τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΝΝ. στη χώρα του ποτέ…ή 12

Γράφτηκε αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφεραν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
Ίσως μας πουν μια μέρα.
Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
Έρωτας για ζωή μας κίνησεγια ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών.
Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει.

Σαν τη φωτιά, Νεκ.

  • Μαρτυρία από Ταξίμ. Ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
    Από τον Blackpanther :
    Μαρτυρία μέσα από την Πλατεία Ταξίμ. Γράφει ο Durukan :
    ‘Πλατεία Ταξίμ 2 Ιουνίου 1913
    Ενημέρωση από τη Gezi Commune
    Oύτε ο πιο ταλαντούχος συγγραφέας του κόσμου, ακόμα και με κούπες καφέ και σωρούς πακέτων από τσιγάρα, δεν θα μπορούσε να είναι αρκετά καλός ώστε να περιγράψει αυτό που συμβαίνει εδώ, πως θα μπορούσα εγώ ;
    Απίστευτο.
    Ξεκίνησε σαν διαμαρτυρία, μετά έγινε κίνημα αντίστασης, έπειτα η αντίσταση διαδόθηκε και σε άλλες πόλεις της Τουρκίας και μετά, η ρίζα όλου αυτού, το Gezi Park στην Ταξίμ, έγινε η Gezi Commune ’13.

Μια πραγματική Κομμούνα.
Αναρχική ουτοπία – χωρίς κράτος, χωρίς οργάνωση, χωρίς βία, μόνο ελευθερία, μόνο αλληλεγγύη
και άνθρωποι που παίρνουν πρωτοβουλίες.
Μέχρι τώρα, το μεσημέρι της 2ης Ιουνίου, όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στην Ταξίμ έχουν αποκλειστεί με περισσότερα από 20 οδοφράγματα [αρκετά ισχυρά ώστε να συγκρατήσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας].
Η πλατεία Ταξίμ και ιδίως το Gezi Park ζουν την πλήρη ελευθερία : Καθένας και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι, εκτός από το Κράτος και την αστυνομία του.
Και κανένα κέντρο. Καμία οργάνωση. Κανένα πολιτικό κόμμα. Ούτε καν κέντρο συντονισμού. Απλώς άνθρωποι !

Αυτό φίλοι είναι αδύνατο να περιγραφεί. Ξενοδοχεία εξυπηρετούν την αντίσταση δωρεάν, κόσμος φέρνει τρόφιμα και ποτά με αυτοκίνητα, γιατροί και φοιτητές ιατρικής προσφέρονται εθελοντικά ώστε να λειτουργήσουν νοσοκομεία πρώτων βοηθειών σε τζαμιά κοντά στα οδοφράγματα, άνθρωποι που δεν μπορούν να βγουν απ’ τα σπίτια τους σχηματίζουν το μεγαλύτερο δίκτυο πληροφόρησης, μια και τα διεφθαρμένα ΜΜΕ δεν λένε ούτε μία λέξη ενώ ένα εκατομμύριο άνθρωποι είναι στους δρόμους, [φανταστείτε την έκταση της διαφθοράς, ή μάλλον όχι, είναι πολύ δύσκολο και να την φανταστείτε….]

Ηλικιωμένες κυρίες και οικογένειες ανοίγουν τα διαμερίσματά τους στην αντίσταση. Δικηγόροι τρέχουν από αστυνομικό τμήμα σε αστυνομικό τμήμα, ώστε να διασφαλίσουν ότι όσοι προσάγονται είναι ασφαλείς και καλά. Οδηγοί φορτηγών αφήνουν τα οχήματά τους στη μέση του δρόμου, ώστε να εμποδίσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας να κινηθούν. Μουσικοί συρρέουν στη Gezi Commune, καλλιτέχνες, οικογένειες, παιδιά, γέροι, γυναίκες.
Θες να κάνεις κάτι αλλά χρειάζεσαι βοήθεια ; Έλα στη Gezi Commune αυτές τις μέρες, θα βρεις εκατοντάδες ανθρώπων έτοιμους να σας βοηθήσουν, πριν καν προλάβεις να τελειώσεις την πρόταση : ‘φίλε, υπάρχει κανείς που…’
Η κοινωνία της Τουρκίας ανακάλυψε τον εαυτό της, ξανά. Τα μάτια άρχισαν πάλι να λάμπουν. Οι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν – και το εννοώ, κυριολεκτικά – ο ένας τον άλλο, [όλοι τριγυρνούν στην κομμούνα του Gezi σαν χορευτές μπαλέτου, φροντίζοντας ο ένας τον άλλον].

Αλλά ποιος το έκανε όλο αυτό ; Πως οι Τούρκοι πολίτες που είναι πασίγνωστοι για το φόβο τους για την αναρχία και το πάθος τους για το κράτος έγιναν έτσι ;
Αυτή είναι η γαμημένη ουσία!
Πρώτα – Πως ;
Η απάντηση είναι εύκολη. Χάρη στον πρωθυπουργό. Οι άνθρωποι κουράστηκαν απ’ το να βλέπουν το ακραία αλαζονικό, αυθάδη, λαίμαργο και το ‘κάνω ότι θέλω και κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει’ πρόσωπό του συνέχεια, ικανό ώστε να κάνει όλους τους θεσμούς [και ιδίως τα ΜΜΕ] και την γραφειοκρατία να γονατίζουν κυριολεκτικά μπροστά του, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του κάτι σαν Θεό….

Οι άνθρωποι κουράστηκαν να σκέφτονται ότι τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει, ότι η κοινωνία κάποτε θα σηκώσει ανάστημα, ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανάσχεσης της δύναμης από την αλαζονεία ενός άνδρα προς την νομιμότητα και ότι κάποτε ίσως οι άνθρωποι θα χαμογελάσουν ξανά.
Τα αλαζονικά του λόγια για το Gezi Park, μαζί με τους βουλευτές που στέκονται μπροστά στα μηχανήματα καταστροφής [που έδειξαν στους ανθρώπους ότι ‘όλοι μπορούμε’, χρωμάτισαν την πιο μεγάλη, την πιο ειρηνική και την περισσότερο ελπιδοφόρα εξέγερση στην ιστορία της Τουρκίας, ίσως και της Μέσης Ανατολής!

Και ποιος το έκανε; Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κατηγορούσαμε ότι είναι τόσο ηλίθιοι που μιλούν μόνο για ποδόσφαιρο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τους κοροϊδεύουμε επειδή πόσταραν μόνο το τι τρώνε στα Facebook. Είναι εδώ. Ορισμένοι ήδη μπροστά στα οδοφράγματα, άλλοι ήδη μέσα στην Κομμούνα, καθαρίζοντας και το παραμικρό σκουπιδάκι, μέχρι και τις γόπες που βρίσκονταν εδώ για χρόνια!
Δεν πρόκειται για εξέγερση. Είναι η μέρα γέννησης μιας αληθινής κοινωνίας. Άνθρωποι που νοιάζονταν ο ένας για τον άλλον, που τρέχουν να βοηθήσουν όποιον το έχει ανάγκη. Σε χτυπά κάποιος από τους εκατό χιλιάδες ανθρώπους κατά λάθος στο πόδι στη μέση του μικρού Gezi Park Commune; Οι άνθρωποι γίνονται τόσο ευγενικοί που σου ζητούν συγνώμη 5 φορές, μ’ένα μεγάλο χαμόγελο.

Ακόμη και οι γονείς μας που είδαν το πραξικόπημα της δεκαετίας του ’80 και φοβούνται τις διαδηλώσεις [ένας από τους λόγους που εξηγεί γιατί οι διαδηλώσεις δεν ήταν μεγάλες μέχρι τώρα] καλούν τους γιους και τις κόρες τους για να τους πουν : ‘είμαι περήφανος για σένα. Απλώς να προσέχεις, εντάξει;’
Η αναρχο-ουτοπιστική Κομμούνα επιτρέπει τα πάντα [ LGBTQ ανθρώπους να πορεύονται με αντικαπιταλιστές μουσουλμάνους, Κούρδους να διαδηλώνουν με Κεμαλιστές] εκτός από το Κράτος. Και η Ταξίμ δεν ήταν ποτέ τόσο ασφαλής. Ούτε έναν καυγά δεν είδα, αφού κάθε μικρή σπίθα αμέσως σβήνεται από τους ίδιους τους ανθρώπους.
Τα πάντα, όλα όσα μπορείτε να φανταστείτε ότι χρειάζονται σε μία πλατεία για να φιλοξενήσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους προμηθεύονται, οργανώνονται και εκτελούνται από αν-οργανωμένους ανθρώπους. Εκπληκτικό. Αυτό είναι το πιο εκπληκτικό απ’ όλα.

Ο καθένας είναι χρήσιμος σε κάτι. Είσαι σκληροπυρηνικός αναρχικός έτοιμος να παλέψεις στα οδοφράγματα; Ή είσαι ένας 17χρονος που πρώτη φορά βγαίνει στους δρόμους; ή ένα ζευγάρι 70χρονων; Δυνατός; Αστείος; Ψηλός; Κοντός;…..
Είμαστε όλοι εξίσου σημαντικοί, για να γεμίσουμε ένα διαφορετικό κενό, ένα κενό που πρέπει να γεμίσει ώστε η αντίσταση και η κομμούνα να συνεχιστεί.
Εν τω μεταξύ άσχημα νέα έρχονται ιδιαίτερα από την Άγκυρα, το Εσκισεχίρ και τη Σμύρνη – πολλοί τραυματισμοί, χιλιάδες.
Η αστυνομία χρησιμοποιεί pentium gas και αέρια πιπεριού, και πλαστικές σφαίρες.

Και τέλος. Χθες βράδυ στα οδοφράγματα, η αστυνομία επιτέθηκε ξανά με μπουλντόζες και τεθωρακισμένα. Δεκάδες κάψουλες με αέρια πιπεριού εκτοξεύτηκαν, μια από αυτές χτύπησε τον διπλανό μου. Έπιασα το χέρι του και τρέξαμε μαζί στα τζαμιά που έχουν γίνει εθελοντικά ιατρικά κέντρα από τους γιατρούς. Αιμορραγούσε από το κεφάλι, τρέξαμε μέσα, ήρθαν οι γιατροί, το τραύμα των 4 εκατοστών στο μέτωπό του ‘αποκαταστάθηκε’. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω και να τον κάνω να χαλαρώσει στη διάρκεια της επέμβασης, λέγοντάς του ότι είναι καλά με την σχεδόν σβησμένη μου φωνή, από τις τρεις μέρες διαδηλώσεων.
Και μετά με κοίταξε και μου είπε κάποια πράγματα. Δεν έχει σημασία τι είπε, αυτό το βλέμμα – που ακόμα κάνει το πρόσωπό μου υγρό από τα δάκρυα γράφοντας αυτές τις γραμμές – αυτό το νόημα της ζωής, η πηγή του να χαμογελάς για πάντα.

Δεν μπορώ να βρω λέξεις που να αντανακλούν επαρκώς την ένταση των συναισθημάτων, της ευτυχίας, του ενθουσιασμού του να είσαι εδώ. Καμιά τέτοια λέξη δεν λέχτηκε ποτέ σ’ αυτούς τους τόπους, επειδή ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
Και τώρα, αρχίζουμε να μιλάμε. Με λέξεις που κανείς δεν είπε μέχρι τώρα. Για ένα κόσμο που κανείς δεν τον ονειρεύτηκε μέχρι τώρα. Από ανθρώπους που δεν είχαν μιλήσει μέχρι τώρα. Αρχίσαμε να μιλάμε τώρα. Για να μη σιωπήσουμε ποτέ ξανά.’

Καλή τύχη Durukan! και στα δικά μας! Ας εμπνεόμαστε κι ας παίρνουμε κουράγιο οι μεν από τους δε, προς ένα μοναδικό paradigm shift.
Tην αφοβιά φοβούνται μόνο, για να παραφράσω τον Γκάτσο στον ‘απαγορευμένο’ Κεμάλ !

Ταξιαρχίες, Φιόρε

  • Η ζωή συνεχίστηκε, για όλους μας.
    Οι σύντροφοί μου ζορίστηκαν περισσότερο, μακρύς ο δρόμος, ψηλά τα εμπόδια. Ήτανε όμως ξανά μαζί, οι περισσότεροι τουλάχιστον.
    Δύσκολο το έργο τους.
    Δύσκολο και το δικό μου.
    Διαφορετικές οι συνθήκες, του καθενός ο Γολγοθάς του φαίνεται αξεπέραστος, βαρύτερος.
    Ο δικός μου αλάφρωσε γρήγορα. Σαν να αυτοτιμωρήθηκα όμως αργότερα, με τις αρρώστιες και τα λοιπά. Για να τραβήξω κι εγώ ζόρια βαριά, όπως οι σύντροφοί μου!

Βλέπετε, ήρθε εκείνη η φανταστική περίοδος όπου ο ευλογημένος ο Τοτός μας παραχώρησε εκείνη την αυτόνομη γωνιά γης και θάλασσας να την ζήσουμε όπως επιθυμούμε, μέσα στην επαρχιακή μονοτονία. Μια μεγάλη παρέα φτιάχτηκε πάνω στο κύμα και την καυτή αμμουδιά, κάτω απ’ τον ίσκιο της λεύκας και του πλάτανου.
Μια εικοσαετία όπου η δουλειά είναι χαρά και διασκέδαση μαζί, δημιουργία αληθινή, γεμάτη απρόοπτα. Η μέρα κρύβει δεκάδες εκπλήξεις, κάθε μέρα καινούρια αρχή και τέλος,
διαφορετική από την προηγούμενη. Δεν υπάρχουν εξουσίες, δεν υπάρχουν αρχές παρά μόνο συνεργατικότητα, μοίρασμα και αλληλεγγύη.
Κατά το πλείστον δηλαδή διότι ο παρείσακτος, ο χοντρόπετσος, ο λουφατζής πάντα θα υπάρχει. Χάνονταν όμως στο σύνολο. Που αυτοσχεδιάζει καθημερινά.

Στον αέρα, στο νερό, στην άμμο, στο χορτάρι
μες τα λουλούδια και το πράσινο, αυτόνομοι, ανεξάρτητοι ξανά, μ’έναν άλλο, ξεχωριστό τρόπο, για κάμποσους μήνες τον χρόνο.
Απλά έπρεπε να ξεχειμωνιάσουμε κιόλας, όπως-όπως.
Αυτό είναι το ζόρι, να περάσει ο χειμώνας.
Ευχάριστο το θεατρικό διάλειμμα, κράτησε όμως λίγο.
Μιά υπέροχη εικοσαετία όπου γνώρισα και με γνώρισαν εκατοντάδες άνθρωποι.
Διαμάντια και χαλίκια υπάρχουν παντού, το ίδιο συμβαίνει κι εδώ.
Μου κράτησαν συντροφιά εξαιρετικά παιδιά, απ’ όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. Τους ευχαριστώ όλους γιατί μου έδωσαν πολλά, και το κυριότερο, γιατί με ανέχτηκαν, τις ιδιοτροπίες και τα ξεσπάσματά μου.

Το μαγιό ξέρετε εξισώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ξεβράκωτοι είναι όλοι ίδιοι!
Έδωσα κι εγώ μπόλικα. Δεν μπόρεσα ίσως αυτά που θα ήθελα περισσότερο, το έκανα όμως μ’ ένα διαφορετικό τρόπο. Προσαρμόζεται ο άνθρωπος στις συνθήκες και μαθαίνει να είναι αντισυμβατικός σύμφωνα με τις περιστάσεις, με τον τρόπο που τον παίρνει.
Νομίζω πως τα κατάφερα.
Κάθε τι ωραίο έχει κι ένα τέλος.

Η ΕΞΈΓΕΡΣΗ ΠΟΥ ΚΡΆΤΗΣΕ ΧΡΌΝΙΑ ΕΊΧΕ ΈΝΑ ΤΈΛΟΣ ΠΙΚΡΌ.
Τα καλοκαίρια στο Εστέλλα όχι .

Εκεί μες το νυχτερινό τρίγωνο του διαβόλου Salina – Enjoy – Blue Bay, τα τρία νυχτερινά κλαμπ της πόλης με τη μεγαλύτερη κίνηση που μάζευαν όλη την αφρόκρεμα της περιοχής και όχι μόνο, Το κάμπινγκ μάζευε όλο τον κόσμο την ημέρα, κυριολεκτικά όλο τον κόσμο, μα όλον, ήταν όλοι εκεί!

Η κατάσταση είχε αρχίσει να φθίνει σιγά-σιγά, φυσιολογική φθορά πες το,
οι συνθήκες που άλλαξαν δραματικά μετά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία μας προετοίμασαν .
Την εγκαταλείψαμε μόνοι μας, ήταν αναπόφευκτο.
Μετά Θεσσαλονίκη, και ξανά πίσω.
Κάθε καινούρια εμπειρία μου μάθαινε πολλά.

Χθες πέρασα πάλι απ’ τον κυρ Δημήτρη και τον χαιρέτησα, έγινε πλέον 91 χρόνων και μισότυφλος, μούσφιξε το χέρι στοργικά, ήταν και η Έλλη μαζί μου, συγκινήθηκε, του υποσχέθηκα σε λίγες μέρες να επιστρέψω για να πιούμε τσιπουράκι να τα πούμε για τα καλά, δεύτερος πατέρας μου στάθηκε στα χρόνια τα παλιά, τα καλά και για μένα και γι αυτόν, 12 εκατομμύρια έφαγα εδώ μέσα Μιχάλη μου μου είπε, πάνε όλα τα λεφτά, δεν έχω πλέον μια, όμως ούτε ένα φτωχαδάκι δεν καταχράστηκα, έδωσα δουλειά σε πολλούς, τάισα δεκάδες, μόνο από πλούσιους επήρα, το ξέρω κυρ Δημήτρη του είπα, βοήθησες πολλούς, κι εσύ Μιχάλη, εγώ δυο τρεις Τοτέ του λέω εσύ δεκάδες! κι έφυγα, σύντομα, ελπίζω, θα επιστρέψω, παρ’ τηλέφωνο πρώτα, να είμαι καλά, αλλιώς δεν έχει αξία, εντάξει; εντάξει

How you remind me, Nickelback.

  • Να ανοίξω την αγαπημένη μου παρένθεση για να μη ξεχάσω να αναφέρω δύο σημαδιακά γεγονότα.
    Το πρώτο δεν έχει αναφερθεί καθόλου μέχρι σήμερα.
    Το διάστημα ανάμεσα στις εδώ δύο ποινικές διώξεις ήρθε ένα πρωϊνό από την Ιταλία η μητέρα της Τζιοβάννα, αγαπημένης μου φίλης, να μου ζητήσει μία μεγάλη χάρη. Η κόρη της τραβιόταν στις φυλακές και κινδύνευε με πολλά χρόνια καταδίκης εξ αιτίας της μαρτυρίας του Σαβέριο,
    μοναδικής,
    όπου με λίγα λόγια την κατηγορούσε πως η ομάδα μας στην οποία σύμφωνα πάντα με τα λόγια του ανήκε, την έστειλε, εγώ για την ακρίβεια, να κάνει αυτοψία σε ένα κτηματικό γραφείο.

Δεν το σκέφτηκα δευτερόλεπτο, έκανα μία δήλωση την οποία επικυρώσαμε στο Ιταλικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη, με την οποία αρνούμουν κατηγορηματικά πως έστειλα το κορίτσι οπουδήποτε, διαψεύδοντας τον συγκεκριμένο.
Τι απέγινε με την Τζιοβάννα δεν θυμάμαι, θα μάθω όμως κάποια στιγμή, πολύ σύντομα μάλιστα.
Το δεύτερο έχει να κάνει με το ατυχές γεγονός του ταξιδιού στη Γερμανία που επιχείρησα,κόντρα σε όλα τα ‘προγνωστικά’ ας πούμε.
Ποτέ δεν κατάλαβα τι με ώθησε να κάνω εκείνη την κίνηση, σχεδόν αυτοκτονική.

Ήταν σίγουρα μία πολύ τραυματική εμπειρία, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου είχαν γίνει τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη, τη φυλάκιση, τη νέα δικαστική μου περιπέτεια κλπ. Τα έχουμε αναφέρει σε άλλο μας πόνημα,δεν χρειάζεται να επαναλάβω τίποτα.
Αυτή είναι η παρένθεση.

Lola, the Kinks.

Οι κυβερνήσεις, πράσινες και γαλάζιες, έχουν εν τω μεταξύ βυθίσει την χώρα στον ατομικισμό και τον καταναλωτισμό, κάτω από τις διαταγές των ‘αγορών’,ώσπου η παγκόσμια καπιταλιστική φούσκα σκάει με πάταγο.
Έχουμε εδώ την εξέγερση των νέων του 2008 και την αντεπίθεση του κεφαλαίου που κορυφώνεται με την είσοδο της χώρας στα μνημόνια. Την πολυμέτωπη επίθεση προς τον αντιεξουσιαστικό χώρο που μόνος-ολομόναχος κρατάει σηκωμένη τη σημαία της αντίστασης
για να φτάσουμε πλέον στην ωμή καταστολή οποιασδήποτε φωνής ανυπάκουης,
ενάντια στην ανυπακοή και αυτονομία,
μιας και όλες οι παραδοσιακές δυνάμεις,οργανώσεις και δομές της καθεστωτικής αριστεράς και των συνδικάτων σιωπούν εκκωφαντικά, ευρισκόμενες σε πλήρη αδράνεια.

Έχουμε ένα εμφανέστατο πραξικόπημα ενάντια στις εκφράσεις της αστικής, ψευτο αντιπροσωπευτικής, ψευτοδημοκρατίας.
Που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία σύγχρονη φεουδαρχία.
Υπήρξε ενδιάμεσα το κίνημα των πλατειών το οποίο εξουδετερώθηκε λίγο μετά την γέννησή του μέσα στα δακρυγόνα με τα οποία κυριολεκτικά το έπνιξαν οι δυνάμεις καταστολής. Και στο ξύλο, άφθονο ξύλο, ωμή βία, χωρίς διακρίσεις.
Πνίγηκε και στις εσωτερικές του αντιθέσεις. Κίνημα πολυσυλλεκτικό, όπου το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας που φάνηκε να κυριαρχεί στην αρχή, δεν κατάφερε να οργανώσει τον κόσμο σε μόνιμα και σταθερά αυτοδιαχειριζόμενα σχήματα δομών αλληλεγγύης με μαζικότητα και συνέχεια!

Κι έμειναν για μία ακόμη φορά μόνοι τους οι αντιεξουσιαστές να προσπαθούν αυτό που μοιάζει αδύνατο, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή που μιλάμε.
Με όλες τις αντιθέσεις που έχει στο εσωτερικό του αυτός ο ανομοιογενής χώρος.
Από εδώ και από εκεί, σκόρπια, θα γεννηθεί, θα γιγαντωθεί, θα εκραγεί και θα πλημμυρίσει το μέλλον το ανατρεπτικό, ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό του ανθρώπου αυτόνομο κίνημα που θα καταργήσει την εκμετάλλευση και θα δώσει ξανά στον λαό τη φωνή του και την εξουσία, μέχρι να καταργήσει και αυτής την ανάγκη!
Λευκίμη, Κερατέα, Ιερισσός, Βίλα Αμαλία και δεκάδες άλλες Βίλλες διασκορπισμένες στο Αθηναϊκό και Ελλαδικό Παγκόσμιο χωριό δείχνουν τον δρόμο.

‘Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος’ φώναζαν οι Χιλιανοί σύντροφοι,από την μία πλευρά, και τους απαντούσαν απ’ την άλλη πως ‘λαός αρματωμένος ποτέ νικημένος’.

post image

Born in the usa, Bruce Springsteen.

Ταξιαρχίες,

  • Δεν βγήκε ακόμη ο μάϊος. Πριν λίγες μόνο μέρες γιορτάσαμε την ‘εργατική πρωτομαγιά’, πανάθεμα μας. Μεγαλύτερο μνημόσυνο δεν έχω ξαναδεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα δηλαδή, μιας κι εγώ εμπύρετος ήμουν στο κρεβάτι
    σας ρωτάω όμως
    εκείνον τον Αλέκο Παναγούλη τον θυμήθηκε κανένας, αν εξαιρέσουμε δέκα καλούς φίλους και συντρόφους του;
    Βλέπετε, τα κόμματα που χειραγωγούν τις μάζες – και μοιράζονται την εξουσία που τους επιτρέπει να διαχειρίζονται το κεφάλαιο – και τις κατευθύνουν, είναι εχθροί τέτοιων ανθρώπων.
    Έκαναν το παγώνι λοιπόν.

