη ή με πολιτικές ιδεολογικές πολιτιστικές ομάδες, χωρίς να πέσει σε μονόπλευρες ερμηνείες ή οπτικές.

Η έρευνα διέτρεξε τρεις μακρο-οδούς: η πρώτη είναι η ανασυγκρότηση του ιστορικού οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικο-πολιτιστικού πλαισίου, μέσα στο οποίο παράχθηκε η τοιχογραφία του ’77, η δεύτερη είναι η ραδιογραφία του κινήματος που επισημαίνει τις διαφορετικές πολιτικο-πολιτισμικές και ιδεολογικές του εκφάνσεις, η τρίτη είναι η απεικόνιση που του κινήματος είχαν τα θεσμικά όργανα, τόσο αυτά του Κράτους, όσο εκείνα των κομμάτων και / ή των συνδικάτων, κυρίως στα αριστερά. Η θέση είναι ότι το κίνημα του ’77 ήταν το τελευταίο ιταλικό του Εικοστού αιώνα που αντιστάθηκε στις διαδικασίες απο-πολιτικοποίησης και ιδιωτικοποίησης που ξεκίνησαν μέσα στην κοινωνία και μέχρι και σε ένα μέρος του αριστερού κόσμου της νεολαίας». Το έργο του Falciola κινείται συνεπώς μέσα στο αυλάκι μιας διαδεδομένης ερμηνείας στον ιστοριογραφικό τομέα (De Luna, Galfrè, Crainz, για να αναφέρουμε μόνο λίγα ονόματα), η οποία δεν μοιράζεται την κρίση του ’77 ως «αντιπολιτικό» φαινόμενο: αυτό ήταν ναι ο επίλογος της δεκαετίας της συλλογικής πολιτικής δράσης που ανοίχθηκε από το ’68 (όπως έγραψε ο Marco Grispigni), το «τραγούδι του κύκνου» της πολιτικής (όπως επεσήμανε η Maria Luisa Boccia), αλλά ταυτόχρονα ήταν ο πρόδρομος μιας διαδικασίας που, και μέσα από βαθιές πολιτισμικές και γλωσσικές καινοτομίες (σκεφτείτε για παράδειγμα στο μπολονιέζικο κίνημα ή τους ινδιάνους μητροπολιτάνους), αποκάλυψε την απαξίωση και την αχρηστία των μέσων της πολιτικής των κομμάτων και αυτών των τελευταίων καταδίκασε την κατοχή όχι μόνο και όχι τόσο των θεσμών, όσο της κοινωνίας.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε επτά κεφάλαια. Τα δύο πρώτα κεφάλαια επικεντρώνονται στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου, την συγκυρία. Ο πρώτος επικεντρώνεται στον συνδυασμό τριών παραγόντων επάνω στους οποίους εξερράγη η ιταλική κοινωνική κρίση του δεύτερου μισού της Δεκαετίας του 70: την αρχή της βιομηχανικής παρακμής της Χώρας («το τέλος της κοινωνίας της εργασίας»), την αυξανόμενη εκπαίδευση και την ταυτόχρονη έλλειψη στην απασχόληση, έλλειψη εργασιακών διεξόδων και /ή επαγγελματικών και (σε σχέση με αυτή) την αύξηση της ανεργίας των νέων. Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αντίθετα αφιερωμένο σε αυτό που σήμερα μπορεί να ονομαστεί «πολιτική κρίση»: αφενός η αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι της πολιτικής, παρά την εκλογική ενίσχυση του PCI-ΚΚΙ και, μάλλον, ακριβώς εξαιτίας του μέτριου αποτελέσματος του ιστορικού συμβιβασμού, από την άλλη την τραυματική και ταχεία εξαφάνιση των σχηματισμών που αποτελούσαν την επαναστατική αριστερά ή Νέα Αριστερά, η οποία με το εκλογικό φιάσκο της Προλεταριακής Δημοκρατίας το 1976 έδειξε ότι δεν ήταν πλέον σε συντονισμό με το πολιτικό φαντασιακό της γενιάς των νεαρών που ήταν τότε πρωταγωνίστρια του ‘ 77. Το τρίτο κεφάλαιο αντιμετωπίζει αντιθέτως τις «γενετικές μεταλλάξεις» που, από την οπτική των ιδεολογικών και πολιτικο-οργανωτικών οριζόντων, χαρακτήρισαν το κίνημα, με την προοδευτική μόλυνση έργο κάποιων σημαντικών ρευμάτων (φεμινισμός, αντιψυχιατρία, νεανική αντικουλτούρα, φιλόσοφοι και διανοούμενοι πέρα από τις Άλπεις, όπως οι Deleuze, Guattari, Sartre, Foucault και η θεωρία των αναγκών της Agnes Heller). Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε από τον συγγραφέα στην πολιτική διαδρομή της Εργατικής Αυτονομίας, ενός σχηματισμού που, μοναδικός σε σύγκριση με το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, επηρέασε με κάποιο τρόπο αποφασιστικό το κίνημα σχεδόν σε ολόκληρη τη Χώρα.

Τα κεφάλαια 4 και 5 εμβαθύνουν τις θεματικές και τις θέσεις που δέχτηκαν την έφοδο του κινήματος. Το τέταρτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην άποψη των εβδομηνταεπτάρηδων σχετικά με τα ζητήματα επάνω στα οποία αυτοί παρήγαγαν τις κινητοποιήσεις τους: από την Εγκύκλιο Malfatti για το πανεπιστήμιο στην οικονομική κρίση, από την αναδιάρθρωση στα εργοστάσια στα περιβαλλοντικά θέματα, από την ανεργία στις σχέσεις με το εργατικό κίνημα. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο θέμα, το κεφάλαιο αφιερώνει μεγάλο χώρο στη σχέση μεταξύ κινήματος και PCI, που θεωρείται μια από τους πυροκροτητές στην έκρηξη της διαμαρτυρίας και τη βίαιη εξέλιξή της.Το πέμπτο κεφάλαιο, αντιθέτως, ασχολείται με το «κατ ‘εξοχήν πρόβλημα: εκείνο των πολιτικο-επαναστατικών προοπτικών του κινήματος, του »τι πρέπει να κάνει» και της επιρροής που μέσα στην εθνική συζήτηση είχαν εκείνες οι πλευρές που φαντάζονταν μια «μοριακή» αντίθεση [με την έννοια που προέρχονταν από τις θέσεις του Φουκώ) που βασίζονταν επάνω στα νέα λεξιλόγια, στις νέες κατασκευές ακόμη και συντακτικές, στους νεο-ντανταϊσμούς πολιτισμικούς και καλλιτεχνικούς, στην ανατίμηση της διάστασης του »προσωπικού», του ατόμου, ενάντια στον κολεκτιβιστικό ολοκληρωτισμό πίσω από τον οποίο κρύβονταν μόνο η μεγάλη εξαπάτηση της εξουσίας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα παράγραφος είναι, τέλος, αφιερωμένη στις ομοιότητες μεταξύ του κινήματος του ’77 και του φαινομένου του πανκ στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, και επάνω στις πρώτες σημαντικές εμπειρίες αυτού του μουσικού ρεύματος στην Ιταλία.

Το έκτο κεφάλαιο ασχολείται με το θέμα της βίας. Διαχωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος αντιμετωπίζει το φαινόμενο της βίας στο δρόμο και τις πλατείες, της μαζικής βίας, ενώ το δεύτερο αφορά τη σχέση μεταξύ του κινήματος και των ένοπλων οργανώσεων. Η ξεχωριστή στάση, στην παρουσίαση, του φαινομένου της μαζικής βίας από εκείνη του ένοπλου αγώνα δεν αποσκοπεί στην θεωρητικοποίηση μιας ανύπαρκτης στεγανοποίησης (που δεν υπήρξε) αλλά στην ανάδειξη δύο κεντρικών ζητημάτων: το πρώτο είναι ότι μέσα στο κίνημα υπήρξε μια μεγάλη – και όχι πάντα ειρηνική – συζήτηση σχετικά με το θέμα της ένοπλης στρατηγικής, μολονότι υπήρχε μια σχεδόν ολική ομοιογένεια στην ιστορική αναγκαιότητα της βίας, το δεύτερο τείνει να δείξει ότι η επέκταση των ένοπλων οργανώσεων κατά την τριετία μετά το 1977 δεν οφείλεται στην ήττα του κινήματος, αλλά μάλλον αυτό το τελευταίο αντιπροσώπευσε για ομάδες όπως οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, η Prima Linea και οι άλλοι μικρότεροι σχηματισμοί ένα «θεμελιώδες στοιχείο του ριζοσπαστικού περιβάλλοντος τους- radical milieu», συχνά ακούσιο, ενθάρρυνσης και προστασίας.

Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο αναλύει το πεδίο του Κράτους και τις αντιδράσεις του απέναντι στο κίνημα, κυρίως από την άποψη της αναδιοργάνωσης των κατασταλτικών δομών και των σωφρονιστικών δομών. Ταυτόχρονα δύο παράγραφοι αφιερώνονται στο πώς ερμήνευσε το κίνημα και αντιμετώπισε την καταπίεση-καταστολή και τη συζήτηση για την ποινικοποίηση της διαφωνίας στην Ιταλία.

Τα συμπεράσματα που συνήγαγε ο Falciola στο τέλος της έρευνάς του είναι βασικά δύο. Το πρώτο είναι ότι η έκρηξη του ιταλικού ’77 οφειλόταν στη διασταύρωση δύο παραγόντων: αφενός της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και της πολιτικής-θεσμικής (αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής), από την άλλη τον ακραίο πνευματικό δυναμισμό και την καινοτόμο ανανεωτική ικανότητα της ιταλικής ανταγωνιστικής σκέψης. Ειδικότερα, αυτή η δεύτερη πτυχή προκάλεσε η  «νέα» αμφισβήτηση να είναι ένα αποκλειστικά ιταλικό φαινόμενο, σε αντίθεση με ό, τι υπήρξε το ’68. Το δεύτερο αφορά τη βίαιη έκρηξη στη σύγκρουση με το Κράτος και με το ιστορικό εργατικό κίνημα (PCI και συνδικάτα): αφενός η ερμηνεία του φαινομένου επιβεβαιώνεται ως σπειροειδής ποινικοποίηση των αγώνων – βίαιη καταστολή – βίαιη αντίδραση των κινημάτων, από την άλλη, αναδύεται μια εικόνα στην οποία η προσγείωση του κομμουνιστικού κόμματος στην κυβέρνηση (έστω και έμμεσα) και ο ισχυρισμός-η διεκδίκηση μη μεταρρυθμιστικών στόχων, για τους οποίους η δυνατότητα να συμπεριληφθούν σε ένα πλαίσιο αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως η ιταλική ήταν αδύνατη, δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν αναπόφευκτα σε μια εκθετική αύξηση των βίαιων συγκρούσεων.

Εν ολίγοις, για τον πλούτο της εργασίας που πραγματοποιήθηκε και για τις πολύτιμες ιστοριογραφικές και μεθοδολογικές ενδείξεις, το έργο αυτό μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου (με την ευκαιρία της 40ής επετείου του Κινήματος) την έρευνα και ιστορική συζήτηση την σχετική με ένα σημαντικό κόμβο της πρόσφατης ιταλικής ιστορίας που [όπως προτείνει και ο συγγραφέας] θέτει ξανά πολλά και σημαντικά ερωτήματα στα οποία να δοθούν απαντήσεις (από τη σύγκριση με άλλες διεθνείς εμπειρίες στις πολιτικές συγκρίσεις με τα φαινόμενα που αναπτύχθηκαν στα Δεξιά, μέχρι τις λεπτομερείς έρευνες επάνω στις τοπικές εμπειρίες).

Εικόνα στο ξεκίνημα: Roma 17 φεβρουαρίου 1977: “Μετά την εκδίωξη του Lama”, φωτογραφία του Tano D’Amico

Print Friendly, PDF & Email

 

Όταν θέλουμε να κουβεντιάσουμε για θέσεις χαμένων επαναστάσεων, γύρνα ξαναγύρνα πάντα καταλήγουμε με μάντρα του ’68 και του ’77 διαβασμένα (επανα-συστηματοποιημένα) ως κομβικά χρόνια της ιστορίας του Εικοστού αιώνα. Είναι αναπόφευκτο να συμβεί αυτό: ’68 και ’77 προσφέρονται στην κοινωνική εξέταση ως βασικά, όμοια και αντίθετα πρόσωπα του ίδιου νομίσματος.

Το πρώτο – το Εξήντα οκτώ – πλανητικής σημασίας. Μια επανάσταση ακόμα σε κοντά παντελονάκια, ενθουσιώδης, ουτοπική, σχεδόν παιχνιδιάρικη. Συναφή με τις πρώτες πέτρες στους δρόμους εναντίον της αστυνομίας αλλά και με τη naif κληρονομιά της κουλτούρας beat περισσότερο από ότι μας αρέσει να παραδεχόμαστε.
Όταν μιλάμε για το Εβδομήντα επτά μιλάμε περισσότερο για ένα ολοκληρωτικά ιταλικό μακρύ κύμα: μια απογοητευμένη επαναστατική ώθηση, μετα-κομματική, καμπή, ορόσημο. Κοντά στoν brigatismo [brigante γενικότερα σημαίνει ληστής] τις κουκούλες και το πιστόλι P38 («Το έγκλημα πληρώνει» γράφονταν στους τοίχους), αλλά και ένα βήμα μακριά από το no-future των στιγμών πανκ.
Χαρακτηρισμοί συνδεδεμένοι με το ’77, ο ένας πιο κατάλληλος από τον άλλον, υπάρχουν πράγματι στο όμορφο  “Il movimento del 1977 in Italia” (Carocci, 2016) του Luca Falciola:

«Τρελό έτος», «ήρεμη ανταλλαγή πυροβολισμών», «συγκέντρωση ευτυχισμένου λυρισμού και τρόμου», «έτος κατά το οποίο το μέλλον ξεκίνησε», «έτος κατά το οποίο έληξε το μέλλον», «πατροκτονία», «κοινωνική έκρηξη», «καταστροφή της πολιτικής » (σ. 9)

Εάν επρόκειτο για καταστροφή, μια τυπική ιταλική καταστροφή, έχει ειπωθεί: ενώ στον υπόλοιπο πλανήτη οι πυρκαγιές του εξηνταοκτώ αμβλύνονται πράγματι στην αυγή των Εβδομήντα, σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη – συνένοχη ίσως η σοβαρή κοινωνική κρίση, μια κοινωνική κρίση επιπλέον στρωματοποιημένη, η πυρκαγιά της εξέγερσης δεν έσβησε, σιγοκαίει κάτω από τις στάχτες και φουντώνει σε όλο της το μεγαλείο ακριβώς το 1977. Από αυτή την άποψη ο Falciola είναι επιγραμματικός:

“Από αυτή την άποψη η Ιταλία είναι μια άτυπη περίπτωση. (…) εξακολουθεί να είναι ασαφές ποια διαδικασία εμπόδισε την έκλειψη των επαναστατικών προσδοκιών και τις ανέστησε σε μεγάλα στρώματα του νεανικού πληθυσμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Από αυτή την προοπτική το 1977 είναι ένα θεμελιώδες ιστορικό σταυροδρόμι που πρέπει να διερευνηθεί” (σ. 10)

Εξ ου και η εξαιρετικά ευρεία εξέταση που διενεργήθηκε από τον συγγραφέα για το annus mirabilishorribilis, ανάλογα με την πλευρά από την οποία παρατηρείται), που διεξήχθη με βάση μια επιστημονική έρευνα που δεν παραμελεί τίποτα: τις δημόσιες πηγές όπως φυλλάδια, τη θεωρητική βάση των «ιερών» κειμένων που υπαγόρευσαν την πορεία προς τη χρυσή ορδή (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Νάννι Μπαλεστρίνι-Nanni Balestrini) όπως τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τους ινδιάνους μητροπολιτάνους, τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις, τα κόμικς, τους ευτυχισμένους τσιγγάνους της Μπολόνια, πόλη-σύμβολο του φοιτητικού Κινήματος, τη βίαιη κλιμάκωση και τις αντιδράσεις του Κράτους. Il movimento del 1977 in Italia-Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία” του Luca Falciola είναι μια τοιχογραφία στο μακρύ πεδίο των 365 ημερών που έκαναν το Έθνος να τρέμει, επέστρεψε με την αυστηρότητα της ιστορικής εμβάθυνσης και της καθαρότητας μιας πεζογραφίας που είναι προσιτή αν δεν είναι πραγματικά μαγευτική. Μην το χάσετε.

https://www.sololibri.net/movimento-1977-Italia-Falciola.html

 

«Δεν θα υπάρξει ένας ιστορικός, δεν θα ανεχτούμε να υπάρξει ένα ιστορικός, […] που να ανακατασκευάσει τα γεγονότα, μπολιασμένα στη σιωπή μας, αδιάκοπη σιωπή, ατελείωτη, θυμωμένα ξένη», είναι η σκληρή προειδοποίηση που άνοιγε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που παρήγαγε το κίνημα των Εβδομήντα επτά (Μπολόνια, μάρτιος ’77 … δική μας υπόθεση). (Bologna, marzo ’77… fatti nostri). Εξάλλου, φαίνεται ακριβώς ότι η εγγενής φευγαλέα φύση του ίδιου του κινήματος, από την ιστοριογραφική άποψη, καθιστά πολύ πιο περίπλοκο από ποτέ να ανασυντεθεί μια συνεκτική αναλυτική και αφηγηματική εικόνα. Ο Luca Falciola γνωρίζει πολύ καλά αυτό, και κάνει το ντεμπούτο του σε αυτόν τον τόμο που φανερώνει «ένα καλειδοσκόπιο εικόνων και μια βαβέλ λέξεων. Ένα μωσαϊκό του οποίου δεν είναι δυνατόν να ανασυνθέσουμε τις συνδρομές, τις ιδιότητες μέλους» (10). Με λίγα λόγια ένας λαβύρινθος συνδέσεων, λεξιλογίων, αναπαραστάσεων στις οποίες είναι εύκολο να χαθούμε, χωρίς να υπολογίσουμε, υπενθυμίζει επίσης ο συγγραφέας, πως στη μικρή ιστοριογραφική βιβλιογραφία για τα Εβδομήντα επτά η θεμελιώδης σύγκριση με τις πηγές από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο από την άλλη.

Ακριβώς σε αυτή τη διπλή κατεύθυνση είναι που η έρευνα κινείται, κυρίως αξιολογώντας διάφορης φύσης στοιχεία, από τον Τύπο έως τα θεσμικά αρχεία και όχι μόνο, από αδημοσίευτες πηγές διανοουμένων και ακτιβιστών. Αλλά και αφιερώνοντας άφθονο χώρο στο ευρύτερο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σενάριο της Ιταλίας εκείνων των χρόνων, καθώς και θέτοντας τον ίδιο στόχο να μας επιστρέψει, επάνω σε αυτή τη διπλή βάση, σημαντικών αναλαμπών πολιτικής κουλτούρας του κινήματος, οργανωμένων σε εκθεσιακό επίπεδο θεματικών τομέων περισσότερο παρά ιδεολογικών «οικογενειών». Το αποτέλεσμα είναι ένα αναμφισβήτητα σημαντικό βιβλίο, μια περίπλοκη και μερικές φορές λαμπρή ανάλυση, ένα έργο που ακόμη έλειπε – με λίγα λόγια – στην ιστοριογραφία των Εβδομήντα επτά.

Μετά από ένα μεγάλο μέρος αφιερωμένο στις «κρίσεις» της οικονομίας και της εργασίας κατά τη δεκαετία του 1970, αλλά και στην παρακμή των «νέων αριστερών» ομάδων και την κατακόρυφη πτώση της εμπιστοσύνης διάχυτης σε ολοένα και περισσότερο απαξιωμένους θεσμούς, η προσοχή του συγγραφέα στρέφεται σε μερικά σημαντικά συμπτώματα που είχε αυτή η συστημική οπισθοδρόμηση στον τρόπο με τον οποίο η γενιά στα μέσα των 70’s κοίταξε στην εργασία, στον μύθο της επανάστασης, στις γνώσεις και στο πανεπιστήμιο, στην καθημερινή ζωή και στην κατανάλωση. Εάν σε ορισμένες αναλύσεις η τελευταία αυτή πτυχή (το περίφημο «δικαίωμα στο χαβιάρι», για να καταλαβαινόμαστε), και γενικότερα η νέα κεντρικότητα της θέσης των υποκειμενικών αναγκών και επιθυμιών, έχουν ενταχθεί σε ένα πολύ εύκολο «ατομικισμό» που προκαταβάλει την δεκαετία του ογδόντα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποια επιείκεια απέναντι σε αυτή την αμφισβητήσιμη ερμηνευτική τάση δεν λείπει ούτε σε αυτή την έρευνα, η οποία μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως θεωρεί εναλλάξιμα άτομο και υποκείμενο.

