σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ρουβίκωνας: Τα ψέματα τελείωσαν. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ.

Είναι γεγονός ότι από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρχει άλλη αναρχική ομάδα που να έχει δεχθεί τόση κρατική καταστολή όπως ο «Ρουβίκωνας».

Με το που ανέλαβε μάλιστα στην κυβερνητική εξουσία η Ν.Δ., παρακολουθήσαμε σκηνικά που λογικά θα έπρεπε να είναι αδιανόητα.
Δεν είναι απλώς ότι έφτασαν οι μπάτσοι να ρίχνουν δακρυγόνα μέσα στον κλειστό χώρο του ΒΟΞ, όπου υπήρχαν δεκάδες άτομα. Είχαμε την εξωφρενική περίπτωση να κάνουν οι διεστραμμένοι μπάτσοι αναπαράσταση βιασμού, σε μέλος του «Ρουβίκωνα», για να του δείξουν «πώς γαμάνε οι χακί«!

Δίπλα σ’ αυτά, τα μέλη της αναρχικής αυτής ομάδας έχουν να αντιμετωπίσουν το αμέσως προσεχής διάστημα, ένα μπαράζ δικαστικών διώξεων, με ανοιχτό το ενδεχόμενο κάποια απ’ αυτά να βρεθούν στην φυλακή.
Παράλληλα υπάρχει και το .. τελεσίγραφο για να εκκενώσουν το ΒΟΞ. Στην περίπτωσή τους όμως, το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» του νέου Ζαγοριανάκου, δεν έχει αποδέκτη.

Δεν νομίζουμε ότι μπορούμε να περιγράψουμε εμείς καλύτερα τα όσα αφορούν αυτή την αναρχική συλλογικότητα από τον τρόπο που τα αναφέρει το μέλος του Ρουβίκωνα, Γιώργος Καλαϊτζίδης σε ανάρτηση που έκανε στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook.

Αναπαράγουμε την συγκεκριμένη ανάρτηση:

Ενημέρωση από το…δικαστικό μέτωπο του Ρουβίκωνα.

Χτες παρουσιάστηκε στην ΓΑΔΑ η συντρόφισσα που είχε κληθεί από την οικονομική αστυνομία για το ζήτημα των 30.000 ευρώ που έδωσα ως εγγύηση.

Αναμένω να μου έρθει κλήση στο πλαίσιο της έρευνας που γίνεται από την αστυνομία για τα…οικονομικά της ομάδας.Το έχουμε ξαναπεί, σου λένε δώσε τριάντα χιλιάρικα για να μην μπεις φυλακή και εάν τα δώσεις σε κατηγορούν επειδή τα..βρήκες.

Φυσικά δεν με λένε πχ Αριστείδη Φλώρο η Μηλιώνη (υπόθεση energa), και δεν έφαγα με την παρέα μου εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, όποτε το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκκαλο και θα αποδοθεί δικαιοσύνη αφού όλοι σε αυτήν την κοινωνία αναρωτιούνται που στο διάολο βρήκαμε τα λεφτά της εγγύησης.

Παράλληλα με την οικονομική έρευνα έχουμε και τα δικαστήρια.

Αυτήν την Πέμπτη δικάζεται ο σύντροφος μας για την παρέμβαση στο πολιτικό γραφείο του Κικίλια.

Την Τρίτη 10 Δεκεμβρίου δικαζόμαστε 10 άτομα για την επίθεση του Ρουβίκωνα στα διόδια του Κιάτου (στον γνωστό δρόμο καρμανιόλα όπου έχουν σκοτωθεί εκατοντάδες άνθρωποι).
Η δίκη είναι σε δεύτερο βαθμό και είχαμε φάει πρωτόδικα 55 μήνες φυλακή. Που σημαίνει ότι με την σχεδόν σίγουρη καταδίκη που θα επιβληθεί θα πρέπει τουλάχιστον εγώ να πληρώσω ένα τεράστιο χρηματικό ποσό αφού δεν έχω δικαίωμα αναστολής.
Η δική θα γίνει στο Ναύπλιο.

Την επόμενη μέρα την Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου δικάζονται 8 σύντροφοι-ες μας στην Σύρο για την παρέμβαση του Ρουβίκωνα στην Τήνο όπου είχε γίνει θανατηφόρο εργατικό «ατύχημα» με δυο νεκρούς εργάτες.
Πρωτόδικα είχαμε αθωωθεί αλλά φυσικά έγινε έφεση του εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης και η δική θα επαναληφθεί.

Την Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου έχουμε την δίκη για την κατάληψη της ισπανικής πρεσβείας όπου δικαζόμαστε δεκάδες άτομα. Η δίκη αυτή είναι επίσης σε δεύτερο βαθμό όπου και εκεί θα χρειαστεί σε περίπτωση καταδίκης να πληρώσω μεγάλη χρηματική ποινή όπως και στο Κιάτο.

Οπότε έχουμε 4 δικαστήρια μέσα σε 14 μέρες όπου θα πρέπει να πληρώσουμε μεγάλες χρηματικές ποινές.
Παράλληλα έχουμε στοχοποιηθεί όσο καμία άλλη κατάληψη και περιμένουμε να γίνει εισβολή και εκκένωση στον χώρο μας ενώ τρέχει παράλληλα και η περιβόητη οικονομική έρευνα.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Καταρχήν δεν ξέρω πια άλλη ομάδα αν της συνέβαιναν όλα αυτά ταυτόχρονα θα μπορούσε να ανταπεξέλθει και να μην συνθλιβεί από την πίεση.

Εμείς αυτή την περίοδο πέραν της νομικής και πολιτικής υπεράσπισης που ετοιμάζουμε για τις δίκες, οργανώνουμε και τις γενικότερες πολιτικές μας δραστηριότητες.
Παραλληλα έχουμε ετοιμάσει και ένα…φαραωνικό σχέδιο άμυνας και αντίδρασης σε περίπτωση εισβολής στο ΒΟΞ όπου εμπλέκονται πάρα πολλά άτομα.
Επίσης προσπαθούμε να είμαστε συνεπείς στα μετωπικά σχήματα όπου συμμετέχουμε.

Ολα αυτά (δράσεις Ρουβίκωνα-άμυνα των δομών μας-δικαστήρια) θα εξελιχθούν παράλληλα. Μιλάμε δηλαδή για έναν τεράστιο φόρτο εργασίας και πολλαπλών προκλήσεων σε ελάχιστο χρόνο.

Με βάση όλα αυτά ζητάμε τουλάχιστον την κατανόησή των δεκάδων ανθρώπων που καθημερινά μας ζητάνε να πάμε στο Α ή Β σημείο όπου έχει υπάρξει κάποιο ζήτημα. Αλλά και να καταλάβουν πως δεν είμαστε ταβέρνα για να κάνουν παραγγελίες.Και να καταλάβουν και όλοι αυτοί-ες που μας ρωτάνε «καλοπροαίρετα» γιατί δεν κάνουμε κάτι για το ένα η το άλλο ζήτημα, πως εάν θέλουν να γίνει κάτι κάπου, να σηκωθούν από εκεί που κάθονται να βρούνε κόσμο και να πάνε οι ίδιοι.
Η ανάθεση είναι καταστροφική για όλους.

Τα ψέματα τελείωσαν. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ.

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Το βουνό, η ζωή σου, σε πήρε μακριά. Γεια σου Heval Ciya. Μια ανάμνηση του Paolo Pachino.

