ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ι

image

Μα τι θα είχαν κάνει εάν εκείνη η βραδινή αποστολή τους είχε το αποτέλεσμα που φοβόντουσαν;

Μαζί με την φρίκη, την αβεβαιότητα και τον φόβο, είχε περάσει από το μυαλό της επίσης μια δυσάρεστη αίσθηση ανεπάρκειας. Σαν ανησυχία για τα περιθώρια επιβίωσης, της δυνατότητας να πορευτεί στη ζωή της που εξακολουθούσαν να είναι επιτρεπτά, ενώ, όλο και συχνότερα, προεικόνιζε μαζί με τους συντρόφους της τα σενάρια ενός πολέμου που έλεγαν πως ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν.

Θα ήταν πραγματικά σε θέση να τον αντιμετωπίσουν; Πώς να συνδυάσουν μια παρόμοια προοπτική με μια καθημερινότητα ακόμα γεμάτη μέλλον που την διαπερνούσε η αναζήτηση του παιχνιδιού, της χαράς και της ευχαρίστησης, της ξεγνοιασιάς; Και εκείνο το πρωί επίσης, δεν την άφηνε στην ησυχία της εκείνη η δυσάρεστη αίσθηση πως δεν είχε ακόμη κλείσει όλες τις πόρτες πίσω της.

Σαν να ήταν δυνατό να το πράξουν πριν ακόμη νιώσουν πραγματικά αναγκασμένοι να το κάνουν.

Έπρεπε, όπως πάντα, να κρατήσει σε απόσταση το τέρας που την κρατούσε σε εγρήγορση με σήματα για την διαφαινόμενη καταστροφή που θα υφίσταται κάθε φορά που θα ξηλώνει τους κανόνες. Έρχονταν από μια προσωπική ιστορία στην οποία δεν είχε διδαχτεί πως υπάρχει επιείκεια γι αυτούς που χάνονταν πίσω από την αυτοκτονική ψευδαίσθηση να αλλάξουν τον κόσμο, και όπου ήταν άγνωστη η ανοχή στη νεανική επαναστατικότητα που στη συνέχεια έγινε της μόδας.

Τίποτα δεν ήταν δεδομένο και όλα έπρεπε να κερδηθούν. Στην οικογένειά της, οι μεγαλύτεροι είχαν ξεκινήσει να πηγαίνουν στο εργοστάσιο απ’ όσο ήταν ακόμη παιδιά, και μόνο το κερδισμένο με ιδρώτα ψωμί έδινε ταυτότητα και το δικαίωμα στο λόγο. Πράγματα απαγορευμένα σε εκείνους που έτρωγαν με τις πλάτες τρίτων, εκμεταλλευόμενοι την σκληρή δουλειά των άλλων – όπως, εννοείται φυσικά, λιγότερο ή περισσότερο, οι γυναίκες, από φύση αδύναμες και αναξιόπιστες, φορείς κάθε αταξίας και αδυναμίας. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος αδημονίας της. Έπρεπε να είναι συγκρατημένη, να λογοδοτεί κάθε φορά που της έλλειπε το μέτρο, και δεν θα έπρεπε να περιμένει από κανέναν εκείνο που θα μπορούσε να προσφέρει μόνο της στον εαυτό της. Ειδικά εκείνη την ελευθερία που πήγαινε γυρεύοντας. Έπρεπε να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις και, με όλο το θράσος εκείνων που, χλευάζοντας κάθε γενικό κανόνα, τολμώντας να πάνε να κοιτάξουν στα μάτια ένα νόθο παιχνίδι, έπρεπε να διασχίσει κάθε φορά χωρίς δισταγμούς και προσχήματα τα περιθώρια της αποφασιστικότητά της.

Και αν δεν ήθελε να φθάσει στο σημείο να συντριβεί, έπρεπε να φτιάξει ακόμη πιο δυνατό κεφάλι απ’ ότι οι τοίχοι ενάντια στους οποίους συνέχιζε να πηγαίνει να χτυπάει κόντρα. Αυτό το είχε μάθει πολύ καιρό πριν,  έχοντας την πεποίθηση ότι θα μπορέσει να επιβιώσει μόνο εάν χρησιμοποιήσει τη μεγαλύτερη δυνατή αποφασιστικότητα και να πάει μέχρι τέλους, γιατί η σύγκρουση ήταν μια από εκείνες που δεν προέβλεπαν αιχμαλώτους.

Κι έτσι φτιάχνε και ξαναφτιάχνε το πλαίσιο του πόσο ακόμη, με κάθε νέα ρήξη, έριχνε στο παιχνίδι τις δυνάμεις της, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό της περιθώρια διαφυγής.

Μα ποιες είναι οι πιθανές επιλογές; Ποιες οι εναλλακτικές λύσεις;

H επιστροφή στο σπίτι για να ξεφύγει από τον τρόμο; να φθάσει στο σημείο να πιστεύει ότι η μόνη επανάσταση που μπορεί να εννοηθεί δεν ήταν πραγματικά τίποτα περισσότερο από την «προοδευτική δημοκρατία» των κατοικούντων στις Botteghe Oscure; 1], εκείνη που δεν οδηγούσε στον κομμουνισμό και, στην πραγματικότητα, ούτε ακόμα και στο σοσιαλισμό, αλλά υπόσχονταν, σε αντάλλαγμα για μια σημαντική οπισθοχώρηση θέσεων, ένα καταφύγιο, υπόσχονταν προστασία από τους πειρασμούς της φασιστικής δεξιάς που δεν καταλάγιασαν ποτέ μέσα στο πέρασμα του χρόνου;

Σαν να συνεχίζονταν ακόμη το ξόρκι, τα μάγια με το τέλος του πολέμου, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μέσα σε εκείνη την αφύπνιση των συνειδήσεων και των αγώνων. Αν το ’45 υπήρχε εκεί ο στόλος που εμπόδιζε, τώρα υπήρχαν οι πραξικοπηματίες δολοφόνοι των σφαγών. Στη μέση ένα ποικιλόμορφο κίνημα που έπρεπε να οδηγηθεί ξανά στη συνετή κίνηση μιας παράδοσης περισσότερο ή λιγότερο έντιμης, που έπρεπε να το αναγκάσουν να υπογράψει τη »νέα συμφωνία των παραγωγικών δυνάμεων» ή να το κτυπήσουν, να το νικήσουν, να το απονομιμοποιήσουν και να κάνουν ότι είναι δυνατό, να σιγουρευτούν πως δεν θα συνεχίσει να προκαλεί ζημιές.

Άλλο δεν υπήρχε.

Αλλά πραγματικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι άλλο; Και ποιος είναι υπεύθυνος για τόσο μεγάλη δυστυχία στις πολιτικές προοπτικές;

Σε ένα τέτοιο περιορισμένο ορίζοντα και της απουσίας πολιτικής διαμεσολάβησης, το πιο εύκολο πράγμα ήταν να βρεθεί στο σημείο να παίζει τον ρόλο του εξτρεμιστή. Πολύ αστείο. Εκείνη που εξτρεμιστής δεν αισθάνθηκε. Που βρίσκονταν όμως ο χώρος για μια πολιτική που να έχει ένα νόημα, μέσα σε εκείνες τις δυναμικές ανάληψης ρόλων και ευθυνών τους οποίους οι μηχανισμοί μιας στραβικής αριστεράς δεν γνώριζαν πλέον, μιας και με τόση αποφασιστικότητα αποποιούνταν, αναιρούσαν και τα τελευταία κομμάτια του εαυτού τους που είχαν έστω και σχέση μακρινή με κάθε τι οδοφραγματικό; για να μην μιλήσουμε για τη συνετή στάση που κράτησαν ακόμα και στη μάχη του δημοψηφίσματος για το διαζύγιο, τότε που στέκονταν να παρακολουθούν από απόσταση τα τεκταινόμενα.

Αλλά εν τω μεταξύ οι καιροί τρέχουν πίσω απ’ τα γεγονότα και μας παροτρύνουν να κινηθούμε,  δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για πολλές ερωτήσεις. Από τους εκατό χιλιάδες στο γήπεδο του Σαντιάγκο της Χιλής, σαν μαστίγωμα κατάφατσα, το αποφασιστικό ταρακούνημα στο εύθραυστο πλαίσιο των στάσεων που πρέπει να κρατηθούν.

Και ο καθένας έπρεπε να αποφασίσει.

Εκεί, στα χέρια των χασάπηδων, βρίσκονταν τα σώματα και οι ιδέες της ελευθερίας των συντρόφων που επίσης ανήκαν σε αυτές. Αυτή ήταν μια τραγωδία που συγκλόνιζε τους πάντες.

Ο καθένας έκανε την δική του ανάγνωση για αυτή την τραγωδία.

Πολλοί, και αυτή μαζί τους, με μάτια θολά και την ψυχή ανάμεσα στα δόντια, ορκίστηκαν ότι ποτέ ξανά δεν θα άφηναν να τους βρουν δίχως τουφέκι. Εκείνη η σφαγή κατέστρεφε κάθε κατάλοιπο αξιοπιστίας στην ύπαρξη μιας ειρηνικής οδού για ουσιαστικές κυβερνητικές αλλαγές. Οι καιροί των βίαιων επαναστάσεων δεν είχαν με τίποτα τελειώσει και το να αντιστέκεσαι αργότερα καθίστατο μια παγίδα θανάτου, θανατηφόρα.

Συνεχίζεται

 

1] Botteghe Oscure: η οδός όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του ιταλικού Κ.Κ.

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ποίημα για τον Φιντέλ Κάστρο από τον Πάμπλο Νερούδα [Τραγούδι Διαμαρτυρίας] – POEM FOR FIDEL CASTRO (SONG OF PROTEST) November 28, 2016 Pablo Neruda

Noέμβριος 28, 2016

Fidel Castro with Chilean President Salvador Allende

Fidel Castro with Chilean President Salvador Allende

»Να υπερασπιστούν την πολυαγαπημένη μας Κούβα». Η κατακλείδα αυτού του ποιήματος από τον μεγάλο χιλιανό κομμουνιστή και σουρεαλιστή συγγραφέα Πάμπλο Νερούδα μάλλον συνοψίζει το πως οι εργαζόμενοι και καταπιεσμένοι άνθρωποι – στη Λατινική Αμερική και σε όλο τον κόσμο – αισθάνονται στον απόηχο του θανάτου του Φιντέλ Κάστρο. Μπορούν να ειπωθούν πολλά για τον άνθρωπο Κάστρο, αλλά είναι μακράν λιγότερο σημαντικό σε σχέση με την Κουβανική Επανάσταση την οποία βοήθησε, ηγήθηκε αυτής, έχτισε και διατήρησε για πάνω από 50 χρόνια ενάντια στις εξωτερικές πιέσεις της Αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Τα γεγονότα είναι γεγονότα, και το γεγονός είναι ότι η Κούβα έχει καθολικό σύστημα υγείας και ένα ποσοστό αλφαβητισμού τα οποίαν είναι αξιοζήλευτα από οποιοδήποτε πρότυπο. Η πολιτιστική πολιτική της στην διάρκεια της δεκαετίας ’60-΄70 – η οποία αγωνίστηκε να εξοντώσει το κίνητρο κέρδους από τις τέχνες, τοποθετώντας ανθρωπιστική καινοτομία στο επίκεντρο – ήταν ένα σημείο αναφοράς για καλλιτέχνες, ποιητές και μουσικούς πέραν της Λατινικής Αμερικής. Συγκρίνετε το με τους γείτονες της Κούβας στην Καραϊβική – οι οποίοι συνήθως αντιμετωπίζονται ως μια μεγάλη ελεύθερη ζώνη εμπορίου για το US κεφάλαιο – και η δηκτικότητα είναι ξεκάθαρη.