Τέτοια μέρα λοιπόν ένας απ’ τους μεγαλύτερους σύγχρονους ήρωες άφηνε την τελευταία του πνοή το μακρινό ’76.
Δεν τον θυμούνται γιατί ήταν ανεξάρτητος, αυτόνομος. Δεν ανήκε σε κόμμα, και για τέτοιους ανθρώπους επιβάλλουν την λήθη
κι ας ήταν ο μόνος που στην χούντα αντιστάθηκε έμπρακτα, ένας από τους ελάχιστους μάλλον,
απέτυχε να τινάξει στον αέρα τον ηγέτη της,
βασανίστηκε αγριότατα, καταδικάστηκε δις εις θάνατον και δεν εκτελέστηκε χάρη στην τεράστια διεθνή κινητοποίηση. Θάφτηκε ζωντανός σε κελί, απομονωμένος από τα πάντα και τους πάντες, έφτασε στο σημείο να γράφει ποιήματα χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του στους τοίχους των φυλακών Μπογιατίου, όταν για σπάσιμο του πήραν το χαρτί και το μολύβι.

Θέλουν να τον οδηγήσουν στη λήθη γιατί δεν ανήκει σε κόμμα.
Αυτοί είναι οι δικοί μας ήρωες κύριοι.
Ήταν έτοιμος να καταθέσει φάκελλο όπου αποδείκνυε την συνεργασία της χούντας με ενεργούς, γνωστούς πολιτικούς της τότε εποχής,
χαρακτήρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου ‘σύγχρονο Μουσολίνι΄, αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί του,
παράτησε την Ένωση Κέντρου γιατί ο πρόεδρός της είχε συνεργαστεί με την χούντα.
Ετοιμαζόταν να καταθέσει και φάκελλο για τα βασανιστήρια που η χούντα χρησιμοποίησε για να εξοντώσει τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Άσε που είχε καταφέρει ν’ αποδράσει δυο φορές από τις φυλακές, βασανισμένος, εξουθενωμένος.
Αυτοεξορίστηκε, όταν η χούντα τον απελευθέρωσε, ύστερα από την ύστατη προσπάθεια φιλελευθεροποίησης που προσπάθησε, κάτω από την διεθνή πάντοτε πίεση, στην Φλωρεντία. Σύντομα όμως επέστρεψε κρυφά στην χώρα για να οργανώσει την αντίσταση. Τότε που ο ‘Λαός’ ροχάλιζε βαριά αφήνοντας τους φοιτητές σχεδόν μονάχους να προσπαθούν να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα!
Δεν κατάφερνε βλέπετε να ησυχάσει. Όταν έχεις το σαράκι να σε τρώει μέσα σου……….

Έχασε τη ζωή του σε αυτό το παράξενο ατύχημα στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης, οι φάκελλοι του ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν, η απάτη κουκουλώθηκε μιας και όλοι τα έκαναν μεταξύ τους πλακάκια, ο μηχανισμός παρέμεινε ανέπαφος και ανέγγιχτος, την πλήρωσαν δέκα μεγαλόσχημοι μονάχα, και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Γι αυτό λοιπόν κι εγώ του κάνω το μνημόσυνο με ένα ποίημα τεράστια αλήθεια, που όσο κι αν την ξορκίζουμε αυτή πάντα επιστρέφει για να μας θυμίσει τα αυτονόητα. Δυστυχώς ή ευτυχώς :

Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.
Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί
Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για να βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.
στίχοι Αλέκος Παναγούλης τραγούδι Μαρία Φαραντούρη μουσική Μίκης Θεοδωράκης.

ότι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο! έγραψε ένας άλλος ποιητής.

»τα δάκρυα που από τα μάτια μας

Θα δείτε να τρέχουν

Μην πιστέψετε ποτέ

πως είναι σημάδια απόγνωσης

Υπόσχεση είναι μοναχά

Υπόσχεση αγώνα’

Αλέξανδρος Παναγούλης

  • Και ξαναγυρίζοντας στην εξεγερμένη Τουρκία του Ιουνίου ’13 :
    ‘Κοιμήθηκα μόλις 5 ώρες μέσα σε 3 ημέρες. Με ψέκασαν με δακρυγόνα αμέτρητες φορές, ρίσκαρα τον θάνατό μου 3 φορές. Και ξέρετε τι λέει ο κόσμος; Παράτα τα, εσύ θα είσαι που θα σώσεις την χώρα;
    Ναι, και αν δεν την σώσουμε εμείς, θα πεθάνουμε όσο το προσπαθούμε.
    Είμαι τόσο κουρασμένος που έχω πιει 7 ενεργειακά ποτά και 9 παυσίπονα σε 3 μέρες, η φωνή μου έχει κλείσει αλλά θα είμαι ξανά στην πλατεία σήμερα στις 6. Απλά για την επανάσταση.’
    Το μήνυμα που άφησε στο Facebook ο 22άχρονος διαδηλωτής Αμντουλάχ Κομέρτ, ο οποίος έπεσε νεκρός από σφαίρα στο Χατάι της Τουρκίας.

Μαρία Δημητριάδη _ Χρέος (Γ.Ρίτσος)

μιχαλης 000

Μίσσιου “Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε?”

Σχετική εικόνα

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Υ. στη χώρα του ποτέ ή… 2

Δημοσιεύτηκε στις 21 Απρ 2013

Τα πεπραγμένα της εποχής είναι η αιτία, ο λόγος που θα γεμίσει το σύμπαν με αερικά. Ανυπότακτα πνεύματα ανθρώπων που θα αντιστέκονται στους «καθωσπρέπει» και τους κανόνες τους. Αερικά που θα γίνουν δαίμονες γι’ αυτούς που στο όνομα των ανθρώπων εγκληματούν εις βάρος των ανθρώπων. Αερικά που θα είναι ήρωες για κείνους τους ανθρώπους που υποφέρουν. Το άσπρο ενάντια στο μαύρο. Το ανυπότακτο πνεύμα ενάντια στη λογική των υποταγμένων.

Αερικό – 1998
Στίχοι – Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία: Μελίνα Κανά

 

και…..Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, Νίκος Ξυλούρης.

  • Χτυπά λοιπόν η πόρτα. Πρωί, λίγο μετά που έφυγε στη δουλειά ο πατέρας μου.
    Το κατάλαβα αμέσως το νόημα αυτού του χτυπήματος. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει.
    Βεβαιώθηκα κοιτάζοντας αθόρυβα από το ματάκι.
    Τώρα ;
    Την απέλαση της Ρόσσα φοβόμαστε περισσότερο. Δεν έχουμε παντρευτεί ακόμη, να γίνει Ελληνίδα, να μη μας χωρίσουν!
    Γαμώτο!
    Βγαίνουμε στο μπαλκόνι, πέμπτος όροφος, βλέπει λιμάνι, πάνω από το καφενείο ‘Λιμανάκι’ και την Μυροβόλο.
    Πηδάμε πάνω απ’ το διαχωριστικό στο διπλανό διαμέρισμα, πάνω απ’ το περβάζι, βλέπουμε τρεχαλητά στην παραλία. Έχουν κυκλώσει όλο το τετράγωνο οι κουφάλες, μας πήρανε χαμπάρι απ’ το λιμάνι και τρέχουν να ειδοποιήσουν τους δικούς τους.
    Κοινώς, την πατήσαμε!

Γυρνάμε πίσω, ανοίγουμε την πόρτα και παραδινόμαστε. Είχαν ξεκινήσει και τα τηλέφωνα προς τον πατέρα μου να μας πείσει ν’ ανοίξουμε την πόρτα.
Μας κρατούν στην Ασφάλεια δύο μέρες, ξεχωριστά, και μας ανακρίνουν διαρκώς. Δεν χρησιμοποιούν σωματική βία. Ένας σκληρός, ένας μαλακός.
Τους λέω πως ναι, φυσικά και είμαι σύντροφος, μέλος του κινήματος της Αυτονομίας, που θέλει ν’ αλλάξει τα πράγματα στην Ιταλία,
αλλά μέχρι εκεί, σε αντάρτικες οργανώσεις δεν έχω προσχωρήσει, το ίδιο και η κοπέλα.
Με ρωτούν διαρκώς για την 17 του Νοέμβρη και δηλώνω πλήρη άγνοια, είναι η αλήθεια άλλωστε.

Η μόνη μου σχέση με την οργάνωση είναι το λογότυπό της που ζωγράφισα στον τοίχο της σχολής μου την περίοδο της κατάληψης στην οποία συμμετείχα κάποιο καιρό νωρίτερα. Φυσικά και το κρατώ για τον εαυτό μου, όπως και την συμπάθεια που νιώθω για την οργάνωση. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα της ύπαρξής της, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες. Και καταθέτω σ’ εσάς με όλη μου την ειλικρίνεια πως δεν έχω γνωρίσει Έλληνα που να την αντιπαθούσε.
Τις πολιτικές της αναλύσεις πάνω στο παγκόσμιο όσο και τον ντόπιο καπιταλισμό κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αντικρούσει άλλωστε, όπως αργότερα αυτές του επαναστατικού Αγώνα. Και αυτές των Ταξιαρχιών στην Ιταλία επίσης.
Εσείς πείτε ότι θέλετε.
Δικαίωμα του καθενός, και ιερό η γνώμη του, και η άποψη!
Συνεχίζω.

Κάποια στιγμή ο σκληρός με απειλεί πως έχει ήδη δώσει εντολή να ετοιμάσουν συμβατικό αυτοκίνητο για να με μεταφέρουν μέσα στην άγρια νύχτα στους παντέρημους εκείνα τα χρόνια και πανέμορφους, αληθινούς αμμόλοφους,
να με βασανίσουν στην ερημιά, μέχρι θανάτου λέει, για να τους τα ξεράσω όλα.
Χέστηκα επάνω μου. Σίγουρα. Με όση ψυχραιμία μου απέμενε του είπα πως είμαι αγωνιστής στο Ιταλικό κίνημα και πως της Ελληνικής πραγματικότητας έχω παντελή άγνοια, πως διασυνδέσεις με ξένες γενικότερα οργανώσεις, στη Φλωρεντία, μια μικρομεσαία κατάσταση δεν είχαμε ποτές, πως η Αυτονομία δεν είναι ένα ενιαίο συμπαγές κίνημα, πως με έλληνα αγωνιστή ή ελληνική οργάνωση δεν έχω ποτέ συναντηθεί.
Με πίστεψαν – δεν με πίστεψαν, δεν γνωρίζω,
πάντως στην ερημιά δεν με πήγαν.

Έχω ένα φιλαράκι, τον Παυλάρα, που κάθε φορά που με συναντούσε στην Ελλάδα, όταν ερχόμουν για διακοπές να συναντήσω τον πατέρα μου, μου έδινε φυλλάδια της ‘αντιπληροφόρησης’, να ενημερώνομαι για τα ελληνικά δρώμενα και καθέκαστα. Αυτή είναι η μοναδική μου σχέση με την ελληνική παρανομία, ας πούμε.
Φυσικά και αυτό το κράτησα για τον εαυτό μου, δεν χρειάζονταν να τρέχουν και τον φίλο μου, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος, που τα βρίσκεις ; κλπ.
Το παλικάρι ανέκαθεν ήταν κομμουνιστής, ανένταχτος όμως,
συμπαθούσαμε την ‘Ρήξη’ βέβαια, γιατί μας άρεσαν αυτά που έγραφε,
στην Καβάλα δεν κουνιόταν φύλλο, και ήμασταν εμείς οι δύο μοναχοί που συζητούσαμε καμιά φορά γι αυτά τα πράγματα και τίποτα άλλο.
Την πρώτη φορά που πήραμε μαζί μέρος σε πορεία για το Πολυτεχνείο, τότε που ακόμη και στην Καβάλα κατέβαιναν στον δρόμο χιλιάδες λαού, περπατούσαμε στο τέλος του πλήθους, ανένταχτοι και φωνάξαμε ‘το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει’. Μας κοίταζαν σαν να είμαστε εξωγήινοι.
Δεν ήταν λοιπόν, απ’ ότι καταλαβαίνετε για πολλά-πολλά ο κόσμος.

Έτσι κι αλλιώς, περαστικός ήμουν πάντα από εδώ, περαστικός νόμιζα πως θα είμαι και αυτή την φορά!
Ο φίλος μου ελεύθερος ήθελε πάντοτε να είναι, να κάνει του κεφαλιού του, δεν την πήγαινε την καθοδήγηση.
Και στο κάτω-κάτω, για άλλο πράγμα με-μας έχουν προσαγάγει, αυτό είναι στα υπέρ μου και το εκμεταλλεύομαι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία επιστρέφω τη συζήτηση συνεχώς προς τα εκεί.
Ζητώ βέβαια δικηγόρο και τα γνωστά.
Σε δυο μέρες με άφησαν ελεύθερο και έστειλαν την Ρόσσα στην Κομοτηνή, να την δικάσουν για έκδοση απ’ ότι με άφησαν να καταλάβω στην συνέχεια.
Τελικά, οι Ιταλοί, έκδοση ζητούν και για τους δυο μας.

ερυθρές ταξιαρχίες 5

Δημοσιεύτηκε στις 30 Δεκ 2014

Ανέβηκε στις 1 Μαρ 2011
η νύχτα της ‘Δημοκρατίας’ : ο Sergio Zavoli ερωτά τον Prof. Enrico Fenzi ταξιαρχίτη από την Γένοβα ο οποίος διαχώρισε την θέση του στην φυλακή

Walk on the wild side, Lou Reed.

  • Κάνω ένα διάλειμμα για να σας πω δυο λόγια για το ξύπνημα μου το πολιτικό, για το ξεκίνημα
    Καθοριστικό στη ζωή μου στάθηκε το παράδειγμα του Σαλβαδόρ Αλλιέντε, η μεγάλη στιγμή της Ουνιδάδ Ποπουλάρ και η θυσία του Προέδρου στο βομβαρδισμένο Παλάτσο ντελλα Μονέδα. Είμαι μόλις 18, στο ξεκίνημα της πολιτικοποίησης μου και όλη η Ευρώπη βομβαρδίζεται από τις εικόνες του Ανδρός που έπεσε με το όπλο στο χέρι, ενώ τα νέα από τις προσπάθειες του ενωμένου λαού της Χιλής να κτίσει σιγά-σιγά ένα μοντέλο ανεξάρτητου και αυτόνομου κοινωνικοποιημένου κράτους έφταναν καταιγιστικά, κάθε μέρα στα στέκια, εκεί που χτυπά η καρδιά της σκεπτόμενης νεολαίας.
    Βίαια διακόπτεται αυτό το πείραμα και τα νέα της κτηνώδους επέμβασης της φασιστικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών που καθοδηγούν το πραξικόπημα υπό τις οδηγίες και την προστασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ, και του στρατού της Χιλής αναστατώνουν τις ψυχές μιας νεολαίας που κατακλύζει καθημερινά τους δρόμους διαμαρτυρόμενη ενάντια στην επέμβαση της Βορειοαμερικανικής στρατιωτικής μηχανής στο Βιετνάμ.

αποκάλυψη τώρα

Εμείς όλοι είμαστε οπαδοί του MIR, συμπαθούντες του Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς, του οποίου αγαπούσαμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν, οργάνωνε την κίνησή τους, τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν. Συγκλονισμένοι με το αγωνιστικό παράδειγμα των μελών της οργάνωσης, πριν, κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος και στην συνέχεια στα χρόνια της χούντας, αγαπήσαμε και τον Πρόεδρο που μάχεται ανυποχώρητος μέχρι τέλους, υπερασπιζόμενος και με το όπλο στο χέρι, τα δίκια του λαού του.
Έχουμε παραδείγματα μαχητών πολύ κοντύτερα, ΕΤΑ στην γειτονική Ισπανία, IRA στον βορρά στην Βρετανία και RAF λίγο πιo πάνω στην κοντινή Γερμανία. Αργότερα γεννιέται και η Αξιόν Ντιρέκτ στη Γαλλία.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι περιπέτειες των Χιλιανών συντρόφων μας, όπως και αυτών της Ουρουγουάης, των θρυλικών Τουπαμάρος με έκαναν να τους νιώθω κοντύτερα, μες την καρδιά μου.
Πολύ κοντύτερα.

http://vimeo.com/90865784

κατάσταση πολιορκίας

Και να τους παρακολουθώ πιο άμεσα, όπως έγινε αργότερα με τους Σαντινίστας. Στις εφημερίδες με προσοχή μεγάλη σκάλιζα πρώτ’ απ’ όλα τις σελίδες να βρω νέα για τ’ αδέλφια μας και ύστερα έψαχνα για τα υπόλοιπα. Και στην τηλεόραση παρακολουθούσα μοναχά σαν αναφέρονταν σε αυτούς.
Οι εξόριστοι φοιτητές στην πόλη μας από αυτά τα μέρη γίνονται πάντα αγαπημένοι σύντροφοι. Μιλούσαμε με τις ώρες και δεν τους αφήναμε να κλείσουν το στόμα χωρίς να διηγηθούν και την τελευταία λεπτομέρεια από τις δράσεις αυτών των σπουδαίων ανθρώπων, που έχουν αποκτήσει μια μυθική σπουδαιότητα στα μάτια μας. Ιστορίες από τους τόπους τους, τις περιπέτειες, τις ήττες και τις νίκες!
Το κλίμα ίσως, το ταμπεραμέντο…….

Te Recuerdo Amanda, Victor Jara.

  • Αντιγράφω από το βιβλίο του τεράστιου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες για Τις Περιπέτειες του Μιγκέλ Λιττίν στην Χιλή :
    ‘Ήταν ένας σκηνοθέτης της Χιλής και της Ουνιδάδ Ποπουλάρ όταν έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ κατά του λαού. Ο ίδιος ο Αλλιέντε τον είχε ορίσει το 1970 επικεφαλής στην Τσίλε Φίλμς, μέσα από την οποία [και ενώπιον της οποίας] οι χιλιανοί σκηνοθέτες επεδίωκαν την εφαρμογή των θεωριών τους για λαϊκή κουλτούρα, αλλά και λαϊκή κυριαρχία, εισάγοντας νέες μεθόδους παραγωγής και διανομής.

Ο Μιγκέλ Λιττίν, οριστικά εξόριστος από τον δικτάτορα της Χιλής, πέρασε παράνομα τα σύνορα της πατρίδας του στις αρχές του 1985, μεταμφιεσμένος σε ουρουγουανό επιχειρηματία. Ενώ προηγουμένως ήταν μελαχρινός, είχε γένια και ήταν εύσωμος, τώρα εμφανίζεται αδυνατισμένος, χωρίς γένια, με καστανά μαλλιά. ‘Ξαναμαθαίνει’ απ’ την αρχή το γέλιο, όλες τις χειρονομίες και τις κινήσεις. Καθοδηγώντας ταυτόχρονα 5 κινηματογραφικά συνεργεία που δούλευαν σε διαφορετικά μέρη, έγινε και ο ίδιος ηθοποιός, παίζοντας ένα ρόλο που απαιτούσε τελειότητα : το παραμικρό λάθος θα ήταν μοιραίο. Σκοπός του είναι να κινηματογραφήσει την αγαπημένη, λεηλατημένη πατρίδα του, να καταγράψει την ‘αποτρόπαια σιωπή’ σε μια χώρα που βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Η μεταμφίεσή του ήταν τόσο πετυχημένη, που ούτε η ίδια του η μάνα δεν τον αναγνώρισε ! όταν την επισκέφτηκε ξαφνικά.

Ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε είχε εκλεγεί πολλές φορές βουλευτής και γερουσιαστής και υπήρξε τέσσερις φορές υποψήφιος πριν εκλεγεί πρόεδρος. Επιπλέον, στην μακριά κοινοβουλευτική του καριέρα, ήταν υποψήφιος στις περισσότερες επαρχίες της χώρας, από τα σύνορα με το Περού ως την Παταγονία, έτσι, όχι μόνο γνώριζε κατά βάθος σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό τους διάφορους πολιτισμούς, τους ανθρώπους, τις πίκρες και τα όνειρά τους, αλλά και ολόκληρο τον πληθυσμό τον γνώρισε απ’ την καλή και την ανάποδη. Αντίθετα με τους πολιτικούς που τους έβλεπαν μόνο στον Τύπο και στην τηλεόραση, ή τους άκουγαν από το ραδιόφωνο, ο Αλλιέντε έκανε πολιτική μες τα σπίτια, από σπίτι σε σπίτι, σε άμεση και θερμή επαφή με τον κόσμο, όπως ήταν και στο επάγγελμά του : ένας οικογενειακός γιατρός. Η κατανόηση του ανθρώπου μαζί με ένα σχεδόν ζωώδες ένστικτο του πολιτικού επαγγέλματος κατάφεραν να ξυπνήσουν αντιφατικά συναισθήματα καθόλου εύκολα στη λύση τους. Όταν ήταν πια Πρόεδρος, ένας άνθρωπος παρέλασε μπροστά του σε μια διαδήλωση κρατώντας μια ασυνήθιστη αφίσα : »Έχουμε μια σκατοκυβέρνηση, αλλά είναι η Κυβέρνησή μου’. Σηκώθηκε, τον χειροκρότησε και κατέβηκε για να του σφίξει το χέρι.’

Βλέπουμε εκείνες τις μέρες και την Κατάσταση Πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και πρωταγωνιστή τον Ύβ Μοντάν,1972, ταινία που αναφέρεται στην κατάσταση της Ουρουγουάη, τις επεμβάσεις των Βορειοαμερικανών στις χώρες του Νότου, και το κίνημα των ανταρτών Τουπαμάρος. Έχω ξαναγράψει, δεν θα επεκταθώ.
Έχει προηγηθεί ‘Η Μάχη του Αλγερίου’, του Τζίλο Ποντεκόρβο.
Τους ερωτευόμαστε!

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

  • Επιστρέφουμε στη Χιλή :
    ‘Εκεί υπάρχουν δύο πεθαμένοι που ποτέ δεν πεθαίνουν : Αλλιέντε λοιπόν και ο Νερούδα, δυο ζωντανοί πεθαμένοι.
    Η λατρεία τους είναι φανερή παντού. Ο τάφος του Αλλιέντε είναι μόνιμα τόπος προσκυνήματος.
    Στο σπίτι του Νερούδα στην Ίσλα Νέγκρα εξακολουθεί να πηγαίνει εκεί μια νέα γενιά ερωτευμένων που δεν ήταν περισσότερο από οκτώ χρονών όταν ζούσε ο ποιητής. Έρχονται απ’ όλο τον κόσμο και να γράψουν ερωτικά μηνύματα πάνω στο φράκτη που εμποδίζει την είσοδο. Αλλά υπάρχουν κι άλλα που οι φρουροί δεν προλαβαίνουν να τα εμποδίσουν, ούτε να τα σβήσουν! ‘Στρατηγοί, ο έρωτας ποτέ δεν πεθαίνει. Ο Αλλιέντε και ο Νερούδα ζουν. Ενός λεπτού σκοτάδι δεν θα μας τυφλώσει’.
    Είναι γραμμένα στα πιο απίθανα σημεία κι όλος ο φράκτης δίνει την εντύπωση πως υπάρχουν επιγραφές από διάφορες γενιές, η μία πάνω στην άλλη, από την έλλειψη χώρου’.

Μια και μας δίνεται λοιπόν η ευκαιρία μεταφέρω δυο λόγια του μεγάλου ποιητή που αντιγράφω από γράμμα του φυλακισμένου αναρχικού αγωνιστή Κώστα Σακκά στο Athens Indy :
‘Αργοπεθαίνει όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές….
Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μία προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη απ’ το απλό γεγονός της αναπνοής΄.

Gracias a la vida, Violeta Parra.

  • Συνεχίζω λοιπόν από εκεί που σταμάτησα την καβαλιώτικη αφήγηση :

Η Ροσσάνα βρίσκεται κλεισμένη στην Κομοτηνή, εγώ απαγορεύεται να τη δω. Έρχεται από το Ούντινε όπου κατοικεί ο Γκουίντο, ο νεότερος αδελφός της. Ψηλός, αδύνατος, ξανθός. Πολύ όμορφος, όλες τον θαυμάζουν. Καλό παλικάρι, ευγενικός, την επισκέπτεται συχνά κι έτσι ανταλλάσουμε νέα. Μένει σπίτι μας φυσικά. Προφορικά νέα, διότι τα γραπτά τα απαγορεύουν, χρειάζονται μεταφραστή, που να τον βρουν, φοβούνται και τα συνθηματικά. Πηγαίνω δυο φορές να συναντήσω τον δικηγόρο της που με χρειάζεται, τον κ. Γιαλιτάκη, εξαιρετικό νομικό και άνθρωπο
τη μια με αφήνουν να τη δω για πέντε λεπτά από το παραθυράκι της πόρτας που χωρίζει το ανδρικό από το γυναικείο τμήμα. Με πήγε ο φίλος, ο Βασίλης ο Ζωίδης με το κουπεράκι του. Τον γνώρισα στου Νικόλα, το διάστημα που ήμασταν ελεύθεροι και οι δύο. Την δεύτερη φορά μου δάνεισε το αυτοκίνητό του μιας και αδυνατούσε να με συνοδέψει. Τον ευγνωμονώ για πάντα, αυτά τα πράγματα εκείνα τα χρόνια δεν γίνονταν, δεν εμπιστευόσουν το κάρο σου σε κάποιον που γνωρίζεις μονάχα δύο μήνες!