Στις δραματικές σχέσεις μεταξύ του PCI και του κινήματος, όπως είναι λογικό, ο συγγραφέας αφιερώνει ιδιαίτερα προσεγμένες σελίδες (αν και, λόγω της απόλυτης συνάφειας του θέματος, θα μπορούσαν ίσως να ήταν ακόμη ευρύτερες). Ενώ το κίνημα θεωρούσε το κόμμα ως τη «νέα αστυνομία», ένα μείγμα ναζιστικής σοσιαλδημοκρατίας και σταλινισμού αλά Μπέρια, το κόμμα του Berlinguer, από την πλευρά του αφιέρωνε στους νέους του Εβδομήντα επτά τους χαρακτηρισμούς των «τραμπούκων», πρακτόρων αντιδραστικών δυνάμεων, μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζει τον Francesco Lorusso «έναν δικό μας εχθρό», όπως είπε ο Amendola λίγο μετά τη δολοφονία του μπολονιέζου φοιτητή (149). Παρότι δραπετεύει εύστοχα σε όλο το βιβλίο από την ερμηνευτική καρικατούρα των «χρόνων του μολυβιού», ο συγγραφέας δεν αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει λεπτομερώς τον ίσως πιο σύνθετο κόμπο όλων, εκείνον της βίας, αφιερώνοντας τα δύο τελευταία κεφάλαια στην πολιτική βία, και στην καταστολή. Συνεπώς από τη μία πλευρά, εξετάζονται οι διάφορες μορφές βίας που ασκήθηκαν από το κίνημα, οι συζητήσεις που την επικαλούνται πολεμικά ή εκείνες που αντιθέτως – και σε σχέση με την εξέλιξη των συγκεκριμένων γεγονότων – εμπλέκονται σε δύσκολες διακρίσεις. Από την άλλη πλευρά, υπό ανάλυση είναι η καταστολή που εξαπολύθηκε από τους κρατικούς μηχανισμούς εναντίον των διαμαρτυρόμενων, με βάση μια απόλυτη αρχή υπεράσπισης της «νομιμότητας» που ποτέ δεν ήταν τόσο εν συγχύσει (και λόγω της στρατηγικής επιλογής του PCI-Κκι να τοποθετηθεί ακριτικά ως προπύργιο του κράτους). Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, προς στο τέλος μιας τόσο περίπλοκης ανάγνωσης, ο συγγραφέας καταλήγει σε δηλώσεις που είναι υπερβολικά σχηματικές, όπως όταν δηλώνει πως προσδιορίζει την αποτελεσματική αιτία της βίαιης κλιμάκωσης του Εβδομήντα επτά στην ιδεολογική «προδιάθεση» του, ενώ οι «θεσμικοί παράγοντες» (ποινικοποίηση και καταστολή) «θα είχαν» δευτερεύουσα επιρροή » (258).

Είναι απλώς ένα παράδειγμα μερικών – ολίγων – ερμηνευτικών καταλήξεων, πιθανότατα λίγο υπερβολικών, και ίσως μάλιστα αναπόφευκτων, σε ένα έργο που για πρώτη φορά θέτει τον στόχο της επίτευξης ευρείας συστηματοποίησης τόσο περίπλοκου θέματος. Στοιχεία που δεν εμποδίζουν όμως να θεωρηθεί η έρευνα αυτή ένα έργο με το οποίο, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το κίνημα των Εβδομήντα επτά, στοχαζόμενοι δηλαδή επάνω σε αυτό με σοβαρότητα, θα λογαριαστούμε από τώρα και στο εξής.

 

https://storicamente.org/faciola_movimento_1977

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΙΙ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 8

Η ιδέα της αυτονομίας γεννήθηκε ύστερα από τους αυτόνομους εργατικούς αγώνες στα μεγάλα εργοστάσια του βορρά και μέσα από κείμενα στοχαστών που ήταν αγωνιστές και έπαιρναν μέρος στις καθημερινές διαδικασίες του κινήματος. Δεν υπήρχε διαχωρισμός δηλαδή διανοούμενου και αγωνιστή, υπήρξε συνένωση και όχι διαχωρισμός ρόλων. Στοχαστές όπως ο Negri, o Scalzone, o Piperno, o Berardi, ο Pifano και άλλοι βρίσκονταν πάντα εκεί μπροστά.
Όταν το πράγμα πήγε να ξεφύγει το κράτος σκέφτηκε το εξής πανούργο. Καθότι οι περισσότεροι από τους θεωρητικούς της οργανωμένης Αυτονομίας προέρχονταν από το Potere Operaio που διαλύθηκε την περίοδο που ξεκινούσε η ακμή των BR, κατηγόρησαν όλους αυτούς τους ανθρώπους σαν ηγέτες των Tαξιαρχιών, οπότε αυτόματα ποινικοποιήθηκε στο σύνολό της η οργανωμένη Αυτονομία, λόγω της ιδεολογικής και πρακτικής ‘συγγένειάς’ τους,για συμμετοχή σε ανατρεπτικές της υπάρχουσας κατάστασης οργανώσεις.

Έτσι ξεκίνησε ένα κύμα συλλήψεων, κλήσεων σε απολογία, φυλακίσεων, σχηματισμό δικογραφιών κλπ. Μιλάμε για χιλιάδες διώξεων. Κι όποιος αντέξει. Σκαρφίστηκαν και το υπέροχο ότι όποιος συνεργαστεί με τις αρχές και καταθέσει αυτά που γνωρίζει αυτόματα χρήζει ευνοϊκότερης μεταχείρισης.

Ανοίγω παρένθεση. Το κίνημα της αυτονομίας ήταν στενά συνδεδεμένο με την κοινωνία, ήταν μέσα στην κοινωνία, ήταν το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της,ένα κίνημα που αμφισβήτησε όλους τους ρόλους και τους διαχωρισμούς ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι όταν λέω όλους εννοώ όλους. Ένα κίνημα που έκανε τον λόγο πράξη και σίγουρα στελέχωσε αργότερα όλες τις αντάρτικες οργανώσεις.
Σάρκα από την σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Επαναλαμβάνω πως λόγος και μέθοδοι γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και έδρασαν μέσα στην κοινωνία. Το ίδιο συνέβη και στη γέννηση στο ξεκίνημα και στα πρώτα χρόνια της δράσης των ένοπλων οργανώσεων.

Θεωρώ πως η αναστροφή στη θέση της ‘κοινής γνώμης’ υπήρξε ξεκάθαρα από το σημείο και μετά που οι οργανώσεις ύψωσαν υπερβολικά τον πήχη στη δύναμη πυρός. Ξεκάθαρα. Επαναλαμβάνω πως,στην κοινωνία του θεάματος που ζούμε, με σχεδόν αποκλειστική πηγή ενημέρωσης του κόσμου να είναι τα κανάλια, χωρίς τον παραμικρό κώδικα δεοντολογίας, με τους συντάκτες και παρουσιαστές των ειδήσεων να είναι ανοιχτά φερέφωνα της εκάστοτε εξουσίας,το παιχνίδι άρχισε να παίζεται στο πεδίο της παραπληροφόρησης, τονίζοντας τον φόβο και την ανασφάλεια σε όλα τα επίπεδα, [υπερβολή στη βιαιότητα των αντάρτικων ενεργειών, τρομοκράτηση του πληθυσμού, αποκαλώντας τρομοκράτες τους επαναστάτες, αποκρύπτοντας τελείως τον ρόλο των στοχευμένων από αυτούς κλπ.]

Έβαλαν και οι οργανώσεις το χεράκι τους, περνώντας από τις γαμποποιήσεις,στις εκτελέσεις. Με αποκορύφωση αυτή του Μόρο. Από εκείνη τη μέρα άρχισε η αντιστροφή της πορείας στην αποδοχή του κόσμου των αντάρτικων θέσεων και πρακτικών.
Ο γραμματέας,μέσα από τις επιστολές του, έχει βγάλει έναν πολύ ανθρώπινο χαρακτήρα, ξεφτιλίζοντας πρακτικά όλο το σύστημα που αυτός και οι σύντροφοί και φίλοι του, στους οποίους τώρα απευθύνεται εγκαλώντας τους να μη τον εγκαταλείψουν,έχουν πιστά υπηρετήσει. Αυτοί το κάνουν,καθιστώντας ακόμα πιο αδύναμη τη θέση του. Βρίσκεται σε κατάσταση αιχμαλωσίας και ομηρίας, τον κάνουν ακόμα πιο συμπαθή. Μιλά πλέον σαν άνθρωπος, όχι πολιτικός. Έχει αναγνωρίσει τον ρόλο του, είναι πια τόσο ευάλωτος.

Η χριστιανοδημοκρατία ήδη έχει αθετήσει το λόγο της λίγο καιρό νωρίτερα στα αιτήματα των ΕΤ, μετά την απαχθέντα δικαστή. Δεν μπορούν λοιπόν οι αντάρτες να κάνουν πίσω για άλλη μια φορά, το ανακοινώνουν. Τον κόσμο όμως δεν τον ενδιαφέρουν τα πολιτικά παιχνίδια και οι ρόλοι εξουσίας και αντεξουσίας. Επικροτεί,ανοιχτά πια και παντού τον ανθρωπισμό, σε όλες τις συζητήσεις, με κάθε μέσο που υπάρχει στέλνονται μηνύματα, ελευθερώστε τον Άλντο Μόρο, και ας αρνείται το κράτος να απελευθερώσει έστω έναν μοναδικό αντάρτη από τη φυλακή. Και πιο σθεναροί στην άρνησή τους οι ‘κομμουνιστές’ του ΚΚΙ,με τον αρχιτέκτονα του ιστορικού συμβιβασμού Ενρίκο Μπερλινγκουέρ στο τιμόνι τους. Ξαναείπαμε πως ο πρόεδρος θα ήταν κινούμενη βόμβα πλέον στα θεμέλια του συστήματος που τον έχει παρατήσει ολότελα μοναχό.
Αλλά και ο σταλινισμός καλά κρατεί. Τύφλωσε, και την πληρώσαμε όλοι μαζί!

7 aprile 1979, απρίλιος 7

Ας κάνουμε ακόμη μία στάση, θα επιστρέψουμε πάλι στο σήμερα..
Η κόκκινη σημαία μοιάζει να βρίσκεται στο περιθώριο, την κερδίζει με νοκ άουτ η μαυροκόκκινη. Έμειναν μόνοι οι αναρχικοί, στην Ελλάδα, να σηκώνουν το βάρος του αγώνα ενάντια στο σύστημα, για να είναι ο άνθρωπος ελεύθερος από τη δουλεία της εκμετάλλευσης, για την ισότητα και την αυτονομία από κάθε ετερονομία, για την ελευθερία.
Μου στέκεται στο στομάχι το μαύρο, είναι το χρώμα του φασισμού, μελανοχίτωνες ήταν οι φασίστες του Μουσολίνι, στα μαύρα ντυμένα και τα ςς.
Η συζήτηση, ο κλήρος, η ανακλητότητα, η κυκλικότητα, εμποδίζουν τη δημιουργία ιεραρχίας. Βλέπεις σήμερα εκατοντάδες πραγματικότητες αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης ,όχι όμως συντονισμό.
Πάντα μου άρεσε να ακούω τις εμπειρίες άλλων, σε θέματα, για χώρους, για τόπους άγνωστους λίγο ή περισσότερο σε εμένα. Θέλω να σέβομαι τη διαφορετικότητα. Από εκεί έρχεται και η σύνθεση. Σύνθεση ποικιλιών είναι αυτό που ζούμε.

Υπάρχουν διαφορετικά μονοπάτια που θα βαδίσουμε ως την ελευθερία. Όλα σεβαστά. Δεν ξέρω από που θα πάμε γρηγορότερα, πιο είναι το μακρύτερο ή το πιο φαρδύ. Δεν υπάρχουν πλέον βεβαιότητες.
Το σφυροδρέπανο δεν μου λέει τίποτα. Κάποτε μόνο στη θέα του ανατρίχιαζα. Ο εργάτης δεν είναι από τη φύση του επαναστάτης, αποδείχτηκε ιστορικά. Ο Μάρξ με τον Ένγκελςξεπεράστηκαν ιστορικά σε κάποια πράγματα, παραμένουν σίγουρα τεράστιοι, τον καπιταλισμό ανέλυσαν στο κάτω- κάτω οι άνθρωποι και το έκαναν σπουδαία. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους έδρασαν οι καπιταλιστές για να επιβραδύνουν την κατάρρευση του συστήματός τους, που έτσι κι αλλιώς θα έρθει μια ημέρα εξ αιτίας των αγώνων των καταπιεσμένων. Και δεν είπαν ποτέ σε κανέναν πώς πρέπει να κτιστεί η καινούρια κατάσταση. Ο Λένιν και οι υπόλοιποι προχώρησαν στο στήσιμο της νέας κοινωνίας. Προσπάθησαν, αλλά τα έκαναν μούσκεμα σε πολλά.

Αξεπέραστος ο Μάρξ, η εκμετάλλευση συνεχίζει να υπάρχει, όλο και σκληρότερη, η αλλοτρίωση που προκαλεί η εργασία που τόσο όμορφα μας εξιστόρησε, ο καταναλωτισμός και η εμπορευματοποίηση του ανθρώπου και των καθημερινών δραστηριοτήτων του, η δικτατορία των αγορών της καπιταλιστικής κοινωνίας, και άλλα τόσα επίκαιρα όσο ποτέ που μας διηγήθηκε, αυτός και ο αξεπέραστος επίσης φίλος και σύντροφος του Ένγκελς!

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης εδώ και χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Δεν φτιάχνουν λοιπόν τα ρούχα τον παπά. Και τον φασισμό στήριξε ο εργάτης και τον ναζισμό. Και το ‘68 στη Γαλλία, μόλις πήρε τις αυξήσεις έγινε το στήριγμα της σύμβασης, του συστήματος.
Η επανάσταση δεν ξεκίνησε ποτές από εκεί που πίστευε ο Μάρξ. Επικράτησε στη φεουδαρχική Ρωσία, τη γεμάτη αγροτιά, καθυστερημένη και όχι βιομηχανική.

Και χιλιάδες αγρότες μαζί με τους εργάτες στήριξαν την αναρχική κολλεκτιβοποίηση της παραγωγής στην επίσης προβιομηχανική Ισπανία.
Στην δε συντριπτική τους πλειοψηφία στα Τσιάπας και στις άλλες αυτοθεσμισμένες φυλές του Μεξικού, οι ιθαγενείς είναι αγρότες.

Δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε την συνεισφορά του Ένγκελς στην έρευνα και την ανάπτυξη της θεωρίας για την κοινωνική χειραφέτηση του παγκόσμιου προλεταριάτου, ούτε να υποβιβάζουμε σε δεύτερη μοίρα τον ρόλο του. Δίπλα στον Μαρξ, μαζί με τον Μαρξ, ο ένας φιλόσοφος, ο άλλος ερευνητής.

Εκείνο που ίσως δεν πρόσεξαν όσο θα έπρεπε, είναι το γεγονός πως η κυριαρχία του ανθρώπου επί του συνανθρώπου  δεν γίνεται μόνο με οικονομικά μέσα. Μεγαλύτερος μελετητής των έργων τους υπήρξε η μπουρζουαζία, η οποία, σε βάθος χρόνου, κατάφερε να κυριαρχήσει, και κυριαρχεί σήμερα επί των υποτελών χάρη στον έλεγχο της καθημερινότητας τους, χάρη στον έλεγχο των συνηθειών των ανθρώπων, ελέγχοντας το αξιακό σύστημα τους, κυριαρχώντας επί αυτού, στα νοήματα που γεμίζουν το μυαλό και την ημέρα του σύγχρονου απόλιτικου όντος. Διαιρώντας τα κοινωνικά στρώματα με την προπαγάνδα και την πλύση εγκεφάλου από το πολυδαίδαλο επικοινωνιακό σύστημα και εγκλωβίζοντας τον άνθρωπο μέσα σε ένα σύστημα φτιαγμένο από μοναξιά, φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον διπλανό, τον γείτονα.

Δεν είναι η εργατική τάξη a priori επαναστατική. Χρειάζεται ο άνθρωπος να αποκτήσει ιστορική συνείδηση του ρόλου που μπορεί και πρέπει να παίξει για την ανατροπή της κατεστημένης, της καθεστηκυίας τάξης και την αντικατάσταση της από την ελευθεριακή κομουνιστική κοινωνία του κοινοτισμού. Είναι θέμα συνείδησης και όχι ταξικής προέλευσης. Έχουμε παρατηρήσει την τάση που έχει ο άνθρωπος, δεν ξέρω αν είναι έμφυτη ή αν του έχει φυτευτεί από το τρέχον αξιακό σύστημα, να θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη.

Έχω δει πως όταν ο άνθρωπος θέλει, ξεβολεύεται, σηκώνεται από το σκαμνί ή την καρέκλα και αρχίζει την αναζήτηση του μονοπατιού που θα τον φέρει στη χειραφέτηση, κατά πως ταιριάζει στον χαρακτήρα του και τα βιώματά του. Σε συνδυασμό πάντα και με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα του. Για να πάρει την τύχη στα χέρια του. Να πάρει την πρωτοβουλία, να κρεμάσει στον ώμο τη φαρέτρα με τα όπλα του και να οδηγηθεί παρέα με τους ‘όμοιούς του’ στη χώρα του ‘μη ρόλου’ και της ‘μη ειδίκευσης’, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποιος τώρα κοντά. Τροχίζοντας ‘τα πόδια της καρέκλας της εξουσίας’ που λέει και ο Ντουρίτο στην παρέα των Τσιάπας ,‘ώστε εάν κάποιος παραστρατημένος επαναστάτης στρογγυλοκαθίσει, ‘τολμήσει’ να κάτσει επάνω της,να τσακιστεί αμέσως κάτω.’

Πολλοί είναι οι δρόμοι που οδηγούν στην ελευθερία. Διάλεξε έναν και τράβα. Μπορεί να χρειαστεί να αλλάξεις ρότα κάποιες φορές,να κάνεις πίσω και να ξαναορμήξεις προς τα εμπρός. Σαν ποτάμι ορμητικό.
Θέλει όμως ξεκούνημα. Και κούρδισμα του μυαλού.
Δεν υπάρχουν Ευαγγέλια ούτε Βίβλοι., δεν υπάρχει μαγικό ραβδάκι που μόλις τινάξει ο ‘ειδικός’ αυτόματα να γίνει δυνατή η κοινωνικοποίηση της ζωής μας,η κοινοκτημοσύνη, η απελευθέρωση από τη σκλαβιά της απληστίας.
Υπάρχουν έργα τεράστιων, γνωρίζουμε τις εμπειρίες τεράστιων. Ανάλυση της πραγματικότητας που ζούμε χρειάζεται, και ξεκούνημα! Και προσπάθεια προσαρμογής των περασμένων εμπειριών στο τώρα και εδώ. Μελέτη. Οπωσδήποτε απαραίτητο το μπλοκάρισμα του υπάρχοντος όπως αυτό υφίσταται, από εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε, όπου αυτό καθίσταται δυνατό.

Σαμποτάζ του παλιού, δολιοφθορά. Δημιουργία του νέου. Δομές αντιεξουσίας, νησίδες ελευθερίας. Κοινότητες. Όχι στην ενσωμάτωση. Ο νέος κόσμος είναι εφικτός και είναι εδώ. Ο παλαιός στο σκουπιδοντενεκέ!! Εσείς μαζί αποφασίστε το πώς, ο καθένας ατομικά και όλοι μαζί.
Κλείνω την παρένθεση και ξαναγυρνώ πίσω.

