ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Aa. Vv.

Daddo e Paolo

«Μια φωτογραφία “risolta”, που αφήνει σε αυτόν που την κοιτά ένα χώρο για την σκέψη».

Antonello Frongia
Την 1η φεβρουαρίου 1977 μια ομάδα νεοφασιστών εισβάλει στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, πυροβολώντας. Ένας φοιτητής παραμένει σοβαρά τραυματισμένος. Το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται. Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια μιας πορείας, η έδρα των νεαρών νεοφασιστών της οδού Sommacampagna πυρπολείται. Λίγο μετά, στην piazza Indipendenza, οι ειδικές αστυνομικές ομάδες παρεμβαίνουν και διασκορπίζουν την πορεία με ριπές αυτομάτων. Ο Paolo Tommasini και ο Leonardo (Daddo) Fortuna πέφτουν τραυματίες στο έδαφος, οι οποίοι, οπλισμένοι, είχαν απαντήσει στο πυρ θεωρώντας ότι επρόκειτο για νεοφασίστες. Ο πρώτος που πέφτει, χτυπημένος στα πόδια, είναι ο Paolo. Ο Daddo γυρνά πίσω και προσπαθεί να τον βοηθήσει απομακρύνοντας τον αλλά τραυματίζεται κι αυτός.

Αυτό το δραματικό γεγονός – το οποίο σηματοδότησε την έναρξη της μεγάλης εξέγερσης του Κινήματος του 77 – αποθανατίστηκε από τον φωτογράφο Tano D’Amico ο οποίος τις φύλαξε για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αυτά τα πλάνα (ένα ιδιαίτερα) απεικονίζουν μια χειρονομία εξαιρετικής γενναιοδωρίας, την ίδια που διέσχισε και τροφοδότησε τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές όλων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτό το Κίνημα. Εκ των πραγμάτων, η εικόνα εκείνη αντιπροσωπεύει το ακριβές αντίστροφο αυτής που τραβήχτηκε με την ευκαιρία μιας άλλης ανταλλαγής πυρών μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: εκείνη της Via De Amicis στο Μιλάνο, στις 14 μαΐου του ίδιου έτους. Μια εικόνα στο κέντρο ενός άλλου βιβλίου που εκδόθηκε από τον εκδοτικό μας οίκο (Ιστορία μιας φωτογραφίας. Η κατασκευή της εικόνας αναπαράστασης των χρόνων του μολυβιού – Storia di una foto. La costruzione dell’immagine icona degli anni di piombo).
Και αυτό το βιβλίο περιέχει επίσης μια πλούσια εικονογραφική τεκμηρίωση πολλών συγγραφέων, κείμενα που προέρχονται από δικαστικά έγγραφα, πολιτικά ντοκουμέντα της εποχής, δοκίμια από επιστήμονες της επικοινωνίας, μαρτυρίες ορισμένων πρωταγωνιστών.
Ο Leonardo Fortuna (Daddo), που έφυγε την περασμένη άνοιξη, εργάστηκε πολλά χρόνια για την εφημερίδα «il manifesto» και υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του εκδοτικού σπιτιού μας.

Un assaggio…Μια  γεύση

Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κατά της φασιστικής επίθεσης της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο κατά την οποίαν τραυματίστηκε ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην Piazza Indipendenza λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αγωνιστές της αριστεράς, πέφτουν στη γη, τραυματισμένοι – ο Leonardo (Daddo) Fortuna και ο Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti. Κανείς δεν είδε ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς συνέβησαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση. Υπάρχουν κάποιες εικόνες από τις στιγμές πριν από την μάχη, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και παραδόθηκε στη φωτιά σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχαν πολλοί αγωνιστές, και υπάρχουν εικόνες των στιγμών μετά τη μάχη – οι δυο στρατευμένοι, έχοντας τις αισθήσεις τους, που χάνουν αίμα, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, χτυπημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και σχεδόν αμέσως γίνεται λόγος γι αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως φαινόταν σαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη διαδήλωση για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιλάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Αντιθέτως, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας κατά της Κρατικής μηχανής ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα το να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι πράγμα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους, δεν το κάνουν τη γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα του Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα. […]

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.

RASSEGNA STAMPA

«Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» από Sololibri.net

Ανασκόπηση του Mario Bonanno στο «Daddo και Paolo. Η έναρξη της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από Sololibri.net, 31 μαρτίου 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στα χρόνια Εβδομήντα και για το «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video πήγαινε στο βίντεο


Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στα χρόνια Εβδομήντα και στο «Daddo e Paolo. Η αρχή της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video Πήγαινε στο βίντεο

Militant

λαμβάνουμε από τους συντρόφους του DeriveApprodi ένα κομμάτι του Lanfranco Caminiti στη μνήμη του Daddo .. το δημοσιεύουμε με χαρά, έστω και με μερικές μέρες καθυστέρησης..

Στον Daddo

Lanfranco Caminiti

Ένας μονομάχος έπεσε. Vale. Αντίο.
Το δυνατό του σώμα, οι πλατιοί ώμοι του, το φαρδύ στήθος του, βρίσκονται τώρα στη σκόνη.
Αγωνίστηκε, έχασε. Το θηρίο ήταν πολύ άγριο. Ή αυτός ήταν πολύ κουρασμένος.
«Δεν μου πάει να ζήσω σαν άρρωστος για να πεθάνω σαν υγιής». Μου μίλησε έτσι, ο Daddo, λέγοντας μου για τον καρκίνο που του είχε επιτεθεί και για τις φροντίδες, σχολαστικές, ηττοπαθείς και γεμάτες θυσίες, στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί για μιαν ελπίδα να βαστήξει λίγο ακόμη. Για θεραπεία, πιστεύω, ποτέ δεν έγινε λόγος πραγματικά, αφότου το θηρίο παρουσιάστηκε με όλη του την αγριότητα.
Ήθελε να τα βάλει μαζί του, να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, τον καρκίνο, να τον διώξει και να τον πολεμήσει στην αρένα, να τον δαγκώσει αν αυτό χρειάζονταν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν υποχωρούσε ένα χιλιοστό. Έτσι πολεμούσε, ο Daddo, απoφασισμένος. Ήξερε τι έκανε. Έπαιρνε τα μέτρα του. Ήξερε τα μέσα του, γνώριζε τον εχθρό. Οργανώνονταν. Ήταν διαυγής, πάντα.
Μπορούσες να προσπαθήσεις να εξηγήσεις, να αιτιολογήσεις, να βρεις κάποια γραμμή διαμεσολάβησης. Δεν ήταν έτσι, δεν ήταν ο δρόμος του Daddo, ο τρόπος του. Ο εχθρός ήταν άνανδρος. Η μάχη ύπουλη, αλλά αυτός θα την τιμούσε με τον τρόπο του. Διαυγής και ριψοκίνδυνος.
Θα πεθάνεις όπως έζησες, με τις πέτρες και τις σκέψεις στην τσέπη, ή αφηρημένος, πονηρός, μαλακισμένα, δίχως σοβαρότητα, φοβισμένος, ψευτοφιλοσοφώντας, μες την ποίηση ή τις μάχες. Έτσι πάει.                                                                                                        Τον Daddo τον γνώρισα δίχως να τον γνωρίζω. 1977, το τρομερό έτος – annus terribilis. Οι αυτόνομοι. «εργατική Αυτονομία, οργάνωση, ένοπλος αγώνας για την επανάσταση», αυτά τα πράγματα. P38, κουκούλα, αυτά τα πράγματα. Τον συνάντησα όταν ήμασταν σε ένα σπίτι στο Trastevere – και ίσως εκείνη την στιγμή δεν ήταν το μόνο μέσα στο οποίο συζητούσαν γι αυτά τα πράγματα – μου μίλησαν για το πώς θα μπορούσαμε να τον τραβήξουμε έξω από τη φυλακή, από την Regina Coeli, όπου νοσηλεύονταν στο αναρρωτήριο λόγω των τραυμάτων μετά τους πυροβολισμούς της piazza Indipendenza.
Μια απόδραση. Τα φρεάτια για να μπούμε στους υπονόμους, οι αυλές να σκαρφαλώσουμε, το ιατρείο να καταλάβουμε, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά το σχέδιο ήταν εκεί, υπήρχε. Ή σε μας φαινόταν σαν ένα σχέδιο. Τότε, έτσι σκεφτόμασταν τα πράγματα, δίχως να δίνουμε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες. Ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει;

Ήταν αυτός που αντιτάχθηκε. Που έκανε πίσω.                                                          Ευχαριστώ, όχι. Διαυγής. Με την απόδραση, θα είχε καταδικαστεί από μόνος του σε μια παράνομη ζωή. Και αυτός ήταν ένας μονομάχος, όχι ένας παράνομος.
Και το κίνημα ήταν δυνατό, ισχυρό όπως ποτέ δεν ήταν, όπως δεν υπήρξε ποτέ πλέον.  Και φόβισε όπως ποτέ προηγουμένως.
«Paolo και Daddo λεύτεροι», φώναξε και αξίωσε. Για μήνες. Γράφτηκε στους τοίχους της Ρώμης: πριν από κάποιον χρόνο, το υπενθύμιζε μια επιγραφή ξεθωριασμένη στα μέρη της Piazza Navona. Ένα γκράφιτι γδαρμένο απ’ τον καιρό, ένα αρχαιολογικό εύρημα πλέον, σχεδόν ένα αυτοκρατορικό ανάγλυφο ή ένα τραπεζάκι απ’τα χρόνια τα παλιά, ρεπουμπλικάνικης εποχής. Ή εκείνες οι μικρές λαξευμένες επιτύμβιες πλάκες του δέκατου όγδοου αιώνα οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στρωμένες εδώ και εκεί και προσκαλούν να μην λερώνουμε τους δρόμους, ανήκουστες για αιώνες. Επειδή τα Εβδομήντα επτά είναι χρόνια που υπήρξαν, είναι ιστορία. Ανήκουστη.
Η επανάσταση που έρχεται, τιτλοφορήσαμε στον DeriveApprodi το πρώτο βιβλίο για τα Εβδομήντα επτά, είκοσι χρόνια αργότερα. Μετά γράφτηκαν βιβλία από άλλους, ξεθωριασμενα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η φώτο του Tano D’Amico με τον Daddo και τον Paolo. Και τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει; Και τι άλλο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί; Ένα εύρημα αρχαιολογικό, σίγουρα. Αλλά εμείς οι ίδιοι ήμαστε πλέον αρχαιολογικά ευρήματα, σύγχρονη τέχνη για συλλέκτες, τι μπορείτε να κάνετε; Όμως, να, το βιβλίο μιλούσε για εκείνο το υπέροχο κίνημα που είχε θέσει όλα τα ερωτήματα που παρέμειναν, για πάντα: οι μεταμορφώσεις της εργασίας μετά το φορντικό εργοστάσιο, η κρίση της δημοκρατίας, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζονταν το ζήτημα της εξουσίας που έθεταν νέα μη αντιπροσωπευόμενα κοινωνικά υποκείμενα , η συνταγματική δύναμη ενός κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, η αναγκαιότητα για νέους θεσμούς. Τα ερωτήματα που είναι ακόμα εδώ και τώρα, επίκαιρα. Ίσως εκείνο το κίνημα εντυπωσίασε με την έπαρση και την υπεροψία των χειρονομιών του – συχνά παρεξηγημένων – αλλά είναι βέβαιο ότι μπορεί ακόμα να εντυπωσιάσει με την ακρίβεια της συλλογικής νοημοσύνης του. Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι από πολλές απόψεις οι θεωρητικές διαισθήσεις που υπογράμμιζε το κίνημα ήταν πληθωρικές σε σχέση με τις χειρονομίες, τις απλοποιήσεις του. Όλα μπλεγμένα, ένα μπλέξιμο από πράγματα. Ω, να τα πάρουμε από την αρχή. Σε εκείνο το μπλέξιμο πραγμάτων βρίσκονταν αυτή η εικόνα. Υπήρχε ο Daddo ο οποίος έτρεχε οπλισμένος στην piazza Indipendenza προσπαθώντας να σηκώσει τον Paolo από το έδαφος.
Όμως η δύναμη βρισκόταν σε αυτό, στο να διεκδικεί στον εαυτό του εκείνους τους τραυματισμένους συντρόφους. Εκείνους τους οπλισμένους συντρόφους στην πλατεία. Στο να τους νιώθει μέρος ενός ταξιδιού, μιας διαδρομής, ενός δικού του μονοπατιού. Στη συνέχεια ήρθε η κατάληψη της La Sapienza, η αποπομπή του Λάμα, η 12η μαρτίου – σχεδόν μια εξέγερση -, η Giorgiana Masi και όλα τα υπόλοιπα. Να γλιστρά. Να λυγίζει. Να πέφτει.

Στην αρχή έγιναν αυτά: την πρώτη του φεβρουαρίου οι φασίστες είχαν πυροβολήσει μέσα στο πανεπιστήμιο, τραυματίζοντας έναν φοιτητή στο κεφάλι, και την επομένη η διαδήλωση στην piazza Indipendenza, oι προκλήσεις, oι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια, οι δικοί μας που απαντούν, ο Paolo τραυματίζεται, ο Daddo προσπαθώντας να τον πάρει μακριά μαζεύοντας τα όπλα, τραυματίζεται και αυτός. Απερίσκεπτος. Αλλά τους τραυματίες συντρόφους δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω. Όπως οι πεζοναύτες. Μια σύγκρουση. Με πυρά.
Μετά έγιναν όλα τα υπόλοιπα. Που ήταν εκεί.
Είναι δικοί μας, είπε. Χωρίς εάν, αλλά, και ίσως. Χωρίς υποκρισίες: η χρήση των όπλων και της βίας ήταν μέσα στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν ήταν ο πρωταρχικός χαρακτήρας του, αντιθέτως προκαλούσε συνεχείς υπεκφυγές, συνεχείς κατηγορίες, συνεχή επανένωση. Είναι σίγουρα ένα τεράστιο δεδομένο, αλλά είναι τεράστιο μόνο και μόνο επειδή φαινόταν φυσιολογικό. Είναι τεράστιο λόγω της εξαιρετικής κανονικότητάς του. Η χρήση όπλων ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του κινήματος αλλά όχι το διακριτικό του. Και δεν ήταν ο λόγος για την ήττα του. Η ήττα ήταν όλη μέσα στο μπέρδεμα στο οποίο είχαμε εμπλακεί. Ήταν όλη μέσα στη σύγκρουση με τους κομμουνιστές του Berlinguer. Εκείνους του ιστορικού συμβιβασμού, της λιτότητας, των δύο κοινωνιών, της παρελθοντολογίας που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτά τα πράγματα. Μια ανοησία, ξαναδιαβάζοντας τα σήμερα. Αλλά είχαν εξουσία και την χρησιμοποίησαν ολόκληρη για να καταστείλουν, για να μας βγάλουν έξω απ’ το παιχνίδι.
Αυτή είναι η ιστορία. Αυτά ήταν τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αλλάξει, ο κόσμος αλλάζει πάντα. Οι εξεγέρσεις, οι ταραχές έχουν αλλάξει, οι εξεγέρσεις και οι ταραχές πάντα αλλάζουν. Δεν μας αρέσει, και δεν θα κλάψουμε. Πληρώσαμε για το εισιτήριο. Είμαστε ένα εύρημα. Ο Daddo δεν ευχαριστήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν έκλαψε επάνω σε αυτό.
Ο Daddo εκπλήσσονταν πάντα με τα θαύματα που τύχαινε να διαβάσει, εδώ και εκεί, ή όταν ανακάλυπτε, ευτυχής, εκείνη την εξαιρετική έξυπνη μηχανή, για να καταλάβει, για να σκεφτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος, ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ότι είναι το πιο βιολογικό μας χαρακτηριστικό που μας κάνει να επιθυμούμε τα πράγματα, το πιο ανθρώπινο μας χαρακτηριστικό.
Μαζί με τον Sergio και την Ilaria και άλλους επινοήσαμε τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi στη δεκαετία του 1990. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Nα εκτυπώνει βιβλία. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό που έκανε – να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του στο «manifesto» – πάντα είχε μείνει προσκολλημένο μέσα του ένα νήμα βιογραφίας, ευαισθησίας.
Μετά, με αυτόν και με τον Giancarlo και τον Giorgio και τον Giorgio επινοήσαμε το περιοδικό «accattone – cronache romane» στη δεκαετία του 2000. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Να επεξεργάζεται ένα περιοδικό. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό έκανε – φέρνοντας τα βόλτα σε μια γραφική εταιρεία όπου δούλευε – και πάντα ήταν προσκολλημένος σε ένα νήμα βιογραφίας, και ευαισθησίας.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι συγγραφείς, αυτός διάλεξε όλα τα βιβλία τους που έβρισκε, της Elena, του Emanuele, του Christian, του Nicola. Τους ξεψάχνιζε. Κάποιο του Carola, το διάβαζε και στη Νίνα, την κόρη του.
Επειδή έτσι είναι οι μονομάχοι. Στον χρόνο που τους μένει ελεύθερος, μεταξύ ενός αγώνα και ενός άλλου, διαβάζουν ή τα φτιάχνουν τα βιβλία.
Νανουρίζουν τα παιδιά τους.
Μοιάζουν σαν όλους εμάς.
Αγαπούν τις γυναίκες τους χωρίς επιφύλαξη.
Για τη Francesca, την σύζυγο του, μου εξηγούσε – με μεγάλη λεπτομέρεια – πόσο υπέροχη είναι η Σικελία. Πόσο πρέπει να την αγαπάμε. Γεμάτος θαυμασμό για να με εκπλήσσει. Για να με πείθει, πάνω απ ‘όλα. Εμένα, Σικελό. Ένα πράγμα – είναι αυτονόητο – δίχως νόημα.
Vale Daddo. Addio.

Roma, 18 φεβρουαρίου 2011


«Il fotografo non è un educatore-» από Alfabeta2 »Ο φωτογράφος δεν είναι ένας εκπαιδευτής»

Ανασκόπηση του Antonello Frongia στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Alfabeta2, μάϊος 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


«Due fotogrammi sospesi nel tempo» »Δυο καρέ σταματημένα στο χρόνο»από το Manifesto

Ανασκόπηση του Marco Guarella στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Manifesto, 19 απριλίου  2012

Vai all’articolo πήγαινε στο άρθρο


Libri & Conflitti. Recensione a «Daddo e Paolo»

Ανασκόπηση της Isabella Borghese στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Controlacrisi.org, 16 ιουνίου 2012

Vai all’articolo εδώ το άρθρο


«Le pistole e il 77″ »τα πιστόλια και το ’77»

Ανασκόπηση της Maria Simonetti στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από  L’Espresso Online, 22 ιουνίου 2012

Vai all’articolo το άρθρο εδώ


αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 12. ΕΜΠΡΟΣ ΠΩΣ; ΕΜΠΡΟΣ ΠΟΥ;

Paolo Virno: DO YOU REMEMBER COUNTERREVOLUTION?

Τι σημαίνει η λέξη «αντεπανάσταση»; Με αυτή, δεν πρέπει να εννοήσουμε μοναχά μια βίαιη καταστολή (ακόμα και αν, φυσικά, αυτή δεν λείπει ποτέ). Δεν είναι ούτε μια απλή επαναφορά του «παλαιού καθεστώτος», dell'»ancien régime»,δηλαδή η αποκατάσταση της κοινωνικής τάξης που είχε φθαρεί από συγκρούσεις και εξεγέρσεις.Η «αντεπανάσταση» είναι, κυριολεκτικά, μια «επανάσταση αντίθετη»: Να πούμε: μια ορμητική καινοτομία-ανανέωση των τρόπων παραγωγής, των μορφών ζωής, των κοινωνικών σχέσεων που, εντούτοις, ενισχύει και επανεκκινεί την καπιταλιστική διοίκηση.Η «αντεπανάσταση», ακριβώς όπως και το συμμετρικό της αντίθετο, δεν αφήνει τίποτα αμετάβλητο. Καθιερώνει μια μακρά «κατάσταση εξαίρεσης», στην οποία η σάρωση των γεγονότων φαίνεται να επιταχύνεται. Οικοδομεί ενεργά μια δική της ιδιόμορφη «νέα τάξη». Σφυρηλατεί νοοτροπία, πολιτιστικές συνήθειες, ήθη και έθιμα, γούστα, εν συντομία μια νέα «κοινή λογική», «common sense».Πηγαίνει στη ρίζα των πραγμάτων, και εργάζεται με μέθοδο. Αλλά υπάρχουν και άλλα: η «αντεπανάσταση» επωφελείται των ιδίων προϋποθέσεων και των ιδίων τάσεων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών) επάνω στις οποίες η «επανάσταση» θα μπορούσε να εμπλέκεται, καταλαμβάνει και αποικίζει το έδαφος του αντιπάλου, δίνει άλλες απαντήσεις στις «ίδιες» ερωτήσεις. Επανερμηνεύει με τον δικό της τρόπο (και αυτό το ερμηνευτικό έργο διευκολύνεται, συχνά, από τις φυλακές υψίστης ασφαλείας) το σύνολο των υλικών συνθηκών που θα καταστήσουν την κατάργηση της μισθωτής εργασίας απλά ρεαλιστική: τις μειώνει, τις περιορίζει σε κερδοφόρες «παραγωγικές δυνάμεις».Επιπλέον, η «αντεπανάσταση» αναστρέφει σε αποπολιτικοποιημένη παθητικότητα ή σε ομόφωνη συγκατάθεση εκείνες τις ίδιες μαζικές συμπεριφορές που έμοιαζαν να υποδηλώνουν την υποβάθμιση της κρατικής εξουσίας και την επικαιρότητα μιας ριζοσπαστικής αυτοκυβέρνησης.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια κριτική ιστοριογραφία, απρόθυμη να εξιδανικεύει την εξουσία των «τετελεσμένων γεγονότων», πρέπει να προσπαθήσει να αναγνωρίσει, σε κάθε στάδιο και σε κάθε πτυχή της «αντεπανάστασης», τη σιλουέτα, τα περιεχόμενα, την ποιότητα της επανάστασης που είναι δυνατή. Η ιταλική «αντεπανάσταση» αρχίζει στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα και διαρκεί μέχρι σήμερα.Παρουσιάζει πολυάριθμες στρωματοποιήσεις. Όπως ένας χαμαιλέοντας, αλλάζει αρκετές φορές πρόσωπο: «ιστορικός συμβιβασμός» μεταξύ D.C. και P.C., θριαμβευτικός craxismo, μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος μετά την κατάρρευση των Ανατολικών καθεστώτων.Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τα «Leitmotiv-κεντρικά μοτίβα» που συμβαίνουν σε όλες τις φάσεις της.Ο ενωτικός πυρήνας της ιταλικής «αντεπανάστασης» της δεκαετίας του ’80 και της δεκαετίας του ’90 συνίσταται: α) στην πλήρη επιβεβαίωση του μεταφορντικού τρόπου παραγωγής (ηλεκτρονικές τεχνολογίες, αποκέντρωση και ευελιξία των διαδικασιών εργασίας, γνώση και επικοινωνία ως κύριος οικονομικός πόρος κ.λπ.) b) στην καπιταλιστική διαχείριση της στεγνής μείωσης του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας (μερική απασχόληση, πρόωρη συνταξιοδότηση, διαρθρωτική ανεργία, μακροπρόθεσμη επισφάλεια κ.λπ.) · στη δραστική κρίση, και από πολλές απόψεις αμετάκλητη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.Η Δεύτερη δημοκρατία έχει τις ρίζες της σε αυτή την υλική βάση. Είναι η προσπάθεια να προσαρμοστεί η μορφή και οι διαδικασίες κυβέρνησης στις μεταβολές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στους τόπους παραγωγής και στην αγορά εργασίας.Με τη Δεύτερη δημοκρατία, η μεταφορντική «αντεπανάσταση» εξοπλίζεται τελικά με ένα δικό της σύνταγμα και, επομένως, ολοκληρώνεται. Οι ιστορικο-πολιτικές θέσεις που τώρα θα ακολουθήσουν προτείνονται να συνάγουν ορισμένες σημαντικές πτυχές των ιταλικών συμβάντων των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων. Για την ακρίβεια εκείνων των πτυχών που προσφέρουν ένα άμεσο εμπειρικό υπόβαθρο στη θεωρητική συζήτηση.Όταν μια συγκεκριμένη εκδήλωση δείχνει ότι έχει μια «υποδειγματική-παραδειγματική» αξία (δηλαδή όταν διακηρύττει μια «επιστημολογική ρήξη» και μια εννοιολογική καινοτομία-ανανέωση), θα το εμβαθύνει μέσα από μια «excursus-παρέκβαση», του οποίου η λειτουργία είναι παρόμοια με ένα κινηματογραφικό «κοντινό» πλάνο.

1.

Ο μετα-φορντισμός στην Ιταλία βαπτίζεται από το αποκαλούμενο «κίνημα του 77», δηλαδή από τους πολύ σκληρούς κοινωνικούς αγώνες μιας εργατικής δύναμης μορφωμένης, επισφαλούς, σε κίνηση, η οποία μισεί την «ηθική της εργασίας», αντιτίθεται μετωπικά στην παράδοση και στην κουλτούρα της ιστορικής αριστεράς, σηματοδοτεί μια σαφή ασυνέχεια σε σχέση με τον εργάτη της γραμμής συναρμολόγησης.Ο μεταφορντισμός εγκαινιάζεται από ταραχές. Το αριστούργημα της ιταλικής «αντεπανάστασης» έγκειται στο ότι μετέτρεψε σε επαγγελματικές ανάγκες, συστατικά της παραγωγής υπεραξίας, ζύμη του νέου κύκλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, τις συλλογικές ροπές που, μέσα στο «κίνημα του ’77», είχαν αντιθέτως εκδηλωθεί ως αδιάλλακτος ανταγωνισμός.Ο ιταλικός νεοφιλελευθερισμός της δεκαετίας του ογδόντα είναι ένα είδος ’77 αντεστραμμένο. Και αντίστροφα: εκείνη η αρχαία εποχή συγκρούσεων εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει, ακόμα και σήμερα, την άλλη πλευρά του μετά-φορντιστικού μεταλλίου, το αντάρτικο πρόσωπο. Το κίνημα του ’77 αποτελεί, για να χρησιμοποιήσουμε μια όμορφη έκφραση της Hannah Arendt, ένα «μέλλον στις πλάτες», την ανάμνηση εκείνων που θα μπορούσαν να είναι οι ταξικοί αγώνες «των επόμενων εγχειρημάτων». Πρώτη excursus-παρέκβαση.Εργασία και μη-εργασία: η έξοδος του ’77.Όπως κάθε τι αυθεντικά καινούργιο, καινοτόμο, το κίνημα του ’77 υπέστη την ταπείνωση, την υποβάθμιση του να το μπερδέψουν για ένα φαινόμενο »περιθωριοποίησης». Όπως και την κατηγορία, περισσότερο συμπληρωματική από αντιφατική, για «παρασιτισμό».Αυτές οι έννοιες αντιστρέφουν την πραγματικότητα με έναν τόσο ολοκληρωμένο και ακριβή τρόπο ώστε να είναι πολύ ενδεικτικές:Όντως, το να θεωρούν περιθωριακούς ή παρασιτικούς τους «ξυπόλυτους διανοούμενους» του ’77, τους φοιτητές-εργάτες και τους εργαζόμενους-φοιτητές, τους επισφαλείς κάθε είδους, ήταν εκείνοι που θεωρούσαν «κεντρικής σημασίας» και «παραγωγική» μόνο την σταθερή θέση εργασίας στα εργοστάσια των ανθεκτικών καταναλωτικών αγαθών.Επομένως, εκείνοι που κοιτούσαν τα υποκείμενα εκείνα από την προοπτική γωνία του φθίνοντα αναπτυξιακού κύκλου. Που όμως είναι μια προοπτική γωνία, αυτή ναι, με κίνδυνο περιθωριοποίησης και παρασιτισμού επίσης.Από την άλλη πλευρά,αν λάβουμε υπόψη τη μεγάλη μεταμόρφωση των παραγωγικών διαδικασιών και της κοινωνικής εργασίας που ξεκίνησε εκείνη τη εποχή, δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε στους πρωταγωνιστές εκείνων των αγώνων στους δρόμους κάποια σχέση, έναν δεσμό με την ίδια την καρδιά των παραγωγικών δυνάμεων.Το κίνημα κίνηση του ’77 δίνει φωνή «για μια στιγμή» στην αλλαγμένη ταξική σύνθεση, η οποία αρχίζει να διαμορφώνεται μετά την πετρελαϊκή κρίση και τις απολύσεις στα μεγάλα εργοστάσια, στην αρχή της βιομηχανικής μετατροπής-αναδιάρθρωσης.

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι η πρώτη φορά που μια ριζοσπαστική επανάσταση στον τρόπο παραγωγής συνοδεύεται από την πρόωρη σύγκρουση των στρωμάτων της εργατικής δύναμης που πρόκειται να γίνει η ραχοκοκαλιά της νέας οργάνωσης, του νέου καθεστώτος.Απλά σκεφτείτε τον κοινωνικό κίνδυνο που, τον 18ο αιώνα, διέκρινε τους άγγλους περιπλανώμενους, «ήδη» εκτοπισμένους από τα χωράφια και που βρίσκονταν «στο σημείο» να μπουν στα πρώτα εργοστάσια.Ή τους αγώνες των ανειδίκευτων αμερικανών, στα δέκα χρόνια αυτού του αιώνα, αγώνες που προηγήθηκαν της φορντιστικής και τεϊλοριστικής στροφής, βασισμένης ακριβώς στη συστηματική υποβάθμιση της εργασίας. Κάθε απότομη μεταμόρφωση της παραγωγικής οργάνωσης, όπως γνωρίζουμε, αποσκοπεί κατ ‘αρχήν να υπενθυμίσει τις ανησυχίες της «αρχικής συσσώρευσης», χρειάζοντας να μετατρέψει από την αρχή μια σχέση μεταξύ «πραγμάτων» (νέες τεχνολογίες, διαφορετική κατανομή των επενδύσεων, εργατική-δύναμη εξοπλισμένη με συγκεκριμένες προδιαγραφές) σε μια κοινωνική σχέση. Αλλά ακριβώς σε αυτό το απόσπασμα εμφανίζεται ενίοτε η εκδήλωση της «υποκειμενικής συνέπειας» αυτού που στη συνέχεια γίνεται αδιαμφισβήτητη συγκεκριμένη πορεία, εξέλιξη. Οι αγώνες του ’77 λαμβάνουν μέσα τους τη ρευστοποίηση της αγοράς εργασίας, καθιστώντας την έδαφος συνάθροισης και σημείο δύναμης. Η κινητικότητα μεταξύ διαφορετικών εργαζομένων και μεταξύ εργασίας και μη εργασίας, αντί να κονιορτοποιήσει, καθορίζει ομοιογενείς συμπεριφορές και κοινές συνήθειες, εμποτίζεται υποκειμενικότητας και σύγκρουσης.Στο βάθος αρχίζει να ξεχωρίζει η τάση που, τα επόμενα χρόνια θα αναλυθεί από τους Dahrendorf και Gorz και πολλούς άλλους: συρρίκνωση των παραδοσιακών χειρωνακτικών εργασιών, αύξηση της μαζικής πνευματικής εργασίας, ανεργία εξ αιτίας επενδύσεων (που προκαλείται δηλαδή από την οικονομική ανάπτυξη, όχι από τις δυσκολίες της). Αυτής της τάσης, το κίνημα έδωσε στη συνέχεια μια «αναπαράσταση της δικής του πλευράς», την κατέστησε ορατή για πρώτη φορά, κατά κάποιο τρόπο την βάπτισε, αλλά συστρέφοντας την φυσιογνωμία της σε ανταγωνιστική έννοια, τρόπο. Ήταν τότε αποφασιστική η σύλληψη μιας δυνατότητας: εκείνης του να αντιλαμβάνεται τη μισθωτή εργασία ως το «επεισόδιο» μιας βιογραφίας, παρά ως μια «ισόβια κάθειρξη». Και η επακόλουθη αναστροφή των προσδοκιών: παραίτηση, άρνηση να πιέσει για να εισέλθει στο εργοστάσιο και να παραμείνει εκεί, αναζήτηση κάθε δυνατού τρόπου για να το αποφύγει και να απομακρυνθεί από αυτό. Η κινητικότητα, από επιβαλλόμενη κατάσταση, γίνεται ένας θετικός κανόνας και η κύρια φιλοδοξία, η σταθερή θέση εργασίας, από πρωταρχικός στόχος, μετατρέπεται σε εξαίρεση ή παρένθεση.
Είναι εξ αιτίας αυτών των τάσεων, πολύ περισσότερο από ό, τι για τη βία, που οι νέοι του ’77 απλώς καθίστανται ανεξιχνίαστοι για την παράδοση του εργατικού κινήματος. Αυτοί αντιστρέφουν την ανάπτυξη του χώρου της μη εργασίας και της επισφάλειας σε μια συλλογική διαδρομή , σε μια «συνειδητή μετανάστευση από την δουλειά στο εργοστάσιο». Αντί να αντισταθούν μέχρι τέλους στην αναδιάρθρωση της παραγωγής, παραβιάζουν όρια και κατευθύνσεις, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν ευνοϊκές συνέπειες για τους εαυτούς τους επωφελούμενοι από καταστάσεις κακές γι αυτούς, ακατάλληλες. Αντί να κλειστούν μέσα σε ένα πολιορκημένο φρούριο, ορκισμένοι σε μια παθιασμένη ήττα, δοκιμάζουν τις δυνατότητες να πιέσουν τον αντίπαλο να επιτεθεί σε κενά οχυρά, εγκαταλειμμένα από καιρό. Η αποδοχή της κινητικότητας συνδυάζεται με το αίτημα για εγγυημένο εισόδημα, καθώς και στην ιδέα μιας παραγωγής πιο κοντά στην ανάγκη αυτοπροσδιορισμού και αυτοπραγμάτωσης. Αυτό που φθείρεται είναι η σύνδεση μεταξύ εργασίας και κοινωνικοποίησης. Οι στιγμές της κοινοτικής συσχέτισης πειραματίζονται, δοκιμάζονται εκτός και κατά της άμεσης παραγωγής. Εκτός από το ότι στη συνέχεια αυτή η ανεξάρτητη κοινωνικότητα βεβαιώνεται, ως ανυπακοή, ακόμη και στο χώρο εργασίας. Η επιλογή για την «αδιάκοπη εκπαίδευση», δηλαδή τη συνέχιση της επιμόρφωσης ακόμη και μετά την εξεύρεση απασχόλησης, αναλαμβάνει αποφασιστική βαρύτητα: αυτό τροφοδοτεί τη λεγόμενη ακαμψία στην προσφορά εργασίας, αλλά κυρίως δίνει τη δυνατότητα στους επισφαλείς και στη μαύρη εργασία να έχουν για πρωταγωνιστές υποκείμενα, των οποίων το δίκτυο γνώσεων και πληροφοριών είναι πάντα υπέρογκο σε σχέση με τα διάφορα και μεταβαλλόμενα καθήκοντα.Πρόκειται για έναν πλεονασμό του οποίου δεν μπορεί να στερηθεί η κατοχή, μη ανιχνεύσιμο στη δεδομένη εργασιακή συνεργασία: η επένδυσή του ή η κατάχρηση του συνδέονται έτσι κι αλλιώς με τη δυνατότητα σταθερούς κατοίκησης μιας περιοχής που βρίσκεται πέρα από την αμειβόμενη απόδοση. Αυτό το σύνολο συμπεριφορών είναι »φυσικά» αμφίσημο.Μπορούμε να το διαβάσουμε, όντως, ως pavloviana απάντηση στην κρίση του κράτους πρόνοιας. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, οι παλιοί και οι νέοι βοηθούμενοι κατεβαίνουν στον αγωνιστικό χώρο για να υπερασπιστούν τους «θύλακες» τους, «enclaves», που ανασκάπτονται με διάφορους τρόπους μέσα στην δημόσια δαπάνη. Ενσαρκώνουν δηλαδή εκείνα τα πλασματικά έξοδα, που η νεοφιλελεύθερη ώθηση και antiwelfare προτίθενται να καταργήσει, ή τουλάχιστον να συμπιέσει, να περιορίσει.
H αριστερά μπορεί και να υπερασπιστεί αυτά τα φάλσα παιδιά, αλλά με κάποια αμηχανία, και σε κάθε περίπτωση καταδικάζοντας τον «παρασιτισμό» τους. Αλλά ίσως είναι ακριβώς το ’77 να φωτίζει την κρίση του welfarestate με ένα εντελώς διαφορετικό φως, επαναπροσδιορίζοντας ριζικά τη σχέση μεταξύ εργασίας και αρωγής , μεταξύ πραγματικών δαπανών και «ψευδών δαπανών», μεταξύ παραγωγικότητας και παρασιτισμού.Η έξοδος από το εργοστάσιο, η οποία εν μέρει προκαταβάλει και εν μέρει αποτυπώνει ένα άλλο σημάδι στην αρχόμενη δομική ανεργία, προτείνει προκλητικά πως στην απαρχή της διατάραξης προς το χειρότερο του κράτους πρόνοιας υπήρξε, αν μη τι άλλο, η ασφυκτική ανάπτυξη, ανεσταλμένη, λιγότερο από μέτρια, του χώρου της μη εργασίας.Σαν να λέμε: «από μη εργασία δεν υπάρχει και πολλή, αλλά πολύ λίγη.» Μια κρίση, συνεπώς, που οφείλεται όχι από το μέγεθος που ανέλαβε η βοήθεια, η πρόνοια, αλλά από το γεγονός ότι η πρόνοια παρέχεται, ως επί το πλείστον, με τη μορφή της μισθωτής εργασίας. Και, αντιστρόφως, από το γεγονός ότι η μισθωτή εργασία παρουσιάζεται, από ένα συγκεκριμένο σημείο και μετά, ως βοήθεια, ως φροντίδα.Εξάλλου, οι πολιτικές πλήρους απασχόλησης δεν είχαν εμφανιστεί, κατά τη δεκαετία του ’30, ακριβώς στο όνομα του χρυσού ρητού «σκάβε τρύπες και στη συνέχεια γέμισε τες»; Το κεντρικό σημείο – το οποίο εκδηλώθηκε το 1977 σε συγκρουσιακές μορφές, και στη συνέχεια, κατά τη δεκαετία του ογδόντα, ως οικονομικό παράδοξο της καπιταλιστικής ανάπτυξης – είναι το εξής: η χειρωνακτική εργασία, κατακερματισμένη και επαναλαμβανόμενη, λόγω του διογκωμένου και άκαμπτου κόστους, παρουσιάζει έναν χαρακτήρα μη ανταγωνιστικό σε σχέση με την αυτοματοποίηση και, γενικότερα, με μια νέα ακολουθία εφαρμογών της επιστήμης της παραγωγής.Δείχνει το πρόσωπο «υπερβολικού κοινωνικού κόστους», έμμεσης βοήθειας, μασκαρεμένης και ipermediata [1]. Αλλά το γεγονός ότι η σωματική κόπωση κατέστη ριζικά «αντιοικονομική» είναι το έκτακτο αποτέλεσμα δεκαετιών εργατικών αγώνων: πραγματικά δεν υπάρχει κάτι να ντρεπόμαστε γι ‘αυτό. Επαναλαμβάνουμε ότι αυτό το αποτέλεσμα, οικειοποιείται για μια στιγμή το κίνημα του ’77, σηματοδοτώντας με τον δικό του τρόπο τον «κοινωνικά παρασιτικό χαρακτήρα της εργασίας κάτω από αφεντικό». Πρόκειται για ένα κίνημα με πολλούς τρόπους και για πολλούς λόγους στο ύψος με το νεοφιλελεύθερο νέο κύμα, new wave neoliberista, καθώς αναζητά μια άλλη λύση για τα ίδια προβλήματα με τα οποία αυτό θα έρθει σε αντιπαράθεση. Ψάχνει και δεν βρίσκει, εκρήγνυται γρήγορα. Αλλά παρότι παραμένει σε κατάσταση συμπτώματος, εκείνο το κίνημα αντιπροσώπευσε τη μοναδική διεκδίκηση για έναν εναλλακτικό τρόπο διαχείρισης του τέλους της «πλήρους απασχόλησης».
[1]:  Ipermedia ή η ipermedialità είναι ένας γενικός όρος, που προέρχεται από υπερκείμενο, ο οποίος ενσωματώνει μια συλλογή ετερογενών πληροφοριών, όπως γραφικά, ήχο, βίντεο και κείμενο, που συνδέονται μεταξύ τους με έναν μη διαδοχικό τρόπο. Ο όρος είναι μια εξέλιξη του όρου πολυμέσα ή πολυμεσικότητα.
αυτονομία, autonomia

Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό

on .