Γι αυτό το λόγο ο Castro παρέμεινε, παρόλες τις βάσιμες και κραυγαλέες κριτικές που ίσως του ασκούμε από την Αριστερά, ένα σύμβολο αυτοκαθορισμού και αντί-ιμπεριαλισμού. Ο θάνατος του δίνει έμφαση σε μια ανοικτή ερώτηση: όχι τόσο για τον Castro καθεαυτό ή την προσωπική κληρονομιά του, αλλά για το τι τελικά θα γίνει το »κύπελλο με το κρασί», οι δημοφιλείς αγώνες και τα δημοκρατικά όνειρα τα οποία περιγράφει ο Neruda.

Alexander Billet

Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί είναι ευγνώμονες
για τα λόγια της δράσης και τα κατορθώματα τραγουδούν,
γι αυτό από μακριά σου φέρνω
ένα κύπελλο  με κρασί της χώρας μου:
είναι το αίμα υπόγειων λαών
που μέσα απ’ τις σκιές φτάνει στο λαιμό σου,
είναι οι ανθρακωρύχοι που ζουν εδώ κι αιώνες
αντλώντας  φωτιά από την παγωμένη γη.
Πηγαίνουν κάτω από τη θάλασσα για άνθρακα
και όταν επιστρέφουν είναι σαν φαντάσματα:
μεγάλωσαν συνηθίζοντας το αιώνιο σκοτάδι,
η εργασία στο φως της ημέρας τους εκλάπει ,
παρόλα αυτά  εδώ είναι το κύπελλο
με πολύ πόνο και αποστάσεις:
η ευτυχία φυλακισμένων ανδρών,
που τους έχει καταλάβει σκοτάδι κι αυταπάτες
οι οποίοι μέσα απ’ τα μεταλλεία αντιλαμβάνονται
την άφιξη της άνοιξης και τα αρώματα της
γιατί γνωρίζουν ότι ο Άνθρωπος αγωνίζεται
για να φτάσει σε μια επαρκή καθαρότητα .
Και η Κούβα αναγνωρίζεται από τους ανθρακωρύχους του νότου,
τους μοναχικούς γιούς της πάμπα,
τους βοσκους του κρύου στην Παταγονία,
από τους  πατεράδες από κασσίτερο και ασήμι,
από αυτούς που έχουν παντρευτεί τις κορδιλλιέρες
εξάγοντας τον χαλκό από την Chuquicamata, από άνδρες κρυμμένους σε λεωφορεία
σε πληθυσμούς αγνής νοσταλγίας,
γυναίκες των χωραφιών και των εργαστηρίων,
παιδιών που ξόδεψαν σε κλάματα τα παιδικά τους χρόνια·
Αυτό είναι το κύπελλο, πάρ’ το, Fidel.
Είναι γεμάτο από πολύ ελπίδα την ώρα
που το πίνεις  θα ξέρεις τη νίκη σου
είναι σαν το παλιό κρασί της χώρας  μου
το οποίο δεν φτιάχνεται από έναν αλλά από πολλούς άνδρες
και όχι από ένα σταφύλι αλλά από πολλά φυτά:
δεν είναι μια σταγόνα αλλά πολλά ποτάμια:
όχι ένας καπετάνιος, αλλά πολλές μάχες.
Και σε υποστηρίζουν γιατί αντιπροσωπεύεις
την συλλογική τιμή και του δικού μας μακροχρόνιου αγώνα
και αν ήταν να πέσει η Κούβα θα πέφταμε όλοι μαζί
και θα ερχόμασταν να τη σηκώσουμε,
και αν ανθίσει με όλα τα λουλούδια της
θα ακμάσει με το δικό μας νέκταρ.
Και αν τολμήσουν να αγγίξουν το μέτωπο
της Κούβας από τα χέρια σου απελευθερωμένη
θα βρουν μπροστά τους τις γροθιές των ανθρώπων,
θα βγάλουμε έξω τα θαμμένα όπλα μας:
αίμα και η περηφάνια θα έρθουν
να σώσουν την πολυαγαπημένη μας Κούβα.

Ο Pablo Neruda [1904-1973] ήταν χιλιανός ποιητής, διπλωμάτης και πολιτικός. Έλαβε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1971 και υπηρέτησε ως γερουσιαστής, ως μέλος του χιλιανού κομμουνιστικού κόμματος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, έκδωσε σχεδόν σαράντα τόμους ποίησης.

Pablo Neruda recita uno de sus poemas dedicados a Cuba

“To defend our beloved Cuba.” The closing line of this poem from the great Chilean communist and surrealist writer Pablo Neruda rather sums up how working and oppressed people – in Latin America and around the world – are feeling in the wake of Fidel Castro’s death. There is a lot to say about Castro the man, but it is far less important than the Cuban Revolution he helped lead, build and maintain for more than fifty years against the outside pressures of American empire.

Facts are facts, and the fact is that Cuba has universal healthcare and a literacy rate that is enviable by any standard. Its cultural policy during the 1960s and 70s – one that strove to eliminate the profit motive from the arts and put humanistic innovation at its center – was a point of reference for artists, poets and musicians across Latin America. Compare this to Cuba’s Caribbean neighbors – routinely treated as one big free trade zone for US capital – and the poignancy is clear. It is why Castro remained, despite so many valid and vociferous criticisms we might make of him from the Left, a symbol of self-determination and anti-imperialism. His death highlights an open question; not so much about Castro himself or even his own personal legacy, but of what will ultimately become of the “cup of wine,” the popular struggles and democratic dreams that Neruda describes. – Alexander Billet

* * *

Fidel, Fidel, los pueblos te agradecen
palabras en acción y hechos que cantan,
por eso desde lejos te he traído
una copa del vino de mi patria:
es la sangre de un pueblo subterráneo
que llega de la sombra a tu garganta,
son mineros que viven hace siglos
sacando fuego de la tierra helada.
Van debajo del mar por los carbones
y cuando vuelven son como fantasmas:
se acostumbraron a la noche eterna,
les robaron la luz de la jornada
y sin embargo aquí tienes la copa
de tantos sufrimientos y distancias:
la alegría del hombre encarcelado,
poblado por tinieblas y esperanzas
que adentro de la mina sabe cuando
llegó la primavera y su fragancia

porque sabe que el hombre está luchando

hasta alcanzar la claridad más ancha.
Y a Cuba ven los mineros australes,
los hijos solitarios de la pampa,
los pastores del frío en Patagonia,
los padres del estaño y de la plata,
los que casándose con la cordillera
sacan el cobre de Chuquicamata,
los hombres de autobuses escondidos
en poblaciones puras de nostalgia,
las mujeres de campos y talleres,
los niños que lloraron sus infancias:
esta es la copa, tómala, Fidel.
Está llena de tantas esperanzas
que al beberla sabrás que tu victoria
es como el viejo vino de mi patria:
no lo hace un hombre sino muchos hombres
y no una uva sino muchas plantas:
no es una gota sino muchos ríos:
no un capitán sino muchas batallas.
Y están contigo porque representas
todo el honor de nuestra lucha larga
y si cayera Cuba caeríamos,
y vendríamos para levantarla,
y si florece con todas sus flores
florecerá con nuestra propia savia.
Y si se atreven a tocar la frente
de Cuba por tus manos libertada
encontrarán los puños de los pueblos,
sacaremos las armas enterradas:
la sangre y el orgullo acudirán

a defender a Cuba bienamada.

Fidel, Fidel, the people are grateful
for words in action and deeds that sing,
that is why I bring from far
a cup of my country’s wine:
it is the blood of a subterranean people
that from the shadows reaches your throat,
they are miners who have lived for centuries
extracting fire from the frozen land.
They go beneath the sea for coal
but on returning they are like ghosts:
they grew accustomed to eternal night,
the working-day light was robbed from them,
nevertheless here is the cup
of so much suffering and distances:
the happiness of imprisoned men
possessed by darkness and illusions
who from the inside of mines perceive
the arrival of spring and its fragrances

because they know that Man is struggling

to reach the amplest clarity.
And Cuba is seen by the Southern miners,
the lonely sons of la pampa,
the shepherds of cold in Patagonia,
the fathers of tin and silver,
the ones who marry cordilleras
extract the copper from Chuquicamata,
men hidden in buses
in populations of pure nostalgia,
women of the fields and workshops,
children who cried away their childhoods:
this is the cup, take it, Fidel.
It is full of so much hope
that upon drinking you will know your victory
is like the aged wine of my country
made not by one man but by many men
and not by one grape but by many plants:
it is not one drop but many rivers:
not one captain but many battles.
And they support you because you represent
the collective honor of our long struggle,
and if Cuba were to fall we would all fall,
and we would come to lift her,
and if she blooms with flowers
she will flourish with our own nectar.
And if they dare touch Cuba’s
forehead, by your hands liberated,
they will find people’s fists,
we will take out our buried weapons:
blood and pride will come to rescue,

to defend our beloved Cuba.


Pablo Neruda (1904 – 1973) was a Chilean poet, diplomat and politician. He received the Nobel Prize for Literature in 1971 and served as a senator as a member of the Chilean Communist Party. During his life, he published almost forty volumes of poetry.

http://www.redwedgemagazine.com/online-issue/poem-for-fidel-castro-song-of-protest

https://moorbey.wordpress.com/2016/11/29/poem-for-fidel-castro-song-of-protest/?wref=pil

Uncategorized

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο, το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ, [στ]

Ήταν, νομίζω, Απρίλης του 71. Η Κατίτα ήταν μεσ’ την ανακατωσούρα. Ούτε τρεις νύχτες στο ίδιο μέρος, ελάχιστος ύπνος, πολλή δουλειά για την επομένη. Αν συνεχίζονταν η ίδια άσκοπη περιπλάνηση, η εξάντληση θα ήταν αναπόφευκτη. Αυτή πήρε την κατάσταση στα χέρια της, θα νοικιάζαμε το σπίτι. Ο Μπαούτσι την ενθάρρυνε.

Ένα απόγευμα επισκέφτηκε ένα σπιτάκι, δεν το σκέφτηκε ούτε λεπτό – υπήρχε μια σόμπα »Κόμετ» στο μεγάλο  δωμάτιο, πολυτέλεια για το χειμώνα. Δεν υποχώρησε ούτε όταν ανακάλυψε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν απόστρατος αξιωματικός. Μέχρι και επίσκεψη του έκανε, πολύ φυσιολογικά, μ’ ένα πακέτο τσάι για την αδελφή του.