Τις τελευταίες εβδομάδες γράφω πολύ σχετικά με τους συντρόφους που έπεσαν: τελευταία αυτό συμβαίνει πολύ συχνά. Είναι ένα πράγμα που κάνω για να ξεδώσω την οργή μου, γιατί γράφοντας ξεσπώ τον πόνο μου, και θυμάμαι τους άξιους συντρόφους που έχουν αφήσει ένα αγεφύρωτο κενό μέσα σε όλους μας.
Σήμερα έμαθα ότι ένας αγαπητός σύντροφος και φίλος, ο Heval Ciya (Βουνό), έπεσε στα Ιμαλάια κατά τη διάρκεια μιας αποστολής. αυτή η είδηση ήρθε σαν ένας κεραυνός εν αιθρία.
Αυτός, όπως και εγώ, που γνώρισε τον Heval Ciya ξέρει πόσο πολύ αγαπούσε τα βουνά: ήταν η ζωή του, το πάθος του μαζί με την πολιτική, την επιθυμία να κάνει την επανάσταση. Ο Heval Ciya ήταν ένας σύντροφος βάσκος που πέρασε οκτώ μήνες στη Συρία για να υποστηρίξει και να υπερασπιστεί την επανάσταση της Rojava. Έφτασε στη Ροζάβα τον οκτώβριο του 2016 και μαζί με 5 άλλους συντρόφους ίδρυσε το αντιφασιστικό τάγμα. Ο Heval Ciya ήταν ένας σύντροφος από αυτούς που δεν βλέπεις συχνά, με μια πραγματικά μεγάλη καρδιά και μια τεράστια αγάπη για τη ζωή.
Θυμάμαι όταν βρισκόμασταν στο μέτωπο της Al Bab και τρέμαμε από το κρύο, ήταν ο πρώτος που έψαξε για κουβέρτες για όλους ώστε να μπορέσουμε να ζεσταθούμε. Ή όταν μας συνέλαβαν στο Ιράκ και έκανε να τον βάλουν στο κελί μαζί μου γιατί μιλούσε λίγο ιταλικά και πάνω απ ‘όλα καταλάβαινε αγγλικά.
Με τον Ciya μοιράστηκα όμορφες στιγμές, αλλά και πολύ θλιβερές, όπως ο βομβαρδισμός του Karackok. Εκείνες τις μέρες κοιμόμασταν στους λόφους του Karackok για να αποφύγουμε πιθανούς βομβαρδισμούς και πάντα ζητούσαμε να είμαστε μαζί. Ο Ciya καταλάβαινε τη δυσκολία μου στην κατανόηση της αγγλικής γλώσσας και, καθώς αυτός μιλούσε πολύ καλά τα κουρδικά, έμενε πάντα κοντά μου και ποτέ δεν με άφηνε μόνο. Αφού φύγαμε από την αντιφασιστική μονάδα στις αρχές απριλίου του 2017, για ένα μήνα ήμασταν πάντα μαζί, γελώντας, αστειευόμενοι για το γεγονός πως δεν μπορούσαμε να βγούμε από την Ροζάβα (στην Ροζάβα, για να διατηρηθεί ψηλά το ηθικό αστειευόμαστε για τα πάντα). Μείναμε ένα μήνα να περιμένουμε να μπορέσουμε να βγούμε από τη Ροζάβα και μετά από όλη αυτή τη μακρά αναμονή μας συνέλαβαν στη διάρκεια του ταξιδιού σε ένα σημείο ελέγχου στο βόρειο Ιράκ.

Αγαπητέ Heval Ciya, γνώριζες πολύ καλά ότι μιλούσα πολύ λίγα αγγλικά και σχεδόν δεν καταλάβαινα τα κουρδικά, οπότε ήσουν πάντα κοντά μου. Και στη φυλακή, έκανες ότι μπορούσες για να μείνεις μαζί μου στο κελί. στην πραγματικότητα σε εκείνο το κελί με 100 άτομα, έστω και μόνο για 3 μέρες, χωρίς εσένα, τα αγγλικά σου και λίγα κουρδικά, αλλά κυρίως χωρίς την εγγύτητά σου, δεν ξέρω τι θα είχα κάνει.
Στις πιο δύσκολες στιγμές ήσουν πάντα εκεί, εκείνες τις μέρες, ενώ περιμέναμε να βγούμε, πάντα μαγειρεύαμε μαζί για τους συντρόφους που εκπαιδεύονταν. στο μέτωπο όταν μας χώριζαν σε μικρές ομάδες ήσουν πάντα δίπλα μου, στο πλευρό μου, ακόμα και εκεί στο μέτωπο του Al Bab, πολύ κρύο, ήμασταν πάντα μαζί.
Τίποτα δεν μας χώρισε μέχρι τέλους.
Μετά την επιστροφή μας στην Ευρώπη κάτι συνέβαινε πάντα για να μας κρατήσει μακριά απ’ το να συναντηθούμε: δεν κατάφερα να έρθω στη Χώρα των Βάσκων για να περάσω λίγο χρόνο μαζί σου και ούτε εσύ μπόρεσες να έρθεις στην Ιταλία. Αλλά συχνά μιλούσαμε: πάντα μου έλεγες για τις μέρες που πέρασες στα βουνά διότι τα βουνά ήταν η ζωή σου. Όντως το σώμα σου δεν έχει ακόμη ανακτηθεί και θα παραμείνει εκεί, ανάμεσα σε εκείνα βουνά που αγαπούσες τόσο πολύ, όπου η ζωή σου έσπασε, μάλλον με ένα χαμόγελο, με το χαμόγελο εκείνο που χάριζες καθημερινά σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που στέκονταν δίπλα σου, και με εκείνη τη σημαία, εκείνη των Ypg που ήθελες να στήσεις στην κορυφή εκείνου του βουνού, ένα από τα υψηλότερα στον κόσμο.
Τη ζωή σου την έζησες ως αληθινός επαναστάτης: ως νεαρός άνδρας παράτησες την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία ζώντας ως ελεύθερος άνθρωπος στα βουνά της Χώρας των Βάσκων για 4 χρόνια. Αγωνιζόσουν για την αυτοδιάθεση του λαού σου, του βασκικού λαού και στην ηλικία των 41 ετών αποφάσισες να στηρίξεις την επανάσταση της Rojava. Αρχικά, το 2015, αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης Kobanê, για 4 μήνες στρατεύτηκες μέσα την επιτροπή ανασυγκρότησης της Kobanê όπου εργάστηκε ως κτίστης οικοδόμος, μετά, τον οκτώβριο του 2016, επέστρεψε στην Ροζάβα για να συμμετάσχεις στο YPG μέχρι τον μάϊο του 2017 με την ίδρυση του διεθνούς αντιφασιστικού Tabur του YPG, στο οποίο ήσουν ένας από τους πυλώνες και διατηρούσες την ενότητα με τη σκληρή σου εκπαίδευση, αλλά στην οποία όλοι εμείς συμμετείχαμε με ευχαρίστηση και ευτυχία.
Μία από τις ιστορίες σου μπορεί να βρεθεί στο βιβλίο «Αφιέρωμα στη Ροζάβα-Omaggio al Rojava»: ένα από τα πολλά πράγματα που μας άφησες ως κληρονομιά για να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη ενός γενναίου αναρχικού επαναστάτη όπως εσύ.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την περίοδο κατά την οποία πέθανε η Hevala Cem: γνώριζες πολύ καλά πώς ήμουν εκείνες τις μέρες που έμαθα για το θάνατό της και έγραψες μερικά πολύ όμορφα λόγια για να θυμόμαστε την συντρόφισσα Cem (Fiume).
Ήταν τιμή να μάχομαι, να αγωνίζομαι, να αστειεύομαι, να χαμογελάω και να κλαίω, να τρέχω, να τρώω, να πίνω και να έχω περάσει μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μου μαζί σου, γιατί χάρη σε σένα οι θλιβερές στιγμές υπήρξαν λιγότερο βαριές.
Τις τελευταίες εβδομάδες πολλοί σύντροφοι μας έχουν αφήσει, μερικοί έχουν πέσει στο μέτωπο άλλοι σε άλλες περιπτώσεις. Ο πόλεμος αφήνει σημάδια-πληγές που παραμένουν καλά αποτυπωμένες μέσα μας: αόρατες ουλές, αόρατα σημάδια, τα οποία δεν φαίνονται και τα οποία μερικές φορές δεν συνειδητοποιούμε καν ότι έχουμε.

