τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ψ. στη χώρα του ποτέ…ή 5

συνεχίζω την επομένη, ο πυρετός έχει πέσει αλλά η αίσθηση κόπωσης είναι εδώ. Δεν πειράζει, περάσαμε και χειρότερα.
Έξω Μεγάλη Παρασκευή με ένα ήλιο τεράστιο και τριάντα βαθμούς θερμοκρασία. Καιρός για θάλασσα κι όχι κλάματα, όσο και αν σας φαίνεται κρύο και αιρετικό,
δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει κάθε χρόνο να τον σταυρώνουν και να τον ξανασταυρώνουν τον καημένο τον Χριστούλη, και να βρίζουν τον Ιούδα, που δίχως αυτόν τίποτα δεν θα είχε συμβεί.
Και μετά έρχεται η Ανάσταση, γι αυτούς που έχουν τις αμαξάρες ενώ τα φτωχαδάκια ψάχνουν στις τρύπιες τσέπες τους για να βρουν κανένα ψιλό για το κεράκι
όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ.

Η ανάσταση είναι μοναχά για τους δυνατούς, οι μικροί θα είναι μικροί και μετά την Ανάσταση του Κυρίου, που φτωχούλης ήτανε κι αυτός
και για τους φτωχούληδες ετοίμασε τη Βασιλεία του, εξοστρακίζοντας στα ίσα τους παραλήδες. Τι τρέχουν λοιπόν οι υποκριτές να γιορτάσουν δίπλα σε παραλήδες, στρουμπουλούς αρχιπαπάδες, παραλήδες βουλευτές και πολιτικούς, παραλήδες μεγαλοκαρχαρίες και άλλους τέτοιους επώνυμους.
Για τους ανώνυμους μίλησε ο Χριστός,
Αυτοί λοιπόν πρέπει να βρουν τη δύναμη, να αποκτήσουν τη δύναμη να πετάξουν στα σκουπίδια αυτούς που έχουν σήμερα τη δύναμη και να τους βάλουν να εργάζονται εθελοντικά και αμισθί, όπως οι ίδιοι προτείνουν ανερυθρίαστα .

Αυτά τα ολίγα για το πνεύμα των καταναλωτικών εορτών που είναι στενάχωρες στα λόγια αλλά μες την καλή χαρά της τσέπης των οργανωμένων μεγάλων αγορών.
Δώρων, καφέδων και οινοπνευματωδών ποτών στα γεμάτα θαμώνες κωλάδικα
σ’ ένα δευτερόλεπτο, προσέξατε, το δάκρυ γίνεται γέλιο. Και το σταυροκόπημα τσίμπημα στα καπούλια του θηλυκού που τριγυρίζουμε σαν τους καρχαρίες, με γουρλωμένα τα μάτια προς βυζάκια και μπουτάκια.

ΘΥΜΗΘΕΊΤΕ.
ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΆ, ΜΕΣ ΤΟ ΝΑΌ ΜΑΣ ΕΜΑΣΤΊΓΩΣΕ Ο ΚΎΡΙΟΣ
γιατί πουλούσαμε και ξεπουλιόμασταν!
ΠΟΥ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΊΔΙΟΙ ΤΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΎΣΑΜΕ ΤΟΝ ΈΡΩΤΑ. ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΆ ΤΗΣ ΑΓΆΠΗΣ.
όλα μαζί, σε μια φράση ,
σας επιστρέφω την διαστροφή σας φαρισαίοι-γραμματείς υποκριταί!

‘όλοι θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανείς δεν θέλει ν’ αλλάξει τον εαυτό του.’
L. Tolstoy.

Last temptation of Christ, Peter Gabriel.

oι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 10 Mario Moretti

  • του δείχνουν ξανά φωτογραφίες.

‘όσον αφορά αυτό που είπα την πρώτη φορά για τον Νάκη, σαν άτομο ανταποκρινόμενο στην φωτογραφία του Ρομπέρτο,ορίζω με ακρίβεια ότι, αφού είδα τις φωτογραφίες του Ρομπέρτο και Νάκη, παρατηρώ μεταξύ αυτών μιά ομοιότητα. Όμως, από άλλες ενδείξεις που δόθηκαν από μένα σε προηγούμενες ανακρίσεις, καταλήξαμε στην ακριβή ταύτιση του Νάκη που δεν είναι ο Ρομπέρτο’.
Πάρτα Λίζα και κάντα κορνίζα!

Τον έχει συναντήσει τρεις ή τέσσερις φορές στον συνεταιρισμό Κοοπερατίβα Κάμπο Ικόνικο.
Πήρε μέρος μαζί του σε συγκέντρωση που αφορούσε την κλοπή εκρηκτικών. Στην ίδια τοποθεσία ξέρει όμως πως γίνονται πολλές συγκεντρώσεις με θέματα που δεν τον αφορούν. Στη συγκεκριμένη όμως όπου σύμφωνα με αυτά που έχει αποκαλύψει ασχολούνταν μονάχα η ηγεσία των ομάδων καλούν και τον ίδιο όπως και τον Νάκη! μαζί τους είναι και ο Γιώργος και ο Σπανός, που είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, και θα το καταλάβετε σιγά-σιγά. Το έχει παραδεχτεί νωρίτερα. Ένα άτομο,με όνομα και παρατσούκλι. Κι αυτός δείχνει δύο διαφορετικές φωτογραφίες. Άντε, καίει τον ένα, που δεν έχει κανένα λόγο να παρευρίσκεται σε τέτοιες συγκεντρώσεις, όπως και ο ίδιος ο Σαβέριο, πάντα σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα. Τον δεύτερο όμως, γιατί τον καίει ;
αλλά ποιος θα τον ρωτήσει!

τους βάζει λοιπόν και αυτούς τους τρεις, που είναι δύο, στις ηγεσίες των ομάδων, όπου αυθαίρετα τοποθετεί και τον εαυτό του. Εκεί λοιπόν που οι ομάδες της πόλης είναι 4, σύμφωνα με την κατάθεσή του εδώ και μήνες, τώρα τις ανεβάζει σε επτά.

Τι γίνεται ρε παιδιά ;

Αμέσως μετά προσπαθεί να τα μπαλώσει, διορθώνεται και λέει πως ‘όχι, στην συγκέντρωση ο Γιώργος και ο Σπανός δεν παρεβρέθησαν, ήταν σε μία διαφορετική συγκέντρωση από εκείνη που έλαβα εγώ μέρος στην οποία με πληροφόρησαν πως αυτοί οι δύο είναι που εντόπισαν το λατομείο, έτσι συμπέρανα πως ανήκουν στη διοίκηση,μιας και αυτή ασχολείται με το θέμα. Στην συγκέντρωση πήραν μέρος άλλα άτομα, ίσως η Αλέκα.
Να και η όγδοη αρχηγός. Σε λιγάκι οι αρχηγοί θα είναι περισσότεροι από τα μέλη.
Της κοινής γυναικός το κιγκλίδωμα!!
Που γίνονται αυτές οι συναντήσεις ρωτήσατε ; Μα στο γραφείο του συνεταιρισμού Κοοπερατίβα Κάμπο Ικόνικο, στο ισόγειο του σπιτιού όπου κατοικώ. Βλέπεις πως δένει το γλυκό!

Πριν κλείσει με ξαναβάζει στο στόμα του, επαναλαμβάνει πως : ‘όταν βγήκα από την φυλακή μπήκα μετά από λίγο στο εσωτερικό των ομάδων, αφ’ ότου με είχε πλησιάσει ο Μαυρόπουλος για να με βολιδισκοπήσει κατά πόσο ήμουν διαθέσιμος να μπω σε μια δομή που δρούσε στην περιοχή της Φλωρεντίας. Μου έδωσε να διαβάσω μερικά έγγραφα των ομάδων, χωρίς να μου πει από που προέρχονταν’, [πάλι καλά!]. ‘Εγώ του δήλωσα την συγκατάθεσή μου και αυτός έπειτα με κάλεσε να πάω στην συγκέντρωση της ομάδας του που έγινε μετά από κάποια μέρα στο σπίτι του, στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο. Παρόντες ήταν όλα τα μέλη της ομάδας που ήδη ονόμασα, χωρίς να λείπει κανείς.’

Εγώ θα πω μονάχα πως σε όλες τις σελίδες που έχει γεμίσει μέχρι τώρα αναφέρει τόσους και τόσους αγωνιστές που τον ‘γνωρίζουν’, ‘συζητούν’ μαζί του, ‘αγωνίζονται’, του ‘αναθέτουν καθήκοντα’ άσχετα με αυτά της ομάδας στην οποία υποτίθεται πως ‘ανήκει’, και έχει και το θράσος να λέει πως τον βολιδοσκόπησα εγώ, ο μόνος που δεν τον έχει γνωρίσει ή συναντήσει νωρίτερα. Δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ πριν τον ‘βολιδοσκοπήσω’!
Σύμφωνα πάντα με τα ίδια τα λεγόμενα, μυθεύματα του!
Και ένα παιδάκι θα αντιλαμβάνονταν αυτή την τεράστια πολιτική και πρακτική αντίφαση!

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 11 Mario Moretti

Την 15η Απριλίου επανέρχεται στην κλοπή των εκρηκτικών δηλώνοντας πως αυτή ανετέθει στην διοίκηση των ομάδων. Δηλώνει λοιπόν πως αναμφίβολα όποιος δραστηριοποιήθηκε ανήκει στη διοίκηση. ‘Προσδιορίζω ότι δυνάμει κανόνος της οργάνωσης μόνο ο αρχηγός, ήτοι εκείνος ο οποίος είχε την ευθύνη του εφοδιασμού της επιχείρησης και της ομάδος και όστις δυνάμει αυτής της ευθύνης διοικούσε την ομάδα ηδύνατο να συμμετάσχει εις τας συγκεντρώσεις αυτάς διά θέματα εφοδιασμού.

Τονίζω επακριβώς ιδιαίτερα για όσον αφορά στην συμμετοχή του Σπανού στη Διοίκηση των Ομάδων, αυτή την συμπέρανα από το περιστατικό ότι έπρεπε να γίνει μία κλοπή εκρηκτικών, για λογαριασμό της οργάνωσης, στην περιοχή της Μάσσα, και ότι αυτή η δραστηριότητα δεν ανατέθηκε σε μία συγκεκριμένη ομάδα, αλλά επελήφθη κατ’ ευθείαν η κορυφή. Η ‘οργάνωση’ των Ομάδων είχε ανάγκη για απαιτήσεις των ίδιων των Ομάδων να οικειοποιηθεί εκρηκτικού. Δεδομένου ότι ο Σπανός δραστηριοποιήθηκε για να βρεί το υλικό, επισήμανε τον τόπο, έβγαλα το συμπέρασμα ότι αποτελούσε μέρος της διοίκησης.’

‘όμως όχι μόνο είχα την πεποίθηση, αλλά και την βεβαιότητα από την στιγμή που στη συνεδρίαση όπου συζητήθηκε το θέμα, καθορίστηκαν τα διάφορα καθήκοντα των ομάδων [οικειοποίηση εκρηκτικού, ένοπλη κάλυψη, μεταφορά στην Φλωρεντία].Εφ όσον επρόκειτο για ‘μία επιμελητειακή ‘ συνέλευση, σε αυτήν μπορούσαν να πάρουν μέρος μόνον εκείνοι που είχαν την επιμελητειακή διαθεσιμότητα καθεμιάς Ομάδας.Μονάχα αυτός που διοικούσε την ομάδα, μπορούσε να πάρει μέρος στις συνεδριάσεις επιμελητειακού χαρακτήρα’.

Αναρωτιέμαι λοιπόν, ο ίδιος πώς γνωρίζει ποιοι παίρνουν μέρος στις συγκεντρώσεις ;
Άσε που νωρίτερα δηλώνει πως σε μία πήρε μέρος και ο ίδιος μαζί με την Άννα και τον Γιώργο, άτομα που σε προηγούμενες καταθέσεις του δεν τα αναφέρει σαν αρχηγούς. Έχει πολλές φορές αριθμήσει σε 4 τις ομάδες της Φλωρεντίας και 2 της Σαρζάνα, κωμόπολης προς την θάλασσα της Τοσκάνης. Έχει συχνά, τρεις με τέσσερις φορές κατονομάσει τους αρχηγούς των, που μοναχά αυτοί παίρνουν μέρος στις συγκεντρώσεις της διοίκησης!! Όλοι οι υπόλοιποι τι ζητούνε εκεί πέρα ;

Ακολουθούν και άλλα ευτράπελα :
‘Γνωρίζω ότι οι προκηρύξεις αίτινες διενεμήθησαν εις όλην την Ιταλίαν με την υπογραφήν Κομμουνιστική Οργάνωση Μάχης Πρώτη Γραμμή ανήκουν εις την αρμοδιότητα του Έκτορα και της Άννας, οίτινες και διένειμον τας προκηρύξεις που ελάμβαναν….που απόσυραν από μία καντίνα που βρισκόταν στην οδό Ντι Μέτζο.Οι προκηρύξεις με την υπογραφήν Ομάδες Προλετάριων Μάχης διενέμοντο επίσης από τους ίδιους και οι ομάδες πέρα του να λαμβάνουν τα όπλα ελάμβαναν και τις προκηρύξεις πάντοτε μέσω της Άννας και του Έκτορα που φρόντιζαν να τα διανέμουν στους αγωνιστές όταν γινόταν διεκδίκηση μιάς πράξης. Δεν υπήρχε διάκρισις μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων διά την σύνταξιν και την αναπαραγωγήν των εγγράφων της οργάνωσης και των ομάδων υπό την έννοιαν ότι η ιδία οργάνωσις εχρησιμοποιείτο δι αμφοτέρους σκοπούς. Όσον αφορά ιδιαιτέρως τα έγγραφα των ομάδων,τα πρόσωπα που ήταν ευθέως υπεύθυνα διά την ενέργειαν αυτήν ήταν η Αλέκα και ο Σάσσα!!
Με αυτή την έννοια επιβεβαιώνω και τις δηλώσεις που έκανα σε σχέση με ότι ανήκαν στην οργάνωση τα υλικά που βρίσκονταν στο Πράτο’.

Τελικά βρε άνθρωπε, θα συμφωνήσεις πουθενά με τον εαυτό σου ;;;

Συνεχίζει λέγοντας πως όλα αυτά γίνονται υπό τον έλεγχο των διοικούντων. Τους ονοματίζει και αυτή την φορά λείπουν οι μισοί!! [Κώστας, Ντίνος και Φιόνα].
Αναγνωρίζει και τον Μέντη της Πίζας σε φωτογραφία που του δείχνουν.

Τον ρωτούν και ξαναμπαίνει στην φάρσα του Γιώργου και του Σπανού υποδεικνύοντας δύο διαφορετικά άτομα με αυτά τα ονόματα, όταν και οι πέτρες γνωρίζουν πως το Σπανός είναι το παρατσούκλι του Γιώργου. Φωτογραφίες με δύο διαφορετικά άτομα για το ίδιο πρόσωπο! με το υποκοριστικό του. Δείχνει δύο ξεχωριστές φώτο, ξανά και ξανά. Θα έπρεπε να τον πετάξουν έξω με τις κλωτσιές.

Με την ευκαιρία, να σας πω πως ο Γιώργος ο ‘Σπανός’ είναι αυτός που αργότερα με ‘δίνει’και αυτός. Θα παρελάσει λοιπόν απ’ τις σελίδες μας μαζί με έναν τρίτο, τον Αντόνιο. Οι δικές τους καταθέσεις θα χρησιμοποιηθούν για να ξανανοίξει η υπόθεση εδώ στην Ελλάδα, λίγα χρόνια αργότερα, 1985. Θα τα πούμε εν καιρώ.

Παρακολουθείστε τον :
‘Όπως ήδη ξεκαθάρισα, όπου υπέδειξα σαν εκπροσώπους μιας απ’ τις ομάδες τον Σπανό και κάποιον Γιώργο, ξεκαθάρισα κατόπιν ότι ο Σπανός ταυτιζόταν με τον Γιώργο, ως εκ τούτου ξεκαθάρισα ότι ο Σπανός έκανε παρέα με τον Λάκη είναι φανερό ότι τα άτομα που υπέδειξα στην αρχή σαν τον Σπανό και τον Γιώργο πρέπει να ταυτιστούν με τον Γιώργο και τον Λάκη.’
‘όσο για το αν ανήκε και το άτομο που είχα πάντα πιστέψει ότι ονομαζόταν Γιώργος στην διοίκηση, ισχύει γι αυτόν η ίδια συζήτησα που έγινε για τον Σπανό και δηλαδή ότι και αυτός συμμετείχε σ’ εκείνη την συνεδρίαση στην οποία αναφέρθηκα και στην οποία συζητήθηκαν οι πλευρές του προβλήματος ανεύρεσης των εκρηκτικών.’

‘Κάνω γνωστό ότι η δομή που δρούσε στην Πίζα, ήταν μια δομή αυτόνομη και σε σχέση με την διοίκηση, επρόκειτο για μία δομή που είχε πραγματωθεί από την οργάνωση στην ιδιαίτερη Πιζάνικη πραγματικότητα.
σε μένα προκύπτει ότι η διοίκηση των ομάδων αποτελούνταν από έξη άτομα, απ’ όπου συμπεραίνω ότι οι ομάδες λειτουργικά συνδεδεμένες με την διοίκηση ήταν 6. τέσσερεις παρούσες στην φλωρεντινή κατάσταση και δύο στην κατάσταση της Σαρζάνα. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ήταν δύο οι ομάδες που οι επικεφαλής τους εκπροσωπούνταν στο εσωτερικό της Διοίκησης. Επιβεβαιώνω ότι οι 4 ομάδες της Φλωρεντίας εκπροσωπούνταν από την Φιόνα, τον Κώστα, τον Ντίνο και τον Λουκά της οδού Φιεζολάνα.’

Μιλάει και για διάφορες προκηρύξεις στη συνέχεια, άλλες πολιτικού και άλλες στρατιωτικού περιεχομένου. Συγκεκριμένα για ‘την προκήρυξη που φέρει την φράση Προλεταριακές ομάδες πάλης, εφημερίδα εξουσιοδοτημένη από το δικαστήριο του λαού, που αναφέρεται και στην επίθεση στο Πρωτοδικείο Φλωρεντίας τον Ιούλιο του ’78’,αντίγραφο της οποίας ανέγνωσε διότι αφέθει εις το Πανεπιστημιακό Εστιατόριο, και για μια άλλη, τεσσάρων φύλλων που αφορούσε στο πρόβλημα του σπιτιού και ήταν υπογεγραμμένες από τις Προλεταριακές Ομάδες Πάλης. ‘Για τη διανομή αυτής της τελευταίας ασχολήθηκε ο Ρούλης, ο οποίος είμαι βέβαιος πως ανήκε στις Ομάδες γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, και γιατί επίσης, ενώ ήμουν κρατούμενος έμαθα από φίλους που ήλθαν να με βρουν στη φυλακή ότι ο Ρούλης φιλοξενούσε στο σπίτι όπου εκείνη την εποχή κατοικούσε τον Κάρλο, ο οποίος θεωρείτο καταζητούμενος για το ότι είχε επισημανθεί μετά από μία εισβολή που είχε γίνει σε ένα κτηματικό γραφείο. Απ’ όσα γνωρίζω ο Κάρλο τον οποίο γνώρισα στις αρχές του ’77, πριν μπώ φυλακή, έπαιρνε μέρος στην επιτροπή Προλετάριοι Εστίας, ούτε πριν ούτε μετά από την φυλάκισή μου έμαθα ότι έπαιρνε μέρος στην Πρώτη Γραμμή,δηλαδή στις Ομάδες Μάχης.Είχα διαβάσει στη φυλακή ότι εισβολές σε κτηματικά γραφεία είχαν διεκδικηθεί από τις Ομάδες Μάχης, όμως αν και το ήξερα αυτό δεν τον ρώτησα αν έπαιρνε μέρος σε αυτές γιατί δεν είναι πράγματα για να ρωτηθούν’.

Χώνει λοιπόν στη μέση και άλλο παλικάρι που διανέμει προκηρύξεις και ανήκει στις ομάδες επειδή το έμαθε από τον Θεό! μετά μιλάει για τον φίλο του που τον πρωτοέμπασε στην κολεκτίβα του συσσιτίου και διαβεβαιώνει ότι ποτέ δεν πληροφορήθηκε να είναι μέλος της οργάνωσης. Ξέρει όμως ‘ότι φυγοδικεί διότι έχει αναγνωρισθεί από τις έρευνες εις τας οποίας προέβαινε εις τα διάφορα κτηματικά γραφεία’!
Θεέ και Κύριε. Όποιος θέλει κάνει έρευνες, δίνει τα στοιχεία όπου νομίζει,και όταν γίνονται επιθέσεις τρέχει να κρυφτεί. Στις οργανώσεις όμως δεν ανήκει. Πως να το μάθουμε άλλωστε μιας και κάποια πράγματα δεν ερωτώνται!
Αυτά τα πράγματα σας φαίνονται λογικά,σε μία περίοδο έντονης και σοβαρής πολιτικοποίησης και αγώνα ;

Εγώ σιωπώ!!
‘Δεν δύναμαι να είπω από ποίον έμαθα ότι ο τάδε εφιλοξενήθει από τον δείνα, ξέρω όμως ότι εφιλοξενήθη’.
Άσε που κατηγορεί τον Ρούλη στην συνέχεια πως έχει χάσει την εμπιστοσύνη των συντρόφων του διότι ‘παίρνει ύφος αρχηγού’. ‘Και έτσι είχε ζητήσει να παύσει συμμετέχων στις ομάδες’. Τον φυγόδικο Κάρλο όμως τον φιλοξενεί στο σπίτι του,ο ψιλομύτης! Ο αθεόφοβος!!!

Και επαναλαμβάνει την τεράστια αντίφαση στην οποία έχει πέσει : ‘μου τονίζεται ότι εις την ανάκρισίν μου της 4ης Ιανουαρίου ότι μόνο από τινων μηνών είχα αποφασίσει να διακόψω τας σχέσεις μου διότι δεν ήμουν πλέον σύμφωνος με μίαν ωρισμένην πολιτικήν πρακτικήν, και ότι η δήλωσίς μου αυτή φαίνεται να έρχεται σε αντίθεσιν με την διαβεβαίωσή μου ότι εγκατέλειψα τας αμάδας τον Μάϊο του ’78. Η σχέση μου με τα πρόσωπα τα οποία εγνώρισα συνεχίστηκε επί προσωπικού επιπέδου, εγώ απομακρύνθηκα επειδή είχα γίνει γνωστός εις την αστυνομίαν αλλά δεν ήθελα να διακόψω τελείως τις επαφές μου για λόγους αυτοπροστασίας δεδομένου ότι μέσω των επαφών μου ηδυνάμην να πληροφορούμαι ενδεχομένας έρευνας ή διατάξεις περί συλλήψεώς μου από την αστυνομία και την δικαιοσύνη ή ακόμη περισσότερο για περιοριστικά μέτρα απέναντί μου και εντεύθεν θα ηδυνάμην να τύχω επαρκούς βοηθείας εις την περίπτωσιν θα υποχρεούμην να φυγοδικήσω. Τα αυτά ισχύουν και για την Σάρα την οποία συνάντησα εν συνεχεία για λόγους καθαρά αισθηματικούς, [αλλά την έδωσα με τόσην ευκολία για να σώσω το τομάρι μου ο αθεόφοβος]. Είναι κατ’ ακολουθίαν προφανές ότι τόσον εκ μέρους της Σάρας όσο και των άλλων φίλων που εγνώριζα από πρίν και μετά των οποίων είχα υπηρετήσει εις τας ομάδας έλαβον γνώσιν των σχετικών πληροφοριών και ενεργειών της οργάνωσης εις ήν συμμετείχα’.

‘Ο Ανδρέας κατοικούσε στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο μέχρι την στιγμή κατά την οποίαν αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν το διαμέρισμα ,από εκείνη την στιγμή έμεινε στην οδό Μοντεμπέλλο.’
‘Όσον αφορά τη δήλωσή μου σχετικά με τα όπλα που αφαιρέθηκαν από ιδιωτικούς αστυνομικούς και μεταφέρθηκαν στο σπίτι της Ντονατέλλας επαναλαμβάνω πως η ίδια μου το είπε, όχι ποιός τα πήγε ή που εχρησιμοποιήθηκαν.

‘Σε εξήγηση της δήλωσής μου στη σελίδα 225, όπου βεβαιώνω ότι τα σχεδιαγράμματα συντάχτηκαν από τον Σάσσα, προσδιορίζω ότι εγώ δέν είδα τον Σάσσα να συντάσσει αυτά τα σχεδιαγράμματα, τα εξετάσαμε μαζί, αφού τα έφερε σπίτι μου. Εγώ συνέταξα το σχεδιάγραμμα που σε μεγέθυνση αναπαρήγε ένα από τα δύο σκίτσα που είχε φέρει ο Σάσσα.’
‘Μου λέτε πως η δήλωσίς μου της σελίδας 312 σχετικά με την συγκέντρωσιν για την επίθεση στη Ντάτα Μάνατζμεντ έρχεται σε αντίθεση με τα σημειούμενα προηγουμένως εις την σελίδα 224. Προσδιορίζω…….κλπ, νέες ανακατασκευές κλπ.
Μετά λέει πως πήγαινε και συναντούσε την Ροσσάνα σ’ ένα σπίτι που έμενε με μία φιλενάδα της, την Αντρέα.

Με όλες τις κοπέλες που σχετίστηκα εκείνα τα χρόνια της αμφισβήτησης, οι σχέσεις μου ήταν απόλυτα ελεύθερες. Και από τις δύο πλευρές. Γνώριζα όλες τις παρέες και τις σχέσεις, ερωτικές ή φιλικές που είχε η κοπέλα, όπως φυσικά κι εκείνη τις δικές μου.
Το καινούριο βγαίνει από την κουβέντα και τον πειραματισμό, τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Ο τύπος την Ροσσάνα δεν την είχε πλησιάσει ούτε μια φορά, όχι γιατί φοβόταν κάτι ή κάποιον, όπως μπορεί κάποιος να σκεφτεί.

Έτσι απλά, ήταν ζήτημα χημείας. Ο τύπος ήταν ο φαμφαρόνος της υπόθεσης και γι αυτό όλοι τον κρατούσαν σε κάποια απόσταση. Ίσως και γι αυτό να βγάζει τόση χολή και να αναμιγνύει τόσα πρόσωπα σε αυτήν την ιστορία. Είναι πολύ εύκολο να νιώσεις σπουδαίος, στον ύπνο σου. Καμιά φορά συμβαίνει και στον ξύπνιο. Και όποιον πάρει ο χάρος!

Ναι, είμαστε σύντροφοι, μαχητές, αυτόνομοι και ανατρεπτικοί. Σε ρήξη με το κράτος και τις συμμορίες του που τις βαπτίζει ‘δημοκρατία’. Πολυλογάδες όμως ποτέ. Και μάλιστα με χαρακτήρες που κάνουν μπαμ από χιλιόμετρα πως ‘είναι κινούμενες νάρκες’.
Τους μπλαμπλάδες τους κρατούμε σε απόσταση. Τούτο πληγώνει. Και τέτοιος ήτανε αυτός. Δια τούτο δεν είχε και πολλές συμπάθειες.
Κι απ’ ότι είδατε, κατηγορεί για ελιτίστικη συμπεριφορά ένα παλικάρι που αγαπούσα πολύ, που περάσαμε πολλά μαζί, για την προσωπική μας ζωή εννοώ,
που έδινε και το σώβρακο του εάν το χρειαζόσουν, που ίσως ήταν περισσότερο ελευθεριακός για τα γούστα κάποιων μιλιταριστών,
που ντύνονταν χίπικα και που ακριβώς γι αυτόν τον λόγο δεν έδινε στόχο στους σμπίρους, μιας και ‘δεν γέμιζε το μάτι’.
Και για την σοβαρότητά του εκεί που χρειαζότανε είχε δώσει πολλά παραδείγματα!

Δείτε για τι χαρακτήρα μιλάμε :
‘Δεν αισθάνομαι να πω από ποιόν έμαθα ότι ο Κάρλο φιλοξενούνταν απ’ τον Ρούλη. Δεν είχα ποτέ προσωπικές σχέσεις με τον Ρούλη, συνεπώς δεν μπορώ να πω πού έμενε εκείνη την εποχή. Θέλω να προσθέσω επίσης, σχετικά με τον Ρούλη, ότι είχε κυκλοφορήσει η φωνή μεταξύ των μελών των Ομάδων ότι ο Ρούλης είχε ζητήσει να πάψει να ανήκει στις Ομάδες. Το είχε επιτύχει αυτό και όλοι το είχαν πληροφορηθεί για λόγους ασφαλείας όπως συνηθίζονταν. Δεν ξέρω για ποιούς λόγους το είχε ζητήσει αυτό, αλλά αλληθοφανώς θάπρεπε να ήταν γιατί τελευταία πολύ λίγο τον εμπιστεύονταν και είχε πάρει έναν αέρα ‘εξυπνάκια’. Αυτό συνέβη κάνα μήνα πριν τον Μάϊο του ’78.’

Σε αυτή την τελευταία παράγραφο κρύβεται όλη η περίπτωση Σαβέριο. Έχει συμπυκνώσει όλες του τις αντιφάσεις μέσα σε τέσσερις γραμμές λόγου : Λέω ότι αισθάνομαι να πω, κατά βάθος γνωρίζω ελάχιστα, δεν συμπαθώ γιατί δεν με συμπαθούν, επειδή το παίζω εξυπνάκιας που τα ξέρει όλα και το δηλώνω απ’ εδώ κι απ’ εκεί, είμαι ο γαμάω, αλλά απομονωμένος κατά βάθος, και θα σας κάνω κακό,όπως μου κάτσει! Βλέπετε, δεν είναι τα δικά μου μυαλά ‘φουσκωμένα’ αλλά του θύματος!
Και ο θύτης βγαίνει από πάνω, λάδι!
Ξέρει όμως πως μιλάει για τον εαυτό του!
Κατηγορεί το θύμα του ότι τον κάνουν πέρα,για λόγους ασφαλείας, μιας και ζήτησε να βγει από την οργάνωση, αλλά στον ίδιο συνεχίζουν να του εμπιστεύονται τα πάντα,και ας την έχει κάνει από καιρό!

‘Σε εξήγηση της δήλωσής μου στη σελίδα 225, στην οποία βεβαιώνω ότι οι χάρτες συντάχτηκαν απ’ τον Σάσσα, προσδιορίζω ότι εγώ δέν είδα τον Σάσσα να συντάσσει υλικά αυτά τα σχεδιαγράμματα, τα εξετάσαμε μαζί με τον Σάσσα που μου τα έφερε και έμειναν σπίτι μου. Εγώ συνέταξα το σχεδιάγραμμα που σε μεγένθυνση αναπαρήγε ένα από τα δύο σκίτσα που είχε φέρει ο Σάσσα.’

Και πιο κάτω : ‘δεν μου προκύπτει, ούτε απ’ ευθείας ούτε άκουσα από άλλους, ότι εκεί [στην οδό ντει Μπάρντι, στο σπίτι της Ροσσάνα] είχαν μεταβεί άτομα με καθήκον να εκπαιδεύσουν, στην χρήση των όπλων, τα μέλη των ομάδων. Δεν μου προκύπτει ούτε για οδηγίες που έπρεπε να μοιραστούν πάνω σε τεχνικούς τρόπους για τον μετασχηματισμό ραδιοφώνων ή ραδιοπομπών. Όμως κάνω γνωστό ότι από τον Μάϊο του ’78 εγώ ήμουν ‘εκτός’ και ως εκ τούτου δεν μπορούσα να ξέρω λεπτομέρειες για την περαιτέρω δραστηριότητα των δομών.
Επιτέλους!

Του ξαναδείχνουν φωτογραφίες, ανασκευάζει προηγούμενη δήλωση, παραδέχεται λάθος και ονοματίζει άλλον στη θέση αυτού που έχει υποδείξει νωρίτερα. Και μπλα-μπλα-μπλα, επαναλαμβάνει προηγούμενες ασυναρτησίες του
και το ημερολόγιο γράφει 15 Απριλίου ’80.
Ξεκίνησα απ’ τα πίσω προς τα μπρος
Γυρίζουμε στο Γενάρη, 6 του μήνα
μιλάει για την εισβολή στη Διοίκηση της αστυνομίας Πόλεων. Ήταν καλοκαίρι. Θυμάται πως αυτοί που έκαναν την εισβολή έγραψαν συνθήματα για τους πεσόντες συντρόφους της Μπολόνια. Αυτό λέει έγινε στην πλατεία Σινιορία. Σημειώνει όπως πάντα όμως πως ‘η θύμηση της πλατείας μπορεί να μην είναι ακριβής. Αν δεν κάνω λάθος……κλπ. [οι σύντροφοι πήραν μαζί τους έγγραφα, χειροπέδες, στολές.]

λέει όμως εδώ το κουφό,που όσο κι αν προσπάθησε να το ανασκευάσει αργότερα δεν κατέστη δυνατόν :
‘Διευκρινίζοντας όσα ήδη έχω πει, και επιβεβαιώνοντας ότι, από τα έξη άτομα που συγκροτούσαν την Διοίκηση των Ομάδων, ο Γιώργος και ο Σπανός αποτελούσαν σίγουρα μέρος, το επαναλαμβάνω.’
‘Η Οργάνωση, εκ των πραγμάτων, είναι μία μαχητική Οργάνωση και αυτή καθορίζεται σαν γκρουπ που έχει μία πολιτικο-στρατιωτική στρατηγική.’
‘Μόνο σε επίπεδο Διοίκησης Ομάδων γίνονται γνωστές οι πράξεις που γίνονται από κάθε μεμονωμένη ομάδα, κι αυτό ακόμη κι αν πρόκειται για πράξεις που πρέπει να διεξαχθούν με συντονισμένο τρόπο από περισσότερες ομάδες’.

Δεν εξηγεί όμως πως είναι δυνατόν αυτός να μαθαίνει όλα όσα λέει χωρίς να έχει περάσει ποτέ το κατώφλι της πόρτας μέσα στην οποία διεξάγονται οι συναντήσεις της Διοίκησης, και έχοντας μάλιστα παραμείνει σε τέτοια ομάδα για λίγους μοναχά μήνες, απ’ ότι ο ίδιος λέει και ξαναλέει, δεν μας διαφωτίζει. Ανάμεσα στην αποφυλάκισή του και τα ψαξίματα της αστυνομίας μάλιστα. Μεγάλο μυστήριο.

‘Σε σχέση με τον Σπανό, θυμάμαι κιόλας ότι ήταν ικανός να διαπράττει κλοπές ή αδικήματα κατά της περιουσίας. Την αναφορά του στην Μάσσα ή Σαρτζάνα εγώ την έκανα καθ’ όσον αυτός είχε πολύ καλά μελετήσει το ζήτημα των λατομείων.’
Αναγνωρίζει τον Σπανό στην φώτο του Γιώργου, που είχε εντοπιστεί σε μία περιπολία στην Πλατεία Σάντα Κρότσε με άλλα άτομα,μέσα σε αυτοκίνητο. Ήταν ο Λάκης και ο Μένιος μαζί με ένα κορίτσι.

Γίνεται γνωστό ότι την στιγμή που επιδεικνύονται διάφορες φωτογραφίες,βλέποντας εκείνη του Λάκη αναφωνεί : ‘να ο Σπανός, να που έκανα λάθος’.

Ο Γιώργος όμως παρουσιάζεται διαρκώς στους πάντες με το παρατσούκλι του που είναι Σπανός. Γιώργος και Σπανός όμως είναι το ίδιο πρόσωπο. Κι αυτός αναπηδά και αναγνωρίζει άλλον.
ΕΠΙΜΈΝΕΙ : ‘Νομίζω ότι έχω δει τον Γιώργο και τον Σπανό, και το κορίτσι, τρείς φορές, όντας αυτοί πάντοτε μαζ.

Σας κουράζω, το αντιλαμβάνομαι. Βλέπετε όμως πόσες φορές αυτός ο άνθρωπος αυτοπαγιδεύεται με τα λόγια που υπογράφει. Έχω χάσει και εγώ ο ίδιος πλέον τη μπάλα, συνεχίζω όμως, όσο κουραστικό και να καταντά διότι….
είμαστε όλοι άνθρωποι, με αδυναμίες, είμαι διατεθειμένος να καταλάβω και να δεχτώ τα πάντα. Η βλακεία όμως είναι ανυπόφορη, ειδικά όταν αναγκάζει κάποιον να ζήσει σε κλουβί.

