ιστορία, storia

5 MΑΙΟΥ 1981: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ – MUORE L’ALLODOLA D’IRLANDA

του Gianni Sartori

Ο θάνατος του Bobby Sands το 1981 αντιπροσώπευε για πολλούς ανθρώπους ένα γεγονός από εκείνα που σε σημαδεύουν, σε αλλάζουν, αν όχι ακριβώς τον τρόπο που ζεις, αλλάζουν τουλάχιστον την αντίληψη που έχεις γι την ζωή (καθώς και για την ιστορία, την πολιτική …).

Γι αυτόν που γράφει τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Μετά από μια στράτευση που άρχισε το ’68 σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει τη δέσμευσή μου (λόγω υπαρξιακής κούρασης, αίσθηση αδυναμίας μπροστά στην δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δυσμενείς συνθήκες … αποφασίσετε εσείς) με τις, μερικές φορές, σκληρές διαδηλώσεις στις οποίες είχα συμμετάσχει το 1974 (εκτέλεση του Puig Antich ) και το 1975 (βλ. τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των Varalli, Zibecchi και Micciché και, τον σεπτέμβριο για τον τουφεκισμό δύο etarra [μαχητών της ΕΤΑ] – Txiki και Otaegi – και τριών μαχητών του FRAP). Για κάποιο διάστημα αφιερώθηκα σε άλλα πράγματα, διατηρώντας παράλληλα την περιέργεια για όσα κινούνταν στον κόσμο και τον αναστάτωναν (με μερικά ταξίδια στην μετα-Φρανκοκρατούμενη Ισπανία, για παράδειγμα …). Στη συνέχεια ήρθε η απεργία πείνας των Ιρλανδών Ρεπουμπλικανών μαχητών και ο τραγικός επίλογος. Παράτησα τα πάντα (σχεδόν όλα, στην πραγματικότητα) και έφυγα για το Μπέλφαστ. Έκτοτε συνέχισα βασικά, καλώς ή κακώς.

Αυτός έφταιγε, ο Μπόμπι. Ακούς εκεί, που θα μπορούσε να είναι ακόμη στον κόσμο, ζωντανός. Ήταν στην πραγματικότητα νεώτερος από μένα και το πράγμα με χτύπησε πολύ, με εντυπωσίασε (μέχρι τότε ήταν κυρίως σύντροφοι από τα μέρη μου που πέθαιναν: Salvador Puig Antich, Saltarelli, Franco Serantini, Txiki …). Μετά από τόσα χρόνια – επίσης, βλέποντας και το πώς πήγαν τα πράγματα στην Ιρλανδία – αναρωτιέμαι αν πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το θάρρος του και εκείνο των 9 συντρόφων του.

Μια σύντομη περίληψη ακολουθεί, χωρίς να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση «ζούμε για να καταπατήσουμε τους βασιλιάδες» όπως συχνά αναφερόμαστε (*) σε κάποιες εξεγερτικές διαδηλώσεις.

Μοιάζει μόνο χθες αλλά αντίθετα σχεδόν 40 χρόνια έχουν περάσει. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα μιας γηραιάς Ευρώπης κορεσμένης και ικανοποιημένης, 10 νεαροί ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί θυσίαζαν τη ζωή τους για να διεκδικήσουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα όπως εκείνο της αυτοδιάθεσης και για την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου για όσους φυλακίζονταν κατά τη διάρκεια ενός απελευθερωτικού πολέμου.

Η απεργία πείνας μέχρι τις ακραίες συνέπειες είναι μέρος της ιρλανδικής κελτικής παράδοσης. Αλλά αυτή που διεξήχθη με ακραία αποφασιστικότητα από τους κρατούμενους του H Block, περισσότερο από μια ρητή αναφορά στο παραδοσιακό γαελικό δίκαιο και στους druidic νόμους, [- Το σύμπλεγμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων των druids], τους νόμους των δρυίδων δηλαδή, αντιπροσώπευε μια καθαρά πολιτική πράξη μέσα σε μια συλλογική διαδικασία απελευθέρωσης.

Περισσότεροι από είκοσι είναι οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που πέθαναν τον περασμένο αιώνα σε απεργία πείνας.

Ο πρώτος από αυτόν τον κατάλογο είναι ο Thomas Ashe, ένας από τους πρωταγωνιστές του «Πάσχα του αίματος» του Δουβλίνου (1916), πέθανε το 1917 αφού αναγκάστηκε να καταναλώσει τροφή με τη βία. Το 1920, ο Terence McSweeney, δήμαρχος του Cork, κρατούμενος στη φυλακή Brixton (Λονδίνο) μετά από 74 ημέρες απεργίας πείνας. Οι Fitzgerald Michael και Murphy Joseph πέθαναν επίσης κατά την ίδια διαμαρτυρία. Το 1923, κατά τη διάρκεια του πραγματικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ του IRA και των υποστηρικτών του «Ελεύθερου Κράτους», πρόθυμων να αποδεχτούν τη διαίρεση του νησιού, στην ιρλανδική φυλακή του Montioy έχασαν τη ζωή τους – μετά από περισσότερες από 40 ημέρες απεργίας πείνας – οι Andrew Sullivan και Dennis Barry.

Πάντα στην Ιρλανδία, στη φυλακή του Hill Arbor, το 1940 πέθαναν μετά από 50 ημέρες απεργίας πείνας οι Jack McNeela και Tony d’Arcy. Σε μια άλλη ιρλανδική φυλακή η ίδια τύχη έλαχε στον Joseph Witty. Το 1943, μετά από 31 ημέρες απεργίας πείνας και δίψας, ο εθελοντής του Ira Sean Mc Caughey έσβηνε στη φυλακή του Δουβλίνου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η κατάσταση στη Βόρειο Ιρλανδία χειροτερεύει: στις 6 φεβρουαρίου 1971 ο Ira σκοτώνει έναν άγγλο στρατιώτη (θύμα που προστίθεται στους στρατιώτες που ήδη σκοτώθηκαν το 1969 από τους προτεστάντες ελεύθερους σκοπευτές) και η αντίδραση δεν καθυστερεί. Στις 9 αυγούστου του ίδιου έτους εισήχθη ο επ’ αόριστον εγκλεισμός (εκείνο το ίδιο πρωινό, 342 άνθρωποι, κυρίως καθολικοί, συνελήφθησαν) κατά τη διάρκεια του οποίου θα χρησιμοποιούνται τακτικά τα σωματικά βασανιστήρια.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους εντείνονται και στις 30 ιανουαρίου 1972, ο βρετανικός στρατός σφαγιάζει δεκατρείς ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Derry («ματωμένη κυριακή»).

Δύο μήνες αργότερα, το Λονδίνο αναλαμβάνει απευθείας τη διοίκηση του Ulster και «χορηγεί» στους ρεπουμπλικανούς κρατούμενους το καθεστώς πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η δικαστική πίεση γίνεται όλο και πιο βαριά. Το 1973 εισήχθησαν τα ειδικά δικαστήρια, χωρίς επιτροπή ενόρκων, και το 1974, με την εισαγωγή της πράξης «Πρόληψης της τρομοκρατικής δράσης», “Preven-tion of terrorism act”, η αστυνομική κράτηση έφθασε στις επτά ημέρες. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, η απεργία πείνας προκαλεί δύο ακόμη θύματα στις αγγλικές φυλακές: τον Michael Gaugham το 1974 και τον Frank Staff το 1976.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου είχε αρθεί.

Στις 27 οκτωβρίου 1980, στο H Block της φυλακής Long Kesh (με το παρατσούκλι «Maze«) μια απεργία πείνας που – αφού αναστάλθηκε τα Χριστούγεννα για να επαναληφθεί την 1η μαρτίου 1981 – θα οδηγήσει στο θάνατο 10 ρεπουμπλικανών μαχητών. Τα ονόματά τους μπορούν να ζουν για πάντα στο μυαλό, στην καρδιά και στους αγώνες όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων του κόσμου. Ισχυρότεροι από το θάνατο.

Το πρωί της 5ης μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες, πεθαίνει ο Robert Gerard Sands. Γεννημένος στο Μπέλφαστ το 1954 από μια καθολική μητέρα και έναν προτεστάντη πατέρα, είχε εισέλθει στον ΙΡΑ όταν ήταν μόλις 18 ετών. Όταν πέθανε ήταν 27 χρονών. Σήμερα ο Μπόμπι είναι θαμμένος στο Milltown, το καθολικό νεκροταφείο στο Δυτικό Μπέλφαστ, που βρίσκεται κατά μήκος της «Falls Road», της περίφημης δημοκρατικής αρτηρίας “Falls”. Πολλοί μάρτυρες της ιρλανδικής υπόθεσης αναπαύονται εδώ: αγωνιστές όπως ο Μπόμπι Σάντς και ο Τζο Μακ Ντόνελ, Joe McDonnel, ή απλοί πολίτες που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία όπως ο Σον Ντάουνς, Sean Downes. Θυμάμαι ότι στις 16 μαρτίου 1988 το Milltown ήταν το σκηνικό μιας βίαιης ένοπλης επίθεσης από έναν φανατικό νομοταγή (φιλοβρετανό πολιτοφύλακα) που ολοκληρώθηκε με μια σφαγή καθολικών, εναντίον μιας πομπής κηδείας.

Στις 14 μαΐου, μετά από μια απεργία 59 ημερών, ο Francis Hughes, ηλικίας 25 ετών, πεθαίνει. Ονομάστηκε ο «Che Guevara του Ulster», το 1978 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της θανάτωσης οκτώ βρετανών στρατιωτών.

Ο Raimond McCreesh πεθαίνει στις 21 μαΐου, μετά από 61 ημέρες. Όταν εισήλθε στον ΙΡΑ ήταν μόνο 16 ετών, συνελήφθη το ’76 μετά από μια ενέδρα εναντίον του στρατού. Όταν πέθανε ήταν 24 χρονών και εξέφρασε στον ιερέα αδερφό του που τον συνέδραμε την επιθυμία ο θάνατός του να μην προκαλέσει καμία βίαιη ενέργεια.

Ο Patsy O’Hara είχε απομακρυνθεί από τον IRA και εντάχθηκε, το 1975, στον Inla (Irish National Liberation Army) του Derry. Μετά τη σύλληψη υπέστη κάθε είδους σωματική και ψυχική βία στη φυλακή. Πέθανε στις 21 μαΐου σε ηλικία 24 ετών. Το 2015, και η μητέρα του, Peggy O’Hara, έφυγε επίσης. Την είχα γνωρίσει και την επισκέφθηκα στο Derry, στο σπίτι της, κάποιες φορές. Μου παραχώρησε, πέρα από μια δραματική συνέντευξη (**), όπου μίλησε για εκείνες τις ημέρες τεράστιου πόνου, και μερικές φωτογραφίες του γιου της και μια συγκινητική αφιέρωση στο βιβλίο που μου είχε χαρίσει («The Irish Hunger Strike» του T. Collins). Και φέτος, τον ιανουάριο, πέθανε η μητέρα του Bobby Sands, Rosaleen.

Στις 8 ιουλίου 1981, μετά από 61 ημέρες αποχής από το φαγητό, πέθανε ο Joe McDonnel, μέλος του IRA στο Μπέλφαστ και μεγαλύτερος της ομάδας. Μεταξύ των συντρόφων που ξεκίνησαν την απεργία μετά τους πρώτους τέσσερις θανάτους ήταν η σειρά του να πάρει την θέση του Μπόμπι Σάντς, μαζί με τον οποίο είχε συλληφθεί και μαζί με τον οποίον είναι θαμμένος σήμερα.

Ο Martin Hurson συνελήφθη τον νοέμβριο του 1976 για συνωμοσία και κατοχή εκρηκτικών. Μεταφέρθηκε στο Long Kesh, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Πέθανε στις 13 ιουλίου, 24 χρονών, μετά από 46 ημέρες απεργίας πείνας.

Ο Kevin Lynch, μαχητής του Inla, συνελήφθη το ’76 μετά την εκτέλεση ενός αστυνομικού, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια. Την απεργία ξεκίνησε στις 23 μαΐου και πέθανε στις 21 αυγούστου, στην ηλικία των 25 ετών.

Ο Kieran Doherty, ήδη ενεργός αγωνιστής του IRA, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, αναγνωρισμένο από τους άλλους κρατούμενους, ειδικά στις επαφές με την Εκκλησία. Πέθανε στις 2 αυγούστου, σε ηλικία 25 ετών, αφού κατάφερε να επιβιώσει χωρίς τροφή για 73 ημέρες.

Ο Thomas McIlwee, στέλεχος του Ira, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της φυλάκισής του στο μπλοκ τιμωρίας. Όταν πέθανε, μετά από 62 ημέρες απεργίας πείνας, ήταν μόλις 23 ετών.

Η ζωή του Micki Devine είναι εμβληματική. Ζώντας ως παιδί σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (διηγήθηκε ότι συχνά έπασχε από πείνα), ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Inla του Derry. Ξεκίνησε την απεργία πείνας στα μέσα ιουνίου και πέθανε στις 20 αυγούστου, στην ηλικία των 27 ετών.

Δύο άλλοι κρατούμενοι σώθηκαν όταν βρίσκονταν ήδη σε κώμα. Ένας από αυτούς, ο Pat McGeown, πέθανε το 1994. Ο άλλος, Lawrence McKeown, συγγραφέας και λέκτορας, έμεινε σημαδεμένος σωματικά.

Είχα την τιμή να συναντηθώ (και να φιλοξενήσω) το McKeown στην δεκαετία του ’90 κατά τη διάρκεια ενός γύρου διαλέξεων. Φυσικά τον ρώτησα πού βρήκε την αποφασιστικότητα να προσθέσει και το δικό του όνομά στον κατάλογο των εθελοντών που θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τους συντρόφους που πέθαιναν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας. «Πρακτικά είναι αδύνατον – μου είχε πει – να καταλάβεις πως φτάσαμε σε αυτή την απόφαση δίχως να γνωρίζεις αυτά που είχαν συμβεί στην Long Kesh κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, μετά την κατάργηση του καθεστώτος  αιχμαλώτων πολέμου. Οι συνθήκες των κρατουμένων ήταν άγριες και καμία μορφή διαμαρτυρίας δεν φαινόταν ικανή να τις τροποποιήσει. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι περισσότεροι όταν μπήκαμε στη φυλακή ήμασταν λίγο μεγαλύτεροι από έφηβοι. Ήμασταν πολύ ενωμένοι, είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ μας και ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, τις ίδιες που με έκαναν να εισέλθω στον ΙΡΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η προοπτική της φυλακής και του θανάτου ήταν οτιδήποτε άλλο παρά απομακρυσμένη.