Αλλά ο πόλεμος, η επανάσταση, μου επέτρεψε να γνωρίσω όλους και όλες εσάς, συντρόφους και συντρόφισσες που δεν είστε πλέον στη ζωή. Στο μυαλό μου το χαμόγελό σας, η αγάπη σας, που μόνο ο αγώνας μπορεί να καταστήσει ζωντανή και ισχυρή, παραμένουν αποτυπωμένα.
Με αγάπη και συμπάθεια για σένα, αγαπητέ Heval Ciya.

Paolo Pachino εθελοντής Ypg

 

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/11/03/un-ricordo-di-paolo-pachino-la-montagna-la-tua-vita-ti-ha-portato-via-ciao-heval-ciya/

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Μάθε μου μπάτσε γράμματα

πηγή: https://ioanniskatsilabros.gr/

του Γιάννη Κατσιλάμπρου

«Εκεί που ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή.» (Βίκτωρ Ουγκώ)

Μία διαχρονική υπέροχη διαπίστωση, που δυστυχώς αδυνατεί να επαληθευτεί σε μία Ελλάδα που αυτοθέλητα επιμένει να παραμένει έγκλειστη, στη φυλακή του χουντικού τρίπτυχου «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια».

Και πώς αλήθεια να δραπετεύσει;

Οπισθοδρομικές εκπαιδευτικές νοοτροπίες και δάσκαλοι (με ελάχιστες φωτεινότατες εξαιρέσεις) γεννημένοι μέσα στην παρακμιακή κοινωνική φυλακή και μέσω αυτής.

Πλήρως περιορισμένοι και απαξιωμένοι.

Ευνούχοι.

Μελετάω τις βάσεις των σχολών για το 2019 και τα απαιτούμενα ανά περίπτωση μόρια.

Έχουμε και λέμε: Εντυπωσιακά υψηλή είναι η απαιτούμενη βαθμολογία για όλες τις σχολές ένστολων αξιωματικών (18.000 μόρια και πάνω), αλλά και για τις Αστυνομικές Σχολές (16.550 μόρια). Την ίδια στιγμή, για την Φιλολογία Αθήνας χρειάζονται 14.682 μόρια και για το Παιδαγωγικό Δευτεροβάθμιας 13.339.

Γιατί άραγε;

Η συνήθης απάντηση και η πρώτη εξήγηση που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι μεν λογική, αλλά ανεπαρκής καθότι μερική. Ασφαλώς και η δυνατότητα μελλοντικής επαγγελματικής αποκατάστασης είναι επόμενο και κατανοητό να παίζει βασικό ρόλο κατά την επιλογή της σειράς των πιθανών σχολών ενός εφήβου. Μα αφενός αυτό είναι ένα μη ικανό από μόνο του κριτήριο για να αποφασίσει ένας άνθρωπος τον χώρο, τον τρόπο και πρώτιστα τον Λόγο στον οποίο θέλει να περάσει και να αφιερώσει τη μισή του ζωή και αφετέρου, μια τέτοια αφετηρία ζωής εγείρει σοβαρότατα ερωτήματα και αμφιβολίες για την κοινωνική μας ποιότητα σε επίπεδα ανθρώπινων αξιών. Αποκαλύπτεται η συνολική μας ανοχή και κατά συνέπεια συνυπευθυνότητα σχετικά με την προκλητική πολιτική αδιαφορία παροχών στις ατομικές και ομαδικές ψυχικές και πνευματικές υπαρξιακές πλευρές μας. Πως είναι δυνατόν στο σημερινό θεωρητικά ανώτερο κοινωνικοπολιτικό στάδιο οι συνεχιστές της παλιάς βασιλικής φρουράς (οι τωρινοί ένστολοι) να χαίρουν υψηλότερης αμοιβής και εκτίμησης από τους φρουρούς του πνεύματος και της ψυχής;

Η βασική εξήγηση του προβλήματος βρίσκεται στο ότι η ελληνική κοινωνία ουσιαστικά δεν πέρασε ποτέ στην αστική κουλτούρα. Συγκεντρώθηκε άτακτα στα αστικά κέντρα χωρίς να αποκτήσει την αναγκαία κοινωνική μόρφωση. Ο Έλληνας μπήκε στο ρόλο του αστού χωρίς να γίνει αστός. Μιμήθηκε απλώς την πράξη του γαλλικού διαφωτισμού χωρίς όμως να τον υιοθετήσει. Στην δική του πράξη έμεινε στο σκοτάδι και εκεί είναι ακόμα. Από το Παρίσι κράτησε μόνο τη Galeries Lafayette και την κορούλα του Λεπέν… Ούτε λόγος για το υπέροχο Καντιανό αξίωμα Supere Aude («Τόλμα τη γνώση»).

Από το δίκαιο του τσιφλικά και του φιλότουρκου, άρον-άρον στο άνευ προσαρμογής δυτικό σύστημα και σύνταγμα που εγκατέστησε ο Καποδίστριας.

Από τις υπαίθριες τουαλέτες του χωριάτικου σπιτιού, άρον-άρον στα διαμερίσματα- κελιά των ασχημόμορφων πολυκατοικιών, που τόσο προκλητικά επέτρεψαν οι πολιτισμένες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης (και ειδικά του «εθνάρχη» Καραμανλή) να κατασπαράξουν με αντιπαροχή το πολιτισμένο και το κάθε λογής εύμορφο.

Ομοίως και στην εκπαίδευση: Ο δάσκαλος της πόλης δεν οδηγήθηκε και ούτε οδηγεί στο φως. Παραμένει στο σκοτάδι του «πατρίς – θρησκεία»… Ούτε λόγος για φωτισμένους εκπαιδευτικούς και μεταρρυθμιστές, όπως ο Σελεστέν Φρενέ, που οραματίστηκε και δημιούργησε πρότυπα σχολεία (τα οποία λειτουργούν και σήμερα), εφαρμόζοντας παιδαγωγικές τεχνικές που βασίζονταν και προωθούσαν την ελεύθερη έκφραση των παιδιών.

Όχι, ο Έλλην αστός δεν μπήκε στον κόπο να μορφωθεί και να εξελίχθη. Πήρε τον δάσκαλο από το υψηλό σημείο που τον είχε στο χωριό του (τότε που τουλάχιστον τον σέβονταν, αν και επίσης τον χάλαγε, βάζοντάς τον να κάθεται σε ξεχωριστό τραπέζι, παρέα με τον δήμαρχο και τον παπά) και άρον-άρον τον υποβίβασε σε δασκαλάκο. Μέσα από ολοένα χαμηλότερες μορφωτικές παροχές, κίνητρα και αποδοχές, αλλά και στη συνέχεια μέσα από αυτοκαταστροφικές κλαδικές μιζέριες, το εκπαιδευτικό λειτούργημα απαξιώθηκε πλήρως, από την κοινωνία και το χειρότερο, από τους ίδιους τους λειτουργούς.

Και να ‘μαστε τώρα μπροστά στα θλιβερά δεδομένα:

Η αλήθεια είναι πως πλέον η κοινωνία δεν θέλει να έχει ποιοτικούς δασκάλους. Δεν τους έχει ανάγκη. Δεν τους χρειάζεται πια. Άλλωστε θα της ήταν επικίνδυνοι. Το πολιτικό σύστημα και η εκκλησία αρέσκονται να έχουν τη μάζα υπνωτισμένη στο σκοτάδι της άγνοιας, μακριά από τον διαφωτισμό και την τόλμη της γνώσης. Μα και ακόμα περισσότερο: ένας πατέρας προτιμά να δει το παιδί του συμβιβασμένο και προσαρμοσμένο, παρά αφυπνισμένο. Δεν θέλει ούτε αποτολμά καν να σκεφτεί πως ο ίδιος έζησε τη ζωή του με τα μάτια κλειστά. Κι ύστερα, «τι να τον κάνουμε τον δάσκαλο; Γιατί να μας φωτίσει; Σάμπως θα μας βρει δουλειά; Όχι, όχι, δεν είναι καιρός για χαζοεπαναστάτες. Καλύτερα ο ευνούχος μπέιμπι-σίτερ με τα βρεμένα σπίρτα. Δασκαλάκος και πάλι δασκαλάκος.»