 

Το σπίτι βρισκόταν, σαν από λάθος στημένο, στο κέντρο της πλούσιας συνοικίας Λάς Κόντες, στ’ ανατολικά του Σαντιάγκο, στις πλαγιές  της Κορδιλλιέρας. Με τον κήπο του, προστατεύονταν από τον θόρυβο των κατσαρολικών, εκείνο το ρυθμικό χτύπημα, κάθε βράδυ, απ’τις γυναίκες των μπουρζουάδων που διαδήλωναν έτσι ενάντια στην κυβέρνηση Αλλιέντε. Κι οι ομάδες προστασίας, οι οργανώσεις της δεξιάς που ήθελαν σώνει και καλά να υπερασπιστούν τις υψηλές συνοικίες από τις εφόδους του λαού…

 

Επί δυόμισυ χρόνια επίπλωνε το σπίτι η Κατίτα. Στην αρχή της είχε δώσει τα βασικά ο αδερφός της. Η εξώπορτα σκόνταφτε στο μεγάλο, μαυρισμένο, ξύλινο κρεβάτι, σκεπασμένο με μια σκωτσέζικη κουβέρτα, αριστερά του το τραπέζι του μπρίτζ, στο πάτωμα, πάνω απ’ τον μουσαμά, ένα μάλλινο χαλί. Επέμενες να μαζεύεις ότι αγαπούσες γύρω απ’ το κρεβάτι. Τόσο το χειρότερο, θα παραξενεύονταν οι απρόσμενοι επισκέπτες. Ούτε λόγος να κάνουμε σαλόνια. Ο Μπαούτσι εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο, στα δεξιά του διαδρόμου, ένα χάος από χαρτιά, πουκάμισα και βιβλία. Τα βιβλία…τα μόνα πραγματικά αγαθά. Τάβλεπες παντού, στοίβες βιβλία από δω κι από κει, καταγής, πάνω σε ξύλινα ράφια στηριγμένα σε κονσερβοκούτια ή σε κολόνες από τούβλα. Δεν υπήρχαν τοίχοι αρκετοί για να μπουν στη σειρά. Τα μπαούλα γίνονταν σωρός. Τα χρώματα των βιβλίων, μικρών και μεγάλων, το μπλε των DEUTSCHERS, το απαλό ρόζ του Ράιχ, το γκρί -με τις κόκκινες ρίγες- του Λένιν και του Σαντλέρ -»Άπαντα»- το ανοιχτό πράσινο του Μάρξ και του Γκαρσία Μάρκες, το ζωηρό κόκκινο -του Τρότσκυ και της Κόκκινης Ορχήστας, τα καφέ των εκδόσεων Έρα και του Σαίν-Ζύστ, τα μπλέ-γκρί- του Μάο, το λεπτό φύλλο των κλασσικών μυθιστορημάτων, και πόσα άλλα…Αυτή η άσβεστη δίψα να μάθουν τα πάντα, που γέμιζε τοσπίτι στην Λάς Κόντες, απ’ τοένα δωμάτιο στο άλλο, απ’ τον Μπαούτσι στον Μιγκέλ. Κάτι άρπαξε απ’ όλα αυτά η Κατίτα.

Ο Μπαούτσι, ο φίλος του Μιγκέλ, απ’ τα δώδεκα τους. Στο σχολείο, στο λύκειο, στην ιατρική, οι καλύτεροι μαθητές, πάντα. Όλοι τά’ξεραν, εκείνα τα όμορφα αγοράκια, στην Κονσεπσιόν. Μια μέρα, ήρθε το M.I.R., και πάλι μαζί, απ’το πρωί ως το βράδυ. Άγγιζε τα όρια του αστείου, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα χωρίς τον Μπαούτσι: είμαι ανυπόφορος, δεν υπάρχει άλλος, εκτός απ’ τον Μπαούτσι, που θα μπορούσε να αντέξει να ζήσει μαζί μου, έλεγες. Ο Μιγκέλ, ο »κόκκινος ήλιος»…Ο Μπαούτσι αγνοούσε τη ζήλεια, τη μικρότητα.

 

Κι όταν εσύ έφυγες ταξίδι, ο Μπαούτσι έμεινε, καλός άγγελος των ημερών της Κατίτα: όταν δεν ερχόταν να κοιμηθεί στο σπίτι, στην Λάς Κόντες, φρόντιζε να μάθει νέα της, της τηλεφωνούσε στην casona της Λά Κίντα: τι γίνεται; Η τρυφερότητα δεν είναι στις συνήθειες των μελών του M.I.R. και, τώρα, της ήταν τόσο ευχάριστη. Ο Μπαούτσι την βοηθάει διακριτικά. Γίνεται φίλος της.

Εσύ στην Αβάνα.Το εκμεταλλεύεται για να το σκάσει, στην παραλία του Αλγκαρόμπο, να φιλήσει την Καμίλ. Βιάζομαι για το τίποτα, η Κατίτα τό σκασε, μου ξέφυγε. Μακριά ή κοντά είναι τα μαλλιά της; Την ενοχλούν, άραγε, ακόμα  τα ίσια μαλλιά; Μήπως έδεσε το σώμα της, στην άμμο και την κρύα θάλασσα;…Όχι, δεν φορούσε πια το πουκάμισο με τα ρόζ λουλούδια…Δεν μπορώ να δω παρά μόνο τα χέρια της στο τιμόνι του κόκκινου Φίατ 600.

Θυμάμαι ότι η Κατίτα είχε πάει στη θάλασσα τον Γενάρη του 72, το θυμάμαι γιατί τη νύχτα που γύρισες απ’ το ταξίδι, ο Μπαούτσι είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού των Λάς Κόντες, τον ακολουθούσες εσύ, μαυρισμένος, τα μαλλιά σου είχαν μακρύνει, φορτωμένος βιβλία και τσιγάρα – populares- τα πέταξες όλα καταγής μόλις την είδες, εκείνη, σε πλησιάζει, αισθάνεσαι τη μυρωδιά του αλατιού, την αγκάλιασες τόσο σφιχτά, τόσο…δεν θα ξεχάσω ποτέ τη δύναμη των χεριών σου, την τρεμούλα των δικών μου, που αργόσβηνε, σαν διωγμένη από εκείνη την ενέργεια, την άγρια δύναμη που ακτινοβολούσες, εκείνη, γέλασε, σου ξέφυγε, την τράβηξες στην κουζίνα να φτιάξεις ένα mojitos, ο Μπαούτσι κρατούσε ένα φύλλο μ’εντας, εσύ έρριξες το ρούμι και λεμόνι στιμένο. Αργότερα, τους διηγήθηκες πως πέρασες, ξαπλωμένοι όλοι στο μεγάλο κρεβάτι. Μια έντονη νύχτα αγρύπνιας, μια νύχτα που διαρκεί…ακόμα.

Τον Μπαούτσι ξαπλωμένο στη σκωτσέζικη κουβέρτα του μαυρισμένου ξύλινου κρεβατιού, τα βλέπω στη φαντασία μου ακόμα, χρόνια αργότερα, δεκαπέντε μέρες πριν τη σύλληψη του. Είμαστε μόνοι μας στο δωμάτιο, η πόρτα κλειστή, ο Μιγκέλ μόλις βγήκε, ο Μπαούτσι χαμογελάει, μου μιλά, ο ήχος της φωνής του δίνει ένα σχήμα στην αγάπη του Μιγκέλ. Ο Μπαούτσι με δυσκολία αποκαλύπτει το ανομολόγητο. Η Κατίτα κοιτάζει έξω, τον γαλανό νοεμβριάτικο ουρανό, που κοκκινίζει.

 

Δεν φανταζόμουν ότι ήταν η τελευταία φορά, Μπαούτσι. Είχες αρνηθεί να μείνεις στο σπίτι. Πάνω απ’ όλα, επειδή δεν ήθελες να βάλεις τον Μιγκέλ σε άσκοπους κινδύνους. Έχω ένα καλό κρησφύγετο, θ’αλλάξω αυτοκίνητο αύριο, του είχες πει με σιγουριά. Κι έτσι σ’ αφήσαμε, μετά το βραδινό, να φύγεις, -ένα δείπνο πραγματικά προς »τιμή σου»- γελούσαμε τόσο πολύ, εσύ να προσπαθείς να σταθείς όρθιος στην στενή σκάλα, με τα πόδια μπερδεμένα στα καλώδια του πομπού, που έπρεπε να ξεμοντάρουμε στην σκοτεινή σοφίτα. Αστειευόμασταν συνέχεια, πίνοντας κόκκινο κρασί. Μερικές μέρες μετά, Μπαούτσι…σ’ έπιασαν.

Ο Μπαούτσι, ο μόνος πραγματικός συνωμότης στην ερωτική ζωή της Κατίτα.

Ο Μπαούτσι…οδηγώντας έξι ώρες, απ’ το Σαντιάγκο στην Κονσεπσιόν, χωρίς στάση, το μπλέ σακάκι του, το γκάζι πατημένο μέχρι τέρμα, ο Μιγκέλ κοιμισμένος, πίσω. Φυγή για δυο μέρες, αποφασισμένη τα μεσάνυχτα, ο Μιγκέλ λέγοντας: οπωσδήποτε πρέπει να σου δείξω, Κατίτα, την desembocadura του Bio- Bio, εκεί που το ποτάμι γίνεται θάλασσα, τους λόφους και τα παρθένα δάση τους, τις απότομες ακτές. Ναι, η Ινές, η Γκατονσίτα, μας περιμένει. Πάμε κι οι τρεις μαζί. Μα κοίτα, κοίτα καλά αυτούς τους βράχους, τα πελώρια κατάλευκα κύματα…κι εκεί – κάτω, πάνω σ’ εκείνη την κορφή του βουνού, ναι, το τελευταίο οχυρό των Αραουκανών κατά των Ισπανών. Η πεζοπορία μέσα στα μονοπάτια που διασχίζουν τους λόφους, οι φωτογραφίες που τραβούσε ο Μπαούτσι, καρρέ-φίξ, γέλια ασταμάτητα.

Ο Μπαούτσι, και οι συζητήσεις για τον Φρόυντ και τον Ράιχ, με την Μαρία και τον Κάρλος,, μια Κυριακή απόγευμα στο πάρκο της λεωφόρου Λύντς.

Ο ΜΠαούτσι κι ο Χοσέ Μιγκέλ Καρρέρα, οι μάχες για την Εθνική Ανεξαρτησία, ο προδότης ‘Ο Χίγγινς.

Ο Μπαούτσι και το βίντεο, οι χωρικοί του Νότου, η κατοχή στο Πρινγκιπούλλι, οι εικόνες στο πανί: πρώτα η έκπληξη, και μετά το ξαναρχίνισμα της ζωηρής συζήτησης.

Ο Μπαούτσι και τα κύρια άρθρα στο EL REBELDE, την εβδομαδιαία επιθεώρηση του M.I.R., οι σκληρές διαμάχες στο εσωτερικό της ηγεσίας του.

Ο Μπαούτσι, όλο με καινούρια πουκάμισα. Πάλι!…- έλεγε ο Μιγκέλ.

Ο Μπαούτσι και η κινέζικη κουζίνα, κυριακάτικο δώρο στους κατοίκους του σπιτιού Λάς Κόντες.

Ο Μπαούτσι κι η Γκλάντυς, το σκοτεινό διαμέρισμα της συνοικίας Σάντα Χούλια, όπου μας πήγαινε στις τρεις το πρωί.

Ο Μπαούτσι κι ο Πάμπλο, ο γιός του, παίζουν μαζί, στην μαύρη άμμο της μακριάς, ατέλειωτης παραλίας του Τσιμπιρίνγκο. Ο Μπαούτσι με το βλέμμα, για μια στιγμή, χαμένο. Ο Μπαούτσι κι η Ινές.

Ο Μπαούτσι κι ο Τζέμς, τη νύχτα της 13ης του Δεκέμβρη του 73, στο παλιό εκκλησάκι των Λός Καπουτσίνος, στη γωνιά της οδού Μητροπόλεως και της λεωφόρου Βραζιλίας. Το Αμπάχο, η παλιά συνοικία του Σαντιάγκο, κοιμάται. Τι έκανε άραγε ο Μπαούτσι όταν »εκείνοι» μπήκαν στην εκκλησία; Μήπως διάβαζε; Μήπως είχε, απλά, κλειστά τα μάτια; Μην ονειρεύονταν;

Ο Μπαούτσι έπεσε, ανώνυμα στόματα ψελλίζουν το μήνυμα, κομμάτια φράσεων, καταλήξεις προτάσεων, δεν ξέρουμε πια από που μας έρχεται αυτός ο ψίθυρος, ποιος πρώτος το είπε, δεν μπορείς βέβαια ν’ απαντήσεις, ούτε π ό τ ε, ούτε, κύρια, πώς, είναι παράνομο, απομόνωση. Ο εχθρός θολώνει τα νερά, ψεύδεται, κάνει τρύκ με κομμάτια αλήθειας, επιβεβαιώνει, κατηγορηματικός, το ψεύτικο, μ’ εκείνη την ασφαλή μέθοδο: να λέει ότι δεν ξέρει τίποτα για κανέναν, τίποτα για την τύχη κάποιου Μπαουτίστα Βάν Σώβεν, συλληφθέντος σε μια εκκλησία στα Βόρεια του Σαντιάγκο, στις 13 του Δεκέμβρη του 1973.