θυμάμαι ακόμα, ήρωας

  • Έχουμε λοιπόν ένα’ κυνήγι μαγισσών’ εναντίον των αυτόνομων και θέσπιση νόμου που στην πράξη απαλλάσσει τους ’μετανιωμένους’. Αυτό ήταν. Σε μια περίοδο όπου δεν φαίνεται καμία διέξοδος στον ορίζοντα, όπου όλα μοιάζουν χαμένα, όπου η ήττα είναι εμφανής και κάθε τι προοδευτικό κυνηγιέται αμείλικτα. Τι στιγμή που η ζούγκλα έχει λείψει, τα ψάρια είναι έξω από τα νερά τους γιατί,ή δεν υπάρχουν καθόλου νερά ή τραβιούνται μακριά σαν μια τεράστια άμπωτη,και κάθε τι που θυμίζει αυτονομία μοιάζει με επιδημία λέπρας, οι αυτόνομοι λιώνουν σαν τους λεπρούς. Δεν είναι δύσκολο για τους πιο αδύναμους,τους λιγότερο προετοιμασμένους, να τρεκλίσουν, να κλατάρουν, να τα φτύσουν που λέμε και να φτύσουν τους συντρόφους τους. Αυτούς με τους οποίους μέχρι πρότινος έτρωγαν ψωμί κι αλάτι.
    Ψέματα και αλήθειες έγιναν ένα. Μες τη θολούρα λες και πολλές βλακείες. Είχε υπάρξει εν τω μεταξύ και η επέλαση της ηρωίνης.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Β

  • Γράφτηκαν και ειπώθηκαν τόσα και τόσα. Θα επαναλάβω, με το χέρι στην καρδιά, πως η ένοπλη εμπειρία γεννήθηκε σαν αναγκαιότητα μέσα σε μια κατάσταση τέτοια που να μοιάζει αναπόφευκτη. Δεν θα επεκταθώ παραπέρα σε αυτό το θέμα, το έχουμε εξαντλήσει και με το παραπάνω, δεν θέλω να αποδείξω τίποτα.

1974 ΘΗΤΕΙΑ ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές ,τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι σου μάθαινε το αύριο και το χθες , μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.
Τ’ αηδόνια σεχτηκιάσανε στην Τροία που στράγγιξες χαμένα μια γενιά, καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να σουν ράφτρα μες την Κοκκινιά κι όχι να ζεις μ’ αυτήν την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά.
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή, στο μεσοστράτι τέσσερεις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή, και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή.
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι, τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά, κι απ’ το παλιό μαρτύριο να χει μείνει ένα σκυλί τη νύχτα που διψά, γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.
Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή, πως έγινε μ’ ετούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή, πως το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις ένα ποιητή.
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι ,ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά, ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη, και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά, μαλαματένια λόγια στο χορτάρι, ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή [μέρα κακή] τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με βάλαν σε κλουβί, και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες, παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια, κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής, περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Αδη μέσα θα με βρεις, να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

  • Έμοιαξε αιώνας εκείνη η περίοδος, γεμάτη ένταση και περιεχόμενο. Γνώρισα αξιόλογους ανθρώπους, κάποιους όταν τους αποχωρίστηκα μου στοίχισε πολύ, ήμασταν τόσο δεμένοι.Εκείνη την ενότητα, την συντροφικότητα την πελεκημένη μες τον κίνδυνο δεν την ξανάζησα ποτέ.

Να τους χαιρετήσω λοιπόν, έστω όσους θυμάμαι ακόμη, Giovanna,Salvatore e Gabriella, Lucio e Benigno, Augusto, Sergio και Corrado, Ruggero. Nico,Patrizia, Giuliana, Marco και Νicο.

  • Ήμουν ελεύθερος κατά τύχη, όταν το λιγότερο που έμεινε στα μπουντρούμια κάποιος από αυτούς ήταν επτά με οκτώ χρόνια αν θυμάμαι καλά.

Στην περίπτωση μου έγινε δίκη εδώ στην Ελλάδα. Δικάστηκα δύο φορές μιας και μετά την πρώτη,αθωωτική απόφαση, ακολούθησαν καινούριες καταθέσεις από Ιταλία.
Έμεινα προφυλακισμένος στην Κομοτηνή, περιμένοντας να δικαστώ, κάτι λιγότερο από χρόνο. Στη διάρκεια πέρασα και στρατοδικείο μιας και οι στρατιωτικές αρχές με θεώρησαν ανυπότακτο. Το διάστημα της δίκης δεν υπήρχε Μεταγωγών, δεν γνωρίζω γιατί, και με μετέφεραν στην Καβάλα με το ΚΤΕΛ. Θυμάμαι πως μου άρεσε πολύ,περπάτησα σε πόλη ύστερα από καιρό, μες τη βουή και την κίνηση. Στο ταξίδι δεν χόρταινα να κοιτάζω τη φύση από τα παράθυρα, την κίνηση, όλα ήταν πανέμορφα, μου είχαν βγάλει και τις χειροπέδες. Στην Καβάλα τα ίδια, μας περίμενε περιπολικό, την νύχτα στα κρατητήρια. Αθωώθηκα την άλλη μέρα, πως να καταταγώ προφυλακισμένος; Πίσω λοιπόν, ξανά με το ΚΤΕΛ, μόνο που όταν φτάνουμε Κομοτηνή οι φυλακές έχουν κλείσει κι έτσι πρέπει να περάσω τη νύχτα στο Τμήμα. Έχω χάσει και το βραδινό συσσίτιο, κάτι πρέπει να γίνει, πεινούν και οι αστυνομικοί που με συνοδεύουν και συμβαίνει το μοναδικό! πηγαίνουμε όλοι μαζί σε ταβέρνα, τρώμε και πίνουμε μάλιστα! Ήπια ρετσίνα ύστερα από μήνες. Ούτε χειροπέδες, ούτε τίποτα! Ταβέρνα! Το βράδυ στο υπόγειο κρατητήριο έκανα τον καλύτερο ύπνο στο τελευταίο διάστημα.

Έμαθα να προσαρμόζομαι και στάθηκε δύσκολο γιατί είμαι νευρικός από μικρός. Ήταν σχολείο για να μπορέσω να αντέξω τις μετέπειτα ασθένειες. Βρήκα διεξόδους να διοχετεύσω ενέργεια και δημιουργικότητα. Δεν ήταν και πολύ ευχάριστα στην αρχή,εννοώ μετά την επιστροφή, γιατί ο Μichele, ο Mikis όπως με φώναζαν οι ιταλιάνοι έμοιαζε αόρατος και ο Μιχάλης κάποιος άλλος. Έπρεπε να αρνούμαι μια πραγματικότητα που με τιμούσε και έμοιαζε τόσο μακρινή και δύσκολη να την ακουμπήσεις, [και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μου είπαν σε ανύποπτο χρόνο πόσο απρόσιτος φάνταζα στα μάτια τους],τόσο απόμακρη στην κοινωνία της μικρής μας πόλης.

Προσαρμόστηκα πάντως, αναγκασμένος να ‘πολεμήσω’ με τη δικαιοσύνη, πρώτα προφυλακισμένος και μετά ελεύθερος με όρους κλπ.

Να πω με την ευκαιρία πως πριν τις συλλήψεις μας, μέσα του 80, Απρίλης η Ροσσάνα και Μάης εγώ – κατεβήκαμε να εγκατασταθούμε Αθήνα για καλύτερα,εδώ στην Καβάλα η κατάσταση που βιώναμε ήταν ασφυκτική, συχνά αποπνικτική, δεν συνηθίζονταν με τίποτα !
Για διάφορους λόγους που δεν αξίζει να αναφέρουμε επιστρέψαμε πίσω μετά από κάποιο καιρό που μας φιλοξένησε ο ξάδερφος μου ο Μιχάλης που ζούσε τότε στον Βύρωνα. Ήταν η περίοδος που πέθανε ο Νίκος ο Ξυλούρης,και δεν το ξεχνώ ποτέ γιατί τον αγαπούσα πολύ και στενοχωρήθηκα αφάνταστα,όπως και ολόκληρη η χώρα. Θυμάμαι ακόμη τη μαυρίλα που γέμισε η είδηση τον κόσμο.

Πρέπει την ίδια περίοδο να κυνηγήθηκε και ο Γιώργος Βότσης,που έγραφε στην Ελευθεροτυπία,σαν ηγετικό στέλεχος της 17 Νοέμβρη! Λόγω του ότι οι θέσεις που παρουσίαζε στην εφημερίδα ήταν ‘πολύ αριστερές’ !! και το κατεστημένο δεν το ανέχονταν !
Λίγο μετά πρέπει να ‘έφυγε’ στη Μόσχα και άλλος μεγάλος,ο Μάνος ο Λοίζος.

  • Με κράτησε σε εγρήγορση η άθληση. Μαζί με άλλα που εξάσκησα ήταν κολύμπι στη θάλασσα τα καλοκαίρια και κάποιους χειμώνες.Στην πισίνα όλο τον χρόνο. Και ατέλειωτες πορείες στο βουνό, με τον βουδιστή φίλο μου Σωκράτη Διαμαντόπουλο του τότε βιβλιοπωλείου ‘Ήλιος’, και τον Μαλέζη,του οποίου το μικρό όνομα το ξεχνώ.Γνωστός πρώην αριστεριστής και νυν νεοορθόδοξος. Είχαμε οι τρεις μας στην διάρκεια των μεγάλων πορειών ατέλειωτες συζητήσεις επάνω στο θείο και το πώς το βίωνε ο καθένας από τους δύο με εμένα στη μέση να θέλω να καταλάβω, μα συγχρόνως να είμαι σκληρά αφιερωμένος στην επανάστασηγειωμένος στα εγκόσμια, να αντιμάχομαι μαζί τους. Το μόνο σίγουρο πάντως είναι πως το ‘σποράκι’ μέσα μου το άφησαν μιας και χρόνια αργότερα ψάχτηκα κι εγώ στα μονοπάτια της πίστης. Ήταν πάντως στιγμές πανέμορφες, ένας αυτόνομος ένας βουδιστής και ένας ζηλωτής χριστιανός να περπατούν στο πανέμορφο τοπίο και να διαλογίζονται! Δεν θα τις ξεχάσω αυτές τις πορείες με τις διαμάχες και τους διαξιφισμούς μας,με κάθε καιρό, κάθε μεσημέρι μέχρι να πέσει βαθύ σκοτάδι, με ήλιο βροχή και αέρα, συχνά και χιόνι. Όλους τους λόφους γύρω από την πόλη τους περπατήσαμε σπιθαμή προς σπιθαμή.

Τα πρωινά καφεδάκι στη Μυροβόλο του Σωτήρη,[ εκεί γνώρισα, πριν ακόμη μας συλλάβουν, τον Μπάμπη τον Τσουρουκίδη,που έχει και αυτός Ιταλίδα φιλενάδα, κι έτσι βρίσκει η Ροσσάνα συντροφιά, μιλούσαμε όλοι μαζί την ίδια γλώσσα, καταλαβαινόμαστε χωρίς να χρειάζονται τα εγγλέζικα]. Και πέρασμα από τον Γιάννη τον Καρρά που μόλις έχει έρθει από την Αθήνα ν’ ανοίξει μαγαζί με παπούτσια στην Ομόνοια, εκείνο τον καιρό. Τα βράδια στο Vanitas του Σαλαβάτη ή στο Νησί του Σιμήτα. Ο Νίκος έγραψε τη δική του ιστορία στην αυθεντική πλευρά της πόλης, μας λείπει πολύ. Γνήσιος. Να είναι καλά ο Παύλος ο Φιλίδης που του συμπαραστάθηκε, στάθηκε κοντά του την τελευταία περίοδο της ζωής, και όχι μόνο.

Από τον Νίκο γνωρίσαμε  τον Στέργιο τον Μήττα και την Ελένη, ξημεροβραδιαζόμασταν στο ωραίο, δίπατο σπίτι του, εκεί δίπλα στην ταβέρνα του Φίλιππα, στα ιστορικά κόκκινα Ποταμούδια.

Τεράστιος φίλος και ο Παύλος, εξαιρετικός άνθρωπος και χαρακτήρας. Μαζί του έζησα μια από τις πιο αυθεντικές στιγμές στη  ζωή μου, μέρα γιορτής! Τα πίναμε όλη νύχτα στο Νικόλα τον Σαλαβάτη ο οποίος έκλεισε νωρίς, κι εμείς είχαμε ακόμη όρεξη, οπότε καταλήξαμε στα μπουζούκια, στο ΝΟΚ, όπου δούλευε ο Παβλίτο, είχε πάρει ρεπό εκείνη την ημέρα, ακριβώς για να γιορτάσει μαζί μου. Όχι ότι πηγαίναμε ποτέ σε μαγαζιά της ‘νύχτας’, απλά, ο Νίκος μας άφησε στα κρύα του λουτρού, το Νησί επίσης έκλεισε νωρίς εκείνη τη νύχτα, φαίνεται πως όλα είχαν συνωμοτήσει για να καταλήξουμε στο μαγαζί του λιμανιού, το Απαραίτητο επίσης δεν είχε ακόμη ξεκινήσει την μεγάλη ένδοξη ιστορία του.

Βρεθήκαμε λοιπόν πρώτο τραπέζι πίστα, μισοάδειο το κατάστημα πλέον, ήταν αργά, ήμασταν γνωστοί, ο ένας δούλευε στον χώρο, αμέσως πέσαν επάνω μας οι συνάδελφοι του, καταλαβαίνετε τώρα οι αγκαλιές και τα φιλιά έδιναν και έπαιρναν, υπήρχε μια οικειότητα, ζητάει ο Παυλάρας παραγγελιά, σπάει λίγα πιάτα μέσα σ’ ένα τραπεζομάντηλο και ζώνεται τον μπόγο στους ώμους του σαν τον »παλιατζή» χορεύοντας αμέσως στους ήχους του πασίγνωστου τότε άσματος στη μέση της πίστας κάτω απ’ τα παλαμάκια ενός μαγαζιού παραληρούντος πλέον βλέποντας τον συμπαθέστατο Παύλο να γυροφέρνει κρατώντας στον ώμο του την πραμάτεια παλιών αντικειμένων που όλη τη μέρα μάζευε δεξιά κι αριστερά στις γειτονιές της πόλης!

Μέρα αξέχαστη, αυθεντική μες την απλότητα της!

Και ο Γιώργος γράφει ιστορία, είναι πλέον μακράν ο παλαιότερος στην μουσική νύχτα της πόλης με τα διάφορα Νησιά του, μικρά ή μεγαλύτερα.
Τρίτος ‘αρχαίος’ στην παρέα των από παιδιά φίλων ο Πελέ του Νικηφόρου. Φοβερό ‘φρούτο’ ο Βασιλάκης, στα χρόνια της νεότητάς του αναστέναξε η Καβάλα,η Αλεξανδρούπολη όπου παντρεύτηκε για κάποιο διάστημα πριν γνωρίσει την Αντιγόνη και η Σαμοθράκη που διακοπίζονταν. Τα καμώματά του την διάρκεια της θητείας έμειναν θρυλικά μιας και δύσκολα τον κρατούσες κλεισμένο, τότες που ο στρατός ήταν….κάτσε καλά!  Κάποια στιγμή για να την κοπανήσει από το στρατόπεδο άρπαξε ένα τανκ, πέρασε την πύλη και το έσκασε. Μέρες τον κυνηγούσε η στρατονομία, υπηρετούσε στην Θράκη θυμάμαι, τον έψαχναν και αυτός μπανιαρίζονταν με τις κοπελίτσες στον Μπάτη. Το θυμάμαι γιατί μαγιό του έδωσα εγώ μιας και δεν μπορούσε να πάει από το σπίτι του ,του την είχανε στημένη. Δίδυμο φωτιά με τον άλλο αγαπημένο φίλο, τον Βασιλάκη τον Αποστόλου ! Αυτοί οι δύο με βγάλαν στο κλαρί!

Δεν ξεχνιούνται τα τσιμπούσια που ετοίμαζε ο Αποστόλου στη ‘σπηλιά’, στα βράχια της ‘Τόσκα’, στη μεγάλη παρέα, κάθε μεσημέρι, με τσίπουρα και φανταστικούς μεζέδες!Άριστος κολυμβητής και βουτηχτής ο Βασίλης έδειξε πόσο εύκολο είναι να περνάς θαυμάσια όταν η παρέα είναι καλή! αξέχαστες στιγμές, με απλότητα, στη φύση.Στις καβαλιώτικες θάλασσες. Στην παραλία. Εκεί όπου μια όμορφη νύχτα ο εξαιρετικός Κηλαηδόνης επανέλαβε μέσα σε κατάσταση μεγάλου ενθουσιασμού το πάρτι της Βουλιαγμένης, και η νεολαία μας τον αγκάλιασε πολύ ζεστά. Ωραίος ο Λουκιανός! άξιζε όλη την αποθέωση που του χαρίσαμε!

Έφτιαξα τη δουλειά στη θάλασσα, κοντά μου εκείνο τον πρώτο καιρό ο Γιώργος ο ‘Αραχτός’, ο Θοδωρής ο ‘Λουκουμάς’ και ο Θόδωρος ο Μουριάδης που αγαπάει κι αυτός πολύ το πανί με τη σανίδα και με συντροφεύει στις τσάρκες στο νερό. Με γνώρισε όλη η πόλη, κι αυτοί που δεν με ήξεραν από τις ‘περιπέτειες’ μου με την δικαιοσύνη. Σταθερός φίλος ο Παύλος, μου στάθηκε όσο κανένας άλλος.
‘Συχνάζεις στο Μικρό Καφέ κι εγώ στη Μυροβόλο’ τραγουδά για την αγαπημένη του ο Αργύρης. Είναι τότε που φτιάχνονται καινούρια στέκια στην πόλη, για τους λιγότερο πολιτικοποιημένους,οι παλιοί ‘ψηφίζουν’ σταθερά τα προαναφερθέντα. Μικρό Καφέ λοιπόν και Μπαλάντα στην Ερυθρού Σταυρού όπου δημιουργείται κατάσταση, μαζεύεται εκεί η νεολαία της πόλης που ξεμυτίζει σιγά σιγά απ’ το σπίτι [θέλω να καταλάβετε πως τα πρώτα μπαράκια φτιάχτηκαν ακριβώς πάνω στην ανάγκη των νέων να ξεφύγουν από το σφιχταγκάλιασμα του γονιού, φυσικό λοιπόν να δημιουργηθούν από τους πιο ανήσυχους. Οι υπόλοιποι,κυρίως στη συνέχεια το είδαν σαν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία για να βγάλουν χρήματα].
Λίγο μετά γίνεται το Κύτταρο και πάει λέγοντας, στην Ερυθρού Σταυρού βρίσκεις τους νέους της πόλης, πρωί βράδυ για πολλά χρόνια.

Πρέπει να είναι αυτή η περίοδος που μεταξύ άλλων μας συντροφεύουν και ο Δημήτρης ο Παπαθεοδώρου και η Καίτη με τον αδερφό της τον Τζανέτο, Έχω γνωρίσει και τ’ αδέλφια Καρακάντζα.
Θυμάμαι όλη τη διαδρομή μέχρι να αλλάξουν τα δεδομένα Ο Καράς με τον Κώστα τον Γκάλη στη μουσική σκηνή, φέρνουν στο προσκήνιο την ποιοτική μας μουσική. Μέχρι τότε μοναχά ο Σαλαβάτης και ο Σιμήτας ‘έπαιζαν’ τα ακούσματα που έκρυβε το κατεστημένο. Διαδρομή που περιελάμβανε και τη διαμάχη ανάμεσα στους ροκάδες και τους καρεκλάδες όπως αποκαλούσαμε τους άλλους.

Τη πορεία των διάφορων djς που έδειξαν την εξέλιξη της εμπορικής μουσικής, τον Χρήστο τον Καφά, τον Τάκη,τον Γρηγόρη και σε λίγο τον Νίκο τον Μαυρίδη για να αναφέρω τους περισσότερο γνωστούς. Όλοι φίλοι. Έρχεται και ο Boban τα δύσκολα χρόνια της Γιουγκοσλαβίας.
Δίσκους και κασέτες
αγοράζαμε από τον Ντίνο τον ‘Σαμάνθα’. ‘Τσιμπάμε’ στα Καλά Καθούμενα του Σάκη του Αρβανίτη. Γυρνάμε τα χαμάμ της βόρειας Ελλάδας με τον Θανάση τον Μαρωνόπουλο και την Κατερίνα, αρπάζει φωτιά το αμάξι του Τέλη στην Ηρακλίτσα. Έχει σαλτάρει λίγο νωρίτερα από την ταράτσα ο Γιαννάρας με την Ελπίδα, κλείνει η Μυροβόλος γιατί ο Σωτήρης φεύγει Θεσσαλονίκη, μεταφέρεται το Νησί, έχουμε τη μεγάλη κοροϊδία της ‘αλλαγής’, τον πράσινο σοσιαλφασισμό που θέλει να μοιάσει τζαμαχιρία αλλά δεν μπορεί, δεν υπάρχει πετρέλαιο. Υπάρχουν όμως δανεικά.