Συνέντευξη του Davide Gallo Lassere στον Gigi Roggero (η γαλλική έκδοση δημοσιεύεται στο Période)

Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, κατά του μαρξισμού. Μπορείτε να εξηγήσετε με ποια έννοια;

Αυτή του εργατισμού είναι μια μακιαβελική επιστροφή στις αρχές: είναι ακριβώς μια επιστροφή στον Μαρξ ενάντια στον μαρξισμό, δηλαδή εναντίον του ντετερμινισμού, του ιστορικισμού και του αντικειμενισμού αυτής της παράδοσης. Ο εργατισμός δεν είναι αίρεση μέσα στην οικογένεια του μαρξισμού, είναι μια ρήξη με εκείνη την οικογένεια. Tόσο ώστε οι εργατιστές να ορίζουν τους εαυτούς τους ως marxiani, μαρξιάνοι και όχι μαρξιστές, κάπως σαν κι αυτό που λέγεται πως ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του δήλωνε «je ne suis pas marxiste», »δεν είμαι μαρξιστής». Να είναι σαφές, ωστόσο, ότι εκείνη η επιστροφή στις αρχές δεν ήθελε να οικοδομήσει μια νέα ορθοδοξία βασισμένη στην ορθή ανάγνωση του ρήματος του προφήτη, όπως αντιθέτως έκαναν οι διάφορες αιρέσεις (για παράδειγμα εκείνες των τροτσκιστών ή οι μπορντιγγιστές, «εξευγενισμένοι» από τις σταλινικές διώξεις, που όμως παραδόξως συχνά κατέληγαν να επιτίθενται στον Στάλιν ως έχοντα στάσεις παρέκκλισης από τη γραμμή της γραμμικής ιστορικής εξέλιξης που υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί μια για πάντα από τον Μαρξ). Η επανεξέταση από πλευράς εργατιστών του Μαρξ ήταν επομένως όχι μόνο κατά του μαρξισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό επικριτική σε σχέση με τα όρια και τα τυφλά σοκάκια του Moro του Treviri, [Marx], με στόχο να κάνει να εκραγούν οι αντιφάσεις του, τείνει να τον τραβήξει από τα μαλλιά, να ανακαλύψει μιαν αποθήκη με εκρηκτικά για να επιτεθεί στην κοινωνία-εργοστάσιο του ώριμου καπιταλισμού.

Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (και πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με λάδια, με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;).

Μέσα σε αυτή τη ρήξη της παγκοσμιότητας, του μαρξισμού και εν μέρει του ιδίου Μαρξ, οι εργατιστές τοποθέτησαν στο κέντρο το ζήτημα της υποκειμενικότητας, ή καλύτερα – για να το πούμε μαζί με τον Alquati – της αντιυποκειμενικότητας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την χρήση του όρου υποκειμενικότητα που κατέστη τρέχουσα: τις τελευταίες δεκαετίες (την εποχή του «μετά-post») υπήρξε μια πολύ αδύναμη απόκλιση, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τον foucaultismo και τον μετα-στρουκτουραλισμό, [Η κατεύθυνση των σπουδών που βασίζεται στη δομική ψυχολογία ή τη δομική γλωσσολογία], (εν μέρει δεν έχουν ευθύνες γι αυτό οι Foucault και οι μετα-στρουκτουραλιστές, εν μέρει ναι). Η «ανακάλυψη» της υποκειμενικότητας υπήρξε η ανακάλυψη κάτι καλού, το οποίο έθετε στην άκρη το ζήτημα της τάξης, του συλλογικού μέρους, του υποκειμένου με ανασυνθετική έννοια. Ήταν η εκ νέου «ανακάλυψη» της κεντρικότητας του ατόμου, δηλαδή της παράδοσης απέναντι στη τάξη του φιλελεύθερου λόγου, παλαιού- ή νέου- κι αν είναι. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε δεν είναι καν αναφερόμενη στη συνείδηση, τουλάχιστον για αυτό που σήμαινε στη μαρξιστική παράδοση, δηλαδή το στοιχείο της ιδεαλιστικής διαμεσολάβησης της ιστορικής προόδου. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης (στην οποία θα επιστρέψουμε σύντομα), είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα δεν είναι καλή: είναι ένα πεδίο μάχης. Η παραγωγή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα, το διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας και σχηματισμού, δηλαδή της σύγκρουσης, βίας, αναπαραγωγής, συναίνεσης, μετασχηματισμού. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα» (ή της επισφάλειας ή της ζωντανής εργασίας ή αυτό που προτιμάτε για να υποδείξετε τις φιγούρες της δυνητικά δικής μας πλευράς), μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία εκείνων που μας εκμεταλλεύονται.

Υπό το φως αυτής της αναντικατάστατης, αμείωτης μεροληψίας της άποψης είναι τότε δυνατόν να κατανοηθεί η ανατροπή του εργατισμού: πρώτα η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια δεν είναι το κεφάλαιο το υποκείμενο της Ιστορίας, που κάνει και ξεκάνει, που καθορίζει την εξέλιξη και τις συνθήκες για την υπέρβασή του. Στο κέντρο υπάρχει η ταξική πάλη, στην δύναμη της απόρριψης που έχει, στην αυτονομία της.

Από αυτή την άποψη, ο Mario Tronti διαδραμάτισε δίχως άλλο έναν πρωτεύοντα ρόλο…

Με το Tronti η τάξη παύει να είναι μια απλή κοινωνιολογική ή περιγραφική έννοια, για να γίνει μια εντελώς πολιτική έννοια. Η τάξη δεν υπάρχει στη φύση, ή μάλλον υπάρχει στη φύση του κεφαλαίου ως ταξινόμηση κοινωνικών τμημάτων τοποθετημένων στην αγορά εργασίας. Μπορούν να υπάρχουν προλετάριοι χωρίς προλεταριάτο, εργάτες χωρίς εργατική τάξη. Επομένως, η τάξη δεν είναι ένα θέμα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης. Είναι πάντα ο αγώνας που παράγει την τάξη ωσάν συλλογικό μακροοικονομικό μέρος. Τάξη σημαίνει ταξικός ανταγωνισμός. Με τον Tronti ακριβώς: δεν υπάρχει τάξη χωρίς ταξική πάλη.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να τραβηχτεί από τα μαλλιά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο Μαρξ των ιστορικών έργων, εκείνος που μας δείχνει ότι οι προλετάριοι έγιναν τάξη στα οδοφράγματα του 1848. Αλλά και εκείνος ο (αμφίσημος) του Κεφαλαίου. Εκείνος που στο πρώτο Βιβλίο δείχνει πώς οι αγώνες καθόρισαν τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, όχι η αστική νομοθεσία ή κάποιος φωτισμένος καπιταλιστής (είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ίδια χρόνια, σε μαθήματα που πραγματοποιήθηκαν στο Μόντρεαλ μεταξύ των ετών ’66 και ’67 και που τώρα συλλέγονται στον τόμο You Don’t Play With Revolution, Δεν Παίζεις Με Την Επανάσταση, ο CLR James φτάνει στα ίδια συμπεράσματα): αν τα αφεντικά μπορούσαν να μας κάνουν να δουλεύουμε όλη την ημέρα, χωρίς αντίσταση ή συγκρούσεις, θα το έκαναν. Είναι ένα μάθημα που θα έπρεπε να υπενθυμίζεται σε εκείνους που κλαίνε σήμερα για δωρεάν εργασία, που επικαλούνται την ανακατανομή του πλούτου ή που πιστεύουν ότι το εισόδημα της ιθαγένειας είναι θέμα παραγωγικής ορθολογικότητας: μόνο ο αγώνας μπορεί να αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώσουν ακριβά, ο ίδιος ο μισθός είναι πάντα μια πολεμική λεία, λάφυρο πολέμου μεταξύ δύο εχθρικών πλευρών. Αν κάποια από τις δυο πλευρές δεν αγωνιστεί, η άλλη δεν θα πάρει αιχμάλωτους – με καλή ειρήνη της αριστεράς.

Υπάρχει επίσης μια χρήση του Μαρξ του τρίτου Βιβλίου, που όπως είναι γνωστό διακόπτεται με το ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για τις τάξεις. Κατά ειρωνεία στο Εργάτες και κεφάλαιο ο Τρόντι σημείωνε ότι «από τον Renner μέχρι τον Dahrendorf, κάθε τόσο κάποιος απολαμβάνει να ολοκληρώνει αυτό που παρέμεινε ημιτελές: έρχεται προς τα έξω μια δυσφήμηση του Μαρξ, η οποία θα ασκούνταν τουλάχιστον με σωματική βία». Ήδη στο πεντηκοστό κεφάλαιο, «Η εμφάνιση του ανταγωνισμού», γράφει ο Μαρξ: η τιμή της εργασίας δεν ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, αλλά είναι η τιμή της εργασίας που ρυθμίζει τον ανταγωνισμό. Οι εργατιστές θα πουν: είναι οι αγώνες που καθορίζουν την εξέλιξη, την ανάπτυξη, πρώτα έρχεται η τάξη μετά το κεφάλαιο. Να ερμηνευθεί το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή. Όταν σήμερα λέμε «είναι οι αγορές που το θέλουν», βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την προβολή. Στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο με το οποίο τελειώνει το τρίτο Βιβλίο, ο Μαρξ σημειώνει λίγα αλλά αρκετά σημαντικά πράγματα. Μας λέει ότι να συνιστούν μια τάξη δεν είναι μόνο τα εισοδήματα, ούτε απλά η τοποθέτηση μέσα στις σχέσεις παραγωγής, αν και βεβαίως αυτές καθορίζουν την υλική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το ζήτημα της τάξης. Να οικοδομεί την τάξη είναι ακριβώς ο αγώνας που σπάει την αφηρημένη δημοκρατική ενότητα του λαού: όταν «ο αδιαίρετος λαός» χωρίζεται σε «εχθρικά στρατόπεδα», όταν – γράφει ο Τρόντι – «η εργατική τάξη αρνείται πολιτικά να γίνει λαός«, λοιπόν σε αυτό το σημείο «δεν κλείνει, ανοίγει τον πιο άμεσο δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση». Το ένα σπάει σε δύο, η αδυνατότητα σύνθεσης για το κεφάλαιο γίνεται δυνατότητα ανασύνθεσης για την τάξη. Η τάξη εξαφανίζεται ως σύνολο απλά κοινωνικό και γίνεται υποκείμενο ανταγωνιστικό που δεν υποκύπτει στην ενότητα του γενικού συμφέροντος, δηλαδή στο συμφέρον του κεφαλαίου. Είναι αυτή η παραδοχή της εργατικής μεροληψίας που αναγκάζει τους καπιταλιστές να συγκεντρωθούν πολιτικά, να ξεπεράσουν τις δικές τους αντιφάσεις, να αποκαλυφθούν ως κοινωνική δύναμη, χρησιμοποιώντας συνεπώς συλλογικά τη δύναμη του εχθρού τους για να αναπτυχθούν και να πηδήξουν προς τα εμπρός. Εδώ οι ψευδαισθήσεις μιας ειρηνικής εξέλιξης εξαφανίζονται, για τους ρεφορμιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Εδώ πέφτει η μάσκα της δημοκρατίας και επιτέλους αποκαλύπτεται το πρόσωπο της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ δύο συγκρουόμενων δυνάμεων: όχι πλέον εργασία και κεφάλαιο, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές, τάξη εναντίον τάξης, δύναμη ενάντια σε δύναμη.

Επομένως αυτή του εργατισμού είναι μια σκέψη της σύγκρουσης, της ανταγωνιστικής έρευνας των κεντρικών αντιφάσεων, της αντιπαράθεσης, του φίλου-εχθρού ως μορφή της πολιτικής και στρατευμένης δράσης. Στο τελευταίο του βιβλίο, Dello spirito liberoΠερί του ελεύθερου πνεύματος, ο Tronti έγραψε: “Η πολιτική φιλία είναι αυτό που έχουν κοινό, αυτό που ενώνει, εκείνους που είναι ενάντια. Και η δράση του είναι να είναι εναντίον καθαγιάζει τις μεγάλες φιλίες”. είναι πάνω απ’ όλα το contro, το εναντίον που μας ενώνει, που καθιστά δυνατό το per, το για. Ο εργατισμός είναι μια σκέψη απόρριψης και του αρνητικού ως θεμέλιο του κομμουνισμού. Είναι καλό αυτό που εμβαθύνει τις αντιφάσεις του εχθρού, είναι κακό αυτό που τις επιλύει.Ωστόσο, η αντίφαση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή μέσα στη σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και σταθερού κεφαλαίου, αλλά πρέπει να πυροδοτηθεί μέσα στη σύγκρουση μεταξύ της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ταξικής σύνθεσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ διάρθρωσης του εργατικού δυναμικού και παραγωγής υποκειμενικότητας. Η εργατιστική ανάγνωση του Μαρξ ξεκινά από εδώ, για να πάει προς μια ξένη κατεύθυνση και αντίθετη στον μαρξισμό.

Έκανες αναφορά στην ταξική σύνθεση. Μπορείς να διευκρινίσεις με ποιο τρόπο ο εργατισμός εργάστηκε πολιτικά με την ταξική σύνθεση του ιταλικού καπιταλισμού της εποχής μέσω της πρακτικής της έρευνας;

Τα τελευταία χρόνια ειπώθηκαν πολλά για τη διερεύνηση, την έρευνα και την conricerca, ίσως ακόμη και πάρα πολύ, με την έννοια ότι θα ήταν καλύτερο να μιλάμε λιγότερο και να κάνουμε περισσότερα. Για να απαντήσω λεπτομερέστερα στην ερώτησή σου και να αποφύγω να επαναλάβω πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί, παραπέμπω σε μια παρέμβαση που έγινε κατά την παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης της Η χρυσή ορδή, L’orda d’oro που οργανώθηκε τον ιούνιο του 2017 από την ομάδα συντροφισσών και συντρόφων γάλλων που έκαναν αυτή την εξαιρετική δουλειά, και που δημοσιεύτηκε και από το  καινούργιο blog “Plateforme d’enquêtes militantes”. Ο τίτλος της ομιλίας, «η conricerca, η συνέρευνα ως στυλ της στράτευσης», νομίζω ότι συνοψίζει καλά την ουσία αυτού για το οποίο μιλάμε. Συχνά ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει μια ιδέα της έρευνας ως εξειδίκευση, ή ως ρητορική, ή ως επιβεβαίωση των πράξεων που κάνουμε (αφού είμαστε επισφαλείς, αν κάνουμε μια αυτο-έρευνα η άποψή μας είναι η άποψη της επισφάλειας!). Τίποτα πιο άχρηστο. Η συνέρευνα είναι μια αυτόνομη πολιτική διαδικασία ταυτόχρονα παραγωγής αντι-γνώσης, αντι-υποκειμενικότητας και αντι-οργάνωσης, στην οποία ακόμη και η αντι-χρήση των καπιταλιστικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δεξιοτήτων) σημαίνει τη μετατροπή, την μεταμόρφωση, τον μετασχηματισμό τους. Είναι ένα συνολικό στυλ στράτευσης επειδή ο αγωνιστής, ο στρατευμένος πάντα ψάχνει, ερευνά κάτι που δεν καταλαβαίνει, μια πιθανή δύναμη για να ανατινάξει τις αντιφάσεις, αυτού που υπάρχει αλλά δεν μπορεί να δει. Ο στρατευμένος είναι πάντα ανήσυχος,αλλιώς δεν είναι στρατευμένος, δεν είναι αγωνιστής.

Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο Alquati και άλλοι σύντροφοι ξεκίνησαν τις συνερευνητικές τους πορείες, τα εργοστάσια και οι εργάτες είχαν εγκαταλειφθεί πολιτικά. Σε ένα είδος ασυνείδητου fancofortismo, το κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε την εργατική τάξη να είναι πλέον αμετάκλητα ενσωματωμένη στην καπιταλιστική μηχανή. Έτσι σχηματίστηκε ένας φαύλος κύκλος: το PCI – που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τις μεσαίες τάξεις και τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό (ένας δρόμος χωρίς επαναστατική ταξική πάλη) – ρωτούσε τους αγωνιστές στα εργοστάσια τι κινούνταν εκεί, αυτοί απαντούσαν ότι μεταξύ των εργατών πράγματι δεν υπήρχε δυνατότητα επαναστατικής ταξικής πάλης, η γραμμή της κορυφής επιβεβαιώνονταν με αυτό τον τρόπο και όλοι ένιωθαν ανακουφισμένοι. Οι εργάτες μετανάστες από τη Νότια Ιταλία και εντάχθηκαν στη γραμμή συναρμολόγησης, αυτοί που κάποιο χρόνο αργότερα θα είχαν γίνει εργάτης- μάζα, παρουσιάζονταν από τους αγωνιστές του PCI και του συνδικάτου ως οπορτουνιστές, παθητικοί, αλλοτριωμένοι. Οι εργατιστές αγωνιστές, συζητώντας με τις νεαρές «νέες δυνάμεις», έσκαβαν μέσα στις αμφισημίες ή τις πραγματικές ασάφειες αυτών των συμπεριφορών: κατανοούσαν ότι ναι ήταν αλήθεια, συχνά ακόμη και ψήφιζαν για τις κίτρινες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επειδή δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπούνταν από κανέναν, δεν συμμετείχαν στις απεργίες, επειδή τις θεωρούσαν άχρηστες, ακόμα και η παθητικότητα ήταν μια δυνητικά πιο αποτελεσματική μορφή αγώνα, και σύντομα η αποξένωση από την εργασία έγινε απόρριψη και ανυποταξία. Επιπλέον, ο εργάτης μάζα, κυρίως νέοι νότιοι μετανάστες στις βιομηχανικές μητροπόλεις του Βορρά, δεν αντιστοιχούσε με τίποτα στην εικόνα του θύματος με τις βαλίτσες από χαρτόνι, που παραδίδονταν από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο της αριστεράς, πρόθυμο για δάκρυα και συμπόνια, αντίθετα ήταν μια δυνητική δύναμη, που μετέφερε νέες συμπεριφορές και κουλτούρες της σύγκρουσης ξένες με την παράδοση των θεσμών του Εργατικού Κινήματος που πλέον είναι συν-διαχειριστές των διαδικασιών εκμετάλλευσης μέσα στο εργοστάσιο. Φτάνει με τα κλάματα, αρκετά με την επιθυμία για θυματοποίηση, αρκετά με την κουλτούρα της αριστεράς: ο επαναστάτης αγωνιστής επιδιώκει τη δύναμη, όχι την αδυναμία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ο εργατισμός είναι μια κομμουνιστική εμπειρία σε ρήξη με το κομμουνιστικό κόμμα και ξένη προς την κουλτούρα της αριστεράς.

Όμως αυτή η αναζήτηση δύναμης, ισχύος, δεν βασίζεται ποτέ επάνω στην ιδεολογία ή στην ικανοποίηση της δικής της ταυτότητας, αλλά είναι πάντα ριζωμένη μέσα στην ταξική σύνθεση, και σε ένα πολιτικό στοίχημα στο εσωτερικό μιας ιστορικά καθορισμένης ταξικής σύνθεσης. Και εδώ ανοίγεται μια αποφασιστική ερώτηση, ένα ζήτημα αποφασιστικό, διότι αυτή η έννοια είναι κεντρική στη μέθοδο των εργατιστών.

Η αντιμετώπιση της σύνθεσης της τάξης προϋποθέτει το υποκειμενικό πρόβλημα της πολιτικής ανασύνθεσης. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε το ζήτημα της ανασύνθεσης; Έχει περισσότερο να κάνει με τη σύνθεση ή με τη ρήξη;

Για να συνεχίσουμε τη συζήτηση, θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι δεν υπάρχει ταξικός αγώνας χωρίς ταξική ανασύνθεση. Πρώτον, όμως, πρέπει να κατανοηθούμε, να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της ταξικής σύνθεσης, και τη σχέση μεταξύ τεχνικής σύνθεσης και πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής διάρθρωσης της εργατικής δύναμης στη σχέση της με τις μηχανές και τον σχηματισμό της τάξης ως ανεξάρτητου υποκείμενου. Η τεχνική σύνθεση και η πολιτική σύνθεση δεν μας επιστρέφουν φωτογραφίες στατικών στοιχείων, δηλαδή της εργατικής δύναμης απόλυτα εξαρτημένης-υποκείμενης στο κεφάλαιο αφενός και της τάξης εντελώς αυτόνομης από την άλλη: αυτές είναι διεργασίες που διασχίζονται αμφότερες από τη διαμάχη, από τη σύγκρουση, από την δυνατότητα της ρήξης και της ανατροπής, διότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική σχέση. Μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών δεν υπάρχει μια συμφιλιωτική διαλεκτική, ακριβώς όπως δεν υπάρχει σύνθεση και ανακλαστικό στοιχείο. Το κεντρικό ή πιο εξελιγμένο-προωθημένο υποκείμενο για την καπιταλιστική συσσώρευση δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό ή πιο προηγμένο υποκείμενο των αγώνων, όπως πίστευε η κοινωνικο-κομμουνιστική παράδοση, και όπως συχνά επανήλθαν κατά συνέπεια να σκέπτονται στις εκπονήσεις επάνω στον λεγόμενο «μετα-φορντισμό». Δεν είναι επομένως ζήτημα αναβίωσης της μαρξιστικής σχέσης μεταξύ της τάξης ως κατηγορία και της τάξης για τον εαυτό της, με τη μεσολάβηση μιας ιδεαλιστικής ταξικής συνείδησης που πρέπει απλά να αποκαλυφθεί. Όπως έχουμε ήδη δει, πράγματι, η υποκειμενικότητα – βάση και διακύβευμα της ταξικής σύνθεσης – δεν είναι η συνείδηση: δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να παραχθεί. Το κεφάλαιο την παράγει, μπορούν να της προκαλέσουν, να την παράξουν οι αγώνες.

Η πολιτική σύνθεση προϋποθέτει πάντα μια διπλή διαδικασία: την ανασύνθεση για τους δικούς της αυτόνομους σκοπούς, και την αποσύνθεση των σκοπών του εχθρού. Ανασύσταση δεν σημαίνει αθροιστικά στοιχεία έτσι όπως είναι, αλλά τον μετασχηματισμό τους σε μια διαδικασία ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο και χτισίματος ενός νέου πλαισίου. Δεν είναι λοιπόν η επανένωση μιας υποτιθέμενης αρχικής ενότητας κατακερματισμένης από τη δράση του καπιταλισμού ή την επιστροφή σε ό, τι υπήρχε πριν: η ανασύνθεση της τάξης είναι η δημιουργία ενός νέου και αυτόνομου υποκειμένου. Είναι η δράση της τάξης εναντίον του δικού της εχθρού είναι επίσης η δράση της τάξης εναντίον της ίδιας, για να καταστρέψει τη σχέση του κεφαλαίου που ενσωματώνεται, ενσαρκώνεται μέσα στο προλεταριάτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανασύνθεση είναι η επιστροφή στην αυτονομία που δεν υπάρχει. Η επιστροφή, δηλαδή σε στοιχεία που τα σπάνε με το δεδομένο πλαίσιο, συστήνονται με τρόπο ριζικά διαφορετικό, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Και ανασυνθέτοντας τον εαυτό τους μέσα στη ρήξη, αυτά τα στοιχεία υπονομεύονται, αλλάζουν μέσα στην ουσία τους, αντιστρέφονται-ανατρέπονται σε σχέση με την αρχική τους λειτουργία, την αρχική τους πρόθεση.

Και το κεφάλαιο εξ άλλου αποσυνθέτει, συνθέτει και ανασυνθέτει συνεχώς, δηλαδή, καταστρέφει και μετασχηματίζει: το ονομάζει εκσυγχρονισμόςανανέωση, καινοτομία. Στα επαναστατικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, το κεφάλαιο απάντησε πρώτα όχι με την καταστολή, αλλά με την καινοτομία. Η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός είναι μια επανάσταση στο αντίθετο, με στόχο μια βαθιά αλλαγή στα μεσαία και χαμηλά επίπεδα της πραγματικότητας σε θέση να ενισχύσουν την αναπαραγωγή των υψηλών επιπέδων, δηλαδή τη συσσώρευση κυριαρχίας και κεφαλαίου. Αυτή η αλλαγή φέρει μέσα της το σημάδι της πλευράς του ανταγωνιστή της, στερημένου της δυνατότητας ρήξης, ανταγωνιστή που έχει επαναφερθεί και έχει καμφθεί προς συστημικούς σκοπούς και στόχους. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο απάντησε με την επισφάλεια στον αγώνα κατά της μισθωτής εργασίας και της αυτόνομης εργατικής και προλεταριακής ευελιξίας. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, μέσα σε πλήρη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη, υπάρχουν από την μια πλευρά εκείνοι που ξέχασαν το σημάδι της πλευράς τους, και κατέληξαν να ζητούν-να διεκδικούν την επιστροφή σε αυτό που εργάτες και προλετάριοι είχαν απορρίψει και πολεμήσει, δηλαδή τις αλυσίδες εργασίας επ ‘αόριστον · από την άλλη, όσοι έχουν ανταλλάξει τον εκσυγχρονισμό για την επανάσταση, ζωγραφίζοντας με ευφάνταστο τρόπο μια κοινωνική συνεργασία πλέον εντελώς ελεύθερη και αυτόνομη, και ένα κεφάλαιο ως καθαρά παρασιτικό περιτύλιγμα. Και οι δύο δεν βλέπουν τη συνέχεια και την πιθανότητα του ανταγωνισμού, και συνεπώς αναλαμβάνουν έναν ήδη υπάρχοντα διαχωρισμό μεταξύ των δύο τάξεων-πλευρών: για τους μεν αυτό σημαίνει την αδυναμία της απελευθέρωσης, για τους άλλους η απελευθέρωση έχει ήδη συμβεί. Και οι δύο είναι ιδεολογικές θέσεις, και οι δυο αδύναμες, και οι δύο δείχνουν την απομάκρυνση του προβλήματος της επαναστατικής ρήξης. Και οι δύο δεν βλέπουν το κεντρικό ερώτημα της ταξικής σύνθεσης ως διαδικασία που διασχίζεται συνεχώς από την σύγκρουση, την διαμάχη.

Θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, με μια φόρμουλα: το αντίθετο του εκσυγχρονισμού δεν είναι συντήρηση, αλλά επανάσταση. Αν στη συνέχεια αντικαταστήσουμε στον εκσυγχρονισμό και την συντήρηση τις έννοιες της αριστεράς και δεξιάς, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει, είναι συνώνυμα: το αντίθετο της δεξιάς δεν είναι αριστερά, αλλά επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας στην αριστερά: όχι επειδή η αριστερά έχει γίνει αυτό, αλλά επειδή η αριστερά υπήρξε πάντα αυτό. Η αριστερά είναι από τις απαρχές της διαφωτιστική, προοδευτική, εκσυγχρονιστική. Είναι η σκέψη της θυματοποίησης και της ήττας, εμπιστεύεται τον εαυτό της στην Ιστορία, εχθρεύεται εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στους καιρούς τους, είναι αυτή της συμβατότητας με την ισχύ του κεφαλαίου και του παρανοϊκού αποκλεισμού της ανταγωνιστικής ισχύος – γι ‘αυτό μόλις οι προλεταριακές συμπεριφορές κάνουν του κεφαλιού τους, ξεσπά η συνωμοσιολογία, η διετρολογία [1], και η κατηγορία ότι είναι προβοκατόρικες. Η αριστερά απεικονίζει νεκρές φύσεις στην ακτή της λίμνης, εμείς που θέλουμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας μέσα στις δίνες, ακόμη και μέσα στην επικίνδυνη ακαθαρσία και ασάφεια τους, πρέπει να αποφύγουμε όχι αυτή ή την άλλη αριστερά, αλλά την αριστερά sans phrase.

Από αυτή την άποψη, ο Romano Alquati – μια αποφασιστική φιγούρα του εργατισμού, αν και δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστος στο εξωτερικό – μιλούσε για «οργανωμένο αυθορμητισμό». Τι εννοούσε;

Αυτό τον καθορισμό, τον σχεδιασμό αυτό της ταξικής σύνθεσης και της ανασύνθεσης τον χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον Alquati. Εάν θέλουμε να το πούμε με ένα αστείο, δεν υπάρχει εργατισμός δίχως Alquati, αν και ο Alquati δεν μπορεί να μειωθεί αποκλειστικά στην εμπειρία του εργατισμού. Συχνά θεωρήθηκε ως ο «εφευρέτης της conricerca-συνέρευνας», ένας ισχυρισμός στον οποίο απαντούσε ότι οι αγωνιστές,οι στρατευμένοι πάντα έκαναν συνέρευνα και απλά αυτός, που ήταν αγωνιστής, έκανε συνέρευνα, είναι σαν να υποστηρίζουμε – μας προειδοποιούσε – ότι αν είναι να διασχίσω έναν δρόμο γεμάτο πέτρες φορώ τα παπούτσια, τότε σημαίνει ότι έχω εφεύρει τα παπούτσια.Υπήρχε προφανώς μια παράδοξη υπερβολή σε αυτό, επειδή η συνέρευνα- conricerca για το πώς μιλάμε γι ‘αυτήν σήμερα ή που προσπαθούμε να ξανα- ανακαλύψουμε βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή του Alquati και των συλλογικών πραγματικοτήτων που έχτισε αυτός για να την εφαρμόσει. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι το να τον ορίσουμε απλά ως εφευρέτη της συνέρευνας κατέληξε να περιορίζει την πορεία του στη δεκαετία του ’60, στα έτσι κι αλλιώς αποφασιστικά κείμενα για την Fiat ή την Olivetti. Ο Alquati αντίθετα είναι πολύ άλλος και πολύ περισσότερα. Οι ερευνητικές του πορείες μέσα και κατά του «πανεπιστημίου της μεσαίας τάξης» της δεκαετίας του ’70 εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις ακόμη σήμερα, στις οποίες προέβλεπε την εμφάνιση του κοινωνικού εργάτη και του πνευματικού προλεταριάτου. Μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 επεξεργάζεται ένα γενικό μοντέλο, συνολικό (καλούμενο από αυτόν «modellone») για τη λειτουργία του καπιταλισμού, με στόχο τον επαναστατικό μακροπρόθεσμο στόχο της ρήξης και της εξόδου από τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Σε αυτή την φάση ο Alquati παράγει εξαιρετικές προβλέψεις για θέματα, ερωτηματικά, προβλήματα και ζητήματα (από την υπερ-εκβιομηχάνιση έως την κεντρική θέση της αναπαραγωγής) που σήμερα παρουσιάζονται απολύτως αποφασιστικά.

Ο ορισμός του «οργανωμένου αυθορμητισμού» προκύπτει από τις διαδικασίες της conricerca-συνέρευνας στη ζωντανή σάρκα των εργατικών αγώνων της δεκαετίας του ’60. Στην παράδοση του εργατικού κινήματος υπάρχει μια διάκριση μεταξύ της λατρείας του αυθορμητισμού και του φετίχ της οργάνωσης, ή μια διαλεκτική της για τα στάδια της ανάπτυξης: πρώτα υπάρχει ο αυθορμητισμός, μετά υπάρχει η οργάνωση. Ο Alquati διαρρηγνύει οριστικά αυτή τη διαλεκτική και προτείνει εκείνο το φαινομενικό οξύμωρο: στη Fiat δεν είναι μια εξωτερική οργάνωση που παράγει τη σύγκρουση, δεν είναι ο απλός αυθορμητισμός που την ωθεί προς τα εμπρός. Δημιουργήθηκε ένα είδος «αόρατης οργάνωσης» μέσω της οποίας οι εργάτες επικοινωνούν, προετοιμάζουν τους αγώνες, ανιχνεύουν τους χρόνους, μπλοκάρουν το εργοστάσιο. Είναι αυτή η αόρατη οργάνωση που τίθεται ως πρωτοπορία των ανασυντεθιμένων διαδικασιών, ενώ οι αγωνιστές του κόμματος ακολουθούν διστακτικοί, χαμένοι και συχνά δρουν σαν καπάκι. Η μορφή αγώνα της «αγριόγατας», a “gatto selvaggio”, η οποία τρέφεται ακριβώς από την αόρατη οργάνωση, είναι απρόβλεπτη, επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί από μια μεταρρυθμιστική, ρεφορμιστική διαμεσολάβηση.Εφαρμόζεται μέσα από μια συνεχή εναλλαγή των τακτικών, των μεθόδων, των χρόνων και των τόπων και, «δεν διεκδικεί τίποτα».Είναι το πιο προωθημένο επίπεδο της εργατικής «μη συνεργασίας», αν και σίγουρα δεν είναι η μόνη μορφή πάλης, εναλλασσόμενη με τη μαζική απεργία ή τη σύγκρουση στους δρόμους, στην πλατεία. Το πρόβλημα είναι να τις συνδυάσουμε και να τις επαναδρομολογήσουμε, ενισχύοντας τες αμοιβαίως. Ο Alquati γράφει σχετικά με αυτό: «Το καθήκον μιας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι να σχεδιάσει την αγριόγατα με έναν προκαθορισμένο τρόπο, διότι θα διακινδυνεύσει ακριβώς να την καταστήσει απορροφήσιμη στον κύριο-στο αφεντικό με την εξημέρωσή της: ενώ να την οργανώσει και να την εξαπλώσει αρκεί και η εργατική »αόρατη οργάνωση», της οποίας η απεργία ‘αγριόγατας’ καθίσταται ένα μόνιμο γεγονός».

Πηγαίνοντας πέρα από την ιδιαιτερότητα αυτών των αγώνων, το ζήτημα του οργανωμένου αυθορμητισμού μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη σχέση με πολιτικά ορθούς όρους, να ξεχωρίσουμε αποφασιστικά την αμεσότητα, την αυθεντικότητα από τον αυθορμητισμό, που αποτελεί την ιδεολογία του, καθώς και να ξεχωρίσουμε την οργάνωση από την απλή διαχείριση. Συνεπώς, οι δύο όροι της σχέσης δεν πρέπει ποτέ να διαχωριστούν και να αντιταχθούν: η οργάνωση πρέπει να τρέφεται με αυθορμητισμό και η οργάνωση πρέπει να οδηγείται μέσα στην αμεσότητα και την αυθεντικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει επάνω στην δική της αμεσότητα, είναι η αυθεντικότητα που αντανακλά επάνω στη δική της οργάνωση. Και μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα (με τρόπο ριζικά διαφορετικό από την τρέχουσα χρήση και ιδέα) είναι το υποκείμενο που ανασυντάσει συνεχώς τη σχέση ανάμεσα στην αμεσότητα και την οργάνωση, ανάμεσα στην άρνηση και τους μακρο-στόχους.

Πολύ συχνά, κι εσύ αναφέρεσαι στη «μέθοδο της τάσης», στα γραπτά σου: σε τι ακριβώς συνίσταται;

Είναι μια κεντρική οπτική και, όπως και ίσως περισσότερο από άλλες, αποτελεί προάγγελο πολλών παρανοήσεων. Από κάποιες φιγούρες που προέρχονται από τον εργατισμό η τάση έχει ερμηνευτεί με όλο και πιο μηχανιστικούς όρους, σαν να μας έχει παραδώσει άμεσα η γραμμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα υποκείμενα της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική σύνθεση έχει γίνει ο καρπός της τεχνικής σύνθεσης, και όχι πλέον η διάρρηξη της. Αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει το όνομα της οντολογίας, πραγματοποιώντας μια απλή πνευματική ανατροπή της διαδικασίας. Δηλαδή: τα υποκείμενα που παράγει η καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρούνται οντολογικά τα επαναστατικά υποκείμενα. Για να βρεθούν οι άκρες, για να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, απομακρύνθηκε επομένως ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, των ισορροπιών δυνάμεως, των διαδικασιών αγώνα μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα διαμορφώνει την αυτονομία της, σπάζοντας τα με τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενικοποίησης.

