φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
εξορία, esilio

Η κυβέρνηση συνεχίζει το πρόστυχο κυνήγι των πολιτικών προσφύγων

 

Μετά την ντροπιαστική εξέλιξη της υπόθεσης του Cesare Battisti, επικοινωνιακή ντροπή που εκτέθηκε με πλούτο λεπτομερειών, το πολιτικό πρόγραμμα της κυβέρνησης προτίθεται να ολοκληρώσει το ποταπό αντιδραστικό της έργο προσπαθώντας να οδηγήσει άλλες και άλλους πολιτικούς πρόσφυγες στη φυλακή. Μιλάμε για περίπου δεκαπέντε άτομα, αυτός είναι ο αριθμός που εκτέθηκε από την κυβέρνηση, που κουβαλάν στη πλάτη τους πάνω από εξήντα χρόνια και έχουν καταφύγει στη Γαλλία εδώ και δεκαετίες.

Ευχόμαστε αυτή η άθλια επιχείρηση να μην έχει αποτελέσματα, να αποτύχει! Θα ήταν ωραίο αν μια μεγάλη κινητοποίηση του κινήματος και της προοδευτικής πλευράς (αν υπάρχει) της χώρας εμπόδιζε μια τέτοια ασέλγεια, αλλά σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει μια τέτοια ικανότητα οπότε μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι η επιχείρηση θα πάει στον απόπατο.

Ωστόσο πρέπει να υπενθυμίσουμε, για όσους εξακολουθούν να διατηρούν στοιχειώδεις πνευματικές ικανότητες, πως πολλοί από αυτούς που κατέφυγαν στη Γαλλία για να ξεφύγουν από τα εντάλματα σύλληψης που τους κυνηγούσαν παντού, τα οποία εκδόθηκαν προηγουμένως και στη συνέχεια δικών και καταδικών που υπέστησαν, δεν είχαν την ευκαιρία να αμυνθούν, να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, δεδομένου ότι στην Ιταλία ήταν δυνατόν να δικαστούν και να καταδικαστούν ερήμην, χωρίς το δικαίωμα υπεράσπισης. Έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το 2014, μετά από πολυάριθμες και έντονες διεθνείς διαμαρτυρίες και πιέσεις ώστε να εξασθενήσει κάπως αυτό το βάρβαρο έθιμο στην Ιταλία.

Η άλλη αρνητική πτυχή της ιταλικής «δικαιοσύνης», η οποία σε πολλές χώρες δεν είναι ευπρόσδεκτη, είναι η συχνότητα με την οποία στην Ιταλία καταδικάζεται κάποιος για εγκλήματα συσχέτισης-συνάφειας, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με το κράτος δικαίου που προβλέπει και απαιτεί από κάθε άτομο να απαντά μόνο γι αυτό που εθελοντικά έθεσε σε εφαρμογή, έπραξε. Με τα συλλογικά-συνδυαστικά εγκλήματα-αδικήματα κάποιος καταδικάζεται ακόμα και αν δεν έχει κάνει τίποτα, απλώς και μόνο επειδή συσχετίζεται με μια συλλογικότητα ή μια ομάδα, και θεωρείται υπεύθυνος για όλα όσα έχει πράξει η ένωση ή το συλλογικό όργανο, η συλλογικότητα. Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις, ίσως η πλειοψηφία των ανθρώπων που καταδικάστηκαν σε πολυετή φυλάκιση για «συσχέτιση-ένωση» με αυτή ή εκείνη την ομάδα ελλείψει αποδείξεων της συμμετοχής τους σε συγκεκριμένες ενέργειες ή γεγονότα-πράξεις.

Τέλος η πιο απαράδεκτη πτυχή για ορισμένα νομικά συστήματα είναι η πλήρης αποδοχή, στις δίκες στην Ιταλία, των κατηγοριών των «μετανιωμένων-μεταμεληθέντων» (πληροφοριοδότες-καταδότες) βάσει των οποίων άνθρωποι καταδικάστηκαν χωρίς αυτές οι κατηγορίες να επαληθευτούν στις αποδείξεις. Οι κατηγορίες του «μετανιωμένου» ανταμείφθηκαν, ταυτόχρονα στον ίδιο, με σημαντικές εκπτώσεις ποινής.

Τώρα το επείγον πρόβλημα είναι να προσπαθήσουμε να υποστηρίξουμε τις συντρόφισσες και τους συντρόφους στη Γαλλία που υποβάλλονται στον εκβιασμό της έκδοσης. Ακόμα κι αν δεν είμαστε σε θέση να πραγματοποιήσουμε σημαντικές διαδηλώσεις, να διαδώσουμε με πείσμα και να καταγγείλουμε παντού την ευτέλεια του έργου της κυβέρνησης εναντίον των εξόριστων στη Γαλλία.

 

Il governo continua l’infame caccia dei rifugiati politici

αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Aa. Vv.

Daddo e Paolo

«Μια φωτογραφία “risolta”, που αφήνει σε αυτόν που την κοιτά ένα χώρο για την σκέψη».

Antonello Frongia
Την 1η φεβρουαρίου 1977 μια ομάδα νεοφασιστών εισβάλει στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, πυροβολώντας. Ένας φοιτητής παραμένει σοβαρά τραυματισμένος. Το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται. Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια μιας πορείας, η έδρα των νεαρών νεοφασιστών της οδού Sommacampagna πυρπολείται. Λίγο μετά, στην piazza Indipendenza, οι ειδικές αστυνομικές ομάδες παρεμβαίνουν και διασκορπίζουν την πορεία με ριπές αυτομάτων. Ο Paolo Tommasini και ο Leonardo (Daddo) Fortuna πέφτουν τραυματίες στο έδαφος, οι οποίοι, οπλισμένοι, είχαν απαντήσει στο πυρ θεωρώντας ότι επρόκειτο για νεοφασίστες. Ο πρώτος που πέφτει, χτυπημένος στα πόδια, είναι ο Paolo. Ο Daddo γυρνά πίσω και προσπαθεί να τον βοηθήσει απομακρύνοντας τον αλλά τραυματίζεται κι αυτός.