Ποιος ήρθε πρώτος να μας το αναγγείλει; Δεν θυμάμαι πια ούτ’ εγώ, ούτε οι άλλοι. Για να ακριβολογούμε, έσβησαν γρήγορα τις πηγές: όσο λιγότερα ίχνη υπήρχαν για να ακολουθήσει κανείς, όσο λιγότερες αμφίβολες πληροφορίες για να διασταυρωθούν με διηγήσεις του κρατούμενου Βάν Σώβεν, τόσο λιγότερες ερωτήσεις θα είχαν να φοβούνται. Μας χρειάζονταν η πίστη, η δύναμη της  ελπίδας, η αφοσίωση που δείχνουν στη ζωή τους και στην παράλογη συμπεριφορά τους οι επαναστάτες, κρεμόντουσαν λοιπόν και με τα δυο χέρια από δυο λέξεις, τις τελευταίες. Κινούνταν, γραμμένες σε τσιγαρόχαρτο, τις ψιθύριζαν στις επαφές: Ο Μπαούτσι -το είχε ακούσει κάποιος- φωνάζει σε αυτούς που τον βασανίζουν: »Εσείς δεν ξέρετε γιατί βασανίζετε, εγώ ξέρω γιατί πεθαίνω». Ο Μπαούτσ κραυγάζει την πίστη του. Τους φτύνει κατά πρόσωπο: PUEBLO, CONCIENCIA, FUSIL, M.I.R., M.I.R. »O λαός θα νικήσει, το M.I.R.συνεχίζει» ξερνάει στ’ αυτιά τους. Πιστός, πάντα. Δεν άκουσαν άλλες λέξεις απ’ τα χείλια του.

Κάρμεν Καστίγιο

Συνεχίζεται

 

 

 

 

 

 

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Patricio Guzman: «Νοσταλγώντας το φως»… γιατί είναι δικαίωμα μας!…

Σκέψεις για το ντοκιμαντέρ του βραβευμένου Χιλιανού κινηματογραφιστή

%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%bc%ce%b1%ce%bd1

Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

Μια στιγμή που μας έθεσε λίγο έξω από την μιζέρια του κόσμου είναι ίσως συχνά αυτό που νοσταλγούμε. Γιατί όμως το νοσταλγούμε; Ίσως γιατί αυτή η στιγμή μοιάζει να χάθηκε, να τέλειωσε, να φαγώθηκε σαν από τον Κρόνο και να απουσιάζει. Το φως όμως; Μήπως γιατί μας έμαθε πως μπορούμε και να βλέπουμε, πέρα από το να σκουντουφλάμε στα σκοτάδια; Και το νοσταλγούμε, γιατί αυτό ίσως και δυστυχώς, δεν είναι η καθημερινή μας ενασχόληση; Δεν ξέρω τι τελικώς ισχύει, η ταινία όμως, προσπαθεί να δώσει μια κάποια απάντηση.

Στην πανέμορφη χώρα της Χιλής, στο βαθυγάλαζο του ωκεανού, της απομόνωσης, των αντιθέσεων της φύσης, του αυτόχθονα πολιτισμού και της ανθρώπινης αντοχής, των εξεγέρσεων, των ελπίδων και της αστροφυσικής, της ερήμου Ατακάμα, των Άνδεων και του άπλετου φωτός, κάποια στιγμή όλα κοκκάλωσαν. Ποτάμια αίμα ξεχύθηκαν από παντού. Η χώρα, αν και προικισμένη από γεννησιμιού της, ρημάχτηκε και μακελεύτηκε. Μια ανελέητη φασιστική δικτατορία, κατ’ εικόνα και ομοίωση των αποικιοκρατών και που όμοιά της δεν έζησε ο κόσμος, προσπάθησε να θέσει το σκότος για εμπροσθοφυλακή και να σταματήσει όλα τα ιστορικά ρολόγια. Η δυστυχία χαρίστηκε για περίπου είκοσι χρόνια σε όλη την κλίμακα της ζωής της χώρας. Η σημαία της, έκτοτε, ένας ομαδικός τάφος. Γεμάτο βασανισμένους, τσακισμένους, εκτελεσμένους ανθρώπινους σκελετούς. Μα κάτι φωτίζει κάτω από την γη. Μάτια φωτεινά, αδιάλυτα, σε πλήρη ζωτικότητα, επιστρέφουν και καλλιεργούν την νέα ανθρωπότητα. Οι νεκροί, αδυνατούν να κοιμηθούν. Και αρκεί να ξημερώσει, για να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση

 

gkoysman6

Αυτή είναι η αίσθηση που μου άφησε η κινηματογραφική απεικόνιση αυτών που ακολουθούν μπροστά στο πανί. Οι προκολομβιανές εντυπώσεις, τα σκαλίσματα ζωγραφιές των ιθαγενών, τα τηλεσκόπια, το σύμπαν, τα εγκαταλειμμένα ορυχεία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι επιστήμονες, οι αρχαιολόγοι, τα ραντάρ, τα αστέρια, οι άνθρωποι, οι νεκροί και οι αγνοούμενοι, η Ιστορία της Χιλής – μα και της χώρας μας – η εξέλιξη, η στασιμότητα. Η ζωή προσοδοφόρα και ζωή στέρφα, μου άφησαν αυτή την αίσθηση. Πως για να έρθουν και να κουμπώσουν και να με επαναφέρουν ως άνθρωπο που θα σταματήσω να ομφαλοσκοπώ και να επανέλθω στο κοινωνικό γίγνεσθαι πρέπει όλα να βγουν στο φως. Όχι διερευνητικά, μα σε επαγωγή, αναγωγή, σύνθεση και αφαίρεση. Σαν εργαλείο κρίσης και κριτικής. Και αυτό κάνει η ταινία. Μας διαπαιδαγωγεί ιστορικά, φιλοσοφικά, ερμηνευτικά, ηθικά και μεθοδολογικά.

Ο Patricio Guzman, ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς κινηματογραφικών ντοκιμαντέρ, αποτυπώνει με την κάμερά του ένα πλέγμα ασύνδετων, φαινομενικά, ιστοριών, συγκυριών, γεγονότων, ιστορικών καταστάσεων, επιστημονικών πορισμάτων και τα συνδέει – όπως και στο επόμενο του εγχείρημα «Το Μαργαριταρένιο Κουμπί» – στην βαθύτερη ενότητά τους. Και είναι αυτό ακριβώς, αυτή η κοσμοθεωρητική αντίληψη που μας τραβάει από την ασφάλεια της κινηματογραφικής μας καρέκλας και μας πετάει υπόλογους μπρος στην Ιστορία και τα απόνερά της. Η επίγνωση της πλέριας διαλεκτικής της φύσης και της κοινωνικής ιστορίας που δεν μπορούμε να αγνοούμε.

gkoysman4

Ο φακός στα χέρια του, κάνει σωστά την δουλειά του. Στην ώρα του, στον χρόνο του, στην πραγματική ανάγκη. Κάμερα – τηλεσκόπιο ψηλά και χαμηλά, στην δημιουργία των άστρων μα και στην κοινωνική εξολόθρευση και εκφυλισμό. Ποίηση μέσα σε ένα προϋπάρχων και πάντα παρόν μακελειό. Ο λαός της Χιλής ακόμη να δικαιωθεί. Ο στρατός της ακόμη κρύβει τα εγκλήματα του. Ο Αλιέντε μοιάζει να ήταν μια μικρή παρένθεση που άφησε όμως παρακαταθήκες τόμους ολόκληρους. Μα ο Guzman, δεν χρειάζεται να παλέψει για να αποδείξει όλα τούτα. Παρατηρεί σιωπηρά, αξιοπρεπέστατα και με στοργή τον χρόνο, την φύση και την ζωτικότητα της ελπίδας μέσα από τα φτυάρια και τις ματιές των γυναικών που περιπλανώνται χρόνια τώρα στην έρημο Ατακάμα – εκεί που οι επιστήμονες αναζητούν την προέλευση του κόσμου – για να αναζητήσουν τους, εκτελεσμένους από τον φασισμό, αγαπημένους τους. Δεν χρειάζεται να παλέψει να αποδείξει κάτι, γιατί όλα προσφέρονται απλόχερα ως τεκμήριο. Οι άνθρωποι κοιτάνε ψηλά το σύμπαν, κοιτάνε και χαμηλά την γη τους. Όπως στην φύση δεν υπάρχει καμιά ουδετερότητα, έτσι δεν (πρέπει να) υπάρχει και στον άνθρωπο.

gkoysman5

Νοσταλγούμε τον ήλιο λοιπόν γιατί μας το αναγκάζει ο ίδιος. Δεν είμαστε τρωγλοδύτες για να ζούμε περιχαρείς στα σκότη και στις σπηλιές του φόβου και της ιστορικής αμνησίας. Αν μας κλείνουν τα παράθυρα, θα τα σπάμε, αν μας κλείνουν τις πόρτες, θα τις βγάζουμε από τους μεντεσέδες. Αν μας κλείνουν το στόμα, θα μιλάμε. Με κάθε όπλο που έχουμε στην διάθεση μας, θα νοσταλγούμε. Γιατί είναι δικαίωμα μπρος σε κάθε καταστολή της ανθρώπινης φύσης. Και έτσι, όσο χώμα και να μαζευτεί πάνω από την ανθρώπινη συνείδηση, ο ήλιος, δημοκράτης και πανταχού παρών, έρχεται και κάνει ολόσωστα την δουλειά του. Φωτίζει και τούτος ανελέητα ό,τι έγινε και παραμένει καταχωμένο στην άμμο, στην πέτρα και στην μνήμη των ανθρώπων. Αυτό κάνει η ταινία. Δικαιώνει την θύμηση που προσπαθεί να λησμονηθεί απαγορευμένη.

«Ένας σκηνοθέτης κάνει μόνο μια ταινία στη ζωή του. Έπειτα, τη σπάει σε κομμάτια και την ξανακάνει» λέει ο Ζαν Ρενουάρ και αυτό είναι που κάνει την μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους κινηματογραφικούς δημιουργούς και στους κλασικούς μεν, διεκπεραιωτές δε, σκηνοθέτες. Οι πρώτοι εκφράζουν κινηματογραφικά αυτό που θα κάνανε αν ήταν ποιητές και ζωγράφοι. Οι δεύτεροι, εφάπτονται με τον κινηματογράφο ως βιομηχανία και έχουν ένα έργο γεμάτο κενά και υπαρξιακές αναντιστοιχίες. Στην πρώτη όμως κατηγορία, αυτή των δημιουργών που πολλές φορές σε επίπεδο «εμμονής» συνάπτουν το νου τους και την εκφραστικότητά τους με την ανθρώπινη τραγωδία σε όλες τους τις μορφές, υπάρχει στο έργο τους μια ενιαία και κοινή αναζήτηση. Θέλουν να μιλήσουν στον κόσμο, να εκφράσουν τον κόσμο και αναζητούν μια ολόκληρη ζωή, την κατάλληλη γλώσσα. Κάνουν όντως μια ταινία. Ο Patricio Guzman ταγμένος στα χώματα που ποτίστηκαν με θάνατο είναι ένας από αυτούς. Προσπαθεί μονίμως να τα βάλει και να επιβεβαιώσει της χώρας του την αλήθεια.