Αντίθετα, από την επαναστατική οπτική τάση δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και γραμμικότητα του ιστορικού μονοπατιού, και δεν έχει καμία σχέση με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πρέπει να αφήσουμε τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τις βροχές, ως αγωνιστές πρέπει να στρατευθούμε για τη δημιουργία καταιγίδων. Και φυσικά τάση δεν σημαίνει μη αναστρεψιμότητα των διαδικασιών, δηλαδή το δόγμα στη βάση της εκσυγχρονιστικής θρησκείας και επιταχυντικής : αντίθετα, από τη στιγμή που θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από τις ισορροπίες δυνάμεων, οι διαδικασίες μπορούν να διακόπτονται συνεχώς, να εκτρέπονται, να ανατρέπονται. Ως εκ τούτου τάση σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας ανάπτυξης αντιπαράθεσης και ριζικής διαφορετικότητας στη σύνθεση των στοιχείων του παρόντος. Η τάση είναι σαν την προφητεία: σημαίνει να βλέπεις και να επιβεβαιώνεις με διαφορετικό τρόπο εκείνο που ήδη υπάρχει εικονικά στο παρόν.

Με λίγα λόγια, τάση σημαίνει στην πραγματικότητα να είσαι μπροστά, είναι η ικανότητα να κατανοήσουμε το έδαφος της ανταγωνιστικής δυνατότητας μέσα στις αμφιβολίες και τις αμφισημίες της σύνθεσης, της υποκειμενικότητας και των υπαρχουσών συμπεριφορών. Τάση σημαίνει προσδοκία, προκαταβολή, πολιτικό στοίχημα. Το στοίχημα δεν είναι μια ζαριά, ούτε είναι επιστημονική πρόβλεψη.Είναι μια επιλογή διαδρομής, η αναγνώριση μιας γραμμής τάσης που δεν υπάρχει εκεί αλλά θα μπορούσε να είναι εκεί. Είναι ένα υλιστικό στοίχημα, δηλαδή εντός και κατά το υπάρχοντος πεδίου δυνάμεων. Χωρίς πολιτικό στοίχημα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική με επαναστατική έννοια, αλλά μόνο διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή τεχνική της θεσμικής πολιτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μιλώντας για την ουσία της εκπαίδευσης και του πανεπιστημίου, ο Alquati έγραφε ότι η conricerca-συνέρευνα χρησιμεύει για να επιτύχει να έχει ένα ρόλο το κίνημα που να μην είναι απλά της ουράς των πραγμάτων : «η έρευνα στόχευε στο να προβλέψει, να προκαταβάλει, όχι να εξορθολογίσει ιδεολογικά εκείνο που έχει ήδη συμβεί καθώς «αυθόρμητα» συμβαίνει όταν το μαζικό κίνημα ακριβώς ‘κινείται’. Το πρόβλημα είναι γενικό: της στρατηγικής που χρησιμεύει στην καθοδήγηση και την πολιτική ηγεσία που επιτυγχάνει να προβλέψει σύμφωνα με μια στρατηγική. Το να φθάσεις αργότερα δεν χρησιμεύει σε τίποτα «. Ο αγωνιστής πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο. Το σημαντικό είναι να ενεργήσει εντός και κατά της χυδαιότητας της υφιστάμενης κατάστασης και όχι – όπως συμβαίνει πολύ συχνά στον λεγόμενο «μετα-εργατισμό» – μέσα στη φαντασία του ατόμου και ενάντια στις συλλογικές δυνατότητες.

Στα δύο πιο γνωστά ονόματα σε διεθνές επίπεδο – Mario Tronti και Toni Negri – είναι παραπέμψιμες δύο παραλλαγές του εργατισμού που αναφέρατε, μια «katechontica-κατεχοντική» και η άλλη «accelerationist-επιταχυντική». Μέσα από μορφές όπως ο Romano Alquati ή ο Sergio Bologna, ωστόσο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα τρίτο θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα μέσα στον εργατισμό, το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «composizionista-συνθετιστικό». Γιατί μπορεί να είναι σημαντικό να εμβαθύνουμε αυτή τη γραμμή, αυτό το ρεύμα έρευνας;

Είναι διαμέσου αυτού του παραδείγματος (που ορίζεται ως συνθετιστικό για να καταλαβαινόμαστε, αν θέλετε να βρείτε έναν άλλο όρο, αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία), ο εργατισμός μπόρεσε να σπάσει το μερικώς κλειστό σύστημα μαρξικής λογικής, εκείνης που κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη στην εξήγηση του πώς παράγεται και αναπαράγεται το χαλύβδινο κλουβί, εισάγοντας το καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αυτή δεν διαμορφώνεται με τρόπο ντετερμινιστικό από την υλική διαμονή-τοποθέτηση, ούτε σχηματίζεται ανεξάρτητα από αυτήν: όπως έχουμε ήδη δει, η υποκειμενικότητα συνδέεται με τον αγώνα, δηλαδή με τη ισχύ σχηματισμού του κεφαλαίου και με τη δυνατότητα συμπεριφορών και δυνάμεων που σχηματίζονται εναντίον του κεφαλαίου. Το να εξετάζουμε τη σύνθεση της τάξης, να συνερευνούμε και να δρούμε μέσα σε αυτήν για να την λυγίσουμε και να την κάμψουμε σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση, σημαίνει να εστιάζουμε συνεχώς την πολιτική πρωτοβουλία στη σχέση μεταξύ διαδικασίας και υποκειμένου. Για να το πούμε απλά: σε μια διαδικασία με σχέσεις ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, το υποκείμενο που σχηματίζεται πρώτα απ’ όλα πλάθεται από αυτό, σε μια διαδικασία με διαφορετικές ισορροπίες δυνάμεων, σχηματίζεται ένα διαφορετικό υποκείμενο. Το να λέμε ότι το υποκείμενο είναι διαμορφωμένο από το κεφάλαιο, όπως συμβαίνει στη σημερινή φάση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες σύγκρουσης ή αυτονομίας, όχι, καθόλου. Ο Alquati μίλησε για ένα «άλυτο κατάλοιπο» και που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, αυτό που αποκαλούσε ανθρώπινη ενεργητική ικανότητα, της οποίας το κεφάλαιο πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς για να κάνει να λειτουργεί το σύστημά του. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι υπάρχει μια διαρθρωτική δυνητική ασυμμετρία μεταξύ των δύο τάξεων: ενώ το κεφάλαιο χρειάζεται το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, και τελικά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν αυτής της κοινωνικής σχέσης. Αυτή είναι η αντίφαση που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, απ’ όπου προέρχεται η διαρκής δυνατότητα του ανταγωνισμού, η οποία αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές και εκφράσεις, ή από καιρό σε καιρό ή σε ορισμένες φάσεις δεν λαμβάνει ρητές μορφές και εκφράσεις.

Ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να αναμένεται μεσσιανικά, ούτε να τον φανταζόμαστε ξεκινώντας από αυτό που θα θέλαμε και θα μας άρεσε – με αποτέλεσμα όταν οι προλετάριοι δεν συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε, ασκούμε ατομικές και πνευματικές αποδράσεις προς τα εμπρός. Οι αγωνιστές πρέπει να σκάψουν μέσα στις αμφιβολίες, τις αμφισημίες και τις ασάφειες, μέσα στην «ακαθαρσία» των πραγματικών συμπεριφορών: όχι για να τις εκθειάζουμε λαϊκιστικά, αλλά για να αναζητήσουμε μέσα τους μια πολιτική φύση στο επίπεδο των εγγενών μορφών και εκφράσεών της, όταν υπάρχει μια virtualness, εικονική πραγματικότητα που δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε δράση συλλογική. Για παράδειγμα, πριν γίνει ρητή και συλλογική μορφή αντιπαράθεσης και άρνησης, η απόρριψη της εργασίας ενσαρκώνονταν σε κατακερματισμένες συμπεριφορές προσποίησης στο ατομικό επίπεδο. Από την εγγενή πολιτική φύση προς τη ρητή πολιτική φύση δεν υπάρχει ένα απαραίτητο πέρασμα σταδίων ανάπτυξης. Υπάρχει αντ ‘αυτού η κατασκευή μιας οργανωτικής διαδικασίας, υπάρχει η πορεία της συνέρευνας, υπάρχει όλη η δύναμη του μαχητικού στοιχήματος, του στρατευμένου στοιχήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιδίωξη της εγγενούς πολιτικής φύσης είναι η αναζήτηση του χώρου μεταξύ της αφηρημένης δυναμικής του ανταγωνισμού και της διοχετευμένης μορφής έκφρασής του, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι συμπεριφορές μπορούν να πάρουν διαφορετικές ή και αντίθετες κατευθύνσεις, είναι ο χώρος στον οποίο η διαδικασία μπορεί πράγματι να αποκλίνει, να καμπυλώνεται, να διακόπτεται, να ανατρέπεται. Επομένως, είναι ο χώρος που αρμόζει στην μαχητική, στρατευμένη παρέμβαση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι τόσο το «επιταχυντικό»,“accelerazionista” πρότυπο όσο και το «κατεχοντικό», “katechontico” παράδειγμα καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να προκαλούν την ταξική σύνθεση και τις επαναστατικές δυνατότητές της να κατεβούν από αυτήν. Για το πρώτο παράδειγμα πρέπει απλά να επιταχύνουμε την ανάπτυξη της νέας τεχνικής σύνθεσης για να την μετατρέψουμε σε πολιτική σύνθεση, για δεύτερο πρέπει να διατηρήσουμε τη δύναμη της παλιάς πολιτικής σύνθεσης για να καταπολεμήσουμε την τεχνική σύνθεση. Και τα δύο κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χάνει την επαφή με τη μεσαία δέσμη, δηλαδή με το επίπεδο στο οποίο δίδονται οι συγκεκριμένες δυνατότητες της ρήξης και της ανατροπής. Η μέθοδος της τάσης που μας ενδιαφέρει, αντιθέτως, δεν είναι ο προσδιορισμός μιας «αντικειμενικής» ανάπτυξης, σημαίνει να θέσουμε το πρόβλημα της διακοπής και της απόκλισης, δηλαδή της συσσώρευσης δύναμης για το χτίσιμο ανασυντεθιμένων διαδικασιών. Αυτή η δύναμη συσσωρεύεται τόσο στην επιτάχυνση όσο και στη συγκράτηση, περισσότερο ή λιγότερο στη μία ή την άλλη, ανάλογα με τις φάσεις και πάνω απ ‘όλα τους αγώνες που δημιουργούν αντίσταση ή σπρώχνουν προς τα εμπρός. Επειδή η οπτική από την οποία αξιολογείται η επιτάχυνση και η συγκράτηση είναι αυτή της ταξικής σύνθεσης, της δυνητικής αυτονομίας της και των δυνατοτήτων της για επαναστατική μεταμόρφωση.

Στην περίπτωση του επιταχυντισμού του Negri, αντίθετα, η τάση γίνεται τελεολογία, η διαδικασία της οργάνωσης, σύγκρουσης και ρήξης εσωτερικό της σχέσης μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης, πολιτική και ανασύνθεση δίνουν τη θέση σε μια ιδέα απόρριψης οποιασδήποτε μορφής μεσολάβησης της ανατροπής. Ο Negri καταλήγει δηλαδή να μην βλέπει τη διαδικασία και να ταυτοποιεί αμέσως το υποκείμενο ως οντολογικώς ελεύθερο και αυτόνομο. Δεν συνειδητοποιεί ότι εκείνο το υποκείμενο δεν είναι καθόλου ελεύθερο και αυτόνομο, αλλά βαθιά σημαδεμένο από την καπιταλιστική υποκειμενοποίηση,subjectivisation. Μόνο με την κατανόηση της αμφισημίας και την κάμψη της σε ανταγωνιστική έννοια μπορεί να φθάσει να αντιταχθεί στον εαυτό του. Μόνο μέσα από τη διαδικασία του αγώνα το υποκείμενο κατακτά ελευθερία και αυτονομία. Υπάρχει επίσης σε αυτό ένα πνευματικό βίτσιο, εκείνου που δεν μετρά πλέον τις κατηγορίες του με βάση τη μαχητικότητα-την στράτευση μέσα και κατά της πραγματικότητας, αλλά μετρά την πραγματικότητα στη βάση των δικών του κατηγοριών. Στην αυτονομία του πολιτικού ακολουθεί εδώ η αυτονομία της πολιτικής φιλοσοφίας. Και είναι, ίσως, θλιβερά παράδοξο το γεγονός ότι ένας από εκείνους που μίλησαν για την ηγεμονία της «γενικής διάνοιας», τερματίζει την πορεία του μέσα στην αλαζονική μοναξιά της ατομικής διάνοιας.

Συχνά ο εργατισμός κατηγορήθηκε για sviluppismo, αναπτυξιολαγνεία…

Εν μέρει, υπάρχει λόγος, κυρίως λόγω εκείνης της εξέλιξης στην οποία η τάση γίνεται τελεολογία. Πιστεύω όμως ότι το ίδιο προβληματική, ή ακόμη περισσότερο, είναι η ρητορική εναντίον της ανάπτυξης που έκανε το δρόμο της τις τελευταίες δεκαετίες, διότι συχνά υιοθετεί ηθικίστικα και κατά βάθος ταξικά χαρακτηριστικά, στην περίπτωση αυτή της άλλης τάξης. Είναι μάλλον πολύ εύκολο να είμαστε για την degrowing, αποανάπτυξη ενώ πίνουμε κονιάκ από το άνετο γραφείο της Σορβόννης μας …Δεν είναι όλες οι θέσεις ενάντια στην ανάπτυξη αναγώγιμες στην αποανάπτυξη, αλλά ακόμη και οι καλύτερες και οι πιο ενδιαφέρουσες για τους αγώνες κινδυνεύουν να είναι ισοδύναμες στο πολεμικό τους αντικείμενο. Στην πραγματικότητα, τόσο η αναπτυξιολαγνεία όσο και η αντι-αναπτυξιολαγνεία δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο και καταλήγουν να είναι μάλλον ιδεολογικές: η μια φαντάζεται τα επαναστατικά υποκείμενα σε όλα όσα παράγονται από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η άλλη τα φαντάζεται σε όλα αυτά που προηγούνται ή απατηλά θεωρούνται «έξω» από εκείνη την ανάπτυξη. Μια επιλογή είναι τόσο μέσα που ξεχνιέται πως είναι αντίθετη, και έτσι απορροφάται μέσα στα σαγόνια ενός αδύνατου ρεφορμισμού, η άλλη επικαλείται μια επίθεση στο φρούριο από τα έξω, στηριζόμενη σε έναν μη ρεαλιστικό αυθορμητισμό. Ο υλισμός χωρίς την επαναστατική θέληση ρέει στον ντετερμινισμό, η επαναστατική θέληση στερημένη του υλισμού ρέει στον ιδεαλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς, είμαστε εν τούτοις ακόμα μέσα στην ανάπτυξη και στις χαοτικές αντιφάσεις της, δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια αμφίθυμη συγκρουσιακή ματιά: πρέπει να κατανοούμε δηλαδή αυτή την αντιυποκειμενικότητα- controsoggettività και πόσες ανταγωνιστικές δυνατότητες δημιουργούνται και καταστρέφονται μέσα στην εξέλιξη-ανάπτυξη, πόσες δημιουργούνται και καταστρέφονται στην αντίσταση ή όταν πιέζουμε τις διαδικασίες προς τα εμπρός. Αντι-χρήση των διαδικασιών σημαίνει όχι μόνο τη χρήση των μέσων που παράγονται από την ανάπτυξη για έναν άλλο σκοπό, αλλά κάνοντας αυτό να τα λυγίζουμε, να τα μεταμορφώνουμε, να δημιουργούμε άλλα. Διότι τότε το να είσαι μέσα δεν είναι ένα ζήτημα ατομικών επιθυμιών ή υπαρξιακών εμπειριών αλλά σκληρής ουσιαστικότητας-υλικότητας της κοινωνικής σχέσης που μαχόμαστε, το σημείο είναι σαν να είμαστε εναντίον.

Εν ολίγοις, η διαλεκτική μεταξύ αναπτυξιολαγνείας και αντι αναπτυξιολαγνείας, επιτάχυνσης και αποανάπτυξης, νεωτερικότητας και αντι-νεωτερικότητας, είναι εξ ολοκλήρου εσωτερική στην οπτική του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελείται από επιτάχυνση και κράτηση, καταστρέφει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του και ανασυνθέτει τα θραύσματα που παράγονται σύμφωνα με τις αναπτυξιακές του ανάγκες.Τότε το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να σχεδιάσει την εξέλιξη-την ανάπτυξη από την οπτική γωνία της μακρο-δικής μας πλευράς, πραγματικής ή δυνητικής, για να περιορίσει τα στοιχεία που εμποδίζουν την καταστροφική επιτάχυνση της καπιταλιστικής καινοτομίας, δηλαδή αυτά που μας φτωχαίνουν, και επιταχύνοντας τα στοιχεία που παράγουν ρήξη στον αντίπαλο, εμπλουτισμό της υποκειμενικότητας και και αυτονομία στην πλευρά μας.

Για να καταλάβουμε το τι πρέπει να κάνει οαγωνιστής-ο στρατευμένος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, συγχωρέστε την αγριότητα, την αλληγορία του καρκίνου. Στο σώμα μας πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη του κακού, που αναπτύσσει τον καρκίνο, στο κορμί του εχθρού μας πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταστάσεις που παράγονται από την ταξική πάλη. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μια σχέση, αλλά ποτέ δεν είναι συμμετρική, χρονικά γραμμική, τελεολογική. Επομένως, η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργεί ως καρκίνος προς τον αντίπαλο και ως εμβόλιο μέσα μας, δηλαδή ελεγχόμενος εμβολιασμός δηλητηρίου για να ενισχύσουμε τον οργανισμό. Σε εμάς το αντίθετο συμβαίνει συχνά: η σύγκρουση γίνεται καρκίνος μέσα μας, δηλαδή πηγή συχνά άχρηστων διαχωρισμών, και εμβόλιο για τον αντίπαλο, επομένως καπιταλιστική καινοτομία, ανανέωση.

Ας έρθουμε λοιπόν στη φιγούρα του αγωνιστή, του στρατευμένου, στον οποίο έχεις πρόσφατα αφιερώσει ένα δοκίμιο. Ποιος είναι ο αγωνιστής; Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του;

Από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα έχουν ανακύψει ήδη διάφορα κομμάτια απάντησης, επειδή η μαχητικότητα-η αγωνιστικότητα-η στράτευση δεν είναι μια συγκεκριμένη πτυχή: είναι η άποψή μας, είναι η μορφή της ζωής μας, είναι αυτό που είμαστε, αυτό που λέμε, αυτό που πιστεύουμε. Ο μαχητής-αγωνιστής-στρατευμένος είναι εξ ορισμού αυτός που θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο, ολοκληρωτικά. Αυτή η αλήθεια παίρνει διάφορες μορφές σε σχέση με την ιστορική φάση, με την ταξική σύνθεση, με τις οργανωτικές διαδικασίες. Όταν στο σημείο καμπής της χιλιετίας άρχισαν να τον αποκαλούν ακτιβιστή, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική και αμερικανική επικρατούσα μόδα, δεν επρόκειτο απλά για μια γλωσσική παραχώρηση, αλλά για μια δομική αποτυχία, υποχώρηση, καθίζηση. Χάθηκε έτσι η incommensurabilità του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. [ incommensurabilità: η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ενός κοινού μέτρου ή μιας περιόδου αναφοράς, με σκοπό έναν βολικό ποσοτικό ορισμό.] Φιγούρες του γενικού ενδιαφέροντος, συνεπώς της αναπαραγωγής του υπάρχοντος. Αντίθετα ο αγωνιστής είναι ένα διαχωριστικό υποκείμενο, παράγει συνεχώς το «εμείς» και «αυτοί», παίρνει θέση και αναγκάζει να πάρουμε θέση, να τοποθετηθούμε. Ξεχωρίζει για να ανασυνθέσει το μέρος του, την πλευρά του. Είναι πρωτίστως μια φιγούρα της άρνησης, επειδή απορρίπτει το υπάρχον και αγωνίζεται για να το καταστρέψει. Ξεκινώντας από την άρνηση, παράγει συλλογικούς μακρο-στόχους και νέες μορφές ζωής.

Πολύ συχνά, ειδικά σε δύσκολες φάσεις όπως αυτή, ακούμε πολλούς συντρόφους να διαμαρτύρονται για την απουσία αγώνων ή να χαίρονται με εκείνους άλλων. Κατάθλιψη και ευφορία μιμούνται εκείνες των χρηματοπιστωτικών αγορών, φούσκες και voyeurismo-ηδονοβλεψία ταξιδεύουν και εξαφανίζονται με την ταχύτητα ενός tweet. Και όμως, οι ιστορικές φάσεις δεν είναι όμορφες ή άσχημες: είναι χώροι μέσα και εναντίον των οποίων τοποθετούμαστε όσον αφορά τον σχεδιασμό. Δεν πρέπει να κριθούν στη βάση των επιθυμιών μας, αλλά πολεμούνται στη βάση των καθηκόντων μας. Η ποινή είναι να βυθιζόμαστε στο κυκλοθυμικό χρονικό των αγώνων και της απουσία τους, κυματίζοντας μεταξύ της ευφορίας του οπαδού και την κατάθλιψη του θεατή, ανάμεσα σε μια δίχως λόγο αίσθηση ήττας και αδικαιολόγητες διακηρύξεις νίκης. Να ελευθερωθούμε από αυτές, αν θέλουμε να ζήσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Πράγματι, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πιο σημαντική φάση για τον επαναστάτη αγωνιστή είναι ακριβώς εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν αγώνες. Στην πραγματικότητα, όταν υπάρχουν, ο στρατευμένος επαναστάτης φτάνει πολύ αργά. Πρέπει να προβλέψουμε, να προλάβουμε για να οργανώνουμε και να κατευθύνουμε, να μην παρατηρούμε για να διηγούμαστε και να περιγράφουμε. Και πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι όταν οι αγώνες υπάρχουν, συχνά οι αγωνιστές – μιλάω στην περίπτωση αυτή για την ιταλική συγκυρία – δεν ξέρουν πώς να τους αντιληφθούν γιατί ξεφεύγουν από τα σχήματα τους, ή δρουν σαν πώμα, σαν αναστολέας στην ανάπτυξή τους. Ας μην μας πιάνει κατάθλιψη λοιπόν από ένα επίπεδο τοπίο ή να μην γοητευτούμε από τα κύματα της θυελλώδους θάλασσας, να προσπαθήσουμε αντιθέτως να πιάσουμε τα αόρατα στροβιλίσματα που αναταράσσονται κάτω από την φαινομενική ηρεμία του ποταμού. Αυτό είναι το καθήκον του σήμερα, αυτό είναι το τι να κάνουμε που πρέπει να χτίσουμε.

Ας έρθουμε τώρα στις κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον «μετα-εργατισμό», οι οποίες, όπως παρατήρησες, κινδυνεύουν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ψεύτικη αμεσότητα της μετάφρασης της τεχνικής σύνθεσης στην πολιτική σύνθεση …

Πρέπει οριστικά να απαλλαγούμε από την ιδεολογία του μετά, του post, η οποία για πολύ καιρό από τη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 μας έχει κρατήσει παγιδευμένους στην μέγκενη ενός εκβιασμού: την επιλογή μεταξύ εκείνων που λένε πως τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και αυτών που λένε ότι όλα θα είναι πάντα όπως πριν. Και οι δύο έχουν λάθος. Για να ξαναπάρουμε και πάλι τα εννοιολογικά εργαλεία του αλκουατιανού μοντέλου- modellone, μπορούμε να πούμε ότι στα επίπεδα των υψηλών πραγματικοτήτων (όπως είδαμε, εκείνα της συσσώρευσης κυριαρχίας και κεφαλαίου) τίποτα δεν άλλαξε, στα επίπεδα των ενδιάμεσων πραγματικών πραγματικοτήτων υπήρξαν σημαντικές μεταλλάξεις-αλλαγές, στο τα επίπεδα χαμηλής πραγματικότητας τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Για να κατανοήσουμε τις μονιμότητες και τις αλλαγές, χρειαζόμαστε έρευνα, να καταλάβουμε πού τα πράγματα διαφέρουν και γιατί, και ποιοι χώροι ανταγωνιστικής δυνατότητας ανοίγουν. Η ιδεολογία του post έχει, αντιθέτως, αξιώσει να μας λέει για έναν καινούργιο κόσμο, πάντα καινούργιο, είναι ο κόσμος για τον οποίον μας έχει μιλήσει η ρητορική της καινοτομίας, της ανανέωσης, η οποία είναι η πραγματική ρητορική του σύγχρονου καπιταλισμού. Μια ρητορική που οργανώνει μια συγκεκριμένη υλικότητα, εκείνη όπως έχουμε δει της καπιταλιστικής αντεπανάστασης.

Αναλαμβάνοντας την ιδεολογία του μετά, ένα μέρος εκείνων που έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του εργατισμού έχει φανταστεί την τάξη (όρος που καταργήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάταγμα) ως αντικειμενικά επακόλουθο των πραγματικών ή υποτιθέμενων μετασχηματισμών του κεφαλαίου. Δηλαδή, ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, της πολιτικής διαδικασίας της αντιυποκειμενοποίησης και της μεταμόρφωσής της έχει αφαιρεθεί. Ο κόμβος της ρήξης, με το κεφάλαιο και εσωτερικό στην ταξική σύνθεση, έχει αφαιρεθεί, καταργήθηκε. Όχι πλέον η τάξη εναντίον της, αλλά μια τάξη που ως δια μαγείας γίνεται αυτόνομη και πρέπει μόνο να αναγνωρίζεται μέσα σε αυτήν την αυτονομία της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τα σπάσει με το κεφάλαιο, αλλά απλώς να απομακρυνθεί από αυτό (παραδόξως, ακόμη και θέσεις που χαρακτηρίζονται έντονα από κριτική και αντίθεση προς τον Negri, καταλήγουν μερικές φορές να φθάνουν σε παρόμοια συμπεράσματα). Παρόλο που γεννήθηκαν από την άρνηση της εργασίας, ορισμένες αιχμές του λεγόμενου «μετα-εργατισμού» κατέληξαν παράδοξα στο να δώσουν ζωή σε ένα είδος άυλου και γνωστικού lavorismo, εκεί όπου έχασαν από την ματιά τους την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των καπιταλιστικών δεξιοτήτων και των γνώσεων της δικής τους πλευράς, μεταξύ της αναπροσαρμογής της αξίας και της αυτο-αναπροσαρμογής της αξίας, μεταξύ του πλούτου της συσσώρευσης και του πλούτου των αγώνων. Το πρόβλημα, ακριβώς, απορρέει από την ιδέα μιας ήδη ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με την οποία το κεφάλαιο είναι παρασιτικός παράγοντας, ενώ η εργασία θα είχε γίνει κοινή – κάτι που μπορεί να είναι αληθινό, υπό την προϋπόθεση να προστεθεί ότι εκείνη είναι η κοινότητα της εκμετάλλευσης και της αφηρημένης εργασίας που διοικείται από το κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο ορισμός του «μετα-εργατισμού» επινοήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ως μια προσπάθεια να συλλάβει τη δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσει και να τον αφαιρέσει από τη σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσει, δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της γνώσης, δηλαδή όχι πλέον καλό για τους αγώνες. Μετά έγινε «ιταλική θεωρία», “Italian Theory”, η οποία διαφοροποιείται από την «ιταλική σκέψη», “Italian Thought”,και στη συνέχεια θα υπάρξει η « επικριτική ιταλική θεωρία», “Critical Italian Theory”, η «επικριτική ιταλική σκέψη», “Critical Italian Thought” και ούτω καθεξής προς το κακό τους άπειρο, σε μια θεωρία αποσπασμένη από τη ταξική σύνθεση και από την ταξική πάλη, για να συνδεθεί σταθερά στην αναπροσαρμογή της αξίας και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, καθώς και σε συνέδρια και πανεπιστημιακές έδρες

Εκείνο το σύνολο θεωρημάτων και αναλύσεων που συλλέχθηκαν αργότερα στον ακαδημαϊκό ορισμό του «μετα-εργατισμού» αναπτύχθηκε μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις μηδενιστικές εικόνες – συμμετρικές μεταξύ τους, η μια συμπληρώνει την άλλη – του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο πολεμικός στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η πρακτική εξέλιξη δεν είναι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Ορισμένες από αυτές τις εννοιολογικές προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, για τους λόγους που αναφέραμε σχηματικά, πρώτα απ ‘όλα την ιδέα ότι η πολιτική σύνθεση προέρχεται αυτόματα από την τεχνική σύνθεση, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν να παραμείνουν ακόμη, όμως μέχρις ότου επανεξεταστούν μέσα στις αλλαγές που έλαβαν χώρα μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός γενικού μοντέλου. Σε αυτή την περίπτωση, το να μην ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή δεν σημαίνει πραγματικά πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Με άλλα λόγια, σημαίνει να διατρέξουμε τον κίνδυνο της οστεοποίησης των κατηγοριών, της μετατροπής τους σε δόγματα, να καταστήσουμε τον εργατισμό αυτό που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι μια κίνηση σκέψης, ένα κίνημα σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικά, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές επιχειρήσεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό σύστημα. Πρόκειται βέβαια για ασήμαντες επιχειρήσεις, σίγουρα, αλλά κινδυνεύουν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στην υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Επομένως, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση. Σε ένα πρόσφατο πολιτικό σεμινάριο ένας σύντροφος δικαίως παρατήρησε ότι ένα αγόρι δεν φεύγει από το σπίτι όταν οι γονείς του το διώχνουν, αλλά όταν δεν βρίσκεται πλέον εκεί μέσα. Να, δίχως φόβο λέμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι είναι σήμερα αντιπαραγωγικό για τα επαναστατικά μας καθήκοντα και προσπαθούμε να κάνουμε εκείνη την πρωτότυπη κίνηση που ήταν πραγματικά του εργατισμού συγκριτικά με τον Μαρξ: τη μακιαβελική επιστροφή στις αρχές, δηλαδή στον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, ίσως όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με αυτό που από τον «μετα-εργατισμό» δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ. Αν το κάνουμε, είμαστε στη θέση να μην πετάξουμε ό, τι είναι χρήσιμο για εμάς, και να ξανασκεφτούμε στις ρίζα τους τα υπόλοιπα.

Για παράδειγμα, ο γνωστικός καπιταλισμός, μπροστά στις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και εκβιομηχάνισης της εργασίας, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη κατηγορία;

Πάντα προτιμούσαμε να μιλάμε για τη γνωσιακή συμπεριφορά της εργασίας, αφενός για να τη διαφοροποιήσουμε με αποφασιστικό τρόπο από την δυσνόητη κατηγορία του άυλου εργαζόμενου, αφετέρου για να επιμείνουμε στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και παγκόσμιας ιεραρχειοποίησης των μορφών της παραγωγής και της εκμετάλλευσης σε μια φάση στην οποία οι γνώσεις γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αποφεύγοντας έτσι να γλιστρήσουμε στην ταύτιση μεταξύ της γνωστικής εργασίας και των υποκειμένων που ορίζονται με τομεακή έννοια, δηλαδή στην αντιπαράθεση μεταξύ των χειρωνακτών εργατών και των εργατών της σκέψης, ή και πάλι στο να φανταζόμαστε το υποτιθέμενο πιο προηγμένο σύμβολο στην τεχνική σύνθεση (τους εργαζόμενους της γνώσης, i knowledge worker) ως πιο προηγμένη αιχμή των αγώνων. Επομένως, πρέπει να καταπολεμηθεί οποιαδήποτε ιδέα μιας προοδευτικής γραμμικότητας: cognitivization της εργασίας σημαίνει και γνωσιοποίηση της εκμετάλλευσης και της μέτρησης, γνωσιοποίηση των ιεραρχιών, γνωσιοποίηση των καθηκόντων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιτάχυνε επιπλέον, όπως ήδη παρατηρήσατε, τις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και διαφοροποίησης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, σε αντιφατικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις ανάλογα με τους παγκόσμιους τομείς και χώρους. Ακολουθώντας τα αλκουατιάνα ίχνη ο Salvatore Cominu μιλάει σχετικά για την εκβιομηχάνιση του γνωστικού έργου από την άποψη αυτή: δεξιότητες, λειτουργίες και επαγγελματισμός που μέχρι στιγμής θεωρούνται αδιάσπαστες από τον άνθρωπο που τις μεταφέρει και από την κοινωνική συνεργασία με την οποία συνδέονται, υποβάλλονται τώρα σε διαδικασίες πραγματικής υπαγωγής – στην παραγωγή αγαθών και περιεχομένων, υπηρεσιών, κατά τον χρόνο της κατανάλωσης, αναπαραγωγής κλπ. Ταυτόχρονα, είναι απαλλοτρίωση γνώσεων και ενίσχυση της συνδυασμένης μορφής τους, όπως πάντα κάνει το βιομηχανικό σύστημα: αλλά είναι μια ενδυνάμωση για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που με διφορούμενο τρόπο διευρύνει την κοινωνική συνεργασία και τρώει ανθρώπινη ικανότητα, ενσωματώνοντάς την στο μαρξιακό αυτόματο σύστημα μηχανών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της γνωσιοποίησης της εργασίας, ο homo faber έγινε sapiens και ο homo sapiens έγινε faber. Γνωσιοποίηση και η ευτελισμός προχωρούν, τουλάχιστον εν μέρει, από κοινού.

Σε αυτές τις βάσεις, αναπτύσσοντας τις έρευνες επάνω στο πανεπιστήμιο που πραγματοποίησε ο Alquati στη δεκαετία του ’70, μιλήσαμε για ζωντανή γνώση για να καθορίσουμε με έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο τη νέα ποιότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή την τάση ενσωμάτωσης της κοινωνικής γνώσης σε αυτήν.Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς να τονιστεί ο κεντρικός ρόλος που έχει αναλάβει η γνώση και η επιστήμη στις μορφές της σύγχρονης παραγωγής και συσσώρευσης, αλλά να επικεντρωθούμε ακριβώς στην κοινωνικοποίησή τους και στην ενσάρκωση τους μέσα στη ζωντανή εργασία. Αυτή η κοινωνικοποίηση, στη δεκαετία του ’70, πραγματοποιούνταν επάνω στην ώθηση των αγώνων, της άρνησης της εργασίας, της επανοικειοποίησης, της εργατικής αυτονομίας. Αυτός ήταν ο κοινωνικός εργάτης: μια πολιτική φιγούρα, όχι τεχνική. Σήμερα, σαράντα χρόνια αργότερα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστράφηκε: η κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα πρώτα και κύρια με υποχρεωτικό τρόπο, αναγκαστικό, αρχίζοντας από τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, η γνώση δεν είναι από μόνη της καλή ή ουδέτερη, όπως πιστεύουν πολλοί αριστεροί: είναι ο καρπός μιας σχέσης παραγωγής, επομένως μιας σχέσης σύγκρουσης και ισχύος. Από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός εργάτης μετασχηματίζεται σε παράγοντα της καινοτομίας και της επισφάλειας: συνέχισε να είναι κοινωνικός, έπαψε να είναι εργάτης.

Από εδώ πρέπει να αρχίσουμε και πάλι, μέσα και ενάντια στο παρόν. Η υπόθεσή μας, θέλοντας να εντατικοποιήσουμε και να απλοποιήσουμε, είναι ότι σήμερα μέσα στην κρίση η ανασύνθεση ανάμεσα στην αποδομημένη μεσαία τάξη και το ιεραρχοποιημένο προλεταριάτο στις διαδικασίες της «γνωστικοποίησης», “cognitivizzazione” και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ενεργητικής ικανότητας θα μπορούσε να είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών στην προ αιώνος κρίση. Λέμε θα μπορούσε, φυσικά, επειδή το γεγονός ότι είναι ή όχι εξαρτάται από εμάς, από έναν δυνητικό εμάς, από ένα εμάς που δεν μπορεί να κλεισθεί μέσα σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Αν δεν έχουμε αυτή την ικανότητα, αυτές οι φιγούρες θα είναι το καύσιμο αντιδραστικών επιλογών, ή σε κάθε περίπτωση θα αναπαραχθούν ως κομμάτια παραγμένα από την κυβέρνηση της κρίσης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κινηθούμε με μια μονομερή άποψη μέσα από την ασάφεια, την στρεβλότητα των διαδικασιών, με εξαιρετική τακτική ευελιξία και σκληρή στρατηγική ακαμψία: πολύ καλύτερη η βρωμιά του πραγματικού παρά η καθαρότητα της ιδεολογίας, πολύ καλύτερο να αγωνιστούμε, να υποστηρίξουμε τα κοινωνικά εδάφη απέναντι στην συγκρουσιακή υλιστική δεξιά ενάντια στην ιδεαλιστική άνανδρη αριστερά, πολύ καλύτερα δηλαδή τα προβλήματα της αγωνιστικής conricerca-συνέρευνας απ’ ότι η άχρηστη ασφάλεια των selfie των ακτιβιστών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ποιητή, εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, μεγαλώνει κι εκείνο που διασώζει.

Ακριβώς σχετικά με αυτό, μια διπλή ερώτηση: μόλις έχουμε πέσει μέσα στην εκατονταετηρίδα της Επανάστασης … Θα σε ρωτούσα, λοιπόν πώς ο εργατισμός οικειοποιήθηκε τον Λένιν στη δεκαετία του εβδομήντα και με ποιο τρόπο το να στοχαζόμαστε σχετικά με την λενινιστική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χρήσιμο σήμερα;

Η απάντηση θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και χώρο, γι αυτό σας παραπέμπω σε ένα πρόσφατο pamphlet που έγραψα για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, Il treno contro la Storia. Considerazioni inattuali sui ’17, Το τρένο ενάντια στην Ιστορία. Άκαιρες εκτιμήσεις για το ’17.  Κι έτσι εδώ θα είμαι σύντομος.