Δεν σου ζητώ να κάνεις επιλογές. Σου ζητώ όμως ειλικρίνεια.
Σου μοιάζει ο άνθρωπος που μιλά ζωντανός ή ζόμπι; Πως συνεχίζεις και του δίνεις τον λόγο, όργανο, δικαστή, υπάλληλε,
ορκισμένε στο Βιβλίο που λες πως προσκυνάς ;
και βάζεις και το χέρι στην καρδιά!

Υπογράφουν χαρτιά και γεμίζουν χρόνια ζωής τα κάτεργα με ανθρώπους ζωντανούς,
πρόσωπα με αισθήματα και ενέργεια. Με αίμα που τρέχει στις φλέβες. Ανθρώπους σαν εμένα και εσένα, τον διπλανό, τον γείτονα.
Ο τύπος καταδικάζει αυτούς που συναναστρέφεται, αυτούς με τους οποίους νιώθει ασφαλής,
διότι ξέρει πως σε περίπτωση που τον κυνηγήσουν οι αρχές, αυτά τα παιδιά θα βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα.
Διακινδυνεύοντας φυσικά.
Έχει το θράσος και το παραδέχεται εν ψυχρώ.
Αυτός χρήζει καταδίκης.

Αν τον τσιμπήσει η αστυνομία για το αμάξι που παραδέχεται πως έκαψε, αυτοί που στέλνει στα κελιά θα του σταθούν, θα τον κρύψουν, θα τον ταίσουν, θα τον υποστηρίξουν, θα κάνουν έρωτα διάολε μαζί του, θα του χαρίσουν αγκαλιά! θα τον βοηθήσουν.
Ήμαρτον!

Έρχεται η αποθέωση : ‘γύρω από τους λόγους χάριν των οποίων εγώ είχα τον τρόπο να μάθω ποιες ήταν οι ταυτότητες των μελών Διοίκησης των Ομάδων υπενθυμίζω ότι όταν ένας είναι από αρκετό καιρό μέσα στις Ομάδες, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο μαθαίνει ορισμένα πράγματα. Ύστερα δεν είναι ανάγκη να διηγούνται τα μέλη των ομάδων ο ένας στον άλλο για όσα έχουν μάθει : ένας ορισμένα πράγματα τα βλέπει, τα μαθαίνει, τα συμπληρώνει με στοιχεία που ήδη γνωρίζει, και φτάνει σε γνώσεις σαν τις δικές μου’.
ΠΉΓΕ ΣΕ ΜΆΓΙΣΣΕΣ, ΣΕ ΧΑΡΤΟΡΊΧΤΡΕΣ!!

‘Γύρω από τον Ντένη για τον οποίο μίλησα σαν συμμετέχοντα μαζί με τον Βαγγέλη στην εισβολή στην Μάνατζμεντ το μόνο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι μου φαίνεται πως στο φοιτητικό εστιατόριο, μετά από την σύλληψή του και κάποιου άλλου για το ζήτημα του κινήματος για την ζωή, κολλήθηκε μία αφίσα ή ένα τατζεμπάο στο οποίο γινόταν λόγος για ‘λευτεριά στον Ντένη και τον Βαγγέλη’.

συνεχίζεται

DSC02200

εργατική εξουσία

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Φ. στη χώρα του ποτέ …ή 3

ΔΕΝ ΘΥΜΆΜΑΙ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΚΆΤΙ ΑΞΙΌΛΟΓΟ.

Πολύ μίζερη κατάσταση και πολύ ρουφιανιά. Μέχρι και τον αδελφό ή ξάδελφο του αρχιφύλακα που βρέθηκε μέσα για λίγες μέρες, νομίζω για κάτι χρέη, τον κάρφωσαν στον συγγενή του γιατί έβαλε λίγο κρασάκι μια μέρα στο κελί του, κάποιος φύλακας έκανε τα στραβά μάτια στο επισκεπτήριο με τη γυναίκα του. Οι έχοντες τα μέσα το έκαναν στο γραφείο της φυλακής, οι πολλοί πίσω απ’ το συρμάτινο δίχτυ, που μας χώριζε από τους αγαπημένους μας, στο επισκεπτήριο.

Υπάρχει ένα παλικάρι, μάγκας, το παίζει και είναι αρχηγός. Ο μόνος που στέκομαι παράμερα είμαι εγώ, δεν ζητώ χάρες δηλαδή. Τον ενοχλεί που τον ψιλοαποφεύγω. Μια μέρα βρίσκει μια ασήμαντη αφορμή για να διαφωνήσουμε, μου τραβάει μια ξεγυρισμένη και με ξαπλώνει καταγής. Γίνεται φασαρία, πηδάω απάνω πριν προλάβουν να μπουκάρουν οι φύλακες στο θάλαμο, οι πόρτες είναι ανοιχτές. Έχουνε πλακώσει και οι συγκρατούμενοι, η κατάσταση είναι τεταμένη. Ρωτούν οι ανθρωποφύλακες τι έγινε και με μεγάλη φυσικότητα τους απαντώ πως γλίστρησα στην άκρη του κρεβατιού και έπεσα και πως το παλικάρι, ακούγοντας να φωνάζω απ’ την τρομάρα μου έτρεξε να με σηκώσει, όπως και οι υπόλοιποι, φοβούμενοι πως χτύπησα το κεφάλι μου. Γι αυτό και η κινητικότητα και η φασαρία.

Από εκείνη την ημέρα το παλικαράκι έγινε πολύ καλός μου φίλος και ‘προστάτης’ μου. Όχι ότι θα με πείραζε ποτέ κανένας, με σέβονταν όλοι, κι ας ήμουν πιτσιρικάς, μόνο και μόνο γιατί ήμουν μέσα για λόγους πολιτικούς, τέλος πάντων.
Δεν είχαμε και να χωρίσουμε τίποτα, με τους ξένους είχα τα πολλά νταλαβέρια, γράφανε που και που και οι εφημερίδες, με είχαν κιόλας συμπαθήσει εξ αιτίας της φάσης με το κορίτσι που έγινε θέμα πανελλήνιο.

Αλλάξαμε τηλέφωνα με τον νεαρό και ελεύθεροι κάποια στιγμή ήρθε και με επισκέφτηκε περαστικός από την Καβάλα. Σαλονικιός ήταν. Ήπιαμε κρασάκι στην ‘Μπαλάντα’, απογευματάκι, μιας και την νύχτα έπρεπε να ταξιδέψει. Ούτε αυτόν τον ξαναείδα, ούτε το όνομά του θυμάμαι.
Και με κάποιον Παπαδόπουλο από την Δράμα είχα καλές σχέσεις Είναι μέσα γιατί έχει φιλενάδα μια 16άρα.
Άμα βλέπατε φωτογραφίες της! πιο χυμώδης απ’ την Σοφία Λώρεν, μελαχρινές και οι δύο. Μας διάβαζε τα γράμματα που του έστελνε και ο ερωτισμός ξεχείλιζε από παντού. Και η μάνα της τον είχε κατηγορήσει για βιασμό ανήλικης! Βλέπετε, ήταν παντρεμένος, αυτό το κρίμα του. Αν είναι δυνατόν, τον κράτησαν μέσα μέχρι να τον δικάσουν. Τι έγινε δεν θυμάμαι.
Πήγαμε με τον Λουίτζι και τον επισκεφτήκαμε στην Δράμα, τον καιρό που ήταν εδώ με την κόρη του. Ελεύθεροι πλέον. Περάσαμε θαυμάσια.

Την άλλη μέρα φύγαμε οι τρεις μας και αράξαμε στις Αλυκές.Κολυμπούσαμε στα αρχαία. Έφυγαν δυο μέρες μετά για να επιστρέψει με το κορίτσι του όπως προείπα και να πάρει πίσω το αυτοκίνητο που του είχαν κατάσχει στο σύνορα τη στιγμή της σύλληψης, το κάμπριο για το οποίο σου μίλησα νωρίτερα.
Και με άλλον ένα δραμινό είχα πάρε δώσε, μεγάλο ‘πότη’. Γι αυτόν δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα άλλο, αμυδρά έχω την εντύπωση πως αναγκάστηκε κάποια στιγμή να καρφώσει για να εξασφαλίσει ‘νταλαβέρι’ και ασυλία και αργότερα έφυγε στο Όρος για κάποια χρόνια. Μάθαινα νέα από κοινούς γνωστούς και όλη την τιτάνια προσπάθεια που έκανε για να ξεκόψει. Έχασα κι αυτουνού τα ίχνη.
Τον Καναδό τον έστειλαν στο Επταπύργιο μετά τη δίκη, αλληλογραφούσαμε για πολύ καιρό ακόμη, μετά χαθήκαμε.’Μάτια που δεν βλέπονται εύκολα ξεχνιούνται’. Ελεύθερος πήγα στη Κομοτηνή δυο τρεις φορές να συναντήσω και να ενθαρρύνω τους παλιούς γνώριμους. Τύχαινε μάλιστα να έχω και ένα πολύ καλό φίλο, τον συγχωρεμένο τον Παντελή που δούλευε διευθυντής στο Ξενοδοχείο της πόλης που είναι στην κεντρική πλατεία και μας έκανε πολύ καλές τιμές. Μάλιστα μια φορά είχαμε ‘τσιμπίσει’ το αυτοκίνητο του μπαμπά της Λίνας ένα διήμερο που έλειπε από την πόλη και στο ξεκίνημα για τον γυρισμό πρέπει να έχασα το κλειδί ή κάτι παρόμοιο. Ήταν Κυριακή πρωί, αλλά ο ‘από μηχανής Θεός’ Παντελής καθάρισε! Μας έστειλε ένα κολλητό του κλειδαρά κι έτσι προλάβαμε την τελευταία στιγμή να παρκάρουμε το αυτοκίνητο, γεμάτο βενζίνη, στο μέρος απ’ το οποίο το είχαμε ‘σηκώσει’. Οι κωλόφαρδοι!

Τέλος, είχα σχέση και με κάποιον Σταυράκη από την Χρυσούπολη, μηχανόβιο.Είχε συνεργείο. Αυτόν τον συνάντησα μπόλικες φορές, εδώ ή εκεί, ελεύθεροι. Μέχρι στο ’32’ έφτασε, όταν το είχαμε με τον Νικόλα, ώσπου χαθήκαμε οριστικά. Βλέπεις, τον συνάντησα μια μέρα τυχαία ένα πρωινό στην είσοδο του Επιμελητηρίου και είχε τα κακά του χάλια. Πρέπει να ‘έπεσε’ στα βαριά τελευταία. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του.
Ο πιo κολλητός μου όμως ήταν πάντα ο Λιβανέζος, ήμασταν κοντά απ’ όλες τις απόψεις. Και σαν χαρακτήρες, και πολιτικά,
ο μόνος που εξέφραζε άποψη, και μάλιστα πολύ κοντά στη δική μου. Καταλαβαινόμασταν απόλυτα. Μου μιλούσε με τις ώρες για την χώρα με τους κέδρους και με έκανε να την ερωτευτώ,
για τους αγώνες των Παλαιστινίων και των φενταγίν.

Και ο ‘παππούς’, ο Λίνο που με είχε σαν γιο του και κάποια νωρίτερη στιγμή, σε άλλο μας βιβλίο, πρέπει να σας έχω πει για το χουνέρι που μου σκάρωσε ένα βράδυ.
Το χειμώνα προσπαθούμε να ζεσταθούμε μ’ εκείνη τη ξυλόσομπα, μικρότερη από αυτή που έχω τώρα στο σπίτι μου για να ζεσταίνουμε κοντά 50 τετραγωνικά τη στιγμή που ζούμε σε ένα ‘κοιτώνα’ διακοσίων.
Έχουμε στο θάλαμο μια μικρή τούρκικη τουαλέτα μ’ ένα λάστιχο για να την καθαρίζουμε. Με αυτό κάνω μέρα παρά μέρα ένα ντουζάκι παγωμένο το βραδάκι, μόλις μας κλειδώνουν. Το καλοκαίρι κάθε μέρα,
οι άλλοι με κοιτάζουν σαν χαζό, φαινόμενο!

ερυθρές ταξιαρχίες 6

μια μικρή παράκαμψη

  • ο απαίσιος άνθρωπος, στην απαίσια παρουσία ενός καημένου εαυτού,
    αυτοί ήταν οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, ή όπως αλλιώς ονόμασαν την σχιζοφρένειά τους.
    παρακολουθήστε τον, αν αντέχετε, εγώ ένιωσα την υποχρέωση να υπομένω το μαρτύριο της μετάφρασης του ανθρώπου που αρνήθηκε τον εαυτό του τον ίδιο, προκειμένου να την σκαπουλάρει μιαν ώρα νωρίτερα
    δεν υπήρξα ποτέ ταξιαρχίτης, διαφώνησα σκληρά πολλές φορές μαζί τους
    γνώρισα και παιδιά, είχα φίλους πολλούς που ‘διαχώρισαν’ την θέση τους
    δεν συμφώνησα, είχαν όμως άποψη. και βέβαια σιώπησαν, ταπεινά.
    ούτε κάνω τον έξυπνο, εκ των υστέρων
    είχα διαφωνήσει με την στρατηγική των εΤ από την ελευθερία ακόμη
    πάντα όμως τους σεβόμουν και τους υποστήριξα ηθικά
    ο ανωτέρω όμως δεν αξίζει ούτε το φτύσιμό μου, ντροπιάζει όλη εκείνη την γενιά, που, από διαφορετικούς δρόμους, προσπάθησε την κομουνιστική επανάσταση.
    ντροπή του! λίγη αξιοπρέπεια δεν θα έβλαπτε!

συνεχίζω λοιπόν την αφήγηση:

  • Η Ρόσσα συνεχίζει και μου γράφει, τώρα μπορούμε να μιλάμε στο τηλέφωνο κάθε τόσο. Αφού δεν έχουν πρόβλημα οι Ιταλοί, που έχουν και το ζόρι, οι δικοί μας δεν λένε τίποτα.Τόσο καιρό που ήμασταν και οι δύο στην ίδια χώρα,την οργάνωση απόδρασης φοβόντουσαν. Τώρα έχουν χαλαρώσει αρκετά, κάνουν και υπόγεια δουλειά οι δικηγόροι που δημιουργούν σιγά-σιγά την ατμόσφαιρα ενός ερωτευμένου νέου που παραστράτησε για λίγο χάριν της αγάπης του αλλά είναι ξανά πλέον στον ‘ίσιο δρόμο’. Αυτά τα καταλαβαίνω τόσο από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, όσο κι από την υπερασπιστική γραμμή που υιοθετούν, ιδιαίτερα την περίοδο της δίκης.

All you zombies, The Hooters.

Νομίζω λοιπόν πως έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με την δικογραφία. Θα συνεχίσω όμως να σας μιλώ αργότερα γιατί νιώθω κουρασμένος.

Δικάστηκα με στοιχεία βασισμένα στις πολύμηνες καταθέσεις ενός μοναδικού ατόμου που θα ονομάζω Σαβέριο. Γεμάτη αντιθέσεις κατέρρευσε αμέσως και αθωώθηκα με απόφαση και των πέντε δικαστών. Αυτό εμπόδισε τον εισαγγελέα να την προσβάλλει.
Αργότερα, προστέθηκαν οι μαρτυρίες δύο ακόμη ανθρώπων, ο ένας γνωστός τοξικομανής της Φλωρεντίας, ο δεύτερος περίπου. Εδώ οι αντιφάσεις δεν είναι τόσο έντονες, κραυγαλέες όπως στην πρώτη περίπτωση, αδυνατίζει την κατάσταση όμως η συχνή παραδοχή τους πως είναι χρήστες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη γνωριμία μας.

Το ίδιο φυσικά έγινε στην Ιταλία. Βέβαια αυτοί έκαναν το λάθος, για τα διεθνή δεδομένα, να με δικάσουν και εκεί τη στιγμή που νωρίτερα έχουν ζητήσει την εδώ εκδίκαση της υπόθεσης, με τις ίδιες κατηγορίες και τους αυτούς μάρτυρες. Διεθνώς έχει ισχύ λοιπόν η απόφαση που εκδίδεται πρώτη. Δεν μπορείς να δικάσεις κάποιον για τα ίδια πράγματα δύο φορές.
Ίσως να έγινε και εσκεμμένα, αυτό δεν το γνωρίζω. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτή η λεπτομέρεια με έσωσε στην διάρκεια της σύλληψής μου στην Γερμανία, κάποια χρόνια αργότερα. Τότε που με κράτησαν στο Σταμνχάιμ μέχρι να εκδικαστεί το καινούριο αίτημα των Ιταλών για έκδοση στη χώρα τους. Ξοδέψαμε μια τούμπα λεφτά σε μία ομάδα εξαιρετικών νομικών που απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο πως οι Γερμανοί έπρεπε να με ελευθερώσουν μια και για τα εγκλήματα που με κατηγορούν οι Ιταλοί έχω δικαστεί δύο φορές στην Ελλάδα, πριν ακόμη με καταδικάσουν οριστικά εκείνοι στη χώρα τους, και αθωωθεί πανηγυρικά.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την δικογραφία και συχνά θα σου έρθει να βάλεις το γέλια.
Θα καταλάβετε πώς συμβαίνει συχνά να καταδικάζουν με το έτσι θέλω αγωνιστές. Πώς κατασκευάζεται ένα κατηγορητήριο. Πώς γίνεται να υποχρεώνουν αγωνιστές σε χρόνια κάθειρξης απλά και μόνον επειδή δηλώνουν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ίδιο που έγινε εδώ στη δίκη των αγωνιστών του Επαναστατικού Αγώνα 35 χρόνια αργότερα.
Ένας λόγος που μ’ έκανε να φτιάξω αυτό το τρίτο πόνημα είναι ακριβώς αυτός. Ένας άλλος για να σας δώσω μία ακόμη εικόνα του τι συμβαίνει εκείνα τα χρόνια στη γείτονα,
δεν έχει αναφερθεί κανένας άλλος σε αυτό.
Μέσα από τις αφηγήσεις αυτών των παιδιών θα παρακολουθήσετε μία ταινία βγαλμένη απ’ τα παλιά που ζωγραφίζει τη ζωή στη γειτονιά μας. Μια ταινία από το παρελθόν που μιλάει για το χθες το σήμερα και το αύριο του πολυμέτωπου αγώνα που δίνουν οι καταπιεσμένοι για να σπάσουν τα δεσμά που τους δένουν στο άσχημο άρμα του καπιταλισμού.

Εδώ με αθώωσαν δύο φορές γιατί είχαν το θάρρος να εξετάσουν τα στοιχεία.
Εκεί μου ρίξανε πολλά χρόνια.
Χαλάλι τους. Με έκλεισαν στην Ελλάδα, για την Ιντερπολ είμαι κυνηγημένος.
Στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου
όλοι μου οι σύντροφοι έφαγαν καμπάνες, εξέτισαν μεγάλο μέρος από αυτές. Έκατσαν μέσα δηλαδή για πολλά-πολλά χρόνια, το διάστημα που εγώ αλώνιζα στις παραλίες της Ηρακλίτσας και του Μπάτη.
Έζησαν ένα μέρος από τα καλύτερα χρόνια τους στη φυλακή, μέσα σε κλίμα ρεβανσισμού, ήττας του κινήματος της αυτονομίας, ήττας του αντάρτικου στις πόλεις και εκδικητικότητας απέναντι στους μαχητές και τους αγωνιστές.
Εγώ την έβγαλα στον αφρό.

Με βάρεσαν αλύπητα αργότερα οι ασθένειες. Λες και μ’ έτρωγε μια πίκρα που την γλίτωσα με αμυχές και έπρεπε να δοκιμαστώ σκληρά.
Ποιος ξέρει ; Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια μερικές φορές, σκαρώνει φάρσες απίστευτες.
Τέλος καλό όμως, όλα καλά!
Ότι θα ακολουθήσει είναι ένα μέρος της ιστορίας,
η ιστορία των νέων που αψήφησαν τη σύμβαση, που αψήφησαν την πεπατημένη και δοκίμασαν να φτάσουν στην Χώρα του Ποτέ με όλες τους τις δυνάμεις, χρησιμοποιώντας δύναμη και φαντασία, ευρηματικότητα και ένταση, ρήξη και ανατροπή του σεναρίου!

Θα σας μιλήσω μέσα από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων για να δείτε το σκάλωμα που έφαγαν.
Πρέπει όμως να δείτε την ταινία σιωπηλά. Δίχως προκαταλήψεις.Με τις κεραίες ανοιχτές κι ανεβασμένες,όρθιες.
Οι δύο δεύτεροι μπορεί να πέρασαν και στερητικό σύνδρομο. Είναι σίγουρο, κι ας μη το αναφέρουν. Ο ένας κάνει μάλιστα την πάπια, αποφεύγει ν’ αναφέρει αυτό που και οι πέτρες της Φλωρεντίας γνωρίζουν. Ο άλλος το παραδέχεται συχνά.
Ο πρώτος είναι ταχυδαχτυλουργός, κασκαντέρ.                                                                              Υπάρχει και ένας τέταρτος, αυτόν δεν τον θυμάμαι κυριολεκτικά καθόλου, δεν ήταν εξάλλου από την Φλωρεντία, αν τον συνάντησα αυτό έγινε μια φορά στη ζωή μου, αν!
Απολαύστε τους.
Να προσθέσω ένα ελαφρυντικό. Σίγουρα είμαι το εύκολο θύμα, βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά.

Ναι, είμαι μέλος των μαχητικών προλεταριακών ομάδων, από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η κουβέντα μέσα στους κόλπους της αυτονομίας για αναβάθμιση του αγώνα.
Ναι, οι ομάδες είναι κομμάτι της Πρώτης Γραμμής. Ναι, και προσπαθήσαμε να υπάρξει διαχωρισμός, πράγμα που δεν καταφέραμε, εκ του αποτελέσματος.
Ναι, μέσα σε μια εκατοστή συντρόφους, τέσσερις δεν άντεξαν, κατέρρευσαν [ ο τέταρτος προσχώρησε αργότερα, είχαν ήδη δημιουργηθεί καλύτερα στεγανά, δεν ενέπλεξε πολλούς, δεν γνώριζε τίποτα περισσότερο απ’ τον τομέα του, εμένα με είχε συναντήσει μοναχά μια φορά, δεν με ανέφερε ποτέ στις καταθέσεις του].

Έχουμε βγει όλοι μέσα από το κίνημα, χρόνια στους δρόμους και τα αμφιθέατρα, στις πικετοφορίες στα εργοστάσια και τις καταλήψεις.
Επιτροπές στο φοιτητικό εστιατόριο, στις σχολές, στις γειτονιές. Μέχρι να το πάρουμε χαμπάρι το επίπεδο ανεβαίνει διαρκώς, τρέχοντας.
Μέχρι να φτιαχτούν τα πρώτα στεγανά στην κουβέντα έχουν εμπλακεί δεκάδες δεκάδων σύντροφοι. Όλοι,πολλοί αντιλαμβάνονται, ψυχανεμίζονται αυτό που συμβαίνει, αυτό που γεννιέται από τα σπάργανα, απ’ το μηδέν. Κύκλοι, και άλλοι κύκλοι, όλο και κάτι παραπάνω, κάτι καινούριο, περισσότερο προχωρημένο. Ένα τεράστιο πείραμα που σήκωσε τον τόπο. Σαν σεισμός!

Parco Lambro ’76 : γυμνοί προς την τρέλα

Βγαίνουν προκηρύξεις, γίνονται κουβέντες, δημόσια, στα στέκια. Γίνονται και υπόγεια. Όλα μαζί, σταδιακά, ταυτόχρονα. Νομίζεις πως ο χρόνος σε προσπερνά, τρέχει γρηγορότερα. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς συχνά. Δρας αυτόματα, αυθόρμητα.
Για χρόνια, το επαναλαμβάνω.
Όποιος έχει πάρει μέρος από το ξεκίνημα σε αυτή την διαδικασία, από κάποιο σημείο και μετά καταλαβαίνει περισσότερα απ’ ότι νομίζεις.
Αυτό έκανε ο Σαβέριο.Μόνος του παραδέχεται αμέτρητες φορές πως βρέθηκε σε κάποια ομάδα για λίγους μήνες, ελάχιστους!
Όλες του οι πληροφορίες,σχεδόν όλες, προέρχονται απ’ τις ‘εκμυστηρεύσεις’ της αγαπημένης του, κοριτσιού που και μ’ αυτό, πάντα κατά τον ίδιο, έχει σχέση για λίγους μόνο μήνες!
Πάντα κατά τον ίδιο, πήρε μέρος σε μια και μοναδική επίθεση, μέχρι να το βάλει τελικά στα πόδια.

Παραδέχεται πολλές φορές, περισσότερες από μία, πως ‘κάποια πράγματα δεν λέγονται και δεν τα ρωτάμε, απλά δεν λέγονται’. Και θέλει να μας πείσει πως ένα κορίτσι και κάποιοι φίλοι απ’ τα παλιά, που μάλιστα γνωρίζουν πως απ’ την οργάνωση την έχει κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, συνεχίζουν να του εκμυστηρεύονται τα πάντα, τον στέλνουν να συζητήσει, να οργανώσει άλλους κλπ.
Ο Σαβέριο ναι, αντιλήφθηκε κάποια εξέλιξη προς την μαζική παρανομία.
Ίσως, και για λόγους εγωισμού, προσπάθησε να ενταχθεί σε κάποια ομάδα μα δεν τα κατάφερε. Λάκισε.
Κι όταν τον τσίμπησαν, γιατί για κάποιο διάστημα μάζευαν με τον σωρό, όποιον τους είχε στο παρελθόν απασχολήσει, τον ‘φώναξαν’ για ‘φιλική’ κουβεντούλα, έκανε τον ‘μετανοημένο’, μεταμελήθηκε.
Για να γλιτώσει οποιαδήποτε υποτιθέμενη συνέπεια. Κανείς δεν ξέρει, εγώ τουλάχιστον δεν έμαθα μέχρι σήμερα τι παίζονταν σ’ εκείνα τα δωμάτια, σε εκείνες τις ‘κουβεντούλες’. Τις πιέσεις, τους εκβιασμούς.

Για κάποιους, και η ελαφρύτερη συνέπεια φαντάζει ασήκωτη.
Σίγουρα γνώριζε τα σπίτια μας, πολλούς από εμάς, συνήθειες κλπ. Μας έβλεπε μαζί, κολλητούς κι αγαπημένους για πολλά χρόνια. Να ενταχθεί δεν τα κατάφερε, δεν του πήγαινε στο κάτω-κάτω. Μπορεί και να ζήλεψε κάποια στιγμή.
Τον Αριστείδη τον εξοστράκισαν οι Αθηναίοι γιατί δεν άντεχαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο, παραήταν δίκαιος για τα μέτρα τους!
Ότι κάποιες κινήσεις έπεφταν στην αντίληψή του, όσο διάστημα τριγυρνούσε στους χώρους, είναι αδιαμφισβήτητο. Ότι για κάποιο διάστημα παρατηρούσε επίσης.
Γνωρίζει τους χώρους μας, τις παρέες, τους κολλητούς, συμπεραίνει πολλά, σε κάποια πέφτει μέσα.
Κάποιους πρόλαβε να τους γνωρίσει μαχητές, για τους υπόλοιπους……. ας το πάρει το ποτάμι.

Extreme ways, Moby.

Έτσι κι αλλιώς, όλοι είναι μαχητές, ότι πει η αντιτρομοκρατική.
Το σενάριο φτιάχνεται πλέον, τόσες επιθέσεις θα παραμείνουν ανεξιχνίαστες ;
Γι αυτό ανακαλεί πολλές φορές, δεν ταιριάζουν οι υποθέσεις, δεν στέκουν τα λεγόμενα, και οι αντιφάσεις έχουν τα όριά τους.

Επί μήνες συνεχίζει να δημιουργεί δύο ξεχωριστά άτομα, με δύο ξεχωριστά ονόματα, που τα υποδεικνύει μάλιστα στις φωτογραφίες που του δείχνουν. Μα τα δυο άτομα είναι ένα και το αυτό, με όνομα και παρατσούκλι! Δυο κορμιά, ένα άτομο. Και αυτός τους συναντά και τους δύο, άλλοτε μαζί και άλλοτε ξεχωριστά. Και δείχνει δυο φωτογραφίες ξεχωριστών προσώπων. Είναι το αποκορύφωμά του, η μεγαλύτερη στιγμή του, η αποθέωση του κοινού στη σκηνή του παραλόγου!

Ο ένας στην Ομόνοια, ο άλλος στο Σύνταγμα και ο Σαβέριο απ’ το Μοναστηράκι προχωρά, αμέριμνος για τις συνέπειες, να τους συναντήσει και να παίξουνε πινγκ πονγκ κάτω απ’ το δέντρο που αυτοκτόνησε-δολοφονήθηκε εκείνος ο εξαιρετικός κύριος, ο φαρμακοποιός της πλατείας των εξεγερμένων!
Αυτά!
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, τεράστια αντίφαση που γυμνώνει την διχασμένη του προσωπικότητα και τη σύγχυση στην οποία ευρίσκεται. Παρουσιάζει την εαυτό του σαν αρχηγό ομάδας που συσκέπτεται, συζητά και αποφασίζει μαζί με άλλους,
τελείως διαφορετικούς από αυτούς που πάντα σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα αποτελούν τους αρχηγούς των υπολοίπων ομάδων.
Πρέπει να προμηθεύσουν τις ομάδες εκρηκτικά μιας και καμία ομάδα από μόνη της, λέει,δεν έχει την επιχειρησιακή δυνατότητα να το κάνει, αυτόνομα.
Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι περίφημοι αρχηγοί ;
Μια έτσι, μια αλλιώς.

Ο Σαβέριο δεν ξέρει τι του γίνεται. Φτιάχνει το σενάριο και το διασκεδάζει.

Θυμάμαι στην Κομοτηνή, κάποια στιγμή που κουβεντιάζαμε πάνω σε αυτά τα θέματα ο καλός μου φίλος ο Νίνο με ρωτά τι θα έκανα εάν μια μέρα τον συναντούσα στο δρόμο, ελεύθερος πλέον. Του απαντώ χωρίς κανένα δισταγμό πως ούτε να τον φτύσω δεν έκανα κέφι!

Ας στρωθούμε όμως στη δουλειά μετά τη μεσημεριανή σιέστα:
Δηλώνει ξανά και ξανά πως στις ομάδες να μπει του πρότεινα εγώ, μετά την έξοδό του από την φυλακή εξ αιτίας προηγούμενων γεγονότων.
Πάμε όμως να τον ακούσουμε να μας παρουσιάζεται:

‘Η πρώτη μου πολιτική επαφή έγινε την περίοδο της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής σχολής Φλωρεντίας και συγκεκριμένα συναντήθηκα με τον Κάρλο που έπαιρνε μέρος, με καθήκοντα προέχουσας καθοδήγησης στην Προλεταριακή Επιτροπή του Πανεπιστημιακού Εστιατορίου. Άρχισα μια πρακτική παρανομίας με τις μορφές που τότε ασκούνταν σε επίπεδο κινήματος, και δηλαδή διαδηλώσεις πεζοδρομίου, επανιδιοποίηση των μέσων αντικείμενο των αναγκών του προλεταριάτου, πορείες με προσαρτημένες ‘αυτοϋπερασπιζόμενες’ ομάδες περιφρούρησης, οπλισμό με βόμβες μολότοφ. Αυτό αποτελούσε εκείνη την εποχή το σημείο σύνθεσης της πολιτικής πρακτικής που προωθούνταν από την Εργατική Αυτονομία και που είχε σαν το πιο προωθημένο της τμήμα αυτούς οι οποίοι αναλάμβαναν την ευθύνη να εφοδιάζουν την ένοπλη κάλυψη σ’ αυτούς που συμμετείχαν σαν μάζα στη μεμονωμένη διαδήλωση. Με άλλα λόγια, όχι μόνο προετοιμάζονταν οι μολότοφ για την άμυνα της πορείας, αλλά προβλεπόταν και να μοιράζονται σε μεμονωμένους συμμετέχοντες, ανεξάρτητα, έκαναν την αγωνιστική χρήση τους τη στιγμή που θα χρειαζόταν.

Σε μία από αυτές τις διαδηλώσεις συνελήφθην μαζί με άλλους δύο. Έπρεπε σε κάποια στιγμή να εισχωρήσουμε με τις τσάντες με τις μολότοφ που έπρεπε να διανεμηθούν στα μέλη της επιτροπής, και συγκεκριμένα στον Κάρλο, τον Μπίκο, τον Εκτορα, την Φιόνα, τον Λουκά. Σ’ εκείνη την περίπτωση είχαμε σαν κάλυψη πίσω μας τον Λουκά και την Φιόνα που απαγκιστρώθηκαν ακριβώς καθώς εμείς συλλαμβανόμασταν πριν ακόμη εισχωρήσουμε.
Οι μποτίλιες θα έπρεπε να έχουν μια αμυντική χρήση στην υπόθεση κατά την οποία, όταν φτάναμε στα γραφεία του Συνδικάτου των Μεταλλουργών θα γινόταν σύγκρουση, και έπειτα για μια επιχείρηση κατά της Γραμματείας του Πανεπιστημίου την στιγμή κατά την οποία η πορεία θα τελείωνε στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Τα μπουκάλια είχαν αποσυρθεί από το σπίτι της οδού ντει Κόντι όπου κατοικούσε η Φιόνα και ο Κώστας.

Κατά την διάρκεια και μετά από την κράτησή μου γι αυτά τα γεγονότα, εγώ πλησίασα παραπέρα σε μία αντίληψη της σύγκρουσης πιο υψηλής ποιότητας μπαίνοντας πρακτικά για να πάρω μέρος στην ουσία της οργάνωσης. Πράγματι εκείνη την περίοδο ήλθαν να μας βρουν στη φυλακή του Νουόρο, όπου εμείς είχαμε αναλάβει χρέη ‘Πολιτικών Κρατουμένων’, ο Κώστας και η Φιόνα που μου ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να θεωρηθώ ως μέλος της οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, εξ αιτίας του παρελθόντος μου ως αγωνιστή.
Κατά την αποφυλάκισή μου ο Κώστας με διαβεβαίωσε ότι θα με έβαζε σε μια σχηματισμένη ‘Επιτροπή φυλακών’, πράγμα που δεν συνέβη. Άλλωστε λίγο μετά ο Κώστας μου είπε ότι έπρεπε να θεωρώ τον εαυτό μου μέλος μιας ομάδας πάλης της οποίας γνώρισα όλα τα άλλα μέλη για τα οποία κάνω αναφορά στις προηγούμενες ανακρίσεις μου’.

Αυτά λέγονται στις 04-07-80. Και είναι πολύ ξεκάθαρα. Αναφορά σ’ εμένα καμία. Έχει μιλήσει νωρίτερα βέβαια, ξεκίνησα ανάποδα για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, την πολιτική που έχουν συμβεί. Όσο περνά η ώρα θα καταλαβαίνεις καλύτερα τη σκοπιμότητα.

Στις 05 του Ιουλίου επανέρχεται λέγοντας πως το φθινόπωρο του ’77 έγινε μια συνεδρίαση με τους Κώστα, Φιόνα και Ντίνο κατά την διάρκεια της οποίας του δόθηκε η αποστολή ν’ αρχίσει μια πολιτική δουλειά στο εσωτερικό του χώρου της ‘Επιτροπής Πανεπιστημιακού Εστιατορίου’, από την οποία έχει αποσπαστεί ο Κάρλο, γιατί είναι φυγόδικος και ο Κώστας γιατί είναι πλέον πολύ γνωστός. ‘Σε αυτή τη δουλειά κινούνταν γύρω μου και συνεργάζονταν σ’ αυτό το έργο οι Μπίκο, Ανδρέας και ο Μαυρόπουλος Μίκης. Ήταν μια φάση κατά την οποία ετοιμαζόταν η οργάνωση για την μαζική σύγκρουση στην πρόβλεψη της διάρθρωσης διαδεδομένων ένοπλων σχηματισμών, Ομάδων, που θα δρούσαν στη φλωρεντινή πραγματικότητα. Ήταν η περίοδος που αγωνιστήκαμε για την εξάλειψη του θεσμού των ταυτοτήτων ελέγχου για να μπει κανείς στο φοιτητικό εστιατόριο.’Έγινε πρώτα μια κίνηση περιφρούρησης, επισημάνθηκαν και δικάστηκαν δύο σύντροφοι, ο Ινιάτσιο και η Στέλλα. Ακολούθως μπήκε σε εφαρμογή η επίθεση στο κέντρο έκδοσης ταυτοτήτων. Απασχολήθηκε μία ‘Ομάδα Πάλης’ με πολιτικό σλόγκαν ‘Να οπλίσουμε και να οργανώσουμε τις προλεταριακές ανάγκες’ με σκοπό να υποκινήσουμε παραπέρα μαζικές συσπειρώσεις. Αυτή η επιχείρηση καθοδηγήθηκε από την ομάδα μου. Συμμετείχαμε εγώ, η Ροσσάνα, η Τιάρα και ο Μίκης.’