Αργότερα μου χάρισε μάλιστα ένα υπέροχο ταξίδι μιας βδομάδας στα χωριά του Ψιλορείτη, όπου είχε φίλο καρδιακό από τα χρόνια της αντίστασης στη χούντα, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Αριστερός, λάτρης του καλού κρασιού και του φαγητού.
Περάσαμε αξέχαστα. Αυτός και η σπουδαία σύντροφός του η Άννυ είναι δύο εξαιρετικοί άνθρωποι. Με τον καιρό χαθήκαμε.
Γίνεται τελικά η δίκη, εκεί μπορώ και την αγκαλιάζω για ένα δεκάλεπτο που μας αφήνουν κλεισμένους σε ένα γραφείο του δικαστηρίου,κλειδωμένους.
Αποφασίζουν την έκδοσή της για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, αφαιρώντας τη συμμετοχή σε ένοπλη ανατρεπτική ομάδα.
Κατήφεια, απογοήτευση.
Προσφυγή στον Άρειο Πάγο.
Την μεταφέρουν στον Κορυδαλλό και την ίδια μέρα συλλαμβάνουν εμένα, έχει περάσει μήνας απ’ τη μέρα που χτύπησαν την πόρτα.
Είναι Παρασκευή, ο διοικητής του τμήματος μου φέρεται εξαιρετικά, γνωρίζει την οικογένειά μου απ’ την μεριά της δεύτερης γυναίκας του πατέρα μου,
αν θυμάμαι καλά, ο κ. Ηλιόπουλος.
Η μάνα μου πέθανε όταν ήμουν μικρούλης, φωνάζω και νιώθω μάνα μου την καινούρια γυναίκα, την γνώρισα από παιδί.
Αντί να μ’ έχουν μονίμως κλεισμένο στο μικρό κελί που υπάρχει στον δεύτερο όροφο, περνώ τις περισσότερες ώρες σε ένα γραφείο όπου με επισκέπτεται ο πατέρας μου. Δίχως χειροπέδες, με διακριτική παρακολούθηση. Γράφω στην Ρόσσα και εγγυάται πως το γράμμα θα φτάσει στα χέρια της, όπως και έγινε.
Κοιμάμαι το βράδυ στο κελί. Αύριο θα με στείλουν Κομοτηνή. Με ρωτά αν επιθυμώ να περάσω το Σαββατοκύριακο εκεί, νάρχεται κι ο πατέρας μου να με βλέπει.
Δεν θέλω να τον στενοχωρώ περισσότερο, επιθυμώ να βρεθώ μια ώρα νωρίτερα στο περιβάλλον στο οποίο θα ζήσω το επόμενο διάστημα, προτιμώ να με στείλουν στη φυλακή το συντομότερο δυνατό.
Έτσι και γίνεται, περνώ την πόρτα και μετά τα διαδικαστικά με τοποθετούν πρόχειρα σε κάποιο κελί, μόλις που προλαβαίνω να παρακολουθήσω το μπαράζ που γίνεται στον Βόλο ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Άρη για να αναδειχθεί ο πρωταθλητής του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος!
Για την ιστορία, στεφθήκαμε πρωταθλητές κερδίζοντας 2-0.
Κάθισα μέσα έξι μήνες προφυλακισμένος, σε αναμονή της δίκης μιας και η χώρα μου αποφάσισε να μη με εκδώσει και δέχτηκε να με δικάσει εδώ, ζητώντας την απαραίτητη δικογραφία. Και μιας και ο καιρός περνούσε και η διαδικασία δεν ολοκληρώνονταν,έδωσαν παράταση προφυλάκισης για ένα ακόμη εξάμηνο.

Ο θάλαμος που με τοποθέτησαν οριστικά ήταν πολύ μεγάλος, ήμασταν στριμωγμένοι καμιά δεκαπενταριά εκεί μέσα,με μία ξυλόσομπα στη μέση για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Κάποιες περίοδες γινόμασταν και περισσότεροι, όταν η ‘εγκληματικότητα’ αυξάνονταν. Είναι δικαστικές φυλακές αυτές της Κομοτηνής, κάποιοι με μέσον όμως εκτείουν εκεί την ποινή τους.
Κάνω παρέα με τους Ιταλούς που βρίσκω έγκλειστους, τους ξένους γενικότερα. Με τους ντόπιους δεν μπορώ να συγχρωτιστώ, δεν είναι ώρα για μεγάλες αναλύσεις, η ρουφιανιά πέφτει σύννεφο για τα πιο απλά πραγματάκια, άσε που χρόνια στο εξωτερικό έχω αποκτήσει νοοτροπία διαφορετική. Είναι λιγάκι διαφορετικοί και οι κώδικες συμπεριφοράς γενικότερα, μη ξεχνάτε πως το κατώφλι της φυλακής το έχω ξαναπεράσει στη Φλωρεντία, δεν είμαι άσχετος, κι ας η παραμονή μου εκεί είχε κρατήσει λίγο.

Γενικά, τα βρίσκω καλύτερα με τους ξένους που είναι όλοι μέσα για εμπορία ναρκωτικών, ή κατοχή για κάνα δυο, τους πιο τυχερούς.
Πολιτικοί δεν υπάρχουν, είμαι ο μοναδικός.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα Γαλλοκαναδό από το Κεμπέκ, έναν υπέροχο Λιβανέζο από το Μπάαλμπεκ και ένα Σέρβο, πολύ σκληρό, όλοι τον τρέμουν. Οι περισσότεροι μέσα με πάνω από τριάντα κιλά νταλαβέρι.Μόνο ο Λίνο, ψαράς από τη νότια Ιταλία που έπεσε έξω στις δουλειές του και έκανε το ταξίδι στην Πόλη για να ορθοποδήσει πιάστηκε στα σύνορα με 3 κιλά άσπρη. Καθαρό, ξεκάθαρο δόσιμο, κάρφωμα. Απ’ τους εμπόρους τους ίδιους
όταν του έκρυβαν στο αυτοκίνητο το ‘πράμα’, ένα σακουλάκι με μισό κιλό δεν χώρεσε, δεν κατάφεραν να το καβατζώσουν και αναγκαστικά το κράτησαν.Το μήνυμα όμως είχε ήδη σταλεί και ο καημένος ο Λίνο έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από τους Έλληνες τελωνειακούς για να αποκαλύψει που είχε ‘κρυμμένο’ το τελευταίο δεματάκι.
Ήταν ο μεγαλύτερος απ’ όλους μας αυτός ο συμπαθέστατος ‘γεροντάκος’, με είχε σαν παιδί του.

Λίγο αργότερα ήρθε και ο Λουίτζι, δούλευε στην Αλιτάλια και είχε μεγάλη ευχέρεια στα ταξίδια λόγω τζαμπέ εισιτηρίων σε κάθε γωνιά της γης.
Ελεύθεροι όταν βρεθήκαμε συναντηθήκαμε δύο φορές.
Την πρώτη ήρθε και με βρήκε στην Καβάλα με την κόρη του, πήγαμε για λίγες μέρες και στη Θάσο. Του χάρισα τότε ‘Τα παραπονεμένα λόγια’ που γνώριζε ήδη από τα μπουντρούμια, μ’ έβαζε να του τα τραγουδώ όλη την ώρα ‘ζωντανά’ και η κόρη του ανατρίχιαζε και δάκρυζε.
Τη δεύτερη φορά ήρθε με την κοπελιά του. Κάναμε ένα μεγάλο ταξίδι με το κάμπριο του, το φυσούσε το παραδάκι. Κάναμε σχεδόν τον γύρο της Χαλκιδικής, φτάσαμε τελικά μέχρι την Πάργα. Ένα βράδυ στα Σύβοτα ο Λουίτζι κοιμήθηκε νωρίς και εγώ συνέχισα έξω με το κορίτσι.

Δεν είναι όμορφη, είναι όμως εντυπωσιακή, φοβερό θηλυκό με δυνατή προσωπικότητα. Κάναμε έρωτα σε ένα σκάφος που ήταν αραγμένο μακριά, στην άκρη του μώλου, έρημο εκείνη την ώρα απ’ τους ιδιοκτήτες του. Απ’ τη πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε γεννήθηκε μεταξύ μας μεγάλη έλξη, μια χημεία μαγική.
Την άλλη μέρα φυσικά του τα είπε όλα. Ο φίλος στράβωσε λιγάκι, δεν άλλαξε όμως καθόλου την συμπεριφορά του. Στην Πάργα δεν άντεξα εγώ, τους χαιρέτησα με θέρμη και έφυγα για Αθήνα. Δεν ξανά έμαθα νέα του. Χαθήκαμε οριστικά.

Στη φυλακή η μονοτονία είναι φοβερή. Ακούμε μουσική από ραδιοφωνάκια, την τηλεόραση από τότε δεν μπορώ να την παρακολουθήσω, δεν την χωνεύω κι ας μην έχει καμία σχέση με την σημερινή εμετική πραγματικότητα. Έχουμε ανοιχτό το προαύλιο για οκτώ ώρες τη μέρα, παίζουμε συνεχώς βόλεϋ, εκεί έκανα την τέλεια ‘προετοιμασία’ που μου χρειάστηκε αργότερα, στα πανέμορφα χρόνια της παραλίας! Πίνουμε καφεδάκια κάτω από τον πλάτανο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της αυλής [ η φυλακή της Κομοτηνής ήταν τότε ένα παλαιό χάνι με τα όλα του που αργότερα μετατράπηκε σε χώρο εγκλεισμού].

Ανταλλάσσω σχεδόν καθημερινά γράμματα με την Ρόσσα. Βλέπω στην τηλεόραση που την χώνουν με το ζόρι στο αεροπλάνο της επιστροφής αφού και η προσφυγή της απερρίφθη.
Μαθαίνω από τις εφημερίδες για την απαγωγή της από το κελί, για την προσπάθειά της να κόψει τις φλέβες για να αποφύγει την πτήση. Άλλοι είπαν με τα δόντια, άλλοι με το βραχιολάκι που φορούσε.
Ο πιλότος δεν δέχεται να την βάλει στο σκάφος, ένας βλάκας γιατρός αναλαμβάνει την ευθύνη, νομίζω την συνοδεύει στο ταξίδι. Η μάνα της που ήρθε να της συμπαρασταθεί τις τελευταίες Αθηναϊκές μέρες, απελπισμένη, εγώ δυστυχισμένος. Ο κ. Μιράσγεζης που κίνησε τις διαδικασίες στον Άρειο Πάγο απογοητευμένος. Μόνες ευχαριστημένες οι φυλλάδες που πουλάνε στον κόσμο ερωτικό ρομάντζο. Μονάχα κάποιες σοβαρές, όπως η δικιά μας ‘Πρωϊνή’ θυμίζει πως λίγο καιρό νωρίτερα, οι Ιταλικές αρχές είχαν αρνηθεί την έκδοση του χουντικού Ασλανίδη, που είχε καταφύγει στη χώρα τους, απαντώντας αρνητικά στο αίτημα των Ελληνικών αρχών.

Εμείς ανέκαθεν γιουσουφάκια.
Μέρες τώρα, από δω το πάνε κι από εκεί, αρνούνται να απαντήσουν στο αίτημα μας να παντρευτούμε, φυλακισμένοι όντες.Μέχρι την τελευταία στιγμή την αφήνουν να πιστεύει πως θα το επιτρέψουν.
Πήγα να τρελαθώ,
άντεξα.
Ο άνθρωπος έχει απίστευτες δυνάμεις στα δύσκολα.
Συνέχισα.

Prodigy, Stand up.

Βρώμικα φιλιά – Λάκης Παπαδόπουλος – vrwmika filia

DSC02242

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ξ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 13

Αγαπώ πολύ αυτήν την πόλη. Υπάρχουν γύρω- γύρω οι αγαπημένες μου γωνιές. Η καρδιά όμως είναι το τετράγωνο πλατεία Σάντα Κρότσε, [ Piazza Santa Croce ], πλατεία  Σινιορία [Piazza Signoria ] με το Παλάτσο Βέκιο [ Palazzo Vecchio ], το Δημαρχείο δηλαδή και την Γκαλλερία Ουφίτσι, Galleria degli Uffizi ], το τεράστιο Μουσείο-Πινακοθήκη. Πάμε Πόντε Σάντα Τρίνιτα, [Ponte Santa Trinita] η γέφυρα της Αγίας Τριάδας, περνάμε το ποτάμι από την άλλη μεριά, φτάνουμε μέχρι την πλατεία ντέι Μότζι, Piazza dei Mozzi] διασχίζουμε την γέφυρα των Ευχαριστιών [Ponte alle Grazie] και επιστρέφουμε στην πλατεία του Τίμιου Σταυρού. Παραποτάμια και μη είναι η αγαπημένη περιοχή, η καθημερινή βόλτα που απλώνεται μέχρι την πλατεία του αγίου Μάρκου. Με χαριτωμένα δρομάκια, κίνηση, φασαρία, πολυκοσμία, εξαιρετικά κτίρια, μεγάλη ομορφιά.

Και πάνω από τα κεφάλια μας, ψηλά στους λόφους, ανεβαίνοντας από στριφογυριστούς κατάφυτους δρόμους, δρομάκια και μονοπάτια, το πανέμορφο Piazzale Michelangelo, το τεράστιο Πιατσάλε του Μιχαήλ Άγγελου. Μέχρι την Fortezza da Basso, το Κάστρο. Και πάλι κάτω.
Με ήλιο και συννεφιά. Η ομορφιά είναι ανίκητη.
Στο ξανάπα. Η καντίνα για την οποία ήδη μίλησα είναι εκεί κάτω, μέσα σε αυτό το μεγάλο τετράγωνο, πίσω ακριβώς από την πλατεία Mozzi. Εκεί, στην ίδια περιοχή, στη γωνία του δρόμου, στο ισόγειο, μες τη βουή κατοίκησα μια χρονιά. Έχω για παρέα τον γάτο που κάποιος φίλος μου δώρισε και ονομάζω Ερνέστο. Και του μιλώ με τις ώρες για τις εξελίξεις πίνοντας και καπνίζοντας, δεν παραλείπω να του αδειάσω κι εκείνου μια τζούρα!

Η πλατεία έχει κήπο. Στο δρόμο που την διασχίζει υπάρχει μπαράκι που για κάτι φεγγάρια το κάνουμε στέκι. Αργότερα μαθαίνουμε πως έχει γυριστεί ταινία εκεί, περίφημη. Του Mario Monicelli. Mε πλειάδα γνωστών την εποχή ηθοποιών που φωτογραφίες τους κοσμούν την εσωτερική του σάλα. Ugo Tognazzi, Philippe Noiret, Duilio del Prete, Gastone Moschin, η Όλγα Καρλάτου και ο Αντόλφο Τσέλι γυρίζουν κάμποσες σκηνές εκεί μέσα το 1975. ‘Οι εντιμότατοι φίλοι μου’ λέγεται η ταινία. ‘Amici miei’, έδωσε το όνομα και στο καφέ.
Έχει μείνει από αυτή τη ταινία γνωστή στην ιστορία εκείνη η στιγμή που οι φίλοι μας, μαζεμένοι στον σιδηροδρομικό σταθμό, χαστουκίζουν! τους ταξιδιώτες οι οποίοι σκύβουν από τα παράθυρα του τραίνου που αναχωρεί για να αποχαιρετήσουν φίλους και συγγενείς. Μες τα γέλια και την καλή χαρά.

Έχει καινούρια φλιπεράκια τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης εκείνους τους καιρούς κι έτσι μας κερδίζει. Και οι συμπαθέστατοι πρωταγωνιστές μας κοιτούν αφ’ υψηλού να σπάζουμε τα ρεκόρ μας, την μια μέρα μετά την άλλη.
Είναι τα χρόνια που ξεκινούν να ξεφυτρώνουν στην πόλη τα πρώτα μακροβιοτικά εστιατόρια και κάνουν αμέσως θόρυβο. Δύο για την ακρίβεια.
Θυμάμαι πολύ καλά το πρώτο διότι το επισκέπτομαι συχνά. Ένα μεγάλο υπόγειο, λιτά επιπλωμένο με ξύλο, στην συνοικία Σάντο Σπίριτο, διασχίζοντας το γεφύρι της Σάντα Τρίνιτα κόβεις αριστερά. Υπάρχει μεγάλη περιέργεια για τις ‘καινούριες’ τροφές και γεύσεις, δειλά -δειλά ξεκινά η κουβέντα για την σωστή διατροφή. Καταστήματα πάντως να πωλούν προϊόντα εναλλακτικά δεν υπάρχουν ακόμη, βιολογικά κλπ.
Λίγο νωρίτερα, κάποια μέτρα μακρύτερα, στην κεντρική πλατεία της γειτονιάς, μπροστά στην εκκλησία, γίνεται και η συναυλία των Άρεα.
Πίτα στον νεαρόκοσμο, μένω αποσβολωμένος με τις φωνητικές δυνατότητες αυτού του σπουδαίου Έλληνα καλλιτέχνη, του Δημήτρη του Στράτου. Έχουμε ακούσει πολλά να λέγονται γι αυτόν αλλά το να παρακολουθείς από κοντά συναυλία του είναι το κάτι άλλο. Τον έχουμε γνωρίσει λίγες μέρες νωρίτερα στο σπίτι γνωστού σου όταν ήρθε για να φιξάρει τα οργανωτικά θέματα που έχουν να κάνουν με το κοντσέρτο. Είναι συμπαθών της Avanguardia Operaia, τριγυρίζεις κι εσύ εκεί γύρω εκείνο τον καιρό και έτσι έχεις τα κονέ, τις διασυνδέσεις. Εσένα καλούν για καφεδάκι στο σπίτι που γίνεται η συνάντηση και με παίρνεις μαζί σου.

Έτσι έχουμε την μεγάλη τύχη να συναντήσουμε αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο και να τα πούμε από κοντά. ΑΦΉΝΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΊΑ ΤΟΥ ΠΝΟΉ ΛΊΓΑ ΧΡΌΝΙΑ ΑΡΓΌΤΕΡΑ ΣΤΗΝ Νέα Υόρκη, νικημένος από μια καιά ασθένεια. Στο Μιλάνο διοργανώνουν συναυλία οικονομικής ενίσχυσης για την θεραπεία του και μαζεύονται εκατό χιλιάδες νέοι. Πεθαίνει λίγες ώρες νωρίτερα και η ανακοίνωση γίνεται από τα μικρόφωνα στο συγκεντρωμένο πλήθος. Φαντάζεστε το κλίμα, την συγκίνηση !
Τέλος ‘70, αρχές του ογδόντα.
Φανταστικός άνθρωπος, μεγάλη παράσταση, υπέροχη βραδιά. Όταν παίζουν τη διεθνή με εκείνο τον μοναδικό, τζαζίστικο-ροκ τρόπο γίνεται χαμός!

area χαρά και επανάσταση

 

Νομίζω πως η συντροφιά μας φτάνει σιγά σιγά προς το τέλος της. Μέχρι να τελειώσουμε το κρασί μας θα σου μιλήσω για μια απαλλοτρίωση που κάναμε σε τράπεζα σε κωμόπολη έξω από την πόλη, στο βουνό.
Στις διάφορες δράσεις εκπαιδεύονται οι σύντροφοι σταδιακά, και θα περάσουν από όλες. Με μέτρο. Για να υπάρχει η σιγουριά και η απόδοση. Πάντα με άλλους εμπειρότερους θα δράσεις, θα κάνεις τα βήματα, όλα, ένα προς ένα. Από το απλό στο σύνθετο και πάει λέγοντας.

Αν εν τω μεταξύ μου έρθουν και άλλα πράγματα στο μυαλό που θα αξίζει να τα αναφέρουμε, εδώ είμαστε.
Νομίζω πως έδωσα παραστατικά, συνοπτικά, όλο τον αέρα που φυσούσε εκείνο το διάστημα. Το περιεχόμενο των ημερών, την καθημερινότητά μας. Ένα ημερολόγιο στάθηκε η κουβέντα μας ζωής και αγώνα, έρωτα, δράσης, σχέσεων, σκέψης. Ένα ημερολόγιο αυτονομίας, και όχι μόνο.
Το άνοιγμα προς το μέλλον ήδη από το παρόν.

Απαλλοτριώσαμε καταστήματα πολυτελείας και υπεραγορές, επιτεθήκαμε σε σταθμούς αστυνομίας, ιδιωτικής και κρατικής και πυρπολήσαμε τα μέσα με τα οποία καταστέλλει, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα καραμπινιέρων και σε κομματικά γραφεία, απαλλοτριώσαμε τράπεζες και οπλοπωλεία. Και πάνω απ’ όλα, βάλαμε αλληλεγγύη και ελευθερία στη ζωή μας! Αυτοδιάθεση.

Smoke on the Water, Deep Purple.

Ανοίγω όμως μια μικρή παρένθεση, αυτό που σου έλεγα νωρίτερα. Πριν αναφερθούμε λοιπόν στην ληστεία ας δώσουμε την συνέχεια της αφήγησης του ταξιδιού προς Montalto di Castro.
Επιστρέψαμε στην Φλωρεντία λοιπόν. Λίγες μέρες αργότερα, ενώ φεύγω από την σχολή πέφτω πάνω στην Πάολα, φιλενάδα της Ρέα στην ομάδα με τις φεμινίστριες, μια από τις περισσότερο ενεργές αγωνίστριες.
Μου ζητάει τον λόγο που ‘άρπαξα τη φιλενάδα μέσα από τα χέρια της’ εκείνο το απόγευμα! Βλέπεις, εμφανίστηκα σαν φάντης μπαστούνι από το πουθενά, είχαν σκοπό να την φύγουνε μαζί!

Περνάμε από την βινερία, [κρασάδικο], που έχει ανοίξει λίγο πριν το σπίτι μου και είναι πάνω στον δρόμο μας, πίνουμε και τσιμπάμε κάτι μεζεδάκια, είμαστε και οι δυο νηστικοί από το πρωί. Καταλήγουμε κάποια στιγμή στο κρεβάτι. Να πω το κρίμα μου, το έχω απωθημένο, μου αρέσει από ανέκαθεν πάρα πολύ. Δυνατός χαρακτήρας, εκρηκτική και πολύ χαριτωμένη. Έχουμε μια σχέση πολύ τεταμένη. Ίδιοι κατά βάθος, στα καλά και τα κακά. Βαράτε με κι ας κλαίω.
Το διαμερισματάκι στο οποίο μένω αυτό το διάστημα είναι μια κούκλα. Στο ισόγειο υπάρχει ένα μικρούλη κατάστημα. Αργότερα οι σύντροφοι το νοικιάζουν και το δουλεύουν φωτοτυπικό. Ανεβαίνεις μερικές σκάλες και υπάρχει η είσοδος του σπιτιού μας. Λίγες σκάλες ακόμη και βρίσκεσαι στον κυρίως χώρο. Πλήρως και πολύ μοντέρνα επιπλωμένο. Σαλόνι τραπεζαρία μαζί, μπάνιο τουαλέτα στην μέση και υπνοδωμάτιο μετά. Υπάρχει το παράθυρο που βλέπει στο μπροστινό δρομάκι και παράθυρο στο υπνοδωμάτιο σε αυλή, ακάλυπτο χώρο με τον οποίο δεν έχουμε επαφή.

Στο καθιστικό υπάρχει σκάλα ξύλινη που σε ανεβάζει σε σοφίτα, μέσα στο διαμέρισμα που είναι πολύ ψηλοτάβανο και την χωρά άνετα. Είναι ένα επιπλέον δωμάτιο ύπνου κλπ, χωρά ένα τεράστιο κρεβάτι με κομοδίνα από τις δυο του πλευρές. Όλα τα δωμάτια είναι κοινά στα δύο αγόρια και στο κορίτσι που μοιραζόμαστε το διαμέρισμα. Δεν υπάρχει δικό μου και δικό σου. Κοιμόμαστε όπου βρούμε βασικά. Συνήθως, όποιος έχει παρέα χρησιμοποιεί την σοφίτα. Μοιραζόμαστε τα πάντα, ακόμη και τα ρούχα για όλο το διάστημα που μένουμε μαζί, νομίζω κοντά στα δυο χρόνια, ίσως και λίγο παραπάνω.

Το «Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις», είναι ένα από τα καλύτερα και πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του Λέο Μπουσκάλια. Είναι ένας ολόκληρος θησαυρός και μία ατελείωτη πηγή έμπνευσης, θάρρους και αποφασιστικότητας για όλους όσους αναζητούν μία καινούρια διάσταση στην προσωπικότητα τους και στη ζωή τους μέσα από τους δρόμους της κατανόησης και της αγάπης. Καθηγητής της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια, ψυχολόγος και συναρπαστικός ομιλητής, ο Μπουσκάλια σε καθηλώνει και σε μεταμορφώνει με τα βιβλία του, που όλα σχεδόν πηγάζουν από ομιλίες, διαλέξεις και ελεύθερες συζητήσεις μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, «φωνάζει, μιμείται, γελά, δακρύζει και κλαίει», γράφει ένας σχολιαστής και συμπληρώνει: «Το να παρακολουθείς το Μπουσκάλια να μιλά είναι σαν να κουβεντιάζεις μ’ έναν παλιό φίλο πάνω σ’ ένα κοινό και ποθητό θέμα».