Ένας απελπισμένος Winston Churchill παρατήρησε: “Ήταν με ένα αίσθημα δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο τρομερό των όπλων εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν ένα βάκιλο της πανώλης». Ας αφήσουμε κατά μέρος την εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν ένας υπολογισμός της Γερμανίας εκείνος να επιτρέψει την επιστροφή του ηγέτη των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη.Ας επικεντρωθούμε αντιθέτως στο ποιος τίναξε την μπάνκα στον αέρα, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Τσόρτσιλ μας δίνει ακούσια έναν εξαιρετικό ορισμό του τι είναι ο επαναστάτης αγωνιστής: ένας βάκιλος της πανούκλας. Και πώς να οργανώσει το βάκιλο της πανώλης είναι από την αρχή η ανησυχία του Λένιν. Ο Μαρξ μας έχει παραδώσει τον μηχανισμό λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, το πρόβλημα – το οποίο θα επιστρέψει με τον εργατισμό, και το οποίο πρέπει πάντα να έχουμε παρόν στην αγωνιστική πρακτική – είναι να μην παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό, να σπάσουμε αυτόν τον κλειστό κύκλωμα. Πού να χτυπήσουμε, πώς να εξαπλώσουμε την πανούκλα, με ποιον τρόπο και σε ποια σημεία να καταστρέψουμε τον εχθρό. Ξεκινώντας όχι από τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, αλλά από τους νόμους της κίνησης της εργατικής τάξης μέσα και κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας: αυτή είναι ταυτόχρονα η συνέχεια και η λενινιστική ανατροπή του Μαρξ.

Ο Λένιν που μας παραδόθηκε από τον λενινισμό, ιστορικιστής και αντικειμενιστής, πιστός στα στάδια της ανάπτυξης, είναι ένα καθαρό ψέμα και πρέπει εντελώς να ξεχαστεί. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Λένιν προσπαθεί συνεχώς να πιέζει, να διακόπτει και να ανατρέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου, ή να επιβάλλει την επαναστατική βούληση μέσα εναντίον της Ιστορίας. Στους καιρούς της πολεμικής με τους ρώσουν λαϊκιστές, ο Λένιν δεν λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι απαραίτητη και επιθυμητή, λέει απλά ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι ένα γεγονός. Η μάχη που οδηγήθηκε από τους ναροδνικούς, narodniki επαναστάτες χάθηκε, ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Ξεκινώντας από εδώ είναι απαραίτητο να αναζητηθούν οι νέες μορφές έκφρασης της επαναστατικής υποκειμενικότητας και να οικοδομηθούν κατάλληλες μορφές οργάνωσης. Να το στοίχημα του Λένιν: το βιομηχανικό προλεταριάτο που φαίνεται σαν μια «γωνίτσα» στους λαϊκιστές σύγχρονους σε αυτόν (ξεθωριασμένοι συγγενείς που πρόδωσαν την κληρονομιά του επαναστατικού λαϊκισμού), έχει την τάση να είναι η πρώτη γραμμή, «η εμπροσθοφυλακή ολόκληρης της μάζας των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων «. Αυτή η τάση προορίζεται να πραγματοποιηθεί λόγω των αναπόφευκτων νόμων της κίνησης του κεφαλαίου; Δεν κάνουμε ούτε αστεία. Μόνο ο αγώνας θα αποφασίσει για το πεπρωμένο. Οι άλλοι ας παραμείνουν φυλακισμένοι στη διαχείριση των πλασματικών βεβαιοτήτων του παρόντος. Πρέπει να επιλέξουμε, πρέπει να ποντάρουμε, πρέπει να τολμήσουμε: «Όποιος θέλει να αντιπροσωπεύει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο ζωντανό στην ανάπτυξή του πρέπει αναπόφευκτα και αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε προηγείται των καιρών, είτε παραμένει πίσω». Δεν υπάρχει μέση οδός, εκδίδει απόφαση. Κι έτσι, το 1905 και στη συνέχεια τον φεβρουάριο του ’17, λέει πως τρέχουν πίσω από τα γεγονότα εάν πιστεύουν πως πρόκειται για αστικές επαναστάσεις και οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους, δηλαδή να πρέπει να περιμένουν την ιστορική εξέλιξη να παραδώσει τον σοσιαλισμό στα χέρια τους και στη συνέχεια τον κομμουνισμό και όχι οι αγώνες: με τίποτα! Είναι απαραίτητο να βρίσκεται κανείς μέσα στο επαναστατικό κίνημα, να διασπά τη γραμμικότητά του, να το κατευθύνει προς άλλους σκοπούς. Πρέπει να πηδάμε πάνω από τα στάδια της ανάπτυξης, να ανατρέπουμε τη ισχύ του πιθανού ενάντια στη μιζέρια της αντικειμενικότητας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η επανάσταση, να κάνουμε την επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο του Μαρξ.

Διότι οι επαναστάτες – αυτή είναι η μεγάλη λενινιστική διδασκαλία – πρέπει πάντα να είναι προετοιμασμένοι για την περίσταση, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτή θα πέσει από τον ουρανό και ότι ξεπερνά την ουσιαστικότητα της ιστορικής δυναμικής, της οργανωτικής συνέχειας και του υπομονετικού χτισίματος των σχέσεων ισχύος, της ισορροπίας δυνάμεων. Το θέμα είναι να δημιουργούν με μεθοδικότητα τις προϋποθέσεις της δυνατότητας να κατακτήσουν την ευκαιρία, την περίσταση, να την αρπάξουν. Είναι επομένως θέμα σκέψης της σχέσης μεταξύ διεργασίας και γεγονότος, δηλαδή της διάρκειας και του άλματος, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, υποθέτοντας ότι η απλή συνέχεια της διαδικασίας χωρίς την ασυνέχεια του γεγονότος οδηγεί στον αντικειμενισμό, ενώ η καθαρή ασυνέχεια του γεγονότος χωρίς τη συνέχεια της διαδικασίας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης έθεσε τη βούληση που είχε κληρονομήσει από τους επαναστάτες λαϊκιστές στα πόδια του ιστορικού υλισμού, και αφαίρεσε τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ από το κλουβί του αντικειμενισμού.

Αν πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των λενινιστών, έτσι πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των αντιλενινιστών, που τελικά είναι ο ίδιος. Επειδή και οι δύο μειώνουν τον μπολσεβίκικο ηγέτη σε αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή, μια γκρίζα λειτουργία της οργάνωσης. Ξεχνώντας ότι στην οργάνωση του ο Λένιν θα είναι σχεδόν πάντα στη μειονότητα, επειδή κατά βάθος ένας επαναστάτης είναι πάντα φορέας μιας μειοψηφικής γραμμής, μιας μειοψηφίας μη μειοψηφικής, δηλαδή ιδεολογικής και μαρτυρίας μιας περιθωριακής ταυτότητας, μιας μειοψηφίας με ηγεμονική αποστολή, προδιάθεση. Πρέπει να ονειρευόμαστε;, ρωτά περιφρονητικά μπροστά στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, και απαντάει: ναι, πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί όταν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όταν ενεργούμε υλιστικά με επιμονή και με πυγμή για να υλοποιήσουμε το όνειρό μας, όταν υπάρχει επαφή μεταξύ του ονείρου και της ζωής, όλα πάνε προς το καλύτερο. Από όνειρα αυτού του είδους, καταλήγει, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα στο κίνημα μας. Έτσι, χθες όπως σήμερα, πρέπει να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να ονειρευόμαστε και να δίνουμε οργανωμένη μορφή στο όνειρο, αυτό είναι πάνω απ ‘όλα το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Με όλο τον σεβασμό προς τους λενινιστές εξελικτές και τους αντι-λενινιστές desideranti, της επιθυμίας. Και αυτός είναι ο Λένιν που – σε ένα είδος «αλκουατισμού», “alquatismo” πριν από την εποχή του, ante-litteram – συνεχώς επικρίνει τόσο τη λατρεία της αμεσότητας όσο και το φετίχ της οργάνωσης. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντα καλός και δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν στιγμές που είναι προχωρημένες και στιγμές που πρέπει να περιμένει, είναι οπισθοδρομικός. Στις φάσεις του αγώνα ή της εξέγερσης, συχνά είναι ο αυθορμητισμός που επιβάλλει ένα επιθετικό έδαφος ενώ η οργάνωση στέκεται πίσω, είναι οπισθοδρομική και πρέπει να την ξανασκεφτούμε σε αυτό το ύψος, μέσα σε αυτό το έδαφος. Σε άλλες φάσεις ο αυθορμητισμός αναδιπλώνεται ή διαμορφώνεται από την τάξη του εχθρικού λόγου: η οργάνωση πρέπει να ξανανοίξει το δρόμο προς την ανταγωνιστική του ανάπτυξη.

Αυτός είναι περίπου ο Λένιν, ο οποίος, με διάφορες μορφές, αναδύθηκε από τα καλύτερα σημεία του εργατισμού (τα 33 μαθήματα, 33 lezioni του Toni Negri είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία αναφοράς). Ο περιορισμός είναι ότι αυτή η σημαντική προσπάθεια να οδηγηθεί η μέθοδος του Λένιν πέρα από τον Λένιν δεν συνδυάστηκε με ένα επαρκές οργανωτικό σχέδιο επανεπινόησης. Έτσι συχνά καταλήξαμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που δεν επαναλαμβάνονταν, δηλαδή τις συγκεκριμένες λύσεις που δόθηκαν από τον Λένιν. Και αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αποτυχία τους, μετακινήσαμε και απομακρύναμε τα πάντα επίκαιρα προβλήματα που τέθηκαν από τον Λένιν στην μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση και τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης.

Μια τελευταία ερώτηση: πώς, σήμερα, να μελετήσουμε το παρελθόν για να τροποποιήσουμε το παρόν ή, για να το πούμε διαφορετικά, να παράγουμε θεωρία με σκοπό να οργανώσουμε τους αγώνες;

Συμπερασματικά, συνεχίζοντας αυτό που έλεγα, θα ήθελα να διευκρινιστεί επί πλέον κάτι. Το παρελθόν ποτέ δεν μας δίνει το τι να κάνουμε με το παρόν. Αντίθετα μας παραδίδει τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν, τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, τα πλούτη που πρέπει να επανεπινοηθούν. Μας παραδίδει ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Και μας παραδίδει αυτό για το οποίο πρέπει να εκδικηθούμε. Αλλά το πώς, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας και των διαδρομών κάθε αγωνιστικής γενιάς. Επομένως, αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε μια πολιτική κληρονομιά, δεν πρέπει να την γιορτάζουμε μετατρέποντάς την σε άδεια ταυτότητα που να αφορά την διαθήκη: πρέπει να την αναφλέξουμε, μετατρέποντας της σε όπλο ενάντια στο παρόν. Αλλιώς είναι άχρηστη. Ο εργατισμός, και ο Μαρξ ή ο Λένιν, είναι για εμάς ένα στυλ και μια πολιτική μέθοδο της δικής μας πλευράς, δεν είναι εκείνοι της ακαδημαϊκής φιλολογίας ή του κατηχητικού μετα-εργατισμού, μαρξιστής και λενινιστής, εκείνους μπορούμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς δάκρυα. Εν ολίγοις, το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να οικειοποιείται την παράδοση χωρίς λατρευτικές τελετές, χωρίς λατρείες και χωρίς να την υποστασιοποιεί: επανεξεξετάζοντας τον πλούτο, ασκώντας κριτική στα όρια, υπερβαίνοντας όσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Έτσι έκανε ο Λένιν με τον Μαρξ (αλλά και με τους επαναστάτες λαϊκιστές), έτσι έκαναν οι εργατιστές με τον Μαρξ και τον Λένιν, έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς. Και επίσης οικειοποιούμενοι αυτά που είναι χρήσιμα από τη σκέψη των εχθρών: για να το πούμε με τον Τρόντι, όντως, ένας μεγάλος αντιδραστικός είναι καλύτερος από έναν μικρό επαναστάτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ένα πρόβλημα το ότι σε διεθνές επίπεδο ο εργατισμός περιορίζεται στον μετα-εργατισμό, και πάνω απ ‘όλα στο Negri της Αυτοκρατορίας. Όχι, δεν είναι ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή brand: τις διαμάχες επί της συμβολαιογραφικής κληρονομιάς τις αφήνουμε στους συγγενείς των νεκρών, σε εμάς ενδιαφέρει η πολιτική χρησιμότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η μείωση που στερεί πολλούς αγωνιστές από τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τη βυθισμένη Ατλαντίδα από φιγούρες όπως ο Alquati, να χρησιμοποιήσουν δηλαδή όπλα που είναι σήμερα καταραμένα απαραίτητα.

Συνολικά, αυτή η επαναστατική μέθοδος μας διδάσκει ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτό που θέλουμε να καταστρέψουμε: τον καπιταλισμό, και το κεφάλαιο που ενσαρκώνεται σε μας. Εκείνοι που ερωτεύονται το αντικείμενο της ανάλυσης τους, προκειμένου να αναπαραγάγουν τους ρόλους που απέκτησαν σε αυτήν την κοινωνία, εγκαταλείπουν την στράτευση και κινούνται στο εχθρικό στρατόπεδο. Δεν αξίζει ούτε καν να αναφερθούμε σε προδοσία, είναι απλώς η αδυναμία να σπάσουν το διαχωρισμό της κατάστασης τους. Επιλέγει τον μοναχικό-ατομικό δρόμο, θα πεθάνει μόνος του. Αυτό που διακρίνει τον αγωνιστή είναι το μίσος γι αυτό που μελετά. Στον μαχητή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει λεπτομερώς, σε βάθος αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι πάνω απ ‘όλα επιστήμη της καταστροφής. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρακτική είναι έγκυος θεωρίας, ή δεν είναι. Πρέπει να μελετήσουμε για να δράσουμε, πρέπει να δράσουμε για να μελετήσουμε. Να κάνουμε και τα δύο πράγματα μαζί. Τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Και είναι αναγκαία η κατάρτιση στη μέθοδο: είναι εδώ η που υποκειμενικότητα χτίζεται με σκληρό και μη εφήμερο τρόπο, αποκτώντας έναν μη τυποποιημένο τρόπο σκέψης και συλλογισμού, ικανό συνεπώς να κατασκευάσει αυτόνομα κατάλληλες απαντήσεις σε διαφορετικές καταστάσεις, ικανές να τροποποιήσουν με ευελιξία τις υποθέσεις και τις συμπεριφορές. ξεκινώντας από την ακαμψία των συλλογικών σκοπών.Μέθοδος κοινής συλλογιστικής, αλλαγής και αμφισβήτησης των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η μέθοδος: αυτό είναι το πρόβλημα της αυτόνομης εκπαίδευσης, η οποία δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στα άτομα, αλλά πρέπει να οργανωθεί συλλογικά.

Εκπαίδευση για τι πράγμα; Για να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να στοιχηματίζουμε. Ναι, ποντάρουμε, στοιχηματίζουμε. Ένα υλιστικό στοίχημα, ένα επαναστατικό στοίχημα. Να στοιχηματίζουμε επάνω στη δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής κρίσης σε επαναστατική κρίση, και ακόμη και νωρίτερα, να μετατρέπουμε την κρίση της υποκειμενικότητας στο επείγον ενός άλματος προς τα εμπρός. Δεν πιθηκίζουμε εκείνο που υπήρξε, θα ήταν γκροτέσκο: το μελετάμε, για να το λυγίσουμε στα προβλήματά μας. Η αυτονομία είναι πράγματι η διαρκής διαθεσιμότητα να υπονομεύουμε αυτό που υπάρχει για να καταστρέφουμε και να ανατρέπουμε το υπάρχον. Είναι η κατασκευή μιας συλλογικής προοπτικής ισχύος και δυνατότητας ξεκινώντας από την απελευθέρωση και τη ριζική μεταμόρφωση των στοιχείων του παρόντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυτονομία ζει μέσα την επαναστατική μέθοδο, όχι με τα λογότυπα του ανταγωνιστικού merchandising. Να τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε λοιπόν, να τολμήσουμε να δράσουμε, να τολμήσουμε να κάνουμε την επανάσταση. Μήπως αυτός δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε;

 

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

σκόρπιες σκέψεις...

Η επανάσταση δεν συλλαμβάνεται! Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Κάναμε τα πάντα,
για να γίνουμε καλύτεροι από εκείνο που ήμασταν.
Αυτό μπορούμε να το πούμε για μεγάλο μέρος
της γενιάς μας, σε μιαν εποχή
στην οποία θέλαμε, και φαίνονταν πως ήταν δυνατό,
να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο. 

Ο Lorenzo Bortoli θα πεθάνει αυτοκτονώντας στη φυλακή την 19 ιουνίου 1979. LORENZO BORTOLI 1952-1979

  • ποιος είπε πως δεν υπάρχει!

Μέρος Α……   ‘βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην πρόκληση, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει’.


Gianfranco Manfredi 1976


  • Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη συμμορία…
  • Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε Τώρα! η έφοδος στον ουρανό
  • Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.
  • Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε, με ιστορικούς όρους, και μια κυριότερη, απ’ όλες τις άλλες μαζί: την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα: οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά: οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και να διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα επίσης καταγράφει βήματα προς τα εμπρός. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες: οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα: το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα  αρχίδια κι ας είναι με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώςομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε!

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : τη βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία και τους δρόμους, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

 

  • Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες των πόλεων της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της υπήρχαν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριώντων ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα, και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε τίποτα για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν οικειοποίηση και αυτομείωση.

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιούνται ακριβώς για αυτοπροστασία: εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοποθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, εδώ και τώρα, σήμερα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, την οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων: ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα, ζούσαμε το αύριο σήμερα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ: και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η ολοκληρωτική επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναταραχή, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , μάλλον, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισβολές στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι Gap του Feltrinelli, οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που μετά από κάποια στιγμή θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατά κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

 

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το πιστόλι Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη: γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

  • Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

 

  • Η άρνηση της εργασίας: Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικά. Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.

Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία. Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη, και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.

Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης.

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους- μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ’ όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.]     απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

 

 

  • Μέρος Β      ‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι άλλο θέλεις σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …’

«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim). 1969


  • »Πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν ελατήριο, δεν χρειάστηκε τελικά ξυπνητήρι. Όταν την επόμενη μέρα έχει κάτι σημαντικό να κάνει, κάτι διαφορετικό έστω, ο ύπνος του είναι ελαφρύς και λιγάκι ανήσυχος, έτσι κι αλλιώς. Άλλωστε δεν του πολυαρέσει να χουζουρεύει. Και ξυπνά συνήθως νωρίτερα από τους φίλους και τους συντρόφους του. Συνηθίζει να είναι από νωρίς στο πόδι.
    Ετοιμάστηκε χαλαρά, δεν βιάζονταν, είχε μπόλικο χρόνο μπροστά του. Φόρεσε ρούχα απλά, που δεν χτυπούν στο μάτι, ‘ουδέτερα’, που χρησιμοποιούσε σπάνια,και.… κατηφόρισε. Το στενό δεν έχει κίνηση ακόμη, γρήγορα βρέθηκε στον κεντρικό επιταχύνοντας το βήμα του. Η καρδιά ανεβάζει ταχύτητα, είναι σε υπερένταση. Το σπίτι που θα χρησιμοποιήσουν σαν βάση δεν είναι μακριά, δεν θα χρειαστεί συγκοινωνία. Βρίσκεται σύντομα εκεί
    Διαβαίνει την είσοδο και ανεβαίνει σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες, η αδρεναλίνη βρίσκεται πλέον στα ύψη.

Μέχρι και εκείνη την μέρα δεν έχει νιώσει τον φόβο ούτε μια φορά. Δεν του πέρασε ούτε στιγμή η σκέψη πως είναι δυνατόν κάτι να στραβώσει. Η σιγουριά ξεχυλίζει σε όλους, δεν υπάρχουν αμφιβολίες. Είναι ενωμένοι σαν γροθιά.
Διαφορές πολλές, στον χαρακτήρα, στην ιδιοσυγκρασία, στη θεώρηση επίσης, στις συνήθειες. Αλλά η πίστη και η βεβαιότητα πως ο δρόμος που χαράζουν μέρα με τη μέρα είναι ο σωστός είναι περισσότερο από εμφανής. Δεν υπάρχουν esitazioni,δισταγμοί, μονάχα αποφασιστικότητα.
Αυτό τον κάνει να νιώθει ασφαλής.
Με αυτές τις σκέψεις να περνούν σαν αστραπή από το μυαλό χτύπησε το κουδούνι, συνθηματικά.
Η πόρτα άνοιξε γρήγορα. Ήταν η Αλεσσάντρα, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φίλησε χαμογελώντας. Προχώρησαν πιασμένοι από το χέρι και βρέθηκαν στο μεγάλο δωμάτιο μαζί με τους άλλους. Είναι ήδη όλοι εκεί, δοκιμάζοντας περούκες, πανωφόρια, γυαλιά, και διάφορα άλλα αξεσουάρ που αλλάζουν το σουλούπι και την εμφάνιση. Γίνονται αγνώριστοι. Φλυαρούν, ένα μικρό μελίσσι που ετοιμάζονταν μες το βουητό του, κάνοντας αστεία και χωρατά, με θεατρικές φιγούρες για να χαλαρώσουν την ένταση. Που είναι φυσικά μεγάλη.
Όλη αυτή η σκηνή τον ηρέμησε ακόμη περισσότερο. Ξεκίνησε και αυτός να προβάρει το καινούριο σκηνικό του. Άλλαξε τελείως εικόνα, κάνουν γρήγορα φυσικά ακολουθώντας τους δείκτες του ρολογιού, ο συγχρονισμός με τις υπόλοιπες ομάδες πρέπει να είναι άψογος.
Το ραντεβού με την ιστορία είναι φιξαρισμένο με ακρίβεια δευτερολέπτου.

Η συνάντηση είναι ορισμένη στις δέκα ακριβώς μέσα και γύρω από το κτίριο. Γι αυτούς στο εσωτερικό, στην μεγάλη αίθουσα υποδοχής, στο ισόγειο.
Ομάδες των τριών θα καταλάβουν τους δύο ορόφους, μία με τρεις θα φρουρεί το ισόγειο την ώρα που πέντε άλλοι σύντροφοι,διασκορπισμένοι στα στενά που κυκλώνουν το κτίριο θα διασφαλίζουν την έξοδο και την ομαλή αποχώρηση.
Φθάνουν στην προκαθορισμένη ώρα από διαφορετικές κατευθύνσεις και βάσεις, διασκορπισμένες στην πόλη.
Στον δρόμο προχωρούν αμίλητοι, σταθεροί. Ο δικός μου μάλιστα, καβατζάροντας μια γωνία, πέφτει κυριολεκτικά επάνω σε ένα κολλητό του, ζήτησε συγνώμη με αλλοιωμένη φωνή και προχώρησε βιαστικά, λιγάκι ταραγμένος. Ο άλλος φυσικά δεν τον αναγνώρισε, το μακιγιάζ από την Αλεσσάντρα έχει πιάσει τόπο. Γέλασε ευχαριστημένος μέσα του, ανακουφισμένος. Τι ζητάει ο Γκρεγκόριο τέτοια ώρα στον δρόμο; Γνωστός ξενύχτης, έπρεπε να βρίσκεται στο κρεβάτι. Και το σπίτι του, μίλια μακριά.

Στρίβουν ακόμη μια γωνία, λίγα μέτρα ακόμη, και να, η μεγάλη πόρτα, ανοιχτή στο κοινό, τους κατάπιε ακριβώς την ώρα που η καμπάνα της κοντινής εκκλησίας σήμαινε δέκα. Ανταλλάζουν ματιές με τους υπόλοιπους που φτάνουν την ώρα εκείνη ή βρίσκονταν ήδη εκεί και προχωρούν,αποφασισμένοι, στον στόχο τους.
Έχουν σχεδιάσει τα πάντα, παρακολουθώντας το κτίριο και την περιοχή, μήνες τώρα. Γνωρίζουν απέξω και ανακατωτά τι πρέπει να κάνει ο καθένας, τα έχουν οργανώσει λεπτομερώς, και έχουν εκτελέσει εικονικά το σχέδιο άπειρες φορές, η κάθε ομάδα ξεχωριστά, τις προηγούμενες μέρες.
Η επίθεση θα ολοκληρωθεί μέσα σε λίγα λεπτά.
Εξουδετερώνουν τον φύλακα, τον αφοπλίζουν πριν ακόμη καταλάβει τι συμβαίνει. Τον φιμώνουν και τον δένουν σφιχτά με κολλητική ταινία, τον κλειδώνουν στην τουαλέτα, στο ισόγειο, εκεί που τον βρήκαν. Κατεβάζουν τον γενικό, εξουδετερώνοντας τα τηλέφωνα και υποχρεώνουν δικαστές και προσωπικό, όπως και τους πολίτες που βρέθηκαν εκεί για τις υποθέσεις τους να μαζευτούν όλοι σε μια αίθουσα, σε κάθε όροφο, δείχνοντας απλά πως είναι οπλισμένοι. Τους κλείδωσαν και αυτούς.
Όλα αυτά χωρίς φωνές και φασαρία. Ήρεμα και σταθερά.

Σκορπίζουν χαρτούρα και της βάζουν φωτιά, μακριά πάντα από εκεί που κρατούν τους ανθρώπους, ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο. Γεμίζουν συνθήματα τους τοίχους, και αποχωρώντας ενεργοποιούν βραδύφλεκτους,μικρούς εκρηκτικούς μηχανισμούς, πάντοτε μακριά από τους κλειδωμένους.
Φεύγουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς βιασύνη και σπασμωδικές κινήσεις.
Επιστρέφοντας από τον γνωστό δρόμο, στο ύψος της προηγούμενης τυχαίας συνάντησης με τον γνωστό του, ο φίλος μου ακούει τις εκρήξεις. Προχωρούν σταθερά, αμέριμνοι αλλά γκαζωμένοι μέσα τους οι φίλοι, μες την χαρά. Νιώθουν να πετούν. Από το μεσημέρι και μετά, στα δελτία και τα νέα, τα φώτα θα πέφτουν στο γεγονός της επίθεσης. Η ενέργεια αυτή θα κάνει θόρυβο μεγάλο, πάταγο θα έλεγα, με πολιτικά οφέλη άφθονα. Ένοπλη προπαγάνδα, σαμποτάζ στις υποθέσεις της εκμετάλλευσης, δολιοφθορά. Όλοι θα μιλούν γι αυτούς. Οι αδικημένοι θα πανηγυρίζουν. Και ο κρατικός μηχανισμός στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
Ένας άλλος δρόμος είναι εφικτός.

Περιουσίες αλλάζουν χέρια εκεί μέσα, και η ζυγαριά μονίμως να γέρνει προς την πλευρά των ισχυρών. Μονόπατα. Προς τα εκεί που στέκονταν οι δυνατοί. Οι λίγοι. Με τα μέσα και την εύνοια ενός συστήματος μονόπλευρου. Και η ενέργεια των φίλων μας θα προκαλέσει έμφραγμα, για μεγάλο διάστημα. Δεν υπάρχει ακόμη ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης στοιχείων, υπολογιστές.
Όλες οι δικογραφίες θα πρέπει να στηθούν ξανά από την αρχή. Φαύλος κύκλος. Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να ξαναπάρει μπροστά ο μηχανισμός, να μπορέσει να ξαναλειτουργήσει. Και εν τω μεταξύ όλοι θα μιλούν για τους μαχητές. Που έχουν όνομα και επίθετο και χτυπούν το σύστημα στα πλοκάμια του.
Την ώρα που ακούστηκε το μπαμ, σύντροφος καλεί από δημόσιο τηλέφωνο τοπική και εθνική εφημερίδα,για να αναλάβει την ευθύνη της επίθεσης, την πατρότητα,στο όνομα των επαναστατημένων μαχητών. Θα ακολουθήσει φυσικά το κείμενο που θα βρεθεί σε άλλο σημείο της πόλης και αναφέρεται στο τηλεφώνημα.
Μέχρι να γίνουν όλα αυτά ο φίλος μου βρίσκεται κιόλας στο σπίτι του, έχει παραδώσει το όπλο του και την περούκα καθ’ οδόν, μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας απ’ όπου ξεκίνησαν, που είναι εντελώς έρημη από κίνηση. Έχει γίνει άλλος άνθρωπος τώρα. Αλλάζει ρούχα στα γρήγορα, είναι ενθουσιασμένος, εκστασιασμένος. Ταχτοποιεί αυτά που πρέπει να επιστρέψει την επομένη,και τον έκαναν αγνώριστο, φοράει το αγαπημένο του τζην. Αφήνει τα μαλλιά του να ξεχυθούν ελεύθερα και ορμάει για την σχολή.

Η καρδιά του χτυπάει πολύ δυνατά, θέλει να τσιρίξει, την παρακολουθεί να καλπάζει ξετρελαμένη. Τώρα δεν τον νοιάζει τίποτα, αφήνει την αδρεναλίνη να ξεχυθεί με ορμή.
Δεν καταφέρνει να περπατά, τρέχει, μοιάζει του Μπορζώφ. Βλέπει ξανά και ξανά, σαν σε ταινία το φιλμ της κατάληψης, κάθε στιγμή από εκείνα τα λεπτά,που έμοιαζαν αιώνας αλλά τέλειωσαν τόσο γρήγορα. Τα σαστισμένα βλέμματα, το έκπληκτο ύφος των ακινητοποιημένων δικαστών, την αποφασιστικότητα των συντρόφων και την ψυχραιμία. ‘Την ενέργεια που βγάλαμε’, μου λέει χρόνια αργότερα και θα σας εξηγήσω παρακάτω, ‘το ζω σαν να ‘ταν χθες’. ‘Την απέραντη ευτυχία που αντικρίζω στα βλέμματα των συντρόφων μου όταν όλα τελειώνουν και περπατάμε ασφαλείς, μακραίνοντας από την περιοχή, λίγο πριν χωρίσουμε, ήσυχα, ήσυχα στα στενά’.     

»Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ, καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Εκείνους που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί!Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει, να φωνάξει: ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’. ‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν για εμάς χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Που μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι από εσάς το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους,τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε» ;         

Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει κανείς τίποτα για την επίθεση.
Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι σήμερα στην πόλη.
Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική μορφή στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της μισθωτής εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του.
Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, και αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο αγωνιστής να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, στη χρήση των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του αντάρτικου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις,στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, σαμποτάζ, ενέδρα, κινηματική διαδικασία. Αυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

 από : εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 1,2,3

 

  • απόσπασμα από μιαν επιστολή του Oreste Scalzone, τον εκτιμώ απεριόριστα, προς τον γιο του Giangiacomo Feltrinelli στο περιοδικό Frigidaire του οκτωβρίου 1988

»Βρέθηκα, τον αύγουστο που μας πέρασε, μέσα στη στενάχωρη θέση της ανάγκης να πράξω το σχεδόν αδύνατο, »να τετραγωνίσω τον κύκλο»: να υποστηρίξω πως ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να είναι η οργάνωση της Lotta Continua υπεύθυνη για τον θάνατο του κομισάριου Calabresiγια να υποστηρίξω την συγκεκριμένη αθωότητα των
Bompressi, Pietrostefani και Sofri και την ίδια στιγμή να υποστηρίξω την πολιτική αληθοφάνεια εκείνης της ευθύνης, ώστε να εμποδίσω η υπεράσπιση τους να συνεχίσει να είναι ένα έργο ‘δολοφονίας’ της αλήθειας και περαιτέρω απο-νομιμοποίησης και ποινικοποίησης των μαχητών των χρόνων ’70.                                                                              ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ                                                                                                                    Βλέπεις, Carlo, οι »διανοούμενοι της αριστεράς» υπερασπίστηκαν τον Sofri με τον πιο σκανδαλώδη και βρώμικο τρόπο που θα μπορούσαν να διαλέξουν, μη λέγοντας λέξη ενάντια στο νόμο για τους »μετανιωμένους», και όλα τα υπόλοιπα, αντιπαραθέτοντας στον »τύπο του δράστη» έναν »τύπο μη δράστη», λέγοντας ουσιαστικά »δεν μπορεί να ήταν αυτός διότι είναι ένας από εμάς, ένας σαν κι εμάς…» – αφήνοντας να υπονοηθεί πως οι άλλοι που είναι διαφορετικοί μπορούν να σαπίσουν στη φυλακή.
Μπροστά σε αυτή την τανάλια έκανα την επιλογή να κηρύξω τον εαυτό μου έναν από τους τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες πολιτικούς και ηθικούς »αυτουργούς» εκείνης της εκτέλεσης, και πήρα την απόφαση να αποκαλύψω έναν κόκκο αλήθειας επάνω σε εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή πρώτα απ’ όλα πως, τότε, δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες αυτοπροτείνονταν να μεταφράσουν σε πρακτική εκείνη την »τρομερή επιθυμία» που ζούσε μέσα στο κοινωνικό φαντασιακό, εκτελώντας την ετυμηγορία που το κίνημα είχε εκδώσει ενάντια στον κομισάριο Calabresi.
Σήμερα, βλέπεις, εγώ είμαι ένας ελευθεριακός κομουνιστής, και φρικάρω μπροστά σε όλα τα δικαστήρια, ξεκινώντας από εκείνα »του λαού». Αλλά πρέπει ίσως να υποκριθούμε πως ξεχνούμε [ή, χειρότερα, να ξεχνούμε πραγματικά] πως όλοι τότε φωνάζαμε για »προλεταριακή δικαιοσύνη»; Εάν ο σενατόρε Bòato θέλει να διαγράψει αυτό το πράγμα, μπορεί να το κάνει [ εγώ βρίσκω, εκτός των άλλων, χαζό να ελπίζει πως θα κερδίσει τη δίκη καταφέρνοντας να κάνει να ξεχαστεί εκείνος ο τίτλος στην εφημερίδα που μιλούσε για »Μια πράξη δικαιοσύνης» αντί να επιτίθεται στην διαστροφή του νόμου για τους μετανιωμένους και στους άλλους ειδικούς νόμους], και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να ανοίξει επιτέλους μια μεγάλη απελευθερωτική αυθεντική συζήτηση επάνω στα χρόνια ’70, την ριζοσπαστικότητα του κινήματος, την θέληση για ισχύ και το αρχέτυπο της κατάκτησης της εξουσίας, το όνειρο της απελευθέρωσης και το στενό πουκάμισο της ‘πολιτικής’, τις ανάγκες και τις επιθυμίες, την αντιεξουσία και τη βία, την πολιτική αιχμαλώτιση και την αμνηστία, την αιχμαλωσίa ‘ούτως ή άλλως’ ‘και την κίνηση προς κατάργηση άδικων νόμων».

 

  • Μέρος Γ   Ήμαστε λοιπόν η «γενιά της υπαρξιακής εξέγερσης» για να ανιχνεύσουμε ξανά και να ανακτήσουμε τις ρίζες όλων των «Εξήντα οκτώ»: από τα αμερικανικά beat στους χίπις, στους μαύρους πάνθηρες, από την εξέγερση ενάντια στη «μορφή κόμμα» και την άρνηση της «ανάθεσης», στην οριζόντια πολιτική αυτοοργάνωση, από τη βαθιά ανάγκη της «αυτονομίας του υποκειμένου» στην απόρριψη της καταναλωτικής κοινωνίας που παράγει τον «μονοδιάστατο άνθρωπο», από την ανάγκη / προϋπόθεση να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε μια «υλική συγκρότηση της τάξης» μέσα στην κριτική διένεξη-διαμάχη, βίαιη συχνά, της τυπικής δημοκρατίας και των «τυπικών συνταγμάτων». Θεμελιώδες ήταν να κάνουμε κατανοητή την «παγκοσμιοποίηση» των νέων διαδικασιών της υπαρξιακής και πολιτικής αυτοδιάθεσης που ξεκινώντας από τη ριζοσπαστική κριτική της πυρηνικής οικογένειας επεκτείνονταν στο σχολείο, τον κόσμο της εργασίας, το κόμμα, τους «συνολικούς θεσμούς» και το κράτος για να εισρεύσει στην παγκόσμια αντιπολίτευση ενάντια στη μέγιστη μορφή κυριαρχίας που είναι ο ιμπεριαλισμός. Με μια εκπληκτική αρμονία πραγματοποιούνταν με αυτό τον τρόπο και, ξεκινώντας από την καθημερινή ζωή του καθενός, η συγκόλληση-η σύνδεση ανάμεσα στην «απελευθέρωση του εαυτού μας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση όλων», και η τοποθέτηση μας πλάι στους αγώνες απελευθέρωσης όλου του Νότου του κόσμου. Σε αυτή την πορεία η «παγκόσμια διαμαρτυρία» έβρισκε την ενοποίησή της σε διεθνές επίπεδο’.

απόσπασμα από το βιβλίο: Nanni Balestrini, Primo Moroni – L’orda d’oro, η χρυσή ορδή, το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα

 

  • Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, για μια ζωή, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει,και αν σου αρέσει!
    Η καθημερινότητα της πλήξης.
    Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για ελάχιστα.
    Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
    Είναι αυτόνομοι.
    ‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
    ‘Πρώτα, πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
    ‘Και ζώντα , αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας,που το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιεί το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
    Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει!’