Κι εδώ είναι η διαφορά μας με τη Γαλλία, διότι παρότι κι εκεί οι φανατικοί της πατρίδος και της θρησκείας κυνήγησαν με επιμονή τον Φρενέ και τους άλλους μεταρρυθμιστές, τελικά το υγιές και μορφωμένο σώμα της κοινωνίας τους έδωσε το δικαίωμα ύπαρξης (απόδειξη ότι μέχρι και σήμερα υπάρχουν τα σχολεία Φρενέ), δίνοντας ταυτόχρονα στον εαυτό του την αξιοπρέπεια του ψυχικού και πνευματικού ευ ζην. Δυστυχώς, παρά τις εκάστοτε φανταχτερές – δήθεν εκσυγχρονιστικές πολιτικές εξαγγελίες, αλλά και τις ελάχιστες μεμονωμένες πραγματικές φωτεινές εξαιρέσεις, ακόμα και σήμερα, στη δική μας ελληνική πράξη δεν παρατηρούμε απλώς μία διαφορά ταχύτητας στην υιοθέτηση των προοδευτικών εκπαιδευτικών τάσεων, αλλά μία αντίθετη στάση. Οι επιλογές των πολιτικών μας αρχηγών αντιστέκονται σθεναρά στην βασική ελπίδα μίας κοινωνίας, που είναι η παροχή υγιούς παιδείας. Ξεκάθαρα και προκλητικά αντιτάσσονται στην πρόοδο και στην ανύψωση. Πώς να το κάνουμε, δεν είναι δυνατόν σε όλον τον κόσμο η παιδεία να έχει διαχωριστεί από τη θρησκεία και στη χώρα μας να κάνουμε ένα βήμα μπρος και τρία πίσω… (Παρενθετικά, αξίζει να σημειωθεί η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι προσπάθειες της προηγούμενης κυβέρνησης να απελευθερωθεί η παιδεία από τον κλήρο. Αξιοσημείωτη, οπισθοδρομική και δυστυχώς ενδεικτική είναι και η μεσαιωνική αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, κατά την οποία οι εκπαιδευτικές στοχοθετήσεις οφείλουν «να αποβλέπουν στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης». Πως είναι δυνατόν να παρακάμπτουμε προκλητικά την επιστήμη και να συνεχίζουμε να ασπαζόμαστε το χέρι του ρασοφόρου; Πως είναι δυνατό να αφήνουμε το μέλλον των παιδιών στην κρίση αμόρφωτων ανθρώπων; Πως είναι δυνατό να οραματιζόμαστε το μέλλον επιλέγοντας -ή αποδεχόμενοι τις επιλογές των «εκπροσώπων μας»- να παραμένουμε στο μεσαίωνα;)

Η σειρά κατάταξης των σχολών και ειδικότερα των αστυνομικών και των παιδαγωγικών – φιλολογικών αντιστοιχεί πλήρως στην εκτίμηση του μέσου έλληνα απέναντι στα δύο επαγγέλματα (δυστυχώς ελάχιστα μπορούμε πια να αναφερθούμε σε λειτουργήματα). Ο μπάτσος είναι ανώτερος από τον δάσκαλο. Είπαμε, ο πατέρας προτιμάει τον γιο του μπάτσο. Μόνο προβλήματα θα του φέρει ο δάσκαλος. Ο μπάτσος θα τον σώσει. Όντας μέρος του συστήματος θα τον ξελασπώσει. Θα περάσει τη ζωή του στην ευκολία, την ασφάλεια και βεβαίως την εύνοια της σύγχρονης διευρυμένης βασιλικής αυλής και παρότι θα αυτοαποκαλείται αστός, σε συναντήσεις με φίλους και γνωστούς, με μία χωριάτικη χοντροκομμένη αναίδεια θα περηφανεύεται κιόλας.

Και μην ξεχνάτε να είστε φίλοι του «κι αν έχετε καμία κλήση, πείτε μου να σας τη σβήσει.»

Μα είναι τόσο λάθος ο δρόμος που έχουμε πάρει…

Αν θυμηθούμε το μέσα μας, αν αντέξουμε κάποια μνήμη, θα δούμε πως μ’ αυτά και μ’ αυτά είναι ο άνθρωπος και το ανθρώπινο που έχουν σβήσει.

Είναι το κάθε παιδί και το παιδί μέσα μας που αφήνουμε να σβήσει.

(Κι εδώ επιβάλλεται μία ακόμα παρενθετική σκέψη – διευκρίνιση: Το ότι μας θλίβει και μας θίγει η χαμηλή βάση των φιλολογικών και των παιδαγωγικών σχολών δεν πρέπει να μας αποτρέπει από το να αναγνωρίσουμε πως είναι ωφέλιμο και σύμφωνο με την κοινωνική πρόοδο το να απαιτείται ο αστυνομικός να έχει ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Θεωρητικά τουλάχιστον ένας περισσότερο μορφωμένος αστυνομικός είναι σε θέση να χειριστεί με καλύτερο τρόπο την εξουσία που του εμπιστεύεται το σύστημα. Στην πράξη βέβαια, η ποιότητα αυτή κάποιων μονάδων, που προσωπικά έχει τύχει να συναντήσω και να εκτιμήσω, δεν είναι ακόμα ικανή να αντιταχτεί απέναντι στην ομαδική μαγκιά που ορμώμενη δυναμικά από το παρελθόν μας έχει κάνει να λέμε τον αστυνόμο μπάτσο. Δυστυχώς, όταν μαζεύονται όλοι μαζί οι ένστολοι, για κάποιο λόγο συνήθως ξεχνούν τόσο τον άνθρωπο συμπολίτη τους, όσο και τον άνθρωπο μέσα τους.)

Η σειρά κατάταξης των σχολών είναι επίσης αντίστοιχη με τα εκλογικά αποτελέσματα και ποσοστά. Οι πολλοί προτιμούν την λογική της επαγγελματικής αποκατάστασης και του «αυλικού βολέματος», εντάσσοντας εαυτούς στις θλιβερές και τυφλές κομματικές στρατιές. Ελάχιστοι βλέπουν και ακόμα λιγότεροι τολμούν να υποστηρίξουν την αλήθεια, παραμένοντας αξιοκράτες. Οι ειλικρινείς προτάσεις που μιλούν για πρόοδο και διαφωτισμό δεν επιλέγονται. Υστερούν πάντα σε σχέση με εκείνες που μιλούν για την ύπνωση στην ασφάλεια μίας φυλακής. Μίας φυλακής που είναι αδύνατο να κλείσει όταν τα σχολεία που ανοίγουν, επανδρωμένα από δασκαλάκους, λειτουργούν στο σκοτάδι. Είναι τόσο λυπηρό και απαισιόδοξο… Η παιδεία είναι η μόνη ελπίδα αυτού του κόσμου και εμείς τη ναρκοθετούμε….

Είναι αυτοκτονικό.

Μεταστρέφοντας λοιπόν τα λόγια του Ουγκώ και προειδοποιώντας εαυτούς, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι «όταν το πραγματικό σχολείο κλείνει ανοίγει μία φυλακή».

