τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩγ. στη χώρα του ποτέ…ή 16

 

24.02.1974   Firenze, Φλωρεντία. Στη διάρκεια μιας εξέγερσης στις φυλακές Murate ένας σωφρονιστικός υπάλληλος ρίχνει μια ριπή με το αυτόματο ενάντια στην ομάδα που είχε σκαρφαλώσει στην οροφή. Ο Giancarlo Del Padrone, είκοσι χρόνων, σκοτώνεται επί τόπου. Άλλοι τέσσερις κρατούμενοι τραυματίζονται, ένας σοβαρά. Η διαδήλωση διαμαρτυρίας είχε οργανωθεί από τους κρατουμένους ενάντια στις καθυστερήσεις της μεταρρύθμισης των φυλακών.

1 4.03.1974    Firenze. Κάποια επεισόδια διαδραματίζονται μπροστά στις φυλακές delle Murate ανάμεσα σε αγωνιστές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που εμφανίζονται αλληλέγγυοι με τους κρατουμένους που βρίσκονται σε εξέγερση και τις δυνάμεις της τάξης. Αρκετοί οι ελαφρά τραυματισμένοι.

1 7.04. 1 976    Calenzano (Φλωρεντία). Τέσσερις μολότοφ ρίχνονται ενάντια στα γραφεία της εταιρείας La Pasquale. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η »Lotta armata per il comunismo», »Ένοπλος αγώνας για τον κομουνισμό» που διαμαρτύρεται ενάντια στην μαύρη εργασία.                                                                                                                         Firenze. Κάποιες μολότοφ ρίχνονται ενάντια στο ισπανικό Προξενείο στην piazza Saltarelli.

31.05.1976
Firenze. Σοβαρά επεισόδια συμβαίνουν μπροστά στο Palazzo Strozzi στο τέλος ενός συλλαλητηρίου του φασίστα Ahnirante που αποδοκιμάζεται από αγωνιστές της αριστεράς. Η αστυνομία επεμβαίνει. Είκοσι συλλήψεις και δεκάδες προσαγωγές.

14. 1 2. 1 976
Φλωρεντία. Έξι βομβιστικές επιθέσεις πραγματοποιούνται στη διάρκεια της νύχτας εις βάρος των μεγαλύτερων κτηματομεσιτικών γραφείων. Την ευθύνη των επιθέσεων αναλαμβάνουν οι
«Reparti comunisti combattenti contro la speculazione immobiliare»,  »μαχόμενα κομουνιστικά Τμήματα ενάντια στην κερδοσκοπία των ακινήτων».

1 8. 12. 1 976      Firenze. Στην διάρκεια μιας σοβαρής εξέγερσης στις φυλακές delle Murate οι κρατούμενοι παίρνουν ομήρους έξι φύλακες και έναν υπαξιωματικό. Σοβαρές οι υλικές ζημιές στις εγκαταστάσεις της φυλακής.

24.03.1977  Φλωρεντία. Δυο ένοπλα commando εισβάλλουν στην Firenze στα γραφεία της Ένωσης μικρών βιομηχάνων της τοσκάνης,  παίρνοντας στην κατοχή τους διάφορα έγγραφα, και στο Prato στα γραφεία μιας εταιρείας έρευνας για τον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, όπου καταστρέφουν εξοπλισμό, βάζουν φωτιά σε έντυπα και αφαιρούν χρήματα από τους παρόντες. Οι δυο ενέργειες υπογράφονται από τις »Unità combattenti comuniste», »μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες».

29.03.1977                                                                                                                                                 Φλωρεντία, Firenze. Έξι επιθέσεις ενάντια σε άλλα τόσα γραφεία της χριστιανοδημοκρατίας DC στην Φλωρεντίa. Οι έξι εκρήξεις προκαλούν ζημιές στις αντίστοιχες εισόδους, σε έπιπλα και παντζούρια. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν με τηλεφώνημα στην ραδιοτηλεόραση Rai-TV τα «Reparti comunisti di combattimento», »κομουνιστικά μαχόμενα Τμήματα».

20.06.1977
Prato (Firenze). Μια εμπρηστική επίθεση εις βάρος μιας εγκατάστασης αποθήκευσης αυτοκινήτων της Fiat λαμβάνει χώρα στη διάρκεια της νύχτας από την Prima linea. Σημαντικές οι ζημιές.

21.07.1977
Φλωρεντία. Τρεις επιθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς ενάντια σε κατοικίες και επαγγελματικά στούντιο τριών καθηγητών του Πανεπιστημίου της Firenze. Ένας από τους καθηγητές είναι μέρος της ομάδας καθηγητών που αντιτέθηκε στα αιτήματα των φοιτητών για εξετάσεις με πολιτική ψήφο, στην πολιτική βαθμολογία δηλαδή. Η διεκδίκηση των επιθέσεων έγινε με μπροσούρα υπογεγραμμένη «Organizzare a armare i bisogni proletari comunisti», »να Οργανώσουμε και να οπλίσουμε τις κομουνιστικές προλεταριακές ανάγκες».

28.09.1977
Firenze. Τρία κτηματομεσιτικά γραφεία δέχονται επίθεση, ληστεύονται και πυρπολούνται δικασαπό τρεις ομάδες νεαρών. Την ευθύνη αναλαμβάνουν με φυλλάδιο υπογεγραμμένο οι «Squadre proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

1 9. 1 0. 1977
Φλωρεντία. Ένα commando της Prima linea, Πρώτης γραμμής, τρεις νεαροί και μια κοπέλα οπλισμένοι, εισβάλλουν στο συνδικάτο της τοσκάνης των διοικητών βιομηχανικών εταιρειών. Οι δράστες της επίθεσης παίρνουν μαζί τους τις καρτέλες των μελών, συγκεντρώνουν αρχεία και φακέλλους σε ένα δωμάτια και τα παραδίδουν στη φωτιά. Πριν διαφύγουν γράφουν στους τοίχους: ‘Να κλείσουμε τα κέντρα της εχθρικής διοίκησης, Chiudiamo i centri del comando nemico’

25.11. 1977
Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση προκαλεί ζημιές στα γραφεία της DC στη via Pozzi.
Σοβαρές οι ζημιές. Λίγο αργότερα δέχεται επίθεση και η έδρα της DC στην via San Domenico.

20.01. 1 978
Φλωρεντία. Δυο άνδρες και μια γυναίκα οπλισμένοι εισέρχονται στο σπίτι ενός συνταγματάρχη της φρουράς της φυλακής le Murate, που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο της φυλακής, στην προσπάθεια να επιτύχουν την απόδραση κάποιων κρατουμένων, μεταξύ των οποίων ο Renato Bandoli, ένας φοιτητής που είχε συλληφθεί τον απρίλη του ’77 σε ένα διαμέρισμα όπου βρέθηκε υλικό των »μαχόμενων κομουνιστικών Μονάδων», «Unità combattenti comuniste» και για τον οποίον υπήρχαν υποψίες διασυνδέσεων με την τρομοκρατική ομάδα επαναστατική Δράση, Azione rivoluzionaria. Τρεις αστυνομικοί που έφτασαν τυχαία στον τόπο με αυτοκίνητο, συγκρούονται με άλλα δυο μέλη του commando που επιβλέπουν από έξω,κρατώντας τσίλιες. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ο αστυνομικός Fausto Dionisi και τραυματίζεται ο συνάδελφος του Dario Atzetù. Οι πέντε συμμετέχοντες στο commando καταφέρνουν να διαφύγουν.

28.06. 1978
Firenze. Ένα commando των «Reparti comunisti combattenti, μαχόμενων κομουνιστικών τμημάτων» εισβάλλει στα γραφεία των τροχονόμων και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες ληστεύει χρήματα και οπλισμό.

01.07.1978                                                                                                                                                 Φλωρεντία. Ένα commando των «μαχόμενων προλεταριακών Ομάδων, Squadre proletarie combattenti» εισέρχεται στα γραφεία της Pretura, του Περιφερειακού Δικαστηρίου και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες τα  καταστρέφει

14.11. 1978                                                                                                                                                Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση πραγματοποιείται ενάντια σε ένα γραφείο του δήμου. Ανάλογες επιθέσεις στην Pisa εναντίον δυο γραφείων του δημοσίου, για όλες την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, Unità
Combattenti Comuniste». Ένας εκρηκτικός μηχανισμός προκαλεί ζημιές στην κατοικία του δημοτικού συμβούλου Vestri.                                                                                         Φλωρεντία. Έξι επιθέσεις βομβιστικές, κάποιες αποτυχημένες, πραγματοποιούνται σε δημόσια κτίρια και ενάντια σε ένα στρατόπεδο καραμπινιέρων. Ιδιαίτερα ισχυρή η έκρηξη που καταστρέφει τα επαρχιακά γραφεία του υπουργείου Οικονομικών στην via Masaccio. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Ομάδες μάχης, Squadre proletarie di combattimento» και οι «Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, Unità Combattenti Comuniste».

21.12.1978                                                                                                                                                 Firenze. Εκρηκτικός μηχανισμός και ριπές αυτομάτου ενάντια στο στρατόπεδο των καραμπινιέρων του Rifredi. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Prima linea.                Φλωρεντία. Εισβολή τριών ενόπλων προσώπων, δυο ανδρών και μιας γυναίκας, στα γραφεία της διαφημιστικής εταιρείας Manzoni. Την ώρα που η γυναίκα γράφει στους τοίχους με spray, οι άλλοι δυο παραδίδουν μια ανακοίνωση στον διευθυντή της εταιρείας που ακινητοποιήθηκε μαζί με την γραμματέα. Η ανακοίνωση που υπογράφεται από την Prima linea ξεκινά με το slogan » Να επιτεθούμε στα κέντρα της συνεργασίας και του αντεπαναστατικού ψυχολογικού πολέμου» και συνεχίζει κηρύττοντας πόλεμο στις εφημερίδες.

06.02.1979
Firenze. το αυτοκίνητο του προέδρου της Υπηρεσίας Πανεπιστημιακής Αρωγής, dell’Opera Universitaria, του Guido Clemente, πυρπολείται και καταστρέφεται. Την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Περιπολίες, Ronde proletarie».

15.02. 1979
Φλωρεντία. Τέσσερις οπλισμένοι άνδρες εισβάλλουν στην έδρα του Ιταλικού Ινστιτούτου Ακινήτων, dell’Istituto Mobiliare Italiano και τοποθετούν εκρηκτικά που προκαλούν σοβαρές ζημίες. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Πρώτη Γραμμή,
Prima linea.

17.03. 1979
Firenze. Μια βομβιστική επίθεση λαμβάνει χώρα ενάντια στο κέντρο τηλεπικοινωνιών της αστυνομίας, il centro di telecomunicazioni della PS στην οδό del Tiratoio. Την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea. Μια ανάλογη επίθεση πραγματοποιείται λίγο αργότερα ενάντια σε ένα κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας στην via Baracca, την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «Squadre
proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

28.03.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Επίθεση της  Prima linea ενάντια στο Commissariato di PS, στο αστυνομικό τμήμα του Rifredi-Peretola. Η επίθεση αποτυγχάνει διότι ένας περαστικός παρατήρησε τον εκρηκτικό μηχανισμό, τον οποίον οι πυροτεχνουργοί πυροδότησαν στη μέση του δρόμου.

12.04.1979                                                                                                                                                 Firenze. Τρεις νεαροί αντάρτες εισέρχονται στο ηλεκτρονικό κέντρο, centro elettronico του CNR και, αφού φιμώνουν και δένουν τους υπαλλήλους, τοποθετούν εκρηκτικό μηχανισμό που καταστρέφει ολόκληρο τον ηλεκτρονικό μηχανισμό. Για την επίθεση την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea.

1 9.05.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Έντεκα εντάλματα σύλληψης ενάντια σε φερόμενα μέλη της Πρώτης γραμμής, Prima Linea. Οκτώ πρόσωπα βρίσκονται ήδη στην φυλακή: Salvatore Palmieri, Doriana Donati, Gabriella Argentierο, Corrado
Marcetti, Giuliana Ciani, Sergio d’Elia, Pia Sacchi, Luisa Malacarne.

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=56605269-e5c6-4452-8955-92ad8d078638&groupId=11601

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=04c76755-04c0-4814-966d-60f4fa5479e9&groupId=11601

 

 

αλληλεγγύη

ANGELIC UPSTARTS – Solidarity

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/07/23/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5/

συνέντευξη Franco Bonisoli, BR μέρος 1

αριστεροι τουρκοι 2

εικόνα από το σήμερα : Τουρκία, μάρτης ’15

κι όπως τραγουδά ένας πολύ αγαπημένος:

Τα σύνορα που πέρασα δεν είχανε φρουρό
μόνο λίγα γεράκια διψασμένα
στα γόνατά μου αράξανε ζητώντας μου νερό
και πώς να τα χορτάσω τα καημένα

Σε πολιτεία βρέθηκα που ‘ψαχνα για καιρό
στου ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο
πάω να την ψηλαφίσω τρέχω να τη χαρώ
κι αυτή με προσπερνάει με βλέμμα ξένο

Στην αγορά ζωήλατα και ξωτικά πουλιά
και κράχτες που σωσίβια διαλαλούνε
αγόρασα από ένα σε δυο γυμνά παιδιά
κι εκείνα ζαρωμένα μ’ απαντούνε:

«Οι δοκιμές μας γέρασαν νωρίς στον κόσμο αυτό
κι αν τόσο θες να κάνεις μια αβαρία
δώσε μας λίγο πράσινο Κιφ Μαροκινό
και θα στο ξεπληρώσει η Ιστορία».

Στο πάρκο ένας μπατίρης μου ζάλιζε τ’ αυτιά
πως ήσουν τράπουλα σημαδεμένη
στους τέσσερις ανέμους σκορπίσαν τα χαρτιά
πού να σε ψάξω χώρα μου χαμένη

Στον ώμο το δισάκι μου σε σας ξαναγυρνώ
φωτιά νερό αέρα μου και χώμα
δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό
δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα

KIF Dimitris Mitropanos – YouTube

συνεχίζεται
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΝΝ. στη χώρα του ποτέ…ή 12

Γράφτηκε αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφεραν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
Ίσως μας πουν μια μέρα.
Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
Έρωτας για ζωή μας κίνησεγια ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών.
Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει.

Σαν τη φωτιά, Νεκ.

  • Μαρτυρία από Ταξίμ. Ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
    Από τον Blackpanther :
    Μαρτυρία μέσα από την Πλατεία Ταξίμ. Γράφει ο Durukan :
    ‘Πλατεία Ταξίμ 2 Ιουνίου 1913
    Ενημέρωση από τη Gezi Commune
    Oύτε ο πιο ταλαντούχος συγγραφέας του κόσμου, ακόμα και με κούπες καφέ και σωρούς πακέτων από τσιγάρα, δεν θα μπορούσε να είναι αρκετά καλός ώστε να περιγράψει αυτό που συμβαίνει εδώ, πως θα μπορούσα εγώ ;
    Απίστευτο.
    Ξεκίνησε σαν διαμαρτυρία, μετά έγινε κίνημα αντίστασης, έπειτα η αντίσταση διαδόθηκε και σε άλλες πόλεις της Τουρκίας και μετά, η ρίζα όλου αυτού, το Gezi Park στην Ταξίμ, έγινε η Gezi Commune ’13.

Μια πραγματική Κομμούνα.
Αναρχική ουτοπία – χωρίς κράτος, χωρίς οργάνωση, χωρίς βία, μόνο ελευθερία, μόνο αλληλεγγύη
και άνθρωποι που παίρνουν πρωτοβουλίες.
Μέχρι τώρα, το μεσημέρι της 2ης Ιουνίου, όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στην Ταξίμ έχουν αποκλειστεί με περισσότερα από 20 οδοφράγματα [αρκετά ισχυρά ώστε να συγκρατήσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας].
Η πλατεία Ταξίμ και ιδίως το Gezi Park ζουν την πλήρη ελευθερία : Καθένας και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι, εκτός από το Κράτος και την αστυνομία του.
Και κανένα κέντρο. Καμία οργάνωση. Κανένα πολιτικό κόμμα. Ούτε καν κέντρο συντονισμού. Απλώς άνθρωποι !

Αυτό φίλοι είναι αδύνατο να περιγραφεί. Ξενοδοχεία εξυπηρετούν την αντίσταση δωρεάν, κόσμος φέρνει τρόφιμα και ποτά με αυτοκίνητα, γιατροί και φοιτητές ιατρικής προσφέρονται εθελοντικά ώστε να λειτουργήσουν νοσοκομεία πρώτων βοηθειών σε τζαμιά κοντά στα οδοφράγματα, άνθρωποι που δεν μπορούν να βγουν απ’ τα σπίτια τους σχηματίζουν το μεγαλύτερο δίκτυο πληροφόρησης, μια και τα διεφθαρμένα ΜΜΕ δεν λένε ούτε μία λέξη ενώ ένα εκατομμύριο άνθρωποι είναι στους δρόμους, [φανταστείτε την έκταση της διαφθοράς, ή μάλλον όχι, είναι πολύ δύσκολο και να την φανταστείτε….]

Ηλικιωμένες κυρίες και οικογένειες ανοίγουν τα διαμερίσματά τους στην αντίσταση. Δικηγόροι τρέχουν από αστυνομικό τμήμα σε αστυνομικό τμήμα, ώστε να διασφαλίσουν ότι όσοι προσάγονται είναι ασφαλείς και καλά. Οδηγοί φορτηγών αφήνουν τα οχήματά τους στη μέση του δρόμου, ώστε να εμποδίσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας να κινηθούν. Μουσικοί συρρέουν στη Gezi Commune, καλλιτέχνες, οικογένειες, παιδιά, γέροι, γυναίκες.
Θες να κάνεις κάτι αλλά χρειάζεσαι βοήθεια ; Έλα στη Gezi Commune αυτές τις μέρες, θα βρεις εκατοντάδες ανθρώπων έτοιμους να σας βοηθήσουν, πριν καν προλάβεις να τελειώσεις την πρόταση : ‘φίλε, υπάρχει κανείς που…’
Η κοινωνία της Τουρκίας ανακάλυψε τον εαυτό της, ξανά. Τα μάτια άρχισαν πάλι να λάμπουν. Οι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν – και το εννοώ, κυριολεκτικά – ο ένας τον άλλο, [όλοι τριγυρνούν στην κομμούνα του Gezi σαν χορευτές μπαλέτου, φροντίζοντας ο ένας τον άλλον].

Αλλά ποιος το έκανε όλο αυτό ; Πως οι Τούρκοι πολίτες που είναι πασίγνωστοι για το φόβο τους για την αναρχία και το πάθος τους για το κράτος έγιναν έτσι ;
Αυτή είναι η γαμημένη ουσία!
Πρώτα – Πως ;
Η απάντηση είναι εύκολη. Χάρη στον πρωθυπουργό. Οι άνθρωποι κουράστηκαν απ’ το να βλέπουν το ακραία αλαζονικό, αυθάδη, λαίμαργο και το ‘κάνω ότι θέλω και κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει’ πρόσωπό του συνέχεια, ικανό ώστε να κάνει όλους τους θεσμούς [και ιδίως τα ΜΜΕ] και την γραφειοκρατία να γονατίζουν κυριολεκτικά μπροστά του, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του κάτι σαν Θεό….

Οι άνθρωποι κουράστηκαν να σκέφτονται ότι τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει, ότι η κοινωνία κάποτε θα σηκώσει ανάστημα, ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανάσχεσης της δύναμης από την αλαζονεία ενός άνδρα προς την νομιμότητα και ότι κάποτε ίσως οι άνθρωποι θα χαμογελάσουν ξανά.
Τα αλαζονικά του λόγια για το Gezi Park, μαζί με τους βουλευτές που στέκονται μπροστά στα μηχανήματα καταστροφής [που έδειξαν στους ανθρώπους ότι ‘όλοι μπορούμε’, χρωμάτισαν την πιο μεγάλη, την πιο ειρηνική και την περισσότερο ελπιδοφόρα εξέγερση στην ιστορία της Τουρκίας, ίσως και της Μέσης Ανατολής!

Και ποιος το έκανε; Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κατηγορούσαμε ότι είναι τόσο ηλίθιοι που μιλούν μόνο για ποδόσφαιρο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τους κοροϊδεύουμε επειδή πόσταραν μόνο το τι τρώνε στα Facebook. Είναι εδώ. Ορισμένοι ήδη μπροστά στα οδοφράγματα, άλλοι ήδη μέσα στην Κομμούνα, καθαρίζοντας και το παραμικρό σκουπιδάκι, μέχρι και τις γόπες που βρίσκονταν εδώ για χρόνια!
Δεν πρόκειται για εξέγερση. Είναι η μέρα γέννησης μιας αληθινής κοινωνίας. Άνθρωποι που νοιάζονταν ο ένας για τον άλλον, που τρέχουν να βοηθήσουν όποιον το έχει ανάγκη. Σε χτυπά κάποιος από τους εκατό χιλιάδες ανθρώπους κατά λάθος στο πόδι στη μέση του μικρού Gezi Park Commune; Οι άνθρωποι γίνονται τόσο ευγενικοί που σου ζητούν συγνώμη 5 φορές, μ’ένα μεγάλο χαμόγελο.

Ακόμη και οι γονείς μας που είδαν το πραξικόπημα της δεκαετίας του ’80 και φοβούνται τις διαδηλώσεις [ένας από τους λόγους που εξηγεί γιατί οι διαδηλώσεις δεν ήταν μεγάλες μέχρι τώρα] καλούν τους γιους και τις κόρες τους για να τους πουν : ‘είμαι περήφανος για σένα. Απλώς να προσέχεις, εντάξει;’
Η αναρχο-ουτοπιστική Κομμούνα επιτρέπει τα πάντα [ LGBTQ ανθρώπους να πορεύονται με αντικαπιταλιστές μουσουλμάνους, Κούρδους να διαδηλώνουν με Κεμαλιστές] εκτός από το Κράτος. Και η Ταξίμ δεν ήταν ποτέ τόσο ασφαλής. Ούτε έναν καυγά δεν είδα, αφού κάθε μικρή σπίθα αμέσως σβήνεται από τους ίδιους τους ανθρώπους.
Τα πάντα, όλα όσα μπορείτε να φανταστείτε ότι χρειάζονται σε μία πλατεία για να φιλοξενήσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους προμηθεύονται, οργανώνονται και εκτελούνται από αν-οργανωμένους ανθρώπους. Εκπληκτικό. Αυτό είναι το πιο εκπληκτικό απ’ όλα.

Ο καθένας είναι χρήσιμος σε κάτι. Είσαι σκληροπυρηνικός αναρχικός έτοιμος να παλέψεις στα οδοφράγματα; Ή είσαι ένας 17χρονος που πρώτη φορά βγαίνει στους δρόμους; ή ένα ζευγάρι 70χρονων; Δυνατός; Αστείος; Ψηλός; Κοντός;…..
Είμαστε όλοι εξίσου σημαντικοί, για να γεμίσουμε ένα διαφορετικό κενό, ένα κενό που πρέπει να γεμίσει ώστε η αντίσταση και η κομμούνα να συνεχιστεί.
Εν τω μεταξύ άσχημα νέα έρχονται ιδιαίτερα από την Άγκυρα, το Εσκισεχίρ και τη Σμύρνη – πολλοί τραυματισμοί, χιλιάδες.
Η αστυνομία χρησιμοποιεί pentium gas και αέρια πιπεριού, και πλαστικές σφαίρες.

Και τέλος. Χθες βράδυ στα οδοφράγματα, η αστυνομία επιτέθηκε ξανά με μπουλντόζες και τεθωρακισμένα. Δεκάδες κάψουλες με αέρια πιπεριού εκτοξεύτηκαν, μια από αυτές χτύπησε τον διπλανό μου. Έπιασα το χέρι του και τρέξαμε μαζί στα τζαμιά που έχουν γίνει εθελοντικά ιατρικά κέντρα από τους γιατρούς. Αιμορραγούσε από το κεφάλι, τρέξαμε μέσα, ήρθαν οι γιατροί, το τραύμα των 4 εκατοστών στο μέτωπό του ‘αποκαταστάθηκε’. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω και να τον κάνω να χαλαρώσει στη διάρκεια της επέμβασης, λέγοντάς του ότι είναι καλά με την σχεδόν σβησμένη μου φωνή, από τις τρεις μέρες διαδηλώσεων.
Και μετά με κοίταξε και μου είπε κάποια πράγματα. Δεν έχει σημασία τι είπε, αυτό το βλέμμα – που ακόμα κάνει το πρόσωπό μου υγρό από τα δάκρυα γράφοντας αυτές τις γραμμές – αυτό το νόημα της ζωής, η πηγή του να χαμογελάς για πάντα.

Δεν μπορώ να βρω λέξεις που να αντανακλούν επαρκώς την ένταση των συναισθημάτων, της ευτυχίας, του ενθουσιασμού του να είσαι εδώ. Καμιά τέτοια λέξη δεν λέχτηκε ποτέ σ’ αυτούς τους τόπους, επειδή ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
Και τώρα, αρχίζουμε να μιλάμε. Με λέξεις που κανείς δεν είπε μέχρι τώρα. Για ένα κόσμο που κανείς δεν τον ονειρεύτηκε μέχρι τώρα. Από ανθρώπους που δεν είχαν μιλήσει μέχρι τώρα. Αρχίσαμε να μιλάμε τώρα. Για να μη σιωπήσουμε ποτέ ξανά.’