‘Εκείνη τη χρονική στιγμή γινόντουσαν συνεδριάσεις για το πέρασμά μου στην οργάνωση, με τον Κώστα και την Φιόνα, στο σπίτι του Κώστα, στην οδό Φιεζολάνα, σε μία μόνο και με τον Ντίνο. Στην οδό Φιεζολάνα [ το σπίτι του Λουκά όπου έμενε και η Λέλα, αυτοί δεν συμμετείχαν στην συνεδρίαση]. Την άνοιξη του 78 γνωρίζω την Σάρα που θέλει πλέον να ζει μαζί μου.Πληροφορούμαι πως ανήκει στην οργάνωση.’

Βλέπετε λοιπόν, μέχρι στιγμής,για πολλοστή φορά. Άλλος του δίνει εντολές, άλλος αποστολές, άλλος έρχεται σε επαφή μαζί του.Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Γνωρίζει λοιπόν το κορίτσι, τα φτιάχνει μαζί της και σε όλη τη διάρκεια των απολογιών του,που ξεκίνησαν τον Γενάρη του ’80 και κράτησαν μέχρι τον Ιούλη αυτή η καϋμένη γνωρίζει τα πάντα, για όλους και για όλα, και του τα διηγείται με το νι και με το σίγμα! Κι ας τα έχουνε χαλάσει, κι ας γνωρίζει πως αυτός έχει μάλιστα αποχωρίσει. Συνεχίζει απτόητη και του εξιστορεί αυτά που συμβαίνουν και μαθαίνει, άγνωστο όμως με ποιον τρόπο!
Είναι απίστευτος, ανεκδιήγητος.

ερυθρές ταξιαρχίες 7

ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. Τον στέλνει ο Κώστας, Χριστούγεννα του ’77 στη Σαρδηνία, στο Σάσσαρι, για να κάνει επαφές και να δημιουργήσει ομάδα πυρός!
Πάπαλα.
Παίρνει μαζί του ένα κορίτσι για να τον φιλοξενήσει στο σπίτι της. ‘Βρίσκεται στο σκοτάδι η κοπέλα, εάν γνώριζε πράγματα για την οργάνωση ο Κώστας θα του το είχε πει!!!’
‘Συναντήθηκα με τους προαναφερόμενους δύο με το καθήκον να επιθεωρήσω τι τύπο δομών διέθεταν [όπλα, βάσεις], όμως αντιλήφθηκα ότι αυτοί δεν είχαν καμία διαθεσιμότητα κανενός είδους. Ανέφερα την περίπτωση στον Κώστα που αποφάσισε να μην γίνει τίποτα.’
‘Απ’ ότι καταλαβαίνω, το κορίτσι, η Νένα πρέπει να μπήκε στις ομάδες στη συνέχεια, κατά την περίοδο που εγώ απομακρύνθηκα από την Ομάδα Πάλης, και πιθανά μετά την γνωριμία με τον Ανδρέα’.

Αναφέρει πως την άνοιξη του ’78 έχει ήδη αποχωρήσει από ‘την ομάδα πάλης’. Παρ’ όλα αυτά μαθαίνει για καινούρια μέλη, ποιοι εισχωρούν στις ομάδες. Βλέπεις, του λένε τα πάντα κι ας μη συμφωνεί με την οργάνωση,
του λένε στρατηγικές ,ενέργειες επιθέσεις.
‘Ο Κώστας έκανε γνωστή την απαίτηση αυτονομίας καθεμιάς των ομάδων’.
‘Στην ανάγκη θα μπορούσε να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις και η Ρένα, αλλά αυτό μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης για τον λόγο ότι ήταν απροετοίμαστη στρατιωτικά.’

Συζητά με την Σάρα και τον Ανδρέα για τις επιχειρήσεις! Με τον Κώστα για την αναγκαιότητα ‘αυτοχρηματοδότησης’ των ομάδων! Τους επισημαίνει μάλιστα τα ιππικά πρακτορεία! ή αυτά λαχείων! Ξέρει πως ο Ανδρέας συντάσσει σχεδιαγράμματα και του τα δείχνει μάλιστα! Τελικά όμως αποφασίζει πως δεν είναι και τόσο σίγουρος εάν τα σχεδίασε ο Ανδρέας! Το βέβαιο όμως είναι πως του τα έδωσε! Και πως κατασχέθηκαν στο σπίτι του, στην Οδό Όρτι Οριτσελλάρι, μετά από την εισβολή στη Ντάτα Μάνατζμεντ και τις έρευνες της αστυνομίας! Δεν χρειάζεται να σας επαναλάβω πως όλα αυτά συμβαίνουν σε διάστημα που πλέον παραδέχεται πως απ’ την οργάνωση έχει αποχωρήσει!!!

Άντε, να πιστέψουμε πως η κοπελιά του, που δεν είναι πια κοπελιά του, του εκμυστηρεύεται πράγματα.
Αλλά και τα άτομα τα προσκείμενα στην κεντρική διοίκηση, σύμφωνα πάντα με τα δικά του λεγόμενα ;
Και το άλλο, με τον Τοτό ; το ξέρετε;
Εγώ τον έμπασα, τον έκανα και καθοδηγητή, και αρχηγό ή όπως αλλιώς τον ονομάσετε! Αι σιχτίρ! Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

ΛΈΕΙ : ‘Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αντίθετα από όσα ειπώθηκαν από εμένα σε προηγούμενες ανακρίσεις το απόγευμα της ημέρας της εισβολής στη Ντάτα Μάνατζμεντ δεν έμεινα στο σπίτι αλλά πήγα σε μια συνεδρίαση των ‘Ομάδων’ στην οδό ντει Μπάρντι, στο σπίτι που έμενε η Ροσσάνα και η Αντρέα, συνεδρίαση στην οποία πήραν μέρος τα μέλη της Ομάδας και συγκεκριμένα ο Μίκης, η Ροσσάνα, ο Ανδρέας,ο Λουκάς, η Άννα, εγώ και ο Μπίκο για να οργανώσουμε το τέλος της εκστρατείας κατά των κτηματικών εταιρειών. Θα κάναμε μια τελευταία εισβολή στην οδό ντελλα Βίνια Νουόβα. Την εισβολή έκαναν ο Μαυρόπουλος, ο Ανδρέας, η Ροσσάνα και ο Λουκάς. ‘Εγώ θα έπρεπε να κάνω την επί τόπου επιθεώρηση, πράγμα που δεν μπόρεσα γιατί την επομένη από την συνεδρίαση μεταφέρθηκα στη Διοίκηση της Αστυνομίας στη διάρκεια των επαληθεύσεων που ακολούθησαν την εισβολή στη Ντάτα. Ξέρω όμως ότι στην θέση μου τις επί τόπου επιθεωρήσεις τις έκανε η Άννα!’
Γνήσιος Βαρώνος ΜΥΝΧΆΟΥΖΕΝ!

ΈΧΕΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΊ ΤΟ ΜΈΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΕΩΝΙΆΣ ;

συνεχίζεται

DSC02243

στη φωλιά του κούκου

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Υ. στη χώρα του ποτέ ή… 2

Δημοσιεύτηκε στις 21 Απρ 2013

Τα πεπραγμένα της εποχής είναι η αιτία, ο λόγος που θα γεμίσει το σύμπαν με αερικά. Ανυπότακτα πνεύματα ανθρώπων που θα αντιστέκονται στους «καθωσπρέπει» και τους κανόνες τους. Αερικά που θα γίνουν δαίμονες γι’ αυτούς που στο όνομα των ανθρώπων εγκληματούν εις βάρος των ανθρώπων. Αερικά που θα είναι ήρωες για κείνους τους ανθρώπους που υποφέρουν. Το άσπρο ενάντια στο μαύρο. Το ανυπότακτο πνεύμα ενάντια στη λογική των υποταγμένων.

Αερικό – 1998
Στίχοι – Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία: Μελίνα Κανά

 

και…..Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, Νίκος Ξυλούρης.

  • Χτυπά λοιπόν η πόρτα. Πρωί, λίγο μετά που έφυγε στη δουλειά ο πατέρας μου.
    Το κατάλαβα αμέσως το νόημα αυτού του χτυπήματος. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει.
    Βεβαιώθηκα κοιτάζοντας αθόρυβα από το ματάκι.
    Τώρα ;
    Την απέλαση της Ρόσσα φοβόμαστε περισσότερο. Δεν έχουμε παντρευτεί ακόμη, να γίνει Ελληνίδα, να μη μας χωρίσουν!
    Γαμώτο!
    Βγαίνουμε στο μπαλκόνι, πέμπτος όροφος, βλέπει λιμάνι, πάνω από το καφενείο ‘Λιμανάκι’ και την Μυροβόλο.
    Πηδάμε πάνω απ’ το διαχωριστικό στο διπλανό διαμέρισμα, πάνω απ’ το περβάζι, βλέπουμε τρεχαλητά στην παραλία. Έχουν κυκλώσει όλο το τετράγωνο οι κουφάλες, μας πήρανε χαμπάρι απ’ το λιμάνι και τρέχουν να ειδοποιήσουν τους δικούς τους.
    Κοινώς, την πατήσαμε!

Γυρνάμε πίσω, ανοίγουμε την πόρτα και παραδινόμαστε. Είχαν ξεκινήσει και τα τηλέφωνα προς τον πατέρα μου να μας πείσει ν’ ανοίξουμε την πόρτα.
Μας κρατούν στην Ασφάλεια δύο μέρες, ξεχωριστά, και μας ανακρίνουν διαρκώς. Δεν χρησιμοποιούν σωματική βία. Ένας σκληρός, ένας μαλακός.
Τους λέω πως ναι, φυσικά και είμαι σύντροφος, μέλος του κινήματος της Αυτονομίας, που θέλει ν’ αλλάξει τα πράγματα στην Ιταλία,
αλλά μέχρι εκεί, σε αντάρτικες οργανώσεις δεν έχω προσχωρήσει, το ίδιο και η κοπέλα.
Με ρωτούν διαρκώς για την 17 του Νοέμβρη και δηλώνω πλήρη άγνοια, είναι η αλήθεια άλλωστε.

Η μόνη μου σχέση με την οργάνωση είναι το λογότυπό της που ζωγράφισα στον τοίχο της σχολής μου την περίοδο της κατάληψης στην οποία συμμετείχα κάποιο καιρό νωρίτερα. Φυσικά και το κρατώ για τον εαυτό μου, όπως και την συμπάθεια που νιώθω για την οργάνωση. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα της ύπαρξής της, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες. Και καταθέτω σ’ εσάς με όλη μου την ειλικρίνεια πως δεν έχω γνωρίσει Έλληνα που να την αντιπαθούσε.
Τις πολιτικές της αναλύσεις πάνω στο παγκόσμιο όσο και τον ντόπιο καπιταλισμό κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αντικρούσει άλλωστε, όπως αργότερα αυτές του επαναστατικού Αγώνα. Και αυτές των Ταξιαρχιών στην Ιταλία επίσης.
Εσείς πείτε ότι θέλετε.
Δικαίωμα του καθενός, και ιερό η γνώμη του, και η άποψη!
Συνεχίζω.

Κάποια στιγμή ο σκληρός με απειλεί πως έχει ήδη δώσει εντολή να ετοιμάσουν συμβατικό αυτοκίνητο για να με μεταφέρουν μέσα στην άγρια νύχτα στους παντέρημους εκείνα τα χρόνια και πανέμορφους, αληθινούς αμμόλοφους,
να με βασανίσουν στην ερημιά, μέχρι θανάτου λέει, για να τους τα ξεράσω όλα.
Χέστηκα επάνω μου. Σίγουρα. Με όση ψυχραιμία μου απέμενε του είπα πως είμαι αγωνιστής στο Ιταλικό κίνημα και πως της Ελληνικής πραγματικότητας έχω παντελή άγνοια, πως διασυνδέσεις με ξένες γενικότερα οργανώσεις, στη Φλωρεντία, μια μικρομεσαία κατάσταση δεν είχαμε ποτές, πως η Αυτονομία δεν είναι ένα ενιαίο συμπαγές κίνημα, πως με έλληνα αγωνιστή ή ελληνική οργάνωση δεν έχω ποτέ συναντηθεί.
Με πίστεψαν – δεν με πίστεψαν, δεν γνωρίζω,
πάντως στην ερημιά δεν με πήγαν.

Έχω ένα φιλαράκι, τον Παυλάρα, που κάθε φορά που με συναντούσε στην Ελλάδα, όταν ερχόμουν για διακοπές να συναντήσω τον πατέρα μου, μου έδινε φυλλάδια της ‘αντιπληροφόρησης’, να ενημερώνομαι για τα ελληνικά δρώμενα και καθέκαστα. Αυτή είναι η μοναδική μου σχέση με την ελληνική παρανομία, ας πούμε.
Φυσικά και αυτό το κράτησα για τον εαυτό μου, δεν χρειάζονταν να τρέχουν και τον φίλο μου, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος, που τα βρίσκεις ; κλπ.
Το παλικάρι ανέκαθεν ήταν κομμουνιστής, ανένταχτος όμως,
συμπαθούσαμε την ‘Ρήξη’ βέβαια, γιατί μας άρεσαν αυτά που έγραφε,
στην Καβάλα δεν κουνιόταν φύλλο, και ήμασταν εμείς οι δύο μοναχοί που συζητούσαμε καμιά φορά γι αυτά τα πράγματα και τίποτα άλλο.
Την πρώτη φορά που πήραμε μαζί μέρος σε πορεία για το Πολυτεχνείο, τότε που ακόμη και στην Καβάλα κατέβαιναν στον δρόμο χιλιάδες λαού, περπατούσαμε στο τέλος του πλήθους, ανένταχτοι και φωνάξαμε ‘το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει’. Μας κοίταζαν σαν να είμαστε εξωγήινοι.
Δεν ήταν λοιπόν, απ’ ότι καταλαβαίνετε για πολλά-πολλά ο κόσμος.

Έτσι κι αλλιώς, περαστικός ήμουν πάντα από εδώ, περαστικός νόμιζα πως θα είμαι και αυτή την φορά!
Ο φίλος μου ελεύθερος ήθελε πάντοτε να είναι, να κάνει του κεφαλιού του, δεν την πήγαινε την καθοδήγηση.
Και στο κάτω-κάτω, για άλλο πράγμα με-μας έχουν προσαγάγει, αυτό είναι στα υπέρ μου και το εκμεταλλεύομαι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία επιστρέφω τη συζήτηση συνεχώς προς τα εκεί.
Ζητώ βέβαια δικηγόρο και τα γνωστά.
Σε δυο μέρες με άφησαν ελεύθερο και έστειλαν την Ρόσσα στην Κομοτηνή, να την δικάσουν για έκδοση απ’ ότι με άφησαν να καταλάβω στην συνέχεια.
Τελικά, οι Ιταλοί, έκδοση ζητούν και για τους δυο μας.

ερυθρές ταξιαρχίες 5

Δημοσιεύτηκε στις 30 Δεκ 2014

Ανέβηκε στις 1 Μαρ 2011
η νύχτα της ‘Δημοκρατίας’ : ο Sergio Zavoli ερωτά τον Prof. Enrico Fenzi ταξιαρχίτη από την Γένοβα ο οποίος διαχώρισε την θέση του στην φυλακή

Walk on the wild side, Lou Reed.

  • Κάνω ένα διάλειμμα για να σας πω δυο λόγια για το ξύπνημα μου το πολιτικό, για το ξεκίνημα
    Καθοριστικό στη ζωή μου στάθηκε το παράδειγμα του Σαλβαδόρ Αλλιέντε, η μεγάλη στιγμή της Ουνιδάδ Ποπουλάρ και η θυσία του Προέδρου στο βομβαρδισμένο Παλάτσο ντελλα Μονέδα. Είμαι μόλις 18, στο ξεκίνημα της πολιτικοποίησης μου και όλη η Ευρώπη βομβαρδίζεται από τις εικόνες του Ανδρός που έπεσε με το όπλο στο χέρι, ενώ τα νέα από τις προσπάθειες του ενωμένου λαού της Χιλής να κτίσει σιγά-σιγά ένα μοντέλο ανεξάρτητου και αυτόνομου κοινωνικοποιημένου κράτους έφταναν καταιγιστικά, κάθε μέρα στα στέκια, εκεί που χτυπά η καρδιά της σκεπτόμενης νεολαίας.
    Βίαια διακόπτεται αυτό το πείραμα και τα νέα της κτηνώδους επέμβασης της φασιστικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών που καθοδηγούν το πραξικόπημα υπό τις οδηγίες και την προστασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ, και του στρατού της Χιλής αναστατώνουν τις ψυχές μιας νεολαίας που κατακλύζει καθημερινά τους δρόμους διαμαρτυρόμενη ενάντια στην επέμβαση της Βορειοαμερικανικής στρατιωτικής μηχανής στο Βιετνάμ.

αποκάλυψη τώρα

Εμείς όλοι είμαστε οπαδοί του MIR, συμπαθούντες του Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς, του οποίου αγαπούσαμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν, οργάνωνε την κίνησή τους, τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν. Συγκλονισμένοι με το αγωνιστικό παράδειγμα των μελών της οργάνωσης, πριν, κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος και στην συνέχεια στα χρόνια της χούντας, αγαπήσαμε και τον Πρόεδρο που μάχεται ανυποχώρητος μέχρι τέλους, υπερασπιζόμενος και με το όπλο στο χέρι, τα δίκια του λαού του.
Έχουμε παραδείγματα μαχητών πολύ κοντύτερα, ΕΤΑ στην γειτονική Ισπανία, IRA στον βορρά στην Βρετανία και RAF λίγο πιo πάνω στην κοντινή Γερμανία. Αργότερα γεννιέται και η Αξιόν Ντιρέκτ στη Γαλλία.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι περιπέτειες των Χιλιανών συντρόφων μας, όπως και αυτών της Ουρουγουάης, των θρυλικών Τουπαμάρος με έκαναν να τους νιώθω κοντύτερα, μες την καρδιά μου.
Πολύ κοντύτερα.

http://vimeo.com/90865784

κατάσταση πολιορκίας

Και να τους παρακολουθώ πιο άμεσα, όπως έγινε αργότερα με τους Σαντινίστας. Στις εφημερίδες με προσοχή μεγάλη σκάλιζα πρώτ’ απ’ όλα τις σελίδες να βρω νέα για τ’ αδέλφια μας και ύστερα έψαχνα για τα υπόλοιπα. Και στην τηλεόραση παρακολουθούσα μοναχά σαν αναφέρονταν σε αυτούς.
Οι εξόριστοι φοιτητές στην πόλη μας από αυτά τα μέρη γίνονται πάντα αγαπημένοι σύντροφοι. Μιλούσαμε με τις ώρες και δεν τους αφήναμε να κλείσουν το στόμα χωρίς να διηγηθούν και την τελευταία λεπτομέρεια από τις δράσεις αυτών των σπουδαίων ανθρώπων, που έχουν αποκτήσει μια μυθική σπουδαιότητα στα μάτια μας. Ιστορίες από τους τόπους τους, τις περιπέτειες, τις ήττες και τις νίκες!
Το κλίμα ίσως, το ταμπεραμέντο…….

Te Recuerdo Amanda, Victor Jara.

  • Αντιγράφω από το βιβλίο του τεράστιου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες για Τις Περιπέτειες του Μιγκέλ Λιττίν στην Χιλή :
    ‘Ήταν ένας σκηνοθέτης της Χιλής και της Ουνιδάδ Ποπουλάρ όταν έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ κατά του λαού. Ο ίδιος ο Αλλιέντε τον είχε ορίσει το 1970 επικεφαλής στην Τσίλε Φίλμς, μέσα από την οποία [και ενώπιον της οποίας] οι χιλιανοί σκηνοθέτες επεδίωκαν την εφαρμογή των θεωριών τους για λαϊκή κουλτούρα, αλλά και λαϊκή κυριαρχία, εισάγοντας νέες μεθόδους παραγωγής και διανομής.

Ο Μιγκέλ Λιττίν, οριστικά εξόριστος από τον δικτάτορα της Χιλής, πέρασε παράνομα τα σύνορα της πατρίδας του στις αρχές του 1985, μεταμφιεσμένος σε ουρουγουανό επιχειρηματία. Ενώ προηγουμένως ήταν μελαχρινός, είχε γένια και ήταν εύσωμος, τώρα εμφανίζεται αδυνατισμένος, χωρίς γένια, με καστανά μαλλιά. ‘Ξαναμαθαίνει’ απ’ την αρχή το γέλιο, όλες τις χειρονομίες και τις κινήσεις. Καθοδηγώντας ταυτόχρονα 5 κινηματογραφικά συνεργεία που δούλευαν σε διαφορετικά μέρη, έγινε και ο ίδιος ηθοποιός, παίζοντας ένα ρόλο που απαιτούσε τελειότητα : το παραμικρό λάθος θα ήταν μοιραίο. Σκοπός του είναι να κινηματογραφήσει την αγαπημένη, λεηλατημένη πατρίδα του, να καταγράψει την ‘αποτρόπαια σιωπή’ σε μια χώρα που βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Η μεταμφίεσή του ήταν τόσο πετυχημένη, που ούτε η ίδια του η μάνα δεν τον αναγνώρισε ! όταν την επισκέφτηκε ξαφνικά.

Ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε είχε εκλεγεί πολλές φορές βουλευτής και γερουσιαστής και υπήρξε τέσσερις φορές υποψήφιος πριν εκλεγεί πρόεδρος. Επιπλέον, στην μακριά κοινοβουλευτική του καριέρα, ήταν υποψήφιος στις περισσότερες επαρχίες της χώρας, από τα σύνορα με το Περού ως την Παταγονία, έτσι, όχι μόνο γνώριζε κατά βάθος σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό τους διάφορους πολιτισμούς, τους ανθρώπους, τις πίκρες και τα όνειρά τους, αλλά και ολόκληρο τον πληθυσμό τον γνώρισε απ’ την καλή και την ανάποδη. Αντίθετα με τους πολιτικούς που τους έβλεπαν μόνο στον Τύπο και στην τηλεόραση, ή τους άκουγαν από το ραδιόφωνο, ο Αλλιέντε έκανε πολιτική μες τα σπίτια, από σπίτι σε σπίτι, σε άμεση και θερμή επαφή με τον κόσμο, όπως ήταν και στο επάγγελμά του : ένας οικογενειακός γιατρός. Η κατανόηση του ανθρώπου μαζί με ένα σχεδόν ζωώδες ένστικτο του πολιτικού επαγγέλματος κατάφεραν να ξυπνήσουν αντιφατικά συναισθήματα καθόλου εύκολα στη λύση τους. Όταν ήταν πια Πρόεδρος, ένας άνθρωπος παρέλασε μπροστά του σε μια διαδήλωση κρατώντας μια ασυνήθιστη αφίσα : »Έχουμε μια σκατοκυβέρνηση, αλλά είναι η Κυβέρνησή μου’. Σηκώθηκε, τον χειροκρότησε και κατέβηκε για να του σφίξει το χέρι.’

Βλέπουμε εκείνες τις μέρες και την Κατάσταση Πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και πρωταγωνιστή τον Ύβ Μοντάν,1972, ταινία που αναφέρεται στην κατάσταση της Ουρουγουάη, τις επεμβάσεις των Βορειοαμερικανών στις χώρες του Νότου, και το κίνημα των ανταρτών Τουπαμάρος. Έχω ξαναγράψει, δεν θα επεκταθώ.
Έχει προηγηθεί ‘Η Μάχη του Αλγερίου’, του Τζίλο Ποντεκόρβο.
Τους ερωτευόμαστε!

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

  • Επιστρέφουμε στη Χιλή :
    ‘Εκεί υπάρχουν δύο πεθαμένοι που ποτέ δεν πεθαίνουν : Αλλιέντε λοιπόν και ο Νερούδα, δυο ζωντανοί πεθαμένοι.
    Η λατρεία τους είναι φανερή παντού. Ο τάφος του Αλλιέντε είναι μόνιμα τόπος προσκυνήματος.
    Στο σπίτι του Νερούδα στην Ίσλα Νέγκρα εξακολουθεί να πηγαίνει εκεί μια νέα γενιά ερωτευμένων που δεν ήταν περισσότερο από οκτώ χρονών όταν ζούσε ο ποιητής. Έρχονται απ’ όλο τον κόσμο και να γράψουν ερωτικά μηνύματα πάνω στο φράκτη που εμποδίζει την είσοδο. Αλλά υπάρχουν κι άλλα που οι φρουροί δεν προλαβαίνουν να τα εμποδίσουν, ούτε να τα σβήσουν! ‘Στρατηγοί, ο έρωτας ποτέ δεν πεθαίνει. Ο Αλλιέντε και ο Νερούδα ζουν. Ενός λεπτού σκοτάδι δεν θα μας τυφλώσει’.
    Είναι γραμμένα στα πιο απίθανα σημεία κι όλος ο φράκτης δίνει την εντύπωση πως υπάρχουν επιγραφές από διάφορες γενιές, η μία πάνω στην άλλη, από την έλλειψη χώρου’.

Μια και μας δίνεται λοιπόν η ευκαιρία μεταφέρω δυο λόγια του μεγάλου ποιητή που αντιγράφω από γράμμα του φυλακισμένου αναρχικού αγωνιστή Κώστα Σακκά στο Athens Indy :
‘Αργοπεθαίνει όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές….
Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μία προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη απ’ το απλό γεγονός της αναπνοής΄.

Gracias a la vida, Violeta Parra.

  • Συνεχίζω λοιπόν από εκεί που σταμάτησα την καβαλιώτικη αφήγηση :

Η Ροσσάνα βρίσκεται κλεισμένη στην Κομοτηνή, εγώ απαγορεύεται να τη δω. Έρχεται από το Ούντινε όπου κατοικεί ο Γκουίντο, ο νεότερος αδελφός της. Ψηλός, αδύνατος, ξανθός. Πολύ όμορφος, όλες τον θαυμάζουν. Καλό παλικάρι, ευγενικός, την επισκέπτεται συχνά κι έτσι ανταλλάσουμε νέα. Μένει σπίτι μας φυσικά. Προφορικά νέα, διότι τα γραπτά τα απαγορεύουν, χρειάζονται μεταφραστή, που να τον βρουν, φοβούνται και τα συνθηματικά. Πηγαίνω δυο φορές να συναντήσω τον δικηγόρο της που με χρειάζεται, τον κ. Γιαλιτάκη, εξαιρετικό νομικό και άνθρωπο
τη μια με αφήνουν να τη δω για πέντε λεπτά από το παραθυράκι της πόρτας που χωρίζει το ανδρικό από το γυναικείο τμήμα. Με πήγε ο φίλος, ο Βασίλης ο Ζωίδης με το κουπεράκι του. Τον γνώρισα στου Νικόλα, το διάστημα που ήμασταν ελεύθεροι και οι δύο. Την δεύτερη φορά μου δάνεισε το αυτοκίνητό του μιας και αδυνατούσε να με συνοδέψει. Τον ευγνωμονώ για πάντα, αυτά τα πράγματα εκείνα τα χρόνια δεν γίνονταν, δεν εμπιστευόσουν το κάρο σου σε κάποιον που γνωρίζεις μονάχα δύο μήνες!

Αργότερα μου χάρισε μάλιστα ένα υπέροχο ταξίδι μιας βδομάδας στα χωριά του Ψιλορείτη, όπου είχε φίλο καρδιακό από τα χρόνια της αντίστασης στη χούντα, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Αριστερός, λάτρης του καλού κρασιού και του φαγητού.
Περάσαμε αξέχαστα. Αυτός και η σπουδαία σύντροφός του η Άννυ είναι δύο εξαιρετικοί άνθρωποι. Με τον καιρό χαθήκαμε.
Γίνεται τελικά η δίκη, εκεί μπορώ και την αγκαλιάζω για ένα δεκάλεπτο που μας αφήνουν κλεισμένους σε ένα γραφείο του δικαστηρίου,κλειδωμένους.
Αποφασίζουν την έκδοσή της για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, αφαιρώντας τη συμμετοχή σε ένοπλη ανατρεπτική ομάδα.
Κατήφεια, απογοήτευση.
Προσφυγή στον Άρειο Πάγο.
Την μεταφέρουν στον Κορυδαλλό και την ίδια μέρα συλλαμβάνουν εμένα, έχει περάσει μήνας απ’ τη μέρα που χτύπησαν την πόρτα.
Είναι Παρασκευή, ο διοικητής του τμήματος μου φέρεται εξαιρετικά, γνωρίζει την οικογένειά μου απ’ την μεριά της δεύτερης γυναίκας του πατέρα μου,
αν θυμάμαι καλά, ο κ. Ηλιόπουλος.
Η μάνα μου πέθανε όταν ήμουν μικρούλης, φωνάζω και νιώθω μάνα μου την καινούρια γυναίκα, την γνώρισα από παιδί.
Αντί να μ’ έχουν μονίμως κλεισμένο στο μικρό κελί που υπάρχει στον δεύτερο όροφο, περνώ τις περισσότερες ώρες σε ένα γραφείο όπου με επισκέπτεται ο πατέρας μου. Δίχως χειροπέδες, με διακριτική παρακολούθηση. Γράφω στην Ρόσσα και εγγυάται πως το γράμμα θα φτάσει στα χέρια της, όπως και έγινε.
Κοιμάμαι το βράδυ στο κελί. Αύριο θα με στείλουν Κομοτηνή. Με ρωτά αν επιθυμώ να περάσω το Σαββατοκύριακο εκεί, νάρχεται κι ο πατέρας μου να με βλέπει.
Δεν θέλω να τον στενοχωρώ περισσότερο, επιθυμώ να βρεθώ μια ώρα νωρίτερα στο περιβάλλον στο οποίο θα ζήσω το επόμενο διάστημα, προτιμώ να με στείλουν στη φυλακή το συντομότερο δυνατό.
Έτσι και γίνεται, περνώ την πόρτα και μετά τα διαδικαστικά με τοποθετούν πρόχειρα σε κάποιο κελί, μόλις που προλαβαίνω να παρακολουθήσω το μπαράζ που γίνεται στον Βόλο ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Άρη για να αναδειχθεί ο πρωταθλητής του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος!
Για την ιστορία, στεφθήκαμε πρωταθλητές κερδίζοντας 2-0.
Κάθισα μέσα έξι μήνες προφυλακισμένος, σε αναμονή της δίκης μιας και η χώρα μου αποφάσισε να μη με εκδώσει και δέχτηκε να με δικάσει εδώ, ζητώντας την απαραίτητη δικογραφία. Και μιας και ο καιρός περνούσε και η διαδικασία δεν ολοκληρώνονταν,έδωσαν παράταση προφυλάκισης για ένα ακόμη εξάμηνο.

Ο θάλαμος που με τοποθέτησαν οριστικά ήταν πολύ μεγάλος, ήμασταν στριμωγμένοι καμιά δεκαπενταριά εκεί μέσα,με μία ξυλόσομπα στη μέση για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Κάποιες περίοδες γινόμασταν και περισσότεροι, όταν η ‘εγκληματικότητα’ αυξάνονταν. Είναι δικαστικές φυλακές αυτές της Κομοτηνής, κάποιοι με μέσον όμως εκτείουν εκεί την ποινή τους.
Κάνω παρέα με τους Ιταλούς που βρίσκω έγκλειστους, τους ξένους γενικότερα. Με τους ντόπιους δεν μπορώ να συγχρωτιστώ, δεν είναι ώρα για μεγάλες αναλύσεις, η ρουφιανιά πέφτει σύννεφο για τα πιο απλά πραγματάκια, άσε που χρόνια στο εξωτερικό έχω αποκτήσει νοοτροπία διαφορετική. Είναι λιγάκι διαφορετικοί και οι κώδικες συμπεριφοράς γενικότερα, μη ξεχνάτε πως το κατώφλι της φυλακής το έχω ξαναπεράσει στη Φλωρεντία, δεν είμαι άσχετος, κι ας η παραμονή μου εκεί είχε κρατήσει λίγο.

Γενικά, τα βρίσκω καλύτερα με τους ξένους που είναι όλοι μέσα για εμπορία ναρκωτικών, ή κατοχή για κάνα δυο, τους πιο τυχερούς.
Πολιτικοί δεν υπάρχουν, είμαι ο μοναδικός.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα Γαλλοκαναδό από το Κεμπέκ, έναν υπέροχο Λιβανέζο από το Μπάαλμπεκ και ένα Σέρβο, πολύ σκληρό, όλοι τον τρέμουν. Οι περισσότεροι μέσα με πάνω από τριάντα κιλά νταλαβέρι.Μόνο ο Λίνο, ψαράς από τη νότια Ιταλία που έπεσε έξω στις δουλειές του και έκανε το ταξίδι στην Πόλη για να ορθοποδήσει πιάστηκε στα σύνορα με 3 κιλά άσπρη. Καθαρό, ξεκάθαρο δόσιμο, κάρφωμα. Απ’ τους εμπόρους τους ίδιους
όταν του έκρυβαν στο αυτοκίνητο το ‘πράμα’, ένα σακουλάκι με μισό κιλό δεν χώρεσε, δεν κατάφεραν να το καβατζώσουν και αναγκαστικά το κράτησαν.Το μήνυμα όμως είχε ήδη σταλεί και ο καημένος ο Λίνο έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από τους Έλληνες τελωνειακούς για να αποκαλύψει που είχε ‘κρυμμένο’ το τελευταίο δεματάκι.
Ήταν ο μεγαλύτερος απ’ όλους μας αυτός ο συμπαθέστατος ‘γεροντάκος’, με είχε σαν παιδί του.

Λίγο αργότερα ήρθε και ο Λουίτζι, δούλευε στην Αλιτάλια και είχε μεγάλη ευχέρεια στα ταξίδια λόγω τζαμπέ εισιτηρίων σε κάθε γωνιά της γης.
Ελεύθεροι όταν βρεθήκαμε συναντηθήκαμε δύο φορές.
Την πρώτη ήρθε και με βρήκε στην Καβάλα με την κόρη του, πήγαμε για λίγες μέρες και στη Θάσο. Του χάρισα τότε ‘Τα παραπονεμένα λόγια’ που γνώριζε ήδη από τα μπουντρούμια, μ’ έβαζε να του τα τραγουδώ όλη την ώρα ‘ζωντανά’ και η κόρη του ανατρίχιαζε και δάκρυζε.
Τη δεύτερη φορά ήρθε με την κοπελιά του. Κάναμε ένα μεγάλο ταξίδι με το κάμπριο του, το φυσούσε το παραδάκι. Κάναμε σχεδόν τον γύρο της Χαλκιδικής, φτάσαμε τελικά μέχρι την Πάργα. Ένα βράδυ στα Σύβοτα ο Λουίτζι κοιμήθηκε νωρίς και εγώ συνέχισα έξω με το κορίτσι.

Δεν είναι όμορφη, είναι όμως εντυπωσιακή, φοβερό θηλυκό με δυνατή προσωπικότητα. Κάναμε έρωτα σε ένα σκάφος που ήταν αραγμένο μακριά, στην άκρη του μώλου, έρημο εκείνη την ώρα απ’ τους ιδιοκτήτες του. Απ’ τη πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε γεννήθηκε μεταξύ μας μεγάλη έλξη, μια χημεία μαγική.
Την άλλη μέρα φυσικά του τα είπε όλα. Ο φίλος στράβωσε λιγάκι, δεν άλλαξε όμως καθόλου την συμπεριφορά του. Στην Πάργα δεν άντεξα εγώ, τους χαιρέτησα με θέρμη και έφυγα για Αθήνα. Δεν ξανά έμαθα νέα του. Χαθήκαμε οριστικά.

Στη φυλακή η μονοτονία είναι φοβερή. Ακούμε μουσική από ραδιοφωνάκια, την τηλεόραση από τότε δεν μπορώ να την παρακολουθήσω, δεν την χωνεύω κι ας μην έχει καμία σχέση με την σημερινή εμετική πραγματικότητα. Έχουμε ανοιχτό το προαύλιο για οκτώ ώρες τη μέρα, παίζουμε συνεχώς βόλεϋ, εκεί έκανα την τέλεια ‘προετοιμασία’ που μου χρειάστηκε αργότερα, στα πανέμορφα χρόνια της παραλίας! Πίνουμε καφεδάκια κάτω από τον πλάτανο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της αυλής [ η φυλακή της Κομοτηνής ήταν τότε ένα παλαιό χάνι με τα όλα του που αργότερα μετατράπηκε σε χώρο εγκλεισμού].

