τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΤ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 4

Κάνουμε γνωριμία με ένα παλικάρι πολύ ιδιαίτερο, από την Κολομβία, μετανάστη. Έχει μια βάρκα μεγάλη κάπου δέκα μέτρα, την νοικιάζει, με τον ίδιο καπετάνιο και πλήρωμα, σε γκρουπάκια έξι έως οκτώ ατόμων για διήμερες εκδρομές σε ένα νησάκι, προστατευόμενο πάρκο, που απέχει κάμποσα μίλια από εκεί που βρισκόμαστε. Κλείνουμε λοιπόν ραντεβού και ένα πρωϊνό ξεκινάμε.
Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, ένα τετράωρο περίπου, ψαρεύει με συρτή, καθισμένος στο τιμόνι, στην πρύμνη. Στο μέσον της διαδρομής σταματά πάνω από έναν μεγάλο ύφαλο και μοιράζει σε όλους μάσκες για να θαυμάσουν κολυμπώντας την βλάστηση και το υποθαλάσσιο τοπίο. Είναι όντως μαγευτικά, νιώθεις ασφάλεια μια και ειδικά σε τόσο ρηχά νερά, δεν ξεπερνούν το ένα με ενάμιση μέτρο, οι καρχαρίες δεν μπορούν να εισέλθουν. Χρειάζονται βάθος. Την ώρα που εμείς εξερευνούμε τον ύφαλο αυτός πλουτίζει την ψαριά του, το γεύμα μας, κάνοντας ψαροντούφεκο. Αυτό το διάλειμμα δεν κρατά πάνω από ώρα. Χτύπησε, κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε και να απολαύσουμε στο δείπνο μας μπαρακούντα κοντά ένα μέτρο.
Βλέπουμε ψάρια που δεν φανταζόμασταν πως υπάρχουν, κοράλια και ένα σωρό άλλες ομορφιές ανάμεσα στα βράχια.

Είναι δεινός ψαράς ο Εμίλιο, εξασφαλίζει σε αυτό το διάστημα γεύματα για δύο ημέρες.
Μετά λοιπόν αυτή την παρένθεση, συνεχίζοντας το ταξίδι μας, ετοιμάζει σαλάτες από τροπικά φρούτα και χυμούς για όλους και μας τα προσφέρει, μιας και η όρεξή έχει απογειωθεί.
Φτάνουμε νωρίς το απόγευμα, δεν θυμάμαι το όνομα του νησιού που φυλάγεται από μια στρατιωτική μονάδα η οποία έχει σαν έδρα το φυλάκιο-φάρο που αναβοσβήνει όλη μέρα και ορθώνεται στη μία άκρη της μοναδικής παραλίας επιβλητικό.
Εξερευνούμε το χώρο για κάμποση ώρα, ανεβαίνουμε στο ψηλότερο σημείο για να δούμε από άκρη σε άκρη, πέτρα και πυκνή βλάστηση, όταν πήγε να νυχτώσει επιστρέφουμε στη βάρκα, μαζευόμαστε και απομακρυνόμαστε από την ακτή αρκετά μέτρα, πρέπει να αποφύγουμε τους βρυκόλακες, τα κουνούπια.

Έχουμε δέσει στην υπήνεμη πλευρά του νησιού που είναι μια τεράστια παραλία με την γνωστή, ψιλή άμμο. Στην άλλη πλευρά μεγάλα βράχια και πολύ κύμα, καμία σχέση, από την μια η ηρεμία και από την άλλη η αγριάδα. Στη μέση μια μικρή λιμνούλα, ακόμη αναρωτιέμαι εάν το νερό είναι γλυκό ή αλμυρό. Βλέπεις, μόλις σκεφτήκαμε να την πλησιάσουμε ξεκίνησε η μεγάλη επίθεση των κουνουπιών, κι εμείς όπου φύγει φύγει, τρέξαμε προς τη βάρκα και τα βαθιά.
Ο καπετάνιος έχει ήδη ξεκινήσει το μαγείρεμα. Η όρεξη είναι ξανά υψηλή, οι πορείες βλέπετε την έχουν ακονίσει και έτσι ξεκινάμε σιγά σιγά το δείπνο. Ψάρια νοστιμότατα και μπόλικες σαλάτες, αναμεμιγμένα φρούτα και λαχανικά. Μπόλικη σερβέζα– μπύρα, και για μετά σφηνάκια τεκίλα, ως συνήθως.
Περιττό να σας πω πως όσο διάστημα μείναμε στο Μεξικό, κάθε βράδυ είμαστε πίτα στο μεθύσι.

Το υπέροχο συμβαίνει το επόμενο πρωί. Ξυπνάμε μόλις σηκώνεται η πρώτη ζέστη, νωρίς, με την ανατολή. Περπατάμε μες το νερό που είναι πολύ ρηχό για δεκάδες μέτρα, προς την ακτή, για να βρούμε ο καθένας το μέρος που θα ξαλαφρώσει τις ανάγκες τις φυσικές. Έχουμε κοιμηθεί σκόρπιοι στη βάρκα, περπατάμε ζαλισμένοι, ντυμένοι όλοι σαν τον Αδάμ και την Εύα.
Αυτή η κινητικότητα λοιπόν σηκώνει ένα σύννεφο πανέμορφα πουλιά, σε όλα τα μεγέθη και τους χρωματισμούς. Έχουν βρει καταφύγιο στην έρημη παραλία την νύχτα, τρομάζουν με την παρουσία μας και κρύβουν τον νεαρό ήλιο με το ξαφνικό, ομαδικό τους πέταγμα!
Σκεπάζουν τον ουρανό, και γίνεται μεγάλη βοή από το τίναγμα χιλιάδων φτερών και τα κρωξίματα.
Το θέαμα σπάνιο.

Καβατζάρουμε το νησί, προς τον ωκεανό και τη φουσκοθαλασσιά, τα μεγάλα βράχια. Το κύμα αφρισμένο. Έχουμε περάσει μπροστά από το φυλάκιο και χαιρετιόμαστε με τους αγουροξυπνημένους φαντάρους, πίνοντας το καφεδάκι μας και σχολιάζοντας το πουλομάνι.
Αντικρίζουμε άλλο φοβερό. Ένα ζευγάρι καρχαρίες τίγρεις βολτάρει ανέμελο και γύρω τους έξι εφτά από τα παιδιά τους υποθέτουμε. Φανταστείτε λοιπόν τα μεγάλα γύρω στα δέκα μέτρα, είναι σίγουρα μακρύτερα από την βάρκα, και σε όγκο μεγαλύτερα. Τα μικρά, σαν μισή βάρκα, αυτά είναι λεπτότερα. Γκριζομαύρα τα μικρά, μαύρα με λευκές μεγάλες βούλες τα μεγάλα.
Λέγεται πως κάνουν να ξυθούν στα σκάφη που τα πλησιάζουν, τα ανατρέπουν, για να γίνει γεύμα το περιεχόμενό στα μικρά τους!
Άβυσσος.

Μένουμε σε απόσταση και θαυμάζουμε από μακριά το λίκνισμα αυτών των φοβερών πλασμάτων στα νερά. Και δεν έχει φωτογραφική μηχανή ούτε ένας από εμάς για να αποθανατίσει τη στιγμή.
Αυτά. Με τόση ένταση και θαυμαστά συμβάντα, δεν θυμάμαι να σου πω τίποτα άλλο από την συνέχεια. Σαν να έχει σβηστεί από την μνήμη.
Εκείνο που δεν ξεχνιέται όμως σίγουρα είναι το σοκ που νιώσαμε όλοι μας, τη μέρα που κατεβήκαμε στο λιμάνι για να κλείσουμε την εκδρομή με τον Εμίλιο. Μόλις έχουν βγάλει στην προκυμαία οι ψαράδες μια τεράστια θαλάσσια χελώνα, που αιχμαλώτισαν με δίχτυα, μεγάλη ίσαμε ένα αυτοκίνητο σχεδόν. Της έχουνε κόψει τα πάντα, της γδέρνουν το καβούκι, την τρυπάνε, και της βγάζουν την καρδιά, η οποία χτυπά δυνατά όση ώρα εμείς, λίγο παραπέρα κανονίζουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.
Φρικτό!

Δεν ξέρω τι νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι, και πόσο ‘φυσικά’ τους φαίνονται ορισμένα πράγματα. Εμείς όλοι, σίγουρα, τους μισήσαμε την ίδια στιγμή. Δεν ξεχνιέται, δεν καταπίνεται.

Soul Sacrifice, Santana.

Τριγυρνάμε πολύ καιρό εκεί κάτω, μαζί με άλλους, όλοι κάτι αναζητούν. Εμπειρίες κυρίως, πιστεύω. Η αναζήτηση είναι ωραία, η στασιμότητα βλάπτει. Αλλάζεις παραστάσεις και εικόνες, βλέπεις πως σκέφτονται άλλοι άνθρωποι, αντικρίζεις διαφορετικούς πολιτισμούς, άλλες εικόνες.
Οξύνονται οι αισθήσεις εάν δεν είσαι αδιάφορος.
Γυρνάμε τέσσερις χώρες για ένα δίμηνο. Σκαρφαλώνουμε σε λεωφορεία γεμάτα ασφυκτικά, ανθρώπους και ζώα, σε κάθε γωνιά, όπως ακριβώς βλέπουμε μέχρι σήμερα στον κινηματογράφο, και μας μοιάζουν εξωτικά.
Διασχίζουμε αποστάσεις λίγων χιλιομέτρων μέσα σε ώρες. Πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, ανηφόρες  κατηφόρες, όλο στροφές, χώμα άσφαλτος και ξανά χώμα.
Ενδιαφέροντα σίγουρα, όλα. Θέλει κότσια να ζήσει ένας Ευρωπαίος εκεί πέρα. Η αίσθηση που όλοι αντλούμε πάντως είναι πως η ανθρώπινη ζωή, και η ζωή γενικότερα, δεν έχει την ίδια σημασία,  σπουδαιότητα κι αξία θα έλεγα, που έχει στην Ευρώπη.

  • Επιστρέφουμε στην καρδιά του φθινοπώρου. Με ανάμικτα συναισθήματα.
    Αφήσαμε πίσω μας πανέμορφες χώρες. Διασχίσαμε οροπέδια, κι όχι μόνο, με τεράστιες λίμνες, μπήκαμε στην καρδιά της ζούγκλας, σκαρφαλώσαμε πυραμίδες, ανεβήκαμε βουνά, κατεβήκαμε φαράγγια και περπατήσαμε πανέμορφες κοιλάδες, κολυμπήσαμε σε ήσυχες παραλίες, βουτήξαμε στα τεράστια κύματα του ωκεανού, είδαμε ανθρώπους να κοιμούνται μεθυσμένοι πεταμένοι στη λάσπη. Χώρες όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι τεράστιες, [ σήμερα προς τα εκεί οδεύει ο Ευρωπαϊκός τουλάχιστον Νότος].
    Προσπεράσαμε τυφώνα, μια ολόκληρη νύχτα τρέχουμε μακριά του, μας κυνηγάει ακολουθώντας το λεωφορείο που μας μεταφέρει στην επιστροφή προς Βορρά. Ταξιδεύουμε κυριολεκτικά σαν βαπόρι, βουτηγμένο το όχημα στα νερά με τις μεγάλες του ρόδες κυριολεκτικά πνιγμένες. Βλέπουμε ανθρώπους, στη στεριά, να κυκλοφορούν με βάρκες. Λες και ζούμε ταινία.
    Βλέπουμε παθητικότητα. Ίσως να προετοιμάζονται και να μη το δείχνουν, ίσως να είναι η γαλήνη πριν την καταιγίδα.
    Απίστευτη υγρασία, σε βαθμό αγανάκτησης στην αρχή. Συνηθίσαμε.
    Επιστρέφουμε στον πολιτισμό, που δεν είναι πολιτισμός. Και αυτή τη κατάσταση την συνηθίζεις.
    Ονομάζουν πολιτισμό την εξέλιξη της τεχνολογίας, που λύνει προβλήματα για να δημιουργήσει μύρια άλλα.

Επιστρέψαμε και βρήκαμε στη θέση της χώρας που γνωρίζαμε κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό. Άσχημη κατάσταση, αποκρουστική. Βαριά και ασήκωτη. Πνιγηρή.
Ένα πογκρόμ σε εξέλιξη, μια καταστολή που σηκώνει στον αέρα θέλοντας να ξεριζώσει τα πάντα, δικαίους και αδίκους που λένε. Πήρε σβάρνα τους αυτόνομους δίχως σταματημό.
Τα νεύρα τεντωμένα, έτοιμα να σπάσουν.
Και απογοήτευση μεγάλη.

Don’t give up, Tracy Chapman.

  • Δεν γύρισα απευθείας στον προορισμό μου. Πέρασα πρώτα να συναντήσω έναν φίλο, που σε πόλη της Αδριατικής κρατά ένα μικρό ξενοδοχείο με συγγενείς του, με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα, μέχρι να μου μηνύσουν ότι ο δρόμος είναι καθαρός.
    Γυρνώ λοιπόν λίγες μέρες αργότερα, οριστικά, μέχρι νεωτέρας. Έχει ξεκινήσει όμως το κρυφτούλι. Τρία σπίτια σε τρεις μήνες, είμαι ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες, χωρίς καλά- καλά να το ξέρω, δεν το έχω συνειδητοποιήσει, είναι αλήθεια. Το γνωρίζω χωρίς σχεδόν να το ξέρω. Μόλις αλλάζω σπίτι μαθαίνω πως λίγο αργότερα το επισκέπτονται και οι διώκτες μας. Πάντα στην προηγούμενη διεύθυνση, με μια μικρή καθυστέρηση. Σου λέω, το ξέρεις, πηγαίνουν παντού, ψάχνουν τα πάντα, κυνηγούν ότι κινείται, χωρίς λογαριασμό, δίχως εξηγήσεις. Κανονικό κυνήγι μαγισσών.

Κι ότι τους κάτσει. Ποντάρουν στους αδύνατους. Σε αυτούς που θα σπάσουν. Που δεν θα αντέξουν την πίεση και θ’ αρχίσουν να μιλούν. Αλήθειες ή υπερβολές δεν ενδιαφέρει. Φτάνει να διασπάσουν το κίνημα, να χωρίσουν τους συντρόφους. Να στρέψουν τον ένα ενάντια στον άλλον.
Σιγά σιγά θα το καταφέρουν.
Κατάφεραν πολλά. Κρανίου τόπος.

μια ιστορία του εννιακόσια 5 Prospero Gallinari

Εμένα με βοήθησε λίγο η προνοητικότητα και πολύ περισσότερο η τύχη, αφάνταστα θα έλεγα. Εκείνο το διάστημα. Με βοήθησε και αργότερα. Οριστικά. Απ‘ όπου κι αν κοιτάξεις το θέμα..
Ένα μεγάλο αστέρι ;
Μια εξ ουρανού βοήθεια ;                                                                                                                    Η μάνα μου;
Ποιος ξέρει ;

 

  • Μιας και μιλάμε ώρα για θάλασσες, συνεχίζει ο Μάριος, την έχουμε κι εδώ μπροστά μας όλη μέρα, να σου πω δυο λόγια για τον παρ ολίγο πεθερό μου.
    Υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις, βατραχάνθρωπος. Είχε εξειδίκευση να οδηγεί τις τορπίλες των υποβρυχίων κοντά στο στόχο, καβάλα κυριολεκτικά, σαν επάνω σε άλογο, κάτω από την θάλασσα, κι όταν πια βρίσκονταν κοντά, να στοχεύει και να την στέλνει κατευθείαν στο βαπόρι που πρέπει να βυθιστεί..
    Φυσιογνωμία μεγάλη ο Τζιόρτζιο, μου έχει διηγηθεί ιστορίες πολλές από τα νιάτα του, την εκπαίδευση, τη θητεία, τον πόλεμο. Θαύμασα την δεξιοτεχνία του, το κουράγιο του, την αγνότητά του επίσης. Δούλευε, υψηλό στέλεχος σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία. Ένα πρωί τα βρόντηξε όλα και παραιτήθηκε μην αντέχοντας τη βρωμιά και την διαφθορά του περιβάλλοντος η ιδιοσυγκρασία του, βλέποντας όλα όσα συνέβαιναν εκεί μέσα, στο χώρο γενικότερα της υγείας.
    Στη διαπλοκή εταιρειών και κράτους.
    Έγινε ένας απλός πωλητής, ανατρέφει τα παιδιά του με αρχές. Μεγάλος.