Δυστυχώς, εμείς οι νεοέλληνες συνηθίζουμε να κρατάμε μόνο τη θεωρία της σοφίας των προγόνων μας και όχι να την κάνουμε πράξη. Τι κι αν ο Σοφοκλής μας είχε προειδοποιήσει δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν για τον ίδιο κίνδυνο, λέγοντας πως «όποιος αμελεί τις μούσες όταν είναι νέος, χάνει το παρελθόν και σκοτώνει το μέλλον»; Τι κι αν ο Πυθαγόρας έθετε ως βασικό θεμέλιο της κάθε πολιτείας την ανατροφή των νέων; Εμείς οι νεοβάρβαροι εφορμούμε αλαλάζοντας ενάντια στο μέλλον, δείχνοντας ασέβεια στη θεία αυτή πνευματική, ψυχική και κοινωνική τάξη και πρώτιστα στους εαυτούς μας. Παρόλα αυτά, παρότι η σημερινή ρεαλιστική εκτίμηση και πρόβλεψη της κατάστασης κάνει τα θεμέλια να φαίνονται αδύνατα, μη αφήνοντας πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, όποιος ασχολείται με την παιδεία και το μέλλον των παιδιών μας οφείλει να ψάχνει το φως -ή εν ανάγκη να το δημιουργεί- και να μην παύει να αγωνίζεται, κρατώντας άσβεστη την ελπίδα ανάκαμψης:

«Seamos realistas, pidamos lo imposible!»

(«Είμαστε ρεαλιστές, επιδιώκουμε το αδύνατο!». Ερνέστο Τσε Γκεβάρα)

Γι’ αυτό και το παρόν κείμενο είναι ωραίο να αντιπαρέλθει της άπνοιας των καιρών και να ολοκληρωθεί με τον ούριο άνεμο της αισιοδοξίας, αλλά και της τόλμης που αξίζει το κοινωνικό μας μέλλον, αλλά και το κάθε παιδί μας ξεχωριστά!

Ας μην τελειώσουμε λοιπόν με διατυπώσεις προβλημάτων, αλλά με ενδεικτικές προτάσεις.

Προτάσεις όχι απλώς θεωρητικές,

αλλά προτάσεις που έγιναν και γίνονται επιτυχής πράξη.

Οι βασικές λοιπόν έννοιες της παιδαγωγικής εργασίας (pédagogie du travail) του Φρενέ συνοψίζονται στα εξής:

  • οι μαθητές ενθαρρύνονται να μάθουν κατασκευάζοντας προϊόντα ή προσφέροντας υπηρεσίες.
  • Η μάθηση που βασίζεται στην δοκιμή και στο λάθος (tâtonnement expérimental).
  • Συνεργατική μάθηση (travail coopératif): οι μαθητές συνεργάζονται στην διαδικασία της παραγωγής.
  • Κέντρα ενδιαφέροντος (complexe d’intérêt): τα ενδιαφέροντα των παιδιών και η φυσική τους περιέργεια είναι τα σημεία εκκίνησης για μία διαδικασία μάθησης.
  • Η μέθοδος του περιβάλλοντος (méthode naturelle): αυθεντική μάθηση με την χρήση των πραγματικών εμπειριών των παιδιών.
  • Δημοκρατία: Όταν τα παιδιά διοικούν δημοκρατικά , μαθαίνουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη για την εργασία τους και για ολόκληρη την κοινότητα.

Ο Φρενέ έμεινε στην ιστορία σαν ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται.

Ας το κάνουμε κι εμείς.

ΥΓΡ.1: Σε όλη αυτήν την προσπάθεια, ας μην ξεχνάμε την διαχρονική προτροπή του

Σιδηρόπουλου:

«Έχε το νου σου στον παιδί.

Υπερασπίσου το παιδί,

γιατί αν γλιτώσει το παιδί

υπάρχει ελπίδα.»

Και ας μην απογοητευόμαστε. Ποτέ δεν είναι αργά. Διότι όπως έλεγε με αξιαγάπητο και ειλικρινή τρόπο ο Πάμπλο Πικάσο:

«Μου πήρε τέσσερα χρόνια να μάθω να ζωγραφίζω σαν τον Ραφαήλ και μια ολόκληρη ζωή να μάθω να ζωγραφίζω σαν παιδί.»

ΥΓΡ. 2: Η ταινία «Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται» (Daniel Losset ,

2007) είναι μια από τις ταινίες που περιγράφουν γλαφυρά τη ζωή και το όραμα του Σελεστέν Φρενέ. Είναι διαθέσιμη στο: https://www.youtube.com/watch?v=lV5rfV3u-2U

ΥΓΡ.3: Πηγή πληροφοριών σχετικά με τις βάσεις εισαγωγής στις σχολές για το 2019

αποτέλεσε η επίσημη ιστοσελίδα aeitei.gr:

ένοπλη πάλη, lotta armata

Do you remember revolution? Στη μνήμη του Cesare Maino

 

Cesare Maino, μια ζωή αγώνων και φυλακής: το πεπρωμένο, λέγαμε κάποτε και ήταν γνωστό, κάθε πραγματικού επαναστάτη

Ο Cesare πέθανε. Εδώ και πάνω από ένα χρόνο, το μάθαμε μονάχα τώρα. Ο Cesare Maino, μια ζωή αγώνων και φυλακής: το πεπρωμένο, λέγαμε κάποτε και το ξέραμε, κάθε αληθινού επαναστάτη.

Ως αγόρι, στη Γένοβα του, είχε ήδη επιλέξει την πλευρά στην οποία θα στέκεται, με το ριγέ πουκάμισό του, στα οδοφράγματα κατά της κυβέρνησης Tambroni. Ήδη τότε, τον ιούλιο του ’60, ένιωσε στο πετσί του ποια ήταν η απάντηση για εκείνους που εξεγείρονται: καταστολή, θάνατος στους δρόμους-στις πλατείες. Και φυλακή. Γι αυτόν, εκείνη την φορά, μόνο 8 μήνες, μια γεύση από αυτό που τον περίμενε, μαζί με χιλιάδες άλλους.

Στη συνέχεια οι αγώνες του ’68 και η αγωνιώδης συνέπεια, ο Feltrinelli, οι GAP και η XXII οκτώβρη, οι BR και η τραγική γοητεία των όπλων ως εργαλείο δικαιοσύνης και απελευθέρωσης, ως απόσταση, ηθική και πολιτική, από αυτούς που την επανάσταση την κήρυτταν στα λόγια.

Η επανάσταση μπορεί να είναι μια παρεξήγηση, αλλά δεν είναι ένα γκαλά δείπνο. Το γνώριζε και συνέχισε, με όλα τα λάθη και τις κακουχίες που ποτέ δεν θα σβήσουν τη γενναιοδωρία μιας ζωής που δαπανήθηκε για το όνειρο κάποιου πράγματος, που τότε ονομάζονταν κομμουνισμός.

Πλήρωσε κάθε αντίτιμο, και περισσότερα ακόμα. Από το 1972 μια ζωή φυλακής, ξυλοδαρμών, αδύνατων αποδράσεων, κελιών απομόνωσης.

Μετά, τέλος, αυτό το είδος ελευθερίας που είναι μονάχα απουσία φυλακής. Μια νέα απομόνωση, ίσως πιο σκληρή, πιο δύσκολη να την υπομένεις. Ο πόνος μιας ελευθερίας που περιθωριοποιεί, που συντρίβει ζωές και μνήμη, που σε παραδίδει στις κακουχίες και θάβει στο περιθώριο, γεγονός που σε κάνει να πληρώσεις μέχρι και το τελευταίο αντίτιμο του ονείρου και της κοινωνικής συνθήκης. Που συντρίβει τις κοινότητες των αξιών και των συναισθημάτων. Που καθιστά αόρατες τις ζωές και ακόμη τους θανάτους. Βαριές ζωές σαν ογκόλιθοι, ελαφριοί θάνατοι σαν φτερά. Πέρασε ενάμισι χρόνος και κανείς δεν το έμαθε. Ίσως, εκείνη τη 22 μαΐου 1993, με την ύστατη πνοή να είχε μια τελευταία, τρομερή και οδυνηρή, σκέψη: πού είστε, πού καταλήξαμε όλοι;

(Νοέμβρης 1994)

ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα παιδιά και τα όπλα

Δεν είχα πει τίποτα στο παιδί μου μέχρι πριν από περίπου ένα χρόνο, γιατί δεν ήξερα πώς να το κάνω. Φοβόμουν ότι θα το πάρει πολύ άσχημα και, επίσης, ότι μπορεί να αισθάνονταν διαφορετικός από τα άλλα. Είχα αλλάξει επίσης σπίτι ακριβώς μόνο για να αφήσω πίσω μας ένα μικρό χωριό, όπου όλοι γνώριζαν. Αντιθέτως εδώ κανείς δεν ήξερε τίποτα. Αλλά πάντα υπήρχε κάποιο μυστήριο. Κάτι προφανώς καταλάβαινε, ή μάλλον, διαισθάνονταν. Όταν υπήρξε η δολοφονία Biagi, και εγώ δεν του είπα τίποτα, με ρώτησε: «Μα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες του τότε ήταν όπως αυτές του σήμερα;» Ο Alessandro δεν είχε δεχθεί ποτέ να εργάζομαι εθελοντικά στη φυλακή. Κάθε φορά που έπρεπε να πάω, αισθάνονταν πολύ άσχημα. Σωματικά άσχημα. Προσπάθησα να του μιλήσω για αυτό με κάθε τρόπο, τον ρωτούσα τι τον ενοχλούσε, και μια φορά μου είπε ότι φοβόταν ότι δεν θα με άφηναν να ξαναβγώ.

Μετά μιλώντας για αυτό με τις συντρόφισσες εκείνης της εποχής, συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο δικό μου, γι αυτό οργανώσαμε μια ομάδα πρώην, τόσο ανδρών όσο και γυναικών, με μερικές ψυχολόγους που εργάζονταν ακριβώς επάνω στο «μυστήριο». Αυτό το μυστήριο που από πλευράς των παιδιών, μας έλεγαν, γίνεται αντιληπτό σαν μια μαύρη τρύπα και προκαλεί μεγάλη ανασφάλεια, γιατί είναι κάτι που απομακρύνει.

Τελικά για να του το πω άδραξα την ευκαιρία της αντίστασης και του φόβου του για την εθελοντική εργασία μου στη φυλακή και κάνοντας έκκληση σε όλες τις ενέργειές μου του είπα: «Δεν μπορούν να μην με αφήσουν να βγω επειδή έχω κάνει ήδη φυλακή». Του εξήγησα σε πολύ μεγάλες γραμμές πως ήταν τα πράγματα και μου έκανε πραγματικά μια σειρά ερωτήσεων. Η πρώτη αφορούσε τον πατέρα του, εάν βρέθηκε κι αυτός στη φυλακή, και η δεύτερη ήταν εάν είχα σκοτώσει κάποιον. Εκεί δίστασα λιγάκι γιατί δεν ήθελα να ξαναρχίσω να λέω ψέμματα μιας και μόλις είχα πει την αλήθεια, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι εγώ δεν σκότωσα κανέναν. Απάντησα: «Όχι, δεν έχω σκοτώσει κάποιον». Πώς να τον κάνω να καταλάβει ότι σε κάθε περίπτωση, ηθικά, είχα μοιραστεί εκείνη την ιστορία; Ήταν δύσκολο. Καθώς μεγαλώνει θα εμβαθύνουμε τη συζήτηση.

(…) Όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα της Γένοβα, η τηλεόραση ήταν ενεργοποιημένη είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα, ο Alessandro με ρώτησε αν αυτό που είχα κάνει ήταν κάπως έτσι κι εγώ εξήγησα ότι σε γενικές γραμμές, έτσι κι αλλιώς, κάπως έτσι άρχισε, ότι υπήρχε ένα κίνημα … Τώρα αυτός διαβάζει ένα βιβλίο για τα αγόρια σε περιόδους πολέμου, αποτελεί μέρος της ιστορίας που τον ενδιαφέρει πολύ και γι αυτό μου κάνει πολλές ερωτήσεις. Αλλά δεν με ρωτάει πλέον για το ρόλο μου, και οι ψυχολόγοι λένε ότι εμείς δεν πρέπει να τους προλάβουμε, θα είναι αυτοί που θα μας κάνουν ερωτήσεις όταν αισθάνονται την ανάγκη. Τις επόμενες ημέρες όταν μιλήσαμε, ήταν σαν ένα παιχνίδι μαντεύοντας τους φίλους μου «ποιος ναι και ποιος όχι», ποιος είχε μια παρόμοια ιστορία και ποιος δεν είχε καμία σχέση με την ιστορία εκείνη. Ήταν και διασκεδαστικό και αυτή τη φορά ένιωσε καλύτερα: δεν ήμασταν μόνο εγώ και ο μπαμπάς του.

(…) Όταν επέλεξα τον ένοπλο αγώνα τα έσπασα και μαζί του, τον αιώνιο σύντροφό μου. Έλεγε, και είχε δίκιο, ότι η δική μου ήταν μια επιλογή φιλίας. Με την έννοια ότι είχα έναν πολύ ισχυρό δεσμό με κάποιους συντρόφους της κολεκτίβας του Policlinico, τους Donatella και Fred, και ήταν μια επιλογή που είχαμε φτάσει στα άκρα και οι τρεις. Το κίνημα είχε πλήρως τελειώσει και αποφασίσαμε να οδηγήσουμε τις ριζοσπαστικές μας επιλογές μέχρι τέλους, μέχρι την «τελευταία ακτή».

(…) Τώρα δεν το θυμόμαστε πια αλλά τότε υπήρχε το άρθρο 90. Ένα τότε που διήρκησε χρόνια, όχι μήνες. Το άρθρο 90 είναι το 41bis σημερινό: δεν μπορούσαμε να γράψουμε από φυλακή σε φυλακή, οι συνομιλίες-επισκεπτήρια πραγματοποιούνταν μόνο με τα μέλη της οικογένειας και πίσω από το γυαλί, χωρίς πακέτα, χωρίς βιβλία. Δίναν τα σλιπ μετρημένα, τις φανέλες μετρημένες, τα ρούχα μετρημένα και τα παπούτσια μετρημένα. Ένα μπλε στυλό, χωρίς κραγιόνια, χωρίς μολύβια, χωρίς σκουλαρίκια, τίποτα. Θυμάμαι ότι φορούσαμε χρωματιστά νήματα για ράψιμο στα αυτιά μας για να αντισταθούμε στο γκρίζο. Δεν είχαμε καμινέτα. Κάναμε καφέ χρησιμοποιώντας το χαρτί της σακούλας του ψωμιού που παραδίδονταν το πρωί για να φτιάξουμε μια φλόγα και με εκείνη να ζεστάνουμε το γάλα στο tetrapack.

Τα κελιά ήταν ατομικά, όλα ήταν ατομικά. Για 23 ώρες καθένας ήταν μόνος. Και όμως είχαμε τη ζωή μας στο παράθυρο. Πρέπει να έπαθα εκεί το φοβερό μου αυχενικό, γιατί στεκόμασταν στο παράθυρο μέρα και νύχτα. Ήταν ο μόνος τρόπος να μιλήσουμε, τουλάχιστον με τις κοντινές των παραθύρων, ή βγάζοντας τα πνευμόνια μας, ακόμα και από ακτίνα σε ακτίνα. Αυτή είναι η πιο ξεκάθαρη ανάμνηση: εμείς κολλημένες στα παράθυρα. Για να μιλήσουμε αντιθέτως στα κρυφά υπήρχε το »ράδιο φυλακή», μιλούσαμε μέσω των σωλήνων του μπιντέ ή της τουαλέτας των γειτονικών κελιών. Μετά για να διαμαρτυρηθούμε χτυπούσαμε τα παπούτσια, επειδή δεν είχαμε τηγάνια. Το χτύπημα είναι μια στιγμή αγώνα στη φυλακή και τότε χτυπούσαμε με τα παπούτσια, και μας έπαιρναν τα παπούτσια, χτυπούσαμε με τις σκούπες και μας έπαιρναν τις σκούπες, δεν είχαμε πλέον τίποτα. Με τη σκούπα, όταν μου την άφηναν, τότε κατόρθωσα να ανοίξω το παραθυράκι της πόρτας του κελιού, το οποίο διαφορετικά άνοιγε μόνο η φύλακας, αλλά κατάφερα να ξεχαρβαλώσω το ελατήριο και στη συνέχεια να το κάνω να παραμείνει ανοικτό για να γίνεται ρεύμα. Με είχαν απειλήσει, αλλά σιγά-σιγά με το παραθυράκι άρχισαν να τα παρατάνε επειδή υπήρχαν 40 βαθμοί στα κελιά και μερικές λιποθυμούσαν. Στο τέλος κατορθώσαμε να τα διατηρήσουμε ανοιχτά, αλλά στη δέκατη λιποθυμία.