Αυτό το δραματικό γεγονός – το οποίο σηματοδότησε την έναρξη της μεγάλης εξέγερσης του Κινήματος του 77 – αποθανατίστηκε από τον φωτογράφο Tano D’Amico ο οποίος τις φύλαξε για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αυτά τα πλάνα (ένα ιδιαίτερα) απεικονίζουν μια χειρονομία εξαιρετικής γενναιοδωρίας, την ίδια που διέσχισε και τροφοδότησε τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές όλων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτό το Κίνημα. Εκ των πραγμάτων, η εικόνα εκείνη αντιπροσωπεύει το ακριβές αντίστροφο αυτής που τραβήχτηκε με την ευκαιρία μιας άλλης ανταλλαγής πυρών μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: εκείνη της Via De Amicis στο Μιλάνο, στις 14 μαΐου του ίδιου έτους. Μια εικόνα στο κέντρο ενός άλλου βιβλίου που εκδόθηκε από τον εκδοτικό μας οίκο (Ιστορία μιας φωτογραφίας. Η κατασκευή της εικόνας αναπαράστασης των χρόνων του μολυβιού – Storia di una foto. La costruzione dell’immagine icona degli anni di piombo).
Και αυτό το βιβλίο περιέχει επίσης μια πλούσια εικονογραφική τεκμηρίωση πολλών συγγραφέων, κείμενα που προέρχονται από δικαστικά έγγραφα, πολιτικά ντοκουμέντα της εποχής, δοκίμια από επιστήμονες της επικοινωνίας, μαρτυρίες ορισμένων πρωταγωνιστών.
Ο Leonardo Fortuna (Daddo), που έφυγε την περασμένη άνοιξη, εργάστηκε πολλά χρόνια για την εφημερίδα «il manifesto» και υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του εκδοτικού σπιτιού μας.

Un assaggio…Μια  γεύση

Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κατά της φασιστικής επίθεσης της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο κατά την οποίαν τραυματίστηκε ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην Piazza Indipendenza λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αγωνιστές της αριστεράς, πέφτουν στη γη, τραυματισμένοι – ο Leonardo (Daddo) Fortuna και ο Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti. Κανείς δεν είδε ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς συνέβησαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση. Υπάρχουν κάποιες εικόνες από τις στιγμές πριν από την μάχη, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και παραδόθηκε στη φωτιά σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχαν πολλοί αγωνιστές, και υπάρχουν εικόνες των στιγμών μετά τη μάχη – οι δυο στρατευμένοι, έχοντας τις αισθήσεις τους, που χάνουν αίμα, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, χτυπημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και σχεδόν αμέσως γίνεται λόγος γι αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως φαινόταν σαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη διαδήλωση για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιλάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Αντιθέτως, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας κατά της Κρατικής μηχανής ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα το να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι πράγμα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους, δεν το κάνουν τη γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα του Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα. […]

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.

RASSEGNA STAMPA

«Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» από Sololibri.net

Ανασκόπηση του Mario Bonanno στο «Daddo και Paolo. Η έναρξη της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από Sololibri.net, 31 μαρτίου 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στα χρόνια Εβδομήντα και για το «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video πήγαινε στο βίντεο


Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στα χρόνια Εβδομήντα και στο «Daddo e Paolo. Η αρχή της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video Πήγαινε στο βίντεο

Militant

λαμβάνουμε από τους συντρόφους του DeriveApprodi ένα κομμάτι του Lanfranco Caminiti στη μνήμη του Daddo .. το δημοσιεύουμε με χαρά, έστω και με μερικές μέρες καθυστέρησης..

Στον Daddo

Lanfranco Caminiti

Ένας μονομάχος έπεσε. Vale. Αντίο.
Το δυνατό του σώμα, οι πλατιοί ώμοι του, το φαρδύ στήθος του, βρίσκονται τώρα στη σκόνη.
Αγωνίστηκε, έχασε. Το θηρίο ήταν πολύ άγριο. Ή αυτός ήταν πολύ κουρασμένος.
«Δεν μου πάει να ζήσω σαν άρρωστος για να πεθάνω σαν υγιής». Μου μίλησε έτσι, ο Daddo, λέγοντας μου για τον καρκίνο που του είχε επιτεθεί και για τις φροντίδες, σχολαστικές, ηττοπαθείς και γεμάτες θυσίες, στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί για μιαν ελπίδα να βαστήξει λίγο ακόμη. Για θεραπεία, πιστεύω, ποτέ δεν έγινε λόγος πραγματικά, αφότου το θηρίο παρουσιάστηκε με όλη του την αγριότητα.
Ήθελε να τα βάλει μαζί του, να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, τον καρκίνο, να τον διώξει και να τον πολεμήσει στην αρένα, να τον δαγκώσει αν αυτό χρειάζονταν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν υποχωρούσε ένα χιλιοστό. Έτσι πολεμούσε, ο Daddo, απoφασισμένος. Ήξερε τι έκανε. Έπαιρνε τα μέτρα του. Ήξερε τα μέσα του, γνώριζε τον εχθρό. Οργανώνονταν. Ήταν διαυγής, πάντα.
Μπορούσες να προσπαθήσεις να εξηγήσεις, να αιτιολογήσεις, να βρεις κάποια γραμμή διαμεσολάβησης. Δεν ήταν έτσι, δεν ήταν ο δρόμος του Daddo, ο τρόπος του. Ο εχθρός ήταν άνανδρος. Η μάχη ύπουλη, αλλά αυτός θα την τιμούσε με τον τρόπο του. Διαυγής και ριψοκίνδυνος.
Θα πεθάνεις όπως έζησες, με τις πέτρες και τις σκέψεις στην τσέπη, ή αφηρημένος, πονηρός, μαλακισμένα, δίχως σοβαρότητα, φοβισμένος, ψευτοφιλοσοφώντας, μες την ποίηση ή τις μάχες. Έτσι πάει.                                                                                                        Τον Daddo τον γνώρισα δίχως να τον γνωρίζω. 1977, το τρομερό έτος – annus terribilis. Οι αυτόνομοι. «εργατική Αυτονομία, οργάνωση, ένοπλος αγώνας για την επανάσταση», αυτά τα πράγματα. P38, κουκούλα, αυτά τα πράγματα. Τον συνάντησα όταν ήμασταν σε ένα σπίτι στο Trastevere – και ίσως εκείνη την στιγμή δεν ήταν το μόνο μέσα στο οποίο συζητούσαν γι αυτά τα πράγματα – μου μίλησαν για το πώς θα μπορούσαμε να τον τραβήξουμε έξω από τη φυλακή, από την Regina Coeli, όπου νοσηλεύονταν στο αναρρωτήριο λόγω των τραυμάτων μετά τους πυροβολισμούς της piazza Indipendenza.
Μια απόδραση. Τα φρεάτια για να μπούμε στους υπονόμους, οι αυλές να σκαρφαλώσουμε, το ιατρείο να καταλάβουμε, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά το σχέδιο ήταν εκεί, υπήρχε. Ή σε μας φαινόταν σαν ένα σχέδιο. Τότε, έτσι σκεφτόμασταν τα πράγματα, δίχως να δίνουμε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες. Ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει;