Fragile, Sting.

Απ’ ότι θυμάσαι, την έχω γλιτώσει ήδη φτηνά μια προηγούμενη φορά. Τότε που ‘τσίμπησαν’ κι εσένα για φθορές στη σχολή Πολιτικών Επιστημών, όπου φοιτούσες.
Λίγες μέρες προηγούμαι, χτυπούν τη πόρτα του σπιτιού, νωρίς το πρωί.
Δεν μπορεί να είναι γνωστοί, τέτοια ώρα δεν έχουμε ποτέ επισκέψεις. Μοναχά η αστυνομία σε αναζητά τα χαράματα. Ο κόκορας δεν έχει ακόμα λαλήσει. Βεβαιώνονται από βραδύς πως γύρισες, και με το πρώτο χάραμα, ντριν, ο υπαστυνόμος!
Έχει και λιγότερη κίνηση στη γειτονιά.
Δεν μου φορούν χειροπέδες, πηγαίνουμε για ανάκριση, φθορές δημόσιας περιουσίας.
Κατάληψη στις σχολή, κάποια σπασίματα.
Χαλαρά. Στη δική σου περίπτωση είναι χειρότερα. Ξένη χώρα, φόβος για απέλαση κλπ.

Αρνιέμαι τη συμμετοχή στη φασαρία, δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι σε δύο μέρη την ίδια στιγμή, υπάρχουν μάρτυρες αδιάψευστοι. Δεν με ακούν, χειροπέδες αυτή τη φορά. Με οδηγούν στο κάστρο, στις Μουράτε, Le Murate.
Εντυπωσιακό κτίριο, μεσαιωνικό, όπως ολόκληρη η ιστορική πόλη, βρίσκεται στην καρδιά της, στην κόκκινη συνοικία του Άγιου Σταυρού.
Τεράστιο, δεν γνωρίζω πόσες ακτίνες, τρεις όροφοι εκεί που βρισκόμαστε εμείς, ενώνονται με γέφυρες, πλέγμα στον τελευταίο προς τα κάτω για να ‘εμποδίζονται’ οι αυτοκτονίες, να σταματήσει εκεί το κορμί αυτού που θα ήθελε να βουτήξει στο κενό. Λίγες μέρες μετά χώνουν μέσα κι εσένα.
Είμαστε χωριστά, τα κελιά είναι ανοικτά πολλές ώρες, τις περνάμε με παλιότερους συντρόφους που βρίσκουμε εκεί μέσα, μας φέρονται σαν μεγαλύτεροι αδελφοί.

Περνάμε έτσι καμιά δεκαριά μέρες μέχρι να μας δικάσουν. Έχει παγωνιά, στην αυλή δεν βγαίνει κανείς, καταχείμωνο. Έτρεξε αυτό το διάστημα, ήρθε η μέρα, ξαναείδαμε φίλους και συντρόφους στην αίθουσα, τα κορίτσια και τους γονείς μας.
Είδες και τον πατέρα σου που πέταξε για να σου συμπαρασταθεί, προσπάθησε να σε πείσει να επιστρέψεις πίσω, φοβήθηκε το μπλέξιμο σου με τους αγώνες.
Στάθηκες ανένδοτος.
Το κίνημα εκπροσωπείται στην πόλη από ένα ανάμεσα στα καλύτερα δικηγορικά γραφεία. Κάνει καλή δουλειά, ονόματα δεν θυμάμαι, ο πρώτος των δικηγόρων πάντως είναι ένας άντρακλας ψηλός ίσαμε εκεί πάνω, πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και τις ικανότητές του, με μεγάλη ευφράδεια .
Αριστερών καταβολών η φήμη του γραφείου, είναι πάντοτε δίπλα μας.
Αντονίνο Φιλαστό λέγεται ο άνθρωπός μας τελικά, ο νομικός, τον θυμάμαι.

Μάρτυρες υπεράσπισης ο πρύτανης και καθηγητές της σχολής. Την ώρα που εσωτερική πορεία είναι σε εξέλιξη, με το τέλος της κατάληψης, επιτίθεται σε γραφείο γνωστού σπιούνου, αποχωρώντας μια μικρή ομάδα, εμείς βρισκόμαστε στην πρυτανεία, απεσταλμένοι των φοιτητών. Κάνουμε απολογισμό, συζητώντας με τους καθηγητές πάνω στα αιτήματά μας.
Αυτές οι φθορές, εμείς στοχοποιημένοι, γνωστοί μπροστάρηδες στους αγώνες για το καλύτερο.
Αθώοι λοιπόν.
Πανζουρλισμός, συνθήματα, τραγούδια, ο πατέρας σου συγκινήθηκε.
Μας σηκώνουν ψηλά δεκάδες χέρια, χανόμαστε σε χίλιες αγκαλιές,μέχρι να μας αποσπάσουν οι αστυνομικοί για να μας στείλουν ξανά μέσα. Από την φυλακή θα πάρουμε εξιτήριο. Το οξύμωρο είναι πως μας ξαναπερνούν χειροπέδες.

Οι δύο ώρες που μεσολάβησαν στα μπουντρούμια μέχρι να ετοιμαστούν τα χαρτιά που θα μας οδηγήσουν στην ελευθερία είναι οι χειρότερες, οι δυσκολότερες των τελευταίων ημερών. Ο δείκτης του ρολογιού δεν γυρνά με τίποτα, λες και είναι σταματημένος.
Δεν ηρεμώ, δεν συγκεντρώνομαι, κάτι σαν κρίση πανικού.
Απαίσιο.
Το βράδυ γίνεται ένα μεγάλο πάρτι στο σπίτι, με όλων των ειδών τα καλούδια. Την άλλη μέρα κηρύγματα από γονείς και συγγενείς : ‘κοίταξε αγόρι μου να στρώσεις, να βάλεις μυαλό. Είσαι άντρας, δεν είσαι άλλο παιδί. Πρόσεχε τις παρέες σου. Συγκεντρώσου, δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο. Κοίταξε τις σπουδές σου, τις υποθέσεις σου’.
Τέτοια πολλά, και άλλα παρόμοια.
‘εντάξει’…….αλλά από μέσα…….hasta la victoria siempre…….μέχρι την τελική νίκη.

Layla, Eric Clapton.

Είναι τότε που μαθαίνουμε να φτιάχνουμε εμπρηστικές βραδείας ανάφλεξης, να τις τοποθετούμε και να γίνεται το μπαμ μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να έχουμε τον χρόνο να απομακρυνθούμε για να βρεθούμε στη σιγουριά.
Τι νομίζεις, κάθε πράγμα στον καιρό του, τα βήματα γίνονται με προσοχή, σταδιακά. Από τα απλούστερα στα περισσότερο σύνθετα.
Παρακολουθήσεις, τοποθετήσεις, εισβολές, παραπλάνηση. Και μετά οι ενέδρες. Αυτές τις τελευταίες δεν τις προλαβαίνω, έρχεται το πλήρωμα του χρόνου. Τέλος πάντων.

Addio Lugano bella G Gaber, E Jannacci, L Toffolo, O Profazio, S Pisu

να είναι καλά ο αγαπητός φίλος και εξαίρετος καλλιτέχνης, ο Αργύρης ο Μπακιρτζής που μου θύμισε αυτόν τον αναρχικό ύμνο, όπου συμμετέχει και ο Giorgio Gaber, νεότατος

 

  • Γνωρίζω ένα παλικάρι. Τον Μάσσιμο. Είναι μια μεγάλη παρέα, καμιά δεκαριά, με τα κορίτσια τους. Ψηλός, σγουρομάλλης, ομορφόπαιδο. Εργάζεται πότε πότε, δεινό κλεφτρόνι, μας προμηθεύει στο πι και φι ότι χρειαζόμαστε.
    Έχει ένα αρχαίο πεντακοσαράκι και η αγαπημένη του συνήθεια, που μου την κόλλησε κι εμένα είναι να ανεβαίνει επάνω στους λόφους, όταν βρέχει, και να κάνει σβούρες στο λασπωμένο χώμα, μέσα σε παρκάκι, με ανάποδα τιμόνια και χειρόφρενο, ανάμεσα στα παγκάκια και τα κράσπεδα, χωρίς να χτυπά το αυτοκίνητο. Αυτό είναι το στοίχημα. Όλο και δυσκολότερα σχέδια. Ζωγραφίζει κυριολεκτικά στη βρεγμένη γη
    ‘πίνουν’ όμως πολύ και αυτό τους καταστρέφει τελικά. Σχεδόν όλους. Κάηκαν. Ένας την γλίτωσε τελικά, αν δεν κάνω λάθος, γίνεται μαθητής σε μοναστήρι, στην Ινδία. Γυρίζει μετά από καιρό ντυμένος στα πορτοκαλί. Έχει γεμίσει η Ευρώπη τέτοια παιδιά εκείνο τον καιρό.

Γνωρίζει ένα μέρος, στην Τοσκάνη, δυο ώρες από την Φλωρεντία. Έχει ορυχεία η περιοχή, εξόρυξης μαρμάρου, αν θυμάμαι. Αποθήκες με εκρηκτικά. Μας αναθέτουν λοιπόν κάποια στιγμή να κάνουμε χαρτογράφηση κλπ. Ωράρια, φύλαξη. Να φτιάξουμε σχέδιο για πιθανή κλοπή.
Μένουμε κοντά μια βδομάδα στην περιοχή. Θυμάμαι πως είναι η καταγωγή του από εκεί ή έστω κάποιων συγγενών του. Την γνωρίζει καλά. Έχει τα κλειδιά ενός σπιτιού σε μια μικρή πόλη. Χειμώνας, χωρίς θέρμανση, το δαγκώνουμε. Είναι αλπινιστής, έτσι έχει ειδικούς υπνόσακους με πούπουλα χήνας, κατάλληλους για ύπνο στο χιόνι. Κοιμόμαστε ξεβράκωτοι εκεί μέσα, είναι τόσο ζεστός ο ύπνος μας.

Τον γνωρίζουν κι έτσι δεν συχνάζουμε σε μέρη όπου πηγαίνουν φιλικά του πρόσωπα, δεν θέλουμε να καρφωθούμε, να δίνουμε εξηγήσεις για την παρουσία μας στην περιοχή. Κάποιοι άλλοι, σε ανύποπτο χρόνο, θα επιχειρήσουν εκεί, ξέρεις, χρειάζονται εκρηκτικά.
Ακούμε όλη μέρα μουσική και παρακολουθούμε την περιοχή με τα ορυχεία. Είσοδοι, έξοδοι, οδοί πρόσβασης και διαφυγής, κινητικότητα, φύλαξη, ωράρια, πορείες.
Με την επιστροφή μας στα πάτρια εδάφη έχουμε καταστρώσει έκθεση σελίδων.
Μήνες αργότερα διαβάζω στις εφημερίδες τα νέα για την διάρρηξη αποθήκης και την κλοπή στην περιοχή εκρηκτικών υλών.

Επέστρεψα ένα χρόνο αργότερα σε εκείνα τα μέρη, παραλιακά αυτή την φορά. Υπάρχει μια φανταστική αμμουδιά, δύσκολα προσβάσιμη, όπου κάνουμε ελεύθερο κάμπινγκ ένα Σαββατοκύριακο. Δύσκολη, απόκρημνη κατεβασιά. Δύσβατη. Αξίζει όμως ο κόπος όλα τα λεφτά του. Απομονωμένη ομορφιά για καλοκαιρινή απόδραση.
Την γνωρίζει ένας καινούριος φίλος που δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά που συζητάμε. Μας προτείνει την εκδρομή και την πραγματοποιούμε κάμποσοι φίλοι, αγόρια κορίτσια.
Για να προσεγγίσουμε την παραλία πρέπει υποχρεωτικά να περάσουμε από τον δρόμο και τα μέρη στα οποία τριγύρισα έναν χρόνο νωρίτερα, παρακολουθώντας και καταγράφοντας.
Στα παιδιά που είναι μαζί μου αυτή την φορά, δεν περνά από το μυαλό τους η άλλη μου πραγματικότητα, δραστηριότητες μακρινές, ξένες. Όχι τόσο ιδεολογικά όσο πρακτικά. Δεν υποψιάζονται ούτε στον ύπνο τους την άλλη μου υπόσταση.

Νιώθω πολύ παράξενα. Άγρια χαρά μαζί με κάποια στεναχώρια
Είμαι περήφανος για αυτό που είμαι. Συγχρόνως νιώθω κάτι σαν εγκατάλειψη. Θλίψη που υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, που υφίσταται αυτή η διαφοροποίηση στις συνειδήσεις, στους ανθρώπους.
Αργότερα κατάλαβα πως αυτή ήταν η πρόγευση της μοναξιάς του παρανόμου, που λέμε. Μια κάποια απομόνωση.
Στην αρχή είμαι ενθουσιασμένος, πετάω, καταλαβαίνεις.
Μετά ψιλο χαλιέμαι.
Την πρώτη νύχτα συμβαίνουν αυτά. Μέθυσα, χαλάστηκα.
Στη συνέχεια συνήλθα, δεν το σκεφτόμουν πια, συνηθίζεις. Τότε μου έρχεται και η θλίψη.
Πως γίνεται και το θυμάμαι ;
Δεν ξέρω να απαντήσω. Είναι αυτά τα συναισθήματα που χαράσσονται μέσα και αναδύονται κάποια στιγμή, αργότερα. Απ’ το υποσυνείδητο. Όταν χαλαρώνεις…… Και ακούς! Τότε που οι σκέψεις τρέχουν ελεύθερα, χωρίς να σκοντάφτουν, χωρίς να κολλάνε πουθενά, κυλώντας σαν το γάργαρο ρυάκι, το τρεχούμενο νερό.

τα παιδιά του ’77, 2

With a little help from my friends, Joe Cocker.

Επανέρχομαι στον Μάσσιμο. Από αυτόν γνωρίζω και εκείνη την κοριτσοπαρέα από τον αυτόνομο σύνδεσμο των οπαδών βιόλα, viola, των αυτόνομων οπαδών της Φιορεντίνα, της σπουδαίας ομάδας της πόλης μας. Πηγαίνω λοιπόν στο γήπεδο μαζί τους, στο Communale, curva Fiesole. Το πέταλο που πήρε το όνομα του από την συνοικία, στους πρόποδες της οποίας είναι κτισμένο το γήπεδο, και σκαρφαλώνει στον ομώνυμο λόφο. Ντυμένο στα μωβ, από το χρώμα της ομάδας και της πόλης, θέαμα μοναδικό. Χορογραφίες και τραγούδια, ενέργεια που μοναχά στις μαχητικές μεγάλες διαδηλώσεις θα συναντήσεις, ζω τον παλμό και τα συνθήματα και αγαπώ για πάντα την ομάδα.