Ανταλλάσσω σχεδόν καθημερινά γράμματα με την Ρόσσα. Βλέπω στην τηλεόραση που την χώνουν με το ζόρι στο αεροπλάνο της επιστροφής αφού και η προσφυγή της απερρίφθη.
Μαθαίνω από τις εφημερίδες για την απαγωγή της από το κελί, για την προσπάθειά της να κόψει τις φλέβες για να αποφύγει την πτήση. Άλλοι είπαν με τα δόντια, άλλοι με το βραχιολάκι που φορούσε.
Ο πιλότος δεν δέχεται να την βάλει στο σκάφος, ένας βλάκας γιατρός αναλαμβάνει την ευθύνη, νομίζω την συνοδεύει στο ταξίδι. Η μάνα της που ήρθε να της συμπαρασταθεί τις τελευταίες Αθηναϊκές μέρες, απελπισμένη, εγώ δυστυχισμένος. Ο κ. Μιράσγεζης που κίνησε τις διαδικασίες στον Άρειο Πάγο απογοητευμένος. Μόνες ευχαριστημένες οι φυλλάδες που πουλάνε στον κόσμο ερωτικό ρομάντζο. Μονάχα κάποιες σοβαρές, όπως η δικιά μας ‘Πρωϊνή’ θυμίζει πως λίγο καιρό νωρίτερα, οι Ιταλικές αρχές είχαν αρνηθεί την έκδοση του χουντικού Ασλανίδη, που είχε καταφύγει στη χώρα τους, απαντώντας αρνητικά στο αίτημα των Ελληνικών αρχών.

Εμείς ανέκαθεν γιουσουφάκια.
Μέρες τώρα, από δω το πάνε κι από εκεί, αρνούνται να απαντήσουν στο αίτημα μας να παντρευτούμε, φυλακισμένοι όντες.Μέχρι την τελευταία στιγμή την αφήνουν να πιστεύει πως θα το επιτρέψουν.
Πήγα να τρελαθώ,
άντεξα.
Ο άνθρωπος έχει απίστευτες δυνάμεις στα δύσκολα.
Συνέχισα.

Prodigy, Stand up.

Βρώμικα φιλιά – Λάκης Παπαδόπουλος – vrwmika filia

DSC02242

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ο. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 14

Σαν επίλογο, επισυνάπτω κείμενο που έγραψα κάποια στιγμή, σε κατάσταση ιερής αγανάκτησης, διαβάστε το και θα καταλάβετε γιατί :

ΠΕΡΙ ΑΝΟΜΊΑΣ, ΚΑΤΑΛΉΨΕΩΝ, ΒΙΑΣ, ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΚΑΤΆΣΤΑΣΗΣ ΑΠΈΡΑΝΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΊΑΣ.

Ανοικτή επιστολή -καταγγελία προς την κοινωνία για τα αμέτρητα ‘κέντρα ανομίας’ που μας κυκλώνουν.

Απρίλιο του 2010 ξεκινά η Οδύσσεια μου, όπως και χιλιάδων άλλων συμπατριωτών μου, από την κρατική μηχανή. Έχοντας τρεις σοβαρότατες ασθένειες στην πλάτη μου, ‘εξασφαλίζω’ 67% αναπηρία, καθιστάμενος με αυτόν τον τρόπο όμηρος μιας μηχανής που θα με ‘επανεξετάζει’ ανά διετία.
Παραμένω έναν ολόκληρο χρόνο απλήρωτος, και ξεκινώ να εισπράττω την σύνταξη που δικαιούμαι την άνοιξη του ‘11. Το πως καταφέρνω να επιζώ όλο αυτό το διάστημα δεν ενδιαφέρει κανένα ‘υπεύθυνο’!
Απρίλιος του ‘12 η σύνταξη λοιπόν διακόπτεται. Ξανακάνω τα χαρτιά μου για να περάσω εκ νέου επιτροπή. Λες και οι επιπτώσεις στην υγεία μου από ένα τετραπλό by pass και μια στάσιμη λευχαιμία είναι δυνατόν να βελτιωθούν!

Να μη μιλήσω για την στεναχώρια που δημιουργείται έπειτα απ’ όλ’ αυτά! Απέραντη !
Από τον Απρίλη λοιπόν, και μέχρι σήμερα που μιλάμε. ….μην είδατε τον Παναή.
Εισόδημα μηδέν, περιμένω. …και βλέπουμε……
Υπό κατάσταση πολιορκίας…..
Εν μέσω απειλών, όσον αφορά λογαριασμούς, φόρους, αυξήσεις, τέλη κλπ καλούδια από τα διάφορα παρελκόμενα μιας συνεχούς παρανομίας την οποία καλούμαστε να υπομένουμε. Από έναν μηχανισμό ο οποίος υποχρεώνει να πληρώνεις και χωρίς να εισπράττεις, απειλώντας με αντίποινα τους αδυνατούντες, ξέρετε, διακοπές πληρωμών, φυλακίσεις κλπ.

Γνωρίζετε και άλλους λόγους για τους οποίους οι αποφάσεις που λαμβάνονται το τελευταίο, και όχι μόνο, διάστημα είναι παράνομες. Εγώ θα αναφέρω την κυριότερη στα μάτια μου αιτία, αυτή από την οποία ξεκινούν και όλες οι υπόλοιπες :
ΑΥΤΟΊ ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΒΡΊΣΚΟΝΤΑΙ ΕΚΕΊ ΠΆΝΩ, ΣΤΕΛΕΧΏΝΟΥΝ ΤΟΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΌ, ΠΑΤΏΝΤΑΣ ΣΕ ΈΝΑ ΚΑΛΠΟΝΟΘΕΥΤΙΚΌ ΣΎΣΤΗΜΑ, ΠΟΥ ΦΤΙΆΞΑΝ ΣΤΑ ΜΈΤΡΑ ΤΟΥΣ, ΏΣΤΕ ΝΑ ΔΊΝΕΙ ΠΛΕΙΟΨΗΦΊΑ ΕΚΕΊ ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΕΙ.

Τα προεκλογικά τους ψέματα δεν τα μασάμε.
Η αποχή υπερβαίνει το 30%.
Εάν κάνετε τους υπολογισμούς θα δείτε πως αυτοί που κυβερνούν βασίζονται σε μια φούσκα που εμείς οι υπόλοιποι, με την ανοχή και την παθητικότητά μας επιτρέπουμε.
Εστίες ανομίας λοιπόν είναι τα κομματικά και πολιτικά τους γραφεία, και όλα τα γραφεία του κρατικού μηχανισμού που επιτρέπουν, όλοι εμείς οι αιχμάλωτοι του πολέμου που έχουν εξαπολύσει ενάντια στην κοινωνία, να ζούμε χωρίς αξιοπρέπεια.
Δεν τους χρωστάμε τίποτα. Δεν διαπλεχτήκαμε ποτές. Δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις κλοπές, την απληστία, τις παρανομίες και τις καταχρήσεις τους.

Χρόνια τώρα έχουν καταβροχθίσει απίστευτα ποσά.
Διαβάζεις φορολογικές δηλώσεις ντροπής. Απίστευτες καταθέσεις, κατοχή αναρίθμητων ακινήτων από όλους αυτούς που μας αρνούνται το αυτονόητο, την αξιοπρέπειά μας.
Όλοι τους λοιπόν. Και όσοι τους στηρίζουν. Είστε υπεύθυνοι για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας!
Εστίες ανομίας είναι τα σπίτια και τα γραφεία σας.
Έχετε κάνει κατάληψη στα δικά μας σπίτια, στις ζωές μας.
Είμαι κι εγώ καταληψίας λοιπόν. Δυστυχώς, και το επαναλαμβάνω, δυστυχώς μονάχα στην ψυχή. Μιας και οι δυνάμεις δεν μου επιτρέπουν να μπω μες στα γραφεία σας και να ξαναβγώ μονάχα με την πολιτική σας εξαφάνιση!

Που ίσως αργήσει ακόμη λιγάκι. Αλλά να είστε σίγουροι πως θα έρθει. Που θα πάει ;
Άντε και με ξαναπερνούν επιτροπή σε κάποιους μήνες από τώρα. Και επαναλαμβάνω πως δεν είμαι ο μόνος που περιμένει τόσο διάστημα, είμαστε χιλιάδες.
Μέχρι τότες τι γίνετε ;
Και μετά ; Πόσο θα χρειαστεί να περιμένουμε ακόμη ;
Ο μηχανισμός σας όμως λειτουργεί κανονικά.
Κι εμείς ζητιανεύουμε!
Μας κλέβετε την αξιοπρέπεια και είστε παράνομοι.
Χώροι ανομίας τα πόστα σας!

Υπάρχουν, λέει, λίστες. Εγώ γνωρίζω αυτή με τα ονόματα όλων αυτών που δουλεύουν στον μηχανισμό, και αυτών που στηρίζουν τον μηχανισμό.
Και μας έχουν στερήσει την αξιοπρέπεια.
Σε εμένα και χιλιάδες άλλους συμπατριώτες μου.
Ας το ξανασκεφτούν.
Με ξεσκέπαστο πρόσωπο.
Μιχάλης Μαυρόπουλος.
Ένας ακόμη καταληψίας.

Σαν υστερόγραφο :
Μιας και Σίμος Κεδίκογλου και λοιποί αντιπρόσωποι των κυβερνητικών εταίρων σκούζουν και καταδικάζουν την βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, ας παραιτηθούν από τα πόστα τους σε μια πράξη ευθύνης, συμπαραστεκόμενοι σε όλους εμάς που υφιστάμεθα τη βία του απάνθρωπου συστήματος που υπηρετούν, με το αζημίωτο φυσικά. Τη βία που εγώ και τόσοι πολλοί άλλοι, αιχμάλωτοι και όμηροι της απληστίας τους υφιστάμεθα.
Σταματήστε λοιπόν τις ανούσιες συζητήσεις περί βίας, εσείς όλοι οι μεγαλύτεροι βιαστές της σύγχρονης ιστορίας.
Δεν μπορούμε να σας συμπαθήσουμε, όσο και αν φωνασκείτε!

Αυτό το κείμενο γράφτηκε 13 Ιανουαρίου 2013, Κυριακή μεσημέρι. Είχα σκοπό να το στείλω στις εφημερίδες για δημοσίευση. Τελικά αποφάσισα να το ενσωματώσω εδώ σαν επίλογο. Πριν ακόμη προφτάσω να τελειώσω την πληκτρολόγηση, ένα μήνα αργότερα, και συγκεκριμένα 20 Φεβρουαρίου του ‘13 πέφτει υπόψη μου η ανάληψη ευθύνης για την απαλλοτρίωση τράπεζας στην Αθήνα και το μοίρασμα της λείας σε ανήμπορους πολίτες, με επιστολές που στέλνονται σπίτια τους ύστερα από χακάρισμα του Υπουργείου από τους αγωνιστές, στους οποίους περιήλθε η λίστα με τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Πρωτοποριακή η δράση, πρωτοποριακή και η σκέψη. Σας μεταφέρω αυτούσια την άποψή τους λίγο πιο κάτω, προσθέτοντας μονάχα το εξής σύνθημα που ακούγεται στις πορείες :
‘δεν υπάρχουν Έλληνες, δεν υπάρχουν ξένοι, υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεσμένοι’.

ΥΣΤΡ. Βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού και η ταλαιπωρία συνεχίζεται. Στα όρια της πείνας πλέον αποφασίζω και επισκέπτομαι αυθόρμητα τις Αρχές. Με συνοδεύει φίλος δημοσιογράφος που μου συμπαραστέκεται. Ο Aντιπεριφεριάρχης επικοινωνεί αυτοστηγμί με τον Πρόεδρο του ΕΟΠΠΥ, ο οποίος την ίδια ημέρα απασχολεί τις υπηρεσίες του. Προς τιμήν τους. Το σωστό να λέγεται. Το κακό όμως είναι πως κατακαλόκαιρο ο μηχανισμός παραλύει. Από Σεπτέμβρη λοιπόν ! Θα συμπληρώσω έτσι ενάμιση χρόνο απλήρωτος!
Αλίευσα λοιπόν από το διαδίκτυο το παρακάτω κείμενο που φωτογραφίζει την κατάσταση από μιαν άλλη οπτική γωνία :
Γράφει αναγνώστης στο πολιτικό καφενείο:

  • Καλημέρα. Χθες πήγαμε με την μητέρα μου στο Θεαγένειο για τις προγραμματισμένες εξετάσεις της. Από την είσοδο ακόμη, με τις τεράστιες ουρές, λόγω μείωσης των διοικητικών, αισθάνθηκα την κρίση να με υποδέχεται αυτοπροσώπως. Στην τεράστια αίθουσα αναμονής των εξωτερικών ιατρείων το αδιαχώρητο κι όμως απόλυτη σιωπή. Από το 2002 που επισκέπτομαι αυτό το νοσοκομείο είναι η πρώτη φορά που είδα τόσους πολλούς φοβισμένους, εντελώς παρατημένους ανθρώπους. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον καρκίνο, μια αρρώστια που – παρά τα λεγόμενα – θεραπεύεται, προϋποθέτει όμως πρόληψη, σωστή περίθαλψη και ηθικό ακμαιότατο.

Έχει να κάνει με την αγωνία του κόσμου σε τι γιατρό θα πέσει, αν υπάρχουν φάρμακα, αν θα υπάρχει σε λίγο το ίδιο το νοσοκομείο.
Οι περισσότεροι έμπειροι γιατροί βγήκαν άρον-άρον στη σύνταξη ή τα βρόντηξαν αφού αδυνατούν να δουλέψουν με τα περιορισμένα μέσα που τους παρέχει το κράτος, οι υπόλοιποι παλεύουν, απλήρωτοι, σε συνθήκες απαράδεκτες. Το ίδιο αποδεκατισμένο και το νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό.

Η ώρα των ραντεβού δεν τηρείται, η εξέταση διαρκεί λιγότερο για να ‘εξεταστούν’ όλοι, αν και ο διάβολος, όπως και η αρρώστια κρύβεται στις λεπτομέρειες. Μέσος χρόνος αναμονής πέντε ώρες. Η επαφή με τον γιατρό – λόγω έλλειψης χρόνου – συμπιέζεται, περιορίζεται σε μία ματιά στο φάκελο, μία γρήγορη ψηλάφηση, άντε και να προλάβει ο ασθενής να διατυπώσει μια απορία.Το ευχαριστώ προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις να το πεις στην έξοδο.

Πας σε αυτό το νοσοκομείο για να κερδίσεις χρόνο πάνω σε αυτή τη γη και φεύγεις με την πίκρα πως η πολιτεία είναι με το θεριό και όχι μ’ εσένα, έστω κι αν δεκαετίες ολόκληρες πλήρωνες αδρά γι αυτές τις ώρες που την χρειάζεσαι. Αισθάνομαι την υποχρέωση να πω ένα μεγάλο μπράβο στο προσωπικό που επιμένει να προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό αυτές τις συνθήκες, αλλά και να βροντοφωνάξω ΝΤΡΟΠΉ μας που επιτρέπουμε, παραμένοντας αδρανείς, να μας δολοφονούν κάθε μέρα [ Νίκη Βίκου, 23 Απριλίου, 11΄48 π.μ.]

Ελένη, Θάνου Μικρούτσικου.

  • Ανάληψη ευθύνης πράξης και φιλοσοφίας.
    Το προφανές.
    Είναι απαράδεκτο κάποιοι να ζουν μες την αφθονία και κάποιοι άλλοι να μην έχουν να φάνε και που να κοιμηθούν. Η κοινωνία είναι συλλογικά υπεύθυνη για τέτοιες αδικίες και πρέπει όλοι μας να κάνουμε ότι μπορούμε για να διορθωθούν. Θα πει κανείς ότι μια ληστεία τράπεζας είναι κάτι το παράνομο και κάτι το ανήθικο. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, κατά την γνώμη μας, ιδίως όταν γίνεται με τον τρόπο το δικό μας [ριφιφί], χωρίς απειλές και χωρίς αίμα. Στη συνέχεια δικαιολογούμε τη στάση μας.
    Η θεμελιώδης και άπειρη κοινωνική αδικία

Οι κοινωνίες έχουν κάθε συμφέρον να γεννιούνται νέοι άνθρωποι, ώστε να μπορούν να αναπαράγονται, και γι αυτό επιτρέπουν τις γεννήσεις και μάλιστα στον δυτικό κόσμο δίνουν και κίνητρα γι αυτές. Σε κάποιες περιπτώσεις όπου το κράτος θεωρεί ότι δεν είναι συμφέρουσες οι επιπλέον γεννήσεις, αυτές ποινικοποιούνται. Για παράδειγμα, στην Κίνα με την κρατική ‘πολιτική του ενός παιδιού’.
Επομένως, και στον βαθμό που οι κοινωνίες στηρίζουν και ευνοούν τις γεννήσεις αναλαμβάνουν μεγάλη ηθική ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που γεννιούνται. Απέναντι δηλαδή σε αυτούς που έρχονται στη ζωή χωρίς να ρωτηθούν προς το συμφέρον της κοινωνίας. Και που η μοίρα τους είναι σημαδεμένη εξ αρχής με τον πιο σκληρό τρόπο: τελική αναπόφευκτη μοίρα ο θάνατος. Και αυτοί που μιλάνε για το αρχικό ‘δώρο’ της ζωής, ας σκεφτούν και το τελικό ‘δώρο’ του θανάτου και το πόσο χρονικό διάστημα απολαμβάνει κανείς το ένα δώρο και πόσο χρονικό διάστημα το άλλο.

Στη συσκευασία του δώρου του θανάτου πάντως γράφει ‘αιωνιότητα’. ενδιάμεσα [ανάμεσα δηλαδή στα δύο ‘δώρα’] είναι πιθανά διάφορα δεινά, ανάμεσα στα οποία ο θάνατος αγαπημένων προσώπων και τα γηρατειά [αν φτάσει κανείς σε αυτά] είναι επίσης αναπόφευκτα.
Τελικό συμπέρασμα : οι κοινωνίες δεν μπορούν να σφυρίζουν αδιάφορα απέναντι στη θεμελιώδη ανθρώπινη μοίρα την οποία οι ίδιες προκαλούν.
Ο άνθρωπος απέναντι στην θεμελιώδη και άπειρη κοινωνική αυθαιρεσία – η περίπτωση του εγκληματία.

Κανείς άνθρωπος που έρχεται στη ζωή δεν είναι υποχρεωμένος να σέβεται τους τυπικούς κοινωνικούς νόμους και τα οποιαδήποτε κοινωνικά ήθη και έθιμα, στο βαθμό που έρχεται στη ζωή χωρίς να ρωτηθεί για τίποτα απ’ όλα αυτά και κυρίως χωρίς να έχει συμφωνήσει για όλα αυτά από πριν. Αντιμετωπίζει δηλαδή εντελώς αυθαίρετα μια τεράστια πραγματικότητα την οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί, από την σκοπιά της αυτόνομης σκέψης και συνείδησής του.

Από αυτή την άποψη δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ακόμη και τον χειρότερο εγκληματία, αφού δεν έχει υπογράψει, προ της αυθαίρετης [με ευθύνη της κοινωνίας] γεννήσεώς του, κανένα πρωτόκολλο κοινωνικής συμβίωσης και κανένα κοινωνικό συμβόλαιο με τα οποία, λόγω της υπογραφής του, να δεσμεύεται. Κάθε εγκληματίας είναι από αυτή την άποψη και ένας εξεγερμένος απέναντι στην κοινωνική αυθαιρεσία της γέννησής του όσο και απέναντι στην τελική σκληρή κατάληξη αυτής της αυθαιρεσίας, δηλαδή του θανάτου. Κάτω από αυτό το πρίσμα ερμηνεύουμε τις ακόλουθες δύο ρήσεις του Νίτσε :
– ‘ο εγκληματίας συχνά δεν βρίσκεται στο ύψος της πράξης του : την μειώνει και την συκοφαντεί’.
– ‘οι δικηγόροι ενός εγκληματία είναι σπάνια αρκετά καλλιτέχνες ώστε να μετατρέψουν υπέρ του δράστη, την όμορφη φρίκη της πράξης του’.

Η ελάχιστη κοινωνική ευθύνη.
Το ελάχιστο που οφείλει λοιπόν να κάνει μια κοινωνία, απέναντι στην πρωταρχική τεράστια ευθύνη που αναλαμβάνει με την αποδοχή της γέννησης ενός ανθρώπου, χωρίς σε καμία περίπτωση οποιαδήποτε ανταποδοτική ενέργεια να είναι αρκετή, είναι το να κάνει το διάστημα μεταξύ των δύο θεμελιακών ‘δώρων’ [της ζωής και του θανάτου] όσο το δυνατόν περισσότερο καλοβίωτο. Όταν όμως η κοινωνία παραβιάζει ακόμη και αυτή τη στοιχειώδη υποχρέωση, όπως στις μέρες μας, τότε ανοίγονται, κατά την γνώμη μας οι εξής δρόμοι :

Οι δρόμοι που ανοίγονται [κατά την γνώμη μας] μπροστά στον κάθε άνθρωπο :
– Αποδοχή από τον άνθρωπο της απύθμενης και ασύλληπτης από την ανθρώπινη διάνοια κοινωνικής αναλγησίας. Η υπακοή δηλαδή του ανθρώπου σαν ενός δούλου-τεράστιου θύματος.
– Η εγκληματική εξέγερση. Οτιδήποτε μπορεί να γεννήσει το ανθρώπινο μυαλό και το οποίο θα τεθεί στην υπηρεσία ενός σκληρού και αδυσώπητου εγωισμού, αντίστοιχου μεγέθους με την τεράστια αυθαιρεσία της και επιπλέον, μετά, με την αναλγησία της οποιοδήποτε έδαφος συνεννόησης, διακανονισμού και συμβολαίου. Επομένως πρέπει να είναι έτοιμη για τα χειρότερα. Σε αυτή την περίπτωση τα όρια της εγκληματικής εξέγερσης περιορίζονται μόνο από τους υπολογισμούς του εγωιστικού συμφέροντος του ατόμου. Ότι δηλαδή το εξεγερμένο άτομο πρέπει να περιμένει εκδικητικές απαντήσεις από την κοινωνία. Εκτός αν μιλάμε για τυφλή εξέγερση.

Ο δρόμος της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.
– η εξέγερση μέσα σε συνεργασία και αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη προκύπτει από το εξής : όλοι οι άνθρωποι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα. Τα δύο ίδια και απαράλλακτα ‘δώρα’, τη ζωή και τον θάνατο. Αφού λοιπόν βρεθήκαμε με αυτά τα καταλυτικά δώρα, χωρίς να ερωτηθούμε, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να κάνουμε τον βίο μας όσο το δυνατόν περισσότερο ανεκτό και ευχάριστο. Και για να το κάνουμε αυτό πρέπει καταρχήν να εξετάσουμε τα πράγματα από την αρχή, χωρίς κανένα προαπαιτούμενο από αυτά που μας φλομώνει το κοινωνικό συμφέρον. Οι παραπάνω σκέψεις νομίζουμε ότι είναι ένα τέτοιο είδος αυτόνομης εξέτασης των πραγμάτων. Στη συνέχεια αν δεν διαλέξουμε τον δρόμο της [λιγότερο ή περισσότερο] εγκληματικής εξέγερσης, διαπιστώνουμε [τουλάχιστον εμείς] ότι υπάρχει ένας δρόμος, αυτός της συνεργασίας και της αλληλεγγύης που μπορεί να βοηθήσει σε έναν καλό βίο. Στο βαθμό όμως που η κοινωνία εκτός από αδιανόητα αυθαίρετη καθίσταται και ανάλγητη, η συνεργασία και η αλληλεγγύη είναι δυνατόν να πάρουν και μορφές μη τυπικά νόμιμες.

Αυτό γιατί ήδη η κοινωνία καταπατά η ίδια τις οποιεσδήποτε θεμελιώδεις ηθικές νομιμότητες, όπως έχει ήδη καταδειχθεί. Το όριο τώρα στις μη τυπικά νόμιμες ενέργειές μας, που γυρεύουν ωστόσο να επιστρέψουν κομμάτι τουλάχιστον της ουσιαστικής και θεμελιώδους κοινωνικής νομιμότητας, είναι η επικέντρωση στις αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης που ζητάμε μέσω αυτών τον καλό βίο.
Όχι σε δογματισμούς και φονταμενταλισμούς.

Εδώ θέλουμε να κάνουμε μια μικρή διευκρίνιση, πριν ακολουθήσουν δύο μεγαλύτερες : οι αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης δεν αποκλείουν αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘ευγενικό συναγωνισμό’ [και όχι ανταγωνισμό] ή ‘ευγενή συναγωνιστική άμιλλα’. Κάνουμε αυτή τη διευκρίνιση γιατί δεν μας αρέσουν καθόλου όλες οι μονόπατες εκδοχές και επιλογές και δεν σκοπεύουμε να προτείνουμε πολιτικές καταπίεσης στοιχείων της ανθρώπινης φύσης, όπως αυτή έχει παραχθεί στη πορεία χιλιετιών, προς όφελος κάποιων άλλων. Που εμείς θεωρούμε ιδανικά.
Γιατί δεν είμαστε υπέρ των ένοπλων ληστειών.

Μια ληστεία τράπεζας, για τον σκοπό που την επιδιώξαμε και την οργανώσαμε εμείς, δηλαδή να δώσουμε ένα έμπρακτο παράδειγμα μη τυπικά νόμιμης, αλλά ουσιαστικά και θεμελιακά νόμιμης ενέργειας αλληλεγγύης σε ανθρώπους που κάτω από την επικεφαλίδα ‘δικαιούχοι προνοιακών επιδομάτων’, δυστυχούν, δεν μπορεί να παραβιάζει την ίδια την αξία της αλληλεγγύης. Γιατί παραβίαση της αξίας της αλληλεγγύης θα ήταν να μπουκάρουμε σε μια τράπεζα με όπλα και να απειλήσουμε όχι τους μεγαλομετόχους, όχι την ίδια την τράπεζα, αλλά τον κάθε άνθρωπο στον οποίο ακριβώς θέλουμε να προτείνουμε σαν αξία την συνεργασία και την αλληλεγγύη.
Για τις πολιτικές ιδεολογίες.

Θα μπορούσε κανείς να μας αντιτείνει ότι τον δρόμο της συνεργασίας και της αλληλεγγύης τον έχουν προτείνει ήδη, με τον δικό τους τρόπο, οι πολιτικές ιδεολογίες και ιδίως αυτές που έχουν αντικαπιταλιστικές προθέσεις. Νομίζουμε όμως ότι οι πολιτικές ιδεολογίες, ακόμη και οι πιο επαναστατικές, ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους, τον κορδωμένο στα ρετιρέ της ιστορίας, και για την επικράτησή τους και πολύ λιγότερο ενδιαφέρονται για τον κάθε συγκεκριμένο και μοναδικό άνθρωπο. Εμείς ακολουθούμε την εντελώς αντίθετη σκέψη και πρακτική. Κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, που έχει ριχθεί χωρίς την θέλησή του στη ζωή, πρέπει να είναι απόλυτα σεβαστός, ακριβώς γιατί περνάει την ίδια θεμελιώδη περιπέτεια με μας και γιατί ακόμη αν δεν τον σεβαστούμε τότε θα προσθέσουμε έναν ακόμη πόνο σε αυτούς που περνάει ο κάθε άνθρωπος από την μοίρα του και την κοινωνική αυθαιρεσία. Και δεν επιθυμούμε στην κοινωνική αυθαιρεσία να προσθέσουμε και τη δική μας αυθαιρεσία.

Στην παραπάνω σκέψη υπάρχουν ενδεχομένως και κάποιες εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, αν μας δινόταν η ευκαιρία μάλλον δεν θα δείχναμε κανέναν σεβασμό στον Χίτλερ και τη ζωή του. Μάλλον όμως θα δείχναμε σεβασμό απέναντι στη ζωή ενός αιχμάλωτου Χίτλερ.
Η συνεργασία και η αλληλεγγύη.
Ο κάθε άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να δείξει και με πολλούς τρόπους τη διάθεσή του για συνεργασία και αλληλεγγύη. Πολλοί όμως θεωρούν ότι σε μία κοινωνία που οι περισσότεροι νοιάζονται με τον πιο εγωιστικό τρόπο μόνο για τον εαυτό τους, μια τέτοια στρατηγική ζωής θα ήταν μια στρατηγική μειονεκτήματος. Η γνώμη μας είναι ότι η σκέψη αυτή είναι λαθεμένη για δύο λόγους.
– στους ανθρώπους στη μακρά εμπειρία της κοινωνικής συμβίωσής τους με άλλους ανθρώπους, έχουν αναπτυχθεί εσωτερικές ανταμοιβές σε σχέση με τις ‘καλές’-θετικές πράξεις τους με κοινωνικό αντίκτυπο.

Η εσωτερική ευτυχία που τόσοι αναζητούν απεγνωσμένα, πράγματι, δεν κατακτάται με τα χρήματα, τη φήμη και τις άλλες πλευρές της ματαιοδοξίας. Αν και είναι αλήθεια ότι η δύναμη, που σημαίνουν τα χρήματα, η φήμη κλπ μεθάει. Όμως ποιος θα έλεγε ότι ακόμη και το καλύτερο μεθύσι είναι εξαιρετικά ευάλωτα στα γυρίσματα της τύχης, ώστε να μπορούν να ανακηρυχθούν ευτυχία που είναι κάτι πιο βαθύ και λιγότερο ευάλωτο. Αντίθετα η ηθικότητα, αυτήν που έχει κατακτήσει ο καθένας σαν δικιά του και μοναδική ηθικότητα και όχι αυτή που του έχουν βάλει έτοιμη στο κεφάλι, εξαρτάται μόνο από τον ίδιο και τις πράξεις του [και όχι από τα γυρίσματα της τύχης] και προσφέρει στον άνθρωπο μεγάλη εσωτερική ικανοποίηση.

Οι αρχές της συνεργασίας και της αλληλεγγύης είναι ακριβώς ηθικές αρχές και ηθική στάση, που γι αυτούς που την έχουν δοκιμάσει γνωρίζουν την εσωτερική ικανοποίηση που προκαλεί. Και πολλές φορές μάλιστα, τόσο πιο μεγάλη είναι αυτή η ικανοποίηση, όσο πιο δύσκολη γίνεται, από κοινωνική άποψη, η ηθική αυτή στάση.
– ακόμη και οι πιο μεμονωμένες και απομονωμένες πράξεις συνεργασίας και αλληλεγγύης, ποτέ δεν πηγαίνουν χαμένες. Μπορεί να μην αποδεικνύονται και επιδεικνύονται από την κοινωνία με τον φασαριόζικο τρόπο και λαμπρό που πολλές φορές γίνεται αυτό με τις πράξεις χρήματος και ματαιοδοξίας, αλλά όμως ‘δουλεύουν’ μέσα στην κοινωνία με τον σιωπηλό και βαθύτερο τρόπο του αληθινά πολύτιμου.

Και οι πολύτιμες αυτές πράξεις ψάχνουν να βρουν τις όμοιες τους. Και τότε δημιουργούν αφανή πλέγματα. Πλέξεις μιας άλλης κοινωνικής υφαντικής. Και τα πλέγματα αυτά μπορούν να δημιουργήσουν ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα. Και έτσι τελικά αλλάζουν οι κοινωνίες. τελική πρόταση.
Δεν θέλουμε να πούμε κάτι για τις επιχειρησιακές μας ενέργειες. Για το πως για παράδειγμα απενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός του συναγερμού της συγκεκριμένης τράπεζας ή για το πως ‘κλέψαμε’ ηλεκτρονικά αρχεία του υπουργείου. Αυτά δεν είναι που έχουν κατά την γνώμη μας σημασία.
Αντίθετα, σημασία έχει η πρόταση για ηθική στάση [ και ειδικότερα η πρόταση της συνεργασίας και της αλληλεγγύης ], που η αυτόνομη σκέψη του καθενός μπορεί να οργανώσει μέσα του και που πάντα παραμένει κάτι το ‘ανοικτό’ εφόσον και η αυτόνομη σκέψη είναι πάντα ‘ανοικτή’. Σημασία έχει στη συνέχεια η κοινωνική υφαντική και τα κοινωνικά δίκτυα. Αυτές είναι οι επιχειρησιακές στρατηγικές που προτείνουμε. Που είναι ταυτόχρονα, και είναι πολύ σημαντικό αυτό, και στρατηγικές εαυτού και ευτυχίας. Όλα τα άλλα είναι πολύ μικρότερης σημασίας και δεν αξίζουν, κατά τη γνώμη μας, αναφοράς.

Αυτόνομοι [ και αυτοδιαλυόμενοι] πυρήνες για την συνεργασία και την αλληλεγγύη.
Υστερόγραφο. Γιατί ‘αυτοδιαλυόμενοι’ ;
Γιατί πιστεύουμε ότι όταν μια ομάδα αποκτά την μορφή κάποιας ‘οργάνωσης’, καταλήγει να σκέπτεται τον κόσμο κάτω από το δικό της πρίσμα, το οποίο παγιώνει, και κάτω από τα δικά της ‘συμφέροντα’. τότε ο κόσμος και η κοινωνία καταλήγουν να υπάρχουν προς το συμφέρον της και όχι το αντίστροφο. Επομένως, καλή συντροφιά κάναμε, ας φτιάξουμε άλλες συντροφιές και με εντελώς άλλες βλέψεις. Πάντα, σε ότι αφορά εμάς, και για όσο δεν αλλάζουμε άποψη, μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.

οι ερυθρές ταξιαρχίες, le Brigate rosse 2

  • Στέλνω κλείνοντας χαιρετισμό στον φίλο που έφυγε νωρίς, μαζί και στον Πέππα και τον Χαλκίδη, που μοιράστηκαν μαζί μου, στιγμές μοναδικές.
    Νίκος Σαλαβάτης 1999 Μίλτος Πασχαλίδης Θανάσης Γκαϊφύλλιας
    ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΙ

Σ’ ένα κόσμο με σειρήνες, στους πολλούς δίχως ευθύνες και σε όσους δίχως μνήμες μου μιλούν για τα παιδιά, αντιστέκομαι.
Σ’ όλους που τα ξέρουν όλα, και σ’ αυτούς που θέλουν τώρα όλα αυτά που ούτε οι ίδιοι ονειρεύτηκαν, αντιστέκομαι.
Σε ατάλαντους κριτές, άγνωστης μάχης μαχητές που δεν πολέμησαν ποτέ, αντιστέκομαι.
Στους άλλους, που μιλούν πάντα για άλλους, που δεν βλέπουνε μπροστά τους καθισμένοι στη σκιά τους, αντιστέκομαι.
Στους φίλους, που δεν ξέρουν τι είναι φίλος, που οι πόνοι όταν σε σφίγγουν ψάχνουν πόρτα για να φύγουν, αντιστέκομαι.
Αντιστέκομαι στην βία, που την βάπτισαν αγία και σε όσους έχουν μάθει ν’ ασελγούν στην ιστορία, αντιστέκομαι.
Σε εραστές της εξουσίας, [σπέρματα άνευ ουσίας], σε γραφειοκράτες δίχως ίχνος φαντασίας, αντιστέκομαι.
Στους βλάκες, τους κρετίνους, τους μαλάκες, που παντού με ξένες πλάτες μας ξεσκίζουνε, αντιστέκομαι.
Μα μένω σ’ ένα χώμα ποτισμένο μ’ αίμα, και κόκκαλα σπαρμένο αυτών που εμπιστεύομαι.
Εμπιστεύομαι τον ήλιο, τη σελήνη και τον φίλο που ονειρεύεται εμπιστεύομαι.
Τα παιδιά που όταν δακρύζουν σ’ αγκαλιές που παν ν’ ανθίσουν τις ποτίζουν με φιλιά, εμπιστεύομαι.

Ευχαριστώ πολύ και σας φιλώ
Μιχάλης Μαυρόπουλος
Καβάλα, Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013.

Ετοιμάζομαι να κλείσω όταν το βλέμμα μου πέφτει σε κάτι παλιότερες σημειώσεις. Αντιγράφω λοιπόν, πιστεύω πως αξίζει τον κόπο :

……να λυπάστε ένα έθνος που φορά ένα ρούχο που δεν το έχει υφάνει, που τρώει ψωμί που δεν το έχει θερίσει και πίνει κρασί που δεν έχει τρέξει από το πατητήρι του. ….να λυπάστε ένα έθνος που ονομάζει ένα βίαιο άνθρωπο ήρωα. …που περιφρονεί το πάθος του στο όνειρο και ωστόσο γίνεται σκλάβος στο ξύπνιο του. …να λυπάστε ένα έθνος που δεν σηκώνει τη φωνή του και δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο όταν ο λαιμός του βρίσκεται ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα. …να λυπάστε ένα έθνος που ο κυβερνήτης είναι αλεπού, ο φιλόσοφος του ταχυδακτυλουργός και η τέχνη του, τέχνη μπαλώματος και μιμικής. …να λυπάστε ένα έθνος που υποδέχεται τον καινούριο κυβερνήτη με σαλπίσματα και τον αποχαιρετά με γιουχαίσματα, για να καλωσορίσει και πάλι κάποιον άλλο με σαλπίσματα… .να λυπάστε ένα έθνος που οι σοφοί του είναι βουβοί από τα χρόνια και που οι δυνατοί του άντρες είναι ακόμα στην κούνια. …να λυπάστε ένα έθνος που είναι χωρισμένο σε κομμάτια και που κάθε κομμάτι θεωρεί τον εαυτό του ένα έθνος…..
ΧΑΛΊΛ ΓΚΙΜΠΡΆΝ, Ο ΚΉΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΉΤΗ.

Σαν υστερόγραφο:

‘……και να ζουν μεταξύ τους όλοι ίσοι και με ίση περιουσία, επιδιώκοντας να πρωτεύουν στην αρετή. Και λένε πως όταν κάποτε αυτό… γύριζε από ταξίδι… χαμογέλασε και είπε σ’ αυτούς που ήταν μαζί του πως η Λακωνική ολόκληρη μοιάζει με χώρα που ανήκει σε αδέλφια…’
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ‘Βίοι παράλληλοι’, Λυκούργος, 7.

ΚΙ ΑΠΌ ΤΟΝ ΛΆΚΗ ΧΑΛΚΙΆ :

Έκανε κρύο κι εμείς δουλεύαμε
ήμουν εγώ ο Κωνσταντής ο Πάμπλο και ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς φορτώναμε
ήμουν εγώ κι ο Κωνσταντής κι ο Ιταλός ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς γκρεμίζαμε
ήμουν εγώ κι ο φίλος μου ο Ιταλός ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς παγώναμε
ήμουν εγώ κι ο σκύλος που έκλαιγε τον Ρόκκο.

http://vimeo.com/90865784

Φοβάμαι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

DSC02237

Iron Maiden – Fear Of The Dark (Argentina 2009 Flight 666)

ληστές με σφιγμένη γροθιά – μιλά ο SANTE NOTARNICOLA, πρωτοπαλίκαρο της μπάντα Καβαλέρο, LUOGOTENENTE DELLA BANDA CAVALLERO: “λήστευα τις τράπεζες όχι για να πλουτίσω. ήμασταν προλετάριοι και κομουνιστές” – το όνομά του μέσα στα δεκατρία για τους οποίους οι  BR ζητούσαν ανταλλαγή για να ελευθερώσουν τον  MORO

ύστερα από τριάντα χρόνια φυλάκισης μιλά ο  Sante Notarnicola που λήστευε τράπεζες (έχει διαρρήξει 25) και έλεγε πως ήθελε την αποζημίωση των προλετάριων: “ήταν η επανάσταση ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία και την πολιτική που θα μας είχε όλους αποκοιμίσει. σήμερα? πρέπει να πάμε να κλέψουμε τους μαφιόζους της πολιτικής, όχι τις τράπεζες”…

ο Emiliano Liuzzi για το “il Fatto Quotidiano

   το ότι πίσω του υπάρχουν καταδίκες σε πέντε ισόβια και 28 χρόνια κράτησης το ξέρουν λίγοι, δεν γνωρίζουν ποια ήταν η μπάντα Καβαλέρο, της οποίας ήταν αυτός η ψυχή και πρωτοπαλίκαρο τους αρχηγού. ήταν από αυτούς που στην φυλακή ονομάζουν αμετανόητους : δεν μετάνιωσε ποτέ, δεν διαχώρισε ποτέ την θέση του, από τίποτα, έκανε τριάντα χρόνια μέσα, μετά, στα εξήντα βγήκε και έζησε εκείνο που η ζωή του επιφύλαξε σε έναν άλλο κόσμο.

Sante Notarnicola, στην ζωή του έκανε τον ανθοπώλη, μετά τον ληστή τραπεζών (άδειασε 25), ο συμπαθών των ερυθρών Ταξιαρχιών, το όνομά του ήταν μεταξύ αυτών τους 13 για τους οποίους οι εΤ ζήτησαν την ανταλλαγή με τον Aldo Moro, δεν είχε υπάρξει δικός τους, έγινε στο κελί, ανάμεσα στις Nuoro και Palmi.

Sante NotarnicolaSANTE NOTARNICOLA

τον εκτιμούσαν διότι εγνώριζαν πως δεν θα είχε προδώσει ποτέ. και κυρίως ήταν ένας δραπέτης, όπως υπήρξαν και οι αντάρτες. δεν είναι ένας άνθρωπος των πολλών λόγων. κουβαλάει μαζί του όλα τα τριάντα χρόνια της φυλακής : αναμιγνύει τον καφέ στην moka, πριν τον σερβίρει στα φλυτζάνια, και το κάνει μόνον αυτός που έχει πολύ χρόνο; φωτίζει το μπάνιο με εκείνες τις λάμπες νέον που χρησιμοποιούν κυρίως οι κρατούμενοι; δεν έχει ξυραφάκι διότι στην φυλακή απαγορεύονταν, και ξυρίζεται ακόμη και σήμερα με το μηχανάκι. κυρίως όμως, όταν μιλά, δεν κάνει ποτέ ονόματα. μόνον αναφορές.

εσείς σημαδέψατε μια μαύρη περίοδο της ιστορίας αυτής της Χώρας. δεν υπήρξαν οι βόμβες, όμως το όνομα της  banda Cavallero τρόμαζε…

   ληστεύαμε τις τράπεζες. είχαμε γίνει επαγγελματίες, δεν λαθεύαμε κανένα χτύπημα. γνωρίζαμε πως είχαμε τέσσερα λεπτά πλεονεκτήματος επί της αστυνομίας : υπήρχαν ήδη τότε συναγερμοί συνδεδεμένοι με τα κεντρικά, όμως πάντα η αστυνομία έκανε έναν παράξενο γύρο πριν φθάσει. εάν υπήρχε ήδη περιπολικό στην περιοχή όπου βρισκόμασταν σε δράση, μόλις λάμβαναν το σήμα κινδύνου ήταν υποχρεωμένοι πρώτα να περάσουν από την Ασφάλεια. μετά αυτό τέλειωσε, στο εικοστό πέμπτο χτύπημα το σταμάτησαν .

η ληστεία στο Milano και η ανταλλαγή πυρών που φαίνονταν πως δεν θα τελειώσει ποτέ

   ναι, εκείνη, στις 23 σεπτεμβρίου 1967. μας έπιασαν, εμένα και τον Piero, ύστερα από μια μικρή φυγοδικία, οκτώ ημέρες, για μια σειρά περιστάσεων. αλλιώς δεν θα είχαμε λαθέψει.

Il Pericolo delle banche del Nord - Ritorna la Banda Cavallero - Vincino dal Corriere 

Ό ΚΊΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΆΠΕΖΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΆ – ΕΠΙΣΤΡΈΦΕΙ Η BANDA CAVALLERO – VINCINO από την CORRIERE

ποιες περιστάσεις?

   ενώ βρισκόμασταν στην τράπεζα με τα όπλα στα χέρια ένας κρατούμενος ανέβηκε στην οροφή της φυλακής  San Vittore. σκέφτονταν μια μαζική απόδραση.όλοι οι καραμπινιέροι και οι αστυνομικοί του Μιλάνο ήταν μπροστά στην San Vittore. σε εκατό μέτρα απόσταση από την τράπεζα Banco di Napoli στο largo Zandonai όπου βρισκόμασταν εμείς και ληστεύαμε. όταν ξεκίνησε ο συναγερμός χάσαμε τα λεπτά πλεονεκτήματος. στο τέλος μας έπιασαν.

οι τίτλοι στις εφημερίδες μιλούσαν για »τα 30 λεπτά που τρομοκράτησαν το Μιλάνο»

   εγώ μέτρησα σαράντα. πυροβολούσαν αυτοί, η ασφάλεια, και πυροβολούσαμε εμείς. σαράντα λεπτά είναι μια αιωνιότητα. η φυγή, οι νεκροί, οι τραυματίες. έναν από εμάς τον άρπαξαν αμέσως.

σκοτώθηκαν τρεις, προλετάριοι όπως εσείς, ένας αχθοφόρος, ένα παιδί 17 χρονών, ένας μετανάστης από τον νότο. λίγες μέρες μετά πεθαίνει επίσης και ο άνθρωπος που βοήθησε τους αστυνομικούς να μπλοκάρουν τον Adriano Rovoletto. ένα πολεμικό ανακοινωθέν. πέθαναν κάτω από τα χτυπήματά σας και βαρύνουν τις συνειδήσεις σας.

   βρισκόμασταν σε πόλεμο. θέλαμε να ανατρέψουμε το σύστημα. μετά από 25 ληστείες θα ήμουν εκατομμυριούχος, όμως στην πραγματικότητα εμείς παίρναμε την αμοιβή μας σαν προλετάριοι και κομουνιστές, τα υπόλοιπα χρήματα χρηματοδοτούσαν τους μαχόμενους στην Αλγερία. δεν ήμασταν κλέφτες, ήμασταν ληστές. πολιτικοί, προερχόμασταν από το Κκ , όλοι, παρά την μανία που είχαμε όλοι μας να μη μπορούμε να κάτσουμε μέσα στο Κκι, υπερβολικά συντηρητικό.

ήσασταν σχολαστικοί στην προετοιμασία των ληστειών ?

   πολύ. δεν αφήναμε τίποτα στην τύχη. υπήρχαν οι συναντήσεις κατ’αρχήν. ζούσαμε στο Piemonte και συναντιόμασταν τα βράδια στους αγρούς για να προετοιμάσουμε το χτύπημα. το αυτοκίνητο που θα χρησιμοποιούσαμε για την φυγή το κλέβαμε το προηγούμενο βράδυ. τελευταίο ήταν ένα  1100. κι εδώ είχαμε εξελίξει την τεχνική, γρήγοροι, δίχως θορύβους. μπαίναμε στην δράση ύστερα από τρεις μήνες παρακολουθήσεων.

banda cavallero 4BANDA CAVALLERO 4

ήταν μετρημένο στο δευτερόλεπτο κάθε βήμα της Ασφάλειας. γνωρίζαμε ποιος κατέβαινε με τον σκύλο δεμένο στο λουρί, τι ώρα, πόσοι πελάτες υπήρχαν, πόσοι υπάλληλοι εργάζονταν. ξέραμε που ήταν ο συναγερμός. ότι έπρεπε να γνωρίζουμε, εξωτερικά, το γνωρίζαμε. η ληστεία επίσης στο Μιλάνο ήταν τέλεια από τεχνικής άποψης. είχαμε έναν εξαιρετικό οδηγό, τον καλύτερο. ήταν ένας νεαρός στην πρώτη και τελευταία του ληστεία με την μπάντα. βρισκόμασταν στο ανώτερο επίπεδο. στην πραγματικότητα δεν θα μας είχαν αρπάξει εάν δεν επρόκειτο για αυτόν που ανέβηκε στην οροφή.

η πρώτη ληστεία?

   στην Fiat, έξι εκατομμύρια. το 1960 μπορούσες να αποκτήσεις έξι διαμερίσματα στο κέντρο του Torino, με εκείνα τα λεφτά. σπίτια των 80, εκατό τετραγωνικών μέτρων.

φόβος, αδρεναλίνη? πως νιώθατε πριν και κατά την διάρκεια του χτυπήματος?

   δεν θυμάμαι, ή απλούστατα δεν θέλω να θυμάμαι. δεν θα είχα ποτέ αποδεχτεί αυτή την συνέντευξη εάν γνώριζα που θα κατέληγε. για εμένα είναι μια ζωή που έφυγε. μια ανάμνηση που παραμένει, όχι όμως για να την ανακαλώ. με ρωτάτε για τις πρώτες φορές? σε ένταση, ποτέ όμως φοβισμένοι. στη συνέχεια κατέστη μια κατάσταση πολύ τεχνική. γνωρίζαμε όλα αυτά που έπρεπε να γνωρίζουμε. ακόμη και πόσα χρήματα ήταν πιθανόν να πάρουμε μαζί μας. ήταν μια πολύπλοκη έρευνα και εργασία.

banda cavallero 3BANDA CAVALLERO 3

ήταν δύσκολο να ληστέψετε μια τράπεζα?

   τότε, και μιλώ για τα χρόνια του Εξήντα ναι, πολύ δυσκολότερο από εκείνο που συνέβη μετά είκοσι χρόνια αργότερα. δεν μπορούσες να κάνεις λάθος στο παραμικρό του προγραμματισμού, στις λεπτομέρειες. ένα σχέδιο με μια λάμπα εκτός τόπου και όλα θα είχαν τιναχτεί στον αέρα.

οι τράπεζες σήμερα?

   δεν ξέρω, δεν θέλω να το ξέρω. θα διακινδύνευες να φύγεις με εκατό ευρώ. σήμερα θα έπρεπε να πας να κλέψεις τους μαφιόζους της πολιτικής. όχι τις τράπεζες.

ψηφίζετε ακόμη τους κομουνιστές?

   δεν ψηφίζω, έχασα τα πολιτικά δικαιώματα. δεν νιώθω όμως την έλλειψη. δεν θα τους είχα με τίποτα ψηφίσει, σίγουρα, αυτή δεν είναι αριστερά. βλέπω νέους νυσταγμένους, ακόμη και αυτοί που στρατεύονται τρέφονται με ειρηνισμό. εγώ δεν είμαι ειρηνιστής, εκεί που υπάρχει πόλεμος μαχόμαστε.

όμως οι ληστές του σήμερα, έρχονται να σας συναντήσουν? εσείς κατά βάθος στις ιστορίες του υπόκοσμου είστε μια προσωπικότητα σεβαστή. μάλιστα σας έχουν αφιερώσει μέχρι και τραγούδια. ο Carlo Lizzani έχει φτιάξει ταινία για την Banda Cavallero, Banditi a Milano- Ληστές στο Μιλάνο, τον χαρακτήρα σας υποδύονταν ο Don Backy. 

   δεν πρέπει να με ψάχνουν, έχω μια σύντροφο, αυτή έχει ένα παιδί που ζει μαζί μας, κι εγώ για δεκαπέντε χρόνια δούλευα μέχρι τις  4 το πρωί. είμαι κουρασμένος, πολύ. και κυρίως δεν είμαι εκείνος που ήμουν στα είκοσι χρόνια. πίστευα πραγματικά πως μπορούσα να κάνω την επανάσταση.

banda cavallero 2BANDA CAVALLERO 2

γιατί ερωτευτήκατε στην φυλακή τους ταξιαρχίτες ?

   γιατί πολλοί ήταν σύντροφοι, αληθινοί κομουνιστές. κι επειδή ονειρεύονταν εκεί που εγώ είχα αποτύχει. η δική τους όμως είναι μια ιστορία διαφορετική. όμως πάντα ήμουν εξοικειωμένος με εκείνους που είχαν παραμείνει πιστοί : οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, για μένα αυτοί δεν υπάρχουν πλέον, δυσκολεύομαι να ακούσω τα ονόματά τους.

και ο Cavallero ήταν άνθρωπος με μεγάλο »χάρισμα»?

   ήταν πολύ προετοιμασμένος, ένας διανοούμενος. είχαμε υποστεί την γοητεία του. εγώ και ο  Piero ήμασταν αδέλφια. η μπάντα ήμασταν εμείς. μετά υπήρξαν σύντομες εισχωρήσεις.

δεν είναι η δουλειά μου να σας ζητήσω μετάνοιες. θα ήθελα όμως να ξέρω τι σκέφτεστε πως πράξατε καλό στην ζωή σας.

   πάλεψα για μια καλύτερη φυλακή. κι εκεί δεν απέτυχα. αντιθέτως, με τίποτα. έκλεισαν την Asinara. γι αυτό πολιτικοποιήθηκα στην φυλακή. ξέραμε πως δεν ήμασταν μοναχοί. και σε κάθε εξέγερση μας χτυπούσαν, μας έδιναν πολύ ξύλο. ξέραμε πως θα ξεκινήσει η εξέγερση και όχι πως θα τελειώσει.

ήταν ένας πόλεμος, ανάμεσα σε εμάς και τους φύλακες. εμείς επιστρέφαμε στην ζωή στον χρόνο της εξέγερσης. στην συνέχεια ξανά σκοτάδι, απομόνωση, μεταγωγές φυλακών κάθε 15 ημέρες. γνωρίζαμε όμως πως δεν ήμασταν μόνοι. από την απομόνωση ήξερα πως κάποιος στον επάνω όροφο, ή έξω, ενδιαφέρονταν και ανησυχούσε για εμένα.

πόσες φυλακές γυρίσατε?

banda cavallero 1BANDA CAVALLERO 1

   δεν το ξέρω πλέον. όλες θα έλεγα. ήμουν στο Palmi, τα χρόνια των εξεγέρσεων, ήμουν στο Nuoro, φυλακή του Badu ‘e Carros. με μετέφεραν κάθε 15 ημέρες, πάνω κάτω. δίχως ενημέρωση. έρχονταν το πρωί και με μετέφεραν αλλού, δίχως να γνωρίζω που. το καταλάβαινα στην πορεία περί τίνος επρόκειτο. με θεωρούσαν έναν από εκείνους που δεν ήταν χρήσιμο να παραμείνουν επί μακρόν στην ίδια φυλακή.

πόσες ζωές είχατε?

   η σημαντικότερη υπήρξε στην φυλακή. τριάντα χρόνια. πέρασα τα παιδικά μου χρόνια σε κολέγιο στο Bari. όταν μεταφερθήκαμε στο Torino έγινα αμέσως ληστής. ήταν μια παράδοση για εκείνους που είχαν κάνει την Αντίσταση. ήταν η Επανάσταση ενάντια στην Democrazia cristiana και την σημερινή πολιτική που στην συνέχεια θα μας είχε όλους αποκοιμίσει, όπως και έγινε.

δεν ισχυρίζομαι ηρωισμό, δεν είμαι τίποτα, είμαι ένας γέρος ισοβίτης. όμως λήστευα τις τράπεζες σαν πολιτικός, όχι για να πλουτίσω. γεννήθηκα προλετάριος, και σαν τέτοιος θα πεθάνω. έχω όμως ένα πιάτο σούπα. κι αν θέλετε να παραμείνετε για δείπνο αυτό είναι και σπίτι σας. έχω στον φούρνο τον ζωμό, είναι σχεδόν έτοιμος.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Καμπαρντίνα

Η επανάσταση δεν συλλαμβάνεται! Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Κάναμε τα πάντα,
για να γίνουμε καλύτεροι από εκείνο που ήμασταν.
Αυτό μπορούμε να το πούμε για μεγάλο μέρος
της γενιάς μας, σε μιαν εποχή
στην οποία θέλαμε, και φαίνονταν πως ήταν δυνατό,
να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο. 

Ο Lorenzo Bortoli θα πεθάνει αυτοκτονώντας στη φυλακή την 19 ιουνίου 1979.
LORENZO BORTOLI 1952-1979  Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόναΑποτέλεσμα εικόνας για LORENZO BORTOLI 1952-1979

ποιος είπε πως δεν υπάρχει!
Utopia

   ‘βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην πρόκληση, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει’.


Gianfranco Manfredi 1976

Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη συμμορία…

 

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia, settimanale politico comunista, anni '70

 η έφοδος στον ουρανό

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ι. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 8

Jefferson airplane

Τον ίδιο χρόνο, λίγο αργότερα, κατέβηκα στη Νάπολι με μια τσάντα και επέστρεψα με βαλίτσα. Τα αξιοθέατα με σαγηνεύουν, η ιστορία.
Πρόλαβα και επισκέφτηκα την Πομπηία. Την περπατώ ολόκληρη, χρειάζομαι μια μέρα. Εντυπωσιάζομαι.
Στη Νάπολι έμεινα σε ένα χαμόσπιτο κτισμένο κυριολεκτικά στο χείλος ενός τεράστιου γκρεμού, βόρεια, εκεί που τελειώνει η πόλη.
Νομίζεις πως βρίσκεσαι σε ταινία του σαράντα. Η συνοικία, στενά δρομάκια,  αυλές μες το πράσινο και τα λουλούδια. Στην ανηφοριά. Σε κάποια μέρη, για να προχωρήσεις, χρειάζεται να ψιθυρίσεις συνθηματικά, σε πρόσωπα που παραμονεύουν πίσω από παραθυράκια.

Μπουγάδες ανεμίζουν στον αγέρα, ψηλά, από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Από το ένα παράθυρο, εάν απλώσεις το χέρι σχεδόν αγγίζεις αυτό του απέναντι. Γυναίκες τραγουδούν, μωρά κλαίνε, μια συγχορδία δαιμονισμένη. Κουβεντολόι όλη μέρα και κεράσματα που περνούν πάνω από το κεφάλι του περαστικού με εξαιρετική μαεστρία. Τα μπαλκόνια λες και αγγίζουν το ένα το άλλο.
Παίρνω κλειδί και διεύθυνση γραμμένη σε χαρτάκι, σε προκαθορισμένο ραντεβού, ώρα συγκεκριμένη, στο πασίγνωστο άγαλμα που κοιτάζει από ψηλά τη μεγάλη πλατεία πάνω από το λιμάνι.
Από ένα παλικάρι στο οποίο παραδίδω την τσάντα. Τον συναντώ ξανά, στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα δυο μέρες αργότερα. Ίδιος τρόπος, αυτή τη φορά το ‘δώρο’ είναι βαλίτσα με ροδούλες, μοντέρνα πράγματα. Έχω την ευκαιρία να τριγυρίσω στην πόλη δυο ολόκληρες μέρες, είμαι μόνος, περνώ απαρατήρητος.

Έχω ξανάρθει παλιότερα, στην διάρκεια πανιταλικής διαδήλωσης, ενάντια στην καταστολή και τις πολιτικές της κυβέρνησης, οργανωμένη από τα συνδικάτα.
Η παρουσία μας έγινε πολύ αισθητή στην μεγαλούπολη, στο κέντρο όλη μέρα.
Οι κομμουνιστές είναι ξενέρωτοι, αυτόνομοι και εξωκοινοβουλευτικοί όλο ευρηματικότητα, ‘πουλούν’ και αγριίλα εκεί που πρέπει.
Ανοίξαμε κουβέντα με την κοινωνία στα καφέ και τα μπαράκια, στις πιτσερίες και τα πάρκα. Συνθήματα ακούγονται όλη μέρα, η ατμόσφαιρα ενθουσιώδης, τραγούδια και χοροί στους δρόμους. Όπου κι αν βρίσκεσαι το κλίμα είναι εορταστικό. Η ανατροπή φαίνεται κοντά. Ταξιδέψαμε τη νύχτα με τραίνο στο οποίο φυσικά είχαμε κάνει κατάληψη. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και ζωγραφιές και γενικότερα δεν καθόμαστε ήσυχοι ούτε δευτερόλεπτο, σε προδιαθέτει και η περιοχή.
Και βέβαια, η πολεμική με τους κομμουνιστές και τον ‘συμβιβασμό’ τους καλά κρατεί, συνεχής και ασταμάτητη. Η »ιταλική ανωμαλία» είναι γεγονός!

Αυτή τη φορά η επίσκεψη είναι ‘υποχθόνια’, και γι αυτό χρειάζεται προσοχή και αυτοσυγκράτηση. Ήρεμα πράγματα.
Αυτή τη φορά ακούω εγώ, παρατηρώ, ‘αγοράζω’.

Στη Νάπολι, λέγεται πως τουλάχιστον 100.000 οικογένειες ζουν κυριολεκτικά από το λαθρεμπόριο τσιγάρων. Σκεφτείτε τα υπόλοιπα. Φανταστείτε την ψυχολογία.
Δεν είναι καθόλου περίεργο που οι ΝΑP ανθίζουν σε αυτή τη γωνιά. Οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι εκρηκτικές. Η παραβατικότητα διαδεδομένη, αγκαλιάζει κάθε σπίτι.
Δεν υπάρχει νέος Ναπολιτάνος προλεταριακής καταγωγής που δεν έχει περάσει, έστω μια φορά στη ζωή του, το κατώφλι της φυλακής, να μην έχει απασχολήσει με την συμπεριφορά του τις διωκτικές αρχές.
Οι σοσιαλιστές είναι χωμένοι μες το σύστημα μέχρι τα μπούνια. Μαφία και πολιτική σφιχτά αγκαλιασμένες. Μπαίνουν με φόρα και οι κομμουνιστές στο παιχνίδι. Πολλά τα λεφτά πατριώτη!
Έχουν λοιπόν σκυλιάσει, όλοι αυτοί μαζί ενωμένοι, ενάντια στους νεαρούς που πολιτικοποιούνται ασυμβίβαστοι και χαλάνε την πιάτσα. Εμποδίζουν το μασούλημα της πίτας, κλέβουν την πίτα, απαιτούν αυτονομία, δίνουν χρώμα και ταυτότητα στην φάση, έξω από κατεστημένα και συμβάσεις.
Αναδιανομή του πλούτου στην πράξη.
Δεν θα γίνει επιτρεπτή δίχως πόλεμο, θα κατασταλεί με σφοδρότητα.
Είπαμε όμως, βγάζουμε λιγάκι τα ματάκια κι από μόνοι μας. Τους δίνουμε κι εμείς τη δυνατότητα να το πράξουν. Αυτοπαγιδευόμαστε από κάποια στιγμή και μετά.

Clandestino, Manu Chao.

Ο νους μου πετάει από εδώ και από εκεί.
Σου έχω ξαναπεί πως ταξιδεύω συνέχεια με τη παρέα, και μόνος. Με όλους τους τρόπους και τα μέσα.
Συχνή μας διαδρομή ο επαρχιακός δρόμος από την Φλωρεντία προς την θάλασσα της Τοσκάνης. La Volterranea. Μια πανέμορφη διαδρομή. Μέσα από υπέροχα χωριά και κωμοπόλεις.
Στο δρόμο η Βολτέρα, απ’ όπου πήρε το όνομα, και το Σαν Τζιμινιάνο. Με τις άγριες φυλακές τους.
Βρίσκομαι στην Νάπολι με την διάχυτη παραβατικότητα αυτή τη στιγμή. Τι το πιο φυσικό από το να ξυπνήσει η θύμηση της ταραχής που μας καταλαμβάνει κάθε φορά που, καβατζάροντας αυτόν τον, κατά τα άλλα υπέροχο τόπο που έρχεται κατευθείαν από την καρδιά του μεσαίωνα, αντικρίζουμε εκείνα τα πανύψηλα τείχη που κρύβουν από πίσω τους τόσες πονεμένες ψυχές. Που πνίγουν τις κραυγές, τα άγχη και τις στενοχώριες εκατοντάδων φυλακισμένων που ‘φιλοξενούνται’ εκεί μέσα. Όλων αυτών που είναι θαμμένοι ζωντανοί.
Θα έχουμε κι εμείς αργότερα συντρόφους μας εκεί.

Για να πάμε προς τις τοσκάνικες ακτές περνούμε πάντα από αυτόν τον τόπο. Λοιπόν, κάθε φορά που το βλέμμα μας πέφτει πάνω στα τεράστια τείχη με τους πανύψηλους πύργους,  η κουβέντα παύει απότομα. Τέρμα οι συζητήσεις και τα γελάκια. Αυθόρμητα, δίχως συνεννόηση. Δίχως λέξη το βλέμμα στρέφεται προς το κάστρο. Οριοθετεί την ψυχή μας.
Και θα επανέλθουμε μετά τη μεγάλη στροφή στην κατηφόρα, εκεί που η εικόνα έχει χαθεί πλέον, μιας και το χωριό εξαφανίζεται από τα μάτια μας, μαζί με το τεράστιο μπουντρούμι που μας στοιχειώνει.
Είναι ωραία η ελευθερία και κοστίζει ακριβά.

Fela Kuti, Unknown Soldier
Η Νάπολι είναι ένα μεγάλο σχολείο, ακόμη και για μοναχά δυο ημέρες.
Ο δρόμος για τη θάλασσα επίσης.
Θα σου διηγηθώ μια ιστορία για να καταλάβεις το κλίμα που επικρατεί στην πανέμορφη πολιτεία.
Σε λιγάκι όμως, το στομάχι φωνάζει, θέλει να το προσέξω. Άδειασε. Ξανάρχομαι σε λίγο.
Στη ξυλόσομπα υπάρχει και φούρνος. Σήμερα είναι 31 του Δεκέμβρη, φεύγει το 2012. Είμαστε σπίτι με τη σύντροφό μου, νιώθουμε λιγάκι καταπονημένοι. Ίσως γι αυτό λοιπόν να μη ψάχθηκα να πάμε κι εμείς ν’ αλλάξουμε χρονιά έξω από κάποια φυλακή, συμπαράσταση σε κρατούμενους.
Ψήνουμε πατάτες, τόστ, αυγουλάκια, πλένουμε σαλατούλα και πίνουμε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί του Φρέντ. Ονειρευόμαστε ένα κόσμο δίχως φυλακές και καταπίεση.
Ακούγοντας Τζέημς, που σε εμένα προκαλούν τα ίδια συναισθήματα με αυτά που ανέκαθεν νιώθω όταν ακούω Φλόϊντ. Ίσως στο λίγο γλυκύτερο.

Τώρα μπαίνει στην σκηνή ο Τάνκιαν, Σέρζ, από την Αρμενία, ακτιβιστής αντικαπιταλιστής. Empty walls.

οι καγκελόπορτες της μνήμης 2

  • Τίποτα δεν είναι τυχαίο, αν μάθεις να προσέχεις και να παρατηρείς. Και να ακούς.
    Λοιπόν. Άφησέ με να σου πω την ιστορία.
    Είναι γεγονός, συνέβη σε φίλο, γνωστό καθηγητή στη σχολή, στο σπίτι του οποίου βρεθήκαμε ένα βράδυ. Σου έχω ξαναπεί πως δεν έχω πρόβλημα να συναναστραφώ ανθρώπους από άλλο κοινωνικό στάτους, που έχουν άλλο σκεπτικό στη ζωή τους, διαφορετικό από το δικό μας. Φτάνει να είναι συμπαθητικοί και γνήσιοι. Δεν μπορώ τους δήθεν.
    Ψηλά στους λόφους της Τοσκάνης, έξω από την πόλη, σε μια πανέμορφη αγροικία. Ζεστή, ενδιαφέρουσα κουβέντα μπροστά στο τζάκι που μοσχομυρίζει καμένο ξύλο και ψητά.
  • Κατηφορίζει λοιπόν ο φίλος μας νότια, καλεσμένος σε συνέδριο το γουήκεντ, στη Νάπολι, από Ρώμη όπου διδάσκει εκείνο τον καιρό.
    Παίρνει την πρόσκληση τελευταία στιγμή κι έτσι δεν έχει πολλές πιθανότητες να βρει ‘καλό’ ξενοδοχείο. Το καλό είναι σχετικό. Εννοούμε στην ασφάλεια, σε μια πόλη με δείκτη εγκληματικότητας στα ύψη.

Η σιγουριά τον ενδιαφέρει.
Φτάνει λοιπόν στην πόλη και, πλησιάζοντας το κέντρο, σταματά στο πρώτο σοβαρό ξενοδοχείο που αντικρίζει. Ζητά δωμάτιο. Του απαντούν πως υπάρχουν ελεύθερα και κλείνει έχοντας λάβει διαβεβαίωση από την υποδοχή πως υπάρχει ασφαλές πάρκινγκ για το αυτοκίνητό του.
Ξεφορτώνει και μαθαίνει πως στο εσωτερικό γκαράζ οι θέσεις είναι δυστυχώς γεμάτες, υπάρχουν όμως θέσεις στο εξωτερικό, που έχει φύλακα όλη νύχτα και μέρα.
Δέχεται, είναι αργά, έχει ήδη ξεφορτώσει, είναι κουρασμένος, βρίσκεται κεντρικά, οι άνθρωποι φαίνονται σοβαροί, η BMW του θα είναι φυλαγμένη, πρέπει να τρέξει στο συνέδριο.
Δεν στα πολυλογώ, όλα εν τάξει, τελειώνουν τα πάρε δώσε, περνάει και το διήμερο, τελειώνει Κυριακή προς το βραδάκι το συνέδριο και γυρίζει στο ξενοδοχείο. Τρέχει στον μπουφέ για το βραδινό του. Θα πέσει νωρίς για ύπνο, την άλλη μέρα ξανά στον δρόμο νωρίς το πρωί.

Θα φύγει με την ησυχία του, δεν βιάζεται, θέλει όμως με την ευκαιρία να ρίξει μια ματιά στην πόλη.
Ξυπνά, παίρνει πρωινό, πακετάρει, πληρώνει, πηγαίνει να φορτώσει και….πάπαλα, το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπρος με τίποτα. Βρε αμάν, βρε ζαμαν, τίποτα. Ανοίγει το καπώ για να κοιτάξει τη μηχανή …..έχει κάνει ολόκληρη φτερά!
Διαμαρτύρεται εντονότατα σε φύλακα και ξενοδόχους, στου κουφού την πόρτα…..
‘θα με πήρε ο ύπνος κάποια στιγμή, κουράστηκα όλη μέρα, έπαιζε και η ομάδα, ντέρμπι με την Ρόμα, όρθιοι στο γήπεδο, είχε πολύ κόσμο, ταλαιπωρήθηκα, μεροκαματιάρης’…….και πολλά άλλα τέτοια.
Τι να συζητάμε τέτοια ώρα.. Αγανακτισμένος απευθύνεται στο κοντινό συνεργείο για να βρουν κάποια λύση. Ανακουφισμένος ακούει πως κάτι θα γίνει, ‘υπάρχει περίπτωση ένας γνωστός που έφαγε μεγάλο τράκο και έχει ακινητοποιημένο εδώ και μήνες το αυτοκίνητό του, είστε τυχερός, ίδιο μοντέλο, έχει οικονομικά προβλήματα, θα σας κάνει εξαιρετική τιμή για την, σε πολύ καλή κατάσταση, μηχανή του.’
Έτσι και έγινε, συναινεί, πληρώνει όσο- όσο, του την τοποθετούν, και αργά το απόγευμα αναχωρεί. Ούτε την πόλη κατάφερε να δει, τι τον νοιάζει όμως μετά από όλη αυτή την αναστάτωση!

Την άλλη μέρα παραδίδει το αυτοκίνητο στην αντιπροσωπεία για έλεγχο και τρέχει στο μάθημα. Επιστρέφει το μεσημέρι για να ακούσει δια στόματος μηχανικού τα ‘ευχάριστα’ νέα. Η μηχανή που έχει αυτή τη στιγμή στο αυτοκίνητό του δεν είναι άλλη από την δικιά του! Αυτή ‘της μάνας του’! υπάρχουν κτυπημένα επάνω τα νούμερα της ταυτότητάς της! Αυτά που αναγράφονται στο προσωπικό του βιβλιαράκι!
Το αυτοκίνητο φορά επάνω του ξανά την κλεμμένη μηχανή!
Πηδάει μέχρι εκεί πάνω μόλις αντιλαμβάνεται την απάτη. Καβαλάει το αυτοκίνητο και ορμάει για Νάπολι.
Ή ταν ή την πατάς. Ή τώρα ή ποτέ.
Είναι αποφασισμένος για όλα. Φτάνει στο γνωστό μέρος, στον δρόμο πετάει, δεν οδηγεί. Και προς μεγάλη του έκπληξη διαπιστώνει πως το συνεργείο έχει κάνει φτερά. Ολόκληρο μαγαζί έχει πετάξει. Στη θέση του άδειοι τοίχοι!

Στήθηκε ολόκληρη επιχείρηση για τον πρώτο ‘τυχερό’, το θύμα που θα κάτσει!
Ιπτάμενο συνεργείο. Μαγαζί φάντασμα. Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε.
Για μια αρπαχτή.
Πόσες τέτοιες να οργανώνονται την εβδομάδα;
Στήθηκε ένα θεατρικό έργο, ίσως χιλιοπαιγμένο, με ηθοποιούς, κομπάρσους και σκηνικά φυσικά, μέσα στην πόλη. Για το μεροκάματο.
Στις πλάτες του φίλου μας.
Δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις, να παραδεχθείς, ακόμη και να κλάψεις.

  • Και τώρα που μου έρχεται στο μυαλό, θα σου διηγηθώ εν τάχει κάτι ακόμη.
    Σπουδάζει στο Παλέρμο ο ξάδελφος κολλητού μου. Ανεβαίνει για να συναντήσει τους συγγενείς του στο βορρά, παίρνει και την κοπελιά μαζί. Τους πιάνει η νύχτα στην Καμπάνια, έξω από τη Νάπολι αποφασίζουν να σταματήσουν για ύπνο. Αράζουν μέσα σε σταθμό εξυπηρέτησης, ξέρεις, με τα μαγαζιά, εστιατόρια, μπαράκια, πρατήριο βενζίνης κλπ. Γνωρίζουν την ευρηματικότητα των ντόπιων στο ξαλάφρωμα των ταξιδιωτών και κοιμούνται μες στο αυτοκίνητο, κλειδωμένοι.
    Ξυπνούν το πρωί, με το πρώτο φως, τεντώνονται και βγαίνουν για τις ανάγκες τους, να πιουν ένα καφεδάκι, να πάρουν λίγο καθαρό αέρα. Και αντιμετωπίζουν το θέαμα του αυτοκινήτου να αναπαύεται επάνω σε τέσσερις τάκους, και τα λάστιχα να λείπουν! Τους ξαλάφρωσαν από τις ρόδες δίχως να αντιληφθούν τίποτα, μες τη νύχτα! Μου λες εσύ μετά για αετονύχηδες!

Κάποιοι αδυνατούν να καταλάβουν.
Αυτοί που βρίσκονται σε λήθαργο. Σε αυτόν που τους έχουν βυθίσει οι κρατούντες. Αυτοί που κινούν τα νήματα της σύγχρονης ιστορίας.
Καλό ύπνο. Και όνειρα γλυκά.
Τα όνειρα των κρατούντων τουλάχιστον, εκείνα τα χρόνια είναι πολύ ταραγμένα. Εφιάλτες.

Αθάνατη μικροαστική υποκρισία.

Το νιώθουν και στην Πομπηία. Δίπλα στους ναούς χτίζουν τα σπίτια της χαράς και της απόλαυσης, έτσι για σπάσιμο ίσως. Ή γιατί ακριβώς αυτοί δεν κουβαλούν τις ενοχές των μεταγενέστερων θεών.
Δίπλα στους ναούς που λατρεύουν τις θεότητες τους στήνουν τη λατρεία του έρωτα.
Είναι τυχαίο πως και αυτοί Ναπολιτάνοι είναι;

Σώθηκαν απείραχτες απ’ τον καιρό οι σκαλισμένες εικόνες με τη στάση που διαλέγει ο πελάτης, δωμάτιο προς δωμάτιο. Με τα χρώματά τους και τα όλα τους. Αναπαριστούν αυτό που η κυρία προσφέρει, αυτό που προτιμά ο άνδρας. Το ερωτικό παιχνίδι στο κατάλληλα στημένο κρεβάτι.
Δεν διαλέγεις την κοπέλα από τα κάλλη της αλλά λόγω αυτού που θα σου χαρίσει. Που σου προσφέρει απλόχερα.
Σχεδιασμένα εκεί πάνω στον τοίχο, στην είσοδο και στο εσωτερικό. Στα δωματιάκια που σώθηκαν από τη λάβα που τα σκέπασε, όπως τον παλιό καλό καιρό, την στιγμή της έκρηξης.

Love like a man, Ten Years After.

Πριν ανηφορίσω κι εγώ να σπουδάσω στην πανέμορφη βασίλισσα της Τοσκάνης, να γνωρίσω νέους κόσμους, κουβαλώ όλα τα σύνδρομα της πατριαρχικής κοινωνίας στην οποία μεγάλωσα. Ασφυκτιώ, ναι.
Τα νέα ταξιδεύουν και μας χτυπούν το τζάμι του παραθύρου. Τα κινήματα που ταράζουν τα νερά του υπαρκτού αναστατώνουν και τις δικές μας θάλασσες ήδη από καιρό.
Οι συνήθειες όμως συνήθειες.
Προέρχομαι κι εγώ από ευκατάστατη οικογένεια, όπως κι εσύ.
Τα χρήματα δεν μας λείπουν, είμαι και αρεστός.

Δεν πιάνω όμως από την αρχή τον σφυγμό της κατάστασης. Δυσκολεύομαι στο ξεκίνημα να συμβαδίσω με τα καινούρια δεδομένα. Με ξεπερνούν. Αργώ λιγάκι να ξεμπερδέψω με αρχαία σύμβολα, κι ας πιέζουν. Όλους εμάς τους αρσενικούς είναι αλήθεια.
Γνωρίζω την Ρέα από τον κολλητό μου, δεν ανέχεται κανείς μας να την μοιράζεται. Πληγωνόμαστε, πονάμε.
Μοναξιά δεν υφίσταται, οι κοπέλες είναι πολύ ανοιχτές. Αυτό βοηθάει, δεν μένεις ποτές μοναχός.

Αντιστεκόμαστε στο να καταλάβουμε, να δεχτούμε πως παρ όλη την αγάπη και τον έρωτα που νιώθουν για εμάς τα κορίτσια, δεν μας ανήκουν κιόλας.
Πως ανήκουν μοναχά στον εαυτό τους. Και χαράζουν αυτόνομη πορεία.
Τα κατεστημένα γκρεμίζονται, ένα ένα.
Την μοιραζόμαστε και με τον Άντζελο ένα Σαβατοκύριακο, εκδρομή σε σπίτι της οικογένειας φίλου, στην ύπαιθρο, πάνω στο βουνό, από την άλλη πλευρά από την οποία έχουμε συνηθίσει να εκδράμουμε.
Κατεβαίνουν πιασμένοι από το χέρι την καταπράσινη, ανθισμένη πλαγιά,
συμπαθέστατος και καλός φίλος κι εκείνος.

Το στομάχι σφιγμένο κόμπος. Σχεδόν δακρύζουμε, να μη σου πω πως πέφτει μαύρο κλάμα.
Μισό χρόνο αντέχουμε έτσι, οι τρεις μας, υποχρεωτικά. Αγκομαχούμε.
Σκέφτομαι το στόρι της ταινίας για την οποία σου μίλησα νωρίτερα, με το τρίο των παρανόμων, στην Αμερικάνικη Δύση, που κατηφορίζουν αργότερα Κεντρικά και Νότια αποφεύγοντας τον στρατό που τους καταδιώκει.                                                                  Κάνω υπομονή.
Αντιλαμβάνομαι πως δεν είναι βίτσιο, αλλά ανάγκη. Ψάξιμο.
Έτσι αποδεχόμαστε σιγά σιγά την καινούρια κατάσταση που έρχεται με το γυναικείο κίνημα. Φρέσκος αέρας πνέει και σαρώνει συνήθειες αιώνων.
Και αυτό αυτονομία είναι.

Αυτοί που μένουν πίσω χάνουν επεισόδια. Σαν και αυτούς που, παρ όλη την επαφή τους με τις νέες εμπειρίες αρνούνται πεισματικά ν’ ακολουθήσουν. Δεν είναι λίγοι.
Παραμένουν κλεισμένοι σε συλλόγους που κουβαλούν τις ‘τοπικές’ συνήθειες στην πλάτη, την ‘παράδοση’.
Κοντοστέκονται, μουλαρώνουν. Δεν αντιλαμβάνονται πως το μέλλον είναι εδώ!
Έχω πολλούς τέτοιους φίλους πίσω στα μέρη μου. Συναντιόμαστε στις διακοπές. Άλλοι κόσμοι. Δεν μπορούμε πλέον να συνεννοηθούμε. Είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο.
Απομακρυνόμαστε με τον καιρό.
Η επανάσταση είναι μια συνολική διαρκής ασταμάτητη κίνηση και διαδικασία, περιλαμβάνει την διάλυση όλων των στερεοτύπων. Είναι φυγή προς τα μπρος.
Η κοινωνία δεν μπορεί να αλλάξει όταν οι άνθρωποι κολλούν στο παρελθόν. Βρίσκεται σε έμφραγμα. Μποτιλιάρισμα. Φρακάρει.

Το παρελθόν προτείνει, δεν ορίζει. Το σέβεσαι, δεν το προσκυνάς. Δεν υφίστανται κανόνες απαράβατοι. Δείχνει μονοπάτια, όχι τον δρόμο.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά μας, Μιχάλη, σήμερα. Δεν μας ανήκουν
Τα μεγαλώνουμε, τους δείχνουμε τι και πως το κάναμε και το σκεφτόμαστε εμείς. Τα προτρέπουμε όμως να αφήσουν στο δρόμο, στη ζωή, τα δικά τους ίχνη. Να σχεδιάσουν στο δάσος τα δικά τους σημάδια. Να αφήσουν το δικό τους στίγμα.
Να μη καταπίνουν μασημένη τροφή, να ακονίσουν τα δόντια τους, να γευτούν, να αγγίξουν, να δοκιμάσουν.

Μοναχά έτσι, με αυτόν τον τρόπο προχωρά η κοινωνία, πάει μπροστά. Διαφορετικά παραμένει στάσιμη.
Αντιγράφει, μυρικάζει.
Άλλο Πικάσο κι άλλο ο παραχαράκτης. Όσο καλός κι αν είναι. Το έργο δεν είναι δικό του. Δεν υπάρχει ελευθερία.
Άλλο η παράσταση και άλλο η μασκαράτα.
Επινόησε, μην αντιγράφεις!
Βέβαια η κοινωνία σήμερα, σε αυτό το θέμα επάνω έχει κάνει άλματα πίσω!Συντηρητισμός. Η πορνογραφία δεν είναι ελευθερία. Η κτητικότητα είναι σκλαβιά.
Θα ξαναφύγει όμως μπροστά και άντε να την πιάσεις.
Η φαντασία στην εξουσία, ξαναλέμε, μέχρι να μη χρειάζεται πια καμία εξουσία! Παντού και πουθενά.

Somebody to Love, Jefferson Airplane.

DSC02233

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΒΒ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 4

Πόσες φορές θα επαναλάβουμε πως ο πλούτος που υπάρχει επαρκεί και περισσεύει για πολλές γενιές μετά από μας. ‘Φτάνει λοιπόν,’ φωνάζει ,‘σας τον χαρίζω τον πολιτισμό σας, δεν θα πάρω. Να τον χαίρεστε.’
Ο άνθρωπος ήρθε σε αυτόν εδώ τον θαυμαστό κόσμο για να ζήσει με άλλους, να κάνει παρέες, αρμονικά.
Βιάσαμε τη φύση, βιάζουμε τα παιδιά μας οι αχαίρευτοι, καταδικάζοντας τα σε ένα αβέβαιο αύριο. Παλεύουμε να αναρριχηθούμε σε μια μοναχική σκάλα αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Πανηγύριζαν πριν λίγες μέρες στη Καβάλα γιατί λέει παρέλυσε η πόλη τη μέρα της διαμαρτυρίας ενάντια στον λιθάνθρακα, επειδή κατέβηκαν στο δρόμο δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Μα περισσότεροι από τους μισούς και βάλε ήταν οι μαθητές και οι φοιτητές. Που ήταν ο λαός; Αν αδιαφορεί ο λαός για τη ζωή του την ίδια χέσε μέσα.
Και μας υποχρεώνουν μετά να υποστούμε τις αποφάσεις και τις επιλογές τους. Από εδώ βγαίνουν οι ‘κοινοβουλευτικές’ πλειοψηφίες. Σας τις επιστρέφουμε.

Κάνει ένα διάλειμμα, πίνουμε λίγο νεράκι και συνεχίζει.

  • Προσπάθησαν τότε στην Ιταλία να με απελάσουν γιατί ανακατευόμουν ‘εκεί που δεν με έσπερναν’, λες και το να ασχολείσαι με τα κοινά είναι έγκλημα, οι κινητοποιήσεις το απέτρεψαν.

Με συνέλαβε η αστυνομία στο σπίτι της κοπέλας μου ένα πρωινό για φθορές στη σχολή στο τέλος διαμαρτυρίας που είχε προηγηθεί και εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία των μαθημάτων και των εξετάσεων. Βέβαια δεν υπολόγισαν πως την ώρα των επεισοδίων μαζί με άλλους φοιτητές έχοντας την συγκατάθεση καθηγητών και του κοσμήτορα της σχολής καλούμε τους φοιτητές να αποχωρήσουν από την σχολή και να παραβρεθούν στα δικαστήρια της πόλης συμπαραστεκόμενοι σε συντρόφους μας που δικάζονται για επεισόδια που έχουν δημιουργηθεί στο φοιτητικό εστιατόριο την προηγούμενη χρονιά. Δεν διακόψαμε τίποτα, απλά ενημερώσαμε, μοιράσαμε φυλλάδια και ζητήσαμε συμπαράσταση σε άλλο όροφο από αυτόν στον οποίο γίνονται τα επεισόδια. Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι σύσσωμοι κατέθεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Γίνεται αντιληπτό πως η σύλληψη έγινε αυτεπάγγελτα, δίχως μαρτυρικές καταθέσεις, αναπάντεχα.

Έμεινα στις Murate δέκα μέρες, η δίκη έγινε πολύ γρήγορα, με απάλλαξαν. Ήρθαν να τσιμπήσουν εμένα διότι σε περίπτωση καταδίκης θα ήταν πολύ εύκολο να με εκδώσουν αμέσως, ατύχησαν. Χίλιοι σύντροφοι κοντά με σήκωσαν στην αγκαλιά τους και τραγούδησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου ενθουσιασμένοι.
Μuro στα Ιταλικά σημαίνει τοίχος. Άγρια φυλακή, κτίσμα μεσαιωνικό, στην καρδιά της ιστορικής, λαϊκής και αριστερής συνοικίας του Άγιου Σταυρού, Santa croce. Ήταν φοβερά εκεί μέσα, πρώτη φορά εγκλεισμός. Μου συμπαραστάθηκαν αφάνταστα. Είχε ήδη κάποιους πολιτικούς κρατούμενους, αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν σύντροφοι των Οπλισμένων Προλεταριακών Κυττάρων, NAP, που είχαν συλληφθεί καιρό πριν κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας στην οποία έχασαν και ένα compagno όταν ανταλλάχτηκαν πυρά με την αστυνομία.

  • Μου λέει πως τον είχαν όλη μέρα υπό την προστασία τους.

Στο κελί βρίσκονταν με ποινικούς. Υπήρχε γενικά ταξική αλληλεγγύη και οι άγραφοι κανόνες εναντίον βιαστών και ρουφιάνων. Μάλιστα την πρώτη μέρα κιόλας έπεσε πάνω στην τιμωρία ενός από αυτούς, αμέσως με την άφιξή του, πριν ακόμη προλάβει να εγκλιματιστεί. Τα νέα βλέπετε ταξιδεύουν γρηγορότερα. Τον στρίμωξαν σε μια από τις γέφυρες που ένωναν τον δεύτερο όροφο και τον έκαναν τόπι στο ξύλο καμιά εικοσαριά πριν καταφέρεις να πεις κύμινο. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα που καλά-καλά ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε τι έγινε. Σωριάστηκε λιπόθυμος για να τον περιμαζέψουν οι δεσμοφύλακες.

Στην τεράστια πλατεία με το όνομα της πανέμορφης αχανούς εκκλησίας του Αγίου Σταυρού, που για πολλά χρόνια απετέλεσε το στέκι μας, περάσαμε ατέλειωτα απογευματόβραδα παρέα με κρασάκι και κουβέντα, στα σκαλιά καθισμένοι της εκκλησίας. Συχνά καταφεύγαμε στη ζεστούλα της pizzeria, στην αριστερή πλευρά της πλατείας, το χειμώνα κυρίως όταν το κρύο γίνονταν τσουχτερό. Στην ανοιχτωσιά της δώσαμε πολλά ποδοσφαιρικά ντέρμπι τα καλοκαιρινά βράδια. Και μια μεγάλη κατάληψη για να κοιμίζουμε συντρόφους και να βρισκόμαστε γενικότερα, να στεγάζουμε τις εκδηλώσεις μας, και διάφορες ομάδες, πολιτιστικές και άλλες έλαβε χώρα σε έναν τεράστιο χώρο από χρόνια παρατημένο αλλά σε καλή κατάσταση στην πίσω πλευρά του κτιρίου στο ισόγειο του οποίου στεγάζονταν η πιτσερία. Borgo la Croce.Ένα δρομάκι πιο πίσω ο Άρνο, το όμορφο ποτάμι της πόλης με τις πανέμορφες γέφυρες. Πολύ κοντά η σπουδαιότερη και ωραιότερη, η Γριά Γέφυρα, Ponte Vecchio, που ένωνε το παλάτι των Μεδίκων με τα Κάστρα ψηλά στους λόφους, την Fortezza. Η οροφή και όλη η γέφυρα γενικά ήταν κτισμένη για να κρύβει από τα μάτια του λαού το πήγαινε έλα των ευγενών που στα δύσκολα έβρισκαν καταφύγιο από τα παλάτια στα οχυρωμένα υψώματα χωρίς να χρειάζεται να διασχίσουν τους δρόμους και ανοχύρωτα περάσματα. Η κτισμένη λοιπόν γέφυρα είναι πλέον γεμάτη μαγαζιά λαϊκής τέχνης αλλά κυρίως χρυσοχοεία, γεμάτα τουρίστες όλες τις εποχές του χρόνου, όπως και όλη η πόλη γενικότερα.

Εξασφαλίζονταν λοιπόν τα περασμένα χρόνια από αυτήν ακριβώς την πανέμορφη γέφυρα η διαφυγή των αρχόντων σε περίπτωση κινδύνου, μακριά από τα ξίφη ή τα πυροβόλα των ανεπιθύμητων και των εχθρών τους.
Το σπίτι που έζησα μου λέει τις τελευταίες περίοδες της Φλωρεντινής μου ζωής ήταν εκεί κοντά, πίσω ακριβώς από το κυβερνείο της πόλης, τα πάλαι ποτέ ανάκτορα των Μεδίκων, και την Βιβλιοθήκη Πινακοθήκη, Μουσείο της πόλης. Στην Οδό λοιπόν της ‘Ταβέρνας του Γαντιού’ όπως ονομάζεται ο δρόμος ‘Via Osteria del Guanto.’ Γάντι εννοούν το προφυλακτικό. Ήταν λοιπόν ο δρόμος με τα μπουρδέλα παλαιότερα, στα παλιά χρόνια.
Το μοιράστηκα με εξαιρετικούς συντρόφους, όλοι φυλακίστηκαν την περίοδο των διωγμών για πολλά χρόνια. Υπήρξε μια εξαιρετική σχέση ανάμεσά μας, αλληλοεκτίμησης, αφοσίωσης και αγάπης. Χαθήκαμε τελείως πλέον, και αυτό σίγουρα με θλίβει. Αναντικατάστατοι. Τους σκέφτομαι συχνά και πάντα με τον καλύτερο τρόπο.
Κάτι γίνεται πλέον με το facebook, να δείτε που θα ξαναβρεθούν τα ίχνη μας.

Σχετική εικόνα

Το κίνημα ζούσε την καθημερινότητά του, αποφάσιζε συλλογικά διαδρομές και στόχους, σύμφωνα με τις ανάγκες, αυτόνομα. Δρούσε κοινωνικά. Οι οργανώσεις έπραξαν πιο πολιτικά θα λέγαμε, υπήρχε ιεραρχία και διαχωρισμός δραστηριοτήτων, και για λόγους ασφαλείας στεγανοποίηση, όχι όμως διαχωρισμός του πολιτικού από το στρατιωτικό. Οι οργανώσεις με λίγα λόγια ήταν κλειστές ομάδες, ο καταμερισμός ευθυνών και υποχρεώσεων ήταν συγκεκριμένος. Στις ομαδοποιήσεις του κινήματος τα πράγματα ήταν πιο ελεύθερα αν και εκεί υπήρχε μεγάλη προφύλαξη, πάντως πιο ευχάριστα. Αυτή η μεγαλύτερη ανεκτικότητα όμως ήταν και το ευάλωτο σημείο στη διάρκεια των χρόνων που χρειάστηκε η σκληρή και απόλυτη αμυντική στάση. Στα πέτρινα χρόνια της καταστολήςδεν άντεξαν όλοι. Δεν υπήρξε ποτέ η ανάλογη ψυχολογική προετοιμασία και υποδομή των συντρόφων, των συνελεύσεων, των ομάδων και των περιπόλων, σχετικά με τις συνθήκες που διαμορφώνονταν, συνθήκες παρανομίας για πολλούς και ημιπαρανομίας για τους περισσότερους από εμάς. Και αυτό, για να υποστηριχτούν ενέργειες και πράξεις που μόλις λίγο καιρό νωρίτερα θεωρούντο κοινά αποδεκτές από μεγάλα κομμάτια λαού, φαινόμενο κοινό, καθημερινότητα θα λέγαμε, μαζικά διαδεδομένες και λαϊκές.

Ονομάστηκε εκείνη η περίοδος ‘τα χρόνια του μολυβιού’, ‘gli anni del piombo’. Εγώ, μου λέει, θα τα ονόμαζα ‘τα χρόνια της αμφισβήτησης στην πράξη’, η ουτοπία έγινε πράξη για κάποιο διάστημα, και πιστεύω ακράδαντα, επιμένει, πως μια μέρα θα γίνει μόνιμη. Αν μη τι άλλο, είμαι ευτυχής που το προσπάθησα. Γι αυτούς που επηρέασαν ριζικά και αμετάκλητα την πραγματικότητα ήταν σίγουρα χρόνια μολυβιού. Ανέβασαν το επίπεδο μάχης τόσο όσο δεν αντέχονταν.
Φτάνει πια με την μίρλα, ξεσπά. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, τα έχει όλα εξηγήσει με σαφήνεια. Οι σύντροφοι, η κοινωνία θα λέγαμε μάλλον, δεν άντεχε τόσο πολύ πόλεμο, έτσι απλά.
Η κοινωνία δεν το άντεξε, κατ’ επέκταση και οι σύντροφοι, που ήταν κομμάτι αυτής της κοινωνίας.
‘Υπήρξαν ‘κομμάτια’ ελευθερίας που προφανώς αρκούσαν για το παρόν. Σίγουρα ήταν ‘νησίδες ελευθερίας’, και προφανώς ήταν αρκετές. Οι συνθήκες επέτρεπαν αυτές τις νησίδες. Είναι βέβαια πολύ εύκολο να το λες τόσα χρόνια μετά, όμως πολλοί το υποστηρίζαμε ήδη από τότε. Δεν εισακουστήκαμε, μάταιο να το συζητάμε τώρα. Δεν χρειάζεται να κουβεντιάζουμε περισσότερο πάνω στο θέμα’, γρυλίζει. Κάνει μπαμ πως τον πονά πολύ η όλη κατάσταση.

Έπρεπε να χαμηλώσουν οι τόνοι ξαναλέει, υποχώρηση για όσο χρειαστεί, ανασύνταξη. Στην αναμέτρηση με ένα αντίπαλο άριστα εξοπλισμένο, και το κυριότερο, που είχε τον τρόπο και τα μέσα να δημιουργεί συναίνεση, έπρεπε να αναθεωρήσουμε τακτικές και στρατηγική, να αντιτάξουμε την εξυπνάδα και την πονηριά μας, τονίζει. Τελεία και παύλα.
Ηττήθηκαν στη μάχη, έχασαν τον αγώνα.
Εγκατάλειψη!
‘Δεν έχω ακούσει τίποτα για τότε, από τότε και από κανένα, και για κανένα μου λέει’.
Νιώθει δύσκολα, φαίνεται.

‘Πιστέψαμε’, παίρνει ξανά τ’ απάνω του, ‘πιστέψαμε πως θα καταφέρναμε ν’ αλλάξουμε τα πράγματα, τη ζωή στην Ιταλία. Ο εαυτός μας ήταν αρκετά αμόλυντος ακόμη, δεν ίσχυε σε κανένα μας αυτό που βλέπουμε σήμερα σε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας και του λαού, η σχεδόν ολοκληρωτική αλλοτρίωση‘.

Ρενάτο Κούρτσιο!

Τώρα που καθαρογράφουμε αυτά τα γραπτά, και έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από όταν ξεκινήσαμε, είναι πια 2012, συμπληρώνει : Διάβασα κάπου ένα σύνθημα που έλεγε ‘η ευτυχία θα σας συντρίψει’. Ε λοιπόν, ακριβώς, έτσι αποτυπώνεται αυτό που εννοήσαμε’,
Σήμερα η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη παντού, και το άγχος και η αγωνία , γιατί η ζωή είναι άδεια και κανείς δεν την ευχαριστιέται πραγματικά. Φυτοζωούμε, ας μη κρυβόμαστε. Τρέχουμε πίσω από την κατανάλωση, καταναλώνουμε, αυτό είναι όλο.
Τότε τρέχαμε πίσω από τα όνειρά μας. Και τα κάναμε πραγματικότητα.
Στα οδοφράγματα είσαι ελεύθερος, όχι στα καφέ !
Εκεί καταναλώνεις. Κι άμα έχεις 2 ευρώ !
Ο αρπαγμένος από την υπεραγορά καφές είναι λεύτερος. Όποια δικαιολογία και να βρείτε για να αντικρούσετε, λέει, δεν θα πείσετε κανέναν, ούτε το νήπιο που σας κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα.
Δεν είναι κακό να δειλιάζεις καμιά φορά, αυτό δεν κάνω κι εγώ τόσα χρόνια πια; με κοιτάζει βαθιά στην ψυχή και με κάνει να ανατριχιάζω. Έκανα παιδιά, άραξα. Αρρώστησα, καταπονήθηκα, ταλαιπωρήθηκα. Δικαιολογίες μπορώ να σου απαριθμήσω και άλλες. Κατά βάθος όμως ξέρω πως δεν έχω πια τα κότσια, δεν βαστάω, το παραδέχομαι και ΤΟ ΒΟΥΛΩΝΩ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΈΧΟΥΝ .

Ξέρω πως πηγαίνοντας κόντρα στις συμβάσεις ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου, μου επαναλαμβάνει, θα γυρίσει να με χαστουκίσει. Όσο και πικρή να είναι η αλήθεια, αυτή είναι.
Η απληστία σκοτώνει, φωνάζει, όχι τα όνειρα των εραστών, όχι η απαλλοτρίωση αυτών που μας κλέβουν από τη μέρα που γεννιόμαστε, όχι η επίθεση στα καταφύγια τους, ούτε το να εμποδίσεις την πορεία της ερπύστριας που είναι έτοιμη να σε πλακώσει.
ΝΑ ΖΕΙΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ
Κοίταξε μου λέει, και η κακή διάθεση εξαφανίζεται δια μαγείας, την ώρα που κάποιος τρέχει στο κλαμπάκι, κάποιος άλλος τρέχει ν’ αδειάσει το ρεζερβουάρ απ’ τη βενζίνη για να μαζέψει τη φωτιά, αν μ’ εννοείς. Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων, και θα γίνεται πάντα, μην αμφιβάλεις. Αυτή την ώρα που εμείς οι δυο τα λέμε φιλικά κάπου εκεί έξω κάποιοι ετοιμάζουν τα ρολόγια!

Στη ριζοσπαστικοποίηση εκείνων των χρόνων έπαιξαν πολλοί παράγοντες ρόλο. Ερχόμασταν τρέχοντας από τον Μάη, πολεμάμε στην Κούβα νικηφόρα, Αλγερία και στο Βιετνάμ επίσης. ΑΝΤΆΡΤΙΚΑ ΠΑΝΤΟΎ, σε Νότια και Κεντρική Αμερική και Αφρική. Αντάρτικα επίσης σε Γερμανία, Ισπανία, Ιρλανδία, επανάσταση των λουλουδιασμένων τουφεκιών στην Πορτογαλία, Λίβανος, Παλαιστίνη, χαμός παντού. Κόκκινος άνεμος σαρώνει τα πάντα.
Δίπλα στο ‘όχι στη μισθωτή σκλαβιά’ αντηχεί το ‘δέκα, εκατό , χίλια Βιετνάμ’Η φαντασία στην εξουσία γίνεται πράξη λοιπόν. Άμα φωνάζεις βγαίνεις και το πράττεις. Τα θα, και θα, είναι για τον Παπανδρέου, λίγα χρόνια αργότερα όπως πολύ ωραία το απέδωσε ο Χάρρυ Κλυνν

Αγαπημένα κείμενα οι ανταποκρίσεις από το εκτεταμένο αντάρτικο που κατέληξε σε ανοιχτή αντιπαράθεση των Βιετναμέζων μαχητών με τον θρυλικό στρατηγό Γκιαπ και τους Αμερικάνους, Κείμενα του Χο Τσι Μινχ, οι ανταποκρίσεις του Ρεζί Ντεμπρέ από τα αντάρτικα στη Λατινική Αμερική και οι αναμνήσεις του από την Κούβα και τον Γκεβάρα, του οποίου οι λόγοι στα Ηνωμένα Έθνη και τα ημερολόγια των συγκρούσεων των πολεμιστών του εξιτάρουν την φαντασία .
Κείμενα των Ουρουγουανών Τουπαμάρος, του βραζιλιάνου Κάρλος Μαριγκέλα, που έγραψε το πιο γνωστό εγχειρίδιο για το αντάρτικο πόλης, όπως και κείμενα των Χιλιανών συντρόφων του MIR, των Ισπανών της ΕΤΑ και των GRAPO, και των ιρλανδών του IRA.
‘Άλλο Τουπαμάρος και άλλο το μουνί της Μάρως΄, όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ο αγαπημένος φίλος, ο Παύλος ο Φιλίδης πολλά χρόνια αργότερα λοιδορώντας ‘επαναστατικές’ κορώνες διάφορων τηλεοπτικών μαϊντανών.

Επιστρέφοντας λοιπόν στα αντάρτικα μου μιλάει για το πώς ο αγώνας μεταφέρονταν σιγά σιγά από τις ζούγκλες του άλλου κόσμου στις καρδιές των σύγχρονων μητροπόλεων που αποτελούσαν πλέον απελευθερωμένς ζώνες, τις ζούγκλες των ανταρτών της πόλης. Για τις θεωρίες που γράφτηκαν στο θέμα και πώς η μητρόπολη μεταβάλλεται σε απελευθερωμένη ζώνη για τους μαχητές, απάτητη.
Θα θυμάστε όλοι τον Διονύση να τραγουδά ‘Φο Μι Τσίν γιε γιε, αναπνέεις με καλάμι’, από το ‘φορτηγό’ του, ’ήλιος κόκκινος ζεστός’, και λίγο πιο κάτω την ωδή στον σύγχρονο Καραϊσκάκη, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Κοσμούσαν αυτές οι μουσικές τις δισκοθήκες των νέων της εποχής, που αποθέωναν τον Σαββόπουλο στις παραστάσεις του εκείνα τα χρόνια.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/#/page/1

 

  • Πετάγεται πάνω, και αλλάζει για λίγο θέμα. Αναφέρει τώρα κάτι άλλο που τον είχε εντυπωσιάσει ευθύς μόλις πάτησε το πόδι του σε εκείνη την πανέμορφη πόλη. Την τεράστια διαφορά με την οποία αντιμετώπισαν οι κάτοικοί της την πολιτιστική τους κληρονομιά και ιστορία. Όποιος έχει περπατήσει μια Ιταλική πόλη έστω και για λίγο θα καταλάβει αμέσως τι εννοώ. Θα βρει το ιστορικό κέντρο της καθεμιάς από αυτές, και όλες τις τοποθεσίες, μέχρι και το μικρότερο χωριουδάκι, κυριολεκτικά άθικτα, δίχως να έχουν πειραχτεί. Δίχως παρεμβάσεις. Ότι νεότερο κτίστηκε έγινε με σεβασμό στον περιβάλλοντα χώρο, και πάντα γύρω από το κέντρο. Βλέπεις όλα όπως ήταν, αναπαλαιωμένα. Μέσα, φυσικά, τα κτίρια ξανακτισμένα εκεί που χρειάζεται, μοντέρνα. Φυσιολογικά. Παρουσιάζεται η εξέλιξη της ιστορίας, αντιλαμβάνεσαι τα χρόνια που περνούν, ότι μεσολάβησε. Όλη η ιστορία του τόπου αναπαραγμένη.
    Εδώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, καταστράφηκε η φυσική ροή, οι περίοδες. Με τον νόμο για την αντιπαροχή του ‘60 τέλειωσαν όλα, ισοπεδώθηκε η χώρα Έτσι που δεν είχε κάνει ο μεγάλος πόλεμος. Στο βωμό του εύκολου, πρόσκαιρου κέρδους που άφησε πίσω του ασχήμια. Η σύγχρονη ελληνική γύμνια από το παρελθόν της.

Έχουμε ονομάσει ‘εθνάρχη’ τον άνθρωπο που θα έπρεπε να καταδικάσουμε για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Να είναι φυσικά ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Το σωστό όμως να λέγεται. Για να μη μιλήσουμε φυσικά για τις εκλογές ‘βίας και νοθείας’.
Εδώ κάποιοι άλλοι, και γελάμε όλοι μαζί, έδωσαν το Νόμπελ ειρήνης στον θεωρητικό των άμεσων επεμβάσεων από τους αμερικάνους εκεί που απειλούνται τα συμφέροντά τους, Χένρυ Κίσινγκερ, τον εγκληματία των ‘απείθαρχων’ λαών !
Δεν θα κουραστεί να φωνάζει πως κάθε λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, και πως οι λαοί γράφουν την ιστορία που τους αρμόζει.
Τα παπαγαλάκια κατηγόρησαν το κόσμο για τα συνθήματα του στην πρώτη μεγαλειώδη μεταπολιτευτική πορεία για το Πολυτεχνείο. Τότε μεγάλα κομμάτια από το πλήθος φώναζαν πως ο λαός θα έπρεπε να ντρέπεται για την επιλογή του να ψηφίσει ξανά για πρωθυπουργό της χώρας τον Κ. Καραμανλή τον πρεσβύτερο.

Πόσα συγχωροχάρτια έχουν χαρίσει στον ‘αρχιερέα της διαπλοκής’ Κ. Μητσοτάκη, τον μεγαλύτερο κωλοτούμπα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, πολιτικό ντριμπλέρ εφάμιλλο του Δεληκάρη. Αυτός ήταν, προσθέτει, ο υπεύθυνος για την ‘αποστασία’ τα χρόνια που προετοιμάζονταν η έλευση της στρατιωτικής χούντας, ‘64 με ‘65, αν φυσικά θυμάται καλά, τότε μετά τα Ιουλιανά. Κλπ. Αυτοαναγορεύτηκε αθώος τώρα που οι αντίπαλοί του έφυγαν στον άλλο κόσμο και δεν μπορούν να τον αντικρούσουν. Μαθαίνω πάντως λέει πως τον αθωώνει πλήρως άλλο μεγάλο νούμερο, άλλος κασκαντέρ, ο Λεωνίδας Κύρκος.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

φυλακισμένος κόσμος

  • Λίγες μέρες αργότερα που ξανασυναντιόμαστε περιγράφει την καθημερινότητά τους.
    Πολύ γεμάτη η μέρα, στο χώρο του ο καθένας τα πρωινά, ο φίλος μας στη σχολή, μαθήματα, σεμινάρια, συζητήσεις με τους συντρόφους, τις ομάδες, συντονισμός δράσεων, κουβέντες με τους συμφοιτητές και άλλα τέτοια.

Τα βράδια στα σπίτια ή στην πλατεία, πολύ μουσική, ροκ κυρίως αλλά και ιταλική λαϊκή μουσική, ξέρετε, ταραντέλες ας πούμε. Ξαφνικά έγινε η εισβολή της ρέγγε με τον ήρωα και άγιο των Τζαμαϊκανών τον Μπόμπ Μάρλεϊ. Και μιας και υπήρχαν πάντα πολλοί ξένοι φοιτητές από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη ακούγονταν και έθνικ μουσικές, προερχόμενες από τις πατρίδες των γνωστών τους. Μπαράκια και τέτοια δεν συνηθίζονταν, άσε που δεν υπήρχαν με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Δύο ντίσκο όλες κι όλες είχε η πόλη, ζήτημα να πάτησε δύο φορές το πόδι του εκεί μέσα. Στα σπίτια λοιπόν και τις πλατείες, κυρίως Santa Croce και San Marco με τη σχολή Καλών Τεχνών, μπόλικο πράσινο και άλλες σχολές εκεί τριγύρω. Piazza Reppublica και Piazza Signoria με το Δημαρχείο ήταν πιο τουριστικές όπως και η Duomo με τον φανταστικό Καθεδρικό Ναό και το πανύψηλο καμπαναριό από την κορυφή του οποίου η θέα από εκεί πάνω στην πόλη είναι μαγευτική. Στα καφέ, όπου είναι ζήτημα να υπάρχει ένα τραπεζάκι, έτσι για μόστρα, μιας κι ο Ιταλός πίνει μονορούφι τον καφέ του, στα όρθια, για να ξαναγυρίσει αμέσως στις ασχολίες του, αφού έχει ανταλλάξει δυο κουβέντες. Τα ζαχαροπλαστεία βγάζουν τραπεζάκια έξω, γεμίζουν τουρίστες, εκεί βλέπεις καθισμένους ανθρώπους. Συνήθως είναι ακριβούτσικα, όπου βλέπεις τουρίστες είναι ακριβά, ο καφές όμως πολύ φθηνός. Είναι κούκλα η πόλη περιτριγυρισμένη από λόφους με υπέροχα κτίσματα, άφθονο πράσινο και το ποτάμι να την διασχίζει.