Ήταν αυτός που αντιτάχθηκε. Που έκανε πίσω.                                                          Ευχαριστώ, όχι. Διαυγής. Με την απόδραση, θα είχε καταδικαστεί από μόνος του σε μια παράνομη ζωή. Και αυτός ήταν ένας μονομάχος, όχι ένας παράνομος.
Και το κίνημα ήταν δυνατό, ισχυρό όπως ποτέ δεν ήταν, όπως δεν υπήρξε ποτέ πλέον.  Και φόβισε όπως ποτέ προηγουμένως.
«Paolo και Daddo λεύτεροι», φώναξε και αξίωσε. Για μήνες. Γράφτηκε στους τοίχους της Ρώμης: πριν από κάποιον χρόνο, το υπενθύμιζε μια επιγραφή ξεθωριασμένη στα μέρη της Piazza Navona. Ένα γκράφιτι γδαρμένο απ’ τον καιρό, ένα αρχαιολογικό εύρημα πλέον, σχεδόν ένα αυτοκρατορικό ανάγλυφο ή ένα τραπεζάκι απ’τα χρόνια τα παλιά, ρεπουμπλικάνικης εποχής. Ή εκείνες οι μικρές λαξευμένες επιτύμβιες πλάκες του δέκατου όγδοου αιώνα οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στρωμένες εδώ και εκεί και προσκαλούν να μην λερώνουμε τους δρόμους, ανήκουστες για αιώνες. Επειδή τα Εβδομήντα επτά είναι χρόνια που υπήρξαν, είναι ιστορία. Ανήκουστη.
Η επανάσταση που έρχεται, τιτλοφορήσαμε στον DeriveApprodi το πρώτο βιβλίο για τα Εβδομήντα επτά, είκοσι χρόνια αργότερα. Μετά γράφτηκαν βιβλία από άλλους, ξεθωριασμενα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η φώτο του Tano D’Amico με τον Daddo και τον Paolo. Και τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει; Και τι άλλο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί; Ένα εύρημα αρχαιολογικό, σίγουρα. Αλλά εμείς οι ίδιοι ήμαστε πλέον αρχαιολογικά ευρήματα, σύγχρονη τέχνη για συλλέκτες, τι μπορείτε να κάνετε; Όμως, να, το βιβλίο μιλούσε για εκείνο το υπέροχο κίνημα που είχε θέσει όλα τα ερωτήματα που παρέμειναν, για πάντα: οι μεταμορφώσεις της εργασίας μετά το φορντικό εργοστάσιο, η κρίση της δημοκρατίας, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζονταν το ζήτημα της εξουσίας που έθεταν νέα μη αντιπροσωπευόμενα κοινωνικά υποκείμενα , η συνταγματική δύναμη ενός κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, η αναγκαιότητα για νέους θεσμούς. Τα ερωτήματα που είναι ακόμα εδώ και τώρα, επίκαιρα. Ίσως εκείνο το κίνημα εντυπωσίασε με την έπαρση και την υπεροψία των χειρονομιών του – συχνά παρεξηγημένων – αλλά είναι βέβαιο ότι μπορεί ακόμα να εντυπωσιάσει με την ακρίβεια της συλλογικής νοημοσύνης του. Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι από πολλές απόψεις οι θεωρητικές διαισθήσεις που υπογράμμιζε το κίνημα ήταν πληθωρικές σε σχέση με τις χειρονομίες, τις απλοποιήσεις του. Όλα μπλεγμένα, ένα μπλέξιμο από πράγματα. Ω, να τα πάρουμε από την αρχή. Σε εκείνο το μπλέξιμο πραγμάτων βρίσκονταν αυτή η εικόνα. Υπήρχε ο Daddo ο οποίος έτρεχε οπλισμένος στην piazza Indipendenza προσπαθώντας να σηκώσει τον Paolo από το έδαφος.
Όμως η δύναμη βρισκόταν σε αυτό, στο να διεκδικεί στον εαυτό του εκείνους τους τραυματισμένους συντρόφους. Εκείνους τους οπλισμένους συντρόφους στην πλατεία. Στο να τους νιώθει μέρος ενός ταξιδιού, μιας διαδρομής, ενός δικού του μονοπατιού. Στη συνέχεια ήρθε η κατάληψη της La Sapienza, η αποπομπή του Λάμα, η 12η μαρτίου – σχεδόν μια εξέγερση -, η Giorgiana Masi και όλα τα υπόλοιπα. Να γλιστρά. Να λυγίζει. Να πέφτει.