Βλέπεις, παρόλο που γουστάρω τα σπορ, μου αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο, εκείνα τα χρόνια έχω κυριολεκτικά απορροφηθεί από τα κοινωνικά κινήματα, ιδιαίτερα από την οργανωμένη αυτονομία, και δεν έχω πατήσει το πόδι μου στο γήπεδο άλλη φορά, πριν από εκείνη τη μέρα με την Ιουλία και την Γαβριέλλα. Δυο άγριες, γλυκύτατες μαθήτριες του Λυκείου που με ξεσήκωσαν για το παιχνίδι, τοπικό ντέρμπι με την γειτονική Μπολόνια.
Πρέπει να πω πως νιώθω δέος εκεί μέσα. Παρόλο που το παιχνίδι τελείωσε ισόπαλο, η ατμόσφαιρα είναι φανταστική, ο μεγάλος Τζιανκάρλο Αντονιόνι δεν κατάφερε να σπρώξει την ομάδα του στη νίκη. Από εκείνη την ημέρα υποστηρίζω τους βιόλα. Παρότι συμπαθώ παντού και πάντα τους κόκκινους.
Στο γήπεδο πηγαίνω ξανά λίγους μήνες μετά, πάλι με τις δυο φιλενάδες, σε συναυλία του Λούτσιο Ντάλα.

Περάσαμε πολύ όμορφα, είναι όμως ακόμη καλύτερα τότε που ο σπουδαίος καλλιτέχνης τραγουδά σε κατηλειμμένο εργοστάσιο, στη βιομηχανική περιοχή της πόλης, συμπαραστεκόμενος στους απεργούς εργάτες που βρίσκονται σε αγώνα. Εκεί μέσα είναι το κάτι άλλο. Η μουσική και ο στίχος, το συναίσθημα,αποκτούν άλλη βαρύτητα, η ατμόσφαιρα απογειώνεται και οι καρδιές χτυπούν πιο δυνατά. Ένα αληθινό πανηγύρι του λαού. Του λαού σε κίνηση. Του ανθρώπου σε εγρήγορση.
Όταν ο λαός κινείται, όταν ο λήθαργος παύει, όταν ανασταίνονται οι συνειδήσεις, όταν ο άνθρωπος αγαπά τον διπλανό του, τον νοιάζεται, τότε μη φοβάσαι τίποτα!
Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών.

Ι put a spell on you, Screamin Joe.

συνεχίζεται

22/8/12

FURIOSI – Νανι Μπαλεστρίνι – Εκδόσεις Απρόβλεπτες – Σεπτέμβριος 2012

Εκεί στο πέταλο είμαστε 17000 όλοι μέλη των Ερυθρόμαυρων Ταξιαρχιών όμως αυτοί που ακολουθούν όλους τους εκτός έδρας αγώνες δεν είναι πάνω από καμιά χιλιάδα 1500 στην καλύτερη περίπτωση κι είναι εκείνοι που σου δίνουν τη χαρά να ζεις κάτι που υπερβαίνει τη Μίλαν επειδή εκεί γαμώτο υπάρχουν στιγμές που ζεις πράγματα τα οποία σε κάνουν να ξεχνάς τη Μίλαν εκεί κινδυνεύεις να σε σακατέψουν κινδυνεύεις να πας φυλακή διακινδυνεύεις τα πάντα κι εκείνη τη στιγμή η Μίλαν είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεσαι εσύ εκείνη τη στιγμή είσαι με τους φίλους σου την ομάδα σου είσαι κάτι το συλλογικό

Από τους προλεταριακούς αγώνες του ‘60 και του ‘70, ο Νάνι Μπαλεστρίνι μας μεταφέρει στα γήπεδα της Ιταλίας της δεκαετίας του ‘80, σ’ ένα ανήσυχο μυθιστόρημα που περιγράφει το σημαντικότερο ίσως φαινόμενο συσπείρωσης και κοινωνικότητας των νέων εκείνη τη δεκαετία.

Μία αφήγηση χωρίς ανάσα, με επίκεντρο ένα επεισόδιο μεταξύ των οπαδών της ομάδας της Κάλιαρι και εκείνων της Μίλαν. Οι πρωταγωνιστές εξιστορούν σε πρώτο πρόσωπο τις εμπειρίες τους από τις οπαδικές μετακινήσεις, τις επικές μάχες με τους οπαδούς αντίπαλων ομάδων και την αστυνομία, τις προσωπικές διαδρομές στις εξέδρες των γηπέδων, τους τρόπους οργάνωσης και τους κώδικες που διέπουν τη συμπεριφορά τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική.

Οι αφηγήσεις που συνθέτουν αυτό το ηρωικό-κωμικό μυθιστόρημα του Μπαλεστρίνι σκιαγραφούν γλαφυρά την ανθρωπογεωγραφία του κινήματος των ιταλών ultras, πριν αυτό μπει στη φάση της παρακμής του.

Ο Νάνι Μπαλεστρίνι γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1935. Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα το 1953 και στις αρχές της δεκαετίας το ’60 συμμετείχε στην ίδρυση της λογοτεχνικής ομάδας «Gruppo 63». Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Tristano δημοσιεύτηκε το 1964 από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli. Αναμίχτηκε ενεργά στα πολιτικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και το 1979 αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γαλλία για να αποφύγει τη σύλληψη, μετά τη δίωξή του στα πλαίσια της «Έρευνας της 7ης Απριλίου», όπου παρέμεινε μέχρι την οριστική απαλλαγή του λίγα χρόνια αργότερα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία των περιοδικών Il VerriQuindiciAlfabeta και Zoooom. Εκτός από τη λογοτεχνία, δραστηριοποιείται και στο χώρο των οπτικών τεχνών και έχει πραγματοποιήσει πολλές εκθέσεις στην Ιταλία και το εξωτερικό και το 1993 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας. Στα ελληνικά έχουν δημοσιευτεί τα μυθιστορήματα Τα θέλουμε όλα (εκδόσεις Στοχαστής)· Ο εκδότης (εκδόσεις Γνώση)· Οι αόρατοι (εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος). Στο τεύχος 6 του περιοδικού ΤΕΦΛΟΝ έχει δημοσιευτεί ένα εκτενές αφιέρωμα στη ποίησή τους, ενώ στο τεύχος 12-13 του περιοδικού Τα Παιδιά της Γαλαρίας μια (σχεδόν) εξαντλητική συνέντευξη για τη ζωή και το έργο του.

μιχαλης 265

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Δ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 2

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, τρόπο ζωής, θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου από τα πάθη του, από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη πολύ. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε, να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί με άλλους, όλοι ίδιοι είμαστε, τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις απαντήσεις ψάχνουμε όλοι, διαφορετικοί είμαστε, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.

Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει,

να ερωτευθούμε να παίξουμε να κολυμπήσουμε, να ακούσουμε ξανά το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις, όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτά πολέμησε και ο Γκεβάρα. τα είχε όλα αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία, απόλυτος άρχοντας, αυτός, οι φίλοι του, ο λαός του. Και τα άφησε για να πάει να ξεσηκώσει αλλού, να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία, πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού.

Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

βέβαια να συμπληρώσω πως αρνητικότατος ο ρόλος της εκκλησίας, πρωτοστάτης στην χειροπέδηση, τον ευνουχισμό του ανθρώπου

Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους. Στα τραίνα, στους δρόμους, στη δουλειά και στα θέατρα, συναντάμε συνεχώς τυχαίους περαστικούς που διαμορφώνουν την πραγματικότητά μας, αλληλοεπιδρώντας μαζί μας, με χιλιάδες και φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους τρόπους.

Η φιλία, ο έρωτας και η αγάπη, όπως επίσης το μίσος, ο φθόνος και η μοχθηρία γεννιούνται μέσα σε αυτή τη τυχαία τριβή. Το τυχαίο και η μοίρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις γίνεται υποχείριο του αναπόφευκτου.

Πορευόμαστε στο προσωπικό μας μονοπάτι, αλυσοδεμένοι και με βαρίδια στις πλάτες, ως άλλα έρμαια του πεπρωμένου, θύματα του προκαθορισμένου. Αναπνέουμε μηχανικά, χωρίς να συμμετέχουμε με όλη την ενάργεια του είναι μας στη «μαγική» διαδικασία που ονομάζουμε ζωή, καθώς θεωρούμε εσφαλμένα ότι κάποιος άλλος θα το πράξει για εμάς.

Κάποιος αγγελικός, θεόσταλτος προστάτης που είναι προγραμματισμένος να μας προστατεύει εφ’ όρου ζωής, απαλλάσσοντάς μας από το κοπιαστικό καθήκον που έχουμε να δρούμε σύμφωνα με τις δυνάμεις μας για να πετύχουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Θεό και αποποιούμαστε των ευθυνών μας, λες και περιμένουμε κάποια άγνωστη οντότητα να σηκώσει για χατίρι μας τα βάρη των αμαρτιών μας.

Επινοούμε διαρκώς δικαιολογίες για μεταφυσικά στοιχειά που ξεπερνούν τις δυνατότητές μας και απορρίπτουμε τον ρόλο μας που δεν είναι άλλος από το να κρατάμε στα χέρια μας τα ηνία της ζωής που μας προσφέρεται απλόχερα.

Η τύχη, η μοίρα και το πεπρωμένο εξακολουθούν να αποτελούν προσφιλή θέματα διαπληκτισμού στα φιλοσοφικά καφενεία. Ίσως όντως η θεά Μοίρα να υπάρχει και να υφαίνει στον αργαλειό της όλες τις λεπτομέρειες που δίνουν πνοή στην καθημερινότητά μας.

Ίσως πάλι, τα μοναχικά βράδια μας κρατάει συντροφιά ψιθυρίζοντας στο αυτί μας τις αποφάσεις που πρέπει να παρθούν και τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουμε την επόμενη μέρα.

Είναι πιθανό ο «μακρόκοσμος» στον οποίο ενδημούμε, να λειτουργεί πανομοιότυπα με το κβαντικό, εκεί όπου τα μυστηριώδη στοιχειώδη σωματίδια, οι θεμέλιοι λίθοι των πάντων, συγκρούονται διαρκώς αναμεταξύ τους και χωρίς κάποιο προφανή λόγο, δημιουργώντας το «παραμύθι» της αχαλίνωτης πραγματικότητας, αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Ακόμη λοιπόν και αν είμαστε απότοκα τυχαίων συγκρούσεων και το πεπρωμένο, ο μοναδικός αληθινός θεός μας, δεν παύουμε να κρατάμε στα χέρια μας την ευθύνη για τη ρότα που θα χαράξουμε.

Χαράσσουμε την πορεία μας με τις αποφάσεις και τις επιλογές μας, ενώ ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης και της διάθεσης για επανάσταση, διαμορφώνουμε συνειδητά τον κόσμο γύρω μας.

Δημιουργούμε μαζί με τους συντρόφους μας τις συνθήκες εκείνες που απαιτούνται έτσι ώστε η ευτυχία να είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα αναπνέουμε.

Η μοίρα στην τελική είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και ας το λησμονούμε ενίοτε

Πάμε πάλι. Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε, ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν, τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει, για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους, μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα, δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία, έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία, φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε. Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα, λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί, πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Χριστός και Γκεβάρα, Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας, τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία, έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη απολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια, και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων, που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή, πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ. Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τι ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά, ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

  • Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο.  Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία, λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση. Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι πλέον στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά, ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε.

Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού, αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε, έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. »Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο» μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων. Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακάμοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα, στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία, το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

  • ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα, χρειάζονται ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Σφάζει. Και οι επαναστάτες, οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

Κι έχουν για πάντα στην καρδιά τους χαραγμένα τα λόγια του Μάο: »Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική, με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο, δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί, σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια. Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Διάφορα στέκια διάσπαρτα στη χώρα, καταλήψεις, συλλογικότητες. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι, τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια, ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσα στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Γεια και χαρά σου Μαρξ, η σκέψη σου είναι νεότατη.

  • Μια μικρή παρένθεση: Οικονομική κρίση, κρίση, κρίση, χρόνια τώρα το ίδιο παραμύθι, όχι πως δεν υπάρχει, είναι όμως εγγενής του συστήματος, αυτή το τρέφει. Ήταν τότε, το μακρινό ’73 που άκουσε στην Ιταλία για την πετρελαϊκή κρίση που αναστάτωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού συστήματος που μέχρι τότε είχε βασιστεί στην αέναη, συνεχή και δίχως όρια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων του τρίτου κόσμου. Και η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε το πρώτο σαββατοκύριακο μετά την ψυχρολουσία να απαγορεύσει την κίνηση των οχημάτων στην επικράτεια. Κάτι πρωτόγνωρο, στις πόλεις δεν κουνιόταν φύλλο, απίστευτη ομορφιά την οποίαν όμως δεν κατάφερε να γευτεί πλήρως, ήταν πολύ νέος ακόμη για να αντιληφθεί πόσο όμορφη ήταν η πόλη δίχως την κίνηση των ρυπογόνων οχημάτων!

 

  • Ας συνεχίσουμε όμως από εκεί που σταματήσαμε: Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα, το είχε ήδη διατυπώσει η εργατική αυτονομία με τις κολεκτίβες της. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

»Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου» λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, »είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι, αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία».

Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα αυτόνομο κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

Προείπαμε πως η επανάσταση διαφέρει της συντήρησης στις αξίες. Είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή φερθεί η επαναστατημένη κοινωνία άψογα στον κρατούμενο που υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο διαμορφώνοντας κλίμα συμπάθειας σε όλους τους χώρους. Η επανάσταση δεν συμπεριφέρεται εκδικητικά, η ζωή του κρατούμενου είναι ιερή. Η κοινωνία δεν άντεξε το νεκρό σώμα του γραμματέα. Ο αιχμάλωτος είναι όμηρος στα χέρια του εχθρού του, του λαού. Οι άνθρωποι του, τον έχουν παρατήσει εντελώς με αξιοθαύμαστη εξαίρεση την οικογένειά του που κρατά στάση αξιοπρεπέστατη. Οι πολιτικοί του φίλοι και σύντροφοι σε όλες τις λοβιτούρες τον έχουν εγκαταλείψει ξεκρέμαστο, μόνο και ανυπεράσπιστο δείχνοντας όλη την ασχήμια της εξουσίας, το αποκρουστικότερο της πρόσωπο. Εδώ οι σύντροφοι αυτό δεν κατάφεραν να το αναδείξουν, έχασαν κάθε πλεονέκτημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την τόσο άτυχη είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν. Στην άρνηση διαπραγμάτευσης από την πλευρά των εξουσιαστών αντέτειναν την άρνηση της ζωής.