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια, μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα! είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!
Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.  Από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 2

 

  • ‘Μια φάση χωρίς προοδευτικές ιδεολογίες ούτε εμπιστοσύνη στον σοσιαλισμό, χωρίς καμία αγάπη για το δημοκρατικό σύστημα, αλλά και χωρίς σεβασμό στους μύθους της προλεταριακής επανάστασης, έδειχνε τις προοπτικές της.Ήταν μέσα σε αυτή την αλλαγή σκηνικού που πήρε μορφή το νέο πολιτικό-πολιτιστικό φαινόμενο της εργατικής αυτονομίας. Autonomia operaia ήταν μια έκφραση που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη γλώσσα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και των ομάδων. Ήταν μια διατύπωση που αναφέρεται σε εκείνη της συνδικαλιστικής αυτονομίας, η ανεξαρτησία της οργάνωσης του συνδικάτου από το παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων ήταν μια σημαντική αρχή κατά τη δεκαετία του εξήντα, αλλά περιελάμβανε στοιχεία ασάφειας, εξάρτησης σε συμβασιακές διαπραγματεύσεις, αποπολιτικοποίησης του αγώνα των εργατών. Εργατική αυτονομία ήθελε να πει κάτι περισσότερο: αυτό σήμαινε την αυτοοργάνωση των αγώνων έξω από τη διαχείριση των συνδικάτων και τις πολιτικές λογικές. Αλλά από το 1973 η έκφραση «εργατική αυτονομία» άρχισε να σημαίνει κάτι νέο, κάτι πολύ ριζοσπαστικό, ότι η εργατική ύπαρξη, η προλεταριακή αλληλέγγυα κοινότητα μπορεί να οργανώσει κοινωνικές συνθήκες ανταλλαγής, παραγωγής και συνύπαρξης αυτόνομες από την αστική νομιμότητα. Αυτόνομες από το νόμο της ανταλλαγής, από το νόμο της παροχής χρόνου, από το νόμο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αρχή της αυτονομίας έλαβε το πλήρες ετυμολογικό της νόημα: η προλεταριακή κοινωνικότητα ορίζει τους δικούς της νόμους και ασκεί την πρακτική τους στο έδαφος που έχει καταληφθεί στρατιωτικά από την μπουρζουαζία. [απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»]

 

Μέρος Δ   ‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

Eugenio Finardi Musica ribelle 1976

 

  • »Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά, και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
    Λευκάδα,Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, Γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει Ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη.

Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο,μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούω δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά,σχολιάζοντας μία αφίσα,ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού γραφείου. Ο νους μου πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελα πολύ να ξαναβρεθώ εκεί, σκέφτηκα.
Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα,πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα -καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω -γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούμε τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουμε και στήνουμε τις σκηνές μας και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό μέσα από την γη,σε κάποια γωνιά. Για να μπορούμε να ξεπλενόμαστε, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουμε στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουμε να κατασκηνώσουμε, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλύψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουμε στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, μας ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουμε τις επαφές τους με τους ντόπιους, μας αρέσει να έχουμε ζωντανή την αίσθηση του τόπου που μας φιλοξενεί, γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είμαστε, όχι περαστικοί. Επιθυμούμε να δοθούμε και να πάρουμε.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή,τους λέμε. Την συν διαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι υπόλοιποι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους; Εκεί ελπίζουμε;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως σε όλους πρέπει να μοιραστεί ο πλούτος. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα πάντα σε όλους. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται λιγότερο σοβαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος που αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ωπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος,λένε, εν κατακλείδι, σαν συμπέρασμα, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
Φοβερά πράγματα.
Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘Καταλαμβάνουμε’ το παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά,κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά,πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες,με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα και από τις δύο μεριές, σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως βρίσκονται! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!»

Από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 3

 

  • »Δυο κόσμοι στέκονται αντιμέτωποι ο ένας απέναντι στον άλλον, η κοινωνία των εγγυημένων από το σύστημα εξουσίας, και αυτή των μη εγγυημένων, των αποκλεισμένων από την καθεστηκυία τάξη. Οι πρώτοι κοντά ή μέσα στα κέντρα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, στο σύστημα μέχρι τα μπούνια – οι δεύτεροι, αυτόνομοι στις συμπεριφορές, εφορμούν να ανατρέψουν το κατεστημένο που τους πιέζει ασφυκτικά σαν βράχος ασήκωτος, ανυπόφορος. Ο θάνατος σου η ζωή μου! Σαν δύο παλαιστές που στέκονται στο ρινγκ, κοιτάζονται στα μάτια λίγο πριν εφορμήσουν ο ένας καταπάνω στον άλλον με ένταση αμείλικτη, κραυγάζουν και χύνονται στη μάχη!

Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβαση. Σκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη του πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη αυτών θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί μάλλον που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, αυτόνομα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Το δάσος μας,το βουνό, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά , στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, ο κοινωνικός εργάτης, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας ,ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της , που έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.
Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούνε τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τις συμβάσεις, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Αυτοί χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

Από ένα φυλλάδιο μας :
‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση».

»Μια μέρα, οι κολεκτίβες Mensa [του φοιτητικού εστιατορίου δηλαδή] και Αρχιτεκτονικής αποφασίζουν να ‘επισκεφτούν’ το μεγάλο πολυκατάστημα που βρίσκεται κοντά στο Ταχυδρομείο. Ζητούν λοιπόν από τους περισσότερο έμπειρους να οργανώσουν τη φάση, τους παλιότερους δηλαδή.
Θα πάρουμε μέρος καμιά τριανταριά σύντροφοι, αγόρια και κορίτσια. Σχεδόν μοιρασμένοι, ίσως και περισσότεροι από τριάντα. Σχεδιάζουμε το πλάνο εξονυχιστικά. Θα αποκλείσουμε όλο το τετράγωνο και θα εμποδίσουμε τη μηχανοκίνητη πρόσβαση γεμίζοντας τον δρόμο σπασμένα μπουκάλια, αν χρειαστεί, ώστε να προκαλέσουμε κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα και κομφούζιο. Ουρές αυτοκινήτων, εμπόδια. Ως συνήθως, θα εξουδετερώσουμε τα τηλέφωνα και τρεις από εμάς, με το καλό, θα ακινητοποιήσουμε τον φρουρό. Αυτά θα γίνουν ταυτόχρονα. Θα γεμίσουμε τις τσάντες μας και θα καλέσουμε τον κόσμο να κάνει το ίδιο. Προλεταριακή απαλλοτρίωση. Φυσικά θα σκορπίσουμε φυλλάδια, μέσα στο κατάστημα και σε όλη την γειτονιά, κατά την αποχώρησή μας. Εξηγώντας τα κίνητρα της ενέργειας για την επανοικειοποίηση του πλούτου που παράγουμε και καρπώνεται το αφεντικό. Θα χαθούμε τραγουδώντας στα στενά.

Φτάνουμε σε ομαδούλες, την καθορισμένη ώρα είμαστε όλοι εκεί. Όταν οι πρώτοι δημιουργούν το φράξιμο στις συγκοινωνίες οι υπόλοιποι, μέσα σε συνθήματα και παροτρύνσεις ξεκινάμε τα ψώνια μας. Τα τηλέφωνα έχουν σιγήσει και ο φύλακας ξεκουράζεται στο γραφείο μαζί με τον διευθυντή, κλειδωμένοι. Όλα κυλούν ομαλά. Οι πελάτες κάνουν τις αγορές τους ενθουσιασμένοι, τα ταμεία έχουν εγκαταλειφθεί από τους υπαλλήλους μετά από τις ευγενικές μας πιέσεις. Όλα τέλεια.
Ξεχυνόμαστε προς το κέντρο της συνοικίας Santa Croce τραγουδώντας. Αρκετοί χειροκροτούν από τα μπαλκόνια, το νέο έχει διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής, ο κόσμος ανταποκρίνεται με χαρά, επιτέλους ψωνίζουν δωρεάν.
Περπατούμε λοιπόν ενωμένοι περί τα τριακόσια μέτρα και μετά διασκορπιζόμαστε στα στενά για να χαθούν τα ίχνη μας. 

Να μας ξανάρθετε φωνάζουν από τα μπαλκόνια αρκετοί. Ανατριχιάζω. Γείτονες και περαστικοί. Είμαστε βέβαια στην καρδιά κόκκινης συνοικίας.
Μπορεί το κόμμα να συνεργάζεται πλέον με την δεξιά, να συνομιλεί για συνδιαχείριση του μοντέλου,και άλλα παρόμοια, αλλά ο λαός δεν μασάει, δεν τα έχει ακόμα ‘παίξει’. Η βάση έχει μεγάλη ιστορία ταξικών, σκληρών αγώνων στην πλάτη της.
Εννοώ πως, όταν καταλαβαίνεις πως σε εκμεταλλεύονται,δεν έχει σημασία ποια είναι η δουλειά σου, εάν έχεις δουλειά, ή πόσα καταφέρνεις να εξοικονομήσεις από τ’ αφεντικά. Στο κάτω κάτω δεν έχει σημασία ούτε τι ψηφίζεις, εάν ψηφίζεις.
Τα αφεντικά είναι πάντα ίδια, ότι χρώμα κι αν φοράνε.
Ο κόσμος είναι μαζί μας. Για πολλά πολλά χρόνια.
Τώρα που πέρασε η μπόρα, που καταλάγιασε η σκόνη, νιώθω, επίτρεψέ μου να σου πω πως τα μάτια τα βγάλαμε λιγάκι κι από μόνοι μας! Τώρα που καταστάλαξαν τα πράγματα,γίνεται πολύ εμφανές.
Διότι, εκεί που όλοι συμπαθούσαν αυτόνομους και αντάρτες γινόμαστε ξαφνικά υπέρ το δέον ….άγριοι και …..αντιπαθητικοί. Ας το παραδεχτούμε.

Ίσως όχι όλοι, τώρα πια πολύ λίγη σημασία έχει.
Κάποιες μεγάλες θεαματικές ενέργειες απελευθέρωσαν πολύ βία,και αυτό τρόμαξε. Δεν την σήκωσε το στομάχι του κόσμου. Δεν μπόρεσε να την απορροφήσει η κοινωνία, ούτε εμείς οι ίδιοι καλά καλά.
Και έκαναν πίσω οι άνθρωπο , γύρισε εναντίον μας αυτή η κατάσταση.
Θυμάμαι τα χαμόγελα του κόσμου, όχι τόσο όταν άρπαζε το απαραίτητο, όσο το απαγορευμένο. Μας λέγανε πως ξανάβρισκαν μαζί μας την χαμένη τους αξιοπρέπεια.
Ιδιοποιούνται το απρόσιτο. Αυτό που φτιάχνεται για λίγους.
Γιατί, και θυμάμαι τα λόγια ενός τραγουδιού που μας μετέφρασες Μιχάλη κάποια στιγμή, λέει πως ‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’!

Για να μπορούμε να απολαμβάνουμε όλοι μαζί ελεύθερα τη ζωή. Χωρίς διακρίσεις. Δίχως εξαιρέσεις.
Ο Πίνο αρπάζει αυτό, η Πάολα εκείνο και η νοικοκυρά λίγο πιο πέρα, μαζί με το γάλα του μικρού και ένα μπουκάλι από εκείνο το καλό κρασί,το απαγορευμένο για τα οικονομικά της, που εδώ και τόσες μέρες χαλβαδιάζει. Αυτό που πίνουν με τον άντρα της μια φορά τον χρόνο, στην γιορτή της.
Όταν στην άλλη γειτονιά, με τους κήπους και τους ιδιωτικούς φύλακες, η γυναίκα του τάδε επώνυμου, που γεννήθηκε με γαλάζιο αντί για κόκκινα αίμα, το πίνει κάθε μέρα.
Γυμνή γεννήθηκε και η μια, γυμνή και η άλλη. Και έτσι θα φύγουν. Σαν την Εύα. Προς τι οι διακρίσεις και οι ανισότητες;
‘Η ζωή είναι ωραία, αλλά τα έχει με άλλον’, λένε στην ταβέρνα οι μεγαλύτεροι.
Εμείς δεν το δεχόμαστε αυτό. Παίρνουμε πίσω αυτό που είναι δικό σου και δικό μας.
Τα φτιάχνουμε κι εμείς μαζί της, είναι πράγματι πολύ όμορφη, κουκλάρα η ζωή!
Παίρνουμε πίσω αυτό που μας ανήκει.
Παροτρύνουμε όλους να το κάνουν!

Το δείχνουμε με το παράδειγμά μας. Γίνεται. Εύκολο είναι. Φτάνει να θέλεις.
‘άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο’ δεν λέει το τραγούδι σας Μιχάλη;
‘αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ρθει ανάποδα ο ντουνιάς’, δεν λέει;
Εσύ μας τα έπαιζες αυτά, το ξεχνάς ;
Τίποτα δεν είναι αδύνατο. Όλα είναι εφικτά. Η ιστορία δεν έχει τέλος!
Ο άνθρωπος θέλει να ορίζει μόνος την τύχη του.
Δεν χρειάζεται μεσάζοντες. Δεν χρειάζονται νταβατζήδες.

Δες τι γίνεται με το φαγητό μας, θυμάσαι, πες τα να ξαλαφρώσω.
Χρησιμοποιούμε γενικά το φοιτητικό εστιατόριο. Είναι καλούτσικο το φαγητό. Επιβλητικό το κτίριο. Πανέμορφο. Ένα σωρό νεολαίοι εδώ μέσα, μας αρέσει πολύ να βρισκόμαστε εκεί.
Η Μensa.
Στο κέντρο, λίγα λεπτά από τον υπέροχο Καθεδρικό Ναό, την Μητρόπολη της πόλης. Δύο λεπτά από τις σχολές και την αγαπημένη Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κέντρο αγώνα, κέντρο συνεύρεσης. Πήχτρα στους νέους.
Φτηνό φαγητό, τρώγεται. Το σερβίρουν όμως μοναχά συγκεκριμένες ώρες και γίνεται το αδιαχώρητο.
Πρέπει να περιμένεις στην ουρά, μέσο όρο, μιάμιση ώρα.
Στην αρχή δεν δίνεις σημασία. Κουβεντιάζεις, φλερτάρεις με τα κορίτσια, κάνεις γνωριμίες.
Σιγά σιγά κουράζεσαι στο πόδι τόση ώρα, δίχως στην πραγματικότητα να υπάρχει λόγος.
Υπάρχει ανεργία. Ζητούν δουλειά εκατοντάδες άνθρωποι στην πόλη. Με ακόμη μια βάρδια, το πρόβλημα λύνεται. Θα είναι ανοιχτά όλη μέρα και θα τρως με την ησυχία σου, νωρίτερα ή αργότερα.
Δοκιμάστε, τους λέμε.
Τίποτα. Μας έχουν όρθιους με τις ώρες. Σκέτη ταλαιπωρία.

Να μην υπήρχαν λεφτά, να κάνω όσες θυσίες θέλεις. Με τον πλούτο που υπάρχει διάσπαρτος, σε συγκεκριμένες τσέπες, όχι, δεν θα πάρω.
Δυο φορές τη μέρα μας θέλουν στρατιωτάκια, εν δυο- εν δυο.
Δεν θα πάρουν.
Η τεράστια αυτή ουρά που ξετυλίγονταν στις αίθουσες, μέσα και έξω, αυτού του θαυμάσιου κτιρίου, εξελίσσεται σε αυθόρμητη γενική συνέλευση αρκετές φορές, δημιουργεί αιτήματα, τα παρουσιάζει, πάπαλα. Παίρνει σαν απάντηση τον τρίτο τον μακρύτερο.
Φτιάχνουμε την αυτόνομη ομάδα μας, την επιτροπή μας.
Αποφασίζει λοιπόν την κατάληψη, την πραγματοποιεί και κερδίζει καλύτερες συνθήκες. Δηλαδή το εστιατόριο ανοικτό όλη μέρα και φαγητό δίχως αναμονή, ορθοστασία και ουρές.
Έλα μου όμως πως προσωπικό δεν προσλαμβάνεται, με αποτέλεσμα να βγαίνει η ψυχή των νυν εργαζομένων.
Αυτό δεν το θέλουμε. Χειροτερεύουν οι συνθήκες εργασίας για να τρώμε εμείς με άνεση. Δεν είναι αυτό που επιθυμούμε.

Αλλάζουμε λοιπόν τακτική.
Αρχίζουμε και σνομπάρουμε την Μένσα, οργανωνόμαστε σε ομάδες των τριάντα και επισκεπτόμαστε με την σειρά τα εστιατόρια του κέντρου, που τρίβουν τα χέρια τους γιατί δεν ξέρουν τι τους περιμένει.
Τρώμε παρέα όλοι μαζί, την καθορισμένη, στο περίπου βέβαια ώρα, και για αντίτιμο αφήνουμε το πολύ χαμηλό που πληρώνουμε σαν φοιτητές!
Και για τα παράπονα στέλνουμε τους ιδιοκτήτες στην διοίκηση του Πανεπιστημίου.
Μια, δυο, τρεις, σκάνε. Υποχωρούν.

Κλείνουν λοιπόν σύμβαση με δυο-τρία μεγάλα εστιατόρια κι έτσι το φοιτητικό αποσυμφορίζεται, και εμείς διασκορπιζόμαστε στην πόλη με φυσικό επακόλουθο να τρώμε σαν άνθρωποι.
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.
Αλλάζει το οργανωτικό πλάνο, διευκολύνονται οι πάντες. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρίσκεις λύση στα προβλήματα. Φτάνει να θέλεις.
Θέλει ν’ αρπάζεις τη ζωή απ’ τα κέρατα.
Εσείς δεν είστε που λέτε πως όποιος δεν ακούει με τα λόγια θα ακούσει με το ραβδί; Το χρησιμοποιούμε, μεταφορικά, και όχι μόνο, για να σας κάνουμε να ακούσετε.
Πάλι αιφνιδιασμός.
Που να μας περιμένουν, κάθε μέρα, πρωί βράδυ; Τι να πρωτοφυλάξουν;
Περιπολίες και αυτές, σε δράση. Γεμάτη η πόλη φυλλάδια. Δημιουργούμε συναίνεση. Και όταν προσπαθούν να μας φέρουν ενάντια στους εργαζόμενους, δεν μασάμε.
Γενικά, δεν μασάμε εκείνο τον καιρό.

Με τις τιμές στους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας, το ίδιο. Ζητάμε συμβολικό τιμολόγιο. Οργανώνουμε αυτομειώσεις στα δελτία τηλεφώνου και ρεύματος. Ανά διαστήματα.
Οι αυξήσεις είναι αδικαιολόγητες. Μόνος γνώμονας το κέρδος.
Λέμε πως είναι άδικο να ψάχνεις το κέρδος σε αυτά που είναι κοινωνικά αγαθά πρώτης ανάγκης. Κατοικία, νερό, ρεύμα,τροφή, μεταφορές, παιδεία. 
Πρέπει να είναι εγγυημένα σε όλους, σε τιμές συμβολικές, εξασφαλισμένες από την κοινότητα. Αυτή είναι εμείς οι ίδιοι. Όχι ευκαιρία για να προσκομίζουν κάποιοι κέρδος.
Κερδίζουμε, χάνουμε μάχες. Δεν σταματάμε μέρα να ανακινούμε αυτά τα ζητήματα.
Και όταν δεν μας δίνουν σημασία ξεκινούμε τα σαμποτάζ. Και τις δολιοφθορές. Όχι στην τύχη. Με σχέδιο. Εκεί που ο αντίπαλος πονά. Όταν ατονούν τα κινήματα και οι μαζικές διαδικασίες. Όταν ατονεί η συμμετοχή. Όταν το κράτος καταστέλλει.
Στις μεταφορές δεν σταματάμε ποτές. Όταν χρησιμοποιούμαι τα δημόσια μέσα, το κάνουμε πάντα αρκετοί μαζί, όταν είναι εφικτό φυσικά. Δεν πληρώνουμε ποτέ. Έτσι και οι οδηγοί συμμαχούν. Οι ελεγκτές κάνουν τα στραβά μάτια».     από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 6

 

  • Μέρος Ε     » Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (το γεγονός πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;)»….και: »Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα είναι ένα πεδίο μάχης. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα»  μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία αυτών που μας εκμεταλλεύονται».  Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό, Gigi Roggero

 

[O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.

Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.

Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής.]    απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

 

  • »Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση.
    Έχουν καταστείλει με άγριο τρόπο,το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το τραίνο για να την προσπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θηρίο γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά,άλλο τραίνο, γεμάτο και αυτό συντρόφους από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στο κέντρο της πόλης, στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους την πάρουν! ‘I giornali di Marzo’. ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.
Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες,σιγά σιγά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε όλοι μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει.
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.

Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

Να ανοίξω μια μικρή παρένθεση: »Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη είναι εκεί δικιά σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός ήταν δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει ώστε να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες απέναντι! Τζούφιο είν’ το βάρος του». Κλείνει παρένθεση

  • Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
    Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα,με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση στην πλατεία, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.
    Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
    Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
    Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
    Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
    Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα. τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι,με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες να φωνάζουν ‘πάρε με’!
Εναντίον,επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.
Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, κατοικούν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως,προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική,που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυόροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φλόγα. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει, αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω- κάτω άλλοι έχουνε παράξει, και δεν θα γευτούν ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας,η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας αντρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε τέτοιοι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

Οι σύντροφοι λοιπόν δεν είναι άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν,ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι,που πορεύονται, στον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε,εδώ και πολύ ώρα η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά.Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
Εχθές τον σύντροφό μας τον χτύπησαν πισώπλατα.
No mercy!
Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι σύντροφοι πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο,πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς.Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη,αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη,μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους και κλείνει την πλατεία από εκείνη την πλευρά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν αφήσει έρμαιο, αφύλακτο, από τη σφοδρότητα της επίθεσης! Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται, δεν επαναλαμβάνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξει η πορεία έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε εκεί, και ανακούφιση μαζί, πάλι όλοι together, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με όλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά το θηρίο άρον’ άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι.Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της Φλωρεντίας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι μου, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιa με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά.Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.
Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα».

από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 2

LA CANTATA ROSSA PER TALL EL ZAATAR – GAETANO LIGUORI / GIULIO STOCCHI / DEMETRIO STRATOS

‘Μα κανείς κανείς λέω να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ από τα μυστικά χώματα του πόνου μας ούτε ένα δάκρυ! Γιατί όρθιοι όρθιοι πέθαναν Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι δίπλα στο πηγάδι και στις ρίζες του ψωμιού Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι ανάμεσα στις πεισματάρικες εποχές της δουλειάς τους Κανείς να μη κλάψει! Στη θέση τους φορώντας τα παπούτσια και με τουφέκια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι από οδοφράγματα μιλώντας στ’ αστέρια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στα ποτάμια της Παλαιστίνης Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι χαράζοντας απέραντους δρόμους προς την επιστροφή Κανείς να μην κλάψει! Όρθιοι με δώρα ελπίδας στα μωρά του μέλλοντος Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι στέκονται Ahmed Fathma Ibrahim όρθιοι Mervath Abeth Leila όρθιοι στέκονται Youssef ο παππούς και ο μικρός Fadh που ήταν τριών χρόνων όρθιοι στέκονται καθένας από τις τριάντα χιλιάδες του Tall el Zaatar κανένας κανένας λέω κανένας να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ! Γιατί βλέπετε; Τους έδιωξαν από τη γη τους και από το όνειρο τους τους διασκόρπισαν τους έκλεισαν στα στρατόπεδα τους έδωσαν ένα νούμερο αποκαλώντας τους πρόσφυγες τους πούλησαν σε όλα τα παζάρια κι όταν πήραν το τουφέκι »Ληστές» φώναξαν και τους σκότωσαν βασάνισαν σφαγίασαν τους διαίρεσαν και του είπαν »Εσύ δεν θα έχεις πατρίδα!» κι αυτοί όρθιοι στα πόδια τους με το ανάστημα τους κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο’

 

  • Μέρος Ζ

Γράφει ένας νεαρός που βρέθηκε στο πανεπιστήμιο Sapienza, στη Ρώμη, τις μέρες του μαρτίου, μαρτυρία στην χρυσή ορδήΣτο πανεπιστήμιο, κατά τη διάρκεια της κατάληψης, κανείς δεν ήθελε να επιβεβαιώσει τη θέλησή του επάνω στους άλλους, να επιβάλλει τις θέσεις του, διότι όλοι συζητούσαν μεταξύ τους, όχι μόνο στις συνελεύσεις, αλλά γράφοντας και στους τοίχους και σε αφίσες και κανείς δεν έλεγε πως η θέση του εδώ είναι ηγεμονική, αντιθέτως το πρώτο πράγμα που έκανε το κίνημα ήταν να επιβεβαιώσει με μεγάλη σαφήνεια και αποφασιστικότητα ότι κανείς δεν ήθελε κόμματα οδηγούς ή απόπειρες ηγεμονίας από οποιονδήποτε, είτε από άτομα είτε από ομάδες. Αντίθετα, ο Λάμα έρχεται εκεί και αυτό που κάνει είναι να πει: εγώ έρχομαι εδώ, παίρνω ένα μεγάλο μεγάφωνο σαν αυτό και κάνω την ομιλία μου που πρέπει να καλύψει, πρέπει να ακυρώσει όλες τις άλλες ομιλίες, γιατί αυτός δεν ήρθε εκεί για να συζητήσει με το κίνημα και να ανταλλάξει απόψεις, ήρθε εκεί για να επιβάλει τον εαυτό του, ήρθε για να επιβληθεί’.          Θυμάμαι ότι ο Λάμα σε ένα σημείο της ομιλίας του είπε κάτι σαν «οι εργάτες το ’43 έσωσαν τα εργοστάσια από τους γερμανούς και τώρα εσείς πρέπει να σώσετε τα πανεπιστήμια επειδή είναι τα εργοστάσιά σας». Είναι σαφές ότι αυτό που έλεγε δεν είχε καμία σχέση με αυτό που συνέβαινε. Έτσι σκέφτηκα, ο καθένας σκέφτηκε, όλοι μας: μα γιατί πρέπει να έρθεις εδώ και πρέπει να μας πεις αυτά τα πράγματα που με εμάς, που με αυτό το κίνημα δεν έχουν καμία σχέση; Επειδή η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνεις πλέον τίποτα και έχεις την απαίτηση να μας θέσεις το τελεσίγραφο: ή είσαι μαζί μου είτε είσαι εναντίον μου. Εκείνο το πρωί είχα φτάσει στο πανεπιστήμιο πολύ νωρίς και υπήρχαν ήδη εκείνοι της ομάδας περιφρούρησης του P.C.I. και του συνδικάτου με τα κόκκινα καρτελάκια καρφωμένα στο πέτο στο σακάκι σβήνοντας τα γραπτά που είχαμε κάνει στα εξωτερικά τοιχώματα των σχολών.

 

  • Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
    Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’,λέει.
    ‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
    Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
    ‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
    Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
    Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
    ‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
    ‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
    ‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
    μιάς μέρας Επαναστατικής’.      Απόσπασμα από τις καταθέσεις  στην δικογραφία εναντίον μου

 

  • Γράφει μια νεαρή κοπέλα, μέλος της νεολαίας του ΚΚΙ, μαρτυρία στην χρυσή ορδή:   ‘Μέσα στο P.C.I. πιστεύαμε στη διάκριση ανάμεσα στην εργατική αυτονομία ως συγκεκριμένη συνιστώσα ομάδων λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένων και του υπόλοιπου κινήματος. Αυτό είναι κάτι που καταλάβαμε αργότερα, και ήταν ένα σοβαρό λάθος επειδή αυτή η παρεξήγηση επέτρεψε να χαρίσουμε σχεδόν ολόκληρο το κίνημα στις συνιστώσες της αυτονομίας. Θυμάμαι την τεράστια διαδήλωση της 12ης μαρτίου που εμείς του κόμματος είδαμε από τα πεζοδρόμια: ήταν ένα εντυπωσιακό πράγμα, ήταν μια τεράστια πορεία, ήταν πραγματικά πάρα πολλοί. Οι διαδηλώσεις του κινήματος, ανεξάρτητα από εκείνο που λέγονταν στα γραφεία, με ενέπνεαν πολύ διότι έβλεπα όλους εκείνους τους νέους σαν εμένα, μόνο ιδεολογικά διαφορετικούς που πορεύονταν χιλιάδες και χιλιάδες φωνάζοντας όμορφα συνθήματα, πετυχημένα, γεμάτα ενέργεια, γεμάτα φόρτιση’.  Όλα αυτά σoυ έκαναν μεγάλη εντύπωση. Στα γραφεία του κόμματος που σύχναζα μιλούσαμε για το κίνημα, αλλά δεν υπήρχαν πολλοί νέοι εκεί, οι περισσότεροι ήταν υπάλληλοι ή δάσκαλοι, μερικοί εργάτες, αλλά δεν ήταν νέοι, ήταν άνθρωποι με παιδιά, παντρεμένοι, με κανονική δουλειά , με μια κανονική ζωή.Στις συζητήσεις έπρεπε να φροντίσουμε για την υπεράσπιση μιας ιστορικής κληρονομιάς που το κίνημα εκείνη την εποχή επιτίθονταν εναντίον της, έτσι δεν μπορούσαμε παρά να ζούμε εκείνη τη σχέση με όρους σύγκρουσης, αυτοί ήταν ο εχθρός μας και υπήρχε μίσος, αλλά φυσικά και από τις δύο πλευρές. Υπήρχε μέσα στο κόμμα μια συνεχής επανάληψη της ανευθυνότητας του κινήματος.

και μια ακόμη μαρτυρία:

»Στην Piazza Αrgentina εγείρονται οδοφράγματα και από αυτή την στιγμή οι συγκρούσεις και η ανταλλαγή πυροβολισμών αλληλοδιαδέχονται σε όλο το κέντρο για ώρες και ώρες. Το κύριο σώμα της πορείας περνά μπροστά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Φεύγουν άλλες μολότοφ και ανταλλαγές πυροβολισμών με αστυνομικούς που είχαν ταμπουρωθεί στο εσωτερικό. Κατά μήκος του ποταμού Τίβερη τα δύο τμήματα της πορείας επανενώνονται και στην διαδρομή προς την Piazza del Popolo συνέβησαν τα πάντα. Δεν παρέμεινε ουσιαστικά ούτε μια βιτρίνα στα πόδια της, δύο αστυνομικά τμήματα δέχθηκαν επίθεση, η χιλιανή πρεσβεία στο Βατικανό, η σύνταξη της εφημερίδας »il popolo», η έδρα της Gulf, ένας απροσδιόριστος αριθμός τραπεζών, μια αντιπροσωπεία της Fiat. Η αστυνομία στέκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, ανησυχούσε πάνω απ ‘όλα για την φύλαξη της φυλακής της Regina Coeli. Ήταν ήδη σκοτάδι και ενάντια στη φυλακή έφυγαν πολλοί πυροβολισμοί. Ακριβώς σε αυτό το σημείο υπήρξε μια επίθεση σε ένα οπλοπωλείο, οι σύντροφοι πήραν μαζί τους τα όπλα, τουφέκια και πιστόλια. Βλέπω την εικόνα ενός συντρόφου που βγαίνει από το οπλοπωλείο με ένα ντουφέκι, το οπλίζει, διασχίζει τον δρόμο, ακουμπά στον τοίχο του τοιχίου την κάνη και αδειάζει το όπλο ενάντια στη φυλακή που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, εκεί μπροστά».        από την αέναη κίνηση

 

  • »Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που πέφτει επάνω στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν». απόσπασμα από την έκκληση των γάλλων διανοουμένων που διαβάστηκε στο συνέδριο της Μπολόνια, τον σεπτέμβρη ’77,     από την χρυσή ορδή

 

  • Η σχέση με την Αυτονομία ήταν μια σχέση ερωτική. Τώρα νιώθουμε πως ζούμε, ολοκληρωτικά, δεν ήταν μια αυτοματοποιημένη αλληλουχία πράξεων, ήταν βίωμα, βιοτή, όχι ρουτίνα και επανάληψη, όπως η ζωή στην φάμπρικα ή στην καθημερινή συνήθεια της επανάληψης. Μια διαρκής αναζήτηση, περιπέτεια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι. Ολοκληρωμένοι!

Σε ανοιχτή αντίθεση και αντιπαράθεση με την λογική του παραδοσιακού κομουνισμού όπως επίσης και με εκείνη των Br, που μεταθέτουν στον «ήλιο του μέλλοντος», σε ένα μέλλον μακρινό και στις επόμενες γενιές, το ζήτημα του να ζήσουμε τον κομουνισμό, αυτοί αγωνίζονται για να τον χτίσουν, εμείς πλέον τον ζούμε. Και είμαστε σε σύγκρουση με το Κκι, και το αριστερό συνδικάτο Cgil του Lama, που εκείνο το διάστημα προωθούσαν την γραμμή της πολιτικής των θυσιών, εκείνο το κίνημα, προκαλώντας, μιλούσε αντιθέτως για το δικαίωμα στο lusso, στην πολυτέλεια. Και ο φεμινισμός επίσης ήταν, από αυτή την οπτική γωνία, μια πολιτιστική επανάσταση, που δεν δέχονταν να εξαρτάται από μιαν μελλοντική και μακρινή κοινωνία η ριζοσπαστική μετατροπή των προσωπικών σχέσεων και φύλου, δεν δέχονταν δηλαδή να αναβάλουν για αργότερα αυτή την μετατροπή. Τότε αντιμετωπίζαμε τα όπλα σαν εργαλείο και δυνατότητα απελευθέρωσης, συνεπώς ευτυχίας. Την ώρα που οι εΤ επιτίθενται στην »καρδιά του κράτους», η Πγ χτυπά τις διάχυτες μορφές της κυριαρχίας στην μητρόπολη με τις ομάδες της!

 

  • »Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
    Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. 
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας». Ξανά απόσπασμα από την δικογραφία εναντίον μου

 

  • »Το ’77 είναι ένα έτος γεμάτο νόημα για τις κουλτούρες της νεολαίας σε ολόκληρη τη Δύση: είναι ο χρόνος που το πανκ εκρήγνυται στο Λονδίνο, και οι Sex Pistols προκαλούν την αστυνομία και τη μοναρχία με τις προβοκατόρικες συναυλίες τους, την ημέρα των εορτασμών για τη βασίλισσα.Και είναι το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν οι πρώτες σημαντικές αντιπυρηνικές διαδηλώσεις, στην Malville και Brokdorf….είναι μετά το ’77 που οι στρατιωτικές επενδύσεις αυξάνονται τρομακτικά και το κλίμα του ψυχρού Πολέμου ξαναρχίζει σε συνδυασμό με τη νίκη του Ρέιγκαν, είναι μετά το ’77 που ένα κύμα απολύσεων πέφτει επάνω στους εργάτες σε ολόκληρη τη βιομηχανική Δύση, και οι νέες τεχνολογίες εξαλείφουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθιστώντας την ανεργία των νέων ένα ανεκρίζωτο διαρθρωτικό δομικό γεγονός.Το μέλλον φαίνεται ξηρό και έρημο, και μάλιστα είναι από εκείνη τη στιγμή που η ηρωίνη εμφανίζεται μαζικά στην αγορά ναρκωτικών, και είναι επίσης η στιγμή κατά την οποίαν, αναγκασμένοι να βρουν ένα χώρο στον κόσμο της «απορρύθμισης-deregulation» και της αδίστακτης επιθετικότητας μεταξύ ανέργων, κάνουν την επανεμφάνιση τους ατομικισμός και ανταγωνισμός, προκαλώντας μια βαθιά κρίση των μορφών αλληλέγγυων κοινοτήτων των προηγούμενων ετών.Εν ολίγοις, είναι εκείνη τη στιγμή που το σενάριο αλλάζει: αλλά αυτό αλλάζει κυρίως μέσα στο σύστημα προσδοκιών και των πιθανών φαντασιακών του μέλλοντος. Αλλάζει, δηλαδή, μέσα στην κοινωνική σκέψη, στην πολιτισμική αντίληψη, μέχρι να σφραγιστεί ζοφερά μέσα στην κομφορμιστική και αναισθητοποιητική ομολογία της δεκαετίας του ’80 που ξεδιπλώθηκε».                     απόσπασμα από την χρυσή ορδή

 

»ήμασταν χαρούμενοι γιατί ήμασταν μαζί, και η παρέα έγινε οργάνωση, και η οργάνωση μεγάλωσε και οπλίστηκε, ο οπλισμός υπήρξε αναγκαιότητα γιατί μας σκότωναν φασίστες κι αστυνομικοί ενωμένοι, και καραμπινιέροι μαζί – και να τους αρπάξουμε την εξουσία μες απ’ τα  χέρια αναγκαιότητα επίσης – γιατί ασφυκτιούσαμε κάτω από την μπότα του συστήματος που είχαν στήσει μπουρζουάδες και ρεβιζιονιστές ενωμένοι, και η εργατική τάξη στον δρόμο μας παράτησε, δεν μπορέσαμε κι εμείς να κάνουμε την μεγάλη μανούβρα την κατάλληλη στιγμή και να στρέψουμε το καράβι προς την πορεία στρατηγικής υποχώρησης όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να στραβώνουν και ο κόσμος έδειχνε την αποστροφή του προς τον μιλιταρισμό που είχαν διαλέξει οι οι πιο ‘εξτρεμιστές’ απ’ τους συντρόφους μας, και τα πράγματα πήγαν κατά διαόλου με λίγα λόγια’’

από την χώρα του ποτέ 10

 

  • (20 χιλιάδες αγωνιστές διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, γύρω στους 6000 οι φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι, συνολικά 50.000 χρόνια φυλακής)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ του βιβλίου »η χρυσή ορδή»

Χρόνια του μολυβιού, διαχωρισμένα Σώματα, κρατικές Σφαγές, Αποσταθεροποίηση, Καταστολή, Τρομοκρατία, Κατάσταση έκτακτης ανάγκης … ή αντίθετα: Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας, ριζική Μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Ανάγκη για κομουνισμό Σεξουαλική επανάσταση, Ένοπλος αγώνας κλπ. Και ξανά: Κόσμος Beat, Hippies, Καταστασιακοί, Movimento studentesco, Potere operaio, Lotta continua, Μαοϊκοί, Consiliari, Αναρχικοί, Αυτόνομοι …Πίσω απ ‘όλους αυτούς τους ορισμούς, οι ζωές χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε δύο δεκαετίες, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι τα θεμέλια τους φαινομενικά αμετάβλητους πυλώνες της ιταλικής κοινωνίας. Μετά από αυτή την τεράστια και βαθιά συλλογική εμπειρία, τίποτα πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδιο με πριν. Για να υποβαθμιστεί, να περιοριστεί και να συρρικνωθούν οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου επαναστατικού και δημιουργικού, πολιτικού και υπαρξιακού κύματος, χρειάστηκε (και για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία) η μεγάλη συμμαχία ολόκληρου του συστήματος των κομμάτων, η χρήση όλων των στρατιωτικών σωμάτων, μια ριζική μετατροπή του «κράτους δικαίου», η μετατροπή του δικαστικού σώματος σε τακτικό βραχίονα της πολιτικής εξουσίας και των συμφερόντων της βιομηχανικής μπουρζουαζίας (και μη). Προς στήριξη της συναίνεσης, ολόκληρη η καμάρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία αναβίωσε την παράδοση του «δημοσιογράφου-αστυνομικού» των αρχών του αιώνα. Έχοντες όλοι την πρόθεση να δείξουν πως, έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει, επρόκειτο για την «εξάλειψη» μιας ασήμαντης μειοψηφίας παραληρηματικών ανεύθυνων φανατικών, διαχωρισμένων από την πραγματικότητα που τους καθοδηγούσαν σκοτεινές δυνάμεις. Προς υπεράσπιση της αλήθειας και των δικαιωμάτων, μια εξαιρετική περίπολος έξυπνων και μάλλον ανεπανάληπτων δικηγόρων, μια μικρή ομάδα «εγγυητών», τα γενναιόδωρα λείψανα των πολιτικών κινημάτων .. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες «πέρασαν» από τις φυλακές, έξι χιλιάδες καταδικάστηκαν, σχεδόν πάντα χωρίς καμιά εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Αυτά είναι τα άγονα τελικά και λογιστικά νούμερα της λαμπρής επιχείρησης υπεράσπισης της «δημοκρατίας». Πίσω από τα νούμερα, οι «ειδικές φυλακές», τα βασανιστήρια, η απομόνωση, το καλύτερο μέρος των δύο γενεών που οδηγήθηκε στη σιωπή, αναγκάστηκε να εξοριστεί ή «αποδόθηκε» στην κοινωνία αφού είχε ταπεινωθεί στην ταυτότητά του. Πως να μιλήσεις για όλο αυτό δίχως να κολλήσεις ετικέτες και ορισμούς, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της ιδεολογίας, χωρίς να δώσεις χαρά στον παντοτινό αντίπαλο με την ανακατασκευή χαρτών και των γεωμετριών; Ίσως μέσα από θραύσματα και διαδρομές, μέσα στα εφήμερα μονοπάτια της μνήμης και αφήνοντας τις διαφορές να μιλήσουν. Όχι μια ιστορία λοιπόν, αλλά μια διαδρομή για να προσελκύσει στοχασμούς, προβληματισμούς, να τονίσει, να υπογραμμίσει την ευτυχία, τον πλούτο, να βοηθήσει να βρεθεί η προέλευση, οι απαρχές μιας μακράς άνοιξης.

  • ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή,την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ,να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη έγκλειστοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

 

  • ‘Γράφτηκε λοιπόν αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
    Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφερναν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
    Ίσως μας πουν μια μέρα.
    Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
    Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
    Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
    Έρωτας για ζωή μας κίνησε, για ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών, πράξεων.
    Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
    Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει’. 
    Από την χώρα του ποτέ 12                        
  • Μέρος Η    Το 2013 ξεκίνησα την αέναη κίνηση, μετέφερα εκεί όλα όσα είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια, τις αναμνήσεις μου συμπυκνωμένες σε 3 πονήματαχόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 1 τις κυριότερες αναμνήσεις μου. Κείμενα και νέα από το σήμερα επίσης. Μετέφρασα και μεταφράζω κείμενα ιταλών, βίντεο επίσης, κάποια αποσπάσματα ήδη τα ακούσατε, σας μεταφέρω ένα ακόμη:

βίντεο, μιλάει ένας ‘μετανοημένος’  , ερυθρές ταξιαρχίες 6

»ο απαίσιος άνθρωπος, στην απαίσια παρουσία ενός καημένου εαυτού,
αυτοί ήταν οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, ή όπως αλλιώς ονόμασαν την σχιζοφρένειά τους.
παρακολουθήστε τον, αν αντέχετε, εγώ ένιωσα την υποχρέωση να υπομένω το μαρτύριο της μετάφρασης του ανθρώπου που αρνήθηκε τον εαυτό του τον ίδιο, προκειμένου να την σκαπουλάρει μιαν ώρα νωρίτερα.
δεν υπήρξα ποτέ ταξιαρχίτης, διαφώνησα σκληρά πολλές φορές μαζί τους.
είχα φίλους πολλούς που ‘διαχώρισαν’ την θέση τους
δεν συμφώνησα, είχαν όμως άποψη και βέβαια σιώπησαν, ταπεινά.
δεν κάνω τον έξυπνο, εκ των υστέρων.
είχα διαφωνήσει με την στρατηγική των εΤ από την ελευθερία ακόμη
πάντα όμως τους σεβόμουν και τους υποστήριξα ηθικά
ο ανωτέρω όμως δεν αξίζει ούτε την σφαλιάρα μου, ντροπιάζει όλη εκείνη την γενιά, που, από διαφορετικούς δρόμους, προσπάθησε την κομουνιστική επανάσταση.
ντροπή του! λίγη αξιοπρέπεια δεν θα έβλαπτε!

συνεχίζω λοιπόν την αφήγηση:

  • Νομίζω λοιπόν πως έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με την δικογραφία. Δικάστηκα με στοιχεία βασισμένα στις πολύμηνες καταθέσεις ενός μοναδικού ατόμου που θα ονομάσω Σαβέριο. Γεμάτη αντιθέσεις κατέρρευσε αμέσως και αθωώθηκα με απόφαση και των πέντε δικαστών. Αυτό εμπόδισε τον εισαγγελέα να την προσβάλλει.
    Αργότερα, προστέθηκαν οι μαρτυρίες τριών ακόμη ανθρώπων, ο ένας γνωστός τοξικομανής της Φλωρεντίας, ο δεύτερος περίπου. Εδώ οι αντιφάσεις δεν είναι τόσο έντονες, κραυγαλέες όπως στην πρώτη περίπτωση, αδυνατίζει την κατάσταση όμως η συχνή παραδοχή τους πως είναι χρήστες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη γνωριμία μας.

Το ίδιο φυσικά έγινε στην Ιταλία. Βέβαια αυτοί έκαναν το λάθος, για τα διεθνή δεδομένα, να με δικάσουν και εκεί τη στιγμή που νωρίτερα έχουν ζητήσει την εδώ εκδίκαση της υπόθεσης, με τις ίδιες κατηγορίες και τους αυτούς μάρτυρες. Διεθνώς έχει ισχύ λοιπόν η απόφαση που εκδίδεται πρώτη. Δεν μπορείς να δικάσεις κάποιον για τα ίδια πράγματα δύο φορές.
Ίσως να έγινε και εσκεμμένα, αυτό δεν το γνωρίζω. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτή η λεπτομέρεια με έσωσε στην διάρκεια της σύλληψής μου στην Γερμανία, κάποια χρόνια αργότερα. Τότε που με κράτησαν στο Σταμνχάιμ μέχρι να εκδικαστεί το καινούριο αίτημα των Ιταλών για έκδοση στη χώρα τους. Ξοδέψαμε μια τούμπα λεφτά σε μία ομάδα εξαιρετικών νομικών που απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο πως οι Γερμανοί έπρεπε να με ελευθερώσουν μια και για τα εγκλήματα που με κατηγορούν οι Ιταλοί έχω δικαστεί δύο φορές στην Ελλάδα, πριν ακόμη με καταδικάσουν οριστικά εκείνοι στη χώρα τους, και αθωωθεί πανηγυρικά.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την δικογραφία και συχνά θα σου έρθει να βάλεις το γέλια.
Θα καταλάβετε πώς συμβαίνει συχνά να καταδικάζουν με το έτσι θέλω αγωνιστές. Πώς κατασκευάζεται ένα κατηγορητήριο. Πώς γίνεται να υποχρεώνουν αγωνιστές σε χρόνια κάθειρξης απλά και μόνον επειδή δηλώνουν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ίδιο που έγινε εδώ στη δίκη των αγωνιστών του Επαναστατικού Αγώνα 35 χρόνια αργότερα.
Ένας λόγος που μ’ έκανε να φτιάξω αυτό το τρίτο πόνημα είναι ακριβώς αυτός. Ένας άλλος για να σας δώσω μία ακόμη εικόνα του τι συμβαίνει εκείνα τα χρόνια στη γείτονα,
δεν έχει αναφερθεί κανένας άλλος σε αυτό.
Μέσα από τις αφηγήσεις αυτών των παιδιών θα παρακολουθήσετε μία ταινία βγαλμένη απ’ τα παλιά που ζωγραφίζει τη ζωή στη γειτονιά μας. Μια ταινία από το παρελθόν που μιλάει για το χθες το σήμερα και το αύριο του πολυμέτωπου αγώνα που δίνουν οι καταπιεσμένοι για να σπάσουν τα δεσμά που τους δένουν στο άσχημο άρμα του καπιταλισμού.

Εδώ με αθώωσαν δύο φορές.
Εκεί μου ρίξανε πολλά χρόνια.
Χαλάλι τους. Με κλείδωσαν στην Ελλάδα, για την Ιντερπολ είμαι κυνηγημένος.
Στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου
όλοι μου οι σύντροφοι έφαγαν καμπάνες, εξέτισαν μεγάλο μέρος από αυτές. Έκατσαν μέσα δηλαδή για πολλά-πολλά χρόνια, το διάστημα που εγώ αλώνιζα στις παραλίες της Ηρακλίτσας και του Μπάτη.
Έζησαν ένα μέρος από τα καλύτερα χρόνια τους στη φυλακή, μέσα σε κλίμα ρεβανσισμού, ήττας του κινήματος της αυτονομίας, ήττας του ανταρτοπόλεμου και εκδικητικότητας απέναντι στους μαχητές και τους αγωνιστές.
Εγώ την έβγαλα στον αφρό.

Με βάρεσαν αλύπητα αργότερα οι ασθένειες. Λες και μ’ έτρωγε μια πίκρα που την γλίτωσα με αμυχές και έπρεπε να δοκιμαστώ σκληρά.
Ποιος ξέρει ; Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια μερικές φορές, σκαρώνει φάρσες απίστευτες.
Τέλος καλό όμως, όλα καλά!
Ότι θα ακολουθήσει είναι ένα μέρος της ιστορίας,
η ιστορία των νέων που αψήφησαν τη σύμβαση, που αψήφησαν την πεπατημένη και δοκίμασαν να φτάσουν στην Χώρα του Ποτέ με όλες τους τις δυνάμεις, χρησιμοποιώντας δύναμη και φαντασία, ευρηματικότητα και ένταση, ρήξη και ανατροπή του σεναρίου!

Θα σας μιλήσω μέσα από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων για να δείτε το σκάλωμα που έφαγαν.
Πρέπει όμως να δείτε την ταινία σιωπηλά. Δίχως προκαταλήψεις.Με τις κεραίες ανοιχτές κι ανεβασμένες,όρθιες.
Οι δύο δεύτεροι μπορεί να πέρασαν και στερητικό σύνδρομο, σίγουρα είναι ευάλωτοι στον εκβιασμό. Φαίνεται βέβαιο, κι ας μη το αναφέρουν. Ο ένας κάνει μάλιστα την πάπια, αποφεύγει ν’ αναφερθεί σε αυτό που και οι πέτρες της Φλωρεντίας γνωρίζουν. Ο άλλος το παραδέχεται συχνά.
Ο πρώτος είναι ταχυδαχτυλουργός, κασκαντέρ.
Απολαύστε τους.
Να προσθέσω ένα ελαφρυντικό. Σίγουρα είμαι το εύκολο θύμα, βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά.

Ναι, είμαι μέλος των μαχητικών προλεταριακών ομάδων, από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η κουβέντα μέσα στους κόλπους της αυτονομίας για αναβάθμιση του αγώνα.
Ναι, οι ομάδες είναι κομμάτι της Πρώτης Γραμμής. Ναι, και προσπαθήσαμε να υπάρξει διαχωρισμός, πράγμα που δεν καταφέραμε, εκ του αποτελέσματος.
Ναι, μέσα σε μια εκατοστή συντρόφους, τέσσερις δεν άντεξαν, κατέρρευσαν [ ο τέταρτος προσχώρησε αργότερα στην οργάνωση, είχαν ήδη δημιουργηθεί καλύτερα στεγανά, δεν ενέπλεξε πολλούς, δεν γνώρισε τίποτα περισσότερο απ’ τον τομέα του].

Έχουμε βγει όλοι μέσα από το κίνημα, χρόνια στους δρόμους και τα αμφιθέατρα, στις πικετοφορίες στα εργοστάσια και τις καταλήψεις.
Επιτροπές στο φοιτητικό εστιατόριο, στις σχολές, στις γειτονιές. Μέχρι να το πάρουμε χαμπάρι το επίπεδο ανεβαίνει διαρκώς, τρέχοντας.
Μέχρι να φτιαχτούν τα πρώτα στεγανά στην κουβέντα έχουν εμπλακεί δεκάδες δεκάδων σύντροφοι. Όλοι,πολλοί αντιλαμβάνονται, ψυχανεμίζονται αυτό που συμβαίνει, αυτό που γεννιέται από τα σπάργανα, απ’ το μηδέν. Κύκλοι, και άλλοι κύκλοι, όλο και κάτι παραπάνω, κάτι καινούριο, περισσότερο προχωρημένο. Ένα τεράστιο πείραμα που σήκωσε τον τόπο. Σαν σεισμός!

Βγαίνουν προκηρύξεις, γίνονται κουβέντες, δημόσια, στα στέκια. Γίνονται και υπόγεια. Όλα μαζί, σταδιακά, ταυτόχρονα. Νομίζεις πως ο χρόνος σε προσπερνά, τρέχει γρηγορότερα. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς συχνά. Δρας αυτόματα.
Για χρόνια, το επαναλαμβάνω.
Όποιος έχει πάρει μέρος από το ξεκίνημα σε αυτή την διαδικασία, από κάποιο σημείο και μετά καταλαβαίνει περισσότερα απ’ ότι νομίζεις.
Αυτό έκανε ο Σαβέριο. Μόνος του παραδέχεται αμέτρητες φορές πως βρέθηκε σε κάποια ομάδα για λίγους μήνες, ελάχιστους!
Όλες του οι πληροφορίες,σχεδόν όλες, προέρχονται απ’ τις ‘εκμυστηρεύσεις’ της αγαπημένης του, κοριτσιού που και μ’ αυτό, πάντα κατά τον ίδιο, έχει σχέση για λίγους μόνο μήνες!
Πάντα κατά τον ίδιο, πήρε μέρος σε μια και μοναδική επίθεση, μέχρι να το βάλει τελικά στα πόδια.

Παραδέχεται πολλές φορές, περισσότερες από μία, πως ‘κάποια πράγματα δεν λέγονται και δεν τα ρωτάμε, απλά δεν λέγονται’. Και θέλει να μας πείσει πως ένα κορίτσι και κάποιοι φίλοι απ’ τα παλιά, που μάλιστα γνωρίζουν πως απ’ την οργάνωση την έχει κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, συνεχίζουν να του εκμυστηρεύονται τα πάντα, τον στέλνουν να συζητήσει, να οργανώσει άλλους κλπ.
Ο Σαβέριο ναι, αντιλήφθηκε κάποια εξέλιξη προς την μαζική παρανομία.
Ίσως, και για λόγους εγωισμού, προσπάθησε να ενταχθεί σε κάποια ομάδα μα δεν τα κατάφερε. Λάκισε.
Κι όταν τον τσίμπησαν, γιατί για κάποιο διάστημα μάζευαν με τον σωρό, όποιον τους είχε στο παρελθόν απασχολήσει, τον ‘φώναξαν’ για ‘φιλική’ κουβεντούλα, έκανε τον ‘μετανοημένο’, μεταμελήθηκε.
Για να γλιτώσει οποιαδήποτε υποτιθέμενη συνέπεια. Κανείς δεν ξέρει, εγώ τουλάχιστον δεν έμαθα μέχρι σήμερα τι παίζονταν σ’ εκείνα τα δωμάτια, σε εκείνες τις ‘κουβεντούλες’. Τις πιέσεις, τους εκβιασμούς.

Για κάποιους, και η ελαφρύτερη συνέπεια φαντάζει ασήκωτη.
Σίγουρα γνώριζε τα σπίτια μας, πολλούς από εμάς, συνήθειες κλπ. Μας έβλεπε μαζί, κολλητούς κι αγαπημένους για πολλά χρόνια. Να ενταχθεί δεν τα κατάφερε, δεν του πήγαινε στο κάτω-κάτω. Μπορεί και να ζήλεψε κάποια στιγμή.
Τον Αριστείδη τον εξοστράκισαν οι Αθηναίοι γιατί δεν άντεχαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο, παραήταν δίκαιος για τα μέτρα τους!
Ότι κάποιες κινήσεις έπεφταν στην αντίληψή του, όσο διάστημα τριγυρνούσε στους χώρους, είναι αδιαμφισβήτητο. Ότι για κάποιο διάστημα παρατηρούσε επίσης.
Γνωρίζει τα μέρη μας, τις παρέες, τους κολλητούς, συμπεραίνει πολλά, σε κάποια πέφτει μέσα.
Κάποιους πρόλαβε να τους γνωρίσει μαχητές, για τους υπόλοιπους……. ας το πάρει το ποτάμι.

Έτσι κι αλλιώς, όλοι είναι μαχητές, ότι πει η αντιτρομοκρατική.
Το σενάριο φτιάχνεται πλέον, τόσες επιθέσεις θα παραμείνουν ανεξιχνίαστες;
Γι αυτό ανακαλεί πολλές φορές, δεν ταιριάζουν οι υποθέσεις, δεν στέκουν τα λεγόμενα, και οι αντιφάσεις έχουν τα όριά τους.

Επί μήνες συνεχίζει να δημιουργεί δύο ξεχωριστά άτομα, με δύο ξεχωριστά ονόματα, που τα υποδεικνύει μάλιστα στις φωτογραφίες που του δείχνουν. Μα τα δυο άτομα είναι ένα και το αυτό, με όνομα και παρατσούκλι! Δυο κορμιά, ένα άτομο. Και αυτός τους συναντά και τους δύο, άλλοτε μαζί και άλλοτε ξεχωριστά. Και δείχνει δυο φωτογραφίες ξεχωριστών προσώπων. Είναι το αποκορύφωμά του, η μεγαλύτερη στιγμή του, η αποθέωση του κοινού στη σκηνή του παραλόγου!

Ο ένας στην Ομόνοια, ο άλλος στο Σύνταγμα και ο Σαβέριο απ’ το Μοναστηράκι προχωρά, αμέριμνος για τις συνέπειες, να τους συναντήσει και να παίξουνε πινγκ πονγκ κάτω απ’ το δέντρο που αυτοκτόνησε-δολοφονήθηκε εκείνος ο εξαιρετικός κύριος, ο φαρμακοποιός της πλατείας των εξεγερμένων!
Αυτά!
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, τεράστια αντίφαση που γυμνώνει την διχασμένη του προσωπικότητα και τη σύγχυση στην οποία ευρίσκεται. Παρουσιάζει την εαυτό του σαν αρχηγό ομάδας που συσκέπτεται, συζητά και αποφασίζει μαζί με άλλους,
τελείως διαφορετικούς από αυτούς που πάντα σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα αποτελούν τους αρχηγούς των υπολοίπων ομάδων.
Πρέπει να προμηθεύσουν τις ομάδες εκρηκτικά μιας και καμία ομάδα από μόνη της, λέει,δεν έχει την επιχειρησιακή δυνατότητα να το κάνει, αυτόνομα.
Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι περίφημοι αρχηγοί ;
Μια έτσι, μια αλλιώς.

Ο Σαβέριο δεν ξέρει τι του γίνεται. Φτιάχνει το σενάριο και το διασκεδάζει.

Θυμάμαι στην Κομοτηνή, κάποια στιγμή που κουβεντιάζαμε πάνω σε αυτά τα θέματα ο καλός μου φίλος ο Νίνο με ρωτά τι θα έκανα εάν μια μέρα τον συναντούσα στο δρόμο, ελεύθερος πλέον. Του απαντώ χωρίς κανένα δισταγμό πως ούτε να τον φτύσω δεν έκανα κέφι!

Ας στρωθούμε όμως στη δουλειά μετά τη μεσημεριανή σιέστα:
Δηλώνει ξανά και ξανά πως στις ομάδες να μπει του πρότεινα εγώ, μετά την έξοδό του από την φυλακή εξ αιτίας προηγούμενων γεγονότων.
Πάμε όμως να τον ακούσουμε να μας παρουσιάζεται:

‘Η πρώτη μου πολιτική επαφή έγινε την περίοδο της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής σχολής Φλωρεντίας και συγκεκριμένα συναντήθηκα με τον Κάρλο που έπαιρνε μέρος, με καθήκοντα προέχουσας καθοδήγησης στην Προλεταριακή Επιτροπή του Πανεπιστημιακού Εστιατορίου. Άρχισα μια πρακτική παρανομίας με τις μορφές που τότε ασκούνταν σε επίπεδο κινήματος, και δηλαδή διαδηλώσεις πεζοδρομίου, επανιδιοποίηση των μέσων αντικείμενο των αναγκών του προλεταριάτου, πορείες με προσαρτημένες ‘αυτοϋπερασπιζόμενες’ ομάδες περιφρούρησης, οπλισμό με βόμβες μολότοφ. Αυτό αποτελούσε εκείνη την εποχή το σημείο σύνθεσης της πολιτικής πρακτικής που προωθούνταν από την Εργατική Αυτονομία και που είχε σαν το πιο προωθημένο της τμήμα αυτούς οι οποίοι αναλάμβαναν την ευθύνη να εφοδιάζουν την ένοπλη κάλυψη σ’ αυτούς που συμμετείχαν σαν μάζα στη μεμονωμένη διαδήλωση. Με άλλα λόγια, όχι μόνο προετοιμάζονταν οι μολότοφ για την άμυνα της πορείας, αλλά προβλεπόταν και να μοιράζονται σε μεμονωμένους συμμετέχοντες, ανεξάρτητα, έκαναν την αγωνιστική χρήση τους τη στιγμή που θα χρειαζόταν.

Σε μία από αυτές τις διαδηλώσεις συνελήφθην μαζί με άλλους δύο. Έπρεπε σε κάποια στιγμή να εισχωρήσουμε με τις τσάντες με τις μολότοφ που έπρεπε να διανεμηθούν στα μέλη της επιτροπής, και συγκεκριμένα στον Κάρλο, τον Μπίκο, τον Εκτορα, την Φιόνα, τον Λουκά. Σ’ εκείνη την περίπτωση είχαμε σαν κάλυψη πίσω μας τον Λουκά και την Φιόνα που απαγκιστρώθηκαν ακριβώς καθώς εμείς συλλαμβανόμασταν πριν ακόμη εισχωρήσουμε.
Οι μποτίλιες θα έπρεπε να έχουν μια αμυντική χρήση στην υπόθεση κατά την οποία, όταν φτάναμε στα γραφεία του Συνδικάτου των Μεταλλουργών θα γινόταν σύγκρουση, και έπειτα για μια επιχείρηση κατά της Γραμματείας του Πανεπιστημίου την στιγμή κατά την οποία η πορεία θα τελείωνε στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Τα μπουκάλια είχαν αποσυρθεί από το σπίτι της οδού ντει Κόντι όπου κατοικούσε η Φιόνα και ο Κώστας.

Κατά την διάρκεια και μετά από την κράτησή μου γι αυτά τα γεγονότα, εγώ πλησίασα παραπέρα σε μία αντίληψη της σύγκρουσης πιο υψηλής ποιότητας μπαίνοντας πρακτικά για να πάρω μέρος στην ουσία της οργάνωσης. Πράγματι εκείνη την περίοδο ήλθαν να μας βρουν στη φυλακή του Νουόρο, όπου εμείς είχαμε αναλάβει χρέη ‘Πολιτικών Κρατουμένων’, ο Κώστας και η Φιόνα που μου ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να θεωρηθώ ως μέλος της οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, εξ αιτίας του παρελθόντος μου ως αγωνιστή.
Κατά την αποφυλάκισή μου ο Κώστας με διαβεβαίωσε ότι θα με έβαζε σε μια σχηματισμένη ‘Επιτροπή φυλακών’, πράγμα που δεν συνέβη. Άλλωστε λίγο μετά ο Κώστας μου είπε ότι έπρεπε να θεωρώ τον εαυτό μου μέλος μιας ομάδας πάλης της οποίας γνώρισα όλα τα άλλα μέλη για τα οποία κάνω αναφορά στις προηγούμενες ανακρίσεις μου’.

Αυτά λέγονται στις 04-07-80. Και είναι πολύ ξεκάθαρα. Αναφορά σ’ εμένα καμία. Έχει μιλήσει νωρίτερα βέβαια, ξεκίνησα ανάποδα για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, την πολιτική που έχουν συμβεί. Όσο περνά η ώρα θα καταλαβαίνεις καλύτερα τη σκοπιμότητα.

Στις 05 του Ιουλίου επανέρχεται λέγοντας πως το φθινόπωρο του ’77 έγινε μια συνεδρίαση με τους Κώστα, Φιόνα και Ντίνο κατά την διάρκεια της οποίας του δόθηκε η αποστολή ν’ αρχίσει μια πολιτική δουλειά στο εσωτερικό του χώρου της ‘Επιτροπής Πανεπιστημιακού Εστιατορίου’, από την οποία έχει αποσπαστεί ο Κάρλο, γιατί είναι φυγόδικος και ο Κώστας γιατί είναι πλέον πολύ γνωστός. ‘Σε αυτή τη δουλειά κινούνταν γύρω μου και συνεργάζονταν σ’ αυτό το έργο οι Μπίκο, Ανδρέας και ο Μίκης. Ήταν μια φάση κατά την οποία ετοιμαζόταν η οργάνωση για την μαζική σύγκρουση στην πρόβλεψη της διάρθρωσης διαδεδομένων ένοπλων σχηματισμών, Ομάδων, που θα δρούσαν στη φλωρεντινή πραγματικότητα. Ήταν η περίοδος που αγωνιστήκαμε για την εξάλειψη του θεσμού των ταυτοτήτων ελέγχου για να μπει κανείς στο φοιτητικό εστιατόριο.’Έγινε πρώτα μια κίνηση περιφρούρησης, επισημάνθηκαν και δικάστηκαν δύο σύντροφοι, ο Ινιάτσιο και η Στέλλα. Ακολούθως μπήκε σε εφαρμογή η επίθεση στο κέντρο έκδοσης ταυτοτήτων. Απασχολήθηκε μία ‘Ομάδα Πάλης’ με πολιτικό σλόγκαν ‘Να οπλίσουμε και να οργανώσουμε τις προλεταριακές ανάγκες’ με σκοπό να υποκινήσουμε παραπέρα μαζικές συσπειρώσεις. Αυτή η επιχείρηση καθοδηγήθηκε από την ομάδα μου. Συμμετείχαμε εγώ, η Ροσσάνα, η Τιάρα και ο Μίκης.’

‘Εκείνη τη χρονική στιγμή γινόντουσαν συνεδριάσεις για το πέρασμά μου στην οργάνωση, με τον Κώστα και την Φιόνα, στο σπίτι του Κώστα, στην οδό Φιεζολάνα, σε μία μόνο και με τον Ντίνο. Στην οδό Φιεζολάνα [ το σπίτι του Λουκά όπου έμενε και η Λέλα, αυτοί δεν συμμετείχαν στην συνεδρίαση]. Την άνοιξη του 78 γνωρίζω την Σάρα που θέλει πλέον να ζει μαζί μου.Πληροφορούμαι πως ανήκει στην οργάνωση.’

Βλέπετε λοιπόν, μέχρι στιγμής,για πολλοστή φορά. Άλλος του δίνει εντολές, άλλος αποστολές, άλλος έρχεται σε επαφή μαζί του.Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Γνωρίζει λοιπόν το κορίτσι, τα φτιάχνει μαζί της και σε όλη τη διάρκεια των απολογιών του,που ξεκίνησαν τον Γενάρη του ’80 και κράτησαν μέχρι τον Ιούλη αυτή η καϋμένη γνωρίζει τα πάντα, για όλους και για όλα, και του τα διηγείται με το νι και με το σίγμα. Κι ας τα έχουνε χαλάσει, κι ας γνωρίζει πως αυτός έχει μάλιστα αποχωρίσει. Συνεχίζει απτόητη και του εξιστορεί αυτά που συμβαίνουν και μαθαίνει, άγνωστο όμως με ποιον τρόπο!
Είναι απίστευτος, ανεκδιήγητος.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. Τον στέλνει ο Κώστας, Χριστούγεννα του ’77 στη Σαρδηνία, στο Σάσσαρι, για να κάνει επαφές και να δημιουργήσει ομάδα πυρός!
Πάπαλα.
Παίρνει μαζί του ένα κορίτσι για να τον φιλοξενήσει στο σπίτι της. ‘Βρίσκεται στο σκοτάδι η κοπέλα, εάν γνώριζε πράγματα για την οργάνωση ο Κώστας θα του το είχε πει!!!’
‘Συναντήθηκα με τους προαναφερόμενους δύο με το καθήκον να επιθεωρήσω τι τύπο δομών διέθεταν [όπλα, βάσεις], όμως αντιλήφθηκα ότι αυτοί δεν είχαν καμία διαθεσιμότητα κανενός είδους. Ανέφερα την περίπτωση στον Κώστα που αποφάσισε να μην γίνει τίποτα.’
‘Απ’ ότι καταλαβαίνω, το κορίτσι, η Νένα πρέπει να μπήκε στις ομάδες στη συνέχεια, κατά την περίοδο που εγώ απομακρύνθηκα από την Ομάδα Πάλης, και πιθανά μετά την γνωριμία με τον Ανδρέα’.

Αναφέρει πως την άνοιξη του ’78 έχει ήδη αποχωρήσει από ‘την ομάδα πάλης’. Παρ’ όλα αυτά μαθαίνει για καινούρια μέλη, ποιοι εισχωρούν στις ομάδες. Βλέπεις, του λένε τα πάντα κι ας μη συμφωνεί με την οργάνωση,
του λένε στρατηγικές,ενέργειες επιθέσεις.
‘Ο Κώστας έκανε γνωστή την απαίτηση αυτονομίας καθεμιάς των ομάδων’.
‘Στην ανάγκη θα μπορούσε να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις και η Ρένα, αλλά αυτό μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης για τον λόγο ότι ήταν απροετοίμαστη στρατιωτικά.’

Συζητά με την Σάρα και τον Ανδρέα για τις επιχειρήσεις! Με τον Κώστα για την αναγκαιότητα ‘αυτοχρηματοδότησης’ των ομάδων! Τους επισημαίνει μάλιστα τα ιππικά πρακτορεία! ή αυτά λαχείων! Ξέρει πως ο Ανδρέας συντάσσει σχεδιαγράμματα και του τα δείχνει μάλιστα! Τελικά όμως αποφασίζει πως δεν είναι και τόσο σίγουρος εάν τα σχεδίασε αυτός! Το βέβαιο όμως είναι πως του τα έδωσε! Και πως κατασχέθηκαν στο σπίτι του, στην Οδό Όρτι Οριτσελλάρι, μετά από την εισβολή στη Ντάτα Μάνατζμεντ και τις έρευνες της αστυνομίας! Δεν χρειάζεται να σας επαναλάβω πως όλα αυτά συμβαίνουν σε διάστημα που πλέον παραδέχεται πως απ’ την οργάνωση έχει αποχωρήσει!!!

Άντε, να πιστέψουμε πως η κοπελιά του, που δεν είναι πια κοπελιά του, του εκμυστηρεύεται πράγματα.
Αλλά και τα άτομα τα προσκείμενα στην κεντρική διοίκηση, σύμφωνα πάντα με τα δικά του λεγόμενα ;
Το άλλο,με τον Τοτό το ξέρετε;
Εγώ τον έμπασα, τον έκανα και καθοδηγητή, και αρχηγό ή όπως αλλιώς τον ονομάσετε! Αι σιχτίρ! Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

ΛΈΕΙ : ‘Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αντίθετα από όσα ειπώθηκαν από εμένα σε προηγούμενες ανακρίσεις το απόγευμα της ημέρας της εισβολής στη Ντάτα Μάνατζμεντ δεν έμεινα στο σπίτι αλλά πήγα σε μια συνεδρίαση των ‘Ομάδων’ στην οδό ντει Μπάρντι, στο σπίτι που έμενε η Ροσσάνα και η Αντρέα, συνεδρίαση στην οποία πήραν μέρος τα μέλη της Ομάδας και συγκεκριμένα ο Μίκης, η Ροσσάνα, ο Ανδρέας,ο Λουκάς, η Άννα, εγώ και ο Μπίκο για να οργανώσουμε το τέλος της εκστρατείας κατά των κτηματικών εταιρειών. Θα κάναμε μια τελευταία εισβολή στην οδό ντελλα Βίνια Νουόβα. Την εισβολή έκαναν ο Μίκης, ο Ανδρέας, η Ροσσάνα και ο Λουκάς. ‘Εγώ θα έπρεπε να κάνω την επί τόπου επιθεώρηση, πράγμα που δεν μπόρεσα γιατί την επομένη από την συνεδρίαση μεταφέρθηκα στη Διοίκηση της Αστυνομίας στη διάρκεια των επαληθεύσεων που ακολούθησαν την εισβολή στη Ντάτα. Ξέρω όμως ότι στην θέση μου τις επί τόπου επιθεωρήσεις τις έκανε η Άννα!’
Γνήσιος Βαρώνος ΜΥΝΧΆΟΥΖΕΝ!

ΈΧΕΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΊ ΤΟ ΜΈΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΕΩΝΙΆΣ ;»

από την χώρα του ποτέ 3

και:              »Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!»

Από το εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 13

Από την άλλη μεριά : η Μαρίνα Πετρέλλα, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, κατέφυγε στην Γαλλία το 1993, αξιοποιώντας το άτυπο άσυλο που είχε χορηγήσει ο Μιτεράν. Όμως το γαλλικό κράτος υπαναχώρησε, η Πετρέλλα βρέθηκε στη φυλακή και είναι υπό έκδοση στην Ιταλία. Πάσχει από βαριά κατάθλιψη και αργοπεθαίνει. Από την απομόνωση η Μαρίνα έστειλε στον σύντροφό της Αχμεντ Μερανσί,πατέρα της δεύτερης κόρης της μια φωτογραφία με θάλασσα και ήλιο. Από πίσω έγραψε: ‘θα μπορούσε να είναι η θάλασσα της Κρήτης,αλλά δεν θα τη δούμε ποτέ. Περάσαμε καλές και κακές στιγμές, αλλά δεν είναι ώρα για απολογισμούς, ας αρκεστούμε που τις ζήσαμε. Tώρα σου ζητώ να φροντίσεις να μεγαλώσει η Έμμα με υγεία, όχι υπάκουη ή επαναστάτρια, αλλά με υγεία και καλές αρχές. Όσο για μένα είσαι ο τελευταίος άνδρας που αγάπησα …όπως σου είχα υποσχεθεί.’’

Και λέμε λοιπόν : σε ένα κόσμο δίχως αξίες,όπου η μόνη αξία και αρχή που διαλαλείται από κάθε πλευρά είναι το κέρδος και ο πλουτισμός χωρίς αναστολές, ότι κι αν αυτό κοστίζει,η μόνη διέξοδος είναι να δώσουμε αρχές στα παιδιά μας, είναι η αντίσταση στο σύστημα. Και αυτό δεν μπορεί παρά να φέρει ανυπακοή και τελικά σύγκρουση. Δώσε αρχές στο παιδί σου φωνάζει η Petrella,δεν χρειάζεται να το καθοδηγήσεις. Αύριο θα συγκρουστεί από μόνο του ένα παιδί με αρχές ενάντια στην κατάπτωσηΜη καθοδηγείτε τα παιδιά σας, διδάξτε τους αξίες, αφήστε τα ελεύθερα, μη κρύβετε την αλήθεια, διδάξτε την τους. Η αλήθεια ελευθερώνει. Αγάπη, σεβασμός, αλληλεγγύη. Πάλη για το δίκαιο, ατομική, κοινωνική.

από το χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία 5

 

  • Μέρος Θ   επειδή αυτοί εδώ κάτω, και πολλοί άλλοι, δεν σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, αφιερώνω τα παραπάνω σε αυτούς:

13/04/2015
MATTEO CAGGEGI
BARBARA AZZARONI
Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

‘Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι’.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος στους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά, στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni – Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο
Το σώμα της Barbara Azzaroni στο μπαρ εστιατόριο dell’Angelo, βορά στους δημοσιογράφους
28 φεβρουαρίου 1979
Εστιατόριο μπαρ “dell’Angelo”, Via Paolo Veronese 340, Torino
Barbara Azzaroni και Matteo Caggegi, μαχητές της Prima Linea, μετά από ειδοποίηση ανώνυμη, αιφνιδιάζονται και σκοτώνονται από την αστυνομία.
Μαρτυρία που δόθηκε το 1980 από έναν μετανιωμένο αγωνιστή της PL:

«Εγώ και η Barbara βρισκόμασταν σε ένα bar, περιμέναμε τον ‘στόχο’ μας. Εγώ βγήκα διότι ήταν η σειρά μου να εξακριβώσω την άφιξη του στόχου. Μπήκε ο Matteo που ήθελε να πάρει πρωινό και να μείνει λιγάκι με την Barbara, για την οποία είχε ένα υψηλό επίπεδο προσωπικής συμπάθειας. Ο Matteo στη συνέχεια μάλωσε με τον ιδιοκτήτη του bar, ο οποίος τον κατηγόρησε πως είχε πάρει τον τηλεφωνικό οδηγό δίχως να ζητήσει την άδεια. Ήταν μια βίαιη διαμάχη, εκείνος κάλεσε την αστυνομία. Όμως ο Matteo παρέμεινε ήσυχος, καθισμένος, να μιλά με την Barbara. Έφτασαν τρία περιπολικά, της αστυνομίας, ενώ ο Matteo και η Barbara στέκονταν ακόμη στον πάγκο, για να πληρώσουν.
Ένας αστυνομικός σημάδεψε με το πιστόλι την Barbara, ο άλλος στον Matteo, που όμως άρχισε να παλεύει μαζί του. Ήρθαν και οι άλλοι αστυνομικοί που έριξαν ριπές με τα αυτόματα ενάντια στην τζαμαρία. Χτυπήθηκε η Barbara και έπεσε αμέσως, ο Matteo σκοτώθηκε από τον αστυνομικό με τον οποίο μάλωνε που τον πυροβόλησε έξι φορές στον θώρακα. Από στρατιωτική άποψη μιλάμε για μια πραγματική εκτέλεση. Παρακολούθησα την σκηνή προσωπικά μέχρι το τέλος. Οι αστυνομικοί έμοιαζαν μαστουρωμένοι, ίσως λόγω του φόβου ή της έντασης, εγώ στην πράξη βρισκόμουν εκεί στη μέση όλων, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η αναστάτωση που κυριολεκτικά δεν μ’ έβλεπαν κι ας είχα τα χαρακτηριστικά τραβηγμένα και δάκρυα στα μάτια οπότε θα έπρεπε να είχαν καταλάβει ποιος ήμουν…».

