σκόρπιες σκέψεις...

1968-1983, Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Γεια σας φίλοι μου. Όπως καταλαβαίνετε από τον τίτλο, ήρθαμε εδώ για να μιλήσουμε για εκείνη την σπουδαία 15ετή περίοδο αγώνων, για τον Μάη που δεν ήθελε με τίποτα να σβήσει, για τον Μάη που σημάδεψε ανεξίτηλα την γείτονα χώρα, την ώρα μάλιστα που γίνεται σε όλο τον κόσμο μια τεράστια προσπάθεια αποσιώπησης του, ενώ εκθειάζεται με κάθε τρόπο, ανέξοδα μάλιστα, ο γαλλικός, ο οποίος κράτησε δεν κράτησε έναν μοναδικό μήνα, με τρόπο μάλιστα μουσιακό αντιμετωπίζεται, λες και ήταν μια πρόσκληση σε επίσημο γεύμα και όχι η έφοδος στον ουρανό της εξεγερμένης-οργισμένης νεολαίας, και όχι μόνο!

Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε Τώρα!

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

Octyabr poster.jpg

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι, είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτές τις παλιομηχανές που μας πίνουνε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω, απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα,

Αποτέλεσμα εικόνας για carcere speciale

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, και εργαστείτε όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας με στόχο ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων επιθυμούν, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

Μα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είναι το μακρινό 1973, 17μιση χρονών τότες, έχω τελειώσει το γυμνάσιο στην Καβάλα, Σεπτέμβρης μήνας και προσγειώνομαι στην Φλωρεντία γεμάτος όνειρα και ανησυχίες, για να σπουδάσω. Στην Φλωρεντία όπου βρίσκεται ήδη κάποια χρόνια νωρίτερα, για τον ίδιο λόγο, η αδελφή μου με τον φίλο της και μετέπειτα σύζυγο. Θα συγκατοικήσουμε για κάποιο διάστημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ο ρόκο και τ' αδέλφια του

Ας ανοίξω μια μικρή παρένθεση. Είναι τα χρόνια της χούντας, σε μια μικρή πόλη της ελληνικής επαρχίας που έχω μεγαλώσει μέχρι εκείνη την στιγμή, από καπνούπολη με τεράστια αγωνιστική ιστορία μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια πόλη δημοσίων υπαλλήλων και εμπόρων, μικρής κυρίως εμβέλειας, μια μικροαστική αντίληψη για την ζωή πνίγει αργά και βασανιστικά την καθημερινότητα του μέσου καβαλιώτη, ο πολιτικός διάλογος απουσιάζει πλήρως, κοιμόμαστε όρθιοι με λίγα λόγια.

Αποτέλεσμα εικόνας για γούντστοκ

Η φαντασία στην εξουσία!

Μες τις ψυχές μας βέβαια, πολλών από εμάς τους νεότερους,  βράζει η ανάγκη για μιαν άλλη ζωή, για άλλες αξίες και συνήθειες, έχει προηγηθεί το Γούντστοκ, στιγμή σταθμός στην παγκόσμια νεολαίστικη ιστορία, η μουσική επανάσταση των νέων που έχει αγκαλιάσει όλη τους την ψυχοσύνθεση, και ήταν συνολική επανάσταση στον τρόπο που έβλεπαν και ζούσαν την ύπαρξη τους, στον τρόπο που έβλεπαν το μέλλον τους, έξω και μακριά από τον εκείνο που τους έδειχναν οι γονείς, οι μεγαλύτεροι γενικότερα, οι άρχοντες και οι κρατούντες. Η μουσική και ο κινηματογράφος είχαν σπάσει ήδη τα πρώτα ταμπού, είχαν εισέλθει αργά αλλά σταθερά στην ελληνική πραγματικότητα ταράζοντας τον ύπνο της μικροαστικής νιρβάνας στην οποίαν προσπαθούσαν, άκαρπα πλέον, να κρατήσουν υποταγμένους τους νεαρούς οι οπισθοδρομικοί καραβανάδες! Οι εικόνες με τους νεαρούς μαλλιάδες, με τα παρδαλά ρούχα, που μισούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ και αγαπιούνταν όλοι μαζί στοίχειωναν την ελληνική αρχαϊκή κοινωνία που έκανε τα πρώτα βήματα εμπρός, έχοντας για αρωγούς τους δικούς της μουσικούς και κινηματογραφιστές να διαρρηγνύουν τα ιμάτια του κοντοκουρεμένου κατεστημένου.