Και ηττηθήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω, λέει, πως φαίνεσαι τεράστιος στα μάτια όλων, όταν σου αρνούνται και δεν εκδικείσαι, για μια τέτοια στιγμή τουλάχιστον μιλά και όχι γενικότερα περί εκδίκησης. Κακά το ψέματα, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν το διαφορετικό, στα όρια του εφικτού πάντα, ζώντας ασφυκτικά περικυκλωμένοι από την αντεπανάσταση με όλα τα εργαλεία οπλισμένα, για όλους αυτούς που ζούσαν στο καινούριο, το νεκρό σώμα του ανθρώπου ήταν ένα μεγάλο χαστούκι. Και επιμένει στο θέμα διότι ξέρει από πρώτο χέρι πως από εκείνη τη μέρα και μετά κανένας τους δεν ήταν πια ο ίδιος. Μπερδεύτηκε ο κόσμος, μαζεύτηκε. Η επανάσταση έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό της. Και όσο εύκολο είναι να δημαγωγείς εκ των υστέρων άλλο τόσο αλήθεια είναι πως όλα αυτά ειπώθηκαν πριν ακόμη ληφθεί η απόφαση. Θυμάται επίσης ο φίλος μου πως με την απαγωγή του Μόρο, τον Μάρτη  του ’78, ο κόσμος πανηγύριζε, υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η ικανοποίηση, είμαστε κι εμείς εδώ έλεγε και ένιωθε ο κόσμος, οι μέρες της ατιμωρησίας σας τέλειωσαν, προς τους λακέδες της εξουσίας και τα τσιράκια της. Κι ας βομβαρδίζονταν ο τόπος από τις εικόνες της εξολοθρευμένης φρουράς του. Τεράστιο χαστούκι στην εικόνα, την αναλγησία της εξουσίας, στην αίσθηση παντοδυναμίας που ανέδιδε η συμπεριφορά της. Πενήντα μέρες μετά τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η κατήφεια ο σκεπτικισμός και η ανησυχία.

Μαύροι σκυθρωποί όλοι προβληματισμένοι ένιωθαν την καταιγίδα να πλησιάζει. Η ζωή ξαφνικά είχε αγριέψει πολύ, τα χρόνια της ‘αθωότητας’ εξαφανισμένα, οι περισσότεροι δεν ήταν έτοιμοι, η παγίδα είχε στηθεί κι εμείς πιασμένοι στις δαγκάνες της. Έπεσε κι ο λαός στην παγίδα, γι’ αυτό, ή μάλλον, και γι’ αυτό η Ρώμη σήμερα [ που γράφονταν αυτό το κείμενο ] για πρώτη φορά στην ιστορία της έχει όχι ‘αριστερό’ ηγέτη αλλά φασίστα. Και για πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι, που όλοι γνωρίζουν πως μπλέχτηκε με την πολιτική για την βουλευτική ασυλία, για να πνίξει τα σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Για τον ίδιο λόγο που οι Γάλλοι έχουν Σαρκοζί και εμείς εδώ Καραμανλή. Στο κάτω, κάτω αυτοί είναι τίμιοι με τον εαυτό τους, λένε αυτό που είναι, κάνουν αυτό που πιστεύουν. Σε μια κοινωνία που τους μοιάζει. Μιας κι εμείς δεν καταφέρνουμε να δείξουμε πόσο πραγματικά διαφορετικοί είμαστε. Κλεισμένοι στους μικρόκοσμους και τους εγωισμούς μας. Η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού, δεν είναι κτήμα κανενός. Μόνο ενωμένη η αντί εξουσία, ζώντας διαφορετικά και αναδεικνύοντας το στην καθημερινότητα, χίλιοι καθημερινοί αγώνες, χίλιες καθημερινές κατακτήσεις, θα πέσουμε, θα φάμε και πολλά χαστούκια, και απογοητεύσεις, δεν πειράζει, όρθιοι ξανά, εκεί, στις μικρές και μεγάλες επάλξεις ,δίνουμε καθημερινές εξετάσεις. Για μας το κάνουμε στο κάτω κάτω. Κάτι θα γίνει τελικά. Ο ορίζοντας είναι γαλάζιος, είναι και μαύρο κόκκινος, γαλάζια η ομορφιά του ουρανού, κόκκινη και μαύρη η ομορφιά του καινούριου, της ανατροπής, της αυτονομίας.

  • Οι ομάδες μας, λέει, ήταν η κοινωνία σε κίνηση, οργανωμένη, στρατός και λαός μαζί, ένα, ζων οργανισμός, αυτόνομος, γεμάτος ζωντάνια, κύτταρο του νέου πολιτισμού. Χτυπούσε στόχους καθημερινούς, εύκολα κατανοητούς, αποδεχτούς σχεδόν από όλους. Εργατική αυτονομία, λαϊκή αυτονομία. Από αυτά που γνώριζε ο λαός μέχρι τότε, από αυτό που προ υπήρχε, και που επάνω του σκόνταφτε. Αυτοοργανωμένος ο κόσμος στη δουλειά, στη γειτονιά, στη σχολή. Παντού. Ήθελε, διεκδικούσε, κατακτούσε. Καθημερινά. Ζούσε και ανέπνεε μαζί, αλλιώς, διαφορετικά. Ο ένας για τον άλλο, για την άλλη. Μαζί. Αυτό το μαζί έκανε τη διαφορά. ΜΑΖΙ.

ΣΑΝ ΝΑ ΜΉΝ ΒΛΈΠΩ ΜΑΖΊ ,ΜΟΥ ΛΈΕΙ ΣΉΜΕΡΑ. Σαν να μην υπάρχει μαζί, με εξαιρέσεις φυσικά στέκια και καταλήψεις. Ο καθείς χωριστά, χάνεται. Απογοητευμένος, τρομαγμένος, αδύναμος. Ευάλωτος αρκείται μια φορά κάθε τόσο να ψηφίζει εναντίον αυτού που κατά βάθος δεν γουστάρει καθόλου.

Νίκος Δημητράτος, 1974,Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Γκάτσος ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι, κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά Ήρθε ο καιρός πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη .

Όλοι εμείς, συνεχίζει, που πήραμε μέρος τότε στον αγώνα για την ανατροπή, όλοι εμείς που βιώσαμε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της νόησης και της ευαισθησίας μας προέρχεται από το γεγονός πως βουτήξαμε αυτόνομα, χωρίς να μας κατευθύνουν σε αυτές τις σπάνιες στιγμές, τις οποίες θεωρώ ως ένα δώρο της ιστορίας. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο σκληρός, πιο οξύς, κατ’ εικόνα του χρήματος που προσκυνά, του χρήματος που δεν γνωρίζει σύνορα και που έχει γίνει η πραγματική διεθνής αξία και πατρίδα, η ανατροπή δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια, εφευρετική, απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογία η οποία θα σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε αντιστασιακή δράση προς όφελος της εκάστοτε φατρίας. Είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας και ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει το κομμάτι ζωής, ονείρου, παιδικότητας και επαναστατικότητας που τον καθιστά μοναδικό’.

ΕΊΜΑΣΤΕ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΣ. Έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τη συνείδηση καθαρή ώστε να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα. Είμαστε με αυτούς που συνθλίβονται γιατί μας συνθλίβουν κι εμάς, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά. Δεν είμαστε με αυτούς που πετούν τα τσιγάρα από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή κορνάρουν με το παραμικρό τα μεσημέρια. Δεν είμαστε με αυτούς που τρέχουν στα πρωϊνάδικα, που διαμορφώνουν άποψη από την τηλεόραση. Δεν είμαστε με τη Γιουροβίζιον και το life style σαν πολιτιστικό γεγονός. Δεν είμαστε από αυτούς που βάζουν το προσωπικό ή το παραταξιακό συμφέρον πάνω από το κοινό. Θέλουμε να ανατρέψουμε αυτό που δεν μας αρέσει σήμερα, αυτό που υπάρχει χρόνια. Βαρέθηκα φωνάζει, να βλέπω τις ίδιες φάτσες χρόνια τώρα να μου μασουλάν τις ίδιες αηδίες. Το καινούριο θα γεννηθεί μέσα από την αβεβαιότητα, την αταξία, την φασαρία. Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Τα χειρότερα ενσωματώθηκαν στο σύστημα γιατί δεν ήταν επαναστάτες στην ψυχή, καλή ώρα σαν τον Λαλιώτη και τη Δαμανάκη εδώ σε μας, τον Κον Μπεντίτ στη Γερμανία- τι απέγιναν οι δικοί του σύντροφοι δεν γνωρίζει. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα, λέει, να το καταστρέψουμε θέλουμε, δεν αλλάζει, αποδεδειγμένα. Και το καινούριο θα γεννηθεί από τα χαλάσματα, αυτός είναι ο νόμος της φύσης. Και αυτοί που διοικούν θα εργάζονται κιόλας, συγχρόνως. Φτάνει πια με τους εργατοπατέρες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Μιλούν στο όνομα του λαού αυτοί που με το λαό δεν έχουν πιει ένα ποτήρι κρασί μαζί. Άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει την αγωνία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, μιλούν στο όνομα αυτών που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Και κυβερνούν στο όνομά μας άνθρωποι που δεν θα μας γνωρίσουν ποτέ, δεν νιώθουν το χτύπο της καρδιάς μας, το άρωμα της σκέψης μας. Μιλούν για ελευθερία άνθρωποι που δεν διακινδύνευσαν ποτέ στη ζωή τους. Άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ όχι σε ανώτερο διοικούν υπουργεία, στρατούς, θέσεις κλειδιά. Ποτέ δεν ρίσκαραν, δεν ριψοκινδύνεψαν ποτές. Η παραβατικότητα είναι πολύ γλυκιά θέλει αρετή και τόλμη όμως η ελευθερία, όπως έχουμε ξαναπεί Θέλει κότσια να πας αντίθετα στο ρεύμα, στον συντηρητισμό. Αυτός ευθύνεται για τα δεινά της σημερινής ζωής μας σε μία κοινωνία άγρια, ψυχρή και υπολογιστική. Είμαστε αριστοκράτες λοιπόν. Δεν παρκάρουμε στα ήδη κατειλημμένα πεζοδρόμια από μπαρ και ταβέρνες. Δεν βρωμίζουμε τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές.

Κομπιάζει λιγάκι. Αν δεν έχεις μπει ποτέ στη φυλακή δεν καταλαβαίνεις τη σημασία της ελευθερίας, και την έννοια αυτής. Κι αν δεν έχεις νοσηλευθεί για σοβαρή αιτία την αξία και την έννοια της υγείας. Ξέρεις πως τα έχω για τα καλά γνωρίσει και τα δύο, και με το παραπάνω. Ήμουν ‘τυχερός’ που τα έζησα και τα δύο, επαναλαμβάνει γιατί ξέρω από πρώτο χέρι. Τρεις φορές φυλακίστηκα, πολλές νοσηλεύτηκα, εγχειρίστηκα, εντατική, χημειοθεραπείες, όλα τα καλούδια.

Δεν είχαμε κανένα συμφέρον, συνεχίζει, να είμαστε με τους ‘εκτός νόμου’. Στη ζωή μας όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είκοσι χρονών παιδιά στο άνθος της νιότης και της ενεργητικότητας ερωτευτήκαμε τους παράνομους, τους παραβατικούς, αυτούς που ρίσκαραν τα πάντα γιατί αγαπούσαν την ελευθερία και την αυτονομία, γιατί μίσησαν το ψέμα, την υποταγή, την διαφθορά, την απληστία, την ψευτοδημοκρατία στο κάτω κάτω. Εκλογές έκαναν και οι χουνταίοι, εκλογές και οι σημερινοί. Ποια όμως από τα κρίσιμα ζητήματα λύνονται στα κυνοβούλια πραγματικά. Μόνο τα μικρο ζητήματα. Εκεί επικυρώνονται οι αποφάσεις που παίρνονται στα γραφεία των μεγάλων εταιριών που στηρίζουν τα κόμματα και χρηματοδοτούν τις καμπάνιες και τα μεγαλοστελέχη τους. Σήμερα για να θέλεις να πολιτευτείς σημαίνει πως θέλεις να οικονομήσεις χωρίς να κουραστείς, άσε που όσο και να ιδρώσεις τα λεφτά με τρόπο νόμιμο είναι περιορισμένα. Μόνο οι ανατρεπτικοί είναι ειλικρινείς. Κι αν δεν υπάρχουν μαζικά σήμερα θα υπάρξουν σίγουρα αύριο. Η ζωή και η ιστορία κύκλους κάνει. Υπομονή αδέλφια. Και αυτά που τόσο ανατρεπτικά ακούγονται σήμερα, αιρετικά, θα είναι πλειοψηφικά αύριο. Θα ακούγονται από στόματα πολύ περισσοτέρων.

Ας κρεμάσουν δέκα παλικάρια τον υπουργό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, δεμένο, με μια πινακίδα στο λαιμό που θα μιλά για τα ‘κατορθώματά’ του, να κάτσει έτσι για μισή ωρίτσα μέχρι να τον κατεβάσουν, να νιώσει στη μούρη του την απέχθεια αυτών που δεν του μοιάζουν. Έτσι όπως έκαναν τότες οι ιταλιάνοι σύντροφοι! Να νιώσει τη βία που νιώθουμε κολλημένη σαν βδέλλα στο πετσί μας καθημερινά, όλοι μας όταν μασουλάμε το παραμύθι τους. Σας λέω πως εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες θα πανηγυρίσουν, βγείτε έξω και ρωτήστε, χωρίς κάμερες και χαφιεδισμούς, θα σας πουν την αλήθεια.

Έβαζαν οι σύντροφοι στόχο τα γραφεία των μεγάλων κατασκευαστικών που κρατούσαν ανοίκιαστα εκατοντάδες διαμερίσματα για να σηκώσουν τις τιμές. Όλοι έλεγαν: καλά τους κάνετε. Απέκλειαν τετράγωνα με μέσα τους πολυκαταστήματα και αλυσίδες, εισέβαλαν και απαλλοτρίωναν τα αγαθά μαζί με τον κόσμο, που πανηγύριζε και έφευγε φορτωμένος, ή με αυτομείωση, κατέθεταν στα ταμεία συμβολική τιμή για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Έκρηξη ενθουσιασμού και θαυμασμού στη γειτονιά. Στα ακριβά εστιατόρια το ίδιο, παντού λαϊκές τιμές, καταλήψεις για στέγαση και δημιουργία κέντρων συνάντησης και επιμόρφωσης, εισβολές στους κινηματογράφους και τα θέατρα για όσους αδυνατούσαν να καταβάλουν αντίτιμο, συμβολικές τιμές στα εισιτήρια για τους υπόλοιπους. Η αυτομείωση σε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας είχε γίνει φαινόμενο μαζικό. Τηλέφωνα, μεταφορές, νερό, ρεύμα. Ο λαός απαιτούσε, οργανώνονταν αυτόνομα, έπαιρνε αυτό που ήταν δικό του. Μαζικά.

autop, people have the power

Είναι ιερή η ζωή λέει, όμορφη, πανέμορφη. Και το έχει νιώσει μέχρι το μεδούλι γιατί κινδύνευσε να την χάσει. Γι αυτό ζήστε την με ένταση, με πάθος, με όλο σας το είναι. Είναι ιερή. Γι αυτό αισθάνονταν άβολα, κομπιάζει, όταν σύντροφοι, στον αγώνα, την αφαιρούσαν, από λαμόγια έστω.