Καλή τύχη Durukan! και στα δικά μας! Ας εμπνεόμαστε κι ας παίρνουμε κουράγιο οι μεν από τους δε, προς ένα μοναδικό paradigm shift.
Tην αφοβιά φοβούνται μόνο, για να παραφράσω τον Γκάτσο στον ‘απαγορευμένο’ Κεμάλ !

Ταξιαρχίες, Φιόρε

  • Η ζωή συνεχίστηκε, για όλους μας.
    Οι σύντροφοί μου ζορίστηκαν περισσότερο, μακρύς ο δρόμος, ψηλά τα εμπόδια. Ήτανε όμως ξανά μαζί, οι περισσότεροι τουλάχιστον.
    Δύσκολο το έργο τους.
    Δύσκολο και το δικό μου.
    Διαφορετικές οι συνθήκες, του καθενός ο Γολγοθάς του φαίνεται αξεπέραστος, βαρύτερος.
    Ο δικός μου αλάφρωσε γρήγορα. Σαν να αυτοτιμωρήθηκα όμως αργότερα, με τις αρρώστιες και τα λοιπά. Για να τραβήξω κι εγώ ζόρια βαριά, όπως οι σύντροφοί μου!

Βλέπετε, ήρθε εκείνη η φανταστική περίοδος όπου ο ευλογημένος ο Τοτός μας παραχώρησε εκείνη την αυτόνομη γωνιά γης και θάλασσας να την ζήσουμε όπως επιθυμούμε, μέσα στην επαρχιακή μονοτονία. Μια μεγάλη παρέα φτιάχτηκε πάνω στο κύμα και την καυτή αμμουδιά, κάτω απ’ τον ίσκιο της λεύκας και του πλάτανου.
Μια εικοσαετία όπου η δουλειά είναι χαρά και διασκέδαση μαζί, δημιουργία αληθινή, γεμάτη απρόοπτα. Η μέρα κρύβει δεκάδες εκπλήξεις, κάθε μέρα καινούρια αρχή και τέλος,
διαφορετική από την προηγούμενη. Δεν υπάρχουν εξουσίες, δεν υπάρχουν αρχές παρά μόνο συνεργατικότητα, μοίρασμα και αλληλεγγύη.
Κατά το πλείστον δηλαδή διότι ο παρείσακτος, ο χοντρόπετσος, ο λουφατζής πάντα θα υπάρχει. Χάνονταν όμως στο σύνολο. Που αυτοσχεδιάζει καθημερινά.

Στον αέρα, στο νερό, στην άμμο, στο χορτάρι
μες τα λουλούδια και το πράσινο, αυτόνομοι, ανεξάρτητοι ξανά, μ’έναν άλλο, ξεχωριστό τρόπο, για κάμποσους μήνες τον χρόνο.
Απλά έπρεπε να ξεχειμωνιάσουμε κιόλας, όπως-όπως.
Αυτό είναι το ζόρι, να περάσει ο χειμώνας.
Ευχάριστο το θεατρικό διάλειμμα, κράτησε όμως λίγο.
Μιά υπέροχη εικοσαετία όπου γνώρισα και με γνώρισαν εκατοντάδες άνθρωποι.
Διαμάντια και χαλίκια υπάρχουν παντού, το ίδιο συμβαίνει κι εδώ.
Μου κράτησαν συντροφιά εξαιρετικά παιδιά, απ’ όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. Τους ευχαριστώ όλους γιατί μου έδωσαν πολλά, και το κυριότερο, γιατί με ανέχτηκαν, τις ιδιοτροπίες και τα ξεσπάσματά μου.

Το μαγιό ξέρετε εξισώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ξεβράκωτοι είναι όλοι ίδιοι!
Έδωσα κι εγώ μπόλικα. Δεν μπόρεσα ίσως αυτά που θα ήθελα περισσότερο, το έκανα όμως μ’ ένα διαφορετικό τρόπο. Προσαρμόζεται ο άνθρωπος στις συνθήκες και μαθαίνει να είναι αντισυμβατικός σύμφωνα με τις περιστάσεις, με τον τρόπο που τον παίρνει.
Νομίζω πως τα κατάφερα.
Κάθε τι ωραίο έχει κι ένα τέλος.

Η ΕΞΈΓΕΡΣΗ ΠΟΥ ΚΡΆΤΗΣΕ ΧΡΌΝΙΑ ΕΊΧΕ ΈΝΑ ΤΈΛΟΣ ΠΙΚΡΌ.
Τα καλοκαίρια στο Εστέλλα όχι .

Εκεί μες το νυχτερινό τρίγωνο του διαβόλου Salina – Enjoy – Blue Bay, τα τρία νυχτερινά κλαμπ της πόλης με τη μεγαλύτερη κίνηση που μάζευαν όλη την αφρόκρεμα της περιοχής και όχι μόνο, Το κάμπινγκ μάζευε όλο τον κόσμο την ημέρα, κυριολεκτικά όλο τον κόσμο, μα όλον, ήταν όλοι εκεί!

Η κατάσταση είχε αρχίσει να φθίνει σιγά-σιγά, φυσιολογική φθορά πες το,
οι συνθήκες που άλλαξαν δραματικά μετά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία μας προετοίμασαν .
Την εγκαταλείψαμε μόνοι μας, ήταν αναπόφευκτο.
Μετά Θεσσαλονίκη, και ξανά πίσω.
Κάθε καινούρια εμπειρία μου μάθαινε πολλά.

Χθες πέρασα πάλι απ’ τον κυρ Δημήτρη και τον χαιρέτησα, έγινε πλέον 91 χρόνων και μισότυφλος, μούσφιξε το χέρι στοργικά, ήταν και η Έλλη μαζί μου, συγκινήθηκε, του υποσχέθηκα σε λίγες μέρες να επιστρέψω για να πιούμε τσιπουράκι να τα πούμε για τα καλά, δεύτερος πατέρας μου στάθηκε στα χρόνια τα παλιά, τα καλά και για μένα και γι αυτόν, 12 εκατομμύρια έφαγα εδώ μέσα Μιχάλη μου μου είπε, πάνε όλα τα λεφτά, δεν έχω πλέον μια, όμως ούτε ένα φτωχαδάκι δεν καταχράστηκα, έδωσα δουλειά σε πολλούς, τάισα δεκάδες, μόνο από πλούσιους επήρα, το ξέρω κυρ Δημήτρη του είπα, βοήθησες πολλούς, κι εσύ Μιχάλη, εγώ δυο τρεις Τοτέ του λέω εσύ δεκάδες! κι έφυγα, σύντομα, ελπίζω, θα επιστρέψω, παρ’ τηλέφωνο πρώτα, να είμαι καλά, αλλιώς δεν έχει αξία, εντάξει; εντάξει

How you remind me, Nickelback.

  • Να ανοίξω την αγαπημένη μου παρένθεση για να μη ξεχάσω να αναφέρω δύο σημαδιακά γεγονότα.
    Το πρώτο δεν έχει αναφερθεί καθόλου μέχρι σήμερα.
    Το διάστημα ανάμεσα στις εδώ δύο ποινικές διώξεις ήρθε ένα πρωϊνό από την Ιταλία η μητέρα της Τζιοβάννα, αγαπημένης μου φίλης, να μου ζητήσει μία μεγάλη χάρη. Η κόρη της τραβιόταν στις φυλακές και κινδύνευε με πολλά χρόνια καταδίκης εξ αιτίας της μαρτυρίας του Σαβέριο,
    μοναδικής,
    όπου με λίγα λόγια την κατηγορούσε πως η ομάδα μας στην οποία σύμφωνα πάντα με τα λόγια του ανήκε, την έστειλε, εγώ για την ακρίβεια, να κάνει αυτοψία σε ένα κτηματικό γραφείο.

Δεν το σκέφτηκα δευτερόλεπτο, έκανα μία δήλωση την οποία επικυρώσαμε στο Ιταλικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη, με την οποία αρνούμουν κατηγορηματικά πως έστειλα το κορίτσι οπουδήποτε, διαψεύδοντας τον συγκεκριμένο.
Τι απέγινε με την Τζιοβάννα δεν θυμάμαι, θα μάθω όμως κάποια στιγμή, πολύ σύντομα μάλιστα.
Το δεύτερο έχει να κάνει με το ατυχές γεγονός του ταξιδιού στη Γερμανία που επιχείρησα,κόντρα σε όλα τα ‘προγνωστικά’ ας πούμε.
Ποτέ δεν κατάλαβα τι με ώθησε να κάνω εκείνη την κίνηση, σχεδόν αυτοκτονική.

Ήταν σίγουρα μία πολύ τραυματική εμπειρία, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου είχαν γίνει τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη, τη φυλάκιση, τη νέα δικαστική μου περιπέτεια κλπ. Τα έχουμε αναφέρει σε άλλο μας πόνημα,δεν χρειάζεται να επαναλάβω τίποτα.
Αυτή είναι η παρένθεση.

Lola, the Kinks.

Οι κυβερνήσεις, πράσινες και γαλάζιες, έχουν εν τω μεταξύ βυθίσει την χώρα στον ατομικισμό και τον καταναλωτισμό, κάτω από τις διαταγές των ‘αγορών’,ώσπου η παγκόσμια καπιταλιστική φούσκα σκάει με πάταγο.
Έχουμε εδώ την εξέγερση των νέων του 2008 και την αντεπίθεση του κεφαλαίου που κορυφώνεται με την είσοδο της χώρας στα μνημόνια. Την πολυμέτωπη επίθεση προς τον αντιεξουσιαστικό χώρο που μόνος-ολομόναχος κρατάει σηκωμένη τη σημαία της αντίστασης
για να φτάσουμε πλέον στην ωμή καταστολή οποιασδήποτε φωνής ανυπάκουης,
ενάντια στην ανυπακοή και αυτονομία,
μιας και όλες οι παραδοσιακές δυνάμεις,οργανώσεις και δομές της καθεστωτικής αριστεράς και των συνδικάτων σιωπούν εκκωφαντικά, ευρισκόμενες σε πλήρη αδράνεια.

Έχουμε ένα εμφανέστατο πραξικόπημα ενάντια στις εκφράσεις της αστικής, ψευτο αντιπροσωπευτικής, ψευτοδημοκρατίας.
Που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία σύγχρονη φεουδαρχία.
Υπήρξε ενδιάμεσα το κίνημα των πλατειών το οποίο εξουδετερώθηκε λίγο μετά την γέννησή του μέσα στα δακρυγόνα με τα οποία κυριολεκτικά το έπνιξαν οι δυνάμεις καταστολής. Και στο ξύλο, άφθονο ξύλο, ωμή βία, χωρίς διακρίσεις.
Πνίγηκε και στις εσωτερικές του αντιθέσεις. Κίνημα πολυσυλλεκτικό, όπου το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας που φάνηκε να κυριαρχεί στην αρχή, δεν κατάφερε να οργανώσει τον κόσμο σε μόνιμα και σταθερά αυτοδιαχειριζόμενα σχήματα δομών αλληλεγγύης με μαζικότητα και συνέχεια!

Κι έμειναν για μία ακόμη φορά μόνοι τους οι αντιεξουσιαστές να προσπαθούν αυτό που μοιάζει αδύνατο, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή που μιλάμε.
Με όλες τις αντιθέσεις που έχει στο εσωτερικό του αυτός ο ανομοιογενής χώρος.
Από εδώ και από εκεί, σκόρπια, θα γεννηθεί, θα γιγαντωθεί, θα εκραγεί και θα πλημμυρίσει το μέλλον το ανατρεπτικό, ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό του ανθρώπου αυτόνομο κίνημα που θα καταργήσει την εκμετάλλευση και θα δώσει ξανά στον λαό τη φωνή του και την εξουσία, μέχρι να καταργήσει και αυτής την ανάγκη!
Λευκίμη, Κερατέα, Ιερισσός, Βίλα Αμαλία και δεκάδες άλλες Βίλλες διασκορπισμένες στο Αθηναϊκό και Ελλαδικό Παγκόσμιο χωριό δείχνουν τον δρόμο.

‘Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος’ φώναζαν οι Χιλιανοί σύντροφοι,από την μία πλευρά, και τους απαντούσαν απ’ την άλλη πως ‘λαός αρματωμένος ποτέ νικημένος’.

post image

Born in the usa, Bruce Springsteen.

Ταξιαρχίες,

  • Δεν βγήκε ακόμη ο μάϊος. Πριν λίγες μόνο μέρες γιορτάσαμε την ‘εργατική πρωτομαγιά’, πανάθεμα μας. Μεγαλύτερο μνημόσυνο δεν έχω ξαναδεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα δηλαδή, μιας κι εγώ εμπύρετος ήμουν στο κρεβάτι
    σας ρωτάω όμως
    εκείνον τον Αλέκο Παναγούλη τον θυμήθηκε κανένας, αν εξαιρέσουμε δέκα καλούς φίλους και συντρόφους του;
    Βλέπετε, τα κόμματα που χειραγωγούν τις μάζες – και μοιράζονται την εξουσία που τους επιτρέπει να διαχειρίζονται το κεφάλαιο – και τις κατευθύνουν, είναι εχθροί τέτοιων ανθρώπων.
    Έκαναν το παγώνι λοιπόν.

Τέτοια μέρα λοιπόν ένας απ’ τους μεγαλύτερους σύγχρονους ήρωες άφηνε την τελευταία του πνοή το μακρινό ’76.
Δεν τον θυμούνται γιατί ήταν ανεξάρτητος, αυτόνομος. Δεν ανήκε σε κόμμα, και για τέτοιους ανθρώπους επιβάλλουν την λήθη
κι ας ήταν ο μόνος που στην χούντα αντιστάθηκε έμπρακτα, ένας από τους ελάχιστους μάλλον,
απέτυχε να τινάξει στον αέρα τον ηγέτη της,
βασανίστηκε αγριότατα, καταδικάστηκε δις εις θάνατον και δεν εκτελέστηκε χάρη στην τεράστια διεθνή κινητοποίηση. Θάφτηκε ζωντανός σε κελί, απομονωμένος από τα πάντα και τους πάντες, έφτασε στο σημείο να γράφει ποιήματα χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του στους τοίχους των φυλακών Μπογιατίου, όταν για σπάσιμο του πήραν το χαρτί και το μολύβι.

Θέλουν να τον οδηγήσουν στη λήθη γιατί δεν ανήκει σε κόμμα.
Αυτοί είναι οι δικοί μας ήρωες κύριοι.
Ήταν έτοιμος να καταθέσει φάκελλο όπου αποδείκνυε την συνεργασία της χούντας με ενεργούς, γνωστούς πολιτικούς της τότε εποχής,
χαρακτήρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου ‘σύγχρονο Μουσολίνι΄, αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί του,
παράτησε την Ένωση Κέντρου γιατί ο πρόεδρός της είχε συνεργαστεί με την χούντα.
Ετοιμαζόταν να καταθέσει και φάκελλο για τα βασανιστήρια που η χούντα χρησιμοποίησε για να εξοντώσει τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Άσε που είχε καταφέρει ν’ αποδράσει δυο φορές από τις φυλακές, βασανισμένος, εξουθενωμένος.
Αυτοεξορίστηκε, όταν η χούντα τον απελευθέρωσε, ύστερα από την ύστατη προσπάθεια φιλελευθεροποίησης που προσπάθησε, κάτω από την διεθνή πάντοτε πίεση, στην Φλωρεντία. Σύντομα όμως επέστρεψε κρυφά στην χώρα για να οργανώσει την αντίσταση. Τότε που ο ‘Λαός’ ροχάλιζε βαριά αφήνοντας τους φοιτητές σχεδόν μονάχους να προσπαθούν να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα!
Δεν κατάφερνε βλέπετε να ησυχάσει. Όταν έχεις το σαράκι να σε τρώει μέσα σου……….

Έχασε τη ζωή του σε αυτό το παράξενο ατύχημα στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης, οι φάκελλοι του ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν, η απάτη κουκουλώθηκε μιας και όλοι τα έκαναν μεταξύ τους πλακάκια, ο μηχανισμός παρέμεινε ανέπαφος και ανέγγιχτος, την πλήρωσαν δέκα μεγαλόσχημοι μονάχα, και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Γι αυτό λοιπόν κι εγώ του κάνω το μνημόσυνο με ένα ποίημα τεράστια αλήθεια, που όσο κι αν την ξορκίζουμε αυτή πάντα επιστρέφει για να μας θυμίσει τα αυτονόητα. Δυστυχώς ή ευτυχώς :

Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.
Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί
Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για να βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.
στίχοι Αλέκος Παναγούλης τραγούδι Μαρία Φαραντούρη μουσική Μίκης Θεοδωράκης.

ότι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο! έγραψε ένας άλλος ποιητής.

»τα δάκρυα που από τα μάτια μας

Θα δείτε να τρέχουν

Μην πιστέψετε ποτέ

πως είναι σημάδια απόγνωσης

Υπόσχεση είναι μοναχά

Υπόσχεση αγώνα’

Αλέξανδρος Παναγούλης

  • Και ξαναγυρίζοντας στην εξεγερμένη Τουρκία του Ιουνίου ’13 :
    ‘Κοιμήθηκα μόλις 5 ώρες μέσα σε 3 ημέρες. Με ψέκασαν με δακρυγόνα αμέτρητες φορές, ρίσκαρα τον θάνατό μου 3 φορές. Και ξέρετε τι λέει ο κόσμος; Παράτα τα, εσύ θα είσαι που θα σώσεις την χώρα;
    Ναι, και αν δεν την σώσουμε εμείς, θα πεθάνουμε όσο το προσπαθούμε.
    Είμαι τόσο κουρασμένος που έχω πιει 7 ενεργειακά ποτά και 9 παυσίπονα σε 3 μέρες, η φωνή μου έχει κλείσει αλλά θα είμαι ξανά στην πλατεία σήμερα στις 6. Απλά για την επανάσταση.’
    Το μήνυμα που άφησε στο Facebook ο 22άχρονος διαδηλωτής Αμντουλάχ Κομέρτ, ο οποίος έπεσε νεκρός από σφαίρα στο Χατάι της Τουρκίας.

Μαρία Δημητριάδη _ Χρέος (Γ.Ρίτσος)

μιχαλης 000

Μίσσιου “Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε?”

Σχετική εικόνα

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Φ. στη χώρα του ποτέ …ή 3

ΔΕΝ ΘΥΜΆΜΑΙ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΚΆΤΙ ΑΞΙΌΛΟΓΟ.

Πολύ μίζερη κατάσταση και πολύ ρουφιανιά. Μέχρι και τον αδελφό ή ξάδελφο του αρχιφύλακα που βρέθηκε μέσα για λίγες μέρες, νομίζω για κάτι χρέη, τον κάρφωσαν στον συγγενή του γιατί έβαλε λίγο κρασάκι μια μέρα στο κελί του, κάποιος φύλακας έκανε τα στραβά μάτια στο επισκεπτήριο με τη γυναίκα του. Οι έχοντες τα μέσα το έκαναν στο γραφείο της φυλακής, οι πολλοί πίσω απ’ το συρμάτινο δίχτυ, που μας χώριζε από τους αγαπημένους μας, στο επισκεπτήριο.

Υπάρχει ένα παλικάρι, μάγκας, το παίζει και είναι αρχηγός. Ο μόνος που στέκομαι παράμερα είμαι εγώ, δεν ζητώ χάρες δηλαδή. Τον ενοχλεί που τον ψιλοαποφεύγω. Μια μέρα βρίσκει μια ασήμαντη αφορμή για να διαφωνήσουμε, μου τραβάει μια ξεγυρισμένη και με ξαπλώνει καταγής. Γίνεται φασαρία, πηδάω απάνω πριν προλάβουν να μπουκάρουν οι φύλακες στο θάλαμο, οι πόρτες είναι ανοιχτές. Έχουνε πλακώσει και οι συγκρατούμενοι, η κατάσταση είναι τεταμένη. Ρωτούν οι ανθρωποφύλακες τι έγινε και με μεγάλη φυσικότητα τους απαντώ πως γλίστρησα στην άκρη του κρεβατιού και έπεσα και πως το παλικάρι, ακούγοντας να φωνάζω απ’ την τρομάρα μου έτρεξε να με σηκώσει, όπως και οι υπόλοιποι, φοβούμενοι πως χτύπησα το κεφάλι μου. Γι αυτό και η κινητικότητα και η φασαρία.

Από εκείνη την ημέρα το παλικαράκι έγινε πολύ καλός μου φίλος και ‘προστάτης’ μου. Όχι ότι θα με πείραζε ποτέ κανένας, με σέβονταν όλοι, κι ας ήμουν πιτσιρικάς, μόνο και μόνο γιατί ήμουν μέσα για λόγους πολιτικούς, τέλος πάντων.
Δεν είχαμε και να χωρίσουμε τίποτα, με τους ξένους είχα τα πολλά νταλαβέρια, γράφανε που και που και οι εφημερίδες, με είχαν κιόλας συμπαθήσει εξ αιτίας της φάσης με το κορίτσι που έγινε θέμα πανελλήνιο.

Αλλάξαμε τηλέφωνα με τον νεαρό και ελεύθεροι κάποια στιγμή ήρθε και με επισκέφτηκε περαστικός από την Καβάλα. Σαλονικιός ήταν. Ήπιαμε κρασάκι στην ‘Μπαλάντα’, απογευματάκι, μιας και την νύχτα έπρεπε να ταξιδέψει. Ούτε αυτόν τον ξαναείδα, ούτε το όνομά του θυμάμαι.
Και με κάποιον Παπαδόπουλο από την Δράμα είχα καλές σχέσεις Είναι μέσα γιατί έχει φιλενάδα μια 16άρα.
Άμα βλέπατε φωτογραφίες της! πιο χυμώδης απ’ την Σοφία Λώρεν, μελαχρινές και οι δύο. Μας διάβαζε τα γράμματα που του έστελνε και ο ερωτισμός ξεχείλιζε από παντού. Και η μάνα της τον είχε κατηγορήσει για βιασμό ανήλικης! Βλέπετε, ήταν παντρεμένος, αυτό το κρίμα του. Αν είναι δυνατόν, τον κράτησαν μέσα μέχρι να τον δικάσουν. Τι έγινε δεν θυμάμαι.
Πήγαμε με τον Λουίτζι και τον επισκεφτήκαμε στην Δράμα, τον καιρό που ήταν εδώ με την κόρη του. Ελεύθεροι πλέον. Περάσαμε θαυμάσια.

Την άλλη μέρα φύγαμε οι τρεις μας και αράξαμε στις Αλυκές.Κολυμπούσαμε στα αρχαία. Έφυγαν δυο μέρες μετά για να επιστρέψει με το κορίτσι του όπως προείπα και να πάρει πίσω το αυτοκίνητο που του είχαν κατάσχει στο σύνορα τη στιγμή της σύλληψης, το κάμπριο για το οποίο σου μίλησα νωρίτερα.
Και με άλλον ένα δραμινό είχα πάρε δώσε, μεγάλο ‘πότη’. Γι αυτόν δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα άλλο, αμυδρά έχω την εντύπωση πως αναγκάστηκε κάποια στιγμή να καρφώσει για να εξασφαλίσει ‘νταλαβέρι’ και ασυλία και αργότερα έφυγε στο Όρος για κάποια χρόνια. Μάθαινα νέα από κοινούς γνωστούς και όλη την τιτάνια προσπάθεια που έκανε για να ξεκόψει. Έχασα κι αυτουνού τα ίχνη.
Τον Καναδό τον έστειλαν στο Επταπύργιο μετά τη δίκη, αλληλογραφούσαμε για πολύ καιρό ακόμη, μετά χαθήκαμε.’Μάτια που δεν βλέπονται εύκολα ξεχνιούνται’. Ελεύθερος πήγα στη Κομοτηνή δυο τρεις φορές να συναντήσω και να ενθαρρύνω τους παλιούς γνώριμους. Τύχαινε μάλιστα να έχω και ένα πολύ καλό φίλο, τον συγχωρεμένο τον Παντελή που δούλευε διευθυντής στο Ξενοδοχείο της πόλης που είναι στην κεντρική πλατεία και μας έκανε πολύ καλές τιμές. Μάλιστα μια φορά είχαμε ‘τσιμπίσει’ το αυτοκίνητο του μπαμπά της Λίνας ένα διήμερο που έλειπε από την πόλη και στο ξεκίνημα για τον γυρισμό πρέπει να έχασα το κλειδί ή κάτι παρόμοιο. Ήταν Κυριακή πρωί, αλλά ο ‘από μηχανής Θεός’ Παντελής καθάρισε! Μας έστειλε ένα κολλητό του κλειδαρά κι έτσι προλάβαμε την τελευταία στιγμή να παρκάρουμε το αυτοκίνητο, γεμάτο βενζίνη, στο μέρος απ’ το οποίο το είχαμε ‘σηκώσει’. Οι κωλόφαρδοι!

Τέλος, είχα σχέση και με κάποιον Σταυράκη από την Χρυσούπολη, μηχανόβιο.Είχε συνεργείο. Αυτόν τον συνάντησα μπόλικες φορές, εδώ ή εκεί, ελεύθεροι. Μέχρι στο ’32’ έφτασε, όταν το είχαμε με τον Νικόλα, ώσπου χαθήκαμε οριστικά. Βλέπεις, τον συνάντησα μια μέρα τυχαία ένα πρωινό στην είσοδο του Επιμελητηρίου και είχε τα κακά του χάλια. Πρέπει να ‘έπεσε’ στα βαριά τελευταία. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του.
Ο πιo κολλητός μου όμως ήταν πάντα ο Λιβανέζος, ήμασταν κοντά απ’ όλες τις απόψεις. Και σαν χαρακτήρες, και πολιτικά,
ο μόνος που εξέφραζε άποψη, και μάλιστα πολύ κοντά στη δική μου. Καταλαβαινόμασταν απόλυτα. Μου μιλούσε με τις ώρες για την χώρα με τους κέδρους και με έκανε να την ερωτευτώ,
για τους αγώνες των Παλαιστινίων και των φενταγίν.