Την πρώτη μαρτίου του 1979, μετά από τηλεφώνημα στην Gazzetta del Popolo, σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο της πλατείας Solferino, βρίσκεται μια μπροσούρα της PL:
«Εχθές 28 φεβρουαρίου, έπεσαν από τα χέρια των μπάτσων της Digos, η σύντροφος Barbara Azzaroni – Carla, και ο σύντροφος Matteo Caggegi – Charlie. Είναι μαχόμενοι σύντροφοι της Prima Linea. Έπεσαν κατά τη διάρκεια μάχης σαν κομουνιστές, απαντώντας στα πυρά των σαράντα αστυνομικών που έφτασαν στο σημείο αποφασισμένοι να σκοτώσουν…».

Σάββατο 3 μαρτίου 1979, στο Orbassano, στην κηδεία του Matteo Caggegi, που πήραν μέρος πολλοί νεαροί, οι φίλοι του διανέμουν μια μπροσούρα με υπογραφή “Οι σύντροφοι του Orbassano”:
«Θα υπάρξουν αυτοί που θα πουν πως ήταν ένας παράνομος, κάποιος θα τον αποκαλέσει assenteista, ή αυτοί που θα σύρουν στο χορό την μαφία εξ αιτίας του πατέρα (καταδικασμένου σε ισόβια για φόνο): για εμάς, γι αυτούς που τον γνώρισαν και πάλεψαν μαζί του, ήταν ένας σύντροφος. Η επιλογή του, εκείνη της ένοπλης πάλης ενάντια στα αφεντικά, σίγουρα δεν επηρεάζει τον πόνο μας και τον θυμό μας για τον θάνατο του: δεν έχουμε σκοπό να κρυφτούμε, όπως κάνουν σήμερα πολλοί σύντροφοι, πίσω απ’ την σιωπή, επειδή σήμερα πέθανε με το πιστόλι στο χέρι αντί να θανατωθεί απ’ τους φασίστες…».

Στις 6 μαρτίου 1979, η κηδεία της Barbara Azzaroni, στην Bologna, μετατρέπεται σε μια μεγάλη πορεία συγγενών, φεμινιστριών, αγωνιστών της επαναστατικής αριστεράς, συγγενών πολιτικών κρατουμένων που παρελαύνει στους δρόμους του κέντρου. Παρόντες επίσης πολλοί πράκτορες της Digos και της αντιτρομοκρατικής των καραμπινιέρων.
Με την ευκαιρία διανέμεται ένα φυλλάδιο, υπογεγραμμένο “Il Movimento”, »Το Κίνημα», όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε:
«Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία, ακραία δύσκολο και διαρθρωμένο κίνημα, που έχει όμως μια δικιά του πραγματική ενότητα και όχι πλασματική στον εντοπισμό ενός κοινού εχθρού: αυτού του Κράτους».

Κηδεία της Barbara Azzaroni. Οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από ψηλά, απ’ το Palazzo Re Enzo για να καταγραφούν οι συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του Κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βελάκια. Γραμμένα ονόματα δίπλα στις φιγούρες ή από πίσω.

Τέλος Μιχάλης

  • Θα κλείσω οριστικά με ένα τραγούδι, με τους στίχους του Claydio Lolli από το Incubo numero zero, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

»Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη»

 

Αλλά επίσης, σε στίχους αφιερωμένους σε έναν φίλο, που και αυτός είναι επίσης, με τον δικό του τρόπο, ένας ποιητής ( είναι ποιητής αυτός που ζει ως ποιητής, και ξέρει πώς να βρίσκει τον θεό μετουσιωμένο σε ένα καμπάρι σόδα, λέγει): Η επανάσταση σου δεν υπήρξε αλλά θα υπάρξει, διότι το μέλλον είναι μακρύ.

 

και για να το πούμε ελληνικά κι από το σήμερα:    Δεν βγήκαμε στην θάλασσα Ένα βουνό ανεβαίνουμε Καράβια έξω απ’ το νερό Στα σύννεφα θα δένουμε Δεν ήρθαν άλλοι από αλλού Μονάχοι μας πηγαίνουμε Τώρα θα γίνουμε εμείς Αυτό που περιμένουμε

  • Εν κατακλείδι: πόσο μοιάζει το σήμερα με το χθες, πάντα δολοφονική η σοσιαλδημοκρατία! Τότες οι ψευτοκομουνιστές του ΚΚΙ,  παρακαλούσαν τους μπουρζουάδες να συγκυβερνήσουν, επιβάλλοντας μέσω των συνδικάτων στις υποτελείς τάξεις την πολιτική των θυσιών και της λιτότητας, με τον ιστορικό συμβιβασμό, την συνδιαχείριση της εξουσίας με την δεξιά δηλαδή, για την ανάπτυξη της οικονομίας υπέρ των αφεντικών. Το ίδιο δεν γίνεται και σήμερα με τους σύγχρονους ψευτοκομουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ; απλά, εδώ κυβερνούν ήδη, και δεν χρειάζονται τα κόμματα των μπουρζουάδων για να επιβάλλουν την πολιτική τους, γίναν μπουρζουάδες οι ίδιοι!

 

Εμείς; ποιοι ήμαστε εμείς; Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Ρενάτο Κούρτσιο από το μακρινό 1982: »Φετίχ αλλά και εξεγερμένος, εμπόρευμα αλλά και καταστροφέας του εμπορεύματος, εν δυνάμει αυτόχειρας αλλά και φονιάς – να λοιπόν που »εμφανίζεται ένας νέος στρατιώτης»: ο σχιζομητροπολιτάνος προλετάριος. Στρατιώτης που εκρήγνυται στη μαζική βία και στις φωτιές είτε του νεοϋορκέζικου Blackout, είτε στο Μπρίξτον ή τη Νάπολη, αλλά που παρ’ όλα αυτά παραμένει δούλος της αγοράς. Αφήνεται στην περιπέτεια του ένοπλου μετασχηματισμού των συνθηκών της ζωής του, αλλά στην πρώτη ευκαιρία αλλάζει σελίδα και »μετανιώνει». Αγωνίζεται για την κλεμμένη ανθρωπιά του, όμως μετά από λίγο δε θυμάται για τι ακριβώς πρόκειται. Για να γίνει »για τον εαυτό του» πρέπει να δώσει λυσσώδεις μάχες και ενάντια στον εαυτό του, κι από αυτή την αντίφαση σχίσμα]δεν μπορεί να ξεφύγει παρά μόνο αν προσπαθήσει να επικοινωνήσει μ’ όλες τις δυνατές γλώσσες των συνθηκών της ζωής του. Όμως ούτε κι αυτό είναι εύκολο, γιατί κι αυτές οι ίδιες οι γλώσσες της υπερβατικής επικοινωνίας του, απ’ τη μουσική επένδυση ως τα μαλλιά του που υψώνονται προς την εξέγερση, ενδιαφέρουν εξίσου και το κεφάλαιο σαν πηγές κέρδους και σαν μέσα μιας πιθανής επαν-ενσωμάτωσης».

  • ‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Τέλος οριστικό και αμετάκλητο!

 

 

 

 

 

ιστορία, storia

“Ήμασταν αντάρτες, όχι τρομοκράτες»: συνέντευξη στον Sergio Segio

Μια συνέντευξη του »Ελεύθερου Προμηθέα», “Prometeo Libero” στον Segio, μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε μια εποχή της ιστορίας μας από μια οπτική που δεν δημοσιεύεται πλατιά, συχνά γνωστή με επιφανειακό τρόπο και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της

 

Είναι ένας άνδρας που ξεχωρίζει, έχει κάτι παραπάνω από εξήντα χρόνια και ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κοινωνικές ανισότητες. Αν ένα 15χρονο αγόρι τον ακούσει να μιλάει, θα πίστευε ότι ο Sergio Segio είναι μακροχρόνιος πανεπιστημιακός καθηγητής. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Segio πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή και ήταν ο στρατιωτικός διοικητής μιας ακρο αριστερής ένοπλης οργάνωσης: Prima Linea. Μια ομάδα πρωταγωνίστρια στα « χρόνια του Μολυβιού» της βίας και των ανθρωποκτονιών εναντίον πανεπιστημιακών καθηγητών, δικαστών και αστυνομικών. Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια φυλάκισης, ο Segio είναι ελεύθερος από το 2004 και εκτός από την εθελοντική εργασία έχει συνεργαστεί με διάφορες εθνικές εφημερίδες και εδώ και κάποιο χρόνο διευθύνει το περιοδικό Global Rights. Αυτή η συνέντευξη – την οποία μας παραχώρησε ευγενικά ο Σέτζιο και η οποία έλαβε χώρα έμμεσα, με την υποβολή γραπτών ερωτήσεων και τη γραπτή παρουσίαση των απαντήσεων – δεν γεννήθηκε ως απολογία για τον ένοπλο αγώνα ή ως αποκατάσταση της εικόνας ενός αμφιλεγόμενου προσώπου. Αλλά ως πρόσχημα για να εμβαθύνει μια εποχή της ιστορίας μας από μια άποψη που δεν κυκλοφορεί συχνά, συχνά γνωστή επιφανειακά και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της.

 

unnamed
Ο Sergio Segio απεικονίζεται από τον Livio Patriarca για το Prometeo Libero

 

Segio, η τρομοκρατική ομάδα που ιδρύσατε, η Prima Linea, σε έξι χρόνια (1976-1983) πραγματοποίησε 23 φόνους. Μεταξύ των διαφόρων αιτιών για τύψεις, ποια είναι τα πράγματα που σας έκαναν να μετανιώσετε περισσότερο;

“Στην εισαγωγή, μου φαίνεται αναγκαίο να επισημάνω ότι η Prima Linea ήταν αριστερή οργάνωση μάχης. Η τρομοκρατία είναι ιστορικά, αλλά και «τεχνικά», ένα άλλο πράγμα. Στην ιταλική περίπτωση, τρομοκρατικές ήταν οι πολυάριθμες, ατιμώρητες, σφαγές που έχουν εκτρέψει την ιστορία της χώρας. Καταλαβαίνω ότι έχει εισέλθει στην κοινή γλώσσα, αλλά αυτό δεν είναι μόνο μια απλούστευση: είναι μια πραγματική σημασιολογική απάτη. Και κοιτάξτε πως δεν το λέω εγώ: στη συνέχεια, το αναγνώρισε ένας από τους κυριότερους και πιο αποφασισμένους αντιπάλους που είχαμε εκείνα τα χρόνια, ο Francesco Cossiga, τότε υπουργός Εσωτερικών και αργότερα τον Αρχηγός του Κράτους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δήλωσε «Είμαστε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση, επηρέαζαν τους εργάτες θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες». Και πάλι: «Ξαναδιαβάζοντας τους τώρα, με δεδομένο ότι υπήρξαν έξι με επτά χιλιάδες άνθρωποι που κατέληξαν στη φυλακή για μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μόρο είχε δίκιο: αντιμετωπίζαμε, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μεγάλη έκρηξη ανατρεπτική, μπροστά σε μια μεγάλη εξέγερση. Όχι τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία έχει μιαν αναρχική μήτρα που επικεντρώνεται στην αξία επίδειξης μιας επίθεσης ή μιας σφαγής. Η αριστερή εξέγερση δεν έκανε ποτέ σφαγές. Ήμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση ανατρεπτική, με μιαν εξέγερση. Σε ένα πολιτικό φαινόμενο. Σε ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Χώρας».

Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος, είναι πάντοτε δύσκολο, ειδικά για μένα, να μεταφράσω την περίοδο εκείνη σε λογιστική καταγραφή των θυμάτων, η οποία είναι πιθανόν να καταστεί στείρα. Όμως, μιας και με ρωτάτε, μου φαίνεται απαραίτητο να εξηγήσω ότι οι δραματικοί αριθμοί εκείνων των ετών, καθώς και ολόκληρης της υπόλοιπης ιστορικής περιόδου, πρέπει να ενθυμούνται και να αναλύονται με μια πληρότητα των πληροφοριών, η οποία δεν πρέπει να είναι απούσα όπως αντιθέτως συχνά συμβαίνει. 128 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις αριστερές ένοπλες οργανώσεις, εκ των οποίων 74 από τις BR (58%), 20 από την PL (15,6%), οι υπόλοιποι 34 από 19 διαφορετικά ακρωνύμια. Εάν στα θύματα που αποδίδονται άμεσα στην Πρώτη Γραμμή προστεθούν αυτά των ομάδων που συνδέονται με αυτήν, φθάνουμε όντως συνολικά στα 23. Από αυτούς τους θανάτους, 11 δεν είναι προμελετημένοι, δηλαδή συνέβησαν ατυχώς κατά κύριο λόγο στη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, συγκρούσεις στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν και 5 μαχητές. Συνολικά οι μαχητές των διαφόρων ένοπλων οργανώσεων που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις της τάξης υπήρξαν 36. Ίσως οι τυχαίοι θάνατοι είναι αυτοί που βαραίνουν και στοιχίζουν περισσότερο, λόγω της τρομερής, αλλά όχι λιγότερο υπεύθυνης, τυχαιότητας. Γι αυτό σήμερα είμαι βαθιά πεπεισμένος για τα λόγια του ποιητή John Donne: «Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου με μειώνει, επειδή εγώ είμαι μέρος της ανθρωπότητας». Οποιουδήποτε ανθρώπου, ανεξάρτητα από το επάγγελμά του, την ιδεολογία, την κοινωνική κατάσταση. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε και το σύστημα που τον κυβερνά καθημερινά μας θέτουν μπροστά, αντιθέτως, με μια συνεχή σφαγή που αγανακτεί λίγους και για την οποία κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος. Μόνο ένα παράδειγμα φθάνει, από τa πολλά πιθανά: από το 2000 μέχρι σήμερα είναι τουλάχιστον 60.000 οι άνδρες, οι γυναίκες και παιδιά που πέθαναν, ως επί το πλείστον πνίγηκαν στη Μεσόγειο, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την πείνα και τις διώξεις. Κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος, ούτε καν κατηγορείται ούτε διώκεται για αυτόν τον πραγματικό πόλεμο, κι όμως αυτός προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές και οικονομικές επιλογές που λαμβάνονται από κυβερνήσεις και μεμονωμένους ανθρώπους και όχι από θεία θέληση.

Αλλά για να παραμείνουμε στη δεκαετία του Εβδομήντα, ίσως θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύσουμε τον αριθμό που αναφέρατε, με άλλους που κανείς δεν αναφέρει ποτέ. Για παράδειγμα, εκείνους που λένε ότι το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας από το 1969 έως το 1973 ήταν έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975. Ή ότι ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων ήταν αποτέλεσμα των σφαγών, των οποίων η ευθύνη είναι ιστορικά αλλά και δικαστικά επιβεβαιωμένη πως ανήκε στις φασιστικές οργανώσεις που καλύπτονταν και υποστηρίζονταν από κρατικούς μηχανισμούς. Από το 1969 έως το 1984, η Ιταλία αιματοκυλίστηκε από οκτώ σφαγές που είχαν ως αποτέλεσμα 149 θανάτους, 688 τραυματίες. Ή, ακόμη, κανείς δεν θυμάται ούτε καν αγανακτεί με το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετές εκατοντάδες θύματα από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης, σε μεγάλο βαθμό επρόκειτο για ανυπεράσπιστους διαδηλωτές, εργάτες σε απεργία, φοιτητές σε αγώνα, απλούς περαστικούς. Για παράδειγμα, ο Νόμος Reale για τη δημόσια τάξη του 1975, επικεφαλής ολόκληρης της νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης, που αύξησε τους όρους της προληπτικής κράτησης, επέτρεπε στην αστυνομία να κρατεί για 96 ώρες χωρίς την επικύρωση από δικαστή και επέτρεπε τη χρήση πυροβόλων όπλων από τις δυνάμεις της τάξης, όχι μόνο με την παρουσία βίας ή αντίστασης, αυτός ο νόμος είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 254 νεκρούς και 371 τραυματίες: συχνά απλούς περαστικούς και πολίτες χτυπημένους κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων ή σε σημεία ελέγχου.

Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του εβδομήντα ξεκινά σταδιακά μια οργανωμένη βία εκ μέρους των αριστερών ομάδων. Φυσικά αυτό δεν δικαιολογεί τίποτα ή κανέναν: η άσκηση βίας, και ακόμη περισσότερο αν είναι ανεπανόρθωτη, όπως η αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, είναι επίσης μια υποκειμενική επιλογή, η οποία συνεπώς συνεπάγεται ευθύνη. Ωστόσο, η Ιστορία έχει έναν διαδικαστικό χαρακτήρα και δυναμικές αλληλεπίδρασης: εάν διαγράψετε το πριν, θα έχετε ένα μετά δυσνόητο και αντικειμενικά παραποιημένο.

Μιλώντας για αυτά τα επώδυνα γεγονότα σε απόσταση σαράντα ετών έχει νόημα μόνο αν η πρόθεση είναι ακριβώς να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε, να ξανακτίσουμε με ειλικρίνεια και πληρότητα, με τιμιότητα, όχι μόνο να στιγματίζουμε, και επί πλέον σε μονή κατεύθυνση, όπως αντιθέτως γίνεται επί το πλείστον.”

Ποιες ιδεολογικές μάχες, που διεξήχθησαν στη δεκαετία του ’70, εξακολουθείτε να διεκδικείτε ακόμη και σήμερα Sergio Segio, στις αρχές του 2018;

“Εγώ και οι περισσότεροι από τους συντρόφους μου της εποχής δεν γεννηθήκαμε με τα πιστόλια στο χέρι, ούτε με προσωπική τάση να ασκούμε βία. Αν μη τι άλλο, το αντίθετο, δεδομένου ότι ως νεαρός φοιτητής μου συνέβη πολλές φορές, όπως σε χιλιάδες άλλους, να με σταματήσουν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, να με οδηγήσουν στο στρατόπεδο ή στο αστυνομικό τμήμα και να πέσω θύμα ξυλοδαρμών και βιαιοτήτων. Μεγαλώσαμε μέσα στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Στα εργοστάσια, στα σχολεία, στα γραφεία, στις γειτονιές. Στους αγώνες για το σπίτι, για τη βελτίωση της εργατικής κατάστασης, που ήταν υποδουλωμένη στη γραμμή συναρμολόγησης, ή για να εναντιωθούμε σε ένα σχολείο που θεωρείτο ταξικό, λειτουργικό για να διαιωνίζει την κοινωνική διαίρεση. Στους αγώνες ενάντια στον αναζωπυρωμένο φασισμό και τον αυταρχισμό της κρατικής μηχανής, που εκείνη την εποχή εμπλέκονταν αρκετές φορές σε προσπάθειες πραξικοπήματος, σε συνωμοσίες για την εγκαθίδρυση στην Ιταλία στρατιωτικής δικτατορίας, όπως είχε συμβεί στην Ελλάδα και όπως ήταν εκείνη την εποχή στην Ισπανία και τη Πορτογαλία.

Και εδώ, αν η προσπάθεια είναι εκείνη να κατανοήσουμε, πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμη στην ιταλική δεκαετία του ’60 και του ’70, 62 από τους 64 νομάρχες πρώτης τάξης προέρχονταν από τις τάξεις της διαχείρισης του Κράτους στο καθεστώς του Μουσολίνι όπως επίσης όλοι οι 241 αντινομάρχες, οι 135 κομισάριοι της αστυνομίας και οι 139 αναπληρωτές κομισάριοι. Ή να θυμάστε ότι ο στρατηγός των καραμπινιέρων Giovanni De Lorenzo, ο οποίος κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας και μετά Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιταλικού Στρατού, οδηγούσε εκείνα τα χρόνια διαδηλώσεις της λεγόμενης «σιωπηλής πλειοψηφίας», που αποτελείτο κυρίως από μοναρχικούς και φασίστες, όπου φώναζαν: «Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη», ή «Αρκετά με τους οίκους ανοχής, θέλουμε τους συνταγματάρχες». Ή να πάμε να ξαναδιαβάσουμε τις εκτιμήσεις του Giovanni Pellegrino, ο οποίος για πολλά χρόνια προήδρευσε μια κοινοβουλευτική εξεταστική Επιτροπή για την τρομοκρατία και τις σφαγές στην Ιταλία: «Κατά την περίοδο του 68 -74 τομείς του πολιτικού κόσμου, θεσμικοί μηχανισμοί, ομάδες και κινήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς επεξεργάστηκαν και έθεσαν σε εφαρμογή μια στρατηγική έντασης (…) · σε αυτή τη στρατηγική αποδόθηκαν απόπειρες πραξικοπήματος (…) τρεις μεγάλες σφαγές ατιμώρητες κατά την περίοδο 69-74 (…) · οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας, ακόμα και μετά το 1974, υπήρξαν δράστες δραστηριοτήτων οδήγησης προς εσφαλμένη κατεύθυνση και κάλυψης όσον αφορά στοιχεία της ριζοσπαστικής δεξιάς που προσδιορίστηκαν ως πιθανοί δράστες γεγονότων σφαγής».

Πριν να γίνουν οργανωμένη και ένοπλη βία, τέλος πάντων, οι αγώνες μου και οι αγώνες μας υπήρξαν αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για πραγματική δημοκρατία, ενάντια σε μια αυταρχική και καταπιεστική κοινωνία και ενάντια στους κινδύνους στρατιωτικού πραξικοπήματος και φασιστικού. Αξίες και πρακτικές που δεν είχαν μόνο ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά αν μη τι άλλο ιδανικών και κοινωνικό και ακόμη και σήμερα, υπό συνθήκες και χρόνους που έχουν αλλάξει, αισθάνομαι σαν δικές μου.

Εκ των υστέρων, η εκτίμηση είναι ότι η στρατηγική της έντασης και οι σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από Κρατικούς τομείς εργάστηκαν, εκτροχιάζοντας ένα μέρος των μεγάλων κινημάτων εκείνων των ετών (εγώ ήμουν μέλος της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας της Lotta Continua) κατά μήκος της ολισθηρής πλαγιάς των όπλων. Μια στρατηγική που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση για την αποσταθεροποίηση και, πάνω απ ‘όλα, να νικήσει το ισχυρό εργατικό κίνημα εκείνων των αρχών της δεκαετίας του ’70, το οποίο αμφισβήτησε όχι μόνο την εκμετάλλευση στο εργοστάσιο, αλλά και το ίδιο το σύστημα της εξουσίας. Για να καταλάβουμε το κλίμα της εποχής, το οποίο εμείς αντιλαμβανόμασταν ως προ-επαναστατικό, πρέπει να θυμόμαστε, για παράδειγμα, την κατάληψη της FIAT το 1973.  Ή το κίνημα του ’77, του οποίου πιο άμεσα ήταν μέρος η Prima Linea, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξέφραζαν έναν ριζοσπαστικό ανταγωνισμό και γενικευμένη διαθεσιμότητα για αντιπαράθεση, για σύγκρουση, σε μαζικές διαδηλώσεις συχνά οπλισμένες.

Πολλοί, ειδικά σήμερα, θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι βλέπαμε τις πυγολαμπίδες για φανάρια, ότι η παρόρμηση για επανάσταση ήταν απλώς τρέλα μας, λαχτάρα, παραφροσύνη. Αλλά θα ήταν αρκετό να διαβάσετε αυτό που γράφτηκε από μια πηγή σίγουρα μη ύποπτη για συμπάθεια προς τον εξτρεμισμό, όπως ο πρώην πρεσβευτής Sergio Romano, όταν σχετικά με τις ΗΠΑ, μίλησε ρητά για μια κατάσταση προ-επαναστατική : «Μεταξύ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60 και της αρχής της δεκαετία του ’70 η Αμερική βρίσκονταν από πολλές απόψεις σε μια προ-επαναστατική κατάσταση. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε προκαλέσει πολυάριθμες εξεγέρσεις της νεολαίας. Οι πανεπιστημιουπόλεις είχαν γίνει φυτώρια διαμαρτυρίας και εξέγερσης. Η Ουάσινγκτον διασχίζονταν από πορείες διαδηλωτών. Η αμερικανική σημαία και οι κάρτες κλήσης στα όπλα καίγονταν στον δημόσιο χώρο, σε κοινή θέα. Τα μαύρα γκέτο των μεγάλων πόλεων ήταν το σκηνικό εξεγέρσεων και λεηλασιών. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι βίαιες διαδηλώσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη «. Επίσης, τα ίδια «συστατικά» ήταν παρόντα εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία, εμπλέκοντας και πείθοντας δεκάδες χιλιάδες νέους. Ένας τεράστιος χώρος τον οποίον το επόμενο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα δεν αποστράγγισε, εάν είναι αληθινοί οι αριθμοί που υποδεικνύει η αμερικανική CIA σε ένα έγγραφο του απριλίου 1982, στον οποίο οι συμπαθούντες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία υπολογίζονταν σε ένα εκατομμύριο, με μια δεξαμενή υποστήριξης και πιθανής στρατολόγησης που υπολογίζονταν στο 2% των εργατών σε εθνική βάση και μεταξύ των δέκα χιλιάδων στρατευμένων στο κίνημα της εργατικής Αυτονομίας.

Το λάθος της αξιολόγησής μας, αν μη τι άλλο, ήταν ότι παρερμηνεύσαμε θεωρώντας ένα ηλιοβασίλεμα για την αυγή, δηλαδή δεν κατανοήσαμε επαρκώς τον εξελισσόμενο μετασχηματισμό των καιρών, τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, και επομένως την ήττα της προηγούμενης ταξικής σύνθεσης , η οποία έγινε εμφανής σε όλους μόνο το 1980, με τη συμβολική πορεία των «σαράντα χιλιάδων» στη FIAT και το τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ένα σοβαρό λάθος, το οποίο προκάλεσε σοβαρές συνέπειες. Όμως, πρέπει να ειπωθεί, δεν ήταν μόνο δικό μας, αλλά αφορούσε ολόκληρη την αριστερά αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής, σε όλες τις συνιστώσες και τις πτυχές, τις όψεις της.”

Μείνατε στη φυλακή για 24 χρόνια και για άλλα τόσα ασχοληθήκατε με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πορεία αποκατάστασης σε εσάς φαίνεται να έχει δουλέψει. Αλλά δεν φαίνεται να λειτουργεί πάντοτε, αντιθέτως. Γιατί;

“Το λέω πολύ απλά αλλά με πεποίθηση, σιγουριά και σαφήνεια: διότι παρά το ότι εγώ και όσοι έχουν ζήσει τη δική μου εμπειρία έχουμε διαπράξει αδικήματα, ακόμη και πολύ σοβαρά, δεν ήμασταν παρακινημένοι από εγκληματική ενέργεια, διάθεση. Μάλλον, όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω εδώ, από μια ώθηση – ή αν προτιμάτε μια επαναστατική ψευδαίσθηση -. Με τον τερματισμό αυτής η επανένταξη στην κοινωνία και στους κανόνες της ήταν ένα φυσικό γεγονός. Η φυλακή, και ειδικά η βίαιη με τις ειδικές ενότητες στις οποίες είχαμε εγκλειστεί επί μακρόν, έχει κάπως επιβραδύνει και μερικές φορές παρεμποδίσει αυτό το μονοπάτι. Η αποκατάσταση, αν αυτός είναι ο κατάλληλος όρος, συνέβη συχνά παρά τη φυλάκιση, όχι εξ αιτίας αυτής.

Σήμερα η φυλακή είναι γεμάτη από πολύ διαφορετικές φιγούρες, κυρίως ανθρώπους με προβλήματα ναρκωτικών, ξένους, άρρωστους. Θυμάμαι τα λόγια ενός δικαστή που, όταν κλήθηκε σε κορυφαίες θέσεις της σωφρονιστικής διοίκησης, πριν καιρό είπε: «Έφθασα νομίζοντας πως θα βρω την φυλακή γεμάτη εγκληματίες, ανακάλυψα πως είναι γεμάτη από φτωχούς».

Εδώ και καιρό, με το τέλος της προωθητικής ώθησης της μεταρρύθμισης Gozzini και της πολιτικής κουλτούρας που στέκονταν πίσω από αυτή και την είχαν καταστήσει δυνατή, η φυλακή φαίνεται να έχει εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες επανένταξης και τους σκοπούς αυτής, περιοριζόμενη να περιέχει αυξανόμενους αριθμούς αποκλεισμένων ατόμων, να ασκεί υποκατάστατα καθήκοντα και λειτουργίες σε σχέση με την απουσία κοινωνικών πολιτικών έξω από αυτήν αφενός, και αφετέρου, να σηματοδοθείται ως μια πραγματική κοινωνική εκδίκηση, ως απάντηση στην οργή που είναι διαδεδομένη στην κοινωνία όχι μόνο προς εκείνους που εγκληματούν αλλά προς τους αποκλεισμένους και τους φτωχούς γενικότερα.”

Πρέπει το 4bis να καταργηθεί ή έχει κάποιο λόγο να υπάρχει;

“Το 4bis είναι η νομική τυποποίηση της απόρριψης των επανενταξιακών λειτουργιών που αποδίδει το Σύνταγμα στην ποινή εγκλεισμού σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων και συνεπώς κρατουμένων. Επομένως, θα πρέπει να καταργηθεί, όπως και το 41bis και η ισόβια ποινή που λέγεται πως αποτελεί εμπόδιο, που συνιστούν τίποτα άλλο παρά μια νομιμοποιημένη μορφή βασανιστηρίων. Και οι δύο κανόνες είναι αποτέλεσμα της ίδιας λογικής έκτακτης ανάγκης που διέκρινε τη δικαστική και σωφρονιστική απάντηση στα ένοπλα φαινόμενα της δεκαετίας του ’70. Τότε υπήρξε η αδιάκριτη και εκτεταμένη χρήση των αδικημάτων που αναφέρονταν σε ενώσεις-οργανώσεις, της «ηθικής συνέργειας, συνενοχής», η δίχως φραγμούς χρήση των αποκαλούμενων μετανιωμένων, τα βασανιστήρια των συλληφθέντων, οι ειδικές φυλακές και το άρθρο 90. Σήμερα οι κανόνες έκτακτης ανάγκης έχουν ονόματα και στόχους διαφορετικούς, αλλά είναι ίδιο το τραύμα που παράγουν στο κράτος δικαίου και τη συνολική σκλήρυνση του σωφρονιστικού συστήματος.”

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο αναφέρατε μια παλιά έρευνα της Rai για τις φυλακές, στην οποία ο απεσταλμένος – παρατηρώντας το εσωτερικό των φυλακών – δεν διαπίστωνε μεγάλο αριθμό εγκληματιών αλλά μεγάλο αριθμό φτωχών ανθρώπων. Από ποια ξένα συστήματα φυλακών μπορεί να εμπνευστεί η Ιταλία για να αποτρέψει οι φυλακές να παραμείνουν κοινωνικές χωματερές;

“Ναι, ο υπεύθυνος αυτής της έρευνας, αφού επισκέφθηκε μεγάλο αριθμό φυλακών, είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο τον δικαστή που ανέφερα προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι ο κρατούμενος πληθυσμός έμοιαζε με μια «αυλή των θαυμάτων», ότι τα πρόσωπα που συναντιόνταν εκεί «είναι τα ίδια με εκείνα των αθλίων του Βίκτωρα Ουγκό, των θαμμένων ζωντανών του Ντοστογιέφσκι». Ένας πληθυσμός που αποτελείτο από άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, χωρίς εργασία, κυρίως από νότια προέλευση. Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από περίπου μισό αιώνα, αλλά εξαιρετικά, και ανησυχητικά, παρόμοια με την τρέχουσα. Σήμερα πρέπει να προστεθούν οι αλλοδαποί, οι οποίοι έφτασαν το 34% των κρατουμένων, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο καταλήγουν στη φυλακή παραμένουν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και η επικρατούσα κοινωνικοοικονομική σύνθεση παραμένει εκείνη της περιθωριοποίησης, του αποκλεισμού.

Υπάρχουν χώρες των οποίων τα σωφρονιστικά συστήματα έχουν κάνει και κέρδισαν μεταρρυθμιστικά στοιχήματα, όπως η Ισλανδία. Αλλά επίσης και μερικές μεγαλύτερες χώρες, ίσως με αντιφάσεις, έχουν πολιτικές μεγαλύτερης ανεκτικότητας και μεγαλύτερης προσοχής στα δικαιώματα των φυλακισμένων, νομίζω, για παράδειγμα, εκείνο που έχει να κάνει με την τρυφερότητα, τις προσωπικές σχέσεις ή την κατάργηση της αέναης τιμωρίας.

Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η Ιταλία έχει ποινικές ιδιαιτερότητες, όπως αυτές των μαφιών. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι ένα αδύναμο και απατηλό επιχείρημα, μια δικαιολογία, διότι, όπως είπε ο Leonardo Sciascia, ο οποίος γνώριζε καλά το φαινόμενο, οι μαφίες μάχονται με το κράτος δικαίου, όχι με τις τρομερές τιμωρίες. Η ισόβια κάθειρξη, όπως η θανατική ποινή, δεν αποτελεί πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα. Η σκληρή φυλακή οδηγεί σε μια βίαιη σπείρα όχι σε μια πραγματική κυβέρνηση των φυλακών.

Πριν από τα μοντέλα που πρέπει να ακολουθηθούν, και υπάρχουν, όμως χρειαζόμαστε μια διαφορετική κουλτούρα της τιμωρίας και της λειτουργίας της. Για να το θέσω όπως ο καρδινάλιος Martini, «πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε και να δοκιμάσουμε εναλλακτικές λύσεις στην τιμωρία, όχι μόνο εναλλακτικές ποινές». Ενώ περιμένουμε τον Godot, δηλαδή μέχρι η πολιτική τάξη (δεξιά, κεντρώα και αριστερή) να βρει αυτό το θάρρος και αυτό το όραμα, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να αρχίσουμε τουλάχιστον να καθιστούμε την ποινή εγκλεισμού ακραία λύση, παρά προτιμώμενη συντόμευση για κάθε είδος αδικήματος και αποκλίσεως, πράγμα που συμβαίνει τώρα.”

Ας μιλήσουμε λίγο για την πολιτική. Εάν ο Sergio Segio ήταν 20 ετών, τι είδους πολιτική δέσμευση θα είχε σήμερα; Θα ψηφίζατε για κάποιο συγκεκριμένο κόμμα;

“Κοιτάξτε, εγώ είχα ένα αριστερό imprinting, αποτύπωμα και συναισθηματική εκπαίδευση αριστερή και παραμένω πεπεισμένος ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισότητα είναι αξίες και στόχοι που είναι ουσιώδεις, απαραίτητοι, επιτακτικοί. Ποτέ δεν στρατεύτηκα ούτε ψήφισα κόμματα, αλλά κυρίως σε εξωκοινοβουλευτικά κινήματα και ομάδες. Είχα ενεργές συμπάθειες για το τελευταίο μεγάλο κίνημα που εκφράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε ολόκληρο τον κόσμο και το οποίο κατεστάλη αιματηρά στη Γένοβα το 2001. Ένα κίνημα εναλλακτικό προς την παγκοσμιοποίηση που έπεται το τέλος του εικοστού αιώνα, το οποίο είχε τη φιλοδοξία να προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία και το οποίο είχε σημαντικές και ακόμα τρέχουσες-επίκαιρες ιδέες γνώσεις και απόψεις. Αν και το κίνημα αυτό έχει διαλυθεί, οι λογικές του και η σοφία του είναι περισσότερο από ποτέ έγκυρες και εμφανείς και οι αναλύσεις του εξακολουθούν να αποτελούν μια δεξαμενή προτάσεων, οι οποίες στις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνουν να μολύνουν θετικά το πρόγραμμα ενός υποψηφίου προέδρου όπως ο Bernie Sanders και στην Ισπανία εκείνο των Podemos, αλλά γενικότερα δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική και να επηρεάσουν τις μεγάλες παγκόσμιες επιλογές. Αυτό δεν υπονομεύει τη σημασία του γεγονότος ότι οι ομάδες αυτές είχαν δίκιο, τα συνδικάτα αυτά, εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών που προειδοποιούσαν τότε για τους κινδύνους της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, για τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταβίβαση εξουσιών και προνομίων από τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια υπέρ οργανισμών χωρίς δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ. Που αντιτάχθηκαν πρώτα στον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και στη συνέχεια στη στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράκ. Που κατήγγειλαν τα ιδιωτικά συμφέροντα των Τζορτζ Μπους, των Ντικ Τσένι και των Ντόναλντ Ράμσφελντ και τη συνενοχή του Τόνι Μπλερ στην εισβολή του Ιράκ, δημιουργώντας ψευδή στοιχεία για να μπορέσουν να το πράξουν, και που προκάλεσαν και θεωρητικοποίησαν έναν «ατελείωτο πόλεμο », του οποίου οι συνέπειες συνεχίζουν σήμερα να καταστρέφουν τη Μέση Ανατολή και να αποσταθεροποιούν ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές και έμμεσα την ίδια Ευρώπη, τον κύριο αποδέκτη των ροών μεταναστών που ξεφεύγουν από τους βομβαρδισμούς και τις σφαγές. Μόνο ο πόλεμος στη Συρία, που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2011, έχει μέχρι στιγμής παράξει σχεδόν μισό εκατομμύριο νεκρούς, δύο εκατομμύρια τραυματίες, 12 εκατομμύρια πρόσφυγες. Η νεοαποικιοκρατία, τα στρατηγικά ενεργειακά συμφέροντα και οι δυτικές βιομηχανίες του πολέμου ευθύνονται για τα εκατομμύρια των θανάτων και τις δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων που σημάδεψαν την αρχή του νέου αιώνα και συνεχίζουν χωρίς περιορισμούς ή επανεξέταση. Και χωρίς ακόμη περισσότερο εκείνο το παγκόσμιο κίνημα που είχε τη δύναμη και τη σαφήνεια να την καταγγείλει. Σήμερα μόνο η φωνή του Πάπα Φραγκίσκου παραμένει, με κύρος αλλά χωρίς πραγματικές συνέπειες στις πολιτικές επιλογές.

Παραμένω πεπεισμένος ότι, ειδικά σε αυτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, τα κοινοβούλια αποφασίζουν ελάχιστα. Μαζί με την ανάπτυξη της εξουσίας της χρηματοδότησης και των μεγάλων πολυεθνικών ομάδων, οι θεσμοί της νομοθετικής εξουσίας και της ίδιας της δημοκρατίας έχουν αδειάσει. Οι μεγάλες παγκόσμιες αποφάσεις λαμβάνονται στα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών, corporationς και επηρεάζουν τη ζωή μας πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε κοινοβούλιο. Επιπλέον, αν πολλές πολυεθνικές και τράπεζες έχουν υψηλότερους προϋπολογισμούς από το ΑΕΠ των Κρατών, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιος διοικεί στον κόσμο. Το αμερικανικό γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ Walmart απασχολεί 2,2 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει κύκλο εργασιών άνω των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ολόκληρο το ΑΕΠ της Αργεντινής. Ο προϋπολογισμός της τράπεζας BNP-Paribas, σχεδόν 2.000 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ισοδύναμος με το ΑΕΠ της χώρας στην οποία βρίσκεται, έχει έδρα, τη Γαλλία, την έκτη μεγαλύτερη οικονομία, κι όμως η BNP είναι «μόνο» η όγδοη τράπεζα στον κόσμο. Η κεφαλαιοποίηση γιγάντων όπως η Google και η Apple υπερβαίνουν το ΑΕΠ της Σουηδίας, της Πολωνίας ή της Νιγηρίας, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα στην Αφρική, με 180 εκατομμύρια κατοίκους. Ολόκληροι τομείς ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα, όπως εκείνος των τροφίμων και η αγροχημεία είναι στα χέρια και στην εξουσία λίγων εταιρειών. Τα τρία τέταρτα της αγοράς σπόρων ανήκουν μόνο σε δέκα πολυεθνικές εταιρείες, η αμερικανική Monsanto, από μόνη της, έχει πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Όλα αυτά συμβάλλουν να κενωθούν οι ρόλοι και οι δυνατότητες των πολιτικών κομμάτων, και το βλέπουμε ως συνέπεια του αυξανόμενου λαϊκισμού και της όλο και πιο απειλητικής αύξησης των εθνικισμών.

Σε κάθε περίπτωση, για όσους προέρχονται από την ιστορία μου μετά την λήξη της ποινής φυλάκισης, συνεχίζεται μια άλλη ατελείωτη, ένα είδος κοινωνικής ισόβιας φυλάκισης και λόγου. Μεταξύ των πολιτικών δικαιωμάτων τα οποία στερούμαστε, υπάρχουν και πολιτικά, συνεπώς, ακόμη και αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να ψηφίσω ούτε να με ψηφίσουν.

Το μόνο κόμμα στο οποίο έχω εγγραφεί ποτέ και με το οποίο διατηρώ σχέσεις και συμπάθεια είναι το ριζοσπαστικό κόμμα. Πρώτα απ ‘όλα σε αναγνώριση, δεδομένου ότι στη δεκαετία του Εβδομήντα και τη δεκαετία του Ογδόντα οι ριζοσπάστες ήταν από τους λίγους που κατήγγειλαν τα συχνότατα επεισόδια βασανιστηρίων κατά των συλληφθέντων μαχητών και τις συνθήκες κράτησης στις ειδικές φυλακές. Μια ευγνωμοσύνη όχι μόνο γενικά, αλλά και για την υποστήριξη και την εγγύτητα που μου εξέφρασαν με την ευκαιρία μιας μακράς απεργίας πείνας που είχαμε μαζί με την Susanna Ronconi για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου επιτήρησης του Τορίνο. Μια απόφαση που άνοιξε μια σύγκρουση, και νομική, μεταξύ αυτού του δικαστή και της σωφρονιστικής διοίκησης, η οποία είχε κανονίσει και την δική μας πρόσβαση στην εργασία εκτός όπως ήδη είχε συμβεί για όλους τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους του τμήματος μας, αλλά την οποία ο δικαστής μας απέρριπτε. Το γεγονός είναι ότι σε κάποια στιγμή η Susanna και εγώ αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε μια απεργία πείνας ενάντια σε μια αντικειμενικά αδικαιολόγητη διάκριση εναντίον μας (άποψη, κατά τα άλλα, από κοινού και υπογεγραμμένη από σημαντικές πολιτικές και νομικές προσωπικότητες, όπως ο πρώην δικαστής και στη συνέχεια πρόεδρος της Κάμερας Luciano Violante, ο μελλοντικός υπουργός Δικαιοσύνης Piero Fassino, ο γερουσιαστής Mario Gozzini, ο νομικός Neppi Modona και πολλοί άλλοι). Μια ολοκληρωτική και αποφασιστική απεργία, έτσι ώστε μετά από μόλις μία εβδομάδα είχαμε εισέλθει στο τμήμα bunker του νοσοκομείου Molinette στο Τορίνο. Μια απεργία την οποία δεν θέλαμε ως εκβιασμό αλλά ως μάχη που, αν και ξεκινώντας από την κατάστασή μας, έθετε ένα γενικότερο ζήτημα δικαίου. Ήταν μια αποφασιστικά απελπιστική κατάσταση. Ήμασταν πραγματικά αποφασισμένοι να κατακτήσουμε να μας αντιμετωπίζουν όπως τους άλλους, ή διαφορετικά να πεθάνουμε. Λοιπόν, και για να το κάνουμε σύντομο, ανάμεσα στους πολύ λίγους που μας υποστήριξαν σε αυτήν τη μάχη ζωής και θανάτου υπήρξε ολόκληρο το Ριζοσπαστικό Κόμμα και όλοι οι κοινοβουλευτικοί του, ο Marco Pannella επικεφαλής. Μέχρις ότου παρενέβη ο τότε υπουργός Giuliano Vassalli, ο δικαστής αναγκάστηκε να συμφωνήσει να επιτρέψει την εξωτερική εργασίας πρώτα για τη Susanna και κάποια στιγμή αργότερα και για μένα, αν και υπό την εποπτεία και τη συνεχή επαγρύπνηση των σωφρονιστικών αστυνομικών: εξωτερική εργασία υπό συνοδεία που απετέλεσε ένα περισσότερο μοναδικό γεγονός παρά σπάνιο στην ιταλική ιστορία των φυλακών.

Αλλά πέρα από τα προσωπικά γεγονότα και την ευγνωμοσύνη, στη συνέχεια και μαζί, υπάρχει για μένα η θεώρηση μιας βαθιάς συνέπειας τους και επίσης της θετικής τους ανωμαλίας, δεδομένου ότι είναι ένα «μη κόμμα» κόμμα, δεδομένου ότι έχει εδώ και καιρό επιλέξει να μην παρουσιάζεται στις εκλογές και να χαρακτηρίζεται από ένα διεθνικό σχέδιο. Πράγμα που εξισορροπεί την αποφασιστική απόσταση που νιώθω για τις νεοφιλελεύθερες θέσεις τους στα οικονομικά. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, διότι τα τελευταία χρόνια παρέμειναν η μόνη πολιτική δύναμη στρατευμένη στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου και ενός προστατευτισμού που δεν είναι εναλλασσόμενο ρεύμα, καθώς και ενάντια στην ισόβια φυλάκιση και τη σκληρή φυλακή του 41bis.”

Εάν έπρεπε να ορίσετε με ένα επίθετο τους Renzi, Bersani, Berlusconi, Grillo και Salvini, ποιο θα χρησιμοποιούσατε για καθέναν από αυτούς;

“Πιστεύω ότι από τα όσα είπα μέχρι τώρα είναι σαφές ότι δεν έχω καμία εγγύτητα με καμία από τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από τα κόμματα, αν και για ορισμένα, που χαρακτηρίζονται από μια κουλτούρα μισαλλοδοξίας, κοινωνικού εγωισμού και ξενοφοβικών συμπεριφορών, αισθάνομαι μεγαλύτερη απόσταση. Τους μεμονωμένους ανθρώπους έχω συνηθίσει να μην εκφράζω κρίσεις, μιας και πολύ συχνά έχω κριθεί εγώ, για να μην πω πως έχω κριθεί με προκατάληψη ή με γελοιοποίησαν και με αντιμετώπισαν με περιφρόνηση δημόσια. Οι καιροί που ζούμε, δείχνουν ευκολία στις ομιλίες μίσους, προσβολής, σε κρίσεις λασπώδεις και λακωνικές στις οποίες νομίζω ότι πρέπει να αντιταχθούμε, σε όλα τα επίπεδα και απέναντι σε όλους.”

Ποια είναι τα πάθη του Segio – ακόμα και αυτά που σας δεσμεύουν λιγότερο – που κανείς δεν γνωρίζει στο μουσικό, κινηματογραφικό, αθλητικό μέτωπο ..;

“Νομίζω ότι αυτό ισχύει για πολλούς, αλλά αισθάνομαι και στην πραγματικότητα ανταγωνίζομαι συχνά με το χρόνο, ένα αγαθό που γίνεται όλο και πιο σπάνιο, δεδομένων των μορφών που επιτεύχθηκαν από την κοινωνική οργάνωση. Οι δραστηριότητές μου και η κοινωνική μου δέσμευση μου επιτρέπουν επομένως πολύ λίγα περιθώρια για να αφιερωθώ σε κάτι άλλο. Τον χρόνο που μπορώ να κερδίσω τον επενδύω στην ανάγνωση, ακούω αρκετή μουσική, στο βάθος, σιγανά ακόμα και όταν δουλεύω ή γράφω, δυστυχώς πηγαίνω πολύ σπάνια στον κινηματογράφο. Τα λογοτεχνικά, μουσικά και κινηματογραφικά μου γούστα παρέμειναν αρκετά πίσω στον περασμένο αιώνα. Ποτέ δεν έχω ενδιαφερθεί για τον αθλητισμό, πόσο μάλλον για το ποδόσφαιρο, το οποίο εξακολουθώ να θεωρώ ένα όπλο μαζικής απόσπασης της προσοχής, καθώς και πλέον μια επιχείρηση και όχι ένα παιχνίδι. Αλλά εδώ και μερικά χρόνια ασκώ τις κούρσες, συμμετέχοντας σε μαραθώνιους. Τούτου λεχθέντος, το κύριο πάθος μου παραμένει η πολιτική, με την έννοια που ελπίζω ότι μέχρι στιγμής έχω περιγράψει επαρκώς: δηλαδή, στην κοινωνική στράτευση και συμμετοχή.”

Πριν από λίγο καιρό, σε μια συνάντηση στην έδρα του Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Βαλέριο Φιοραβάντι, Valerio Fioravanti, καθόταν ακριβώς πίσω της. Τον χαιρετίσατε;

“Όχι, αλλά απλά επειδή δεν τον είδα. Σε εκείνη την περίπτωση χαιρέτισα την Francesca Mambro, με την οποία συμμερίζομαι την στράτευση και τις μάχες κατά της θανατικής ποινής και για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ένωση Nessuno Tocchi Caino, στην οποία είμαι μέλος της διοίκησης και με την οποία επίσης συνεργάζεται ο Valerio και η Francesca.

Μια μεγάλη και ευγενής φιγούρα, δυστυχώς έφυγε τον αύγουστο του 2016, η οποία υπήρξε επί μακρόν εποπτική δικαστής και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης, ο Sandro Margara, έγραψε κάποτε ότι «η φυλακή δημιουργεί αθωότητα, μετατρέποντας και τον ένοχο σε θύμα «, μια βαθιά αλήθεια την οποίαν πάρα πολλοί δεν θέλουν να ακούσουν, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς που έχουν γίνει κακοί . Νομίζω ότι η φυλακή δημιουργεί φυσικά συναισθήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που ζουν στην ίδια κατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, ωθεί να ξεπεραστούν αποστάσεις και προλήψεις, προφυλάξεις ακόμη και μεταξύ «πρώην εχθρών”.”

Πηγή: GIACOMO DI STEFANO, PROMETEO LIBERO

θεωρία, teoria

»Eγκώμιο της στράτευσης», Εισαγωγή – “Elogio della militanza” – Introduzione

on 01 Φεβρουαρίου 2016.

του GIGI ROGGERO

Elogio della militanza

0. Η σκέψη και η γραφή είναι εργαλεία. Αν έχουμε να ξεχαρβαλώσουμε μια πόρτα χρειαζόμαστε ένα λοστό, αν έχουμε να επιτεθούμε στη φύση ενός λόγου χρειαζόμαστε έννοιες. Δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε την πρώτη ούτε να φετιχοποιούμε τα δεύτερα: ο λοστός δίχως έννοιες γυρνά στο κενό, οι έννοιες χωρίς λοστό είναι άοπλες. Μας φαίνεται σημαντικό να το διευκρινίσουμε αμέσως, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Στην πραγματικότητα, ζούμε σε μια περίοδο, που χαρακτηρίζεται από την όξυνση της κρίσης, στην οποία η θεωρία και η πρακτική κινδυνεύουν όλο και περισσότερο να διαχωριστούν και ανεξαρτηκοποιηθούν. Με καταστροφικές συνέπειες, και στις δύο πλευρές. Μια πρακτική στράτευσης χωρίς θεωρία στράτευσης έχει μικρή αναπνοή και κινδυνεύει να καταντήσει αυτοαναφορικότητα . Μια θεωρία στράτευσης δίχως αγωνιστική πρακτική είναι καλή για την ακαδημία, δηλαδή καλή για το τίποτα.

Ο Αλτουσέρ τράβηξε προς τα έξω αυτούς τους δύο όρους: θεωρητική πρακτική και πολιτική πρακτική. Αντί να επιλύσουν το πρόβλημα, το έχουν καταστήσει χρόνιο. Γιατί εννοούσαν την αυτονομία της θεωρίας από τη μία πλευρά, την αυτονομία του πολιτικού από την άλλη. Η ταξική πάλη στη φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο φέρνοντας τη φιλοσοφία εκεί όπου ήταν η ταξική πάλη, από το κανονικό σχολείο στα εργοστάσια, και στη συνέχεια στα εργοστάσια της γνώσης. Σε εκείνο το σημείο σταματούσε να είναι φιλοσοφία, και είναι εδώ που ο διανοούμενος σταματά και διαχωρίζεται: γιατί πρέπει να πάψει να είναι διανοούμενος, αρνούμενος  status και εισόδημα που προέρχονται από αυτή την κατάσταση. Η φυσική θέση συχνά εξηγεί πολύ περισσότερα απ’ ότι οι φιλοσοφικοί λαβύρινθοι.

Ο πολιτικός αγωνιστής, ο στρατευμένος, έγραφε ο Tronti, έχει ως αντικείμενο της ανάλυσης του τον καπιταλισμό, δηλαδή την πραγματικότητα που πρέπει να πολεμήσει. Πρέπει να μελετήσει αυτό που πρέπει να καταστρέψει. Αυτός που ερωτεύεται το αντικείμενο της ανάλυσης του, προκειμένου να αναπαράξει τους ρόλους που αποκτήθηκαν στην καπιταλιστική κοινωνία, εγκαταλείπει την αγωνιστικότητα και την στράτευση και περνά στο στρατόπεδο του εχθρού. Δεν αξίζει τον κόπο να βγάλει προς τα έξω την προδοσία, είναι απλούστατα ανικανότητα να διαρρήξει τον διαχωρισμό της κατάστασής του. Στον μαχητή-αγωνιστή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει προσεκτικά αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι κατά κύριο λόγο επιστήμη της καταστροφής. Έτσι, η πολιτική πρακτική κυοφορεί, είναι γεμάτη από θεωρία, ή δεν είναι τέτοια. Θα πρέπει να μελετήσουμε προκειμένου να ενεργήσουμε, πρέπει να δράσουμε για να σπουδάσουμε, να μελετήσουμε. Και θα τα κάνουμε και τα δύο μαζί. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Για να ξεκινήσουμε ένα βιβλίο και πριν μπούμε στην ουσία του περιεχομένου πρέπει, πρώτα απ ‘όλα, να πούμε τουλάχιστον τι δεν θέλουμε και σε ποιον απευθυνόμαστε. Δεν θέλουμε να γράψουμε για όλους, για τον καθένα. Αντίθετα, δυσπιστούμε ανοικτά γι αυτούς των οποίων η γραφή και οι σκέψεις τους εκτιμώνται από όλους, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν λένε τίποτα. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ένα εργαλείο επίθεσης και όχι μια διανοητική συνήθεια. Aυτός που γράφει για όλους ουσιαστικά γράφει μόνο για τον εαυτό του. Απευθυνόμαστε στους πολιτικούς αγωνιστές, ιδίως σε εκείνους που κινούνται γύρω από αυτό που ο Alquati ονόμαζε μεσαίο βεληνεκές. Είναι εκείνο το ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού, μεταξύ θεωρίας και πράξης, μεταξύ της συγκεκριμένης αφαίρεσης της εντολής και της αφηρημένης αποφασιστικότητας της καθημερινής ζωής. Στο μεσαίο βεληνεκές, ο στρατευμένος αγωνιστής μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Το mid-range, το μέσο βεληνεκές είναι το βασικό επίπεδο της πολιτικής δράσης.

 

1.Ποιος είναι ο στόχος αυτού του βιβλίου; Να αντιμετωπίσει προβλήματα, να τα στρώσει επάνω στο χαλί, να συνθέσει ξανά τη γενεαλογία τους, να προσπαθήσει να τα βάλει σε μια σειρά, να τα ταξινομήσει, να χτίσει μια ιεραρχία. Κατά τη γνώμη μας, ειδικότερα, υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο περιέχει όλα τα άλλα: εκείνο της ταξικής σύνθεσης. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο, πρέπει να προχωρήσουμε δια της αποσύνθεσης για να μπορέσουμε στη συνέχεια να ανασυνθέσουμε, να αποσυσκευάσουμε και να επανασυναρμολογήσουμε σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Αν το προσεγγίσουμε ως τέτοιο ή αν το αποσυνθέσουμε δίχως να ανασυνθέσουμε εκ νέου, στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να παραμείνουμε παγιδευμένοι στα πλέγματα των διαρθρώσεων και του διαχωρισμού, του καταμερισμού της εργατικής δύναμης έτσι όπως έχει παραχθεί από το κεφάλαιο. Μια φωτογραφία χωρίς διασικασία και χωρίς δυνατότητα ανατροπής, αδύναμη κοινωνιολογία. Αν περιδιαβούμε θεωρητικά εκεί μέσα, με ένα άλμα της θέλησης χωρίς υλική βάση, εκείνο το πρόβλημα εμφανίζεται ξανά και ξανά, ωθώντας την συζήτηση στον ιδεαλισμό και στην αυτοαναφορικότητα. Μια τάση που στερείται πραγματικότητας, φιλοσοφία αδύναμη. Σε αυτό το βιβλίο θα κάνουμε μόνο εν μέρει αυτή την επιχείρηση αποσύνθεσης και ανασύνθεσης, πηγαίνει πέρα από τις ικανότητες και τις δυνατότητές μας. Αλλά θα προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε τις προϋποθέσεις για να εκπληρώσουμε συλλογικά αυτή την επιχείρηση, η οποία είναι πάνω από όλα ένα συλλογικό σχέδιο αγωνιστικής έρευνας.

Για αρχή, θα πρέπει να διευκρινιστεί το σημείο εκκίνησης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια απόσταση για να φθάσουμε πολύ κοντά: η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη παραμένει για εμάς ένα άλυτο πέρασμα. Το έλυσε το κεφάλαιο, θέτοντας σε αξία τον κοινωνικό και μητροπολιτικό χώρο, ξεπερνώντας την μορφή- εργοστάσιο και κατακερματίζοντας τον ανταγωνιστή του. Δεν το επιλύσαμε εμείς, οι οποίοι μέσα στις νέες συντεταγμένες χώρο-χρόνου των διαδικασιών συσσώρευσης δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βρούμε τα λειτουργικά ισοδύναμα της απεργίας και του σαμποτάζ, δηλαδή την ικανότητα να βλάψουμε το αφεντικό και να επηρεάσουμε τις σχέσεις παραγωγής, την ισορροπία δυνάμεων και τις εξουσιαστικές σχέσεις. Στο στάδιο αυτό, το κεφάλαιο δεν έφτασε λόγω ενός εσωτερικού ορθολογισμού, αλλά επειδή αναγκάστηκε από το επίπεδο που επιτεύχθηκε λόγω της ταξικής πάλης. Αν μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν και να συσσωρεύουν όπως έκαναν και πριν, θα το είχαν κάνει. Σύντομα συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν έτσι. Μέσα στη φωτιά των αγώνων, μπροστά στην αδυναμία να διευθύνουν, να κυβερνήσουν τα εργοστάσια και τις μητροπόλεις, η Τριμερής το είπε ξεκάθαρα το ’73: η επέκταση των συγκρούσεων, των αναγκών και των διαδικασιών της υποκειμενικοποίησης που γεννήθηκαν μέσα και ενάντια στο ταιϋλοριστικό εργοστάσιο και την φορντική κοινωνία πρέπει να αποκλειστεί , να μπλοκαριστεί, στην αντίθετη περίπτωση η ικανότητα να διατηρηθούν τα ηνία της διοίκησης θα τιναχτεί στον αέρα. Δεν έφτανε πλέον, δεν αρκούσε η καταστολή: το κεφάλαιο ή ανανεώνονταν ή καταστρέφονταν. Κατάφερε να καινοτομήσει, να ανανεωθεί, εμείς δεν ήμασταν σε θέση να το καταστρέψουμε. Είναι επάνω στην καινοτομία και την ανανέωση που κέρδισαν τη μάχη.

Υπάρχουν δύο πρόσφατες διατριβές σχετικά με αυτό το μακρύ πέρασμα, το οποίο φτάνει μέχρι τις μέρες μας: προέρχονται από δύο γνωστές και διαφορετικές φιγούρες, μοιάζουν να είναι σε θέση να φωτίσουν καλά το παρόν και τη γενεαλογία του, προσφέροντας μας μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να εμβαθυνθούν. Η πρώτη είναι του Tronti, περισσότερο ή λιγότερο πηγαίνει κάπως έτσι: για να διαλύσουν την εργατική τάξη χρειάστηκε να διαλύσουν τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Η άλλη είναι του Marazzi, ο οποίος στρέφεται σε εκείνο το βήμα-πέρασμα για να καταλάβει την χρηματιστικοποίηση: από τη στιγμή που απελευθερώνεται από την ουσία για να καταστρέψει την εργατική τάξη, δηλαδή την τάξη που του αντιτίθεται, το κεφάλαιο δεν είχε πλέον ανάπαυλα. Το κεφάλαιο λοιπόν λογαριάζεται και τα βάζει με την »ιστορική του νέμεση» : για να καταστρέψει μια συγκεκριμένη ταξική σύνθεση, τον εργάτη μάζα, κατέστρεψε επίσης τη δυναμική ανάπτυξης που συνδέεται με την κοινωνική σχέση, αυτό που του επέτρεπε να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται μέσα στη σύγκρουση. «Από όλα τα μέσα παραγωγής, η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η εργατική τάξη», έγραφε ο Μαρξ κατά του Προυντόν στο Η αθλιότητα της φιλοσοφίας. Για να επιτεθεί στην εργατική αυτονομία, ως εκ τούτου, το κεφάλαιο με τη σειρά του – εν μέρει – αυτονομείται, αλλά με αυτό τον τρόπο δεν είναι σε θέση πλέον να προκαλέσει νέους κύκλους ανάπτυξης. Γιατί η εργατική τάξη μπορεί να είναι αυτόνομη, το κεφάλαιο όχι: δομικά εξαρτάται από τον εχθρό του. Η κρίση είναι ακριβώς αυτή η ιστορική νέμεση.

Όλα καλά, λοιπόν; Εμείς απλά πρέπει να περιμένουμε το κεφάλαιο να σκάσει μες τις δικές του αντιφάσεις; Ούτε για όνειρο. Η κρίση δεν είναι ένα προοίμιο για την κατάρρευση, όπως θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει εδώ και αρκετό καιρό, τουλάχιστον από τότε που οι θεωρίες crolliste, της κατάρρευσης των χρόνων του Είκοσι του περασμένου αιώνα έφεραν αρκετά κακά. Εάν δεν υπάρχει ένα συλλογικό υποκείμενο σε θέση να την διασπάσει, να τη νικήσει, εκείνη η κοινωνική σχέση δεν θα διαρραγεί από μόνη της. Το κεφάλαιο μπορεί να κυβερνά και να αναπαράγεται επ ‘αόριστον μέσα στην κρίση, αν δεν συναντήσει μια ανταγωνιστική κοινωνική δύναμη που να μπορεί να διαταράξει και να καταστρέψει αυτή την αναπαραγωγή. Πράγματι, η σημερινή κρίση παίρνει νέα χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν: γίνεται μόνιμη μορφή συσσώρευσης και πολιτικής εντολής, διοίκησης. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, φαίνεται να μετατρέπεται όλη την ώρα, και να τα αλλάζει όλα, μεσοπρόθεσμα δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά το κεντρικό στοιχείο: τη διοίκηση, στην πραγματικότητα.

Στην αυτοαναφορικότητα του κεφαλαίου, υπάρχει ο κίνδυνος να καθρεπτιστεί η αυτοαναφορικότητα του μαχητικού λόγου. Αυτό είναι καλό για τον εχθρό μας, κακό για εμάς. Στην δυσκολία να στηριχθεί στη νέα ουσία της τάξης, ο μαχητικός λόγος τρέχει συχνά στα περιθωριακά νησιά των ομοίων του ψάχνοντας για επιβεβαίωση των βεβαιοτήτων του. Η ιδέα παίρνει τη θέση της σάρκας. Έτσι η έκταση του λόγου παύει να είναι η υλικότητα των διαδικασιών του αγώνα, της οργάνωσης και της ισορροπίας δυνάμεων, για να γίνει η μαχητική κοινότητα. Την ουσία της τάξης αντικαθιστά η ανακολουθία του ιδεολογικού λόγου, σε μια επιχείρηση φανταστικής αναπαράστασης με καταστροφικά αποτελέσματα που συχνά είναι τραγελαφικά.

 

Σχηματικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε δύο κυρίαρχες τάσεις: μια νοσταλγία για την ουσία και μια αδιαφορία στην ουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε όρους που θα κάνουμε σαφέστερους κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, υπάρχει αφενός μια μυθολογική ταξική σύνθεση χωρίς εργατισμό, από την άλλη ένας μυθολογικός εργατισμός δίχως ταξική σύνθεση. Οι μεν προστρέχουν με την φαντασία τους στην Κίνα ή στις αναδυόμενες χώρες, ονειρευόμενοι να βρουν εκεί αυτό που εδώ πλέον δεν υπάρχει. Αν είχαν πάει πραγματικά, θα έμεναν βαθύτατα απογοητευμένοι. Ο άλλοι φεύγουν με τη φαντασία προς ένα μέλλον που είναι άμεσα δεδομένο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η τάση είναι πάντα ένα ζήτημα αγώνων και σχέσεων εξουσίας, ισορροπίας δυνάμεων. Ποια είναι η καλύτερη μεταξύ των δύο επιλογών; Και οι δύο είναι χειρότερες. Η μια ενισχύει την άλλη, σε μια στείρα καυστική διαφωνία που δεν αφορά άλλους έξω από τους στενούς κύκλους αυτών που τις μεταφέρουν. Χρειάζεται λοιπόν μια προκαταρκτική επιχείρηση για να καθαρίσει το πεδίο, ο αγωνιστικός χώρος, και να τεθούν τα προβλήματα επάνω σε ένα έδαφος απελευθερωμένο από φακούς που θολώνουν την άποψη και από σχήματα που δεν εξυπηρετεί πλέον η ανάγνωση τους.

 

2. Ας το πούμε κι έτσι, είναι σαφές : ο λεγόμενος μετα-εργατισμός είναι τελειωμένος. Ο ορισμός γεννήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, σαν μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί η δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσουν και να τον αφαιρέσουν από την σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσουν δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της εξοικείωσης. Τώρα έχει γίνει «Ιταλική θεωρία», για να ολοκληρωθεί η διαδρομή περίφραξης και αξιοποίησης μιας σκέψης που σκόπιμα έχει αδειάσει από περιεχόμενο και είναι αφοπλισμένη. Δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, και με το οποίο ασχολούμαστε. Αντίθετα με τον ξεχαρβαλωμένο ορισμό του μετα-εργατισμού εννοούμε εκείνο τον κοινό χώρο, ακόμη και αν έχει διαφοροποιηθεί, που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα του εικοστού αιώνα για να αναλύσει τις μορφές της παραγωγής και της εργασίας που προέκυψαν από τις στάχτες του περάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα, στην διάρκεια της προσπάθειας να ανατραπούν, να αντιστραφούν οι εκμηδενιστικές εικόνες του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο επίμαχος στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η συγκεκριμένη ανάπτυξη δεν είναι πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι γεννήθηκαν οι θεωριτικοποιήσεις για τον λεγόμενο»μετα-φορντισμό», και στη συνέχεια σταδιακά οι προσπάθειες να εντοπιστούν νέα υποκείμενα της σύγκρουσης που να ενσωματώνουν επάνω τους γνώσεις και κοινωνική συνεργασία. Ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν ακόμα να είναι, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επανεξεταστεί στο πλαίσιο των αλλαγών που συνέβησαν μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός συνολικού μοντέλου.

Εδώ, το θέμα είναι αυτό: το να μην ξεκινήσουμε από την αρχή σε αυτή την περίπτωση σημαίνει πραγματικά πως γυρνάμε πίσω. Σημαίνει, με άλλα λόγια, πως διατρέχουμε τον κίνδυνο να αποστεώσουμε τις κατηγορίες, να τις μεταμορφώσουμε σε δόγματα, να κάνουμε τον εργατισμό κάτι που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι ένα κίνημα της σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικώς, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές πράξεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό δημιούργημα. Είναι άνευ σημασίας πράξεις, φυσικά, αλλά διατρέχουν τον κίνδυνο να μετακινήσουν τη συζήτηση γύρω από την υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Ως εκ τούτου, ενδέχεται και κινδυνεύουν να σύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση.

Μετά το τέλος του μετα-εργατισμού, τι έχει απομείνει; Μένουν οι εργατιστές, καθώς επίσης και οι λεγόμενοι μετα-εργατιστές. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί αγωνιστές, έτσι ώστε εκείνη η επαναστατική μέθοδος είναι μια οπτική μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, μια σάντα μπάρμπαρα, μια πυριτιδαποθήκη για να την ανατινάξουν. Εμείς πρέπει τώρα να προσπαθήσουμε να κάνουμε εκείνη την αυθεντική κίνηση που υπήρξε κτήμα του εργατισμού σε σχέση με τον Μαρξ: την μακιαβελική επιστροφή προς τις αρχές, δηλαδή, προς τον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, σίγουρα όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με όλα αυτά τα οποία δεν λειτουργούν πλέον από τον μετά-εργατισμό, ή που ποτέ δεν λειτούργησαν.

Αυτός που έχει το φόβο ή χαίρεται με το ξεπούλημα μιας θεωρητικής κληρονομιάς, πιθανότατα ακολούθησε λάθος δρόμο, σίγουρα λάθεψε βιβλίο. Μας φαίνεται πως εκείνοι που έχουν συμβάλλει στο ξεπούλημα εκείνης της κληρονομιάς είναι εκείνοι που απολαμβάνουν κατηγορίες που δεν εξυπηρετούν πλέον τον αγώνα, ακόμα κι αν – ή ακριβώς επειδή – εξυπηρετούν την συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Εμείς, αντίθετα, ενδιαφερόμαστε να χρησιμοποιήσουμε την κληρονομιά, δεν μας ενδιαφέρουν οι έριδες για την διαθήκη. Οπότε, για να χρησιμοποιήσουμε εκείνη την εξαιρετική κληρονομιά πρέπει να την περάσουμε από το κοφτερό νήμα της κριτικής, να πετάξουμε αυτά που δεν είναι απαραίτητα, να επανεξετάσουμε προς τα εμπρός ότι περιστρέφεται στο κενό. Το να μη το κάνουμε είναι ο αληθινός τρόπος για να προδώσουμε εκείνη την κληρονομιά.

 

3. Να συνοψίσουμε. Ο εργατισμός σαν επαναστατική θεωρητική πρακτική ιστορικά προκαθορισμένη τελειώνει παραδίδοντας μας ένα πρόβλημα: την μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη. Η ανάλυση επάνω στον «μετα-φορντισμό» εν μέρει το αποσαφηνίζει και εν μέρει το απομακρύνει , στο βαθμό που αναγιγνώσκει την τεχνική σύνθεση σαν πολιτική σύνθεση, ήτοι εκτρέποντας το βλέμμα από τον καπιταλιστικό σχηματισμό της υποκειμενικότητας και από την υπακοή στους μετασχηματισμούς εργασίας. Εκεί, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό. Επειδή εκείνη του κοινωνικού εργάτη ήταν μία πολιτική φιγούρα, αλλά κατέστη και μειώθηκε σε τεχνική φιγούρα. Επιπλέον, από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Ξεκινώντας και πάλι από αυτό το πρόβλημα δεν σημαίνει να επιστρέψουμε στον εργάτη μάζα, που δεν υπάρχει πλέον πουθενά, αλλά να αναζητήσουμε μια νέα ουσία. Ποια είναι; Πώς παράγεται; Πώς μπορούμε να την οργανώσουμε; Για να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να διασχίσουμε ξανά με γενεαλογικό τρόπο την έννοια της ταξικής σύνθεσης. Αυτό είναι το στοίχημα.

Προσοχή, στην περίπτωση που χρειάζεται να το κάνουμε, διευκρινίζουμε ότι  εκείνο μέσα στο οποίο βυθιστήκαμε είναι ένα πλαίσιο καθόλου ειρηνευμένο, δεν έχει επιλυθεί μια για πάντα υπέρ του εχθρού μας: η ανανεωμένη κοινωνία του κεφαλαίου εγκυμονεί πολλές ταξικές αναφορές, και συγκρούσεων . Είναι εκεί, σαν συγκεκριμένες δυνατότητες και μερικές φορές σαν κύτταρα εν υπνώσει, σαν πιθανότητες και αναλαμπές από πραγματικότητες νέων αγώνων. Δεν είναι λίγο, λέμε ενάντια σε όλους εκείνους που βλέπουν το κεφάλαιο ως το μοναδικό υποκείμενο της ιστορίας. Δεν είναι αρκετό, λέμε ενάντια σε όσους έχουν ξεχάσει την ύπαρξη του κεφαλαίου για να φαντάζονται μια ήδη ελεύθερη σχέση παραγωγής.

 

4. Μια σύντομη προειδοποίηση, τέλος, για τον αγωνιστή, για τον στρατευμένο αναγνώστη. Αυτό το βιβλίο δεν έχει την απαίτηση, δεν ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα και πάνω απ ‘όλα τη θέληση να απολογηθεί για όλα αυτά που είναι γραμμένα γύρω από τα θέματα που καλύφθηκαν. Κάνουμε επιλογές, προχωρούμε μερικώς , προχωρούμε με πηδήματα και διακοπές. Έτσι προχωρά η ιστορία, έτσι προχωρεί η πραγματικότητα. Σχετικά με τα θέματα που ασχοληθήκαμε, μερικές φορές παραπέμπουμε σε διεργασίες μας του παρελθόντος, παλαιότερου και πιο πρόσφατου: δεν το κάνουμε για την αξία που έχουν, αλλά για να μην επαναλαμβανόμαστε πέρα από το απαραίτητο, και ιδιαίτερα για να δώσουμε σε εκείνους που είναι πρόθυμοι τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις γραμμές της συνέχειας και απαραίτητης ασυνέχειας της αγωνιστικής μας έρευνας.

Σε διάφορα μέρη του κειμένου μεταφέρονται μεγάλα αποσπάσματα από κείμενα που ελήφθησαν από στρατευμένους μαχητές στοχαστές με τους οποίους ανταλλάσουμε απόψεις. Από τη μία πλευρά, η επιλογή δεν προτίθεται να εξαντλήσει εκτενώς τη συζήτηση με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν εκφραστεί σε μεγάλο βαθμό, σημαντικά, γύρω από τα θέματα που αναλύονται εδώ , αλλά να δράσει με ένταση ξεκινώντας από μια επιλογή σημείων αναφοράς. Kαλύτερα μια κουραστική βόλτα προς τα υψηλά παρά δέκα βολικά πλάγια βήματα. Από την άλλη πλευρά, τα αναφερόμενα χωρία που μερικές φορές μεταφέρονται εν αφθονία δεν θέλουν να παραχωρήσουν τίποτα στο ακαδημαϊκό βίτσιο της απαγγελίας, του εγκώμιου, αντίθετα επιδιώκουν να προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη – τον στρατευμένο κυρίως – να ασχοληθεί άμεσα και να αντιπαρατεθεί με τις πηγές και ως εκ τούτου να μη βασιστεί αποκλειστικά στην ανάλυση που έγινε από τον συγγραφέα αυτών των σελίδων, ή τουλάχιστον να την εμβαθύνει περαιτέρω και έτσι να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο της έρευνας. Αναζήτηση των εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν σαν λοστοί, και το αντίστροφο.

 

 

* Εισαγωγή στο βιβλίο “Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe” (DeriveApprodi, 2016).

http://www.commonware.org/index.php/gallery/653-elogio-della-militanza-introduzione

http://www.deriveapprodi.org/2016/01/elogio-della-militanza/