Βλέποντας με τα μάτια μου την σκληρή καταστολή στην οποίαν υποβάλλονταν οι κρατούμενοι μου συνέβη να ενισχυθούν οι πεποιθήσεις μου. Η βρετανική κυβέρνηση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας ποινικοποιήσει, να μας κάνει να μοιάζουμε με κοινούς εγκληματίες. Έπρεπε να επαναστατήσουμε για να δείξουμε ότι οι επιλογές και οι ενέργειές μας ήταν πολιτικές, όχι εγκληματικές ». Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι «πολλοί από τους εθελοντές φυλακισμένους του Ιra πέθαναν σε απεργία πείνας στη δεκαετία του ’20, του ’40 και του ’70 … και ούτω καθεξής μέχρι το 1981. Συνολικά οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας τα τελευταία 80 χρόνια είναι 22. Για όλους αυτούς μπορούμε να πούμε ότι είναι «νεκροί έτσι ώστε άλλοι να είναι ελεύθεροι» (όπως είναι γραμμένο στον τάφο του Micky Devine και του Patsy O’Hara, στο Derry). Και αυτό το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου είχε κατακτηθεί, το 1972, με μια απεργία πείνας. Στη συνέχεια το απέσυραν το 1976 «.

Επομένως η απόφασή τους δεν ελήφθη ελαφριά τη καρδία. «Όσον αφορά εμένα – συνέχισε ο McKeown – ήξερα καλά ότι αυτή η απεργία θα προχωρούσε μέχρι τα άκρα. Βάζοντας το όνομά μας στον κατάλογο των εθελοντών δεν ξέραμε πότε θα έρθει η σειρά μας, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα επιβιώσει. Είχα σκεφτεί πολύ, επί μακρόν για τις συνέπειες που θα υφίστατο οικογένειά μου … Ήμουν παντρεμένος αλλά τουλάχιστον δεν είχα παιδιά, σε αντίθεση με άλλους εθελοντές, όπως ο Bobby Sands … ».

Τα βασικά αιτήματα των απεργών του Long Kesh ήταν πέντε, που συνδέονται στενά με την απαίτηση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων: να μην φορούν στολές φυλάκισης, να μην διεξάγουν εργασίες εγκληματιών, ελευθερία μελέτης και διασύνδεσης – να μπορούν δηλαδή να συναντιούνται τακτικά – δυνατότητα να δέχονται επισκέψεις και δέματα, δικαίωμα σε μείωση ποινής. Αυτά τα αιτήματα, έστω και με τρόπο όχι εμφανή και χωρίς την τυπική επανεισαγωγή του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια και ικανοποιήθηκαν στην ουσία τους.

Πράγματι, στις αρχές νοεμβρίου του 1981, μετά το τέλος της απεργίας πείνας, ο υπουργός Prior παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις φυλακών που επέτρεψαν στους ρεπουμπλικάνους φυλακισμένους του «Λαβύρινθου-Maze» την δυνατότητα να φορούν τα ρούχα τους, τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη μείωση της ποινής κ.λπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να προσθέσουμε και δεν έχει ήδη ειπωθεί από τους άμεσους ενδιαφερόμενους με την τόσο ριζοσπαστική και οριστική-τελική χειρονομία τους.

Όσον αφορά εμένα: «Σε οποιοδήποτε μέρος με ξαφνιάσει ο θάνατος, θάψτε την καρδιά μου στη Milltown».

(*) Αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα από τον «Χένρι IV» του Σαίξπηρ: «Αν ζούμε είναι για να περπατήσουμε στα κεφάλια των Βασιλέων. Αν πεθάνουμε, ω τι όμορφος θάνατος, όταν οι Πρίγκιπες πεθαίνουν μαζί μας. Τώρα για τις συνειδήσεις μας τα όπλα είναι σωστά. Όταν η πρόθεση να τα φέρουμε μαζί μας είναι λογική «.

(**) Gianni Sartori http://csaarcadia.org/in-memoria-di-peggy-ohara/

IN BOTTEGA CFR Scor-data: 1 marzo 1981 (di David Lifodi) e Scor-data: 5 maggio 1981 (di Energu) ma anche Che c’entra Bobby Sands con Casa Pound? (di Gianni Sartori) e Sporchi (di Mark Adin)

MA COSA SONO LE «SCOR-DATE»? NOTA PER CHI CAPITASSE QUI SOLTANTO ADESSO.               

Per «scor-data» qui in “bottega” si intende il rimando a una persona o a un evento che il pensiero dominante e l’ignoranza che l’accompagna deformano, rammentano “a rovescio” o cancellano; a volte i temi possono essere più leggeri ché ogni tanto sorridere non fa male, anzi. Ovviamente assai diversi gli stili e le scelte per raccontare; a volte post brevi e magari solo un titolo, una citazione, una foto, un disegno. Comunque un gran lavoro. E si può fare meglio, specie se il nostro “collettivo di lavoro” si allargherà. Vi sentite chiamate/i “in causa”? Proprio così, questo è un bando di arruolamento nel nostro disarmato esercituccio. Grazie in anticipo a chi collaborerà, commenterà, linkerà, correggerà i nostri errori sempre possibili, segnalerà qualcun/qualcosa … o anche solo ci leggerà.

La redazione – abbastanza ballerina – della bottega από την σύνταξη

http://www.labottegadelbarbieri.org/5-maggio-1981-muore-lallodola-dirlanda/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η μοίρα ενός μικρού κομματιού της Ευρώπης με τη μορφή καρδιάς. Ένα σχόλιο για το οριστικό τέλος της ETA

Stampa

 

1114

 

Il destino di un piccolo pezzo d’Europa a forma di cuore. Un commento sulla fine definitiva di ETA

Από το Bilbao.

Πλέον είναι σίγουρο.
Η ETA, η ιστορική Οργάνωση της βασκικής επαναστατικής και ανεξαρτησιακής αριστεράς αποφάσισε την οριστική διάλυση και αποστράτευση. Στις επόμενες 5 και 6 mαΐου, στην Iparralde (η χώρα των Βάσκων στην γαλλική πλευρά ) σε μια πράξη που θεωρείται ότι θα έχει χαρακτήρα μεγάλης διεθνούς σημασίας, θα γίνει η επίσημη ανακοίνωση. 50 χρόνια μετά τη γέννησή της στη μέση της φρανκικής δικτατορίας, 7 χρόνια μετά τη μονομερή απόφαση για εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα, ολοκληρώνεται μια πολιτική διαδικασία που περιέλαβε και αφορά – μαζί με τους παράνομους μαχητές και τους πολιτικούς κρατουμένους – σημαντικά κομμάτια της βασκικής κοινωνίας σε αυτά τα χρόνια. Όπως έχει ανακοινωθεί, η απόφαση αυτή δεν υποβαθμίζει καθόλου, με τίποτα, την ιστορική-πολιτική σημασία που αντιπροσωπεύει.

Σε αντίθεση με όσα συνέβησαν στην Ιρλανδία και πρόσφατα στην Κολομβία (με όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιπροσωπεύει η κάθε μία), το ισπανικό κράτος προσπάθησε με κάθε τρόπο να διατηρήσει και να καλλιεργήσει την ύπαρξη της ΕΤΑ, στην απαραίτητη κατασκευή ενός αιώνιου «εσωτερικού εχθρού», που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τα ανώμαλα επίπεδα ποινικοποίησης και καταστολής κατά όλων των μορφών διαφωνίας. Μια στρατηγική που γέννησε, παραδόξως ακριβώς αυτά τα τελευταία χρόνια κατά την οποία έληξε ο ένοπλος αγώνας, μια σειρά τυραννικών πράξεων στη Χώρα των Βάσκων και στο υπόλοιπο Κράτος. Η φλόγα της «αντιτρομοκρατικής» κατάστασης έκτακτης ανάγκης πρέπει πάντα να διατηρείται ζωντανή: αυτό που συμβαίνει στην Καταλονία τους τελευταίους μήνες είναι ένα περαιτέρω παράδειγμα επιβεβαίωσης …

Παραμένουν στις ισπανικές και γαλλικές φυλακές, τώρα πλέον όμηροι ενός πολέμου που έχει τελειώσει, ακόμα μερικές εκατοντάδες * πολιτικοί * κρατούμενοι, των οποίων το μέλλον εξακολουθεί να είναι τυλιγμένο σε ένα κενό, σε μια αβεβαιότητα φτιαγμένη για πολλούς από αυτούς, εκατοντάδων χρόνων. Ακριβώς όπως η μάχη για την «αφήγηση» εκείνης που υπήρξε η ένοπλη σύγκρουση αυτών των δεκαετιών είναι έδαφος μιας έντονης, μιας σκληρής μάχης από την πλευρά των δεξιών και της mainstream επικοινωνίας από τα μέσα ενημέρωσης: μια Vandea [εμφύλια σύρραξη] που αποσκοπεί στην επανεγγραφή της ιστορίας όχι μόνο του γιατί πολλές γενιές αποφάσισαν την ακραία και σκληρή επιλογή να πάρουν τα όπλα, αλλά μάλλον δεκαετιών αγώνων αντίστασης, μαζικών κινημάτων, κύκλων αντιεξουσίας και λαϊκής οργάνωσης στα εδάφη εκείνης που, στα ισχυρά σπήλαια της μοναρχικής Ισπανίας κληρονόμου του φρανκισμού, εξακολουθεί να θεωρείται ως« επαναστατική επαρχία «(στην οποία σήμερα η Catalunya κρατάει συντροφιά …).

Έτσι τελειώνει όχι μόνο μία μοναδική εμπειρία (με πρωτότυπα, αυθεντικά χαρακτηριστικά και διαφορετική από τις άλλες ευρωπαϊκές εμπειρίες ένοπλης πρωτοπορίας), όσο μια ολόκληρη εποχή με τις έντονες πολιτικές της εντυπώσεις, αναφορές, χροιές, αλλά και κοινωνικές, πολιτιστικές, καλλιτεχνικές, μουσικές … αυτός ο κόσμος μέσω του οποίου μια αρχαία σύγκρουση στην καρδιά της Ευρώπης μπόρεσε να μιλήσει (και επίσης να γοητεύσει) μεγάλους πρωταγωνιστικούς χώρους και σφαίρες των επαναστατικών αγώνων που έδρασαν μέσα στα «σπλάχνα του θηρίου», εκείνων του Monsieur le Capital.
Τελειώνει επίσης (και δυστυχώς ήδη εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα) εκείνη η ικανότητα των ηγετικών ομάδων της ανεξάρτησιακής αριστεράς να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα, να κάνουν ταξική ανάλυση, να πλέξουν δίκτυα αλληλεγγύης, να ενεργοποιήσουν, να εννευρώσουν κάθε περιοχή της κοινωνίας με ριζοσπαστική κριτική και αγώνα.
Είναι αυτού, περισσότερο από κάθε άχρηστη νοσταλγική ρητορική που έρχεται, που αισθανόμαστε περισσότερο την έλλειψη στις γειτονιές, στους τόπους και στις πλατείες αυτού του μικρού κομματιού με σχήμα καρδιάς της Ευρώπης που είναι η Χώρα των Βάσκων.

 

 

Nicola Latorre, στρατευμένος διεθνιστής.

https://www.infoaut.org/approfondimenti/il-destino-di-un-piccolo-pezzo-d-europa-a-forma-di-cuore-un-commento-sulla-fine-definitiva-di-eta

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συνέβη ένα εξήντα οκτώ! – E’ successo un sessantotto!

του Sandro Moiso

Guido Viale, il 68, Interno 4 Edizioni 2018, pp. 328, € 22,00

Εδώ και λίγο καιρό βλέπουμε το βιβλίο αυτό στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όλα μοιάζουν να είναι έτοιμα να γιορτάσουν μέσα στο 2018 ένα ’68 κάλπικο του οποίου οι πρωταγωνιστές δεν φαίνονται πλέον να είναι οι εργάτες και οι νέοι, φοιτητές ή όχι, που το ταρακούνησαν αλλά μόνο οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς, οι εκπρόσωποι του Νόμου και της Κουλτούρας, άνδρες και γυναίκες καλοί για όλες τις εποχές, όλοι σημερινοί εκπρόσωποι του πολιτικού, πολιτιστικού και επικοινωνιακού establishment, με των οποίων βαρετές και κακοήθεις μαρτυρίες ορισμένα περιοδικά έχουν ήδη γεμίσει τις σελίδες αφιερωμένες στην τρέχουσα πεντηκοστή επέτειο ενός κινήματος που ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ πριν και από τελείως διαφορετικές ακτές. Έτσι όπως έχει ήδη υπογραμμίσει ο Valerio Evangelisti τις τελευταίες ημέρες ακριβώς στην Carmilla.

Για το λόγο αυτό, η σημερινή τέταρτη έκδοση του κειμένου του Guido Viale «Το εξήντα οκτώ μεταξύ επανάστασης και αποκατάστασης-επαναφοράς», “Il sessantotto tra rivoluzione e restaurazione”, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1978 για τις εκδόσεις Mazzotta, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη και αναγκαία, δεδομένου ότι προστέθηκε στο ίδιο μια νέα εισαγωγή από τον συγγραφέα, 64 έγχρωμες σελίδες που αναπαράγουν φυλλάδια, αφίσες, δημοσιεύματα και βιβλία της εποχής εκτός από το βασικό μανιφέστο της φοιτητικής εξέγερσης «Ενάντια στο πανεπιστήμιο», “Contro l’università”, που γράφτηκε από τον Viale και δημοσιεύθηκε τον φεβρουάριο του ίδιου εκείνου έτους στις σελίδες του αριθ. 33 των Quaderni Piacentini. Ενώ για τους λάτρεις των γραφικών και της μνήμης υπάρχει και η εκτύπωση του μανιφέστου που διαδόθηκε από την Κόκκινη Βοήθεια, Soccorso Rosso, τα επόμενα χρόνια, για την υπεράσπιση του Pietro Valpreda και για την καταγγελία των τρομοκρατικών συνωμοτικών σχεδίων του Κράτους, που σχεδίασε ο Guido Crepax.