Και ο ‘παππούς’, ο Λίνο που με είχε σαν γιο του και κάποια νωρίτερη στιγμή, σε άλλο μας βιβλίο, πρέπει να σας έχω πει για το χουνέρι που μου σκάρωσε ένα βράδυ.
Το χειμώνα προσπαθούμε να ζεσταθούμε μ’ εκείνη τη ξυλόσομπα, μικρότερη από αυτή που έχω τώρα στο σπίτι μου για να ζεσταίνουμε κοντά 50 τετραγωνικά τη στιγμή που ζούμε σε ένα ‘κοιτώνα’ διακοσίων.
Έχουμε στο θάλαμο μια μικρή τούρκικη τουαλέτα μ’ ένα λάστιχο για να την καθαρίζουμε. Με αυτό κάνω μέρα παρά μέρα ένα ντουζάκι παγωμένο το βραδάκι, μόλις μας κλειδώνουν. Το καλοκαίρι κάθε μέρα,
οι άλλοι με κοιτάζουν σαν χαζό, φαινόμενο!

ερυθρές ταξιαρχίες 6

μια μικρή παράκαμψη

  • ο απαίσιος άνθρωπος, στην απαίσια παρουσία ενός καημένου εαυτού,
    αυτοί ήταν οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, ή όπως αλλιώς ονόμασαν την σχιζοφρένειά τους.
    παρακολουθήστε τον, αν αντέχετε, εγώ ένιωσα την υποχρέωση να υπομένω το μαρτύριο της μετάφρασης του ανθρώπου που αρνήθηκε τον εαυτό του τον ίδιο, προκειμένου να την σκαπουλάρει μιαν ώρα νωρίτερα
    δεν υπήρξα ποτέ ταξιαρχίτης, διαφώνησα σκληρά πολλές φορές μαζί τους
    γνώρισα και παιδιά, είχα φίλους πολλούς που ‘διαχώρισαν’ την θέση τους
    δεν συμφώνησα, είχαν όμως άποψη. και βέβαια σιώπησαν, ταπεινά.
    ούτε κάνω τον έξυπνο, εκ των υστέρων
    είχα διαφωνήσει με την στρατηγική των εΤ από την ελευθερία ακόμη
    πάντα όμως τους σεβόμουν και τους υποστήριξα ηθικά
    ο ανωτέρω όμως δεν αξίζει ούτε το φτύσιμό μου, ντροπιάζει όλη εκείνη την γενιά, που, από διαφορετικούς δρόμους, προσπάθησε την κομουνιστική επανάσταση.
    ντροπή του! λίγη αξιοπρέπεια δεν θα έβλαπτε!

συνεχίζω λοιπόν την αφήγηση:

  • Η Ρόσσα συνεχίζει και μου γράφει, τώρα μπορούμε να μιλάμε στο τηλέφωνο κάθε τόσο. Αφού δεν έχουν πρόβλημα οι Ιταλοί, που έχουν και το ζόρι, οι δικοί μας δεν λένε τίποτα.Τόσο καιρό που ήμασταν και οι δύο στην ίδια χώρα,την οργάνωση απόδρασης φοβόντουσαν. Τώρα έχουν χαλαρώσει αρκετά, κάνουν και υπόγεια δουλειά οι δικηγόροι που δημιουργούν σιγά-σιγά την ατμόσφαιρα ενός ερωτευμένου νέου που παραστράτησε για λίγο χάριν της αγάπης του αλλά είναι ξανά πλέον στον ‘ίσιο δρόμο’. Αυτά τα καταλαβαίνω τόσο από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, όσο κι από την υπερασπιστική γραμμή που υιοθετούν, ιδιαίτερα την περίοδο της δίκης.

All you zombies, The Hooters.

Νομίζω λοιπόν πως έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με την δικογραφία. Θα συνεχίσω όμως να σας μιλώ αργότερα γιατί νιώθω κουρασμένος.

Δικάστηκα με στοιχεία βασισμένα στις πολύμηνες καταθέσεις ενός μοναδικού ατόμου που θα ονομάζω Σαβέριο. Γεμάτη αντιθέσεις κατέρρευσε αμέσως και αθωώθηκα με απόφαση και των πέντε δικαστών. Αυτό εμπόδισε τον εισαγγελέα να την προσβάλλει.
Αργότερα, προστέθηκαν οι μαρτυρίες δύο ακόμη ανθρώπων, ο ένας γνωστός τοξικομανής της Φλωρεντίας, ο δεύτερος περίπου. Εδώ οι αντιφάσεις δεν είναι τόσο έντονες, κραυγαλέες όπως στην πρώτη περίπτωση, αδυνατίζει την κατάσταση όμως η συχνή παραδοχή τους πως είναι χρήστες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη γνωριμία μας.

Το ίδιο φυσικά έγινε στην Ιταλία. Βέβαια αυτοί έκαναν το λάθος, για τα διεθνή δεδομένα, να με δικάσουν και εκεί τη στιγμή που νωρίτερα έχουν ζητήσει την εδώ εκδίκαση της υπόθεσης, με τις ίδιες κατηγορίες και τους αυτούς μάρτυρες. Διεθνώς έχει ισχύ λοιπόν η απόφαση που εκδίδεται πρώτη. Δεν μπορείς να δικάσεις κάποιον για τα ίδια πράγματα δύο φορές.
Ίσως να έγινε και εσκεμμένα, αυτό δεν το γνωρίζω. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτή η λεπτομέρεια με έσωσε στην διάρκεια της σύλληψής μου στην Γερμανία, κάποια χρόνια αργότερα. Τότε που με κράτησαν στο Σταμνχάιμ μέχρι να εκδικαστεί το καινούριο αίτημα των Ιταλών για έκδοση στη χώρα τους. Ξοδέψαμε μια τούμπα λεφτά σε μία ομάδα εξαιρετικών νομικών που απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο πως οι Γερμανοί έπρεπε να με ελευθερώσουν μια και για τα εγκλήματα που με κατηγορούν οι Ιταλοί έχω δικαστεί δύο φορές στην Ελλάδα, πριν ακόμη με καταδικάσουν οριστικά εκείνοι στη χώρα τους, και αθωωθεί πανηγυρικά.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την δικογραφία και συχνά θα σου έρθει να βάλεις το γέλια.
Θα καταλάβετε πώς συμβαίνει συχνά να καταδικάζουν με το έτσι θέλω αγωνιστές. Πώς κατασκευάζεται ένα κατηγορητήριο. Πώς γίνεται να υποχρεώνουν αγωνιστές σε χρόνια κάθειρξης απλά και μόνον επειδή δηλώνουν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ίδιο που έγινε εδώ στη δίκη των αγωνιστών του Επαναστατικού Αγώνα 35 χρόνια αργότερα.
Ένας λόγος που μ’ έκανε να φτιάξω αυτό το τρίτο πόνημα είναι ακριβώς αυτός. Ένας άλλος για να σας δώσω μία ακόμη εικόνα του τι συμβαίνει εκείνα τα χρόνια στη γείτονα,
δεν έχει αναφερθεί κανένας άλλος σε αυτό.
Μέσα από τις αφηγήσεις αυτών των παιδιών θα παρακολουθήσετε μία ταινία βγαλμένη απ’ τα παλιά που ζωγραφίζει τη ζωή στη γειτονιά μας. Μια ταινία από το παρελθόν που μιλάει για το χθες το σήμερα και το αύριο του πολυμέτωπου αγώνα που δίνουν οι καταπιεσμένοι για να σπάσουν τα δεσμά που τους δένουν στο άσχημο άρμα του καπιταλισμού.

Εδώ με αθώωσαν δύο φορές γιατί είχαν το θάρρος να εξετάσουν τα στοιχεία.
Εκεί μου ρίξανε πολλά χρόνια.
Χαλάλι τους. Με έκλεισαν στην Ελλάδα, για την Ιντερπολ είμαι κυνηγημένος.
Στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου
όλοι μου οι σύντροφοι έφαγαν καμπάνες, εξέτισαν μεγάλο μέρος από αυτές. Έκατσαν μέσα δηλαδή για πολλά-πολλά χρόνια, το διάστημα που εγώ αλώνιζα στις παραλίες της Ηρακλίτσας και του Μπάτη.
Έζησαν ένα μέρος από τα καλύτερα χρόνια τους στη φυλακή, μέσα σε κλίμα ρεβανσισμού, ήττας του κινήματος της αυτονομίας, ήττας του αντάρτικου στις πόλεις και εκδικητικότητας απέναντι στους μαχητές και τους αγωνιστές.
Εγώ την έβγαλα στον αφρό.

Με βάρεσαν αλύπητα αργότερα οι ασθένειες. Λες και μ’ έτρωγε μια πίκρα που την γλίτωσα με αμυχές και έπρεπε να δοκιμαστώ σκληρά.
Ποιος ξέρει ; Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια μερικές φορές, σκαρώνει φάρσες απίστευτες.
Τέλος καλό όμως, όλα καλά!
Ότι θα ακολουθήσει είναι ένα μέρος της ιστορίας,
η ιστορία των νέων που αψήφησαν τη σύμβαση, που αψήφησαν την πεπατημένη και δοκίμασαν να φτάσουν στην Χώρα του Ποτέ με όλες τους τις δυνάμεις, χρησιμοποιώντας δύναμη και φαντασία, ευρηματικότητα και ένταση, ρήξη και ανατροπή του σεναρίου!

Θα σας μιλήσω μέσα από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων για να δείτε το σκάλωμα που έφαγαν.
Πρέπει όμως να δείτε την ταινία σιωπηλά. Δίχως προκαταλήψεις.Με τις κεραίες ανοιχτές κι ανεβασμένες,όρθιες.
Οι δύο δεύτεροι μπορεί να πέρασαν και στερητικό σύνδρομο. Είναι σίγουρο, κι ας μη το αναφέρουν. Ο ένας κάνει μάλιστα την πάπια, αποφεύγει ν’ αναφέρει αυτό που και οι πέτρες της Φλωρεντίας γνωρίζουν. Ο άλλος το παραδέχεται συχνά.
Ο πρώτος είναι ταχυδαχτυλουργός, κασκαντέρ.                                                                              Υπάρχει και ένας τέταρτος, αυτόν δεν τον θυμάμαι κυριολεκτικά καθόλου, δεν ήταν εξάλλου από την Φλωρεντία, αν τον συνάντησα αυτό έγινε μια φορά στη ζωή μου, αν!
Απολαύστε τους.
Να προσθέσω ένα ελαφρυντικό. Σίγουρα είμαι το εύκολο θύμα, βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά.

Ναι, είμαι μέλος των μαχητικών προλεταριακών ομάδων, από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η κουβέντα μέσα στους κόλπους της αυτονομίας για αναβάθμιση του αγώνα.
Ναι, οι ομάδες είναι κομμάτι της Πρώτης Γραμμής. Ναι, και προσπαθήσαμε να υπάρξει διαχωρισμός, πράγμα που δεν καταφέραμε, εκ του αποτελέσματος.
Ναι, μέσα σε μια εκατοστή συντρόφους, τέσσερις δεν άντεξαν, κατέρρευσαν [ ο τέταρτος προσχώρησε αργότερα, είχαν ήδη δημιουργηθεί καλύτερα στεγανά, δεν ενέπλεξε πολλούς, δεν γνώριζε τίποτα περισσότερο απ’ τον τομέα του, εμένα με είχε συναντήσει μοναχά μια φορά, δεν με ανέφερε ποτέ στις καταθέσεις του].

Έχουμε βγει όλοι μέσα από το κίνημα, χρόνια στους δρόμους και τα αμφιθέατρα, στις πικετοφορίες στα εργοστάσια και τις καταλήψεις.
Επιτροπές στο φοιτητικό εστιατόριο, στις σχολές, στις γειτονιές. Μέχρι να το πάρουμε χαμπάρι το επίπεδο ανεβαίνει διαρκώς, τρέχοντας.
Μέχρι να φτιαχτούν τα πρώτα στεγανά στην κουβέντα έχουν εμπλακεί δεκάδες δεκάδων σύντροφοι. Όλοι,πολλοί αντιλαμβάνονται, ψυχανεμίζονται αυτό που συμβαίνει, αυτό που γεννιέται από τα σπάργανα, απ’ το μηδέν. Κύκλοι, και άλλοι κύκλοι, όλο και κάτι παραπάνω, κάτι καινούριο, περισσότερο προχωρημένο. Ένα τεράστιο πείραμα που σήκωσε τον τόπο. Σαν σεισμός!

Parco Lambro ’76 : γυμνοί προς την τρέλα

Βγαίνουν προκηρύξεις, γίνονται κουβέντες, δημόσια, στα στέκια. Γίνονται και υπόγεια. Όλα μαζί, σταδιακά, ταυτόχρονα. Νομίζεις πως ο χρόνος σε προσπερνά, τρέχει γρηγορότερα. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς συχνά. Δρας αυτόματα, αυθόρμητα.
Για χρόνια, το επαναλαμβάνω.
Όποιος έχει πάρει μέρος από το ξεκίνημα σε αυτή την διαδικασία, από κάποιο σημείο και μετά καταλαβαίνει περισσότερα απ’ ότι νομίζεις.
Αυτό έκανε ο Σαβέριο.Μόνος του παραδέχεται αμέτρητες φορές πως βρέθηκε σε κάποια ομάδα για λίγους μήνες, ελάχιστους!
Όλες του οι πληροφορίες,σχεδόν όλες, προέρχονται απ’ τις ‘εκμυστηρεύσεις’ της αγαπημένης του, κοριτσιού που και μ’ αυτό, πάντα κατά τον ίδιο, έχει σχέση για λίγους μόνο μήνες!
Πάντα κατά τον ίδιο, πήρε μέρος σε μια και μοναδική επίθεση, μέχρι να το βάλει τελικά στα πόδια.

Παραδέχεται πολλές φορές, περισσότερες από μία, πως ‘κάποια πράγματα δεν λέγονται και δεν τα ρωτάμε, απλά δεν λέγονται’. Και θέλει να μας πείσει πως ένα κορίτσι και κάποιοι φίλοι απ’ τα παλιά, που μάλιστα γνωρίζουν πως απ’ την οργάνωση την έχει κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, συνεχίζουν να του εκμυστηρεύονται τα πάντα, τον στέλνουν να συζητήσει, να οργανώσει άλλους κλπ.
Ο Σαβέριο ναι, αντιλήφθηκε κάποια εξέλιξη προς την μαζική παρανομία.
Ίσως, και για λόγους εγωισμού, προσπάθησε να ενταχθεί σε κάποια ομάδα μα δεν τα κατάφερε. Λάκισε.
Κι όταν τον τσίμπησαν, γιατί για κάποιο διάστημα μάζευαν με τον σωρό, όποιον τους είχε στο παρελθόν απασχολήσει, τον ‘φώναξαν’ για ‘φιλική’ κουβεντούλα, έκανε τον ‘μετανοημένο’, μεταμελήθηκε.
Για να γλιτώσει οποιαδήποτε υποτιθέμενη συνέπεια. Κανείς δεν ξέρει, εγώ τουλάχιστον δεν έμαθα μέχρι σήμερα τι παίζονταν σ’ εκείνα τα δωμάτια, σε εκείνες τις ‘κουβεντούλες’. Τις πιέσεις, τους εκβιασμούς.

Για κάποιους, και η ελαφρύτερη συνέπεια φαντάζει ασήκωτη.
Σίγουρα γνώριζε τα σπίτια μας, πολλούς από εμάς, συνήθειες κλπ. Μας έβλεπε μαζί, κολλητούς κι αγαπημένους για πολλά χρόνια. Να ενταχθεί δεν τα κατάφερε, δεν του πήγαινε στο κάτω-κάτω. Μπορεί και να ζήλεψε κάποια στιγμή.
Τον Αριστείδη τον εξοστράκισαν οι Αθηναίοι γιατί δεν άντεχαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο, παραήταν δίκαιος για τα μέτρα τους!
Ότι κάποιες κινήσεις έπεφταν στην αντίληψή του, όσο διάστημα τριγυρνούσε στους χώρους, είναι αδιαμφισβήτητο. Ότι για κάποιο διάστημα παρατηρούσε επίσης.
Γνωρίζει τους χώρους μας, τις παρέες, τους κολλητούς, συμπεραίνει πολλά, σε κάποια πέφτει μέσα.
Κάποιους πρόλαβε να τους γνωρίσει μαχητές, για τους υπόλοιπους……. ας το πάρει το ποτάμι.

Extreme ways, Moby.

Έτσι κι αλλιώς, όλοι είναι μαχητές, ότι πει η αντιτρομοκρατική.
Το σενάριο φτιάχνεται πλέον, τόσες επιθέσεις θα παραμείνουν ανεξιχνίαστες ;
Γι αυτό ανακαλεί πολλές φορές, δεν ταιριάζουν οι υποθέσεις, δεν στέκουν τα λεγόμενα, και οι αντιφάσεις έχουν τα όριά τους.

Επί μήνες συνεχίζει να δημιουργεί δύο ξεχωριστά άτομα, με δύο ξεχωριστά ονόματα, που τα υποδεικνύει μάλιστα στις φωτογραφίες που του δείχνουν. Μα τα δυο άτομα είναι ένα και το αυτό, με όνομα και παρατσούκλι! Δυο κορμιά, ένα άτομο. Και αυτός τους συναντά και τους δύο, άλλοτε μαζί και άλλοτε ξεχωριστά. Και δείχνει δυο φωτογραφίες ξεχωριστών προσώπων. Είναι το αποκορύφωμά του, η μεγαλύτερη στιγμή του, η αποθέωση του κοινού στη σκηνή του παραλόγου!

Ο ένας στην Ομόνοια, ο άλλος στο Σύνταγμα και ο Σαβέριο απ’ το Μοναστηράκι προχωρά, αμέριμνος για τις συνέπειες, να τους συναντήσει και να παίξουνε πινγκ πονγκ κάτω απ’ το δέντρο που αυτοκτόνησε-δολοφονήθηκε εκείνος ο εξαιρετικός κύριος, ο φαρμακοποιός της πλατείας των εξεγερμένων!
Αυτά!
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, τεράστια αντίφαση που γυμνώνει την διχασμένη του προσωπικότητα και τη σύγχυση στην οποία ευρίσκεται. Παρουσιάζει την εαυτό του σαν αρχηγό ομάδας που συσκέπτεται, συζητά και αποφασίζει μαζί με άλλους,
τελείως διαφορετικούς από αυτούς που πάντα σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα αποτελούν τους αρχηγούς των υπολοίπων ομάδων.
Πρέπει να προμηθεύσουν τις ομάδες εκρηκτικά μιας και καμία ομάδα από μόνη της, λέει,δεν έχει την επιχειρησιακή δυνατότητα να το κάνει, αυτόνομα.
Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι περίφημοι αρχηγοί ;
Μια έτσι, μια αλλιώς.

Ο Σαβέριο δεν ξέρει τι του γίνεται. Φτιάχνει το σενάριο και το διασκεδάζει.

Θυμάμαι στην Κομοτηνή, κάποια στιγμή που κουβεντιάζαμε πάνω σε αυτά τα θέματα ο καλός μου φίλος ο Νίνο με ρωτά τι θα έκανα εάν μια μέρα τον συναντούσα στο δρόμο, ελεύθερος πλέον. Του απαντώ χωρίς κανένα δισταγμό πως ούτε να τον φτύσω δεν έκανα κέφι!

Ας στρωθούμε όμως στη δουλειά μετά τη μεσημεριανή σιέστα:
Δηλώνει ξανά και ξανά πως στις ομάδες να μπει του πρότεινα εγώ, μετά την έξοδό του από την φυλακή εξ αιτίας προηγούμενων γεγονότων.
Πάμε όμως να τον ακούσουμε να μας παρουσιάζεται:

‘Η πρώτη μου πολιτική επαφή έγινε την περίοδο της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής σχολής Φλωρεντίας και συγκεκριμένα συναντήθηκα με τον Κάρλο που έπαιρνε μέρος, με καθήκοντα προέχουσας καθοδήγησης στην Προλεταριακή Επιτροπή του Πανεπιστημιακού Εστιατορίου. Άρχισα μια πρακτική παρανομίας με τις μορφές που τότε ασκούνταν σε επίπεδο κινήματος, και δηλαδή διαδηλώσεις πεζοδρομίου, επανιδιοποίηση των μέσων αντικείμενο των αναγκών του προλεταριάτου, πορείες με προσαρτημένες ‘αυτοϋπερασπιζόμενες’ ομάδες περιφρούρησης, οπλισμό με βόμβες μολότοφ. Αυτό αποτελούσε εκείνη την εποχή το σημείο σύνθεσης της πολιτικής πρακτικής που προωθούνταν από την Εργατική Αυτονομία και που είχε σαν το πιο προωθημένο της τμήμα αυτούς οι οποίοι αναλάμβαναν την ευθύνη να εφοδιάζουν την ένοπλη κάλυψη σ’ αυτούς που συμμετείχαν σαν μάζα στη μεμονωμένη διαδήλωση. Με άλλα λόγια, όχι μόνο προετοιμάζονταν οι μολότοφ για την άμυνα της πορείας, αλλά προβλεπόταν και να μοιράζονται σε μεμονωμένους συμμετέχοντες, ανεξάρτητα, έκαναν την αγωνιστική χρήση τους τη στιγμή που θα χρειαζόταν.

Σε μία από αυτές τις διαδηλώσεις συνελήφθην μαζί με άλλους δύο. Έπρεπε σε κάποια στιγμή να εισχωρήσουμε με τις τσάντες με τις μολότοφ που έπρεπε να διανεμηθούν στα μέλη της επιτροπής, και συγκεκριμένα στον Κάρλο, τον Μπίκο, τον Εκτορα, την Φιόνα, τον Λουκά. Σ’ εκείνη την περίπτωση είχαμε σαν κάλυψη πίσω μας τον Λουκά και την Φιόνα που απαγκιστρώθηκαν ακριβώς καθώς εμείς συλλαμβανόμασταν πριν ακόμη εισχωρήσουμε.
Οι μποτίλιες θα έπρεπε να έχουν μια αμυντική χρήση στην υπόθεση κατά την οποία, όταν φτάναμε στα γραφεία του Συνδικάτου των Μεταλλουργών θα γινόταν σύγκρουση, και έπειτα για μια επιχείρηση κατά της Γραμματείας του Πανεπιστημίου την στιγμή κατά την οποία η πορεία θα τελείωνε στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Τα μπουκάλια είχαν αποσυρθεί από το σπίτι της οδού ντει Κόντι όπου κατοικούσε η Φιόνα και ο Κώστας.

Κατά την διάρκεια και μετά από την κράτησή μου γι αυτά τα γεγονότα, εγώ πλησίασα παραπέρα σε μία αντίληψη της σύγκρουσης πιο υψηλής ποιότητας μπαίνοντας πρακτικά για να πάρω μέρος στην ουσία της οργάνωσης. Πράγματι εκείνη την περίοδο ήλθαν να μας βρουν στη φυλακή του Νουόρο, όπου εμείς είχαμε αναλάβει χρέη ‘Πολιτικών Κρατουμένων’, ο Κώστας και η Φιόνα που μου ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να θεωρηθώ ως μέλος της οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, εξ αιτίας του παρελθόντος μου ως αγωνιστή.
Κατά την αποφυλάκισή μου ο Κώστας με διαβεβαίωσε ότι θα με έβαζε σε μια σχηματισμένη ‘Επιτροπή φυλακών’, πράγμα που δεν συνέβη. Άλλωστε λίγο μετά ο Κώστας μου είπε ότι έπρεπε να θεωρώ τον εαυτό μου μέλος μιας ομάδας πάλης της οποίας γνώρισα όλα τα άλλα μέλη για τα οποία κάνω αναφορά στις προηγούμενες ανακρίσεις μου’.

Αυτά λέγονται στις 04-07-80. Και είναι πολύ ξεκάθαρα. Αναφορά σ’ εμένα καμία. Έχει μιλήσει νωρίτερα βέβαια, ξεκίνησα ανάποδα για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, την πολιτική που έχουν συμβεί. Όσο περνά η ώρα θα καταλαβαίνεις καλύτερα τη σκοπιμότητα.