Jefferson Airplane – White Rabbit (Grace Slick, Woodstock, aug 17 1969)

Εκεί λοιπόν μας βρίσκει αργά το βράδυ η Ρέα. Μας έχει πάρει ο ύπνος κάποια στιγμή. Κουνά το κεφάλι και φεύγει. Έχουν προηγηθεί στιγμές θύελλας, έρωτα γέλιου νεύρου θρήνου, όλα μαζί. Είμαστε και οι δύο κάτσε καλά, έρως και θυμός, αγάπη και αντιπαλότητα μαζί, έχουμε και την Ρέα κοινή φιλενάδα και αγαπημένη. Φωνές, θυμός, κραυγές, χαστούκια, φιλιά! Είναι και η θέση της τέτοια, υπάρχει αυτή η αντιπαλότητα που έχει ξεσπάσει, στα φόρτε της αυτή ακριβώς τη στιγμή ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια. Απ’ την άλλη μοιραζόμαστε τους ίδιους κινδύνους όλοι, ένα μπλέξιμο γενικότερα. Νιώθουν διχασμό τα κορίτσια μέσα τους.

You say love is a temple, love a higher law
Love is a temple, love the higher law

You ask me to enter, but then you make me crawl
And I can’t be holding on to what you got
When all you got is hurt       
One love, one blood
One life, you got to do what you should
One life with each other
Sisters, brothers

One life, but we’re not the same
We get to carry each other, carry each other
One
One
                                    U2                                                                             

Και δίνονται και δεν δίνονται, ψάχνονται και μεταξύ τους, υπάρχουν οι σκληρές που ούτε τον λόγο μας απευθύνουν στα ξαφνικά, που να συζητήσεις για σχέσεις!
Δεν την ξεχνώ ποτές. Δεν γίνεται να συμβιώσουμε. Το παλιό έχει ξεψυχήσει μα το καινούριο είναι πολύ άγουρο. Δύσκολα νικιέται ο εγωισμός, τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες. Η κτητικότητα.
Πάντως προχωράμε.
Δεν κάναμε ποτέ σχέση, είναι αδύνατον, φτάνει η παρέα, δεν γίνεται και παραπάνω.
Πολύ ενέργεια και στις δύο πλευρές, απαγορευτική.
Κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω.

AC/DC – Thunderstruck (Live – River Plate – Concert Clip)

Η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά πλέον. Ήδη η ανεμελιά προηγούμενων εποχών έχει παρέλθει οριστικά. Έχουν σοβαρέψει τα πράγματα θεαματικά, αλλάζουμε και εμείς με τον καιρό μαζί με τα καινούρια μας καθήκοντα. Είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση. Προσέχουμε τα βήματά μας, τις διαδρομές. Τώρα το βλέμμα είναι καρφωμένο πίσω από την πλάτη. Από καιρό δηλαδή, τώρα όμως έχουμε αρχίσει να το συνειδητοποιούμε σε όλο του το εύρος.
Εδώ και χρόνο οι συνήθειες έχουν αλλάξει.
Οι αισθήσεις γίνονται ολοένα οξύτερες.
Ασχολούμαστε όλο και περισσότερο με τα όπλα, όλο και συχνότερα. Αυτό αυξάνει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, την επιφυλακή.

Οι χαρούμενες εκδρομούλες στη φύση, συνδυασμένες με πικ νικ έχουν αντικατασταθεί από εξορμήσεις σε περιοχές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, απομονωμένες και δύσβατες για να γίνεται ακίνδυνα η πρακτική εκπαίδευση στα όπλα. Στήνουμε λοιπόν κανονικές επιχειρήσεις που απασχολούν ολόκληρη την μέρα μας για να πάμε και να γυρίσουμε με ασφάλεια, από ξεχωριστούς δρόμους άνθρωποι και εξοπλισμός.
Που πρέπει επίσης να συντηρούμε, στην πόλη, ανά τακτά διαστήματα κλπ. Όπως καταλαβαίνεις, για να φτάσεις εκεί που φυλάγονται, ας πούμε για να τα καθαρίσεις, πρέπει να πάρεις όλες τις απαραίτητες επιχειρησιακές προφυλάξεις. Είναι δράση.
Είσαι πλέον μάχιμος ολοένα και συχνότερα, σχεδόν σε καθημερινή βάση, τις περισσότερες ώρες της μέρας.

Αλλάζει η ψυχολογία, η ψυχοσύνθεση, ο χαρακτήρας.
Έχει συγχρόνως ξεκινήσει η επιδρομή της ηρωίνης, αποδεκατίζει εκατοντάδες νέους σε κάθε πόλη. Και όχι μόνο αυτό. Μαζί με τα κορμιά χάνονται και οι συνειδήσεις, εξίσου τραγικό. Σου ξαναλέω, για τους αναγνώστες κυρίως, εσύ ήσουν εκεί και τα έζησες, καταλαβαίνεις καλύτερα, τα είδες με τα μάτια σου.
Ο διάλογος για την αυτονομία, την επανάσταση και την ένοπλη εκδοχή της διεξήχθη δημόσια. Κυριολεκτικά.
Για πολλά χρόνια, ένα μεγάλο διάστημα.

The Rolling Stones – Sister Morphine (RARE LIVE VERSION)

Πήρε μέρος πλήθος κόσμου, χιλιάδες άνθρωποι σε κάθε γωνιά της χώρας, και στην πιo απομακρυσμένη. Αυτό συνεπάγεται πως στην ανατρεπτική διαδικασία αναμίχθηκαν αμέτρητοι άνθρωποι. Όσο τα πράγματα σοβαρεύουν και οξύνονται, πολλοί από αυτούς κάνουν πέρα, μπαίνουν στην άκρη, δεν αντέχουν την ευθύνη. Δεν είναι μομφή, είναι γεγονός.
Όταν λοιπόν εισβάλλει στην καθημερινότητα ορμητική η ηρωίνη, με ότι αυτό συνεπάγεται, χιλιάδες εξολοθρεύονται. Είναι πλέον όμηροι της. Αιχμάλωτοι. Επιρρεπείς σε κάθε εκβιασμό.
Έχει χαθεί η συνείδηση, οι αρχές κρατούν στο χέρι ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας, έτοιμο στα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει δόση στο ….θάνατο!

Πιόνια, για να τους παίξεις στα ζάρια. Εν δυνάμει πληροφοριοδότες, στ’ αλήθεια και στα ψέματα. Με την πρώτη ευκαιρία θα συνεργαστούν στην εξόντωση των μαχητών.
Ότι κινείται, εκτελείται !
Για το κράτος, με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ξεφορτώνεται ένα μεγάλο κομμάτι δυνητικών αντιπάλων, διασπά το μέτωπο του αγώνα, δημιουργεί σύγχυση και δυσπιστία, σπέρνει διχόνοια, δημιουργεί συγχρόνως δεκάδες ρουφιάνους. Κι όταν εξ αιτίας της καταστολής και της κατάληψης του δημόσιου χώρου από τα στρατεύματά της, τεράστιες δυνάμεις καραμπινιέρων και αστυνομίας κινητοποιούνται και καταλαμβάνουν τις πόλεις, εμποδίζονται τα ντήλια, τότε μεγάλο κομμάτι της ποινικής παρανομίας που είχε παραμείνει αμέτοχο, συντάσσεται και αυτό με τη υποταγή την ρουφιανιά και την αντεπανάσταση για να κερδίσει χαμένο έδαφος. Περνά με το μέρος της εξουσίας, χρησιμοποιείται κατά κόρον ενάντια στους ανατροπείς, διευκολύνοντας αφάνταστα τον πόλεμο ενάντια στην ελευθερία και τους αγωνιστές και μαχητές της.

Έχουμε ταυτόχρονα και τους νεκρούς ανάμεσα στις γραμμές μας.
Οι σύντροφοι γνωριζόμαστε από χρόνια, είμαστε όλοι κοινωνικοί αγωνιστές, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σύντροφος βρίσκεται από κάτω. Σε όλα τα μετερίζια. Έχουμε αναπτύξει δεσμούς χρόνιους με όλα τα κινήματα, σε κάθε διεκδίκηση.
Μεγαλώνουμε ξαφνικά δεκαετίες.
Δεν είναι εύκολο πράγμα.
Τα χρόνια της αθωότητας έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, κάποιο νήμα έχει σπάσει.
Πρέπει να προσαρμοστούμε στα καινούρια δεδομένα, δεν το καταφέρνουν όλοι.

Κακά τα ψέματα, δεν ταιριάζουν σε όλους οι μεγάλες αποφάσεις, οι ζόρικες..
Το διαπιστώνουμε, το αναφέρουμε.
Χρειάζεται αναδίπλωση. Γίνεται κουβέντα μεγάλη. Κίνδυνος διάσπασης.
Αντέχουμε.
Ξεκινούν οι συλλήψεις. Συνεχίζεται η συζήτηση εντός των τειχών. Παρένθεση:

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 1

Ένας αντικαπιταλιστής, αγαπημένος ακτιβιστής, τραγουδά, ήδη από το 2007 :
Serj Tankian Empty Walls

Your empty walls
Pretentius attention
Dismissive apprehension
Don’t waste your time, on coffins today
when we decline, from the confines of our mind
Don’t you see their bodies burning ?
desolate and full of yearning
dying of anticipation
choking from intoxication
I want you
to bee
left behind those empty walls
Told you
to see
from behind those empty walls
Those empty walls
I loved you
yesterday, before
you killed my family.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, τραγουδάμε το 1975, μαζί με τον Eugenio Finardi :

‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

  • Συνεχίζουμε: Με λίγα λόγια, μέχρι το ‘80 ας πούμε. Νωρίτερα; Μέχρι την απαγωγή Μόρο ;
    Δεν έχει σημασία, μέχρι τότε λοιπόν, την πρωτοβουλία στις κινήσεις την έχουν οι επαναστάτες στις διάφορες μορφές που αυτή εμφανίζεται. Στη συνέχεια αναλαμβάνει το κράτος.
    Από το ‘83 και μετά αρχίζει η κατάρρευση, οριστικά.
    Στο ενδιάμεσο, το επαναστατικό κίνημα μπορεί και οργανώνει αντεπιθέσεις. Από το ‘85 και μετά σχεδόν τελειώνουν όλα, σπασμωδικές κινήσεις. Κι όποιος αντέξει.

Desaparecido, Manu Chao.

Για δες πως τρέχουν τα γεγονότα  :
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου‘13 , αντιγράφω:

‘ομάδα ελεύθερων πολιτών έκανε επίθεση τα ξημερώματα της Κυριακής στο εργοτάξιο της εταιρείας Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές Χαλκιδικής. Σύμφωνα με τις δυνάμεις κατοχής, οι ελεύθεροι πολίτες προκάλεσαν ζημιές σε μηχανήματα, κοντέινερ και οχήματα της εταιρείας.

Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συλλάβουν κανέναν από τους επιτιθέμενους και οι ελεύθεροι πολίτες παραμένουν ελεύθεροι, δίνοντας κουράγιο και ελπίδα στους σκλαβωμένους Έλληνες.
Τα καθεστωτικά μέσα μεταδίδουν την είδηση της επίθεσης, αν και έχουν αποκρύψει εντελώς τις αντιδράσεις και τις διαδηλώσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην επέκταση των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων και τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων από τις δυνάμεις κατοχής.
Η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός έχει ξεσκιστεί να βάζει διαφημίσεις σε διάφορα ΜΜΕ, ώστε να εξαγοράσει τη σιωπή τους.
Άρα, η επίθεση των ελεύθερων πολιτών κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη, αφού αναγκάζει τα καθεστωτικά μέσα να μεταδώσουν την είδηση της επίθεσης, αν και τη μεταδίδουν με άπειρα ψέματα.

Τώρα αναμένουμε την προκήρυξη της ομάδας των ελεύθερων πολιτών για να μάθουμε την αλήθεια και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί στην υγειά τους.
[έτσι πρέπει να γράφονται αυτές οι χαρμόσυνες ειδήσεις. Στέλνω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς σε όλους τους ελεύθερους πολίτες. Καλή λευτεριά και στους υπόλοιπους.]

Freedom, Richie Havens.

  • Διασχίζουμε τη γειτονιά του Σάντο Σπίριτο, από το ποτάμι προς τα επάνω και βγαίνουμε από την πόλη, ξεκινάμε να σκαρφαλώνουμε τα υψώματα από τον επαρχιακό δρόμο. Έχουμε μια ώρα δρόμο και χαλαρώνουμε θαυμάζοντας το περιβάλλον. Φτάνουμε στη μικρή πολιτεία, περνούμε την μεγάλη πλατεία με τα σκαλιά και την εκκλησία, αφήνουμε το αυτοκίνητο με τον οδηγό στο προκαθορισμένο μέρος, στη στροφή ακριβώς. Απέναντι είναι η τράπεζα, κρυμμένη από αυτό το σημείο του δρόμου.

Γνωρίζουμε πως Παρασκευή σαν σήμερα, νωρίς το πρωί, η τράπεζα είναι γεμάτη χρήμα. Υπάρχουν μεγάλα αγροκτήματα στην περιοχή και κάμποσα εργοτάξια, την συγκεκριμένη μέρα γίνονται οι πληρωμές. Γνωστός μας που δουλεύει καιρό σε αυτά τα μέρη, σε ανύποπτο χρόνο, το έχει πληροφορηθεί από άνθρωπο με τον οποίο συναντήθηκε κάποιες φορές και είναι υπάλληλος τραπεζικός, σε κοντινό υποκατάστημα.
Την περιοχή την έχουμε επισκεφτεί τη χρονική περίοδο και μέρα που μας ενδιαφέρει πολλές φορές, έχουμε χαρτογραφήσει τα πάντα σε κάθε λεπτομέρεια και έχουμε καταστρώσει εναλλακτικό σχέδιο διαφυγής επίσης.

Σε παράδρομο, στην είσοδο της μικρής αυτής πόλης υπάρχει το αυτοκίνητο με το οποίο θα αποχωρήσουμε. Σύντροφος που οδηγεί κλεμμένο το ίδιο πρωινό αμάξι της τηλεφωνικής κρατικής εταιρείας, φορτηγάκι που επιμελείται τις βλάβες, στον ίδιο δρομάκο μας παραδίδει νωρίτερα τον οπλισμό και όλα τα σύνεργα που θα μας κάνουν αγνώριστους, μπουφάν, μουστάκια και περούκες Εκεί στα γρήγορα γινόμαστε άλλοι άνθρωποι και προσεγγίζουμε ήσυχα την τράπεζα.

Μικρό και βολικό υποκατάστημα, με πολλά χρήματα αυτή την στιγμή. Εισβάλουμε στο λεπτό δείχνοντας απλώς πως είμαστε οπλισμένοι, ένας παρακολουθεί από την πόρτα, ένας επιβλέπει στο εσωτερικό τους δυο πελάτες και τους υπαλλήλους την ώρα που ο τρίτος συγκεντρώνει στην τσάντα του τα χρήματα.
Όλα τελειώνουν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Την ίδια ώρα έχουν εξουδετερωθεί από τον άλλο μας σύντροφο τα τηλέφωνα της περιοχής, έτσι γνωρίζουμε πως η ειδοποίηση των αρχών θα καθυστερήσει.

Απομακρυνόμαστε ήρεμα προς τον γνωστό μας παράδρομο. Παραδίδουμε εξοπλισμό, σύνεργα και χρήματα στον σύντροφό μας που αποχωρεί με το φορτηγάκι του. Όσοι τον δουν στον δρόμο θα πιστέψουν πως βρίσκεται στην περιοχή για να επιβλέψει την διόρθωση των τηλεφωνικών γραμμών. Εμείς θα επιστρέψουμε στην πόλη άνετοι και πεντακάθαροι, από δρόμο δευτερεύουσας κυκλοφοριακής σημασίας, για όλα τα ενδεχόμενα.
Ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα πηγαίνουν πρίμα. Στην κωμόπολη φτάσαμε απαρατήρητοι και φεύγουμε με τον ίδιο τρόπο. Τα χρήματα και ο εξοπλισμός το ίδιο.

Το βαν του τηλεφωνικού συνεργείου έχει κλαπεί τα χαράματα από το μέρος που το αφήνει ο υπάλληλος της τηλεφωνικής εταιρείας κάθε νύχτα. Όταν αντιλαμβάνεται το πρωί την κλοπή πριν πάει στην δουλειά, εμείς την ίδια σχεδόν ώρα, διαπράττουμε την ληστεία χιλιόμετρα πολλά μακριά. Μέχρι να ξεκινήσουν οι έρευνες της αστυνομίας ο σύντροφός μας είναι ήδη ασφαλής όπως και το πολύτιμο για εμάς περιεχόμενο του αυτοκινήτου.
Φτάνοντας στην πόλη διασκορπιζόμαστε στις δουλειές μας. Στο δρόμο έχουμε ξεμακιγιαριστεί τελείως, στα σπίτια αλλάζουμε τα ρούχα μας, χαλαρώνουμε και ξεχυνόμαστε στις συνηθισμένες μας ασχολίες.
Συναντιόμαστε το μεσημέρι για φαγητό στην ταβέρνα της Βία ντει Νέρι, σου μίλησα νωρίτερα, έχουμε φάει και μαζί εκεί. Αυτή του Μάριο είναι κλειστή για λίγες μέρες, κάποιες εργασίες συντήρησης βλέπεις.

Μη μου ζητάς τραγούδια
χθεσινά ξαναφορεμένα
μην ψάχνεις τα φεγγάρια
τα παλιά τα περπατημένα.
Η ζωή
ξεκινά δυνατά και πατά
σ’ άλλους γαλαξίες
συγχωρεί
τους πολύ τολμηρούς
τους τρελούς και τις αξίες
η ζωή
τρέχει μ’ έτη φωτός
ο καιρός δεν την τρομάζει
προχωρεί
και γι’ αγάπες παλιές
ούτε που το κουβεντιάζει.
Μη μου ζητάς θυσίες
αρκετές έκανα για σένα
έχω πολλές αιτίες
που κρατώ το αύριο για μένα.

Η όρεξή μας φυσικά είναι μεγαλύτερη από το κανονικό, συζητάμε για άσχετα θέματα, εμφανώς χαρούμενοι μιας και τα χρήματα από τη σημερινή δράση εξασφαλίζουν τα έξοδα της οργάνωσης και των ομάδων για μεγάλο διάστημα.
Πριν γυρίσω στο σπίτι έχω να κάνω κάποια ψώνια, ανεβαίνω τον δρόμο προς τα πάνω, διασχίζω την πλατεία των Ευγενών, μπροστά από το Δημαρχείο. Έχει κόσμο στα portici, στο μουσείο. Πόσες φορές δεν μαζέψαμε αγόρια και κορίτσια, τα προηγούμενα χρόνια από εκεί για να εξασφαλίσουν στέγη ζεστή κάποιες νύχτες των ταξιδιών τους.

Συνηθίζουν να απλώνουν τους υπνόσακους κάτω από τα φιλόξενα υπόστεγα για να περνούν τη νύχτα τους οι ταξιδευτές. Βέβαια, τώρα όλα αυτά έχουν δραματικά μειωθεί. Λίγο τα σκληρά ναρκωτικά έχουν δημιουργήσει κλίμα καχυποψίας στις τάξεις των συντρόφων, των νέων γενικότερα. Είναι και η φάση που έχει σοβαρέψει ριζικά και χρειάζεται γενικότερα προσοχή, τις διεισδύσεις φοβόμαστε δηλαδή, δεν ξέρεις από που μπορεί να σε βρει το κακό.
Εντάξει, τα διαμερίσματά μας είναι καθαρά, άσκοπες συζητήσεις δεν γίνονται πουθενά, όμως, όπως και νωρίτερα κατάλαβες από τα λεγόμενα, το κλίμα δεν είναι εκείνο το χαλαρό και ανέμελο των περασμένων χρόνων. Όταν τα πράγματα σοβαρεύουν μια γενικότερη αλλαγή στους κώδικες συμπεριφοράς και στην νοοτροπία είναι αναπόφευκτη, και αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές αυθόρμητα, δίχως συζήτηση, και σχεδόν χωρίς το καταλαβαίνεις, απλώς συμβαίνει, δίχως τυμπανοκρουσίες και …βεγγαλικά. Απλά συμβαίνει.

Έχουμε πάντως γνωρίσει με αυτόν τον τρόπο άπειρο κόσμο ο οποίος αργότερα μας καλεί στη γενέτειρά του για να ανταποδώσει τη φιλοξενία.
Μου μένει αξέχαστη η νύχτα που με δυο κορίτσια και το αγόρι από το Τορίνο ξημερωνόμαστε κάτω από τα υπόστεγα στο γεφύρι Βέκιο καίγοντας, κομμάτι-κομμάτι τα τρία ρολά υγείας που κουβαλούν για τις ανάγκες τους! Μια παγωμένη κυριολεκτικά νύχτα του χειμώνα που το κρύο περονιάζει αλλά η ανάγκη και χαρά για παρέα δεν νικιέται με τίποτα. Ποιος μένει ακριβώς στη συνοικία από εκεί πίσω και μας ανεβάζει σχεδόν με το στανιό να μας κοιμίσει σπίτι του, με το χάραμα, αυτό δεν το θυμάμαι.
Μια σουρεαλιστική εικόνα, πέρα από την πραγματικότητα, κάποιων νεαρών μέσα στη νύχτα, πάνω από το πνιγμένο στην ομίχλη ποτάμι, να καίνε μικρά κομματάκια χαρτί για να ζεσταθούν! Με τα χέρια απλωμένα πάνω στην φωτίτσα την τοσοδούλα, δήθεν για να νικήσουν το κρύο!

‘Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α.Μάνθος’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

CANCELLI DELLA MEMORIA 5 καγκελόπορτες της μνήμης 5, καταλήγοντας

Λίγα μέτρα απόσταση υπάρχει ένας παράδρομος που κατεβάζει προς το ποτάμι, κάτω από την γέφυρα ντέλλε Γκράτσιε, εκατό μέτρα από το σπίτι μας. Κάποιο απόγευμα, λίγους μήνες αργότερα, είναι πλέον ζεστή άνοιξη, έχουμε σταματήσει το αυτοκίνητο στη γωνία, ακριβώς μετά την είσοδο αυτού του χωματόδρομου, στην αρχή της κατηφόρας. Στρίβουμε τσιγάρο και ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμο και πάω να το ανάψω, μας την πέφτουνε οι μπάτσοι. Μου το παίρνουν μέσα από τα χέρια, είμαστε τρεις και εγώ κάθομαι πίσω μοναχός. Ζητούν στοιχεία και κάνουν έλεγχο από τον ασύρματο. Από τις κουβέντες τους καταλαβαίνουμε πως έχουν πληροφορίες για κάποιο ντήλι που γίνεται εκείνη την ώρα κάπου κάτω από το γιοφύρι και μας περνούν για τους ύποπτους.

Τζίφος, έξω από το τσιγάρο αυτό δεν υπάρχει τίποτα άλλο, μας αφήνουν αμέσως και συνεχίζουν. Το ωραίο είναι πως μου επιστρέφουν στα χέρια το τζόϊντ πριν απομακρυνθούν. Κι εμείς συνεχίζουμε το δρόμο μας, με το κάρο και το αναμμένο πλέον τσιγαράκι!
Στάθηκε μεγάλη καμπάνα για μας το γεγονός, από εκείνη τη μέρα η προσοχή μας αυξήθηκε κατακόρυφα, τέρμα και τα δίφραγκα. Τα ρίσκα ελαχιστοποιούνται σημαντικά, η προσοχή αυξάνεται ραγδαία, οι κεραίες ξεσκονίζονται πλέον ολοσχερώς.
Και για να μη σου πολυλογώ, δεν περνά ούτε βδομάδα, κατεβαίνω με παρέα τα σκαλιά πιτσερίας κοντά στην σχολή, καινούριο μαγαζί και στέκι ,[μόλις τώρα διαπιστώνω πως στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι χώροι στους οποίους συχνάζουμε, για παράδοξο λόγο, είναι υπόγεια!] βλέπω ένα τύπο στο βάθος να πετάγεται απάνω και να αλλάζει θέση, με την πλάτη στον τοίχο. Είναι ο αξιωματικός που ηγείτο της επιχείρησης στο ποτάμι! αυτός που μου επέστρεψε το τσιγάρο. Περισσότερο τσιτωμένος αυτή τη φορά!
Το καμπανάκι γίνεται καμπάνα! Οι καιροί λοιπόν έχουν αλλάξει οριστικά. Τα κεφάλια μέσα!

The Unforgiven, Mettalica.