«Μακάρι τα τηλεσκόπια να μην κοιτούσαν μόνο προς τον ουρανό αλλά να έψαχναν και στη γη»θα ακούσουμε κάποια στιγμή στην ταινία. Μακάρι να ερευνούμε, μακάρι να προσπαθούμε, μακάρι να σκαλίζουμε, θα πω εγώ, μακάρι όμως και να μην χρειάζονταν όλα αυτά. Μακάρι να διαλευκάνουμε δηλαδή, το χθες, μακάρι όμως και να μην ήταν ένα απέραντο νεκροταφείο. Σίγουρα όμως πρέπει να είμαστε ευγνώμονες. Γιατί όλοι νοσταλγούμε το φως. Εσύ νοσταλγείς το φως. Εγώ νοσταλγώ το φως και χαιρόμαστε που ξεκαθαρίζει αργά η γρήγορα το, μες στη λήθη, παρελθόν. Η ζωή ούτως ή άλλως έγινε όπως έγινε στο χθες, για να γίνει από αύριο καλύτερη.

gkoysman3

_____________________________________________________________

Από:http://www.toperiodiko.gr/patricio-guzman-%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1/#.V-OuVlSLQ2o

https://bluebig.wordpress.com/2016/09/22/patricio-guzman-%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1/

ιστορία, storia

Ένας χαιρετισμός στον Μιγκέλ Ενρίκες Εσπινόσα.

Αδέρφια (αδερφοί κι αδερφές) της Χιλής

Σας μιλάω εξ ονόματος των γυναικών, των ανδρών, των παιδιών και των γέρων του εθνικο-απελευθερωτικού στρατού των Ζαπατίστας, της τεράστιας πλειοψηφίας των ιθαγενών Μάγιας, που αντιστεκόμαστε στα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού για την ανθρωπότητα, ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό.

Ευχαριστούμε τους αδερφούς και τις αδερφές που μας….
έδωσαν σήμερα την ευκαιρία να φτάσει ο λόγος μας στην επαναστατημένη Χιλή.

Ζητάμε μια θέση στην οργή σας, στον πόνο σας, και πάνω απ’ όλα στην ελπίδα σας, γι’ αυτά τα λόγια.

Δεν πρόκειται να σας μιλήσω για τους μεξικάνους ζαπατίστας, τον αγώνα, τους πόθους μας, τα όνειρα και τους εφιάλτες μας, την αντίστασή μας.

Μετά από όλα αυτά, σε σύγκριση με τους άνδρες και τις γυναίκες, ιδίως όσους γεννήθηκαν σε αυτήν τη γη, που φώτισαν τους ουρανούς της Λατινικής Αμερικής, οι ζαπατίστας συνεχίζουν να είναι ένα φωτάκι, αδύναμο και μακρινό.

Όχι. Ο τωρινός μας λόγος έρχεται να ενώσει τον χαιρετισμό μας και το φόρο τιμής μας σε ένα λατινοαμερικάνο, έναν Χιλιανό του Κινήματος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (MIR), που έπεσε στη μάχη ενάντια στη δικτατορία του Πινοτσέτ, στις 5 Οκτώβρη του 74’.

Ο σημερινός μας λόγος είναι ένας χαιρετισμός στον Μιγκέλ Ενρίκες Εσπινόσα.

Και τον χαιρετίζουμε σήμερα, που κάτω από τους ουρανούς της Λατινικής Αμερικής, αυτής που πονάει από το Μπράβο ως την Παταγονία, οι ισχυροί μας βάζουν στα χέρια μια χούφτα σκόνη, και μας λένε: αυτό είναι ό,τι μένει από την πατρίδα σας.

Κι οι ίδιοι σήμερα, οι από πάνω, μας δείχνουν τις εικόνες της γεωγραφίας που έχουν επιβάλει σε ένα μέρος των εδαφών μας.

Εκεί που πριν υπήρχε μια σημαία, σήμερα υπάρχει ένα εμπορικό κέντρο.

Εκεί που υπήρχε μια ιστορία, σήμερα υπάρχει ένα ταχυφαγείο (φαστφουντάδικο).

Εκεί που άνθιζαν λουλούδια, σήμερα υπάρχει ένας έρημος τόπος.

Εκεί που υπήρχε μνήμη, σήμερα υπάρχει λήθη.

Στη θέση της δικαιοσύνης, ελεημοσύνη.

Στη θέση της Πατρίδας, ένας σωρός ερείπια.

Στη θέση της μνήμης, το άμεσο και το εφήμερο.

Στη θέση της ελευθερίας, ένας τάφος.

Στη θέση της δημοκρατίας, ένα διαφημιστικό σποτ.

Στη θέση της πραγματικότητας, οι αριθμοί.

Αυτοί, οι από πάνω, μας λένε: αυτό είναι το μέλλον που σας υποσχόμαστε. Απολαύστε το. Αυτό μας λένε και ψεύδονται. Αυτό το μέλλον μοιάζει πολύ με το παρελθόν.

Κι αν κοιτάξουμε με προσοχή, ίσως δούμε ότι οι από πάνω είναι οι ίδιοι με χτες. Αυτοί που, όπως και χτες, μας ζητάνε σήμερα υπομονή, ωριμότητα, λογική, παραίτηση και παράδοση. Αυτά τα έχουμε ήδη δει και τα έχουμε ακούσει και πριν.

Οι ζαπατίστας θυμόμαστε. Αντλούμε τη μνήμη από τα στρατιωτικά μας σακίδια, τις τσέπες των στολών εκστρατείας μας. Θυμόμαστε.

Γιατί υπήρχε μια εποχή στην οποία όλη η Λατινική Αμερική ήταν αδελφωμένη.

Έφτανε να απλώσεις το χέρι και χτυπούσαν οι καρδιές των λατινοαμερικάνικων λαών.

Έφτανε να γυρίσεις λίγο τη ματιά σου κι εκεί βρισκόταν η διάσπαρτη αστραπή της Αμαζονίας, η ανεξίτηλη ουλή των Άνδεων, η περήφανη Ακονκάγουα, η ατέλειωτη Γη του Πυρός, το πάντα ανήσυχο (ηφαίστειο) Ποποκατέπετλ.

Και μαζί με αυτά, οι λαοί που τους έδωσαν όνομα και ζωή.

Γιατί υπήρχε μια εποχή στην οποία η Χιλή κι όλες οι χώρες της Λατινικής Αμερικής ήταν πιο κοντά στο Μεξικό από την αυτοκρατορία που, από τον γεωγραφικό και κοινωνικό βορρά, επιβάλλει την απόσταση, σε όσους μοιραζόμαστε την ιστορική γειτνίαση.

Υπήρχε μια εποχή. Ίσως είναι ακόμα αυτή η εποχή.

Σήμερα, όπως και χτες, το χρήμα ενώνει τους αλαζόνες.

Σήμερα, όπως και χτες, με τη βοήθεια των ισχυρών πολυεθνικών, η ξένη στρατιωτική εξουσία, προσπαθεί να υποσκάψει τα εδάφη μας, μερικές φορές καλυμμένη με στολές των τοπικών στρατών, ή με σύμβουλους, πρέσβεις, μυστικούς πράκτορες.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτά τα κεφάλαια προσπαθούν να αγοράσουν νόμιμα πιστοποιητικά ατιμωρησίας για τους γορίλες που τους υπηρέτησαν και που, πάντα το ξέραμε, όταν έλεγαν «Πατρίδα», δε μιλούσαν για την Χιλή, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Βολιβία, τη Βραζιλία.

Όχι. Η σημαία που χαιρετούσαν ήταν αυτή με τις μπάρες και τα θολά αστέρια (σ.σ. μτφ.: εννοεί τη σημαία των ΗΠΑ).

Σήμερα, όπως και χτες, ο αφηνιασμένος και βίαιος βορράς πολιορκεί και σκοπεύει να πνίξει αυτό το μοναδικό αστέρι της αξιοπρέπειας που λάμπει στην Καραϊβική.

Σήμερα, όπως και χτες, οι κυβερνήσεις ορισμένων χωρών μας λειτουργούν ως θλιβερός κομπάρσος σε αυτή την ποταπή εμμονή να υποτάξουν το λαό της Κούβας.

Σήμερα, όπως και χτες, η αυτοκρατορία που παίζει το ρόλο της παγκόσμιας αστυνομίας και καταπατά νόμους, δίκαια, λαούς, είναι η ίδια.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτός που προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει νόμιμες κι εκλεγμένες κυβερνήσεις, οι οποίες όμως δεν είναι υποτακτικές (χτες στην Χιλή, σήμερα στη Βενεζουέλα, πάντα στην Κούβα) είναι ο ίδιος.

Σήμερα, όπως και χτες, το σύστημα που βασίζεται στο ψέμα, την πλάνη και την εξαπάτηση, τη δικτατορία του χρήματος, θέλει να μας δώσει μαθήματα δημοκρατίας, ελευθερίας, δικαιοσύνης.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτός που «εκδημοκρατίζει» τον πόνο, τη δυστυχία, το θάνατο για τους λαούς της Λατινικής Αμερικής είναι ο ίδιος.

Σήμερα όπως και χτες, αυτός που καταδιώκει, βασανίζει, φυλακίζει, σκοτώνει, είναι ο ίδιος.

Σήμερα όπως και χτες, μας κάνουν πόλεμο, πότε με σφαίρες, πότε με οικονομικά προγράμματα, και πάντα με ψέματα.

Σήμερα, όπως και χτες, ο πραγματικός τρόμος, αυτός που έρχεται από πάνω, επικαλείται το θεό για να δικαιολογηθεί.

Σήμερα, όπως και χτες, επιχειρούν να μας κρύψουν ότι ναι, είναι ένας ο θεός που μας τρέφει, αλλά είναι ο θεός του χρήματος.

Σήμερα, όπως και χτες, σε μερικές χώρες οι μικρόψυχοι είναι στην κυβέρνηση.

Σήμερα, όπως και χτες, η χωλότητα (αδυναμία) του συστήματος ντύνεται με σύνθετα επιχειρήματα, δημοσκοπήσεις, κοστούμια μάρκας, αντεστραμμένους καθρέφτες.

Ίσως είναι ακόμα αυτή η εποχή. Ίσως όχι.

Γιατί σήμερα, ο νέος και σύνθετος μανδύας με τον οποίο ντύνεται η βία των κερδών για τους λίγους εις βάρος των πολλών, φέρνει στο προσκήνιο έναν πραγματικό παγκόσμιο πόλεμο ενάντια στην ανθρωπότητα.

Ολόκληρα έθνη ρημάζονται.

Εδάφη κατακτούνται.

Επανακαθορίζεται η παγκόσμια γεωγραφία.

Γκρεμίζονται τα τείχη για τα χρήματα κι ορθώνονται για τους λαούς.

Οι ιστορικές κουλτούρες των λαών μας, πρόκειται να αντικατασταθούν από επιπόλαιες ελαφρότητες.

Σε μερικές χώρες, αντί για εθνικές κυβερνήσεις υπάρχουν τοπικές διοικήσεις.

Ξεπουλιούνται οι φυσικοί πόροι, η γη, η ιστορία. Και πάνω στις οροσειρές που διατρέχουν κι ενώνουν τη Λατινική Αμερική, από το Μπράβο στο Βορρά, μέχρι τη Γη του Πυρός, θέλουν να βάλουν μια πινακίδα που να ανακοινώνει και να απειλεί: Πωλείται.

Οι φτωχοί, οι ακτήμονες, αυτοί δηλαδή που αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία της ανθρωπότητας, είναι θύμα κατασχέσεων και ταξικών διακρίσεων.

Με «κατασχεμένη» αξιοπρέπεια, γκετοποιημένοι στις περιφέρειες των μεγάλων πόλεων, στο περιθώριο των κυβερνητικών προγραμμάτων, στην άκρη του μέλλοντος που σε μερικές χώρες αποφασίζεται, όχι στα κοινοβούλια και τα κυβερνητικά μέγαρα, αλλά στις διοικήσεις των μετόχων των πολυεθνικών.

Σήμερα η εκμετάλλευση είναι πιο βίαια απ’ όσο ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, σήμερα ο κυνισμός είναι φιλοσοφικό πιστεύω αυτών που θέλουν να κυβερνήσουν τον πλανήτη, δηλαδή αυτών που τα έχουν όλα, εκτός από τσίπα.