Στις 05 του Ιουλίου επανέρχεται λέγοντας πως το φθινόπωρο του ’77 έγινε μια συνεδρίαση με τους Κώστα, Φιόνα και Ντίνο κατά την διάρκεια της οποίας του δόθηκε η αποστολή ν’ αρχίσει μια πολιτική δουλειά στο εσωτερικό του χώρου της ‘Επιτροπής Πανεπιστημιακού Εστιατορίου’, από την οποία έχει αποσπαστεί ο Κάρλο, γιατί είναι φυγόδικος και ο Κώστας γιατί είναι πλέον πολύ γνωστός. ‘Σε αυτή τη δουλειά κινούνταν γύρω μου και συνεργάζονταν σ’ αυτό το έργο οι Μπίκο, Ανδρέας και ο Μαυρόπουλος Μίκης. Ήταν μια φάση κατά την οποία ετοιμαζόταν η οργάνωση για την μαζική σύγκρουση στην πρόβλεψη της διάρθρωσης διαδεδομένων ένοπλων σχηματισμών, Ομάδων, που θα δρούσαν στη φλωρεντινή πραγματικότητα. Ήταν η περίοδος που αγωνιστήκαμε για την εξάλειψη του θεσμού των ταυτοτήτων ελέγχου για να μπει κανείς στο φοιτητικό εστιατόριο.’Έγινε πρώτα μια κίνηση περιφρούρησης, επισημάνθηκαν και δικάστηκαν δύο σύντροφοι, ο Ινιάτσιο και η Στέλλα. Ακολούθως μπήκε σε εφαρμογή η επίθεση στο κέντρο έκδοσης ταυτοτήτων. Απασχολήθηκε μία ‘Ομάδα Πάλης’ με πολιτικό σλόγκαν ‘Να οπλίσουμε και να οργανώσουμε τις προλεταριακές ανάγκες’ με σκοπό να υποκινήσουμε παραπέρα μαζικές συσπειρώσεις. Αυτή η επιχείρηση καθοδηγήθηκε από την ομάδα μου. Συμμετείχαμε εγώ, η Ροσσάνα, η Τιάρα και ο Μίκης.’

‘Εκείνη τη χρονική στιγμή γινόντουσαν συνεδριάσεις για το πέρασμά μου στην οργάνωση, με τον Κώστα και την Φιόνα, στο σπίτι του Κώστα, στην οδό Φιεζολάνα, σε μία μόνο και με τον Ντίνο. Στην οδό Φιεζολάνα [ το σπίτι του Λουκά όπου έμενε και η Λέλα, αυτοί δεν συμμετείχαν στην συνεδρίαση]. Την άνοιξη του 78 γνωρίζω την Σάρα που θέλει πλέον να ζει μαζί μου.Πληροφορούμαι πως ανήκει στην οργάνωση.’

Βλέπετε λοιπόν, μέχρι στιγμής,για πολλοστή φορά. Άλλος του δίνει εντολές, άλλος αποστολές, άλλος έρχεται σε επαφή μαζί του.Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Γνωρίζει λοιπόν το κορίτσι, τα φτιάχνει μαζί της και σε όλη τη διάρκεια των απολογιών του,που ξεκίνησαν τον Γενάρη του ’80 και κράτησαν μέχρι τον Ιούλη αυτή η καϋμένη γνωρίζει τα πάντα, για όλους και για όλα, και του τα διηγείται με το νι και με το σίγμα! Κι ας τα έχουνε χαλάσει, κι ας γνωρίζει πως αυτός έχει μάλιστα αποχωρίσει. Συνεχίζει απτόητη και του εξιστορεί αυτά που συμβαίνουν και μαθαίνει, άγνωστο όμως με ποιον τρόπο!
Είναι απίστευτος, ανεκδιήγητος.

ερυθρές ταξιαρχίες 7

ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. Τον στέλνει ο Κώστας, Χριστούγεννα του ’77 στη Σαρδηνία, στο Σάσσαρι, για να κάνει επαφές και να δημιουργήσει ομάδα πυρός!
Πάπαλα.
Παίρνει μαζί του ένα κορίτσι για να τον φιλοξενήσει στο σπίτι της. ‘Βρίσκεται στο σκοτάδι η κοπέλα, εάν γνώριζε πράγματα για την οργάνωση ο Κώστας θα του το είχε πει!!!’
‘Συναντήθηκα με τους προαναφερόμενους δύο με το καθήκον να επιθεωρήσω τι τύπο δομών διέθεταν [όπλα, βάσεις], όμως αντιλήφθηκα ότι αυτοί δεν είχαν καμία διαθεσιμότητα κανενός είδους. Ανέφερα την περίπτωση στον Κώστα που αποφάσισε να μην γίνει τίποτα.’
‘Απ’ ότι καταλαβαίνω, το κορίτσι, η Νένα πρέπει να μπήκε στις ομάδες στη συνέχεια, κατά την περίοδο που εγώ απομακρύνθηκα από την Ομάδα Πάλης, και πιθανά μετά την γνωριμία με τον Ανδρέα’.

Αναφέρει πως την άνοιξη του ’78 έχει ήδη αποχωρήσει από ‘την ομάδα πάλης’. Παρ’ όλα αυτά μαθαίνει για καινούρια μέλη, ποιοι εισχωρούν στις ομάδες. Βλέπεις, του λένε τα πάντα κι ας μη συμφωνεί με την οργάνωση,
του λένε στρατηγικές ,ενέργειες επιθέσεις.
‘Ο Κώστας έκανε γνωστή την απαίτηση αυτονομίας καθεμιάς των ομάδων’.
‘Στην ανάγκη θα μπορούσε να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις και η Ρένα, αλλά αυτό μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης για τον λόγο ότι ήταν απροετοίμαστη στρατιωτικά.’

Συζητά με την Σάρα και τον Ανδρέα για τις επιχειρήσεις! Με τον Κώστα για την αναγκαιότητα ‘αυτοχρηματοδότησης’ των ομάδων! Τους επισημαίνει μάλιστα τα ιππικά πρακτορεία! ή αυτά λαχείων! Ξέρει πως ο Ανδρέας συντάσσει σχεδιαγράμματα και του τα δείχνει μάλιστα! Τελικά όμως αποφασίζει πως δεν είναι και τόσο σίγουρος εάν τα σχεδίασε ο Ανδρέας! Το βέβαιο όμως είναι πως του τα έδωσε! Και πως κατασχέθηκαν στο σπίτι του, στην Οδό Όρτι Οριτσελλάρι, μετά από την εισβολή στη Ντάτα Μάνατζμεντ και τις έρευνες της αστυνομίας! Δεν χρειάζεται να σας επαναλάβω πως όλα αυτά συμβαίνουν σε διάστημα που πλέον παραδέχεται πως απ’ την οργάνωση έχει αποχωρήσει!!!

Άντε, να πιστέψουμε πως η κοπελιά του, που δεν είναι πια κοπελιά του, του εκμυστηρεύεται πράγματα.
Αλλά και τα άτομα τα προσκείμενα στην κεντρική διοίκηση, σύμφωνα πάντα με τα δικά του λεγόμενα ;
Και το άλλο, με τον Τοτό ; το ξέρετε;
Εγώ τον έμπασα, τον έκανα και καθοδηγητή, και αρχηγό ή όπως αλλιώς τον ονομάσετε! Αι σιχτίρ! Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

ΛΈΕΙ : ‘Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αντίθετα από όσα ειπώθηκαν από εμένα σε προηγούμενες ανακρίσεις το απόγευμα της ημέρας της εισβολής στη Ντάτα Μάνατζμεντ δεν έμεινα στο σπίτι αλλά πήγα σε μια συνεδρίαση των ‘Ομάδων’ στην οδό ντει Μπάρντι, στο σπίτι που έμενε η Ροσσάνα και η Αντρέα, συνεδρίαση στην οποία πήραν μέρος τα μέλη της Ομάδας και συγκεκριμένα ο Μίκης, η Ροσσάνα, ο Ανδρέας,ο Λουκάς, η Άννα, εγώ και ο Μπίκο για να οργανώσουμε το τέλος της εκστρατείας κατά των κτηματικών εταιρειών. Θα κάναμε μια τελευταία εισβολή στην οδό ντελλα Βίνια Νουόβα. Την εισβολή έκαναν ο Μαυρόπουλος, ο Ανδρέας, η Ροσσάνα και ο Λουκάς. ‘Εγώ θα έπρεπε να κάνω την επί τόπου επιθεώρηση, πράγμα που δεν μπόρεσα γιατί την επομένη από την συνεδρίαση μεταφέρθηκα στη Διοίκηση της Αστυνομίας στη διάρκεια των επαληθεύσεων που ακολούθησαν την εισβολή στη Ντάτα. Ξέρω όμως ότι στην θέση μου τις επί τόπου επιθεωρήσεις τις έκανε η Άννα!’
Γνήσιος Βαρώνος ΜΥΝΧΆΟΥΖΕΝ!

ΈΧΕΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΊ ΤΟ ΜΈΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΕΩΝΙΆΣ ;

συνεχίζεται

DSC02243

στη φωλιά του κούκου

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ξ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 13

Αγαπώ πολύ αυτήν την πόλη. Υπάρχουν γύρω- γύρω οι αγαπημένες μου γωνιές. Η καρδιά όμως είναι το τετράγωνο πλατεία Σάντα Κρότσε, [ Piazza Santa Croce ], πλατεία  Σινιορία [Piazza Signoria ] με το Παλάτσο Βέκιο [ Palazzo Vecchio ], το Δημαρχείο δηλαδή και την Γκαλλερία Ουφίτσι, Galleria degli Uffizi ], το τεράστιο Μουσείο-Πινακοθήκη. Πάμε Πόντε Σάντα Τρίνιτα, [Ponte Santa Trinita] η γέφυρα της Αγίας Τριάδας, περνάμε το ποτάμι από την άλλη μεριά, φτάνουμε μέχρι την πλατεία ντέι Μότζι, Piazza dei Mozzi] διασχίζουμε την γέφυρα των Ευχαριστιών [Ponte alle Grazie] και επιστρέφουμε στην πλατεία του Τίμιου Σταυρού. Παραποτάμια και μη είναι η αγαπημένη περιοχή, η καθημερινή βόλτα που απλώνεται μέχρι την πλατεία του αγίου Μάρκου. Με χαριτωμένα δρομάκια, κίνηση, φασαρία, πολυκοσμία, εξαιρετικά κτίρια, μεγάλη ομορφιά.

Και πάνω από τα κεφάλια μας, ψηλά στους λόφους, ανεβαίνοντας από στριφογυριστούς κατάφυτους δρόμους, δρομάκια και μονοπάτια, το πανέμορφο Piazzale Michelangelo, το τεράστιο Πιατσάλε του Μιχαήλ Άγγελου. Μέχρι την Fortezza da Basso, το Κάστρο. Και πάλι κάτω.
Με ήλιο και συννεφιά. Η ομορφιά είναι ανίκητη.
Στο ξανάπα. Η καντίνα για την οποία ήδη μίλησα είναι εκεί κάτω, μέσα σε αυτό το μεγάλο τετράγωνο, πίσω ακριβώς από την πλατεία Mozzi. Εκεί, στην ίδια περιοχή, στη γωνία του δρόμου, στο ισόγειο, μες τη βουή κατοίκησα μια χρονιά. Έχω για παρέα τον γάτο που κάποιος φίλος μου δώρισε και ονομάζω Ερνέστο. Και του μιλώ με τις ώρες για τις εξελίξεις πίνοντας και καπνίζοντας, δεν παραλείπω να του αδειάσω κι εκείνου μια τζούρα!

Η πλατεία έχει κήπο. Στο δρόμο που την διασχίζει υπάρχει μπαράκι που για κάτι φεγγάρια το κάνουμε στέκι. Αργότερα μαθαίνουμε πως έχει γυριστεί ταινία εκεί, περίφημη. Του Mario Monicelli. Mε πλειάδα γνωστών την εποχή ηθοποιών που φωτογραφίες τους κοσμούν την εσωτερική του σάλα. Ugo Tognazzi, Philippe Noiret, Duilio del Prete, Gastone Moschin, η Όλγα Καρλάτου και ο Αντόλφο Τσέλι γυρίζουν κάμποσες σκηνές εκεί μέσα το 1975. ‘Οι εντιμότατοι φίλοι μου’ λέγεται η ταινία. ‘Amici miei’, έδωσε το όνομα και στο καφέ.
Έχει μείνει από αυτή τη ταινία γνωστή στην ιστορία εκείνη η στιγμή που οι φίλοι μας, μαζεμένοι στον σιδηροδρομικό σταθμό, χαστουκίζουν! τους ταξιδιώτες οι οποίοι σκύβουν από τα παράθυρα του τραίνου που αναχωρεί για να αποχαιρετήσουν φίλους και συγγενείς. Μες τα γέλια και την καλή χαρά.

Έχει καινούρια φλιπεράκια τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης εκείνους τους καιρούς κι έτσι μας κερδίζει. Και οι συμπαθέστατοι πρωταγωνιστές μας κοιτούν αφ’ υψηλού να σπάζουμε τα ρεκόρ μας, την μια μέρα μετά την άλλη.
Είναι τα χρόνια που ξεκινούν να ξεφυτρώνουν στην πόλη τα πρώτα μακροβιοτικά εστιατόρια και κάνουν αμέσως θόρυβο. Δύο για την ακρίβεια.
Θυμάμαι πολύ καλά το πρώτο διότι το επισκέπτομαι συχνά. Ένα μεγάλο υπόγειο, λιτά επιπλωμένο με ξύλο, στην συνοικία Σάντο Σπίριτο, διασχίζοντας το γεφύρι της Σάντα Τρίνιτα κόβεις αριστερά. Υπάρχει μεγάλη περιέργεια για τις ‘καινούριες’ τροφές και γεύσεις, δειλά -δειλά ξεκινά η κουβέντα για την σωστή διατροφή. Καταστήματα πάντως να πωλούν προϊόντα εναλλακτικά δεν υπάρχουν ακόμη, βιολογικά κλπ.
Λίγο νωρίτερα, κάποια μέτρα μακρύτερα, στην κεντρική πλατεία της γειτονιάς, μπροστά στην εκκλησία, γίνεται και η συναυλία των Άρεα.
Πίτα στον νεαρόκοσμο, μένω αποσβολωμένος με τις φωνητικές δυνατότητες αυτού του σπουδαίου Έλληνα καλλιτέχνη, του Δημήτρη του Στράτου. Έχουμε ακούσει πολλά να λέγονται γι αυτόν αλλά το να παρακολουθείς από κοντά συναυλία του είναι το κάτι άλλο. Τον έχουμε γνωρίσει λίγες μέρες νωρίτερα στο σπίτι γνωστού σου όταν ήρθε για να φιξάρει τα οργανωτικά θέματα που έχουν να κάνουν με το κοντσέρτο. Είναι συμπαθών της Avanguardia Operaia, τριγυρίζεις κι εσύ εκεί γύρω εκείνο τον καιρό και έτσι έχεις τα κονέ, τις διασυνδέσεις. Εσένα καλούν για καφεδάκι στο σπίτι που γίνεται η συνάντηση και με παίρνεις μαζί σου.

Έτσι έχουμε την μεγάλη τύχη να συναντήσουμε αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο και να τα πούμε από κοντά. ΑΦΉΝΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΊΑ ΤΟΥ ΠΝΟΉ ΛΊΓΑ ΧΡΌΝΙΑ ΑΡΓΌΤΕΡΑ ΣΤΗΝ Νέα Υόρκη, νικημένος από μια καιά ασθένεια. Στο Μιλάνο διοργανώνουν συναυλία οικονομικής ενίσχυσης για την θεραπεία του και μαζεύονται εκατό χιλιάδες νέοι. Πεθαίνει λίγες ώρες νωρίτερα και η ανακοίνωση γίνεται από τα μικρόφωνα στο συγκεντρωμένο πλήθος. Φαντάζεστε το κλίμα, την συγκίνηση !
Τέλος ‘70, αρχές του ογδόντα.
Φανταστικός άνθρωπος, μεγάλη παράσταση, υπέροχη βραδιά. Όταν παίζουν τη διεθνή με εκείνο τον μοναδικό, τζαζίστικο-ροκ τρόπο γίνεται χαμός!

area χαρά και επανάσταση

 

Νομίζω πως η συντροφιά μας φτάνει σιγά σιγά προς το τέλος της. Μέχρι να τελειώσουμε το κρασί μας θα σου μιλήσω για μια απαλλοτρίωση που κάναμε σε τράπεζα σε κωμόπολη έξω από την πόλη, στο βουνό.
Στις διάφορες δράσεις εκπαιδεύονται οι σύντροφοι σταδιακά, και θα περάσουν από όλες. Με μέτρο. Για να υπάρχει η σιγουριά και η απόδοση. Πάντα με άλλους εμπειρότερους θα δράσεις, θα κάνεις τα βήματα, όλα, ένα προς ένα. Από το απλό στο σύνθετο και πάει λέγοντας.

Αν εν τω μεταξύ μου έρθουν και άλλα πράγματα στο μυαλό που θα αξίζει να τα αναφέρουμε, εδώ είμαστε.
Νομίζω πως έδωσα παραστατικά, συνοπτικά, όλο τον αέρα που φυσούσε εκείνο το διάστημα. Το περιεχόμενο των ημερών, την καθημερινότητά μας. Ένα ημερολόγιο στάθηκε η κουβέντα μας ζωής και αγώνα, έρωτα, δράσης, σχέσεων, σκέψης. Ένα ημερολόγιο αυτονομίας, και όχι μόνο.
Το άνοιγμα προς το μέλλον ήδη από το παρόν.

Απαλλοτριώσαμε καταστήματα πολυτελείας και υπεραγορές, επιτεθήκαμε σε σταθμούς αστυνομίας, ιδιωτικής και κρατικής και πυρπολήσαμε τα μέσα με τα οποία καταστέλλει, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα καραμπινιέρων και σε κομματικά γραφεία, απαλλοτριώσαμε τράπεζες και οπλοπωλεία. Και πάνω απ’ όλα, βάλαμε αλληλεγγύη και ελευθερία στη ζωή μας! Αυτοδιάθεση.

Smoke on the Water, Deep Purple.

Ανοίγω όμως μια μικρή παρένθεση, αυτό που σου έλεγα νωρίτερα. Πριν αναφερθούμε λοιπόν στην ληστεία ας δώσουμε την συνέχεια της αφήγησης του ταξιδιού προς Montalto di Castro.
Επιστρέψαμε στην Φλωρεντία λοιπόν. Λίγες μέρες αργότερα, ενώ φεύγω από την σχολή πέφτω πάνω στην Πάολα, φιλενάδα της Ρέα στην ομάδα με τις φεμινίστριες, μια από τις περισσότερο ενεργές αγωνίστριες.
Μου ζητάει τον λόγο που ‘άρπαξα τη φιλενάδα μέσα από τα χέρια της’ εκείνο το απόγευμα! Βλέπεις, εμφανίστηκα σαν φάντης μπαστούνι από το πουθενά, είχαν σκοπό να την φύγουνε μαζί!

Περνάμε από την βινερία, [κρασάδικο], που έχει ανοίξει λίγο πριν το σπίτι μου και είναι πάνω στον δρόμο μας, πίνουμε και τσιμπάμε κάτι μεζεδάκια, είμαστε και οι δυο νηστικοί από το πρωί. Καταλήγουμε κάποια στιγμή στο κρεβάτι. Να πω το κρίμα μου, το έχω απωθημένο, μου αρέσει από ανέκαθεν πάρα πολύ. Δυνατός χαρακτήρας, εκρηκτική και πολύ χαριτωμένη. Έχουμε μια σχέση πολύ τεταμένη. Ίδιοι κατά βάθος, στα καλά και τα κακά. Βαράτε με κι ας κλαίω.
Το διαμερισματάκι στο οποίο μένω αυτό το διάστημα είναι μια κούκλα. Στο ισόγειο υπάρχει ένα μικρούλη κατάστημα. Αργότερα οι σύντροφοι το νοικιάζουν και το δουλεύουν φωτοτυπικό. Ανεβαίνεις μερικές σκάλες και υπάρχει η είσοδος του σπιτιού μας. Λίγες σκάλες ακόμη και βρίσκεσαι στον κυρίως χώρο. Πλήρως και πολύ μοντέρνα επιπλωμένο. Σαλόνι τραπεζαρία μαζί, μπάνιο τουαλέτα στην μέση και υπνοδωμάτιο μετά. Υπάρχει το παράθυρο που βλέπει στο μπροστινό δρομάκι και παράθυρο στο υπνοδωμάτιο σε αυλή, ακάλυπτο χώρο με τον οποίο δεν έχουμε επαφή.

Στο καθιστικό υπάρχει σκάλα ξύλινη που σε ανεβάζει σε σοφίτα, μέσα στο διαμέρισμα που είναι πολύ ψηλοτάβανο και την χωρά άνετα. Είναι ένα επιπλέον δωμάτιο ύπνου κλπ, χωρά ένα τεράστιο κρεβάτι με κομοδίνα από τις δυο του πλευρές. Όλα τα δωμάτια είναι κοινά στα δύο αγόρια και στο κορίτσι που μοιραζόμαστε το διαμέρισμα. Δεν υπάρχει δικό μου και δικό σου. Κοιμόμαστε όπου βρούμε βασικά. Συνήθως, όποιος έχει παρέα χρησιμοποιεί την σοφίτα. Μοιραζόμαστε τα πάντα, ακόμη και τα ρούχα για όλο το διάστημα που μένουμε μαζί, νομίζω κοντά στα δυο χρόνια, ίσως και λίγο παραπάνω.

Το «Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις», είναι ένα από τα καλύτερα και πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του Λέο Μπουσκάλια. Είναι ένας ολόκληρος θησαυρός και μία ατελείωτη πηγή έμπνευσης, θάρρους και αποφασιστικότητας για όλους όσους αναζητούν μία καινούρια διάσταση στην προσωπικότητα τους και στη ζωή τους μέσα από τους δρόμους της κατανόησης και της αγάπης. Καθηγητής της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια, ψυχολόγος και συναρπαστικός ομιλητής, ο Μπουσκάλια σε καθηλώνει και σε μεταμορφώνει με τα βιβλία του, που όλα σχεδόν πηγάζουν από ομιλίες, διαλέξεις και ελεύθερες συζητήσεις μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, «φωνάζει, μιμείται, γελά, δακρύζει και κλαίει», γράφει ένας σχολιαστής και συμπληρώνει: «Το να παρακολουθείς το Μπουσκάλια να μιλά είναι σαν να κουβεντιάζεις μ’ έναν παλιό φίλο πάνω σ’ ένα κοινό και ποθητό θέμα».

Jefferson Airplane – White Rabbit (Grace Slick, Woodstock, aug 17 1969)

Εκεί λοιπόν μας βρίσκει αργά το βράδυ η Ρέα. Μας έχει πάρει ο ύπνος κάποια στιγμή. Κουνά το κεφάλι και φεύγει. Έχουν προηγηθεί στιγμές θύελλας, έρωτα γέλιου νεύρου θρήνου, όλα μαζί. Είμαστε και οι δύο κάτσε καλά, έρως και θυμός, αγάπη και αντιπαλότητα μαζί, έχουμε και την Ρέα κοινή φιλενάδα και αγαπημένη. Φωνές, θυμός, κραυγές, χαστούκια, φιλιά! Είναι και η θέση της τέτοια, υπάρχει αυτή η αντιπαλότητα που έχει ξεσπάσει, στα φόρτε της αυτή ακριβώς τη στιγμή ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια. Απ’ την άλλη μοιραζόμαστε τους ίδιους κινδύνους όλοι, ένα μπλέξιμο γενικότερα. Νιώθουν διχασμό τα κορίτσια μέσα τους.

You say love is a temple, love a higher law
Love is a temple, love the higher law

You ask me to enter, but then you make me crawl
And I can’t be holding on to what you got
When all you got is hurt       
One love, one blood
One life, you got to do what you should
One life with each other
Sisters, brothers

One life, but we’re not the same
We get to carry each other, carry each other
One
One
                                    U2                                                                             

Και δίνονται και δεν δίνονται, ψάχνονται και μεταξύ τους, υπάρχουν οι σκληρές που ούτε τον λόγο μας απευθύνουν στα ξαφνικά, που να συζητήσεις για σχέσεις!
Δεν την ξεχνώ ποτές. Δεν γίνεται να συμβιώσουμε. Το παλιό έχει ξεψυχήσει μα το καινούριο είναι πολύ άγουρο. Δύσκολα νικιέται ο εγωισμός, τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες. Η κτητικότητα.
Πάντως προχωράμε.
Δεν κάναμε ποτέ σχέση, είναι αδύνατον, φτάνει η παρέα, δεν γίνεται και παραπάνω.
Πολύ ενέργεια και στις δύο πλευρές, απαγορευτική.
Κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω.

AC/DC – Thunderstruck (Live – River Plate – Concert Clip)

Η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά πλέον. Ήδη η ανεμελιά προηγούμενων εποχών έχει παρέλθει οριστικά. Έχουν σοβαρέψει τα πράγματα θεαματικά, αλλάζουμε και εμείς με τον καιρό μαζί με τα καινούρια μας καθήκοντα. Είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση. Προσέχουμε τα βήματά μας, τις διαδρομές. Τώρα το βλέμμα είναι καρφωμένο πίσω από την πλάτη. Από καιρό δηλαδή, τώρα όμως έχουμε αρχίσει να το συνειδητοποιούμε σε όλο του το εύρος.
Εδώ και χρόνο οι συνήθειες έχουν αλλάξει.
Οι αισθήσεις γίνονται ολοένα οξύτερες.
Ασχολούμαστε όλο και περισσότερο με τα όπλα, όλο και συχνότερα. Αυτό αυξάνει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, την επιφυλακή.