Έκανα έτσι σχεδόν τέσσερα χρόνια.

Μία από τις «όμορφες» αναμνήσεις της Voghera είναι ότι η πλειοψηφία των γυναικών αποφάσισε να επιστρέψει στο παιχνίδι, συνειδητοποιώντας ότι έξω δεν υπήρχε πλέον τίποτα, αλλάζοντας και τις γλώσσες μιλώντας με τον έξω κόσμο, επισκιάζοντας ακόμη και τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων οργανώσεων στις οποίες ανήκαν, πράγμα που αντίθετα υπήρχε σε μεγάλο βαθμό νωρίτερα και συνεχίζονταν σε φυλακές όπως αυτή της Messina. Αυτό ήταν ένα πολύ όμορφο και σημαντικό πράγμα και πρέπει να αναγνωριστεί. Πιστεύω ότι πολλές από εμάς θα έπρεπε να πάμε να βρούμε αυτό που ήταν θετικό εκείνη τη στιγμή ακριβώς για να μπορέσουμε να μιλήσουμε και πάλι όλες μεταξύ μας.

Στο να βρεθεί ξανά αυτό που ενώνει αυτές τις γυναίκες πέρα από τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές βασικό ρόλο διαδραμάτισε η Silvana Marelli και μια συντρόφισσα της φάλαγγας Walter Alasia. Το να απαλλαγούμε από αυτά τα ιδεολογικά κλουβιά, από εκείνους τους τοίχους άδειων λέξεων που μας εμπόδιζαν να επικοινωνούμε μεταξύ μας, δεν ήταν εύκολο, αλλά τελικά μας επέτρεψε να δημιουργήσουμε αυθεντικές σχέσεις μεταξύ μας. Η υπέρβαση ορισμένων ιδεολογικών γλωσσών σήμαινε επίσης την εξεύρεση μιας σχέσης με το εξωτερικό.

(…) Ειδωθήκαμε πρόσφατα πολλές από εμάς, επειδή πέθανε μια από τις συντρόφισσες μας η οποία ονομάζονταν Sonia Benedetti. Ήταν από τη Φλωρεντία, είχε αποκτήσει την Valentina όταν ήταν στη φυλακή. Και ήταν πάλι στρατευμένη. Παρά την πάλη εδώ και μια χρονιά ενάντια σε μια ασθένεια που τελικά την κατέστρεψε, ήταν στη κολεκτίβα της Valle μέχρι το τέλος … Στην τελευταία διαδήλωση για την ειρήνη που έλαβε χώρα στο Τορίνο οδηγήθηκε εκεί σε αναπηρικό καροτσάκι από την κόρη και τους φίλους της. Αυτά τα ίδια παιδιά στα οποία μπόρεσε να μιλήσει και που την ημέρα της κηδείας της την συνόδευσαν με τη σημαία τους. Είχε καταφέρει να μεταβιβάσει στην κόρη και τα παιδιά εκείνα την δική της ιδέα της ελευθερίας χωρίς ρητορική και χωρίς φόβο για το παρελθόν της.

Αυτό για να σου πω ότι από εκείνη την εμπειρία βγήκε μια δύναμη όχι μια αδυναμία.

(“Una città ”, settembre 2003 – »Μια πόλη», σεπτέμβρης 2003)

φυλακές, carcere

Πως να διαλύσεις κάθε φυλακή – Come smantellare ogni galera

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ. Δεν υπάρχει κρατούμενος οποιασδήποτε φυλακής του κόσμου που δεν ονειρεύεται να του τύχει όπως στον Pietro της Alife, να έρθει ο άγιος Φραγκίσκος και να λύσει τα δεσμά του και να του ανοίξει τις πόρτες προς την ελευθερία. Ωστόσο, τα θαύματα, ποτέ δεν συμβαίνουν στους φυλακισμένους, ή συμβαίνουν σπάνια.

Και για να αποδράσεις, όπως λέει ο Renato Vallanzasca, «χρειάζονται τουλάχιστον πέντε λεπτά», δηλαδή χρειάζεται οργάνωση, φίλοι έξω που να σε υποστηρίζουν πριν και μετά, συνεργοί, όπλα, δομές, χρήματα, διαφθορά, όλο ένα ambaradam που δεν στήνεις μέσα σε πέντε λεπτά και όπου το συκώτι ή ο κώλος δεν αρκούν.

Εγώ το ξέρω.

Προσπάθησα κι εγώ στα χρόνια μου της φυλακής.

Μονάχος.

Δίχως επιτυχία.

Στη Napoli, στο Poggioreale, μ’ είχαν πετάξει στον τομέα San Paolo, ο οποίος λειτουργούσε ως εσωτερικό νοσοκομείο, μετά από μια πολύ μεγάλη απεργία πείνας για να μην καταλήξω στις ειδικές (όπου, αντίθετα, μετά από μια πρώτη διαμονή, ο dalla Chiesa μας έστειλε), που με είχε καταντήσει ένα σκελετό. και εκεί υπήρχε μια μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Σχεδόν όλοι ήταν εκεί για λόγους που δεν είχαν καμιά σχέση με τις ασθένειες, ήταν προνομιούχοι ή για δικούς τους λόγους είτε για λόγους επιθυμητούς στη διοίκηση της φυλακής.

Το κτίριο ήταν κοντά στην πόρτα της Poggioreale.

Μια στρατηγική θέση.

Από ένα παράθυρο με κιγκλιδώματα μπορούσα να δω ακριβώς την μπροστινή πόρτα, ένα κομμάτι περπάτημα και το φυλάκιο των φρουρών.

Δεν ήταν αδύνατο να φτάσεις εκεί.

Και θα μπορούσα να τα κάνω όλα μόνος μου.

Ή σχεδόν.

Όμως, στη Napoli, μόλις ξέφευγα, θα μπορούσα να υπολογίσω σε εξωτερικές υποστηρίξεις, θα με έκρυβαν και θα με προστάτευαν, για το απαραίτητο διάστημα.

Και αυτό, το πού θα πας αμέσως μετά τη διαφυγή, είναι πραγματικά ένα θεμελιώδες στοιχείο, το οποίο πρέπει να σχεδιάσεις από πριν.

Άρχισα να κινούμαι πάνω κάτω στο κτίριο, με προσοχή αλλά ίσως πάρα πολύ, και είχα την απερισκεψία – ήμουν ακόμα φρέσκος στη φυλακή – να μιλήσω για τα σχετικά με κάποιον.

Με έστειλαν στις ειδικές στο πι και φι.

Πάλι στη Νάπολη χρόνια αργότερα, περνούσα από εκεί για μια δίκη κλεισμένος σε ένα είδος μικρής ειδικής, από τα έξω είχαν καταφέρει να μου περάσουν μια λίμα κρυμμένη σε ένα σημειωματάριο, πολύ λεπτή αλλά πολύ αποτελεσματική, επαγγελματική.