Ο Guido Viale (τάξη 1943) ζει επί του παρόντος στο Μιλάνο και μετά από τα χρόνια της στράτευσης του που αναφέρονται στη νέα εισαγωγή του στο κείμενο, εργάστηκε ως δάσκαλος, μεταφραστής, δημοσιογράφος, ερευνητής και σύμβουλος σε θέματα διαχείρισης αποβλήτων, περιβάλλοντος, αστικής κινητικότητας και των μεταναστών.
Όπως ο ίδιος λέει στην εισαγωγή, αυτή που αναδημοσιεύθηκε τώρα από τις Εκδόσεις Interno 4:

“ Είναι μια εργασία με την οποία προσπάθησα να «κάνω τον απολογισμό» για το νόημα και την έκταση εκείνων των αγώνων που πέρασαν, την ώρα ακριβώς που έπαιρνα άδεια, που αποχωρούσα από μια δεκαετή έντονη και αδιάκοπη στράτευση πρώτα στο φοιτητικό κίνημα, στη συνέχεια στην συνέλευση εργατών φοιτητών της Φίατ Mirafiori και τέλος στην ομάδα Lotta continua. Σε αυτό το βιβλίο προσπαθούσα να προβάλω τα περιεχόμενα που ήταν ακόμα ζωντανά από αυτά που εκείνα τα δέκα χρόνια στράτευσης μας είχαν διδάξει: υπήρξαν ένα είδος «πανεπιστημίου του δρόμου» από το οποίο όσοι δεν είχαν συμμετάσχει σε αυτό δεν θα μπορούσαν ποτέ ξανά να αντλήσουν τις διδασκαλίες που εμείς είχαμε πάρει, είχαμε συναγάγει. “1

Η πρόθεση από την πρώτη κιόλας έκδοση ήταν στην πραγματικότητα να κινηθεί προς μια κατεύθυνση αντίθετη προς τους δύο δρόμους που αναλήφθηκαν, μόλις δέκα χρόνια αργότερα, από τις εορταστικές εκδηλώσεις για εκείνο του έτος και οι οποίες βασικά είναι εκείνες που εξακολουθούν και σήμερα να ζωντανεύουν προθέσεις της κάλπικης πεντηκονταετίας για την οποίαν ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω.

Από τη μία πλευρά τίθετο, και τίθεται και τώρα, ο τεράστιος, o εξαιρετικός χαρακτήρας εκείνων των χρόνων, με την πρόθεση να θεωρηθεί μυθικό το γεγονός τοποθετώντας το σε έναν υψηλό χώρο, με αποτέλεσμα πλέον να το καθιστά αφενός με αυτό τον τρόπο μη εφικτό, απλησίαστο, αφ ετέρου, ακόμη λιγότερο, αδύνατο να χρησιμοποιηθεί στο πολιτικό, κοινωνικό και συγκρουσιακό πλαίσιο και την συγκυρία που ήρθαν να ενεργοποιηθούν στις επόμενες δεκαετίες, τόσο ως κριτήριο και μέτρο σύγκρισης όσο και ως πρότυπο αναφοράς, κι ας είναι άξιο κριτικής και συζητήσιμο.

Από την άλλη πλευρά υπογραμμίζονταν η »τρομοκρατική» μετατόπιση εκείνου του κινήματος, καταλήγοντας με την ισοπέδωση όλων των αγώνων της δεκαετίας που ακολούθησε το 1968 σε σχέση με τις επιλογές που ανέλαβαν στη συνέχεια οι πολυάριθμοι πολιτικο-στρατιωτικοί σχηματισμοί που θα οδηγούσαν, που θα έδιναν ζωή στον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία. Μια εμπειρία η οποία, είναι πάντοτε καλό να το θυμίζουμε, θα αποτελούσε, θα συνιστούσε την πιο πυρακτώδη μορφή της κοινωνικής σύγκρουσης στη δυτική Ευρώπη και είδε έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό εργατών, γυναικών και νεαρών να κατατάσσονται στις γραμμές της.

Η τρέχουσα πεντηκοστή επέτειος, η οποία με τη σειρά της διασταυρώνεται με τα σαράντα χρόνια από την απαγωγή του Moro που πραγματοποίησαν οι ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978, φαίνεται να τονίζει ξανά με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη δεύτερη πτυχή με δηλώσεις που αφήνουν έκπληξη, ειδικά για την επιφανειακή τους αντιμετώπιση και για την εγγενή και αποκλίνουσα ιστορική αρνητικότητα με την οποίαν αντιμετωπίζουν τις ευθύνες του Κράτους, και των στρατιωτικών και αστυνομικών του μηχανισμών καθώς και των κομματικών, στην επιδίωξη μιας αυθεντικής στρατηγικής τρόμου που ξεκίνησε από το φθινόπωρο του 1969 και από τη σφαγή της Piazza Fontana και μετά.

Αρκεί να αναφέρουμε, ως παράδειγμα αυτού, την πρόσφατη δήλωση του σημερινού πρωθυπουργού σε κατάσταση αναστολής ζωτικότητας που στις 16 μαρτίου του τρέχοντος έτους ανέφερε ότι η δράση των ερυθρών Ταξιαρχών πριν από σαράντα χρόνια αποτέλεσε «την πιο σοβαρή επίθεση ενάντια στη Δημοκρατία «.2 Μια δήλωση που από μόνη της αρκεί για να δείξει το ψεύδος του επιτηδευμένου αντιφασισμού, με μοναδικό σκοπό την εκλογική ευκολία, από τις κυβερνητικές δυνάμεις και την θεσμική «αριστερά» πριν την πρόσφατη πρόσκληση στις κάλπες.

Τόσο το κείμενο όσο και οι δύο συνεντεύξεις προς τον συγγραφέα, που το συνοδεύουν στο παράρτημα, εκφράζουν αντιθέτως

“έναν τρόπο αντιπαράθεσης σε εκείνες τις αντίθετες απόψεις τον ουσιαστικό πυρήνα μιας δυνατής ανάκαμψης του πνεύματος του ’68 μέσα σε ένα εντελώς μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο και συγκυρία<. Με κάθε έννοια, και με όλες τις αισθήσεις, μια άλλη εποχή”.3

Σύμφωνα με τον Guido Viale, ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει την ουσία του ’68, το απόσταγμα αυτού ήταν ένα είδος παγκοσμιοποίησης των αγώνων σε διεθνές επίπεδο και από τα «χαμηλά» που άρχισε να ξεκινά, πάντα κατά τη γνώμη του συγγραφέα, από ένα ενοποιητικό χαρακτήρα σε παγκόσμιο επίπεδο:

“ο αγώνας ενάντια σε όλες τις ιεραρχίες, μέσα σε όλα τα θεσμικά όργανα που τις εδραιώνουν και τις νομιμοποιούν: οικογένεια, Πανεπιστήμιο, σχολείο, εργοστάσιο, δημόσια διοίκηση, νοσοκομεία (συμπεριλαμβανομένων πολύ σημαντικών τότε των ψυχιατρικών), δικαστήρια, φυλακή, ένοπλες δυνάμεις, συνοικίες και αστικές δομές”4

Ο προβληματισμός ξεκίνησε από εκείνους που θα ήταν οι δύο κινητήριοι πόλοι της σύγκρουσης σε παγκόσμια κλίμακα: το εργοστάσιο και το σχολείο. Εδώ στην Ιταλία από τους πρώτους μήνες, ίσως ακόμη και πριν από εκείνο το έτος, μπήκαν στο προσκήνιο ορισμένοι βασικοί κόμβοι αυτής της οικονομικής έκρηξης για την οποίαν γίνονταν πολύς λόγος, αλλά που είχε στο κέντρο της μια έντονη εσωτερική μετανάστευση, μισθούς και χρόνους εργασίας επαίσχυντους και μια μεταρρύθμιση του μέσου σχολείου, που από το 1963 φαινόταν να έχει ανοίξει τις πόρτες του ανελκυστήρα για την κοινωνική χειραφέτηση ακόμη και για τις λιγότερο ευκατάστατες τάξεις. Φαινόταν, στην πραγματικότητα, επειδή από τις πρώτες καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και σχολείων ο προβληματισμός των σπουδαστών σε εξέγερση μπορούσε :

“να διαπιστώσει πώς το σχολείο και η εκπαίδευση δεν προσέφεραν ούτε εγγυόταν οποιαδήποτε εξαργύρωση, κάποια αληθινή χειραφέτηση, κάποια προοπτική μιας πιο ελεύθερης και πιο ικανοποιητικής ζωής, καταστρέφοντας έτσι όλες τις άλλες ιεραρχίες που βρίσκονται κάτω από αυτήν: από το εργοστάσιο έως τη δημόσια διοίκηση και σε όλα αυτά που οι γνώσεις που μεταδίδονταν στο Πανεπιστήμιο θα πρέπει να μπορούσαν να παρέχουν μια νομιμοποίηση.”5

Αλλά ακόμα κι αν ο Viale ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της κατάληψης του Palazzo Campana στο Τορίνο, που από τις 27 νοεμβρίου 1967 θα συνέβαλε στην ανάφλεξη των άλλων ιταλικών πανεπιστημίων και προλαμβάνοντας τον γαλλικό μάιο, είναι το εργοστάσιο και ο μετασχηματισμός κοινωνικών, πολιτικών, εργατικών και εξουσίας μεταξύ εργατών και εργατών, μεταξύ εργαζομένων και συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ πολιτικών αγωνιστών και κομμάτων και μεταξύ υπαλλήλων και εταιρειών που αποτέλεσαν και καθόρισαν τον «πυρήνα» του βιβλίου και ουσιαστικά των γεγονότων της δεκαετίας που ακολούθησε το ’68.

Στις έρευνες που άρχισαν να κυκλοφορούν οι νεαροί πανεπιστημιακοί και φοιτητές μεταξύ των εργαζομένων στις εταιρείες του Τορίνο, αυτό που διακρίνονταν περισσότερο ήταν το μίσος για την εργασία. Γίνονταν λόγος για «καταναγκαστική εργασία», που ήταν απαίσια, άφθονη και κακοπληρωμένη, είμαστε κρατούμενοι όπως ένας αθώος στη φυλακή, [Fiat] ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για τις ψυχές με ανάγκες, πως η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο, αλλά η Fiat τον κάνει σκλάβο, αν σκεφτώ τη δουλειά μου δεν δουλεύω πλέον » και ούτω καθεξής  6

Είναι η αρχή της εργατικής αυτονομίας που προορίζεται να ανατρέψει και να συντρίψει την οργάνωση της εργασίας, τις εργασιακές και συνδικαλιστικές σχέσεις, τα θεσμικά κόμματα και τις εταιρικές ιεραρχίες. Ο Viale αναφέρει τα πρακτικά εργατικών συνελεύσεων της Mirafiori, που δημοσιεύθηκαν την εποχή εκείνη από το Monthly Review το 1969):

“Πιστεύω – είναι η εισαγωγική αναφορά ενός εργάτη της Mirafiori – ότι πέρα από την αντικειμενική σημασία που έχουν οι αυτόνομοι αγώνες απέναντι στην παραγωγή, την οποία κατάφεραν να μπλοκάρουν, η πραγματική επιτυχία αυτών των αγώνων έγκειται στο γεγονός ότι σήμερα οι εργάτες της Fiat είναι πολύ ανοικτοί στο να συγκρίνουν τις ιδέες τους, να συζητήσουν, στο γεγονός ότι εδώ σήμερα μπορούμε να συζητήσουμε όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν […] Αυτά είναι τα αποφασιστικά μας βήματα προς τα εμπρός, το ότι έχουμε φέρει τον αγώνα μέσα στο εργοστάσιο. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι το εργοστάσιο είναι ο τόπος όπου είμαστε ενωμένοι καθημερινά, αλλά μόνο για να παράγουμε και να μας εκμεταλλευτούν. Οι ρυθμοί εργασίας, οι γενικές συνθήκες εργασίας, οι εκβιασμοί της αστυνομίας των αφεντικών συχνά μας εμποδίζουν να μιλήσουμε μεταξύ μας […] Αλλά αν για το αφεντικό το εργοστάσιο πρέπει να λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, για τους εργάτες γίνεται, αντίθετα, ο τόπος όπου χτίζουν την ενότητα τους για να μην παράγουν αλλά να αγωνίζονται, να συζητούν μαζί, να οργανώνονται. Η Fiat, η οποία δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο ιταλικό εργοστάσιο, αλλά και το πιο απαίσιο στρατόπεδο συγκέντρωσης αυτές τις μέρες μεταμορφώθηκε από τις στάσεις, τις πορείες, τις συνελεύσεις, από τη δύναμη των εργατών που έστειλαν στο διάβολο τη διαίρεση και το φόβο […] Τώρα είμαστε εμείς που αποφασίζουμε όχι μόνο τη μορφή του αγώνα, αλλά και τους στόχους του, τον τρόπο να τον καθοδηγήσουμε, να τον οργανώσουμε, να τον επεκτείνουμε. Και αυτό είναι το πράγμα που φοβίζει τα συνδικάτα και τα αφεντικά […] Η παραγωγικότητα είναι ένα πρόβλημα των αφεντικών, οι μισθοί είναι ένα πρόβλημα των εργατών […] Κανένας εργαζόμενος δεν παραπλανά πλέον τον εαυτό του. Ο συνδικαλιστής καυχήθηκε για την ένδοξη Fiom του ’48, αλλά σήμερα είμαστε στο ’69. Έχουν περάσει είκοσι ένα χρόνια, ο εργάτης είναι ενήλικας και δεν χρειάζεται πλέον τα συνδικάταi”.7