Το Έρεβος του Ηρακλή όπου και γνώρισα τον Χατζηγιάννη.
Μαζί με τον Καρρά, όπως προείπα,ο Κώστας έφεραν τα πάνω κάτω στο χώρο με το Ναυάγιο,λίγα χρόνια αργότερα Ελλαδογραφία, μαζί και ο Μίλτος ο Σαμλίδης.
Και δεν γίνεται να ξεχάσω να αναφερθώ στις τόσες και τόσες συντροφιές στη ταβέρνα του Φάνη, το ‘Μεθυσμένο Αηδονάκι’,παρέα με την κιθάρα του ή τις δικές μας, για πολλά-πολλά χρόνια. Ειδικά το αμέσως προηγούμενο και επόμενο διάστημα που έπεφτε η χούντα εκεί ήταν κάτι σαν ορμητήριο για τους αντιστασιακούς νεολαίους που μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια διατράνωναν το πάθος για τη λευτεριά.

‘Παλιέ μου φίλε γνώριμε συμμαθητή θαμώνα, αφήνω την κιθάρα μου και παίρνω την σφεντόνα’

Νοέμβρης του 84, έχουμε ένα μεγάλο γεγονός στην Καβάλα,την κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης, επί Λευτέρη Αθανασιάδη, από ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου.Ζήτησαν και πέτυχαν να δοθεί το κτίριο για κοινωνική χρήση. Πήρα αυθόρμητα μέρος από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα, κοιμήθηκα πολλά βράδια με τον υπνόσακο στο κτίριο μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και αλληλεγγύης. Ήταν μια πολύ δυνατή στιγμή για την πόλη,τότε που ο λαός συμμετείχε στις υποθέσεις που τον αφορούσαν. Έπαιξε ρόλο και το ότι από την πρώτη στιγμή η Δημοτική αρχή υπερασπίστηκε ενεργά τη δράση.

η Αποστολή

Πρώτη Γραμμή

-‘Στην «Αινειάδα» του Βιργιλίου και στις «Ηρωίδες» του Οβιδίου μαθαίνουμε ότι μετά τον θάνατο του Έκτορα, η βασίλισσα των Αμαζόνων Πενθεσίλεια έφτασε στην Τροία και προσέφερε τις υπηρεσίες της στον βασιλιά Πρίαμο. Στην μάχη που ακολουθεί οι Αμαζόνες επιτίθενται με μανία και σκοτώνουν πολλούς Αχαιούς. η Πενθεσίλεια μάχεται τον Αχιλλέα, που οδηγεί την επίθεση. Ο Αχιλλέας αποφεύγει τα ακόντια της Αμαζόνας και με ένα αριστοτεχνικό ελιγμό καταβάλει την αντίπαλό του και βυθίζει το ξίφος του στο στήθος της.

Όταν όμως βγάζει το κράνος της συνειδητοποιεί για πρώτη φορά ότι έχει σκοτώσει μια γυναίκα και ταράζεται. Το βλέμμα του καρφώνεται στα μάτια της που σβήνουν σιγά σιγά από το πέπλο του θανάτου. Η συγκίνηση του ήρωα γίνεται αντιληπτή και από τους συμπολεμιστές του που παρακολουθούν και έχει έξοχα αποτυπωθεί σε ερυθρόμορφο αμφορέα. Τη στιγμή εκείνη, μια γνωστή σκωπτική μορφή στο στρατόπεδο των Αχαιών, ο Θερσίττης, περιγελά τον Αχιλλέα για την συγκίνησή του. Μπήγει μάλιστα το δόρυ του στο μάτι της νεκρής.

Ο Αχιλλέας σε έξαλλη κατάσταση γρονθοκοπεί τον Θερσίττη μέχρι που του συνθλίβει το κρανίο. Η σωρός της Πενθεσίλειας και των άλλων νεκρών Αμαζόνων θα παραδοθούν στους Τρώες σε μια ένδειξη απεριόριστης εκτίμησης μεταξύ πολεμιστών, οι οποίοι θα τις θάψουν με όλες τις τιμές’-.

Δημοσιεύθηκε στις 16th Φεβρουαρίου, 2014

1239824_1633774420094883_90301300_nΟι «Κρίσις» ήταν ένα rock συγκρότημα από την Καβάλα και μεσουράνησε την περίοδο 1981-1988 τόσο στην Καβάλα όσο και σε όλη την Ελλάδα με πάρα πολλές συναυλίες στο ενεργητικό τους.

Διαλύθηκε το 1988 λόγω στρατιωτικού και σπουδών των μελών του, προς μεγάλη απογοήτευση των χιλιάδων φίλων του.

Στα τέλη του 1982 κυκλοφόρησαν και το μοναδικό τους δισκάκι 45 στροφών σε 500 αντίτυπα (αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία).

Περιείχε τα τραγούδια «Ανθρωπάκος» σε μουσική του Δημήτρη Μπόσκου και σε στίχους του Μάκη Καρακούση, και το «Απόβρασμα» σε μουσική του Δημήτρη Μπόσκου και σε στίχους του Χρήστου Γεωργιάδη και του Γρηγόρη Δροσόπουλου που έφυγε πρόωρα από την ζωή.

Στην διάρκεια των 7 χρόνων έπαιξαν οι παρακάτω μουσικοί:

Χρήστος Γεωργιάδης – Φωνή
Δημήτρης Μπόσκος – Κιθάρα
Στέλιος Χόης – Πλήκτρα
Μάκης Καρακούσης – Τύμπανα
Σάκης Ρώρρας – Μπάσο
Κώστας Κανελλόπουλος – Κιθάρα
Απόστολος Μπόσκος – Μπάσο
Χρήστος Τσουρής – Τύμπανα
Νίκος Χριστοφορίδης (Nikky) – Μπάσο

Στο τραγούδι «Τεκέ» την μουσική έγραψε ο Δημήτρης Μπόσκος και τους στίχους ο Μάκης Καρακούσης.

6

αυτονομία, autonomia

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Σχετική εικόνα

Στην ίδια την φόρμουλα «απόρριψη της εργασίας» πρέπει να υπογραμμίσουμε δύο διαφορετικές έννοιες, και δύο διαφορετικές προοπτικές θεωρητικής και πρακτικής λειτουργίας. Η άρνηση της εργασίας σημαίνει: α) ένα ερμηνευτικό σύστημα όλης της διαδικασίας μέσα στην οποία οι εργατικοί αγώνες και η καπιταλιστική ανάπτυξη συνυφαίνονται, η ανυπακοή και η τεχνολογική αναδιάρθρωση, β) μια διαδεδομένη συνείδηση, ευρεία, μια αντιπαραγωγική κοινωνική συμπεριφορά, μια υπεράσπιση της δικής μας ελευθερίας και της δικής μας υγείας: μια συνείδηση που έγινε πολύ ισχυρή και αποτέλεσε ουσιαστικά την απρόσβλητη βάση της εργατικής αντίστασης κατά των προσπαθειών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.Ας εξετάσουμε πιο αναλυτικά την έννοια αυτών των δύο διαφορετικών προοπτικών, μέσα στην οποία μπορούμε να κατανοήσουμε την φόρμουλα της άρνησης της εργασίας.Πρώτα απ ‘όλα, η άρνηση της εργασίας είναι μια μορφή άμεσης συμπεριφοράς εκείνων των προλετάριων οι οποίοι, τοποθετημένοι μέσα στο κύκλωμα της προηγμένης βιομηχανικής παραγωγής χωρίς να έχουν υποστεί την μακροχρόνια και παραμορφωτική αντιληπτική, υπαρξιακή και ψυχολογική μείωση που αποτελεί την ιστορία του βιομηχανικού εκσυγχρονισμού, εξεγείρονται σχεδόν ενστικτωδώς. Ο πεδεμόντιος που εκπαιδεύτηκε να θεωρεί την εργασία στη Fiat ως οικογενειακό πεπρωμένο, που μεγάλωσε μέσα στη λατρεία των αξιών του βιομηχανισμού, ίσως μπορούσε να ανέχεται την συνεχή αύξηση της εκμετάλλευσης που σημειώνονταν σε εκείνα τα χρόνια της έκρηξης της αυτοκινητοβιομηχανίας.Αλλά για ένα καλαβρέζο που μεγάλωσε κατά μήκος της θάλασσας και μέσα στον ήλιο εκείνη η σκατένια ζωή φαινόταν αμέσως αφόρητη

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Η αντίληψη του καλαβρέζου, φυσικά, ήταν η σωστή, έκανε δική του την δυνατότητα να χειραφετηθεί από αυτή την υποβάθμιση, αυτή την αποκτήνωση. Η άρνηση της εργασίας, μέσα σε αυτή την προοπτική, ήταν άμεση αντίδραση, αλλά και η εκλεπτυσμένη και διορατική συνείδηση αυτού που έλεγε: όχι μόνο αυτή η δουλεία είναι απάνθρωπη για τους εργάτες, είναι επίσης άχρηστη για την κοινωνία. Και εδώ περνάμε στην άλλη προοπτική της άρνησης της εργασίας, δηλαδή τον ορίζοντα της άρνησης της εργασίας ως ερμηνευτικού μοντέλου των κοινωνικών δυναμικών και του ιστορικού μετασχηματισμού. Ολόκληρη η ιστορία της επιστημονικής εξέλιξης, τεχνολογικής, παραγωγικής, μπορεί να διαβαστεί ως η ιστορία της άρνησης των ανθρώπων να δώσουν, να παραχωρήσουν την προσοχή τους, την κούραση, τον κόπο τους, την ικανότητά τους και τη δημιουργικότητά τους στην υλική αναπαραγωγή.Αυτή η απόρριψη προκάλεσε την διαίρεση σε τάξεις (μερικοί απορρίπτουν την εργασία και κάνουν άλλους να δουλεύουν στη θέση τους, υποδουλώνοντας τους). Αλλά η αρχή της απόρριψης της εργασίας, που ελέγχεται και κατευθύνεται από την συλλογική κοινωνική νοημοσύνη, θα μπορούσε αντιθέτως να πραγματοποιήσει μια χρήση της τεχνολογίας και των μηχανών ικανές να απελευθερώσουν τους ανθρώπους από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Ο προβληματισμός για την τεχνική, για τη χρήση της που καθορίζεται από το κέρδος, για την χρήση της με σκοπό τον πολιτικό έλεγχο ή την στρατιωτική επιθετικότητα – ο στοχασμός για τη δομή της επιστημονικής γνώσης – καθίσταται κεντρικός στην πολιτική και φιλοσοφική συζήτηση των αρχών της δεκαετίας του 1970. Ο στοχασμός αυτός συνδέθηκε με την προβληματική του τεχνολογικού άλματος και της ταξικής σύνθεσης, δύο ουσιαστικά νέες εκφράσεις στην επαναστατική σκέψη και στο πεδίο του μαρξισμού.Η έννοια της ταξικής σύνθεσης εξέφραζε τις κοινωνικές, πολιτικές και οργανωτικές μορφές διαμέσου των οποίων το προλεταριάτο κατασκευάζει την υποκειμενική του ταυτότητα και την δική του συνείδηση σύμφωνα με την καθορισμένη δομή του παραγωγικού συστήματος, σύμφωνα με τη σχέση μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας, σε σχέση με τις τεχνολογικές και οργανωτικές συνθήκες της εργασιακής διαδικασίας.Ουσιαστικά με την έκφραση σύνθεση της τάξης έκφρασης αναφερόμασταν στην υποκειμενική και συνειδητή επεξεργασία των αντικειμενικών συνθηκών της παραγωγικής σχέσης.Σε ένα ορισμένο βαθμό, η έννοια της ταξικής σύνθεσης βρίσκει τη φιλοσοφική ρίζα της στη σκέψη της μαρξιστικής αριστεράς των χρόνων ’20, και ειδικότερα στην lukácsiana έννοια της «οντογένεσης της κοινωνικής συνείδησης».

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Πώς διαμορφώνεται η κοινωνική συνείδηση; Ποιες είναι οι διαδικασίες μέσω των οποίων μια μάζα εξατομικευμένων, χωρισμένων, κατακερματισμένων μέσα στην παραγωγική διαδικασία και στην οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση ανθρώπων καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε ενεργό κίνημα, να παράγει μια κοινή πολιτική άποψη, να επεξεργαστεί μορφές συμπεριφοράς και ορίζοντες ευαισθητοποίησης-επίγνωσης που είναι ουσιαστικά κοινές, ακόμη και αν σέβονται τις διαφορές στην ευαισθησία και την κατάρτιση; Πώς συμβαίνει αυτό το θαύμα σύμφωνα με το οποίο η εργατική δύναμη μετατρέπεται σε εργατική τάξη, και η πειθαρχία του εργοστασίου μετατρέπεται σε οργανωμένη εξέγερση, και ο διαχωρισμός των κοινωνικών πλαισίων μετατρέπεται σε επαναστατικό κίνημα, ανεξέλεγκτο κύμα που κατακλύζει και παρασύρει την κατάσταση των παρόντων πραγμάτων; Σε αυτές οι ερωτήσεις ψάχναμε μια απάντηση με τη διατύπωση της διαδικασίας της «ταξικής ανασύνθεσης», ξεκινώντας από συγκεκριμένες τεχνολογικές συνθήκες της εργασιακής διαδικασίας.Εδώ λοιπόν η έννοια της ταξικής σύνθεσης, ως συνειδητή και οργανωμένη υποκειμενικοποίηση των συλλογικών συμπεριφορών μιας κοινότητας που εμπλέκεται στη διαδικασία μαζικής επεξεργασίας, συνεπάγεται μια βαθιά εξέταση του τεχνολογικού συστήματος, της σχέσης μεταξύ τεχνολογιών και παραγωγικής κοινωνικής δραστηριότητας, συνειδητής δραστηριότητας, προσοχή, αντίληψη, μνήμη, φαντασία.
Σχετική εικόνα
Για παράδειγμα, πώς συμβαίνει και σε κάποιες τεχνολογικές και οργανωτικές καταστάσεις της παραγωγικής διαδικασίας αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη συνείδηση, μια συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση, μια ορισμένη ιδεολογία και μια ορισμένη κοινωνική φαντασία ; Γιατί η τεχνικο-παραγωγική δομή των πρώτων δεκαετιών του αιώνα έδινε μορφή σε μοντέλα συμβουλευτικού τύπου; Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τη διαδικασία της ταξικής ανασύνθεσης μέσα στις συνθήκες του μηχανικού εργοστασίου της εποχής πριν τον τεϊλορισμό, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά του εξατομικευμένου και εξειδικευμένου έργου του επαγγελματοποιημένου εργάτη.Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τις συνθήκες της κοινωνικότητας που ήταν δυνατές μέσα στο εργοστάσιο του 1920, ένα εργοστάσιο στο οποίο οι εργαζόμενοι είχαν μια σφαίρα κοινωνικότητας και παραγωγικής αυτονομίας, όπου η σχέση ανθρώπου-μηχανής ήταν εξατομικευμένη και σχετικά προσωποποιημένη, στην οποία η δεξιότητα διέφερε. Τότε λοιπόν θα καταλάβουμε επίσης γιατί οι εργαζόμενοι εκείνης της περιόδου διεκδικούσαν με υπερηφάνεια τον παραγωγικό τους ρόλο, διεκδικούσαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να οργανώνουν την εργασία, τον κοινωνικό προορισμό της, τη χρησιμότητά της.
Σχετική εικόνα
Όμως, μέσα στη δεκαετία του εξήντα, τίποτα από αυτό δεν υπήρχε στα μεγάλα εργοστάσια. Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικό.Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία.Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη , και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης. Αλλά δίπλα στο ζήτημα της ανασύνθεσης και της απόρριψης της εργασίας τοποθετείται, όπως ήδη είπαμε, το πρόβλημα της παραγωγικής αναδιάρθρωσης και του τεχνολογικού άλματος.Τι σημαίνει αναδιάρθρωση; Σημαίνει την αναδιοργάνωση ενός συστήματος, επανάκτηση της λειτουργικότητας και της οριστικοποιημένης εκτελεστικότητας ενός συστήματος, σε απάντηση σε παράγοντες αναταραχής (εσωτερικούς ή εξωτερικούς του ίδιου του συστήματος) που έχουν διαταράξει, παραμορφώσει ή εντελώς αναστατώσει τη λειτουργία και τη δομή του. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους, μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ ‘όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.
Σχετική εικόνα
Αλλά για να κάνει αυτό, ο καπιταλιστικός εγκέφαλος ήξερε καλά ότι δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη άσχημη δύναμη. Όταν κατέφευγαν στην ισχύ, εκείνα τα χρόνια, έπαιρναν μια απάντηση εξαιρετικά σκληρή και επαρκή, Το είχε δείξει corso Traiano, το είχε δείξει η Via Larga, το έδειχναν εκατοντάδες πικετοφορίες και σκληρές πορείες σε όλες τις ιταλικές πόλεις.Ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο να δοθεί ζωή σε μια μεγάλη ποσοστιαία αναδιάρθρωση, σε μεγάλες αναλογίες, ικανή να μειώσει σημαντικά το ποσοτικό βάρος του εργατικού δυναμικού στην παραγωγή (δηλαδή να αλλάξει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνοντας το βάρος των μηχανημάτων, των τεχνολογιών «laborsaving») και συνεπώς να μειώσει το ποιοτικό βάρος της συνειδητής εργατικής τάξης.
Αποτέλεσμα εικόνας για corso traiano, lotta di classe, anni 60-70
Σε αυτό το έργο η σχεδιαστική νοημοσύνη του διεθνούς καπιταλισμού (και ιδιαίτερα του ιταλικού) εφαρμόστηκε σοβαρά καθ ‘όλη τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’70 – και στα μέσα της δεκαετίας του 70, στην πράξη, τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της επίθεσης και αυτής της αναδιάρθρωσης άρχισαν να γίνονται αισθητά, για να εκδηλωθούν στη συνέχεια με τρόπο εκρηκτικό στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 και για όλα τα χρόνια ογδόντα, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.Εν τω μεταξύ, μες το ’69, αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την προοπτική μέσα στην οποία έπρεπε να διεξαχθεί η διαδικασία, αρχίσαμε να μιλάμε για τεχνολογικό άλμα, αρχίσαμε να περιγράφουμε τη δυνατότητα ενός μεταβιομηχανικού μετασχηματισμού ολόκληρης της κοινωνίας, της παραγωγής. Το κεφάλαιο έπρεπε να λογαριαστεί με την άρνηση της εργασίας, έπρεπε να μετατρέψει την εργατική άρνηση σε οργανωμένη εξοικονόμηση μέσω της αυτοματοποίησης. Η επαναστατική σκέψη άρχισε να προβληματίζεται με αυτά τα ζητήματα και διατύπωσε τις κατηγορίες του τεχνολογικού άλματος, και προετοίμασε τις πολιτιστικές λεπτομέρειες που ήταν απαραίτητες για να τα αντιμετωπίσει.
Σχετική εικόνα
Αυτή του τεχνολογικού άλματος αποτελεί μια από τις γόνιμες εμμονές που καταδιώκουν το επαναστατικό ρεύμα του »εργατισμού» κατά τη διετή περίοδο 1968-69. »Είναι το ίδιο το κεφάλαιο που μας προσφέρει το ραντεβού.Η προετοιμασία του τεχνολογικού άλματος στο μέτρο στο οποίο καλύπτει όλη μαζί την ταξική πραγματικότητα δεν μπορεί να μην αντιπροσωπεύει για μας μια κατάσταση γενικής σύγκρουσης Η τεχνολογική πρόοδος, σαν βία των αφεντικών και του κράτους τους, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα διαπραγματεύσιμο στοιχείο. Επάνω σε αυτή τη βάση εμείς θέλουμε την εκ των προτέρων ρήξη, για να χτυπήσουμε, να κερδίσουμε το αφεντικό και να οικοδομήσουμε την ενότητα για την εδραίωση και την ανάκαμψη της δικής μας πολιτικής οργάνωσης» (34).Πολιτική οργάνωση ενάντια στο τεχνολογικό άλμα. Αλλά τι σήμαινε το τεχνολογικό άλμα, μέσα στη φαντασία και την πρόβλεψη των επαναστατών και των εργατικών πρωτοποριών; Και γιατί ήταν απαραίτητο να αντιταχθούν σε αυτό, σαν να είχαν μπροστά τους τον χειρότερο εχθρό; Στην πραγματικότητα εδώ βρίσκει την προέλευσή του και τη ρίζα του ένα διάκενο που θα καθοριστεί στη θεωρία και στην πρακτική των εργατικών κινημάτων κατά τη δεκαετία του ογδόντα, με έναν κατά κύριο λόγο ασυνείδητο τρόπο. Εδώ βυθίζει τη ρίζα της η ανεπίλυτη αμφισημία των κινημάτων απέναντι στην καπιταλιστική καινοτομία, της συνεχούς τεχνολογικής και συμβολικής επανάστασης που εισάγει το κεφάλαιο στην κοινωνία, χειραγωγώντας συνεχώς τα περιγράμματα και τις ταυτότητές της, αποσυνθέτoντας τις οργανωμένες μορφές της και ανατρέποντας τις κοινωνικές και πολιτικές ταυτότητες.
Σχετική εικόνα
Η άρνηση της εργασίας θεωρήθηκε σαν ένα βασικό ελατήριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Χωρίς εργατικούς αγώνες, χωρίς αποφυγή απ’ την πλευρά των εργατών της εκμετάλλευσης, χωρίς δολιοφθορά, σαμποτάζ, απουσία από την εργασία, δεν υπάρχει ανάπτυξη. Η ανάπτυξη είναι ουσιαστικά κλοπή της καινοτομίας των εργατών, καπιταλιστική κλοπή της δημιουργικότητας του εργάτη ο οποίος για να καπνίσει ένα τσιγάρο με την ησυχία του βρίσκει τον τρόπο να κάνει το κομμάτι του πιο γρήγορα. O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: να λυγίσει τη δομή της μηχανής, του εργαλείου εργασίας, καθώς και την γνωστική επιστημονική δομή, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή αυτής της μηχανής, να την λυγίσει σε ένα στόχο ελέγχου, μιας ολοένα και πιο τέλειας υποβολής, όλο και πιο ολοκληρωτικής, όλο και πιο ασφυκτικής.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.
Σχετική εικόνα
Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής. Αλλά εδώ δεν είναι το μέρος για να αναπτύξουμε ένα τέτοιο θέμα, εδώ ασχολούμαστε με την ανακατασκευή των γενικών γραμμών μιας διαδικασίας που αρχίζει με την έκρηξη των αυθόρμητων αγώνων του ’68, με την συνάντηση του φοιτητικού κινήματος και των εργατικών οργανισμών βάσης, και φτάνει στη γενίκευση το φθινόπωρο του 1969. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ετοιμάζονται εκείνα τα στοιχεία που θα ξαναβρούμε, σε πολύ διαφορετικό βαθμό πυκνότητας και ανάμιξης, στην έκρηξη της εργατικής αυτονομίας, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70.
Σχετική εικόνα
Σχετική εικόνα
αθλητισμός, sport