‘Να ζήσουμε τη ζωή με τα όλα της’ ξαναλέει, ‘σε όλο της το μεγαλείο’. Να βουτήξουμε στα νερά της, ακόμη και στα παγωμένα καλό κάνει, και στα αφρισμένα, εκεί, κυρίως εκεί μαγειρεύονται πράγματα και καταστάσεις. Να δοκιμάσουμε τα αρώματα της δίχως φόβο. Να γνωρίσουμε τη φύση, να τη σεβαστούμε. Να τρέξουμε στα δάση, να ξαπλώσουμε στο χορτάρι να αναπνεύσουμε τη δημιουργία, να νιώσουμε την ελευθερία, την ευωδιά των λουλουδιών, να ακούσουμε τη μουσική που σκορπίζεται παντού, από τον άνεμο, τα δέντρα, τα πουλιά. Να πετάξουμε μαζί τους, εκεί βρίσκεται η καρδιά της ζωής, της δημιουργίας. Να αφουγκραστούμε το μήνυμα, μήνυμα αισιοδοξίας και ευτυχίας. Την ευλογία του όλου, του ολοκληρωμένου. Υπάρχει ολοκλήρωση στη φύση. Να ζήσουμε και να πεθάνουμε λεύτεροι. Εάν ήμασταν ολοκληρωμένα όντα δεν θα υπήρχαν πόλεμοι. Και μίσος για τη διαφορετικότητα. Δεν θα υπήρχαν τάξεις, ανισότητες και του κώλου τα εννιάμερα. Όλοι ήμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια στοιχεία, ξεσπά, και την ίδια ενέργεια. Μοναδικοί στη διαφορετικότητά μας. Δεν αποτιμάται αυτή σε χρήμα. Δεν είναι γραμμένο πουθενά πως ο διπλανός είναι πιο ακριβός.

Προσελκύουμε αυτό που επιθυμούμε, αυτό που αντανακλάται από εμάς φεύγει και ξαναγυρίζει κουβαλώντας μαζί του αυτό που ζητήσαμε. Ας είναι αυτό η αγάπη και η ομόνοια, να ζήσουμε αλληλέγγυοι με τους γύρω. Ότι χρώμα κι αν έχουν, όπως κι αν ονομάζονται. Η εκτίμηση φέρνει εκτίμηση. Υπομονή λοιπόν, εκτίμηση και αγκαλιά στο γείτονα. Και κάπου εκεί γύρω υπάρχει και μια συλλογικότητα, μια αυτόνομη ομάδα. Ας την ψάξουμε, να τη βρούμε. Να την φτιάξουμε στο κάτω κάτω. Να τα απαιτήσουμε από όλους αυτά.

ΠΑΡΈΝΘΕΣΗ:

  • Ήπια καφεδάκι στο’Νικηφόρο’ του αγαπημένου παλιόφιλου, του Βασίλη του ‘Πελέ’. Λέει : ‘το μυστικό στη ζωή φίλε μου είναι να αγαπάς, αυτό ξέρω. Για να μπορείς όμως να αγαπάς χρειάζεσαι αυτογνωσία, να γνωρίζεις τα υπέρ και τα κατά σου, τα προτερήματα και τα ελαττώματα σου. Έτσι μοναχά θα μπορέσεις να αγαπήσεις τον συνάνθρωπο, την κοπέλα σου! διαφορετικά δεν γίνεται! όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ!’ ‘Πολύ ωραία τα λες φίλε’, του απαντάω. ‘Δεν τα λέω εγώ Μιχάλη’, συνεχίζει.’ Η ζωή το λέει, αυτήν επαναλαμβάνω’!

συνεχίζεται

James – Born Of Frustration (live)

απτική στέρηση

Deprivazione tattile
27 maggio 2008baruda
απτική στέρηση

“αφού του έχει αφαιρεθεί η κοινωνικότητα, το σώμα του έγκλειστου δεν έχει τρόπο να δεχτεί και να ψάξει αισθητήρια ερεθίσματα. Και, ανάμεσα σε όλες τις στερήσεις, εκείνη της αφής είναι ίσως η πιο σοβαρή και καταστροφική, τόσο καταστροφική που ένα παιδάκι μπορεί και να πεθάνει.

όταν στα τέλη του 800 η αμερικανική παιδική ιατρική φροντίδα εισήγαγε το »κρεβατάκι με τα κάγκελα», υποσκελίζοντας την παράδοση της κούνιας, ξεκίνησαν να παρουσιάζονται θάνατοι ανεξήγητοι μωρών σε απόλυτη υγεία. Το γεγονός πέρασε στην ιστορία σαν »θάνατος στο κρεβατάκι» ή ‘σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου’. Η ανθρώπινη εμπειρία μας διδάσκει πως το λίκνισμα στην αγκαλιά είναι μια κίνηση χάδι σε όλο το σώμα σε όλη της την λειτουργία. αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ευημερία και την ευεξία που αποκλείεται στο »μωρό ανάμεσα στα κάγκελα».

Αφού η στέρηση του αγγίγματος μπορεί να φέρει τον θάνατο, με τον ίδιο τρόπο αυτό μπορεί να προκαλέσει την αναγέννηση.Il con-tatto umano, η ανθρώπινη επ-αφή είναι όντως μια πιθανή φροντίδα-γιατρειά στην περίπτωση μη αναστρέψιμου κώματος ή σε πλάσματα με εγκεφαλικά τραύματα και ψυχοκινητικά handicap. Είναι η περίπτωση εκείνης της εκατοστής εθελοντών που, διαδοχικά, πήγαιναν στο σπίτι μιας μικρούλας για να μπορεί να έχει 24 ώρες στις 24 το μοναδικό φάρμακο ικανό να την κάνει να νιώθει καλύτερα : την ανθρώπινη επαφή : τη συνάντηση και το άγγιγμα ανθρώπων κάθε φύλλου, ηλικίας, επαγγέλματος, κουλτούρας, που την βοηθούσαν στις ασκήσεις αποκατάστασης. Η διέγερση είναι θαυματουργική. Η έλλειψη αγγίγματος, αντιθέτως, είναι επώδυνη.

βγάζω απ’ τα χέρια – κάτω από το δέρμα – κομμάτια από μαχαιροπίρουνα πλαστικά : τα μόνα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. σπασμένες άκρες από πλαστικά πιρούνια. Φτάνουν μικρά κοψίματα και αυτά τα κομμάτια μπαίνουν κάτω από το δέρμα. Από αυτά τα ίδια τα κοψίματα, σπρώχνοντας, βγάζω έξω τις άκρες από τα πιρούνια. Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει ούτε μια σταγόνα αίμα ! όσο περισσότερο τραβώ προς τα έξω και περισσότερο, αγγίζοντας, αισθάνομαι! με μια αίσθηση ενόχλησης, με υπομονή όμως, στέκομαι εκεί να τραβώ προς τα έξω αυτό το πλαστικό. ξυπνώ με μια αίσθηση άγχους. Πόση αδρανή ύλη έχω απορροφήσει όλα αυτά τα χρόνια διαμέσου των πόρων του δέρματος;

σκέφτομαι το σίδερο, το τσιμέντο, το πλαστικό που αγγίζω, και στα απονευρωμένα σημάδια που με κατακλύζουν. Και δεν υπάρχει και αίμα! δίχως να το αντιληφθώ ο θάνατος μπήκε μέσα μου γενόμενος κύριος του αίματός μου. Γράφω ή διηγούμαι το όνειρο σε όποιον μπορώ, για να δρομολογήσω συναγερμό. Πρέπει να προειδοποιήσω, να βιαστώ, πριν η αδράνεια να μας κατακλύσει ολοκληρωτικά!”

το πήραμε από το “IL BOSCO DI BISTORCO”. Renato Curcio, Stefano Petrelli, Nicola Valentino. εκδόσεις Sensibili alle Foglie

αυτό το blog, αναπόφευκτα, θα μιλήσει συχνά για εγκλεισμό, για στέρηση, για απομόνωση.
θα μιλήσουμε για την φυλακή, για τους μηχανισμούς τιμωρίας, για φυσικό και ψυχικό βασανιστήριο, για ψυχιατρικά δικαστικά νοσοκομεία, για κέντρα προσωρινής κράτησης μεταναστών…απόβλητων. Εκείνων που για το κράτος πρέπει να σαπίσουν απόβλητοι.
για το δικαίωμα στην ελευθερία, για όλα αυτά που μπορούμε να διδαχτούμε από τα μάτια αυτού που είδε να του στερούνται τα πάντα.
με τον άνεμο αυτής της βραδιάς δεν μπορώ να μην σκέφτομαι σε αυτόν που είναι κλεισμένος σε ένα κελί…με αυτό το ελεύθερο φύσημα του αέρα, με αυτή την ευχαρίστηση του δέρματος που διασχίζεται από τόση δύναμη.

 ΕΝΆΝΤΙΑ ΣΕ ΚΆΘΕ ΦΥΛΑΚΉ
 ΜΈΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΈΡΑ!

http://baruda.net/

 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας, συνεχίζεται

μιχαλης 296

αυτονομία, autonomia

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ (17).

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Barbara Balzerani: η πορώδης συγγραφή της ιστορίας

Από τον μαγικό ρεαλισμό της Ortese μέχρι τη φιλοσοφική και σημασιολογική αυστηρότητα, βουτηγμένη με την θηλυκή ουσία, της de Beauvoir. Από τις πληγές του Angelus Novus του Walter Benjamin, φορέα μιας ιστορίας «πορώδους» που χρειάζεται την εκ νέου / εγγραφή, στο ντοκουμέντο “Nuovo Realistico“ που λογαριάζεται με τον κυρίαρχο μετα-μοντερνισμό και τις ερμηνευτικές τάσεις της αδύναμης και μετά ιδεολογικής σκέψης. Από την ποιητική και εικονοκλαστική οργή της αγγλικής δραματουργού Sarah Kane, μέχρι τις ελεγιακές πινελιές της άραβας ποιήτριας Zhabiya Khamis. Μέχρι τον άμεσο και λεπτό φωτογραφικό λυρισμό του Salgado. Αυτά είναι τα ίχνη που εκφράζονται – κατά τη γνώμη μου, φυσικά, γιατί θα μπορούσαμε να δούμε και πολλά άλλα, όπως εκείνα του φεμινισμού της Lonzi – επάνω στα οποία φαίνεται να κινούνται, με αργό αλλά αμείλικτο βήμα, ανελέητο αλλά παθιασμένο, τα μυθιστορήματα της Barbara Balzerani. Μυθιστoρήματα στα οποία η πολιτική και το μαρξιστικό ιδεώδες είναι η αντίστιξη, σιωπηρή και αναπόφευκτη, μέσω της οποίας μπορούν να ακουστούν οι τραγικές νότες μιας ζωής στον αγώνα, μιας ύπαρξης σε αγώνα.

Εδώ, στη συνέχεια, ένα πέρασμα, από τα πιο σημαντικά, του τρίτου της “Perché io perché non tu”, »Γιατί εγώ γιατί όχι εσύ:

«Υπάρχουν στιγμές που τυπώνονται στη μνήμη και παραμένουν εκεί για να καίνε σαν να έπρεπε να περάσει μια ζωή. Κλικ, σαν ένα στιγμιότυπο στο επίκεντρο και ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Αν είχα παραμείνει σιωπηλή θα είχα παρατείνει την αθωότητα για λίγο ακόμη αλλά εκείνα τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου από μόνα τους, ακούσια αμαρτία τόσο άσεμνη ώστε να αξίζει την άμεση τιμωρία. Την ανέλαβε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος η οποία, κοιτάζoντας με σαν μια κάμπια η οποία πιστεύει πως είναι πεταλούδα, μου έδειξε τη διαφορά μεταξύ των δύο φορεμάτων. Φορούσα ένα φτηνό κουρέλι και ούτε που έκλεινα το στόμα μου.

Με την μια μου αποκάλυψε πως ήμουν φτωχή, πως φαίνονταν και συνεπώς ήταν καλύτερο να περάσω απαρατήρητη την μέρα του τελετουργικού. Μπροστά θα στέκονταν εκείνες όπως η φιλενάδα μου, αέρινες και με τα πλούσια κάλλη τους. Για μένα, μια θέση λίγο πιο πίσω, βλέπεις ακόμη και τα μυστήρια απαιτούν τον σεβασμό προς τις τιμές και προς την στόφα».

Λοιπόν, λόγια γεμάτα, να χρησιμοποιήσω τον Λακάν. Λόγια που ιστοριοποιούν, και γλώσσα – στο σθένος της συμβολικής δομής της – που υπενθυμίζει και δεν ενημερώνει, δεν παίζει με τον εαυτό της, προκαλώντας σύγχυση και ανακατεύοντας τα χαρτιά. Μια γλώσσα που κάνει την Αλήθεια και την Ιστορία στον Άλλο και του Άλλου να ανα/γεννάται. Λόγος που είναι σαν μια κραυγή μέσα στη νύχτα. Εκείνη η κραυγή του παιδιού που καλεί την Αγάπη και το καθιστά συμμέτοχο, ακόμη και κάτω από τις βόμβες λευκού φωσφόρου, που εκτοξεύονται από μια απρόσεκτη και χειρουργικά ψυχρή αεροπορία, στην αποτρόπαια καταστροφική δύναμή της. Λόγος μιας σπουδαίας συγγραφέως, ικανής να επεξεργαστεί μια ύλη καμωμένη από ευμετάβλητα, ευάλωτα σημάδια, με τα γυμνά χέρια της ποίησης, αυλακωμένα από τον ανθρώπινο πόνο και μασημένα μέσα στον αγώνα για επιβίωση.

“Compagna Luna” “La sirena delle cinque” “Perché io, perché non tu” “Cronaca di un’attesa” “Lascia che il mare entri”. E ora, uscito alcuni mesi or sono, edito sempre daDeriveApprodi, il sesto libro: “L’ho sempre saputo” «Συντρόφισσα Σελήνη» «Η σειρήνα των πέντε» «Γιατί εγώ, γιατί όχι εσύ» «Χρονικό μιας αναμονής» «Άφησε τη θάλασσα να μπει». Και τώρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, δημοσιεύθηκε πάντα από τον οίκο DeriveApprodi, το έκτο βιβλίο: «Το γνώριζα πάντα».

Ποια είναι η Barbara Balzerani, ποια είναι η ιστορία της, είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστό. Guerrigliera, αντάρτισσα, μέλος του εκτελεστικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών, πήρε μέρος στο κομάντο που ολοκλήρωσε την απαγωγή και την εκτέλεση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών, Aldo Moro. Εξέτισε, με έναν εγκλεισμό τριάντα χρόνων και σκληρή φυλακή, τα μαρξιστικά ιδεώδη της και το όνειρό της – που μοιράστηκε με μια ολόκληρη γενιά – να αλλάζει τον κόσμο και εκείνους τους οικονομικούς κανόνες, εκείνες τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές και μορφές συνείδησης, που βασίζονται σε μια απατηλή και άνιση κοινωνική σύμβαση.

Βγαίνοντας από την φυλακή, ωστόσο, η Barbara βρήκε εκείνο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων ήταν, όχι μόνο δυνατή, αλλά και στη βάση του δημοκρατικού συστήματος, έστω και φιλελεύθερου-αστικού, εκείνο τον κόσμο, που διασχίστηκε από έναν κοσμικό Ταξικό Αγώνα, που έβλεπε τα αφεντικά να έχουν σαφές πλεονέκτημα, και που αυτή σκόπευε να αλλάξει, ανατρέποντας τις ισορροπίες-σχέσεις δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής προς όφελος, αυτή τη φορά, των εκμεταλλευόμενων – γενετικά μεταλλαγμένο. Δεν τον αναγνώριζε πλέον, αυτόν τον κόσμο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Τίποτα δεν της ανήκε, παρά μόνο ο εαυτός της. Το σώμα της, το οποίο είχαν επίσης προσπαθήσει να της πάρουν. Η ξεκάθαρη φωνή της. Η νοημοσύνη της, η εξυπνάδα της, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, να εξημερώσουν, χωρίς να το πετύχουν. H ιστορία, το σενάριο της, τα καθέκαστα της, οι εμπειρίες της που έπρεπε να ανιχνευθούν, να ανακτηθούν, να ανακατασκευαστούν, να δωροδοτηθούν.