Οι χαρούμενες εκδρομούλες στη φύση, συνδυασμένες με πικ νικ έχουν αντικατασταθεί από εξορμήσεις σε περιοχές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, απομονωμένες και δύσβατες για να γίνεται ακίνδυνα η πρακτική εκπαίδευση στα όπλα. Στήνουμε λοιπόν κανονικές επιχειρήσεις που απασχολούν ολόκληρη την μέρα μας για να πάμε και να γυρίσουμε με ασφάλεια, από ξεχωριστούς δρόμους άνθρωποι και εξοπλισμός.
Που πρέπει επίσης να συντηρούμε, στην πόλη, ανά τακτά διαστήματα κλπ. Όπως καταλαβαίνεις, για να φτάσεις εκεί που φυλάγονται, ας πούμε για να τα καθαρίσεις, πρέπει να πάρεις όλες τις απαραίτητες επιχειρησιακές προφυλάξεις. Είναι δράση.
Είσαι πλέον μάχιμος ολοένα και συχνότερα, σχεδόν σε καθημερινή βάση, τις περισσότερες ώρες της μέρας.

Αλλάζει η ψυχολογία, η ψυχοσύνθεση, ο χαρακτήρας.
Έχει συγχρόνως ξεκινήσει η επιδρομή της ηρωίνης, αποδεκατίζει εκατοντάδες νέους σε κάθε πόλη. Και όχι μόνο αυτό. Μαζί με τα κορμιά χάνονται και οι συνειδήσεις, εξίσου τραγικό. Σου ξαναλέω, για τους αναγνώστες κυρίως, εσύ ήσουν εκεί και τα έζησες, καταλαβαίνεις καλύτερα, τα είδες με τα μάτια σου.
Ο διάλογος για την αυτονομία, την επανάσταση και την ένοπλη εκδοχή της διεξήχθη δημόσια. Κυριολεκτικά.
Για πολλά χρόνια, ένα μεγάλο διάστημα.

The Rolling Stones – Sister Morphine (RARE LIVE VERSION)

Πήρε μέρος πλήθος κόσμου, χιλιάδες άνθρωποι σε κάθε γωνιά της χώρας, και στην πιo απομακρυσμένη. Αυτό συνεπάγεται πως στην ανατρεπτική διαδικασία αναμίχθηκαν αμέτρητοι άνθρωποι. Όσο τα πράγματα σοβαρεύουν και οξύνονται, πολλοί από αυτούς κάνουν πέρα, μπαίνουν στην άκρη, δεν αντέχουν την ευθύνη. Δεν είναι μομφή, είναι γεγονός.
Όταν λοιπόν εισβάλλει στην καθημερινότητα ορμητική η ηρωίνη, με ότι αυτό συνεπάγεται, χιλιάδες εξολοθρεύονται. Είναι πλέον όμηροι της. Αιχμάλωτοι. Επιρρεπείς σε κάθε εκβιασμό.
Έχει χαθεί η συνείδηση, οι αρχές κρατούν στο χέρι ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας, έτοιμο στα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει δόση στο ….θάνατο!

Πιόνια, για να τους παίξεις στα ζάρια. Εν δυνάμει πληροφοριοδότες, στ’ αλήθεια και στα ψέματα. Με την πρώτη ευκαιρία θα συνεργαστούν στην εξόντωση των μαχητών.
Ότι κινείται, εκτελείται !
Για το κράτος, με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ξεφορτώνεται ένα μεγάλο κομμάτι δυνητικών αντιπάλων, διασπά το μέτωπο του αγώνα, δημιουργεί σύγχυση και δυσπιστία, σπέρνει διχόνοια, δημιουργεί συγχρόνως δεκάδες ρουφιάνους. Κι όταν εξ αιτίας της καταστολής και της κατάληψης του δημόσιου χώρου από τα στρατεύματά της, τεράστιες δυνάμεις καραμπινιέρων και αστυνομίας κινητοποιούνται και καταλαμβάνουν τις πόλεις, εμποδίζονται τα ντήλια, τότε μεγάλο κομμάτι της ποινικής παρανομίας που είχε παραμείνει αμέτοχο, συντάσσεται και αυτό με τη υποταγή την ρουφιανιά και την αντεπανάσταση για να κερδίσει χαμένο έδαφος. Περνά με το μέρος της εξουσίας, χρησιμοποιείται κατά κόρον ενάντια στους ανατροπείς, διευκολύνοντας αφάνταστα τον πόλεμο ενάντια στην ελευθερία και τους αγωνιστές και μαχητές της.

Έχουμε ταυτόχρονα και τους νεκρούς ανάμεσα στις γραμμές μας.
Οι σύντροφοι γνωριζόμαστε από χρόνια, είμαστε όλοι κοινωνικοί αγωνιστές, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σύντροφος βρίσκεται από κάτω. Σε όλα τα μετερίζια. Έχουμε αναπτύξει δεσμούς χρόνιους με όλα τα κινήματα, σε κάθε διεκδίκηση.
Μεγαλώνουμε ξαφνικά δεκαετίες.
Δεν είναι εύκολο πράγμα.
Τα χρόνια της αθωότητας έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, κάποιο νήμα έχει σπάσει.
Πρέπει να προσαρμοστούμε στα καινούρια δεδομένα, δεν το καταφέρνουν όλοι.

Κακά τα ψέματα, δεν ταιριάζουν σε όλους οι μεγάλες αποφάσεις, οι ζόρικες..
Το διαπιστώνουμε, το αναφέρουμε.
Χρειάζεται αναδίπλωση. Γίνεται κουβέντα μεγάλη. Κίνδυνος διάσπασης.
Αντέχουμε.
Ξεκινούν οι συλλήψεις. Συνεχίζεται η συζήτηση εντός των τειχών. Παρένθεση:

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 1

Ένας αντικαπιταλιστής, αγαπημένος ακτιβιστής, τραγουδά, ήδη από το 2007 :
Serj Tankian Empty Walls

Your empty walls
Pretentius attention
Dismissive apprehension
Don’t waste your time, on coffins today
when we decline, from the confines of our mind
Don’t you see their bodies burning ?
desolate and full of yearning
dying of anticipation
choking from intoxication
I want you
to bee
left behind those empty walls
Told you
to see
from behind those empty walls
Those empty walls
I loved you
yesterday, before
you killed my family.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, τραγουδάμε το 1975, μαζί με τον Eugenio Finardi :

‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

  • Συνεχίζουμε: Με λίγα λόγια, μέχρι το ‘80 ας πούμε. Νωρίτερα; Μέχρι την απαγωγή Μόρο ;
    Δεν έχει σημασία, μέχρι τότε λοιπόν, την πρωτοβουλία στις κινήσεις την έχουν οι επαναστάτες στις διάφορες μορφές που αυτή εμφανίζεται. Στη συνέχεια αναλαμβάνει το κράτος.
    Από το ‘83 και μετά αρχίζει η κατάρρευση, οριστικά.
    Στο ενδιάμεσο, το επαναστατικό κίνημα μπορεί και οργανώνει αντεπιθέσεις. Από το ‘85 και μετά σχεδόν τελειώνουν όλα, σπασμωδικές κινήσεις. Κι όποιος αντέξει.

Desaparecido, Manu Chao.

Για δες πως τρέχουν τα γεγονότα  :
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου‘13 , αντιγράφω:

‘ομάδα ελεύθερων πολιτών έκανε επίθεση τα ξημερώματα της Κυριακής στο εργοτάξιο της εταιρείας Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές Χαλκιδικής. Σύμφωνα με τις δυνάμεις κατοχής, οι ελεύθεροι πολίτες προκάλεσαν ζημιές σε μηχανήματα, κοντέινερ και οχήματα της εταιρείας.

Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συλλάβουν κανέναν από τους επιτιθέμενους και οι ελεύθεροι πολίτες παραμένουν ελεύθεροι, δίνοντας κουράγιο και ελπίδα στους σκλαβωμένους Έλληνες.
Τα καθεστωτικά μέσα μεταδίδουν την είδηση της επίθεσης, αν και έχουν αποκρύψει εντελώς τις αντιδράσεις και τις διαδηλώσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην επέκταση των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων και τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων από τις δυνάμεις κατοχής.
Η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός έχει ξεσκιστεί να βάζει διαφημίσεις σε διάφορα ΜΜΕ, ώστε να εξαγοράσει τη σιωπή τους.
Άρα, η επίθεση των ελεύθερων πολιτών κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη, αφού αναγκάζει τα καθεστωτικά μέσα να μεταδώσουν την είδηση της επίθεσης, αν και τη μεταδίδουν με άπειρα ψέματα.

Τώρα αναμένουμε την προκήρυξη της ομάδας των ελεύθερων πολιτών για να μάθουμε την αλήθεια και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί στην υγειά τους.
[έτσι πρέπει να γράφονται αυτές οι χαρμόσυνες ειδήσεις. Στέλνω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς σε όλους τους ελεύθερους πολίτες. Καλή λευτεριά και στους υπόλοιπους.]

Freedom, Richie Havens.

  • Διασχίζουμε τη γειτονιά του Σάντο Σπίριτο, από το ποτάμι προς τα επάνω και βγαίνουμε από την πόλη, ξεκινάμε να σκαρφαλώνουμε τα υψώματα από τον επαρχιακό δρόμο. Έχουμε μια ώρα δρόμο και χαλαρώνουμε θαυμάζοντας το περιβάλλον. Φτάνουμε στη μικρή πολιτεία, περνούμε την μεγάλη πλατεία με τα σκαλιά και την εκκλησία, αφήνουμε το αυτοκίνητο με τον οδηγό στο προκαθορισμένο μέρος, στη στροφή ακριβώς. Απέναντι είναι η τράπεζα, κρυμμένη από αυτό το σημείο του δρόμου.

Γνωρίζουμε πως Παρασκευή σαν σήμερα, νωρίς το πρωί, η τράπεζα είναι γεμάτη χρήμα. Υπάρχουν μεγάλα αγροκτήματα στην περιοχή και κάμποσα εργοτάξια, την συγκεκριμένη μέρα γίνονται οι πληρωμές. Γνωστός μας που δουλεύει καιρό σε αυτά τα μέρη, σε ανύποπτο χρόνο, το έχει πληροφορηθεί από άνθρωπο με τον οποίο συναντήθηκε κάποιες φορές και είναι υπάλληλος τραπεζικός, σε κοντινό υποκατάστημα.
Την περιοχή την έχουμε επισκεφτεί τη χρονική περίοδο και μέρα που μας ενδιαφέρει πολλές φορές, έχουμε χαρτογραφήσει τα πάντα σε κάθε λεπτομέρεια και έχουμε καταστρώσει εναλλακτικό σχέδιο διαφυγής επίσης.

Σε παράδρομο, στην είσοδο της μικρής αυτής πόλης υπάρχει το αυτοκίνητο με το οποίο θα αποχωρήσουμε. Σύντροφος που οδηγεί κλεμμένο το ίδιο πρωινό αμάξι της τηλεφωνικής κρατικής εταιρείας, φορτηγάκι που επιμελείται τις βλάβες, στον ίδιο δρομάκο μας παραδίδει νωρίτερα τον οπλισμό και όλα τα σύνεργα που θα μας κάνουν αγνώριστους, μπουφάν, μουστάκια και περούκες Εκεί στα γρήγορα γινόμαστε άλλοι άνθρωποι και προσεγγίζουμε ήσυχα την τράπεζα.

Μικρό και βολικό υποκατάστημα, με πολλά χρήματα αυτή την στιγμή. Εισβάλουμε στο λεπτό δείχνοντας απλώς πως είμαστε οπλισμένοι, ένας παρακολουθεί από την πόρτα, ένας επιβλέπει στο εσωτερικό τους δυο πελάτες και τους υπαλλήλους την ώρα που ο τρίτος συγκεντρώνει στην τσάντα του τα χρήματα.
Όλα τελειώνουν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Την ίδια ώρα έχουν εξουδετερωθεί από τον άλλο μας σύντροφο τα τηλέφωνα της περιοχής, έτσι γνωρίζουμε πως η ειδοποίηση των αρχών θα καθυστερήσει.

Απομακρυνόμαστε ήρεμα προς τον γνωστό μας παράδρομο. Παραδίδουμε εξοπλισμό, σύνεργα και χρήματα στον σύντροφό μας που αποχωρεί με το φορτηγάκι του. Όσοι τον δουν στον δρόμο θα πιστέψουν πως βρίσκεται στην περιοχή για να επιβλέψει την διόρθωση των τηλεφωνικών γραμμών. Εμείς θα επιστρέψουμε στην πόλη άνετοι και πεντακάθαροι, από δρόμο δευτερεύουσας κυκλοφοριακής σημασίας, για όλα τα ενδεχόμενα.
Ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα πηγαίνουν πρίμα. Στην κωμόπολη φτάσαμε απαρατήρητοι και φεύγουμε με τον ίδιο τρόπο. Τα χρήματα και ο εξοπλισμός το ίδιο.

Το βαν του τηλεφωνικού συνεργείου έχει κλαπεί τα χαράματα από το μέρος που το αφήνει ο υπάλληλος της τηλεφωνικής εταιρείας κάθε νύχτα. Όταν αντιλαμβάνεται το πρωί την κλοπή πριν πάει στην δουλειά, εμείς την ίδια σχεδόν ώρα, διαπράττουμε την ληστεία χιλιόμετρα πολλά μακριά. Μέχρι να ξεκινήσουν οι έρευνες της αστυνομίας ο σύντροφός μας είναι ήδη ασφαλής όπως και το πολύτιμο για εμάς περιεχόμενο του αυτοκινήτου.
Φτάνοντας στην πόλη διασκορπιζόμαστε στις δουλειές μας. Στο δρόμο έχουμε ξεμακιγιαριστεί τελείως, στα σπίτια αλλάζουμε τα ρούχα μας, χαλαρώνουμε και ξεχυνόμαστε στις συνηθισμένες μας ασχολίες.
Συναντιόμαστε το μεσημέρι για φαγητό στην ταβέρνα της Βία ντει Νέρι, σου μίλησα νωρίτερα, έχουμε φάει και μαζί εκεί. Αυτή του Μάριο είναι κλειστή για λίγες μέρες, κάποιες εργασίες συντήρησης βλέπεις.

Μη μου ζητάς τραγούδια
χθεσινά ξαναφορεμένα
μην ψάχνεις τα φεγγάρια
τα παλιά τα περπατημένα.
Η ζωή
ξεκινά δυνατά και πατά
σ’ άλλους γαλαξίες
συγχωρεί
τους πολύ τολμηρούς
τους τρελούς και τις αξίες
η ζωή
τρέχει μ’ έτη φωτός
ο καιρός δεν την τρομάζει
προχωρεί
και γι’ αγάπες παλιές
ούτε που το κουβεντιάζει.
Μη μου ζητάς θυσίες
αρκετές έκανα για σένα
έχω πολλές αιτίες
που κρατώ το αύριο για μένα.

Η όρεξή μας φυσικά είναι μεγαλύτερη από το κανονικό, συζητάμε για άσχετα θέματα, εμφανώς χαρούμενοι μιας και τα χρήματα από τη σημερινή δράση εξασφαλίζουν τα έξοδα της οργάνωσης και των ομάδων για μεγάλο διάστημα.
Πριν γυρίσω στο σπίτι έχω να κάνω κάποια ψώνια, ανεβαίνω τον δρόμο προς τα πάνω, διασχίζω την πλατεία των Ευγενών, μπροστά από το Δημαρχείο. Έχει κόσμο στα portici, στο μουσείο. Πόσες φορές δεν μαζέψαμε αγόρια και κορίτσια, τα προηγούμενα χρόνια από εκεί για να εξασφαλίσουν στέγη ζεστή κάποιες νύχτες των ταξιδιών τους.

Συνηθίζουν να απλώνουν τους υπνόσακους κάτω από τα φιλόξενα υπόστεγα για να περνούν τη νύχτα τους οι ταξιδευτές. Βέβαια, τώρα όλα αυτά έχουν δραματικά μειωθεί. Λίγο τα σκληρά ναρκωτικά έχουν δημιουργήσει κλίμα καχυποψίας στις τάξεις των συντρόφων, των νέων γενικότερα. Είναι και η φάση που έχει σοβαρέψει ριζικά και χρειάζεται γενικότερα προσοχή, τις διεισδύσεις φοβόμαστε δηλαδή, δεν ξέρεις από που μπορεί να σε βρει το κακό.
Εντάξει, τα διαμερίσματά μας είναι καθαρά, άσκοπες συζητήσεις δεν γίνονται πουθενά, όμως, όπως και νωρίτερα κατάλαβες από τα λεγόμενα, το κλίμα δεν είναι εκείνο το χαλαρό και ανέμελο των περασμένων χρόνων. Όταν τα πράγματα σοβαρεύουν μια γενικότερη αλλαγή στους κώδικες συμπεριφοράς και στην νοοτροπία είναι αναπόφευκτη, και αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές αυθόρμητα, δίχως συζήτηση, και σχεδόν χωρίς το καταλαβαίνεις, απλώς συμβαίνει, δίχως τυμπανοκρουσίες και …βεγγαλικά. Απλά συμβαίνει.

Έχουμε πάντως γνωρίσει με αυτόν τον τρόπο άπειρο κόσμο ο οποίος αργότερα μας καλεί στη γενέτειρά του για να ανταποδώσει τη φιλοξενία.
Μου μένει αξέχαστη η νύχτα που με δυο κορίτσια και το αγόρι από το Τορίνο ξημερωνόμαστε κάτω από τα υπόστεγα στο γεφύρι Βέκιο καίγοντας, κομμάτι-κομμάτι τα τρία ρολά υγείας που κουβαλούν για τις ανάγκες τους! Μια παγωμένη κυριολεκτικά νύχτα του χειμώνα που το κρύο περονιάζει αλλά η ανάγκη και χαρά για παρέα δεν νικιέται με τίποτα. Ποιος μένει ακριβώς στη συνοικία από εκεί πίσω και μας ανεβάζει σχεδόν με το στανιό να μας κοιμίσει σπίτι του, με το χάραμα, αυτό δεν το θυμάμαι.
Μια σουρεαλιστική εικόνα, πέρα από την πραγματικότητα, κάποιων νεαρών μέσα στη νύχτα, πάνω από το πνιγμένο στην ομίχλη ποτάμι, να καίνε μικρά κομματάκια χαρτί για να ζεσταθούν! Με τα χέρια απλωμένα πάνω στην φωτίτσα την τοσοδούλα, δήθεν για να νικήσουν το κρύο!

‘Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α.Μάνθος’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

CANCELLI DELLA MEMORIA 5 καγκελόπορτες της μνήμης 5, καταλήγοντας

Λίγα μέτρα απόσταση υπάρχει ένας παράδρομος που κατεβάζει προς το ποτάμι, κάτω από την γέφυρα ντέλλε Γκράτσιε, εκατό μέτρα από το σπίτι μας. Κάποιο απόγευμα, λίγους μήνες αργότερα, είναι πλέον ζεστή άνοιξη, έχουμε σταματήσει το αυτοκίνητο στη γωνία, ακριβώς μετά την είσοδο αυτού του χωματόδρομου, στην αρχή της κατηφόρας. Στρίβουμε τσιγάρο και ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμο και πάω να το ανάψω, μας την πέφτουνε οι μπάτσοι. Μου το παίρνουν μέσα από τα χέρια, είμαστε τρεις και εγώ κάθομαι πίσω μοναχός. Ζητούν στοιχεία και κάνουν έλεγχο από τον ασύρματο. Από τις κουβέντες τους καταλαβαίνουμε πως έχουν πληροφορίες για κάποιο ντήλι που γίνεται εκείνη την ώρα κάπου κάτω από το γιοφύρι και μας περνούν για τους ύποπτους.

Τζίφος, έξω από το τσιγάρο αυτό δεν υπάρχει τίποτα άλλο, μας αφήνουν αμέσως και συνεχίζουν. Το ωραίο είναι πως μου επιστρέφουν στα χέρια το τζόϊντ πριν απομακρυνθούν. Κι εμείς συνεχίζουμε το δρόμο μας, με το κάρο και το αναμμένο πλέον τσιγαράκι!
Στάθηκε μεγάλη καμπάνα για μας το γεγονός, από εκείνη τη μέρα η προσοχή μας αυξήθηκε κατακόρυφα, τέρμα και τα δίφραγκα. Τα ρίσκα ελαχιστοποιούνται σημαντικά, η προσοχή αυξάνεται ραγδαία, οι κεραίες ξεσκονίζονται πλέον ολοσχερώς.
Και για να μη σου πολυλογώ, δεν περνά ούτε βδομάδα, κατεβαίνω με παρέα τα σκαλιά πιτσερίας κοντά στην σχολή, καινούριο μαγαζί και στέκι ,[μόλις τώρα διαπιστώνω πως στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι χώροι στους οποίους συχνάζουμε, για παράδοξο λόγο, είναι υπόγεια!] βλέπω ένα τύπο στο βάθος να πετάγεται απάνω και να αλλάζει θέση, με την πλάτη στον τοίχο. Είναι ο αξιωματικός που ηγείτο της επιχείρησης στο ποτάμι! αυτός που μου επέστρεψε το τσιγάρο. Περισσότερο τσιτωμένος αυτή τη φορά!
Το καμπανάκι γίνεται καμπάνα! Οι καιροί λοιπόν έχουν αλλάξει οριστικά. Τα κεφάλια μέσα!

The Unforgiven, Mettalica.

Αυτή είναι η εξαετία μου Μιχάλη στην πόλη.
Που από πόλη των ονείρων γίνεται και του εφιάλτη.
Διακόπτεται απότομα. Ανωτέρα βία.
Η δίωξη ξεκινά και για μένα οριστικά πλέον, βρίσκομαι αυτοεξόριστος στο εξωτερικό. Από καθαρή τύχη, όπως κι εσύ επίσης, στο κάτω κάτω.
Το αστέρι μου με τραβά έξω από το στόμα του λύκου κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.
Μέχρι τον Μάρτη του ‘78 δημιουργούμε. Πενήντα μέρες μετά όλα έχουν αλλάξει, εμείς η κοινωνία, ο ίδιος ο αντίπαλος. Μάλλον όχι, αυτός δεν έχει αλλάξει, βγάζει απλά την μάσκα που φοράει.
Από εδώ και μπρος απολογούμαστε, προς την κοινωνία, τους εαυτούς μας.

Η ζωή γίνεται πολύ δύσκολη, ασφυκτική. Η ένταση φοβερή. Η πίεση αφόρητη.
Θα σου θυμίσω το περιστατικό που μου συμβαίνει κοντά στην πλατεία Μότζι, στην αγαπημένη μου διαδρομή με αυτοκίνητο, κατεβαίνουμε από ψηλά το Πιατσάλε προς την πόλη, με πεντακοσαράκι, τρεις φίλοι.
Πέφτουμε πάνω σε μπλόκο, αστυνομία ή καράμπα, δεν θυμάμαι.

Στριμωγμένοι μέσα στο αυτοκινητάκι με τις κάνες των όπλων κυριολεκτικά καρφωμένες πάνω μας. Ζητούν χαρτιά και τους τα δίνουμε. Αργούν πολύ να τα επιστρέψουν. Ανοιχτά παράθυρα καταχείμωνο, παγωνιά, αρχίζουμε να τουρτουρίζουμε. Η ένταση χτυπά κόκκινο, ζητώ να βγω, να κουνηθώ λιγάκι, μου επιτρέπουν. Πολύ προσεκτικά, με τα χέρια στο κεφάλι, για σιγουριά, κολλημένα, βγαίνω έξω. Πηδώ πάνω κάτω, κρύο, ένταση, τι να σου πω. Ο αξιωματικός τσιτώνει παραπάνω, μου κολλάει το πολυβόλο στα πλευρά την ώρα που ακούγεται η εντολή από τον ασύρματο να μας αφήσουν να φύγουμε.
Ανακούφιση για όλους, κι εμάς και αυτούς.

Λίγες μόλις μέρες νωρίτερα τα δελτία ειδήσεων έχουν βουίξει για τον πρόεδρο των μιλανέζων βιοτεχνών που έχασε τη ζωή του με τον πιο ηλίθιο τρόπο. Εξαιτίας ακριβώς αυτής της πίεσης για την οποία μιλάμε. Από ένα τερτίπι της μοίρας.
Ανθρώπινο λάθος, παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα βρίσκουν πάντα να το ονομάσουν έτσι που να ακούγεται αθώο.
Ανάπηρος, δίχως χέρι, πέφτει σε μπλόκο. Κάνει να βγάλει από το ντουλαπάκι τα χαρτιά του, το μεταλλικό στοιχείο στη θέση του χεριού αστράφτει στο φως της λάμπας του στύλου κάτω από τον οποίο έχουν ακινητοποιήσει το αμάξι του.
Μπαμ και κάτω. Μέχρι το όργανο να αντιληφθεί το λάθος το κακό έχει γίνει. Αυτό που γυαλίζει στο φως δεν είναι όπλο αλλά τεχνητό μέλος. Ο νεκρός δεν είναι ο στυγνός τρομοκράτης, δυστυχώς. Κι επειδή είναι ευπόληπτος γίνεται και ντόρος. Όταν όμως ο νεκρός είναι κάποιος φτωχοδιάβολος….