Ο dottor Sócrates. Το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με το βίτσιο να πίνει και να υψώνει την γροθιά του

του Gioacchino Toni

Andrew Downie, Il Dottor Socrates. Calciatore, filosofo, leggenda, Ποδοσφαιριστής, φιλόσοφος, θρύλος, Le Milieu, Milano, 2018, σελ. 319, € 19,90

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά: στη νοσταλγία μας, στις ψευδαισθήσεις μας. Όχι, δεν μπορεί να υπήρξε ένας πρωταθλητής και άνθρωπος όπως ο Δρ Sócrates. Ο Downie είναι ο νέος Πλάτωνας, ένας Πλάτωνας της μπάλας. Και μας διηγείται, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο (την ημέρα του πολυπόθητου πρωταθλήματος που κατέκτησε η Corinthians), από τα πρώτα γκολ μέχρι τις απογοητεύσεις (όπως εκείνο το απόγευμα, λυπηρό μοναχικό και τελικό, της 5 ιουλίου 1982 στο «Sarrià» της Βαρκελώνης: 3-2 για το Ιταλία του αναγεννημένου Pablito Rossi», »ο θάνατος της ομορφιάς» για τους βραζιλιάνους), από την πανεπιστημιακή αποφοίτηση στο όνειρο, που επιτεύχθηκε, της Δημοκρατίας σε ένα έθνος, από το 1964 έως το 1984, που τραυματίστηκε και προσβλήθηκε από μια επαίσχυντη δικτατορία, εκείνος ο (σχεδόν) από τύχη ποδοσφαιριστής, ένας από τους πιο διαυγείς-καθαρούς πρωταγωνιστές του brasileiro εικοστού αιώνα» (Darwin Pastorin)

Με αυτά τα λόγια ο Darwin Pastorin προλογίζει το βιβλίο που αφιερώνει ο Andrew Downie στον «δικό» μας Σόκρατες, εκείνον που μπόρεσε να εισέλθει στον θρύλο ενός λαού που, πλαταίνοντας τα βραζιλιάνικα σύνορα, κατέληξε να καταλαβαίνει όλους εκείνους που ακόμη και μπροστά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ξέρουν να αναγνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του επαναστάτη και του ονειροπόλου που κινείται ασκώντας τον στόχο της ελευθερίαςpraticando l’obiettivo della libertà.

Γαντζωμένοι με νύχια και με δόντια στα σκουριασμένα κλουβιά που δημιουργήθηκαν για να διαφλάξουν, αξιοθρήνητα, τους ιερούς τόπους του αθλητισμού από τον συρφετό που καταλαμβάνει τις κερκίδες της καθημερινής ζωής ή μπροστά στις οθόνες μιας τηλεόρασης, που αν υπολογίσεις σωστά όλα εκτελούν την ίδια λειτουργία, πολλοί έχουν αναγνωρίσει σε εκείνο τον άχαρο λεπτό και μουσάτο κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή. Πολλοί είδαν σε αυτόν, συνεχίζει ο Pastorin, «την υψηλή και σθεναρή φωνή ενός λαού που ζητά, ακόμη και από τους πρωταθλητές του ποδοσφαίρου, να αγωνιστούν για ένα συλλογικό καλό, να κατέβουν στο γήπεδο όχι μόνο για τη νίκη, αλλά για τις κατακτήσεις εκείνων που θέλουν να ξεφύγουν από τη σκιά, να δώσουν οριστικά στους εαυτούς τους φως και ελευθερία, να γίνουν αρχιτέκτονες και όχι υποτακτικοί, θηράματα του δικού τους πεπρωμένου » (σελ. 7-8).

Ποιος ξέρει, σε αυτή την εποχή του play station ποδοσφαίρου, πόσοι, μεταξύ των νεότερων, έχουν ακούσει για την Κορινθιανή δημοκρατία, Democracia Corinthiana. Και ποιος ξέρει πόσοι, μεταξύ των πιο μεγάλων, τη θυμούνται ακόμα αφού ήπιαν το μυαλό τους με τον ήχο των καταγεγραμμένων χειροκροτημάτων και των συναισθημάτων ενοχής διότι τόλμησαν να κάνουν μεγάλα όνειρα.

Το βιβλίο του Downie ανοίγει διηγούμενο την ιστορία της ομάδας της Βραζιλίας που κατέβηκε στο γήπεδο στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982, μιλώντας για εκείνη την seleção που ήταν ικανή να εκφράσει μια ομορφιά παιχνιδιού που έχει χαρακτεί στο συλλογικό φαντασιακό των φιλάθλων του ποδοσφαίρου σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η ομάδα των Zico, Toninho Cerezo, Leandro, Júnior, Serginho και του Sócrates. Ήταν το μουντιάλ στο οποίο αυτή η χρυσή ποδοσφαιρική γενιά είδε τον δρόμο της να διακόπτεται απροσδόκητα, στο Στάδιο Sarrià, από την Ιταλία, ένα μονοπάτι που φαίνονταν διαγεγραμμένο και θα έπρεπε να κορυφωθεί με την ύψωση στον ουρανό του τροπαίου. Αλλά το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι αδίστακτο, ανηλεές. «Χάσαμε με την Ιταλία, χάσαμε με τη γαμημένη μαλακισμένη Ιταλία», ο Paulo Isidoro επαναλάμβανε πολλές φορές εκείνη την ημέρα πηγαίνοντας στα αποδυτήρια. Ο Zico μίλησε για θάνατο του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τον Sócrates η seleção «δεν θα έδινε ποτέ ξανά μια τέτοια λαμπερή παράσταση».

«Ωστόσο, εκείνη η ήττα δεν μετατράπηκε σε ένα είδος άλφα και ωμέγα για έναν άνθρωπο του οποίου η ύπαρξη πήγαινε πολύ πέρα απ’ το ποδόσφαιρο. Ακόμη και όταν η Βραζιλία προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την Ιταλία στην πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του, ο Sócrates σκέφτονταν μεγαλύτερες μάχες. Είχε ήδη δώσει ζωή σε εκείνη που θα γίνονταν η Κορινθιανή Δημοκρατία, η πιο ελπιδοφόρα επίδειξη δύναμης των παικτών σε μια ομάδα υψηλού επιπέδου. Οι ποδοσφαιριστές της Corinthians αναλάμβαναν τον έλεγχο του συλλόγου και απαιτούσαν να έχουν λόγο στη διοίκησή του. Ο Σόκρατες ζητούσε ελευθερία, και όχι μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε όλη τη Βραζιλία να κάνει το ίδιο, απορρίπτοντας τη στρατιωτική δικτατορία και επανοικειοποιούμενη τη χώρα. Είχε δύναμη και προσωπικότητα, και ένα έθνος εκατόν τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του. Ένα όνειρο είχε σβήσει στην Ισπανία. Αλλά δεν θα άφηνε και το άλλο να του ξεφύγει τόσο εύκολα: την δημοκρατία» (σελ. 18).

Ο Sócrates, ακόμα και με όλες τις αντιφάσεις του, ήταν πάντα διαφορετικός. «Σε μια χώρα όπου το μελόδραμα διαλαλούνταν δυνατά και ανεμίζονταν σε κάθε γωνιά του δρόμου, στις οθόνες των τηλεοράσεων και σε κάθε ανθρώπινη σχέση, ο Σόκρατες ήταν ακριβώς το αντίθετο των συναισθηματικών συμπατριωτών του» (σελ. 19). Δεν κατανοούσε αυτή την υπερβολική προσκόλληση στο ποδόσφαιρο, όσο κι αν ήταν διασκεδαστικό, δεν έπαυε να είναι ένα παιχνίδι. «Όταν οι άνθρωποι με ρωτούν ποια ήταν η πιο λαμπρή περίοδος που έχω ζήσει στο ποδόσφαιρο, απαντώ: »Γάμα τα, η δόξα για μένα ήταν οι απαρχές με την Raio de Ouro», γιατί ταξίδευα στο πίσω μέρος ενός φορτηγού μαζί με ένα σωρό από αγόρια όλα διαφορετικά μεταξύ τους […] Κάθε ένα από αυτά είχε μια διαφορετική ζωή και διαφορετικές ανάγκες. Γαμώτο, εγώ είχα φάει μεσημεριανό, και μερικοί από αυτούς όχι, και πηγαίναμε να παίξουμε ποδόσφαιρο! Ήταν μια εμπειρία που μου δίδαξε πράγματα που δεν είχα μάθει ποτέ στο σχολείο, πράγματα που κανείς ποτέ δεν μου είχε πει στο σπίτι. Γιατί ο πατέρας μου τα είχε περάσει όλα αυτά. Μόνο με την πάροδο του χρόνου ανακάλυψα όλες τις δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσει. Ποτέ δεν ήθελε να το μάθουμε» (p. 24).

Δεκάξι χρόνων ο Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira, μπήκε στις νεανικές ομάδες της Botafogo αλλά αν το ποδόσφαιρο τον διασκέδαζε, το πραγματικό του όνειρο ήταν να γίνει γιατρός, σε σημείο να μπορέσει να αρπάξει από την εταιρεία την δυνατότητα να παρακάμψει μερικές εβδομαδιαίες προπονήσεις με σκοπό να ακολουθήσει ένα βραδινό σχολείο που τον προετοίμαζε για τις πανεπιστημιακές εξετάσεις. Έβρισκε απλώς γελοίο να τρέχει γύρω γύρω τον αγωνιστικό χώρο ή να πηδά επί τόπου, αυτός απλά ήθελε να έχει τη μπάλα ανάμεσα στα πόδια του. Μια κάποια ελευθερία σε σχέση με τις προπονήσεις ήταν σε θέση να τη διατηρήσει ακόμα και όταν ο νεαρός ποδοσφαιριστής, το 1973, κατάφερε να υπογράψει ένα συμβόλαιο με το Botafogo που του εξασφάλιζε ένα, αν και φτωχό, μισθό.

Έχοντας περάσει πολύ γρήγορα από τις νεανικές στην πρώτη ομάδα, ο Σόκρατες αντιλαμβάνεται οτι έχει πολύ χαμηλότερη αθλητική κατάσταση από τους αντιπάλους του και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν ακριβώς αυτό το έλλειμμα να τον ωθήσει να εφεύρει κινήσεις και εναλλακτικές λύσεις παιχνιδιού. «Το χτύπημα με την φτέρνα έγινε το εμπορικό του σήμα και τον αναγνώρισε ως έναν από τους πιο αυθεντικούς και συναρπαστικούς ποδοσφαιριστές της εποχής του. Οι οπαδοί ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές από χαρά μπροστά σε εκείνες που έμοιαζαν με πινελιές ελεύθερης φαντασίας, αν και σπάνια ήταν τέτοιες. Ήταν ένας ρεαλιστής ποδοσφαιριστής που χρησιμοποίησε εκείνη την κίνηση για έναν σκοπό, όχι για να προσελκύσει την προσοχή. Ο Zico έλεγε ότι αυτό τον καθιστούσε έναν αίνιγμα για τους αντιπάλους αμυντικούς, που δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. Ο Pelé ειρωνεύτηκε λέγοντας πως αυτός ήταν πολύ καλύτερος με γυρισμένη την πλάτη παρά οι περισσότεροι από τους άλλους παίκτες απέναντι από την εστία » (σελ. 37). Στη συνέχεια θα περάσει στην Corinthians, ομάδα στην οποία κάνει το ντεμπούτο του στον εναρκτήριο αγώνα του Campeonato Paulista μπροστά σε περισσότερους από εκατό χιλιάδες θεατές και, το 1979, έρχεται η πρώτη κλήση στην εθνική.

Την εποχή εκείνη η πλειοψηφία των φιλάθλων του ποδοσφαίρου ήταν λαϊκής προέλευσης και πολλοί από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική, όπως από την άλλη και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές. Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 1979, όταν «στην σκιά των πρώτων μαζικών απεργιών κατά του καθεστώτος που οργάνωσαν οι εργάτες στην μεταλλουργία του Σαν Πάολο […], η πολιτική έκανε την εμφάνιση της στις κερκίδες» (σελ. 82). Μετά την ανάκληση ενός από τα πιo σκληρά στρατιωτικά διατάγματα ορισμένοι οπαδοί των Corinthians πήραν θάρρος και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα σήκωσαν ένα πανό που ζητούσε γενική αμνηστία.

«Ο Sócrates δεν ήταν ένας ποδοσφαιριστής διανοούμενος. Στην πραγματικότητα, δεν μιλούσε περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Πίστευε ότι το ποδόσφαιρο έπρεπε να παίζεται ή να παρακολουθείται, πως δεν έπρεπε να είναι αντικείμενο συζητήσεων. […] Από την άλλη πλευρά μιλούσε για οτιδήποτε άλλο. Η δημόσια εικόνα του, ειδικά μετά τις πρώτες σελίδες που κέρδισε για τον πολιτικό και κοινωνικό του ακτιβισμό, ήταν εκείνη ενός σοβαρού ανθρώπου με μια βραχνή φωνή, ο οποίος μιλούσε με σοφία και κρατώντας αποστάσεις επάνω σε σοβαρά θέματα. Αλλά με εκείνους που περνούσαν χρόνο μαζί του, με την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεντευκτές, με εκείνους που άκουγαν συνομιλίες και παρουσιάσεις μετά την αποχώρηση του, δεν ήταν καθόλου σοβαρός. Αντιθέτως, ήταν ξεκαρδιστικός και αυτοειρωνικός, και κάθε δικαιολογία ήταν καλή για να κοροϊδέψει, είτε επρόκειτο για άλλους είτε τον εαυτό του» (p. 117).

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, μετά από σύντομη απάντηση στις ποδοσφαιρικές ερωτήσεις, ο γιατρός μετακινούσε γρήγορα τη συζήτηση επάνω σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, για την κατάσταση της εκπαίδευσης και της υγείας. «Ο ακτιβισμός του συνέπεσε με μια αυξανόμενη απαίτηση για αλλαγή σε όλους τους τομείς της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Η αλλαγή ήταν στα χείλη όλων, και ο Σόκρατες ήταν μια από τις φωνές που εκφράζονταν με περισσότερη ορμητικότητα υπέρ αυτής. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Βραζιλίας ένας αθλητής είχε ένα μεγάφωνο, και οι οπαδοί τον άκουγαν » (σελ. 164). Στη δεκαετία του Ογδόντα, η συντριπτική πλειοψηφία των βραζιλιάνων παικτών προέρχονταν από τα φτωχότερα περιβάλλοντα της χώρας και οι βραζιλιάνικες ελίτ έβλεπαν στο ποδόσφαιρο, «ένα καταφύγιο για εγκληματίες οι οποίοι δεν είχαν καμία εναλλακτική λύση για να ξεφύγουν από τη φτώχεια που καταπίεζε τη χώρα». Οι σύντροφοι του Σόκρατες στην Corinthians ήταν νέοι με ελάχιστη εκπαίδευση που έβλεπαν στο ποδόσφαιρο τη μόνη δυνατή διαφυγή από τη δυστυχία, την μιζέρια, και όταν «μιλούσε για πολιτικές θεωρίες ή τους υποκινούσε να βελτιωθούν από μια προσωπική σκοπιά, αυτοί γελούσαν στο πρόσωπο του, τον κορόιδευαν » (p. 168).

Ο θρίαμβος της Corinthians συμπίπτει με ένα σημαντικό έτος για τον Sócrates όχι μόνο από αθλητική άποψη. Κατά τη διάρκεια του τελικού ο γιατρός γιόρτασε το γκολ υψώνοντας τη γροθιά στον ουρανό εγκαινιάζοντας έτσι έναν τρόπο πανηγυρισμού που θα επαναλαμβάνονταν. «Είχε δει τον Reinaldo να γιορτάζει τα γκολ με αυτόν τον τρόπο και είχε μεγάλο σεβασμό για την υποστήριξη που επέδειξε ο επιθετικός της Ατλέτικο Μινέιρο απέναντι στους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους και τους ντόπιους, τους αυτόχθονες. Αργότερα ανέφερε τους Μαύρους Πάνθηρες του Μεξικού του 1968, για τους οποίους γνώριζε σίγουρα την αντιφασιστική ιστορία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε – είχε γιορτάσει μερικά γκολ με εκείνο τον τρόπο από το 1978 – αλλά συμφωνούσε απόλυτα με την προοδευτική πορεία που είχε παντρευτεί και άρχισε να το επαναλαμβάνει πιο συχνά » (pp. 173-174).

«Ίσως η πιο αξιομνημόνευτη απόφαση των τελευταίων μηνών του 1982 λήφθηκε σε ένα πανεπιστήμιο και όχι από έναν ποδοσφαιριστή, έναν προπονητή ή έναν διοικούντα. Αν και υπήρχε εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, το κίνημα δεν είχε ακόμα ένα όνομα. Οι άνθρωποι μιλούσαν για αυτό χρησιμοποιώντας τη φράση «παίκτες στην εξουσία», ή αποκαλούσε την Κορίνθιανς «Η Δημοκρατική Ομάδα» και τα γεγονότα που το αφορούσαν «Κορινθιανή Επανάσταση». Η κρίσιμη καμπή ήρθε το νοέμβριο, μετά από μια συζήτηση που διεξήχθη στην Pontificia Universidade Católica de São Paulo. Εκείνη την ημέρα, οι Olivetto, ο Σόκρατες και ο Adilson κάθονταν σε ένα πάλκο μπροστά σε εκατοντάδες φοιτητές και οπαδούς για να συζητήσουν περί του κινήματος και των στόχων του, τους συνόδευε με το ρόλο του animatore της συνάντησης ο Juca Kfouri, ο οποίος κάποια στιγμή με σαρκαστικό τόνο συνόψισε τα θέματα που καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς: «Συνεπώς, αν οι ποδοσφαιριστές συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις του συλλόγου, αν οι διοικούντες δεν τους σταματήσουν και αν ο φωτισμένος τύπος δεν σταματήσει να τους υποστηρίζει, αυτή που θα δούμε θα είναι μια δημοκρατία, μια Δημοκρατία Corinthiana”» (p. 174).