Στην αρχή έγιναν αυτά: την πρώτη του φεβρουαρίου οι φασίστες είχαν πυροβολήσει μέσα στο πανεπιστήμιο, τραυματίζοντας έναν φοιτητή στο κεφάλι, και την επομένη η διαδήλωση στην piazza Indipendenza, oι προκλήσεις, oι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια, οι δικοί μας που απαντούν, ο Paolo τραυματίζεται, ο Daddo προσπαθώντας να τον πάρει μακριά μαζεύοντας τα όπλα, τραυματίζεται και αυτός. Απερίσκεπτος. Αλλά τους τραυματίες συντρόφους δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω. Όπως οι πεζοναύτες. Μια σύγκρουση. Με πυρά.
Μετά έγιναν όλα τα υπόλοιπα. Που ήταν εκεί.
Είναι δικοί μας, είπε. Χωρίς εάν, αλλά, και ίσως. Χωρίς υποκρισίες: η χρήση των όπλων και της βίας ήταν μέσα στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν ήταν ο πρωταρχικός χαρακτήρας του, αντιθέτως προκαλούσε συνεχείς υπεκφυγές, συνεχείς κατηγορίες, συνεχή επανένωση. Είναι σίγουρα ένα τεράστιο δεδομένο, αλλά είναι τεράστιο μόνο και μόνο επειδή φαινόταν φυσιολογικό. Είναι τεράστιο λόγω της εξαιρετικής κανονικότητάς του. Η χρήση όπλων ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του κινήματος αλλά όχι το διακριτικό του. Και δεν ήταν ο λόγος για την ήττα του. Η ήττα ήταν όλη μέσα στο μπέρδεμα στο οποίο είχαμε εμπλακεί. Ήταν όλη μέσα στη σύγκρουση με τους κομμουνιστές του Berlinguer. Εκείνους του ιστορικού συμβιβασμού, της λιτότητας, των δύο κοινωνιών, της παρελθοντολογίας που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτά τα πράγματα. Μια ανοησία, ξαναδιαβάζοντας τα σήμερα. Αλλά είχαν εξουσία και την χρησιμοποίησαν ολόκληρη για να καταστείλουν, για να μας βγάλουν έξω απ’ το παιχνίδι.
Αυτή είναι η ιστορία. Αυτά ήταν τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αλλάξει, ο κόσμος αλλάζει πάντα. Οι εξεγέρσεις, οι ταραχές έχουν αλλάξει, οι εξεγέρσεις και οι ταραχές πάντα αλλάζουν. Δεν μας αρέσει, και δεν θα κλάψουμε. Πληρώσαμε για το εισιτήριο. Είμαστε ένα εύρημα. Ο Daddo δεν ευχαριστήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν έκλαψε επάνω σε αυτό.
Ο Daddo εκπλήσσονταν πάντα με τα θαύματα που τύχαινε να διαβάσει, εδώ και εκεί, ή όταν ανακάλυπτε, ευτυχής, εκείνη την εξαιρετική έξυπνη μηχανή, για να καταλάβει, για να σκεφτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος, ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ότι είναι το πιο βιολογικό μας χαρακτηριστικό που μας κάνει να επιθυμούμε τα πράγματα, το πιο ανθρώπινο μας χαρακτηριστικό.
Μαζί με τον Sergio και την Ilaria και άλλους επινοήσαμε τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi στη δεκαετία του 1990. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Nα εκτυπώνει βιβλία. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό που έκανε – να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του στο «manifesto» – πάντα είχε μείνει προσκολλημένο μέσα του ένα νήμα βιογραφίας, ευαισθησίας.
Μετά, με αυτόν και με τον Giancarlo και τον Giorgio και τον Giorgio επινοήσαμε το περιοδικό «accattone – cronache romane» στη δεκαετία του 2000. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Να επεξεργάζεται ένα περιοδικό. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό έκανε – φέρνοντας τα βόλτα σε μια γραφική εταιρεία όπου δούλευε – και πάντα ήταν προσκολλημένος σε ένα νήμα βιογραφίας, και ευαισθησίας.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι συγγραφείς, αυτός διάλεξε όλα τα βιβλία τους που έβρισκε, της Elena, του Emanuele, του Christian, του Nicola. Τους ξεψάχνιζε. Κάποιο του Carola, το διάβαζε και στη Νίνα, την κόρη του.
Επειδή έτσι είναι οι μονομάχοι. Στον χρόνο που τους μένει ελεύθερος, μεταξύ ενός αγώνα και ενός άλλου, διαβάζουν ή τα φτιάχνουν τα βιβλία.
Νανουρίζουν τα παιδιά τους.
Μοιάζουν σαν όλους εμάς.
Αγαπούν τις γυναίκες τους χωρίς επιφύλαξη.
Για τη Francesca, την σύζυγο του, μου εξηγούσε – με μεγάλη λεπτομέρεια – πόσο υπέροχη είναι η Σικελία. Πόσο πρέπει να την αγαπάμε. Γεμάτος θαυμασμό για να με εκπλήσσει. Για να με πείθει, πάνω απ ‘όλα. Εμένα, Σικελό. Ένα πράγμα – είναι αυτονόητο – δίχως νόημα.
Vale Daddo. Addio.

Roma, 18 φεβρουαρίου 2011


«Il fotografo non è un educatore-» από Alfabeta2 »Ο φωτογράφος δεν είναι ένας εκπαιδευτής»

Ανασκόπηση του Antonello Frongia στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Alfabeta2, μάϊος 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


«Due fotogrammi sospesi nel tempo» »Δυο καρέ σταματημένα στο χρόνο»από το Manifesto

Ανασκόπηση του Marco Guarella στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Manifesto, 19 απριλίου  2012

Vai all’articolo πήγαινε στο άρθρο


Libri & Conflitti. Recensione a «Daddo e Paolo»

Ανασκόπηση της Isabella Borghese στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Controlacrisi.org, 16 ιουνίου 2012

Vai all’articolo εδώ το άρθρο


«Le pistole e il 77″ »τα πιστόλια και το ’77»

Ανασκόπηση της Maria Simonetti στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από  L’Espresso Online, 22 ιουνίου 2012

Vai all’articolo το άρθρο εδώ


ιστορία, storia

Το Belfast δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ ζεις την ιστορία

Όλος ο κόσμος, γύρω μου, εξερράγη και ο μικρός μου κόσμος κατέρρευσε πάνω μου. Δεν έπρεπε να περιμένω την τηλεόραση να πει την ιστορία γιατί τώρα ήταν μπροστά στην πόρτα μου. Το Μπέλφαστ καίγονταν … (Bobby Sands)

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Belfast σε καλωσορίζει με τη γοητεία του Cary Grant. Σε προσκαλεί ανέμελο κλείνοντας το μάτι μέσα στην κυκλοφορία και τα ψώνια της πόλης, σου δείχνει τα κοσμήματα του: τους καταπράσινους λόφους και λίγο μακρύτερα τα ναυπηγεία, όπου χτίστηκε ο Τιτανικός, καμάρι και θλίψη αυτής της γης. Σου χαμογελά, αλλά κάτω από το άψογο φόρεμα της σύγχρονης Πόλης, η οποία είναι η γενέτειρα του Van Morrison και του George Best, κρύβονται ακόμα οι ουλές μιας σύγκρουσης … Το Μπέλφαστ δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ κάνεις εμπειρία.
Belfast είναι μια από τις τέσσερις “B” (μαζί με την Βηρυτό, Βαγδάτη και Βοσνία – con Beirut, Baghdad e Bosnia) που, σε χρόνους όχι μακρινούς, στους ταξιδιώτες συνιστούσαν να αποφεύγουν
Belfast είναι ένας πόλεμος που για πάνω από τριάντα χρόνια συνεχίζει να σηματοδοτεί τις τύχες της Βόρειας Ιρλανδίας και που συνεχίζεται και σήμερα, αν και με ένα πλάγιο και σιωπηλό τρόπο, σαν φωτιά κάτω από τις στάχτες.
Για να τον χαρακτηρίσουν χρησιμοποιήθηκαν όροι όπως «καθολικοί» και «προτεστάντες», σε μια (επιτυχημένη) προσπάθεια μείωσης της σύγκρουσης σε μια σεχταριστική φύση, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην αποικιοκρατία, στην κυριαρχία του ισχυρότερου προς τον ασθενέστερο, στους αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
Είναι εννοιολογικά δύσκολο να φανταστούμε την αποικιοκρατία σαν κάτι που μπορεί να επικεντρωθεί στην δική της ήπειρο: οι αποικισμοί, όντως, νοούνται πάντα ως ένα κίνημα, που αναπτύσσεται σύμφωνα με κατευθύνσεις που οδηγούν τους ευρωπαϊκούς λαούς να καταλαμβάνουν μακρινές χώρες, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ότι οι αποικιοκράτες και οι άποικοι απέχουν λιγότερο από 400 χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο να λοιπόν η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
Αυτές οι ρίζες ξεκίνησαν από τον δέκατο έβδομο αιώνα και όλα άρχισαν, ευθύς αμέσως, ως αντι-αποικιακός πόλεμος και όχι ως μια σύγκρουση θρησκειών: κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιάκωβου Α ‘, όλες οι κτήσεις των ιρλανδών ηγεμόνων, των ισχυρών δυναστειών των O’Neill και O’Donnell, καθώς και εκείνων που τους υποστήριζαν, κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν σε νέους αποίκους / αποικιοκράτες. Οι «βρετανοί κυβερνήτες», έτσι ονομάζονταν οι αποικιστές, οι οποίοι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος εγγλέζοι και σκωτσέζοι. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις έφθασαν στην αξιόλογη τζίφρα των περίπου δύο χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι οικισμοί αγγλικών εποίκων σε ιρλανδικό έδαφος ονομάζονταν Plantations και η Plantation του Ulster ήταν η μεγαλύτερη από όλες. Ο σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέγερση, δεδομένου ότι ο Βορράς ήταν η περιοχή του ιρλανδικού νησιού, ο οποίος είχε αντισταθεί περισσότερο στη βρετανική κυριαρχία τον προηγούμενο αιώνα.