Σήμερα ο πόλεμος ενάντια στην ανθρωπότητα, δηλαδή ενάντια στη λογική, είναι πιο παγκόσμιος από ποτέ.

Σήμερα ο πόλεμος είναι σε όλα τα μέτωπα και σε όλες τις χώρες.

Αν χτες ήταν καθήκον να εναντιωθούμε, να αγωνιστούμε, να αντισταθούμε στην ανόητη λογική του κέρδους, σήμερα είναι απλά και καθαρά υπόθεση επιβίωσης, προσωπικής, τοπικής, περιφερειακής, εθνικής, ηπειρωτικής, παγκόσμιας.

Αδερφοί κι αδερφές της Χιλής,

Υπήρχε μια εποχή που η Λατινική Αμερική ήταν αδελφωμένη. Ίσως να είναι ακόμα αυτή η εποχή.

Ίσως η συλλογική μνήμη, που μας δίνει ταυτότητα ως Λατινοαμερικάνους, πιάνει ονόματα κι ημερομηνίες στο ημερολόγιο, για να μας πει ότι υπάρχει μια πατρίδα πιο μεγάλη από αυτήν της σημαίας μας.

Με πόσα ονόματα γεμίζει το ημερολόγιο του πόνου στη γη μας;

Αν στην Αμερική μας, ο Ερνέστο Γκεβάρα είναι ένα από τα ονόματα με τα οποία εξεγείρεται ο Οκτώβρης, το ημερολόγιο εμάς των από κάτω φωτίζεται όταν έχει τα ονόματα των Turcios Lima και Yon Sosa στη Γουατεμάλα, του Roque Dalton στο Σαλβαδόρ, του Carlos Fonseca στη Νικαράγουα, του Camilo Torres στην Κολομβία, των Carlos Lamarca και Carlos Marighela στη Βραζιλία, των Inti και Coco Peredo στη Βολιβία, του Raúl Sendic στην Ουρουγουάη, του Roberto Santucho στην Αργεντινή, César Yáñez στο Μεξικό.

Κι ονομάζω μόνο μερικούς από τους πολλούς που αποφάσισαν στη δική μας Λατινική Αμερική, στον καιρό τους και με τον τρόπο τους, να βάλουν ένα λιθαράκι στην ελπίδα, και οι οποίοι, στην ποσότητα τρυφερότητας που απαιτεί η Λατινική Αμερική για να την αγαπήσεις, πρόσθεσαν μια ορισμένη ποσότητα μολυβιού (σφαιρών) και αίματος… του δικού τους αίματος.

Το πρόβλημα με όλους αυτούς στο ημερολόγιο του πόνου, είναι ότι δε φεύγουν έτσι, σα νομάδες. Αντιθέτως, φεύγουν αφήνοντάς μας κάτι σαν χρέος, κάτι που πρέπει να εξοφλήσουμε, για να μπορούμε να τους επικαλούμαστε χωρίς ντροπή, χωρίς κρίμα.

Κάποιοι επισημαίνουν ότι εκείνοι οι άνδρες κι οι γυναίκες που πήραν ή παίρνουν το δρόμο της ένοπλης εξέγερσης, γοητεύονταν ή γοητεύονται από το θάνατο, είχαν ή έχουν μια κλίση στο μαρτύριο, μεσσιανικές ανησυχίες, που θέλουν μόνο μία θέση στα τραγούδια διαμαρτυρίας, στα ποιήματα, στα λαϊκά ημερολόγια, στα μπλουζάκια της νεολαίας, στα ράφια με τα ενθύμια του επαναστατικού τουρισμού.

Κάποιοι σκέφτονται ότι οι λόγοι ηττούνται, όταν πεθαίνουν αυτοί που αγωνίζονται γι’ αυτούς, δηλαδή αυτοί που τους δίνουν ζωή.

Κάποιοι λένε ότι ο οδυνηρός λατινοαμερικάνικος Οκτώβρης κομμάτιασε την ελπίδα στην Χιλή, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, τη Βολιβία, το Μεξικό, όλη τη Λατινική Αμερική.

Ίσως να ‘ναι κι έτσι. Ίσως όμως και όχι.

Ίσως αυτοί που πήραν τα όπλα, όπως ο Μιγκέλ, για να πουν «όχι», στην πραγματικότητα έλεγαν «ναι» σε ένα αύριο που τότε έμοιαζε μακρινό.

Ίσως αυτοί που έβαλαν φωτιά στα λόγια τους, όπως ο Μιγκέλ, δεν το έκαναν για να πυροδοτήσουν το θάνατο, αλλά για να φωτίσουν τη ζωή.

Ίσως αυτοί που, όπως ο Μιγκέλ, σκέφτηκαν και πυροβόλησαν, δεν το έκαναν για να έχουν μια θέση στο μουσείο της επαναστατικής νοσταλγίας, αλλά για να έχουν όλοι οι λαοί μια θέση στον κόσμο.

Ίσως το ημερολόγιο του μέλλοντος δε θα έχει ονόματα, ή ακόμα καλύτερα, θα έχει όλα τα ονόματα.

Ίσως γι’ αυτό οι απουσίες που μας πονάνε, κάθε μήνα της Λατινικής Αμερικής, έβαλαν έναν σταυρό στο ημερολόγιο, σαν αυτόν που μας πονάει στις 5 Οκτώβρη.

Ίσως γιατί αυτές οι απουσίες, αντί για κενό, σου αφήνουν όρεξη να παλέψεις για την ελπίδα να «αλλάξεις τον κόσμο», όπως λέμε εμείς οι ζαπατίστας. Ίσως…

Ίσως η ελπίδα τροφοδοτείται, όπως η δική μας Αμερική, από τη μνήμη.

Κι ίσως η ελπίδα να μην είναι παρά το αντίτιμο για να αποκαταστήσουμε ξανά την ελπίδα, που έχει θρυμματιστεί στο ημερολόγιο που μας επιβάλλουν.

Ίσως αυτή η μνήμη, που σήμερα μας καλεί κι ενώνει ξανά τη Λατινική Αμερική, να μην είναι μια κληρονομιά που μας κληροδοτεί αυτός ο πόνος, αλλά ένα καθήκον που μας ορίζει.

Ίσως…

Ίσως είμαστε εδώ για να το γνωρίσουμε, ακόμα κι όσοι δεν παρευρισκόμαστε. Γιατί ίσως το σήμερα να μην είναι ίδιο με το χθες.

Ένας Χιλιανός επαναστάτης, από αυτούς που σε έκαναν να τρέμεις, όταν έπαιζαν την κιθάρα, ο Víctor Jara, σκεπτόμενος ίσως το βάρος των σημερινών καιρών, είπε, μας είπε, μας λέει ότι «είναι δύσκολο να βρεις διαύγεια στη σκιά, όταν ο ήλιος που μας φωτίζει, ξεθωριάζει την αλήθεια».

Και είπε, μας είπε, μας λέει: «Μακάρι να βρεθεί δρόμος για να συνεχίσουμε να πορευόμαστε».

Κι ήταν σε αυτή την τη γη της Χιλής, πριν πολύ καιρό, που ο Μανουέλ Ροντρίγκες είπε, μας είπε, μας λέει, σα να μας δείχνει το δρόμο «Ακόμα έχουμε Πατρίδα συμπολίτες».

Κι ένας άλλος, επίσης Χιλιανός, εδώ κοντά και κάτω απ’ τις σφαίρες που σημάδεψαν την καρδιά του, είχε την ψυχραιμία και τη σοφία να πει, να μας πει

«αργά ή γρήγορα, θα ανοίξουν ξανά τα μονοπάτια, απ’ όπου θα περπατήσει ο ελεύθερος άνθρωπος, για να δημιουργήσει μια καλύτερη κοινωνία».

Ίσως το σήμερα να μην είναι ίδιο με το χθες.

Ίσως έχει γίνει μάθημα και σύντομα, εκεί που πριν μουντζούρωναν φύλλα λατινοαμερικάνικης ιστορίας, θα αλλάξουν οι στίχοι, και θα διαβάζεις, με την καθαρότητα αυτών που κοιτάνε από κάτω, ότι η δημοκρατία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη είναι βαριές λέξεις, κι ότι τονίζονται στην καρδιά, δηλαδή στην αριστερή πλευρά του συλλογικού θώρακα που είμαστε.

Θα ήθελα να πω ότι θα νικήσουμε, ότι δε θα μας εκτοπίσουν, ότι το μέλλον θα είναι δικό μας, ότι θα σπάσουμε χίλιες αλυσίδες, ότι η ελευθερία είναι ένας ορίζοντας κοντινός.

Αλλά εμείς οι ζαπατίστας πιστεύουμε ότι δε θα γίνει έτσι επειδή είναι δοσμένο, από κάποιον μυστικό προορισμό, ή ένα μανιφέστο, αλλά επειδή δουλεύουμε κι αγωνιζόμαστε γι’ αυτό.

Αδέρφια. Τα λόγια μας θέλουν να σας πουν το εξής.

Ευλογημένη η ανοιχτή φλέβα της Λατινικής Αμερικής που ονομάζεται Χιλή και που έχει στο αίμα της όχι την ΙΤΤ και την Anaconda Copper, όχι την United Fruit και την Ford, όχι την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Πινοτσέτ, ούτε τα ονόματα με τα οποία ντύνονται οι μεν κι οι δε.

Αλλά τους εργάτες της, τους αγρότες, τους φοιτητές, τα άτομα, τις γυναίκες, τους νέους της. Τον δικό της Víctor Jara, τη δική της Violeta Parra, το Salvador Allende της, τον Pablo Neruda της, το Manuel Rodríguez, το Miguel Enríquez. Τη μνήμη της.

Αδέρφια της Χιλής.

Δεχτείτε όλοι κι όλες τον χαιρετισμό από αυτούς που θαυμάζουμε κι αγαπάμε εμείς, οι Μεξικάνοι ζαπατίστας.

Γεια σου Χιλή!

Από τα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού, εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος. Μεξικό, Οκτώβρης 2011.

Υγ: Συγχωρήστε μας αν τα λόγια μας δεν ήταν μια νουθεσία, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος αυτού που τριάντα χρόνια μετά, μας καλεί. Στην πραγματικότητα, θέλαμε μόνο να εκμεταλλευτούμε αυτήν την πράξη, για να ζητήσουμε σε όλους εσάς, ταπεινά και με σεβασμό, να βάλετε εκ μέρους μας ένα κόκκινο λουλούδι (copihue) στην γη που τον φυλάει και να του πείτε ότι κι εδώ, στα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού, ο Οκτώβρης λέγεται επίσης Miguel.

Μετάφραση: Β.Κ

24Δεκ2011

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ – ε]

Νοέμβρης του ’73, ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις λεύκες.Η Οφήλια κάθεται, στη σκιά, σ’ ένα τραπεζάκι ενός καφέ της λεωφόρου Σουεσία. Η Κατίτα προσέχει το ζωηρό κόκκινο πουκάμισο και τα μαύρα γυαλιά πάνω στο περιοδικό μόδας, την αγκαλιάζει χωρίς κανένα δισταγμό. Οι έγνοιες πετούν μακριά στο ανοιξιάτικο αεράκι. Η άνεση της Οφηλίας, σαν να ειρηνεύει τον παραλογισμό εκείνων των ημερών. Η Οφηλία συμφωνεί, θ’ αγοράσει στ’ όνομα της το γαλάζιο Σπίτι της Σάντα Φε.

Δεν καταλαβαίνει και πολύ καλά γιατί θέλει τόσο πολύ εκείνο το αστείο σπίτι, με την εξεζητημένη διακόσμηση και την άβολη διαρρύθμιση. Η κουζίνα στην άλλη άκρη της ταράτσας, τεράστιο μπάνιο, με εκείνο το γελοίο ντους στη μέση, και, μόνο τρία, μικρά δωματιάκια. Η αλήθεια είναι ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και είναι χαρούμενο σπίτι: οι τοίχοι της αυλής σαν ζωγραφισμένοι, με τις αναρριχόμενες τριανταφυλλιές, ένα φροντισμένο κλήμα  τριγυρίζει το μαύρο πλακόστρωτο.