Αυτό είναι το κλίμα. Σου ξαναείπα δε για τις τόσες ενέδρες που στήνουν σε συντρόφους εκτελώντας εν ψυχρώ. Λόγος δε δόθηκε ποτέ.
Έτσι σιγά σιγά πεθαίνει αυτό που είναι το μεγαλύτερο αντάρτικο κίνημα, πείραμα στη σύγχρονη Ευρώπη, ίσως στην οικουμένη ολόκληρη, αν εξαιρέσεις τα απελευθερωτικά του Τρίτου Κόσμου.
Τώρα τελευταία άρχισαν να γράφουν τις εμπειρίες τους οι σύντροφοι για να τις μεταφέρουν στην κοινωνία. Ότι γράφτηκε νωρίτερα είναι από τρίτους. Σκέψεις, απόψεις, προσπάθεια ανάλυσης, καμιά φορά και εμπειρίες άμεσα εμπλεκόμενων που μεταφέρονται μέσω άλλων, όπως στην περίπτωση του Μπαλεστρίνι που σαν κι εσένα έτσι κι εκείνος έζησε μέσα στα γεγονότα δίχως να έχει εμπλακεί άμεσα σε επιθετικές δράσεις.

Εμπειρικά βιβλία γράφονται λοιπόν τώρα τελευταία. Και η δική μας προσπάθεια θα προσφέρει στον διάλογο, θα σταθεί πετραδάκι που θα σχηματίσει το μωσαϊκό.
Εγώ διηγήθηκα. Εάν μου πεις να στρώσω τον πισινό μου, να παλουκωθώ και να γράψω, αδυνατώ. Κάνε το εσύ λοιπόν για μένα, αν τα καταφέρεις. Εμένα δεν μου βγαίνει.
Βρέθηκες εκεί, τον παλμό τον γνωρίζεις, τον έπιασες τον σφυγμό. Έζησες τον αγώνα σε πολλές από τις μορφές του. Στο δρόμο, στις σχολές, στις γειτονιές.

Στα εργοστάσια, όταν κατεβαίναμε να δώσουμε χέρι αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους εργάτες. Στην πόλη μας δεν αναπτύχθηκε ποτέ αξιόλογο εργατικό κίνημα, τις λίγες φορές που χρειάστηκε όμως είμαστε εκεί.
Είμαστε παντού. Διεθνιστές, κινητοποιούμαστε οπουδήποτε η αλληλεγγύη μας καλεί.

Too old to Rock ‘n’ Roll, Too young to die, Jethro Tull.

Τελειώνω με τη διήγηση ενός γεγονότος που με ταρακουνά φοβερά, όσο μικρό και να φαίνεται, έχει τεράστια σημασία, δεν είναι καθόλου ουδέτερο.
Στο συνεδριακό κέντρο της πόλης διοργανώνουμε μάζωξη παγκόσμια πάνω σε θέματα αλληλεγγύης που απασχολούν διάφορες κοινότητες.
Έχει μεγάλη δύναμη, φορτώνει κυριολεκτικά η ομιλία της συντρόφισσας από την Χιλή που μας μεταφέρει εμπειρίες πριν, κατά την διάρκεια και μετά το πείραμα του συντρόφου Προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε. Το να ακούς από κάποιον που τα ζει στιγμιότυπα από εμπειρίες πριν, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της ζωής στη δικτατορία και την παρανομία στη χώρα του Νερούδα και του ΜΙR είναι συγκλονιστικό.

Ξεσπά καταιγίδα ερωτήσεων στη γυναίκα με το τέλος της ομιλίας της. Μια κοπέλα, ερωτά την γνώμη της πάνω σε θέματα φεμινισμού, είναι η περίοδος που το γυναικείο ζήτημα και κίνημα γράφει δυνατές στιγμές σε όλη την Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ιταλία.
Με αφοπλιστική ειλικρίνεια η κυρία βάζει στην θέση της την ερωτούσα λέγοντάς της πως η πραγματικότητα στην παρανομία ενός στρατιωτικού καθεστώτος είναι τόσο ιδιαίτερη που αδυνατεί προφανώς να την κατανοήσει ερωτώντας τέτοια πράγματα. Πως έχουν τόσα πολλά να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν στην δύσκολη καθημερινότητά τους, τόσα να σκεφτούν και να προβλέψουν ώστε χώρος στο μυαλό τους για τέτοιες ‘πολυτέλειες’ δεν υπάρχει, [έτσι ακριβώς, δεν θα το ξεχάσω ποτέ]. Πως ελίσσονται καθημερινά μέσα από συμπληγάδες και πως οι καταστάσεις που ζητούν απαντήσεις είναι πολύ σοβαρότερες. Και πως τέτοια θέματα δεν τους απασχολούν.

Μια κοπελιά που εάν την δεις στην αγορά, έτσι εύθραυστη και γλυκιά θα πεις πως…. βγήκε να ψωνίσει μακιγιάζ. Κατά βάθος όμως, ναι, με φωτιά και μπαρούτι.

Hey Joe, Jimi Hendrix.

Αυτή είναι η αφήγησή μας.
Κάποιες στιγμές που φωτογράφισαν μια περίοδο.
Που την έζησε ένα κομμάτι της ιταλικής κοινωνίας καθόλου ευκαταφρόνητο, που την διέσχισαν κατά μήκος και κατά πλάτος, τα πιο ριζοσπαστικά της κομμάτια.
Έπεσε ένα πέπλο σιγής πάνω σε αυτή την πραγματικότητα, να την εξαφανίσει, σαν να μην έχει συμβεί ποτέ.
Θέλησαν να καταστήσουν τους αγωνιστές αόρατους.
Τα γεγονότα βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια, θα δώσουν έναυσμα στην συζήτηση.
Για να αντλούμε συμπεράσματα.

Μα το κορμί είν’ αφορμή σε μια πορεία
και η σοφία το τέρμα της

Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!

‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Για το καλό μου, Γιάννης Μηλιώκας.

Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, χαμένοι στο Ελληνικό πέλαγος και στις θύμησες μας, ο φίλος μου προσφέρει ένα μπουκάλι ρακί. Μου ζητά να τον θυμάμαι κάθε φορά που πίνω ένα ποτηράκι, να εύχομαι στην Πρώτη Γραμμή και στην επαναστατική εμπειρία και προοπτική. Του το υπόσχομαι με την καρδιά μου. Μέχρι σήμερα τηρώ τον λόγο που έδωσα.
Να διευκρινήσω με την ευκαιρία πως ύστερα από τις διηγήσεις του φίλου μου κατάλαβα πως από τη στιγμή των συλλήψεων και μετά η διαδρομή τους στάθηκε άψογη, έδρασαν όπως έπρεπε, μέσα σε κλίμα βασανιστηρίων, ξύλου από όλες τις πλευρές, αποφασιστικότητας από μέρος τους, εξεγέρσεων, ανταρσιών και καταστροφών στα κολαστήρια. Αζινάρα, Τράνι, Πάλμι, Νουόρο, Σολιτσιάνο, μερικά από τα φοβερά ονόματα.

Κέρδισαν την ελευθερία με το σπαθί τους.
Να χαιρετήσω με την ευκαιρία τον Γκουίντο Μανίνα, τον Νικόλα, τον Τζιάνι Μάτζι και τον Κλάουντιο Βάκερ. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ με τους περισσότερους μέχρι στιγμής αλλά γνωριζόμαστε από τις διηγήσεις του κοινού μας φίλου και συντρόφου.
Καλό κουράγιο σε όλους.
Φυσικά θα αποκηρύξω τον ανεκδιήγητο Ενρίκο, του οποίου τα ‘κατορθώματα’ μόλις πληροφορήθηκα.
Και να προσθέσω πως τον συμπαθέστατο Γκαμπριέλε τον έχω ήδη συγχωρήσει πριν ακόμη έρθουμε σε επαφή. Καλές πλεύσεις του εύχομαι.

συνεχίζεται

DSC02248

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Λ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 10

Με το τέλος της χρονιάς οργανώνεται νέα εθνική διαδήλωση, στο Μιλάνο αυτή τη φορά.
Όλοι οι αυτόνομοι θα είμαστε πάλι εκεί.
Καταλαμβάνουμε ξανά το τρένο και ξεκινάμε. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη όσο ποτέ. Έχουν αγριέψει πλέον για τα καλά τα πράγματα.
Απειλούν πως θα μας κατεβάσουν με τη βία αν δεν πληρώσουμε εισιτήριο. Αρνούμαστε. Ο σταθμός που ακολουθεί είναι γεμάτος αστυνομικούς παρατεταγμένους για μάχη. Φτιάχνουμε αλυσίδες στους διαδρόμους και περιμένουμε. Η κατάσταση είναι για άλλη μια φορά εκρηκτική. Μυρίζει μπαρούτι. Στιγμές μιας ησυχίας επικίνδυνης. Σιγή που μοιάζει αιώνας.
Το τρένο σφυρίζει και φεύγει μέσα σε αντεκλήσεις.

Ξεσπούμε σε ζητωκραυγές και συνθήματα. Η ένταση εξαφανίζεται, τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Μέσα σου προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα όταν βλέπεις τους αστυνομικούς να κατεβάζουν τη μάσκα του κράνους. Κραδαίνεις το στάλιν, τη σημαιούλα, και περιμένεις. Και όταν το θηρίο κινείται αργά μουγκρίζοντας καταλαβαίνεις πως ο κίνδυνος πέρασε προς το παρόν. Στεναγμός ανακούφισης.
Κανένα δεν τον γέννησε η μάνα του βίαιο. Ζούμε για να μάθουμε να αγαπάμε.
Φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας και ξεχυνόμαστε στην πόλη. Υπάρχει διάχυτη ένταση. Δεν είναι όπως παλιότερα. Υπάρχει τώρα και ανησυχία. Γνωρίζουμε όλοι πως πολλές ομάδες μιλούν για εκδίκηση. Το κλίμα όμως δεν είναι πια εκείνο κάποιων μηνών νωρίτερα, της Ρώμης ας πούμε.

Έχουν ετοιμαστεί επιθέσεις, υπάρχει πολύς οπλισμός. Αν ξεσπάσουν μάχες θα γίνει της Πόπης!
Το θέλουμε ;
Ποιος αποφασίζει ;
Νιώθουμε πως θέλουν να μας σπρώξουν κάπου. Όχι προς τα εκεί που θέλουμε να πάμε εμείς. Ξέρουμε πως στην ανοιχτή αντιπαράθεση που μας οδηγούν είμαστε χαμένοι.
Επαναλαμβάνω, υπάρχει πολύς οπλισμός στη γύρα, και από τις δύο πλευρές. Μυρίζει μακελειό!
Η πορεία ξεκινά. Η διαδρομή αλλάζει μια δυο φορές. Συσκέψεις ανάμεσα στους διοργανωτές, διαφωνίες. Επικρατεί σύνεση και ψυχραιμία. Τα χειρότερα αποτρέπονται.
Πρέπει να καταλάβεις πως αποφασιστικότητα και τάσεις αυτοκτονίας δεν ταιριάζουν. Αυτό τα λέει όλα.
Γυρνάμε πίσω σώοι.

Κάτι όμως έχει αλλάξει οριστικά. Δεν εξηγείται πάντα λεκτικά.
Ο ορίζοντας έχει ….θολώσει. Δεν είναι πια καθαρός. Υπάρχει ομίχλη.
Υπάρχει διχογνωμία.
Η σιγουριά με την οποία αντιμετωπίζαμε το παρόν και το μέλλον, την όλη κατάσταση, έχει μεταβληθεί σε σκεπτικισμό.
Δεν είναι ξάστερος ο ουρανός όπως νωρίτερα.
Νιώθουμε λιγάκι μπερδεμένοι, ποιος έχει την πρωτοβουλία ;
Μήπως στη διάρκεια του άλματος που χρειάζεται να κάνουμε, στη ρότα που πρέπει να αλλάξουμε, χάνουμε λιγάκι την επαφή με την πραγματικότητα;
Άλλο τι βλέπεις και άλλο αυτό που θα ήθελες να δεις!
Έχουν αρχίσει λοιπόν να μας ζώνουνε φίδια. Σε κάποιους από εμάς. Όχι σε όλους.
Δεν είναι τόσο εμφανές. Είναι μια αίσθηση. Κάτι που αιωρείται στην ατμόσφαιρα και το νιώθεις βαθιά μέσα σου.
Είναι η ανησυχία που εκδηλώνεται πλέον.
Το μενού που σερβίρεται δεν μυρίζει υπέροχα, η γεύση έχει κάτι από καμένο.

Η επόμενη χρονιά θα είναι καταλυτική. Τι συμβαίνει ;
Τι τρέχει ;
Η επανάσταση, μέχρι στιγμής, είναι υπόθεση της κοινωνίας. Με τον χρόνο όμως που κυλά αρχίζει να γίνεται υπόθεση όλο και λιγότερων. Αυτό συμβαίνει με απλά λόγια.
Από κοινωνική απαίτηση και ανάγκη μετατρέπεται σιγά σιγά σε μάχη παρατάξεων, και από εκεί σε μάχη μηχανισμών. Από ανάγκη απελευθερωτική, ανάγκη επιβίωσης ομάδων.
Φτιάχνουμε ένα στρατό για να πάρει η κοινωνία την κατάσταση στα χέρια της μέσα στις σάρκες της, στους ιστούς της. Η κοινωνία αγωνίζεται, παίρνει μέρος στον αγώνα. Ακολουθεί, συμπαθεί, συμπάσχει.
Οι άλλοι πιστεύουν στο κόμμα, στους μηχανισμούς.

Εμείς ενεργοποιούμε την κοινωνία. Δικός της είναι ο αγώνας, ο πόλεμος. Δεν τον αναθέτει σε κανέναν. Τον διεξάγει η ίδια. Αυτή διαλύει το κράτος, τους υπάρχοντες θεσμούς. Σκέφτεται αυτόνομα.
Εφευρίσκει νέες σχέσεις. Δεν το κάνει άλλος γι αυτήν.
Ο λαός οργανώνει την αυτοάμυνα του, οργανώνει και τις επιθέσεις του. Αντίσταση και επίθεση.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετρά τις δυνάμεις του και δρα, πράττει ήδη, ζει, δεν περιμένει. Εξερευνά, ανακαλύπτει. Κινείται.
Με τον καιρό όμως εμείς ξεφεύγουμε μπροστά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να παρακολουθούν. Αδυνατούν ν’ ακολουθήσουν. Αυτό συμβαίνει ουσιαστικά. Το νιώθουμε.
Ακολουθούν όλο και λιγότεροι. Αυτό βλέπουμε.

Η αντεπανάσταση ξέρει, αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το παιχνίδι γνωρίζει να το παίζει καλά, είναι μαέστρος, καταλαβαίνει άριστα τι πρέπει να κάνει σε ένα πεδίο δικό της πλέον εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιεί όλα της τα όπλα με πολύ βαρβαρότητα. Άγρια.
Εκτελεί εν ψυχρώ εδώ και καιρό. Η προπαγάνδα αφηνιάζει.
Βασανίζει. Δημιουργεί εκνευρισμό στους συντρόφους, τάσεις εκδίκησης. Θολώνει ο νους.  Στήνει ενέδρεςδολοφονεί συντρόφους, μαζικά.
Ποινικοποιεί ένα ολόκληρο κίνημα και διχάζει τους συντρόφους με το νόμο για τους ‘μετανιωμένους’ που έγινε η αποθέωση της ρουφιανιάς, με οποιοδήποτε κόστος.
Περνά με λίγα λόγια τον εκνευρισμό, τη δυσπιστία και το φόβο στη μεριά της επανάστασης, στο στρατόπεδο των εξεγερμένων.
Τη διχάζει. Μας μπερδεύει. Μας κάνει να αντιδρούμε σπασμωδικά.
Αρχίζουμε να λαθεύουμε και στους στόχους.
Κάποια στιγμή ξεκόβουμε και από την κοινωνία, όλο και περισσότερο, ίσως εντελώς.
Μέχρι την τελική ήττα

Κάποιοι συνθηκολόγησαν, κάποιοι χάθηκαν στο εξωτερικό. Άλλοι στον μικρόκοσμό τους, στην απογοήτευση.
Κάνουν και τα ναρκωτικά τη δουλειά τους, κυρίως στην περιφέρεια, στον άμεσο ή έμμεσο περίγυρο.
Η μητροπολιτική ζούγκλα εξαφανίζεται. Η κάσμπα μακραίνει, στενεύει.
Χωρίς περίγυρο, δίχως δικά σου εδάφη είσαι χαμένος, η συνέχιση καθίσταται αδύνατη.
Για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, με επιτυχία, και η τεχνολογία ενάντια στους επαναστάτες.
Μέχρι πρότινος η καταστολή χρησιμοποιεί τους παραδοσιακούς μηχανισμούς. Διείσδυση, χαφιέδες και μαφιόζους ενάντια στους μαχητές.

Ρίχνει στην μάχη και το ΚΚ τον μηχανισμό του ενάντια σε αυτούς που δεν μπορεί να χειραγωγήσει, να ελέγξει. Πρέπει να ξαναβρεί την ηγεμονία του στις λαϊκές μάζες, που έχει χάσει από καιρό.
Διχάζει, αποπροσανατολίζει, χαφιεδίζει ανοιχτά, κυνηγά.
Ότι κινείται, εκτελείται.
Τα Μέσα, η μαύρη προπαγάνδα. Όλα στη μάχη για την σωτηρία του συστήματος. Του κεφαλαίου.
Ο φόβος λοιπόν περνάει από την εδώ μεριά. Αρχίζουν οι σύντροφοι να δυσπιστούν για τον σύντροφο, για τον διπλανό τους. Διαρρηγνύεται ο ιστός. Το κύτταρο αρρωσταίνει. Ένα θλιβερό θέαμα με τα χρόνια. Όλο και χειρότερο.
Διαμάχες μες τις οργανώσεις, στα κύτταρα, στις δομές.
Και η κοινωνία σφραγίζει τα μάτια και τ’ αυτιά, αρνείται να παρακολουθήσει. Ναρκώνεται. Παγώνουν οι αισθήσεις και οι αισθητήρες.
Θα επανέλθουμε.

Το πρώτο καμπανάκι το νιώσαμε τότες, εκείνη τη μέρα για πρώτη φορά, τη μέρα για την οποία σου μίλησα λίγο νωρίτερα. Έρχεται τρέχοντας το ‘78, εκείνη η τρομερή χρονιά με την επίθεση στην καρδιά του κράτους.
Σηκώνεται πολύ ψηλά ο πήχης για να μπορέσει η κοινωνία να τον ξεπεράσει. Ο Φόσμπερι είναι ακόμη μωρό, ίσως να μην έχει γεννηθεί κιόλας. Ας αποφορτίσουμε λιγάκι.
Δεν δύναται να ακολουθήσει, προφανώς.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Γιάννης Αγγελάκας.

Ας σταματήσουμε για λίγο τη διήγηση των γεγονότων για να ακούσουμε έναν άλλον από τους πρωταγωνιστές. Θα επανέλθουμε σε λίγο. Ας ακούσουμε :

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνο το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή, την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ, να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη εγκλεισμένοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

This is the End, The Doors.

  • Αυτά λοιπόν και συνεχίζουμε από εκεί που αφήσαμε την αφήγηση του Μάριο με την πένα του Μιχάλη.

Λέγαμε λοιπόν πως η κοινωνία δεν παρακολουθεί πλέον, δεν μπορεί να ακολουθήσει το ριζοσπαστικότερο κομμάτι της. Μοιάζει να έχει σπάσει ο ομφάλιος λώρος.
Κουράζεται, ατονεί;
Μάλλον. Αυτό δείχνει.
Έτσι τουλάχιστον φαίνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Εμείς διαχέουμε το αντάρτικο. Το ένοπλο κόμμα το επικεντρώνει, επιτίθεται στην »καρδιά».Ο καθένας σύμφωνα με τις αναλύσεις του. Είναι όλα γραμμένα, αποτυπώνονται στο χαρτί και στις πράξεις.
Η δύναμη πυρός αυξάνεται τρομερά, όμως. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα κάνει άλματα. Η ικανότητα. Οι δεξιότητες.
Τρομάζει αυτό, δεν παρηγορεί τελικά.

Μοιάζει πλέον η επανάσταση, ο αγώνας, μάχη ανάμεσα σε μηχανισμούς που χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, θεμιτά και αθέμιτα. Ο κόσμος στην απ’ έξω.
Για την καταστολή δεν το συζητώ, το κάνει σχεδόν από την πρώτη μέρα, για να τρομοκρατήσει. Βλέπε Μάρα Καγκόλ, αιχμάλωτη, εκτελεσμένη εν ψυχρώ, ακινητοποιημένη.
Το ΚΚ απ’ την άλλη, μας μισεί πραγματικά. Ειδικά από την μέρα που έδιωξε το κίνημα τον Λάμα, με ολόκληρο τον μηχανισμό που κουβάλησε μαζί του, για να κάνει επίδειξη δύναμης στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπως έχουμε επαναλάβει νωρίτερα. Μας επιτίθεται διαρκώς, απροκάλυπτα και αδιάλειπτα. Επιστρατεύοντας ότι ψεύδος μπορείς να φανταστείς, χρησιμοποιώντας παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνοντας την αλήθεια.

Μέχρι και απεργίες και κινητοποιήσεις προσπαθεί να οργανώσει ενάντια σε κίνημα και μαχητές. Αποτυγχάνει οικτρά στην αρχή. Από την εκτέλεση του Μόρο και μετά, κάτι καταφέρνει, όχι όμως αυτό που προσδοκεί.
Χαφιεδολογεί ανοιχτά, δίχως καν να του το ζητήσουν.
Και μουλαρώνει κυριολεκτικά κάθε φορά που αντάρτες διαπραγματεύονται με την εξουσία.
Φέρεται σαν κράτος χωρίς να είναι.
Και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στον μπερλουσκονισμό ο οποίος προσφέρει αφειδώς στο πόπολο βυζιά με σιλικόνη και τουρλωμένους κώλους. Ξεβράκωτες.

Δεν αξίζει στον ιταλικό λαό τέτοια κατάντια. Στην Ελλάδα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό ανάμεσα στα ‘40 και ‘50. Σε εμάς αυτό συμβαίνει από το ‘80 και μετά, χοντρά χοντρά. Ίσως να ξεκινά και λίγο νωρίτερα η διαδικασία αυτή.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.
Οι συνασπισμένοι παγκόσμιοι κεφαλαιοκράτες.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

Child in Time, Deep Purple.

Και μιας και αναφερθήκαμε στο ΚΚ, θα σου μιλήσω τώρα και για μια από τις άμεσες εμπειρίες που έχω με αυτούς.
Διοργανώνουν συναυλία, στην διάρκεια της ετήσιας γιορτής του κόμματος, με γνωστό τραγουδιστή προσκαλεσμένο. Μετά από τόσα χρόνια απόσταση αδυνατώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Σε προάστιο της πόλης, αποκεντρώνουν τις γιορτές τους. Σεπτέμβρη μήνα ως είθισται.
Στο γήπεδο της περιοχής έχουν στήσει ολόκληρο χωριό με περίπτερα, εστιατόρια, χώρους προβολών και εκθέσεις. Και αντιπροσωπείες φίλιων κομμάτων από το εξωτερικό. Στην διοργάνωση πολιτιστικών δρώμενων είναι μανούλες.

Ένας ολόκληρος μηχανισμός κινητοποιημένος.
Οι κερκίδες γεμάτες, πίτα και ο μισός αγωνιστικός χώρος. Οι μουσικοί είναι από τους δημοφιλέστερους. Οι πιο ενθουσιώδεις από τους θεατές, ως συνήθως, καταλαμβάνουν τον χώρο μπροστά στην εξέδρα, στο πάλκο.
Αποφασίζω να πάω κι εγώ, δεν με ακολουθεί κανείς από γνωστούς και φίλους, παραδόξως. Δεν με νοιάζει και μόνος, όλα καλά.
Παρακολουθώ την συναυλία, πολύ ζεστή ατμόσφαιρα. Νέοι ενθουσιώδεις και όχι μόνο κομμουνιστές, μοιρασμένες οι προτιμήσεις. Έχουν όμως κατεβάσει όλες τις ομάδες περιφρούρησης της πόλης οι κομματικοί, για τον φόβο επεισοδίων. Κάτι ξέρουν οι μαλάκες, γενικά είναι προκλητικοί με όσων τις φάτσες δεν γουστάρουν. Ξέρεις. Οι γραφειοκράτες κάνουν μπαμ από μακριά. Βολεμένοι, δήθεν κλπ. Και ότι διαφορετικό τους ξενίζει, το φοβούνται. Είναι συντηρητικούρες και το δείχνουν με κάθε πρόφαση, σε κάθε ευκαιρία.

Κάνουν δέκα λεπτά διάλειμμα οι μουσικοί και κάποιος μεγαλόσχημος παίρνει το μικρόφωνο, αποφασίζει να αρχίσει τις αρλούμπες και τις αοριστολογίες. Και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος εξαπολύει λεκτική επίθεση στον χώρο της αυτονομίας.
Ξεκινούν τα ξεφωνητά. Στην αρχή αραιά, σκόρπια. Στη συνέχεια εντονότερα. Ώσπου ξεσπούν οι αντεγκλήσεις, τα σπρωξίματα, οι ψιλές και το γενικευμένο ξύλο.
Την είχανε στημένη. Φαίνονταν από την αρχή. Μεγάλη η κινητοποίηση. Το κακό είναι πως δεν έδωσα σημασία. Έμεινα σε κάποια γωνιά απομονωμένος, ανάμεσα σε άγνωστους.
Τα υπόλοιπα παιδιά, οργανωμένα ή όχι δεν έχει σημασία, ήτανε όλα μαζεμένα και αποχώρησαν συντεταγμένα δίχως απώλειες, σπρωγμένα προς την έξοδο.