Belfast είναι “The Troubles”: κάποιοι συνεχίζουν να τα αποκαλούν ταραχές εκείνα τα 30 χρόνια πολέμου μεταξύ προτεσταντών και καθολικών, έναν τρόπο να τον ονομάσουν πόλεμο χαμηλής έντασης, παρά τον θάνατο 3700 ανθρώπων και στις δύο πλευρές, με έναν ανατριχιαστικό μέσο όρο δύο θανάτων την εβδομάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το Μπέλφαστ ήταν μια πόλη φάντασμα, όπου κάποιος θα μπορούσε να πεθάνει για το τίποτα, για το απλό γεγονός ότι βρίσκονταν σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή. Μια τυφλή βία που μπορούσε, πραγματικά, να χτυπήσει τον οποιονδήποτε. Μία από τις βασικές τοποθεσίες των συγκρούσεων ήταν η Bombay Street. I troubles, τα προβλήματα εξερράγησαν ακριβώς εδώ, το 1969, όταν οι ομάδες πιστών επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τα σπίτια των αυτονομιστών. Σε αυτά τα σοκάκια που σηματοδοτούνται σήμερα από έναν φράκτη ύψους εννέα μέτρων, κάθε πέτρα θυμάται και θυμίζει πως κάθε σπίτι μετατράπηκε σε όρυγμα.
Οι πιστές [στους άγγλους] παραστρατιωτικές δυνάμεις, με τη συνενοχή του βρετανικού στρατού, επιτίθονταν συστηματικά όχι μόνο στα μέλη του IRA, αλλά και σε απλούς πολίτες ένοχους μόνο ότι ήταν καθολικοί ή δημοκρατικοί-ρεπουμπλικάνοι. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, έγινε γνωστή η ομάδα των «Shankill Butchers» – Οι Χασάπηδεςτου Shankill – μια μονάδα των UVF (Ulster Volunteer Force) της Shankill Road, που υπό την ηγεσία του διαβόητου Lenny Murphy [που στη συνέχεια σκοτώθηκε από τον ΙRΑ), απήγαγαν και σκότωναν καθολικούς πολίτες, κόβοντας τους λαιμούς τους αφού τους βασάνιζαν τρομακτικά και τους ακρωτηρίαζαν. Στη σεχταριστική βία των προτεσταντών εξτρεμιστών αποκρίνονταν ο ΙRΑ, του οποίου οι μαχητές, εκείνα τα χρόνια, συγκρούονταν σχεδόν καθημερινά με πυροβόλα όπλα κατά του βρετανικού στρατού στους δρόμους του Μπέλφαστ και του Derry και έπλητταν τους λεγόμενους «οικονομικούς στόχους» τους με βόμβες. Συνολικά, περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν λόγω πολιτικής και θρησκευτικής βίας στο Μπέλφαστ μεταξύ 1969 και 2001.
Belfast είναι 40 χρόνια Τοίχων. Ο πρώτος τοίχος χτίστηκε μόλις οκτώ χρόνια μετά την κατασκευή εκείνου στο Βερολίνο. Τα τείχη αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της πόλης, ένα από τα σύμβολά της, οι τοίχοι σηκώνονται αμετάβλητοι, στενοί συγγενείς εκείνων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, τοίχοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που καλύπτονται με γκράφιτι προς τιμήν των κουκουλοφόρων loyalists του Ulster ή των δημοκρατών μαρτύρων του Ira.
Ακριβώς όπως έχουμε την τάση να προβάλλουμε την αποικιοκρατία μακρυά από μας, με τον ίδιο τρόπο δεν φανταζόμαστε ότι μια πόλη όπως το Μπέλφαστ μπορεί να είναι χωρισμένη από ένα τείχος και πύλες. Ο τοίχος είναι αυτός της ειρήνης, (υπάρχουν 88 στη Βόρεια Ιρλανδία και το καθήκον τους είναι να χωρίζουν τους αυτονομιστές από τους πιστούς: τις γειτονιές τους, τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους), στο Δυτικό Μπέλφαστ κατά μήκος της »Γραμμής της Ειρήνης», η οποία εκτείνεται σε τέσσερα χιλιόμετρα, υπάρχουν έξι πύλες, οι οποίες ανέρχονται για έξι μέτρα, κάθε είσοδος / έξοδος αποτελείται από δύο πύλες χωρισμένες με λίγα μέτρα γης κανενός, χρειάζονται για να χωρίζουν την Shankill Road, loyalist γειτονιά, από την Falls Road, την συνοικία με ρεπουμπλικανική και υπέρ της ανεξαρτησίας πλειοψηφία: Η πύλη μέσω της οποίας περάσαμε εμείς, κλείνει κάθε βράδυ στις 19:30, εκείνη από την οποία επιστρέψαμε στην Falls Road, κλείνει αντιθέτως στις 21:30, το να γνωρίζουμε ότι κάθε καταραμένη νύχτα λαμβάνει χώρα αυτή η απαγόρευση της κυκλοφορίας μας γεμίζει με μια κωφή και βροντερή οργή.
Belfast είναι το μαύρο ταξί, που μας μεταφέρει στη γραμμή της Ειρήνης, ζοφερές θύρες ύψους μέχρι δέκα μέτρα, προορισμός ενός τουρισμού της μνήμης, του οποίου είμαστε κι εμείς μέρος σήμερα, με την επιθυμία να εισέλθουμε μέσα σε αυτό το κομμάτι ιστορίας, τόσο πρόσφατης ώστε να μην μελετάται, τόσο ενοχλητικής ώστε να μην διδάσκεται, τόσο σημαντικής ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί.
Στη διάρκεια των Troubles, η κυκλοφορία των κλασικών λεωφορείων στη ζώνη ανεξαρτησίας είχε απαγορευθεί, αφού ορισμένοι αγωνιστές τα είχαν χρησιμοποιήσει ως οδοφράγματα για να μπλοκάρουν τους δρόμους, καθιστώντας τα πραγματικούς σταθμούς ελέγχου πίσω από τους οποίους κρύβονταν από τις αστυνομικές σφαίρες και για να ρίχνουν πέτρες, οι κάτοικοι εκείνων των δρόμων θα είχαν αναγκαστεί να πάρουν το λεωφορείο στην περιοχή των loyalist, διατρέχοντας σοβαρούς κινδύνους, αποφάσισαν έτσι να αγοράσουν μερικά μαύρα ταξί, που έγιναν το μόνο μέσο συλλογικής μεταφοράς για να επιστρέφουν στο σπίτι από το κέντρο (που εγκρίθηκαν για έξι επιβάτες, έφτασαν να μεταφέρουν μέχρι τους 12). Το θλιμμένο αλλά ταυτόχρονα περήφανο χαμόγελο του Paul, του ταξιτζή μας, ενώ μας δείχνει την μπλε άδεια διέλευσης του ταξί του, ο οποίος επέζησε των Troubles, και μας μιλά για τους κινδύνους που οι οδηγοί διέτρεχαν ενώ συνόδευαν τους εργαζόμενους στο σπίτι μας συνεπαίρνει σε σημείο να είναι σπαρακτικό.
Belfast είναι το πράσινο μίλι του λόφου του Crumlin Road. Η φυλακή Crumlin Road (οι ιρλανδοί την αποκαλούν Crumlin Road Gaol) χτίστηκε κατά την βικτοριανή εποχή, σχεδιασμένη να είναι ένα πραγματικό σύμβολο εξουσίας και τάξης. Είναι ένας τόπος όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκλήθηκαν έκοψαν την αναπνοή στην ελευθερία και την ευτυχία. Στα 150 χρόνια λειτουργίας της είδε μέσα στα τείχη της δολοφόνους, κλέφτες και φτωχαδάκια, παιδάκια και ψυχικά ασθενείς. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80 ήταν γεμάτη με κρατούμενους που συνδέονταν με τα Προβλήματα, ai Troubles, αλλά και με ανθρώπους που μεταφέρθηκαν στη φυλακή με υποψίες και φήμες. Στην Crum, κρεμάστηκαν 17 άνθρωποι, 15 από τους οποίους θάφτηκαν σε ανώνυμους τάφους μέσα στους τοίχους του.
Belfast Είναι ο αγώνας για τη διατήρηση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου στις φυλακές του Long Kesh και του Maze, μέσα στα περίφημα μπλοκ H, ενάντια στη στρατηγική ποινικοποίησης του ρεπουμπλικανικού Κινήματος, που εφαρμόστηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, με στόχο να παρουσιάσει τους ρεπουμπλικανούς κρατουμένους του IRA και του INLA ως κοινούς εγκληματίες χωρίς οποιαδήποτε πολιτικά κίνητρα.
Το 1976 οι ρεπουμπλικανοί κρατούμενοι, που μεταφέρθηκαν στα H-Blocks και αναγκάστηκαν να φορούν την ομοιόμορφη φορεσιά της φυλακής για τους κοινούς εγκληματίες, αντιτάχθηκαν σε αυτό το νέο καθεστώς και, αρνούμενοι να φορέσουν τη στολή, καλύπτονταν μόνο με μια κουβέρτα, δίνοντας ζωή στην blanket protest- διαμαρτυρία της κουβέρτας, αντιμετωπίζοντας τις κακουχίες του κρύου και την απαγόρευση να συναντήσουν τους οικείους (δίχως στολή δεν είχαν πρόσβαση σε επισκέψεις από έξω), το 1978, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη βιαιότητα των φρουρών, οι οποίοι τους χτυπούσαν όταν πήγαιναν στα λουτρά, οι φυλακισμένοι αρνήθηκαν να αδειάζουν τις τουαλέτες τους, πασαλείβοντας τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών και ρίχνοντας τα ούρα κάτω από τη ρωγμή των θυρών, αρχίζοντας έτσι την βρώμικη διαμαρτυρία, la dirty protest, όταν, παρά τις πιέσεις που προέρχονταν από πολλά ευρωπαϊκά περιβάλλοντα όπως και πέρα από τον ατλαντικό, η βρετανική κυβέρνηση με επικεφαλής την Margaret Thatcher αρνήθηκε επίμονα να φθάσει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τους κρατούμενους, μετά από περισσότερο από 4 χρόνια ζωής στη γύμνια με μονάχα μια κουβέρτα πάνω τους και μέσα στα περιττώματα τους, αποφάσισαν να επιλύσουν δραστικά το ζήτημα και ανακοίνωσαν μιαν απεργία πείνας. Στις 27 οκτωβρίου άρχισαν την απεργία που κράτησε μέχρι τις 18 δεκεμβρίου όταν, μετά από 53 ημέρες νηστείας, πλέον ετοιμοθάνατοι, αποφάσισαν να τερματίσουν την απεργία βάσει ενός μπερδεμένου εγγράφου που φτάνει μέσω μεσαζόντων από τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 1981, οι φυλακισμένοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια νέα απεργία πείνας, προωθώντας πέντε αιτήματα, τα οποία έγινα γνωστά ως οι Πέντε Απαιτήσεις με στόχο την υπογράμμιση του καθεστώτος των πολιτικών κρατουμένων:
– Δικαίωμα να φορούν τα ρούχα τους και όχι την ομοιόμορφη στολή των φυλακών.
– Δικαίωμα να μην ασκούν την σωφρονιστική εργασία.
– Δικαίωμα ελεύθερης συσχέτισης με τους άλλους κρατούμενους κατά τις ώρες του αέρα.
– Δικαίωμα στην επαναφορά της διαγραφής του μισού της ποινής (που είχαν χάσει ως αποτέλεσμα των διαμαρτυριών).
– Δικαίωμα να λαμβάνουν εβδομαδιαία πακέτα, ταχυδρομείο και να επωφελούνται δραστηριοτήτων αναψυχής.
Σε αντίθεση με την πρώτη απεργία πείνας δεν θα άρχιζαν την αποχή σε ομάδες αλλά μεμονωμένα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για να παρατείνουν τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και να διατηρήσουν υψηλή την πίεση στη βρετανική κυβέρνηση.
Ο πρώτος που αρνήθηκε την τροφή, την 1η μαρτίου 1981, ήταν ο Bobby Sands, τον οποίο ακολούθησε ο Francis Hughes στις 15 μαρτίου, και μια εβδομάδα αργότερα ο Raymond McCreesh και ο Patsy O’Hara. Ο Sands πέθανε στις 5 μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες νηστείας και αντικαταστάθηκε στη νηστεία από τον Joe McDonnell.