 Η κουβέντα θα μπορούσε να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και το κείμενο παρέχει άφθονα στοιχεία και επιχειρήματα, αλλά πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη περίληψη, πρέπει να θυμηθούμε ένα άλλο σημαντικό στοιχείο πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης που έφερε μαζί του το ’68 και το οποίο συνεχίζει ακόμη και σήμερα να συγκρούεται με τις ερμηνείες των γεγονότων εκείνων των ετών και, ακόμη και σημερινών, όπως έχουμε δει νωρίτερα: τη γέννηση της αντιπληροφόρησης.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει έτσι τον ρόλο που είχε από την αρχή, που προωθήθηκε και αναπτύχθηκε από τις οργανώσεις εκείνης που αργότερα θα ονομαζόταν επαναστατική αριστερά:

“ακριβώς ξεκινώντας από την καταγγελία της κρατικής και φασιστικής μήτρας και των ανατρεπτικών στόχων της σφαγής της Piazza Fontana και της δολοφονίας του Pino Pinelli. Χρόνια αργότερα, η αρχικά απομονωμένη καταγγελία που την σνόμπαραν πολλοί αποδείχθηκε ακριβής, τόσο ιστορικά όσο και και αντικειμενικά, αλλά πιστεύω επίσης ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή του υποκείμενου σχεδιασμού στην στρατηγική της έντασης. Εάν για πολλά χρόνια […] οι βασικοί θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχουν κατοχυρωθεί κατά κάποιον τρόπο, είναι χάρη στην εξαιρετική στράτευση στον τομέα αυτό των «επαναστατών» αγωνιστών της εποχής εκείνης, και ασφαλώς όχι εξαιτίας του δικαστικού σώματος και ακόμη λιγότερο από τις λεγόμενες δυνάμεις επιβολής της τάξης, ούτε χάρη στην εφησυχαστική στάση, όταν δεν ήταν συνένοχη, της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων που κάθονταν – και εξακολουθούν να κάθονται, έχοντας αλλάξει τα ρούχα τους – στο Κοινοβούλιο”.8

Όπως μπορούμε να δούμε, λοιπόν, μια εξαιρετική και επίμονη ανάγνωση για να αρχίσουμε σοβαρά τις εορταστικές εκδηλώσεις των πενήντα χρόνων χωρίς να βυθίζουμε τη μνήμη στην γελοιοποίηση, στο θέαμα και στη ρητορική. Αντιθέτως…


  1. Viale, il 68, σελ. 7  
  2. Si veda repubblica.it del 16 marzo 2018  ↩ δείτε εφημερίδα repubblica της 16 μαρτίου 2018
  3. Viale, op.cit. pag. 8  
  4. Viale pag. 9  
  5. Viale, pag. 9  
  6. Viale, pag. 198  
  7. Viale, pp. 202 – 205  
  8. pag. 10  
ιστορία, storia

All power to the people! O Mumia Abu-Jamal είναι η φωνή της Αμερικής

«Εκατοντάδες Πάνθηρες παρατάχθηκαν στην αυλή μιας σχολής της West Side στο Σικάγο, έτοιμοι να κάνουν την καθημερινή τους δουλειά. Ο »Πρόεδρος Fred» ήθελε ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του να δει το έργο του τμήματος του Illinois. Οι Πάνθηρες του Σικάγο, εξήγησε ο Φρεντ, παρατάσσονταν έτσι κάθε πρωί, σε μια επίδειξη πειθαρχίας και δέσμευσης. Ο Φρεντ θεωρούσε ότι ήταν ένας καλός τρόπος για να ξεκινήσει η μέρα. Και ήταν. 

“Δεν θα πεθάνω γλιστρώντας στον πάγο! «, φώναξε ο Φρεντ με ένα μεγάφωνο, επιθεωρώντας την ανάπτυξη ως βαπτιστής ιεροκήρυκας. «Δεν θα πεθάνω γλιστρώντας στον πάγο!», απάντησαν οι Πάνθηρες με μια κραυγή.  

“Δεν θα πεθάνω σε αεροπορικό δυστύχημα! «» Δεν θα πεθάνω σε αεροπορικό δυστύχημα! «, απάντησαν ομόφωνα.

“Θα πεθάνω για τον λαό! «, φώναξε ο πρόεδρος σηκώνοντας τη γροθιά μες την πρωινή παγωνιά. «Θα πεθάνω για τον λαό!» ήρθε η ηχώ. «Επειδή ζω για τους ανθρώπους!» «… Ζω για τον λαό !”

“ Γιατί ενδιαφέρομαι για τους ανθρώπους! «» … ενδιαφέρομαι για τον λαό!”

“γιατί αγαπώ τους ανθρώπους! «» … »…Λατρεύω τον λαό!”

“Η εξουσία στους ανθρώπους! Η εξουσία στον λαό! Η εξουσία στον λαό!”»

Θέλουμε την ελευθερία. Μια ζωή στο Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων, Mumia Abu-Jamal, Mimesis Edizioni, 2018

Αυτό το άρθρο είναι η επαναπροσαρμογή ενός μέρους της εισαγωγής στην αυτοβιογραφία του Mumia Abu Jamal στους Μαύρους Πάνθηρες: «Θέλουμε την Ελευθερία», την οποία συν-μετέφρασα και επιμελήθηκα. Σε αυτή τη συνεισφορά παρέχω τα ουσιώδη στοιχεία της ζωής του Mumia, και των δικαστικών περιπετειών του, με σκοπό να επαναλάβω την εκστρατεία για την απελευθέρωσή του, όπως και αυτή όλων των «πολιτικών κρατουμένων» που κρατούνται στις αμερικανικές φυλακές.

Ο τόμος θέλει να συμβάλει στον αγώνα των αφροαμερικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι σήμερα, αλλά και να δώσει τροφή για προβληματισμό σχετικά με την πιθανή εξέλιξη της Λαϊκής Εξουσίας μεταξύ των «Κολασμένων της Γης» και στη Χώρα μας σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία μέσα όπου η «αμερικανικοποίηση» της κοινωνίας είναι ένα καθιερωμένο γεγονός.

Η κατανόηση της προέλευσης και της ανάπτυξης της λευκής ανωτερότητας, η διακυβέρνηση των κοινωνικών αντιθέσεων ενός τμήματος του κοινωνικού μπλοκ, καθώς και οι παρελθόντες και οι σημερινές μορφές αντίστασης ενός σημαντικού τμήματος του στρατού των αποκλεισμένων στις Ηνωμένες Πολιτείες – στο συνδυασμό τους μεταξύ ικανοποίησης των αναγκών που του αρνήθηκαν και του αγώνα για την πολιτική χειραφέτηση – μπορεί να αποτελέσει πηγή πολιτικού προβληματισμού για το παρόν μας ακόμη και σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη και ένας πόρος για να φτιάξουμε όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη την φόρμουλα: «να δημιουργήσουμε και να οργανώσουμε Λαϊκή Εξουσία».

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, η αφρo-αμερικανική κοινότητα έγινε μια σφήνα που διαπερνά την καρδιά της αυτοκρατορίας.

Η δύναμη αυτής της χειραφετικής ώθησης όχι μόνο τροφοδοτείται από το οργανωτικό επίπεδο που επιτεύχθηκε από την στράτευση των Μαύρων μέσα στα σύνορα των ΗΠΑ, αλλά και από τους αγώνες που αναπτύσσονται σε επίπεδο «τριηπειρωτικό».

Το Βιετνάμ θα νικήσει είναι ένα προφητικό σύνθημα που θα ενώσει τους λαούς της Tricontinent, καθώς και τις νεότερες γενιές των «προηγμένων καπιταλιστικών» κοινωνιών των δυτικών δημοκρατιών.

Η αντίσταση στην Ινδοκίνα θα γίνει η ιδέα-δύναμη της συγκεκριμένης δυνατότητας να νικηθεί η μεγαλύτερη δύναμη που βγήκε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι δεσμοί μεταξύ του αγώνα των Αφροαμερικανών και εκείνου των αποικισμένων λαών είχαν εκφραστεί σαφώς από τον Malcolm X σε μια ομιλία της 20ης δεκεμβρίου 1964: το Μισισιπή, το Κονγκό, είναι το ίδιο πράγμα. Τα ίδια συμφέροντα διακυβεύονται.

Η αντιιμπεριαλιστική αντίληψη του Μάλκομ θα είναι μια γόνιμη πηγή έμπνευσης για όσους σχηματίσουν το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων και μια ακριβής πολιτική ένδειξη για το επίπεδο που πρέπει να τεθεί η σύγκρουση σε εξέλιξη στις States.

Με την έκρηξη των μητροπολιτικών γκέτο και τον σχηματισμό των Μαύρων Πανθήρων, ο αγώνας θα υπερβεί τα στενά «ενοποιητικά» όρια που έως τότε χαρακτήριζαν το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων και τις μη βίαιες μορφές δράσης που θα δώσουν τη θέση τους σε μια ένοπλη αντίσταση εναντίον Του Θείου Σαμ.

Το 6ο σημείο των 10 προγραμματικών σημείων των Πανθήρων αναφέρει: Εμείς δεν θα πολεμήσουμε ενάντια σε άλλους έγχρωμους λαούς που, όπως οι Μαύροι, είναι θύματα της ρατσιστικής κυβέρνησης της Λευκής Αμερικής.

Η σύνδεση μεταξύ του αγώνα κατά των ειδικών συνθηκών ύπαρξης των αφροαμερικανών στις States, και ο αγώνας στο πλευρό των άλλων λαών της Τricontinent καθιστούν τους Μαύρους Πάνθηρες ένα πολιτικό ίζημα ικανό να πυρπολήσει το λιβάδι των ΗΠΑ.

Ο Mumia έχει διασχίσει την ιστορία τους και μας την διηγείται.

Η φιγούρα του Mumia Abu-Jamal εξακολουθεί να πολώνει, να μαγνητίζει το αμερικανικό πολιτικό φάσμα ενώ η δικαστική του υπόθεση, μετά από περισσότερα από τριάντα χρόνια από τη σύλληψή του, δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Την περασμένη άνοιξη η δυνατότητα μιας νέας κρίσης γι αυτόν άνοιξε ξανά.

Ο Mumia πάντα υποστήριξε την αθωότητα του.

Στις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης δεκεμβρίου 1981, ενώ οδηγούσε το ταξί στο οποίο εργάζονταν, είδε τον αδελφό του Μπίλι να χτυπιέται από τον αστυνομικό Ντάνιελ Φάουλνερ, Daniel Faulkner.

Ο Mumia κατεβαίνει και χτυπιέται από μια σφαίρα στο στομάχι, που τον ρίχνει στο πεζοδρόμιο ετοιμοθάνατο, ενώ ο Faulkner είναι νεκρός.

Αν και τραυματισμένος σοβαρά, δέρνεται από την αστυνομία, τον κλωτσούν, τον χτυπούν πάνω σε ένα στύλο και τον πετούν στο πάτωμα ενός νοσοκομείου, όπου »ξυλοκοπήθηκε» ξανά. Τον κλείνουν μέσα για την κατηγορία της δολοφονίας ενός αστυνομικού.

Ο Mumia καταδικάστηκε σε θάνατο στις 4 ιουλίου 1982 από μια τελείως λευκή κριτική επιτροπή, η οποία τον απέκλεισε σωματικά από τη διεξαγωγή της δίκης »του» για το μεγαλύτερο διάστημα αυτής, ενώ οι μάρτυρες που παρίσταντο στο σημείο του διαπληκτισμού και είδαν την αθωότητά του εξαλείφθηκαν, εκδιώχτηκαν – για να μην αναφέρουμε ορισμένα γεγονότα «εντυπωσιακά «σχετικά με τη δίκη – με μια δικαστική μηχανή που εργάστηκε για να χτίσει αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του σε μια θανατηφόρα συμβίωση μεταξύ αστυνομικών, ερευνητικών και δικαστικών μηχανισμών.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Διεθνούς Αμνηστίας: «Η δίκη πάσχει, διαβρώθηκε από στοιχεία εγγενή στην πολιτική και τη φυλή και δεν έχει φτάσει στα διεθνή κριτήρια μιας δίκαιης δίκης».

Η όλη υπόθεση του επιβεβαιώνει τη σημασία των προφητικών λόγων του W.E. DuBois, που έγραψε το 1903: το πρόβλημα του εικοστού αιώνα είναι το πρόβλημα της γραμμής του χρώματος.

Ο Mumia είναι έξω από τον «βραχίονα θανάτου» και δεν περιμένει πλέον την εκτέλεση, εκτίοντας το αντίστοιχο μιας ποινής ισόβιας κάθειρξης. Έχει πάνω από 36 χρόνια φυλάκισης πίσω του, τριάντα από τα οποία πέρασαν στο προαύλιο που προηγείται της θανατικής ποινής.

Πρόσφατα του παραχωρήθηκαν – λόγω της πίεσης που οφείλεται σε μια σημαντική κινητοποίηση – τα φάρμακα που του έσωσαν τη ζωή και είναι απαραίτητα για την ηπατίτιδα C που είχε αποκτήσει λόγω μιας μετάγγισης αίματος που είχε καταστεί αναγκαία λόγω των συνεπειών των πυροβολισμών που προηγήθηκαν της σύλληψης, ενώ οι συνθήκες υγείας του παραμένουν ωστόσο κρίσιμες..

Στα τέλη Μαρτίου 2015 νοσηλεύτηκε για διαβητικό σοκ και κρατήθηκε σε εντατική θεραπεία στο νοσοκομείο Pottsville.

Λόγω της θεραπείας που του είχε πεισματικά απορριφθεί για δύο χρόνια, πάσχει από ηπατικές επιπλοκές.

Παρόλο που η θανατική ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, είναι σαφές ότι το αμερικανικό Prison-Industrial Complex – στο οποίο κρατούνται ο μεγαλύτερος αριθμός και το μεγαλύτερο ποσοστό κρατουμένων στον κόσμο – προσπάθησε να σκοτώσει τον Mumia, ακόμη και χωρίς να προχωρήσει στην επίσημη εκτέλεση.

O Mumia προέρχεται από την Philadelfia.

Η ιστορία της Φιλαδέλφεια προσφέρει μια προνομιούχα οπτική γωνία για να καταλάβουμε ποια ήταν ιστορικά η λευκή ανωτερότητα.

Πρόκειται για μια πόλη γεμάτη φυλετικές εντάσεις μεταξύ των λευκών και αφροαμερικανικών κοινοτήτων, αμφοτέρων φτωχών, όπου κάθε βελτίωση της κατάστασης των μαύρων θεωρείται από τους λευκούς ως απειλή για το καθεστώς τους, για το status τους, προκαλώντας βία που έχει ιστορικά επιφέρει πραγματικές φυλετικές ταραχές και επιθέσεις όπως το 1871.

Είναι η αστική «επέκταση» της καθυπόταξης που ωρίμασε στον Αγροτικό Νότο, η κληρονομιά του λιντσαρίσματος και της τρομοκρατίας εναντίον της Μαύρης Κοινότητας: μια κληρονομιά που υιοθετήθηκε από τις δυνάμεις της αστυνομίας της πόλης.

Εάν θέλετε να έχετε το σχήμα της ρατσιστικής φύσης της πόλης, μπορείτε να κάνετε ένα παράδειγμα παγκόσμια κατανοητό καταφεύγοντας σε ένα ασήμαντο αθλητικό ανέκδοτο, λαμβάνοντας υπόψη τη «λατρεία της μνήμης» μεταξύ του καλύτερου αμερικανού μαύρου μποξέρ από την Philadelphia, του Joe Frazer και ενός προϊόντος της κινηματογραφικής βιομηχανίας: του Rocky Balboa. Όπως λέει ο Mumia:

Το γεγονός ότι έχουν αφιερώσει ένα άγαλμα στον Rocky Balboa, έναν λευκό μποξέρ αποκύημα φαντασίας – αντί του μαύρου μποξέρ – τα λέει όλα …

 Η Edith Louise, μητέρα του Mumia έφτασε στη δεκαετία του ’50 στη Philly, μια πόλη σε ταχεία μεταμόρφωση λόγω του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος που ονομάστηκε Great Migration, Μεγάλη Μετανάστευση.

Κατά την μεταπολεμική περίοδο, οι αφροαμερικανοί έφυγαν από το νότο των διακρίσεων για να φτάσουν στις συνοικίες- γκέτο των τεράστιων μητροπόλεων, όπου ο αστικός διαχωρισμός, η εργασιακή τοποθέτηση σε ελάχιστα εγγυημένα σύνολα της εργατικής τάξης και γενικότερα οι συνθήκες ύπαρξης άλλαζαν την μορφή αλλά όχι την ουσία του βορειοαμερικανικού «Apertheid».

Η Αμερική είναι ο Missisipi. Ο Βοράς και ο Νότος είναι ίδιοι δήλωνε εμφατικά ο Malcom X.

Ο Mumia ζει σε ένα λαϊκό συγκρότημα κατοικιών με 250-300 οικογένειες αποτελούμενες από μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς.

Σε αυτό, όπως και σε άλλα αστικά γκέτο, παραμένουν οι μορφές κοινωνικοποίησης και κατανομής της μαύρης κοινότητας του Νότου, ενώ οι χώροι γύρω από τα Projects είναι «ο κόσμος» στον οποίο μεγαλώνουν οι νεαροί αφροαμερικανοί.

Είναι ένα σύμπαν στο οποίο διαμορφώνονται οι μορφές πολιτιστικού αποικισμού στις νέες γενιές, για παράδειγμα, μέσα από τα «κόμικς» της Marvel, όπου όλοι οι ήρωες με τους οποίους ταυτοποιούνταν, συμπεριλαμβανομένου του Mumia, ήταν λευκοί. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Muhammed Ali έγινε ένας από τους πρωτοπόρους της μαύρης συνείδησης ανάμεσα στα μαύρα αγόρια: Cassius Clay ήταν το όνομα μου σαν σκλάβος, εγώ είμαι ο Mohamed Ali διακηρύσσει περιφρονητικά μπροστά στις κάμερες ο μεγαλύτερος μποξέρ όλων των εποχών.

Ο Mumia αρχίζει να εξερευνά τον κόσμο στην ηλικία των 10 ετών, σε μια πρώιμη πνευματική αναζήτηση μεταξύ των διαφόρων πίστεων, ένα είδος αρχέτυπου των δημοσιογραφικών του ερευνών και της προσοχής του στις μορφές πολιτιστικής αντίστασης στις οποίες οι αφροαμερικανοί προσέτρεχαν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση τους, τις δικές τους συνθήκες από την εποχή της δουλείας: ένα θέμα στο οποίο θα αφιερώσει, μεταξύ άλλων, μια σημαντική μελέτη που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της κράτησής του: Faith of our Fathers, Πίστη των Πατέρων μας.

Αλλάζει το όνομά του όταν συναντά έναν δάσκαλο που γνώριζε τα Σουαχίλι και σύντομα έρχεται σε σύγκρουση με τη μητέρα του που φαίνεται αρχικά να μην δέχεται την εγκατάλειψη του ονόματος με το οποίο τον είχε βαπτίσει.

Ένα γεγονός σημαδεύει ανεξίτηλα τον πολιτικό σχηματισμό του Mumia: το συλλαλητήριο του πιο ριζοσπάστη πρωταθλητή στις διακρίσεις στην Philadelfia.

Πρόκειται για τον Corley Wallace, κυβερνήτη της Αλαμπάμα από το ’63 έως το ’67 ο οποίος στην εναρκτήρια ομιλία της εντολής του είχε εκφράσει τα λόγια: διακρίσεις χθες, σήμερα και για πάντα. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, μη βρισκόμενος σε θέση να επανεμφανιστεί στις εκλογές ως κυβερνήτης, θέτει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές για το American Indipendent Party, Αμερικανικό Ανεξάρτητο Κόμμα.

Ο Mumia, μαζί με άλλους 3 έγχρωμους συνομηλίκους του, φωνάζοντας: «Ungawa! Black Power! προσπαθούν να αντιπαρατεθούν στην ομιλία του Wallace στο Spectrum με ένα κοινό δεκάδων χιλιάδων λευκών.

Ο όχλος τους επιτέθηκε και ένας αστυνομικός ενώ ο Μούμια βρίσκεται στο έδαφος – ζητώντας αφελώς βοήθεια αφού αντιλήφθηκε την παρουσία του – τρέχει και τον κλωτσάει στο πρόσωπο.

Πάντοτε ευχαριστούσα εκείνο τον αστυνομικό δήλωσε ο Μumia επειδή με έστειλε κατευθείαν στους Μαύρους Πάνθηρες.

Μια ανάγνωση ενός μεγάλου άρθρου από τους Rampants που ασχολείται με τους BPP τον γοητεύει: ένα χρόνο αργότερα ήταν ένας από τους ιδρυτές του στη Φιλαδέλφεια.

Μερικοί κριτικοί υποστηρίζοντας την ανωριμότητα, την αυθάδεια των λογοτεχνικών του ιδιοτήτων πιστεύουν ότι στα 15 χρόνια του ο Μουμία έγραφε ήδη όπως γράφει τώρα, εκτός από ό, τι αφορά τη ρητορική της πολιτικής γλώσσας της εποχής. ‘Το έργο μου είναι η δημοσιογραφία, κατανοητή σε μια μαύρη και επαναστατική οπτική. Το γράψιμο για τους ανθρώπους μας χωρίς λογοκρισία’ ήταν, κατά τη γνώμη του, η προσέγγιση που ανέπτυξε και εξακολουθεί να διατηρεί.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία λειτουργεί και γράφει ο Mumia, ο οποίος μεγάλωσε γρήγορα και αμέσως έθεσε σε δράση τον δημοσιογραφικό του ρόλο, η Black Panther, που διανέμονταν στις γωνίες του δρόμου από τους αγωνιστές του, πουλούσε 250.000 αντίτυπα την εβδομάδα!

Οι μαχητές του BPP συνδυάζουν μια έντονη αγωνιστική δραστηριότητα και στράτευση με την πνευματική δουλειά, και βυθίζονται στην ανάγνωση των επαναστατών του περασμένου αιώνα από τους κλασικούς του μαρξισμού μέχρι τους ηγέτες των κινημάτων για την ανεξαρτησία των λαών της Tricontinent.

Ο Wesley Cook, το όνομα με το οποίο βαφτίστηκε ο Mumia, εμφανίζεται στις κάρτες της COINTELPRO, από την ηλικία των 14 ετών, σε μια φωτογραφία του φακέλου που αφορά τον Mumia είναι γραμμένο με στυλό: νεκρός.

Συμμετέχει στην αντιπροσωπεία που πήγε στον τόπο της δολοφονίας του Fred Hampton που με την πάροδο του χρόνου αποδείχθηκε ότι δολοφονήθηκε, στις 4 δεκεμβρίου 1969, χάρη στη δράση ενός που είχε διεισδύσει, ενός χαφιέ. Αυτός ο «πληροφοριοδότης» έδωσε στον νεαρό ηγέτη των Black Panthers στο Σικάγο ένα κοκτέιλ βαρβιτουρικών πριν από τον ύπνο και έδωσε όλες τις απαραίτητες ενδείξεις για τη θανατηφόρα επιδρομή και εισβολή της αστυνομίας εναντίον αυτού και του Mark Clark.

Κατά τη διάρκεια της κηδείας, στην οποία ο Μουμία είναι ένας από τους κύριους ομιλητές, αναφέρει τα λόγια του προέδρου Μάο: «Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

Το 1972, χάρη σε μια γενναιόδωρη υποτροφία, πήγε στο Βερμόντ για να σπουδάσει σε ένα πνευματικά διεγερτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από τα αντι-πολιτιστικά φαινόμενα που διασχίζουν το φοιτητικό σώμα εκείνα τα χρόνια. Ενώ στη Φιλαδέλφεια, όπως δήλωσε ένας δημοσιογράφος που εκείνους τους καιρούς ανήκε στη ριζοσπαστική σκηνή: αν είχες μακριά μαλλιά, ήσουν ένας λευκός νέγρος για την αστυνομία.

Οι σημερινοί πιο μετριοπαθείς ιστορικοί λένε ότι η Φιλαδέλφεια είχε γίνει ένα «αστυνομικό κράτος», μια πόλη στην οποία ο επικεφαλής, όπως και μελλοντικός δήμαρχος, ο Frank Rizzo ασκεί ένα είδος απόλυτης εξουσίας πάνω σε ένα στρατιωτικοποιημένο σώμα που συμπεριφέρεται, ειδικά προς την κοινότητα των αφροαμερικανών, όπως ένας στρατός σε μια κατειλημμένη περιοχή.

Φημισμένη ή μάλλον διαβόητη, η φωτογραφία που τον απεικονίζει in frac κρατώντας στο χέρι ένα γκλομπ που ξεπηδά από την κουμπωμένη πλευρά του σακακιού όταν πηγαίνει σε πρώτο πρόσωπο σε μια αστυνομική δράση, έχοντας κληθεί ξαφνικά στο «καθήκον» κατά τη διάρκεια ενός επισήμου βραδινού γεύματος.

Το έργο του Rizzo είναι μια πρόβλεψη των δομικών μετασχηματισμών και του τρόπου λειτουργίας που θα έχουν οι δυνάμεις της τάξης στο μέλλον, όπως έδειξαν στον κόσμο οι εικόνες των κινητοποιήσεων του Φέργκιουσον μετά τη δολοφονία του αφοπλισμένου νεαρού αφροαμερικάνου Micheal Brown στις 9 αυγούστου 2014. Η στρατιωτική απάντηση της αστυνομίας αποκάλυψε το επίπεδο που επέτυχαν τα τοπικά αστυνομικά τμήματα επειδή ήταν εφοδιασμένα με όπλα, στρατιωτική τεχνολογία και στρατιωτική εκπαίδευση, όπως έγραψε η Angela Davies, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα: νομίζω ότι είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε το επίπεδο στο οποίο, μετά την εμφάνιση, την έλευση της πολιτικής του« πολέμου κατά της τρομοκρατίας », τα αστυνομικά τμήματα σε όλη την επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν εξοπλιστεί με τα μέσα που έχουν σχεδιαστεί για την « καταπολέμηση της τρομοκρατίας ».

Ο Mumia Abu Jamal είναι ένας από τους λίγους δημοσιογράφους που καταγγέλλουν το έργο του Rizzo.

Στα 15 χρόνια, ο Rizzo και ο επικεφαλής του πολιτικού τμήματος, Georg Fencl, τον κρατούσαν ήδη υπό έλεγχο.

Ο Rizzo έγινε επικεφαλής της αστυνομίας το 1972, ακριβώς όταν οι Move, μια αφροαμερικανική οργάνωση κοινοτικού χρώματος στη Φιλαδέλφεια, κινούσε τα πρώτα βήματα: μια εμπειρία που ο Rizzo θα προσπαθήσει να εξαλείψει με οποιοδήποτε μέσο μέχρι να βομβαρδίσει κυριολεκτικά τα σπίτια τους στα μέσα της δεκαετίας του ’80 .

Στις 13 μαΐου 1985 ξεκίνησε όντως μια στρατιωτική επίθεση στα σπίτια των MOVE στην οποία χρησιμοποιούνται περισσότερα από 10.000 πυρομαχικά. Ένα ελικόπτερο ρίχνει μια βόμβα πλαστικού που παρέχει το FBI. Η κατάληξη είναι 11 νεκροί, συμπεριλαμβανομένων 5 παιδιών: κανείς δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ για οποιοδήποτε έγκλημα για τη σφαγή αυτή στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίζουν να βομβαρδίσουν πολίτες της.

Η Ramona Africa, ένοχη πως επιβίωσε της σφαγής ωστόσο φυλακίζεται.

Όπως θα πει ο Mumia, η λογική αυτής της επιχείρησης ήταν εκείνη που χρησιμοποιήθηκε με την Da Nang στο Βιετνάμ:
ήταν απαραίτητο να καταστρέψουν το χωριό για να το σώσουν.

Οι περισσότεροι αγνοούν το γεγονός ότι ο πρώτος ξυλοδαρμός ενός αφροαμερικανού από την αστυνομία που τραβήχτηκε από τις τηλεκάμερες δεν ήταν αυτός του Rodney King που συνέβη στη δεκαετία του ’90, ένα σημαντικό επεισόδιο επειδή η αθώωση των αστυνομικών που ήταν υπεύθυνοι για την επίθεση ήταν ένας από τους λόγους που προκάλεσαν την αστική εξέγερση του Λος Άντζελες το 1992, αλλά εκείνος του Delbert Αfrica κατά τη διάρκεια μιας πρώτης απόπειρας εκκένωσης από στρατιωτικά χέρια των Move στις 8 αυγούστου του 1978.