Σε αυτόν τον κόσμο, που καταστράφηκε από τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, που κατέστη οργουελική δικτατορία της μοναδικής σκέψης, ήταν σαν ξένη. Ο οικουμενικός εορτασμός της κυρίαρχης σκέψης, του turbo-καπιταλισμού, του τέλους της Ιστορίας, που διοχετεύεται από τα μέσα ενημέρωσης και από τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία παρουσιάζουν την ψευδή εικόνα για αυθεντική, την καθιστούσε αδιάφορη θεατή γεγονότων που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα ήθελε να είχε φανταστεί! Αυτή, που είχε αγωνιστεί για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτή, η οποία είχε πολεμήσει μαζί με τους συντρόφους της, για τη συλλογική κοινή χρήση των αγαθών και των πόρων, ενάντια στo ατομικιστικό χαράκωμα των Εγώ των αφεντικών και ενάντια στο αρχαϊκό παράδειγμα της ολιγαρχικής εκμετάλλευσης των μαζών. Αυτή βρίσκονταν, τώρα, ξαφνικά, να περιπλανιέται, συγκλονισμένη, παραπαίουσα, ανάμεσα στα θεαματοποιημένα μεγαλεία της high-tech μητρόπολης, ανάμεσα στα γραφήματα των χρηματιστηριακών μετοχών της άγριας και παγκοσμιοποιημένης χρηματοδότησης, μέσα στην παλινδρόμηση της αδύναμης σκέψης, μεταξύ των προφητών του ηθικού σχετικισμού, μέσα στα τεμαχισμένα πλέγματα της ερμηνευτικής κίνησης που της λείπει ο συγκεκριμένος σκοπός, ανάμεσα στα μεταμοντερνιστικά ερείπια, του μετα-εργατισμού, της μετά-ιδεολογικής εποχής, της μετά-βιομηχανικής εποχής.

Διωγμένη από τα βαρυτικά κύματα μιας χωροχρονικής διαταραχής, παρασύρθηκε στα βαθιά, σε ένα είδος παράλληλου σύμπαντος, που κατοικείται από μετά/ ταυτότητες. Ταυτότητες poster, κρεμασμένες σε έναν τοίχο με φάτσες avatar. Ένα τοίχο που έχει γίνει εικονικός αλλά όχι λιγότερο αδίστακτος, στη διάστασή του που μοιάζει με απομόνωση εγκλεισμού, «πίνακας ανακοινώσεων» – επιτρέψτε μου την γλωσσική χειραγώγηση – στον απεριόριστο κβαντικό χώρο του αιθέρα.

Έτσι, η Barbara άρχισε να γράφει. Για να επανασυνδέσει τα νήματα της μνήμης. Πολιτική και οικογενειακή μνήμη, γνωστή, κοινή, οικεία, τόπων και αγώνων. Να επιδιορθώσει ράβοντας ξανά και υφαίνοντας, μέσα από τη γραφή, λωρίδες του παρελθόντος, για να αναγνωρίσει εκεί μέσα τον εαυτό της και να επανακτήσει τον εαυτό της και την Ιστορία της.

Μέχρι στιγμής είναι έξι οι τόμοι που έγραψε, οι οποίοι μετρούν κάτι πάνω από εκατό σελίδες ο καθένας. Έξι κοσμήματα της λογοτεχνίας, εσωτερικής και στρατευμένης, ιστορικής και πολιτικής, χρονολογικής και μαγικής, οικείας και συλλογικής, που ακούγονται σαν ένα χαστούκι στα πλαδαρά μάγουλα της ηθικολογίας και της μπουρζουάδικης διανόησης. Αυτής της ίδιας διανόησης η οποία την έδιωξε από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, διαμέσω του συγγραφέα Antonio Tabucchi, που πέρασε σε μια καλύτερη ζωή, με εκβιαστικούς τρόπους, αναγκάζοντας τον εκδοτικό οίκο – που ανήκε στον Giangiacomo, εκδότη και αντάρτη – να επιλέξει μεταξύ αυτού, φτασμένου διανοούμενου, και της πρώην ταξιαρχίτισσας.

Προφανώς, η επιλογή ήταν δεδομένη. Η Αγορά έχει τους κανόνες της. Και εναντίον αυτής της Αγοράς, και παρά τους νόμους της, γράφει σήμερα η Barbara. Τα βιβλία της διαβάζονται στη μισή Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν τα ράφια εκείνων των καθεδρικών ναών που ανεγέρθηκαν στην θεότητα Εμπόρευμα, που είναι τα Σουπερμάρκετ και τα Megastore. Ποτέ δεν θα διακινδυνεύσουμε να μπούμε σε ένα από αυτά τα λούνα παρκ της κατανάλωσης και να παρακολουθήσουμε την άθλια σκηνή, που επέδειξε ο Godard στο «Ψόφα αφεντικό, όλα καλά», όπου το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πουλούσε, το πολιτικό και εκλογικό του πρόγραμμα, με χαμηλό κόστος.

Η λογοτεχνία της Balzerani είναι βρώμικη από γη και αίμα, φτιαγμένη από οστά και νεύρα. Σίγουρα δεν αναμορφώθηκε από την πλαστικοποιημένη μάσκα ομορφιάς, ούτε συσκευασμένη με ζαχαρένιο χαρτί και ροζ κορδέλες. Τα βιβλία της μυρίζουν θάλασσα, έχουν το άρωμα του Νότου. Έχουν τη γεύση του εύρωστου κρασιού, του οποίου τα σταφύλια καίγονται στον ήλιο της Μεσογείου και στα τοπία του νότου ή στα αφρικανικά τοπία. Αφηγούνται την εμπιστευτική, ανομολόγητη, ακατέργαστη ευαισθησία ενός οικογενειακού εργατικού περιβάλλοντος, το οποίο μου θύμιζε πάντα εκείνο της υπαίθρου, που διηγήθηκε ο Όλμι στην ταινία Το δέντρο με τα τσόκαρα. Στάζουν ιδρώτα και κόπο προλετάριο. Αναπαριστούν αυλακωμένα πρόσωπα, πρησμένα από τη φτώχεια. Εστιάζουν με το δάχτυλο ενάντια στο ταξικό μίσος των κυρίων του κόσμου:

«Η πόλη βρίσκεται εκεί, σε απόσταση αναπνοής, με τα σπίτια της από τούβλα και τσιμέντο, τα αυτοκίνητα, τα φώτα, την ευημερία, την πολιτική και την εξουσία. Οργανωμένη σε κυκλικά διαστήματα που όσο περισσότερο απομακρύνονται από το κέντρο, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Δεν είναι πλέον οι τόποι των ευκαιριών για συναντήσεις, ανάμειξη, ανακαλύψεις, λύτρωση. Είναι bunkers,είναι φρούρια απόρριψης για τους πληβείους που διέρχονται εκεί μέσα μόνο για να προσφέρουν υπηρεσίες, δεν προβλέπεται γι αυτούς οτιδήποτε άλλο. Οι οποίοι, μόλις λήξει ο χρόνος, πρέπει να επιστρέψουν στους δικούς τους τόπους, υπερβαίνοντας τους πολλούς υψωμένους τοίχους. Τείχη της καχυποψίας, της διαφορετικότητας στη στάση και το ανάστημα, της κυριαρχίας των χώρων. Τοίχοι που ελέγχονται από τη συνέργεια των ελίτ που προσκολλώνται στα κομμάτια του προνομίου να μοιάζουν μεταξύ τους. Οι μεν χρειάζονται τους δε αλλά δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν.

Έτσι είναι όλες οι πόλεις. Από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο κόσμο. Οι διαφορές είναι στον βαθμό όχι στο πρότυπο. Η τόσο πολύ διακηρυγμένη οικουμενικότητα της προόδου και της ευημερίας για όλους δείχνει το χαλασμένο, το ξεπερασμένο, εκφυλισμένο και κακό της πρόσωπο. Είναι η φτώχεια που δημιουργεί τον πλούτο, με την αναγκαστική αφαίρεση των πόρων και το κόλπο των τόκων ενός ανεξάντλητου χρέους. Το παρελθόν και το μέλλον είναι γραμμένο με σαφήνεια». (L’ho sempre saputo – Πάντα το γνώριζα).

Σπάνιο παράδειγμα, εκείνο της συγγραφέος, πολιτικού γραψίματος που ξέρει να μεταμορφώνεται – με την επώδυνη έμφαση εκείνης που τo βάσανο και την αδικία, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, τα έχει δοκιμάσει και τα έχει νιώσει στο πετσί της – σε ποιητική ένταση. Και ως εκ τούτου, ηθική γραφή, η οποία επιτυγχάνει, μέσα από τo έντονο, βασανιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό ασπρόμαυρο εικόνων με πυκνές συναισθηματικές αντιθέσεις, να σφηνώνεται, να σκάβει, να διεισδύει, όπως ένας τυφλοπόντικα με ανοικτά μεγάλα μάτια, ανάμεσα στις εμφανείς και απαράδεκτες αντιφάσεις ενός συστήματος – του δικού μας συστήματος – που είναι βασισμένο σε αυτό το χρηματοοικονομικό Κεφάλαιο, θανατηφόρο όπως τα κύτταρα δολοφόνοι ενός καρκίνου σε μετάσταση και αφοσιωμένου στον Μολόχ μιας ανάπτυξης (όχι «προόδου», θα είχε προσδιορίσει ο Πασολίνι ) απάνθρωπης και που απανθρωπίζει.

Μια συμπαγής λογοτεχνική ομορφιά, που δεν παραχωρεί τίποτα στην τελετουργία της ρητορικής, ακόμη και στην τέλεια σμίλευση της λέξης και της φράσης. Συνοπτική και όμως, με τον δικό της τρόπο, μουσική, προχωρώντας με σύντομες και αυτοσχέδιες επιδρομές στις απρόσιτες στενωπούς της σκέψης. Αλλά πάνω απ ‘όλα, γραφή ικανή να ανοίξει διάπλατα τη μνήμη, μέχρι να την καταστήσει, πιάνοντας ξανά την έννοια που εκφράστηκε στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου, πορώδη Ιστορία, σαν τη ναπολιτάνικη ηφαιστειακή τέφρα που περιγράφεται από τον Benjamin (La citta Porosa, ακριβώς). Μια «πικρή ομορφιά» θα την αποκαλούσε ο Leo de Berardinis, φτιαγμένη από εικόνες που ξεσκίζουν ξαφνικά τη σελίδα με οδυνηρή μεταφορική βία. Για να αναφέρουμε τον Roland Barthes, είμαστε στο Σημείο μηδέν της γραφής. Μια γραφή που όμως δεν παραιτείται της δυνατότητας της να γίνει λογοτεχνική ποίηση.

Ένας λόγος σκληρός, αυτός της Balzerani, λοιπόν – που τον λείανε λιγάκι η ανθρώπινη ευαισθησία αυτής που ξέρει να βρει την τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης ή μέσα σε ένα κελί φυλακής – χωρίς υποκρισίες, ξεκάθαρος, που δεν αφήνει καμία διαφυγή, και που αναγκάζει, αυτόν που διαβάζει, να θέσει υπό αμφισβήτηση, να αναρωτηθεί, ιστορικά, για τον ρόλο του, σε μια εποχή και σε έναν κόσμο γεμάτους ουλές, σημαδεμένους από την αγριότητα της απληστίας, της συσσώρευσης, του κέρδους. Ένας κόσμος του οποίου η πρώην αντάρτισσα μας αφήνει να ακούσουμε, να αισθανθούμε, να δούμε, να αντιληφθούμε επιδερμικά, τις σκληρές ανισσότητες που διαπράχθηκαν από την πλούσια μειονότητα, συχνά ρατσιστική, σε βάρος των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών. Mάζες που αποτελούνται από μόνες γυναίκες και άνδρες, εύθραυστες μες τις μοναξιές τους και μπροστά στην αγωνία τους, μες το άγχος, με τον τραγικό τρόπο του Σοφοκλή, μιας ανθρώπινης ύπαρξης που, πλέον, φαίνεται να τους έχει κλέψει – διαμέσου αυτών που χτίζουν εφιάλτες φτιαγμένους με τσιμέντο, πόλεις που αστράφτουν με τα στραβοσκοπικά τους φώτα κατανάλωσης και τειχών για να κρατήσουν μακριά τα σκουπίδια κρέατος που ζέχνουν, που προορίζονται για πολτοποίηση μαζικής παραγωγής – ακόμα και το όνειρο μιας κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής λύτρωσης.

Μάζες στις οποίες η Balzerani, σαν ένα είδος σύγχρονης Αντιγόνης, αποκαθιστά δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, με την δύναμη της σαν μαχόμενη, που ξεράστηκε επάνω σε μια σελίδα που μετατρέπεται σε κατηγορητήριο και καταδικαστική απόφαση ενάντια σε αυτήν την εξουσία που, κάποτε, θέλησε να την κατηγορήσει, να τη διώξει και να την καταδικάσει. Και μαζί της, όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά, αλλά και εκείνες τις ίδιες προλεταριακές και λαϊκές μάζες, των οποίων οι ελίτ δεν προβλέπουν ποτέ την λύτρωση, μέσα στην σκληρή, άγρια αλαζονεία τους.

Μέσα από τις σελίδες των μικρών και πολύτιμων μυθιστορημάτων της, κλαίμε δάκρυα βαριά όσο οι πέτρες, χύνουμε αθώο αίμα στους δρόμους, ασφυκτιούμε, πνιγόμαστε κάτω από τον χυδαίο μανδύα των χρημάτων, αισθανόμαστε την οικεία, την ζεστή απομόνωση της φυλακής, η οποία σπάζει τη σκέψη και βιάζει το σώμα. Αυτή τη φυλακή των αφεντικών, που έχει εξαπλωθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος, αφηρημένη κι όμως πολύ συγκεκριμένη, που θα ήθελε να σπάσει την αντίσταση μας και να μας κάνει να παραιτηθούμε.

Αλλά η αγανάκτηση, σελίδα μετά τη σελίδα, φράση μετά τη φράση, φόρεμα μετά το φόρεμα, αναρριχάται μαζί με τον ποιητικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, υπαρξιακό εμετό της συγγραφέως. Και η επιθυμία εκείνου του κόσμου, διαφορετικού και εφικτού, η ακατανίκητη επιθυμία για Απελευθέρωση από τη δουλεία της ανάγκης και της μισθωτής επιβίωσης, επιστρέφει και εμφανίζεται, όπως ένα μωρό, από τα κάγκελα μιας κούνιας.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Αλντομορολογία: μια ερμηνεία

Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, και μάλιστα εδώ και δεκαετίες, ένα είδος συλλογικού παραληρήματος, που αντί να ησυχάζει όπως συμβαίνει αργά ή γρήγορα στους αστικούς θρύλους, μεγαλώνει κάθε χρόνο.

Mιλάμε για τις μπούρδες, τις ψευτιές και την διετρολογία-συνωμοσιολογία [1.] σχετικά με την απαγωγή του Aldo Moro. Είναι πλέον τόσες πολλές και ποικίλες, που έχω κατά νου να τις συλλέξω και να τις αναλύσω σε ένα δοκίμιο. Μέχρι σήμερα, ο τίτλος του θα είναι: «Αλδομορολογία, ανάλυση ενός ντελίριου. Από τη λίμνη της Δούκισσας μέχρι τις μαλακίες του Σαντόρο.» Αλλά θα πρέπει να αναζητήσω έναν πιο ουδέτερο τίτλο, διότι η επιδημιολογία μας διδάσκει ότι η τεράστια μπούρδα που πυροβόλησε την πέμπτη ο Santoro δεν θα είναι η τελευταία.