Στις 12 μαΐου πέθανε ο Francis Hughes και στις 21 μαΐου, με λίγες ώρες διαφορά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον οι McCreesh και O’Hara. Όλοι αντικαταστάθηκαν από άλλους κρατούμενους. Στη θλίψη των οικογενειών που έχασαν τους αγαπημένους τους, προστέθηκε ο θυμός όταν τους επέστρεφαν τα σώματα, τα οποία έδειχναν τα σημάδια των ξυλοδαρμών που δέχτηκαν όταν είχαν ήδη στερηθεί της ζωής τους.
Belfast είναι οι Brendan Hughes, Tommy McKearney, Sean McKenna, Leo Green, Raymond McCartney, Tom McFeeley, John Nixon, Mairéad Farrell, Mary Doyle και Mairéad Nugent.
Belfast είναι οι Bobby Sands, Francis Hughes, Raymond McCreesh, Patsy O’Hara, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee, Mickey Devine.
Belfast είναι κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα που, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, έχει βάλει τη ζωή του σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τον αγώνα για ελευθερία.
Belfast είναι μια διπλή πόλη, όπως ήταν κάποτε το Βερολίνο. Μια πόλη που διαχωρίζει τις πολιτικές συνειδήσεις και τις ηθικές απόψεις. Μίσος, συγκρούσεις, σκληροί αγώνες είναι λιγότερο ορατοί σήμερα, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70 και του ’80, τα χρόνια του Bobby Sands και των συναγωνιστών του, τα χρόνια όταν ένας λιγότερο διεφθαρμένος Bono (ή ίσως λιγότερο ντροπιασμένος;] τραγουδούσε »Πόσο καιρό πρέπει να τραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι», “How long, How long must we sing that song”. Ωστόσο αφήνοντας το σταθμό του Μπέλφαστ, σήμερα στις 23 φεβρουαρίου 2019, τα μάτια μου είδαν εκείνη την πόλη τόσο αργή και τόσο ειδωμένη στις ταινίες: είδαν τα σχολεία τυλιγμένα σε συρματοπλέγματα με τις εισόδους χωρισμένες ανάμεσα σε κορίτσια και αγόρια, τα τεθωρακισμένα και τα ελικόπτερα που εκείνα τα χρόνια μόλυναν την πόλη. Έχουν δει μια πόλη που δεν υπάρχει πια, γιατί από τότε, το Μπέλφαστ έχει γίνει όλο και πιο κατακερματισμένο, χρόνο με το χρόνο, ακολουθώντας την πορεία των στρατιωτικών ανιχνευτών. Κάθε φορά που η πόλη άλλαξε τη μορφολογία της, παίρνοντας τη μορφή ενός λαβυρίνθου που, σαν ένας εύκαμπτος σωλήνας, μετατρέπει την διαδρομή του.
Μέχρι πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, στην Falls Road ήταν επικίνδυνο ακόμα και να περπατήσεις, επειδή οι προτεσταντικές »ομάδες θανάτου» επέλεγαν τυχαία τα θύματα, ανάμεσα στους περαστικούς, συχνά πυροβολώντας από εν κινήσει αυτοκίνητα. Σήμερα είναι ένα πιο ήσυχο μέρος, ένα υπαίθριο μουσείο, όπου όμως τα αστυνομικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι θωρακισμένα Land Rover … όπου το να πέσουν τα τείχη προκαλεί ακόμη φόβο και όπου, μόλις πέσει το βράδυ, τα αυτοκίνητα δεν πηγαίνουν πλέον από την μία πλευρά στην άλλη. Αυτός που ονομάζεται Patrick θα παραμείνει στην Falls road, ο George στην Shankill road.
Belfast είναι η γενέθλια πόλη του George Best και στην οποία, το 2010, το Belfast City Council , σαν μέρος του σχεδίου Peace III για να αντιμετωπίσει τον σεχταρισμό, πλήρωσε 1.500 στερλίνες των φορολογούμενων για υλικά που θα χρησιμοποιηθούν σε μια τοιχογραφία στη μνήμη του George Best στην περιοχή των προτεσταντών.
Belfast είναι η πόλη στην οποία εξαφανίστηκε εκείνη η τοιχογραφία που θα αντικατασταθεί οριστικά από έναν οπλισμένο παραστρατιωτικό της UVF, μια κυριακή του σεπτεμβρίου του 2013 (κατά την 50ή επέτειο του πρώτου αγώνα του George Best με την Manchester United), δίπλα στον κουκουλοφόρο κακοποιό ξεχωρίζει με μακάβριο κυνισμό το απόσπασμα του Martin Luther King που λέει: «Η ελευθερία δεν χορηγείται ποτέ ελεύθερα από τον καταπιεστή, πρέπει να ζητηθεί από τους καταπιεσμένους».
Belfast είναι η ακτίνα του ήλιου που σχεδιάζει αραβουργήματα ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού της Ιρλανδίας ένα σάββατο του φεβρουαρίου. Το Μπέλφαστ είναι τα γενέθλιά μου σε αυτό το 2019

 

“Τώρα βρίσκομαι στο μπλοκ Η, όπου αρνούμαι να αλλάξω για να προσαρμοστώ σε εκείνους που με καταπιέζουν, με βασανίζουν, με κρατούν αιχμάλωτο και θέλουν να με αποκτηνώσουν. Όπως και ο κορυδαλλός δεν χρειάζομαι να αλλάξω.. Είναι η πολιτική μου ιδεολογία και οι αρχές μου που οι φύλακες μου θέλουν να αλλάξουν. Έχουν καταστρέψει το σώμα μου και επιτέθηκαν στην αξιοπρέπειά μου. Αν ήμουν ένας κοινός κρατούμενος θα μου έδειχναν πολύ λίγη, ή και καθόλου προσοχή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα ανταποκρινόμουν στις θεσμικές ιδιοτροπίες τους. Έχω χάσει πάνω από δύο χρόνια αμνηστίας. Δεν με νοιάζει καθόλου. Μου στερήθηκαν τα ρούχα μου και με κλείδωσαν σε ένα βρωμερό και άδειο κελί, όπου με έκαναν να υποφέρω από πείνα, ξυλοδαρμό και βασανιστήρια. Όπως και ο κορυδαλλός, φοβάμαι κι εγώ ότι τελικά μπορεί να με σκοτώσουν. Αλλά, τολμώ να το πω, όπως και ο μικρός φίλος μου κατέχω το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο δεν μπορεί να κατασταλεί ακόμη και με την πιο φρικτή κακομεταχείριση. Φυσικά μπορώ να σκοτωθώ, αλλά, όσο παραμένω ζωντανός, παραμένω αυτό που είμαι, ένας πολιτικός αιχμάλωτος πολέμου, και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.“
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

ΚΑΒΑΛΑ- ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΕ Ρ/Σ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ

Αλληλεγγύη


ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΒΑΛΑ

Παρασκευή 1/3/19 πραγματοποιήσαμε παρέμβαση στον ραδιοφωνικο σταθμό κόκκινο με αφορμή την αναίρεση συγχώνευσης ποινών, του κοινωνικού αγωνιστή Σπύρου Χριστοδούλου, διαβάζοντας το παρακάτω κείμενο της αναρχικής συλλογικότητας Οκτάνα.

Για την απεργία πείνας του Σπύρου Χριστοδούλου

Ο αγωνιστής κοινωνικός κρατούμενος Σπύρος Χριστοδούλου βρίσκεται από τις 14/1 σε απεργία πείνας με αίτημα τη συγχώνευση των ποινών του, ώστε τα δώδεκα χρόνια φυλάκισης που έχει ήδη εκτίσει από προηγούμενες καταδίκες του, να προσμετρηθούν ως χρόνος κράτησης στις νέες ποινές που του επιβλήθηκαν μετά τη σύλληψη του τον Μάη του 2015.

Πρέπει να γίνει σαφές ότι η συγχώνευση των ποινών είναι ένα νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και στην περίπτωση του Σπ. Χριστοδούλου παραβιάζεται. Βλέπουμε δηλαδή πως για ακόμα μία φορά το κράτος μέσω της δικαστικής εξουσίας παραβιάζει τους δικούς του νόμους προκειμένου να κρατήσει στη φυλακή εκείνους κι εκείνες που στράφηκαν εναντίων του. Τους αναρχικούς, τους κομμουνιστές, τους ανυπότακτους της εργατικής τάξης.

Με την απεργία πείνας ο Σπύρος έχει ήδη χάσει εικοσιπέντε κιλά, ενώ η κατάσταση της υγείας του είναι οριακή.

Ο Σπ. Χριστοδούλου είναι στοχοποιημένος από τις κρατικές και δικαστικές αρχές λόγω της ανυπότακτης και αταλάντευτης στάσης που έχει διατηρήσει όσο καιρό βρίσκεται σε σύγκρουση με την αστική νομιμότητα, είτε εντός είτε εκτός των τειχών, καθώς και για τη στενή σχέση που είχε και έχει με τον αναρχικό χώρο.

Γράφει:Θέλω να ξέρετε όλες και όλοι ότι σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου και θα μάχομαι πάντα για ένα ονειρεμένο αύριο, με γνώμονα το δίκαιο αψηφώντας το οποιαδήποτε κόστος. Άλλωστε η ζωή με τον θάνατο έχουν ένα κοινό σημείο με όλους μας, τον πραγματικό, αληθινό και τίμιο αγώνα. (…) Ένα είναι το στοιχείο που θα μας ενώνει πάντα, ότι βαδίζουμε στο ίδιο μονοπάτι έχοντας απέναντι μας τους εχθρούς και θα τους πολεμάμε με κάθε μέσω που θα διαθέτουμε.

Από μεριάς μας, εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στον Σπύρο Χριστοδούλου καθώς και σε όλους όσους αγωνίζονται, μέσα και έξω από τα κελιά.

ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ

Αναρχική συλλογικότητα Οκτάνα

Aπό την μεριά μας, θα κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας, ώστε να πιέσουμε όλοι μαζί για τη δικαίωση του Σπ. Χριστόδουλου στο δίκαιο αίτημα του. Οι μέρες φυλακής είναι μέρες μετρημένες από την ελευθερία του κάθε τροφίμου και κανένας δεν έχει δικαίωμα να τις διαγράψει. Οι εκδικητικές πολιτικές των σύγχρονων κολαστηρίων θα γίνουν του κράτους καταδίκες.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΣΎΝΤΡΟΦΟΣ ΜΌΝΟΣ ΣΤΑ ΧΈΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.

ΆΜΕΣΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΠΕΡΓΟΥ ΠΕΙΝΑΣ ΣΠΥΡΟ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ.

Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

  

 

https://athens.indymedia.org/post/1596119/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ο ιταλικός Μάης, ο Μάης που δεν έλεγε να τελειώσει.

22-23-24 Φεβρουαρίου

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου, 19.00

Η Αντίσταση και ο ελληνικός εμφύλιος στην επαρχία και την πόλη.

Βιβλιοπαρουσίαση και συζήτηση με αφορμή «Το Νήμα της Στάθμης» από τις εκδόσεις REDn’NOIR και προβολή του ντοκυμαντέρ «Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών».

Εισήγηση: Δημήτρης Μπουρζούκος

*ακολουθεί hiphop καφενείο

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου, 19.00

Ο ιταλικός Μάης, ο Μάης που δεν έλεγε να τελειώσει.

Βιωματική παρουσίαση από συντρόφους που συμμετείχαν στο κίνημα και εισήγηση από σύντροφο των εκδόσεων Προλεταριακή Πρωτοβουλία.

*ακολουθεί post/sludge/metal καφενείο

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου

14.00, Ψαράκια Ψαράκια ενωθείτε! Καλλιτεχνικά παιχνίδια για παιδιά ||συλλογική κουζίνα

19.00, Ο εγκλεισμός και ιστορίες απ’ τη φυλακή.

Βιβλιοπαρουσίαση και συζήτηση με αφορμή το «Αχβαχικό» από τις εκδόσεις REDn’Noir.

Εισήγηση: Τάσος Θεοφίλου

**Όλες οι εκδηλώσεις θα πραγματοποιηθούν στην κατάληψη Ευαγγελισμού, Θεοτοκοπούλου 18.

*** Ο Χώρος Βιβλίου θα είναι ανοικτός καθ’ όλη την διάρκεια του Φεστιβάλ.

https://www.kinimatorama.net/event/105373

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email