Δεν ήξερα πραγματικά πού ήταν καλύτερα να λιμάρω, πού θα κατέληγα μόλις έβγαινα απ’ το κελί, αλλά από όπου ήμουν θα έφτανα σε κάποιες στέγες και ίσως από εκεί…

Δεν ήξερα πραγματικά πού ήταν καλύτερο να λιμάρω, πού θα κατέληγα μόλις έβγαινα απ’ το κελί, αλλά από όπου ήμουν θα έφτανα σε κάποιες στέγες και ίσως από εκεί…

Άρχισα να δοκιμάζω, δίχως να κόβω σε βάθος τα κάγκελα διότι τα χτυπούσαν στις βάρδιες ελέγχου

Λειτουργούσε.

Δεν είχα πολύ χρόνο διότι η δίκη θα είχε διαρκέσει λίγο.

Ήμουν αναποφάσιστος, να το δοκιμάσω αμέσως ή να κρατήσω την ευκαιρία για μιαν άλλη φορά, οργανώνοντας την καλύτερα, ίσως όχι μόνος.

Η αναποφασιστικότητα με έκαψε.

Με έστειλαν πίσω ξανά στις ειδικές, ξαφνικά και μες τη νύχτα και δεν μπόρεσα να πάρω μαζί μου τη λίμα που είχα κρύψει στο μπάνιο επειδή ήταν οι φρουροί της ομάδας που μάζεψαν τα πράγματα μου – το έκαναν αυτό: έρχονταν επτά μαζί, οκτώ και σε άρπαζαν όπως ήσουν στο κρεβάτι και σε πακετάριζαν χωρίς χρόνο να βγάλεις κιχ.

Δεν ξαναγύρισα εκεί και δεν το είπα ποτέ σε κανέναν.

Μάλλον είναι ακόμη εκεί, εκείνη η λίμα.

* Pubblichiamo parte dell’introduzione «Abolire il carcere» da La fuga dal Carcere – Le evasioni diventate Storia. Volume I. In attesa della Timothy Leary… DeriveApprodi editore – Δημοσιεύουμε μέρος της εισαγωγής «Να καταργήσουμε την φυλακή» από Την διαφυγή από τη Φυλακή – Οι αποδράσεις που έγιναν Ιστορία. Τόμος Ι. Αναμένοντας της Timothy Leary

 

Come smantellare ogni galera

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Πανό Αλληλεγγύης στο Πάρκο Φαλήρου Καβάλα

Φωτιά σε Όλα τα Κελιά
Τοποθετήσαμε Πανό στο πάρκο Φαλήρου ως ένδειξη αλληλεγγύης στους 3 συντρόφους που συνελήφθησαν στο Αμβούργο της Γερμανίας.
Ακόμη δύο πανό τοποθετήθηκαν στο ίδιο σημείο, το πρώτο ως ένδειξη αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και τους μετανάστες με το σύνθημα Αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Το δεύτερο πανό με το σύνθημα ΜΠΑΤΣΟΙ, ΔΙΚΑΣΤΕΣ, ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΓΟ ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΤΕ ΗΣΥΧΟΙ αναρτήθηκε με αφορμή την αποφυλάκιση του δολοφόνου του Α. Γρηγορόπουλου, Ε. Κορκονέα την 31η Ιουλίου. ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΥΛΑΕΙ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΖΗΤΑΕΙ. Αλληλεγγύη με τους 3 απ’ το Παγκάκι του Πάρκου . Πηγή ελληνικής μετάφρασης: Ragnarok
Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 8ης Ιούλη 2019, τρεις απ’ τους φίλους και συντρόφους μας συνελήφθησαν και, έπειτα από αυτό, έγινε έρευνα σε διάφορα διαμερίσματα. Έπειτα απ’ την ανάκριση στα κρατητήρια, δύο απ’ αυτούς βρίσκονται προφυλακισθέντες, και το τρίτο άτομο αφέθηκε με περιοριστικούς όρους. Σύμφωνα με τον Τύπο, κατηγορούνται για προετοιμασία εμπρηστικής επίθεσης που συνδέεται με την επέτειο των συγκρούσεων ενάντια στη σύνοδο του G20 στο Αμβούργο το 2017. Ας τους δείξουμε την αλληλεγγύη μας, και ότι δεν είναι μόνοι τους!Αν θέλετε τους γράψετε κάτι, μπορείτε να στείλετε γράμματα:Libertäres ZentrumKarolinenstraße 42 (Hinterhaus)20357 HamburgΛέξη κλειδί: Die Drei von der ParkbankΈχουμε οργή!Είτε αθώοι είτε ένοχοι, αλληλεγγύη με όσες επηρεάζονται απ’ την καταστολή!Λευτεριά σε όλους τους κρατούμενος!Οι πύρινες καρδιές δεν μπορούν να φυλακιστούν!

Αλληλεγγύη Ευρώπη Κρατική καταστολή – Κοινωνικός έλεγχος


post imageEnglish: Fire to all Prisons In solidarity with the 3 von der Parkbank, who were arrested in Hamburg, we hung a banner at the central park of Kavala (Faliro)! Another banner is meant to express our solidarity with the refugees. (Solidarity with Refugees and Migrants) The third banner (Cops, Judges & Prosecutors  You Will Never Sleep in Peace) is intended to show our contempt for the murderer of Alexis Grigoropoulos, E. Korkoneas, who was released on 31 July. “To aima killaei, ekdikisi zitaei” – When blood flows, it screams for revenge! Solidarity with the 3 of the park bench! On the night of July 8, 2019, three of our friends and comrades were arrested, and then various homes were searched. After questioning in the detention centers, two of them are in custody and the third person has been released under restrictive conditions. According to the press, they are accused of having prepared an arson attack in connection with the anniversary of the collision against the G20 summit in Hamburg in 2017. Let’s show our solidarity and that you are not alone! If you want to write to them, you can send letters to the following address: Libertarian center Karolinenstrasse 42 (rear building) 20357 Hamburg Keyword: “The three of the park bench” We are angry! Whether innocent or guilty, solidarity with those affected! Freedom for all prisoners! The fiery hearts can not be locked up!

Deutsch: Feuer allen Knästen In Solidarität mit den “3 von der Parkbank”, die in Hamburg festgenommen wurden, haben wir ein Banner am zentralen Park von Kavala (Faliro) aufgehängt! Ein weiteres Banner soll unsere Solidarität mit den Geflüchteten ausdrücken. (“Solidarität mit den Geflüchteten und Migrant*innen”) Das dritte Transparent (“Bullen, Richter & Staatsanwälte – Ihr werdet niemals in Ruhe schlafen können”) soll unsere Verachtung gegenüber dem Mörder von Alexis Grigoropoulos, E. Korkoneas, der am 31. Juli aus der Haft freigelassen wurde, zeigen. “To aima killaei, ekdikisi zitaei” – Wenn Blut fließt, schreit es nach Rache! –Solidarität mit den 3 von der Parkbank! In der Nacht zum 8. Juli 2019 wurden drei unserer Freunde und Kameraden festgenommen und anschließend verschiedene Wohnungen durchsucht. Nach einer Befragung in den Haftanstalten sind zwei von ihnen in Gewahrsam und die dritte Person wurde zu restriktiven Bedingungen freigelassen. Der Presse zufolge wird ihnen vorgeworfen, einen Brandanschlag im Zusammenhang mit dem Jahrestag des Zusammenstoßes gegen den G20-Gipfel in Hamburg im Jahr 2017 vorbereitet zu haben. Zeigen wir ihnen unsere Solidarität und dass sie nicht allein sind! Wenn ihr ihnen schreiben möchtet, könnt ihr Briefe an folgende Adresse schicken: Libertäres Zentrum Karolinenstraße 42 (Hinterhaus) 20357 Hamburg Schlagwort: „Die drei von der Parkbank“ Wir sind sauer! Ob unschuldig oder schuldig, Solidarität mit den Betroffenen! Freiheit für alle Gefangenen! Die feurigen Herzen können nicht eingesperrt werden! anarxikoikavalas.squat.gr

Εικόνες: