αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος δεύτερο

RENATO

Σκέφτομαι, τώρα, πόσο πολύ ήθελε να ανοίξει μια θεωρητική κουβέντα   γύρω από αυτά τα ζητήματα. Εν τω μεταξύ έχω την εντύπωση
πως έβλεπε – ή τουλάχιστον
προσπαθούσε να δει – »όλους» (θέλω να πω, ακόμη και όλους εκείνους που μετά τον είχαν απαρνηθεί, όπως τον
San Pietro). Θυμάμαι πως μου έλεγε συχνά
με μια μίξη συμπάθειας τρυφερότητας και ‘ζήλιας’ (ή καλύτερα, με ένα
πνεύμα ανταγωνισμού) «πρέπει να δω τον Renato,
να μιλήσουμε για την δημιουργία του μετώπου…»

2018-12-10 12.23.30

Και μετά είχε ένα αληθινό παιδαγωγικό πάθος. Εκείνα τα χρόνια δημοσιεύσει,
έμμεσα,  την
»ένοπλη εξέγερση» του Neuberg (‘ψευδώνυμο’ μιας ομάδας εργασίας της Τρίτης Διεθνούς που συντόνιζαν οι Togliatti
και
Ho-Chi-Minh). Και μετά την συλλογή «Lenin σχετικά με τον παρτιζάνικο πόλεμο», το εγχειρίδιο «Die Total Krieg», που είχε προετοιμαστεί από τον ελβετικό στρατό για ένα πιθανό σενάριο αντικομουνιστικού ανταρτοπόλεμου, «Guerriglia e guerra
rivoluzionaria – Ανταρτοπόλεμος και επαναστατικός πόλεμος» (αφιερωμένο – σε επιβεβαίωση του γεγονότος πως ο
Feltrinelli δεν υπήρξε ποτέ σταλινικός-«στον Στρατάρχη Mihail
Tukacewskj, ήρωα και ιδιοφυία του Κόκκινου
Στρατού που τουφεκίστηκε στη διάρκεια των »εκκαθαρίσεων»
του Στάλιν»). Και στη συνέχεια πολλά άλλα κείμενα που τώρα δεν θυμάμαι. Από την άλλη, ήδη πριν από το πέρασμα του στην παρανομία και την δράση,
είχε εκδώσει τα »Ημερολόγια του Τσε»
και ακόμη πολυάριθμο υλικό, ‘προσανατολισμένο’ έντονα
Με λίγα λόγια – αντίθετα με αυτό που υποστηρίζει
αυτός που θέλει να τον ακρωτηριάσει, να τον μικρύνει δηλαδή και να τον μειώσει,
να απλοποιήσει την ταυτότητα και την μνήμη του – ο
πατέρας σου, Carlo, ήταν ένας πολύπλοκος άνθρωπος
και πολύμορφος
πολυσχιδής. Που σίγουρα «πάντα περιφρονούσε
να αποκρύπτει τις αληθινές του προθέσεις,
και κήρυττε την αναγκαιότητα της βίαιης ανατροπής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης…»

ΠΡΟΣ ΤΙΣ SEGRATE

Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, έμεινε
πικραμένος και απογοητευμένος, ευνουχισμένος. Χωρίσαμε
με αυτό το πέπλο της θλίψης. Για πολύ
καιρό ένιωθα τύψεις.
Στις 11 μαρτίου υπήρξαν συγκρούσεις, σκληρές. Εμείς,
μετά την πρώτη επίθεση της αστυνομίας, διασκορπιστήκαμε
και  ‘μεταφέραμε τη φωτιά’ στην
μητρόπολη. Επιτεθήκαμε με χτυπήματα
cocktail-molotov την έδρα της εφημερίδας Corriere στην via
Solferino, και ρίξαμε κάτω τις τζαμαρίες και πυρπολήσαμε μια σειρά από υποκαταστήματα Renault (τη γαλλική Régie
όπου, λίγες ημέρες νωρίτερα, ένας φύλακας της Billancourt, Joseph Tramoni,
είχε σκοτώσει εν ψυχρώ ένα νεαρό αγωνιστή της Προλεταριακής Αριστεράς- Gauche
Prolétarienne, τον Pierre Overney. Λίγο χρόνο αργότερα ο Tramoni, που βγήκε μετά από μια πολύ σύντομη παραμονή στη φυλακή,
»εκτελέστηκε» από τους Noyaux armés pour
l’ autonomie prolétarienne- ένοπλους Πυρήνες για την προλεταριακή αυτονομία, στο Παρίσι).

ΖΩΗ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ

Η αστυνομία χτύπησε στα τυφλά, κάνοντας ένα νεκρό – τον ηλικιωμένο περαστικό Giuseppe Tavecchio, που σκοτώθηκε από ένα δακρυγόνο
που ρίχτηκε ως συνήθως σε ευθεία βολή
σε ύψος ανθρώπου, που τον χτύπησε καταπρόσωπο.
Ποιος ξέρει εάν ο Osvaldo ήταν στη διαδήλωση, ή τουλάχιστον στην περιοχή.
Φαντάζομαι όμως τι μπορεί να είχε σκεφτεί. Πιστεύω πως κατάλαβε ότι έπρεπε να αποφασίσει πυρετωδώς κάτι να κάνει, και σκέφτηκε το black-out του Milano
σαν αντίποινα, σίγουρος πως χρειάζονταν
μια δράση ηχηρή για να
«αποφευχθεί η αποθάρρυνση του κινήματος». Έτσι πρέπει να ήταν,                                μέσα σε αυτό το πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα, υπό την
ώθηση ενός δυνατού συστατικού,                                                                                              όπως θα έλεγε ο Sartre, αγανάκτησης,                                                                                                που η επιχείρηση black-out προετοιμάστηκε τόσο άσχημα, και τέλειωσε όπως τέλειωσε, με εκείνο τον φρικτό θάνατο
σε εκείνο τον καταραμένο πυλώνα της
Segrate εξ αιτίας ενός λάθους που σε κάνει να σκέφτεσαι
μια τραγική ειρωνεία της μοίρας.

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ SEGRATE

Ο Osvaldo πίστευε πως όλα τα στρατιωτικά εργαλεία
θα έπρεπε να είναι «χειροποίητα-αυτοσχέδια»: όχι λόγω
της ιδεολογίας της ‘φτώχειας’, που θα ήταν έτσι κι αλλιώς
κατανοητή σε έναν σαν κι αυτόν, ‘αποστάτη
της μπουρζουαζίας’, όσο λόγω μιας θεώρησης »στρατηγικής»,                                                 εξ αιτίας της αναγκαιότητας αναπαραγωγής σε πλατιά σκάλα
των μέσων δράσης και των επιχειρησιακών τεχνικών  (πράγμα που δείχνει την »λαϊκή» αντίληψη του, »μαζική» ουσιαστικά, για τις μορφές του ‘ταξικού αγώνα’).
Πιστός στις αρχές του και στις επιλογές του,
ο Osvaldo προετοίμασε από μόνος του τα timers, προσαρμόζοντας ρολόγια. Ίσως πάνω στην βιασύνη, μέσα στην
διέγερση, έκανε λάθος, και έβγαλε τον δείκτη των ωρών
αντί εκείνο των λεπτών, αφήνοντας αυτό τον τελευταίο για την επαφή.
Να λοιπόν το γιατί αυτού του φρικτού μπανάλ λάθους, τα εκρηκτικά έσκασαν μετά, ας πούμε 15 λεπτά, αντί μετά από τρεις ώρες. Έτσι έγινε.

Ο ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Όμως η κακιά συνείδηση της
πνευματικής και πολιτικής τάξης της αριστεράς
δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να αποδεχτεί
αυτή την γυμνή αλήθεια. Πολλούς κινδύνους θα είχαν διατρέξει,
που δεν ήθελαν να αγγίξουν ούτε εκ του μακρόθεν, και μετά
οι καλύτεροι, οι λιγότερο ‘ψόφιες ψυχές'(σκέφτομαι για παράδειγμα
τον φτωχό Giulio Maccacaro)
υπερβολικά πολλές ανησυχίες, αντιθέσεις
και ρήξεις θα έπρεπε να ζήσουν, μπροστά
στην θαυμάσια πρόκληση εκείνης της συνέπειας ανάμεσα στον λόγο και την πρακτική, μεταξύ των ονείρων και των επιλογών, ανάμεσα στις διατυπώσεις και την ζωή.
Έτσι – με ένα πάντρεμα μεταξύ αποδόμησης, απόρριψης, αποσιώπησης, μυωπίας, κυνισμού πολιτικάντικου, περιστασιακής σχέσης,
σταλινικής και μπουρζουάδικης, που ξοδεύτηκε με την
αλήθεια – στον πατέρα σου, Carlo, στέρησαν την
αναγνώριση και την απόδοση στη μνήμη
των λόγων που τον κίνησαν, του νοήματος ενός κομματιού της
ζωής του και του ίδιου του θανάτου του. Στον Giangiacomo Feltrinelli στέρησαν την ταφή του. Υπήρχε ανάγκη μιας Αντιγόνης
ικανής να φέρει μέχρι τέλους την λογική της pietas, του χρέους ενάντια σε εκείνη της εξουσίας, της διεκδίκησης των θεμελίων του δικαιώματος ενάντια στον θρίαμβο της νομιμότητας. Εμείς προσπαθήσαμε, αλλά η φωνή μας
πνίγηκε από έναν χορό αλαζονικό και χυδαίο. Και όλα
ξαναμπήκαν μέσα στην υποκρισία του Κανόνα

2018-12-10 12.24.04

ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ
VARSOVIENNE

Η τελετή της κηδείας στο Κοιμητήριο
Monumentale του Milano, εκείνη την θλιβερή και ηλιόλουστη μέρα,  υπήρξε η ολοκλήρωση μιας προδοσίας
που θα είχε βαρύνει ‘a futura
memoria’, επάνω στη ζωή και την μοίρα των κινημάτων των χρόνων που έρχονταν.
Εκείνη η τελετή ήταν, για να το πω σωστά,
ανίερη. Ήταν μια προδοσία τα λευκά λουλούδια του
Oberhof επάνω στο φέρετρο, που εμείς κοκκινήσαμε
με τις σημαίες του Potere Operaio
που είχαμε καταφέρει να μπάσουμε στο κοιμητήριο, καντρίλιες της αστυνομίας όπως σε μια σκηνή
της Μαδρίτης του Rossif.
τις είχαμε κρύψει κάτω από μπουφάν και μπλούζες.
Κοκκινήσαμε εκείνο το λευκό με μια ιδέα απλή και θεατρική: όταν περνούσαμε ακολουθώντας την ινδιάνικη γραμμή,
δίπλα απ’ το κενοτάφιο, τραβούσαμε απ’ τα μανίκια του παλτό τα κόκκινα βραχιόλια που φέραμε σε ένδειξη πένθους, και τα πετούσαμε, σαν να ήταν λουλούδια, επάνω σε εκείνα τα κλαδάκια με λευκά λουλούδια του
Oberhof …
Θυμάμαι τους Franco, Marione. Emilio. Livia.
Toni, Paola, Serqio. Lucia. Maiiolino.
Alberto, Marisa, Giaiio, Cecéo, Roberto.
Chiara, Grazia, Claudia, Adriana, Nanni…
Ενώ, στην πόρτα στο παρεκκλήσι της οικογένειας, έβγαζαν λόγο οι επίσημοι ομιλητές
(θυμάμαι τους Maria Antonietta Macciocchi.
Régis Débray, Klaus Wagenbach), εγώ, με ανέβασαν στις πλάτες τους κάποιοι σύντροφοι, φώναξα: «ο σύντροφος Feltrinetti δεν είναι ένα θύμα, μα ένας κομουνιστής που διάλεξε να προδώσει την τάξη των αφεντικών για να γίνει ένας μαχητής του απελευθερωτικού κοινωνικού πολέμου.»
Εκεί Carlo, γύρω από το φέρετρο του πατέρα σου, καταναλώνονταν εκείνη η ρήξη που όλο και περισσότερο θα μας είχε κάνει να αποκλίνουμε από τις μελλούμενες «νεο-κοινοβουλευτικές’ τύχες του μεγαλύτερου μέρους του
‘gauchisme’, της αριστεράς. Εμείς πηγαίναμε προς την δική μας μοίρα, εκείνοι ξεκίνησαν εκεί την δική τους ‘μετατόπιση’ που θα τους είχε μεταφέρει να εισέλθουν στις μύτες των ποδιών τους στους προθαλάμους της εξουσίας

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩγ. στη χώρα του ποτέ…ή 16

 

24.02.1974   Firenze, Φλωρεντία. Στη διάρκεια μιας εξέγερσης στις φυλακές Murate ένας σωφρονιστικός υπάλληλος ρίχνει μια ριπή με το αυτόματο ενάντια στην ομάδα που είχε σκαρφαλώσει στην οροφή. Ο Giancarlo Del Padrone, είκοσι χρόνων, σκοτώνεται επί τόπου. Άλλοι τέσσερις κρατούμενοι τραυματίζονται, ένας σοβαρά. Η διαδήλωση διαμαρτυρίας είχε οργανωθεί από τους κρατουμένους ενάντια στις καθυστερήσεις της μεταρρύθμισης των φυλακών.

1 4.03.1974    Firenze. Κάποια επεισόδια διαδραματίζονται μπροστά στις φυλακές delle Murate ανάμεσα σε αγωνιστές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που εμφανίζονται αλληλέγγυοι με τους κρατουμένους που βρίσκονται σε εξέγερση και τις δυνάμεις της τάξης. Αρκετοί οι ελαφρά τραυματισμένοι.

1 7.04. 1 976    Calenzano (Φλωρεντία). Τέσσερις μολότοφ ρίχνονται ενάντια στα γραφεία της εταιρείας La Pasquale. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η »Lotta armata per il comunismo», »Ένοπλος αγώνας για τον κομουνισμό» που διαμαρτύρεται ενάντια στην μαύρη εργασία.                                                                                                                         Firenze. Κάποιες μολότοφ ρίχνονται ενάντια στο ισπανικό Προξενείο στην piazza Saltarelli.

31.05.1976
Firenze. Σοβαρά επεισόδια συμβαίνουν μπροστά στο Palazzo Strozzi στο τέλος ενός συλλαλητηρίου του φασίστα Ahnirante που αποδοκιμάζεται από αγωνιστές της αριστεράς. Η αστυνομία επεμβαίνει. Είκοσι συλλήψεις και δεκάδες προσαγωγές.

14. 1 2. 1 976
Φλωρεντία. Έξι βομβιστικές επιθέσεις πραγματοποιούνται στη διάρκεια της νύχτας εις βάρος των μεγαλύτερων κτηματομεσιτικών γραφείων. Την ευθύνη των επιθέσεων αναλαμβάνουν οι
«Reparti comunisti combattenti contro la speculazione immobiliare»,  »μαχόμενα κομουνιστικά Τμήματα ενάντια στην κερδοσκοπία των ακινήτων».

1 8. 12. 1 976      Firenze. Στην διάρκεια μιας σοβαρής εξέγερσης στις φυλακές delle Murate οι κρατούμενοι παίρνουν ομήρους έξι φύλακες και έναν υπαξιωματικό. Σοβαρές οι υλικές ζημιές στις εγκαταστάσεις της φυλακής.

24.03.1977  Φλωρεντία. Δυο ένοπλα commando εισβάλλουν στην Firenze στα γραφεία της Ένωσης μικρών βιομηχάνων της τοσκάνης,  παίρνοντας στην κατοχή τους διάφορα έγγραφα, και στο Prato στα γραφεία μιας εταιρείας έρευνας για τον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, όπου καταστρέφουν εξοπλισμό, βάζουν φωτιά σε έντυπα και αφαιρούν χρήματα από τους παρόντες. Οι δυο ενέργειες υπογράφονται από τις »Unità combattenti comuniste», »μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες».

29.03.1977                                                                                                                                                 Φλωρεντία, Firenze. Έξι επιθέσεις ενάντια σε άλλα τόσα γραφεία της χριστιανοδημοκρατίας DC στην Φλωρεντίa. Οι έξι εκρήξεις προκαλούν ζημιές στις αντίστοιχες εισόδους, σε έπιπλα και παντζούρια. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν με τηλεφώνημα στην ραδιοτηλεόραση Rai-TV τα «Reparti comunisti di combattimento», »κομουνιστικά μαχόμενα Τμήματα».

20.06.1977
Prato (Firenze). Μια εμπρηστική επίθεση εις βάρος μιας εγκατάστασης αποθήκευσης αυτοκινήτων της Fiat λαμβάνει χώρα στη διάρκεια της νύχτας από την Prima linea. Σημαντικές οι ζημιές.

21.07.1977
Φλωρεντία. Τρεις επιθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς ενάντια σε κατοικίες και επαγγελματικά στούντιο τριών καθηγητών του Πανεπιστημίου της Firenze. Ένας από τους καθηγητές είναι μέρος της ομάδας καθηγητών που αντιτέθηκε στα αιτήματα των φοιτητών για εξετάσεις με πολιτική ψήφο, στην πολιτική βαθμολογία δηλαδή. Η διεκδίκηση των επιθέσεων έγινε με μπροσούρα υπογεγραμμένη «Organizzare a armare i bisogni proletari comunisti», »να Οργανώσουμε και να οπλίσουμε τις κομουνιστικές προλεταριακές ανάγκες».

28.09.1977
Firenze. Τρία κτηματομεσιτικά γραφεία δέχονται επίθεση, ληστεύονται και πυρπολούνται δικασαπό τρεις ομάδες νεαρών. Την ευθύνη αναλαμβάνουν με φυλλάδιο υπογεγραμμένο οι «Squadre proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

1 9. 1 0. 1977
Φλωρεντία. Ένα commando της Prima linea, Πρώτης γραμμής, τρεις νεαροί και μια κοπέλα οπλισμένοι, εισβάλλουν στο συνδικάτο της τοσκάνης των διοικητών βιομηχανικών εταιρειών. Οι δράστες της επίθεσης παίρνουν μαζί τους τις καρτέλες των μελών, συγκεντρώνουν αρχεία και φακέλλους σε ένα δωμάτια και τα παραδίδουν στη φωτιά. Πριν διαφύγουν γράφουν στους τοίχους: ‘Να κλείσουμε τα κέντρα της εχθρικής διοίκησης, Chiudiamo i centri del comando nemico’

25.11. 1977
Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση προκαλεί ζημιές στα γραφεία της DC στη via Pozzi.
Σοβαρές οι ζημιές. Λίγο αργότερα δέχεται επίθεση και η έδρα της DC στην via San Domenico.

20.01. 1 978
Φλωρεντία. Δυο άνδρες και μια γυναίκα οπλισμένοι εισέρχονται στο σπίτι ενός συνταγματάρχη της φρουράς της φυλακής le Murate, που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο της φυλακής, στην προσπάθεια να επιτύχουν την απόδραση κάποιων κρατουμένων, μεταξύ των οποίων ο Renato Bandoli, ένας φοιτητής που είχε συλληφθεί τον απρίλη του ’77 σε ένα διαμέρισμα όπου βρέθηκε υλικό των »μαχόμενων κομουνιστικών Μονάδων», «Unità combattenti comuniste» και για τον οποίον υπήρχαν υποψίες διασυνδέσεων με την τρομοκρατική ομάδα επαναστατική Δράση, Azione rivoluzionaria. Τρεις αστυνομικοί που έφτασαν τυχαία στον τόπο με αυτοκίνητο, συγκρούονται με άλλα δυο μέλη του commando που επιβλέπουν από έξω,κρατώντας τσίλιες. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ο αστυνομικός Fausto Dionisi και τραυματίζεται ο συνάδελφος του Dario Atzetù. Οι πέντε συμμετέχοντες στο commando καταφέρνουν να διαφύγουν.

28.06. 1978
Firenze. Ένα commando των «Reparti comunisti combattenti, μαχόμενων κομουνιστικών τμημάτων» εισβάλλει στα γραφεία των τροχονόμων και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες ληστεύει χρήματα και οπλισμό.

01.07.1978                                                                                                                                                 Φλωρεντία. Ένα commando των «μαχόμενων προλεταριακών Ομάδων, Squadre proletarie combattenti» εισέρχεται στα γραφεία της Pretura, του Περιφερειακού Δικαστηρίου και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες τα  καταστρέφει

14.11. 1978                                                                                                                                                Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση πραγματοποιείται ενάντια σε ένα γραφείο του δήμου. Ανάλογες επιθέσεις στην Pisa εναντίον δυο γραφείων του δημοσίου, για όλες την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, Unità
Combattenti Comuniste». Ένας εκρηκτικός μηχανισμός προκαλεί ζημιές στην κατοικία του δημοτικού συμβούλου Vestri.                                                                                         Φλωρεντία. Έξι επιθέσεις βομβιστικές, κάποιες αποτυχημένες, πραγματοποιούνται σε δημόσια κτίρια και ενάντια σε ένα στρατόπεδο καραμπινιέρων. Ιδιαίτερα ισχυρή η έκρηξη που καταστρέφει τα επαρχιακά γραφεία του υπουργείου Οικονομικών στην via Masaccio. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Ομάδες μάχης, Squadre proletarie di combattimento» και οι «Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, Unità Combattenti Comuniste».

21.12.1978                                                                                                                                                 Firenze. Εκρηκτικός μηχανισμός και ριπές αυτομάτου ενάντια στο στρατόπεδο των καραμπινιέρων του Rifredi. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Prima linea.                Φλωρεντία. Εισβολή τριών ενόπλων προσώπων, δυο ανδρών και μιας γυναίκας, στα γραφεία της διαφημιστικής εταιρείας Manzoni. Την ώρα που η γυναίκα γράφει στους τοίχους με spray, οι άλλοι δυο παραδίδουν μια ανακοίνωση στον διευθυντή της εταιρείας που ακινητοποιήθηκε μαζί με την γραμματέα. Η ανακοίνωση που υπογράφεται από την Prima linea ξεκινά με το slogan » Να επιτεθούμε στα κέντρα της συνεργασίας και του αντεπαναστατικού ψυχολογικού πολέμου» και συνεχίζει κηρύττοντας πόλεμο στις εφημερίδες.

06.02.1979
Firenze. το αυτοκίνητο του προέδρου της Υπηρεσίας Πανεπιστημιακής Αρωγής, dell’Opera Universitaria, του Guido Clemente, πυρπολείται και καταστρέφεται. Την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Περιπολίες, Ronde proletarie».

15.02. 1979
Φλωρεντία. Τέσσερις οπλισμένοι άνδρες εισβάλλουν στην έδρα του Ιταλικού Ινστιτούτου Ακινήτων, dell’Istituto Mobiliare Italiano και τοποθετούν εκρηκτικά που προκαλούν σοβαρές ζημίες. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Πρώτη Γραμμή,
Prima linea.

17.03. 1979
Firenze. Μια βομβιστική επίθεση λαμβάνει χώρα ενάντια στο κέντρο τηλεπικοινωνιών της αστυνομίας, il centro di telecomunicazioni della PS στην οδό del Tiratoio. Την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea. Μια ανάλογη επίθεση πραγματοποιείται λίγο αργότερα ενάντια σε ένα κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας στην via Baracca, την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «Squadre
proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

28.03.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Επίθεση της  Prima linea ενάντια στο Commissariato di PS, στο αστυνομικό τμήμα του Rifredi-Peretola. Η επίθεση αποτυγχάνει διότι ένας περαστικός παρατήρησε τον εκρηκτικό μηχανισμό, τον οποίον οι πυροτεχνουργοί πυροδότησαν στη μέση του δρόμου.

12.04.1979                                                                                                                                                 Firenze. Τρεις νεαροί αντάρτες εισέρχονται στο ηλεκτρονικό κέντρο, centro elettronico του CNR και, αφού φιμώνουν και δένουν τους υπαλλήλους, τοποθετούν εκρηκτικό μηχανισμό που καταστρέφει ολόκληρο τον ηλεκτρονικό μηχανισμό. Για την επίθεση την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea.

1 9.05.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Έντεκα εντάλματα σύλληψης ενάντια σε φερόμενα μέλη της Πρώτης γραμμής, Prima Linea. Οκτώ πρόσωπα βρίσκονται ήδη στην φυλακή: Salvatore Palmieri, Doriana Donati, Gabriella Argentierο, Corrado
Marcetti, Giuliana Ciani, Sergio d’Elia, Pia Sacchi, Luisa Malacarne.

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=56605269-e5c6-4452-8955-92ad8d078638&groupId=11601

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=04c76755-04c0-4814-966d-60f4fa5479e9&groupId=11601

 

 

αλληλεγγύη

ANGELIC UPSTARTS – Solidarity

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/07/23/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5/

συνέντευξη Franco Bonisoli, BR μέρος 1

αριστεροι τουρκοι 2

εικόνα από το σήμερα : Τουρκία, μάρτης ’15

κι όπως τραγουδά ένας πολύ αγαπημένος:

Τα σύνορα που πέρασα δεν είχανε φρουρό
μόνο λίγα γεράκια διψασμένα
στα γόνατά μου αράξανε ζητώντας μου νερό
και πώς να τα χορτάσω τα καημένα

Σε πολιτεία βρέθηκα που ‘ψαχνα για καιρό
στου ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο
πάω να την ψηλαφίσω τρέχω να τη χαρώ
κι αυτή με προσπερνάει με βλέμμα ξένο

Στην αγορά ζωήλατα και ξωτικά πουλιά
και κράχτες που σωσίβια διαλαλούνε
αγόρασα από ένα σε δυο γυμνά παιδιά
κι εκείνα ζαρωμένα μ’ απαντούνε:

«Οι δοκιμές μας γέρασαν νωρίς στον κόσμο αυτό
κι αν τόσο θες να κάνεις μια αβαρία
δώσε μας λίγο πράσινο Κιφ Μαροκινό
και θα στο ξεπληρώσει η Ιστορία».

Στο πάρκο ένας μπατίρης μου ζάλιζε τ’ αυτιά
πως ήσουν τράπουλα σημαδεμένη
στους τέσσερις ανέμους σκορπίσαν τα χαρτιά
πού να σε ψάξω χώρα μου χαμένη

Στον ώμο το δισάκι μου σε σας ξαναγυρνώ
φωτιά νερό αέρα μου και χώμα
δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό
δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα

KIF Dimitris Mitropanos – YouTube

συνεχίζεται
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΗΗ. στη χώρα του ποτέ…ή 9

Να συνεχίσουμε με τις καταθέσεις των »μεταμεληθέντων» από την δικογραφία εναντίον μου:

 

Δεύτερος λοιπόν στη σειρά που κλατάρει είναι ο γνωστός μας πλέον Γιώργος ο ‘Σπανός’, 23 ετών, Φιορεντίνος.
Καλά ακούσατε. Τον έχουνε φωνάξει στις 9 Ιανουαρίου του ’80 και άρχισε να κελαηδάει χωρίς δεύτερη σκέψη ξεκαθαρίζοντας ευθύς εξ αρχής πως τον φωνάζουνε ‘σπανό’ από παιδί και πως όλοι τον γνωρίζουν με το παρατσούκλι του και τον αποκαλούν με αυτό.
Ξεκίνησε τον πολιτικό αγώνα μέσα από τον ‘Συνεχή Αγώνα’, μία από τις μεγαλύτερες οργανώσεις της Επαναστατικής Αριστεράς που διαλύθηκε το ’76, κι έτσι το ’77 τον βρήκε μαζί με κάποιους φίλους και συναγωνιστές από τον Σ.Α. να έχουν μία ομάδα. Τους κατονομάζει λέγοντας ιδιαίτερα για τον Αντόνιο,με τον οποίο θ’ ασχοληθούμε στη συνέχεια, πως ήταν ο υπεύθυνος της ομάδας περιφρούρησης του ΣΑ της Φλωρεντίας. Οι υπόλοιποι είναι ο Πέτρος, ο Λάκης, ο Φαίδων και ο Ανδρέας.

Τον πρώτο καιρό ασχολήθηκαν με την αντιπληροφόρηση, μάζευαν δηλαδή πληροφορίες γύρω από τους πολιτικούς αντιπάλους και σιγά-σιγά επεκτάθηκαν και στον χώρο της βιομηχανίας και των αφεντικών.
Μιλά για το πως ένας σύντροφός τους που είχε περάσει από την φυλακή, ο Πέτρος είχε γνωρίσει εκεί τον Ντίνο [αυτόν που ο Σαβέριο έχει κατονομάσει σαν ένα από τους αρχηγούς της ‘Πρώτης Γραμμής’,] ο οποίος και τους παραχώρησε ένα δωμάτιο στο σπίτι που έμενε, στην πλατεία Τζιορτζίνι, μετά την αποφυλάκισή του. Κατονομάζει κάποιους που συγκατοικούσαν στο διαμέρισμα και το περιγράφει, όπως περιέγραφε και ο Σαβέριο τα σπίτια από τα οποία διέρχονταν.
Λέει πως όταν ο Ντίνος έμαθε για το πάθος του στην σπηλαιολογία του ζήτησε να του υποδείξει κάποια σπηλιά όπου θα μπορούσαν να γίνουν ασκήσεις σκοποβολής, μάλιστα πρόσεξε πως ήταν οπλισμένος την ώρα που κουβέντιαζαν, μόλις έβγαλε το σακάκι του.

Του έδειξε μία σπηλιά με το όνομα ‘σπηλιά ντελλα τσιβέττα’, στο μάκρος του ποταμού Μπτούτι πάνω στο δρόμο για το Βαϊάνο. Θυμάται πως του είπε ότι εκείνη η σπηλιά ήταν υπό ενέργεια, με την έννοια ότι υπήρχαν τρεχούμενα νερά και ότι μπορεί να υπήρχαν ασταθείς μάζες, ως εκ τούτου ήταν επικίνδυνο να πυροβολείς μέσα σε αυτήν. Μαζί τους ήταν και ο Αντόνιο. Αυτά γίνονται Φεβρουάριο του ’78.
Τους ανέθεσε στη συνέχεια μία πολιτική δουλειά πιο αποφασιστική,διανομής προκηρύξεων σε ορισμένες συνοικίες, πχ Σάντα Κρότσε, που αναφέρονταν στα ζητήματα της ακρίβειας. Σε αυτή την δραστηριότητα πήραν μέρος όλα τα μέλη της ομάδας τους που ανέφερε νωρίτερα. Αυτός θυμάται πως μοίρασε στην περιοχή γύρω από τον κινηματογράφο Ουνιβερσάλε και στην περιοχή της οδού Πιζάνα. Τις προκηρύξεις έδινε στον Αντόνιο ο Ντίνος.

Στη συνέχεια ο Ντίνος τους ζητά περισσότερο ζήλο. Και αρχίζει από τον Αντόνιο η κουβέντα γύρω από τις ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης’, λέγοντας πως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μία τέτοια.
Τους δίνει λοιπόν ένα κείμενο που μιλά για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οργανωθεί μία τέτοια ομάδα, κείμενο χωρισμένο σε πρακτικό και θεωρητικό χαρακτήρα, αφορούσε τους τρόπους μάχης με όπλα.
Κάτι που θυμάται ιδιαίτερα έχει σχέση με το πώς γίνεται να οδηγηθεί η κουβέντα σε μία συνέλευση σε θέματα προκαθορισμένα, όπως της ακρίβειας, του σπιτιού κλπ, που μπαίνανε στην στρατηγική των Ομάδων.
Γεννήθηκαν αμηχανίες και συζητήσεις στην ομάδα τους αφού διαβάστηκε το κείμενο.

Τους προτάθηκε, πάντα μέσω των επαφών του Αντόνιο από την μία πλευρά και του Ντίνο από την άλλη να επιτεθούν στην έδρα των Τροχονόμων. Το ένιωσαν σαν εξαναγκασμό αλλά αποφάσισαν να προχωρήσουν.
Έτσι κάνουν μια αυτοψία, αναφέρει ποιοι, σε έναν σταθμό.
‘Μια και ο Λάκης ήταν απ’ την μεριά της οδού Εουρόπα και είχε δει το απόσπασμα των τροχονόμων της Βιλλαμάνια η προσοχή μας συγκεντρώθηκε εκεί.’ ‘Ένα βράδυ, με το αυτοκίνητό μου και τους Αντόνιο, Λάκη και Πέτρο περάσαμε να δούμε την σκοπιά τους.Στο σπίτι του Αντόνιο ετοιμάσαμε δύο βάζα στα οποία τοποθετήθηκαν σκόνη και φιτίλι που μας είχαν απομείνει από την εποχή της διάλυσης του Συνεχή Αγώνα, μαζί με σιδερένια πιατάκια που ήταν ο εφοδιασμός της ομάδας περιφρούρησης και τα είχαμε φυτεμένα στο χώμα μιας έκτασης σε ένα δάσος πάνω από το Σεττινιάνο.’

‘Ένα βράδυ, εγώ και ο Ανδρέας πήγαμε να τοποθετήσουμε τα δύο βάζα, ένα μεταλλικό και ένα σιδερένιο,μπροστά στο απόσπασμα. Την διεκδίκηση έκανε η γυναίκα του Αντόνιο, με τηλεφώνημα. Αυτά γίνονται Μάρτη ή Απρίλη του ’78.’
Είχαν κάποια εκρηκτικά από την περίοδο της διάλυσης του ΣΑ κι έτσι ετοίμασαν δύο βάζα με σκόνη και βραδύκαυστο φυτίλι και το βράδυ,στις τόσες του μήνα, αυτός και ένας σύντροφός του που τον κατονομάζει τα τοποθετούν μπροστά στο απόσπασμα των Αστυνομικών.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 18 Moretti oggi parte 2

Δημοσιεύτηκε στις 11 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 12 Οκτ 2011
το δεύτερο μέρος της πρόσφατης συνέντευξης στον Mario Moretti από το γαλλικό DVD Brigades Rouges

 

Επακολούθησαν συζητήσεις γύρω από την σκοπιμότητα να δώσουν οργανωμένη φόρμα γύρω από την ομάδα τους κι εκεί ο σύντροφος που τον συνόδεψε στην απόπειρα λύγισε και λίγο αργότερα έφυγε για Ινδία, να παρακολουθήσει μία θρησκευτική αίρεση.
Τότε έρχονται σε επαφή μαζί μου, ‘προσωπικότητα γνωστή στη Φλωρεντία’.

Μετά το καλοκαίρι του ’78, θυμάται πως του ζήτησα να μου δείξει, εάν γνώριζε, ένα λατομείο για να βρούμε εκρηκτικά.
Πηγαίνουμε οι δυο μας στο σπίτι των δικών του σε ένα χωριουδάκι μακριά απ’ την Φλωρεντία, στην Φιουμαρέττα, και βρίσκουμε ένα βοσκό που τον ονομάζει σαν Πέτρο, ο οποίος γνωρίζει λατομεία. Εκεί βρισκόταν και ο Μένιος. Δεν έγιναν συζητήσεις με αυτούς και την άλλη μέρα με πήγε να δω το λατομείο, κοντά στο χωριό Κανεβάϊα, στην περιοχή της Μάσσα. Μετά γυρίσαμε στην Φλωρεντία.
Αργότερα ξανασυναντηθήκαμε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και λέει πως του ζήτησα να με φέρει σε επαφή με τον Μένιο, που ανήκε και αυτός παλαιότερα στον ΣΑ, πασίγνωστος στην περιοχή της Σαρζάνα [στην οποία έχει αναφερθεί και ο Σαβέριο λέγοντας πως εκεί πρέπει να δρουν δύο ‘Ομάδες Μάχης’. ] ‘Πολίχνη μικρών διαστάσεων όπου δεν υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ του υποκόσμου και των πολιτικών ομάδων’, σύμφωνα πάντα με τον Σπανό.
Ζήτησα λοιπόν να συναντηθώ με τον Μένιο για να με φέρει σε επαφή με κανάλι του υποκόσμου της περιοχής και να πάρουμε όπλα. Πράγματι λοιπόν,μας φέρνει σε επαφή, ‘άφησα στο σπίτι των δικών μου τον Μίκη, στην Φιουμαρέττα, βρήκα στην πλατεία της Σαρζάνα τον Μένιο και αυτός συναντήθηκε με τον Μίκη στην Φιουμαρέττα, σε ένα οίκημα, όχι των γονιών μου.’

Μάλιστα στον γυρισμό, που συζητήσαμε, του είπα πως ο Μένιος είχε δώσει θετική απάντηση. Τότε, λέει, του ανέφερα πως σύντροφοι είχαν πάει να κάνουν κλοπή στο λατομείο αλλά βρήκαν μόνο μαύρη σκόνη και εκπυρσοκροτητές και όχι τριτόλη.
‘Δεν μου είπε ο Μίκης με ποιόν πήγε να κάνει την κλοπή’.
‘Από συζητήσεις που μου έκανε στην συνέχεια ο Μένιος κατάλαβα ότι ο Μίκης κατάφερε να βρει εκείνο που ζητούσε, για τον εαυτό του ή για άλλους’!

‘Τέλος του ’78 βρισκόμαστε, αρχές του ’79 η ομάδα μας διαλύεται, έλειπε μια θέληση συγκατάθεσης στα προγράμματα του οπλισμένου αγώνα και γιατί ο Αντόνιο και ο Πέτρος ξανάρχισαν να χρησιμοποιούν ναρκωτικά – ηρωίνη. Επιπλέον εγώ γνώρισα μια κοπελιά και το ρίξαμε στα ταξίδια, απομακρύνθηκα τελείως από εκείνη την ομάδα’.

‘Ανήκοντας στις ομάδες γνώρισα και άλλα άτομα’, και κατονομάζει 4,5 παρόμοια με αυτά που ανέφερε ο Σαβέριο. Σάσσα, Κώστα, Ανδρέα, Ρούλη

‘Μάλιστα έναν από αυτούς, τον Σάσσο [που ήταν συγκάτοικός μου], τον έβλεπα συχνά με τον Μίκη, και από την εντύπωση που μου έκανε ο τρόπος κατά τον οποίο ήταν μαζί συμπέρανα ότι δεν επρόκειτο για μια οποιαδήποτε γνωριμία. Η γνώμη μου επιβεβαιώθηκε από τον Αντόνιο ο οποίος μου είπε πως έλαβε μέρος σε μια συνάντηση στην οποία δίνονταν κατευθύνσεις πάνω στην δραστηριότητα των ομάδων, στις οποίες ο Σάσσο συμμετείχε από κοινού με τον Ντίνο. Και για τους άλλους δύο είπε ο Αντόνιο πως είναι μέλη των ομάδων’
Αναφέρει για τον Ρούλη που του ζήτησε να τον φέρει ένα βράδυ σπίτι μου για ύπνο. Το γεγονός ότι ήρθε να κοιμηθεί στο σπίτι μου τον έκανε να υποθέσει ότι και αυτός ανήκει στις ομάδες.

Λέει πως ‘ο μεγάλος αρχηγός’ είναι ο Ντίνος, αναφέρεται σε ένα γράμμα που αντάλλαξαν δύο μέλη της ομάδας τους το μικρό διάστημα της ύπαρξής της, στο οποίο μιλούσαν γι αυτόν, και συνεχίζει λέγοντας πως πρέπει να μίλησε και στους υπόλοιπους για το λατομείο που μου έδειξε. Και κλείνει με την αναφορά πως η ομάδα τους όπλα δεν είχε, είχε όμως ακούσει από τον Αντόνιο μια μέρα πως ο Μίκης ή ο Ντίνος θα τους έδειχναν το σύστημα λειτουργίας ενός πιστολιού. Και επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά πως ο Αντόνιο είναι ο μεταφορέας των πρωτοβουλιών του Ντίνου.
Μέχρι στιγμής.

Le Brigate rosse 19 Gallinari oggi parte 1, οι ερυθρές Ταξιαρχίες

Δημοσιεύτηκε στις 27 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 12 Οκτ 2011
πρόσφατη συνέντευξη στον Prospero Gallinari από το γαλλικό DVD Brigades Rouges

 

Τον ξαναφωνάζουν τον Μάρτιο και επικυρώνει ολοκληρωτικά την δήλωση που έγινε τον Γενάρη στον Εισαγγελέα
κάνει την εκπληκτική δήλωση : ‘ορίζω με ακρίβεια ότι αφού παρουσίασα τον Μένιο σ’ ένα μπαρ, δεν ασχολήθηκα ποτέ με την υπόθεση, και όσα είπα μου αναφέρθηκαν από τον Μίκη. Όμως, γνωρίζοντας τον Μένιο προσωπικά, από πολλά χρόνια, θα έτεινα να αποκλείσω την φιλαλήθεια των όσων μου διηγήθηκε ο Μίκης’.
Εδώ θα ανοίξω μία απαραίτητη πλέον παρένθεση, θα ανατρέξουμε στην κατάθεση του Μένιου που έχουμε στα χέρια μας, και αφού υπερπηδήξουμε θέματα για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον επειδή φωτογραφίζουν την περίοδο από μία άλλη σκοπιά, θα φτάσουμε στο σημείο που μας αφορά:

Όταν του Μένιου του γνωστοποιήθηκαν οι δηλώσεις του Σπανού, σελίδα 265 των ανακρίσεων, ότι ο ίδιος έμαθε από τον Μένιο ότι η συνάντηση είχε ‘θετικό αποτέλεσμα’ ενώ άλλο άτομο δήλωσε ότι έμαθε από τον Μίκη ότι βρέθηκαν όπλα απαντά: ‘ο Σπανός λέει ψέματα. Εγώ του είπα ότι δεν ήθελα ιστορίες με όπλα, και τον επέπληξα για το γεγονός που μου παρουσίασε εκείνον τον νέο.’
‘ Μου είπε πως δεν ήξερε τίποτα και πως ήταν πρωτοβουλία του ίδιου του νέου, που μου φαίνεται πως ήταν ξένος, μου το είπε ο Σπανός αργότερα. Δεν με είχε προειδοποιήσει πως θα μιλήσουμε για όπλα. Δεν ξαναείδα αυτόν τον νέο.Για την ακρίβεια, δεν ξέρω εάν μου μίλησε για όπλα, ή για εκρηκτικά ή και για τα δύο’ !
‘Είχα αυτή την σύντομη συζήτηση με τον νέο μπροστά στην Πιτσερία που είναι στην Σαρζάνα στην πλατεία Ματεόττι.’

Γαμώ την τρέλα μου, δηλαδή, τι συμβαίνει τέλος πάντων;

Οι ιστορίες του Μένιου έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, απ’ όπου κι αν τις αντιμετωπίσεις. Θα φτάσουμε και στο κρίσιμο σημείο όπου παραδέχεται ‘ότι με παίρνουν για τον χαζό του χωριού’.
Χωριό φαινόμενο μιας και σύμφωνα με τον Σαβέριο έχει δύο ολόκληρες Ομάδες Μάχης!

Πρέπει πρώτα να ολοκληρώσουμε με τον Σπανό:
από φωτογραφίες αναγνωρίζει τον Μάρτη 14 άτομα και επαναλαμβάνει πως θεωρεί πως ο τάδε ήταν μαχητής απλά διότι έκανε παρέα μαζί μου.

Τον ξαναφωνάζουν τον Μάιο. Αρχίζει ξανά την κουβέντα γύρω από το ενδεχόμενο επίθεσης σε απόσπασμα της τροχαίας και κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας. Λέει πως η διαταγή ήρθε από τον Ντίνο στον Αντόνιο που παρουσιάζει σαν τον καθοδηγητή τους.
‘Πήγαμε να εξετάσουμε το κέντρο αυτοκινήτων της Τροχαίας, εγώ με τον Αντόνιο και τον Φαίδωνα, θυμάμαι έτρεχε ένα ποταμάκι με ένα δρόμο δίπλα κατά τρόπο που η τοποθεσία να φαίνεται καλή για μία επίθεση’.

Μία μέρα λοιπόν που ήμουν στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου με τον Αντόνιο και τον Μίκη μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πάμε να εξετάσουμε ξανά το μέρος, κατέβηκαν ο Αντόνιο και ο Μίκης για να κάνουν αναγνώριση. Υπήρχε ένας ψηλός τοίχος και σκεφτήκαμε να πετάξουμε δυναμίτες από πάνω.’
‘Αν αποφασίζαμε να δράσουμε κατά του κέντρου αυτοκινήτων της αστυνομίας τους δυναμίτες θα μας τους έδινε ο Μίκης’. Ρωτώντας τον Αντόνιο γιατί επενέβη ο Μίκης λέει : ‘είχε δοθεί διαταγή για την οποία μίλησα και προφανώς ήθελαν να εξεταστεί η κατάσταση από ένα έμπειρο άτομο όπως ο Μίκης.’

‘Νομίζω πως τότε μας σταμάτησε η αστυνομία για εξακρίβωση στοιχείων, δηλαδή την φορά που πήγαμε με τον Μίκη’.
Τελικά επιλέχθηκε και έγινε η επίθεση από την ομάδα τους στο απόσπασμα των τροχονόμων, όπως έχει αναφέρει.
Τον ρωτούν τι άλλο γνωρίζει, ‘γνωστοποιώντας του ότι μία τέτοια δικαστική συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να εξελιχθεί προς το συμφέρον του’, λέει για άλλους δύο που τους κατονομάζει, τον Φαίδωνα και τον Πέτρος ο οποίος αργότερα έφυγε στις Ινδίες και συμμετέχουν σ’ ένα επεισόδιο εις βάρος της έδρας της Χριστιανοδημοκρατίας πρώτα στην οδό Φαεντίνα και μετά στο Γκαλούτσο. Με βενζίνη που προκάλεσε φωτιά,χωρίς όμως πολλές ζημιές. Στην έδρα της Χ.Δ.. στο Γκαλούτσο την επίθεση πραγματοποίησαν ο Φαίδων και ο Ανδρέας.

Μιλάει για μια κλοπή, μάλλον ραδιοφώνου, που έκαναν άλλοι,μιας και ο ίδιος δεν μπορούσε να πάρει μέρος, μόλις είχε αποφυλακιστεί, Μάρτιο του ’78, και ήταν προσεκτικός.
Λέει και για μια άλλη κλοπή, αυτοκινήτου αυτή την φορά, ενός Γκόλφ, που θα έπρεπε να κάνει αλλά τον απέτρεψαν, ο πανταχού παρόν Ντίνος και η Φιόνα, ‘επειδή δεν ήταν καθαρός’, μόλις την προηγούμενη είχε αποφυλακιστεί, Μάρτιος του ’78, και δεν έπρεπε να μπλέξει σε φασαρίες.

Μετά περιγράφει το σπίτι της οδού ντέι Μπάρντι όπου έγινε μία συγκέντρωση διάφορων ατόμων που τα κατονομάζει,ο Σάσσα ο Νάκης, ο Κώστας.
Έπρεπε να συμμετάσχει μοναχά ο Αντόνιο αλλά επέτρεψαν τελικά τόσο σε αυτόν όσο και στον Φαίδωνα να πάρουν μέρος,μιας και από ώρα τριγυρνούσαν μαζί, παρέα, με το αυτοκίνητό του. Την πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε η Ροσσάνα, ήμουν κι εγώ εκεί, και οι άλλοι, γνωστοί και από τις καταθέσεις του Σαβέριο.
Σκοπός της συγκέντρωσης η κουβέντα γύρω από την χρήση των όπλων και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, από κάποιον που έφτασε τελευταίος, που δεν τον είχε δει ποτέ και δεν τον ξαναείδε αργότερα. Τον περιγράφει, του δείχνουν φωτογραφίες και τον αναγνωρίζει.Του δημιουργήθηκε η εντύπωση πως ερχόταν απ’ τον βορρά, Μιλάνο ή Τορίνο.Είναι ο Σαμάνος.

Μίλησε για όπλα, για τις διαφορές μοντέλων, για τεχνικές διάρρηξης αυτοκινήτων, έλυσε και συναρμολόγησε ένα πιστόλι που είχε μαζί του. Έγινε συζήτηση και μετά έφυγε. Είχε μιλήσει επίσης για τις διαφορές ανάμεσα στα αυτόματα όπλα και τα περίστροφο.’ Έβγαλε και ο Κώστας το όπλο του και μας το έδειξε’.
Εμπλέκει και ένα ακόμη άτομο στις ομάδες, [από αυτά που ανέφερε και ο Σαβέριο], τον Βαγγέλη, τον οποίο γνωρίζει απ’ όταν ήτανε παιδιά
λέει :

‘ήταν στις αρχές του ’79, που, όπως θα εξηγήσω, κατάλαβα ότι και αυτός είχε μπει σε μία ομάδα. Τύχαινε σ’ εμένα και τον Αντόνιο να συναντούμε για λόγους που αφορούσαν την οργάνωση τον Ντίνο και την Φιόνα που προσπαθούσαν να μας εμπλέξουν όλο και περισσότερο.Στις συναντήσεις στις οποίες πήρα μέρος ήταν παρών και ο Βαγγέλης. Δύο φορές στην πλατεία ντ’ Ατζέλιο και δύο σ’ ένα διαμέρισμα σ’ ένα δρόμο πίσω απ’ την πλατεία Ελευθερίας, στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘η συζήτηση που γίνονταν ήταν γενικού χαρακτήρα από την μία μεριά, ανάλυση δηλαδή της πολιτικής κατάστασης. Από την άλλη, για τα επίπεδα μάχης και για τη δυνατότητα επέμβασης στην κατάσταση του ένοπλου αγώνα ‘,

αναγνωρίζει τη Φιόνα στις φωτογραφίες, γνωστή και αυτή από τις καταθέσεις του Σαβέριο, μιλάει για τεχνικές κλοπής αυτοκινήτων που του έχουν δείξει η Φιόνα και ο Ντίνος και ολοκληρώνει.

Αυτός είναι και ο Γιώργος ο ‘Σπανός’.
Όπως και ο Σαβέριο, άτομα που πήραν μέρος στο κίνημα, θέλησαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω, και μόλις κατάλαβαν τη σοβαρότητα και την δυσκολία της υπόθεσης, μέσα σε λίγους μήνες δηλαδή, την έκαναν.
Μόλις διαπιστώσατε πως κι αυτός, το μόνο για το οποίο θα μπορούσε να κατηγορηθεί είναι ένας εμπρησμός. Συν τη συμμετοχή στην ανατρεπτική, ένοπλη ομάδα, που από μόνη της σημαίνει ‘καμπάνα’ κάποιων χρόνων στη στενή.
Κατέρρευσε κι αυτός και συνεργάστηκε. Δεν ‘εγκλημάτησε’ όπως ο προηγούμενος, δεν ‘εκτέλεσε’, δεν είναι ο τύπος του απατεώνα όπως ο Σαβέριο. Απέφυγε τα μεγάλα μυθεύματα, είπε τις λίγες φάσεις που γνώρισε, έπεσε και στην παγίδα που έστησε στον εαυτό του και στον φίλο του στην πραγματικότητα,εκεί με τα όπλα.

Τον ένα, ‘καμένο’, τον Σαβέριο,τον στέλνουνε παντού, του διηγούνται τα πάντα.
Τον άλλο, τον αποτρέπουν.
Δύο μέτρα, δύο σταθμά.
Είπαμε, δεν είναι όλοι ‘ίδιοι’.

DSC02231

«Hasta siempre Comandante»- Silvio Rodriguez (Con discursos del Che)

 

-‘Τυνδάρεως ονομαζόταν στη Λακωνία ο Ζευς. Η ηρωική μορφή του Τυνδάρεως χαρακτήριζε επίσης τον σύζυγο της Λήδας και βασιλιά της Λακωνίας. Γι’ αυτό επικράτησε ο μύθος πως οι Διόσκουροι ήταν οι γιοι του Τυνδάρεως. Οι Ομηρικοί ύμνοι μάς διαφωτίζουν πώς γεννήθηκαν κάτω από τις κορυφές του Ταΰγετου. Προσφιλής διαμονή των Διόσκουρων εικάζεται πως είναι και η κωμόπολη Θεράπνη της Λακωνίας. Εκεί ήταν κάτω από τη γη κατά το ήμισυ του έτους. Το υπόλοιπο ήμισυ βρίσκονταν κοντά στον Δία επάνω στον Όλυμπο. Συμβολίζουν το μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας φως. Τόσο ο Κάστωρ όσο και ο Πολυδεύκης θεωρούνται κράτιστοι ιππείς. Κυβερνούν λευκά άλογα. Ο Κάστωρ παριστάνεται και ως δρομέας. Ο Πολυδεύκης και ως κραταιός πυγμάχος. Γι’ αυτό και τιμούνταν σαν «θεοί» σε αγώνες (ο Πίνδαρος τους ονομάζει «ευρυχώρου ταμίας Σπάρτας αγώνων»). Καθιέρωσαν την ένοπλο όρχηση. Χαρακτηρίζονταν από υποδειγματική ηθική ανωτερότητα, που επιδρούσε στην ηθικό-κοινωνική διάσταση της πολιτικής οργάνωσης. Έμαθαν στους Λακεδαιμόνιους την όρχηση των Καρυών της Λακωνίας.
Οι Διόσκουροι είχαν τις παρακάτω ηθικές αρετές που αποδίδονται και στους Κάβειρους: 1) Αξιέπαινη ανδρεία, 2) Βαθιά ευσέβεια, 3) Στρατηγικές ικανότητες, 4) Αδέκαστη δικαιοσύνη, 5) Επεξεργασμένο Μυστικισμό, 6) Υπερφυσικές δυνάμεις’-

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ν. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 12

radio Carolina

 

Μιλήσαμε νωρίτερα για τον ρατσισμό που επικρατεί σε διάφορες περιοχές της χώρας στο βορρά σε σχέση με τους νότιους. Θα σου διηγηθώ λοιπόν για την εμπειρία που έζησα με τις οικογένειες δυο κοριτσιών με τα οποία σχετίστηκα στα πρώτα χρόνια που βρέθηκα φοιτητής στη Φλωρεντία.
Η πρώτη είναι η περίπτωση των γονιών της Φραντσέσκα, νεαρής μαθήτριας του Λυκείου που έχω γνωρίσει σε μία καντίνα όπου συχνάζω και βρίσκεται από την άλλη μεριά του Άρνο, διασχίζοντας την γέφυρα των Ευχαριστιών, Ponte alle Grazie, κοντά σε σπίτι που κατοίκησα κάποια χρόνια αργότερα. Στις παρυφές των λόφων που οδηγούν στο Piazzale Michelangelo, την μεγάλη πλατεία του Μιχαήλ Αγγέλου από όπου μπορείς να θαυμάσεις την πόλη από ψηλά.

Οι καντίνες είναι χώροι που νοικιάζονται στους νέους για να τα κάνουν στέκια τους. Αυτή για την οποία μιλάμε είναι ένα μεγάλο υπόγειο όπου μαζευόμαστε για να ακούμε μουσική, να χορεύουμε και να συζητάμε. Προοδευτικό ροκ, Premiata Forneria Marconi, Le orme,  il Banco del Mutuo Soccorso κάποια από τα ονόματα που με σημάδεψαν. Με πάγκους και μαξιλάρια γύρο- γύρο και κρυφό φωτισμό. Ένα μικρό δωματιάκι που χρησιμοποιούμε για κουζινούλα, προετοιμάζουμε σαντουιτσάκια και ποτά και ότι άλλο χρειαστεί. Υπάρχει η τουαλέτα, και κατεβαίνοντας τα σκαλιά προς τον κυρίως χώρο, στα αριστερά έχουμε διαμορφώσει ένα πολύ ζεστό, χαμηλοτάβανο δωμάτιο γεμάτο στρώματα, όπου βρίσκονται τα ζευγαράκια την ώρα της απομόνωσης τους. Μακριά από τα βλέμματα, κοντά όμως στην φασαρία.
Τα νοίκια είναι χαμηλότερα φυσικά, τα χρήματα μαζεύονται από όλους τους θαμώνες.

Le Orme – Cemento armato

Εδώ λοιπόν γνωρίζω το κορίτσι μου, σύντομα επισκέπτομαι και την οικογένεια για να μπορούμε να συναντιόμαστε με άνεση, συχνότερα.
Ε, λοιπόν, από την πρώτη μέρα με αντιμετώπισαν κάπως, για να το πω ευγενικά, δεν είμαι και τόσο επιθυμητός. Με το γάντι φυσικά, όχι απροκάλυπτα όπως γίνεται βορειότερα. Στης Ρέας τα μέρη με εντυπωσιάζει πως το κάνουν και οι νεότεροι, αυτό δεν το περίμενα ποτέ. Εδώ με τους νέους πρόβλημα δεν παρουσιάστηκε. Γνωριστήκαμε και συναναστραφήκαμε με παιδιά από όλα τη κοινωνικά στρώματα και πάντοτε δίχως να δημιουργηθεί δυσάρεστη κατάσταση.
Ορίστε, με αγαπούν μάλιστα πολύ και μου το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία, σχετίζονται μαζί μου, μου δίνονται.

Mory Kanté  Yé ké yé ké

Τέλος πάντων, οι γονείς του κοριτσιού τίποτα, η σχέση μας είναι προς το ψυχρό, με ευγένεια. Το κρατούν μανιάτικο και κάνουν τα πάντα για να μας χωρίσουν.. Στο τέλος τα καταφέρνουν, πίρι πίρι, ψυχράνθηκε το κορίτσι. Όχι ότι την δικαιολογώ, την καταλαβαίνω όμως. Ένα βράδυ, στο Βιαρέτζιο που έχουν εξοχικό και βρισκόμαστε τέλος εβδομάδας με χωρίζει.

Στενοχωριέμαι αφάνταστα, φεύγω διακοπές στα μέρη μου, πηγαίνω και ένα ταξιδάκι με φίλους, καλοκαίρι γίνονται αυτά, ξεχνιέμαι. Την φωτογραφία της την κρατώ νομίζω ακόμη, την ερωτεύτηκα πολύ. Έχω προλάβει να κάνω και ατύχημα, στον εαυτό μου. Καβαλώντας το μηχανάκι ενός φίλου για να πεταχτώ σε μια δουλίτσα χάνω τον έλεγχο, αφηρημένος, σε μια στροφή και ξυπνώ στο Νοσοκομείο, ώρες αργότερα, με διάσειση, μιας και χτύπησα στο κεφάλι πέφτοντας. Δεν θυμάμαι τίποτα φυσικά. Οι γιατροί με συμβουλεύουν να αποφεύγω οποιοδήποτε χτύπημα, και το πιο σιγανό στο κρανίο μου, για ένα εξάμηνο τουλάχιστον. Ούτε καρπαζιά. Διαφορετικά θα υπάρξουν επιπτώσεις.
Έχει προηγηθεί η γνωριμία μου με την Αντονέλλα, νεαρή φοιτήτρια κι εκείνη, επίσης από πλούσια οικογένεια, γιατροί οι γονείς της, και οι δυο. Πόσο ρόλο παίζει η μόρφωση στην εξέλιξη του ανθρώπου τελικά!

Μου φέρονται σαν γονείς. Και οι άλλοι μου άνοιξαν το σπίτι τους. Αυτοί εδώ όμως με μια ζέστη που δεν περιγράφεται. Με μια τρυφερότητα, σαν παιδί τους. Οι άλλοι ξινοί σαν άγουρα σταφύλια. Όλο παρατηρήσεις καρφιά και σπόντες. Αυτοί εδώ μέσα στην καλή χαρά.
Το σπίτι τους βρίσκεται στον τρίτο όροφο ενός κτίσματος στην άκρη της πόλης, αμέσως μετά ξεχύνεται η εξοχή. Αρέσει και στην κοπελιά η φύση, κάνουμε ατέλειωτες βόλτες στο δάσος, υπάρχει και ένα ποταμάκι εκεί μέσα, συνηθίζουμε να το περπατάμε κατά μήκος της κοίτης του. Σε κάποια σημεία μπορείς να πηδήξεις και απέναντι, αλλού πλαταίνει, υπάρχουν και ανοίγματα που βαθαίνει αρκετά, βουτάμε συχνά.
Λίγο αργότερα, σε αυτή την περιοχή που γνωρίζω πλέον απ’ έξω κι ανακατωτά φέρνω τους συντρόφους για ασκήσεις με τα μπουκάλια και τα στάλιν.
Παρένθεση.

Είναι η Αντονέλλα που με μαθαίνει να οδηγώ, με το πεντακοσαράκι της. Παλιά τεχνολογία, δεν ξέρω εάν γνωρίζεις, αν έχεις οδηγήσει τέτοιο αυτοκίνητο, πρέπει να έχει τουλάχιστον την ηλικία μου. Οι ταχύτητες δεν αλλάζουν κατευθείαν, έπρεπε ανάμεσα να πατήσεις νεκρά. Έχω οδηγήσει το αυτοκίνητο του πατέρα μου, άδεια όμως δεν έχω βγάλει ακόμη. Δεν έχω καθόλου εμπειρία, είναι σαν να μαθαίνω από την αρχή, με αυτόν τον παράξενο τρόπο που απαιτεί μεγάλη ταχύτητα στις αντιδράσεις για να κάνεις αυτό το αμάξι να προχωρήσει.

Ένα βράδυ που επιστρέφουμε στο σπίτι της και τα έχουμε μάλιστα τσούξει γερά νωρίτερα, χάνω τον έλεγχο και πέφτουμε πάνω στον τοίχο αυλής με σφοδρότητα. Χτυπώ το κεφάλι μου με δύναμη πίσω από το αριστερό αυτί, το σημάδι το κουβαλώ ακόμη, στις λαμαρίνες που χωρίζουν το μπροστά από το πίσω μέρος, μιας και κρατώ το τιμόνι. Βρίσκομαι λιπόθυμος στη μέση του δρόμου όπου σέρνεται και με απομακρύνει η επίσης χτυπημένη, όχι τόσο δυνατά κοπέλα μου.
Παίρνει την ευθύνη επάνω της για να μην έχω μπλεξίματα με την τροχαία, μόλις φτάνει η βοήθεια.
Ξυπνώ τη στιγμή του τελευταίου ράμματος στο Νοσοκομείο. Μας τοποθετούν δίπλα δίπλα, δεν έμαθα ποτέ εάν είπε σε κάποιον την αλήθεια.
Πληρώθηκε και αποζημίωση για την πτώση του φράχτη, φαντάζομαι από την ασφάλεια. Το αυτοκίνητο στα σκουπίδια για παλιοσίδερα.

Sara Bob Dylan

Έχουν πλησιάσει οι διακοπές των Χριστουγέννων, γυρνώ για λίγες μέρες στους γονείς μου. Στην επιστροφή έρχεται να με βρει η αδελφή της, μικρότερη. Τα φτιάχνουμε, τώρα δεν έχω όμως μούτρα να πηγαίνω ξανά στο σπίτι τους, με άλλη φιλενάδα κόρη αυτή τη φορά, λίγες μόνο μέρες μετά εκείνο το δυσάρεστο γεγονός. Δυνατό συμβάν, δεν ξαναείδα αυτούς τους θαυμάσιους ανθρώπους.
Και κάτι ξεχωριστό. Στο σπίτι μπαίνεις από ιδιωτικό ανελκυστήρα που ξεκλειδώνει… κάτι που βλέπω για πρώτη φορά στη ζωή μου. Φτάνεις από το ισόγειο απευθείας στο διαμέρισμά τους.
Το κερασάκι στην τούρτα υπάρχει και στην προηγούμενή μας αναφορά. Το ξεχωριστό συμβάν. Ξέχασα να το αναφέρω, το διηγούμαι τώρα.

Κάποια στιγμή η Φραντσέσκα ανακαλύπτει πως είναι έγκυος. Ούτε λόγος να το πούμε στους γονείς της, θα την κρεμάσουν. Καθολική ακραία η Ιταλία, η έκτρωση απαγορεύεται δια νόμου και ροπάλου. Η εκκλησία πανίσχυρη και οπισθοδρομική. Το κορίτσι πηγαίνει ακόμη σχολείο, το παιδάκι είναι επιθυμητό αλλά έρχεται πολύ, μα πολύ νωρίς. Εγώ κρατώ μια στάση άκρως ρομαντική, ‘ότι πεις εσύ αγάπη μου’, είμαι πολύ ερωτευμένος σου θυμίζω, ‘θα σου σταθώ ότι και ν’ αποφασίσεις’.
Τι να αποφασίσει δηλαδή ; το αυτονόητο έτσι που έχουν τα πράγματα.
Βρίσκουμε γιατρό, χρειάζονται πολλά χρήματα. Πιάνω λοιπόν δουλειά….στον πατέρα της, στο εργοστάσιο.

Φτιάχνουμε σιδερένια μπουλόνια για κάποια μεγαλύτερη μονάδα, είμαστε καμιά εικοσαριά εργάτες. Κάνω την ίδια κίνηση οκτώ ώρες την μέρα, για ένα μήνα που χρειάζομαι να μαζέψω τα λεφτά για την επέμβαση. Κατακαλόκαιρο. Φρίκη. Ζω στο πετσί μου, βλέπω με τα μάτια μου την αλλοτρίωση του εργάτη. Τη διαρκή επανάληψη σε μια καθημερινότητα γκρίζα. Για το μεροκάματο. Το κάνεις αυτό για μια ζωή και καταντάς φυτό. Συμβαίνει σε εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο. Για δεκάρες. Μία τρέλα. Το πόσο δίκιο έχουν οι κομουνιστές και οι αναρχικοί το διαπιστώνω για μια ακόμη φορά, με τα μάτια μου. Αντιλαμβάνομαι στην πράξη, στο πετσί μου επάνω την ορθότητα της θέσης που μιλά για την άρνηση της μισθωτής εργασίας, ειδικότερα στα εργοστάσια, βγαλμένη μέσα απ’ την καρδιά των αυτόνομων αγώνων του εργάτη μάζα!
Εμπειρία και αυτή ! η πρώτη του είδους στη ζωή μου.

Η άλλη ακόμη δυσκολότερη, από τις χειρότερες που είναι αναγκασμένος καμιά φορά ο άνθρωπος να έχει στη ζωή του. Και το ακόμη πιο άσχημο είναι πως δεν δίνουμε και την πρέπουσα σημασία, συχνά.
Εκείνη τη μέρα το κορίτσι γίνεται ράκος, βρίσκεται σε τόσο τρυφερή ηλικία. Της στάθηκα με όλο μου το είναι, σιωπηλά και με τρυφερότητα, το τραύμα όμως δεν αποφεύγεται, το κακό έχει γίνει. Λίγες βδομάδες μετά, αυτό δεν το περίμενα με τίποτα, τα βροντάει και με αφήνει στα κρύα του λουτρού. Εγώ πίστευα πως το γεγονός θα μας ενώσει ακόμη περισσότερο. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Μας απομακρύνει τελικά, εκείνη δηλαδή.
Δεν μπορώ να της κακιώσω. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Don’t cry Guns N’ Roses.

Θέλω ν’ αλλάξω λιγάκι θέμα.
Εσύ Μιχάλη, μέσες άκρες, γνωρίζεις πολλά από αυτά για τα οποία μιλώ. Όχι όλες τις λεπτομέρειες, γνωρίζεις όμως. Είσαι μέσα στο κίνημα με τα μπούνια, έζησες τη γέννηση και το θάνατό του, πήρες μέρος στους αγώνες, έζησες κοντά μας κι ας είσαι από άλλη χώρα. Είσαι ένας από εμάς. Έκανες τη συνειδητή επιλογή να μείνεις έξω από κάποια πράγματα, νομίζω ακριβώς επειδή γνωρίζεις κατά βάθος πως πίσω κάποιοι σε περιμένουν. Ζεις μέσα στην πραγματικότητά μας όμως.

Ξέρεις πως για όλους εμάς, στο μεγαλύτερό της μέρος, η κατάσταση είναι ονειρική. Ειδικά τώρα που αναπολώ, που φέρνω στην μνήμη μου γεγονότα και καταστάσεις και τα περιγράφω και τα διηγούμαι και τα ξαναζώ μοιάζει με παραμύθι, είναι ένα παραμύθι.
Στις μεγάλες πόλεις σίγουρα η κατάσταση είναι άγρια, είναι σκληρότερη. Διαβάσαμε μαζί νωρίτερα τα λόγια του Σέρτζιο. Πως άλλαξαν σιγά σιγά οι σύντροφοι, πως έγιναν σκληροί εκείνοι οι τρυφεροί νέοι που πάνω στην αγάπη τους για τον άνθρωπο άρπαξαν τα όπλακαι διακινδύνεψαν τα πάντα για την απελευθέρωσή του από την σκλαβιά της απληστίας, των αγορών, της εμπορευματοποίησης της ζωής τους.
Ο φορντισμός σκοτώνει.
Χιλιάδες σύντροφοι έχουν να παλέψουν τον εφιάλτη του εργοστασίου, της βιοτεχνίας, της ανέχειας. Την ώρα που εμείς συζητούμε σε συνελεύσεις, δημοκρατικά, για τα σεμινάρια στις σχολές. Εκείνοι, ξανά και ξανά, στην αλυσίδα και στα reparti, με τους σμπίρους και τους επιστάτες πάνω απ’ τα κεφάλια τους να επαναλαμβάνουν μια καθημερινότητα αποπνικτική, άχρωμη και άοσμη, ανεπιθύμητη και κακιά σαν τον καρκίνο.

Υπάρχουν σύντροφοι που βασανίζονται σκληρά για να συνεργαστούν, την ώρα που γίνονται ζωντανοί μάρτυρες των βασανιστηρίων στα οποία υποβάλλονται οι συντρόφισσες τους.                                                                                                                                H περίπτωση των συντρόφων Br στη Βερόνα.
Πόσο πολύ μας ταλαιπωρεί αυτό το θέμα.

 

Και η φυλακή, αχ, η «απόδραση» που απαιτείται από αυτούς τους μητόπους αλλοτρίωσης …:

“Καναμε τρυπες σε ολα τα συρματα και στη συνεχεια φτιαξαμε πυρσους. οι πυρσοι φτιαχνονταν με κομματια απο σεντονια δεμενα σφιχτα και επειτα εμποτισμενα με λαδι και μετα εκει την καθορισμενη ωρα στη μεση της νυχτας ολοι αναβαν το λαδι των πυρσων και εχωναν αυτες τις φωτιες στις τρύπες στις σχαρες αλλα και εκει δεν υπηρχε κανεις να τις βλεπει, οι πυρσοι καιγονταν για πολυ ωρα επρεπε να είναι ενα ομορφο θεαμα απο εξω ολες εκεινες οι φωτιες που τρεμοπαιζαν στο μαύρο τοιχο της φυλακης στη μέση αυτης της απεραντης εκτασης αλλα οι μονοι που μπορουσαν να δουν την λαμπαδηφορια ήταν οι λιγοι αυτοκινητιστες που διεσχιζαν σαν βελη μικροσκοπικοί μακρινα στην μαυρη ταινια της εθνικης καποιο χιλιομετρο απο τη φυλακη, η ισως ενα αεροπλανο, που περναει απο ψηλα, αλλα εκεινοι πετουν πολυ ψηλα εκει πανω μεσα στο σιωπηλο μαυρο ουρανο και δεν βλεπουν τιποτα” (Nanni Balestrini -Οι αορατοι-)

Χωρίς να γνωρίζουμε καλά -καλά εάν πιστεύουμε, και πού, παρακαλούμε βαθιά μέσα μας να αντέξουμε, σε περίπτωση σύλληψης, να μη συνεργαστούμε! Γνωρίζουμε πως η ανθρώπινη φύση είναι ευάλωτη στον πόνο, στον φόβο του θανάτου, στον εκβιασμό. Δεν θέλουμε να καταδώσουμε, να αποκαλύψουμε. Κάποιοι δεν αντέχουν, άνθρωποι είμαστε όλοι.
Η ψυχολογία γίνεται σμπαράλια σε αυτές τις σκέψεις, κάποιες φορές. Δεν σε αφήνει να κλείσεις μάτι. Έρχονται και ξανάρχονται οι ίδιες μονότονες εικόνες, μύριες φορές, και ταλαιπωρούν.
Μας δολοφονούν τους συντρόφους εν ψυχρώ, δεν είναι παιχνιδάκι.

Για να τρομάξουν τους υπόλοιπους, τους συμπαθούντες, την κοινωνία.
Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια πάστα, τα υλικά διαφέρουν. Δεν αντέχουν όλοι με τον ίδιο τρόπο την πίεση. Δεν καταπίνουν όλοι το ίδιο.
Το μυαλό θολώνει, η κρίση επίσης. Σηκώνει πολύ ψυχραιμία.
Τα βλέπουμε όλα αυτά. Αφουγκραζόμαστε το αδιέξοδο που πλησιάζει. Η πάλη δεν είναι μοναχά προσωπική, την κοινωνία αφορά εξίσου.
Η ρίζα μας, η κληρονομιά μας είναι η κοινωνία, οι αγώνες της. Η επιθυμία για ελευθερία, για κοινωνική δικαιοσύνη, για ισότητα.
Προτείνουν λοιπόν κάποιοι την αναδίπλωση. Πρόσεξε, αναδίπλωση.
Έχουμε συντρόφους έγκλειστους, δεν θα τους εγκαταλείψουμε. Θα τους παρακολουθήσουμε καλύτερα ελεύθεροι εμείς οι υπόλοιποι. Θα αγωνιστούμε για την απελευθέρωσή τους κάτω από ευνοϊκότερες συνθήκες, καλύτερες.

Θα μιλήσουμε καλύτερα. Θα μας παρακολουθήσουν καλύτερα. Θα τους προσέξουμε περισσότερο.
Έχουμε συγγενείς και φίλους που περιμένουν κι αυτοί. Όλοι κάτι περιμένουν. Θέλεις δεν θέλεις είμαστε εκεί μπροστά, στα μάτια όλων εκτεθειμένοι, όλοι περιμένουν την κίνησή μας την καταλληλότερη.
Ηγέτης γίνεσαι, δεν γεννιέσαι, ίσως. Όσο και να σε τρομάζει σήμερα αυτή η λέξη. Όσο κι αν τρομάζει από τα πάντα αυτή η λέξη είναι η υπαρκτή πραγματικότητα, που την κάνει ίσως απαραίτητη, σαν ανάγκη, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή.
Μέχρι η κοινωνική επαναστατική κληρονομιά να κάνει την ύπαρξη ηγετών αχρείαστη, μέσα από την συζήτηση, την σπορά, την άνθιση ταλέντων που ξεπετάγονται παντού, σε κάθε γωνιά.

Δεν λέω πως ένας ηγέτης θα άλλαζε τα πράγματα. Λέω πως όλοι πρέπει να δράσουμε ηγετικά, εμείς που είμαστε μέσα στην φωτιά. Έτσι είναι και φώναζε αν θέλεις, όσο θέλεις.
Κοντοστεκόμαστε, αργούμε, αυτό λέω. Και τα γεγονότα μας ξεπερνούν.
Όλοι πρέπει ν’ ανθίσουμε και να καρποφορήσουμε, μέσα στην κουβέντα και τις διαδικασίες, ισότιμα.
Κάποιοι το κάνουν νωρίτερα, ευλογία, γίνεται, δεν ακούμε, αυτό συνέβη!
Δεν ακούμε όσο είναι νωρίς, όσο έχουμε ακόμη χρόνο, καιρό, ανάσες, διάστημα, αντοχές, πες το όπως θες.
Το κάνουμε αργότερα.

CANCELLI DELLA MEMORIA 4 punk rap e mutoid,καγκελόπορτες της μνήμης 4

The show must go on  The Queen

Εμείς οι δυο βέβαια είμαστε ήδη φευγάτοι. Για κάποια συνωμοσία της μοίρας γλιτώνουμε, ξεκομμένοι στο εξωτερικό, μακριά από την χώρα. Εσύ από εδώ κι εγώ από εκεί.
Αδυνατούμε να πάρουμε μέρος στο διάλογο που συνεχίζεται, στη συζήτηση. Να επηρεαστούμε και να επηρεάσουμε, έστω και λίγο. Αποκοπήκαμε.
Τώρα γίνεται ο απολογισμός. Σίγουρα είναι ειλικρινής και αποσπασματικός.
Νιώθουμε και τύψεις, τα έχουμε πει διεξοδικά.
Νιώθουμε και τυχεροί γιατί τα τραύματα λιγότερα. Δεν είναι και λίγα φυσικά, δεχτήκαμε και οι δυο πολλά, διαφορετικές οι αιτίες και τα αποτελέσματα. Πονέσαμε, τραυματιστήκαμε.

Όλοι προχωρήσαμε, και οι μεν και οι δε.
Δώσαμε και πήραμε, προσωπικά, κοινωνικά. Κάναμε πράγματα, κακά τα ψέματα. Την ώρα που οι σύντροφοι ζουν την κατάρα της απομόνωσης, τη μονοτονία, τη βία στο μεγαλείο της.
Κάθε φορά που περπατώ στην εξοχή σκέφτομαι αυτούς. Εκεί, μέσα στα αρώματα τους θορύβους της και τα χρώματα, τη φυσικότητα του περιβάλλοντος, στις εικόνες και τις εναλλαγές του τοπίου.
Στην πόλη επικρατεί εικονική πραγματικότητα. Σε πιάνει τρέλα να διασταυρώνεσαι καθημερινά με όλους αυτούς τους παθητικούς αποδέκτες του βιασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Που κοιτούν αμήχανα τη μετατροπή τους σε νούμερα αναλώσιμα σε ένα τηλεπαιχνίδι. Καταναλωτές προϊόντων και τίποτα άλλο. Δημιουργικότητα μηδέν, προσφορά μηδέν. Αυτοί όλοι μας σκλαβώνουν καθημερινά, εκούσια και ακούσια.
Και έχουν και την απαίτηση να καθόμαστε φρόνιμα.

Μέσα στο δάσος είναι αλλιώς. Εκεί φυσικά δεν πατούν το πόδι τους. Και όταν το κάνουν βρωμίζουν. Για την μεγάλη πλειοψηφία μιλώ. Καίνε και καταστρέφουν.
Πόσο θα έχει λείψει το δάσος στους έγκλειστους συντρόφους μας! Η θάλασσα, μέσα, βαθιά, στην ελευθερία της. Του ανέμου, του κυματισμού.
Έτσι έρχονται οι τύψεις.
Τριάντα χρόνια πίσω ένας εφιάλτης.
Ακόμα πιο πίσω ένα όνειρο.
Όνειρο ελπίδας, αγώνα, ομορφιάς. Σχέσεις αλληλεγγύης. Αγκαλιές. Αγάπη.
Μετά ο εφιάλτης. Ο χωρισμός. Η τιμωρία. Η τιμωρία της ελπίδας δηλαδή. Απαγορεύεται το όνειρο.

‘Nightmare lying here in the dark…»   Scorpions

Πως ν’ αντέξεις όταν βλέπεις το τέλος, όταν το δηλώνεις.
Ανάμεσα σε μετανιωμένους, σε προδότες, σε βασανισμένους, σε αμετανόητους; Πίσω από τοίχους.
Μακριά από τους πάντες.
Κάποιοι δεν αντέχουν, αυτοκτονούν.
Οι μετανιωμένοι είναι αυτοί που λεν πως μετανιώνουν για να ελαφρύνουν τη θέση τους, να προδώσουν και να βγουν.
Άλλους τους αυτοκτονούν. Και άλλους τους σπρώχνουν να το κάνουν.
Πάντα οι ίδιοι άλλοι. Για τα λεφτά. Την εξουσία. Απάνθρωποι. Υπάνθρωποι.
Οι περισσότεροι αντέχουν. Οι ήρωες μας.

Tiesto  parade of the athletes

εξέγερση, rivolta

Και σε πιάνει τρέλα ιερή όταν ακούς και βλέπεις να παρασημοφορούν σαν ήρωες κάποιους δολοφόνους πάνοπλους που κακοποιούν αμάχους αδιακρίτως, ή πρόχειρα οπλισμένους μαχητές, από το απυρόβλητο. Από ύψη απρόσβλητα με οποιονδήποτε τρόπο. Ανθρώπους που δεν θα γνωρίσουν ποτέ. Δίχως να τους κοιτούν στα μάτια. Με ‘έξυπνα’ όπλα που χτυπούν από μεγάλη απόσταση. Αόρατοι. Φαντάσματα σκοτώνουν τη ζωή την αληθινή.
Στην πράξη αόρατοι. Οι δικοί τους αόρατοι. Οι δολοφόνοι με το ψυχρό πρόσωπο που σκοτώνουν στο πλήθος, αδιακρίτως.
Οι δικοί μας αόρατοι είμαστε όλοι εμείς που σιωπούμε για χρόνια. Που μας σωπαίνουν για χρόνια. Που πήγανε να ρίξουνε ταφόπλακα επάνω μας.
Δεν τα κατάφεραν πάντα.

Και είμαστε ακόμα εδώ.
Κι αυτό το καλοκαίρι!
Είμαστε ο εφιάλτης στα όνειρά τους.
Με τον λόγο μας. Που συνεχίζει να σπάζει κόκαλα.
Ο εφιάλτης στα όνειρά τους, οι χιλιάδες νεαροί, που σε κάθε γωνιά της γης, σιωπηλοί ή ουρλιάζοντας, με μολύβια με πέννες, με χαρτί, με φωτιά, με τραγούδια, με κείμενα, με συνθήματα, με μπογιά, με λόγια, με όπλα, ο καθένας με τον τρόπο του στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνιο της βλάσφημης εξουσίας. Του πλούτου που μοιράζεται σε λίγους, της απληστίας.
Είναι και οι χιλιάδες νεκροί, οι έγκλειστοι, οι κυνηγημένοι.
Δεν ξαναμπαίνω στο τριπάκι το παλιό Μιχάλη, μου αρέσει για τα καλά η τσάρκα μου στο δάσος, στην ξανθιά αμμουδιά, οι βουτιές από τον βράχο.
Σε βάζω λοιπόν να γράψεις, αύριο θα το προσπαθήσω κι από μόνος μου.

Οι αόρατοι     Το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει σημεία στίξης. Θα παρακαλούσαμε τον αναγνώστη να αφεθεί στο χειμαρρώδες ύφος του και μετά τις πρώτες σελίδες, που αυτή η έλλειψη θα πάψει να τον ξενίζει, να απολαύσει έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους ιταλούς λογοτέχνες, διαπλέοντας ταυτόχρονα ένα ποτάμι, ένα ορμητικό ποτάμι: το ιταλικό κίνημα – από τις πηγές του στα 1968 μέχρι τις εκβολές του στις αρχές της δεκαετίας του 80. Αναμφίβολη κορύφωση το 77, εξαιτίας των ισχυρών ανέμων αυτονομίας που έπνεαν ενός πολύμορφου και πολυάριθμου κινήματος. Οι αόρατοι, οι ήρωες στο μυθιστόρημα του Μπαλεστρίνι, είναι αυτή η γενιά.

Μια γενιά έξω και ενάντια στα πολιτικά κόμματα, αλλά και δίχως κόμματα στη στίξη. Διότι η σύνδεση των νοημάτων ήταν αυτονόητη: το πολιτικό ταυτιζόταν με το προσωπικό, η καθημερινή ζωή ένα με την πολιτική δράση? η δε διάκριση των νοημάτων επίσης σαφής: εμείς κι εκείνοι? εμείς, οι οποίοι αναζητάμε την ταυτότητά μας μέσα στον ποταμό της νεότητάς μας και της δράσης μας, στον ποταμό που ποτέ δεν είναι ο ίδιος, και εκείνοι, οι καπιταλιστές, οι μπουρζουάδες, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, οι χριστιανοδημοκράτες, οι μαφιόζοι, τα στελέχη και τα μέλη του ιταλικού ΚΚ (συντηρητικά, ευρωσταλινικά και μικροαστικοποιημένα), οι συνδικαλιστές – για να πουλάνε τους αγώνες. 

Σ αυτό το ηρακλείτειο ποτάμι, όπου οι εμπειρίες αλληλοδιαδέχονταν η μία την άλλη, πού χώρος για τελείες; Ερωτηματικά; Όλο το κίνημα ήταν μια ερώτηση! Θαυμαστικά; Μια γενιά που θέλησε να αλλάξει τον κόσμο τι να θαυμάσει από τον παλιό που θέλησε να «καταστρέψει». Εισαγωγικά; Μια υπεκφυγή για κείνους που δεν θέλουν να πουν τα πράγματα με τ όνομά τους, τους επαγγελματίες γραφιάδες. Άνω τελεία; Περιττή φιλολογική πολυτέλεια για «τους νέους με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες».

Μετά ήρθε η καταστολή. Ωμή, συνεπικουρούμενη από τα ΜΜΕ, έκανε τις σκευωρίες κανόνα του καθεστώτος εν ονόματι του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», το Δίκαιο έγινε λάστιχο, το δίκιο σου δεν μπορούσες να τό βρεις. Γι αυτό, φίλε αναγνώστη, να προσέχεις τι διαβάζεις! Να αποφεύγεις τα βιβλία χωρίς σημεία στίξης. Γιατί τώρα ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» παγκοσμιοποιείται.

  • Άλλοι αναλαμβάνουν δράση. Ας το κάνουν. Δεν θα βγω να κατακρίνω κανέναν επειδή τα δικά μου κότσια δεν βαστούν άλλο.
    Ψυχικά ή σωματικά.
    Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί. Όλοι εσείς που από τη σιγουριά της απραξίας εξαπολύεται μύδρους σε αυτούς που τρέχουν στη φωτιά, που ζουν καθημερινά στον κίνδυνο γιατί ελεύθερα το διάλεξαν. Που κραδαίνουν τον δυναμίτη.
    Κι αν είναι πολλά τα χρόνια που αποτέλεσμα δεν βλέπουμε, για σκεφτείτε, μήπως αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή όλοι εμείς λουφάξαμε και κοιτάμε τα γεγονότα να μας προσπερνούν από την ασφάλεια της απόστασης και της αποστασιοποίησης;
    Μήπως λοιπόν είναι αυτή η πικρή αλήθεια; Γιατί εμένα κάπως έτσι μου φαίνεται. Δεν σου ακούγεται λογικό;

Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Αυτό ξέρω.
Υπάρχει όμως και αυτό : Όσα δεν φτάνει η αλεπού, πηδάει και τα φτάνει!
Ας αφήσουμε χίλια λουλούδια να ανθίσουν, ας αφήσουμε τη βροχή να τα ποτίσει με το ιερό νερό της αγανάκτησης.
Ας ρίξουμε και καμιά σταγόνα ρε γαμώτο.
Και ας αφήσουμε κατά μέρος την μίρλα και την γκρίνια.
Κι ας οδηγήσουμε τους πραγματικούς ήρωες εκεί που τους πρέπει.
Όλους αυτούς που δεν έσκυψαν να ευνουχίσουν το λουλούδι.
Που δεν έσκυψαν να ζητιανέψουν λίγη κατανόηση.
Που δεν έσκυψαν να κλαψουρίσουνε μετάνοια.
Που μείνανε σταθεροί στα λόγια και τις αποφάσεις τους, που δεν πρόδωσαν το όνειρο, που τους αρέσει να ονειρεύονται ακόμη. Κι ας ξύπνησαν προσωρινά στην καταχνιά. Όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό το προσωρινά. Όσο κι αν κρατά για να το διανύσουμε. Όση κι αν είναι η απόσταση.

Όλοι αυτοί είναι οι ωραίοι δικοί μας.
Τα παιδιά μας, οι φίλοι μας, οι γυναίκες μας, τ’ αδέρφια μας, οι κοπέλες μας, οι μάνες και οι πατεράδες μας.
Οι χιλιάδες μαχητές της ελευθερίας.

1994, Ξύλινα Σπαθιά, Παύλος Παυλίδης

Θα ‘μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα, να σκοτώνεις αυτούς που σκοτώνουν τη μέρα.
Με τα μαύρα γυαλιά και το άσπρο φουστάνι να κοιτάς μακριά τη φωτιά στο λιμάνι.
Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει, ότι είχατε δει ένα τρελό καλοκαίρι, στο κομμάτι που λείπει απ’ το σπασμένο καθρέπτη, στο λιμάνι φωτιά, τον ήλιο πάλι να πέφτει.
Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς…..
Γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο και μου λες λοιπόν θυμήσου, μη πετάξεις τη ζωή σου στα σκυλιά.
Θα ‘μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα να χτυπάς το νερό, να χτυπάς τον αέρα, να θυμάσαι ξανά όσα είχαμε κάνει, τις φωτιές στα Ντεπώ, τη φωτιά στο λιμάνι.
Γελάς γιατί σε θέλω, κατεβάζεις το καπέλο και μου λες λοιπόν θυμήσου σαν ταινία η ζωή σου να κυλά.

Γράφω, τα λόγια, τα αισθήματα, τις σκέψεις του φίλου μου. Τα γεγονότα όμως τρέχουν, Λες ΚΑΙ ΒΆΛΘΗΚΑΝ ΝΑ ΣΥΝΟΜΙΛΉΣΟΥΝ ΜΑΖΊ ΤΟΥ, ΚΙ Ας ΑΠΟΥΣΙΆΖΕΙ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΚΗΝΉ. ΕΊΝΑΙ ΌΜΩΣ ΤΌΣΟ ΈΝΤΟΝΗ Η ΠΑΡΟΥΣΊΑ ΤΟΥ. Τα παραπάνω λόγια του φίλου και συντρόφου μου μοιάζουν να είναι προφητικά. Κάτι γίνεται! Φρέσκος μυρωδιαστός αέρας γυροφέρνει στην ατμόσφαιρα λόγια άλλων ονειροπόλων, άλλων ευαίσθητων στην ομορφιά, στην ζωή την αληθινή, ‘στο νόημα που χει κάτι απ’ τις φωτιές’ .
Κάνω διάλειμμα λοιπόν. Το γιατί αυτονόητο. Από το χθες στο σήμερα, κι από το σήμερα στο χθες. Γιατί η ζωή συνεχίζεται από εκεί που την αφήνουν οι πολεμιστές. ΈΝΑΣ ΠΈΦΤΕΙ, ΔΈΚΑ ΣΗΚΏΝΟΝΤΑΙ :

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΗΔΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΑΣ …

The Wall, Pink Floyd.

http://tvxs.gr/webtv/%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%BA-%CF%86%CE%BB%CF%8C%CE%B9%CE%BD%CF%84-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82

  • Συνεχίζουμε από εκεί που σταματήσαμε :
    ‘πεθαμένες καλησπέρες δεν γουστάρω να μου πει’.
    Όσο η εικόνα είναι καθαρή, φόβος δεν υπάρχει. Ούτε ανησυχία.
    Απλά πίστη, εμπιστοσύνη, σιγουριά.
    Το ένα φέρνει το άλλο.
    Αρχίζει να φρενάρει λίγο το πράγμα, εμφανίζεται και η δυσπιστία, που γίνεται ανησυχία.
    Έτσι είναι η ζωή, όταν είσαι ήσυχος όλα κυλούν ρολόι.

Θυμάμαι τότε που πρωτοξεκίνησε, τότε που τον ένιωσα για πρώτη φορά.
Έχουμε βγει βράδυ να κολλήσουμε αυτοκόλλητα για την Πρίμα Λίνεα. Έχει κίνηση ακόμη αρκετή, κανονικά. Διαλέγουμε και ξεκινούμε από την γειτονιά δεξιά από το τελευταίο γεφύρι, απέναντι από το πάρκο Ντελλε Κασίνε. Εργατική συνοικία, με πολλές ανοιχτωσιές, καινούρια και αραιοκατοικημένη. Τριγυρνάμε κανένα δίωρο εκεί, και περνάμε στην γειτονιά του Αγίου Πνεύματος, Σάντο Σπίριτο. Έχει αραιώσει η κίνηση, έχει περάσει έντεκα η ώρα και …εκεί με πιάνει τρέμουλο και αγωνία. Νιώθω τον φόβο, είναι κάτι αόριστο, φοβάμαι για την τύχη μας, μου.

Παρακαλώ μέσα μου να περάσουμε απαρατήρητοι, να μη μας αντιληφθούν. Παρακαλώ ν’ αντέξω εάν τα πράγματα στραβώσουν. Να κρατήσω. Τρέμω, για πρώτη φορά. Νιώθω στενάχωρα.

DSC02249

πρώτη γραμμή

https://www.facebook.com/media/set/?set=oa.275299249154610&type=1

φωτογραφίες από την κηδεία της Μπάρμπαρα Ατζαρόνι

http://www.lastoriasiamonoi.rai.it/video/charlie-e-carla/1646/default.aspx

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Κ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 9

φωτογραφίες μιας εποχής

 

Εγώ δεν είμαι ποιητής – Νίκος Παπάζογλου  – Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμαι στιχάκι είμαι στιχάκι της στιγμής πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι Με τραγουδάνε οι τρελοί και οι αλήτες καταραμένη είμαι φυλή με μιαν εξόριστη ψυχή σ’ άλλους πλανήτες Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμ’ ο λυγμός του είμαι ένας δείπνος μυστικός δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός κι είμ’ αδερφός του—

Το πρώτο βράδυ της κατάληψης στρώνουμε τους υπνόσακους επάνω στο βάθρο του καθηγητή, στην αίθουσα, μήπως και γλιτώσουμε λίγο από την παγωνιά. Είναι μαλακότερο το ξύλο. Όλη τη νύχτα, δυο κορίτσια κι εγώ αγκαλιασμένοι σφιχτά μπας και ζεσταθούμε. Δεν με διεκδίκησε για την πάρτη της καμία, δεν έκανα κίνηση να χωρίσω τις δυο φιλενάδες. Ούτε δευτερόλεπτο. Φτάνει που είμαστε μαζί.
Το καλοκαίρι, στο Ακρωτήρι, κάνουμε έρωτα το μεσημέρι με τον Άντζελο και την κοπελιά άλλου φίλου που έμεινε πίσω στην πατρίδα. Δεν νιώθουμε ούτε στιγμή πως ‘κλέβουμε’ κάτι από τον δικό μας. Ούτε εκείνη ότι ‘προδίδει’. Ζούμε πλέον τη νέα κατάσταση.
Πειραματιζόμαστε. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Γιατί δεν είναι συνθήκη η ζωή. Είναι ανακάλυψη. Αποκάλυψη.
Γιαυτό και αργότερα, σε άλλη σκηνή και άλλο τόπο, δεν θέλω, δεν μπορώ να χωρίσω τις δυο φιλενάδες από την Γερμανία, στα Σύβοτα.

Είμαι, Είμαστε μαζί. Φυσικός είμαι, έτσι αισθάνομαι. Σίγουρα το ένα κορίτσι είναι ωραιότερο. Αλλά είναι εκεί, τόσες ώρες μαζί και το άλλο. Πως το διώχνεις; Πως το αποκόπτεις έτσι ξαφνικά από την όλη φάση; Να σπρώξουμε δηλαδή την άλλη κοπέλα στο περιθώριο; Το αξίζει ;
Όχι φυσικά!
Επαναλαμβάνω πως ίσως αυτά να μας φαίνονται σήμερα ακαταλαβίστικα. Γυρίσαμε πολλά χρόνια πίσω, φοβόμαστε το ρίσκο και το άγνωστο. Ίσως όλα αυτά να ακούγονται αλαμπουρνέζικα.
Όταν όμως εμείς λέμε πως την ουτοπία την ζήσαμε, την ζούμε καθημερινά μέχρι να μας εξαφανίσουν από προσώπου γης, δεν λέμε τρίχες.

Δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα της αλλαγής [άλλη παρεξηγημένη λέξη], είναι πολιτιστικό και πολιτισμικό. Αγκαλιάζει κάθε πτυχή του είναι, του είμαστε, της καθημερινής ζωής. Το προσωπικό είναι πολιτικό!
Για νέες ταυτότητες μιλάμε.
Εάν δεν αλλάξει και εσωτερικά ο άνθρωπος, επανάσταση δεν νοείταιΗ επανάσταση της καθημερινής ζωής. Το πέταγμα του αετού. Αυτό το φως μέσα μας.
Δεν λέω να γίνουνε αυτό, εκείνο ή το άλλο. Δεν λέω τι πρέπει να κάνουμε. Δεν λέω από μονογαμικοί να γίνουμε πολυγαμικοί ή να παρατήσουμε αυτόν ή την άλλη. Λέω μόνο πως ότι πιστεύουμε, ότι ακολουθούμε, ότι μας προτρέπει ο αρχηγός, ο πολιτικός, ο παπάς ή ο στρατηγός είναι προϊόντα χιλιάδων εκατονταετηρίδων καταπίεσης του ανθρώπινου και ζωικού γένους γενικότερα, του περιβάλλοντος και της φύσης. Πως χρειαζόμαστε απελευθέρωση.
Να ακούσουμε και να πειραματιστούμε.

Ότι κουβαλάμε μέσα μας, αυτό το βαρύ φορτίο από ανησυχίες, πολέμους, μίσος, εκμετάλλευση, άγχη, στεναχώριες, διαχωρισμούς, έχει καθίσει επάνω μας σαν βδέλλα, μας ρουφά το αίμα, μας έχει σκάσει. Πλαντάζουμε. Το θέλουν, μας το επέβαλε ο ‘πολιτισμός’ τους, συναινέσαμε.
Ώρα για ελευθερία, να αποβάλλουμε τον ζυγό. Εσωτερικά και εξωτερικά. Μέσα μας και στην κοινωνία. Να τινάξουμε τον βράχο από πάνω μας.
Τα θέλει ο κώλος μας

San Michele aveva un gallo, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

  • ‘ερώτηση : τι θέλετε να κάνουμε εμείς οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο’ ;
    Κρισναμούρτι : ‘‘δεν θέλω τίποτα. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο : ζήστε, ζήστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος είναι τόσο θαυμάσια ωραίος. Είναι ο κόσμος μας, η γη μας για να ζήσουμε πάνω της, αλλά δεν ζούμε, είμαστε στενόμυαλοι, χωρισμένοι, αγχώδεις, φοβόμαστε τ’ ανθρώπινα όντα, κι επομένως δεν ζούμε, δεν έχουμε σχέσεις, είμαστε απομονωμένοι, απ’ τ’ ανθρώπινα όντα. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει να ζει κανείς μ’ αυτή την εκστατική, αξιοζήλευτη έννοια.
    Λέω πώς μπορεί να ζει κανείς μ’ αυτό τον τρόπο μόνο όταν ξέρει πώς να ελευθερωθεί απ’ όλες τις βλακείες της ζωής του. Το να ελευθερωθεί απ’ αυτές είναι δυνατό μόνο όταν συνειδητοποιήσει τις σχέσεις του, όχι μόνο με τα ανθρώπινα όντα, αλλά με τις ιδέες, με τη φύση, με τα πάντα.’
    ‘φως για σας τους ίδιους. Αυτό το φως δεν μπορεί να δοθεί από κάποιον άλλο, ούτε μπορείτε να το ανάψετε απ’ το κερί ενός άλλου, είναι μόνο ένα κερί και μπορεί να σβήσει.’’

Αυτά. Δεν είναι μόνο η φωτιά, ο δυναμίτης, το Walter P38, για το οποίο τραγουδούμε στις πορείες. Είναι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που μπαίνει σε αμφισβήτηση, σχέσεις καινούριες που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους.

Θυμάσαι, μου λέει, Μιχάλη, εκείνο το απόγευμα, παρακολουθούμε ποδόσφαιρο Μουντιαλικό από την Αργεντινή, στην τηλεόραση. Στο ημίχρονο, στις ειδήσεις ανακοινώνουν πως έγινε σεισμός στην Θεσσαλονίκη και έγινε αισθητός σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα. Ανησύχησες και κάλεσες στο τηλέφωνο τον πατέρα σου για να μάθεις νέα αυτού και της αδελφής σου, που κατοικεί ακριβώς στη Θεσσαλονίκη.
Ησύχασες, όλα καλά. Τέλειωσε ο αγώνας, καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα. Αποφασίζουμε εκδρομή. Πηδάμε στο πεντακοσαράκι οι τέσσερις που βρισκόμασταν εκεί, στριμωχτήκαμε με τα τσιμπράγκαλα μας , ξεκινήσαμε για το γνωστό μας άγνωστο.
Κάνουμε διαδρομή που γνωρίζουμε καλά, προς την θάλασσα, από τον επαρχιακό. Η πορεία θα δείξει που θα καταλήξουμε. Μοιραζόμαστε τα έξοδα όπως πάντα, ανάλογα φυσικά με τις δυνατότητες. Άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερα.

Φύγαμε άρον άρον, ούτε υπνόσακους κουβαλάμε πάνω στην τρέλα της απόδρασης. Όταν φτάνουμε παραλία, τραβάμε αρκετά χιλιόμετρα παράλληλα και ανηφορίζουμε προς το ύψωμα. Βρισκόμαστε σε περιοχή θέρετρο, στη χερσόνησο του Argentario, με όμορφες βίλες περιτριγυρισμένες από φυτά που σκαρφαλώνουν ψηλά δημιουργώντας φυσικούς φράχτες. Κρύβουν την θέα από τα αδιάκριτα βλέμματα. Μέρος καταπράσινο, ψηλός γκρεμός πάνω από τα νερά, σκαλάκια χτισμένα με χάρη οδηγούν προς τα βράχια ανάμεσα στα οποία αναπαύονται μικρές παραλιούλες με ξανθιά αμμουδιά. Οι πλούσιοι ξέρουν να διαλέγουν τα καλύτερα!

Οι λεφτάδες ιδιωτικοποιούνται τη γη, εμείς την ξαναπαίρνουμε πίσω.
Παραβιάζουμε την πόρτα ενός από τα σπίτια που είναι ακατοίκητο, μιας και οι ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούν για τις διακοπές τους, προφανώς κατοικούν μόνιμα κάπου αλλού.
Δεν κάνουμε φασαρία, αν και η απόσταση που χωρίζει τα διάφορα κτίσματα είναι μεγάλη, οι αυλές είναι τεράστιες, με κιόσκια και λοιπά. Ποιος να μας πάρει χαμπάρι;
Κάνει ψύχρα, κρύο θα έλεγα, δεν βρίσκουμε ησυχία εκεί έξω, κάτω από το κτισμένο κιόσκι. Προσπαθούμε να χαλαρώσουμε, κόπος άδικος, δεν τα καταφέρνουμε.
Παραβιάζουμε και του σπιτιού την πόρτα και μοιραζόμαστε τα κρεβάτια που είναι μπόλικα. Ανάβουμε και το τζάκι για να φτιάξουμε ζεστούλα. Τώρα χαλαρώνουμε επιτέλους και πέφτουμε σε βαθύ, ευχάριστο ύπνο, όλοι μαζί, χαρούμενοι, στους καναπέδες όπου στρώσαμε, απέναντι στη φωτιά. Δεν πειράξαμε τίποτα άλλο. Μόνο καφεδάκι φτιάξαμε το επόμενο πρωινό, συγυρίσαμε και φύγαμε ήσυχα όπως ήρθαμε.

Αγόρια και κορίτσια αγκαλιασμένοι.
Δεν μπαίνουν σύνορα στην αγάπη. Ανοίγει τους φράκτες η αγάπη.
Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις.
Το πρωί, στην αμμουδιά, παρατηρούμε τις ακτίνες του ήλιου να κτυπούν το γαλήνιο νερό, εκατομμύρια λιλιπούτειες εκρήξεις στην επιφάνεια πλατσουρίζουν αστράφτοντας.
Πανέμορφα.
Την άλλη φορά, στην Ποπουλόνια, σε πείραξε κάτι στο στομάχι, και βογγάς στα βράχια θέλοντας να χαλαρώσεις. Σε χαϊδεύει με τις ώρες η Τζιοβάνα με τη Ρέα μέχρι να ηρεμήσεις, ωσότου επιστρέψει ξανά το ωραίο σου χαμόγελο. Θυμάσαι;
Φυσικά και θυμάσαι. Τυχερούλη!

Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι
βγάλε από την πόρτα το κλειδί
το παιδί ξανάρχισε να παίζει
το κανάρι πάλι κελαηδεί
βάλε κι άλλη αγάπη στο τραπέζι
Κάποιος πονεμένος θα βρεθεί
το παιδί ξανάρχισε να παίζει
το κανάρι πάλι κελαηδεί
Άνοιξε στο φως το παραθύρι
δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά
βάλε το λουλούδι στο ποτήρι
να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά

Σταύρος Ξαρχάκος

Η Ποπουλόνια είναι ανακάλυψη του Νίνο. Ένα φανταστικό αρχαίο ετρούσκικο χωριό με σαράντα σπίτια, μερικά μισογκρεμισμένα, τα υπόλοιπα αναπαλαιωμένα. Περιτριγυρισμένο από τείχος, κατοικείται μοναχά από τρεις οικογένειες, του παντοπώλη είναι η μια. Στην κορυφή υψηλού βράχου πάνω από τη θάλασσα. Φτάνεις εκεί ακολουθώντας δρόμο γεμάτο στροφές στην ανηφόρα.
Η άλλη πλευρά εξίσου απότομη, κατηφοριά προς τα βράχια, από μονοπάτι που ανοίγει η βροχή, μέσα από φυσική ζούγκλα, τόσο πυκνή είναι η βλάστηση!
Φτάνεις στα βράχια, μαλακά βράχια, άνετα να καθίσεις και να ξαπλώσεις. Μαζεύεται όλος ο αφρός της αμφισβήτησης κι όχι μόνο εδώ πέρα. Είναι βέβαια κομμάτι δύσκολο το κατέβασμα, να μη πούμε για τον γυρισμό, όλη μέρα στον ήλιο και στις τσαλαβούτες άντε να ανηφορίσεις. Όντας ήδη εξουθενωμένος.
Πάνω από ώρα δρόμος. Τόσο τουλάχιστον μας φαίνεται, δεν κουβαλάμε και ρολόγια.

Ψωνίζουμε τις προμήθειες απ’ τον μπακάλη, που κάθε άνοιξη και καλοκαίρι ιδίως κάνει χρυσές δουλειές, και βουρ στη θάλασσα. Επιστρέφουμε με τη δύση του ήλιου, η ανάβαση βλέπεις…….
Πρέπει να βρίσκεται μετά την Τσέτσινα, προς Ρώμη, θα συμβουλευτώ ένα χάρτη, δεν έχουμε τώρα εδώ μαζί μας.                                                                                                           Ίσως στον κόλπο του Πιομπίνο.
Τι σημασία έχει ;
Ευχαριστιόμαστε τρελά τον έρημο επαρχιακό νυχτερινό δρόμο, κάθε φορά που εκδράμουμε. Όταν ταξιδεύουμε νύχτα με φεγγάρι, σβήνουμε τα φώτα του αυτοκινήτου, είναι μαγεία το ταξίδι μες τη λάμψη της σελήνης!

Ανακαλύπτουμε στην ενδοχώρα, ψάχνοντας μια μέρα φαγητό, ρωτώντας για ταβέρνα, στην τύχη, ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, χωριό που στην άκρη του, σε ένα μικρό ύψωμα, υπάρχουν τρεχούμενα γλυκά καυτά ιαματικά νερά. Με λιμνούλες και καταρράκτες!
Στήνουμε τις σκηνές, μας πιάνει και βροχούλα παγωμένη. Ξεβρακωνόμαστε καταχείμωνο και γουστάρουμε του θανάτου ζεστό μπάνιο θεραπευτικό. Είμαστε ολομόναχοι, μες την ερημιά της νύχτας. Τέτοιες τοποθεσίες ο κόσμος τις επισκέπτεται τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες. Και μέρα υποθέτω.
Θα φαντάζεσαι τον ύπνο που ρίξαμε αργότερα μέσα στους σάκους μας. Τους χρησιμοποιούμε ανοιχτούς για να είναι φαρδύτεροι και να ξαπλώνουμε παρέα, αγκαλιά.

Κάτω από τα καταρρακτάκια έγινε ένας χαμός, να πλακωνόμαστε ποιος θα βάλει πλάτη τον άλλο, να μας χτυπά το νερό με γλυκιά μανία, γιατρευτική. Να τινάξει απ το κορμί την ένταση και το σφίξιμο. Και μόλις χαλαρώνουμε για τα καλά, τρεχάτοι στις σκηνές για ξάπλες, δύο σκηνές, επτά άνθρωποι.
Το ύψος του μεγάλου καταρράκτη γύρω στα πέντε μέτρα τουλάχιστον. Είναι βαθιές και οι λιμνούλες, χωράμε ολόκληροι κανονικά μες στο νερό, μπορούμε να κάνουμε και κάποιες απλωτές. Από χαμηλά και βουτιές με το κεφάλι. Από τα πιο αγαπημένα μας μέρη καθιερώθηκε για εξορμήσεις.
‘Σατούρνια’ πρέπει να ονομάζεται η περιοχή, τώρα που θυμάμαι καλύτερα.

Τραβάμε συχνά και βορειότερα, προς τις Cinque Terre, πανέμορφα χωριουδάκια πάνω στην θάλασσα, όχι επίπεδα αλλά πάνω σε ύψωμα, με κατηφοριές και στενά δρομάκια που καταλήγουν στο λιμανάκι, στο δρόμο προς Γένοβα αυτή τη φορά. Λίγο νωρίτερα το πανέμορφο Lerici, που θυμίζει κάτι από Μαριές της Θάσου.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, που προτιμούμε περισσότερο, γι αδιευκρίνιστους λόγους, είναι ο παραλιακός επαρχιακός δρόμος προς Civitavecchia και Ρώμη. Το Porto Santo Stefano είναι προς τα κει.
Και οι δύο διαδρομές γεμάτες πανέμορφες τοποθεσίες. Πίνουμε όλων των ειδών τα καλά και δεν καταλαβαίνουμε πως γίνεται να περνά τόσο γρήγορα η ώρα διασχίζοντας ατέλειωτα χιλιόμετρα!

Θα σου πω τώρα για τα συμβάντα ενός απίθανου τριήμερου.
Έχουν οργανώσει στο Μοντάλτο ντι Κάστρο, μια τοποθεσία αρκετά έξω από την Ρώμη, οι φεμινιστικές ομάδες μια εκδήλωση πάνω σε διάφορα θέματα, δεν θυμάμαι να σου αναφέρω τίποτα περισσότερο. Αργότερα, στο ίδιο αυτό μέρος το κράτος θα προσπαθήσει να στήσει σταθμό παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, προκαλώντας μεγάλες διαμαρτυρίες, φασαρίες, συγκρούσεις, τα γνωστά Ίσως λοιπόν μέσα στα θέματα, αν όχι το σπουδαιότερο, να είναι και η οργάνωση προσπάθειας αποτροπής αυτού του ενδεχόμενου. Το βρίσκω βέβαια όχι και τόσο πιθανό μιας και η περίπτωση αφορά όλους. Μάλλον πάνω σε γυναικείες καθαρά υποθέσεις πρέπει να περιστρέφεται η εκδήλωση.
Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε.

Έχει φύγει λοιπόν η Ρέα με τις φιλενάδες της από Παρασκευή, για την οργάνωση των εκδηλώσεων που ξεκινούν την επομένη το πρωί.
Το απόγευμα λοιπόν του Σαββάτου συναντιέμαι με τον Ανδρέα που έχουμε γίνει κολλητοί. Με κερνάει τριπάκι, είναι η πρώτη από τις λίγες φορές που έχω δοκιμάσει, αξέχαστη εμπειρία, όλο χρώματα και παραισθήσεις, μεγέθυνση, μεγάλη προσοχή και πολύ ενέργεια.
Κάποια στιγμή, στη βραδινή παράσταση, καταλήγουμε στον κινηματογράφο να δούμε ‘Ντερζού Ουτζαλά‘, μια πανέμορφη σοβιετική ταινία. Μιλά για έναν ιθαγενή συμπαθέστατο τυπάκο που προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να συμβιβαστεί στην νέα πραγματικότητα, με την εισβολή του ‘πολιτισμού’ στις συνήθειες και τα έθιμα μιας σχεδόν νομαδικής, και άκρως φυσικής πραγματικότητας που τείνει να εξαφανιστεί.

Παρουσιάζονται αρχέγονες καταστάσεις μέσα στη ρωσική ζούγκλα και στέπα, η αδυναμία του συγκεκριμένου να παρακολουθήσει και να αποδεχθεί την καταστροφική επέμβαση και μανία του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στο φυσικό περιβάλλον.
Έργο βουτηγμένο σε χιλιάδες χρώματα, η ένταση και η αίσθηση πολλαπλασιάζονται στο μάξιμουμ λόγω και της δικής μας κατάστασης, έχουμε απογειωθεί. Με το τέλος τριγυρίζουμε στην πόλη ενθουσιασμένοι και …..αποφασίζουμε να φύγουμε κι εμείς για Μοντάλτο, να συναντήσουμε τα κορίτσια μας.
Γυρίζουμε σπίτι μου, ζω εκείνο το διάστημα στο διαμέρισμα που σου έλεγα νωρίτερα, εκείνο το στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο ορόφους, με την πορτούλα που σκύβεις για να περάσεις.

Ξεκουραζόμαστε λιγάκι, για ύπνο δεν το συζητώ, η υπερένταση είναι μεγάλη μιας και η επίδραση του ‘ταξιδιού’ είναι ακόμη δυνατή.
Κάνουμε ντουζάκι και με το που σκάει μύτη ο πρώτος ήλιος της μέρας καβαλάμε τη βέσπα μου και ξεκινάμε. Και μιας και μιλάμε για ήλιο, να πω πως πραγματικά έχει ανατείλει, αλλά δεν φαίνεται. Φώτισε, μα είναι πνιγμένος στα σύννεφα. Πάει για βροχή, πράγμα που εμάς δεν μας πτοεί. Θα κάνουμε ένα κομμάτι της γνωστής διαδρομής προς την Τοσκάνικη παραλία, σε κάποιο σημείο όμως θα κόψουμε αριστερά προς νότο, μέσα στα υψώματα. Ανηφορίζει και κατηφορίζει ο δρόμος, δεν χορταίνεται.

Όντως, μετά το πρώτο μισάωρο έξω από την πόλη ξεσπά η μπόρα.
Αναγκαστικά μπαίνουμε στο πρώτο χωριό που συναντάμε και αφήνουμε τη βέσπα κάτω από ένα υπόστεγο. Βγαίνουμε στο δρόμο και ξεκινάμε το auto stop. Δεν έχει περάσει τέταρτο και σταματά ένα αυτοκίνητο να μας φορτώσει. Μπαίνουμε μέσα και προς μεγάλη μας έκπληξη βλέπουμε στο τιμόνι το παλικάρι που την προηγούμενη μας πούλησε τα τριπάκια! Και όχι μόνο αυτό, πηγαίνει με τη φιλενάδα του στο ίδιο μέρος με εμάς! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!
Έχουμε προετοιμαστεί για δεν ξέρω κι εγώ πόσες στάσεις, από χωριό σε χωριό διαφορετικό αυτοκίνητο, καταλαβαίνεις, επαρχιακός ο δρόμος, αυτοί που ταξιδεύουν το πολύ να πηγαίνουν στην απέναντι περιοχή, άντε λίγο παραπέρα. Κι εμείς πέφτουμε επάνω σε κάποιον που θα μας πάει εκατό χωριά απόσταση, διακόσια και χιλιόμετρα μακριά με την μία! Η καλύτερη μας!
Και μας κερνάει αβέρτα του κόσμου τα καλά!
Πες μου, ξαναγίνονται τέτοια πράγματα;

Βρέχει, σταματάει. Ξαναρχίζει η βροχή και σε λίγο πάλι σταματά. Όλη μέρα αυτό το πράγμα. Κι εμείς να ταξιδεύουμε γελώντας μες την καλή χαρά.
Γύρω στις δυο ώρες διαρκεί το ταξίδι, δρόμοι όλο στροφές, στενοί. Φτάνουμε επιτέλους. Είναι νωρίς απογευματάκι, όλα μούσκεμα. Πώς θα βρούμε τώρα τα κορίτσια; Ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά χιλιάδες γυναίκες που μαζεύτηκαν εκεί απ’ όλη την χώρα;
Τόσες τις υπολογίζουν χονδρικά οι διοργανωτές. Σε μια σκηνή συζητάνε, σε δυο ακόμη βαράνε τα όργανα, συναυλίες, ξέρεις, μουσικές και χοροί. Πανικός. Μας πιάνει απελπισία.
Χανόμαστε και μεταξύ μας μες τη φασαρία, φωνές, πανζουρλισμός. Κοντοστέκομαι τρομοκρατημένος και με πιάνει δυσφορία συνειδητοποιώντας την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχω περιέλθει, όχι ότι έγινε δηλαδή κάτι, απλά για άλλο λόγο ήρθα και τώρα βρίσκομαι αντιμέτωπος με το αδιέξοδο. Δεν θα πάθω τίποτα, αλλά……

Κι έτσι, στη μέση του τσίρκου, πέφτει επάνω μου η Ρέα. Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά που θα πνιγούμε. Δεν χορταίνω τα φιλιά της. Δεν ξεκολλάμε με τίποτα.
Απομακρυνόμαστε μες τον χαμό, σχεδόν τρέχοντας. Πιάνουμε ένα δωμάτιο στο μοναδικό πανδοχείο του κοντινότερου χωριού που είναι ένα λιμανάκι πάνω στα βράχια, λίγα χιλιόμετρα απόσταση. Με πανοραμική θέα και νόστιμα σπαγγέτι. Πίνουμε μπρούσκο κόκκινο κρασάκι και πέφτουμε ξεραμένοι για ύπνο. Είμαστε πραγματικά διαλυμένοι. Θα τα πούμε αύριο, στο δρόμο της επιστροφής.
Έχει όμορφη μέρα, γυρίζουμε με το τραίνο, δεν αντέχεται ο δρόμος. Αρκετά.
Όταν λοιπόν θυμάμαι όλα αυτά, κάποιες στιγμές είναι τόσο καθαρές λες και συνέβησαν χθες, όταν λοιπόν επιστρέφουν στη θύμηση δεν μπορώ παρά να σιγουρευτώ πως το αστέρι είναι εκεί, και παρακολουθεί και οδηγεί τα βήματα, πραγματικά. Είναι αλήθεια.

Piece of my heart, Janis Joplin.

Κατεβαίνω στην Καλαβρία με τον Ανδρέα και γυρίζουμε, πάντα ωτοστόπ. Με φιλοξενεί σπίτι του σε ένα χαριτωμένο παραλιακό χωριουδάκι για κάποιες μέρες.
Διασχίζω την Ιταλία δύο φορές, την μία από Αδριατική, την άλλη από Τιρένο.
Φλωρεντία Μπολόνια μας φορτώνει ο Τζιόρτζιο Αρμάνι, όχι τόσο γνωστός ακόμη. Ρωτά για το κίνημα, θέλει να μάθει. Όλοι ασχολούνται με τους αυτόνομους, είναι στο στόμα του καθένα. Η παρουσία τους στα πράγματα είναι αισθητή και ελπιδοφόρα. Έρχονται κατευθείαν από το μέλλον.

Σοσιαλιστής βουλευτής κατηφορίζει προς Τάραντο, σταματά με το που αφήνουμε το αυτοκίνητο του μόδιστρου και απλώνουμε το χέρι στο δρόμο. Έχουμε εξασφαλίσει όλο μας το ταξίδι με το παραπάνω, μιας και το Μπρίντιζι, από όπου θα πάρουμε το καράβι για Ελλάδα βρίσκεται στον δρόμο του.
Πρώτη φορά μπαίνω σε αυτοκίνητο με κλιματισμό. Mercedes του κουτιού. Σε όλη τη διαδρομή μας βάζει να του λέμε ιστορίες από τον δρόμο, για το κίνημα, για τις προοπτικές, για τα πάντα.
Μας κάνει το τραπέζι στην πόλη του μιας και δεν βιαζόμαστε, αργά το μεσημέρι της αύριο αναχωρεί το καράβι, είμαστε πλέον πολύ κοντά, κάπου εκατό χιλιόμετρα. Θα τα διασχίσουμε την επομένη το πρωί, μόλις ξυπνήσουμε.

Στο δρόμο προς Μπρίντιζι μας αφήνει έξω από ένα τεράστιο εργοστάσιο, μεγάλο σαν πολιτεία.
Κοιμόμαστε κάτω από μια ελιά, ακούμε όλη νύχτα τις μηχανές να βουίζουν. ‘Η εργατική τάξη πηγαίνει στον Παράδεισο’.
Θέλει να μας φιλοξενήσει σπίτι του αλλά μας έχουνε μπει κάτι ιδέες στο μυαλό από την υπερβολική ευγένεια και προτιμούμε την ανεξαρτησία μας. Πολύ φροντίδα βρε αδελφέ!
Όλη νύχτα μουγκρίζουν οι τεράστιες μηχανές. Σιδηρουργία νομίζω. Ακούγονται σαν νανούρισμα από κάποια στιγμή και μετά. Η κούραση βαραίνει τα βλέφαρα.

Την άλλη φορά, μετά τη Νάπολι, εκεί που ο δρόμος στρίβει προς τα μέσα και πρέπει να διασχίσεις την ενδοχώρα για να φτάσεις προς Τιρένο, στην παραλία απέναντι από τις Γιουγκοσλαβικές ακτές, κοιμηθήκαμε στο γρασίδι, ανάμεσα στις διακλαδώσεις του μεγάλου εθνικού δρόμου που συνδέει τον βορά με τον νότο,κάτω από ένα πευκάκι.    Είναι πολύ αργά, ο τελευταίος οδηγός που μας μεταφέρει έφτασε στον προορισμό του και η κίνηση έχει σχεδόν σταματήσει..
Το πρωί βλέπουμε απέναντί μας μποστάνια με δέντρα και λαχανικά. Πηδάμε μέσα, πλενόμαστε με το ποτιστικό νερό, τρώμε φρούτα που κόβουμε από τα δέντρα, πιπεριές, ντομάτες και τέτοια επίσης, παίρνουμε προμήθειες μαζί μας για το ταξίδι και συνεχίζουμε το δρόμο προς το βαπόρι. Το απόγευμα έχουμε φτάσει στον προορισμό μας, πάντοτε Μπρίντιζι. Το καράβι αναχωρεί με τη δύση του ήλιου.
Τεράστια πλεούμενα. Πάντοτε κατάστρωμα. Νωρίς το πρωί είμαστε Ελλάδα. Γνωρίζεις κόσμο εκεί πάνω, αναπτύσσεται αλληλεγγύη, ανταλλάσσουμε εφόδια. Προσφέρεις και παίρνεις. Πάνω απ’ όλα φροντίδα, παρέα, ένα τσιγάρο, μια γουλιά μπύρα, ένα καφεδάκι, ένα φιλί.

Η καλύτερή μας το ταξίδι στη γέφυρα. Να βρεις το κατάλληλο μέρος για να στήσεις το σάκο τη νύχτα, απάνεμα. Να βρεθείς κοντά σε καλή παρέα είναι τύχη. Πίτα στον κόσμο.
Λιάζεσαι τη μέρα, κολυμπάς στην πισίνα εάν πηγαίνεις πέρα από Ηγουμενίτσα. Το μπάνιο είναι δροσερό και ανακούφιση. Αξέχαστα μου έχουν μείνει εκείνα τα ταξίδια.
Και ο γυρισμός το ίδιο. Το μεγάλο ταξίδι κρατάει μέρα, και παραπάνω εάν κάνεις Πάτρα Ανκόνα. Εάν κατέβεις εκεί είσαι πολύ κοντά στην Φλωρεντία, συγκριτικά πάντα με τον νότο.
Το Ηγουμενίτσα Μπρίντιζι είναι το συντομότερο, λιγότερο από μισή μέρα.

Θυμάμαι μια φορά, χαλά η μια μηχανή του σκάφους αργούμε δώδεκα ώρες να φτάσουμε Ανκόνα. Δεν μας νοιάζει καθόλου, δεν μας κυνηγά κανείς. Δεν έχουμε ραντεβού.
Είναι η χρονιά της μεγάλης μάζωξης στην Μπολόνια. Η αυτονομία στα δυνατά της. Οι διάφορες οργανωμένες της μορφές ψάχνουν τη σύγκλιση που δεν έρχεται ποτέ! Στο κλειστό γήπεδο γίνονται οι συζητήσεις. Στις πλατείες και τους δρόμους οι διάφορες εκδηλώσεις. Μουσικές, θεατρικές, εικαστικές. Μέρα νύχτα διάφορα δρώμενα. Εκατό χιλιάδες νέοι από την Ιταλία έχουν κατακλύσει την πόλη.
Βλέπω ζωντανά, αυτό το θυμάμαι, ένα απόγευμα σε μια τεράστια πλατεία την Φράνκα Ράμε και τον Ντάριο Φο με τον θίασό τους στην παράσταση ‘ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού’. Ίσως σε παγκόσμια πρώτη. Μπροστά σε τόσο τεράστιο κοινό σίγουρα.

Είναι εκεί Ιταλοί και Γάλλοι διανοούμενοι. Ο Negri, ο Piperno, ο Bifo, o Scalzone, o Guattari Felix, o Deleuze Gilleς, o Michel Foucault και άλλοι.

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

– Στην διαδρομή προς Φλωρεντία, με την επιστροφή μας, σταματάμε για λίγες μέρες στην Ραβένα, μας φιλοξενούν φίλοι. Πανέμορφη πόλη. Όλη μας η χώρα είναι υπέροχη.
Πλημμυρίζουμε λοιπόν την Μπολόνια για τρεις μέρες, στο τέλος του Σεπτέμβρη του ’77, συζητάμε για την καταστολή που υφίσταται το κίνημα, παρακολουθούμε τα δρώμενα, αναστατώνουμε τους κατοίκους, τους εμπλέκουμε στη κουβέντα, αφορά τους πάντες, αναμιγνύεται κοινωνία και τα προωθημένα της κομμάτια.

Έχει προηγηθεί ένας πολεμικός χειμώνας. Τριήμερες μάχες κατά τη διάρκεια του Μαρτίου ανάμεσα στο ανατρεπτικό υποκείμενο και τις δυνάμεις καταστολής στην περιοχή του Πανεπιστημίου. Τόσες χρειάζεται η αστυνομία για να ανακαταλάβει την περιοχή γύρω από τις σχολές από τους εξεγερμένους νεολαίους που καθοδηγούνται από τον ερασιτεχνικό αυτοδιαχειριζόμενο ραδιοφωνικό σταθμό ‘ράδιο Αλίκη’, και αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις επιθέσεις των αστυνομικών που καταλήγουν στη δολοφονία του φοιτητή. Έχουν γραφεί τραγούδια για τα γεγονότα που πυροδοτούν την ατμόσφαιρα, οι κοινότητεςσε αναβρασμό και ο νεκρός φοιτητής

ένα αγόρι του ’77

Ο Ζαν Πωλ Σάρτρ εκδίδει μανιφέστο, προχωρά σε καταγγελία της αριστερής κυβέρνησης της πόλης που όμως δεν αποτρέπει την αγριότητα της αστυνομίας σε μια περιοχή που κυβερνά από ανέκαθεν το ΚΚ. Την υπογράφουν και οι προαναφερθέντες φιλόσοφοι.

Radio Ga Ga, The Queen.

Είναι τότε που πολλοί νιώθουν πως το κίνημα έχει φτάσει στα όριά του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ένας μεγάλος αριθμός συντρόφων αισθάνεται πως ο αγώνας πρέπει να αναβαθμιστεί. Πως χρειάζεται μια άλλη πρακτική, ουσιαστικότερη. Να πονέσει περισσότερο. Ας μη κρυβόμαστε. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Είναι ακριβώς τότε που ένα μεγάλο κομμάτι του κινήματος κάνει το άλμα προς τα μπρος. Νιώθοντας πως η πίεση σε επίπεδο μαζικών αγώνων δεν αποδίδει. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν όρια. Ναι. Έτσι ακριβώς όπως σου τα λέω Μιχάλη.
Τότε είναι που νιώθουμε έντονα την ανάγκη να δώσουμε πειστικότερες απαντήσεις. Θα πάρουμε την πρωτοβουλία εμείς, στα χέρια μας. Μέχρι εκείνες τις μέρες μάλλον ακολουθούσαμε, τώρα θα ξεφύγουμε μπροστά!

Illegal, Mano Negra.

  • Ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα. Θα σας μεταφέρω κάτι πολύ ενδιαφέρον. Άμεσα, έχει απόλυτη σχέση με ότι συζητάμε.
    Πληκτρολογώ τα απομαγνητοφωνημένα αυτά κείμενα αρχές Φλεβάρη του ‘13. Πριν λίγες μέρες συνέβησαν τα γεγονότα του Βελβεντού Κοζάνης και Βέροιας. Το πρώτο σχόλιο που μου δόθηκε αυθόρμητα στην πόλη, δίχως να το ζητήσω, σας μεταφέρω, και είναι επί λέξη : ‘να που έχουμε και κάτι να αισθανόμαστε περήφανοι! Μπράβο στα παιδιά!’

Δείτε και αυτό :
‘για να ερευνήσει κανείς βαθιά μέσα στην αλήθεια, θα πρέπει να επιστρατεύσει όλη του την ενέργεια. Θα πρέπει να έχει την ικανότητα να είναι εργατικός έτσι ώστε να μη δρα σύμφωνα με ένα έτοιμο μοντέλο, αλλά να παρατηρεί τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, τους ανταγωνισμούς του, τους φόβους του και να πηγαίνει πέρα απ’ όλα αυτά, έτσι ώστε ο νους του να είναι εντελώς ελεύθερος. Για να ερευνήσει κανείς σε βάθος εκείνο που είναι ύψιστα άγιο, ανείπωτο, άχρονο, δεν πρέπει προφανώς ν’ ανήκει σε καμία ομάδα, σε καμία θρησκεία, σε καμία πίστη, δεν πρέπει να έχει κάποιο πιστεύω, γιατί οι πίστεις και τα πιστεύω δέχονται για αληθινό κάτι που μπορεί και να μην υπάρχει. Είναι μέσα στη φύση της πίστης να αποδέχεται κανείς κάτι σαν αληθινό χωρίς να το ανακαλύπτει ύστερα από δική του έρευνα, με τη δική του ζωντάνια, με τη δική του ενέργεια. Πιστεύεις επειδή στην πίστη υπάρχει μια μορφή ασφάλειας, παρηγοριάς, αλλά ένα πρόσωπο που αναζητά μια απλή ψυχολογική παρηγοριά, δεν θα φτάσει ποτέ σ’ αυτό που είναι πέρα από τον χρόνο. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει ολοκληρωτική ελευθερία. Είναι δυνατό να είμαστε ελεύθεροι απ’ όλη την ψυχολογική μας διαμόρφωση; Η βιολογική διαμόρφωση είναι φυσική, ενώ η ψυχολογική διαμόρφωση- τα μίση, οι ανταγωνισμοί, η έπαρση, όλα όσα προκαλούν σύγχυση- είναι η φύση ακριβώς του εγώ, που είναι σκέψη.

Για να ανακαλύψουμε πρέπει να υπάρχει προσοχή- όχι συγκέντρωση. Είναι πραγματικά σημαντικό να διαλογίζεται κανείς, γιατί ένας νους που δουλεύει μόνο μηχανικά, όπως η σκέψη, δεν μπορεί ποτέ να πλησιάσει εκείνο που είναι ολοκληρωτική, υπέρτατη τάξη κι επομένως ολοκληρωτική ελευθερία. Το σύμπαν βρίσκεται σε ολοκληρωτική τάξη.

Ο ανθρώπινος νους βρίσκεται σε αταξία και πρέπει κανείς να έχει έναν εξαιρετικό νου, ένα νου που να έχει κατανοήσει την αταξία και να είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις, μιμήσεις, και υποταγές. Ένας τέτοιος νους είναι ένας προσεκτικός νους. Είναι ολοκληρωτικά προσεκτικός σε ότι κάνει, σε όλες του τις πράξεις μέσα στις σχέσεις. Η προσοχή δεν είναι συγκέντρωση. Η συγκέντρωση έχει όρια, είναι μειωμένης δυνατότητας, περιορισμένη, ενώ η προσοχή είναι απεριόριστη. Στην προσοχή υπάρχει η ποιότητα της σιωπής- όχι της σιωπής που έχει επινοήσει η σκέψη, όχι η σιωπή που εμφανίζεται μετά από φασαρία, όχι η σιωπή της αναμονής μιας σκέψης από μια άλλη σκέψη. Θα πρέπει να υπάρχει εκείνη η σιωπή που δεν έχει κατασκευαστεί από επιθυμία, από θέληση, από σκέψη. Και σε έναν τέτοιο διαλογισμό δεν υπάρχει κέντρο που ελέγχει. Σε όλα τα συστήματα που έχουν επινοηθεί κατά καιρούς, υπάρχει πάντα προσπάθεια, έλεγχος, πειθαρχία. Αλλά πειθαρχία σημαίνει να μαθαίνεις- όχι να υποτάσσεσαι, αλλά να μαθαίνεις- έτσι ώστε ο νους σου να γίνεται όλο και πιο οξυδερκής. Η μάθηση είναι μια διαρκής κίνηση, δεν βασίζεται στην γνώση ο διαλογισμός είναι η απελευθέρωση από το γνωστό, που σημαίνει μέτρηση. Και σε αυτόν τον διαλογισμό υπάρχει απόλυτη σιωπή.
Τότε, μονάχα μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, υπάρχει εκείνο που δεν έχει όνομα.’

‘υπάρχει τίποτα ιερό στην ζωή που να μην είναι επινοημένο από την σκέψη ; Υπάρχει κάτι πέρα απ’ όλη τη σύγχυση, την αθλιότητα, το σκοτάδι, τις ψευδαισθήσεις, κάτι πέρα από τα κατεστημένα και τις μεταρρυθμίσεις ; Από την αρχαιότητα, ανάμεσα σε αυτόν που αναζητά και σ’ εκείνο που ελπίζει ο αναζητητής να βρει, έχει παρεμβληθεί ο ιερέας. Ο ιερέας ερμηνεύει, γίνεται αυτός που ξέρει- ή νομίζει ότι ξέρει- κι έτσι ο αναζητητής βγαίνει από τον δρόμο του, αλλάζει πορεία, χάνεται. Ότι και να κάνει η σκέψη δεν είναι ιερή. Η σκέψη είναι που έχει χωρίσει τους ανθρώπους σε θρησκείες και εθνικότητες. Τη σκέψη την γεννάει η γνώση και η γνώση δεν είναι ποτέ πλήρης για οτιδήποτε, οπότε η σκέψη είναι πάντα περιορισμένη και διαιρετική. Όπου υπάρχει διαιρετική δράση, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.

Τίποτα απ’ όσα έχει συναρμολογήσει η σκέψη, είτε είναι μέσα σε βιβλία ή σε εκκλησίες ή σε ναούς ή σε τζαμιά, δεν είναι ιερό. Κανένα σύμβολο δεν είναι ιερό, δεν είναι θρησκεία. Είναι απλώς ένα σχήμα της σκέψης, μια επιφανειακή αντίδραση σ’ αυτό που ονομάζεται ιερό’
Τζίντου Κρισναμούρτι.

DSC02235

Paolo και Daddo, η αρχή της μεγάλης εξέγερσης

 

Η ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ( ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 3 / ΣΕΙΡΑ )
Περιγράφοντας τις περιστάσεις που τον οδήγησαν να συμμετάσχει στη συμμορία που πιάστηκε το 1967, μετά από μια αιματηρή ανταλλαγή πυροβολισμών, και που στη συνέχεια, μετά την ισόβια καταδίκη του, τον έσπρωξαν να δουλέψει για την δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος στις φυλακές, ο Νοταρνικόλα μας προσφέρει ένα πολύτιμο κλειδί ανάγνωσης για πολλά άλλα γεγονότα: την κρίση της «γκεριγιερίστηκης» ιδεολογίας, τη μετανάστευση από το Νότο, το ρόλο των κρατικών θεσμών στην πολιτική ένταξη. Όπως εξηγεί ο Πίο Μπαλυτέλλι στον πρόλογο, «οι ατομικές περιπέτειες του πρωταγωνιστή αυτής της ιδιαίτερης, ιταλικής ιστορίας, ντοκουμεντάρουν μια σειρά από περιστάσεις της σύγχρονης ταξικής σύγκρουσης, μέσα στην οποία η τύχη του επιμέρους ταυτίζεται με την τύχη των εκατομμυρίων άλλων ατόμων». Ο Νοταρνικόλα από τη μια πλευρά ωριμάζει την πολιτική επανεξέταση μιας εξέγερσης δίχως διέξοδο, ενώ από την άλλη δίνει μια συγκεκριμένη περιγραφή του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και θα γεννιέται η εξέγερση: «Το Τορίνο είναι μια προλεταριακή πόλη αλλά αυτό συνεπάγεται και κάτι άλλο: είναι η πόλη των αφεντικών, η πόλη της ΦΙΑΤ και των εκατοντάδων και εκατοντάδων εργοστασίων και βιοτεχνιών όπου όλοι δουλεύουν, δουλεύουν ασταμάτητα και το αφεντικό κάνει κομπόδεμα, ταξιδεύει πρώτη θέση, έχει βίλλα, στέλνει το γιο του στο πανεπιστήμιο και στον εργάτη που ‘ρχεται απ’ το χωριό, απ’ τον Νότο, δίνει τα λεφτά λίγα λίγα, ίσα για να ζει, να δουλεύει, να κάνει παιδιά, και να την βγάζει όπως-όπως, στις τρώγλες της παλιάς πόλης των περιφερειακών συνοικιών». (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

 

 

Το 1979 ανοίγει με δύο ένοπλες ενέργειες που έχουν ισχυρό αντίκτυπο μέσα στο επαναστατικό Κίνημα. Στη Γένοβα στις 24 ιανουαρίου, σκοτώνεται από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες ο Guido Rossa, εκπρόσωπος της Cgil, μέλος της ομάδας περιφρούρησης του PCI-ΚΚΙ, ο οποίος επιτελούσε μια συγκεκριμένη δουλειά διείσδυσης και κατασκοπίας στο εργοστάσιο, που τον οδήγησε να είναι «μοναδικός μάρτυρας» στη δίκη ενάντια στον εργάτη της italsider Francesco Berardi, ο οποίος μοίραζε φυλλάδια προπαγάνδας για τις Βr. Στο Μιλάνο, στις 29 η Prima Linea σκοτώνει τον δικαστή Emilio Alessandrini ο οποίος την διερευνά.

29 febbraio 1979 : Sulla linea di combattimento

Οι Collettivi Politici Veneti παίρνουν το λόγο μιλώντας στο τεύχος 7 της «Αυτονομίας-Autonomia» με το editorial «Σχετικά με τη γραμμή μάχης». Στο έγγραφο επισημαίνεται το πως οι Cpv εννοούν τη σχέση μεταξύ της ένοπλης υποκειμενικής πρωτοβουλίας και της αντιεξουσίας. Υπάρχει μια ακριβής κριτική στην παρανομία και τον υποκειμενισμό των μαχητών. Ας ακούσουμε:

»Λέμε πως το να παίρνουμε θέση και να την αποσαφηνίζουμε σε ορισμένες χρονικές στιγμές είναι κατάλληλο και χρήσιμο.

Λοιπόν, αυτή είναι μια από τις συγκεκριμένες στιγμές. Το ζήτημα που μας απασχολεί, περιορίζεται στους χώρους και τα όρια μιας εφημερίδας, είναι η εξέλιξη και οι αντιφάσεις του κομμουνιστικού ένοπλου αγώνα στη χώρα μας. Η ευκαιρία μας δίνεται από τα γεγονότα της Γένοβα και του Μιλάνο, ή μάλλον από τoν θάνατο ενός «ειδικευμένου» εργαζόμενου του PCI και ενός «δίκαιου» διαχειριστή της καπιταλιστικής δικαιοσύνης, δηλαδή εξ αιτίας δύο επιχειρήσεων μάχης ενάντια σε εκφραστές του εργατικού ρεβιζιονισμού των ημερών μας.
Σε εμάς αυτές οι δύο ενέργειες δεν αρέσουν. Όχι τόσο για το τέλος των δύο εργαζομένων της κοινωνικής μηχανής αντιπρολεταριακού ελέγχου, όσο, ακριβώς, για το μέγεθος, την κατάσταση της υγείας αυτής της μηχανής και τις διαρθρώσεις της μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Επομένως, μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις πολιτικές θέσεις των συντρόφων του «μαχόμενου κόμματος».

ΠΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Αν για εμάς, όπως και για αυτούς τους συντρόφους, το βασικό στοιχείο για την κατάρρευση του οπορτουνισμού και για την έξοδο από τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές γραμμές, οι οποίες εδώ και δεκαετίες, για την ακρίβεια από πάντα, είναι παρούσες και κυρίαρχες μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως και για μια πιθανή υπόθεση επαναστατικής εργατικής εξουσίας, αυτό το στοιχείο έγκειται στην επιλογή του πεδίου του ένοπλου αγώνα. άλλο τόσο, έπεται λόγω αυτής της θεωρητικής και πρακτικής μη αναστρέψιμης για εμάς γνώσης το πρόβλημα του πώς θα καταφέρουμε να οργανώσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα σε μια ιστορική προοπτική απελευθέρωσης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Πράγματι, αν ο ταξικός εχθρός αποκομίζει την εξουσία του, την κοινωνική δικτατορία του ασκώντας την διοίκηση- την εξουσία επί της εργασίας, αυτή η εντολή, αυτή η διοίκηση-εξουσία δεν τροφοδοτείται μόνο από στρατιωτική δύναμη, αλλά και από μια κοινωνική και μαζική ποιότητα αυτής της δύναμης.
Η τεράστια τερατουργικότητα του γραφειοκρατικού-στρατιωτικού μηχανισμού του Πολυεθνικού Καπιταλιστικού Κράτους συνοδεύεται από την πολυπλοκότητα των ταξικών σχέσεων, μεταξύ των τάξεων, σε μια χώρα με καθυστερημένο καπιταλισμό, με την επέκταση, διαρθρωμένη και ριζωμένη ανάμεσα στα προλεταριακά στρώματα, της παρουσίας του ρεβιζιονισμού με λειτουργίες ελέγχου της προλεταριακής συναίνεσης στην κυριαρχία της αστικής νομιμότητας.
Ο αναθεωρητισμός-ρεβιζιονισμός ο οποίος, αν και αρνητικό προϊόν των ταξικών αγώνων, είναι ακόμα εσωτερικός στην τάξη.
Ο ένοπλος αγώνας, λοιπόν, αποκτά χαρακτηριστικά καθολικότητας μόνο εάν εισάγεται μέσα σε ένα πολιτικό και οργανωτικό μονοπάτι που συνδέεται με μια στρατηγική και μια τακτική φάσης εμφυτευμένες στην επίλυση όλων των πτυχών που εκφράστηκαν παραπάνω.
Πιστεύουμε, όντως, μαζί με τον Λένιν, ότι «το κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να θεωρήσει τον παρτιζάνικο πόλεμο ως το μοναδικό και ούτε ακόμη το κύριο μέσο αγώνα» και «ότι αυτό το μέσο πρέπει να υπαχθεί σε άλλα» και ότι «χωρίς αυτή την τελευταία προϋπόθεση, όλα, απολύτως όλα τα μέσα αγώνα στην αστική κοινωνία … παραμορφώνονται, εκπορνεύονται“.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ – Η ήττα της «μπερλινγκουερικής κλίκας» δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει, κατά την άποψή μας, για να είναι μια προλεταριακή νίκη, την ιδεολογικο-πολιτικο-ανθρώπινη και οργανωτική κρίση του ιστορικού εργατικού κινήματος, δηλαδή, μιας επιθυμητής διάρρηξης του.
Ο αναθεωρητισμός στη δομή του, στο στήσιμο του, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε θέση υποταγμένη στον «καπιταλιστικό κόσμο». Επομένως, να τον αλλάξουμε σημαίνει να τον διαρρήξουμε.
Να τον σπάσουμε σίγουρα όχι πηδώντας, άνευ διαμεσολαβήσεων στην πολεμική γραμμή, από ένα επίπεδο ιδεολογικής κριτικής σε ένα επίπεδο συνοπτικής δικαιοσύνης.
Αν και γουρούνια, πληροφοριοδότες, ρουφιάνοι του αφεντικού και κουράδες συμβιβασμένοι με το καπιταλιστικό καθεστώς, οι ρεβιζιονιστές εξακολουθούν να παρουσιάζουν κοινωνικά, μαζικά χαρακτηριστικά, να διαχειρίζονται πλειοψηφικά στρώματα του προλεταριάτου και επομένως, αμέσως και σε αυτό το στάδιο, να προκαλούν σύγχυση, αμηχανία, παραμόρφωση, αντι-κομμουνιστική υστερία και πάνω απ’όλα μια επικίνδυνη αντιστροφή μέσα στην τάξη της δίκαιης αντιπαράθεσης των εργατών και των προλετάριων με τις προτάσεις και τις υποθέσεις του κομμουνιστικού σχεδίου μάχης και απελευθέρωσης κατά και από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Σε ένα πρόγραμμα οργάνωσης, ταυτοποίησης, αποκάλυψης-ξεμασκαρέματος και κατάλληλης αγωνιστικής απάντησης των συμβιβασμένων ρεβιζιονιστών, είναι απαραίτητο παράλληλα να ασκείται με προτεραιότητα η πολιτική, πρακτική και δημόσια κριτική της πολιτικής τους στο επίπεδο των πραγματικών ταξικών αντιφάσεων, επάνω στην πραγματική ισορροπία δυνάμεων σε αυτή τη φάση μεταξύ του προλεταριάτου και του καπιταλισμού, στα εργοστάσια, όπως στους τομείς της κοινωνικής παραγωγής όπως και στην επικράτεια, στις γειτονιές, στην κοινωνία.
Αναγκάζοντας τον ρεβιζιονισμό να αντιπαρατεθεί στο επίπεδο που η μάχη, ο αγώνας σου θέλει να ασκήσει:

ΤΡΙΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Για να μπορέσουμε να κάνουμε όλα αυτά, υπάρχει ανάγκη για μια γενιά επαναστατών των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να εντοπιστούν απλά στην «παράνομη διάσταση».
Δηλαδή, σε μια προσέγγιση στράτευσης που να είναι χρήσιμη για την ανάπτυξη καλά καθορισμένων καθηκόντων μιας ώριμης κομμουνιστικής οργάνωσης, η οποία όμως ακόμη πρέπει να κατακτηθεί, αλλά ανεπαρκής και αποκλίνουσα αν δεν βυθιστεί σε μια πολύ ευρύτερη οργανωτική διάρθρωση. Δεν συμφωνούμε πλέον όταν μια πιθανή ποιότητα της οργάνωσης έρχεται να αναλάβει, όπως υπενθύμισε ο Λένιν νωρίτερα, έναν χαρακτήρα καθολικότητας σε λύσεις στα ερωτήματα και τις οργανωτικές ανάγκες.
Να διαλεχτούμε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα τις αντιφάσεις μεταξύ παράνομης και μη παράνομης στράτευσης υπήρξε χρήσιμο τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε ένα εξαιρετικό εργαστήριο που είναι η αληθινή πραγματικότητα και η συνεχής κίνηση των πραγμάτων, όλες οι ενέργειες, οι υποθέσεις, οι εμπειρίες των κομμουνιστών έχουν αναπτυχθεί μαζί με τα όριά τους κατά τη διάρκεια μιας μακράς φάσης μέσα στην οποία δεν ήταν δεδομένες οι συνθήκες για να επιστρέψουν όλοι σε μια πειθαρχία και ομοιογένεια ενιαίας πορείας οργάνωσης και προγράμματος. Όλοι εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ένοπλος αγώνας στη χώρα μας, με τις διάφορες μορφές που έχουν αναληφθεί και με τους διαφορετικούς τρόπους μάχης που υιοθετήθηκαν, είναι ένα αντικειμενικό και υποκειμενικό αποτέλεσμα ετών και χρόνων αγώνων των εργατών και εξαιρετικής αντίστασης στο καπιταλιστικό σχέδιο αναδιάρθρωσης των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής μεταξύ των τάξεων.
Καλώς, σήμερα, το να αναγνωρίζουμε όλα αυτά δεν είναι πλέον αρκετό.
Το κομμουνιστικό υποκείμενο πρέπει να είναι πειθαρχημένο μέσα σε ένα κεντρικό σχέδιο οργάνωσης ικανό να «το οπλίζει» για να αποδιοργανώσει ολόκληρο το οπλοστάσιο ελέγχου διοίκησης εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους. Το κίνημα πρέπει να εμπλουτιστεί με την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, είναι απαραίτητο να εργαστούμε έτσι ώστε να μπορέσει να ενισχυθεί και να μπορέσει να υποστηρίξει και να δεχθεί την καπιταλιστική πρόκληση σε όλα τα εδάφη όπου συσχετίζονται οι ταξικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια δεν ενδιαφερόμαστε να οικοδομήσουμε ένα πλαίσιο μάχης μόνο στη συνεχή επαλήθευση των δυνατοτήτων να σακατέψουμε και να εκτελέσουμε έναν ταξικό εχθρό, αν δεν δουλέψουμε ή αν εργαστούμε ενάντια σε μια διαφορετική συνολική ποιότητα του συλλογικού κομμουνιστικού υποκειμένου, της διαφορετικότητας, εάν επιτρέπετε, από την συνολική ποιότητα του μεταρρυθμιστικού-ρεφορμιστικού υποκειμένου.
Ως εκ τούτου, μια γραμμή μάχης στο πλαίσιο της πρακτικής του προλεταριακού προγράμματος σε εδαφικό επίπεδο, μέσα στην εμπειρία μαζικής παρανομίας και ανάπτυξης του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Κινήματος ως υποκειμενικό δίκτυο μιας προλεταριακής εξουσίας που αναπτύσσεται επάνω στη χρήση της δύναμης, σταδιακά ανάλογης με τα πιθανά άλματα και τον εξαναγκασμό της και μέσα σε ολόκληρη την προλεταριακή υποκειμενικότητα. Συνεπώς μια διαρθρωμένη και σύνθετη πρακτική του ένοπλου αγώνα. Δεν μπορούμε, σύντροφοι, δεν μπορούμε να γκετοποιήσουμε, πάνω απ’όλα, τις μελλοντικές προλεταριακές δυνατότητες μόνο σε έναν από τους τρόπους διεξαγωγής του αγώνα, της μάχης.
Το στυλ εργασίας των κομμουνιστών πρέπει να είναι από εδώ και στο εξής, όσον αφορά τα θεμελιώδη κριτήρια και τους θεμελιώδεις νόμους του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος, ένα εσωτερικό ερώτημα-ζήτημα για τους κομμουνιστές και το έργο τους. Επιβάλλεται-απαιτείται η εγκατάλειψη, σε σύντομο χρονικό διάστημα, όλων εκείνων των θέσεων που μπλοκάρουν και / ή εμποδίζουν μια διαδικασία ενοποίησης όλων των προλεταριακών πρωτοποριών στην χώρα μας.
Αν ορισμένοι σύντροφοι συνεχίσουν, δυστυχώς, να σπρώχνουν τον επιταχυντή για μια δραστική ευθυγράμμιση θέσεων, μεταξύ των συνιστωσών του κομμουνιστικού κινήματος, επάνω στους διαφορετικούς τρόπους μάχης, σε μια παραπλανητική και όλο και πιο πλαστή και τεχνητή αντίθεση-αντιπαράθεση, τότε από την πλευρά μας θα αποστασιοποιηθούμε όλο και περισσότερο με μια σκληρή πολιτική μάχη κατά των θέσεων αυτών. Πράγματι, η περαιτέρω πρόοδος του έργου των κομμουνιστών των διαφόρων επαναστατικών οργανώσεων θα είναι θετική αν αναλάβει τα καθήκοντα και τις ευθύνες που τους αναλογούν μιας νέας φάσης, αυτή τη φορά πιο πολύπλοκης και ώριμης.
Δεν μας αρέσει εάν διασπαστεί μια σωστή ισορροπία των αναλογιών μεταξύ των δύο κύριων συνιστωσών, γραμμών του επαναστατικού κινήματος, δηλαδή μεταξύ των κομμουνιστών στην παρανομία και των κομμουνιστών της εργατικής αυτονομίας. Πρόκειται για κάτι πολύ άσχημο με πολύ κακές προοπτικές, αν η μια μεταβλητή, η παράνομη, σταματήσει να σχετίζεται με κάποιον τρόπο με τη γενική δυναμική του κομμουνιστικού κινήματος. Η οργανωμένη εργατική αυτονομία δεν λογαριάζεται μόνο με την επιτάχυνση της στρατιωτικής πίεσης του κράτους επάνω στην οργάνωση, αλλά και με τα προβλήματα και τις δυσκολίες που συνδέονται με την επανέναρξη-επανάληψη της προλεταριακής πρωτοποριακής και μαζικής πρωτοβουλίας. Ενδιαφερόμαστε για ένα συλλογικό κομμουνιστικό υποκείμενο «πολιτικά αναγνωρίσιμο» από τους προλετάριους, και όχι μόνο μέσα από τα χρονικά των εφημερίδων, χωρίς άμφια και μεταμφιέσεις που συγχέουν την ουσία αυτού που έχεις να πεις (στην προκειμένη περίπτωση με μεταμφίεση δεν εννοούμε όλους τους κανόνες ασφαλείας και άλλα παρόμοια θέματα).
Είναι απαραίτητο να πειθαρχήσουμε μέσα σε μια ενιαία, δύσκολη και πολύπλοκη προσπάθεια για την οικοδόμηση της οργάνωσης και του προγράμματος.
Η ομοιογένεια, σύντροφοι, πρέπει να αναζητηθεί και να επιδιώκεται πεισματικά. Αλλά με σαφήνεια. Το να χτυπήσουμε κάποιον στα πόδια πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του αποκλεισμού του εργοστασιακού τμήματος, της ικανότητας του κομμουνιστικού κινήματος να αποδιαρθρώσει την επικράτεια, περιοχή ανά περιοχή, με την άσκηση της επαναστατικής αντιεξουσίας. Και αντίστροφα».

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΒΒ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 4

Πόσες φορές θα επαναλάβουμε πως ο πλούτος που υπάρχει επαρκεί και περισσεύει για πολλές γενιές μετά από μας. ‘Φτάνει λοιπόν,’ φωνάζει ,‘σας τον χαρίζω τον πολιτισμό σας, δεν θα πάρω. Να τον χαίρεστε.’
Ο άνθρωπος ήρθε σε αυτόν εδώ τον θαυμαστό κόσμο για να ζήσει με άλλους, να κάνει παρέες, αρμονικά.
Βιάσαμε τη φύση, βιάζουμε τα παιδιά μας οι αχαίρευτοι, καταδικάζοντας τα σε ένα αβέβαιο αύριο. Παλεύουμε να αναρριχηθούμε σε μια μοναχική σκάλα αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Πανηγύριζαν πριν λίγες μέρες στη Καβάλα γιατί λέει παρέλυσε η πόλη τη μέρα της διαμαρτυρίας ενάντια στον λιθάνθρακα, επειδή κατέβηκαν στο δρόμο δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Μα περισσότεροι από τους μισούς και βάλε ήταν οι μαθητές και οι φοιτητές. Που ήταν ο λαός; Αν αδιαφορεί ο λαός για τη ζωή του την ίδια χέσε μέσα.
Και μας υποχρεώνουν μετά να υποστούμε τις αποφάσεις και τις επιλογές τους. Από εδώ βγαίνουν οι ‘κοινοβουλευτικές’ πλειοψηφίες. Σας τις επιστρέφουμε.

Κάνει ένα διάλειμμα, πίνουμε λίγο νεράκι και συνεχίζει.

  • Προσπάθησαν τότε στην Ιταλία να με απελάσουν γιατί ανακατευόμουν ‘εκεί που δεν με έσπερναν’, λες και το να ασχολείσαι με τα κοινά είναι έγκλημα, οι κινητοποιήσεις το απέτρεψαν.

Με συνέλαβε η αστυνομία στο σπίτι της κοπέλας μου ένα πρωινό για φθορές στη σχολή στο τέλος διαμαρτυρίας που είχε προηγηθεί και εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία των μαθημάτων και των εξετάσεων. Βέβαια δεν υπολόγισαν πως την ώρα των επεισοδίων μαζί με άλλους φοιτητές έχοντας την συγκατάθεση καθηγητών και του κοσμήτορα της σχολής καλούμε τους φοιτητές να αποχωρήσουν από την σχολή και να παραβρεθούν στα δικαστήρια της πόλης συμπαραστεκόμενοι σε συντρόφους μας που δικάζονται για επεισόδια που έχουν δημιουργηθεί στο φοιτητικό εστιατόριο την προηγούμενη χρονιά. Δεν διακόψαμε τίποτα, απλά ενημερώσαμε, μοιράσαμε φυλλάδια και ζητήσαμε συμπαράσταση σε άλλο όροφο από αυτόν στον οποίο γίνονται τα επεισόδια. Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι σύσσωμοι κατέθεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Γίνεται αντιληπτό πως η σύλληψη έγινε αυτεπάγγελτα, δίχως μαρτυρικές καταθέσεις, αναπάντεχα.

Έμεινα στις Murate δέκα μέρες, η δίκη έγινε πολύ γρήγορα, με απάλλαξαν. Ήρθαν να τσιμπήσουν εμένα διότι σε περίπτωση καταδίκης θα ήταν πολύ εύκολο να με εκδώσουν αμέσως, ατύχησαν. Χίλιοι σύντροφοι κοντά με σήκωσαν στην αγκαλιά τους και τραγούδησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου ενθουσιασμένοι.
Μuro στα Ιταλικά σημαίνει τοίχος. Άγρια φυλακή, κτίσμα μεσαιωνικό, στην καρδιά της ιστορικής, λαϊκής και αριστερής συνοικίας του Άγιου Σταυρού, Santa croce. Ήταν φοβερά εκεί μέσα, πρώτη φορά εγκλεισμός. Μου συμπαραστάθηκαν αφάνταστα. Είχε ήδη κάποιους πολιτικούς κρατούμενους, αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν σύντροφοι των Οπλισμένων Προλεταριακών Κυττάρων, NAP, που είχαν συλληφθεί καιρό πριν κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας στην οποία έχασαν και ένα compagno όταν ανταλλάχτηκαν πυρά με την αστυνομία.

  • Μου λέει πως τον είχαν όλη μέρα υπό την προστασία τους.

Στο κελί βρίσκονταν με ποινικούς. Υπήρχε γενικά ταξική αλληλεγγύη και οι άγραφοι κανόνες εναντίον βιαστών και ρουφιάνων. Μάλιστα την πρώτη μέρα κιόλας έπεσε πάνω στην τιμωρία ενός από αυτούς, αμέσως με την άφιξή του, πριν ακόμη προλάβει να εγκλιματιστεί. Τα νέα βλέπετε ταξιδεύουν γρηγορότερα. Τον στρίμωξαν σε μια από τις γέφυρες που ένωναν τον δεύτερο όροφο και τον έκαναν τόπι στο ξύλο καμιά εικοσαριά πριν καταφέρεις να πεις κύμινο. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα που καλά-καλά ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε τι έγινε. Σωριάστηκε λιπόθυμος για να τον περιμαζέψουν οι δεσμοφύλακες.

Στην τεράστια πλατεία με το όνομα της πανέμορφης αχανούς εκκλησίας του Αγίου Σταυρού, που για πολλά χρόνια απετέλεσε το στέκι μας, περάσαμε ατέλειωτα απογευματόβραδα παρέα με κρασάκι και κουβέντα, στα σκαλιά καθισμένοι της εκκλησίας. Συχνά καταφεύγαμε στη ζεστούλα της pizzeria, στην αριστερή πλευρά της πλατείας, το χειμώνα κυρίως όταν το κρύο γίνονταν τσουχτερό. Στην ανοιχτωσιά της δώσαμε πολλά ποδοσφαιρικά ντέρμπι τα καλοκαιρινά βράδια. Και μια μεγάλη κατάληψη για να κοιμίζουμε συντρόφους και να βρισκόμαστε γενικότερα, να στεγάζουμε τις εκδηλώσεις μας, και διάφορες ομάδες, πολιτιστικές και άλλες έλαβε χώρα σε έναν τεράστιο χώρο από χρόνια παρατημένο αλλά σε καλή κατάσταση στην πίσω πλευρά του κτιρίου στο ισόγειο του οποίου στεγάζονταν η πιτσερία. Borgo la Croce.Ένα δρομάκι πιο πίσω ο Άρνο, το όμορφο ποτάμι της πόλης με τις πανέμορφες γέφυρες. Πολύ κοντά η σπουδαιότερη και ωραιότερη, η Γριά Γέφυρα, Ponte Vecchio, που ένωνε το παλάτι των Μεδίκων με τα Κάστρα ψηλά στους λόφους, την Fortezza. Η οροφή και όλη η γέφυρα γενικά ήταν κτισμένη για να κρύβει από τα μάτια του λαού το πήγαινε έλα των ευγενών που στα δύσκολα έβρισκαν καταφύγιο από τα παλάτια στα οχυρωμένα υψώματα χωρίς να χρειάζεται να διασχίσουν τους δρόμους και ανοχύρωτα περάσματα. Η κτισμένη λοιπόν γέφυρα είναι πλέον γεμάτη μαγαζιά λαϊκής τέχνης αλλά κυρίως χρυσοχοεία, γεμάτα τουρίστες όλες τις εποχές του χρόνου, όπως και όλη η πόλη γενικότερα.

Εξασφαλίζονταν λοιπόν τα περασμένα χρόνια από αυτήν ακριβώς την πανέμορφη γέφυρα η διαφυγή των αρχόντων σε περίπτωση κινδύνου, μακριά από τα ξίφη ή τα πυροβόλα των ανεπιθύμητων και των εχθρών τους.
Το σπίτι που έζησα μου λέει τις τελευταίες περίοδες της Φλωρεντινής μου ζωής ήταν εκεί κοντά, πίσω ακριβώς από το κυβερνείο της πόλης, τα πάλαι ποτέ ανάκτορα των Μεδίκων, και την Βιβλιοθήκη Πινακοθήκη, Μουσείο της πόλης. Στην Οδό λοιπόν της ‘Ταβέρνας του Γαντιού’ όπως ονομάζεται ο δρόμος ‘Via Osteria del Guanto.’ Γάντι εννοούν το προφυλακτικό. Ήταν λοιπόν ο δρόμος με τα μπουρδέλα παλαιότερα, στα παλιά χρόνια.
Το μοιράστηκα με εξαιρετικούς συντρόφους, όλοι φυλακίστηκαν την περίοδο των διωγμών για πολλά χρόνια. Υπήρξε μια εξαιρετική σχέση ανάμεσά μας, αλληλοεκτίμησης, αφοσίωσης και αγάπης. Χαθήκαμε τελείως πλέον, και αυτό σίγουρα με θλίβει. Αναντικατάστατοι. Τους σκέφτομαι συχνά και πάντα με τον καλύτερο τρόπο.
Κάτι γίνεται πλέον με το facebook, να δείτε που θα ξαναβρεθούν τα ίχνη μας.

Σχετική εικόνα

Το κίνημα ζούσε την καθημερινότητά του, αποφάσιζε συλλογικά διαδρομές και στόχους, σύμφωνα με τις ανάγκες, αυτόνομα. Δρούσε κοινωνικά. Οι οργανώσεις έπραξαν πιο πολιτικά θα λέγαμε, υπήρχε ιεραρχία και διαχωρισμός δραστηριοτήτων, και για λόγους ασφαλείας στεγανοποίηση, όχι όμως διαχωρισμός του πολιτικού από το στρατιωτικό. Οι οργανώσεις με λίγα λόγια ήταν κλειστές ομάδες, ο καταμερισμός ευθυνών και υποχρεώσεων ήταν συγκεκριμένος. Στις ομαδοποιήσεις του κινήματος τα πράγματα ήταν πιο ελεύθερα αν και εκεί υπήρχε μεγάλη προφύλαξη, πάντως πιο ευχάριστα. Αυτή η μεγαλύτερη ανεκτικότητα όμως ήταν και το ευάλωτο σημείο στη διάρκεια των χρόνων που χρειάστηκε η σκληρή και απόλυτη αμυντική στάση. Στα πέτρινα χρόνια της καταστολήςδεν άντεξαν όλοι. Δεν υπήρξε ποτέ η ανάλογη ψυχολογική προετοιμασία και υποδομή των συντρόφων, των συνελεύσεων, των ομάδων και των περιπόλων, σχετικά με τις συνθήκες που διαμορφώνονταν, συνθήκες παρανομίας για πολλούς και ημιπαρανομίας για τους περισσότερους από εμάς. Και αυτό, για να υποστηριχτούν ενέργειες και πράξεις που μόλις λίγο καιρό νωρίτερα θεωρούντο κοινά αποδεκτές από μεγάλα κομμάτια λαού, φαινόμενο κοινό, καθημερινότητα θα λέγαμε, μαζικά διαδεδομένες και λαϊκές.

Ονομάστηκε εκείνη η περίοδος ‘τα χρόνια του μολυβιού’, ‘gli anni del piombo’. Εγώ, μου λέει, θα τα ονόμαζα ‘τα χρόνια της αμφισβήτησης στην πράξη’, η ουτοπία έγινε πράξη για κάποιο διάστημα, και πιστεύω ακράδαντα, επιμένει, πως μια μέρα θα γίνει μόνιμη. Αν μη τι άλλο, είμαι ευτυχής που το προσπάθησα. Γι αυτούς που επηρέασαν ριζικά και αμετάκλητα την πραγματικότητα ήταν σίγουρα χρόνια μολυβιού. Ανέβασαν το επίπεδο μάχης τόσο όσο δεν αντέχονταν.
Φτάνει πια με την μίρλα, ξεσπά. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, τα έχει όλα εξηγήσει με σαφήνεια. Οι σύντροφοι, η κοινωνία θα λέγαμε μάλλον, δεν άντεχε τόσο πολύ πόλεμο, έτσι απλά.
Η κοινωνία δεν το άντεξε, κατ’ επέκταση και οι σύντροφοι, που ήταν κομμάτι αυτής της κοινωνίας.
‘Υπήρξαν ‘κομμάτια’ ελευθερίας που προφανώς αρκούσαν για το παρόν. Σίγουρα ήταν ‘νησίδες ελευθερίας’, και προφανώς ήταν αρκετές. Οι συνθήκες επέτρεπαν αυτές τις νησίδες. Είναι βέβαια πολύ εύκολο να το λες τόσα χρόνια μετά, όμως πολλοί το υποστηρίζαμε ήδη από τότε. Δεν εισακουστήκαμε, μάταιο να το συζητάμε τώρα. Δεν χρειάζεται να κουβεντιάζουμε περισσότερο πάνω στο θέμα’, γρυλίζει. Κάνει μπαμ πως τον πονά πολύ η όλη κατάσταση.

Έπρεπε να χαμηλώσουν οι τόνοι ξαναλέει, υποχώρηση για όσο χρειαστεί, ανασύνταξη. Στην αναμέτρηση με ένα αντίπαλο άριστα εξοπλισμένο, και το κυριότερο, που είχε τον τρόπο και τα μέσα να δημιουργεί συναίνεση, έπρεπε να αναθεωρήσουμε τακτικές και στρατηγική, να αντιτάξουμε την εξυπνάδα και την πονηριά μας, τονίζει. Τελεία και παύλα.
Ηττήθηκαν στη μάχη, έχασαν τον αγώνα.
Εγκατάλειψη!
‘Δεν έχω ακούσει τίποτα για τότε, από τότε και από κανένα, και για κανένα μου λέει’.
Νιώθει δύσκολα, φαίνεται.

‘Πιστέψαμε’, παίρνει ξανά τ’ απάνω του, ‘πιστέψαμε πως θα καταφέρναμε ν’ αλλάξουμε τα πράγματα, τη ζωή στην Ιταλία. Ο εαυτός μας ήταν αρκετά αμόλυντος ακόμη, δεν ίσχυε σε κανένα μας αυτό που βλέπουμε σήμερα σε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας και του λαού, η σχεδόν ολοκληρωτική αλλοτρίωση‘.

Billy Joel – We Didn’t Start the Fire

Ρενάτο Κούρτσιο!

Τώρα που καθαρογράφουμε αυτά τα γραπτά, και έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από όταν ξεκινήσαμε, είναι πια 2012, συμπληρώνει : Διάβασα κάπου ένα σύνθημα που έλεγε ‘η ευτυχία θα σας συντρίψει’. Ε λοιπόν, ακριβώς, έτσι αποτυπώνεται αυτό που εννοήσαμε’,
Σήμερα η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη παντού, και το άγχος και η αγωνία , γιατί η ζωή είναι άδεια και κανείς δεν την ευχαριστιέται πραγματικά. Φυτοζωούμε, ας μη κρυβόμαστε. Τρέχουμε πίσω από την κατανάλωση, καταναλώνουμε, αυτό είναι όλο.
Τότε τρέχαμε πίσω από τα όνειρά μας. Και τα κάναμε πραγματικότητα.
Στα οδοφράγματα είσαι ελεύθερος, όχι στα καφέ !
Εκεί καταναλώνεις. Κι άμα έχεις 2 ευρώ !
Ο αρπαγμένος από την υπεραγορά καφές είναι λεύτερος. Όποια δικαιολογία και να βρείτε για να αντικρούσετε, λέει, δεν θα πείσετε κανέναν, ούτε το νήπιο που σας κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα.
Δεν είναι κακό να δειλιάζεις καμιά φορά, αυτό δεν κάνω κι εγώ τόσα χρόνια πια; με κοιτάζει βαθιά στην ψυχή και με κάνει να ανατριχιάζω. Έκανα παιδιά, άραξα. Αρρώστησα, καταπονήθηκα, ταλαιπωρήθηκα. Δικαιολογίες μπορώ να σου απαριθμήσω και άλλες. Κατά βάθος όμως ξέρω πως δεν έχω πια τα κότσια, δεν βαστάω, το παραδέχομαι και ΤΟ ΒΟΥΛΩΝΩ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΈΧΟΥΝ .

Ξέρω πως πηγαίνοντας κόντρα στις συμβάσεις ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου, μου επαναλαμβάνει, θα γυρίσει να με χαστουκίσει. Όσο και πικρή να είναι η αλήθεια, αυτή είναι.
Η απληστία σκοτώνει, φωνάζει, όχι τα όνειρα των εραστών, όχι η απαλλοτρίωση αυτών που μας κλέβουν από τη μέρα που γεννιόμαστε, όχι η επίθεση στα καταφύγια τους, ούτε το να εμποδίσεις την πορεία της ερπύστριας που είναι έτοιμη να σε πλακώσει.
ΝΑ ΖΕΙΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ
Κοίταξε μου λέει, και η κακή διάθεση εξαφανίζεται δια μαγείας, την ώρα που κάποιος τρέχει στο κλαμπάκι, κάποιος άλλος τρέχει ν’ αδειάσει το ρεζερβουάρ απ’ τη βενζίνη για να μαζέψει τη φωτιά, αν μ’ εννοείς. Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων, και θα γίνεται πάντα, μην αμφιβάλεις. Αυτή την ώρα που εμείς οι δυο τα λέμε φιλικά κάπου εκεί έξω κάποιοι ετοιμάζουν τα ρολόγια!

Στη ριζοσπαστικοποίηση εκείνων των χρόνων έπαιξαν πολλοί παράγοντες ρόλο. Ερχόμασταν τρέχοντας από τον Μάη, πολεμάμε στην Κούβα νικηφόρα, Αλγερία και στο Βιετνάμ επίσης. ΑΝΤΆΡΤΙΚΑ ΠΑΝΤΟΎ, σε Νότια και Κεντρική Αμερική και Αφρική. Αντάρτικα επίσης σε Γερμανία, Ισπανία, Ιρλανδία, επανάσταση των λουλουδιασμένων τουφεκιών στην Πορτογαλία, Λίβανος, Παλαιστίνη, χαμός παντού. Κόκκινος άνεμος σαρώνει τα πάντα.
Δίπλα στο ‘όχι στη μισθωτή σκλαβιά’ αντηχεί το ‘δέκα, εκατό , χίλια Βιετνάμ’Η φαντασία στην εξουσία γίνεται πράξη λοιπόν. Άμα φωνάζεις βγαίνεις και το πράττεις. Τα θα, και θα, είναι για τον Παπανδρέου, λίγα χρόνια αργότερα όπως πολύ ωραία το απέδωσε ο Χάρρυ Κλυνν

Αγαπημένα κείμενα οι ανταποκρίσεις από το εκτεταμένο αντάρτικο που κατέληξε σε ανοιχτή αντιπαράθεση των Βιετναμέζων μαχητών με τον θρυλικό στρατηγό Γκιαπ και τους Αμερικάνους, Κείμενα του Χο Τσι Μινχ, οι ανταποκρίσεις του Ρεζί Ντεμπρέ από τα αντάρτικα στη Λατινική Αμερική και οι αναμνήσεις του από την Κούβα και τον Γκεβάρα, του οποίου οι λόγοι στα Ηνωμένα Έθνη και τα ημερολόγια των συγκρούσεων των πολεμιστών του εξιτάρουν την φαντασία .
Κείμενα των Ουρουγουανών Τουπαμάρος, του βραζιλιάνου Κάρλος Μαριγκέλα, που έγραψε το πιο γνωστό εγχειρίδιο για το αντάρτικο πόλης, όπως και κείμενα των Χιλιανών συντρόφων του MIR, των Ισπανών της ΕΤΑ και των GRAPO, και των ιρλανδών του IRA.
‘Άλλο Τουπαμάρος και άλλο το μουνί της Μάρως΄, όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ο αγαπημένος φίλος, ο Παύλος ο Φιλίδης πολλά χρόνια αργότερα λοιδορώντας ‘επαναστατικές’ κορώνες διάφορων τηλεοπτικών μαϊντανών.

Επιστρέφοντας λοιπόν στα αντάρτικα μου μιλάει για το πώς ο αγώνας μεταφέρονταν σιγά σιγά από τις ζούγκλες του άλλου κόσμου στις καρδιές των σύγχρονων μητροπόλεων που αποτελούσαν πλέον απελευθερωμένς ζώνες, τις ζούγκλες των ανταρτών της πόλης. Για τις θεωρίες που γράφτηκαν στο θέμα και πώς η μητρόπολη μεταβάλλεται σε απελευθερωμένη ζώνη για τους μαχητές, απάτητη.
Θα θυμάστε όλοι τον Διονύση να τραγουδά ‘Φο Μι Τσίν γιε γιε, αναπνέεις με καλάμι’, από το ‘φορτηγό’ του, ’ήλιος κόκκινος ζεστός’, και λίγο πιο κάτω την ωδή στον σύγχρονο Καραϊσκάκη, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Κοσμούσαν αυτές οι μουσικές τις δισκοθήκες των νέων της εποχής, που αποθέωναν τον Σαββόπουλο στις παραστάσεις του εκείνα τα χρόνια.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/#/page/1

 

  • Πετάγεται πάνω, και αλλάζει για λίγο θέμα. Αναφέρει τώρα κάτι άλλο που τον είχε εντυπωσιάσει ευθύς μόλις πάτησε το πόδι του σε εκείνη την πανέμορφη πόλη. Την τεράστια διαφορά με την οποία αντιμετώπισαν οι κάτοικοί της την πολιτιστική τους κληρονομιά και ιστορία. Όποιος έχει περπατήσει μια Ιταλική πόλη έστω και για λίγο θα καταλάβει αμέσως τι εννοώ. Θα βρει το ιστορικό κέντρο της καθεμιάς από αυτές, και όλες τις τοποθεσίες, μέχρι και το μικρότερο χωριουδάκι, κυριολεκτικά άθικτα, δίχως να έχουν πειραχτεί. Δίχως παρεμβάσεις. Ότι νεότερο κτίστηκε έγινε με σεβασμό στον περιβάλλοντα χώρο, και πάντα γύρω από το κέντρο. Βλέπεις όλα όπως ήταν, αναπαλαιωμένα. Μέσα, φυσικά, τα κτίρια ξανακτισμένα εκεί που χρειάζεται, μοντέρνα. Φυσιολογικά. Παρουσιάζεται η εξέλιξη της ιστορίας, αντιλαμβάνεσαι τα χρόνια που περνούν, ότι μεσολάβησε. Όλη η ιστορία του τόπου αναπαραγμένη.
    Εδώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, καταστράφηκε η φυσική ροή, οι περίοδες. Με τον νόμο για την αντιπαροχή του ‘60 τέλειωσαν όλα, ισοπεδώθηκε η χώρα Έτσι που δεν είχε κάνει ο μεγάλος πόλεμος. Στο βωμό του εύκολου, πρόσκαιρου κέρδους που άφησε πίσω του ασχήμια. Η σύγχρονη ελληνική γύμνια από το παρελθόν της.

Έχουμε ονομάσει ‘εθνάρχη’ τον άνθρωπο που θα έπρεπε να καταδικάσουμε για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Να είναι φυσικά ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Το σωστό όμως να λέγεται. Για να μη μιλήσουμε φυσικά για τις εκλογές ‘βίας και νοθείας’.
Εδώ κάποιοι άλλοι, και γελάμε όλοι μαζί, έδωσαν το Νόμπελ ειρήνης στον θεωρητικό των άμεσων επεμβάσεων από τους αμερικάνους εκεί που απειλούνται τα συμφέροντά τους, Χένρυ Κίσινγκερ, τον εγκληματία των ‘απείθαρχων’ λαών !
Δεν θα κουραστεί να φωνάζει πως κάθε λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, και πως οι λαοί γράφουν την ιστορία που τους αρμόζει.
Τα παπαγαλάκια κατηγόρησαν το κόσμο για τα συνθήματα του στην πρώτη μεγαλειώδη μεταπολιτευτική πορεία για το Πολυτεχνείο. Τότε μεγάλα κομμάτια από το πλήθος φώναζαν πως ο λαός θα έπρεπε να ντρέπεται για την επιλογή του να ψηφίσει ξανά για πρωθυπουργό της χώρας τον Κ. Καραμανλή τον πρεσβύτερο.

Πόσα συγχωροχάρτια έχουν χαρίσει στον ‘αρχιερέα της διαπλοκής’ Κ. Μητσοτάκη, τον μεγαλύτερο κωλοτούμπα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, πολιτικό ντριμπλέρ εφάμιλλο του Δεληκάρη. Αυτός ήταν, προσθέτει, ο υπεύθυνος για την ‘αποστασία’ τα χρόνια που προετοιμάζονταν η έλευση της στρατιωτικής χούντας, ‘64 με ‘65, αν φυσικά θυμάται καλά, τότε μετά τα Ιουλιανά. Κλπ. Αυτοαναγορεύτηκε αθώος τώρα που οι αντίπαλοί του έφυγαν στον άλλο κόσμο και δεν μπορούν να τον αντικρούσουν. Μαθαίνω πάντως λέει πως τον αθωώνει πλήρως άλλο μεγάλο νούμερο, άλλος κασκαντέρ, ο Λεωνίδας Κύρκος.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

φυλακισμένος κόσμος

  • Λίγες μέρες αργότερα που ξανασυναντιόμαστε περιγράφει την καθημερινότητά τους.
    Πολύ γεμάτη η μέρα, στο χώρο του ο καθένας τα πρωινά, ο φίλος μας στη σχολή, μαθήματα, σεμινάρια, συζητήσεις με τους συντρόφους, τις ομάδες, συντονισμός δράσεων, κουβέντες με τους συμφοιτητές και άλλα τέτοια.

Τα βράδια στα σπίτια ή στην πλατεία, πολύ μουσική, ροκ κυρίως αλλά και ιταλική λαϊκή μουσική, ξέρετε, ταραντέλες ας πούμε. Ξαφνικά έγινε η εισβολή της ρέγγε με τον ήρωα και άγιο των Τζαμαϊκανών τον Μπόμπ Μάρλεϊ. Και μιας και υπήρχαν πάντα πολλοί ξένοι φοιτητές από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη ακούγονταν και έθνικ μουσικές, προερχόμενες από τις πατρίδες των γνωστών τους. Μπαράκια και τέτοια δεν συνηθίζονταν, άσε που δεν υπήρχαν με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Δύο ντίσκο όλες κι όλες είχε η πόλη, ζήτημα να πάτησε δύο φορές το πόδι του εκεί μέσα. Στα σπίτια λοιπόν και τις πλατείες, κυρίως Santa Croce και San Marco με τη σχολή Καλών Τεχνών, μπόλικο πράσινο και άλλες σχολές εκεί τριγύρω. Piazza Reppublica και Piazza Signoria με το Δημαρχείο ήταν πιο τουριστικές όπως και η Duomo με τον φανταστικό Καθεδρικό Ναό και το πανύψηλο καμπαναριό από την κορυφή του οποίου η θέα από εκεί πάνω στην πόλη είναι μαγευτική. Στα καφέ, όπου είναι ζήτημα να υπάρχει ένα τραπεζάκι, έτσι για μόστρα, μιας κι ο Ιταλός πίνει μονορούφι τον καφέ του, στα όρθια, για να ξαναγυρίσει αμέσως στις ασχολίες του, αφού έχει ανταλλάξει δυο κουβέντες. Τα ζαχαροπλαστεία βγάζουν τραπεζάκια έξω, γεμίζουν τουρίστες, εκεί βλέπεις καθισμένους ανθρώπους. Συνήθως είναι ακριβούτσικα, όπου βλέπεις τουρίστες είναι ακριβά, ο καφές όμως πολύ φθηνός. Είναι κούκλα η πόλη περιτριγυρισμένη από λόφους με υπέροχα κτίσματα, άφθονο πράσινο και το ποτάμι να την διασχίζει.

Και να μη ξεχάσω να σας πω για το Vivoli, πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο με το ξακουστό παγωτό του, που ήταν και τόπος συνεύρεσης σε κάθε εποχή. Από το απόγευμα κυρίως και μετά ως αργά το βράδυ που έκλεινε, ήταν ασφυκτικά γεμάτο, από νέους κυρίως κάθε φυλής στους οποίους άρεσε, όταν επέστρεφαν στις πατρίδες τους να δημοσιεύουν άρθρα και φωτογραφίες στο Τύπο και μετά να τα στέλνουν στη διεύθυνση. Έτσι έβλεπες αποκόμματα εφημερίδων σε όλες τις γλώσσες που εγκωμίαζαν το μαγαζί, το παγωτό και την πόλη !

vivoli_gelato_florence1

Βλέπαμε συνεχίζει πολύ κινηματογράφο, κυρίως τις ανεξάρτητες παραγωγές και πάντα δεύτερη ή τρίτη προβολή για φθηνότερα. Άσε που καμιά φορά νόμιζες πως είχαμε σύναξη, εάν η ταινία ήταν ιδιαίτερη, μέχρι και συνθήματα δονούσαν αυθόρμητα την αίθουσα στις κρίσιμες στιγμές.
Αγαπημένο στέκι ο κινηματογράφος ‘Ουνιβερσάλε’.
Δεν χρειάζονταν ραντεβού για να συναντήσεις τον φίλο και τον σύντροφο, οι διαδρομές ήταν συγκεκριμένες, δεν χρειάζονταν κινητά.

Σχετική εικόνα

Μας άρεσαν τα υπέροχα σπαγγέτι γουέστερν με τις πολλές κοινωνικές και πολιτικές αναφορές, την απίθανη μουσική και την εξαιρετική σκηνοθεσίαΣέρτζιο Λεόνε, Ένιο Μορικόνε και ξερό ψωμί!

Να σας πω για τρεις ταινίες που χάραξαν βαθιά την ψυχή μας, αποδομώντας όλο το στήσιμο της αμερικανικής πολιτιστικής και ιστορικής βορειοαμερικανικής προπαγάνδας των Ηνωμένων Πολιτειών και το »Αμερικανικό όνειρο» :

‘το μικρό μεγάλο ανθρωπάκι’, εδώ αποδομείται ο πολιτισμός των λευκών, το σκοτάδι στο οποίο έχει περιπέσει, σε αντίθεση με τη φωτεινότητα της φιλοσοφίας ζωής των Ανθρώπων, των ινδιάνων της κουλτούρας που τόσο πολύ αγαπήσαμε!

»ο καουμπόι του μεσονυκτίου» και ‘ο πρωτάρης’,

και στις τρεις ο φανταστικός Ντάστιν Χόφμαν, νεαρότατος και γλυκύτατος.

»Ο άνθρωπος που τον έλεγαν άλογο», φοβερό φιλμ, η ινδιάνικη κουλτούρα ενάντια στην αποικιοκρατική και πολιτιστική επιβολή των λευκών κατακτητών!

Και κάτι που συνηθίζαμε πολύ, ειδικά τότε που η παρέα συνεχίζονταν μέχρι αργά τη νύχτα, να βγαίνουμε στην αναζήτηση του κοντινότερου στο σπίτι εργαστηρίου για ολόφρεσκα κρουασάν που μόλις έβγαιναν από τους φούρνους για να εφοδιαστεί νωρίς το πρωί η αγορά, μια και η παραγωγή ξεκινούσε με το καληνύχτα και έβρισκες τα πρώτα αχνιστά βουτήγματα γύρω στις τρεις το πρωί. Ήταν και αυτό ένα άτυπο ραντεβού για τη νεολαία.

Παίζανε και ναρκωτικά, ελαφριά και με μέτρο. Ο αγώνας σε χρειάζονταν γερό και νηφάλιο. Κυνηγήσαμε τα σκληρά που έπεσαν μαζεμένα ξαφνικά και κόντεψαν να διαλύσουν τα πάντα, όταν εκατοντάδες νεαροί σε κάθε πόλη έπεσαν με τα μούτρα, χιλιάδες. Είχε βλέπετε τρομάξει το κατεστημένο με τη δυναμική της επίθεσης που δέχονταν, έριξε στη πιάτσα ότι όπλο βρήκε στη φαρέτρα του. Στις πλατείες και στους χώρους μας η παρουσία εμπόρων και χρηστών κυνηγήθηκε.

Μου διέφυγε να σου πω πως για πολλά χρόνια κέντρο στις κινητοποιήσεις και τον αγώνα ήταν η Αρχιτεκτονική σχολή, με την μεγάλη πράσινη αυλή της όπου οι φοιτητές, και όχι μόνο, μιας και οι σχολές ήταν ανοιχτές σε όλους και κέντρα αγώνα, μάζευαν τον ήλιο καθισμένοι στο χορτάρι και σχεδίαζαν τις κινήσεις τους. Εκεί στο γρασίδι λιάζονταν,διάβαζαν και συζητούσαν με τις ώρες οι νεολαίοι σχεδιάζοντας το μέλλον, δημιουργώντας το παρόν. Και μόνο τις πολύ κρύες μέρες έβρισκαν καταφύγιο στις αίθουσες,  μιας και το κρύο ήταν τσουχτερό.

Τα μεσημέρια φαγητό στο φοιτητικό εστιατόριο, εστία αγώνα και αυτό, που βρίσκονταν λίγο πιο πέρα, επειδή όμως οι ουρές ήταν τεράστιες πολλές φορές προτιμούσαμε τα κρασάδικα, μικροί χώροι όπου έβρισκες ποικιλίες τυριών και αλλαντικών εξαιρετικά, με Τοσκάνικο κρασί και ψωμί, άντε και καμιά σαλάτα. Απλά, φτηνά και πολύ χορταστικά. Δίπλα στις σχολές και κοντά στα σπίτια μας. Γιατί πρέπει να σας πω πως όλη η καθημερινότητα βιώνονταν στο κέντρο της πόλης, όλα κινούνταν εκεί, όλα συμβαίνουν στο κέντρο.
Το ΚΚ έκανε και κάτι καλό, ήξερε και μπορούσε και οργάνωνε εξαιρετικές συναυλίες, κυρίως το καλοκαίρι, και σχεδόν πάντα την περίοδο του φεστιβάλ του, αρχές φθινοπώρου στο τεράστιο πάρκο delle Cascine, δίπλα στο ποτάμι, στην αριστερή πλευρά της πόλης όταν κοιτάζεις από την Φορτέτσα, Fortezza. Συναυλίες επίσης οργανώνονταν και στην πισίνα της πόλης, στην άλλη της πλευρά, στη συνοικία της οποίας το όνομα αυτή την στιγμή μου διαφεύγει, [campo di Marte λέγεται, θυμήθηκα]  και βρίσκονταν κοντά στο Coverciano, εκεί όπου είναι το γνωστό αθλητικό κέντρο της χώρας στο οποίο γυμνάζονται οι εθνικές της ομάδες. Φυσικά εξαιρετικά κοντσέρτα έγιναν και στις υπέροχες πλατείες του ιστορικού κέντρου. Στην περιοχή για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα βρίσκονταν και το Communale, το Δημοτικό γήπεδο, έδρα της Φιορεντίνα, κτισμένο στους πρόποδες της συνοικίας Fiesole, με τα όμορφα κτίσματα στους λόφους.
Όλα τα ονόματα της διεθνούς τζαζ σκηνής όπως φυσικά και της Ιταλικής,  αντιστασιακά γκρουπ, κυρίως Λατινοαμερικάνικα πέρασαν εκείνα τα χρόνια από το Πάρκο.
Στο γήπεδο δεν πηγαίναμε συχνά, υπήρχε όμως ο αυτόνομος σύνδεσμος viola, βιολετί τα χρώματα της ομάδας, η θέση τους στο πέταλο ακριβώς κάτω από τους λόφους, curva Fiesole. Απαρτίζονταν κυρίως από μαθητές και φοιτητές, η ομάδα έπαιζε εκείνο το διάστημα θαυμάσιο ποδόσφαιρο. Με φυσικό της ηγέτη τον περίφημο Giancarlo Antonioni στις γραμμές της.

Το μυαλό μας ήταν αλλού. Τα χρήματά μας προτιμούσαμε να τα κάνουμε εκδρομές, ρεφενέ τα έξοδα αυτοκίνητο τραίνο ή auto stop. Sleeping bags, κανένα σκοινάκι και δρόμο. Είναι πανέμορφη χώρα, δεν ξέρεις που να πρωτοπάς. Αμολιόμασταν στην ύπαιθρο και στα υπέροχα μεσαιωνικά χωριά της. Παραλιακά τα καλοκαίρια, στα εσώτερα τον χειμώνα. Δυσκολεύεσαι να διαλέξεις αυτό που θα επισκεφτείς κάθε φορά. Φυσικά και στις μεγάλες πόλεις πήγαμε, κυρίως όταν συνέβαιναν πράγματα και events ή όταν έτρεχαν τα γεγονότα. Πορείες τεράστιες.

»Στην εκπαίδευση είχαμε καταφέρει να επιβάλλουμε την κατάργηση της ατομικής εξέτασης και της ‘παπαγαλίας’, αμφισβητώντας την ‘αυθεντία’ του καθηγητικού προσωπικού», λέει. »Όλα γίνονταν με σεμινάρια. Διαλέγαμε από κοινού ένα θέμα που ενδιέφερε όλους, το εξετάζαμε στη διάρκεια της χρονιάς σε όλες του τις ‘αποχρώσεις’, εξονυχιστικά. Θέματα που αναφέρονταν στις σύγχρονες συνθήκες και περιστάσεις. Προετοιμάζαμε όλοι μαζί την εργασία και την παρουσιάζαμε στο τέλος της χρονιάς από κοινού, εξασφαλίζονταν ομαδική επιτυχία. Έτσι κατέρρευσε ο παραδοσιακός αρχαϊκός τρόπος διδασκαλίας και εξέτασης και βαθμολόγησης, όλα συλλογικά και με μεράκι». Και δεν θυμάται εάν μας έχει αναφέρει πως σπούδαζε Πολιτικές Επιστήμες στο πεδίο της Κοινωνιολογίας.

  • Όταν γύρισε πίσω βρήκε μια κατάσταση ‘κάπως’. Καμία σχέση! Του θύμισε την στροφή του στοίχου στον Ύμνο ,‘άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει’.
    Για να λέμε βέβαια τα πράγματα με το όνομά τους, υπήρχε μία σχετική κινητικότητα, η οποία και οδήγησε λίγο διάστημα μετά στην ‘αλλαγή’ του Ανδρέα Παπανδρέου, αυτού του εξαιρετικού ρήτορα με την τεράστια ικανότητα επικοινωνίας με το πλήθος, που την χρησιμοποίησε σχεδόν τέλεια για να παραμυθιάσει την μάζα και να καταφέρει να εγκαταστήσει τον σοσιαλφασισμό στην ελληνική εκδοχή του. ‘Ο λαοπλάνος’.

Έπεσε με τα μούτρα στα σπορ για να ξεδίνει την ενέργειά του. Ασχολήθηκε και με το ερασιτεχνικό θέατρο, μιας και η πόλη με το Εργαστήρι της έχει παράδοση στον πολιτισμό.
Γράφτηκε στον Ορειβατικό και γύρισε τα βουνά της μισής Ελλάδας, με τον Αλέκο τον Τσιλογιώργη και τ’ άλλα παιδιά.
Έγινε εκπαιδευτής θαλάσσιων σπορ και μάθαινε σε Έλληνες και τουρίστες να γλιστράνε με τα πέδιλα στο νερό, τους τραβούσε δεμένους στο σκάφος με αλεξίπτωτο έλξης. Είχε περάσει από σεμινάριο της Γραμματείας Αθλητισμού για να έχει την άδεια.
Έμαθε να κατεβαίνει τα χιόνια με snow board και να σκίζει τα νερά με wind surfing και wave board. Μαθήτευσε στις σχολές του Σίμου του Ζαχόπουλου και του Σωκράτη του Καραίτη σε καράτε και kick boxing για κάποια χρόνια.
Πήδηξε από τον γερανό δεμένος με το ελαστικό σκοινί, και κολυμπούσε μικρός στον Ναυτικό όμιλο, του έδωσε και κατάλαβε στις ακτές της Καβάλας.

Έπαιξε τένις και επιτραπέζια αντισφαίριση, ποδόσφαιρο και βόλεϋ στην αμμουδιά, και δεν είναι σίγουρος μήπως ξέχασε κάτι άλλο που προσπάθησε για να διοχετεύσει την ενεργητικότητά του όλα αυτά τα χρόνια, πριν τον επισκεφτούν νέες ‘εμπειρίες’, ‘διαφορετικού τύπου’, δυσάρεστες.
Και θυμάται πως κατέβηκε αρκετές φορές τον Αγγίτη ράφτινγκ με τον Βασάκη οδηγό τον Άκη, και άλλους φίλους από Θεσσαλονίκη, όπως και τον Νέστο με οδηγό τον Αλτικουλάκη τον Μιχάλη.

Ασχολήθηκε για λίγο με τα κοινά στο πρώτο αυτόνομο στέκι μαζί με τους εναλλακτικούς οικολόγους, τον Μακρή και άλλα παιδιά, την Κατερίνα Γεροστεργίου, τον Γιώργο Πασχαλίδη, τον Θοδωρή τον Μπόδο. Τον Χρήστο Γεωργιάδη, τον Ιορδάνη τον Καλία, τον Θοδωρή τον Σαραϊδάρη. Πήρε ενεργό μέρος στην κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης, τον πρώτο καιρό της θητείας του Λευτέρη του Αθανασιάδη.

‘Τότε με τα παιδιά του στεκιού οργανώσαμε’, μου λέει, ‘την πρώτη προσπάθεια ανακύκλωσης στην Καβάλα, με δικά μας τελείως έξοδα και χωρίς καμία υποστήριξη! Πόσο μπροστά ήμασταν, να φανταστείς πως ο Δήμος στην πόλη ξεκίνησε την πρώτη εκστρατεία τουλάχιστον είκοσι με εικοσιπέντε χρόνια αργότερα!’

  • Στη ψυχή του υπήρχε πικρία για την μεγάλη οπισθοδρόμηση των κινημάτων στην Ευρώπη από το ‘80 και μετά, για το πισωγύρισμα της ιστορίας.

»Τα κανάλια, σαν παραμορφωτικοί καθρέπτες, παρουσιάζουν την πραγματικότητα των Ελλήνων μαϊντανών, για να χρησιμοποιήσει έκφραση αρεστή στον Μένιο Κουτσόγιωργα. Χαμογελάνε όλη μέρα και ασχολούνται με μια πραγματικότητα που αρέσει μόνο σε ρηχούς και σε αργόσχολους. Στα ατέλειωτα σήριαλ αντιμετωπίζεις όλη την ψυχοπλακωτική μετριότητα των φελλών, μικροαστών ή μεγαλοαστών, λες και ο κόσμος της εργασίας της έρευνας και της ανησυχίας δεν υφίσταται. Η πραγματικότητα γέρνει μονόπλευρα προς το απόλυτο κενό. Η Ελλάδα ζει στην τηλεόραση, μονίμως σε λειτουργία σε κάθε σπίτι. Αυτό που απουσιάζει είναι η πραγματικότητα. Αυτοί που συνωστίζονται καθημερινά στο γυαλί ζουν κυριολεκτικά αλλού».

  • Έκανε όλες τις δουλειές σε μπαράκια, έκανε τον ραδιοφωνικό παραγωγό. Από την παραλία, τόσα χρόνια έχει τις καλύτερες αναμνήσεις, απέκτησε πολλές εμπειρίες. Ο Θόδωρος ο Γιαννακούδης τον δίδαξε ιστιοπλοία ανοικτής θαλάσσης.

Θυμάται πάντα τους παλιούς του συντρόφους με τον καλύτερο τρόπο. Γνώρισε εξαιρετικούς ανθρώπους και το θεωρεί τιμή του. Και δεν ξεχνά ούτε και τον dottor Fasano, τον αστυνομικό διευθυντή της Φλωρεντίας, αντίπαλό του, πανύψηλο, με το αρχοντικό παρουσιαστικό του.

  • Ξανασυναντιόμαστε λίγες μέρες αργότερα, συνεχίζει, ’77η χρονιά ορόσημο, μια χρονιά σαν μία στιγμή, δίχως σταματημό, ‘μία συνεχής ροή γεγονότων θα έλεγα’, μια διαρκής ένταση. Η Ιταλία βρίσκεται σε αναβρασμό, καταλήψεις στις σχολές, οδοφράγματα παντού, για μέρες πολλές τα αστικά κέντρα βρίσκονται υπό κατάληψη. Οι δυνάμεις καταστολής αδυνατούν να ελέγξουν την κατάσταση, πυροβολούν, σκοτώνουν στη Bologna, Francesco lo Russo πρέπει να έλεγαν το παλικάρι, οι φασίστες σκοτώνουν στη Ρώμη. Οι σύντροφοι οργανώνονται, υποκλέπτουν τις οδηγίες από τις συχνότητες της αστυνομίας στους ασυρμάτους, καθοδηγούνται από ερασιτεχνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς που ανθίζουν εκείνη την περίοδο αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις αστυνομικές επιθέσεις, απαντώντας στα πυρά με πυρά. Κινήματα συμπαράστασης μεταφέρουν τρόφιμα στους καταληψίες. Τότε ήταν που κυκλοφόρησε στον τύπο εκείνη η υπέροχη φωτογραφία με τον νεαρό που παίζει πιάνο στη μέση των συγκρούσεων, ανάμεσα στους καπνούς και τα οδοφράγματα, γύρω χαμός, και στην ουρά του πιάνου ξεκουράζεται ακουμπισμένο το πιστόλιΜαντήλι κόκκινο να κρύβει το πρόσωπο. Στις μάχες της Βοlogna. Τρεις μέρες έκανε η αστυνομία να ανακαταλάβει τους χώρους γύρω από το Πανεπιστήμιο της πόλης. Οι φοιτητές ήταν όλοι μια γροθιά, η αυτονομία στα καλύτερά της και το κατεστημένο άκρως θορυβημένο.

Σήμερα λέγεται πως η νεολαία πάσχει από κατάθλιψη. Λέξεις όπως άγχος, στα χρόνια της δικής του νεότητας ήταν άγνωστες. Υπήρχε όραμα και ξεσπούσαν επάνω στην καταπίεση. Αλληλεγγύη. Σήμερα επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ένας εναντίον όλων, με κάθε μέσο, και αθέμιτο να’ ναι.

  • Το καλοκαίρι του ‘78 επεδίωξαν σύντροφοι μαχητές της Πρώτης Γραμμής να ελευθερώσουν δύο συντρόφους τους που ήταν κλεισμένοι στα μπουντρούμια της Φλωρεντίας. Δυστυχώς έγιναν αντιληπτοί κατά το πολύ τελευταίο στάδιο της επιχείρησης, λίγα μόνο μέτρα πριν την ελευθερία. Στην υποχώρηση έπεσε χειροβομβίδα και ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί με αποτέλεσμα ένας αστυνομικός να καταλήξει νεκρός. Στη δικογραφία εναντίον όλων όσων δικάστηκαν για συμμετοχή στην οργάνωση και τις επιθέσεις της κατηγορήθηκα και εγώ, μαζί με τα άλλα και για συμμετοχή στη συγκεκριμένη απόπειρα απόδρασης κρατουμένων  της ομάδας, μου λέει.

Αναφέρεται στην υποκρισία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα της βίας από τους συστημικούς και τα παπαγαλάκια, τον τύπο και τα μέσα . ‘Στον πόλεμο λεν πως υπάρχουν θύματα. Η επανάσταση είναι ταξικός πόλεμος. Οι αστυνομικοί είναι ταξικά όργανα. Τους χιλιάδες άμαχους που καθαρίζουν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους τους ονομάζουν ‘παράπλευρες απώλειες’. Και αυτοί οι πόλεμοι ταξικοί είναι, για την κονόμα και τον έλεγχό της γίνονται. Ας θεωρήσουμε λοιπόν το θάνατο του αστυνομικού Dionisi παράπλευρη απώλεια, την οποία μάλιστα αυτός ο ίδιος επιδίωξε’.

για τον Fabrizio τον Valerio και δυστυχώς για πολλούς, πολλούς, άλλους, για όλους, χθες και σήμερα!

  • ‘Την πρώτη μου κατάληψη δεν θα την ξεχάσω ποτέ σαν εμπειρία’, αλλάζει θέμα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, μοναδικό. Όλα έγιναν αυθόρμητα, δεν υπήρχαν οργανώσεις στη σχολή κατάσταση σχετικά παρθένα, είχαμε στήσει την αυτόνομη κολεκτίβα λίγο καιρό πριν. Πάρθηκε η απόφαση μέσα σε μια ενθουσιώδη γενική συνέλευση που για πρώτη φορά συσπείρωνε τόσο πολύ κόσμο στα χρονικά’. Επαναλαμβάνει πως η κατάσταση ήταν πολύ ‘ξεσηκωτική’ σε όλη τη χώρα, συνέπαιρνε τους νέους. Δεν υπήρχαν καθοδηγητές, πολύ σημαντικό εκείνη τη στιγμή, συνέβαινε αυτό που ο Καστοριάδης ονόμασε δημοκρατία, την αληθινή και άμεση. Γέμισαν τους τοίχους συνθήματα, δεν το κουνούσαν ρούπι από εκεί μέσα, τα έκαναν όλα μαζί, κουβέντα, φαγητό, ύπνο, έρωτα. Δίχως ντροπή, δίπλα- δίπλα, δεν υπήρχε κάτι για να ντρέπεσαι. Ανήθικος είναι ο διαχωρισμός. Μοιράζονταν τον έρωτα την παρέα τη φιλία τα αγαθά. Αυτός είναι ο πλούτος μας λέει, το μοίρασμα.

Έγιναν και κάποιες καταστροφές στην αρχή, όταν κάποιοι ένιωθαν ακόμη ‘ξένοι’ εκεί μέσα. Όταν ένιωσαν τον τόπο ολοκληρωτικά ‘δικό τους’ σταμάτησαν, τονίζει.
Οι καθηγητές φέρθηκαν σαν δάσκαλοι. Το θυμάται πολύ καλά πως συμπεριφέρθηκαν ανοιχτόμυαλα. Τους επέτρεπαν λοιπόν να πηγαινοέρχονται κάποιες φορές. Στα γραφεία τους. Συζήτησαν, άκουσαν, πρότειναν, υπήρχε κατανόηση, αποδέχτηκαν, θυμάται, τα πάντα, όσα ενδιέφεραν τους φοιτητές, τα σπουδαία Έχουμε ξαναπεί πως η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού. Είναι σαν το παζλ και ο καθένας κρατά ένα κομματάκι. Όταν ο διάλογος γίνεται και είναι καλοπροαίρετος τότε άκρη βρίσκεται. Μάτια και αυτιά ανοιχτά προς όλες τις κατευθύνσεις. Με όρθιες και καθαρές από προκαταλήψεις και συντηρητισμούς τις κεραίες. Και βρέθηκε η χρυσή τομή, και ήμασταν όλοι χαρούμενοι και ευχαριστημένοι καταλήγει.

  • Η ζωή είναι γέννα. Νιώθεις πλήρης και ήρεμος και ευτυχισμένος όταν γεννάς το καινούριο. Κοιλοπονάς, ζορίζεσαι και η καινούρια ζωή σκάει μύτη και ηρεμείς και χαλαρώνεις. Έτσι είναι και οι αγώνες.
    Εσύ και οι άλλοι, από την ατομικότητα στο σύνολο.

‘Βία στη βία της εξουσίας’ είναι το σύνθημα που χρόνια τώρα δονεί τις εκδηλώσεις της νεολαίας. Και μιλάμε για νέους ανθρώπους διότι φαίνεται πως οι μεγαλύτεροι έχουν αράξει στα τόσα ευρώπουλα τους και αρνούνται να ρισκάρουν. Δεν είναι αυτοσκοπός η βία, ίσως να είναι η μοναδική απάντηση που καταλαβαίνουν αυτοί οι ανέραστοι οι οποίοι έχουν καταλάβει τις θέσεις κλειδιά και μας βομβαρδίζουν με ότι πιο ευτελές κατεβάζουν τα αρρωστημένα μυαλά τους.

Θα ήταν ποτέ δυνατόν Βγενόπουλοι να απειλούν να φιμώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους με τόση αναίδεια μόνο και μόνο για να μη ξεστομίζουν τα αυτονόητα. Εάν υπήρχαν οι ταξικοί τους τιμωροί ;
ΜΕ ΤΌΣΗ ΒΊΑ Μας ΈΧΟΥΝ ΠΕΡΙΚΥΚΛΏΣΕΙ, με ότι πιο βρώμικο και βρωμερό, κενά μυαλά με φουσκωμένες τσέπες και χοντρά στομάχια. Φαλακροί ή με κούρεμα αμερικάνου μαρίν και πανάκριβα κουστούμια μ’ αστραφτερές γραβάτες, χαρτογιακάδες μανατζαρέοι που ξεπουλάν την περιουσία που δεν τους ανήκει, που άλλοι έστησαν με κόπο χρόνια ολόκληρα, λαοί κουρασμένοι. Που ξεπουλάν για την προμήθεια και μόνο, παραδεχόμενοι ανοικτά πως είναι άχρηστοι να διοικήσουν με επιτυχία, και ξεπουλάν για να οικονομήσουν. Τόσο πολύ έχει απαξιωθεί η πολιτική σήμερα, αναστενάζει. Που θα έπρεπε να είναι λειτούργημα στην υπηρεσία των αδυνάτων [μέχρι να ‘καταργηθούν οι αδύνατοι’].
Τους οποίους καθιστούν κάθε χρόνο αδυνατότερους χωρίς ίχνος ντροπής. Ποια ντροπή όμως όταν δεν ντρέπονται αυτοί που υφίστανται αυτή την κοροϊδία .

Γι αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, γι αυτό χρειάζεται η ένοπλη πρωτοπορία. Μόνο ο φόβος της τιμωρίας, εδώ που είναι τα πράγματα, της απάντησης με τα ίδια μέσα μπορεί να μπλοκάρει αυτούς που με τόση αναίδεια μας σπρώχνουν σιγά σιγά στον γκρεμό. Με αυτούς που μας κλέψανε το χαμόγελο, τη χαρά του να ζούμε ανέμελα. Πλούτος υπάρχει πολύς, μέσα ακόμη περισσότερα. Θέληση δεν υπάρχει, από εδώ και από εκεί. Από εκεί λόγω βαρέματος, λόγω βολέματος. Από εδώ κονόμα μεγάλη, από εκεί χαμηλό βλέμμα, προς τα κατώτερα. Από την άλλη ξεσάλωμα, από εδώ φόβος. Ο φόβος πρέπει να περάσει ξανά προς τα εκεί. Προς τους δυνατούς! Μάλλον, μόνο έτσι θα ξεμπλοκάρουν τα πράγματα.
Δεν θα είναι η γενιά μου που θα το κάνει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτή η γενιά, η προηγούμενη και η επόμενη είναι η μεγάλη υπεύθυνη της κατρακύλας που ακολούθησε τη γενιά του 114, τη χούντα και τη μεταπολίτευση. Αυτές είναι οι γενιές του βολέματος και του ξεπουλήματος. Στην ψυχή των νέων ελπίζουμε.

Λέει πως θέλει πολλά κότσια να είσαι ειρηνικός μέσα σου και μαχητής στην κοινωνία. Να προσπαθείς, όσο μπορείς, να ζεις σε αρμονία με τους νόμους της φύσης και του σύμπαντος, να συγχωρείς τον εαυτό σου και τους άλλους και συγχρόνως να είσαι δίκαιος κοινωνικά. Θέλει μεγάλη ισορροπία, καθαρό μυαλό, διαρκή παρατήρηση, να ζεις το σήμερα και να αγωνίζεσαι γι αυτό διαρκώς.

  • Είπε κάποιος που αγαπώ πολύ, τονίζει, ‘δεν ελπίζω τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα, είμαι λεύτερος.’ Μεγάλη κουβέντα, ναι! Δεν παλεύουμε γιατί ελπίζουμε πως μια μέρα…, παλεύουμε για τον αγώνα, γιατί μας αρέσει! Φοβάμαι όμως πως άνοιξε τον δρόμο στην απάθεια και την παραίτηση.  Πόσο ελεύθεροι μπορούμε να είμαστε, μπορούμε να γίνουμε όταν έχουν καθίσει στο σβέρκο μας απ’ όλες τις μπάντες; Και μας ρίχνουν σφαλιάρες με χίλια χέρια; Να είμαστε ελεύθεροι μέσα μας, ναι, αλλά να αγωνιζόμαστε και για την ελευθερία της κοινωνίας ταυτόχρονα, από την καταπίεση της κυριαρχίας!
    Θέλει τεράστιες δυνάμεις να κρατήσουμε τον εαυτό μας ανέπαφο, τον χαρακτήρα μας ανέγγιχτο, τις αξίες μας αναλλοίωτες. Άξιος μοναχικός αγώνας γι αυτούς που ζουν σε μοναστήρι. Εμείς όμως ζούμε σε κοινωνία. Και η ελευθερία μας καταπατιέται δέκα φορές το δευτερόλεπτο. Η ποιότητα ζωής μας. Μέχρι με ορυκτέλαιο μας τάισαν. Θέλουν ξύλο με δέκα βρεγμένα σανίδια ο καθένας. Βιάζουν τα παιδιά μας. Εμπορεύονται τα παιδιά μας καθημερινά. Με τον ‘πολιτισμό’ τους. Τους έχω βαρεθεί, τους έχω σιχαθεί. Αγωνίζομαι να μη τους μισήσω και όμως τους μισώ, αγωνίζομαι ν’ αποτινάξω τον ζυγό, όχι για να χτίσω καινούργιο, ομορφότερο, αλλά για να μην υπάρχουν ζυγοί μέσα μου και γύρω μας, αν ποτές αυτό γίνει εφικτό.

1975 ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν τους ψευτο φίλους που με κολακεύουν,
που από τους άλλους θεν παλικαριά και οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί
τους έχω βαρεθεί
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα
των γραφειοκρατών η φάρα
στήνει με ζήλο περισσό στο σβέρκο του λαού χορό
στης ιστορίας τον χοντρό τον κινητή, τους έχω βαρεθεί
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους τους ευρωπαίους τους προφεσόρους
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά
υπαλληλίσκοι φοβιτσιάρηδες ,δούλοι παχιοί, τους έχω βαρεθεί
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος κέρδος ποτέ μα από παθήματα γεμάτος
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί , τον έχω βαρεθεί
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες κόβουν στα μέτρα τους ,τους μαθητάδες
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς με ιδεώδεις υποτακτικούς
που είναι στο μυαλό νωθροί μα υπακοή έχουν περισσή, τους έχω βαρεθεί
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό υμνούνε της πατρίδας τον χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα χουνε πλακάκια, σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω σιχαθεί
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ WOLF BIERMAN.

 

17/8/09

«Ο Λύκος της Στέπας» του Herman Esse (γεν.1877 Καλβ, Βυρτεμβέργης – 1962 Ελβετία)

Το απόφθεγμά του: «Μπορεί κανείς να μεταδώσει τη γνώση αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, να τη ζήσει, να ενισχυθεί απ’ αυτή, να κάνει μ’ αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει.»

Ένα από τα αριστουργηματικά του έργα είναι «ο Λύκος της Στέπας», που ξαναδιαβάζοντάς το, ήταν σαν να το έπιανα στα χέρια μου για πρώτη φορά, γιατί όπως λεει και ο ίδιος η σοφία δεν διδάσκεται, όμως πιστεύω ότι μπορεί κανείς διαβάζοντας ή ακούγοντας τους σοφούς να πηγαίνει ένα βήμα παρά πέρα.

Τα νοήματα μέσα από τη μαγεία της μυθιστορίας υψηλά, αληθινά, λόγια ψυχής, λόγια πόνου μιας προσωπικότητας καταπιεσμένης, μοναχικής ανάμεσα σε σύνολο ατόμων που συμβιώνουν σε κοινωνία ακατανοησίας, μη ομαδοποιημένης, μη αδελφωμένης, που βασίζεται σε θεωρίες ατομοκρατίας και βαδίζει με ταχύτητα φωτός στο «τίποτα» και στη «δυστυχία.»

Ένας έξυπνος, πνευματικός άνθρωπος είναι ο ήρωας της ιστορίας, με το όνομα Χάρυ Χάλερ, όμως η καταγγελτική του στάση σ’ ένα σύστημα αστικό με βάση την αλαζονεία και τον διαχωρισμό ανθρώπων σε κατηγορίες όπως οι ονομαστοί- κάποιοι και ο συρφετός, τον κάνει ένα μοναχικό ον που παλεύει με δυνάμεις εσώτερες όπως το πνεύμα του καλού με το δαιμονικό της ύπαρξής του, όπου το τελευταίο είναι αυτό που τον οδηγεί στην εξιλέωση και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο θάνατος όπως αυτός πιστεύει, και επιθυμεί να επέλθει από το δικό του χέρι με μια γερή ξυραφιά στο λαιμό του.

Ο παράφορος εαυτός μοναχικός, οργισμένος, αποκλεισμένος στο περιθώριο, το διαφορετικό σ’ ένα σύστημα ατομισμού, απάτης, όπου το ερώτημα είναι είμαστε άραγε ίδιοι; είμαστε διαφορετικοί; μπορούμε να ζούμε σ’ ένα ψεύτικο κόσμο; καλύτερα μόνοι; ή με ένα σωρό γλείφτες ολόγυρά μας; Όπως «ο λύκος της στέπας» που τρίζει δόντια και βγάζει φωτιές από τα μάτια έτοιμος να ξεσκίσει σάρκες για την ικανοποίηση της αχορταγιάς του, έτσι κι ο ήρωάς μας βασανίζεται από τον εσώτερό του «λύκο» που αδυνατεί να τιθασεύσει μέχρι που, η θεατρική μαγεία τον ξεκουνάει δείχνοντας ένα δρόμο γέλιου, χορού, μουσικής, φιλικής και ερωτικής συντροφιάς, και τον δικάζει για την μανία της καταστροφής έναντι της ζωής, για τη μανία του πόνου, έναντι της χαράς και τον καταδικάζει με τιμωρία την αιώνια ζωή.

Έτσι ο ήρωάς μας στο τέλος θέλει να τα δοκιμάσει όλα όπως σκοτωμούς, βάσανα, χαρές, πόνους, έρωτες, ζήλιες που μέσα από το αίμα της αρχέγονης μήτρας γεννήθηκαν και απαρτίζουν τη ζωή.

Μερικά απανθίσματα του βιβλίου:
(σελ.12) Στις πνευματικές υποθέσεις είχε εκείνη τη σχεδόν ψυχρή αντικειμενικότητα, εκείνη τη βέβαιη γνώση και το σίγουρο στοχασμό, όπως ακριβώς έχουν μόνο οι πραγματικά πνευματικοί άνθρωποι, όπου απουσιάζει κάθε φιλοδοξία, κάθε προσπάθεια για να προκαλέσουν το θαυμασμό ή να πείσουν τους άλλους ή να διεκδικήσουν με κάθε τρόπο την επιβολή της γνώμης τους.

(σελ.33).. αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικάνικος τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου. είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

(σελ.118) … συχνά (τα θηρία) είναι τόσο φοβερά, αλά πολύ πιο σωστά από τους ανθρώπους… δεν θέλουν να σε κολακέψουν ούτε να σε εντυπωσιάσουν. Δεν παίζουν θέατρο. Είναι όπως είναι, σα φυτά και λουλούδια ή σαν αστέρια στον ουρανό.. πολλές φορές τα ζώα είναι λυπημένα κι όταν ένας άνθρωπος είναι λυπημένος, όχι γιατί έχει πονόδοντο ή γιατί έχει χάσει χρήματα, αλλά γιατί, για μια στιγμή αισθάνεται τα πάντα, ολόκληρη τη ζωή, τότε είναι λυπημένος και τότε μοιάζει με ένα ζώο. Είναι λυπημένος, αλλά η λύπη του είναι σωστή και ωραία.΄

(σελ. 194). Είστε ο Πάμπλο; ρώτησα. Δεν είμαι κανένας εξήγησε φιλικά. Εδώ δεν έχουμε κανένα όνομα, εδώ δεν έχουμε πρόσωπα…

Ένα απάνθισμα όλο το βιβλίο!

Ευγενία Μακαριάδη.

και:

Οι μεγάλες επαναστάσεις αφήνουν το αποτύπωμα τους στην Ιστορία έντονο, ανεξίτηλο. Απ’ αυτό “γεννιούνται” μορφές άγιες και συνθέτουν την ξεχωριστή εικονογραφία μιας εποχής, ενός κινήματος. Στο κάδρο της μετεπαναστατικής Κούβας κυριαρχούν, φυσικά, οι μορφές των Φιντέλ Κάστρο, Τσε Γκεβάρα. Υπάρχει όμως, μεταξύ άλλων, κι ένας αθλητής που στέκεται επάξια δίπλα στις εμβληματικές μορφές: Ο Τεόφιλο Στίβενσον. Με τον θάνατο του (60 χρόνων) πήρε μαζί του κι ένα κομμάτι του παρελθόντος που δεν πρόκειται να επανεξεταστεί. Δεν χρειάζεται κιόλας. Ο εν λόγω ήταν και είναι ο κορυφαίος ερασιτέχνης πυγμάχος όλων των εποχών. Κι αν αρνήθηκε να γίνει επαγγελματίας, το έκανε για να μην κηλιδώσει το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του: Την αγάπη του κόσμου και την αγάπη του για την Κούβα. Όρθιος μέχρι τέλους.

Ιδεολογική πρόκληση

Η πίστη του στα ιδεώδη της κουβανικής επανάστασης ήταν τόσο μεγάλη, που ήταν αναπόφευκτο να δεχτεί ανάλογη πρόκληση. Αυτή δεν ήταν ένοπλη, ήταν ιδεολογική. Καπιταλιστική. Η φρασεολογία δεν είναι τυχαία, καθώς το 1974 (σ.σ πρωτιά στο παγκόσμιο πρωτάθλημα) που “απλώθηκαν” στα πόδια του πέντε εκατομμύρια δολάρια, ο “Ψυχρός Πόλεμος” όριζε τα πάντα. Για τη Δύση κάθε νίκη έναντι των “κόκκινων” ήταν σημαντική. Έτσι, οι ΗΠΑ θα ήθελαν, έστω κι αν δεν εκφράστηκε ποτέ ανοιχτά, να δουν τον Μοχάμεντ Άλι να κερδίζει τον “επαναστάτη” Στίβενσον. Ο επαγγελματίας απέναντι στον ερασιτέχνη. Φυσικά, ο διοργανωτής αυτού του σούπερ αγώνα θα έβγαζε απίστευτο κέρδος. Κάπου εδώ μπαίνουν στην υπόθεση οι προωθητές πυγμαχικών αγώνων Μπομπ Άρουμ, Ντον Κινγκ. Αμφότεροι προσπάθησαν να τον δελεάσουν να φύγει από την Κούβα και να σταθεί απέναντι στον Άλι. Μάταια.

Η αγάπη του κόσμου πάνω απ’ όλα

Το σίγουρο είναι ότι αν γινόταν ο αγώνας, θα δικαίωνε τον τίτλο “η μάχη του αιώνα”. Οι γνωρίζοντες το σπορ εκτιμούν ότι ο Στίβενσον θα έβγαινε νικητής. Ο Άλι ήταν στη δύση της καριέρας του και ο Κουβανός στα 22. Μάλιστα, είχε μόλις κερδίσει (το 1972 στο Μόναχο) το πρώτο από τα τρία χρυσά ολυμπιακά μετάλλια. Ο Στίβενσον διέθετε “φονικό” δεξί και εξαιρετικές κινήσεις στο ρινγκ. Αν και ψηλός κινούνταν με χάρη, κάτι που έκανε καλά στο παρελθόν ο Άλι. Βέβαια, οι διαφωνούντες επικαλούνταν τις διαφορές μεταξύ ενός ερασιτεχνικού ματς τριών γύρων και ενός επαγγελματικού που διαρκούσε περισσότερο.

Το ποιος θα επικρατούσε δεν είχε σημασία, μια και ο Στίβενσον είχε πάρει την απόφαση του. Με μια απλή φράση έβγαλε άπαντες νοκ άουτ:

“Δεν θα αντάλλαζα το κομμάτι της Κούβας που μου ανήκει για όλα τα χρήματα του κόσμου. Προτιμώ την αγάπη οκτώ εκατομμυρίων Κουβανών”.

Επιμέλεια: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος

 

Συνεχίζεται