Και να μη ξεχάσω να σας πω για το Vivoli, πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο με το ξακουστό παγωτό του, που ήταν και τόπος συνεύρεσης σε κάθε εποχή. Από το απόγευμα κυρίως και μετά ως αργά το βράδυ που έκλεινε, ήταν ασφυκτικά γεμάτο, από νέους κυρίως κάθε φυλής στους οποίους άρεσε, όταν επέστρεφαν στις πατρίδες τους να δημοσιεύουν άρθρα και φωτογραφίες στο Τύπο και μετά να τα στέλνουν στη διεύθυνση. Έτσι έβλεπες αποκόμματα εφημερίδων σε όλες τις γλώσσες που εγκωμίαζαν το μαγαζί, το παγωτό και την πόλη !

vivoli_gelato_florence1

Βλέπαμε συνεχίζει πολύ κινηματογράφο, κυρίως τις ανεξάρτητες παραγωγές και πάντα δεύτερη ή τρίτη προβολή για φθηνότερα. Άσε που καμιά φορά νόμιζες πως είχαμε σύναξη, εάν η ταινία ήταν ιδιαίτερη, μέχρι και συνθήματα δονούσαν αυθόρμητα την αίθουσα στις κρίσιμες στιγμές.
Αγαπημένο στέκι ο κινηματογράφος ‘Ουνιβερσάλε’.
Δεν χρειάζονταν ραντεβού για να συναντήσεις τον φίλο και τον σύντροφο, οι διαδρομές ήταν συγκεκριμένες, δεν χρειάζονταν κινητά.

Σχετική εικόνα

Μας άρεσαν τα υπέροχα σπαγγέτι γουέστερν με τις πολλές κοινωνικές και πολιτικές αναφορές, την απίθανη μουσική και την εξαιρετική σκηνοθεσίαΣέρτζιο Λεόνε, Ένιο Μορικόνε και ξερό ψωμί!

Να σας πω για τρεις ταινίες που χάραξαν βαθιά την ψυχή μας, αποδομώντας όλο το στήσιμο της αμερικανικής πολιτιστικής και ιστορικής βορειοαμερικανικής προπαγάνδας των Ηνωμένων Πολιτειών και το »Αμερικανικό όνειρο» :

‘το μικρό μεγάλο ανθρωπάκι’, εδώ αποδομείται ο πολιτισμός των λευκών, το σκοτάδι στο οποίο έχει περιπέσει, σε αντίθεση με τη φωτεινότητα της φιλοσοφίας ζωής των Ανθρώπων, των ινδιάνων της κουλτούρας που τόσο πολύ αγαπήσαμε!

»ο καουμπόι του μεσονυκτίου» και ‘ο πρωτάρης’,

και στις τρεις ο φανταστικός Ντάστιν Χόφμαν, νεαρότατος και γλυκύτατος.

»Ο άνθρωπος που τον έλεγαν άλογο», φοβερό φιλμ, η ινδιάνικη κουλτούρα ενάντια στην αποικιοκρατική και πολιτιστική επιβολή των λευκών κατακτητών!

Και κάτι που συνηθίζαμε πολύ, ειδικά τότε που η παρέα συνεχίζονταν μέχρι αργά τη νύχτα, να βγαίνουμε στην αναζήτηση του κοντινότερου στο σπίτι εργαστηρίου για ολόφρεσκα κρουασάν που μόλις έβγαιναν από τους φούρνους για να εφοδιαστεί νωρίς το πρωί η αγορά, μια και η παραγωγή ξεκινούσε με το καληνύχτα και έβρισκες τα πρώτα αχνιστά βουτήγματα γύρω στις τρεις το πρωί. Ήταν και αυτό ένα άτυπο ραντεβού για τη νεολαία.

Παίζανε και ναρκωτικά, ελαφριά και με μέτρο. Ο αγώνας σε χρειάζονταν γερό και νηφάλιο. Κυνηγήσαμε τα σκληρά που έπεσαν μαζεμένα ξαφνικά και κόντεψαν να διαλύσουν τα πάντα, όταν εκατοντάδες νεαροί σε κάθε πόλη έπεσαν με τα μούτρα, χιλιάδες. Είχε βλέπετε τρομάξει το κατεστημένο με τη δυναμική της επίθεσης που δέχονταν, έριξε στη πιάτσα ότι όπλο βρήκε στη φαρέτρα του. Στις πλατείες και στους χώρους μας η παρουσία εμπόρων και χρηστών κυνηγήθηκε.

Μου διέφυγε να σου πω πως για πολλά χρόνια κέντρο στις κινητοποιήσεις και τον αγώνα ήταν η Αρχιτεκτονική σχολή, με την μεγάλη πράσινη αυλή της όπου οι φοιτητές, και όχι μόνο, μιας και οι σχολές ήταν ανοιχτές σε όλους και κέντρα αγώνα, μάζευαν τον ήλιο καθισμένοι στο χορτάρι και σχεδίαζαν τις κινήσεις τους. Εκεί στο γρασίδι λιάζονταν,διάβαζαν και συζητούσαν με τις ώρες οι νεολαίοι σχεδιάζοντας το μέλλον, δημιουργώντας το παρόν. Και μόνο τις πολύ κρύες μέρες έβρισκαν καταφύγιο στις αίθουσες,  μιας και το κρύο ήταν τσουχτερό.

Τα μεσημέρια φαγητό στο φοιτητικό εστιατόριο, εστία αγώνα και αυτό, που βρίσκονταν λίγο πιο πέρα, επειδή όμως οι ουρές ήταν τεράστιες πολλές φορές προτιμούσαμε τα κρασάδικα, μικροί χώροι όπου έβρισκες ποικιλίες τυριών και αλλαντικών εξαιρετικά, με Τοσκάνικο κρασί και ψωμί, άντε και καμιά σαλάτα. Απλά, φτηνά και πολύ χορταστικά. Δίπλα στις σχολές και κοντά στα σπίτια μας. Γιατί πρέπει να σας πω πως όλη η καθημερινότητα βιώνονταν στο κέντρο της πόλης, όλα κινούνταν εκεί, όλα συμβαίνουν στο κέντρο.
Το ΚΚ έκανε και κάτι καλό, ήξερε και μπορούσε και οργάνωνε εξαιρετικές συναυλίες, κυρίως το καλοκαίρι, και σχεδόν πάντα την περίοδο του φεστιβάλ του, αρχές φθινοπώρου στο τεράστιο πάρκο delle Cascine, δίπλα στο ποτάμι, στην αριστερή πλευρά της πόλης όταν κοιτάζεις από την Φορτέτσα, Fortezza. Συναυλίες επίσης οργανώνονταν και στην πισίνα της πόλης, στην άλλη της πλευρά, στη συνοικία της οποίας το όνομα αυτή την στιγμή μου διαφεύγει, [campo di Marte λέγεται, θυμήθηκα]  και βρίσκονταν κοντά στο Coverciano, εκεί όπου είναι το γνωστό αθλητικό κέντρο της χώρας στο οποίο γυμνάζονται οι εθνικές της ομάδες. Φυσικά εξαιρετικά κοντσέρτα έγιναν και στις υπέροχες πλατείες του ιστορικού κέντρου. Στην περιοχή για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα βρίσκονταν και το Communale, το Δημοτικό γήπεδο, έδρα της Φιορεντίνα, κτισμένο στους πρόποδες της συνοικίας Fiesole, με τα όμορφα κτίσματα στους λόφους.
Όλα τα ονόματα της διεθνούς τζαζ σκηνής όπως φυσικά και της Ιταλικής,  αντιστασιακά γκρουπ, κυρίως Λατινοαμερικάνικα πέρασαν εκείνα τα χρόνια από το Πάρκο.
Στο γήπεδο δεν πηγαίναμε συχνά, υπήρχε όμως ο αυτόνομος σύνδεσμος viola, βιολετί τα χρώματα της ομάδας, η θέση τους στο πέταλο ακριβώς κάτω από τους λόφους, curva Fiesole. Απαρτίζονταν κυρίως από μαθητές και φοιτητές, η ομάδα έπαιζε εκείνο το διάστημα θαυμάσιο ποδόσφαιρο. Με φυσικό της ηγέτη τον περίφημο Giancarlo Antonioni στις γραμμές της.

Το μυαλό μας ήταν αλλού. Τα χρήματά μας προτιμούσαμε να τα κάνουμε εκδρομές, ρεφενέ τα έξοδα αυτοκίνητο τραίνο ή auto stop. Sleeping bags, κανένα σκοινάκι και δρόμο. Είναι πανέμορφη χώρα, δεν ξέρεις που να πρωτοπάς. Αμολιόμασταν στην ύπαιθρο και στα υπέροχα μεσαιωνικά χωριά της. Παραλιακά τα καλοκαίρια, στα εσώτερα τον χειμώνα. Δυσκολεύεσαι να διαλέξεις αυτό που θα επισκεφτείς κάθε φορά. Φυσικά και στις μεγάλες πόλεις πήγαμε, κυρίως όταν συνέβαιναν πράγματα και events ή όταν έτρεχαν τα γεγονότα. Πορείες τεράστιες.

»Στην εκπαίδευση είχαμε καταφέρει να επιβάλλουμε την κατάργηση της ατομικής εξέτασης και της ‘παπαγαλίας’, αμφισβητώντας την ‘αυθεντία’ του καθηγητικού προσωπικού», λέει. »Όλα γίνονταν με σεμινάρια. Διαλέγαμε από κοινού ένα θέμα που ενδιέφερε όλους, το εξετάζαμε στη διάρκεια της χρονιάς σε όλες του τις ‘αποχρώσεις’, εξονυχιστικά. Θέματα που αναφέρονταν στις σύγχρονες συνθήκες και περιστάσεις. Προετοιμάζαμε όλοι μαζί την εργασία και την παρουσιάζαμε στο τέλος της χρονιάς από κοινού, εξασφαλίζονταν ομαδική επιτυχία. Έτσι κατέρρευσε ο παραδοσιακός αρχαϊκός τρόπος διδασκαλίας και εξέτασης και βαθμολόγησης, όλα συλλογικά και με μεράκι». Και δεν θυμάται εάν μας έχει αναφέρει πως σπούδαζε Πολιτικές Επιστήμες στο πεδίο της Κοινωνιολογίας.

  • Όταν γύρισε πίσω βρήκε μια κατάσταση ‘κάπως’. Καμία σχέση! Του θύμισε την στροφή του στοίχου στον Ύμνο ,‘άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει’.
    Για να λέμε βέβαια τα πράγματα με το όνομά τους, υπήρχε μία σχετική κινητικότητα, η οποία και οδήγησε λίγο διάστημα μετά στην ‘αλλαγή’ του Ανδρέα Παπανδρέου, αυτού του εξαιρετικού ρήτορα με την τεράστια ικανότητα επικοινωνίας με το πλήθος, που την χρησιμοποίησε σχεδόν τέλεια για να παραμυθιάσει την μάζα και να καταφέρει να εγκαταστήσει τον σοσιαλφασισμό στην ελληνική εκδοχή του. ‘Ο λαοπλάνος’.

Έπεσε με τα μούτρα στα σπορ για να ξεδίνει την ενέργειά του. Ασχολήθηκε και με το ερασιτεχνικό θέατρο, μιας και η πόλη με το Εργαστήρι της έχει παράδοση στον πολιτισμό.
Γράφτηκε στον Ορειβατικό και γύρισε τα βουνά της μισής Ελλάδας, με τον Αλέκο τον Τσιλογιώργη και τ’ άλλα παιδιά.
Έγινε εκπαιδευτής θαλάσσιων σπορ και μάθαινε σε Έλληνες και τουρίστες να γλιστράνε με τα πέδιλα στο νερό, τους τραβούσε δεμένους στο σκάφος με αλεξίπτωτο έλξης. Είχε περάσει από σεμινάριο της Γραμματείας Αθλητισμού για να έχει την άδεια.
Έμαθε να κατεβαίνει τα χιόνια με snow board και να σκίζει τα νερά με wind surfing και wave board. Μαθήτευσε στις σχολές του Σίμου του Ζαχόπουλου και του Σωκράτη του Καραίτη σε καράτε και kick boxing για κάποια χρόνια.
Πήδηξε από τον γερανό δεμένος με το ελαστικό σκοινί, και κολυμπούσε μικρός στον Ναυτικό όμιλο, του έδωσε και κατάλαβε στις ακτές της Καβάλας.

Έπαιξε τένις και επιτραπέζια αντισφαίριση, ποδόσφαιρο και βόλεϋ στην αμμουδιά, και δεν είναι σίγουρος μήπως ξέχασε κάτι άλλο που προσπάθησε για να διοχετεύσει την ενεργητικότητά του όλα αυτά τα χρόνια, πριν τον επισκεφτούν νέες ‘εμπειρίες’, ‘διαφορετικού τύπου’, δυσάρεστες.
Και θυμάται πως κατέβηκε αρκετές φορές τον Αγγίτη ράφτινγκ με τον Βασάκη οδηγό τον Άκη, και άλλους φίλους από Θεσσαλονίκη, όπως και τον Νέστο με οδηγό τον Αλτικουλάκη τον Μιχάλη.

Ασχολήθηκε για λίγο με τα κοινά στο πρώτο αυτόνομο στέκι μαζί με τους εναλλακτικούς οικολόγους, τον Μακρή και άλλα παιδιά, την Κατερίνα Γεροστεργίου, τον Γιώργο Πασχαλίδη, τον Θοδωρή τον Μπόδο. Τον Χρήστο Γεωργιάδη, τον Ιορδάνη τον Καλία, τον Θοδωρή τον Σαραϊδάρη. Πήρε ενεργό μέρος στην κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης, τον πρώτο καιρό της θητείας του Λευτέρη του Αθανασιάδη.

‘Τότε με τα παιδιά του στεκιού οργανώσαμε’, μου λέει, ‘την πρώτη προσπάθεια ανακύκλωσης στην Καβάλα, με δικά μας τελείως έξοδα και χωρίς καμία υποστήριξη! Πόσο μπροστά ήμασταν, να φανταστείς πως ο Δήμος στην πόλη ξεκίνησε την πρώτη εκστρατεία τουλάχιστον είκοσι με εικοσιπέντε χρόνια αργότερα!’

  • Στη ψυχή του υπήρχε πικρία για την μεγάλη οπισθοδρόμηση των κινημάτων στην Ευρώπη από το ‘80 και μετά, για το πισωγύρισμα της ιστορίας.

»Τα κανάλια, σαν παραμορφωτικοί καθρέπτες, παρουσιάζουν την πραγματικότητα των Ελλήνων μαϊντανών, για να χρησιμοποιήσει έκφραση αρεστή στον Μένιο Κουτσόγιωργα. Χαμογελάνε όλη μέρα και ασχολούνται με μια πραγματικότητα που αρέσει μόνο σε ρηχούς και σε αργόσχολους. Στα ατέλειωτα σήριαλ αντιμετωπίζεις όλη την ψυχοπλακωτική μετριότητα των φελλών, μικροαστών ή μεγαλοαστών, λες και ο κόσμος της εργασίας της έρευνας και της ανησυχίας δεν υφίσταται. Η πραγματικότητα γέρνει μονόπλευρα προς το απόλυτο κενό. Η Ελλάδα ζει στην τηλεόραση, μονίμως σε λειτουργία σε κάθε σπίτι. Αυτό που απουσιάζει είναι η πραγματικότητα. Αυτοί που συνωστίζονται καθημερινά στο γυαλί ζουν κυριολεκτικά αλλού».

  • Έκανε όλες τις δουλειές σε μπαράκια, έκανε τον ραδιοφωνικό παραγωγό. Από την παραλία, τόσα χρόνια έχει τις καλύτερες αναμνήσεις, απέκτησε πολλές εμπειρίες. Ο Θόδωρος ο Γιαννακούδης τον δίδαξε ιστιοπλοία ανοικτής θαλάσσης.

Θυμάται πάντα τους παλιούς του συντρόφους με τον καλύτερο τρόπο. Γνώρισε εξαιρετικούς ανθρώπους και το θεωρεί τιμή του. Και δεν ξεχνά ούτε και τον dottor Fasano, τον αστυνομικό διευθυντή της Φλωρεντίας, αντίπαλό του, πανύψηλο, με το αρχοντικό παρουσιαστικό του.

  • Ξανασυναντιόμαστε λίγες μέρες αργότερα, συνεχίζει, ’77η χρονιά ορόσημο, μια χρονιά σαν μία στιγμή, δίχως σταματημό, ‘μία συνεχής ροή γεγονότων θα έλεγα’, μια διαρκής ένταση. Η Ιταλία βρίσκεται σε αναβρασμό, καταλήψεις στις σχολές, οδοφράγματα παντού, για μέρες πολλές τα αστικά κέντρα βρίσκονται υπό κατάληψη. Οι δυνάμεις καταστολής αδυνατούν να ελέγξουν την κατάσταση, πυροβολούν, σκοτώνουν στη Bologna, Francesco lo Russo πρέπει να έλεγαν το παλικάρι, οι φασίστες σκοτώνουν στη Ρώμη. Οι σύντροφοι οργανώνονται, υποκλέπτουν τις οδηγίες από τις συχνότητες της αστυνομίας στους ασυρμάτους, καθοδηγούνται από ερασιτεχνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς που ανθίζουν εκείνη την περίοδο αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις αστυνομικές επιθέσεις, απαντώντας στα πυρά με πυρά. Κινήματα συμπαράστασης μεταφέρουν τρόφιμα στους καταληψίες. Τότε ήταν που κυκλοφόρησε στον τύπο εκείνη η υπέροχη φωτογραφία με τον νεαρό που παίζει πιάνο στη μέση των συγκρούσεων, ανάμεσα στους καπνούς και τα οδοφράγματα, γύρω χαμός, και στην ουρά του πιάνου ξεκουράζεται ακουμπισμένο το πιστόλιΜαντήλι κόκκινο να κρύβει το πρόσωπο. Στις μάχες της Βοlogna. Τρεις μέρες έκανε η αστυνομία να ανακαταλάβει τους χώρους γύρω από το Πανεπιστήμιο της πόλης. Οι φοιτητές ήταν όλοι μια γροθιά, η αυτονομία στα καλύτερά της και το κατεστημένο άκρως θορυβημένο.

Σήμερα λέγεται πως η νεολαία πάσχει από κατάθλιψη. Λέξεις όπως άγχος, στα χρόνια της δικής του νεότητας ήταν άγνωστες. Υπήρχε όραμα και ξεσπούσαν επάνω στην καταπίεση. Αλληλεγγύη. Σήμερα επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ένας εναντίον όλων, με κάθε μέσο, και αθέμιτο να’ ναι.

  • Το καλοκαίρι του ‘78 επεδίωξαν σύντροφοι μαχητές της Πρώτης Γραμμής να ελευθερώσουν δύο συντρόφους τους που ήταν κλεισμένοι στα μπουντρούμια της Φλωρεντίας. Δυστυχώς έγιναν αντιληπτοί κατά το πολύ τελευταίο στάδιο της επιχείρησης, λίγα μόνο μέτρα πριν την ελευθερία. Στην υποχώρηση έπεσε χειροβομβίδα και ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί με αποτέλεσμα ένας αστυνομικός να καταλήξει νεκρός. Στη δικογραφία εναντίον όλων όσων δικάστηκαν για συμμετοχή στην οργάνωση και τις επιθέσεις της κατηγορήθηκα και εγώ, μαζί με τα άλλα και για συμμετοχή στη συγκεκριμένη απόπειρα απόδρασης κρατουμένων  της ομάδας, μου λέει.

Αναφέρεται στην υποκρισία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα της βίας από τους συστημικούς και τα παπαγαλάκια, τον τύπο και τα μέσα . ‘Στον πόλεμο λεν πως υπάρχουν θύματα. Η επανάσταση είναι ταξικός πόλεμος. Οι αστυνομικοί είναι ταξικά όργανα. Τους χιλιάδες άμαχους που καθαρίζουν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους τους ονομάζουν ‘παράπλευρες απώλειες’. Και αυτοί οι πόλεμοι ταξικοί είναι, για την κονόμα και τον έλεγχό της γίνονται. Ας θεωρήσουμε λοιπόν το θάνατο του αστυνομικού Dionisi παράπλευρη απώλεια, την οποία μάλιστα αυτός ο ίδιος επιδίωξε’.

για τον Fabrizio τον Valerio και δυστυχώς για πολλούς, πολλούς, άλλους, για όλους, χθες και σήμερα!

  • ‘Την πρώτη μου κατάληψη δεν θα την ξεχάσω ποτέ σαν εμπειρία’, αλλάζει θέμα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, μοναδικό. Όλα έγιναν αυθόρμητα, δεν υπήρχαν οργανώσεις στη σχολή κατάσταση σχετικά παρθένα, είχαμε στήσει την αυτόνομη κολεκτίβα λίγο καιρό πριν. Πάρθηκε η απόφαση μέσα σε μια ενθουσιώδη γενική συνέλευση που για πρώτη φορά συσπείρωνε τόσο πολύ κόσμο στα χρονικά’. Επαναλαμβάνει πως η κατάσταση ήταν πολύ ‘ξεσηκωτική’ σε όλη τη χώρα, συνέπαιρνε τους νέους. Δεν υπήρχαν καθοδηγητές, πολύ σημαντικό εκείνη τη στιγμή, συνέβαινε αυτό που ο Καστοριάδης ονόμασε δημοκρατία, την αληθινή και άμεση. Γέμισαν τους τοίχους συνθήματα, δεν το κουνούσαν ρούπι από εκεί μέσα, τα έκαναν όλα μαζί, κουβέντα, φαγητό, ύπνο, έρωτα. Δίχως ντροπή, δίπλα- δίπλα, δεν υπήρχε κάτι για να ντρέπεσαι. Ανήθικος είναι ο διαχωρισμός. Μοιράζονταν τον έρωτα την παρέα τη φιλία τα αγαθά. Αυτός είναι ο πλούτος μας λέει, το μοίρασμα.

Έγιναν και κάποιες καταστροφές στην αρχή, όταν κάποιοι ένιωθαν ακόμη ‘ξένοι’ εκεί μέσα. Όταν ένιωσαν τον τόπο ολοκληρωτικά ‘δικό τους’ σταμάτησαν, τονίζει.
Οι καθηγητές φέρθηκαν σαν δάσκαλοι. Το θυμάται πολύ καλά πως συμπεριφέρθηκαν ανοιχτόμυαλα. Τους επέτρεπαν λοιπόν να πηγαινοέρχονται κάποιες φορές. Στα γραφεία τους. Συζήτησαν, άκουσαν, πρότειναν, υπήρχε κατανόηση, αποδέχτηκαν, θυμάται, τα πάντα, όσα ενδιέφεραν τους φοιτητές, τα σπουδαία Έχουμε ξαναπεί πως η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού. Είναι σαν το παζλ και ο καθένας κρατά ένα κομματάκι. Όταν ο διάλογος γίνεται και είναι καλοπροαίρετος τότε άκρη βρίσκεται. Μάτια και αυτιά ανοιχτά προς όλες τις κατευθύνσεις. Με όρθιες και καθαρές από προκαταλήψεις και συντηρητισμούς τις κεραίες. Και βρέθηκε η χρυσή τομή, και ήμασταν όλοι χαρούμενοι και ευχαριστημένοι καταλήγει.

  • Η ζωή είναι γέννα. Νιώθεις πλήρης και ήρεμος και ευτυχισμένος όταν γεννάς το καινούριο. Κοιλοπονάς, ζορίζεσαι και η καινούρια ζωή σκάει μύτη και ηρεμείς και χαλαρώνεις. Έτσι είναι και οι αγώνες.
    Εσύ και οι άλλοι, από την ατομικότητα στο σύνολο.

‘Βία στη βία της εξουσίας’ είναι το σύνθημα που χρόνια τώρα δονεί τις εκδηλώσεις της νεολαίας. Και μιλάμε για νέους ανθρώπους διότι φαίνεται πως οι μεγαλύτεροι έχουν αράξει στα τόσα ευρώπουλα τους και αρνούνται να ρισκάρουν. Δεν είναι αυτοσκοπός η βία, ίσως να είναι η μοναδική απάντηση που καταλαβαίνουν αυτοί οι ανέραστοι οι οποίοι έχουν καταλάβει τις θέσεις κλειδιά και μας βομβαρδίζουν με ότι πιο ευτελές κατεβάζουν τα αρρωστημένα μυαλά τους.

Θα ήταν ποτέ δυνατόν Βγενόπουλοι να απειλούν να φιμώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους με τόση αναίδεια μόνο και μόνο για να μη ξεστομίζουν τα αυτονόητα. Εάν υπήρχαν οι ταξικοί τους τιμωροί ;
ΜΕ ΤΌΣΗ ΒΊΑ Μας ΈΧΟΥΝ ΠΕΡΙΚΥΚΛΏΣΕΙ, με ότι πιο βρώμικο και βρωμερό, κενά μυαλά με φουσκωμένες τσέπες και χοντρά στομάχια. Φαλακροί ή με κούρεμα αμερικάνου μαρίν και πανάκριβα κουστούμια μ’ αστραφτερές γραβάτες, χαρτογιακάδες μανατζαρέοι που ξεπουλάν την περιουσία που δεν τους ανήκει, που άλλοι έστησαν με κόπο χρόνια ολόκληρα, λαοί κουρασμένοι. Που ξεπουλάν για την προμήθεια και μόνο, παραδεχόμενοι ανοικτά πως είναι άχρηστοι να διοικήσουν με επιτυχία, και ξεπουλάν για να οικονομήσουν. Τόσο πολύ έχει απαξιωθεί η πολιτική σήμερα, αναστενάζει. Που θα έπρεπε να είναι λειτούργημα στην υπηρεσία των αδυνάτων [μέχρι να ‘καταργηθούν οι αδύνατοι’].
Τους οποίους καθιστούν κάθε χρόνο αδυνατότερους χωρίς ίχνος ντροπής. Ποια ντροπή όμως όταν δεν ντρέπονται αυτοί που υφίστανται αυτή την κοροϊδία .

Γι αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, γι αυτό χρειάζεται η ένοπλη πρωτοπορία. Μόνο ο φόβος της τιμωρίας, εδώ που είναι τα πράγματα, της απάντησης με τα ίδια μέσα μπορεί να μπλοκάρει αυτούς που με τόση αναίδεια μας σπρώχνουν σιγά σιγά στον γκρεμό. Με αυτούς που μας κλέψανε το χαμόγελο, τη χαρά του να ζούμε ανέμελα. Πλούτος υπάρχει πολύς, μέσα ακόμη περισσότερα. Θέληση δεν υπάρχει, από εδώ και από εκεί. Από εκεί λόγω βαρέματος, λόγω βολέματος. Από εδώ κονόμα μεγάλη, από εκεί χαμηλό βλέμμα, προς τα κατώτερα. Από την άλλη ξεσάλωμα, από εδώ φόβος. Ο φόβος πρέπει να περάσει ξανά προς τα εκεί. Προς τους δυνατούς! Μάλλον, μόνο έτσι θα ξεμπλοκάρουν τα πράγματα.
Δεν θα είναι η γενιά μου που θα το κάνει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτή η γενιά, η προηγούμενη και η επόμενη είναι η μεγάλη υπεύθυνη της κατρακύλας που ακολούθησε τη γενιά του 114, τη χούντα και τη μεταπολίτευση. Αυτές είναι οι γενιές του βολέματος και του ξεπουλήματος. Στην ψυχή των νέων ελπίζουμε.

Λέει πως θέλει πολλά κότσια να είσαι ειρηνικός μέσα σου και μαχητής στην κοινωνία. Να προσπαθείς, όσο μπορείς, να ζεις σε αρμονία με τους νόμους της φύσης και του σύμπαντος, να συγχωρείς τον εαυτό σου και τους άλλους και συγχρόνως να είσαι δίκαιος κοινωνικά. Θέλει μεγάλη ισορροπία, καθαρό μυαλό, διαρκή παρατήρηση, να ζεις το σήμερα και να αγωνίζεσαι γι αυτό διαρκώς.

  • Είπε κάποιος που αγαπώ πολύ, τονίζει, ‘δεν ελπίζω τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα, είμαι λεύτερος.’ Μεγάλη κουβέντα, ναι! Δεν παλεύουμε γιατί ελπίζουμε πως μια μέρα…, παλεύουμε για τον αγώνα, γιατί μας αρέσει! Φοβάμαι όμως πως άνοιξε τον δρόμο στην απάθεια και την παραίτηση.  Πόσο ελεύθεροι μπορούμε να είμαστε, μπορούμε να γίνουμε όταν έχουν καθίσει στο σβέρκο μας απ’ όλες τις μπάντες; Και μας ρίχνουν σφαλιάρες με χίλια χέρια; Να είμαστε ελεύθεροι μέσα μας, ναι, αλλά να αγωνιζόμαστε και για την ελευθερία της κοινωνίας ταυτόχρονα, από την καταπίεση της κυριαρχίας!
    Θέλει τεράστιες δυνάμεις να κρατήσουμε τον εαυτό μας ανέπαφο, τον χαρακτήρα μας ανέγγιχτο, τις αξίες μας αναλλοίωτες. Άξιος μοναχικός αγώνας γι αυτούς που ζουν σε μοναστήρι. Εμείς όμως ζούμε σε κοινωνία. Και η ελευθερία μας καταπατιέται δέκα φορές το δευτερόλεπτο. Η ποιότητα ζωής μας. Μέχρι με ορυκτέλαιο μας τάισαν. Θέλουν ξύλο με δέκα βρεγμένα σανίδια ο καθένας. Βιάζουν τα παιδιά μας. Εμπορεύονται τα παιδιά μας καθημερινά. Με τον ‘πολιτισμό’ τους. Τους έχω βαρεθεί, τους έχω σιχαθεί. Αγωνίζομαι να μη τους μισήσω και όμως τους μισώ, αγωνίζομαι ν’ αποτινάξω τον ζυγό, όχι για να χτίσω καινούργιο, ομορφότερο, αλλά για να μην υπάρχουν ζυγοί μέσα μου και γύρω μας, αν ποτές αυτό γίνει εφικτό.

1975 ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν τους ψευτο φίλους που με κολακεύουν,
που από τους άλλους θεν παλικαριά και οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί
τους έχω βαρεθεί
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα
των γραφειοκρατών η φάρα
στήνει με ζήλο περισσό στο σβέρκο του λαού χορό
στης ιστορίας τον χοντρό τον κινητή, τους έχω βαρεθεί
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους τους ευρωπαίους τους προφεσόρους
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά
υπαλληλίσκοι φοβιτσιάρηδες ,δούλοι παχιοί, τους έχω βαρεθεί
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος κέρδος ποτέ μα από παθήματα γεμάτος
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί , τον έχω βαρεθεί
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες κόβουν στα μέτρα τους ,τους μαθητάδες
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς με ιδεώδεις υποτακτικούς
που είναι στο μυαλό νωθροί μα υπακοή έχουν περισσή, τους έχω βαρεθεί
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό υμνούνε της πατρίδας τον χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα χουνε πλακάκια, σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω σιχαθεί
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ WOLF BIERMAN.

 

17/8/09

«Ο Λύκος της Στέπας» του Herman Esse (γεν.1877 Καλβ, Βυρτεμβέργης – 1962 Ελβετία)

Το απόφθεγμά του: «Μπορεί κανείς να μεταδώσει τη γνώση αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, να τη ζήσει, να ενισχυθεί απ’ αυτή, να κάνει μ’ αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει.»

Ένα από τα αριστουργηματικά του έργα είναι «ο Λύκος της Στέπας», που ξαναδιαβάζοντάς το, ήταν σαν να το έπιανα στα χέρια μου για πρώτη φορά, γιατί όπως λεει και ο ίδιος η σοφία δεν διδάσκεται, όμως πιστεύω ότι μπορεί κανείς διαβάζοντας ή ακούγοντας τους σοφούς να πηγαίνει ένα βήμα παρά πέρα.

Τα νοήματα μέσα από τη μαγεία της μυθιστορίας υψηλά, αληθινά, λόγια ψυχής, λόγια πόνου μιας προσωπικότητας καταπιεσμένης, μοναχικής ανάμεσα σε σύνολο ατόμων που συμβιώνουν σε κοινωνία ακατανοησίας, μη ομαδοποιημένης, μη αδελφωμένης, που βασίζεται σε θεωρίες ατομοκρατίας και βαδίζει με ταχύτητα φωτός στο «τίποτα» και στη «δυστυχία.»

Ένας έξυπνος, πνευματικός άνθρωπος είναι ο ήρωας της ιστορίας, με το όνομα Χάρυ Χάλερ, όμως η καταγγελτική του στάση σ’ ένα σύστημα αστικό με βάση την αλαζονεία και τον διαχωρισμό ανθρώπων σε κατηγορίες όπως οι ονομαστοί- κάποιοι και ο συρφετός, τον κάνει ένα μοναχικό ον που παλεύει με δυνάμεις εσώτερες όπως το πνεύμα του καλού με το δαιμονικό της ύπαρξής του, όπου το τελευταίο είναι αυτό που τον οδηγεί στην εξιλέωση και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο θάνατος όπως αυτός πιστεύει, και επιθυμεί να επέλθει από το δικό του χέρι με μια γερή ξυραφιά στο λαιμό του.

Ο παράφορος εαυτός μοναχικός, οργισμένος, αποκλεισμένος στο περιθώριο, το διαφορετικό σ’ ένα σύστημα ατομισμού, απάτης, όπου το ερώτημα είναι είμαστε άραγε ίδιοι; είμαστε διαφορετικοί; μπορούμε να ζούμε σ’ ένα ψεύτικο κόσμο; καλύτερα μόνοι; ή με ένα σωρό γλείφτες ολόγυρά μας; Όπως «ο λύκος της στέπας» που τρίζει δόντια και βγάζει φωτιές από τα μάτια έτοιμος να ξεσκίσει σάρκες για την ικανοποίηση της αχορταγιάς του, έτσι κι ο ήρωάς μας βασανίζεται από τον εσώτερό του «λύκο» που αδυνατεί να τιθασεύσει μέχρι που, η θεατρική μαγεία τον ξεκουνάει δείχνοντας ένα δρόμο γέλιου, χορού, μουσικής, φιλικής και ερωτικής συντροφιάς, και τον δικάζει για την μανία της καταστροφής έναντι της ζωής, για τη μανία του πόνου, έναντι της χαράς και τον καταδικάζει με τιμωρία την αιώνια ζωή.

Έτσι ο ήρωάς μας στο τέλος θέλει να τα δοκιμάσει όλα όπως σκοτωμούς, βάσανα, χαρές, πόνους, έρωτες, ζήλιες που μέσα από το αίμα της αρχέγονης μήτρας γεννήθηκαν και απαρτίζουν τη ζωή.

Μερικά απανθίσματα του βιβλίου:
(σελ.12) Στις πνευματικές υποθέσεις είχε εκείνη τη σχεδόν ψυχρή αντικειμενικότητα, εκείνη τη βέβαιη γνώση και το σίγουρο στοχασμό, όπως ακριβώς έχουν μόνο οι πραγματικά πνευματικοί άνθρωποι, όπου απουσιάζει κάθε φιλοδοξία, κάθε προσπάθεια για να προκαλέσουν το θαυμασμό ή να πείσουν τους άλλους ή να διεκδικήσουν με κάθε τρόπο την επιβολή της γνώμης τους.

(σελ.33).. αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικάνικος τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου. είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

(σελ.118) … συχνά (τα θηρία) είναι τόσο φοβερά, αλά πολύ πιο σωστά από τους ανθρώπους… δεν θέλουν να σε κολακέψουν ούτε να σε εντυπωσιάσουν. Δεν παίζουν θέατρο. Είναι όπως είναι, σα φυτά και λουλούδια ή σαν αστέρια στον ουρανό.. πολλές φορές τα ζώα είναι λυπημένα κι όταν ένας άνθρωπος είναι λυπημένος, όχι γιατί έχει πονόδοντο ή γιατί έχει χάσει χρήματα, αλλά γιατί, για μια στιγμή αισθάνεται τα πάντα, ολόκληρη τη ζωή, τότε είναι λυπημένος και τότε μοιάζει με ένα ζώο. Είναι λυπημένος, αλλά η λύπη του είναι σωστή και ωραία.΄

(σελ. 194). Είστε ο Πάμπλο; ρώτησα. Δεν είμαι κανένας εξήγησε φιλικά. Εδώ δεν έχουμε κανένα όνομα, εδώ δεν έχουμε πρόσωπα…

Ένα απάνθισμα όλο το βιβλίο!

Ευγενία Μακαριάδη.

Συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΤ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 4

Κάνουμε γνωριμία με ένα παλικάρι πολύ ιδιαίτερο, από την Κολομβία, μετανάστη. Έχει μια βάρκα μεγάλη κάπου δέκα μέτρα, την νοικιάζει, με τον ίδιο καπετάνιο και πλήρωμα, σε γκρουπάκια έξι έως οκτώ ατόμων για διήμερες εκδρομές σε ένα νησάκι, προστατευόμενο πάρκο, που απέχει κάμποσα μίλια από εκεί που βρισκόμαστε. Κλείνουμε λοιπόν ραντεβού και ένα πρωϊνό ξεκινάμε.
Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, ένα τετράωρο περίπου, ψαρεύει με συρτή, καθισμένος στο τιμόνι, στην πρύμνη. Στο μέσον της διαδρομής σταματά πάνω από έναν μεγάλο ύφαλο και μοιράζει σε όλους μάσκες για να θαυμάσουν κολυμπώντας την βλάστηση και το υποθαλάσσιο τοπίο. Είναι όντως μαγευτικά, νιώθεις ασφάλεια μια και ειδικά σε τόσο ρηχά νερά, δεν ξεπερνούν το ένα με ενάμιση μέτρο, οι καρχαρίες δεν μπορούν να εισέλθουν. Χρειάζονται βάθος. Την ώρα που εμείς εξερευνούμε τον ύφαλο αυτός πλουτίζει την ψαριά του, το γεύμα μας, κάνοντας ψαροντούφεκο. Αυτό το διάλειμμα δεν κρατά πάνω από ώρα. Χτύπησε, κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε και να απολαύσουμε στο δείπνο μας μπαρακούντα κοντά ένα μέτρο.
Βλέπουμε ψάρια που δεν φανταζόμασταν πως υπάρχουν, κοράλια και ένα σωρό άλλες ομορφιές ανάμεσα στα βράχια.

Είναι δεινός ψαράς ο Εμίλιο, εξασφαλίζει σε αυτό το διάστημα γεύματα για δύο ημέρες.
Μετά λοιπόν αυτή την παρένθεση, συνεχίζοντας το ταξίδι μας, ετοιμάζει σαλάτες από τροπικά φρούτα και χυμούς για όλους και μας τα προσφέρει, μιας και η όρεξή έχει απογειωθεί.
Φτάνουμε νωρίς το απόγευμα, δεν θυμάμαι το όνομα του νησιού που φυλάγεται από μια στρατιωτική μονάδα η οποία έχει σαν έδρα το φυλάκιο-φάρο που αναβοσβήνει όλη μέρα και ορθώνεται στη μία άκρη της μοναδικής παραλίας επιβλητικό.
Εξερευνούμε το χώρο για κάμποση ώρα, ανεβαίνουμε στο ψηλότερο σημείο για να δούμε από άκρη σε άκρη, πέτρα και πυκνή βλάστηση, όταν πήγε να νυχτώσει επιστρέφουμε στη βάρκα, μαζευόμαστε και απομακρυνόμαστε από την ακτή αρκετά μέτρα, πρέπει να αποφύγουμε τους βρυκόλακες, τα κουνούπια.

Έχουμε δέσει στην υπήνεμη πλευρά του νησιού που είναι μια τεράστια παραλία με την γνωστή, ψιλή άμμο. Στην άλλη πλευρά μεγάλα βράχια και πολύ κύμα, καμία σχέση, από την μια η ηρεμία και από την άλλη η αγριάδα. Στη μέση μια μικρή λιμνούλα, ακόμη αναρωτιέμαι εάν το νερό είναι γλυκό ή αλμυρό. Βλέπεις, μόλις σκεφτήκαμε να την πλησιάσουμε ξεκίνησε η μεγάλη επίθεση των κουνουπιών, κι εμείς όπου φύγει φύγει, τρέξαμε προς τη βάρκα και τα βαθιά.
Ο καπετάνιος έχει ήδη ξεκινήσει το μαγείρεμα. Η όρεξη είναι ξανά υψηλή, οι πορείες βλέπετε την έχουν ακονίσει και έτσι ξεκινάμε σιγά σιγά το δείπνο. Ψάρια νοστιμότατα και μπόλικες σαλάτες, αναμεμιγμένα φρούτα και λαχανικά. Μπόλικη σερβέζα– μπύρα, και για μετά σφηνάκια τεκίλα, ως συνήθως.
Περιττό να σας πω πως όσο διάστημα μείναμε στο Μεξικό, κάθε βράδυ είμαστε πίτα στο μεθύσι.

Το υπέροχο συμβαίνει το επόμενο πρωί. Ξυπνάμε μόλις σηκώνεται η πρώτη ζέστη, νωρίς, με την ανατολή. Περπατάμε μες το νερό που είναι πολύ ρηχό για δεκάδες μέτρα, προς την ακτή, για να βρούμε ο καθένας το μέρος που θα ξαλαφρώσει τις ανάγκες τις φυσικές. Έχουμε κοιμηθεί σκόρπιοι στη βάρκα, περπατάμε ζαλισμένοι, ντυμένοι όλοι σαν τον Αδάμ και την Εύα.
Αυτή η κινητικότητα λοιπόν σηκώνει ένα σύννεφο πανέμορφα πουλιά, σε όλα τα μεγέθη και τους χρωματισμούς. Έχουν βρει καταφύγιο στην έρημη παραλία την νύχτα, τρομάζουν με την παρουσία μας και κρύβουν τον νεαρό ήλιο με το ξαφνικό, ομαδικό τους πέταγμα!
Σκεπάζουν τον ουρανό, και γίνεται μεγάλη βοή από το τίναγμα χιλιάδων φτερών και τα κρωξίματα.
Το θέαμα σπάνιο.

Καβατζάρουμε το νησί, προς τον ωκεανό και τη φουσκοθαλασσιά, τα μεγάλα βράχια. Το κύμα αφρισμένο. Έχουμε περάσει μπροστά από το φυλάκιο και χαιρετιόμαστε με τους αγουροξυπνημένους φαντάρους, πίνοντας το καφεδάκι μας και σχολιάζοντας το πουλομάνι.
Αντικρίζουμε άλλο φοβερό. Ένα ζευγάρι καρχαρίες τίγρεις βολτάρει ανέμελο και γύρω τους έξι εφτά από τα παιδιά τους υποθέτουμε. Φανταστείτε λοιπόν τα μεγάλα γύρω στα δέκα μέτρα, είναι σίγουρα μακρύτερα από την βάρκα, και σε όγκο μεγαλύτερα. Τα μικρά, σαν μισή βάρκα, αυτά είναι λεπτότερα. Γκριζομαύρα τα μικρά, μαύρα με λευκές μεγάλες βούλες τα μεγάλα.
Λέγεται πως κάνουν να ξυθούν στα σκάφη που τα πλησιάζουν, τα ανατρέπουν, για να γίνει γεύμα το περιεχόμενό στα μικρά τους!
Άβυσσος.

Μένουμε σε απόσταση και θαυμάζουμε από μακριά το λίκνισμα αυτών των φοβερών πλασμάτων στα νερά. Και δεν έχει φωτογραφική μηχανή ούτε ένας από εμάς για να αποθανατίσει τη στιγμή.
Αυτά. Με τόση ένταση και θαυμαστά συμβάντα, δεν θυμάμαι να σου πω τίποτα άλλο από την συνέχεια. Σαν να έχει σβηστεί από την μνήμη.
Εκείνο που δεν ξεχνιέται όμως σίγουρα είναι το σοκ που νιώσαμε όλοι μας, τη μέρα που κατεβήκαμε στο λιμάνι για να κλείσουμε την εκδρομή με τον Εμίλιο. Μόλις έχουν βγάλει στην προκυμαία οι ψαράδες μια τεράστια θαλάσσια χελώνα, που αιχμαλώτισαν με δίχτυα, μεγάλη ίσαμε ένα αυτοκίνητο σχεδόν. Της έχουνε κόψει τα πάντα, της γδέρνουν το καβούκι, την τρυπάνε, και της βγάζουν την καρδιά, η οποία χτυπά δυνατά όση ώρα εμείς, λίγο παραπέρα κανονίζουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.
Φρικτό!

Δεν ξέρω τι νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι, και πόσο ‘φυσικά’ τους φαίνονται ορισμένα πράγματα. Εμείς όλοι, σίγουρα, τους μισήσαμε την ίδια στιγμή. Δεν ξεχνιέται, δεν καταπίνεται.

Soul Sacrifice, Santana.

Τριγυρνάμε πολύ καιρό εκεί κάτω, μαζί με άλλους, όλοι κάτι αναζητούν. Εμπειρίες κυρίως, πιστεύω. Η αναζήτηση είναι ωραία, η στασιμότητα βλάπτει. Αλλάζεις παραστάσεις και εικόνες, βλέπεις πως σκέφτονται άλλοι άνθρωποι, αντικρίζεις διαφορετικούς πολιτισμούς, άλλες εικόνες.
Οξύνονται οι αισθήσεις εάν δεν είσαι αδιάφορος.
Γυρνάμε τέσσερις χώρες για ένα δίμηνο. Σκαρφαλώνουμε σε λεωφορεία γεμάτα ασφυκτικά, ανθρώπους και ζώα, σε κάθε γωνιά, όπως ακριβώς βλέπουμε μέχρι σήμερα στον κινηματογράφο, και μας μοιάζουν εξωτικά.
Διασχίζουμε αποστάσεις λίγων χιλιομέτρων μέσα σε ώρες. Πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, ανηφόρες  κατηφόρες, όλο στροφές, χώμα άσφαλτος και ξανά χώμα.
Ενδιαφέροντα σίγουρα, όλα. Θέλει κότσια να ζήσει ένας Ευρωπαίος εκεί πέρα. Η αίσθηση που όλοι αντλούμε πάντως είναι πως η ανθρώπινη ζωή, και η ζωή γενικότερα, δεν έχει την ίδια σημασία,  σπουδαιότητα κι αξία θα έλεγα, που έχει στην Ευρώπη.

  • Επιστρέφουμε στην καρδιά του φθινοπώρου. Με ανάμικτα συναισθήματα.
    Αφήσαμε πίσω μας πανέμορφες χώρες. Διασχίσαμε οροπέδια, κι όχι μόνο, με τεράστιες λίμνες, μπήκαμε στην καρδιά της ζούγκλας, σκαρφαλώσαμε πυραμίδες, ανεβήκαμε βουνά, κατεβήκαμε φαράγγια και περπατήσαμε πανέμορφες κοιλάδες, κολυμπήσαμε σε ήσυχες παραλίες, βουτήξαμε στα τεράστια κύματα του ωκεανού, είδαμε ανθρώπους να κοιμούνται μεθυσμένοι πεταμένοι στη λάσπη. Χώρες όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι τεράστιες, [ σήμερα προς τα εκεί οδεύει ο Ευρωπαϊκός τουλάχιστον Νότος].
    Προσπεράσαμε τυφώνα, μια ολόκληρη νύχτα τρέχουμε μακριά του, μας κυνηγάει ακολουθώντας το λεωφορείο που μας μεταφέρει στην επιστροφή προς Βορρά. Ταξιδεύουμε κυριολεκτικά σαν βαπόρι, βουτηγμένο το όχημα στα νερά με τις μεγάλες του ρόδες κυριολεκτικά πνιγμένες. Βλέπουμε ανθρώπους, στη στεριά, να κυκλοφορούν με βάρκες. Λες και ζούμε ταινία.
    Βλέπουμε παθητικότητα. Ίσως να προετοιμάζονται και να μη το δείχνουν, ίσως να είναι η γαλήνη πριν την καταιγίδα.
    Απίστευτη υγρασία, σε βαθμό αγανάκτησης στην αρχή. Συνηθίσαμε.
    Επιστρέφουμε στον πολιτισμό, που δεν είναι πολιτισμός. Και αυτή τη κατάσταση την συνηθίζεις.
    Ονομάζουν πολιτισμό την εξέλιξη της τεχνολογίας, που λύνει προβλήματα για να δημιουργήσει μύρια άλλα.

Επιστρέψαμε και βρήκαμε στη θέση της χώρας που γνωρίζαμε κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό. Άσχημη κατάσταση, αποκρουστική. Βαριά και ασήκωτη. Πνιγηρή.
Ένα πογκρόμ σε εξέλιξη, μια καταστολή που σηκώνει στον αέρα θέλοντας να ξεριζώσει τα πάντα, δικαίους και αδίκους που λένε. Πήρε σβάρνα τους αυτόνομους δίχως σταματημό.
Τα νεύρα τεντωμένα, έτοιμα να σπάσουν.
Και απογοήτευση μεγάλη.

Don’t give up, Tracy Chapman.

  • Δεν γύρισα απευθείας στον προορισμό μου. Πέρασα πρώτα να συναντήσω έναν φίλο, που σε πόλη της Αδριατικής κρατά ένα μικρό ξενοδοχείο με συγγενείς του, με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα, μέχρι να μου μηνύσουν ότι ο δρόμος είναι καθαρός.
    Γυρνώ λοιπόν λίγες μέρες αργότερα, οριστικά, μέχρι νεωτέρας. Έχει ξεκινήσει όμως το κρυφτούλι. Τρία σπίτια σε τρεις μήνες, είμαι ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες, χωρίς καλά- καλά να το ξέρω, δεν το έχω συνειδητοποιήσει, είναι αλήθεια. Το γνωρίζω χωρίς σχεδόν να το ξέρω. Μόλις αλλάζω σπίτι μαθαίνω πως λίγο αργότερα το επισκέπτονται και οι διώκτες μας. Πάντα στην προηγούμενη διεύθυνση, με μια μικρή καθυστέρηση. Σου λέω, το ξέρεις, πηγαίνουν παντού, ψάχνουν τα πάντα, κυνηγούν ότι κινείται, χωρίς λογαριασμό, δίχως εξηγήσεις. Κανονικό κυνήγι μαγισσών.

Κι ότι τους κάτσει. Ποντάρουν στους αδύνατους. Σε αυτούς που θα σπάσουν. Που δεν θα αντέξουν την πίεση και θ’ αρχίσουν να μιλούν. Αλήθειες ή υπερβολές δεν ενδιαφέρει. Φτάνει να διασπάσουν το κίνημα, να χωρίσουν τους συντρόφους. Να στρέψουν τον ένα ενάντια στον άλλον.
Σιγά σιγά θα το καταφέρουν.
Κατάφεραν πολλά. Κρανίου τόπος.

μια ιστορία του εννιακόσια 5 Prospero Gallinari

Εμένα με βοήθησε λίγο η προνοητικότητα και πολύ περισσότερο η τύχη, αφάνταστα θα έλεγα. Εκείνο το διάστημα. Με βοήθησε και αργότερα. Οριστικά. Απ‘ όπου κι αν κοιτάξεις το θέμα..
Ένα μεγάλο αστέρι ;
Μια εξ ουρανού βοήθεια ;                                                                                                                    Η μάνα μου;
Ποιος ξέρει ;

 

  • Μιας και μιλάμε ώρα για θάλασσες, συνεχίζει ο Μάριος, την έχουμε κι εδώ μπροστά μας όλη μέρα, να σου πω δυο λόγια για τον παρ ολίγο πεθερό μου.
    Υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις, βατραχάνθρωπος. Είχε εξειδίκευση να οδηγεί τις τορπίλες των υποβρυχίων κοντά στο στόχο, καβάλα κυριολεκτικά, σαν επάνω σε άλογο, κάτω από την θάλασσα, κι όταν πια βρίσκονταν κοντά, να στοχεύει και να την στέλνει κατευθείαν στο βαπόρι που πρέπει να βυθιστεί..
    Φυσιογνωμία μεγάλη ο Τζιόρτζιο, μου έχει διηγηθεί ιστορίες πολλές από τα νιάτα του, την εκπαίδευση, τη θητεία, τον πόλεμο. Θαύμασα την δεξιοτεχνία του, το κουράγιο του, την αγνότητά του επίσης. Δούλευε, υψηλό στέλεχος σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία. Ένα πρωί τα βρόντηξε όλα και παραιτήθηκε μην αντέχοντας τη βρωμιά και την διαφθορά του περιβάλλοντος η ιδιοσυγκρασία του, βλέποντας όλα όσα συνέβαιναν εκεί μέσα, στο χώρο γενικότερα της υγείας.
    Στη διαπλοκή εταιρειών και κράτους.
    Έγινε ένας απλός πωλητής, ανατρέφει τα παιδιά του με αρχές. Μεγάλος.

Fragile, Sting.

Απ’ ότι θυμάσαι, την έχω γλιτώσει ήδη φτηνά μια προηγούμενη φορά. Τότε που ‘τσίμπησαν’ κι εσένα για φθορές στη σχολή Πολιτικών Επιστημών, όπου φοιτούσες.
Λίγες μέρες προηγούμαι, χτυπούν τη πόρτα του σπιτιού, νωρίς το πρωί.
Δεν μπορεί να είναι γνωστοί, τέτοια ώρα δεν έχουμε ποτέ επισκέψεις. Μοναχά η αστυνομία σε αναζητά τα χαράματα. Ο κόκορας δεν έχει ακόμα λαλήσει. Βεβαιώνονται από βραδύς πως γύρισες, και με το πρώτο χάραμα, ντριν, ο υπαστυνόμος!
Έχει και λιγότερη κίνηση στη γειτονιά.
Δεν μου φορούν χειροπέδες, πηγαίνουμε για ανάκριση, φθορές δημόσιας περιουσίας.
Κατάληψη στις σχολή, κάποια σπασίματα.
Χαλαρά. Στη δική σου περίπτωση είναι χειρότερα. Ξένη χώρα, φόβος για απέλαση κλπ.

Αρνιέμαι τη συμμετοχή στη φασαρία, δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι σε δύο μέρη την ίδια στιγμή, υπάρχουν μάρτυρες αδιάψευστοι. Δεν με ακούν, χειροπέδες αυτή τη φορά. Με οδηγούν στο κάστρο, στις Μουράτε, Le Murate.
Εντυπωσιακό κτίριο, μεσαιωνικό, όπως ολόκληρη η ιστορική πόλη, βρίσκεται στην καρδιά της, στην κόκκινη συνοικία του Άγιου Σταυρού.
Τεράστιο, δεν γνωρίζω πόσες ακτίνες, τρεις όροφοι εκεί που βρισκόμαστε εμείς, ενώνονται με γέφυρες, πλέγμα στον τελευταίο προς τα κάτω για να ‘εμποδίζονται’ οι αυτοκτονίες, να σταματήσει εκεί το κορμί αυτού που θα ήθελε να βουτήξει στο κενό. Λίγες μέρες μετά χώνουν μέσα κι εσένα.
Είμαστε χωριστά, τα κελιά είναι ανοικτά πολλές ώρες, τις περνάμε με παλιότερους συντρόφους που βρίσκουμε εκεί μέσα, μας φέρονται σαν μεγαλύτεροι αδελφοί.

Περνάμε έτσι καμιά δεκαριά μέρες μέχρι να μας δικάσουν. Έχει παγωνιά, στην αυλή δεν βγαίνει κανείς, καταχείμωνο. Έτρεξε αυτό το διάστημα, ήρθε η μέρα, ξαναείδαμε φίλους και συντρόφους στην αίθουσα, τα κορίτσια και τους γονείς μας.
Είδες και τον πατέρα σου που πέταξε για να σου συμπαρασταθεί, προσπάθησε να σε πείσει να επιστρέψεις πίσω, φοβήθηκε το μπλέξιμο σου με τους αγώνες.
Στάθηκες ανένδοτος.
Το κίνημα εκπροσωπείται στην πόλη από ένα ανάμεσα στα καλύτερα δικηγορικά γραφεία. Κάνει καλή δουλειά, ονόματα δεν θυμάμαι, ο πρώτος των δικηγόρων πάντως είναι ένας άντρακλας ψηλός ίσαμε εκεί πάνω, πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και τις ικανότητές του, με μεγάλη ευφράδεια .
Αριστερών καταβολών η φήμη του γραφείου, είναι πάντοτε δίπλα μας.
Αντονίνο Φιλαστό λέγεται ο άνθρωπός μας τελικά, ο νομικός, τον θυμάμαι.

Μάρτυρες υπεράσπισης ο πρύτανης και καθηγητές της σχολής. Την ώρα που εσωτερική πορεία είναι σε εξέλιξη, με το τέλος της κατάληψης, επιτίθεται σε γραφείο γνωστού σπιούνου, αποχωρώντας μια μικρή ομάδα, εμείς βρισκόμαστε στην πρυτανεία, απεσταλμένοι των φοιτητών. Κάνουμε απολογισμό, συζητώντας με τους καθηγητές πάνω στα αιτήματά μας.
Αυτές οι φθορές, εμείς στοχοποιημένοι, γνωστοί μπροστάρηδες στους αγώνες για το καλύτερο.
Αθώοι λοιπόν.
Πανζουρλισμός, συνθήματα, τραγούδια, ο πατέρας σου συγκινήθηκε.
Μας σηκώνουν ψηλά δεκάδες χέρια, χανόμαστε σε χίλιες αγκαλιές,μέχρι να μας αποσπάσουν οι αστυνομικοί για να μας στείλουν ξανά μέσα. Από την φυλακή θα πάρουμε εξιτήριο. Το οξύμωρο είναι πως μας ξαναπερνούν χειροπέδες.

Οι δύο ώρες που μεσολάβησαν στα μπουντρούμια μέχρι να ετοιμαστούν τα χαρτιά που θα μας οδηγήσουν στην ελευθερία είναι οι χειρότερες, οι δυσκολότερες των τελευταίων ημερών. Ο δείκτης του ρολογιού δεν γυρνά με τίποτα, λες και είναι σταματημένος.
Δεν ηρεμώ, δεν συγκεντρώνομαι, κάτι σαν κρίση πανικού.
Απαίσιο.
Το βράδυ γίνεται ένα μεγάλο πάρτι στο σπίτι, με όλων των ειδών τα καλούδια. Την άλλη μέρα κηρύγματα από γονείς και συγγενείς : ‘κοίταξε αγόρι μου να στρώσεις, να βάλεις μυαλό. Είσαι άντρας, δεν είσαι άλλο παιδί. Πρόσεχε τις παρέες σου. Συγκεντρώσου, δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο. Κοίταξε τις σπουδές σου, τις υποθέσεις σου’.
Τέτοια πολλά, και άλλα παρόμοια.
‘εντάξει’…….αλλά από μέσα…….hasta la victoria siempre…….μέχρι την τελική νίκη.

Layla, Eric Clapton.

Είναι τότε που μαθαίνουμε να φτιάχνουμε εμπρηστικές βραδείας ανάφλεξης, να τις τοποθετούμε και να γίνεται το μπαμ μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να έχουμε τον χρόνο να απομακρυνθούμε για να βρεθούμε στη σιγουριά.
Τι νομίζεις, κάθε πράγμα στον καιρό του, τα βήματα γίνονται με προσοχή, σταδιακά. Από τα απλούστερα στα περισσότερο σύνθετα.
Παρακολουθήσεις, τοποθετήσεις, εισβολές, παραπλάνηση. Και μετά οι ενέδρες. Αυτές τις τελευταίες δεν τις προλαβαίνω, έρχεται το πλήρωμα του χρόνου. Τέλος πάντων.

Addio Lugano bella G Gaber, E Jannacci, L Toffolo, O Profazio, S Pisu

να είναι καλά ο αγαπητός φίλος και εξαίρετος καλλιτέχνης, ο Αργύρης ο Μπακιρτζής που μου θύμισε αυτόν τον αναρχικό ύμνο, όπου συμμετέχει και ο Giorgio Gaber, νεότατος

 

  • Γνωρίζω ένα παλικάρι. Τον Μάσσιμο. Είναι μια μεγάλη παρέα, καμιά δεκαριά, με τα κορίτσια τους. Ψηλός, σγουρομάλλης, ομορφόπαιδο. Εργάζεται πότε πότε, δεινό κλεφτρόνι, μας προμηθεύει στο πι και φι ότι χρειαζόμαστε.
    Έχει ένα αρχαίο πεντακοσαράκι και η αγαπημένη του συνήθεια, που μου την κόλλησε κι εμένα είναι να ανεβαίνει επάνω στους λόφους, όταν βρέχει, και να κάνει σβούρες στο λασπωμένο χώμα, μέσα σε παρκάκι, με ανάποδα τιμόνια και χειρόφρενο, ανάμεσα στα παγκάκια και τα κράσπεδα, χωρίς να χτυπά το αυτοκίνητο. Αυτό είναι το στοίχημα. Όλο και δυσκολότερα σχέδια. Ζωγραφίζει κυριολεκτικά στη βρεγμένη γη
    ‘πίνουν’ όμως πολύ και αυτό τους καταστρέφει τελικά. Σχεδόν όλους. Κάηκαν. Ένας την γλίτωσε τελικά, αν δεν κάνω λάθος, γίνεται μαθητής σε μοναστήρι, στην Ινδία. Γυρίζει μετά από καιρό ντυμένος στα πορτοκαλί. Έχει γεμίσει η Ευρώπη τέτοια παιδιά εκείνο τον καιρό.

Γνωρίζει ένα μέρος, στην Τοσκάνη, δυο ώρες από την Φλωρεντία. Έχει ορυχεία η περιοχή, εξόρυξης μαρμάρου, αν θυμάμαι. Αποθήκες με εκρηκτικά. Μας αναθέτουν λοιπόν κάποια στιγμή να κάνουμε χαρτογράφηση κλπ. Ωράρια, φύλαξη. Να φτιάξουμε σχέδιο για πιθανή κλοπή.
Μένουμε κοντά μια βδομάδα στην περιοχή. Θυμάμαι πως είναι η καταγωγή του από εκεί ή έστω κάποιων συγγενών του. Την γνωρίζει καλά. Έχει τα κλειδιά ενός σπιτιού σε μια μικρή πόλη. Χειμώνας, χωρίς θέρμανση, το δαγκώνουμε. Είναι αλπινιστής, έτσι έχει ειδικούς υπνόσακους με πούπουλα χήνας, κατάλληλους για ύπνο στο χιόνι. Κοιμόμαστε ξεβράκωτοι εκεί μέσα, είναι τόσο ζεστός ο ύπνος μας.

Τον γνωρίζουν κι έτσι δεν συχνάζουμε σε μέρη όπου πηγαίνουν φιλικά του πρόσωπα, δεν θέλουμε να καρφωθούμε, να δίνουμε εξηγήσεις για την παρουσία μας στην περιοχή. Κάποιοι άλλοι, σε ανύποπτο χρόνο, θα επιχειρήσουν εκεί, ξέρεις, χρειάζονται εκρηκτικά.
Ακούμε όλη μέρα μουσική και παρακολουθούμε την περιοχή με τα ορυχεία. Είσοδοι, έξοδοι, οδοί πρόσβασης και διαφυγής, κινητικότητα, φύλαξη, ωράρια, πορείες.
Με την επιστροφή μας στα πάτρια εδάφη έχουμε καταστρώσει έκθεση σελίδων.
Μήνες αργότερα διαβάζω στις εφημερίδες τα νέα για την διάρρηξη αποθήκης και την κλοπή στην περιοχή εκρηκτικών υλών.

Επέστρεψα ένα χρόνο αργότερα σε εκείνα τα μέρη, παραλιακά αυτή την φορά. Υπάρχει μια φανταστική αμμουδιά, δύσκολα προσβάσιμη, όπου κάνουμε ελεύθερο κάμπινγκ ένα Σαββατοκύριακο. Δύσκολη, απόκρημνη κατεβασιά. Δύσβατη. Αξίζει όμως ο κόπος όλα τα λεφτά του. Απομονωμένη ομορφιά για καλοκαιρινή απόδραση.
Την γνωρίζει ένας καινούριος φίλος που δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά που συζητάμε. Μας προτείνει την εκδρομή και την πραγματοποιούμε κάμποσοι φίλοι, αγόρια κορίτσια.
Για να προσεγγίσουμε την παραλία πρέπει υποχρεωτικά να περάσουμε από τον δρόμο και τα μέρη στα οποία τριγύρισα έναν χρόνο νωρίτερα, παρακολουθώντας και καταγράφοντας.
Στα παιδιά που είναι μαζί μου αυτή την φορά, δεν περνά από το μυαλό τους η άλλη μου πραγματικότητα, δραστηριότητες μακρινές, ξένες. Όχι τόσο ιδεολογικά όσο πρακτικά. Δεν υποψιάζονται ούτε στον ύπνο τους την άλλη μου υπόσταση.

Νιώθω πολύ παράξενα. Άγρια χαρά μαζί με κάποια στεναχώρια
Είμαι περήφανος για αυτό που είμαι. Συγχρόνως νιώθω κάτι σαν εγκατάλειψη. Θλίψη που υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, που υφίσταται αυτή η διαφοροποίηση στις συνειδήσεις, στους ανθρώπους.
Αργότερα κατάλαβα πως αυτή ήταν η πρόγευση της μοναξιάς του παρανόμου, που λέμε. Μια κάποια απομόνωση.
Στην αρχή είμαι ενθουσιασμένος, πετάω, καταλαβαίνεις.
Μετά ψιλο χαλιέμαι.
Την πρώτη νύχτα συμβαίνουν αυτά. Μέθυσα, χαλάστηκα.
Στη συνέχεια συνήλθα, δεν το σκεφτόμουν πια, συνηθίζεις. Τότε μου έρχεται και η θλίψη.
Πως γίνεται και το θυμάμαι ;
Δεν ξέρω να απαντήσω. Είναι αυτά τα συναισθήματα που χαράσσονται μέσα και αναδύονται κάποια στιγμή, αργότερα. Απ’ το υποσυνείδητο. Όταν χαλαρώνεις…… Και ακούς! Τότε που οι σκέψεις τρέχουν ελεύθερα, χωρίς να σκοντάφτουν, χωρίς να κολλάνε πουθενά, κυλώντας σαν το γάργαρο ρυάκι, το τρεχούμενο νερό.

τα παιδιά του ’77, 2

With a little help from my friends, Joe Cocker.

Επανέρχομαι στον Μάσσιμο. Από αυτόν γνωρίζω και εκείνη την κοριτσοπαρέα από τον αυτόνομο σύνδεσμο των οπαδών βιόλα, viola, των αυτόνομων οπαδών της Φιορεντίνα, της σπουδαίας ομάδας της πόλης μας. Πηγαίνω λοιπόν στο γήπεδο μαζί τους, στο Communale, curva Fiesole. Το πέταλο που πήρε το όνομα του από την συνοικία, στους πρόποδες της οποίας είναι κτισμένο το γήπεδο, και σκαρφαλώνει στον ομώνυμο λόφο. Ντυμένο στα μωβ, από το χρώμα της ομάδας και της πόλης, θέαμα μοναδικό. Χορογραφίες και τραγούδια, ενέργεια που μοναχά στις μαχητικές μεγάλες διαδηλώσεις θα συναντήσεις, ζω τον παλμό και τα συνθήματα και αγαπώ για πάντα την ομάδα.

Βλέπεις, παρόλο που γουστάρω τα σπορ, μου αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο, εκείνα τα χρόνια έχω κυριολεκτικά απορροφηθεί από τα κοινωνικά κινήματα, ιδιαίτερα από την οργανωμένη αυτονομία, και δεν έχω πατήσει το πόδι μου στο γήπεδο άλλη φορά, πριν από εκείνη τη μέρα με την Ιουλία και την Γαβριέλλα. Δυο άγριες, γλυκύτατες μαθήτριες του Λυκείου που με ξεσήκωσαν για το παιχνίδι, τοπικό ντέρμπι με την γειτονική Μπολόνια.
Πρέπει να πω πως νιώθω δέος εκεί μέσα. Παρόλο που το παιχνίδι τελείωσε ισόπαλο, η ατμόσφαιρα είναι φανταστική, ο μεγάλος Τζιανκάρλο Αντονιόνι δεν κατάφερε να σπρώξει την ομάδα του στη νίκη. Από εκείνη την ημέρα υποστηρίζω τους βιόλα. Παρότι συμπαθώ παντού και πάντα τους κόκκινους.
Στο γήπεδο πηγαίνω ξανά λίγους μήνες μετά, πάλι με τις δυο φιλενάδες, σε συναυλία του Λούτσιο Ντάλα.

Περάσαμε πολύ όμορφα, είναι όμως ακόμη καλύτερα τότε που ο σπουδαίος καλλιτέχνης τραγουδά σε κατηλειμμένο εργοστάσιο, στη βιομηχανική περιοχή της πόλης, συμπαραστεκόμενος στους απεργούς εργάτες που βρίσκονται σε αγώνα. Εκεί μέσα είναι το κάτι άλλο. Η μουσική και ο στίχος, το συναίσθημα,αποκτούν άλλη βαρύτητα, η ατμόσφαιρα απογειώνεται και οι καρδιές χτυπούν πιο δυνατά. Ένα αληθινό πανηγύρι του λαού. Του λαού σε κίνηση. Του ανθρώπου σε εγρήγορση.
Όταν ο λαός κινείται, όταν ο λήθαργος παύει, όταν ανασταίνονται οι συνειδήσεις, όταν ο άνθρωπος αγαπά τον διπλανό του, τον νοιάζεται, τότε μη φοβάσαι τίποτα!
Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών.

Ι put a spell on you, Screamin Joe.

συνεχίζεται

22/8/12

FURIOSI – Νανι Μπαλεστρίνι – Εκδόσεις Απρόβλεπτες – Σεπτέμβριος 2012

Εκεί στο πέταλο είμαστε 17000 όλοι μέλη των Ερυθρόμαυρων Ταξιαρχιών όμως αυτοί που ακολουθούν όλους τους εκτός έδρας αγώνες δεν είναι πάνω από καμιά χιλιάδα 1500 στην καλύτερη περίπτωση κι είναι εκείνοι που σου δίνουν τη χαρά να ζεις κάτι που υπερβαίνει τη Μίλαν επειδή εκεί γαμώτο υπάρχουν στιγμές που ζεις πράγματα τα οποία σε κάνουν να ξεχνάς τη Μίλαν εκεί κινδυνεύεις να σε σακατέψουν κινδυνεύεις να πας φυλακή διακινδυνεύεις τα πάντα κι εκείνη τη στιγμή η Μίλαν είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεσαι εσύ εκείνη τη στιγμή είσαι με τους φίλους σου την ομάδα σου είσαι κάτι το συλλογικό

Από τους προλεταριακούς αγώνες του ‘60 και του ‘70, ο Νάνι Μπαλεστρίνι μας μεταφέρει στα γήπεδα της Ιταλίας της δεκαετίας του ‘80, σ’ ένα ανήσυχο μυθιστόρημα που περιγράφει το σημαντικότερο ίσως φαινόμενο συσπείρωσης και κοινωνικότητας των νέων εκείνη τη δεκαετία.

Μία αφήγηση χωρίς ανάσα, με επίκεντρο ένα επεισόδιο μεταξύ των οπαδών της ομάδας της Κάλιαρι και εκείνων της Μίλαν. Οι πρωταγωνιστές εξιστορούν σε πρώτο πρόσωπο τις εμπειρίες τους από τις οπαδικές μετακινήσεις, τις επικές μάχες με τους οπαδούς αντίπαλων ομάδων και την αστυνομία, τις προσωπικές διαδρομές στις εξέδρες των γηπέδων, τους τρόπους οργάνωσης και τους κώδικες που διέπουν τη συμπεριφορά τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική.

Οι αφηγήσεις που συνθέτουν αυτό το ηρωικό-κωμικό μυθιστόρημα του Μπαλεστρίνι σκιαγραφούν γλαφυρά την ανθρωπογεωγραφία του κινήματος των ιταλών ultras, πριν αυτό μπει στη φάση της παρακμής του.

Ο Νάνι Μπαλεστρίνι γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1935. Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα το 1953 και στις αρχές της δεκαετίας το ’60 συμμετείχε στην ίδρυση της λογοτεχνικής ομάδας «Gruppo 63». Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Tristano δημοσιεύτηκε το 1964 από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli. Αναμίχτηκε ενεργά στα πολιτικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και το 1979 αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γαλλία για να αποφύγει τη σύλληψη, μετά τη δίωξή του στα πλαίσια της «Έρευνας της 7ης Απριλίου», όπου παρέμεινε μέχρι την οριστική απαλλαγή του λίγα χρόνια αργότερα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία των περιοδικών Il VerriQuindiciAlfabeta και Zoooom. Εκτός από τη λογοτεχνία, δραστηριοποιείται και στο χώρο των οπτικών τεχνών και έχει πραγματοποιήσει πολλές εκθέσεις στην Ιταλία και το εξωτερικό και το 1993 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας. Στα ελληνικά έχουν δημοσιευτεί τα μυθιστορήματα Τα θέλουμε όλα (εκδόσεις Στοχαστής)· Ο εκδότης (εκδόσεις Γνώση)· Οι αόρατοι (εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος). Στο τεύχος 6 του περιοδικού ΤΕΦΛΟΝ έχει δημοσιευτεί ένα εκτενές αφιέρωμα στη ποίησή τους, ενώ στο τεύχος 12-13 του περιοδικού Τα Παιδιά της Γαλαρίας μια (σχεδόν) εξαντλητική συνέντευξη για τη ζωή και το έργο του.

μιχαλης 265