Η ιδιοκτήτρια εκστασιάζεται μπροστά στην Οφήλια, αυτή τη νέα γυναίκα με το επιχειρηματικό μυαλό, πλούσια από πρώτη ματιά, που ζητάει να επενδύσει σε ακίνητα την κληρονομιά που δέχτηκε πρόσφατα, πριν φύγει στο εξωτερικό για σπουδές. Η ιδιοκτήτρια είναι μια χοντρή, δραστήρια πενηντάρα, ίδια καρικατούρα του επιθετικού μικροαστισμού. Κοκορεύεται αρειμανίως για τη δράση της στην απεργία των γυναικών των φορτηγατζήδων, στους κήπους της βουλής. Υμνολογάει τις δόξες και τις καλοσύνες της στρατιωτικής κυβέρνησης. Δεν την εμπόδιζαν ούτε και τα προβλήματα που άρχιζε νάχει. Έβλεπε ότι ήταν αναγκασμένη να πουλήσει το σπίτι της, το σπίτι που έχτισε με τα ίδια της τα χέρια. Η Οφηλία παρηγορούσε κάπως τα βάσανα της.

 

Η πληρωμή πρέπει να γίνει,νωρίς το πρωί, σε μια τράπεζα της Γκραν Αβενίντα. H Oφηλία φέρνει το ρευστό μέσα σ’ ένα καλάθι. Έτρεμε απ’ την προηγούμενη κιόλας, στη σκέψη ότι είχε να κρύψει τόσα χαρτονομίσματα μέσα σ’ ένα σωρό κουρέλια. Στην τράπεζα οι υπάλληλοι εκπλήσσονται στη θέα των δεσμίδων, τους παίρνει ώρες να τα μετρήσουν ένα-ένα.

 

H δουλειά τέλειωσε. Το απόγευμα, η Οφήλια, η ιδιοκτήτρια κι η Κατίτα ξανασυναντιούνται στο γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ.

Η ιδιοκτήτρια: Θα νοικιάσετε, λοιπόν, δεσποινίς Οφηλία, το σπίτι στη φιληνάδα σας, αλλά θα ξαναγυρίσετε σ’ ένα χρόνο, ε; Μην ξεχνάτε, εκεί-πέρα, ότι δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα στον κόσμο από την Πατρίδα.

Οφηλία: Κυρία μου, από δω η Χιμένα, έχει δυο δίδυμα κοριτσάκια, σας έχω πει ήδη ότι ο άνδρας της υποφέρει από μια αρρώστια στα νεφρά, κι ότι θάρθουν να μείνουν για λίγο μαζί της ο άντρας της κι η κουνιάδα της.

Η ιδιοκτήτρια: Αυτή είναι οικογένεια, δεν σταματώ να το επαναλαμβάνω στους γυιούς μου.

Φαίνεται να μαλακώνει μπροστά στη νέα γυναίκα και τη δυστυχία της. Σιγουρεύτηκε και για το σπίτι, οι νοικάρηδες είναι καλοί άνθρωποι, φτωχοί αλλ’ από καλή οικογένεια.

Η ιδιοκτήτρια: Καημένη μικρή μου, σας καταλαβαίνω, οι άνθρωποι δεν έγιναν για να αρρωσταίνουν…Τα κοριτσάκια θα περάσουν καλά εδώ, η γειτονιά είναι ήσυχη. Μην τ’ αφήνετε όμως απ’ τα μάτια σας, υπάρχουν πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις στις νότιες συνοικίες του Σαντιάγκο…Και το συγύρισμα του σπιτιού, σενιόρα Χιμένα, χρειάζεται χρόνο…Να περιποιείστε το κλήμα, μέσα σε δυο χρόνια θάχετε ωραία μαύρα σταφύλια.Για το κρέας και τα πουλερικά, δεν υπάρχει καλύτερος και φθηνότερος απ’τον φίλο μου το χασάπη, τριάντα μέτρα πιο κάτω. Τον ξέρω χρόνια, πάντα, τα χρόνια της έλλειψης τροφίμων, μου φύλαγε καλά κομμάτια. Και πολέμησε πολύ τον Αλλιέντε και τους κομουνιστές…Σας αρέσει αυτό το σκούρο μπλε χρώμα της κάμαρας που βγάζει στον κήπο; Το καλύτερο δωμάτιο, δίκιο έχετε, εκεί κοιμόμουνα. Πάρτε και το τηλέφωνο μου, δεν ξέρεις καμιά φορά…μπορεί να χρειαστείτε και άλλες πληροφορίες.

Της ερχόταν άσχημα, της ιδιοκτήτριας, ν’ απομακρυνθεί οριστικά από το σπίτι της. Η ιστορία που, πολύ διακριτικά, σκάρωσε η Οφηλίας, κυκλοφορούσε κιόλας στη γειτονιά. Τέλεια.

 

Ένας μήνας και κάτι βδομάδες δουλειάς και απρόοπτων συναντήσεων, κινδύνων και παράξενων στιγμών, που ζήσαμε μαζί. Ο χρόνος δεν κυλούσε με τον ίδιο τρόπο. Η φιλία ποτέ δεν θα χαθεί. Τα μελιά μάτια της Οφήλιας, η ομορφιά και η αυστηρότητα της.

Η Οφηλία δούλευε στο θέατρο με τη μητέρα μου. Στ’ όνομα της αγοράστηκε το σπίτι της Σάντα Φέ. Εκείνη ζούσε στην Μ. Βρετανία. Δεν μπορούσαν να την αγγίξουν, θα της απαγόρευαν όμως, σε λίγο την παραμονή στη Χιλή.

 

Στις αρχές του Δεκέμβρη του ’73, είχαμε επί τέλους, ευπρεπίσει το σπίτι. Τώρα έπρεπε να το κάνει η Κατίτα κατοικήσιμο, να φροντίσει με πολύ προσοχή κάθε λεπτομέρεια για την ασφάλεια μας: χρειάζονταν κουρτίνες στα παράθυρα που έβλεπαν στο δρόμο, καθώς και μερικές λάμπες, γλόμποι, μπλε και άσπροι, μερικά έπιπλα, για να δίνουμε περισσότερο την εντύπωση μιας κανονικής οικογένειας. Ο Μιγκέλ ανέλαβε την μετακόμιση μερικών πραγμάτων απ’ το πράσινο σπίτι. Δεν ξέρω από που ξετρύπωσε το φορτηγάκι.

Αλλά η ευθυμία δεν ήταν όση θάπρεπε. Απ’ τις 13 του Δεκέμβρη ψάχναμε απελπισμένα τον Μπαούτσι. Ο Μιγκέλ, ο Αντρές και οι άλλοι όργωναν τους δρόμους, ξεγλιστρούσαν απ’ τους ελέγχους του στρατού, σύχναζαν σε κάθε δημόσιο μέρος, κάθε συνοικία, όπου θα μπορούσε να πάει ο Μπαούτσι. Ο Μιγκέλ έφτασε να πλησιάσει μέχρι και την εκκλησία, όπου έλεγαν ότι πέρασε την τελευταία του νύχτα, πριν εξαφανιστεί, ο Μπαούτσι. Κατάστρωνε ενέδρες, με την τρελή ελπίδα να πάρει πίσω τον Μπαούτσι σε καμιά μεταφορά απ’ την φυλακή, να εμποδίσει πάση θυσία τον εχθρό να τον βάλει οριστικά στο χέρι. Κοπιαστικές μέρες, διαδέχονταν η μια την άλλη. Τίποτα. Ούτ’ ένα ίχνος του Μπαούτσι.

Μερικές μέρες πριν τα Χριστούγεννα, οι λινές κουρτίνες είχαν κρεμαστεί στα παράθυρα. Υπήρχαν ήδη τα χρειώδη, δεν είχε όμως ακόμα καθοριστεί η μέρα της εγκατάστασης. Η Κατίτα βιαζόταν ν’αρχίσει μια καινούργια ζωή σ’ αυτό το σπίτι όπου ο Μιγκέλ θα ήταν ασφαλής. Η αναζήτηση του Μπαούτσι ήταν πια πολύ επικίνδυνη.

Το βράδυ της 24ης Δεκέμβρη του 73, ο Μιγκέλ μπαίνει για πρώτη φορά στο σπίτι, στη Σάντα Φέ. Δεν είδε, δεν πρόσεξε το μπλε, αν και θα μπορούσε να κάνει την σύγκριση – το γαλάζιο χρώμα του σπιτιού, σαν το εξωτερικό των τοίχων του άλλου στη Λας Κόντες, όπου έζησε τόσον καιρό μαζί του ο Μπαούτσι. Εκείνα τα σπίτια…Το ένα μου υποβάλλει το άλλο.

συνεχίζεται

 

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ – δ]

Στο μεταξύ, στο πράσινο σπίτι της Γκράν Αβενίντα, η ασταμάτητη δουλειά της Αμπουέλα άρχισε να αποδίδει καρπούς. Διαλαλούσε στη γειτονιά: »Ο γυιός μου κι ο γαμπρός μου είναι εμπορικοί αντιπρόσωποι – αλλ’ αυτό το ξέρετε, έ; Στις 11 Σεπτέμβρη βρίσκονταν στο Βαλπαραίζο. Κι όπως θα φαντάζεστε,δεν μπορούσαν να γυρίσουν εξαιτίας της ανωμαλίας. Θα τους είναι δύσκολο να ξαναρχίσουν κανονικά τη δουλειά. Θα χρειαστεί να λείπουν συχνότερα- και ξέρετε, Senora, τους είχα συνηθίσει να τους βλέπω όλους γύρω μου. Το αφεντικό – ευτυχώς – είναι καλός άνθρωπος, τους δάνεισε και το αυτοκίνητο του. Έτσι,τουλάχιστον, θα πηγαίνουν πιο γρήγορα απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Εγώ, Senora, από πολιτική δεν καταλαβαίνω. Τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει απ’ αυτήν την κόλαση. Παλιά, στην παλιά μου γειτονιά, είχ’ αρχίσει να μελετώ τη Βίβλο. Senora, λένε ότι η συντέλεια του κόσμου δεν είναι μακριά. Αυτό πρέπει να πιστέψουμε…αν δούμε πως απλώνεται το κακό…Τα παιδιά; Θα τα κρατήσω σπίτι: θα τρώνε καλύτερα, θα είναι πιο ήσυχα.Μπα, καθόλου δεν μου είναι βάρος, παίζουν μεταξύ τους. Ούτε μ’ αρέσει να είμαι συνέχεια στο δρόμο. Αυτά τα παιδιά, τα callejeros, κακομαθαίνουν.

Έπρεπε να βρούμε καιρό, για να μάθουμε στα παιδιά τους καινούργιους κανόνες του παιχνιδιού. Τα τρία εγγονάκια της Αμπουέλα κατάλαβαν τον κίνδυνο που δημιουργούσε το επίθετο τους. Άκουγαν στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση τις στρατιωτικές ειδήσεις, κάθε μισή ώρα, που ανακοίνωναν τον κατάλογο των είκοσι κορυφαίων καταζητούμενων – ανάμεσα τους φιγουράριζε ο πατέρας τους και οι θείοι τους. Δεν δυσκολεύτηκαν να θυμούνται ένα καινούργιο όνομα. Να σταματήσουν το σχολείο δυο μήνες πριν τελειώσει η σχολική χρονιά; – δεν είχαν καμία αντίρρηση. Η Μαρίζα προσφέρθηκε να συνεχίσει τα μαθήματα τους.