Η εμπειρία της κορινθιακής δημοκρατίας άλλαξε την καθημερινή ζωή του συλλόγου. Οι παίκτες αποφάσιζαν συλλογικά τις στρατηγικές στο γήπεδο και τη ζωή έξω από αυτό. Ο τύπος της Βραζιλίας ήταν αναπόφευκτα διαιρεμένος σε αυτή την επιλογή αυτοδιαχείρισης. Αν ορισμένοι δημοσιογράφοι υποστήριζαν την εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία έδειξε εχθρότητα προς αυτήν. «Ο απλός κόσμος, εν τω μεταξύ, παρακολουθούσε προσεκτικά και συζητούσε τη σημασία της σε μια ιστορική φάση που όλο και περισσότερο έμοιαζε με ορόσημο. Η Βραζιλία το 1983 ήταν πλέον στην κόψη του ξυραφιού, και οι τελευταίες επιδράσεις της οικονομικής άνθησης μειώνονταν, έπαιρναν την κάτω βόλτα. Στην αρχή του έτους το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 30%, ο πληθωρισμός έφθασε στα υψηλότερα μηνιαία επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών και η κυβέρνηση εισήγαγε πολιτική ελέγχου των τιμών σε μια προσπάθεια στήριξης της οικονομίας. Η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, όπως και το δημόσιο χρέος, και οι εντάσεις διαχέονταν στους δρόμους, όπου απεργίες και λεηλασίες έγιναν ο κανόνας, συνήθεια » (p. 179).

Μετά την απογοήτευση του ισπανικού μουντιάλ, το 1984, ο παίκτης περνά από την Κορίνθιανς, όπου σημείωσε 172 γκολ σε 298 αγώνες, στη Φιορεντίνα. «Την πρώτη επίσημη ημέρα στη νέα του ομάδα, ο Sócrates ενώθηκε με τους συντρόφους του για μια σειρά ιατρικών εξετάσεων. Ενώ περίμενε τη σειρά του να ανέβει στο διάδρομο για τις καρδιακές και αναπνευστικές εξετάσεις, άναψε νωχελικά ένα τσιγάρο. Όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα δεν ήθελε να πιστέψει τα μάτια του. «Μα τι κάνεις, καπνίζεις; Θα κάνουμε σπιρομέτρηση! «φώναξε. «Ακριβώς, γιατρέ, θερμαίνω τους πνεύμονές μου», απάντησε αυτός απαθής. Οι σύντροφοι έσκασαν στα γέλια και ο γιατρός βγήκε αηδιασμένος από το δωμάτιο «(σελ. 207).
«Ήταν σαν να περνάς από το Καρναβάλι του Σαλβαδόρ ντε Μπαΐα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων», δήλωσε ο γιατρός που έφτασε στο ιταλικό πρωτάθλημα. «Οι προπονήσεις σε υψόμετρο και η έντονη προετοιμασία δεν ήταν η δύναμή του. Κατά τη διάρκεια της πρώτης κούρσας λιποθύμησε, ενώ στη δεύτερη έριξε την πετσέτα μετά από δέκα λεπτά. Όταν οι συμπαίκτες του τελείωσαν το ημίωρο του τζόκινγκ, βρήκαν να τους περιμένει τον ατυχή βραζιλιάνο και μια από τις τυπικά σωκρατικές ερωτήσεις του. «Γιατί πρέπει να τρέχω πάνω και κάτω στους λόφους; εγώ θέλω να τρέχω με την μπάλα”» (p. 208).

Αν στην Κορίνθιανς οι σύντροφοι έτρεχαν για τον ίδιο και τον θαύμαζαν όχι μόνο για τις ποδοσφαιρικές δεξιότητές του αλλά και για το ότι ήταν χαρισματικός, στην Ιταλία οι παίκτες δεν έπαιζαν για διασκέδαση και δυσκολεύονταν να αντέξουν την έλλειψη επαγγελματισμού του και τη συνεχή αποφυγή των θυσιών . Σίγουρα η στάση του έδειχνε κάποιες αντιφάσεις όσον αφορά τις κολεκτιβιστικές διακηρύξεις του. «Η απροθυμία των ιταλών να κοινωνικοποιήσουν ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα για κάποιον σαν κι αυτόν που θεωρούσε θεμελιώδη την φιλία και τη συντροφικότητα, και η ψυχρότητα που εμφανίστηκε προς αυτόν του αύξησε την αίσθηση μοναξιάς » (p. 212).

Ο Sócrates παρουσιάστηκε στους εκστασιασμένους οπαδούς της Φλωρεντίας χαιρετώντας τους με σηκωμένη την γροθιά και το πράγμα εξόργισε τους ιδιοκτήτες του συλλόγου, τους χριστιανοδημοκράτες Pontello. Η εμπειρία της Kορινθιανής Dημοκρατίας ήταν γνωστή στους μωβ ηγέτες: «Ήμασταν προετοιμασμένοι και ξέραμε τι να περιμένουμε από αυτόν. Θυμηθείτε ότι η Φλωρεντία είναι μια ιστορικά αριστερή πόλη, και οι οπαδοί της ομάδας της είναι αριστεροί. Για εμάς δεν ήταν ένα πρόβλημα. Μας ενδιέφερε περισσότερο η απόδοση του στον αγωνιστικό χώρο. Αλλά ήταν τόσο διαφορετικός και sui generis- ιδιαίτερος που οι σύντροφοι τον έβρισκαν παράξενο. Αν είσαι διαφορετικός και κάνεις την ομάδα να κερδίζει, τότε τα προβλήματα εξαφανίζονται. Αλλά αν τα αποτελέσματα δεν έρχονται, όλα γίνονται περίπλοκα. Ήταν ένας καλός παίκτης, αλλά δεν ήταν αρκετό. Οι λόγοι που δεν τα πήγε καλά δεν είναι ούτε τακτικοί ούτε τεχνικοί. Απλώς δεν προσαρμόστηκε στην ιταλική ζωή. Ποτέ δεν ενσωματώθηκε. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με τους φίλους του για να τον βοηθήσουμε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε » (p. 215).

Στην σύντομη ιταλική εμπειρία η σχέση με τους συντρόφους και τους ιδιοκτήτες δεν απογειώθηκε ποτέ. «Στον τρίτο από το τέλος αγώνα του πρωταθλήματος η Φιορεντίνα αντιμετώπιζε την Ουντινέζε στο σπίτι και ο τραυματισμένος Σόκρατες παρακολούθησε τον αγώνα με σορτς και σαγιονάρες. Έφτασε καθυστερημένος, και αντί να κατευθυνθεί στην κερκίδα των επισήμων, πήρε μια μπύρα και στάθηκε πίσω από τα προστατευτικά λίγα μέτρα από την πλάγια γραμμή. Αγνόησε τις χειρονομίες των διοικούντων που τον προσκαλούσαν να καθίσει στη θέση του. Σε κάποια στιγμή ήρθε κοντά του ένας φίλος, ένας κωμικός από την πόλη, στον οποίο πρότεινε να πάνε να παρακολουθήσουν το δεύτερο ημίχρονο στην Curva Fiesole, το πέταλο των φανατικών, μεταξύ των ultrà. Τους δυο υποδέχτηκαν σαν ήρωες και η εμπειρία να περάσουν σαράντα πέντε λεπτά δίπλα στους πραγματικούς οπαδούς παρέμεινε για πάντα μια από τις πιο ζωντανές, ζωηρές αναμνήσεις της ιταλικής του εμπειρίας. Ωστόσο, αυτή η πρόκληση απλώς χρησίμευσε για να επιδεινώσει τις σχέσεις με διευθυντές και συμπαίκτες. Οι Pontello ήταν εξοργισμένοι που τους σνόμπαρε και οι ποδοσφαιριστές νόμιζαν ότι τα είχε παίξει. Οι αποστάσεις μεταξύ των δυο πλευρών ήταν πλέον αγεφύρωτες » (p. 217).

Με την ευκαιρία του καρναβαλιού ο Σόκρατες οργανώνει, μαζί με άλλους βραζιλιάνους, ένα μεγάλο πάρτι, «πέρασε εβδομάδες εγγράφοντας κασέτες με τα αγαπημένα του τραγούδια της samba, αγόρασε διακόσια λίτρα μπύρας, αρκετά ορεκτικά για να ταίσει ένα πλήρες στάδιο και ένα γουρουνόπουλο για ένα υπαίθριο μπάρμπεκιου παρά τις θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν «(σελ. 218). Στο πάρτι προσκάλεσε επίσης την ομάδα. «Οι σύντροφοι προετοιμάστηκαν όλοι ντυμένοι με κοστούμια, δείχνοντας την τυπική ιταλική κομψότητα, και αυτός, στη συνηθισμένη στολή του από τσαλακωμένα ρούχα και ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, δεν έχασε χρόνο κάνοντας την γιορτή περισότερο βραζιλιάνικη. Πήρε ένα ζευγάρι ψαλίδια κηπουρικής και γελώντας πονηρά άρχισε να πετσοκόβει τις γραβάτες Armani και Dolce & Gabbana των καλεσμένων του. Οι Oriali, Massaro, Galli και ο Gentile ήταν μοναχά μερικοί από αυτούς που κατέληξαν στα νύχια του και δεν μπορούσαν παρά να παραδοθούν μπροστά σε αυτό το αστείο. Ο Passarella γονάτισε ικετεύοντας τον για την σωτηρία του ακριβού του αξεσουάρ. Ο Antognoni του είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα ότι η γραβάτα ήταν δώρο από τη μητέρα του. Αλλά ο Sócrates τους αγνόησε χαριτολογώντας και τις ξέσκισε μια μετά την άλλη, πριν τους σφίξει μες την αγκαλιά του […] «Τώρα είμαστε μια πραγματική ποδοσφαιρική ομάδα», είπε. «Τώρα, μπορούμε πραγματικά να αφήσουμε το πνεύμα της Κορινθιανής Δημοκρατίας να πάρει το επάνω χέρι» »pp. 218-219).

Τα πράγματα δεν πήγαν με αυτόν τον τρόπο. Ο γιατρός δεν κατάφερε ποτέ να εγκλιματιστεί στην Ιταλία και, παρά το ότι είχε ένα ακόμη χρόνο συμβολαίου, το 1985 αποφάσισε να πακετάρει τις βαλίτσες για να επιστρέψει στη Βραζιλία παίζοντας σε Φλαμένγκο, Σάντος και στη συνέχεια να τελειώσει την καριέρα του το 1989 στην Botafogo. Ο Sócrates δεν είχε αγαπήσει ποτέ τα αποχαιρετιστήρια παιχνίδια των μεγάλων ποδοσφαιριστών, «αποκαλούσε αυτές τις ευκαιρίες συναισθηματικoύς παραλογισμούς, και έφυγε με τον τρόπο του, με τις λιγότερες δυνατές τυμπανοκρουσίες. Στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ένα αντίο που θα είχε παραμείνει ανεκπλήρωτο, με μπύρες και φίλους, και όχι με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα και ακόμη λιγότερο μπροστά σε ένα πλήθος λατρείας. «Ήθελα να μαζέψω όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, και να ετοιμάσω μπύρες και όλα τα υπόλοιπα», είπε. «Τους ανθρώπους μου, αυτό φανταζόμουν, σίγουρα όχι έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Θα ήθελα να το κάνω έτσι, να τους μαζέψω όλους, ακόμη και τους διευθυντές, όλους εκείνους που έπαιξαν ένα ρόλο στη ζωή μου και με τους οποίους είχα μια καλή σχέση με κάποιον τρόπο. Ήθελα να τους προσκαλέσω για μπάρμπεκιου και στη συνέχεια να παίξουμε ποδόσφαιρο. Να πώς το φανταζόμουν. Αλλά ένα αντίο; Όχι, δεν μου αρέσουν τα αντίο «. Αντιθέτως, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τελειώσει την καριέρα του με την Κορίνθιανς, και αφού απέρριψε προσφορές και από την Ιαπωνία, ο Σόκρατες αποχαιρέτησε την Σάντος και επέστρεψε στην Μποταφόγκο για ένα σύντομο κύκνειο άσμα εκεί όπου όλα ξεκίνησαν περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα. […] Στις 26 νοεμβρίου 1989, ο Sócrates κατέβηκε στο γήπεδο για τελευταία φορά ως επαγγελματίας στην ισοπαλία με 1-1 ενάντια στην Itumbiara, στην πολιτεία Goiás. Μόνο χίλιοι θεατές τον είδαν να κατευθύνει το κέντρο της ομάδας του πριν αποχωρήσει με ελαφρά πηδηματάκια στα μισά του δεύτερου ημιχρόνου. Είχε τελειώσει. Δεν υπήρξαν ούτε φωνές ούτε επίσημες ανακοινώσεις για τον αποχαιρετισμό του. Ο πόνος ήταν αφόρητος, καθώς και τα πειράγματα. Μετά από δεκαεπτά χρόνια, πάνω από επτακόσιοι αγώνες και πάνω από τριακόσια τέρματα, ένας από τους πιο χαρισματικούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Βραζιλίας έλεγε φτάνει. Τουλάχιστον σαν παίκτης » (pp. 269-271).

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του στο βιβλίο για τον ποδοσφαιριστή που ήθελε να μάθει ιταλικά διαβάζοντας Τις επιστολές από τη φυλακή του Antonio Gramsci για τη σημασία που είχε το κείμενο στον «ανθρώπινο, κοινωνικό και φιλοσοφικό του σχηματισμό», γράφει ο Pastorin: «ο Γιατρός υπήρξε και τα δυο: Όνειρο και Πραγματικότητα, Γνώση και Φαντασία, η αίσθηση μιας εξαιρετικής «φαντασίας στην εξουσία». Ένας επαναστάτης σε δύσκολους καιρούς, ένας πρωταθλητής στο λυκόφως της χαράς του ποδοσφαίρου. Εκείνος ο αδελφός τον οποίο πολλοί από εμάς αγάπησαν και τον οποίον θα αγαπάμε για πάντα » (p. 9).

Ο Δρ Sócrates, το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με τη συνήθεια να πίνει και την γροθιά σηκωμένη, είχε προβλέψει να πεθάνει τη ημέρα που η Κορίνθιανς θα κέρδιζε έναν τίτλο. Και έτσι πήγαν τα πράγματα. Στις 4 δεκεμβρίου 2011, μόλις στα πενήντα επτά, με την σωματική του κατάσταση εξαντλημένη και εξαιτίας των αλκοολικών υπερβολών του, έφυγε «ο αρχηγός της πιο δυνατής σελεσάο που δεν κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ο αρχηγός της Κορινθιανής Δημοκρατίας, του πιο συγκλονιστικού προοδευτικού κινήματος που τάραξε ποτέ τον παλιομοδίτικο κόσμο του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας». Έφυγε ήσυχα όπως αρμόζει σε όσους απεχθάνονται την ειδωλολατρία, την ώρα που η Corinthians του κέρδιζε, όπως είχε προβλέψει. «Θέλω να πεθάνω την κυριακή, την ημέρα που η Κορίνθιανς θα κερδίσει έναν τίτλο». Και έτσι ήρθαν τα πράγματα.


Sócrates  su Carmilla:

Segnali di fumo: Sócrates – Lorenzo Iervolino
di Nicola Gobbi e Simone Scaffidi
[segnalazione a fumetti del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario (2014)]

Sócrates: vita, morte e rivoluzione in un libro
di Simone Scaffidi Lallaro
[recensione del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario(2014)]

 

TAGGED WITH → •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
διανόηση

Πέθανε ο Domenico Losurdo, φιλόσοφος και μαρξιστής

Εδώ δημοσιεύουμε τη μνήμη του Δικτύου των Κομμουνιστών και του Stefano G. Azzarà, ο οποίος σπούδασε και εργάστηκε με τον Losurdo.

Ο θάνατος του λόγιου, του ακαδημαϊκού, του συντρόφου Domenico Losurdo, είναι μια απώλεια που βαραίνει. Ειδικά σε μια ιστορική φάση, όπως αυτή στην οποία ζούμε, όπου οι λόγοι και οι αιτίες για την εναλλακτική λύση, την κοινωνική λύτρωση και την απελευθέρωση από την μισθωτή εργασία φαίνονται θολές και χαμένες κάτω από το βάρος και την προφανή διάχυση της αστικής επίθεσης.

Ο Losurdo ήταν ένας κομμουνιστής διανοούμενος με τα όλα του. Ο Losurdo υπήρξε ένας επιστήμονας της θεωρίας ο οποίος – ως υλιστής και, επομένως, ως αυθεντικός μαρξιστής – δεν έβγαλε ποτέ το καπέλο του μπροστά στις κυρίαρχες ιδεολογίες και τις γιγαντιαίες μορφές άσκησης και εντολής τους, επιβολής τους. Ποτέ μπανάλ, ποτέ κοινότυπος, ποτέ συνηθισμένος, ποτέ δογματικός, ποτέ ιμπρεσιονιστικός απέναντι στο κοινωνικό θέμα που μελέτησε, ερμήνευσε και, όταν είναι απαραίτητο, με σοφία απομυθοποίησε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Domenico Losurdo συνέβαλε σημαντικά στη γενικότερη διαδικασία της κριτικής του φιλελευθερισμού σε όλες τις ποικίλες παραστάσεις του και του καπιταλισμού. Από τη φιλοσοφική και την ιστορική πλευρά η μελέτη και η αυστηρή έρευνα του Losurdo συνέβαλαν στην διάλυση, στην αποδόμηση κάποιων (ισχυρών) καπιταλιστικών αφηγήσεων πάνω σε θέματα και κομβικά σημεία θεμελιώδους σημασίας όχι μόνο για να κομματιάσει, να αποσυνθέσει το ιδεολογικό σύστημα της κυρίαρχης σκέψης αλλά και για να διατηρήσει ανοικτό – επάνω σε όλο το τόξο των αντιθέσεων – τον δρόμο της κοινωνικής αλλαγής, της εναλλακτικής στο σύστημα και του σοσιαλισμού.

Στα κείμενά του, η προσπάθεια, η ώθηση για αλλαγή και στην ανάγκη για επαναστατική ρήξη είναι πάντα παρούσα χωρίς να ξεχνά ποτέ την ιστορία, την εποποιία, αλλά και την ανάγκη μια ισορροπίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και μερικών από τους μεγάλους εκφραστές του που σημάδεψαν, σε κάθε περίπτωση, την σύγχρονη εποχή μας.

Τα έργα που έχει συντάξει και η μελέτη που συσσωρεύτηκε εδώ και δεκαετίες, είναι τεράστια, τόσο στην Ιταλία όσο και σε άλλες χώρες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Domenico Losurdo εκτιμήθηκε και από εκείνους που, αν και από θεωρητικές θέσεις μακρινές από τον μαρξισμό, αναγνώριζαν την ποιότητα και τη σοβαρότητα της ιδεολογικής και πνευματικής συμβολής του Domenico.

Τώρα είναι η στιγμή του πένθους και των συλλυπητηρίων αλλά θα επιστρέψουμε, με πιο συστηματικό τρόπο, στην συμβολή που επεξεργάστηκε ο Losurdo με την ελπίδα να διατηρηθεί ζωντανή η «μάχη των ιδεών» και ο σε βάθος αγώνας ενάντια σε κάθε προσπάθεια επιβεβαίωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως «τέλος της ιστορίας».

Rete dei Comunisti Δίκτυο Κομουνιστών

*****

Από την συνέντευξη που κλείνει το βιβλίο μου “L”humanité commune: Dialectique hégélienne, critique du libéralisme et reconstruction du matérialisme historique chez Domenico Losurdo” (Delga, Paris 2012).

Ευχαριστώ για όλα.
_________________

Azzarà. Πώς αυτή η θεωρητική αδυναμία επάνω στο κράτος επηρεάζει την κατάσταση της σημερινής αριστεράς; Η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη σήμερα με επιβλητικούς μετασχηματισμούς που αλλάζουν το πρόσωπο του κόσμου. Οι μετασχηματισμοί αυτοί αφορούν τις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, αλλά και την ισορροπία μεταξύ Κράτους και αγοράς, τη φύση της δημοκρατίας, τις μεγάλες μεταναστεύσεις. Η αριστερά δεν φαίνεται να έχει σήμερα ούτε ιδέες, ούτε πολιτικές προοπτικές.

Losurdo. Με την κρίση πρώτα και μετά με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στη Δύση και στην Ιταλία ειδικότερα, η αριστερά έχασε κάθε πραγματική αυτονομία. Σε ιστορικό επίπεδο ουσιαστικά συνήγαγε από τους νικητές την ιστορική αξιολόγηση του εικοστού αιώνα. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία αυτής της εκτίμησης: για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της, η σοβιετική Ρωσία είναι η χώρα της φρίκης και ακόμη και της εγκληματικής τρέλας. Όσον αφορά την Κίνα, η τεράστια οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν έχει καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, αλλά μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη μετατροπή της μεγάλης ασιατικής χώρας στον καπιταλισμό. Ξεκινώντας από αυτούς τους δύο ακρογωνιαίους λίθους, κάθε προσπάθεια να οικοδομηθεί μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία γίνεται αντικείμενο ολικής κατεδάφισης ή ακόμη και ποινικοποίησης, και η μοναδική πιθανή σωτηρία έγκειται στην υπεράσπιση ή την αποκατάσταση του καπιταλισμού. Είναι παράδοξο, αλλά ακόμη και με αποχρώσεις και μερικές φορές κρίσεις- αξιολογήσεις και απόψεις διαφορετικές, αυτή η εκτίμηση συχνά προσυπογράφεται από την αριστερά, συμπεριλαμβανομένης της «ριζοσπαστικής».
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η υποτέλεια την οποία δείχνει η αριστερά πιο συγκεκριμένα σε θεωρητικό επίπεδο. Αναλύοντας τη μεγάλη ιστορική κρίση που αναπτύσσεται στον εικοστό αιώνα, η κυρίαρχη ιδεολογία προσεκτικά αποφεύγει να μιλάει για καπιταλισμό, σοσιαλισμό, αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμό, μιλιταρισμό. Αυτές οι κατηγορίες θεωρούνται υπερβολικά χυδαίες. Οι τρομερές συγκρούσεις και οι τραγωδίες του Εικοστού αιώνα αντιθέτως ερμηνεύονται με την εμφάνιση «πολιτικών θρησκειών» («Voegelin»), «ιδεολογιών» και «ολοκληρωτικών μορφών σκέψης» (Bracher), «φιλοσοφικού absolutism» ήτοι «επιστημολογικού ολοκληρωτισμού» «(Kelsen), της αξίωσης του  »ολικού οράματος» και της « ολικής γνώσης » που ήδη στον Μαρξ παράγει τον  »φανατισμό της βεβαιότητας» (Jaspers), της « αξίωσης ολικής εγκυρότητας » που προωθήθηκε από τις ιδεολογίες του εικοστού αιώνα (Arendt).

Αν αυτή είναι η προέλευση της ασθένειας του εικοστού αιώνα, το φάρμακο είναι έτοιμο: αρκεί μια ένεση «αδύναμης σκέψης», «σχετικισμού» και «μηδενισμού» (σκέφτομαι τον Vattimo της δεκαετίας του 80). Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο η αριστερή συνεισφέρει σημαντικά στην κατάργηση των θεμελιωδών κεφαλαίων της ιστορίας: οι σφαγές και οι αποικιακές γενοκτονίες θεωρητικοποιήθηκαν ήσυχα και τέθηκαν σε εφαρμογή σε μια περίοδο που ο φιλελευθερισμός συνδυάστηκε συχνά με τον εμπειρισμό και την προβληματική, ακόμη και πριν από την έλευση της δυνατής σκέψης του δέκατου ένατου αιώνα, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος επέβαλε με τον τρόμο σε ολόκληρο τον ενήλικο αρσενικό πληθυσμό την διαθεσιμότητα και την ετοιμότητα να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Επιπλέον, ο Nietzsche συχνά γιορτάζεται ως κατ ‘εξοχήν ιατρός της ασθένειας του εικοστού αιώνα, στον οποίον αποδίδεται ο έπαινος ότι είχε αντιταχθεί σε «ένα ψεύδος που διαρκεί εδώ και χιλιετίες» και προσθέτει: «Ανακάλυψα εγώ πρώτος την αλήθεια, ακριβώς επειδή αισθάνθηκα πρώτος το ψέμα ως ψέμα, το μυρίστηκα » (Ecce homo, Γιατί είμαι ένα πεπρωμένο, 1). Η ιδέα της αλήθειας είναι τόσο εμφατική, ώστε όσοι είναι απρόθυμοι να την δεχτούν πρέπει να θεωρηθούν παράφοροι, τρελοί: ναι, πρέπει να τελειώνουμε με τις «πνευματικές ασθένειες» και με το «ψυχιατρείο ολόκληρων χιλιετιών» (The Antichrist, § 38). Από την άλλη πλευρά, ο υποτιθέμενος πρωταθλητής της «αδύναμης σκέψης» και του «σχετικισμού» δεν διστάζει να ξεστομίζει συνθήματα τελεσίγραφα: υπεράσπιση της δουλείας ως αναπόφευκτη θεμελίωση του πολιτισμού, «εξόντωση εκατομμυρίων malriusciti, αποτυχημένων», «εξόντωση των παρακμιακών φυλών»! Η θεωρητική και πολιτική πλατφόρμα που πρότεινε στον καιρό του ο Vattimo – αλλά που ο ίδιος ο Vattimo φαίνεται να αμφισβητεί σήμερα – μου φαίνεται ανυπόστατη από κάθε άποψη.
Άλλα ρεύματα δεσπόζουσας σκέψης δείχνουν την θεραπεία για τις τραγωδίες του Εικοστού αιώνα, όχι πλέον στον σχετικισμό, αλλά, αντίθετα, στην ανάκτηση της σταθερότητας των ηθικών κανόνων, που θυσιάστηκαν από κομμουνιστές και ναζιστές στο βωμό του μακιαβελισμού και της Realpolitik (Aron και Bobbio) ήτοι της φιλοσοφίας της ιστορίας και της υποτιθέμενης ιστορικής αναγκαιότητας (Βerlin και Arendt).

Στην αριστερά και στην ίδια την ριζοσπαστική αριστερά (σκεφτείτε την «Αυτοκρατορία» των Hardt και Negri) έχει γίνει σημείο αναφοράς κυρίως η Arendt. Έχει αφαιρεθεί ή καταγράφεται η κατεδάφιση στην οποία αυτή προχωρά του Μαρξ και της γαλλικής επανάστασης με το εορτασμό που συνδέεται με την αμερικανική επανάσταση (και το συνακόλουθο έμμεσο φόρο τιμής στον γενεαλογικό μύθο που μεταμορφώνει τις ΗΠΑ ως «αυτοκρατορία για την ελευθερία», σύμφωνα με τον αγαπητό ορισμό του Jefferson , ο οποίος ήταν επίσης ιδιοκτήτης σκλάβων). Σε αυτή την περίπτωση, ακόμα πιο εκκωφαντική είναι η σιωπή της αποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής παράδοσης πίσω από τις τραγωδίες του εικοστού αιώνα. Η Arendt καταδικάζει την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας στη γαλλική επανάσταση και ιδιαίτερα στον Μαρξ και στο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά ξεχνά ότι το κομμουνιστικό κίνημα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στην θέση του αναπόφευκτου και θεόσταλτου χαρακτήρα της υποταγής και κάποιες φορές της εξόντωσης των «κατώτερων φυλών» από πλευράς Δύσης, δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στο » κόμμα του πεπρωμένου «, σύμφωνα με τον αγαπητό χαρακτηρισμό του Hobson, του άγγλου κριτικού του ιμπεριαλισμού, που διαβάστηκε και εκτιμήθηκε από τον Λένιν.

Η Arendt αντιπαραθέτει αρνητικά την γαλλική επανάσταση, που αναπτύχθηκε με την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας, στην αμερικανική επανάσταση, η οποία θριαμβεύει κάτω από το έμβλημα της ιδέας της ελευθερίας. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας ενεργεί με διάφορους τρόπους και στις δύο επαναστάσεις: αν στη Γαλλία η χειραφέτηση των σκλάβων θεωρείται αναπόφευκτη, που είναι, η οποία στην πραγματικότητα επιβάλλεται από τη Σύμβαση των ιακωβίνων, στις ΗΠΑ το μότο του Manifest Destiny καθαγιάζει την κατάκτηση της Δύσης, ασταμάτητη, παρά την απροθυμία και την αντίσταση των ερυθρόδερμων, οι οποίοι ήδη στα μάτια του Φράνκλιν προορίζονται από την «Θεία Πρόνοια» να σαρωθούν.
Η Arendt πεθαίνει το 1975, όχι ακόμη εβδομήντα ετών. Σε αυτό το πρώιμο θάνατο υπάρχει ένα παράδοξο στοιχείο τύχης στο φιλοσοφικό επίπεδο. Μόνο αργότερα παρεμβαίνουν οι ιστορικές εξελίξεις που παραποιούν πλήρως τη θεωρητική πλατφόρμα της φιλόσοφου που έφυγε: αρχίζοντας από την προεδρία Ρήγκαν, είναι ακριβώς οι Ηνωμένες Πολιτείες που κραδαίνουν τη σημαία της φιλοσοφίας της ιστορίας εναντίον της ΕΣΣΔ και των χωρών που αναφέρονται στον κομμουνισμό, που προορίζονται να καταλήξουν στα «σκουπίδια της ιστορίας» και για να έρθουμε στις μέρες μας το διακηρύττουν ο Ομπάμα και η Χίλαρι Κλίντον «από την λάθος πλευρά της ιστορίας». Μακροχρόνιοι αλλά λιγότερο τυχεροί στο φιλοσοφικό επίπεδο είναι οι απόγονοι της Arendt, οι οποίοι συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν το παλιό παιδικό τραγουδάκι, χωρίς να αντιληφθούν τη ριζική ανατροπή των θέσεων που συνέβησαν εν τω μεταξύ σε παγκόσμιο επίπεδο.
Υποταγμένη στο επίπεδο της ιστορικής αξιολόγησης καθώς και των φιλοσοφικών κατηγοριών, η αριστερά (συμπεριλαμβανομένης της ριζοσπαστικής) είναι προφανώς ανίκανη να προχωρήσει σε μια «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ακόμη περισσότερο, αν έχουμε κατά νου ότι στην θεωτητική-πολιτική καταστροφή συνέβαλε περαιτέρω μια άθλια κίνηση, αυτή που αντιπαραθέτει αρνητικά τον «ανατολικό μαρξισμό» στον «δυτικό μαρξισμό». Πίσω από αυτή την κίνηση δρα μια μακρά και δυσάρεστη παράδοση.

Στην Ιταλία, αμέσως μετά την επανάσταση του οκτωβρίου, ο Filippo Turati, ο οποίος συνεχίζει να επαγγέλεται τον μαρξισμό, δεν μπορεί να δει στα Σοβιέτ τίποτε άλλο παρά την πολιτική έκφραση μιας βαρβαρικής «ορδής» (ξένης και εχθρικής προς τη Δύση) ). Από τη δεκαετία ’70 του περασμένου αιώνα, η απόκλιση ανάμεσα στους ανατολικούς μαρξιστές και τους δυτικούς μαρξιστές είδε να αντιπαρατίθενται από την μια τους μαρξιστές που ασκούν την εξουσία και από την άλλη τους μαρξιστές που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και οι οποίοι επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στην «κριτική θεωρία», στην «αποδόμηση» ή μάλλον στην καταγγελία της εξουσίας και των σχέσεων εξουσίας ως τέτοιες, και που προοδευτικά στην απομάκρυνση τους από την εξουσία και από τον αγώνα για την εξουσία θεωρούν ότι αναγνωρίζουν την προνομιούχα προϋπόθεση για την ανακάλυψη του «αυθεντικού» μαρξισμού.

Είναι μια τάση που σήμερα φτάνει στο αποκορύφωμά της στη διατριβή-θέση που διατύπωσε ο Holloway, σύμφωνα με την οποία το πραγματικό πρόβλημα είναι «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»! Ξεκινώντας από αυτές τις προϋποθέσεις, τι μπορεί κανείς να καταλάβει για ένα κόμμα όπως το κινεζικό κομμουνιστικό Κόμμα που, με τη διαχείριση της εξουσίας σε μια χώρα-ήπειρο, την απελευθερώνει από την οικονομική εξάρτηση (καθώς και από την πολιτική), από την υπανάπτυξη και τη μαζική δυστυχία- μιζέρια, κλείνει τον μακρύ ιστορικό κύκλο χαρακτηριζόμενο από την υποταγή και την εξόντωση των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών από την αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική Δύση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι όλο αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά διαδικασία οικοδόμησης μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας ;

* από το Facebook

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο δικός μας, νεαρός, Marx

του Salvatore Prinzi

Μόλις έγινε 200 χρόνων, αλλά για κάποιους είναι ακόμα νέος. Σίγουρα για τον Raoul Peck, του οποίου η ταινία για τον νεαρό Καρλ Μαρξ ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή, μέσα στην πλημμύρα των άρθρων της σειράς και ακαδημαϊκών διασκέψεων, ως το καλύτερο αφιέρωμα στον γερμανό φιλόσοφο και επαναστάτη. Λέω «το καλύτερο», γιατί η ταινία όχι μόνο μας επιτρέπει να διαδώσουμε την φιγούρα και το έργο, αλλά και να παθιαστούμε, να βρούμε ξανά έναν πιο δικό μας Μαρξ, να οδηγηθούμε σε κάποια σκέψη γενικότερου χαρακτήρα, να πάρουμε κουράγιο και να δράσουμε. Δεν είναι λίγο, αυτούς τους καιρούς. Αλλά ας δούμε καλύτερα.

Η ιδέα και η πραγματοποίηση

Παραδέχομαι ότι η είδηση μιας ταινίας για τον Μαρξ μου έφερε τρεμούλα. Ο Μάρξ δεν είναι Γκεβάρα και ούτε καν Λένιν, δεν πυροβολεί και δεν αγορεύει ξεσηκώνοντας τα πλήθη από ένα τεθωρακισμένο, είναι δύσκολο να μεταφερθούν οι ιδέες του από κινηματογραφική άποψη, η περιπέτεια της ζωής του, περισσότερο συνδεδεμένη με διανοητικές διαμάχες παρά με επικές στιγμές. Δύο δυνατότητες: είτε ένα σύννεφο από σκόνη θέσεων, υπερδιδακτικό και βαρετό, ή κάποια μεταμοντέρνα εύρεση-έμπνευση για να μετατραπεί σε κάτι εμπορικά ευχάριστο. Από την άλλη πλευρά, έλεγα στον εαυτό μου, δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε εκατό χρόνια ιστορίας κινηματογράφου δεν υπήρξε ποτέ μια ταινία για ένα τόσο διάσημο υποκείμενο: δεν λειτουργεί. Ο Peck επιλύει επιδέξια το πρόβλημα με επίκεντρο τον νεαρό Μαρξ, ο οποίος μόλις μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζει τέσσερις χώρες, δραπετεύει από άλλες τόσες αστυνομικές δυνάμεις, συναντά όλους τους πιο τρελούς επαναστάτες της εποχής, περνά από μια ευκατάστατη ζωή στη μιζέρια, φέρνει στον κόσμο ποικίλες κόρες, ιδρύει ένα »κόμμα» … με λίγα λόγια, η περιπέτεια δεν λείπει. Και ενώ οι σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη η έκπληξη γίνεται: πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει φτιάξει πριν, την ταινία; Να, όταν ένας δημιουργός κάνει να φαίνεται φυσικό κάτι που φαινόταν αδύνατο, κάνει να φαίνεται απαραίτητο κάτι που έλειπε μέχρι εκείνη την στιγμή, σημαίνει ότι η επιχείρηση επέτυχε.

Αλλά, πέρα από την ιδέα, υπάρχει η τεχνική πραγματοποίηση. Που είναι θεμελιώδης, γιατί οι σχέσεις μας με τις ιδέες είναι επίσης σχέσεις με τις ιστορίες, τις εικόνες, τα συναισθήματα που μας εμπνέουν. Και μια ταινία για τον Μαρξ που είναι χάλια είναι πιο ανησυχητική από μια ταινία που είναι απλώς χάλια. Ο Peck είχε ξεχωρίσει πριν από δύο χρόνια για ένα όμορφο ντοκιμαντέρ για τον James Baldwin, δεν είμαι ο νέγρος σας,  I’m not your negro, πολύ έγκυρο και άξιο από πολιτική άποψη, στην επιλογή των συνεντεύξεων, στην επιμέλεια και το μοντάζ, στο soundtrack, αλλά ακριβώς: ένα ντοκιμαντέρ. Μια ταινία είναι ένα άλλο πράγμα, αν είναι και «ιστορική» απαιτεί μεγάλη παραγωγή. Και εδώ δεν υπάρχουν αμερικανοί. Αντίθετα, μια άλλη έκπληξη: τα περιποιημένα κοστούμια και οι εσωτερικοί χώροι, οι πολύ καλές σκηνογραφίες, οι καλλιεργημένες εικονογραφικές παραπομπές, η φωτογραφία που καταφέρνει να δώσει τον σωστό τόνο σε κάθε εννοιολογική διασταύρωση. Φυσικά, δεν είναι μια colossal, καμία μαζική σκηνή, τα γυρίσματα, οι λήψεις παραμένουν σφιχτές, αλλά οι οικονομίες δεν παρατηρούνται, επειδή το μοντάζ είναι δυναμικό, οι ηθοποιοί εκφραστικοί, το σενάριο επίμονο, έχει ρυθμό, πιέζει. Ναι, το σενάριο: γράφτηκε από τον Pascal Bonitzer, πτυχιούχο της φιλοσοφίας, ιστορικό συνεργάτη των Cahiers du cinéma, σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος αφιχθείς λόγω της γνώσης του θέματος και του υποκειμένου. Και όντως η ιστορία δεν ψεύδεται, ούτε στην βιογραφία του Μαρξ ούτε στις έννοιές του, που εισήχθησαν κυρίως μέσα στους διάλογους με τους άλλους επαναστάτες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, παρά το λίγα διδακτικά περάσματα, κρατά το ρυθμό, και θέλεις να μάθεις πώς τελειώνει ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζεις. Δεν είναι εύκολο να ενθουσιάσεις χωρίς να μπορείς να παίξεις το τελευταίο σου χαρτί έχοντας αποτέλεσμα!

Ο Μαρξ που προκύπτει απ’ την ταινία και η επίδραση στο κοινό

Ο ρυθμός δίνεται επίσης από την αναγνώριση, την ταυτοποίηση, από την συμφωνία των χαρακτήρων με τον κόσμο του θεατή. Ο Μαρξ που τέθηκε στην οθόνη δεν είναι το μνημείο, ο γενειοφόρος άρχοντας της κλασσικής εικονογραφίας: είναι ένας νέος, ανήσυχος, αντικομφορμιστής, που γυρνά σε όλη την Ευρώπη, κάνει σεξ, υποβάλλεται σε συνεντεύξεις εργασίας, πληρώνεται καθυστερημένα, χαίρεται για ένα καλό γεύμα . Είναι ένας Μαρξ ανθρώπινος, ακατάστατος και λαμπρός, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές, ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του σοσιαλιστικού κινήματος, που κινείται σε έναν 19ο αιώνα τόσο παρόμοιο με την εποχή μας, εκείνον της επισφαλούς εργασίας, των συνοριακών ελέγχων, της ιδεολογικής σύγχυσης . Μια φιγούρα και ένας κόσμος, εν συντομία, όπου το κοινό μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του – με όλα αυτά που μπορούν να επακολουθήσουν …

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πολυγλωσσία της ταινίας: στο αρχικό κείμενο οι πρωταγωνιστές περνούν συνεχώς από τα γερμανικά στα γαλλικά στα αγγλικά, ανάλογα με τους τόπους όπου βρίσκονται, ανάλογα με τις αποχρώσεις του νοήματος που θέλουν να επικοινωνήσουν. Δεν είναι απλώς ένα τέχνασμα για να γίνει η σκηνογραφία πιο λαμπρή, ούτε υπάρχει η βούληση να ξαναχτιστεί φιλολογικά η ζωή του Μαρξ και του περιβάλλοντός του, del suo entourage, αλλά ένα στρατήγημα για να αγγιχτούν κάποιες χορδές στη γενιά Erasmus, η οποία μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο με μια συνείδηση ευρωπαϊκή, η οποία σε αυτά τα είκοσι χρόνια έχει πηδήξει από χώρα σε χώρα, αναμιγνύοντας τις γλώσσες, προσαρμόζοντάς τες στον εκφραστικό σκοπό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και σύντροφοι και συνεργάτες, είναι οι ήρωες της πρώτης παγκοσμιοποίησης – και όχι συμπτωματικά ο Peck αναφέρει τις πρώτες σελίδες του Μανιφέστο για την παγκόσμια αγορά – που μιλούν στα παιδιά της τελευταίας παγκοσμιοποίησης χωρίς μεσάζοντες, μιλούν σαν κι αυτούς. Tο πλέγμα των γλωσσών γίνεται έτσι μια αναφορά, μια παραπομπή στον προλεταριακό διεθνισμό, ακόμη πιο αναγκαίο σήμερα.