Για όσους – τυχεροί αυτοί – δεν είδαν εκείνη την τηλεοπτική φάρσα το βράδυ της πέμπτης, ουσιαστικά ο Santoro εφηύρε ότι ο Franco Piperno έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ τον φεβρουάριο του 78 για να «συναντηθεί με τη CIA και να σχεδιάσει την απαγωγή Moro».

Γελάμε για να μην κλαίμε: όποιος ξέρει ελάχιστη ιστορία, γνωρίζει ότι ο Πιπέρνο είχε κερδίσει μια θέση ως «επισκέπτης επιστήμονας», “visiting scientist” στο MIT (μια θέση που δεν είναι τόσο αντάξια των οιονεί-διαμονών για σπουδές του Conte, ή της μαεστρίας του Renzi στην αγγλική γλώσσα, αλλά ας είμαστε ικανοποιημένοι). Ακριβώς λόγω της κατασταλτικής αναζωπύρωσης που ακολούθησε την απαγωγή του Moro, ο Piperno αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την αναγνωρισμένου κύρους θέση. Ο Piperno, μετά, δεν είχε κανένα ρόλο στις BR: μόνο οι ύστεροι ανόητοι επίγονοι του στρατηγού Dalla Chiesa είναι πεπεισμένοι ότι η Autonomia Operaia και το Potere Operaio είχαν κάτι να κάνουν με τις BR.

Ο κατάλογος των GMD (Μεγάλες Διετρολογικές Μαλακίες) θα είναι πολύ μακρύς. Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να πεθάνει η πεποίθηση ότι ο Moretti ήταν «ένας άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών», οι BR ήταν ετεροκαθοδηγούμενες (από οποιονδήποτε, από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, από εκείνες του Ισραήλ, την RAF, τους Βούλγαρους: μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει βάλει στην μέση τον Πούτιν, και είμαι έκπληκτος γι αυτό), στη Via Fani υπήρχαν μερικοί πολύ ταλαντούχοι και μυστηριώδεις ελεύθεροι σκοπευτές, και πάει λέγοντας με αυτό το παραληρηματικό βήμα.

Δεν έφτασε μια πλούσια μισή ντουζίνα από Κοινοβουλευτικές Επιτροπές που ουσιαστικά συνέβαλαν στη βιομηχανία χαρτιού και μελανιού. Δεν ήταν αρκετά δοκίμια ακριβή μέχρι σχολαστικότητας (όπως για παράδειγμα αυτό του Persichetti και των συνυπογραφόντων, και πολλά άλλα) τα οποία για εκείνες τις 55 ημέρες μας διηγήθηκαν όλα αυτά που μπορούν να ειπωθούν, αποσαφηνίζοντας κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί μετά από 40 χρόνια: προσμετρώντας επίσης πως οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές εκείνης της εποχής ήταν ανθρώπινα όντα, οπότε σίγουρα θα παραμείνει άγνωστο τι έφαγαν στο δείπνο τους οι φύλακες του Moro στις 28 απριλίου του 1978, και άλλα σκοτεινά και πολύ σημαντικά μυστήρια.

Τελειώνοντας με τα αστεία, προσπάθησα να βρω έναν λόγο, μιαν αιτία σε αυτό το παραλήρημα: που δεν είναι ακριβώς παραλήρημα . Προσπαθώ να προτείνω την ερμηνεία μου, τι εννοώ.

Γνωρίζουμε ότι οι BR πέρασαν από πολύ σημαντικά αιτήματα για την απελευθέρωση του Moro (απελευθέρωση 13 κρατουμένων με βαριές καταδίκες και κατηγορίες) μέχρι του σημείου – το τελευταίο διάστημα – να εκφράσουν ηπιότερα αιτήματα: φαίνεται ότι ένα άνοιγμα για την απελευθέρωση ενός μόνο κρατουμένου θα ήταν αρκετό, καθώς και μια «σιωπηρή αναγνώριση» των BR ως αντιστάθμισμα, για να εμποδιστεί ή τουλάχιστον να ανασταλεί η εκτέλεση του Moro: όταν διαπραγματευόμαστε, δεν πυροβολούμε, είπε ακριβώς ο Moretti.

Το «μέτωπο της αποφασιστικότητας, της σταθερότητας» ήταν αντίθετα αδιαπέραστο. Οι χριστιανοδημοκράτες – με τον Andreotti επικεφαλής – είχαν τον Μόρο για χαμένο, ειδικά μετά από τις σκληρές επιστολές που έγραψε στους συντρόφους του (σκεφτείτε το κατηγορητήριο εναντίον του Taviani ή τα μηνύματα που έστελνε στον Zaccagnini με τα γράμματα του ): ένας ελεύθερος Μόρο θα ήταν, για την DC, μια πραγματική κινούμενη νάρκη. Εδώ αναφέρουμε μιαν άλλη GMD [μαλακία]: ο Μόρο που έγραφε εκείνες τις επιστολές «δεν ήταν αυτός», ήταν σίγουρα βασανισμένος σωματικά και ψυχολογικά από τους φύλακες του, ή ακόμα και ναρκωμένος.

Για το ανυπόστατο αυτών των δηλώσεων αποφάνθηκε μάλιστα μέχρι και ο Mario Sossi, τον οποίο απήγαγαν και απελευθέρωσαν οι BR τέσσερα χρόνια νωρίτερα, και σίγουρα ήταν γνωστό για το ότι δεν ήταν ένας δικαστής με συμπάθειες προς την αριστερά.

In cauda venenum, το άσχημο έρχεται τελευταίο. Το «μέτωπο της σταθερότητας» είχε τους πιo σκληρούς σημαιοφόρους του στα στελέχη του PCI. Πιθανόν, για να είναι πλήρως διαπιστευμένο ως «δημοκρατική δύναμη» και αξιόπιστη στη δύση ενόψει μιας επικείμενης εισόδου στην κυβέρνηση, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να δείξουν ότι είναι αδιάλλακτοι, πιο ρεαλιστές από το βασιλιά. Εάν το ταξίδι του Piperno το φεβρουάριο του 78 είναι ένα παραμύθι, αντιθέτως πραγματικότητα ήταν το ταξίδι του Giorgio Napolitano στις ΗΠΑ τον απρίλιο του ’78, κατά τις ημέρες της απαγωγής. Εκτός από το γεγονός πως είχε αποτίσει στα κρυφά φόρο τιμής προς τον Gianni Agnelli, ο Napolitano έτυχε μεγάλης εκτίμησης στα αμερικανικά πολιτικά περιβάλλοντα: πιθανότατα λόγω του placet, της ψήφου εμπιστοσύνης – ή τουλάχιστον της ανοχής – των ηνωμένων πολιτειών στην είσοδο του ΚΚΙ στην κυβέρνηση να συμπεριλαμβάνονταν ως αντάλλαγμα για τη συνολική αδιαλλαξία του προς τις BR, πασιέντζα που παίχτηκε στο δέρμα του Aldo Moro.

Εάν πράγματι στο PCI αντέδρασαν στα πρώτα χρόνια λέγοντας ότι οι BR ήταν φασίστες, αργότερα αρνήθηκαν – όπως η Rossana Rossanda τους προέτρεψε με ειλικρινή επιδεξιότητα – να κοιτάξουν «στο οικογενειακό άλμπουμ» του μαρξισμού-λενινισμού για να αναγνωρίσουν στα πρόσωπα ορισμένων BR γνωστά πρόσωπα της οικογένειας.

Φθάνω λοιπόν στην εξήγηση του aldomorismο και της επιδημιολογίας των GMD. Βλέπουμε όντως ότι αγαπούν ιδιαίτερα να μιλούν διετρολογικά λέγοντας μαλακίες τα στελέχη της λεγόμενης «αριστεράς» : για να κατανοήσουμε πόσο πολύ αυτός ο ορισμός είναι ψεύτικος, δεν πρέπει να κάνουμε άλλο από το να θυμόμαστε ότι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του είναι ακριβώς ο Michele Santoro.

Όλο αυτό το φαινομενικό παραλήρημα εξηγείται με μια ψυχολογικά απλή έννοια: ονομάζεται κακή συνείδηση. Μια ερμηνεία του τι συνέβη σε εκείνες τις 55 ημέρες βλέπει συνεπώς το PCI να πληρώνει με το δέρμα του Moro την οριστική «λύτρωση» του από την επαναστατική του προέλευση: όσοι γνωρίζουν την ιστορία της Αντίστασης και της περιόδου των πρώτων χρόνων μετά την αντίσταση μπορούν να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάμε .

Sic stantibus rebus, είναι βολικό – για τους επιγόνους της «αριστεράς» που φιλοδοξούν στην κυβέρνηση ή για τους ύστερους κυνερνητικούς οπαδούς αυτής – το να φυσάν περισσότερο καπνό και ομίχλη επάνω σε εκείνα τα γεγονότα και τις ημέρες εκείνες, να προπαγανδίζουν μυστήρια και μισές αποκαλύψεις. Είναι μια πολύ γνωστή διαδικασία στην ψυχολογία: ονομάζεται αυταπάτη ή αυτο-απάτη, self deception. Αν πίσω από την απαγωγή του Moro υπάρχουν ίσως η CIA και η Mossad και οι μυστικές υπηρεσίες, τότε οι σύντροφοι του PCI έκαναν πολύ καλά να συμπεριφερθούν με εκείνη την γραμμή, όχι; Να είναι «εθνικά υποστηρικτικοί, αλληλέγγυοι» με τους χριστιανοδημοκράτες.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τη δολοφονία του Aldo Moro και της συνοδείας του το γνωρίζουμε, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πλήρωσαν όλοι μαζί με τη φυλακή. Ορισμένοι εξακολουθούν να υπόκεινται σε μέτρα κράτησης, αρχίζοντας από τον Mario Moretti (από το 1981 …).

Αυτά, τα γεγονότα. Μετά από 40 χρόνια, ίσως αρχίσουμε να καλωσορίζουμε τον πολλαπλασιασμό της Αλντομορολογίας, [Aldomorologia] με ιλαρότητα. Έτσι κι αλλιώς, το να ελπίζουμε ότι τελικά μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή την υπόθεση κλεισμένη, είδαμε να είναι αδύνατο.

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή ύστερα από ρητή συναίνεση της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ερνέστο Γκεβάρα Μαρτς: O πατέρας μου είναι το μέλλον καθ’ οδόν

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

O μικρός γιος του Τσε μιλά στην εφημερίδα
 Juventud Rebelde
Λέει ότι δεν ξέρει να μιλά όπως τα αδέρφια του, όμως δεν θα σταματήσει να μιλά 90 χρόνια μετά από τη γέννηση του Τσε. Ο Ερνέστο Γκεβάρα Μαρτς, σπάει τη σιωπή του για να θυμηθεί τον πατέρα, που όπως ομολογεί, με τα γράμματά και τις συμβουλές του σμίλεψε την ψυχή του για μετά.
Δεν ήταν ούτε δύο χρονών όταν ο πατέρας του – με τα χέρια του δεμένα και χωρίς να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία – πυροβολήθηκε με εντολές της CIA στο σχολείο της Λα Ιγιέρα στη Βολιβία, στις 9 Οκτωβρίου 1967.
Αυτό ήταν το πρώτο κίνητρο της επίσκεψή μας στον τελευταίο γιο του Ηρωικού Αντάρτη, τον δικηγόρο Ερνέστο Γκεβάρα, 52 ετών, ο οποίος μας δέχτηκε στο σπίτι του στην Αβάνα.
Μας λέει ότι δεν ξέρει να μιλάει όπως τα άλλα τρία αδέλφια του: Η Αλέιδα, παιδίατρος, ο Καμίλο, επίσης δικηγόρος και η Σέλια, κτηνίατρος, αλλά αποφάσισε να το κάνει τώρα, παραμονές των 90ων γενεθλίων του Τσε:
Φυσικά, όλοι μας υποφέραμε και πάντα λυπόμαστε για την πρώιμη φυσική απουσία ενός ανθρώπου σαν κι αυτόν, ωστόσο, είμαστε ευτυχείς που έχουμε το αίμα και τα γονίδιά του και αποτελούμε μια πολύ όμορφη οικογένεια. Ο πυρήνας μου (η γυναίκα μου και τα τρία μου παιδιά) είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες χαρές μου. 

 

 
Τα αδέρφια μου και εγώ, προερχόμαστε από ένα ζευγάρι που βρέθηκε στη μέση ενός απελευθερωτικού πολέμου στη χώρα μας. Τι όμορφο πράγμα! Η μητέρα μου συμμετείχε στον παράνομο αγώνα στη Σάντα Κλάρα. Είχε εντοπιστεί από τα κατασταλτικά όργανα της τυραννίας του Μπατίστα, ήταν δηλαδή “καμένη” και γι αυτό έπρεπε να βγει στο βουνό, στο Σιέρα ντε Εσκαμπρέι, όπου εκεί γνώρισε τον πατέρα μου. 
 
Και οι δύο συμμετείχαν στον αγώνα στο κέντρο της χώρας. Και η κατάληψη της Σάντα Κλάρα ήταν ένα εξαιρετικό γεγονός, ένας κρίσιμος κρίκος για τον θρίαμβο της Επανάστασης. 
 
Θέλω να σας διευκρινίσω ότι όταν ένας γιος μιλά για τον πατέρα χωρίς να μιλά για τη μητέρα, είναι δύσκολο να μην είναι λίγο άδικος . Γι αυτό θα την αναφέρω αμέσως τώρα, Αλέιδα ή Χοσεφίνα – Γιατρός (το όνομα της παρανομίας) και κάποιες φορές, απλά Μητέρα. Και τον πατέρα μου θα τον πω, Κομαντάντε Γκεβάρα, ή απλά Τσε. 
 
Ξέρω ότι δίδαξε καλά τα τέσσερα παιδιά του. Με τα γράμματά του, με αυτή την εικόνα του Τσε σε εκατομμύρια ανθρώπους, μας άφησε μια Επανάσταση που έκανε και μας ζήτησε να σπουδάζουμε και να γίνουμε επαναστάτες. 
 
Όπως εξηγεί η μητέρα μου, στο βιβλίο της Αναπόληση, η ζωή μου δίπλα στο Τσε, συνδέθηκε με το επαναστατικό κίνημα σαν μαχητής της παρανομίας στην παλιά επαρχία Λας Βίγιας, εκπληρώνοντας αποστολές μεταφοράς διάφορων συντρόφων στο βουνό. Επίσης, ανέβηκε στο Εσκαμπρέι μεταφέροντας 50.000 πέσος, τα οποία είχε τοποθετήσει στην πλάτη της με επιδέσμους, πράγμα που έκανε πολύ δύσκολο το περπάτημα μέχρι το Γκανιλάνες, το πρώτο στρατόπεδο που οργανώθηκε από τον Κομαντάντε Γκεβάρα στο ελεύθερο έδαφος της κεντρικής επαρχίας της χώρας. 
 