Για την Καμίλ και την Χαβιέρα, τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα. Ήταν τεσσάρων χρόνων. Ο Μιγκέλ έκανε ένα τραγούδι, σκάρωσε ποιηματάκια, ήταν τρισευτυχισμένες. Τα πιο όμορφα κοριτσάκια του κόσμου δεν γινόταν να λέγονται αλλιώς: Καμίλ Λίντα, Καμίλ Σιμπέλλ, Χαβιέρα Λίντα, Χαβιέρα Σιμπέλλ. Έβαλαν τα ονόματα τους βαθιά στο μυαλό τους.

Στην κλειστή από παντού αυλή, ξεχύνονταν οι φωνές των κοριτσιών που καλούσαν τους γονείς τους. Οι γείτονες χαμογελούσαν, διασκεδάζοντας: »Τι ωραία να τις ακούς». Η καλοπροαίρετη περιέργεια τους ξεπεράστηκε, η παρουσία των παιδιών γινόταν η ζωντανή έκφραση μιας φυσιολογικής οικογένειας. Η ομάδα αποκτούσε μια οντότητα. Οι οικογένειες οργανώνονταν: αστυνομικές ταυτότητες, οικογενειακό βιβλιάριο για κάθε ανδρόγυνο, κάρτες εγγραφής στο εθνικό Κόμμα, άδεια οδηγού, αριθμός εγγραφής στην Εφορία, πιστοποιητικά γέννησης. Ο καθένας είχε κι από ένα φουσκωμένο χαρτοφύλακα, χωρίς να χρειαστεί να περάσει από τις απαραίτητες διοικητικές διατυπώσεις.

 

Έφτασε έτσι μια μέρα που αποφάσισες να ξαναμείνεις για λίγες εβδομάδες στο πράσινο σπίτι.

H άνοιξη προχωρούσε, το χιόνι της Κορδιλλιέρας έλιωνε σιγά-σιγά, το νερό του ποταμού Έλ Μαπότσο ανέβαινε και κυλούσε κάνοντας κυματάκια. Ήταν Οκτώβρης του ’73. Για τρεις βδομάδες ο μικρός τομέας πληροφόρησης είχε δουλέψει συνέχεια, οι καταζητούμενοι – χωρίς κομματικές διακρίσεις – έπαιρναν καινούργιες ταυτότητες, τα δίκτυα αποκτούσαν αθόρυβα ένα ρυθμό, συνήθιζαν στο κλίμα των καιρών, δούλευαν με τάξη και ακρίβεια. Το στροβίλισμα σε προσωρινές κρύπτες τελείωσε, οι παράνομοι ήταν κάπου εγκατεστημένοι και σκορπισμένοι στην πόλη, μπορούσαμε τώρα να επιβραδύνουμε το ρυθμό, να στραφούμε σε καινούργιες επιτακτικές ανάγκες. Έπρεπε να ασχοληθούμε με την ανάλυση του πραξικοπήματος, να αποσαφηνίσουμε την συνθετότητα της περιόδου που άρχιζε, να ανιχνεύσουμε τις προοπτικές, να συγκεκριμενοποιήσουμε τα καθήκοντα. Είχες ανάγκη από ένα σταθερό, ειρηνικό κατάλυμα, ξαναγύρισες στο δωμάτιο που έβλεπε στον κήπο, εργαζόσουν εκεί, πυρετωδώς: να ξαναδείς τους φακέλλους με τις πληροφορίες για τους τελευταίους μήνες της λαϊκής κυβέρνησης, να διακρίνεις την εξέλιξη των κινήσεων του στρατού στο πραξικόπημα, τις ταξικές συμμαχίες, τις στρατηγικές των αντιπάλων.  Ξαναδιάβαζες το αρχείο του τύπου, παρακολουθούσες με προσοχή κάθε απόφαση,  κάθε διάταγμα, ή διακήρυξη της δικτατορίας – αναμετρούσες το μέγεθος της ήττας, την κατάσταση που βρίσκονταν οι δυνάμεις της Αριστεράς,  του μαζικού κινήματος – μάζευες στοιχεία, όσο πιο πολλά και πιο συγκεκριμένα μπορούσες.

Ο μαρξισμός,το εργαλείο για την ανάλυση της πραγματικότητας, που θα έπρεπε να καθορίσει μια πρακτική…Σου χρειαζόταν ένα μίνιμουμ θεωρητικών και πολιτικών βιβλίων, κατάφεραν να κυκλοφορούν στο Σαντιάγκο, λίγο μεταποιημένα: με το κόλπο αλλαγής εξωφύλλου, ο Τρότσκυ περνούσε για το »Όσα παίρνει ο Άνεμος», ο Κλαουντίν για το »Κόκκινο και Μαύρο», ο Λένιν για τους »Άθλιους», ο Πουλαντζάς σαν το »LA CASA VERDE»…

Καθόσουν κι έγραφες στο μεγάλο τραπέζι, το  τραπέζι με το κρυφό συρτάρι που μας συντρόφευε χρόνια…Σε βλέπω, σκυμμένο στα χαρτιά σου, συνοφρυωμένο, ψάχνοντας μια ιδέα, και ξαφνικά, τη χαρά στο πρόσωπο σου: το βρήκα, Κατίτα…Η αλληλογραφία είχε ποτιστεί απ’ αυτόν τον ζωηρό τόνο, η πολεμική πάντα ανοιχτή – πως να χαρακτηριστεί η αντεπανάσταση; πως θα οργανωθεί η αντίσταση; δεκαπέντε μέρες, όλα’ αυτά αποκρυσταλλώθηκαν σ’ ένα ντοκουμέντο: κάθε λέξη του και μια συγκεκριμένη έννοια, κάθε ιδέα οδηγός για δράση. Δεν μπορώ να το παραθέσω ολόκληρο, – αυτή η ανάλυση όμως, της δικτατορίας στη Χιλή, δεν έχει χάσει μέχρι σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την σύνταξη της, την επικαιρότητα της. Εκφράζει σ’ ένα βαθμό, την ευφυία σου ως πολιτικού ανδρός, εκείνη την επιμονή που εξέπληττε φίλους και εχθρούς. Βλέπω το πάθος που ακτινοβολούσε, και που γέμιζε όλο το σπίτι, όταν εκφραζόσουν. Έγραφες, η Κατίτα – η μελάνη υγρή ακόμη – χτυπούσε κάθε σελίδα στην γέρικη γραφομηχανή, η Μαρίζα φωτογράφιζε. Τα πρώτα αντίτυπα, σε μικρογραφία, μοιράστηκαν το Νοέμβρη σ’ όλους τους πυρήνες του MIR. Πολύ απείχαν απ’ την επιθυμητή τελειότητα, μερικές σελίδες δεν διαβάζονταν, αλλά και πόση περηφάνια έκλεινε μέσα του κάθε κουτάκι nivea, κάθε πακέτο μακαρόνια lucketti, κάθε barretin, κάθε κρύπτη όπου κλείναμε την μπροσούρα και διάφορα μηνύματα, προσεκτικά τυλιγμένα σε πλαστικό. Το MIR καθόριζε μια τακτική δράσης, εξαιρετικά στενά χρονικά περιθώρια, όσοι πυρήνες αντίστασης δημιουργούνταν, δέχονταν ένα σαφή προσανατολισμό και καθοδηγητικές γραμμές.

 

Το πράσινο σπίτι…αυτό μας προστάτεψε τους πρώτους μήνες, μας έσπρωξε απαλά στο χώρο της παρανομίας, εκεί μου ανοίχτηκες, εκεί ανακαλύψαμε ο ένας τον άλλον. Έλεγες αν η άστατη μνήμη μου δεν με ξεγελά, Μιγκέλ: εδώ είναι καλύτερα απ’ οποιοδήποτε πολυσύχναστο τόπο, πρέπει, όμως ν’ αποφεύγουμε να παίζουμε με την baraka…

Ένα πρωί ρώτησες: Κατίτα, τι σκοπεύεις να κάνεις; το σκέφτηκες καλά; και τα κορίτσια;…

 

Δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί ότι σκέφτεται, δεν δίσταζε πια, ακολουθούσε, απλά, το δρόμο της. Γύρω της, δεν έβλεπε τίποτα άλλο από πρόσωπα αποφασισμένα,άντρες και γυναίκες, που μάτωναν κάτω απ’ τα χτυπήματα αλλά το μόνο τους μέλημα ήταν να τ’ανταποδώσουν, που βασανίζονταν γι αυτόν τον λαό που αργοπέθαινε, αλλά δεν υποχωρούσαν. Απ’αυτούς άρχισε να παίρνει μαθήματα για να νικήσει την αδυναμία της – κι έμαθε γρήγορα. Αναφαίνονταν τώρα οι υποχρεώσεις μιας δεύτερης ή και τρίτης ζωής,το κοινωνικό πρόσωπο της Κατίτας εξανεμίζονταν, κι αυτή, απελευθερωμένη, χαρούμενη, παραδίνονταν σε μια πρωτόγνωρη εσωτερική γαλήνη, αυτό ήταν η παρανομία. Η μάχη γινόταν κάτι απτό, υλικό, ξεκάθαρο, καθημερινό, την Κατίτα δεν την ένοιαζε  τίποτ’ άλλο παρά να μπει κι αυτή στο  παιχνίδι. Βιαζόταν ν’ ανακαλύψει τη συμπεριφορά που απαιτούνταν, ήθελε να πάρει μια θέση δίπλα στον άντρα της.

Στάθηκε η ίδια απέναντι στη μοίρα της, την άρπαξε – γιατί να την αποφύγει: αυτή, που ήταν όλη αγάπη, που έδινε και τον εαυτό της από αγάπη; Κανείς δεν την υποχρέωνε για τίποτα. Στην ερώτηση του, η απάντηση ήταν σταθερή: θα μείνω…ακόμα κι αν δεν θέλεις, ακόμα και μακριά σου. Τα κορίτσια;…Δεν βλέπω τι άλλο καλύτερο μπορούμε να τους προσφέρουμε απ’ το να μείνουμε όλοι μαζί. Την κοίταξε απορημένος, έκπληκτος απ’ την βεβαιότητα, τη σιγουριά της, κι έσκασε στα γέλια. Είδε ότι δεν υπήρχε τίποτα ηρωικό σ’ αυτήν, ότι ήταν…λάθος. »Πήγαινε, λοιπόν, ανάλαβε να βρεις ένα καινούργιο σπίτι, θα ξανακουβεντιάσουμε τις λεπτομέρειες για την εγγύηση».

 

Θα την θυμόταν, αργότερα, αυτή τη στιγμή. Πάντα με απορία. Ούτε ο παραμικρός δισταγμός, ούτε μια στιγμή δυσφορίας, θα του κρατούσε κακία σ’ όλη της τη ζωή. Είχε ακολουθήσει μια διαίσθηση: την περίμενε το απρόβλεπτο, το ακατονόμαστο. Είχε αντιδράσει απ’ την πρώτη στιγμή, και για τον εαυτό της.

Ναι, η Κατίτα ξανάζησε, αισθάνθηκε, υψώθηκε σε κάθε στιγμή εκείνης της εποχής, όταν η άρνηση της να εγκαταλείψει τη χώρα φάνταζε σαν την πιο εγωιστική πράξη της ζωής της…Τη θυμόταν μ’ευχαρίστηση. Της συνέβαινε συχνά να μιλάει δυνατά μόνη της, να γελάει χωρίς λόγο, να αφαιρείται, ξαφνικά. Κάποτε-κάποτε την κοίταζαν παράξενα, εξηγούσε αόριστα: είμαι χαρούμενη, αυτό είν’ όλο…Αδύνατο να καταλάβουν ότι το χαμόγελο της ξεπηδούσε απ αυτή την ανυπότακτη θύμηση που την συνέπαιρνε απροειδοποίητα, που κύλαγε απ τα μάτια στο στόμα.

 

συνεχίζεται

Μιά νύχτα στο Σαντιάγκο, της Κάρμεν Καστίγιο