Η παγκόσμια πολιτιστική επανάσταση της νεολαίας είχε λοιπόν ήδη αρχίσει να κατατρώει σαν το σαράκι την συντηρητική ελληνική κοινωνία, τα νεαρά ήθη και έθιμα κλωτσούσαν το παλιό για να το θέσουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Make love not war πρώτα, και η φαντασία στην εξουσία, έπειτα, είχαν συνταράξει για τα καλά την καθεστηκυία τάξη, και στην ελλαδίτσα μας.

Το Μεγάλο Ανθρωπάκι

Φαντάζεστε λοιπόν τον ενθουσιασμό μου όταν πρωτοπερπάτησα στους δρόμους της πρωτεύουσας της Αναγέννησης, τριγυρίζοντας μες τις σχολές του Πανεπιστημίου, μέσα σε εκείνη την αναταραχή που δεν σταματούσε ποτές, χωμένος ανάμεσα σε κείνο το νεαρόκοσμο, μέσα σ’ εκείνη την βουή και το μελισσομάνι, που συζητούσε για τα πάντα και αμφισβητούσε τα πάντα! Είχα ξεκινήσει ήδη να μαθαίνω την γλώσσα, ξημερωνοβραδιαζόμουν και στις συνελεύσεις του ελληνικού συλλόγου φοιτητών, ρουφούσα τις κουβέντες και τα λόγια εκείνα τα μεγάλα που για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα έκπληκτος, την μια από τους ιταλιάνους νεαρούς που αποκαλούσαν τους διπλανούς τους συντρόφους, για την ολοκληρωτική επανάσταση, την ολική ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων και την εγκαθίδρυση μιας άλλης – δικαιότερης κοινωνίας των ίσων ανθρώπων. Λίγο πιο μπερδεμένα τα πράγματα στον ελληνικό σύλλογο.

Κεντρικό θέμα: ο αντιδικτατορικός αγώνας.

Εκεί ξεκαθάρισε πλήρως η εικόνα αυτού που τόσο καιρό με ενοχλούσε πίσω στην πατρίδα. Κάτι είχα ψυχανεμιστεί όταν έβλεπα τους μεγάλους να θέλουν να πουν κάποια πράγματα και να χαμηλώνουν τη φωνή τους κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω ακόμη και όταν ήταν κλεισμένοι στο σπίτι, λέγοντας πως και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Κάποια ονόματα ήταν απαγορευμένα! όπως και πολλά άλλα πράγματα, φώναξαν τη μάνα μου κάποια στιγμή στο σχολείο να της επιβάλλουν να μην με αφήνει να φορώ την κόκκινη μπλούζα που τόσο πολύ αγαπούσα! Τους αποστόμωσε αυτή λέγοντας πως δεν μπορούσε να μου απαγορεύσει να είμαι ολυμπιακός!

La Dolce Vita poster.jpg

Δεν θα ξεχνούσα ποτέ εκείνο που μου συνέβη ένα βραδάκι όταν γυρνούσα σπίτι και πήδηξα μες τον ενθουσιασμό να φτάσω τη σημαία που ήταν κρεμασμένη έξω από ένα μαγαζί, να δω πόσο ψηλό ήταν το άλμα μου. Με σταμάτησε ένας αστυνομικός κάνοντας μου παρατήρηση, επειδή λέει βεβήλωνα το σύμβολο! Για τέτοια βλακεία μιλάμε! Και αναρωτιόμαστε σήμερα από που έχουν ξεφυτρώσει όλα αυτά τα φασιστόμουτρα! Όχι φίλοι μου, δεν υπάρχει παρθενογένηση!

Όλα καλά λοιπόν με τον αντιδικτατορικό αγώνα. Να βγάλουμε την χώρα απ’ τον γύψο!

Τα προβλήματα άρχιζαν με το ύστερα. Εκεί μέσα γίνονταν το έλα να δεις,  σπαταλιόταν και όλη η ενέργεια. Ατέλειωτες διαμάχες για το πιο ήταν το καλύτερο μοντέλο, θα έμοιαζε η μεταδικτατορική ελλάδα με την αλβανία ή με την σοβιετική ένωση ή με την κίνα ή και με τι άλλο δεν ξέρω εγώ; ώρες ατέλειωτες ενέργειας και κουβέντας χαμένης την ώρα που για να πέσει η χούντα γίνονταν πολύ λιγότερα! Με κούρασαν πολύ γρήγορα. Ότι καλύτερο όμως, να το αναφέρω, μια συναυλία που διοργάνωσαν με τους χιλιανούς Inti Illimani που εκείνη την χρονιά βρέθηκαν στην Ευρώπη για συναυλίες, τους βρήκε ελεύθερους το πραξικόπημα, και δεν επέστρεψαν πίσω τριγυρνώντας τον κόσμο αγωνιζόμενοι με την μουσική τους να ελευθερώσουν την πατρίδα τους. Μια πανέμορφη συναυλία, συγκίνηση και οργή για το μεγάλο κακό, ενθουσιασμός για ένα καλύτερο αύριο ανακατωμένα με τον καλύτερο τρόπο.

Αποτέλεσμα εικόνας για inti illimani

Ο χρόνος περνούσε, οι συζητήσεις όλο στο ίδιο μοτίβο, με κούρασαν σας είπα, είχα ήδη οργανωθεί στον Ρήγα Φεραίο, γιατί εκεί; με είχαν κερδίσει εκείνα τα παιδιά για κάποιον λόγο που δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω, το θέμα ήταν τελείως προσωπικό, τα συμπάθησα περισσότερο, θέμα ιδιοσυγκρασίας, ο κομουνισμός ήταν ένας, πλέον, όπως σε όλους μας εκείνης της γενιάς, τα μαρξιστικά λενινιστικά βιβλία είχαν γίνει ένα με το είναι μας, αλλιώς τον έστηναν εδώ-αλλιώς εκεί, και οι φοιτητές μάλωναν για τον ποιος ήταν ο καλύτερος, όμως για μένα κανείς δεν ήταν ο καλύτερος μιας και ουδείς από αυτούς  έδωσε την εξουσία στα σοβιέτ, όπως έπρεπε, αλλά στο κόμμα. Κι αν από εδώ υπήρχε η δικτατορία του κεφαλαίου, από εκεί του κόμματος, και ο λαός δεν ήταν πουθενά στην εξουσία για να μπορέσει να την καταργήσει και αυτήν και να ζήσει ελεύθερος από την καταπίεση της ατομικής ιδιοκτησίας και των άλλων μορφών υποδούλωσης του ανθρώπου από το χρήμα και το κέρδος και τις αγορές!

Άσε και το άλλο, τότες έσπασε το ήδη ραγισμένο γυαλί: μόλις λευθερώνονταν η ελλάδα από τους χουντικούς θέλαν να κατέβουν στις εκλογές! Να κάνουν τι στο κοινοβούλιο μέσα; στον ναό της μπουρζουαζίας και του κεφαλαίου; Για επανάσταση δεν μιλούσε ο μαρξισμός-λενινισμός; ήξερες κάποιον που κρατούσε τα ηνία στο χέρι να τα παραδίδει απ’ την καλή του την καρδιά στον καταπιεσμένο και εξεγερμένο; ήμαρτον πια!

ματσουκα-αλιεντε

Γίνεται και το πραξικόπημα στην Χιλή και δένει το γλυκό. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός του ηρωικού Σαλβαδόρ Αλλιέντε γκρεμίζεται από τις ερπύστριες των τεθωρακισμένων και τις βόμβες των αεροπλάνων, την ώρα, που στον αντίποδα, οι Βιετναμέζοι μαχητές, με τα όπλα στο χέρι, υπό την σοφή καθοδήγηση του στρατηγού Γιαπ και του μεγάλου Χο Τσι Μιν νικούν την τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία και τους ντόπιους λακέδες της στήνοντας το μεγαλύτερο πάρτι στη σύγχρονη ιστορία, στην απελευθερωμένη Σαϊγκόν και στις καρδιές όλων των απανταχού εξεγερμένων, όλων των απανταχού αριστερών!

Apocalypse_Now_poster

Για να μην μιλήσουμε για την Κούβα, αυτή τη μικρή χώρα ακόμη περισσότερο σφηνωμένη με αγάπη στις καρδιές μας, πολέμησαν μια φούχτα αγωνιστές και κέρδισαν, εξάγοντας ταυτόχρονα την επανάσταση, ανάβοντας φωτιές, ορμώντας στις φωτιές εκεί που υπήρχαν, στην Αφρική και την Λατινική Αμερική, στην Αλγερία επίσης οι αντάρτες κέρδιζαν τον πόλεμο, ανταρτοπόλεμος λοιπόν και στην Ευρώπη, αυτή η λύση, φαίνονταν επίκαιρη και εφικτή, μιας και τα κομουνιστικά κινήματα ήταν πολύ μεγάλα και δυνατά, στο Νότο ειδικότερα, οι κομουνιστές συνειδητοποιημένοι σαν έτοιμοι από καιρό!

la-battaglia-di-algeri-photos-6

Είχα πρωτοδεί την εικόνα του ήρωά μου τυπωμένη σε μπλουζάκια και αφίσες στο Λονδίνο, κάποια χρόνια νωρίτερα που είχα βρεθεί για ενάμιση μήνα εκδρομή με ένα φροντιστήριο. Τότε δεν ήξερα ποιος είναι αλλά τον έβλεπα παντού. Τον ξανασυνάντησα στην Ιταλία δυο τρεια χρόνια αργότερα, και τότε έμαθα για το ανυπέρβλητο παράδειγμα που έδωσε στους απανταχού ανυπότακτους, που αγαπούν τον δρόμο και όχι την κατάληξη, τον σκοπό, την υπόθεση, και όχι την εξουσία!

che_pistola.jpg

Αυτά συζητούσαν φωνακτά οι ιταλοί, οι έλληνες μάλωναν για το μοντέλο, θέλαν να μετρήσουν την εκλογική τους δύναμη αντί να επικεντρώνονται σε άλλα, διάλεξα τους ιταλούς, μπήκα στην Avanguardia Operaia. Και εδώ διάλεξα από συναίσθημα, όχι λόγω της γραμμής, αυτούς γνώρισα, με αυτούς πήγα. Τους άφησα γρήγορα κι εκείνους, είχαν ξεκινήσει να συζητούν με αυτούς του Manifesto για κοινή κάθοδο στις εκλογές, πράγμα που έκαναν λίγο αργότερα, εγώ είχα ήδη αποχαιρετήσει μαζί με την Ροσσάνα τον αγαπημένο φίλο Αρτούρο, υπεύθυνο της ομάδας περιφρούρησης, εκεί πήρα τα πρώτα μαθήματα αμυντικής περιφρούρησης στις πορείες, με σταλιν [τα ξύλα που δένουμε τις σημαιούλες] και μπουκάλια.

Οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ήταν η απάντηση του ανταγωνιστικού κινήματος στον ρεβιζιονισμό της γερασμένης αριστεράς, και στην διστακτικότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Η εγκατάλειψη του επαναστατικού προσανατολισμού του ΚΚΙ είχε πλέον ολοκληρωθεί, το ενδιαφέρον του προσανατολίζονταν στην μεταρρύθμιση του ντόπιου καπιταλισμού,  τον ρεφορμισμό, [ο οποίος με την χριστιανοδημοκρατία στηρίζονταν σε απαρχαιωμένους θεσμούς και στην συνεργασία με την μαφία και το παρακράτος], και χρειάζονταν νέες μορφές ταξικής συναίνεσης και »προοδευτισμού»για να περάσει την μετατροπή του από τον φορντισμό στις νέες μορφές αποκεντρωμένης, ευέλικτηςεργά παραγωγής, με την διάλυση της αλυσίδας και των μικρότερων, περισσότερο ευέλικτων μονάδων, όπου η εκμετάλλευση των εργατών επιτυγχάνονταν ευκολότερα. Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία είναι πλέον γεγονός, και έχει το όνομα του μεγαλύτερου κομουνιστικού κόμματος του δυτικού κόσμου. Έτσι, υπό τις ευλογίες του Pci, και των υπ’ αυτό ελεγχόμενων συνδικάτων, περνούμε από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, της διάχυτης σε κάθε γωνιά της μητρόπολης  παραγωγής υπεραξίας, και ταξικής υποδούλωσης. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ανεπτυγμένη ήταν τότε η παραγωγή στο σπίτι, από νοικοκυρές, συνταξιούχους, άνεργους και πιτσιρικάδες! ανασφάλιστους!

Butch sundance poster.jpg

Έτσι λοιπόν εκτινάσσεται η μαζικότητα των οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς, οι οποίες σε μια πρώτη φάση έχουν πολλά να δώσουν στην ανάπτυξη του ανταγωνιστικού κινήματος. Σιγά σιγά όμως μετατρέπονται σε μικρογραφίες-παρωδίες ενός σύγχρονου κόμματος, με όλες τις αντιφάσεις, τις μικρότητες και τον γραφειοκρατισμό που αυτό συνεπάγεται. Lotta continua, Potere operaio, Manifesto, Movimento Studentesco, Avanguardia operaia κάποιες από αυτές, με τις εφημερίδες τους πλέον να πουλιούνται στα περίπτερα σε πανιταλικό επίπεδο, ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο χωριό της επικράτειας μπορούσες να βρεις την Lotta continua, το Quotidiano dei lavoratori, το Manifesto κλπ. Αυτό βέβαια σίγουρα συνέβαλε στην διάχυση της συζήτησης που αναπτύσσονταν μέσα στους χώρους του κινήματος και των οργανώσεων σε κάθε γωνιά της χώρας και σε κάθε σπίτι συντρόφου που ενδιαφέρονταν να ξεμπλέξει από τα γρανάζια της συγκατάθεσης στα σχέδια του συστήματος.

Τι είχε προηγηθεί της άφιξης μου στην πανέμορφη εκείνη, τόσο ενδιαφέρουσα, χώρα; Πολλά και θαυμαστά. Πρώτα καταλήψεις πανεπιστημίων και σχολείων με στόχους που στρέφονταν ενάντια στην ιεραρχία και το αλάθητο των καθηγητών, μεταστροφή των εκπαιδευτικών μαθημάτων προς προοδευτικότερα μονοπάτια, το άνοιγμα των σχολών προς την κοινωνία και των θεμάτων που την απασχολούν.

Live in Pompeii cover.jpg

Έρχεται το θερμό φθινόπωρο του ’69, η μεγαλύτερη εργατική κινητοποίηση στη δύση, τεράστιες απεργίες, σημαντικές νίκες, υπό το σύνθημα: τι ζητάμε; τα πάντα! η τάξη διαρρηγνύεται, η εξουσία απειλείται.

Πως απαντά το κατεστημένο;  με την Στρατηγική της έντασης: Βόμβα στην piazza Fontana στο Μιλάνο, τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους, βόμβες στη Ρώμη, δεκάδες νεκροί, κύκλοι της αστυνομίας, παρακράτος, φιλοχουντικοί, στρατιωτικοί, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και μυστικές υπηρεσίες σε αγαστή συνεργασία με τους φασίστες-εκτελεστικά όργανα δημιουργούν τη σφαγή, κατηγορούν τους αναρχικούς, εκπαραθυρώνουν τον Pinelli δολοφονώντας τον, με μοναδικό σκοπό την ανακοπή της δυναμικής της αριστεράς που αναπτύσσονταν ραγδαία και απειλούσε την εξουσία του κατεστημένου.

Οι ίδιοι κύκλοι οργανώνουν πραξικόπημα σαν το ελληνικό, σε συνεργασία με την δική μας χούντα, γίνονται γνωστά αυτά τα σχέδια στους κόλπους του κινήματος, κάποιοι ξεκινούν να οργανώνονται για να τα αντιμετωπίσουν αμεσότερα. Γεννιούνται οι ερυθρές Ταξιαρχίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse

Έχουν προηγηθεί οι Gap, Ομάδες παρτιζάνικης δράσης, με τον Giangiacomo Feltrinelli στο τιμόνι, δεν προλαβαίνουν όμως να έχουν τη δράση που θα ήθελαν γιατί ο τεράστιος αυτός άνθρωπος, γόνος μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας, που είχε ταξιδέψει στην Κούβα και είχε γνωριστεί προσωπικά με τον άλλον μεγάλο, τον Φιντέλ Κάστρο, είχε εκπαιδευτεί εκεί στον ανορθόδοξο πόλεμο, σκοτώνεται μιαν θλιβερή ημέρα του μάρτη ’72 κάτω από ένα στύλο υψηλής έντασης, την ώρα που συνέδεε έναν εκρηκτικό μηχανισμό, με σκοπό να νεκρώσει από ρεύμα το Μιλάνο.