Η Αλέιδα ήταν μητέρα και πατέρας, αυτό είναι ένα από τα πιο μοναδικά πράγματα στη ζωή μου. Και ο τρόπος που οδήγησε την οικογένεια, σαν μητέρα και πατέρας, είναι κάτι για το οποίο την ευγνωμονούμε και οι τέσσερις. Αυτή της η αυταπάρνηση με κάνει να μην μπορώ να αναφέρω τον Τσε χωρίς να μιλήσω γι αυτήν, αυτήν που σηκώνονταν πάντα στις πέντε το πρωί, πολλές φορές απλά για να μας αποχαιρετήσει όταν πηγαίνουμε για να εκπληρώσουμε διάφορα καθήκοντα, όπως για παράδειγμα να κόψουμε ζαχαροκάλαμο. 
 
Έτσι λοιπόν, έχω την τιμή να είμαι γιος του Τσε, με μια τέτοια μητέρα! Τους ένωσε μια μεγάλη αγάπη, που φαίνεται και στα γράμματά τους, σημάδια μιας όμορφης συναισθηματικής σχέσης. Με ευχαριστεί ο τρόπος που γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και αγαπήθηκαν. Και εκμεταλλεύομαι αυτή την ευκαιρία, για να φανεί η μεγάλη ευαισθησία του απαιτητικού αυτού ανθρώπου, του γεμάτου τρυφερότητα. 
 
Για παράδειγμα, γράφοντας της από το Κονγκό το 1965, λέει: ”Όταν άγγιξα το σημάδι που άφησε στο δέρμα σου ένας επίδεσμος, ξέσπασε μέσα μου μια πάλη ανάμεσα στον άψογο επαναστάτη και στον άλλον, τον πραγματικό Τσε”. 
 
Στο στρατόπεδο στη Λα Βίγιας, στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο, στο πρώτο μέρος που ήταν η Αντάρτικη Διοίκηση της επαρχίας,ο Κομαντάντε Γκεβάρα της έδωσε ένα τουφέκι Μ-1 και της δήλωσε ότι το κέρδισε. Αργότερα, την άφησε να μάθει για την ύπαρξη της Περουβιανής του συζύγου, της οικονομολόγου Ίλντα Γκαντέα και της κόρης του Ιλντίτα – Μπεατρίς. 
 
Η Αλέιδα λέει στο βιβλίο της ότι στις 2 Γενάρη 1959, στο δρόμο για την πρωτεύουσα, στην πρώτη στάση για να βάλει καύσιμα στο τζιπ, στο Λος Αραμπος του Ματάνσας – άλλοι λένε στο Κολοσσαίο – ο Τσε της εκδήλωσε για πρώτη φορά την αγάπη του. Και στις 7 Γενάρη την παρουσίασε στον Φιντέλ και στην Σέλια (Σάντσες). 
 
Η Χοσεφίνα [ Αλείδα Μαρτς ] αναφέρει ότι στις 12 Γενάρη της έδωσε να διαβάσει ένα γράμμα προς την Ιλντα, με το οποίο της ανακοίνωνε επίσημα τον χωρισμό τους, γιατί σκόπευε να παντρευτεί μια κουβανή κοπέλα που είχε γνωρίσει στον αγώνα. 
Ο Ερνέστο επιμένει ότι παρά την προφανή σοβαρότητα και των δύο, αποτελούσαν ένα ζευγάρι με τεράστια ανθρώπινη ευαισθησία, έως και ποιητική.

Αυτό εμφανίζεται σε ένα σημείο του προαναφερθέντος βιβλίου Αναπόληση, στο οποίο η “Γιατρός” [ η μητέρα μου] γράφει ότι αυτόν τον αξέχαστο Γενάρη, όταν μπήκε στο δωμάτιό μου στο (κάστρο) Λα Καμπάνια ξυπόλυτος και σιωπηλός, ολοκληρώθηκε ένα γεγονός πέρα από την πραγματικότητα και ο Τσε με διάθεση χιούμορ το αξιολογεί ως “η μέρα της κατάληψης του κάστρου”. Χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση σαν μια παροιμία, γιατί σε κάθε κάστρο, για να το καταλάβεις, πρώτα γίνεται η πολιορκία και μετά σιγά-σιγά, αφού μελετήσεις τα αδύνατα σημεία του, αποφασίζεται η επίθεση. 

 
«Πράγματι, αυτό συνέβη», θυμάται η Αλέιδα Μαρτς, «γιατί εγώ ήμουν ερωτευμένη πολύ περισσότερο από όσο πίστευα , και απλά, παραδόθηκα χωρίς να αντισταθώ και χωρίς να δώσω καμία μάχη […]. 
 
Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου, στο κάστρο Λα Καμπάνια. Από αυτή την ένωση γεννήθηκαν η Αλειδίτα [Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 1960], ο Καμίλο [Κυριακή 20 Μαΐου 1962], η Σέλια [Παρασκευή 14 Ιουνίου 1963] και ο Ερνέστο [Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 1965]. 
 
Σε ένα γράμμα, ο πατέρας μου ομολογούσε στην Αλέιδα “Έτσι, πέρασα ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, περιορίζοντας την αγάπη με άλλες σκέψεις και με τον κόσμο να πιστεύει ότι πρόκειται για ένα μηχανικό τέρας […] ”. 
 
Και σε ένα τετράδιο με σημειώσεις που της στέλνει από πολύ μακρυά, της λέει:”Το παρελθόν έχει τελειώσει, είμαι το μέλλον καθ οδόν (…) αν μια μέρα νοιώσεις τη βία μιας ματιάς, μη γυρίσεις, μη σπάσεις το ξόρκι, συνέχισε να φτιάχνεις τον καφέ μου και άσε με να σε ζήσω στην αιωνιότητα της στιγμής”. 
 
Η συμβουλή του πατέρα μου στα γράμματά του 
Ο Ερνέστο αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή στην ΕΣΣΔ, το 1987. Όπως εξομολογείται, έχει πραγματικούς φίλους εδώ και πολλά χρόνια, που τον έχουν συντροφέψει σε διάφορες στιγμές της ζωής του.
Στην αντίληψή μου ο αληθινός φίλος αποτελεί ζωτική δομή μιας κοινωνίας και μετατρέπεται σε μέλος της οικογένειάς σου. Φέρνω σαν παράδειγμα τον Χοσέ Ρικάρδο, γιο του Πάπι από τους αδερφούς Ταμάγιο, τον Καμίλο Σάντσες, γιο του Κομαντάντε Σάντσες Πινάρες, τον Παντόχα, γιο του καπετάνιου Όλο και άλλους, που κατά τον ίδιο τρόπο, είναι σαν αδέρφια για όλους εμάς…. Ο πατέρας μας στα γράμματά του μας σμίλεψε την ψυχή για μετά. 
 

Εγώ , για παράδειγμα, θυμάμαι με αγάπη και τους φυλάω στη μνήμη μου, τους άνδρες της Προσωπικής Ασφάλειας, που μας πρόσεχαν κατά την απουσία του Τσε, όταν είμαστε παιδιά. Τον Φέλο, από το Πιναρ ντελ Ρίο, τον Νέστρορ, από την Αβάνα, τον Μισαέλ από την ανατολική επαρχία… Τους βλέπαμε σαν δάσκαλους ή και σαν γονείς μας… Σε μας τα αγόρια, μας έμαθαν μέχρι και πως κατουράμε. Από τους τρεις ζει μόνο ο Νέστρορ, ο μαύρος. Τους δύο που πέθαναν εδώ και καιρό, τους κηδέψαμε και τους πενθήσαμε σαν μέλη της οικογένειάς μας. Ο Ίσαελ μας έμαθε να πυροβολούμε με τα όπλα Brno 2 και Calibre 22. 

 
Mεγαλώνοντας, παρουσιάστηκα στις Ειδικές Δυνάμεις του ΜΙΝΙΤ (ΥπΕσ) και έγινα υπολοχαγός, ήταν μια τιμή για μένα. Τότε ήμουν 23 ετών. Όταν πυροβολούσα με το όπλο στις ασκήσεις που κάναμε, ερχόταν στο μυαλό μου ο θρύλος του πατέρα μου. 
 
Το 1990, σε μια Ακαδημία της Σοβιετικής Ένωσης, έγινα Αξιωματικός Επιχειρήσεων της Αντικατασκοπίας. Είχα πάντα μαζί μου τις συμβουλές του πατέρα μου στα γράμματά του. 
 
Ο πατέρας μου όπως είναι γνωστό, έκανε το γύρο της Λατινικής Αμερικής με τον Αλμπέρτο Γρaνάδο (με την μοτοσυκλέτα La Poderosa). Και στη Σιέρα Μαέστρα έπρεπε να καταβάλει προσπάθειες να εκπαιδεύσει αντάρτες με χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο, αγρότες πρακτικά αναλφάβητους. 
Μου είπαν ότι έχεις φτιάξει μια επιχείρηση με ένα πολύ συμβολικό όνομα: “La Poderosa”; 
La Poderosa; Nαι, διευθύνω αυτή την επιχείρηση, ειδικότερα ασχολούμαι με το κομμάτι του εξωτερικού. Είναι ένα ταξιδιωτικό γραφείο, τουριστικό, ειδικευμένο στις μοτοσυκλέτες, στη Harley Davidson, την πιο δυνατή, την πιο γνωστή και την πιο εμπορική στο εξωτερικό, αυτή που γενικά αρέσει πιο πολύ σαν μηχανή βόλτας. Εγώ πηγαίνω με μία από αυτές και ξεναγώ τους τουρίστες. Η μηχανή αυτή ονομάζεται “La Poderosa”, ως ένας φόρος τιμής σε εκείνη την Northon 500 με την οποία ο Τσε και ο Αλμπέρτο Γρανάδο διέσχισαν την Λατινική Αμερική… 
Στη συνέχεια, η συνέντευξη πηγαίνει στο πως τα γράμματα του πατέρα του, σημάδεψαν τον τρόπο που θα έβλεπε το μέλλον.
Με τα γράμματά του στην οικογένειά μας, μας προετοίμασε για το μέλλον, μας προειδοποίησε για τη ζωή και μας έδωσε μαθήματα. Ήταν πεισμένος ότι θα μπορούσε να πεθάνει. 
 
Α! και μια άγνωστη είδηση! Ποτέ η μητέρα μου Αλέιδα Μαρτς, δεν το έχει πει, και σήμερα εγώ θέλω να το πω, μπορώ να το αποκαλύψω μετά τόσα χρόνια. Αυτή ζήτησε από “το γέρο μου” να πάει να πολεμήσει στη Βολιβία, όταν θα το επέτρεπαν οι συνθήκες και αυτός υποσχέθηκε ότι έτσι θα γινόταν, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να ανοίξει το δεύτερο μέτωπο που ήλπιζε να δημιουργήσει. 
 
Ξέρω επίσης ότι είσαι διεθνιστής, όπως ο πατέρας σου … 
Διεθνιστής; Ναι, ήμουν σχεδόν δύο χρόνια στην Αγκόλα, πρώτα στην Κάχαμα, μετά στη Μπενγουέλα, στο Λόμπιτο και σε άλλες πολεμικές ζώνες. Φυσικά, μάχιμος αλλά και ως Αξιωματικός Επιχειρήσεων της Στρατιωτικής Αντικατασκοπείας. 
Σου αρέσει το σκάκι όπως στον Τσε; 
Ήταν το αγαπημένο του άθλημα. Επειδή ήταν αυτό που έμοιαζε με τη στρατιωτική τέχνη, όπου ασκούσε τακτική και στρατηγική, την επίθεση, αντεπίθεση και τελικά την άμυνα με τα πιόνια όπως ο αξιωματικός, ο βασιλιάς , οι πύργοι, σαν να ήταν μέρος μιας μάχης με όπλα. 
Δεν υπάρχουν και εκείνοι που προσπαθούν να αμαυρώσουν την ιστορία του πατέρα σου με συκοφαντίες; 
Ο πατέρας μου ήταν πάνω απ όλα πολύ γενναιόδωρος και ανθρώπινος, παρά τις συκοφαντίες των εχθρών. Η καλύτερη απόδειξη γι αυτό, είναι ότι πήγε να πολεμήσει σε άλλες χώρες. Άφησε τα πάντα, την αγάπη μας, την αγάπη του λαού, για να μπορέσουν άλλα παιδιά, άλλοι νέοι και άνθρωποι, να έχουν υγεία, μόρφωση, ιατρική περίθαλψη, ανθρώπινα δικαιώματα και τελικά να ζουν καλά και να είναι ευτυχισμένοι. 
Για να είσαι αυθεντικός επαναστάτης 
Εμπνευσμένος από τη συζήτηση, ο Ερνέστο ξεκινά μια ιστορική αναδρομή. Θυμάται ότι, όταν τελείωσε την ιατρική ο πατέρας του, ξεκίνησε από το Μπουένος Άιρες στις 7 Ιούλιου 1953, το δεύτερο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική.
Σε αυτή την περιοδεία, σημειώνει, ήρθε σε επαφή στη Βολιβία με τον αντίκτυπο της επανάστασης του 1952, στη Γουατεμάλα ήταν μάρτυρας της ανατροπής του Χάκομπο Άρμπενς, στην Κόστα Ρίκα, στη Γουατεμάλα και στο Μεξικό, έρχεται σε επαφή με τους επιζώντες κουβανούς επαναστάτες των γεγονότων της 26ης Ιουλίου 1953 (επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα) και γνώριζει τον Φιντέλ Κάστρο. Εκεί αποφασίζει να ενταχθεί στο επαναστατικό κίνημα που ηγείται και μετά την απόβαση του Γκράνμα ξεκινά τον αγώνα στην Κούβα.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1953, σε γράμμα του στη θεία του Μπεατρίς, από την Κόστα Ρίκα, ομολογεί ότι στη Γουατεμάλα θα τελειοποιούσε τον εαυτό του και θα κατακτούσε αυτό που χρειάζεται για να είναι ένας αυθεντικός επαναστάτης. Της λέει: “Εκτός από γιατρός, είμαι δημοσιογράφος και ρήτορας …. σε αγκαλιάζω και σε αγαπώ, ο ανιψιός σου με τη σιδερένια υγεία, το άδειο στομάχι και την ξεκάθαρη πίστη στο σοσιαλιστικό μέλλον. Chau, Chancho”.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1954, στο τέλος άλλου γράμματος προς την Μπεατρίς, την αποχαιρετά με αυτό τον τρόπο: “Μια ατσάλινη αγκαλιά από τον προλετάριο ανιψιό σου”.
Στις 6 Ιουλίου 1956, σε γράμμα προς τους γονείς του από τη φυλακή στο Μεξικό, γράφει: «Ένας νέος κουβανός ηγέτης με κάλεσε να ενταχθώ στο ένοπλο απελευθερωτικό κίνημα της χώρας του, και φυσικά, δέχτηκα. Το μέλλον μου συνδέεται με την κουβανική επανάσταση. Ή θα θριαμβεύσω μαζί της ή θα πεθάνω εκεί. Πέρασα τη ζωή μου ψάχνοντας την αλήθεια μου μέσα στα παραπατήματα. Στον τάφο μου θα πάρω μόνο τη θλίψη ενός ανολοκλήρωτου τραγουδιού”. 
Σε άλλο γράμμα, προς τη μητέρα του, γράφει: “Το επάγγελμά μου σήμερα, μοιάζει με του «σαλταδόρου», σήμερα εδώ, αύριο εκεί. Τα σημάδια είναι καλά, προμηνύουν τη νίκη. Αλλά αν κάνουν λάθος, τελικά, ακόμα και οι θεοί κάνουν λάθος. Η πορεία μου είναι ουσιαστικά μια περιπέτεια και ο αγώνας θα είναι με την πλάτη στον τοίχο, όπως στους ύμνους, μέχρι να νικήσω ή να πεθάνω…”. 
(στμ)