Ο Μουμία ήταν ο μόνος δημοσιογράφος που μίλησε με τους Move για να ακούσει την άποψή τους, ενώ τα ΜΜΕ υποστήριζαν την αστυνομική επιχείρηση με όλες τους τις δυνάμεις. Αυτό τον οδήγησε σε μια σύγκρουση «με τα αφεντικά του», έτσι ώστε για να ζήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του αναγκάστηκε να αρχίσει να κάνει τον νυχτερινό ταξιτζή.

Λόγω της επιμονής του να μιλά για την περίπτωση των Move, ο υπεύθυνος για αυτόν του είπε μια μέρα οργισμένος πως τον αποκαλούσαν «Mumia Africa» επειδή ως ραδιοφωνικός δημοσιογράφος τους έδιδε το μικρόφωνο του και τα λόγια τους μεταδίδονταν από έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της πόλης.

Η αδιαλλαξία του τον οδήγησε να απορρίψει μια σύμβαση εκατομμυριούχου με τηλεοπτικό σταθμό στη Φιλαδέλφεια επειδή του είχαν ζητήσει να κόψει τα dreads. Ο Μουμία δεν το κάνει ένα αισθητικό ζήτημα, αλλά πιστεύει ότι η αποδοχή αυτής της επιβολής μπορεί και να αποτελέσει έναν συμβιβασμό, έτσι ώστε η μικρή παραίτηση στην αρχή θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα υπέκυπτε πολύ περισσότερο αργότερα.

Το 1981 έγινε πρόεδρος της εθνικής ένωσης μαύρων δημοσιογράφων της  Filadelfia:

ANGN και αγωνίζεται για έναν πιο έντονο πολιτικό προσανατολισμό αυτής και για μια «χωρίς αποκλεισμούς» στάση έναντι των λατινοαμερικανών δημοσιογράφων, υποστηρίζοντας την ιστορία κοινών αγώνων των δύο κοινοτήτων.

Δεν λείπουν οι εκστρατείες απαξίωσης του, εκ των οποίων η πιο διάσημη είναι εκείνη του βραβείου Pulizer Buzz Bissinger που αποσκοπούσε στη δυσφήμηση του δημοσιογραφικού επαγγελματισμού του.

Για να αποδείξουμε πόσο ψευδείς είναι αυτές οι πολεμικές αρκεί να θυμόμαστε ότι για τις υπηρεσίες που πραγματοποιήθηκαν κατά την επίσκεψη του Πάπα Ιωάννη Παύλου ΙΙ στη Φιλαδέλφεια το 1979, κέρδισε το διάσημο βραβείο Major Armstrong του Πανεπιστημίου Columbia, ή ακόμη πως είναι ένα από τα 80 σχετικά άτομα «που έπρεπε να προσεχθούν»σύμφωνα με ένα ευρύτατα διαδεδομένο τοπικό περιοδικό που τον επαινεί για την ποιότητα της ραδιοφωνικής δημοσιογραφίας του.

Το 1981 εργάζεται ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος για το ραδιόφωνο και μερικά μικρά τοπικά περιοδικά, έχοντας περιθωριοποιηθεί για τη συνέπεια του ακόμη και από τα έγχρωμα μέσα της πόλης: οι καιροί αλλάζουν, αλλά ο Mumia σίγουρα δεν θέλει να «παίξει τη μουσική που αρέσει στον κύριο, στο αφεντικό «.

***

Αν ο χριστός έρχονταν σήμερα στις ΗΠΑ και ενοχλούσε τους λάθος ανθρώπους, θα τον καταδίκαζαν στην ηλεκτρική καρέκλα. Και εμείς οι χριστιανοί θα βάζαμε ηλεκτρικές καρέκλες γύρω από τους λαιμούς μας. Και μετά πώς θα κάναμε το σημάδι της καρέκλας; «

Richard Claxton Gregory

To 1981 ξεκινά ο εγκλεισμός του.

Από την Filadelfia μεταφέρεται ένα χρόνο αργότερα στην Huntingdon στη Pennsylvenia:

Είναι σχεδόν αδύνατο να κατανοήσει κάποιος την ζωή στην ακτίνα του θανάτου αν δεν την έχει δοκιμάσει, λέει ο Mumia.

Οι συνομιλίες στις επισκέψεις με τα τζάμια διαιρέτες, οι χειροπέδες στους καρπούς και μετά να πρέπει να υποβληθείς στην εξευτελιστική εξέταση στον πρωκτό είναι ο κανόνας …

Αλλά ο Mumia δεν παραιτείται από τη συγγραφή και μιλώντας για τον Mumia η Angela Davis λέει: πιστεύω ότι μας θυμίζει την έννοια του γραψίματος.

Γράφει όλα τα βιβλία με το χέρι, δεν έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο και δεν έχει δει ποτέ υπολογιστή, με μεγάλη δυσκολία να βρει τα κείμενα.

Το 1991 κυκλοφόρησε το «Tethering on the Brink: Between Death and Life», στο οποίο περιγράφει την κατάσταση των φυλακών με τους εξής όρους: Και η ζωή εδώ κυμαίνεται μεταξύ του τραγικού και του ΑΛΛΟΚΟΤΟΥ.

Τον Ιούλιο του 1992, ο διευθυντής του Prison Radio, Noel Hanrahn πήγε στην Pensilvenia για να καταγράψει την πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή του Mumia μετά τη σύλληψη ύστερα από δέκα μακρά χρόνια σιωπής.

Το 1994, ο Mumia θα έπρεπε να γίνει κανονικός επισκέπτης σε μια ραδιοφωνική εκπομπή «All Things Considered» για ένα ραδιοφωνικό κανάλι: National Public Radio, με ένα αξιοσημείωτο κοινό, αλλά οι πιέσεις στο ραδιοφωνικό κανάλι θα την απομακρύνουν από το χρονοδιάγραμμα του προγράμματος και τα σχόλιά του θα είναι μέρος του » Live from a Death Row «που βγαίνει το επόμενο έτος.

Μετά την έκδοση του Death Row, η σωφρονιστική αρχή αποφάσισε να απαγορεύσει να του παίρνουν συνεντεύξεις.

Κέρδισε και οι αρχές απαγόρευσαν τη χρήση κασετόφωνων και τηλεοπτικών μηχανών, και ο κυβερνήτης υπογράφει την ποινή του θανάτου.

Το 1995 μεταφέρεται στην ακτίνα του θανάτου SCI Green, φυλακή υψίστης ασφαλείας που βρίσκεται στους λόφους της Πενσιλβάνια, τόπος μαθητείας ενός από τους βασανιστές του Abu Ghraib.

Οι ρίζες του Γκουαντάναμο, του Abu Ghraib, της βάσης Bagram και των μυστικών θαλάμων βασανιστηρίων των ΗΠΑ που λειτουργούν σε όλο τον κόσμο, είναι βαθιά μέσα στην αμερικανική ζωή, λέει ο Mumia.

Η συναισθηματική εκπαίδευση των αμερικανών στρατιωτών, που σε πόζες θριαμβευτικές και μες τη χαρά φωτογράφιζαν τα βασανιστήρια που προκαλούσαν στους φυλακισμένους στην φυλακή του υπό κατοχή Ιράκ, εμφανίστηκαν το 2004, έλαβε χώρα στις φυλακές της Βόρειας Αμερικής.

Το 2004, όταν ήρθαν στο φως οι πληροφορίες για το τι συνέβαινε στη φυλακή του Abu Ghraib, ο πρόεδρος Bush είπε: «αυτό που συμβαίνει σε εκείνο το μέρος δεν αντιπροσωπεύει την Αμερική που γνωρίζω.» Ατυχώς, πάνω από δύο εκατομμύρια κρατούμενοι στις αμερικανικές φυλακές, τα μέλη των οικογενειών τους και οι δικηγόροι τους γνωρίζουν από πρώτο χέρι και στο δέρμα τους τις εμπειρίες που αποτελούν τον κανόνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που συνέβη στο Abu Ghraib, αυτό που συμβαίνει σε όλες τις μυστικές φυλακές σε όλο τον κόσμο, αυτό που συμβαίνει στον κόλπο του Γκουαντάναμο, είναι αντανακλάσεις πρακτικών που αφορούν την καθημερινή ζωή ανδρών, γυναικών και ανήλικων πίσω από τα κάγκελα έγραψε ο ακτιβιστής και δικηγόρος Bonnie Kerness στο Μέσα στις αμερικανικές φυλακές.

Το 1997, Democracy Now, τότε στα πρώτα ραδιοφωνικό της βήματα στο ντεμπούτο πριν γίνει κανάλι πολυμέσων, αποφάσισε να μεταδώσει τα σχόλια του Mumia και ορισμένα κανάλια στα οποία θα έπρεπε να βγει στον αέρα μπλοκάρουν όχι μόνο τη μετάδοσή της, αλλά και ολόκληρο τον προγραμματισμό.

Η θεατρική παράσταση στην οποία διαβάζονταν τα γραπτά του αντιμετωπίζει ενεργό μποϊκοτάζ:

“All things Censored, Όλα τα πράγματα λογοκρίνονται” σε μια προσπάθεια εκ των πραγμάτων να αποτραπεί η εξέλιξη του.

Και τα βιβλία του γνωρίζουν την ίδια μεταχείριση, αλλά όσο περισσότερο η δημοσίευση ή η διάδοση τους παρεμποδίζεται με οποιονδήποτε τρόπο, τόσο περισσότερο αυξάνεται το κοινό.

Τι προσφέρει λοιπόν στην » ανθρωπότητα που υποφέρει » το Θέλουμε την ελευθερία;

Απαντάμε με τα λόγια που ο Μουμία δεν αφιερώνει στο βιβλίο του, αλλά στη μελέτη της ιστορίας σε μια συνέντευξη που έγινε μετά την κυκλοφορία του τελευταίου του τόμου για την αστυνομική βία.

Η Ιστορία προσφέρει μια ανεξάντλητη πηγή ανθρώπινης εμπειρίας που οι άνθρωποι, οι κοινότητες και τα κινήματα μπορούν να αντλήσουν για να προχωρήσουν στο μέλλον. Η Ιστορία, επειδή είναι γεμάτη με παραδείγματα αγάπης των ανθρώπων για την ελευθερία είναι μια ισχυρή πηγή για το παρόν και το μέλλον! […] Η ιστορία δεν είναι αυτό που συνέβη πριν από χρόνια ή χθες. Εξηγεί γιατί το παρόν είναι όπως είναι, και παρέχει ιδέες για το πώς να μεταμορφώσουμε τις μέρες που θα έρθουν.1

Και οι μέρες που έρχονται θα κάνουν ακόμη πιο τρέχουσα την κραυγή της ελευθερίας που ποτέ δεν πνίγηκε και το σύνθημα : all power to the People!

1 Exclusive interview: Mumia Abu Jamal speaks about black lives matter and police violence, Tasasha Henderson, Truthout, 17 luglio 2017 http://www.truth-out.org/opinion/item/41279-exclusive-interview-mumia-abu-jamal-speaks-about-black-lives-matter-and-police-violence

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ιστορία, storia

30 μαρτίου 2002: επιχείρηση αμυντική Ασπίδα

Στην Παλαιστίνη, η δεύτερη Ιντιφάντα βρίσκεται σε εξέλιξη, ένα κύμα διαμαρτυριών που εξαπλώθηκε σε όλη την επικράτεια ακολουθούν η μια την άλλη, και από εδώ η απόφαση της κυβέρνησης του Σαρόν,  Sharon, να δώσει ένα σκληρό πλήγμα στην Παλαιστινιακή αντίσταση.

Με την επιχείρηση Defensive Shield, Αμυντική Ασπίδα, θα είναι οι διάφορες πόλεις και τα στρατόπεδα προσφύγων που καταλαμβάνουν οι Ισραηλινοί, συμπεριλαμβανομένου εκείνου της Τζενίν στις 3 απριλίου, με πραγματικές σφαγές που διαιωνίζονται σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.

Τα στρατεύματα του Σαρόν έρχονται επίσης στη Ραμάλα, μέχρι που πολιορκούν το γενικό επιτελείο του Αραφάτ και την έδρα της Παλαιστινιακής Αρχής, τον εξαναγκάζουν να απομονωθεί μέχρι τις 2 μαΐου, ημερομηνία αποχώρησης των στρατευμάτων.

Εν τω μεταξύ, στις 2 απριλίου, η Βασιλική της Γεννήσεως καταλαμβάνεται από 240 παλαιστίνιους που αναζητούν καταφύγιο για να ξεφύγουν από το ισραηλινό πυρ. Το συμβάν προσέλκυσε σε μεγάλο βαθμό την προσοχή σε όλο τον κόσμο, διότι μέσα στη Βασιλική υπήρχαν επίσης και σαράντα μοναχές και ιερείς, όλοι τους απελευθερώθηκαν στη συνέχεια, χωρίς τραυματισμούς.

Από τις 3 έως τις 21 απριλίου θα επιβληθεί βαριά απαγόρευση κυκλοφορίας για τον άμαχο πληθυσμό, με περιορισμό της κυκλοφορίας και για το διεθνές προσωπικό και απαγόρευση εισόδου για ιατρικό και ανθρωπιστικό προσωπικό, καθώς και στους διεθνείς παρατηρητές ανθρωπιστικών δικαιωμάτων και στους δημοσιογράφους.

Σε αυτές τις λίγες εβδομάδες μετρήθηκαν χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, πάνω από 5.000 άνθρωποι που κρατήθηκαν φυλακισμένοι από τον ισραηλινό στρατό.

O capitano! Mio capitano!...

In Palestina è in corso la seconda intifada, un’ondata di proteste diffuse sul tutto il territorio si susseguono e da qui la decisione del governo di Sharon di dare un duro colpo alla resistenza Palestinese.

Con l’operazione Scudo Difensivo saranno diverse le città e i campi profughi occupati dagli israeliani,tra cui quello di Jenin il 3 aprile, con  vere e proprie stragi perpetuate a danno della popolazione civile.

Le truppe di Sharon arrivano anche a Ramallah, fino ad assediare il quartier generale di Arafat e sede dell’Autorità Palestinese, costringendolo all’isolamento fino al 2 maggio, data di ritiro delle truppe.

Nel frattempo, il 2 aprile, viene occupata la Basilica della Natività da 240 palestinesi che cercano rifugio per sfuggire al fuoco israeliano. L’evento attirò enormemente l’attenzione mondiale poiché all’interno della Basilica si trovavano anche una quarantina di suore e sacerdoti i quali furono poi tutti rilasciati, illesi.

Dal 3 al 21…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 61 επιπλέον λέξεις

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πως κατασκευάζεται επικοινωνιακά το »τέρας»: το γεγονός – Come si costruisce mediaticamente il “mostro”: il fatto.

Ο Εισαγγελέας της Φλωρεντίας έχει ανοίξει φάκελο σχετικά με τη Barbara Balzerani, η οποία κρίνεται ένοχη βαριάς προσβολής των θυμάτων. Ένα σμήνος από όρνεα αυτές τις μέρες απολαμβάνει να ανταγωνίζεται σε αγανάκτηση.

Πριν από 40 χρόνια, η Barbara Balzerani συμμετείχε, μαζί με εννέα άλλους ταξιαρχίτες, στην απαγωγή του Aldo Moro, στα χρόνια κατά τα οποία στην Ιταλία, σύμφωνα με υπουργικά στοιχεία, στα τέλη του 1979 επιχειρούσαν 269 οπλισμένα ακρωνύμια, 36.000 πολίτες ερευνήθηκαν για ένοπλη συμμορία 6.000 καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και καταγράφηκαν 7.866 επιθέσεις σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε, εξέτισε ολόκληρη την ποινή της, όπως και πολλοί άλλοι που συμμετείχαν σε εκείνο το εξεγερτικό φαινόμενο. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε έξι βιβλία, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία, και οι παρουσιάσεις τους ήταν οι μοναδικές της «δημόσιες» εμφανίσεις, έχοντας πάντα αποφύγει να παραχωρεί συνεντεύξεις για το παρελθόν της ως ταξιαρχίτισσα, με εξαίρεση ένα ντοκιμαντέρ πριν από πολλά χρόνια που επιμελήθηκε από την Loredana Bianconi επάνω σε ορισμένες γυναίκες που κατά την περίοδο εκείνη έλαβαν μέρος στον ένοπλο αγώνα.

Ως συνέπεια αυτού απέφυγε, όπως και άλλοι, και παρά το γεγονός ότι σαφώς της ζητήθηκε από πολλές πλευρές, να δώσει συνεντεύξεις ή οτιδήποτε άλλο για να γεμίσει τα μεγάλα μαζικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την 40η επέτειο της σφαγής στην via Fani και την απαγωγή του Moro.

Ένα post που δημοσιεύθηκε στις 9 ιανουαρίου στο δικό της κοινωνικό πίνακα μηνυμάτων FB, και το οποίο επιβεβαίωνε ουσιαστικά την επιθυμία να μην συμμετάσχει στις διάφορες εκδηλώσεις που θα είχαν αφιερωθεί σε ένα γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τις ιταλικές συνήθειες, το θυμούνται αποκλειστικά με την ευκαιρία επετείων [ για να περιπέσει στη συνέχεια στην πιο απόλυτη λήθη), παρόλα αυτά έστρεψε ξαφνικά επάνω της τα φώτα, την ξεχασμένη προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ενδιαφέρθηκαν από μια πολύ πολεμική επιστολή που στάλθηκε σε μια γνωστή εφημερίδα από έναν πρώην ταξιαρχίτη που της εύχονταν να συναντηθούν στην κόλαση. Το ενοχοποιημένο post απήγγειλε την ακόλουθη φράση «Ποιος με φιλοξενεί πέρα από τα σύνορα για τις ένδοξες μέρες, τα μεγαλεία της τεσσαρακοστής επετείου;».

Από εκείνη τη στιγμή η Barbara Balzerani κατέστη ξαφνικά για όλους τους κύριους σχολιαστές της πιο διαφορετικής προέλευσης το έμβλημα της άγριας δολοφόνου που κοροϊδεύει τα θύματα των εγκλημάτων της, ζητώντας να «πάει στην Καραϊβική» (sic!) ενώ οι συγγενείς των θυμάτων κλαιν τους νεκρούς τους. Αν και το νόημα εκείνου του post ήταν πολύ διαφορετικό, όπως θα έπρεπε να είναι προφανές στον οποιονδήποτε, υπερίσχυσε η επιθυμία να αναδημιουργήσουν ξανά μετά από 40 χρόνια το «τέρας» και η Balzerani απέφυγε περαιτέρω σχόλια, ξαναρχίζοντας να γυρίζει την Ιταλία για να παρουσιάζει το τελευταίο της μυθιστόρημα, το οποίο όμως, σε αντίθεση με άλλα, ασχολείται με ένα θέμα που δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της σαν brigatista, ταξιαρχίτισσα. Με την προσέγγιση της 16ης μαρτίου, πυροδοτείται ο εορτασμός των μέσων ενημέρωσης για την τεσσαρακοστή επέτειο, στον οποίο, όπως και άλλοι, αποφεύγει να συμμετάσχει ή να πει τα δικά της.

Την Κυριακή 11 μαρτίου ο δημοσιογράφος Purgatori νικώντας όλους στον χρόνο εκπέμποντας στο La 7 ένα αφιέρωμα σε δύο επεισόδια που πραγματικά αναπαράγει πλήρως τις συνεντεύξεις που δόθηκαν πριν από αρκετά χρόνια για ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ από τέσσερις πρώην ταξιαρχίτες που συμμετείχαν στην απαγωγή του Μόρο, ένας εκ των οποίων, μεταξύ άλλων, είχε πεθάνει 5 χρόνια πριν. Το πρόγραμμα εξαπολύει τη γενική οργή ορισμένων συγγενών των θυμάτων, αλλά όχι μόνο, για τους ταξιαρχίτες που πηγαίνουν στην τηλεόραση με την ευκαιρία της τεσσαρακοστής επετείου, αν και σε κανένα από τους τέσσερις δεν είχε ζητηθεί η άδεια να χρησιμοποιηθούν εκείνες οι παλιές συνεντεύξεις που είχαν παραχωρήσει σε μια τελείως διαφορετική περίπτωση. Αντιθέτως ένας από αυτούς, που κλήθηκε ρητά να παραχωρήσει μια καινούργια από άλλον σημαντικό δημοσιογράφο αρνήθηκε ευγενικά την πρόσκληση, ακριβώς για να αποφύγει να προκαλέσει τις προβλέψιμες και συνηθισμένες διαμάχες, πολεμικές.

Ταυτόχρονα, και από πολλές πλευρές, οι πρώην ταξιαρχίτες ωστόσο επιπλήττονταν , όχι χωρίς μια κάποια εμφανή επιχειρηματολογική ασυνέπεια, πως είναι επιφυλακτικοί μάλιστα ακόμη και συνωμοτικοί με μαφιόζικο τρόπο.

Και πάλι, η Balzerani, όπως και άλλοι, αποφεύγει να εκφράσει κάποια δημόσια γνώμη για το θέμα, αλλά όταν το κοινωνικό κέντρο CPA της Φλωρεντίας την προσκαλεί να παρουσιάσει, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, το βιβλίο της στις 16 Μαρτίου, ημερομηνία που προφανώς δεν την επέλεξε, ξεσπά μια διαμάχη και πολεμικές μόνο και μόνο επειδή προσκαλείται να παρουσιάσει, presentare, ένα βιβλίο που μιλά για κάτι άλλο, για τελείως διαφορετικά πράγματα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παραμονεύουν με κρυφά μικρόφωνα και κάμερες αποκαλύπτοντας στα τηλεοπτικά πλάνα και στο τέλος της παρουσίασης του βιβλίου κάποιον που της ζητά να εκφραστεί σχετικά με την πολεμική που διεξάγεται από τα θύματα σχετικά με το δικαίωμα λόγου και στους πρώην ταξιαρχίες.

Στην ερώτηση απαντά ότι, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των θυμάτων να εκφράζουν τις σκέψεις τους, η αφήγηση μιας συλλογικής ιστορίας δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο ούτε γι αυτούς, και για να εκφράσει μια έννοια, για την αξία της οποίας θα έλεγα ότι κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τίποτα, χρησιμοποιεί μια έκφραση που εξαπολύει ακόμη περισσότερο τη συλλογική αγανάκτηση απέναντι της. «Υπάρχει μια φιγούρα, το θύμα, που έχει γίνει ένα επάγγελμα, αυτή η περίεργη φιγούρα σύμφωνα με την οποία το θύμα έχει το μονοπώλιο του λόγου. Δεν λέω ότι δεν έχουν το δικαίωμα να λένε τη δική τους γνώμη, πόσο μάλλον, αλλά δεν έχεις μόνο εσύ το δικαίωμα, δεν είναι ότι την ιστορία μπορείς μόνο εσύ να την φτιάξεις «.

Από εκείνη τη στιγμή διαβάζουμε εναντίον της τα πάντα κι ακόμη περισσότερα, στα οποία ωστόσο η ενδιαφερόμενη δεν απαντά με κανένα τρόπο, της αφιερώνονται σελίδες ολόκληρες στην εφημερίδα Corriere και επεισόδια του Matrix και είναι αυτής της ώρας η είδηση ότι η Εισαγγελία της Φλωρεντίας θα έχει » ανοίξει ένα φάκελο » εναντίον της αν και, διευκρινίζουν, ελλείψει εγκλήματος, και πως ο Δήμος της Φλωρεντίας αποφάσισε να εκκενώσει το κοινωνικό κέντρο που την φιλοξένησε και ότι ο γιος του πρώην δημάρχου Conti ανακοίνωσε αγωγή εναντίον της για δυσφήμηση .

Αυτά είναι τα γεγονότα, τις κρίσεις όπως πάντα μπορεί ο καθένας να τις κάνει από μόνος του σύμφωνα με τις διαφορετικές προθέσεις του.

Davide Steccanella

από το facebook

**********************

Σχετικά με τα μεγαλεία και σχετικά με την εξουσία των θυμάτων – Sui fasti e sul potere vittimario

Το θύμα είναι ο ήρωας της εποχής μας. Το να είσαι θύμα δίνει κύρος, επιβάλλει ακρόαση, υπόσχεται και προωθεί αναγνώριση, ενεργοποιεί μια ισχυρή γεννήτρια ταυτότητας, δικαίου, αυτοεκτίμησης. Ανοσοποιεί από κάθε κριτική, εγγυάται την αθωότητα πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πώς θα μπορούσε το θύμα να είναι ένοχο και αντίθετα υπεύθυνο για κάτι; Δεν το έκανε, του έγινε, το υπέστη. Δεν δρα, πάσχει. Στο θύμα διατυπώνονται έλλειψη και διεκδίκηση, αδυναμία και αξίωση, επιθυμία να έχει και επιθυμία να είναι. Δεν είμαστε αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που έχουμε υποφέρει, υποστεί, αυτό που μπορούμε να χάσουμε, αυτό που μας πήραν «. (Daniele Giglioli, Κριτική του θύματος )

Απόλυτοι δήμιοι και απόλυτα θύματα ενορχηστρωμένα από ένα επικοινωνιακό σύστημα στο οποίο έχει ανατεθεί η διεύθυνση της ρητορικής της κοινής μνήμης, που δοκιμάστηκε για τουλάχιστον μια δεκαετία μέσα από την «τηλεόραση του πόνου», όπως την έχει ορίσει πολύ σωστά η De Luna, και μέσα στο πλαίσιο μιας διαδεδομένης κοινής λογικής που κυριαρχείται από τον ποινικό λαϊκισμό που διασχίζει την κοινωνία αγγίζοντας αριστερά και δεξιά χωρίς πλέον διάκριση. Σε αυτό το πλαίσιο μνημονεύονται και τιμώνται, σύμφωνα με τους μηχανισμούς του παραδείγματος, του προτύπου του θύματος, και της συνωμοσίας, στενού της συγγενή, τα σαράντα χρόνια του θανάτου του Μόρο και της συνοδείας του, με όχι αδιάφορες επιπτώσεις στον ιστοριογραφικό τομέα, αλλά κυρίως στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης, δηλαδή της χρήσης του παρελθόντος στην κατασκευή του παρόντος. Μεγαλεία – εορτασμοί – που σίγουρα δεν βοηθούν στην κατανόηση του παρελθόντος, που αντικαθιστούν τη μνήμη στην Ιστορία και που κατά βάθος φαίνονται να μην σέβονται αυτούς τους ίδιους που τα θεσμικά όργανα θα ήθελαν να γιορτάσουν, να τιμήσουν.

Η ιστορία διαβασμένη ολοένα και περισσότερο μέσα σε μια δικαστική οπτική – όπου οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ρόλους των δημίων και των θυμάτων – και συνωμοσιολογική – όπου λίγοι κουκλοπαίκτες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα του κόσμου μηχανοραφώντας εναντίον ανυποψίαστων και αθώων μαζών – δεν είναι ένα φαινόμενο μοναχά ιταλικό. Η άνοδος του παραδείγματος-προτύπου θυματοποίησης αντιστοιχεί στην επιβεβαίωση, την επικράτηση και την παγίωση του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντέρνου, αποτελεί την ιδεολογική του βάση, εξαλείφοντας προοδευτικά από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία, την έννοια της αντιπαλότητας, της σύγκρουσης και της διαμάχης, αποπολιτικοποιώντας και παθητικοποιώντας την. Αν και δεν είναι μοναχά ένα ιταλικό φαινόμενο, η Ιταλία έχει, με κάποιον τρόπο, προτρέξει τους χρόνους και τα στάδια, αναπτύσσοντας το ακριβώς με εκείνες τις δύο δεκαετίες παρελθόντος που πηγαίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που δεν καταφέρνει να ιστοριοποιήσει, και ιδίως με τον ένοπλο αγώνα, το πραγματικό αντικείμενο των μόνιμων εξορκισμών.

Να αφηγηθεί, μια μνήμη, κυρίαρχη πάνω σε όλες τις άλλες. Μια μνήμη που μετασχηματίστηκε ακατάλληλα αλλά όχι τυχαία σε συνώνυμο της Ιστορίας και αντικαταστάθηκε σε αυτήν. Μέχρι να την ακυρώσει, να την διαλύσει σε ιδιωτικό πόνο, στην εσωτερική και οικογενειακή διάσταση, που καταλαμβάνει το σκηνικό και ηγεμονεύει τον δημόσιο χώρο, αποκρύπτοντας τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, και μαζί τους τις συγκρούσεις που τις κινούν, οι οποίες αποτελούν το συστατικό μέρος της Ιστορίας .

Θύμα και οικογένεια του θύματος, συγγενείς, αγιοποιημένοι στο επίσημο τελετουργικό της ημέρας μνήμης, θεσμοποιημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματικοποιημένοι επικοινωνιακά, έφτασαν να ενσωματώσουν μια υψηλότερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη ταλαιπωρία, πόνο, καθίσταται απρόσβλητος, ακαταμάχητος, η κριτική καθίσταται προσβολή, βρισιά.  Αρκεί κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, αρκεί απλώς να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου ώστε να εξαπολυθεί η λογοκρισία και η δημόσια επίπληξη που προκαλείται επικοινωνιακά, που δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει η διαδικασία τερατοποίησης των κυνικών δημίων. Ο λόγος τους καθίσταται απόλυτη αξία, και απόλυτη δύναμη βέτο επί των άλλων φωνών.   Είναι κατανοητό, ανθρώπινο κυρίως, από εκείνους που έχουν υποστεί απώλεια, πένθος ή προσωπικές ταλαιπωρίες και πόνους, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας, ενός συγγενούς. Η έκφραση μίσους, εκδίκησης, πικρίας είναι κατανοητές και έχουν το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός.

Διαφορετικής φύσης και διαφορετικού νοήματος, όμως, και αντιθέτως, είναι η επιχείρηση, που λαμβάνει χώρα κάτω από τα μάτια μας σήμερα, η οποία στο θεσμικό επίπεδο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέστησε κεντρικό το ρόλο μιας τυπολογίας θύματος ειδικότερα, εκείνη του ένοπλου αγώνα των χρόνων 70-80 , τοποθετημένης σαν κεντρική φιγούρα για την ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης εκείνης της περιόδου, καταλήγοντας να ενσωματώνει το νόημά της και να γίνεται το βασικό της αφηγηματικό και αναγνωστικό κλειδί, οικοδομώντας και κρυσταλλοποιώντας γύρω από την ταυτότητά της την κρατική μνήμη, γεμίζοντας με την ιδιωτική θλίψη το κενό της θεσμικής πολιτικής – άκαμπτων και ακλόνητων και γυψοποιημένων άρχουσων τάξεων, χθες όπως σήμερα – τοποθετώντας την στο κέντρο του δημόσιου χώρου, αποδίδοντάς της το μονοπώλιο του λόγου επί της Ιστορίας.

Δεν είναι όλα τα θύματα ίσα, και προέρχονται από πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από κοινωνικούς ρόλους, από το ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν, που εξαρτάται από τη διαφοροποίηση μεταξύ αδύναμων θυμάτων και ισχυρών θυμάτων, και κατά συνέπεια από αδύναμες αναμνήσεις και ισχυρές αναμνήσεις. Από τη σκοπιά που υποθέτουμε μπορεί να αποτελέσει δύσκολο να ξεχάσουμε, στην ιδιαιτερότητα της συζήτησης που μας ενδιαφέρει εδώ, για παράδειγμα, τις πολυάριθμες σφαγές προλετάριων με τις οποίες είναι κατάσπαρτη η ρεπουμπλικάνικη ιστορία ( τους πάνω από δυο κιλά κάλλυκες που ρίχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, στις 2 δεκεμβρίου 1968, ενάντια στους εργάτες της γης της Avola, οι οποίοι ζητούσαν αύξηση μισθού και οι οποίοι πυροβολισμοί κόστισαν τη ζωή δύο ανθρώπων, για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ποιοι τους θυμούνται; Και τους 17 νεκρούς και 88 τραυματισμένους στην Piazza Fontana μόλις ένα χρόνο αργότερα, για να εγκαινιάσουν την εποχή των σφαγών εναντίον ενός ταξικού κινήματος σε άνοδο; Πώς μπορούμε να ξεχνάμε ότι το Κράτος καταδίκασε τα μέλη των οικογενειών εκείνων των θυμάτων να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα χωρίς ούτε καν να τους δώσει μια δικαστική αλήθεια;)

Το βάρος, η ορατότητα και ο σεβασμός που οφείλονται στα θύματα που έπεσαν σε μια κοινωνική σύγκρουση που διήρκησε περίπου δύο δεκαετίες εξαρτάται από τη θέση που αυτά κατέλαβαν σε εκείνη τη σύγκρουση, από το βάρος και την ερμηνεία που αποδίδεται στη συνολική ιστορία εκείνων των χρόνων.

Από την άλλη πλευρά, τα ισχυρά θύματα, που κατέχουν εξέχουσες θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, που έπαιξαν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατασκευή της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς λόγω της ταυτότητάς τους ως θυμάτων. Σε αυτά τα χρόνια σχεδόν καθημερινά εμφανίζονταν συνεντεύξεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις από τις σελίδες των μεγαλύτερων εφημερίδων εναντίον πρώην μαχητών του ένοπλου αγώνα, κάθε φορά που παρουσίαζαν βιβλία, ταινίες, για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της παρουσίας τους σε συνέδρια σπουδών ή άλλες δημόσιες πρωτοβουλίες, και εναντίον όσων απλώς πρότειναν διαφορετικά κλειδιά ανάγνωσης σε σχέση με την μόνη εγκεκριμένη ομιλία, τον μόνο εγκεκριμένο λόγο για το θέμα. Περιέργως μιλούν από τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ταυτόχρονα επαναλαμβάνουν την τελετουργική φόρμουλα «μόνο οι τρομοκράτες μιλούν, για εμάς η σιωπή».

Πόσο είναι παρόντας και δυνατός ο επηρεασμός και η εξάρτηση των «ισχυρών» θυμάτων και πόσο είναι απαραίτητη η κουλτούρα της δημόσιας μετανοίας σε σχέση με το παρελθόν και αναγκαία για να μπορείς να βλέπεις να σου αναγνωρίζεται και να νομιμοποιείται το δικαίωμα του λόγου στο παρόν, το δείχνει με σαφή τρόπο η δημόσια αποκήρυξη που ζητήθηκε και αμέσως επιτεύχθηκε , από ένα μεγάλο μέρος της πολυάριθμης ομάδας των τότε υπογραφόντων του μανιφέστου εναντίον του αστυνόμου Calabresi της 13ης ιουνίου 1971, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν αναπόσπαστα μέλη του establishment και της διανόησης. Ένα καλό παράδειγμα της λειτουργίας του θυματοποιημένου υποδείγματος και των επιπτώσεών του στη συγγραφή της ιστορίας και στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης.

Αυτές τις μέρες, με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για δεκαετίες σχετικά με το δικαίωμα στον λόγο ή μη των πρώην μαχητών των BR έχουν επαναπροωθηθεί, προτάθηκαν ξανά. Η υποχρέωση στη σιωπή των «δημίων» μεταφέρθηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως μάντρα: οι μη-μετανοούμενοι και αυτοί που δεν διαχώρισαν τη θέση τους τρομοκράτες πρέπει να σιωπήσουν. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια αντιπαράθεση και μια πολεμική για ένα γεγονός που δεν συνέβη, δηλαδή την παρουσία στην τηλεόραση πρώην μη-μετανιωμένων και μη διαχωρισμένων ταξιαρχιτών. Προσκαλεσμένοι από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κανένας από αυτούς δεν έδωσε συνεντεύξεις ούτε αποδέχτηκε να συμμετάσχει στα πολυάριθμα τηλεοπτικά προγράμματα, τόσο ώστε να έχει χρησιμοποιηθεί υλικό από ντοκυμαντέρ που έχουν ήδη δημοσιευθεί εδώ και πολύ καιρό και όχι ιταλικά για να εκθέσει την παρουσία τους. Ωστόσο ξεσπούν κραυγές ενάντια στον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Προσπαθούν να τους κάνουν να μιλήσουν, τους ψάχνουν, και στη συνέχεια να φωνάξουν για το γεγονός ότι μιλούν. Μεταξύ άλλων, αυτοί που εφορμούν ενάντια στους μη-μετανιωμένους και μη διαχωρισμένους, παραλείπουν να λένε ότι αναφέρονται σε εκείνους που εξέτισαν πολλά χρόνια στη φυλακή (και κάποιοι, περίπου είκοσι άτομα, εξακολουθούν να εκτίουν ποινές).

Εκείνοι που θα ήθελαν να σιωπήσουν τους μη μετανιωμένους ή μη διαχωρίσαντες τη θέση τους, πράγματι, ασφαλώς γνωρίζουν ότι αυτές οι δύο κατηγορίες, πέραν του θρησκευτικο-ηθικού φορτίου που οι όροι αυτοί προκαλούν και θυμίζουν για την κοινή λογική, είναι πρωτίστως νομικές κατηγορίες, από τις οποίες πάντα νομικά ακολουθεί μια τρίτη, εκείνη των αμετακίνητων – η οποία συλλέγει, πέρα από τις διάφορες θέσεις που λήφθηκαν τότε από τον καθένα, όλους εκείνους που δεν εμπίπτουν στις δύο πρώτες – με τις οποίες το ιταλικό Κράτος μέσα από τη νομοθεσία της εξαίρεσης [έκτακτης ανάγκης] έχει επιλύσει, στο δικαστικό επίπεδο, την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του 70 διανέμοντας ποινές, παρέχοντας εκπτώσεις και αθωώσεις σύμφωνα με το βαθμό συνεργασίας. Εκείνοι που δεν μετάνιωσαν και όσοι δεν διαχώρισαν τη θέση τους είναι επομένως αυτοί που δεν έχουν επωφεληθεί από τα οφέλη που παρέχονται από τους νόμους για τη μετάνοια και τη διάσταση, τον διαχωρισμό.

Εκείνοι δηλαδή που έχουν πληρώσει χωρίς έκπτωση! Θα πρέπει να το γνωρίζουν οι εξτρεμιστές που ζητούν αυστηρή δικαιοσύνη και θα επιθυμούσαν την εφαρμογή ενός είδους πολιτικής και κοινωνικής ισόβιας ποινής, τον μόνιμο αποκλεισμό τους από τους δημόσιους χώρους. Σε κάθε περίπτωση, τα θύματα των BR δεν μπορούν να πουν ότι δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τα άλλα θύματα εκείνης της εποχής, πρώτα απ ‘όλα για εκείνα των σφαγών, φαινόμενο που από τη φύση και την προέλευση του δεν είναι συγκρίσιμο με τον ένοπλο αγώνα αλλά το οποίο συνδέεται αδιανόητα, αδιακρίτως με αυτόν, σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα, φαινόμενο το οποίο στοίχισε αδιακρίτως εκατοντάδες νεκρούς οι οποίοι παρέμειναν χωρίς υπεύθυνους. Θα ήταν αρκετή, δεδομένου του χρόνου που έχει περάσει , αν όχι μια δικαστική αλήθεια, τουλάχιστον λιγάκι ιστορική αλήθεια, αλλά φαίνεται πως τα θεσμικά όργανα που έχουν εξαγριωθεί εναντίον των πρώην BR δεν νιώθουν καμία πίεση γι αυτήν.

Μένει να αναρωτηθούμε, αφού οι λογαριασμοί με τη δικαιοσύνη έχουν διευθετηθεί, και τα θύματα, στην προκειμένη περίπτωση οι νικητές, δικαιώθηκαν, προς τι η θεσμοθετημένη μνησικακία; Από πού προέρχεται και ποια είναι η λειτουργία της μνησικακίας των νικητών που παρουσιάζονται, ή τους παρουσιάζουν, με το ένδυμα των θυμάτων; Το πρότυπο θυματοποίησης και η κοινή μνήμη που με αυτό θα ήθελαν να περάσουν, αντιπροσωπεύουν την πιο πρόσφατη φόρμουλα για να απελευθερωθούν από το στενάχωρο βάρος μιας ιστορίας που τους φέρνει σε δύσκολη θέση, μιας ιστορίας που ποτέ δεν έχει αφομοιωθεί, δεν την κατάπιαν ποτέ, την οποία επιδιώκουν να ρευστοποιήσουν ως ανθρωποκτονική και ιδεολογική τρέλα, εκθιάζοντας και δοξολογώντας την απόλυτη αθωότητα από τη μια πλευρά και το απόλυτο κακό από την άλλη, σε ένα είδος infantilization, απλοποίησης της Ιστορίας, [μιλάμε για παιδισμό] και που έχει ανάγκη τη συνωμοσιολογία ώστε να διατηρηθεί χρονικό, αφήγηση, καταγραφή.

Όπως έγραψε ο Agamben πριν από 20 χρόνια, η αναγνώριση που δεν έγινε του  πραγματικά πολιτικού χαρακτήρα της σύγκρουσης εκείνων των χρόνων από τις κυρίαρχες τάξεις της εποχής και τις τρέχουσες, αφήνει την περίοδο εκείνη ως ανοιχτό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει παρελθόν. Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του θέματος. Οι συγγενείς των θυμάτων, ορισμένων θυμάτων, δεν κατέχουν το μονοπώλιο της Ιστορίας, δεν μπορούν να ενεργήσουν, όπως αποτελεσματικά συνοψίζει ο Giglioli, ως «Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιστορίας». Δεν μπορούν να σιωπήσουν εκείνους που ήταν μέρος της ιστορίας, επιβάλλοντας τους μια πρόσθετη ποινή εκτός από εκείνη που έχουν εκτίσει. Γιατί μαζί με αυτούς σιωπούν και όσους εκείνη την ιστορία προσπαθούν να την κατανοήσουν και να της δώσουν διαφορετικές αναγνώσεις από εκείνη που τίθεται από την κοινή μνήμη, έχοντας κάθε δικαίωμα να το πράξουν.

Silvia De Bernardinis

https://favacarpendiem.wordpress.com/2018/03/23/come-si-costruisce-mediaticamente-il-mostro-il-fatto/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/