Υπάρχουν όμως και άλλα δύο στοιχεία που λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του κόσμου της ταινίας και του δικού μας. Το πρώτο: η προσοχή του Peck προς το ρόλο των γυναικών. Η φιγούρα της Jenny von Westphalen, της συζύγου του Μαρξ, καθώς και εκείνη της Mary Burns, συντρόφου του Engels, επιστρέφονται με όλη τους την ιστορική σημασία. Jenny και Mary είναι γυναίκες που επιλέγουν να χειραφετηθούν από την μοίρα που προβλέπεται για αυτές: η πρώτη τα σπάζει με την αριστοκρατική οικογένεια της, στρατεύεται, εργάζεται στο πλευρό των Μαρξ και Ένγκελς στη σύνταξη του Μανιφέστο, η Μαry αγωνίζεται στο εργοστάσιο, συνοδεύει τον Ένγκελς στις περιοχές της εργατικής τάξης για να καταρτίσει την πρώτη έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις, απορρίπτει το γάμο ως αστική σύμβαση. Οι φιγούρες τους αντιτίθενται με εκείνη της συζύγου του Arnold Ruge, που αντιθέτως υπηρετεί προσεκτικά το σύζυγό της και τον φιλοξενούμενο, συζητά όπως θα περίμενε κανείς, σύμφωνα με τις συμβάσεις, εκφράζοντας την αλήθεια της μπουρζουάδικης ύπαρξης τους, εκείνη την αλήθεια που ο Ruge κρύβει πίσω από μεγάλες και ασαφείς- άσκοπες διακηρύξεις υπέρ του σοσιαλισμού. Εάν η κατάσταση της γυναίκας είναι ο δείκτης επάνω στον οποίο θα μετρηθεί η πρόοδος μιας κοινωνίας πέρα από αυτό που λέει για τον εαυτό της, η Jenny και η Mary είναι η αλήθεια του Karl και του Friedrich, της προσπάθειάς τους να ξεσηκώσουν πραγματικά, να επαναστατήσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Ο κόσμος και αυτοί οι ίδιοι: αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των νέων στην οθόνη και των νέων στο ακροατήριο, στην πλατεία. Ο Peck μας δείχνει τον Μαρξ θύμα της αστυνομικής αλαζονείας- θρασύτητας, έναν κουρασμένο και πεινασμένο Μαρξ, με τους πιστωτές στην πόρτα, τον Μαρξ που τα έσπασε με τον καθωσπρέπει κόσμο, στον οποίο, με το ταλέντο του και την κατάρτιση του, θα μπορούσε άνετα να τακτοποιηθεί. Ο Peck μας υπενθυμίζει, δηλαδή, πως το να κάνεις πολιτική από την πλευρά της εκμεταλλευόμενων είναι μια ηθική επιλογή, η οποία καλύπτει όλη την συμπεριφορά και τον άνθρωπο, που μπορεί μια μέρα να πληρώσεις γι αυτήν, να έχεις συνέπειες, ακόμη και σκληρές, δεν μπαίνεις στα καλά σαλόνια με αυτήν, αλλά εκδιώκεσαι, λόγω αυτής μπορεί να μην γίνεις αγαπητός, αλλά περιφρονημένος και χλευασμένος από εκείνους τους λίγους που όμως κρατούν τα κλειδιά της γενικής άποψης και γνώμης. Το να είσαι κομμουνιστής δεν είναι μια ευχάριστη βόλτα, δεν είναι κάτι που στέκεται δίπλα σε άλλες επιλογές, μια προτίμηση, είναι μια επιλογή ζωής. Και εδώ ο δέκατος ένατος αιώνας πέφτει μέσα στο σήμερα δίχως διαμεσολαβήσεις: μετά από μια μακρά παρένθεση κατά την οποία το να είσαι κομμουνιστής δεν απαιτούσε να τροποποιήσεις, να μεταβάλλεις την ύπαρξη, αντιθέτως μπορούσε και να ανοίξει κάποιες πόρτες, να διευκολύνει μια καριέρα, έχουμε επιστρέψει στο έτος μηδέν, στον στιγματισμό, στο κυνήγι του εξτρεμιστή. Σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει η ταινία: αν ξεκινήσεις σήμερα, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό από αυτό. Αλλά, ακριβώς για αυτό, επέλεξε να ξεκινήσεις.

Τους προβληματισμούς, τους στοχασμούς που μας επιτρέπει

Φτάνουμε εδώ στο πολιτικό ζουμί της ταινίας και στις πιθανές θεωρητικές και πρακτικές της καταβυθίσεις-στοχασμούς. Εδώ πιστεύω ότι η αξία του Peck δεν είναι τόσο να προσφέρει ένα είδος καινοτόμου ερμηνείας του Μαρξ, αλλά το ότι ανακτά τη δύναμη της πρωτότυπης-αυθεντικής του συμπεριφοράς-κίνησης την ώρα που ελευθερώνει κάποια κατακάθια που παρεμποδίζουν σήμερα τη δράση. Όπως και στην αρχαιολογία, όταν ξεθάβεις το αρχαίο οδηγείς σε μια νέα ανακάλυψη.

Ποια ανακάλυψη, για παράδειγμα; Αυτή πως το προλεταριάτο είναι με δυσκολία μια τάξη, πως είναι μάλλον μια διασπασμένη μάζα που αποτελείται από εκβιασμένους ανθρώπους, γεμάτους άγνοια, ζήλιες, όχι πιο ηρωική από άλλες. Η ταινία ανοίγει ακριβώς επάνω στη βία των αρχουσών τάξεων: η επίθεση της αστυνομίας σε ένα δάσος όπου άθλιοι συλλέκτες ξύλου «κλέβουν» τα ξηρά κλαδιά. Η δυστυχισμένοι το σκαν, ποδοπατούν ο ένας στον άλλο, δεν αρπάζουν τις πέτρες, δεν αντιστέκονται. Σφαγιάζονται. Ίδιο σκηνικό στη σύγχρονη Μάντσεστερ: οι εργάτριες διαμαρτύρονται επειδή μια από αυτές έχει χάσει δύο δάχτυλα στα μηχανήματα, η Μαry μπαίνει μπροστά και καταγγέλει τις συνθήκες εργασίας, ο πατέρας του Ένγκελς την απολύει: κανείς δεν την υπερασπίζεται, όλες σκύβουν το κεφάλι. Πού είναι η σημασία αυτών των σκηνών; Κατ ‘αρχάς στο ότι μας υπενθυμίζει, σε εμάς που σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε «μια φορά ναι οι άνθρωποι αγωνίζονταν, σήμερα αντιθέτως …», και ως εκ τούτου θλιβόμαστε, είναι καταθλιπτικό, νιώθουμε ότι ζούμε σαν κατώτεροι σε σύγκριση με ένα μυθικό παρελθόν, και ως εκ τούτου μας συμβαίνει να αποδεχόμαστε το άθλιο παρόν, που όχι, δεν είναι αλήθεια, κάποτε ήταν όπως τώρα, οι άνθρωποι χαμήλωναν το κεφάλι, και μόνο με αντίτιμο θυσίες, αγώνες, επίπονη συσσώρευση εμπειριών και ιστορίας, το προλεταριάτο κατάφερε να γίνει μια τάξη ικανή για χειρονομίες αυτές ναι ηρωικές όπως η Κομμούνα ή οι εργατικές εξεγέρσεις της κόκκινης διετίας.

Ο Peck αφαιρεί αμέσως κάθε ψευδαίσθηση σχετικά με τη φυσική καλοσύνη ή ελευθερία του ανθρώπου – ο κομμουνισμός δεν είναι ένας ιδεαλισμός, είναι ένας υλισμός: η καλοσύνη και η ελευθερία είναι ιστορικά κατασκευασμένες έννοιες και κοινωνικά παραγόμενες πρακτικές. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά αν τεθούν σε θέση να το πράξουν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονται εάν τεθούν ή τίθενται στη κατάσταση να το πράξουν. Ποια είναι αυτή η θέση, η κατάσταση, αυτή η προϋπόθεση; Η ενότητα, ως εκ τούτου η συνείδηση της συμμετοχής σε μιαν ίδια τάξη, και η οργάνωση, που συμπληρώνει το ένστικτο, εκείνο το ένστικτο που στην ταινία οδηγεί τις εργάτριες να σαμποτάρουν τα μηχανήματα ή τους οικοδόμους να βοηθήσουν τον Καρλ και τον Φρίντριχ στη διαφυγή τους από την αστυνομία , αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να γίνει μια πραγματική δύναμη.

Σύγκρουση και οργάνωση: αυτό είναι το θεωρητικό νήμα που ακολουθεί ο Peck από την αρχή της ταινίας μέχρι την κορυφαία σκηνή. Εκείνη στην οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυριαρχούν- επιβάλλονται στο Κογκρέσο της Ένωσης των Δικαίων, και αλλάζοντας το όνομά της σε Ένωση των Κομμουνιστών και αλλάζοντας το σύνθημά της, που περνάει από ένα γενικό «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο διάσημο «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε ». Σε αυτή την κίνηση ο Peck αναγνωρίζει το γεγονός της γέννησης της σύγχρονης αριστεράς: από δίκαιοι σε κομμουνιστές, από ένα ηθικό στοιχείο-δεδομένο, ατομικό, σε ένα δεδομένο υλικό, συλλογικό, που σχετίζεται με τις σχέσεις παραγωγής. Από μια δήλωση αρχής, από την επίκληση της καλοσύνης-ευγένειας, σε μια ρεαλιστική ένδειξη λειτουργικού χαρακτήρα, που πρώτα απ’ όλα διαιρεί το κοινωνικό πεδίο – διότι οι «προλετάριοι» δεν είναι οι «όλοι» – και στη συνέχεια το επανασυνδέει στο «ενωθείτε»! …

Είναι σαφές ότι ο Peck τονίζει τη σκηνή για να αντιπαραθέσει εκείνη τη χειρονομία προς τη σημερινή αριστερά. Που όντως, εδώ και τριάντα χρόνια σε αυτά τα μέρη, έχει εγκαταλείψει ένα ταξικό όραμα-μια ταξική οπτική και δεν θέλησε ή δεν ήξερε πώς να σχεδιάσει μια γραμμή διάκρισης μεταξύ φίλων και εχθρών, υποχωρώντας σε θέσεις προηγούμενες του 1848, στις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις, στον διανοουμενισμό ενός Bauer , στις ουτοπίες ενός Proydhon, στον μηδενισμό ενός Μπακούνιν. Έχει χάσει μια οργανική σχέση με τη ζωή της τάξης, και από εδώ προέρχονται οπορτουνισμός και σεκταρισμός, απoλύτως καταχρηστικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το γεγονός, η δράση, η συμπεριφορά που αποθανατίζει ο Peck στην ταινία πρέπει σήμερα να επαναληφθεί ξανά.

Πώς; Με τρία πράγματα, φαίνεται να προτείνει η ταινία. Πρώτα απ ‘όλα με τη θεωρία. Απέναντι στον Wilhelm Weitling, ο οποίος μέσα στον επαναστατικό μυστικισμό του πιστεύει ότι αρκεί να κάνει έκκληση στο πνεύμα, στη διάθεση, ο Μαρξ φωνάζει ενάντια στην άγνοια. Οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι χρειάζονται μια επιστημονική θεωρία, δεν χρειάζονται φλυαρία. Μια θεωρία λογικά σταθερή, που αναγνωρίζει την ιστορική δυναμική και επιτρέπει να καταγράψουμε τις ενέργειές μας μέσα σε αυτήν. Αλλά που να έχει – και εδώ η σημασία της έρευνας, της συμμετοχής στις εργατικές συναντήσεις, της παρουσίας των αγωνιστών στα εργοστάσια και στις γειτονιές – ένα εμφύτευμα στην πραγματικότητα. Ισχυρές κατηγορίες, σταθερές, συγκεκριμένη ανάλυση αλλά και σταθερή παρουσία μέσα στην τάξη, συναισθηματική και ζωτική σχέση-σύνδεση: αυτά είναι τα δύο παλαιά στοιχεία που σήμερα εμφανίζονται ολοκαίνουργια, όλα αυτά πρέπει να κατακτηθούν.

Αλλά η λεπτότητα του Peck φαίνεται να προτείνει επίσης ένα τρίτο στοιχείο: τη συνοχή της ηγετικής ομάδας. Οι Karl, Friedrich, Jenny, Mary, και οι σύντροφοι που περιστρέφονται γύρω τους δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά νεαροί που κινούνται και εμπνέονται από μια επιθυμία αλλαγής και γι ‘αυτό μοιράζονται τα πάντα, δεν κρατούν κάτι για τον εαυτό τους. Επιτυγχάνουν στην αιφνιδιαστική επίθεση στην Lega των Δικαίων επειδή είναι ενωμένοι συμπαγείς, επειδή αγαπιούνται. Ο Peck συλλαμβάνει μια κίνηση που ενώνει αυτήν την περιπέτεια με άλλες ανάλογες: την ομάδα της Νέας Τάξης που θα ιδρύσει το PCI, τους κουβανούς barbudos, τους μαύρους πάνθηρες … Εμπειρίες δημιουργίας οργάνωσης που βασίζονται όχι μόνο σε μια θεωρία ή σε μια εσωτερικότητα στο υποκείμενο αναφοράς, αλλά και στη δύναμη των δεσμών, σε μια κοινή ζωή, σε μια φιλία με την υψηλή έννοια. Με έναν χαρακτήρα φιλοδοξίας χωρίς την οποία κάθε λειτουργία-επιχείρηση οργανωτικής κατασκευής παραμένει κρύα, αποστειρωμένη.

Ο Gramsci είχε μαντέψει, είχε νιώσει κάτι παρόμοιο στο Il nostro Marx, ο δικός μας Μάρξ, ένα άρθρο που έγραψε το 1918, με την ευκαιρία της πρώτης εκατονταετηρίδας του φιλόσοφου. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, μέσα από τον Μαρξ, μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο αξίζει η δική μας «ατομική βούληση, και πώς αυτή μπορεί να καταστεί ισχυρή από το γεγονός ότι, υπακούοντας, πειθαρχώντας στην ανάγκη, καταλήγει να κυριαρχεί επί της ίδιας της ανάγκης.» Αν ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τις υλικές δυναμικές, επιμένει στην αντικειμενικότητα, δεν είναι για να υποδουλωθεί σε αυτήν, αλλά για να μας επιτρέψει να κυριαρχήσουμε επί αυτής και να είμαστε σε θέση να παράξουμε, με την συμπαγή ενέργεια -δράση μας, κάτι που φαινόταν αδύνατο. Επομένως, είναι λάθος να θεωρηθεί ως κάτι καθαρά αυθαίρετο να έχεις φιλοδοξίες: «Θέληση, μαρξιστική, σημαίνει συνειδητοποίηση του σκοπού, που με τη σειρά του σημαίνει ακριβής έννοια και αντίληψη της δύναμης σου και των μέσων για να την εκφράσεις σε δράση. Ως εκ τούτου, σημαίνει σε πρώτη φάση διάκριση, αναγνώριση της τάξης, ανεξάρτητη πολιτική ζωή από εκείνη της άλλης τάξης, συμπαγή οργάνωση και πειθαρχημένη για τους ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους της, χωρίς παρακάμψεις και δισταγμούς. Σημαίνει ευθεία ώθηση, παλμό προς το μέγιστο αποτέλεσμα, δίχως βόλτες στα πράσινα λιβάδια της εγκάρδιας αδελφοσύνης, έχοντας μαλακώσει από τα πράσινα χορταράκια και από τις μαλακές δηλώσεις εκτίμησης και αγάπης …».

Απόρριψη μιας αφηρημένης αδελφοσύνης, ταξική γραμμή, σημασία μιας ταιριαστής οργάνωσης και αποφασισμένης, μέσα στην οποίαν όλοι θα αισθάνονται κοντά ο ένας με τον άλλον, συναίσθημα – τελικά – μιας ισχύος: δεν ξέρω αν ο Peck είχε διαβάσει αυτό το κείμενο του Gramsci, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι στην ταινία του παίζονται ακριβώς αυτά τα σημεία. Που είναι κεντρικά, θεμελιώδη και για εμάς. Μόνο σε ένα πράγμα είναι νόμιμο να διαφωνούμε με τον Gramsci. Στο τέλος του άρθρου του, απεικονίζει τον Μαρξ ως έναν «απέραντο και γαλήνιο σκεπτόμενο εγκέφαλο», μια «ατομική στιγμή» ενός «πνεύματος» που αγωνίζεται εδώ και αιώνες για να εκδηλωθεί, αλλά που τελικά φαίνεται να έχει βρει τον δρόμο του. Από την άλλη πλευρά, ο Gramsci έγραφε την επομένη της επανάστασης του Οκτώβρη, ενώ ο σοσιαλισμός μεγάλωνε – λίγους μήνες αργότερα θα είχε συγκεντρώσει το 32% στις γενικές εκλογές – με την πεποίθηση ότι το μέλλον θα έπρεπε »μονάχα» να επιταχυνθεί …

Αυτός ο χεγκελισμός σε εμάς δεν επιτρέπεται. Η ηρεμία δεν γνωρίζουμε καλά τι είναι. Το μέλλον δεν ξέρουμε αν έλθει. Ο δικός μας Μαρξ είναι νέος, ενεργεί oρμητικά, αυθόρμητα, είναι ακόμη στην αναζήτηση ενός δρόμου. Για μας ακόμη όλα πρέπει να γίνουν. Η ιστορία είναι, και πάλι, στην εκκολαπτόμενη-αναδυόμενη κατάσταση.https://www.carmillaonline.com/2018/06/17/il-nostro-giovane-marx/

ιστορία, storia

15 απριλίου 1980: πεθαίνει ο Jean Paul Sartre

Stampa

11
Στον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο ο αντικομφορμισμός του δεν ήταν της πρόσοψης, ήταν πραγματικός, έτσι ώστε ίσως να ήταν καλύτερο να τον ονομάσουμε «μη συμβατότητα, όχι κομφορμισμό» σε σχέση με τις αξίες της αστικής κοινωνίας. Περιφρονούσε τις κοσμικές εκδηλώσεις και τα καλλιεργημένα σαλόνια, προτιμώντας τα τραπεζάκια του Saint-Germaine. Το 1945 αρνήθηκε τη Λεγεώνα της τιμής, και αργότερα την έδρα στο Collège de France.

Στις 15 απριλίου 1980, ο γάλλος φιλόσοφος Jean-Paul Sartre σβήνει στο Παρίσι στην ηλικία των 75 ετών. Δεν ήταν μόνο φιλόσοφος, αλλά και μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας. Μαζί με την Simone de Beauvoir, τον Maurice Merlau-Ponty και άλλους, ίδρυσε το 1944 το πολιτικό, λογοτεχνικό και φιλοσοφικό περιοδικό Les Temps Modernes, το οποίο ήταν το όχημα μέσω του οποίου οι ιδέες του εξαπλώθηκαν σε όλη τη Γαλλία.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Sartre διακρίθηκε για τον ακτιβισμό και τη δέσμευσή του, την στράτευση σε διάφορες υποθέσεις και μάχες.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου συνελήφθη από τους Γερμανούς και, μόλις απελευθερώθηκε, συμμετείχε στην αντίσταση. Προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, το εγκαταλείπει το 1956 μετά την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της υπόθεσης του αλγερινού λαού, φθάνοντας στο σημείο το 1961 να δημοσιεύσει το Μανιφέστο των 121, στο οποίο διακήρυτταν το δικαίωμα στην ανυποταξία για τους γάλλους που κινητοποιούνταν στον πόλεμο της Αλγερίας. Επιπλέον, ο ίδιος προσχώρησε ανοιχτά στην οργάνωση Jeanson, την παράνομη οργάνωση που υποστήριζε το αλγερινό απελευθερωτικό μέτωπο FLN. Το 1968 συμμετείχε ενεργά στις κινητοποιήσεις του Μαΐου του Παρισιού, τοποθετούμενος χωρίς δισταγμό στην πλευρά των φοιτητών (σε αντίθεση με ό, τι συνέβη στη Γερμανία με τον Adorno). Στη δεκαετία του ’70, ήδη άρρωστος, εντάχθηκε στη μαοϊκή ομάδα της Gauche Proletarienne και πάλι το 1973 ίδρυσε την εφημερίδα Liberation μαζί με τον Serge July. Μία συζήτηση του με τον Pierre Victor και τον Philippe Gavi δημοσιεύθηκε το 1975 από τον εκδοτικό οίκο Einaudi με τον τίτλο «Το να εξεγείρεσαι είναι σωστό, Ribellarsi è giusto». Ήταν επίσης ο πρώτος συγγραφέας που απέρριψε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία, το οποίο του απονεμήθηκε το 1964.