Μας έχουν παγιδέψει μέσα στο γήπεδο, με τις εξόδους να τις ελέγχουν οι μπράβοι τους, μας βρίζουν από τα μικρόφωνα. Έχει ξεσπάσει πανδαιμόνιο, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κάποιος με αναγνωρίζει και με υποδεικνύει, σου έχω ξαναπεί, άσε που το γνωρίζεις Μιχάλη είμαι γνωστός και αναγνωρίσιμος, πολύ κοινωνικός, σε όλους τους πολιτικούς κύκλους και χώρους.
Αρχίζουν λοιπόν να με κυνηγούν για να με λιντσάρουν.
Τους ξεφεύγω διαρκώς. Δεν τρέχω εγώ, δεν είμαι εγώ που ελίσσεται ανάμεσά τους. Κάποιος άλλος το κάνει. Κάποιος με φτερά. Κάποιος μου δίνει φτερά. Δεν υπάρχει Ρεντ Μπούλ ακόμη, κάποιος άλλος το κάνει.

Καταφέρνω με τα πολλά και σκαρφαλώνω ένα τοίχο και πηδώ έξω. Οι πούστηδες πηδούν και αυτοί, τρεις τον αριθμό, με κυνηγούν πλέον στα στενά. Χώνομαι σε ένα σκοτεινό ιδιωτικό υπόγειο πάρκινγκ αυτοκινήτων καβατζάροντας μια στροφή και με χάνουν. Κουρνιάζω κυριολεκτικά κάτω από ένα αυτοκίνητο. Ακούω την καρδιά μου και νομίζω πως είναι έτοιμη να εκραγεί. Φοβάμαι πως κάνει τόση φασαρία που θα με προδώσει, τι θόρυβο που κάνει! θα με ανακαλύψουν!
Τη γλιτώνω.
Αφήνω να περάσει κανένα εικοσάλεπτο, να ηρεμήσω κανονικά και να συνέλθω. Όλο εκείνο το κυνηγητό στάθηκε εξουθενωτικό, να χάσουν οριστικά τα ίχνη μου οι διώκτες. Η αλήθεια όμως είναι πως εάν θέλω να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο πρέπει ν’ αρχίσω να ξεκουνιέμαι, η ώρα είναι περασμένη, αρχίζω να βιάζομαι. Πρέπει να του δίνω. Η συγκοινωνία σε λίγο σταματά.

Βγαίνω λοιπόν από το καταφύγιό μου και προχωρώ σταθερά, πρέπει υποχρεωτικά να περάσω μπροστά από το γήπεδο, αγχώνομαι λιγάκι, παίρνω βαθιές αναπνοές και συνεχίζω .
Για καλή μου τύχη, οι μικροπωλητές δεν έχουν ακόμη αποχωρήσει, μαζεύουν αυτή την ώρα την πραμάτεια τους σκορπισμένοι στους γύρω χώρους. Βρίσκω την ευκαιρία λοιπόν ν’ αγοράσω ένα καπελάκι για να αλλάξω λιγάκι το σουλούπι μου, ρίχνω και μια κόκκινη σημαία στις πλάτες μου σαν μανδύα και περνώ ήσυχος μπροστά από την πόρτα όπου πλέον η κίνηση έχει σταθερά μειωθεί, έχουν σχεδόν αποχωρήσει και οι τελευταίοι.

ελεύθεροι πολιορκημένοι

Είμαι πλέον αγνώριστος και άνετος, φτάνω στο πούλμαν το οποίο ξεκινά μετά από ελάχιστο χρόνο. Είμαι πλέον ασφαλής. Σε ένα μισάωρο έφτασα στο κέντρο, έχει πλέον περάσει δύο τη νύχτα όταν φτάνω στο σπίτι φίλης μου, πέρα από το ποτάμι. Δεν θέλω να μείνω μόνος. Που στοίχισε πολύ αυτή η έκρηξη κακίας και μίσους, θέλω να με κανακέψουν.
Ένας ακόμη λόγος για να ευχαριστήσω το καλό μου αστέρι σήμερα.
Σε αυτή την γειτονιά που εκτυλίχθηκε η αποψινή ιστορία κάποια χρόνια πριν γίνεται η γνωριμία μας Μιχάλη. Σε σπίτι φίλου που μας κάλεσε για τσιμπούσι. Μας έβαλες θυμάμαι ν’ ακούσουμε τους ‘Μετανάστες’ του Μαρκόπουλου. Τραγούδια για τους έλληνες που ξενιτεύονται στην Γερμανία. Είναι ο πρώτος σου χρόνος στο εξωτερικό, νιώθεις κι εσύ την νοσταλγία. Θυμάμαι πως δακρύζεις σιγοτραγουδώντας εκείνα τα υπέροχα τραγούδια.

Γιάννης Μαρκόπουλος Γιώργος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς 1974 Μετανάστες

Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, τι θα φάω τι θα πιω τι θα στείλω στο χωριό
οι γυναίκες είναι χύμα, καίγομαι σαν τις κοιτώ δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, κάθε βράδυ στο σταθμό τριγυρίζω για να πω μια κουβέντα σ’ ένα φίλο
κι αν μια νύχτα δεν τον βρω μοιάζω με χαμένο σκύλο.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια. Θα γυρίσω στο χωριό, δεν αντέχω δεν βαστώ
τι κορμί βασανισμένο, ψάχνω να βρω αδερφό κι όλοι με φωνάζουν ξένο.

Και :
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω
μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που ‘ναι στο σταθμό που πάνε.
Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης΄
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.
Αγόρασα λαχείο στ’ όνομά τους
αχ! Να κερδίσω να σταθώ σιμά τους.

Από τη Βίκυ Μοσχολιού.

‘Μες την κοιλάδα των Τεμπών’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Η πόλη είναι γεμάτη νέους από κάθε γωνιά της γης. Κατοικούν διασκορπισμένοι στις γειτονιές της,τα σπίτια τους γίνονται στέκια μας. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάθε σπιθαμή του αστικού τοπίου με τις ομορφιές και τα μυστικά του. Έχουμε φίλους και γνωστούς παντού που μας καλούν καθημερινά. Κεράσματα, κουβεντούλα και γιορτούλες. Έχουμε φιλοξενηθεί, για ώρες ή για μέρες όπου μπορείς να φανταστείς, σε κάθε λογής σπιτικό, όπου το βάζει ο νους σου.

Γίνεται σιγά σιγά η Κάσμπα μας [βλέπε ‘Μάχη του Αλγερίου’, Τζίλο Ποντεκόρβο, 1966, ταινία που μιλά για τους αγώνες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στην ιστορική συνοικία -ακρόπολη των μουσουλμάνων στην πόλη του Αλγερίου για την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους το 1954. Αυτά για τους άβγαλτους].
Κάσμπα προς το παρόν φιλική η πόλη, με απελευθερωμένες ζώνες όπου φασίστες, άλλοι δεξιοί και μπάτσοι φυσικά αποφεύγουν να πλησιάσουν!

«Η Μάχη του Αλγερίου» (La Battaglia Di Algeri, 1966)

 la-battaglia-di-algeri-photos-6

Όποιος αποικιοκράτης/κατακτητής βρίσκεται στη γη κάποιου άλλου εφαρμόζοντας κάτω από τον έλεγχο του στρατού το ειδικό νομικό καθεστώς γνωστό και ως «Κώδικας των Ιθαγενών» (Code d’ Indigénat), που μεταβάλλει τους πολίτες σε υπηκόους λεηλατώντας τον πλούτο, τα δικαιώματα, τη γλώσσα, την κουλτούρα και την ιστορία μέσω διώξεων, φυλακίσεων, μαζικών δολοφονιών και πογκρόμ, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη «Μάχη του Αλγερίου» για να δει τι τον περιμένει…

Αυτό ακριβώς είναι η «Μάχη του Αλγερίου», μια ταινία με άμεση τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής, ένα αριστουργηματικό αντιαποικιοκρατικό ασπρόμαυρο φιλμ (ιταλοαλγερινής παραγωγής) για την αλγερινή επανάσταση, του ιταλού κινηματογραφιστή Τζίλο Ποντεκόρβο και του φωτογράφου Μαρτσέλο Γκάτι.

Η ταινία είναι γυρισμένη στα πραγματικά πεδία των μαχών (στα σοκάκια και τις συγκοινωνούσες ταράτσες του Καζμπάχ) και βασισμένη στο βιβλίο του Σααντί Γιασίφ «Αναμνήσεις από τη Μάχη του Αλγερίου». Ο Γιασίφ είχε συλληφθεί το 1957 και καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση (1962) έγινε μέλος της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης, η οποία και αποφάσισε να γυριστεί μια ταινία με το θέμα του βιβλίου. Ο Ποντεκόρβο βρήκε στήριξη και χρηματοδότηση από τον πρώτο πρόεδρο της ανεξάρτητης πια Αλγερίας, Μπεν Μπελά, ο οποίος όμως είχε αρχικά εκφράσει επιφυλάξεις: «Στην αρχή θεώρησα ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν σπατάλη, μιας και ήμασταν φτωχή χώρα. Ο Γιασίφ ωστόσο μού είπε ότι ο αγώνας μας δεν ανήκει μόνο στον αλγερίνικο λαό, ανήκει σε όλους τους καταπιεσμένους του κόσμου, και δεν μπορούσαμε να τους προδώσουμε. Έτσι, καταφέραμε και βρήκαμε τα λεφτά για την ταινία».

Μόνο και μόνο για τη ρεαλιστικότατη και αληθοφανέστατη αναπαράσταση του συγκλονιστικού ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, η «Μάχη» θεωρείται (και δικαίως) ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του 20ού αιώνα. Ένας ανταρτοπόλεμος που ξεκινά την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη-κάλεσμα του FLN (Απευθερωτικό Μέτωπο Αλγερίου) για ανεξαρτησία. Όταν το FLN σκοτώνει μερικούς αστυνομικούς, ο αρχηγός της αστυνομίας σε μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετεί βόμβα σε μια αραβική συνοικία, με συνέπεια να χαθούν πολλοί άμαχοι. Ο χορός της απροκάλυπτης βίας έχει ήδη αρχίσει. Το FLN απαντά με τρεις γυναίκες καμικάζι να επιτίθενται σε δύο καφέ και στα γραφεία της Έιρ Φρανς, στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. Ένα ειδικό σώμα περίπου οκτώ χιλιάδων επίλεκτων ανδρών και γυναικών «χωρίς θεό και δίχως νόμο» βρίσκεται αντιμέτωπο με διακόσιες χιλιάδες γάλλους στρατιώτες, που επί εννέα ολόκληρους μήνες απαντούν με αιματοκύλισμα των φτωχογειτονιών της Κάσμπα (το «κάστρο» του FLN, στην πρωτεύουσα Αλγέρι) και προχωρούν σε θηριώδεις αιματοχυσίες, συλλήψεις, βασανισμούς, δολοφονίες και ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών. Και όλα αυτά στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Με την απόφασή του να επιλέξει ερασιτέχνες άραβες ηθοποιούς και με την προσθήκη γυναικών (μιας και ήταν ζωτική και ουσιώδης η προσφορά τους στην ανεξαρτησία), αλλά και με ένα μόνο επαγγελματία ηθοποιό (κυρίως θεατρικό), τον Ζαν Μαρτίν (ενσάρκωσε τον συνταγματάρχη Mathieu), ο Ποντεκόρβο συνδυάζει εκπληκτικά δύο διαφορετικά είδη κινηματογράφου: το ντοκιμαντέρ και το κλασσικό σινεμά.
(Χαρακτηριστικό, μα και συνάμα οξύμωρο, είναι το σημείο της ταινίας όπου ο γάλλος συνταγματάρχης Ζαν Μαρτίν κραυγάζει προς την αντίπαλη πλευρά: «Πώς μπορείτε να μας αποκαλείτε “φασίστες”; Ήμασταν μέλη της αντίστασης, πολεμήσαμε το ναζισμό!..» μη μπορώντας να αντιληφθεί τι του καταμαρτυρεί η άλλη πλευρά, καθόσον οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές…)

 Η καταιγιστική, θυελλώδης δυναμικότητα της ταινίας, με πλήρη εστίαση στην απροκάλυπτη ωμότητα της βίας και της καταστολής των γαλλικών στρατευμάτων, ενόχλησε τις γαλλικές κυβερνήσεις, οι οποίες και την είχαν απαγορεύσει ώς το 1971, ενώ η γαλλική κοινή γνώμη βρέθηκε μοιρασμένη στα δύο. Η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS – Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι το φιλμ προβλήθηκε στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004! Η ταινία δεν άφησε όμως «ασυγκίνητο» και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, καθώς το 2003 το Πεντάγωνο την πρόβαλε με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ σε αξιωματικούς του Στρατού και ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον… ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών», αναφέρουν οι «New York Times».

Τη μουσική της ταινίας έχει επιμεληθεί ο εκπληκτικός ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε. Ο Μορικόνε, συνδυάζοντας τον Μπαχ, τη μουσική των Βεδουίνων, τα εμβατήρια αλλά και την τζαζ του ’50, μεγαλουργεί συνθέτοντας ένα απο τα εξαιρετικότερα σάουντρακ ταινιών. Ακόμη και οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών γίνονται μουσική, μια ριζοσπαστική μουσική. «Όλα ξεκίνησαν, όταν ο Gillo μού ζήτησε να γράψω τη μουσική για τη “Μάχη του Αλγερίου”» αναφέρει ο ίδιος. «Με εξέπληξε διότι ήμουν ακόμα νέος στο χώρο. Γνώριζα την προηγούμενη ταινία του, το “Kapo”, και το θεωρούσα εκπληκτικό φιλμ. Τον ρώτησα ωστόσο γιατί διάλεξε εμένα. Με εξέπληξε για ακόμα μια φορά, διότι μου είπε πως είχε δει το “Για Μια Χούφτα Δολάρια ”, το δεύτερο γουέστερν του Λεόνε, του άρεσε πολύ η μουσική και έτσι αποφάσισε να μου προτείνει το σάουντρακ της “Μάχης”. Δέχτηκα, μιας και ήμουν σίγουρος πως θα γινόταν ένα καταπληκτικό φιλμ, αλλά και πως θα έκανα πολύ καλή δουλειά». «Και πράγματι» συνεχίζει «ήμουν πολύ περήφανος εκείνο τον καιρό — κι ακόμα είμαι. Από τη μια δεν ήθελα ο σκηνοθέτης να έχει να κάνει με τη μουσική της ταινίας, αλλά ο Gillo ήξερε, διαισθητικά, τη μορφή της μουσικής που χρειαζόταν η ταινία. Η φαντασία και οι γνώσεις του πάνω στη μουσική με βοήθησαν πολύ και στη “Μάχη” αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα φιλμ που κάναμε μαζί. Οι τέσσερις νότες που είχε στο μυαλό του για το βασικό μοτίβο ήταν πολύ απλές. Ήταν η βάση για όλη τη μουσική που συνέθεσα για την ταινία. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το μικρό θέμα ήταν σε απόλυτη αρμονία με το προφίλ του αλγερινού λαού και, αν και ήταν μια δυτικής μορφής σύνθεση, είχε τις βάσεις της στην τοπική μουσική παράδοση. Στη σκηνή της σφαγής η μουσική είναι κατεξοχήν δική μου. Σ’ αυτό το σημείο δεν ήθελα ο Gillo να έχει καμία ανάμειξη. Ήθελα η μουσική να μην επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από εκείνον. Είναι η ίδια μουσική που υπάρχει και στη σκηνή της σφαγής στην Κάσμπα αλλά και σε εκείνη της βομβιστικής επίθεσης στο μπαρ. Η πρώτη είναι μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά το ίδιο συγκινητική. Ο Gillo έκλαψε όταν την ηχογραφούσαμε».

Στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Σκηνοθεσία :Τζίλο Ποντεκόρβο Διεύθυνση Φωτογραφίας : Μαρτσέλο Γκάτι.

Παίζουν: Μπραχίμ Χατζιάγκ, Ζαν Μαρτέν, Γιασέφ Σααντί Παραγωγή: ΑΛΓΕΡΙΑ/ΙΤΑΛΙΑ (1966)

Το εγκώμιο όμως για την εκπληκτική δυναμική της «Μάχης» έπλεξε και μία από τις σημαντικότερες εγχώριες μορφές στον χώρο της κριτικής κινηματογράφου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, γράφοντας στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 15ης Απριλίου 1975 τα εξής:

«Ένας διπλός θρύλος συνοδεύει τούτη την ταινία, γυρισμένη το 1965 στο Αλγέρι την περίοδο που ο Μπουμεντιέν ανέτρεπε τον Μπεν Μπέλα χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τα άρματα και τους στρατιώτες που είχαν παραχωρηθεί στον Ποντεκόρβο για τις ανάγκες του γυρίσματος, έτσι ώστε, για πρώτη φορά ίσως, ο κινηματογράφος να πάρει μέρος στο «φτιάξιμο» της ιστορίας περνώντας από τη φιξιόν κατευθείαν στην πράξη, προκαλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πολύ χαρακτηριστική σύγχυση στους κατοίκους που προς στιγμήν μπέρδεψαν το σινεμά με την πραγματικότητα: 1) Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν φυσικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και το γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε τη μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. Όντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ίβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ — και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό. 2) Η μάχη, του Αλγερίου απέχει απ’ τα πραγματικά περιστατικά (στα οποία αναφέρεται) ελάχιστα χρόνια, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον τόπο όπου αναφέρεται η ιστορία, και χρησιμοποιεί ως κομπάρσους τους ανθρώπους που στον απελευθερωτικό πόλεμο του Αλγερίου ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας.Αυτοί οι δύο παράγοντες (ο ένας υποκειμενικός και ο άλλος αντικειμενικός) σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους στη φήμη της ταινίας.

Όμως, τούτη η φήμη δεν είναι αποκύημα της μυθοποιητικής φαντασίας μόνο: ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεξιονίστας που δουλεύει χρόνια πάνω σ’ ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως, κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο — ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.
Απ’ την άποψη της διευθέτησης ταυ φυσικού χώρου Η μάχη του Αλγερίου είναι ένας σωστός άθλος: η πόλη του Αλγερίου μοιάζει να ‘χει αδειάσει από τους κατοίκους της και να ‘χει ξαναγεμίσει από τους ιδίους, αλλά αυτή τη φορά υπό την ιδιότητα των κομπάρσων που κινούνται στον φυσικό τους χώρο, ο οποίος έπαψε να ‘ναι “φυσικός” καθώς βάφτηκε, ανακαινίστηκε, ξηλώθηκε, γκρεμίστηκε και —προπαντός— φωτίστηκε σαν να ‘ταν μια κολοσσιαία σκηνή θεάτρου.Μέσα σ’ αυτόν το “ρετουσαρισμένο” πραγματικό χώρο τοποθετείται μια “ρετουσαριομένη” πραγματική ιστορία. Η ιστορία τής Κάσμπα (της παλιάς μουσουλμανικής συνοικίας της πόλης), που υπήρξε (κυριολεκτικά) η ακρόπολη της αλγερίνικης επανάστασης.

Όπως και το ντεκόρ, η ιστορία είναι πραγματική αλλά ανασυνθεμένη απ’ τον γόνιμο σεναρίστα του Ποντεκόρβο, τον Φράνκο Σολίνας, με τρόπο ώστε το “ρετούς” να υπηρετεί τις ανάγκες του Ποντεκόρβο και όχι την αντικειμενικότητα της Ιστορίας — μια αντικειμενικότητα που δεν χάνεται, βέβαια, ως αίτημα αλλά και που δεν μπαίνει τροχοπέδη στην άποψη του Ποντεκόρβο γι’ αυτή την Ιστορία, που δεν είναι καθόλου επική.
Εν πάση περιπτώσει, πρόθεση του δεν είναι να κάνει ένα ιστορικό φρέσκο ή ένα έπος σε στιλ “Θωρηκτό Ποτέμκιν” ή ένα ανασυνθεμένο ντοκιμαντέρ, αλλά να ερμηνεύσει τη διαδικασία της γέννησης ενός ιδιόρρυθμου αντάρτικου, το οποίο ως τρόπος δράσης και ως νοοτροπία βρίσκονταν πάρα πολύ κοντά στις απόψεις του Φραντς Φανόν για το επαναστατικό δυναμικό των λούμπεν. (Άλλωστε, ο Φανόν έγραψε το “Της γης οι κολασμένοι” με βάση τις εμπειρίες του απ’ την αλγερίνικη επανάσταση, της οποίας υπήρξε ο θεωρητικός.)

Ένα τέτοιο αντάρτικο δε στηρίζεται στη “διαφώτιση” και συνεπώς στη “λογική” ένταξη, αλλά στην ενεργοποίηση των ενστίκτων του μίσους και της επιθετικότητας του καταπιεσμένου που εκρήγνυται κατά κύματα, άτακτα, αλλά με μια δύναμη σαρωτική. Είναι προφανές ότι μια τέτοια νοοτροπία θα ήταν εντελώς ακατάλληλη να υπαγορεύσει ένα επικό στιλ στον τομέα της αισθητικής, πράγμα που το γνώριζε άριστα ο Ποντεκόρβο. Γι’ αυτό, κοίταξε την Ιστορία μέσα απ’ τα μάτια εντελώς εξατομικευμένων ηρώων που μοιάζουν να βγαίνουν απ’ τη μάζα των κομπάρσων, να παίζουν το ρόλο τους και να ξαναχάνονται στην ίδια μάζα. Έτσι, η ατομική περίπτωση (π.χ. του κεντρικού ήρωα Αλή) παραπέμπει αυτόματα στη γενική που τη συμβολοποιεί και τη συγκεκριμενοποιεί.

Αυτή η σχέση του ήρωα με τη μάζα στην οποία οργανικά ανήκει, γίνεται φανερή και κατά την αντίστροφη φορά: οι κομπάρσοι χάνουν την ανωνυμία και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα καθώς αποτελούν την «πηγή» από την οποία ξεκινάει και στην οποία καταλήγει ο εξατομικευόμενος ήρωας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεατής έχει την εντύπωση πως τα πλάνα που περιγράφουν τη δράση ενός συγκεκριμένου ήρωα είναι ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ μιας μάζας νοούμενης σαν ένα πολυκέφαλο πρόσωπο. Είναι φανερό, λοιπόν, πως οι κομπάρσοι αποτελούν ένα είδος χορού που άλλοτε σχολιάζει και παρακινεί σε δράση και άλλοτε δρα —ανάλογα με τις γρήγορες μεταπτώσεις— απ’ το γενικό στο ειδικό και αντίστροφα.
Τούτες οι μεταπτώσεις, υπαγορευμένες απ’ την «ψυχολογική» ιδιομορφία της αλγερινής επανάστασης, δικαιολογούν τόσο τα απότομα ξεκινήματα και σταματήματα της δράσης όσο και την εκπληκτική τελευταία σκηνή στην οποία περιγράφεται το απροσδόκητο και εντελώς ξαφνικό (φαινομενικά) χύσιμο στους δρόμους ενός πλήθους έτοιμου να σαρώσει τους πάντες και τα πάντα ύστερα από δύο ολόκληρα χρόνια σχεδόν απόλυτης αδράνειας.

Η ταινία του Ποντεκόρβο δεν είναι μόνον η περιγραφή του πρώτου αντάρτικου των πόλεων. Είναι συγχρόνως και μια σοφή μαρξιστική μελέτη πάνω στο υποκείμενο της Ιστορίας, που είναι ταυτόχρονα και το αντικείμενο της: ο λαός φτιάχνει την Ιστορία για τον εαυτό του και όχι για τους αφεντάδες, τη φτιάχνει μόνος του και όχι διά εντολοδόχων. Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Όμως, γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενο της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί τη διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα “ταυτότητα της ταυτότητας και τη μη ταυτότητας” παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή “θέση-αντίθεση-σύνθεση” που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι “είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι” την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνηση της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα, η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σ’ ένα τρίτο χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.

Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοι του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (και αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την “Κατάσταση πολιορκίας” π.χ., με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες, θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες».

 Από την – Arte Povera –

η μάχη του Αλγερίου

Μοναχά οι οργανωμένοι κομουνιστές [που νομίζουν πως είναι τέτοιοι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο παρά βολεμένα γρανάζια στην ασφάλεια, την θαλπωρή ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού-τέρατος που με τον κοινοτισμό έχει τόση σχέση όση εγώ με έναν αστροναύτη της ΝΑΣΑ ]. Αυτοί λοιπόν και η αστυνομία μοναχά μας αντιμετωπίζουν εχθρικά. Με τους πρώτους να καταρρίπτουν όλα τα ρεκόρ μιας και τους χαλούμε το παιχνίδι, ξεσκεπάζοντας καθημερινά στα μάτια του κόσμου την άθλια τους παράσταση.

Rock the casbah, The Clash.

Γνωρίζω ένα πρωινό, στο σιδηροδρομικό σταθμό τρεις αμερικάνους νεαρούς, μια κοπέλα και δύο αγόρια. Τους προσκαλώ στο σπίτι, τους φιλεύω και τους φιλοξενώ τη νύχτα, το χρειάζονταν. Την άλλη μέρα θα φύγουν για Μόντε Κάρλο στη Γαλλία, έτσι λέει το πρόγραμμά τους. Τα σακίδια στις πλάτες τραβούν την προσοχή μου μιας και νιώθω αιώνιος περιπλανώμενος ταξιδευτής.
Βγάζω με χαρά εισιτήριο και φεύγω μαζί τους. Μένουμε στο Πριγκιπάτο δυο μέρες και μια νύχτα και οι δρόμοι μας χωρίζουν. Εκείνοι συνεχίζουν στη Γαλλία κι εγώ επιστρέφω. Είναι όλα υπέροχα, η τσέπη όμως δεν αντέχει, η ζωή κοστίζει πανάκριβα εκεί. Το περπατήσαμε ολόκληρο, κρίμα που δεν πέσαμε σε περίοδο του γκράν πρι για να απολαύσουμε το θέαμα, αν και πιστεύω πως τότε οι τιμές θα τινάζονται στα ύψη.