Αυτή είναι η εξαετία μου Μιχάλη στην πόλη.
Που από πόλη των ονείρων γίνεται και του εφιάλτη.
Διακόπτεται απότομα. Ανωτέρα βία.
Η δίωξη ξεκινά και για μένα οριστικά πλέον, βρίσκομαι αυτοεξόριστος στο εξωτερικό. Από καθαρή τύχη, όπως κι εσύ επίσης, στο κάτω κάτω.
Το αστέρι μου με τραβά έξω από το στόμα του λύκου κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.
Μέχρι τον Μάρτη του ‘78 δημιουργούμε. Πενήντα μέρες μετά όλα έχουν αλλάξει, εμείς η κοινωνία, ο ίδιος ο αντίπαλος. Μάλλον όχι, αυτός δεν έχει αλλάξει, βγάζει απλά την μάσκα που φοράει.
Από εδώ και μπρος απολογούμαστε, προς την κοινωνία, τους εαυτούς μας.

Η ζωή γίνεται πολύ δύσκολη, ασφυκτική. Η ένταση φοβερή. Η πίεση αφόρητη.
Θα σου θυμίσω το περιστατικό που μου συμβαίνει κοντά στην πλατεία Μότζι, στην αγαπημένη μου διαδρομή με αυτοκίνητο, κατεβαίνουμε από ψηλά το Πιατσάλε προς την πόλη, με πεντακοσαράκι, τρεις φίλοι.
Πέφτουμε πάνω σε μπλόκο, αστυνομία ή καράμπα, δεν θυμάμαι.

Στριμωγμένοι μέσα στο αυτοκινητάκι με τις κάνες των όπλων κυριολεκτικά καρφωμένες πάνω μας. Ζητούν χαρτιά και τους τα δίνουμε. Αργούν πολύ να τα επιστρέψουν. Ανοιχτά παράθυρα καταχείμωνο, παγωνιά, αρχίζουμε να τουρτουρίζουμε. Η ένταση χτυπά κόκκινο, ζητώ να βγω, να κουνηθώ λιγάκι, μου επιτρέπουν. Πολύ προσεκτικά, με τα χέρια στο κεφάλι, για σιγουριά, κολλημένα, βγαίνω έξω. Πηδώ πάνω κάτω, κρύο, ένταση, τι να σου πω. Ο αξιωματικός τσιτώνει παραπάνω, μου κολλάει το πολυβόλο στα πλευρά την ώρα που ακούγεται η εντολή από τον ασύρματο να μας αφήσουν να φύγουμε.
Ανακούφιση για όλους, κι εμάς και αυτούς.

Λίγες μόλις μέρες νωρίτερα τα δελτία ειδήσεων έχουν βουίξει για τον πρόεδρο των μιλανέζων βιοτεχνών που έχασε τη ζωή του με τον πιο ηλίθιο τρόπο. Εξαιτίας ακριβώς αυτής της πίεσης για την οποία μιλάμε. Από ένα τερτίπι της μοίρας.
Ανθρώπινο λάθος, παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα βρίσκουν πάντα να το ονομάσουν έτσι που να ακούγεται αθώο.
Ανάπηρος, δίχως χέρι, πέφτει σε μπλόκο. Κάνει να βγάλει από το ντουλαπάκι τα χαρτιά του, το μεταλλικό στοιχείο στη θέση του χεριού αστράφτει στο φως της λάμπας του στύλου κάτω από τον οποίο έχουν ακινητοποιήσει το αμάξι του.
Μπαμ και κάτω. Μέχρι το όργανο να αντιληφθεί το λάθος το κακό έχει γίνει. Αυτό που γυαλίζει στο φως δεν είναι όπλο αλλά τεχνητό μέλος. Ο νεκρός δεν είναι ο στυγνός τρομοκράτης, δυστυχώς. Κι επειδή είναι ευπόληπτος γίνεται και ντόρος. Όταν όμως ο νεκρός είναι κάποιος φτωχοδιάβολος….

Αυτό είναι το κλίμα. Σου ξαναείπα δε για τις τόσες ενέδρες που στήνουν σε συντρόφους εκτελώντας εν ψυχρώ. Λόγος δε δόθηκε ποτέ.
Έτσι σιγά σιγά πεθαίνει αυτό που είναι το μεγαλύτερο αντάρτικο κίνημα, πείραμα στη σύγχρονη Ευρώπη, ίσως στην οικουμένη ολόκληρη, αν εξαιρέσεις τα απελευθερωτικά του Τρίτου Κόσμου.
Τώρα τελευταία άρχισαν να γράφουν τις εμπειρίες τους οι σύντροφοι για να τις μεταφέρουν στην κοινωνία. Ότι γράφτηκε νωρίτερα είναι από τρίτους. Σκέψεις, απόψεις, προσπάθεια ανάλυσης, καμιά φορά και εμπειρίες άμεσα εμπλεκόμενων που μεταφέρονται μέσω άλλων, όπως στην περίπτωση του Μπαλεστρίνι που σαν κι εσένα έτσι κι εκείνος έζησε μέσα στα γεγονότα δίχως να έχει εμπλακεί άμεσα σε επιθετικές δράσεις.

Εμπειρικά βιβλία γράφονται λοιπόν τώρα τελευταία. Και η δική μας προσπάθεια θα προσφέρει στον διάλογο, θα σταθεί πετραδάκι που θα σχηματίσει το μωσαϊκό.
Εγώ διηγήθηκα. Εάν μου πεις να στρώσω τον πισινό μου, να παλουκωθώ και να γράψω, αδυνατώ. Κάνε το εσύ λοιπόν για μένα, αν τα καταφέρεις. Εμένα δεν μου βγαίνει.
Βρέθηκες εκεί, τον παλμό τον γνωρίζεις, τον έπιασες τον σφυγμό. Έζησες τον αγώνα σε πολλές από τις μορφές του. Στο δρόμο, στις σχολές, στις γειτονιές.

Στα εργοστάσια, όταν κατεβαίναμε να δώσουμε χέρι αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους εργάτες. Στην πόλη μας δεν αναπτύχθηκε ποτέ αξιόλογο εργατικό κίνημα, τις λίγες φορές που χρειάστηκε όμως είμαστε εκεί.
Είμαστε παντού. Διεθνιστές, κινητοποιούμαστε οπουδήποτε η αλληλεγγύη μας καλεί.

Too old to Rock ‘n’ Roll, Too young to die, Jethro Tull.

Τελειώνω με τη διήγηση ενός γεγονότος που με ταρακουνά φοβερά, όσο μικρό και να φαίνεται, έχει τεράστια σημασία, δεν είναι καθόλου ουδέτερο.
Στο συνεδριακό κέντρο της πόλης διοργανώνουμε μάζωξη παγκόσμια πάνω σε θέματα αλληλεγγύης που απασχολούν διάφορες κοινότητες.
Έχει μεγάλη δύναμη, φορτώνει κυριολεκτικά η ομιλία της συντρόφισσας από την Χιλή που μας μεταφέρει εμπειρίες πριν, κατά την διάρκεια και μετά το πείραμα του συντρόφου Προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε. Το να ακούς από κάποιον που τα ζει στιγμιότυπα από εμπειρίες πριν, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της ζωής στη δικτατορία και την παρανομία στη χώρα του Νερούδα και του ΜΙR είναι συγκλονιστικό.

Ξεσπά καταιγίδα ερωτήσεων στη γυναίκα με το τέλος της ομιλίας της. Μια κοπέλα, ερωτά την γνώμη της πάνω σε θέματα φεμινισμού, είναι η περίοδος που το γυναικείο ζήτημα και κίνημα γράφει δυνατές στιγμές σε όλη την Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ιταλία.
Με αφοπλιστική ειλικρίνεια η κυρία βάζει στην θέση της την ερωτούσα λέγοντάς της πως η πραγματικότητα στην παρανομία ενός στρατιωτικού καθεστώτος είναι τόσο ιδιαίτερη που αδυνατεί προφανώς να την κατανοήσει ερωτώντας τέτοια πράγματα. Πως έχουν τόσα πολλά να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν στην δύσκολη καθημερινότητά τους, τόσα να σκεφτούν και να προβλέψουν ώστε χώρος στο μυαλό τους για τέτοιες ‘πολυτέλειες’ δεν υπάρχει, [έτσι ακριβώς, δεν θα το ξεχάσω ποτέ]. Πως ελίσσονται καθημερινά μέσα από συμπληγάδες και πως οι καταστάσεις που ζητούν απαντήσεις είναι πολύ σοβαρότερες. Και πως τέτοια θέματα δεν τους απασχολούν.

Μια κοπελιά που εάν την δεις στην αγορά, έτσι εύθραυστη και γλυκιά θα πεις πως…. βγήκε να ψωνίσει μακιγιάζ. Κατά βάθος όμως, ναι, με φωτιά και μπαρούτι.

Hey Joe, Jimi Hendrix.

Αυτή είναι η αφήγησή μας.
Κάποιες στιγμές που φωτογράφισαν μια περίοδο.
Που την έζησε ένα κομμάτι της ιταλικής κοινωνίας καθόλου ευκαταφρόνητο, που την διέσχισαν κατά μήκος και κατά πλάτος, τα πιο ριζοσπαστικά της κομμάτια.
Έπεσε ένα πέπλο σιγής πάνω σε αυτή την πραγματικότητα, να την εξαφανίσει, σαν να μην έχει συμβεί ποτέ.
Θέλησαν να καταστήσουν τους αγωνιστές αόρατους.
Τα γεγονότα βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια, θα δώσουν έναυσμα στην συζήτηση.
Για να αντλούμε συμπεράσματα.

Μα το κορμί είν’ αφορμή σε μια πορεία
και η σοφία το τέρμα της

Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!

‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Για το καλό μου, Γιάννης Μηλιώκας.

Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, χαμένοι στο Ελληνικό πέλαγος και στις θύμησες μας, ο φίλος μου προσφέρει ένα μπουκάλι ρακί. Μου ζητά να τον θυμάμαι κάθε φορά που πίνω ένα ποτηράκι, να εύχομαι στην Πρώτη Γραμμή και στην επαναστατική εμπειρία και προοπτική. Του το υπόσχομαι με την καρδιά μου. Μέχρι σήμερα τηρώ τον λόγο που έδωσα.
Να διευκρινήσω με την ευκαιρία πως ύστερα από τις διηγήσεις του φίλου μου κατάλαβα πως από τη στιγμή των συλλήψεων και μετά η διαδρομή τους στάθηκε άψογη, έδρασαν όπως έπρεπε, μέσα σε κλίμα βασανιστηρίων, ξύλου από όλες τις πλευρές, αποφασιστικότητας από μέρος τους, εξεγέρσεων, ανταρσιών και καταστροφών στα κολαστήρια. Αζινάρα, Τράνι, Πάλμι, Νουόρο, Σολιτσιάνο, μερικά από τα φοβερά ονόματα.

Κέρδισαν την ελευθερία με το σπαθί τους.
Να χαιρετήσω με την ευκαιρία τον Γκουίντο Μανίνα, τον Νικόλα, τον Τζιάνι Μάτζι και τον Κλάουντιο Βάκερ. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ με τους περισσότερους μέχρι στιγμής αλλά γνωριζόμαστε από τις διηγήσεις του κοινού μας φίλου και συντρόφου.
Καλό κουράγιο σε όλους.
Φυσικά θα αποκηρύξω τον ανεκδιήγητο Ενρίκο, του οποίου τα ‘κατορθώματα’ μόλις πληροφορήθηκα.
Και να προσθέσω πως τον συμπαθέστατο Γκαμπριέλε τον έχω ήδη συγχωρήσει πριν ακόμη έρθουμε σε επαφή. Καλές πλεύσεις του εύχομαι.

συνεχίζεται

DSC02248

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Θ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 7

Μεγάλη στιγμή για την πόλη, αρχές καλοκαιριού, το Ιστορικό Ποδόσφαιρο της Φλωρεντίας. Ακούστε τι λεν οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι γι αυτή την εμπειρία : ‘υπάρχει ένα αρχαίο παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως κανόνες, όπου οι σύντροφοι είναι αδελφωμένοι με αίμα και οι αντίπαλοι ορκισμένοι εχθροί. Τέσσερις ομάδες, τέσσερα χρώματα, αγωνίζονται για τις γυναίκες τους, κερδίζουν για τη γειτονιά τους. Πολλοί άντρες, μια μόνο επιθυμία : να νικήσουν το φόβο, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μέσa από γροθιές, χάδια και βεγγαλικά’.

Είναι λοιπόν το αντίστοιχο μεσαιωνικό ποδόσφαιρο. Στη Σιένα κάνουν το Palio, ιπποδρομίες μέσα στους ειδικά διαμορφωμένους δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης.
Εδώ αγωνίζονται με την μπάλα, κάτι σαν ράγκμπυ, χρησιμοποιούν και τα πόδια. Πρέπει να βάλουν το γκολ με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν, και παίζουν εικοσιπέντε από κάθε πλευρά, χωρίς αλλαγές, για πενήντα λεπτά, κάθε Μάιο.
Ντυμένοι με τις αρχαίες φορεσιές τους οι αθλητές από τις τέσσερις ιστορικές συνοικίες της πόλης, την μέρα που γιορτάζουν τον Αι Γιάννη, προστάτη της Φλωρεντίας.
Κάνουν λοιπόν το τουρνουά τους ντυμένοι στα χρώματα της γειτονιάς.
Κλείνει όλη η πλατεία των Ευγενών, στήνονται ξύλινες κερκίδες γύρω γύρω και στρώνεται χώμα καταγής. Οι παίκτες κυλιούνται, χτυπιούνται και κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν το τόπι και να το σπρώξουν στην εστία.

Η φάση είναι αρκετά άγρια, κτυπήματα επιτρέπονται, λεπτομέρειες δεν θυμούμαι. Γίνεται πανζουρλισμός στις κερκίδες με τα τραγούδια και τα συνθήματα.
Και όταν οι καιροί είναι περισσότερο τεταμένοι από το κανονικό δίνεται στην ατμόσφαιρα και κοινωνικοπολιτική χροιά .
Έχει προηγηθεί η πορεία των αθλητών και των συνοδών τους, που τους καθοδηγούν στη διάρκεια του αγώνα πίσω από την εστία οι αρχηγοί της αποστολής.
Πρόπερσι οι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία στο τέλος, μέχρι αργά τη νύχτα. Η αφορμή άσχετη με τον αγώνα, αιτία η σκληρή στάση που κράτησε η αστυνομία στη συνοικία του Σταυρού, όπου βρίσκονται οι φυλακές της πόλης, στη διάρκεια διαμαρτυρίας των φυλακισμένων. Όλη η συνοικία στο πόδι ζητά την ικανοποίηση των όρων που θέτουν οι εξεγερμένοι. Η αστυνομία κυριολεκτικά φέρεται σαν στρατός κατοχής και καταστέλλει άγρια τη στάση. Της το φυλάνε λοιπόν οι κάτοικοι και λίγους μήνες μετά ανταπαντούν με την λήξη του τελικού του Ιστορικού Ποδοσφαίρου.

Κλείνουμε λοιπόν την μικρή παρένθεση που ανοίξαμε και επιστρέφουμε στη περιγραφή μας.
Το παιχνίδι τελειώνει πριν τη δύση του ήλιου. Βλέπεις, τα χρόνια που πρωτοπαίχτηκε δεν υπάρχει ηλεκτρισμός
Το Δημαρχείο είναι στολισμένο με τα λάβαρα των διαγωνιζομένων, όλο το σκηνικό είναι στημένο εκεί μπροστά μιας και το Κυβερνείο της πόλης δεσπόζει στην μεγάλη πλατεία με το τεράστιο άγαλμα του Δαυίδ που φιλοτέχνησε ο Μικελάντζελο.

Disoccupate le strade dai sogni, Anno 1977, CLAUDIO LOLLI

ALBA MECCANICA ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΥΓΗ
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Torino
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Milano
στην Bologna
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Βερολίνο
στη Napoli
στη Ρώμη
Μηχανικά με την έλευση του ήλιου
Αρχίζοντας να γυρνούν όλες μαζί απ’ τον ήλιο
Άρχισαν όλες να γυρνούν…….
Η αυγή επινοεί ένα γρανάζι
ο ήλιος το λειαίνει με το γράσο του
Η αυγή επινοεί μια ρόδα που γυρνά
Ανέπνευσε σύντροφε τον αέρα που φυσά
Ανέπνευσε σύντροφε μια σταγόνα από γράσο
Μα μη την ανασαίνεις σε παρακαλώ
είναι η σοσιαλδημοκρατία
και μη την ανασαίνεις πολύ δυνατά
είναι η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου, του….

Σε αυτή εδώ την πλατεία, τον μήνα που μας πέρασε, ο Αλμιράντε, ηγέτης του φασιστικού κόμματος, προσπάθησε να βγάλει λόγο. Μίλησε, ναι, γιατί τον προστάτευσε όλη η αστυνομική δύναμη της περιοχής. Την ίδια ώρα όμως, ολόκληρο το κέντρο, γύρω από την πλατεία, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης από τους χιλιάδες αντιφασίστες που διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία των, καταδικασμένων στην ιστορική μνήμη, απογόνων αυτών που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τα σκυλιά των αφεντικών γαβγίζουν και κυνηγούν. Χτυπούν, γεμίζουν τον τόπο χημικά, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η γιορτή της μισαλλοδοξίας. Παντού και πάντα κρυπτοφασίστες. Η φύση της δουλειάς τους τους κάνει τέτοιους. Το να είναι ιδανικό της δουλειάς σου, το καθήκον σου, να δέρνεις κόσμο δεν μπορεί να σταθεί σε έναν φυσιολογικό νου. Πρέπει να είσαι διεστραμμένος, δεν γίνεται διαφορετικά.
Τέλος πάντων. Επί ώρες δίνουμε μάχες, σώμα σώμα κάποιες στιγμές, κυρίως όμως εκ του συστάδην με τις δυνάμεις της ανομίας, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το σημείο.
Κάπου αλλού όμως, εκεί τριγύρω, σύντροφοι πυρπολούν παρκαρισμένες κλούβες που περιμένουν να τους περιμαζέψουν. Βλέπετε, η αχλάδα έχει την ουρά της πίσω.

Μιας λοιπόν και αυτοί είναι απασχολημένοι στο ‘θεάρεστο’, ευλογημένο από την επίσημη εκκλησία έργο τους, τα γραφεία των αεροπορικών εταιρειών της Ισπανίας Γερμανίας και Χιλής φλέγονταν. Η καταστολή και οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια συντρόφων σε ημερήσια διάταξη στις τρεις αυτές χώρες. Οι σύντροφοι δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν. Στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους που στενάζουν, που αγωνίζονται σε άλλες γωνιές της γης, προσφέροντας τις ζωές τους.
Άσε δε που, πολυκατάστημα συμφερόντων εταιρείας, μέτοχοι της οποίας δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους στις φασιστικές πρακτικές, ‘ξαλαφρώνονται’ από προϊόντα τους. Για να προσφέρουν έτσι στον αγώνα των κοινωνικών πολεμιστών. Για να μη ξεχνιόμαστε.
Όταν συνηθίζεις σε μια τέτοια ένταση, εκεί που η αδρεναλίνη εκρήγνυται, εκεί που η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά, στην αλληλεγγύη που γεννιέται στα οδοφράγματα, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος μετά. Θέλεις ξανά, κι άλλο. Το ζητά ο οργανισμός σου! Στην ησυχία ‘παθαίνεις’.

Οι φασίστες δεν έχουν παρουσία στην πόλη. Όλα εκείνα τα χρόνια που έζησα εκεί είναι η μοναδική φορά που ξεμυτίζουν από τις τρύπες τους. Νομίζω πως η περίοδος είναι προεκλογική και δια τούτο κάνουν την απόπειρα.
Είναι τότε που οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτές, κατεβαίνουν ενωμένες στην εκλογική φάρσα. Το πιο υγιές κομμάτι τους έχει διαλυθεί μέσα στο κίνημα.

Αναπτύσσονται σε κάθε χώρο αυτόνομες κοινότητες, επιτροπές, συνελεύσεις. Οι σύντροφοι από τις μεγάλες ριζοσπαστικές ανατρεπτικές οργανώσεις διαχέονται εκεί μέσα μεταφέροντας εμπειρίες χρόνων, αφομοιώνοντας καινούριες εντάσεις, νέα προτάγματα. Έχει γεννηθεί ένας καινούριος τρόπος να σκέφτεσαι, να ζεις και να δρας πολιτικά. Μια καινούρια πολιτική κουλτούρα είναι γεγονός.
Αυτόνομη.
Αφομοίωσαν και αφομοιώθηκαν.

  • Πως να ξεχάσεις εκείνες τις Απόκριες! Κάνει κρύο θανατηφόρο, έχει χιονίσει κιόλας, τα πάντα είναι παγωμένα. Μέρες τώρα κρυφές συζητήσεις, ανεπίσημα, στις παρέες, κάτι προετοιμάζουν.
    Έτοιμοι του μεγάλου Καρναβαλιού τη μέρα, παντού στην πόλη τριγυρνούν μεγάλες παρέες μασκαρεμένων. Μπαίνουν στα πολυκαταστήματα και τα ξελαφρώνουν. Γελώντας επισκέπτονται τα εστιατόρια τα απλησίαστα. Παραγγέλνουν με χαρά, χορταίνουν την πείνα τους και αποχωρούν τραγουδιστά. Δίχως να καταβάλουν αντίτιμο. Η μέρα το σηκώνει, η μέρα το ζητά. Στους κινηματογράφους επίσης. Η πρακτική των αναγκών.
    Κουβαλούν στις πλάτες τεράστιες παραστάσεις συγκρούσεων κι έτσι γίνονται άριστοι δάσκαλοι και καθηγητές. Έχουν, επί το πλείστον, αποβάλει ιεραρχικά μοντέλα και διαχωρισμούς, αφήνουν στην άκρη σκέψεις και ιδεολογήματα πρωτοπορίας, έχουν σαφώς δεχθεί ελευθεριακές επιδράσεις και απόψεις από την περιρρέουσα ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα που γεννιέται μετά την σφοδρή καταιγίδα του ’68 και των εργατικών αναταραχών στα εργοστάσια του βορρά, από την εργατική αυτονομία στην πράξη και τις συμπεριφορές, νέοι αυτόνομοι από ότι μυρίζει γεροντίλα, αριστερή παράδοση, αριστερή συντήρηση και τα συναφή.

Αρπάζουν την ζωή από τα κέρατα, καβαλούν το φτερό του καρχαρία, επιθυμούν σφόδρα να τον οδηγήσουν εκεί που ονειρεύονται, εκεί που δεν είχε κολυμπήσει κανείς νωρίτερα. Δίχως ευνουχισμούς, δίχως αναβολές. Δεν περιμένουν να ωριμάσει τίποτα.
Το φρούτο έχει πέσει κιόλας από το δέντρο.
Με πυξίδα την καρδιά τους, αλληλεγγύη με όσους υφίστανται καταπίεση, με όλους τους εξουσιασμένους που ασφυκτιούν. Αλληλεγγύη ανάμεσα σε χώρους, εκεί κάτω, διάσπαρτους στη Μητρόπολη, τη ζούγκλα του ‘ανεπτυγμένου’ κόσμου.
Το νέο επαναστατικό υποκείμενο είναι εδώ, δεν σηκώνει την καταπίεση και απαιτεί αυτοδιάθεση, εδώ και τώρα. Αυτονομία.
Δεν δέχονται τους παλιούς κώδικες συμπεριφοράς, δοκιμάζουν τους δικούς τους που αποπνέουν φρεσκάδα, σίγουρα με το βλέμμα στραμμένο και προς εμπειρίες που το ανατρεπτικό κίνημα έχει παράξει τις δεκαετίες που πέρασαν. Ζωγραφίζουν με τα δικά τους πινέλα, αφήνουν το στίγμα τους στη μουσική, το χορό, στις τέχνες γενικότερα και τον πολιτισμό.

Η σεξουαλική απελευθέρωση και τα κινήματα αμφισβήτησης στην Αμερική και Ευρώπη έχουν σταθεί πρόδρομοι. Τα αντάρτικα κινήματα σε Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική και τελευταία στην Ευρώπη. Εκφραστές τους ο Μαρκούζε, ο Ντεμπόρ, ο Μάης. Η μάχη του Αλγερίου, οι περιπέτειες και η θυσία του Γκεβάρα. Οι ανίκητοι Βιετναμέζοι επαναστάτες Βιετκόνγκ. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε. Η Ισπανική ΕΤΑ τότε που ο φυσικός διάδοχος του Φράνκο, ο Καρέρο Μπλάνκο ίπταται στον ουρανό της Μαδρίτης και προσγειώνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο παραπέρα μετά από ενέδρα που του στήνουν οι σύντροφοι.
Οι Τουπαμάρος, η ΡΑΦ και ο ΙΡΑ και το MIR.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

Ο ύπνος τους δεν είναι ήσυχος. Αυτές οι εικόνες στοιχειώνουν τα όνειρα και την φαντασία τους. Βγαίνουν κατευθείαν μέσα από τα σκαμμένα λαγούμια της Ινδοκίνας, από τα κρησφύγετα των ανταρτών όπου φυλάγονται οι απαχθέντες αμερικανοί αξιωματούχοι, που διευθύνουν τον βρώμικο πόλεμο του ιμπεριαλισμού, στην κατοχή της Νότιας Αμερικής.
Έρχεται και η Πορτογαλλική επανάσταση να χρυσώσει το κερασάκι στην τούρτα.
Φελτρινέλι, Κούρτσιο και Μάρα Καγκόλ, οι πρώτοι νεκροί, Ουλρίκε Μάιννχοφ, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες και ο Μαύρος Σεπτέμβρης, αεροπειρατίες, Κάρλος το Τσακάλι, η κατάληψη των γραφείων των πετρελαιάδων του ΟΠΕΚ στη Βιέννη, η ματωμένη Ολυμπιάδα του Μονάχου, οι μαύροι Πάνθηρες, υψωμένες μαύρες γροθιές από τους αμερικανούς Ολυμπιονίκες στο Μεξικό, στιγμές ανεπανάληπτες, εξιτάρουν, μας πωρώνουν. Φενταγίν.

Θυμάμαι και τα λόγια των πατεράδων μας στις ταβέρνες ή όταν παίζουν με τις μπότσε, le bocce. Αναπολούν την αντίσταση και το αντάρτικο ενάντια στον Μουσολίνι και τους μελενοχίτωνες του. Νιώθουν προδομένοι από το κόμμα, που μίλησε για επανάσταση και μετά έπεσε σε κώμα.
Κι έρχεται, στη μέση της εφηβείας μας, η εκπαραθύρωση του Πινέλλι από τα γραφεία της αστυνομίας στο Μιλάνο, ‘τυφλές’ βόμβες, piazza Fontana, με δεκάδες νεκρούς στις πλατείες και τα τρένα, στο Μιλάνο, στη Μπρέσια, στη Μπολόνια.

Κρυφές επαφές των μυστικών υπηρεσιών με την Ελληνική χούντα, σχέδια προετοιμασίας πραξικοπήματος και στη χώρα μας.
Δεν ξεχνούμε, δεν συγχωρούμε, οργανωνόμαστε, προετοιμαζόμαστε. Μιας και όλα είναι πιθανά.
Δεν θα μας πιάσουν στον ύπνο.
Θέλουμε να αποφασίζουμε για τις τύχες μας.
Τα θέλουμε όλα, άμεσα. Τώρα.
Τι θέλουμε ; Τη ζωή μας. Να ορίζουμε την ζωή μας. Τις τύχες μας. Έτσι, απλά!

κίνημα ’77

Ακούμε Φραντσέσκο ντε Γκρεγκόρι, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, Κλάουντιο Λόλλι, Άρεα, Πρεμιάτα Φορνερία Μαρκόνι, Λούτσιο Ντάλλα, Βάσκο Ρόσσι, Φραντσέσκο Γκουτσίνι και όλη την ξένη ροκ σκηνή.
Οι Ίντι Ιλιμάνι επισκέπτονται συχνά την χώρα κι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο Χιλιανό λαό. Βρίσκονταν στην Ευρώπη σε περιοδεία διεθνούς συμπαράστασης στην προσπάθεια της αριστερής κυβέρνησης στη Χιλή να στεριώσει την ειρηνική της επανάσταση όταν συμβαίνει το πραξικόπημα, δεν επέστρεψαν ποτέ. Γυρνούν όλο τον κόσμο σε συναυλίες καταγγελίας του φασισμού και του ιμπεριαλισμού, καταγγέλλοντας τη ΣΙΑ και τις βορειοαμερικάνικες εταιρείες, που σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ δολοφονούν τον χιλιανό λαό και τον ήρωα πρόεδρό του, μαντρώνοντας χιλιάδες στα γήπεδα, εξαφανίζοντας χιλιάδες. Δολοφονώντας τον πολυαγαπημένο τους λαϊκό βάρδο Βίκτορ Χάρα ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.
Κάθε συναυλία και διαδήλωση συμπαράστασης στο λαό.
Έτσι και με εσάς τους Έλληνες. Γυρνά ο Θεοδωράκης την Ευρώπη καταγγέλλοντας με μουσική και στίχο την δικτατορία στη χώρα του. Την ανάμιξη των βορειοαμερικάνων. Τη φίμωση και τα βασανιστήρια.
Οργανώνονται αγώνες για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Για να αποτραπεί η εξόντωση του ήρωα Αλέκου Παναγούλη.

Γκεβάρα

Άλλοτε χαλαρά. Συχνά ξεσπούν συγκρούσεις. Αλληλεγγύη στους αντιστασιακούς σε κάθε γωνιά της γης.
Στην προβολή του Ζ ξεσπά διαδήλωση.
Αγαπούμε τον κινηματογράφο. Προτιμούμε αυτόν με νόημα.
‘Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του’, του Λουκίνο Βισκόντι, με τους Ντελόν, Ρενάτο Σαλβατόρι, Κλάουντια Καρντινάλε, Αννί Ζιραρντό.
Παθιαζόμαστε με τις ταινίες, ζούμε έντονα κάθε στιγμή, σαν να είμαστε οι πρωταγωνιστές. Παίρνουμε μέρος. Βλέπουμε και ξαναβλέπουμε, σου ανέφερα κάποιες. ‘Φιλμ Αγάπης και Αναρχίας’, με την Μαριάντζελα Μελάτο και τον Τζιανκάρλο Τζανίνι.

Δύο ποιήματα-αριστουργήματα των αδελφών Ταβιάνι από το ’72 και ’73, San Michele aveva un Gallo με τον Τζούλιο Μπρότζι και Allonsanfan με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, που πραγματεύονται τον αγώνα του ανθρώπου, την υπαρξιακή του αγωνία και την επανάσταση.
‘Ο Ξένοιαστος Καβαλάρης’, με τον Πήτερ Φόντα και τον Τζακ Νίκολσον στο ξεκίνημά του και τον Ντένις Χόπερ που κρατά ένα ρόλο.
Θυμάμαι ακόμη ‘το μεγάλο Ανθρωπάκι’ με τον Ντάστιν Χόφμαν. Διηγείται την ιστορία της καταστροφής του δολοφόνου στρατηγού Κάσπερ από τους Ινδιάνους των ΗΠΑ. Πανηγυρίζουμε σαν τα μικρά παιδιά.

»Η άγρια συμμορία, The wild bunch, il mucchio selvaggio του Σαμ Πέκινπα είναι για εμάς κάτι σαν μανιφέστο, όπως και η Queimada του Τζίλο Ποντεκόρβο

»Η ανταρσία του Μπάουντι», με τον Μάρλον Μπράντον

Τον ‘άνθρωπο που έλεγαν Άλογο’, με τον Ρίτσαρντ Χάρις και την Κορίνα Τσοπέϊ. Μιλά για τη ζωή και τις συνήθειες των Ινδιάνων, τα έθιμά τους τα πατροπαράδοτα.
Αγαπάμε πολύ τους Ινδιάνους.
Τους κλέφτες και τους παράνομους.
Και τους σαμουράι. Κινέζους, Γιαπωνέζους.
Τα γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, τις ταινίες του Ρόμπερτ Άλτμαν. Και φυσικά Αντονιόνι, Μπερτολούτσι, Φελίνι, Παζολίνι, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, εκατό χρόνια μπροστά!
Ήρθε μετά η ‘Πρόβα Ορχήστρας’ του Φελίνι και ‘La Luna’ του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Χορεύουμε πολύ ναπολιτάνικες ταραντέλες στα πανηγύρια και τις γιορτές.
Η Νέα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε είναι στα φόρτε της αυτό το διάστημα.
Η ζωή στην μπρίζα.

INCUBO NUMERO ZERO, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη

για την Ουλρίκε

Εγώ η Ουλρίκε Μάινχοφ καταγγέλω – Ωχρά Σπειροχαίτη

Ανέβηκε στις 19 Σεπ 2010

Πρόκεται για θεατρικό μονόλογο του Dario Fo και της Franka Rame. Μελοποιήθηκε από Ωχρά Σπειροχαίτη. Η εκτέλεση είναι από live στη θεσσαλονίκη.

 

Τα τραγούδια κουβαλάνε συναίσθημα, κρύβουν νοήματα, δεν είναι κείμενα που διαβάζεις και λένε συγκεκριμένα πράγματα που μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα.
Θέλω με την ευκαιρία να αναφέρω πως το έργο ‘DISOCCUPATE LE STRADE DAI SOGNI’ από τον οποίο εμπνεύστηκα τον τίτλο του βιβλίου, και από τον οποίο μόλις μετέφερα δύο τραγούδια, είναι γραμμένο για την Ουλρίκε Μάϊνχοφ και τους έγκλειστους αντάρτες της γερμανικής ΡΑΦ, από τον Κλάουντιο Λόλλι, προφητικό όσον αφορά όλα εκείνα που θα συνέβαιναν το 1977 στην Ιταλία.

  • Συνεχίζουμε.
    Αγοράζω Λαμπρέττα 180άρα, από συντρόφισσα, μεταχειρισμένη, κατεβαίνω στη Ρώμη χεινωνιάτικα με φίλο, χωρίς εξοπλισμό, τίποτα. Ντυμένοι με τζιν. Πως αντέχουμε ένας θεός ξέρει! Κράνη δανειζόμαστε από φίλους.
    Γυρνάμε στα υψώματα της επτάλοφου. Επισκεπτόμαστε όχι μόνο στέκια και συντρόφους αλλά και τις αρχαιότητες.

Have you ever seen the rain, Creedence Clearwater Revival.

DSC02203

La nostalgia e la memoria:poesia di Sante Notarnicola musiche Assalti Frontali

 Η νοσταλγία και η μνήμη: ποίημα του Σάντε Νοταρνικόλα με μουσικές των Assalti Frontali

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Η. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 6

Μια μέρα, οι κολεκτίβες Mensa [του φοιτητικού εστιατορίου δηλαδή] και Αρχιτεκτονικής αποφασίζουν να ‘επισκεφτούν’ το μεγάλο πολυκατάστημα που βρίσκεται κοντά στο Ταχυδρομείο. Ζητά λοιπόν από τους περισσότερο έμπειρους να οργανώσουν τη φάση, τους παλιότερους δηλαδή.
Θα πάρουμε μέρος καμιά τριανταριά σύντροφοι, αγόρια και κορίτσια. Σχεδόν μοιρασμένοι, ίσως και περισσότεροι από τριάντα. Σχεδιάζουμε το πλάνο εξονυχιστικά. Θα αποκλείσουμε όλο το τετράγωνο και θα εμποδίσουμε τη μηχανοκίνητη πρόσβαση γεμίζοντας τον δρόμο σπασμένα μπουκάλια, αν χρειαστεί, ώστε να προκαλέσουμε κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα και κομφούζιο εμποδίζοντας την πρόσβαση της αστυνομίας. Ουρές αυτοκινήτων, εμπόδια. Ως συνήθως, θα εξουδετερώσουμε τα τηλέφωνα και τρεις από εμάς, με το καλό, θα ακινητοποιήσουμε τον φρουρό. Αυτά θα γίνουν ταυτόχρονα. Θα γεμίσουμε τις τσάντες μας και θα καλέσουμε τον κόσμο να κάνει το ίδιο. Προλεταριακή απαλλοτρίωση. Φυσικά θα σκορπίσουμε φυλλάδια, μέσα στο κατάστημα και σε όλη την γειτονιά, κατά την αποχώρησή μας. Εξηγώντας τα κίνητρα της ενέργειας για την επανοικειοποίηση του πλούτου που παράγουμε και καρπώνεται το αφεντικό. Θα χαθούμε τραγουδώντας στα στενά.

Φτάνουμε σε μικρές ομάδες, την καθορισμένη ώρα είμαστε όλοι εκεί. Όταν οι πρώτοι δημιουργούν το φράξιμο στις συγκοινωνίες οι υπόλοιποι, μέσα σε συνθήματα και παροτρύνσεις ξεκινάμε τα ψώνια μας. Τα τηλέφωνα έχουν σιγήσει και ο φύλακας ξεκουράζεται στο γραφείο μαζί με τον διευθυντή, κλειδωμένοι. Όλα κυλούν ομαλά. Οι πελάτες κάνουν τις αγορές τους ενθουσιασμένοι, τα ταμεία έχουν εγκαταλειφθεί από τους υπαλλήλους μετά από τις ευγενικές μας πιέσεις. Όλα τέλεια.
Ξεχυνόμαστε προς το κέντρο της συνοικίας Santa Croce τραγουδώντας. Αρκετοί χειροκροτούν από τα μπαλκόνια, το νέο έχει διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής, ο κόσμος ανταποκρίνεται με χαρά, επιτέλους ψωνίζουν δωρεάν.
Περπατούμε λοιπόν ενωμένοι περί τα τριακόσια μέτρα και μετά διασκορπιζόμαστε στα στενά για να χαθούν τα ίχνη μας. Το μποτιλιάρισμα κράτησε περί το μισάωρο, όσο χρειαζόμαστε για την ασφάλειά μας.

Να μας ξανάρθετε φωνάζουν από τα μπαλκόνια αρκετοί. Ανατριχιάζω. Γείτονες και περαστικοί. Είμαστε βέβαια στην καρδιά κόκκινης συνοικίας.
Μπορεί το κόμμα να συνεργάζεται πλέον με την δεξιά, να ομιλεί για συνδιαχείριση του συστήματος, και άλλα παρόμοια, αλλά ο λαός δεν μασάει, δεν τα έχει ακόμα ‘παίξει’. Η βάση έχει μεγάλη ιστορία ταξικών, σκληρών αγώνων στην πλάτη της.
Εννοώ πως, όταν καταλαβαίνεις πως σε εκμεταλλεύονται, δεν έχει σημασία ποια είναι η δουλειά σου, εάν έχεις δουλειά, ή πόσα καταφέρνεις να εξοικονομήσεις από τ’ αφεντικά. Στο κάτω κάτω δεν έχει σημασία ούτε τι ψηφίζεις, εάν ψηφίζεις.
Τα αφεντικά είναι πάντα ίδια, ότι χρώμα κι αν φοράνε στα ρούχα τους.
Ο κόσμος είναι μαζί μας. Για πολλά πολλά χρόνια.
Τώρα που πέρασε η μπόρα, και καταλάγιασε η σκόνη, νιώθω, επίτρεψέ μου να σου πω πως, τα μάτια μας τα βγάλαμε λιγάκι κι από μόνοι μας! Τώρα που καταστάλαξαν τα πράγματα, έχει γίνει πολύ εμφανές.
Διότι, εκεί που όλοι συμπαθούσαν αυτόνομους και αντάρτες γινόμαστε ξαφνικά υπέρ το δέον ….άγριοι και …..αντιπαθητικοί. Να το παραδεχτούμε.

Ίσως όχι όλοι, τώρα πια πολύ λίγη σημασία έχει.
Θελήσαμε να μοιάσουμε στους ταξιαρχίτες! Κάποιες μεγάλες θεαματικές ενέργειες απελευθέρωσαν πολύ βία, και αυτό τρόμαξε. Δεν την σήκωσε το στομάχι του κόσμου. Δεν μπόρεσε να την απορροφήσει η κοινωνία, ούτε εμείς οι ίδιοι καλά καλά.
Και έκαναν πίσω οι άνθρωποι, γύρισε εναντίον μας η κατάσταση.
Θυμάμαι τα χαμόγελα του κόσμου, όχι τόσο όταν άρπαζε το απαραίτητο, όσο το απαγορευμένο. Μας λέγαν πως ξανάβρισκαν μαζί μας την χαμένη τους αξιοπρέπεια.
Ιδιοποιούνται το απρόσιτο. Αυτό που φτιάχνονταν για λίγους.
Γιατί, και θυμάμαι τα λόγια ενός τραγουδιού που μας μετέφρασες Μιχάλη κάποια στιγμή, λέει πως: ‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο!’

Για να μπορούμε να απολαμβάνουμε όλοι μαζί τη ζωή ελεύθερα. Χωρίς διακρίσεις. Δίχως εξαιρέσεις.
Ο Πίνο αρπάζει αυτό, η Πάολα εκείνο και η νοικοκυρά λίγο πιο πέρα, μαζί με το γάλα του μικρού και ένα μπουκάλι από εκείνο το καλό κρασί, το απαγορευμένο για τα οικονομικά της, που εδώ και τόσες μέρες χαλβαδιάζει. Αυτό που πίνουν με τον άντρα της μια φορά τον χρόνο, στην γιορτή της.
Όταν στην άλλη γειτονιά, με τους κήπους και τους ιδιωτικούς φύλακες, η γυναίκα του τάδε επώνυμου, που γεννήθηκε με γαλάζιο αντί για κόκκινα αίμα, το πίνει κάθε μέρα.
Γυμνή γεννήθηκε και η μια, γυμνή και η άλλη. Και έτσι θα φύγουν. Σαν την Εύα. Προς τι οι διακρίσεις και οι ανισότητες ;
‘Η ζωή είναι ωραία, αλλά τα έχει με άλλον’, λένε στην ταβέρνα οι μεγαλύτεροι.
Εμείς δεν το δεχόμαστε αυτό. Παίρνουμε πίσω αυτό που είναι δικό σου και δικό μας.
Τα φτιάχνουμε κι εμείς μαζί της, είναι πράγματι πολύ όμορφη, κουκλάρα η ζωή!
Παίρνουμε πίσω αυτό που μας ανήκει.
Παροτρύνουμε όλους να αυτοοργανωθούν, να το κάνουν!

Το δείχνουμε με το παράδειγμά μας. Γίνεται. Εύκολο είναι. Φτάνει να θέλεις.
‘άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο’ δεν λέει το τραγούδι σας Μιχάλη ;
‘αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ρθει ανάποδα ο ντουνιάς’,
Εσύ μας τα έπαιζες αυτά, το ξεχνάς ;
Τίποτα δεν είναι αδύνατο. Όλα είναι εφικτά. Η ιστορία δεν έχει τέλος!
Ο άνθρωπος θέλει να ορίζει μόνος την τύχη του.
Δεν έχει ανάγκη από μεσάζοντες. Δεν χρειάζονται νταβατζήδες.

Imagine, John Lennon.

  • Δες τι γίνεται με το φαγητό μας, θυμάσαι, πες τα να ξαλαφρώσω.
    »Χρησιμοποιούμε γενικά το φοιτητικό εστιατόριο. Είναι καλούτσικο το φαγητό. Επιβλητικό το κτίριο. Πανέμορφο. Ένα σωρό νεολαίοι εκεί μέσα, μας αρέσει πολύ να βρισκόμαστε σ’ αυτό.
    Η Μensa.
    Στο κέντρο, λίγα λεπτά από τον υπέροχο Καθεδρικό Ναό, την Μητρόπολη της πόλης. Δύο λεπτά από τις σχολές και την αγαπημένη Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κέντρο αγώνα, κέντρο συνεύρεσης. Πίχτρα στους νέους.
    Φτηνό φαγητό, τρώγεται. Το σερβίρουν όμως μοναχά συγκεκριμένες ώρες και γίνεται το αδιαχώρητο.
    Πρέπει να περιμένεις στην ουρά, μέσο όρο, μια με μιάμιση ώρα.
    Στην αρχή δεν δίνεις σημασία. Κουβεντιάζεις, φλερτάρεις με τα κορίτσια, κάνεις γνωριμίες.
    Σιγά σιγά κουράζεσαι στο πόδι τόση ώρα, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει λόγος, βαριέσαι.
    Υπάρχει ανεργία. Ζητούν δουλειά εκατοντάδες άνθρωποι στην πόλη. Με ακόμη μια βάρδια, το πρόβλημα λύνεται. Θα είναι ανοιχτά όλη μέρα και θα τρως με την ησυχία σου, νωρίτερα ή αργότερα.
    Δοκιμάστε, τους λέμε.
    Τίποτα. Μας έχουν όρθιους με τις ώρες. Σκέτη ταλαιπωρία».

‘Να μην υπήρχαν λεφτά, να κάνω όσες θυσίες θέλεις. Με τον πλούτο που υπάρχει διάσπαρτος, σε συγκεκριμένες τσέπες, όχι, δεν θα πάρω.
Δυο φορές τη μέρα μας θέλουν στρατιωτάκια, εν δυο- εν δυο.
Δεν θα πάρουν.
Η τεράστια αυτή ουρά που ξετυλίγονταν στις αίθουσες, μέσα και έξω, αυτού του θαυμάσιου κτιρίου, εξελίσσεται σε αυθόρμητη γενική συνέλευση αρκετές φορές, δημιουργεί αιτήματα, τα παρουσιάζει, πάπαλα. Παίρνει σαν απάντηση τον τρίτο τον μακρύτερο.
Φτιάχνουμε την αυτόνομη ομάδα μας, την επιτροπή μας.
Αποφασίζει λοιπόν κατάληψη, την πραγματοποιεί και κερδίζει καλύτερες συνθήκες. Δηλαδή το εστιατόριο ανοικτό όλη μέρα και φαγητό δίχως αναμονή, ορθοστασία και ουρές.
Έλα μου όμως πως προσωπικό δεν προσλαμβάνεται, με αποτέλεσμα να βγαίνει η ψυχή των νυν εργαζόμενων.
Αυτό δεν το θέλουμε. Χειροτερεύουν οι συνθήκες εργασίας για να τρώμε εμείς με άνεση. Δεν είναι αυτό που επιθυμούμε’.

‘Αλλάζουμε λοιπόν τακτική.
Αρχίζουμε και σνομπάρουμε την Μένσα, οργανωνόμαστε σε ομάδες των τριάντα και επισκεπτόμαστε με την σειρά τα εστιατόρια του κέντρου, που τρίβουν τα χέρια τους γιατί δεν ξέρουν τι τους περιμένει.
Τρώμε παρέα όλοι μαζί, την καθορισμένη στο περίπου βέβαια ώρα, και για αντίτιμο αφήνουμε το πολύ χαμηλό που πληρώνουμε σαν φοιτητές στη μένσα!
Και για τα παράπονα στέλνουμε τους ιδιοκτήτες στην διοίκηση του Πανεπιστημίου.
Μια, δυο, τρεις, σκάνε. Υποχωρούν’.

»Κλείνουν λοιπόν σύμβαση με δυο-τρία μεγάλα εστιατόρια κι έτσι το φοιτητικό αποσυμφορίζεται, και εμείς διασκορπιζόμαστε στην πόλη με φυσικό επακόλουθο να τρώμε σαν άνθρωποι.
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.
Αλλάζει το οργανωτικό πλάνο, διευκολύνονται οι πάντες. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρίσκεις λύση στα προβλήματα. Φτάνει να θέλεις.
Θέλει ν’ αρπάζεις τη ζωή απ’ τα κέρατα.
Εσείς δεν είστε που λέτε πως όποιος δεν ακούει με τα λόγια θα ακούσει με το ραβδί; Το χρησιμοποιούμε, μεταφορικά, και όχι μόνο, για να σας κάνουμε να ακούσετε.
Πάλι αιφνιδιασμός.
Που να μας περιμένουν, κάθε μέρα, πρωί βράδυ ; Τι να προφυλάξουν ;
Περιπολίες και αυτές, σε δράση. Γεμάτη η πόλη φυλλάδια. Δημιουργούμε συναίνεση. Και όταν προσπαθούν να μας φέρουν ενάντια στους εργαζόμενους, δεν μασάμε.
Γενικά, δεν μασάμε εκείνο τον καιρό».

‘Με τις τιμές στους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας, το ίδιο. Ζητάμε συμβολικό τιμολόγιο. Οργανώνουμε αυτομειώσεις στα δελτία τηλεφώνου και ρεύματος. Ανά διαστήματα.
Οι αυξήσεις είναι αδικαιολόγητες. Μόνος γνώμονας το κέρδος.
Λέμε πως είναι άδικο να ψάχνεις το κέρδος σε αυτά που είναι κοινωνικά αγαθά πρώτης ανάγκης. Κατοικία, νερό, ρεύμα,τροφή, μεταφορές, παιδεία.
Πρέπει να είναι εγγυημένα σε όλους, σε τιμές συμβολικές, εξασφαλισμένες από την κοινότητα. Αυτή είναι εμείς όλοι. Όχι ευκαιρία για να προσκομίζουν κάποιοι κέρδος.
Κερδίζουμε, χάνουμε μάχες. Δεν σταματάμε μέρα να ανακινούμε αυτά τα ζητήματα.
Και όταν δεν μας δίνουν σημασία ξεκινούμε τα σαμποτάζ, τις δολιοφθορές. Όχι στην τύχη. Με σχέδιο. Εκεί που ο αντίπαλος πονά. Όταν ατονούν τα κινήματα και οι μαζικές διαδικασίες. Όταν ατονεί η συμμετοχή. Όταν το κράτος καταστέλλει.
Στις μεταφορές δεν σταματάμε ποτές. Όταν χρησιμοποιούμαι τα δημόσια μέσα, το κάνουμε πάντα αρκετοί μαζί, όταν είναι εφικτό φυσικά. Δεν πληρώνουμε ποτέ. Με αυτό τον τρόπο οι οδηγοί συμμαχούν. Οι ελεγκτές κάνουν τα στραβά μάτια’.

οι καγκελόπορτες της μνήμης 1

  • Θέλω να ανοίξω μια παρένθεση. Σταματώ για δύο λεπτά τη συγγραφή της διήγησης του Μάριο και σας μιλώ για λίγο εγώ, ο Μιχάλης. Δυο λόγια μοναχά.
    Διάβασα χθες στο διαδίκτυο την κατάθεση ψυχής του Κώστα Γουρνά στο Ειδικό Δικαστήριο που ‘δικάζει’ τον Επαναστατικό Αγώνα. Συγκλονίστηκα.
    Από την άλλη, γίνομαι ολοένα μάρτυρας, όπου βρεθώ και όπου σταθώ της ολοκληρωτικής απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και των προσώπων που το απαρτίζουν. Και μιλώ για την άποψη ανθρώπων τελείως διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, ανεξαρτήτως θέσεως, ρόλου ή βαθμίδας :
    ‘Και λίγα τους κάνουν’, εννοώντας τις βόμβες σε δημοσιογράφους.

‘Ειδικό δικαστήριο χρειάζονται αυτοί’! εννοώντας το πολιτικό προσωπικό.‘Kαι όχι φυλάκιση. Δήμευση περιουσίας και κοινωνική εργασία από εδώ και εμπρός’.
‘Μα γιατί ο κόσμος δεν εξεγείρεται’ ; αναρωτιούνται όλοι από την θαλπωρή του γραφείου τους.
Κάθε φορά που κατεβαίνω στην πλατεία ή στον δρόμο, οι ίδιοι και οι ίδιοι. Αυτοί που δεν αναρωτιούνται ΑΓΩΝΊΖΟΝΤΑΙ.
Με όλα αυτά θέλω να πω πως όσα μου διηγείται ο Μάριος είναι τόσο μα τόσο αληθινά ΚΑΙ ΕΠΊΚΑΙΡΑ. Όσα λέμε αυτές τις μέρες αποτυπώνουν με χειρουργική ακρίβεια την πραγματικότητα που βιώνουμε και σήμερα. Όλοι καταλαβαίνουν, όλοι βλέπουν. Αρνούνται, προς το παρόν, να ξεκουνηθούν. Κι έτσι το κράτος, ο μεγάλος ένοχος, ο μόνος τρομοκράτης, ο γδάρτης των ονείρων των ανθρώπων, λακές του μεγάλου κεφαλαίου, βρίσκει την ευκαιρία να χτυπά αμείλικτα, βάναυσα, όλους εκείνους που με τον ένα ή άλλο τρόπο εξεγείρονται. Αντάρτες, καταληψίες, εργατικές μαχητικές κινητοποιήσεις. Τον άλλο τρόπο σκέψης, την άλλη κοινωνία. Τους ασυμβίβαστους.
Ας μη ξεχνάμε πως ‘το πάθος για την λευτεριά είναι μεγαλύτερο απ’ όλα τα κελιά’.
Και πως ‘το μεγάλο όπλο των λαών είναι η αλληλεγγύη’, μέσα στον πόλεμο που υπάρχει ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους.
Ας διαλέξουμε πλευρά!
Και μη ξεχνάτε πως ‘δεν μπορούν να καταστείλουν αυτό που αδυνατούν να καταλάβουν’.

O Aχιλλέας από το Κάιρο, Κώστας Τουρνάς.

  • Πάμε λοιπόν πίσω στα δικά μας.
    Έχουμε βέβαια και τα στέκια μας στην πόλη. Ένα εστιατόριο, ‘Da Mario’. Πήρε το όνομά του από τον φίλο μας ιδιοκτήτη, σήμερα το δουλεύουν τα παιδιά του απ’ ότι μαθαίνω.
    Μια βινερία, κρασάδικο, εκεί στο δρόμο ανάμεσα στην Αρχιτεκτονική, την σχολή Πολιτικών επιστημών και την πλατεία του Borgo ogni Santi.
    Μια πιτσερία στην πλατεία του Σταυρού.
    Αργότερα φτιάχνουμε σχέση με μια ακόμη ταβέρνα, πάλι κοντά στην αγαπημένη μας πλατεία. Da Annita λέγονταν. Εδώ γνωριζόμαστε με την Πάολα, αν θυμάμαι καλά το όνομά της. Πρόκειται για την πιο γνωστή τραβεστί της πόλης, μια πανέμορφη, πανύψηλη, εντυπωσιακή κοπέλα που συχνάζει εδώ, Via della Spada, η Οδός του Ξίφους, κάτω σχεδόν από το σπίτι μας. Ελληνίδα σίγουρα, πρώην φοιτήτρια, αν δεν κάνω λάθος.
    Βλέπεις, όταν συχνάζεις σε ένα μέρος, στο τέλος καταλήγεις να αποκτήσεις φιλικές σχέσεις με τους εργαζόμενους, τους ιδιοκτήτες και τους πελάτες.
    Σε αυτήν εδώ την ταβέρνα συφάγαμε και με γνωστές πανιταλικά φυσιογνωμίες της αυτονομίας που επισκέφτηκαν την πόλη μας κάποιες φορές.

Λίγο πιο πέρα είναι και το Βίβολι, γνωστή ανά τον κόσμο τζελατερία, ζαχαροπλαστείο. Φανταστικό παγωτό-τούρτα σε απίθανες δεκάδες γεύσεις, ημιπαγωμένο όπως το αποκαλούν.
Συνηθίζουν οι πελάτες να στέλνουν στη διεύθυνση του καταστήματος αποκόμματα από εφημερίδες με φωτογραφίες και άρθρα γραμμένα σε όλες τις γλώσσες του κόσμου από τα άτομα που κάνουν την καταχώρηση. Με θερμά λόγια και ευχαριστίες για την φιλοξενία και την απόλαυση του εξαιρετικού παγωτού. Από την Αυστραλία μέχρι το Νεπάλ και από την Ιαπωνία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αίγυπτο. Όλες οι εθνικότητες περνούν από εδώ. Το ζαχαροπλαστείο είναι πασίγνωστο και βρίσκεται στο επίκεντρο της πόλης.

Ειδικά στις βραδινές ώρες γίνεται το αδιαχώρητο. Στο μέσο της διαδρομής από την Πλατεία των Ευγενών [Piazza Signoria] προς Santa Croce όπου βρίσκονται τα λημέρια μας. Συναντιόμαστε πολύ συχνά εκεί, άτυπα ραντεβού σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα για να βγουν τα προγράμματα της συνέχειας. Συνήθως Άνοιξη και καλοκαίρι στις πλατείες, χειμώνα σε σπίτια με κρασάκι και μουσικούλα. Η μακαρονάδα πάντα απαραίτητη, σε όλες τις μορφές και ποικιλίες. Στο ρεφενέ, ως συνήθως.
Στα σκαλοπάτια της εκκλησίας γίνεται χαμός, συνωστισμός.
Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες νέοι κάθε βράδυ δίνουν το παρόν τους εκεί, συντροφιά για ώρες.
Παίχτηκαν αρκετά ντέρμπι υπό το φως των προβολέων.
Η πλατεία γίνεται το δεύτερο σπίτι μας. Για να μην πω, το σπίτι μας, μιας και κατοικίες αλλάξαμε πολλές, όχι όμως και πλατείες.

Είναι και αυτή του Αγίου Μάρκου στέκι, μιας και βρίσκεται κοντά στις σχολές. Εδώ θα παίξουμε φλιπεράκι, πινγκ πονγκ, μπαλάκια και άλλα τέτοια παιχνίδια στο καφέ που μας φιλοξενεί. Βραδινό, αδιαφιλονίκητο στέκι όμως θα παραμείνει για πάντα αυτή του Σταυρού. Εδώ η κατάσταση είναι πιο ζεστή, αυτό που λέμε ‘πιο οικογενειακή’. Πως λες ‘σαν στο σπίτι σου’ σε κάποιον. Κάπως έτσι.
Εδώ οργανώθηκαν τόσα και τόσα πολλά, από αυτά που μόνο εμείς ξέρουμε να κάνουμε.
Φτάνει να μη βρέχει.

Κάποιο απόγευμα, ένα γυφτάκι μου αρπάζει ένα κομμάτι μαύρο, ακουμπισμένο στο γόνατο, την ώρα που κολλάω τα χαρτάκια, φτιάχνοντας τσιγάρο στην παρέα. Μας διπλαρώνει ζητώντας χρήματα και μιας και δεν τα παίρνει, έχουν πέσει αφραγκιές, αρπάζει αυτό που βρίσκει μπροστά του και γίνεται καπνός, αφήνοντάς μας αποσβολωμένους. Μέχρι να πάρουμε χαμπάρι τι έχει συμβεί εξαφανίστηκε. Άντε πιάστον!

Μέχρι να νυχτώσει, τα πούλμαν ξεφορτώνουν αβέρτα. Τουρίστες, κυρίως σχιστομάτηδες, που επισκέπτονται τον περίφημο, τεράστιο Ναό. Με τις φωτογραφικές, προκλητικά κρεμασμένες στο λαιμό. Γιατί, περί πρόκλησης πρόκειται αυτή η επίδειξη στην καρδιά μιας προλεταριακής γειτονιάς. Έτσι το βλέπουν οι νεαροί, που για να σταυρώσουν καμία δουλειά, του ποδαριού κυρίως, τους βγαίνει η πίστη. Μικροαστική καθαρά η πόλη, δεν έχει εργοστάσια. Όποιος λοιπόν δεν είναι ‘εμφανίσιμος’ ή δεν έχει ‘γνωριμίες’ μένει στα αζήτητα. Ψάχνει λοιπόν μεροκάματο στον δρόμο. Αναπόφευκτο.
Βογγούν λοιπόν οι τουρίστες, που κατακλύζουν την πόλη, χειμώνα καλοκαίρι.

Η χαρά για τα κλεφτρόνια. Τους την πέφτουν και φορτώνονται λάφυρα όλων των ειδών. Ειδικότητα όμως παραμένουν οι μηχανές. Άντε να τους κυνηγήσεις στα γύρω στενά που τα γνωρίζουν καλύτερα από το σπιτικό τους. Σαν τα δάχτυλα των χεριών τους.
Είμαι εκεί μπροστά ένα απογευματάκι, μόλις αρχίζει να σουρουπώνει, ορμάνε τρεις με το που ανοίγουν οι πόρτες στο λεωφορείο, απειλώντας με φωνές δυνατές τον οδηγό, για να μη κουνηθεί, ξαφρίζουν από τους Γιαπωνέζους τα πάντα.
Τα τουριστικά γραφεία απτόητα, μέχρι να πέσει σκοτάδι ξεφορτώνουν λαό, σε όλη την πόλη. Κάποιες ώρες της μέρας δεν ξεχωρίζεις ντόπιους από τουρίστες, γίνεται ένας χαμός. Βέβαια, μια στάση είναι υποχρεωτική και στον ‘δικό’ μας ναό.

Πρέπει να σου πω όμως, για τους αναγνώστες μας, πως πρόβλημα σοβαρότατο γεννιέται όταν οξύνεται η κατάσταση εξ αιτίας γεγονότων στη διεθνή σκηνή. Κυρίως όσον αφορά σχέσεις κυβερνήσεων με τις αντάρτικες οργανώσεις και τα ανατρεπτικά κινήματα. Ξεσπά τότε ο επαναστατικός διεθνισμός και αλληλεγγύη στους δοκιμαζόμενους συντρόφους πάνω σε σταθμευμένα λεωφορεία. Γίνεται πολλές φορές αυτό και βλέπουμε να παραδίδονται στη φωτιά γερμανικά πούλμαν τουριστικών γραφείων την περίοδο της δολοφονίας στις φυλακές των μαχητών της ΡΑΦ. Χιλή και Ισπανία έχουν επίσης την τιμητική τους, όπως και η Ιρλανδία, μερικές περιπτώσεις που μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο μυαλό, τότε που οι σύντροφοι μαχητές Ιρλανδοί άφηναν την τελευταία τους πνοή μετά από απεργία πείνας.
Αντίθετα, δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο με τον οποίο υποδέχονταν οι συμπατριώτες μου Πορτογάλους τουρίστες την περίοδο της Επανάστασης των γαρύφαλλων! Πραγματική αποθέωση κάθε φορά που διέσχιζε την πλατεία πορτογαλέζικο πούλμαν. Και τα κεράσματα άφθονα, και τα πειράγματα άπειρα.
Μισητός ο Φράνκο, μισητός ο Πινοσέτ και αργότερα η Θάτσερ. Υπεραγαπημένος ο Οτέλλο ντε Καρβάλιο.
Για Νίξον, Ρέιγκαν κλπ δεν συζητώ.

El Pueblo Unido, Inti Illimani.

μια ιστορία του εννιακόσια 7 Prospero Gallinari

συνεχίζεται

DSC02225

GHOST DOG, Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΣΑΜΟΥΡΑΪ

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΤ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 4

Κάνουμε γνωριμία με ένα παλικάρι πολύ ιδιαίτερο, από την Κολομβία, μετανάστη. Έχει μια βάρκα μεγάλη κάπου δέκα μέτρα, την νοικιάζει, με τον ίδιο καπετάνιο και πλήρωμα, σε γκρουπάκια έξι έως οκτώ ατόμων για διήμερες εκδρομές σε ένα νησάκι, προστατευόμενο πάρκο, που απέχει κάμποσα μίλια από εκεί που βρισκόμαστε. Κλείνουμε λοιπόν ραντεβού και ένα πρωϊνό ξεκινάμε.
Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, ένα τετράωρο περίπου, ψαρεύει με συρτή, καθισμένος στο τιμόνι, στην πρύμνη. Στο μέσον της διαδρομής σταματά πάνω από έναν μεγάλο ύφαλο και μοιράζει σε όλους μάσκες για να θαυμάσουν κολυμπώντας την βλάστηση και το υποθαλάσσιο τοπίο. Είναι όντως μαγευτικά, νιώθεις ασφάλεια μια και ειδικά σε τόσο ρηχά νερά, δεν ξεπερνούν το ένα με ενάμιση μέτρο, οι καρχαρίες δεν μπορούν να εισέλθουν. Χρειάζονται βάθος. Την ώρα που εμείς εξερευνούμε τον ύφαλο αυτός πλουτίζει την ψαριά του, το γεύμα μας, κάνοντας ψαροντούφεκο. Αυτό το διάλειμμα δεν κρατά πάνω από ώρα. Χτύπησε, κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε και να απολαύσουμε στο δείπνο μας μπαρακούντα κοντά ένα μέτρο.
Βλέπουμε ψάρια που δεν φανταζόμασταν πως υπάρχουν, κοράλια και ένα σωρό άλλες ομορφιές ανάμεσα στα βράχια.

Είναι δεινός ψαράς ο Εμίλιο, εξασφαλίζει σε αυτό το διάστημα γεύματα για δύο ημέρες.
Μετά λοιπόν αυτή την παρένθεση, συνεχίζοντας το ταξίδι μας, ετοιμάζει σαλάτες από τροπικά φρούτα και χυμούς για όλους και μας τα προσφέρει, μιας και η όρεξή έχει απογειωθεί.
Φτάνουμε νωρίς το απόγευμα, δεν θυμάμαι το όνομα του νησιού που φυλάγεται από μια στρατιωτική μονάδα η οποία έχει σαν έδρα το φυλάκιο-φάρο που αναβοσβήνει όλη μέρα και ορθώνεται στη μία άκρη της μοναδικής παραλίας επιβλητικό.
Εξερευνούμε το χώρο για κάμποση ώρα, ανεβαίνουμε στο ψηλότερο σημείο για να δούμε από άκρη σε άκρη, πέτρα και πυκνή βλάστηση, όταν πήγε να νυχτώσει επιστρέφουμε στη βάρκα, μαζευόμαστε και απομακρυνόμαστε από την ακτή αρκετά μέτρα, πρέπει να αποφύγουμε τους βρυκόλακες, τα κουνούπια.

Έχουμε δέσει στην υπήνεμη πλευρά του νησιού που είναι μια τεράστια παραλία με την γνωστή, ψιλή άμμο. Στην άλλη πλευρά μεγάλα βράχια και πολύ κύμα, καμία σχέση, από την μια η ηρεμία και από την άλλη η αγριάδα. Στη μέση μια μικρή λιμνούλα, ακόμη αναρωτιέμαι εάν το νερό είναι γλυκό ή αλμυρό. Βλέπεις, μόλις σκεφτήκαμε να την πλησιάσουμε ξεκίνησε η μεγάλη επίθεση των κουνουπιών, κι εμείς όπου φύγει φύγει, τρέξαμε προς τη βάρκα και τα βαθιά.
Ο καπετάνιος έχει ήδη ξεκινήσει το μαγείρεμα. Η όρεξη είναι ξανά υψηλή, οι πορείες βλέπετε την έχουν ακονίσει και έτσι ξεκινάμε σιγά σιγά το δείπνο. Ψάρια νοστιμότατα και μπόλικες σαλάτες, αναμεμιγμένα φρούτα και λαχανικά. Μπόλικη σερβέζα– μπύρα, και για μετά σφηνάκια τεκίλα, ως συνήθως.
Περιττό να σας πω πως όσο διάστημα μείναμε στο Μεξικό, κάθε βράδυ είμαστε πίτα στο μεθύσι.

Το υπέροχο συμβαίνει το επόμενο πρωί. Ξυπνάμε μόλις σηκώνεται η πρώτη ζέστη, νωρίς, με την ανατολή. Περπατάμε μες το νερό που είναι πολύ ρηχό για δεκάδες μέτρα, προς την ακτή, για να βρούμε ο καθένας το μέρος που θα ξαλαφρώσει τις ανάγκες τις φυσικές. Έχουμε κοιμηθεί σκόρπιοι στη βάρκα, περπατάμε ζαλισμένοι, ντυμένοι όλοι σαν τον Αδάμ και την Εύα.
Αυτή η κινητικότητα λοιπόν σηκώνει ένα σύννεφο πανέμορφα πουλιά, σε όλα τα μεγέθη και τους χρωματισμούς. Έχουν βρει καταφύγιο στην έρημη παραλία την νύχτα, τρομάζουν με την παρουσία μας και κρύβουν τον νεαρό ήλιο με το ξαφνικό, ομαδικό τους πέταγμα!
Σκεπάζουν τον ουρανό, και γίνεται μεγάλη βοή από το τίναγμα χιλιάδων φτερών και τα κρωξίματα.
Το θέαμα σπάνιο.

Καβατζάρουμε το νησί, προς τον ωκεανό και τη φουσκοθαλασσιά, τα μεγάλα βράχια. Το κύμα αφρισμένο. Έχουμε περάσει μπροστά από το φυλάκιο και χαιρετιόμαστε με τους αγουροξυπνημένους φαντάρους, πίνοντας το καφεδάκι μας και σχολιάζοντας το πουλομάνι.
Αντικρίζουμε άλλο φοβερό. Ένα ζευγάρι καρχαρίες τίγρεις βολτάρει ανέμελο και γύρω τους έξι εφτά από τα παιδιά τους υποθέτουμε. Φανταστείτε λοιπόν τα μεγάλα γύρω στα δέκα μέτρα, είναι σίγουρα μακρύτερα από την βάρκα, και σε όγκο μεγαλύτερα. Τα μικρά, σαν μισή βάρκα, αυτά είναι λεπτότερα. Γκριζομαύρα τα μικρά, μαύρα με λευκές μεγάλες βούλες τα μεγάλα.
Λέγεται πως κάνουν να ξυθούν στα σκάφη που τα πλησιάζουν, τα ανατρέπουν, για να γίνει γεύμα το περιεχόμενό στα μικρά τους!
Άβυσσος.

Μένουμε σε απόσταση και θαυμάζουμε από μακριά το λίκνισμα αυτών των φοβερών πλασμάτων στα νερά. Και δεν έχει φωτογραφική μηχανή ούτε ένας από εμάς για να αποθανατίσει τη στιγμή.
Αυτά. Με τόση ένταση και θαυμαστά συμβάντα, δεν θυμάμαι να σου πω τίποτα άλλο από την συνέχεια. Σαν να έχει σβηστεί από την μνήμη.
Εκείνο που δεν ξεχνιέται όμως σίγουρα είναι το σοκ που νιώσαμε όλοι μας, τη μέρα που κατεβήκαμε στο λιμάνι για να κλείσουμε την εκδρομή με τον Εμίλιο. Μόλις έχουν βγάλει στην προκυμαία οι ψαράδες μια τεράστια θαλάσσια χελώνα, που αιχμαλώτισαν με δίχτυα, μεγάλη ίσαμε ένα αυτοκίνητο σχεδόν. Της έχουνε κόψει τα πάντα, της γδέρνουν το καβούκι, την τρυπάνε, και της βγάζουν την καρδιά, η οποία χτυπά δυνατά όση ώρα εμείς, λίγο παραπέρα κανονίζουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.
Φρικτό!

Δεν ξέρω τι νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι, και πόσο ‘φυσικά’ τους φαίνονται ορισμένα πράγματα. Εμείς όλοι, σίγουρα, τους μισήσαμε την ίδια στιγμή. Δεν ξεχνιέται, δεν καταπίνεται.

Soul Sacrifice, Santana.

Τριγυρνάμε πολύ καιρό εκεί κάτω, μαζί με άλλους, όλοι κάτι αναζητούν. Εμπειρίες κυρίως, πιστεύω. Η αναζήτηση είναι ωραία, η στασιμότητα βλάπτει. Αλλάζεις παραστάσεις και εικόνες, βλέπεις πως σκέφτονται άλλοι άνθρωποι, αντικρίζεις διαφορετικούς πολιτισμούς, άλλες εικόνες.
Οξύνονται οι αισθήσεις εάν δεν είσαι αδιάφορος.
Γυρνάμε τέσσερις χώρες για ένα δίμηνο. Σκαρφαλώνουμε σε λεωφορεία γεμάτα ασφυκτικά, ανθρώπους και ζώα, σε κάθε γωνιά, όπως ακριβώς βλέπουμε μέχρι σήμερα στον κινηματογράφο, και μας μοιάζουν εξωτικά.
Διασχίζουμε αποστάσεις λίγων χιλιομέτρων μέσα σε ώρες. Πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, ανηφόρες  κατηφόρες, όλο στροφές, χώμα άσφαλτος και ξανά χώμα.
Ενδιαφέροντα σίγουρα, όλα. Θέλει κότσια να ζήσει ένας Ευρωπαίος εκεί πέρα. Η αίσθηση που όλοι αντλούμε πάντως είναι πως η ανθρώπινη ζωή, και η ζωή γενικότερα, δεν έχει την ίδια σημασία,  σπουδαιότητα κι αξία θα έλεγα, που έχει στην Ευρώπη.

  • Επιστρέφουμε στην καρδιά του φθινοπώρου. Με ανάμικτα συναισθήματα.
    Αφήσαμε πίσω μας πανέμορφες χώρες. Διασχίσαμε οροπέδια, κι όχι μόνο, με τεράστιες λίμνες, μπήκαμε στην καρδιά της ζούγκλας, σκαρφαλώσαμε πυραμίδες, ανεβήκαμε βουνά, κατεβήκαμε φαράγγια και περπατήσαμε πανέμορφες κοιλάδες, κολυμπήσαμε σε ήσυχες παραλίες, βουτήξαμε στα τεράστια κύματα του ωκεανού, είδαμε ανθρώπους να κοιμούνται μεθυσμένοι πεταμένοι στη λάσπη. Χώρες όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι τεράστιες, [ σήμερα προς τα εκεί οδεύει ο Ευρωπαϊκός τουλάχιστον Νότος].
    Προσπεράσαμε τυφώνα, μια ολόκληρη νύχτα τρέχουμε μακριά του, μας κυνηγάει ακολουθώντας το λεωφορείο που μας μεταφέρει στην επιστροφή προς Βορρά. Ταξιδεύουμε κυριολεκτικά σαν βαπόρι, βουτηγμένο το όχημα στα νερά με τις μεγάλες του ρόδες κυριολεκτικά πνιγμένες. Βλέπουμε ανθρώπους, στη στεριά, να κυκλοφορούν με βάρκες. Λες και ζούμε ταινία.
    Βλέπουμε παθητικότητα. Ίσως να προετοιμάζονται και να μη το δείχνουν, ίσως να είναι η γαλήνη πριν την καταιγίδα.
    Απίστευτη υγρασία, σε βαθμό αγανάκτησης στην αρχή. Συνηθίσαμε.
    Επιστρέφουμε στον πολιτισμό, που δεν είναι πολιτισμός. Και αυτή τη κατάσταση την συνηθίζεις.
    Ονομάζουν πολιτισμό την εξέλιξη της τεχνολογίας, που λύνει προβλήματα για να δημιουργήσει μύρια άλλα.

Επιστρέψαμε και βρήκαμε στη θέση της χώρας που γνωρίζαμε κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό. Άσχημη κατάσταση, αποκρουστική. Βαριά και ασήκωτη. Πνιγηρή.
Ένα πογκρόμ σε εξέλιξη, μια καταστολή που σηκώνει στον αέρα θέλοντας να ξεριζώσει τα πάντα, δικαίους και αδίκους που λένε. Πήρε σβάρνα τους αυτόνομους δίχως σταματημό.
Τα νεύρα τεντωμένα, έτοιμα να σπάσουν.
Και απογοήτευση μεγάλη.

Don’t give up, Tracy Chapman.

  • Δεν γύρισα απευθείας στον προορισμό μου. Πέρασα πρώτα να συναντήσω έναν φίλο, που σε πόλη της Αδριατικής κρατά ένα μικρό ξενοδοχείο με συγγενείς του, με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα, μέχρι να μου μηνύσουν ότι ο δρόμος είναι καθαρός.
    Γυρνώ λοιπόν λίγες μέρες αργότερα, οριστικά, μέχρι νεωτέρας. Έχει ξεκινήσει όμως το κρυφτούλι. Τρία σπίτια σε τρεις μήνες, είμαι ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες, χωρίς καλά- καλά να το ξέρω, δεν το έχω συνειδητοποιήσει, είναι αλήθεια. Το γνωρίζω χωρίς σχεδόν να το ξέρω. Μόλις αλλάζω σπίτι μαθαίνω πως λίγο αργότερα το επισκέπτονται και οι διώκτες μας. Πάντα στην προηγούμενη διεύθυνση, με μια μικρή καθυστέρηση. Σου λέω, το ξέρεις, πηγαίνουν παντού, ψάχνουν τα πάντα, κυνηγούν ότι κινείται, χωρίς λογαριασμό, δίχως εξηγήσεις. Κανονικό κυνήγι μαγισσών.

Κι ότι τους κάτσει. Ποντάρουν στους αδύνατους. Σε αυτούς που θα σπάσουν. Που δεν θα αντέξουν την πίεση και θ’ αρχίσουν να μιλούν. Αλήθειες ή υπερβολές δεν ενδιαφέρει. Φτάνει να διασπάσουν το κίνημα, να χωρίσουν τους συντρόφους. Να στρέψουν τον ένα ενάντια στον άλλον.
Σιγά σιγά θα το καταφέρουν.
Κατάφεραν πολλά. Κρανίου τόπος.

μια ιστορία του εννιακόσια 5 Prospero Gallinari

Εμένα με βοήθησε λίγο η προνοητικότητα και πολύ περισσότερο η τύχη, αφάνταστα θα έλεγα. Εκείνο το διάστημα. Με βοήθησε και αργότερα. Οριστικά. Απ‘ όπου κι αν κοιτάξεις το θέμα..
Ένα μεγάλο αστέρι ;
Μια εξ ουρανού βοήθεια ;                                                                                                                    Η μάνα μου;
Ποιος ξέρει ;

 

  • Μιας και μιλάμε ώρα για θάλασσες, συνεχίζει ο Μάριος, την έχουμε κι εδώ μπροστά μας όλη μέρα, να σου πω δυο λόγια για τον παρ ολίγο πεθερό μου.
    Υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις, βατραχάνθρωπος. Είχε εξειδίκευση να οδηγεί τις τορπίλες των υποβρυχίων κοντά στο στόχο, καβάλα κυριολεκτικά, σαν επάνω σε άλογο, κάτω από την θάλασσα, κι όταν πια βρίσκονταν κοντά, να στοχεύει και να την στέλνει κατευθείαν στο βαπόρι που πρέπει να βυθιστεί..
    Φυσιογνωμία μεγάλη ο Τζιόρτζιο, μου έχει διηγηθεί ιστορίες πολλές από τα νιάτα του, την εκπαίδευση, τη θητεία, τον πόλεμο. Θαύμασα την δεξιοτεχνία του, το κουράγιο του, την αγνότητά του επίσης. Δούλευε, υψηλό στέλεχος σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία. Ένα πρωί τα βρόντηξε όλα και παραιτήθηκε μην αντέχοντας τη βρωμιά και την διαφθορά του περιβάλλοντος η ιδιοσυγκρασία του, βλέποντας όλα όσα συνέβαιναν εκεί μέσα, στο χώρο γενικότερα της υγείας.
    Στη διαπλοκή εταιρειών και κράτους.
    Έγινε ένας απλός πωλητής, ανατρέφει τα παιδιά του με αρχές. Μεγάλος.

Fragile, Sting.

Απ’ ότι θυμάσαι, την έχω γλιτώσει ήδη φτηνά μια προηγούμενη φορά. Τότε που ‘τσίμπησαν’ κι εσένα για φθορές στη σχολή Πολιτικών Επιστημών, όπου φοιτούσες.
Λίγες μέρες προηγούμαι, χτυπούν τη πόρτα του σπιτιού, νωρίς το πρωί.
Δεν μπορεί να είναι γνωστοί, τέτοια ώρα δεν έχουμε ποτέ επισκέψεις. Μοναχά η αστυνομία σε αναζητά τα χαράματα. Ο κόκορας δεν έχει ακόμα λαλήσει. Βεβαιώνονται από βραδύς πως γύρισες, και με το πρώτο χάραμα, ντριν, ο υπαστυνόμος!
Έχει και λιγότερη κίνηση στη γειτονιά.
Δεν μου φορούν χειροπέδες, πηγαίνουμε για ανάκριση, φθορές δημόσιας περιουσίας.
Κατάληψη στις σχολή, κάποια σπασίματα.
Χαλαρά. Στη δική σου περίπτωση είναι χειρότερα. Ξένη χώρα, φόβος για απέλαση κλπ.

Αρνιέμαι τη συμμετοχή στη φασαρία, δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι σε δύο μέρη την ίδια στιγμή, υπάρχουν μάρτυρες αδιάψευστοι. Δεν με ακούν, χειροπέδες αυτή τη φορά. Με οδηγούν στο κάστρο, στις Μουράτε, Le Murate.
Εντυπωσιακό κτίριο, μεσαιωνικό, όπως ολόκληρη η ιστορική πόλη, βρίσκεται στην καρδιά της, στην κόκκινη συνοικία του Άγιου Σταυρού.
Τεράστιο, δεν γνωρίζω πόσες ακτίνες, τρεις όροφοι εκεί που βρισκόμαστε εμείς, ενώνονται με γέφυρες, πλέγμα στον τελευταίο προς τα κάτω για να ‘εμποδίζονται’ οι αυτοκτονίες, να σταματήσει εκεί το κορμί αυτού που θα ήθελε να βουτήξει στο κενό. Λίγες μέρες μετά χώνουν μέσα κι εσένα.
Είμαστε χωριστά, τα κελιά είναι ανοικτά πολλές ώρες, τις περνάμε με παλιότερους συντρόφους που βρίσκουμε εκεί μέσα, μας φέρονται σαν μεγαλύτεροι αδελφοί.

Περνάμε έτσι καμιά δεκαριά μέρες μέχρι να μας δικάσουν. Έχει παγωνιά, στην αυλή δεν βγαίνει κανείς, καταχείμωνο. Έτρεξε αυτό το διάστημα, ήρθε η μέρα, ξαναείδαμε φίλους και συντρόφους στην αίθουσα, τα κορίτσια και τους γονείς μας.
Είδες και τον πατέρα σου που πέταξε για να σου συμπαρασταθεί, προσπάθησε να σε πείσει να επιστρέψεις πίσω, φοβήθηκε το μπλέξιμο σου με τους αγώνες.
Στάθηκες ανένδοτος.
Το κίνημα εκπροσωπείται στην πόλη από ένα ανάμεσα στα καλύτερα δικηγορικά γραφεία. Κάνει καλή δουλειά, ονόματα δεν θυμάμαι, ο πρώτος των δικηγόρων πάντως είναι ένας άντρακλας ψηλός ίσαμε εκεί πάνω, πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και τις ικανότητές του, με μεγάλη ευφράδεια .
Αριστερών καταβολών η φήμη του γραφείου, είναι πάντοτε δίπλα μας.
Αντονίνο Φιλαστό λέγεται ο άνθρωπός μας τελικά, ο νομικός, τον θυμάμαι.

Μάρτυρες υπεράσπισης ο πρύτανης και καθηγητές της σχολής. Την ώρα που εσωτερική πορεία είναι σε εξέλιξη, με το τέλος της κατάληψης, επιτίθεται σε γραφείο γνωστού σπιούνου, αποχωρώντας μια μικρή ομάδα, εμείς βρισκόμαστε στην πρυτανεία, απεσταλμένοι των φοιτητών. Κάνουμε απολογισμό, συζητώντας με τους καθηγητές πάνω στα αιτήματά μας.
Αυτές οι φθορές, εμείς στοχοποιημένοι, γνωστοί μπροστάρηδες στους αγώνες για το καλύτερο.
Αθώοι λοιπόν.
Πανζουρλισμός, συνθήματα, τραγούδια, ο πατέρας σου συγκινήθηκε.
Μας σηκώνουν ψηλά δεκάδες χέρια, χανόμαστε σε χίλιες αγκαλιές,μέχρι να μας αποσπάσουν οι αστυνομικοί για να μας στείλουν ξανά μέσα. Από την φυλακή θα πάρουμε εξιτήριο. Το οξύμωρο είναι πως μας ξαναπερνούν χειροπέδες.

Οι δύο ώρες που μεσολάβησαν στα μπουντρούμια μέχρι να ετοιμαστούν τα χαρτιά που θα μας οδηγήσουν στην ελευθερία είναι οι χειρότερες, οι δυσκολότερες των τελευταίων ημερών. Ο δείκτης του ρολογιού δεν γυρνά με τίποτα, λες και είναι σταματημένος.
Δεν ηρεμώ, δεν συγκεντρώνομαι, κάτι σαν κρίση πανικού.
Απαίσιο.
Το βράδυ γίνεται ένα μεγάλο πάρτι στο σπίτι, με όλων των ειδών τα καλούδια. Την άλλη μέρα κηρύγματα από γονείς και συγγενείς : ‘κοίταξε αγόρι μου να στρώσεις, να βάλεις μυαλό. Είσαι άντρας, δεν είσαι άλλο παιδί. Πρόσεχε τις παρέες σου. Συγκεντρώσου, δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο. Κοίταξε τις σπουδές σου, τις υποθέσεις σου’.
Τέτοια πολλά, και άλλα παρόμοια.
‘εντάξει’…….αλλά από μέσα…….hasta la victoria siempre…….μέχρι την τελική νίκη.

Layla, Eric Clapton.

Είναι τότε που μαθαίνουμε να φτιάχνουμε εμπρηστικές βραδείας ανάφλεξης, να τις τοποθετούμε και να γίνεται το μπαμ μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να έχουμε τον χρόνο να απομακρυνθούμε για να βρεθούμε στη σιγουριά.
Τι νομίζεις, κάθε πράγμα στον καιρό του, τα βήματα γίνονται με προσοχή, σταδιακά. Από τα απλούστερα στα περισσότερο σύνθετα.
Παρακολουθήσεις, τοποθετήσεις, εισβολές, παραπλάνηση. Και μετά οι ενέδρες. Αυτές τις τελευταίες δεν τις προλαβαίνω, έρχεται το πλήρωμα του χρόνου. Τέλος πάντων.

Addio Lugano bella G Gaber, E Jannacci, L Toffolo, O Profazio, S Pisu

να είναι καλά ο αγαπητός φίλος και εξαίρετος καλλιτέχνης, ο Αργύρης ο Μπακιρτζής που μου θύμισε αυτόν τον αναρχικό ύμνο, όπου συμμετέχει και ο Giorgio Gaber, νεότατος

 

  • Γνωρίζω ένα παλικάρι. Τον Μάσσιμο. Είναι μια μεγάλη παρέα, καμιά δεκαριά, με τα κορίτσια τους. Ψηλός, σγουρομάλλης, ομορφόπαιδο. Εργάζεται πότε πότε, δεινό κλεφτρόνι, μας προμηθεύει στο πι και φι ότι χρειαζόμαστε.
    Έχει ένα αρχαίο πεντακοσαράκι και η αγαπημένη του συνήθεια, που μου την κόλλησε κι εμένα είναι να ανεβαίνει επάνω στους λόφους, όταν βρέχει, και να κάνει σβούρες στο λασπωμένο χώμα, μέσα σε παρκάκι, με ανάποδα τιμόνια και χειρόφρενο, ανάμεσα στα παγκάκια και τα κράσπεδα, χωρίς να χτυπά το αυτοκίνητο. Αυτό είναι το στοίχημα. Όλο και δυσκολότερα σχέδια. Ζωγραφίζει κυριολεκτικά στη βρεγμένη γη
    ‘πίνουν’ όμως πολύ και αυτό τους καταστρέφει τελικά. Σχεδόν όλους. Κάηκαν. Ένας την γλίτωσε τελικά, αν δεν κάνω λάθος, γίνεται μαθητής σε μοναστήρι, στην Ινδία. Γυρίζει μετά από καιρό ντυμένος στα πορτοκαλί. Έχει γεμίσει η Ευρώπη τέτοια παιδιά εκείνο τον καιρό.

Γνωρίζει ένα μέρος, στην Τοσκάνη, δυο ώρες από την Φλωρεντία. Έχει ορυχεία η περιοχή, εξόρυξης μαρμάρου, αν θυμάμαι. Αποθήκες με εκρηκτικά. Μας αναθέτουν λοιπόν κάποια στιγμή να κάνουμε χαρτογράφηση κλπ. Ωράρια, φύλαξη. Να φτιάξουμε σχέδιο για πιθανή κλοπή.
Μένουμε κοντά μια βδομάδα στην περιοχή. Θυμάμαι πως είναι η καταγωγή του από εκεί ή έστω κάποιων συγγενών του. Την γνωρίζει καλά. Έχει τα κλειδιά ενός σπιτιού σε μια μικρή πόλη. Χειμώνας, χωρίς θέρμανση, το δαγκώνουμε. Είναι αλπινιστής, έτσι έχει ειδικούς υπνόσακους με πούπουλα χήνας, κατάλληλους για ύπνο στο χιόνι. Κοιμόμαστε ξεβράκωτοι εκεί μέσα, είναι τόσο ζεστός ο ύπνος μας.

Τον γνωρίζουν κι έτσι δεν συχνάζουμε σε μέρη όπου πηγαίνουν φιλικά του πρόσωπα, δεν θέλουμε να καρφωθούμε, να δίνουμε εξηγήσεις για την παρουσία μας στην περιοχή. Κάποιοι άλλοι, σε ανύποπτο χρόνο, θα επιχειρήσουν εκεί, ξέρεις, χρειάζονται εκρηκτικά.
Ακούμε όλη μέρα μουσική και παρακολουθούμε την περιοχή με τα ορυχεία. Είσοδοι, έξοδοι, οδοί πρόσβασης και διαφυγής, κινητικότητα, φύλαξη, ωράρια, πορείες.
Με την επιστροφή μας στα πάτρια εδάφη έχουμε καταστρώσει έκθεση σελίδων.
Μήνες αργότερα διαβάζω στις εφημερίδες τα νέα για την διάρρηξη αποθήκης και την κλοπή στην περιοχή εκρηκτικών υλών.

Επέστρεψα ένα χρόνο αργότερα σε εκείνα τα μέρη, παραλιακά αυτή την φορά. Υπάρχει μια φανταστική αμμουδιά, δύσκολα προσβάσιμη, όπου κάνουμε ελεύθερο κάμπινγκ ένα Σαββατοκύριακο. Δύσκολη, απόκρημνη κατεβασιά. Δύσβατη. Αξίζει όμως ο κόπος όλα τα λεφτά του. Απομονωμένη ομορφιά για καλοκαιρινή απόδραση.
Την γνωρίζει ένας καινούριος φίλος που δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά που συζητάμε. Μας προτείνει την εκδρομή και την πραγματοποιούμε κάμποσοι φίλοι, αγόρια κορίτσια.
Για να προσεγγίσουμε την παραλία πρέπει υποχρεωτικά να περάσουμε από τον δρόμο και τα μέρη στα οποία τριγύρισα έναν χρόνο νωρίτερα, παρακολουθώντας και καταγράφοντας.
Στα παιδιά που είναι μαζί μου αυτή την φορά, δεν περνά από το μυαλό τους η άλλη μου πραγματικότητα, δραστηριότητες μακρινές, ξένες. Όχι τόσο ιδεολογικά όσο πρακτικά. Δεν υποψιάζονται ούτε στον ύπνο τους την άλλη μου υπόσταση.

Νιώθω πολύ παράξενα. Άγρια χαρά μαζί με κάποια στεναχώρια
Είμαι περήφανος για αυτό που είμαι. Συγχρόνως νιώθω κάτι σαν εγκατάλειψη. Θλίψη που υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, που υφίσταται αυτή η διαφοροποίηση στις συνειδήσεις, στους ανθρώπους.
Αργότερα κατάλαβα πως αυτή ήταν η πρόγευση της μοναξιάς του παρανόμου, που λέμε. Μια κάποια απομόνωση.
Στην αρχή είμαι ενθουσιασμένος, πετάω, καταλαβαίνεις.
Μετά ψιλο χαλιέμαι.
Την πρώτη νύχτα συμβαίνουν αυτά. Μέθυσα, χαλάστηκα.
Στη συνέχεια συνήλθα, δεν το σκεφτόμουν πια, συνηθίζεις. Τότε μου έρχεται και η θλίψη.
Πως γίνεται και το θυμάμαι ;
Δεν ξέρω να απαντήσω. Είναι αυτά τα συναισθήματα που χαράσσονται μέσα και αναδύονται κάποια στιγμή, αργότερα. Απ’ το υποσυνείδητο. Όταν χαλαρώνεις…… Και ακούς! Τότε που οι σκέψεις τρέχουν ελεύθερα, χωρίς να σκοντάφτουν, χωρίς να κολλάνε πουθενά, κυλώντας σαν το γάργαρο ρυάκι, το τρεχούμενο νερό.

τα παιδιά του ’77, 2

With a little help from my friends, Joe Cocker.

Επανέρχομαι στον Μάσσιμο. Από αυτόν γνωρίζω και εκείνη την κοριτσοπαρέα από τον αυτόνομο σύνδεσμο των οπαδών βιόλα, viola, των αυτόνομων οπαδών της Φιορεντίνα, της σπουδαίας ομάδας της πόλης μας. Πηγαίνω λοιπόν στο γήπεδο μαζί τους, στο Communale, curva Fiesole. Το πέταλο που πήρε το όνομα του από την συνοικία, στους πρόποδες της οποίας είναι κτισμένο το γήπεδο, και σκαρφαλώνει στον ομώνυμο λόφο. Ντυμένο στα μωβ, από το χρώμα της ομάδας και της πόλης, θέαμα μοναδικό. Χορογραφίες και τραγούδια, ενέργεια που μοναχά στις μαχητικές μεγάλες διαδηλώσεις θα συναντήσεις, ζω τον παλμό και τα συνθήματα και αγαπώ για πάντα την ομάδα.

Βλέπεις, παρόλο που γουστάρω τα σπορ, μου αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο, εκείνα τα χρόνια έχω κυριολεκτικά απορροφηθεί από τα κοινωνικά κινήματα, ιδιαίτερα από την οργανωμένη αυτονομία, και δεν έχω πατήσει το πόδι μου στο γήπεδο άλλη φορά, πριν από εκείνη τη μέρα με την Ιουλία και την Γαβριέλλα. Δυο άγριες, γλυκύτατες μαθήτριες του Λυκείου που με ξεσήκωσαν για το παιχνίδι, τοπικό ντέρμπι με την γειτονική Μπολόνια.
Πρέπει να πω πως νιώθω δέος εκεί μέσα. Παρόλο που το παιχνίδι τελείωσε ισόπαλο, η ατμόσφαιρα είναι φανταστική, ο μεγάλος Τζιανκάρλο Αντονιόνι δεν κατάφερε να σπρώξει την ομάδα του στη νίκη. Από εκείνη την ημέρα υποστηρίζω τους βιόλα. Παρότι συμπαθώ παντού και πάντα τους κόκκινους.
Στο γήπεδο πηγαίνω ξανά λίγους μήνες μετά, πάλι με τις δυο φιλενάδες, σε συναυλία του Λούτσιο Ντάλα.

Περάσαμε πολύ όμορφα, είναι όμως ακόμη καλύτερα τότε που ο σπουδαίος καλλιτέχνης τραγουδά σε κατηλειμμένο εργοστάσιο, στη βιομηχανική περιοχή της πόλης, συμπαραστεκόμενος στους απεργούς εργάτες που βρίσκονται σε αγώνα. Εκεί μέσα είναι το κάτι άλλο. Η μουσική και ο στίχος, το συναίσθημα,αποκτούν άλλη βαρύτητα, η ατμόσφαιρα απογειώνεται και οι καρδιές χτυπούν πιο δυνατά. Ένα αληθινό πανηγύρι του λαού. Του λαού σε κίνηση. Του ανθρώπου σε εγρήγορση.
Όταν ο λαός κινείται, όταν ο λήθαργος παύει, όταν ανασταίνονται οι συνειδήσεις, όταν ο άνθρωπος αγαπά τον διπλανό του, τον νοιάζεται, τότε μη φοβάσαι τίποτα!
Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών.

Ι put a spell on you, Screamin Joe.

συνεχίζεται

22/8/12

FURIOSI – Νανι Μπαλεστρίνι – Εκδόσεις Απρόβλεπτες – Σεπτέμβριος 2012

Εκεί στο πέταλο είμαστε 17000 όλοι μέλη των Ερυθρόμαυρων Ταξιαρχιών όμως αυτοί που ακολουθούν όλους τους εκτός έδρας αγώνες δεν είναι πάνω από καμιά χιλιάδα 1500 στην καλύτερη περίπτωση κι είναι εκείνοι που σου δίνουν τη χαρά να ζεις κάτι που υπερβαίνει τη Μίλαν επειδή εκεί γαμώτο υπάρχουν στιγμές που ζεις πράγματα τα οποία σε κάνουν να ξεχνάς τη Μίλαν εκεί κινδυνεύεις να σε σακατέψουν κινδυνεύεις να πας φυλακή διακινδυνεύεις τα πάντα κι εκείνη τη στιγμή η Μίλαν είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεσαι εσύ εκείνη τη στιγμή είσαι με τους φίλους σου την ομάδα σου είσαι κάτι το συλλογικό

Από τους προλεταριακούς αγώνες του ‘60 και του ‘70, ο Νάνι Μπαλεστρίνι μας μεταφέρει στα γήπεδα της Ιταλίας της δεκαετίας του ‘80, σ’ ένα ανήσυχο μυθιστόρημα που περιγράφει το σημαντικότερο ίσως φαινόμενο συσπείρωσης και κοινωνικότητας των νέων εκείνη τη δεκαετία.

Μία αφήγηση χωρίς ανάσα, με επίκεντρο ένα επεισόδιο μεταξύ των οπαδών της ομάδας της Κάλιαρι και εκείνων της Μίλαν. Οι πρωταγωνιστές εξιστορούν σε πρώτο πρόσωπο τις εμπειρίες τους από τις οπαδικές μετακινήσεις, τις επικές μάχες με τους οπαδούς αντίπαλων ομάδων και την αστυνομία, τις προσωπικές διαδρομές στις εξέδρες των γηπέδων, τους τρόπους οργάνωσης και τους κώδικες που διέπουν τη συμπεριφορά τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική.

Οι αφηγήσεις που συνθέτουν αυτό το ηρωικό-κωμικό μυθιστόρημα του Μπαλεστρίνι σκιαγραφούν γλαφυρά την ανθρωπογεωγραφία του κινήματος των ιταλών ultras, πριν αυτό μπει στη φάση της παρακμής του.

Ο Νάνι Μπαλεστρίνι γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1935. Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα το 1953 και στις αρχές της δεκαετίας το ’60 συμμετείχε στην ίδρυση της λογοτεχνικής ομάδας «Gruppo 63». Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Tristano δημοσιεύτηκε το 1964 από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli. Αναμίχτηκε ενεργά στα πολιτικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και το 1979 αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γαλλία για να αποφύγει τη σύλληψη, μετά τη δίωξή του στα πλαίσια της «Έρευνας της 7ης Απριλίου», όπου παρέμεινε μέχρι την οριστική απαλλαγή του λίγα χρόνια αργότερα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία των περιοδικών Il VerriQuindiciAlfabeta και Zoooom. Εκτός από τη λογοτεχνία, δραστηριοποιείται και στο χώρο των οπτικών τεχνών και έχει πραγματοποιήσει πολλές εκθέσεις στην Ιταλία και το εξωτερικό και το 1993 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας. Στα ελληνικά έχουν δημοσιευτεί τα μυθιστορήματα Τα θέλουμε όλα (εκδόσεις Στοχαστής)· Ο εκδότης (εκδόσεις Γνώση)· Οι αόρατοι (εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος). Στο τεύχος 6 του περιοδικού ΤΕΦΛΟΝ έχει δημοσιευτεί ένα εκτενές αφιέρωμα στη ποίησή τους, ενώ στο τεύχος 12-13 του περιοδικού Τα Παιδιά της Γαλαρίας μια (σχεδόν) εξαντλητική συνέντευξη για τη ζωή και το έργο του.

μιχαλης 265