Δεν σκέφτηκα ποτέ δεύτερη φορά πριν πάρω κάποια απόφαση, εννοώ πως δεν κοντοστάθηκα ποτέ, έδρασα αυθόρμητα, με την καρδιά περισσότερο παρά το μυαλό. Γι αυτό πιθανόν και να μου κάθισαν οι καταστάσεις. Για πολλά χρόνια συμβαίνει αυτό, μόλις μπαίνει στη μέση η αμφιβολία όλα χαλούν. Ίσως αυτό να είναι το αστέρι!
Εάν δεν κομπιάζεις, εάν δεν φοβάσαι το λάθος, τότε όλα πάνε καλύτερα. Τα προβλήματα ξεκινούν με την αμφισβήτηση των αποφάσεών σου, τη διστακτικότητα.
Εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η μαγική λέξη που ανοίγει την πόρτα της ζωής διάπλατα.

Απαγορεύεται αυστηρά η γκρίνια.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο σύμπαν. Στην αρμονία που υπάρχει σε αυτό.
Ας σκεφτόμαστε αυτόνομα, ας δρούμε αυτόνομα, με εμπιστοσύνη και υπομονή. Κάθε στιγμή είναι μαγική, αυτή υπάρχει, ανεξάρτητη από το πριν και το μετά. Να τη ζήσουμε.
Να ακούμε. Να βλέπουμε. Να κοιτάζουμε με προσοχή. Κι αν χρειαστεί να περιμένουμε ένα λεπτό…. Ας το κάνουμε. Θα ακούσουμε. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη. Θα δούμε.
Βλέπουμε!

DSC02236

Ματωμένη Κυριακή

Για μένα τραγουδώ – Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Θ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 7

Μεγάλη στιγμή για την πόλη, αρχές καλοκαιριού, το Ιστορικό Ποδόσφαιρο της Φλωρεντίας. Ακούστε τι λεν οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι γι αυτή την εμπειρία : ‘υπάρχει ένα αρχαίο παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως κανόνες, όπου οι σύντροφοι είναι αδελφωμένοι με αίμα και οι αντίπαλοι ορκισμένοι εχθροί. Τέσσερις ομάδες, τέσσερα χρώματα, αγωνίζονται για τις γυναίκες τους, κερδίζουν για τη γειτονιά τους. Πολλοί άντρες, μια μόνο επιθυμία : να νικήσουν το φόβο, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μέσa από γροθιές, χάδια και βεγγαλικά’.

Είναι λοιπόν το αντίστοιχο μεσαιωνικό ποδόσφαιρο. Στη Σιένα κάνουν το Palio, ιπποδρομίες μέσα στους ειδικά διαμορφωμένους δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης.
Εδώ αγωνίζονται με την μπάλα, κάτι σαν ράγκμπυ, χρησιμοποιούν και τα πόδια. Πρέπει να βάλουν το γκολ με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν, και παίζουν εικοσιπέντε από κάθε πλευρά, χωρίς αλλαγές, για πενήντα λεπτά, κάθε Μάιο.
Ντυμένοι με τις αρχαίες φορεσιές τους οι αθλητές από τις τέσσερις ιστορικές συνοικίες της πόλης, την μέρα που γιορτάζουν τον Αι Γιάννη, προστάτη της Φλωρεντίας.
Κάνουν λοιπόν το τουρνουά τους ντυμένοι στα χρώματα της γειτονιάς.
Κλείνει όλη η πλατεία των Ευγενών, στήνονται ξύλινες κερκίδες γύρω γύρω και στρώνεται χώμα καταγής. Οι παίκτες κυλιούνται, χτυπιούνται και κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν το τόπι και να το σπρώξουν στην εστία.

Η φάση είναι αρκετά άγρια, κτυπήματα επιτρέπονται, λεπτομέρειες δεν θυμούμαι. Γίνεται πανζουρλισμός στις κερκίδες με τα τραγούδια και τα συνθήματα.
Και όταν οι καιροί είναι περισσότερο τεταμένοι από το κανονικό δίνεται στην ατμόσφαιρα και κοινωνικοπολιτική χροιά .
Έχει προηγηθεί η πορεία των αθλητών και των συνοδών τους, που τους καθοδηγούν στη διάρκεια του αγώνα πίσω από την εστία οι αρχηγοί της αποστολής.
Πρόπερσι οι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία στο τέλος, μέχρι αργά τη νύχτα. Η αφορμή άσχετη με τον αγώνα, αιτία η σκληρή στάση που κράτησε η αστυνομία στη συνοικία του Σταυρού, όπου βρίσκονται οι φυλακές της πόλης, στη διάρκεια διαμαρτυρίας των φυλακισμένων. Όλη η συνοικία στο πόδι ζητά την ικανοποίηση των όρων που θέτουν οι εξεγερμένοι. Η αστυνομία κυριολεκτικά φέρεται σαν στρατός κατοχής και καταστέλλει άγρια τη στάση. Της το φυλάνε λοιπόν οι κάτοικοι και λίγους μήνες μετά ανταπαντούν με την λήξη του τελικού του Ιστορικού Ποδοσφαίρου.

Κλείνουμε λοιπόν την μικρή παρένθεση που ανοίξαμε και επιστρέφουμε στη περιγραφή μας.
Το παιχνίδι τελειώνει πριν τη δύση του ήλιου. Βλέπεις, τα χρόνια που πρωτοπαίχτηκε δεν υπάρχει ηλεκτρισμός
Το Δημαρχείο είναι στολισμένο με τα λάβαρα των διαγωνιζομένων, όλο το σκηνικό είναι στημένο εκεί μπροστά μιας και το Κυβερνείο της πόλης δεσπόζει στην μεγάλη πλατεία με το τεράστιο άγαλμα του Δαυίδ που φιλοτέχνησε ο Μικελάντζελο.

Disoccupate le strade dai sogni, Anno 1977, CLAUDIO LOLLI

ALBA MECCANICA ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΥΓΗ
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Torino
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Milano
στην Bologna
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Βερολίνο
στη Napoli
στη Ρώμη
Μηχανικά με την έλευση του ήλιου
Αρχίζοντας να γυρνούν όλες μαζί απ’ τον ήλιο
Άρχισαν όλες να γυρνούν…….
Η αυγή επινοεί ένα γρανάζι
ο ήλιος το λειαίνει με το γράσο του
Η αυγή επινοεί μια ρόδα που γυρνά
Ανέπνευσε σύντροφε τον αέρα που φυσά
Ανέπνευσε σύντροφε μια σταγόνα από γράσο
Μα μη την ανασαίνεις σε παρακαλώ
είναι η σοσιαλδημοκρατία
και μη την ανασαίνεις πολύ δυνατά
είναι η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου, του….

Σε αυτή εδώ την πλατεία, τον μήνα που μας πέρασε, ο Αλμιράντε, ηγέτης του φασιστικού κόμματος, προσπάθησε να βγάλει λόγο. Μίλησε, ναι, γιατί τον προστάτευσε όλη η αστυνομική δύναμη της περιοχής. Την ίδια ώρα όμως, ολόκληρο το κέντρο, γύρω από την πλατεία, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης από τους χιλιάδες αντιφασίστες που διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία των, καταδικασμένων στην ιστορική μνήμη, απογόνων αυτών που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τα σκυλιά των αφεντικών γαβγίζουν και κυνηγούν. Χτυπούν, γεμίζουν τον τόπο χημικά, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η γιορτή της μισαλλοδοξίας. Παντού και πάντα κρυπτοφασίστες. Η φύση της δουλειάς τους τους κάνει τέτοιους. Το να είναι ιδανικό της δουλειάς σου, το καθήκον σου, να δέρνεις κόσμο δεν μπορεί να σταθεί σε έναν φυσιολογικό νου. Πρέπει να είσαι διεστραμμένος, δεν γίνεται διαφορετικά.
Τέλος πάντων. Επί ώρες δίνουμε μάχες, σώμα σώμα κάποιες στιγμές, κυρίως όμως εκ του συστάδην με τις δυνάμεις της ανομίας, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το σημείο.
Κάπου αλλού όμως, εκεί τριγύρω, σύντροφοι πυρπολούν παρκαρισμένες κλούβες που περιμένουν να τους περιμαζέψουν. Βλέπετε, η αχλάδα έχει την ουρά της πίσω.

Μιας λοιπόν και αυτοί είναι απασχολημένοι στο ‘θεάρεστο’, ευλογημένο από την επίσημη εκκλησία έργο τους, τα γραφεία των αεροπορικών εταιρειών της Ισπανίας Γερμανίας και Χιλής φλέγονταν. Η καταστολή και οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια συντρόφων σε ημερήσια διάταξη στις τρεις αυτές χώρες. Οι σύντροφοι δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν. Στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους που στενάζουν, που αγωνίζονται σε άλλες γωνιές της γης, προσφέροντας τις ζωές τους.
Άσε δε που, πολυκατάστημα συμφερόντων εταιρείας, μέτοχοι της οποίας δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους στις φασιστικές πρακτικές, ‘ξαλαφρώνονται’ από προϊόντα τους. Για να προσφέρουν έτσι στον αγώνα των κοινωνικών πολεμιστών. Για να μη ξεχνιόμαστε.
Όταν συνηθίζεις σε μια τέτοια ένταση, εκεί που η αδρεναλίνη εκρήγνυται, εκεί που η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά, στην αλληλεγγύη που γεννιέται στα οδοφράγματα, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος μετά. Θέλεις ξανά, κι άλλο. Το ζητά ο οργανισμός σου! Στην ησυχία ‘παθαίνεις’.

Οι φασίστες δεν έχουν παρουσία στην πόλη. Όλα εκείνα τα χρόνια που έζησα εκεί είναι η μοναδική φορά που ξεμυτίζουν από τις τρύπες τους. Νομίζω πως η περίοδος είναι προεκλογική και δια τούτο κάνουν την απόπειρα.
Είναι τότε που οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτές, κατεβαίνουν ενωμένες στην εκλογική φάρσα. Το πιο υγιές κομμάτι τους έχει διαλυθεί μέσα στο κίνημα.

Αναπτύσσονται σε κάθε χώρο αυτόνομες κοινότητες, επιτροπές, συνελεύσεις. Οι σύντροφοι από τις μεγάλες ριζοσπαστικές ανατρεπτικές οργανώσεις διαχέονται εκεί μέσα μεταφέροντας εμπειρίες χρόνων, αφομοιώνοντας καινούριες εντάσεις, νέα προτάγματα. Έχει γεννηθεί ένας καινούριος τρόπος να σκέφτεσαι, να ζεις και να δρας πολιτικά. Μια καινούρια πολιτική κουλτούρα είναι γεγονός.
Αυτόνομη.
Αφομοίωσαν και αφομοιώθηκαν.

  • Πως να ξεχάσεις εκείνες τις Απόκριες! Κάνει κρύο θανατηφόρο, έχει χιονίσει κιόλας, τα πάντα είναι παγωμένα. Μέρες τώρα κρυφές συζητήσεις, ανεπίσημα, στις παρέες, κάτι προετοιμάζουν.
    Έτοιμοι του μεγάλου Καρναβαλιού τη μέρα, παντού στην πόλη τριγυρνούν μεγάλες παρέες μασκαρεμένων. Μπαίνουν στα πολυκαταστήματα και τα ξελαφρώνουν. Γελώντας επισκέπτονται τα εστιατόρια τα απλησίαστα. Παραγγέλνουν με χαρά, χορταίνουν την πείνα τους και αποχωρούν τραγουδιστά. Δίχως να καταβάλουν αντίτιμο. Η μέρα το σηκώνει, η μέρα το ζητά. Στους κινηματογράφους επίσης. Η πρακτική των αναγκών.
    Κουβαλούν στις πλάτες τεράστιες παραστάσεις συγκρούσεων κι έτσι γίνονται άριστοι δάσκαλοι και καθηγητές. Έχουν, επί το πλείστον, αποβάλει ιεραρχικά μοντέλα και διαχωρισμούς, αφήνουν στην άκρη σκέψεις και ιδεολογήματα πρωτοπορίας, έχουν σαφώς δεχθεί ελευθεριακές επιδράσεις και απόψεις από την περιρρέουσα ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα που γεννιέται μετά την σφοδρή καταιγίδα του ’68 και των εργατικών αναταραχών στα εργοστάσια του βορρά, από την εργατική αυτονομία στην πράξη και τις συμπεριφορές, νέοι αυτόνομοι από ότι μυρίζει γεροντίλα, αριστερή παράδοση, αριστερή συντήρηση και τα συναφή.

Αρπάζουν την ζωή από τα κέρατα, καβαλούν το φτερό του καρχαρία, επιθυμούν σφόδρα να τον οδηγήσουν εκεί που ονειρεύονται, εκεί που δεν είχε κολυμπήσει κανείς νωρίτερα. Δίχως ευνουχισμούς, δίχως αναβολές. Δεν περιμένουν να ωριμάσει τίποτα.
Το φρούτο έχει πέσει κιόλας από το δέντρο.
Με πυξίδα την καρδιά τους, αλληλεγγύη με όσους υφίστανται καταπίεση, με όλους τους εξουσιασμένους που ασφυκτιούν. Αλληλεγγύη ανάμεσα σε χώρους, εκεί κάτω, διάσπαρτους στη Μητρόπολη, τη ζούγκλα του ‘ανεπτυγμένου’ κόσμου.
Το νέο επαναστατικό υποκείμενο είναι εδώ, δεν σηκώνει την καταπίεση και απαιτεί αυτοδιάθεση, εδώ και τώρα. Αυτονομία.
Δεν δέχονται τους παλιούς κώδικες συμπεριφοράς, δοκιμάζουν τους δικούς τους που αποπνέουν φρεσκάδα, σίγουρα με το βλέμμα στραμμένο και προς εμπειρίες που το ανατρεπτικό κίνημα έχει παράξει τις δεκαετίες που πέρασαν. Ζωγραφίζουν με τα δικά τους πινέλα, αφήνουν το στίγμα τους στη μουσική, το χορό, στις τέχνες γενικότερα και τον πολιτισμό.

Η σεξουαλική απελευθέρωση και τα κινήματα αμφισβήτησης στην Αμερική και Ευρώπη έχουν σταθεί πρόδρομοι. Τα αντάρτικα κινήματα σε Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική και τελευταία στην Ευρώπη. Εκφραστές τους ο Μαρκούζε, ο Ντεμπόρ, ο Μάης. Η μάχη του Αλγερίου, οι περιπέτειες και η θυσία του Γκεβάρα. Οι ανίκητοι Βιετναμέζοι επαναστάτες Βιετκόνγκ. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε. Η Ισπανική ΕΤΑ τότε που ο φυσικός διάδοχος του Φράνκο, ο Καρέρο Μπλάνκο ίπταται στον ουρανό της Μαδρίτης και προσγειώνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο παραπέρα μετά από ενέδρα που του στήνουν οι σύντροφοι.
Οι Τουπαμάρος, η ΡΑΦ και ο ΙΡΑ και το MIR.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

Ο ύπνος τους δεν είναι ήσυχος. Αυτές οι εικόνες στοιχειώνουν τα όνειρα και την φαντασία τους. Βγαίνουν κατευθείαν μέσα από τα σκαμμένα λαγούμια της Ινδοκίνας, από τα κρησφύγετα των ανταρτών όπου φυλάγονται οι απαχθέντες αμερικανοί αξιωματούχοι, που διευθύνουν τον βρώμικο πόλεμο του ιμπεριαλισμού, στην κατοχή της Νότιας Αμερικής.
Έρχεται και η Πορτογαλλική επανάσταση να χρυσώσει το κερασάκι στην τούρτα.
Φελτρινέλι, Κούρτσιο και Μάρα Καγκόλ, οι πρώτοι νεκροί, Ουλρίκε Μάιννχοφ, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες και ο Μαύρος Σεπτέμβρης, αεροπειρατίες, Κάρλος το Τσακάλι, η κατάληψη των γραφείων των πετρελαιάδων του ΟΠΕΚ στη Βιέννη, η ματωμένη Ολυμπιάδα του Μονάχου, οι μαύροι Πάνθηρες, υψωμένες μαύρες γροθιές από τους αμερικανούς Ολυμπιονίκες στο Μεξικό, στιγμές ανεπανάληπτες, εξιτάρουν, μας πωρώνουν. Φενταγίν.

Θυμάμαι και τα λόγια των πατεράδων μας στις ταβέρνες ή όταν παίζουν με τις μπότσε, le bocce. Αναπολούν την αντίσταση και το αντάρτικο ενάντια στον Μουσολίνι και τους μελενοχίτωνες του. Νιώθουν προδομένοι από το κόμμα, που μίλησε για επανάσταση και μετά έπεσε σε κώμα.
Κι έρχεται, στη μέση της εφηβείας μας, η εκπαραθύρωση του Πινέλλι από τα γραφεία της αστυνομίας στο Μιλάνο, ‘τυφλές’ βόμβες, piazza Fontana, με δεκάδες νεκρούς στις πλατείες και τα τρένα, στο Μιλάνο, στη Μπρέσια, στη Μπολόνια.

Κρυφές επαφές των μυστικών υπηρεσιών με την Ελληνική χούντα, σχέδια προετοιμασίας πραξικοπήματος και στη χώρα μας.
Δεν ξεχνούμε, δεν συγχωρούμε, οργανωνόμαστε, προετοιμαζόμαστε. Μιας και όλα είναι πιθανά.
Δεν θα μας πιάσουν στον ύπνο.
Θέλουμε να αποφασίζουμε για τις τύχες μας.
Τα θέλουμε όλα, άμεσα. Τώρα.
Τι θέλουμε ; Τη ζωή μας. Να ορίζουμε την ζωή μας. Τις τύχες μας. Έτσι, απλά!

κίνημα ’77

Ακούμε Φραντσέσκο ντε Γκρεγκόρι, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, Κλάουντιο Λόλλι, Άρεα, Πρεμιάτα Φορνερία Μαρκόνι, Λούτσιο Ντάλλα, Βάσκο Ρόσσι, Φραντσέσκο Γκουτσίνι και όλη την ξένη ροκ σκηνή.
Οι Ίντι Ιλιμάνι επισκέπτονται συχνά την χώρα κι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο Χιλιανό λαό. Βρίσκονταν στην Ευρώπη σε περιοδεία διεθνούς συμπαράστασης στην προσπάθεια της αριστερής κυβέρνησης στη Χιλή να στεριώσει την ειρηνική της επανάσταση όταν συμβαίνει το πραξικόπημα, δεν επέστρεψαν ποτέ. Γυρνούν όλο τον κόσμο σε συναυλίες καταγγελίας του φασισμού και του ιμπεριαλισμού, καταγγέλλοντας τη ΣΙΑ και τις βορειοαμερικάνικες εταιρείες, που σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ δολοφονούν τον χιλιανό λαό και τον ήρωα πρόεδρό του, μαντρώνοντας χιλιάδες στα γήπεδα, εξαφανίζοντας χιλιάδες. Δολοφονώντας τον πολυαγαπημένο τους λαϊκό βάρδο Βίκτορ Χάρα ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.
Κάθε συναυλία και διαδήλωση συμπαράστασης στο λαό.
Έτσι και με εσάς τους Έλληνες. Γυρνά ο Θεοδωράκης την Ευρώπη καταγγέλλοντας με μουσική και στίχο την δικτατορία στη χώρα του. Την ανάμιξη των βορειοαμερικάνων. Τη φίμωση και τα βασανιστήρια.
Οργανώνονται αγώνες για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Για να αποτραπεί η εξόντωση του ήρωα Αλέκου Παναγούλη.

Γκεβάρα

Άλλοτε χαλαρά. Συχνά ξεσπούν συγκρούσεις. Αλληλεγγύη στους αντιστασιακούς σε κάθε γωνιά της γης.
Στην προβολή του Ζ ξεσπά διαδήλωση.
Αγαπούμε τον κινηματογράφο. Προτιμούμε αυτόν με νόημα.
‘Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του’, του Λουκίνο Βισκόντι, με τους Ντελόν, Ρενάτο Σαλβατόρι, Κλάουντια Καρντινάλε, Αννί Ζιραρντό.
Παθιαζόμαστε με τις ταινίες, ζούμε έντονα κάθε στιγμή, σαν να είμαστε οι πρωταγωνιστές. Παίρνουμε μέρος. Βλέπουμε και ξαναβλέπουμε, σου ανέφερα κάποιες. ‘Φιλμ Αγάπης και Αναρχίας’, με την Μαριάντζελα Μελάτο και τον Τζιανκάρλο Τζανίνι.

Δύο ποιήματα-αριστουργήματα των αδελφών Ταβιάνι από το ’72 και ’73, San Michele aveva un Gallo με τον Τζούλιο Μπρότζι και Allonsanfan με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, που πραγματεύονται τον αγώνα του ανθρώπου, την υπαρξιακή του αγωνία και την επανάσταση.
‘Ο Ξένοιαστος Καβαλάρης’, με τον Πήτερ Φόντα και τον Τζακ Νίκολσον στο ξεκίνημά του και τον Ντένις Χόπερ που κρατά ένα ρόλο.
Θυμάμαι ακόμη ‘το μεγάλο Ανθρωπάκι’ με τον Ντάστιν Χόφμαν. Διηγείται την ιστορία της καταστροφής του δολοφόνου στρατηγού Κάσπερ από τους Ινδιάνους των ΗΠΑ. Πανηγυρίζουμε σαν τα μικρά παιδιά.

»Η άγρια συμμορία, The wild bunch, il mucchio selvaggio του Σαμ Πέκινπα είναι για εμάς κάτι σαν μανιφέστο, όπως και η Queimada του Τζίλο Ποντεκόρβο

»Η ανταρσία του Μπάουντι», με τον Μάρλον Μπράντον

Τον ‘άνθρωπο που έλεγαν Άλογο’, με τον Ρίτσαρντ Χάρις και την Κορίνα Τσοπέϊ. Μιλά για τη ζωή και τις συνήθειες των Ινδιάνων, τα έθιμά τους τα πατροπαράδοτα.
Αγαπάμε πολύ τους Ινδιάνους.
Τους κλέφτες και τους παράνομους.
Και τους σαμουράι. Κινέζους, Γιαπωνέζους.
Τα γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, τις ταινίες του Ρόμπερτ Άλτμαν. Και φυσικά Αντονιόνι, Μπερτολούτσι, Φελίνι, Παζολίνι, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, εκατό χρόνια μπροστά!
Ήρθε μετά η ‘Πρόβα Ορχήστρας’ του Φελίνι και ‘La Luna’ του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Χορεύουμε πολύ ναπολιτάνικες ταραντέλες στα πανηγύρια και τις γιορτές.
Η Νέα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε είναι στα φόρτε της αυτό το διάστημα.
Η ζωή στην μπρίζα.

INCUBO NUMERO ZERO, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη

για την Ουλρίκε

Εγώ η Ουλρίκε Μάινχοφ καταγγέλω – Ωχρά Σπειροχαίτη

Ανέβηκε στις 19 Σεπ 2010

Πρόκεται για θεατρικό μονόλογο του Dario Fo και της Franka Rame. Μελοποιήθηκε από Ωχρά Σπειροχαίτη. Η εκτέλεση είναι από live στη θεσσαλονίκη.

 

Τα τραγούδια κουβαλάνε συναίσθημα, κρύβουν νοήματα, δεν είναι κείμενα που διαβάζεις και λένε συγκεκριμένα πράγματα που μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα.
Θέλω με την ευκαιρία να αναφέρω πως το έργο ‘DISOCCUPATE LE STRADE DAI SOGNI’ από τον οποίο εμπνεύστηκα τον τίτλο του βιβλίου, και από τον οποίο μόλις μετέφερα δύο τραγούδια, είναι γραμμένο για την Ουλρίκε Μάϊνχοφ και τους έγκλειστους αντάρτες της γερμανικής ΡΑΦ, από τον Κλάουντιο Λόλλι, προφητικό όσον αφορά όλα εκείνα που θα συνέβαιναν το 1977 στην Ιταλία.

  • Συνεχίζουμε.
    Αγοράζω Λαμπρέττα 180άρα, από συντρόφισσα, μεταχειρισμένη, κατεβαίνω στη Ρώμη χεινωνιάτικα με φίλο, χωρίς εξοπλισμό, τίποτα. Ντυμένοι με τζιν. Πως αντέχουμε ένας θεός ξέρει! Κράνη δανειζόμαστε από φίλους.
    Γυρνάμε στα υψώματα της επτάλοφου. Επισκεπτόμαστε όχι μόνο στέκια και συντρόφους αλλά και τις αρχαιότητες.

Have you ever seen the rain, Creedence Clearwater Revival.

DSC02203

La nostalgia e la memoria:poesia di Sante Notarnicola musiche Assalti Frontali

 Η νοσταλγία και η μνήμη: ποίημα του Σάντε Νοταρνικόλα με μουσικές των Assalti Frontali

συνεχίζεται