feltrinelli, giangiacomo feltrinelli, pier paolo pasolini

Εν τω μεταξύ ξεπηδούν σαν τα μανιτάρια σε όλη την χώρα νεανικά κέντρα, νεολαίστικα, αυτόνομα, στέκια επιτροπές και κολεκτίβες που σκοπό έχουν να συγκεντρώσουν τους νέους, αποκλεισμένους, που παρατούν τρέχοντας τις οργανώσεις και θέλουν να συνεβρεθούν και να ζήσουν από κοινού την καθημερινότητα τους, άλλους που δεν πάτησαν το πόδι τους ποτέ σε αυτές, κυρίως στις γειτονιές της περιφέρειας, αγόρια και κορίτσια από τα προάστια των μεγάλων και των μικρότερων πόλεων, στα εργοστάσια στα σχολεία στις σχολές, όλοι εκείνοι που θέλουν μιαν άλλη πολιτική στράτευση, βασισμένη στην πεποίθηση ότι το πολιτικό είναι προσωπικό – και το προσωπικό πολιτικό, αγωνιστές που δεν μεταφέρουν πλέον εντολές κομματικών επιτελείων, μόνιμοι πρώην αφισοκολλητές, κάνουν πράξη στο σύνθημα που είχε ξεπηδήσει από τους κόλπους του Συνεχή αγώνα  και έλεγε: »prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη», δημιουργώντας τις πρώτες μορφές αντιεξουσίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Mensa, φοιτητικό εστιατόριο. Εγώ βρίσκομαι πλέον εκεί, συχνάζω σε καθημερινή βάση στις συγκεντρώσεις της αυτόνομης κολεκτίβας, στις διαρκείς συνελεύσεις των φοιτητών που στήνονται αυθόρμητα στα σκαλιά του πανέμορφου μεσαιωνικού κτιρίου που στεγάζει τον χώρο, όπου για να φας και να πιεις έπρεπε να στηθείς στην ουρά, στις καλύτερες των περιπτώσεων διαρκούσε μιάμιση ώρα, έφτανε και τις δυο κάποιες φορές, και αυτό πάντοτε, και ενάντια σε αυτή την κατάσταση ξεκίνησαν αγώνες, που αποφασίστηκαν αυτόνομα σε εκείνες τις σκάλες, και κράτησαν πολύ, με υψηλότερης και χαμηλότερης έντασης στιγμές, πέρασαν μέσα από αντιθέσεις, ήττες, αλλά τελικά οδήγησαν στη μεγάλη νίκη.

Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή του: creare organizzare contropotere proletario, να δημιουργήσουμε να οργανώσουμε προλεταριακή αντιεξουσία. Στα εργοστάσια και αλλού σαμποτάρουν μαζικά την παραγωγή, μπλοκάρουν τους μηχανισμούς εδώ και πολύ καιρό. Έχει ήδη πέσει και το σύνθημα για την επανακοικειοποίηση του παραγόμενου πλούτου και των απαλλοτριώσεων, και γίνεται καθημερινή πρακτική, μιας και η άρνηση της μισθωτής εργασίας φέρνει μαζί της και την πρακτική των αναγκών!

Εδώ ήμαστε! Έχουμε βρει αυτό που χρειαζόμασταν τόσο καιρό, σκεφτόμαστε οργανωνόμαστε και δρούμε αυτόνομα απ’ ότι μέχρι εκείνη την στιγμή είχε παράξει το παγκόσμιο ανταγωνιστικό κίνημα, μακριά από κομματικές εντολές κεντρικών επιτροπών και γραμματέων. Και η μεγάλη ανατροπή συνίστατο στο ότι, εδώ και καιρό πλέον, είχαμε τινάξει από επάνω μας την σκλαβιά των σταδίων μετάβασης, ζούσαμε τον κομουνισμό εδώ και τώρα! Δεν περιμέναμε να »ωριμάσουν οι συνθήκες», ζούσαμε το όνειρο μας κάθε στιγμή, και ήμασταν ευτυχισμένοι γιατί ήμασταν μαζί, και ήμασταν πολλοί, νιώθαμε επαγγελματίες επαναστάτες.

Αποτέλεσμα εικόνας για Τόμμυ 1975

Στην πόλη υπήρχαν και άλλες αυτόνομες κολεκτίβες, στο πανεπιστήμιο, σε μια δυο γειτονιές, των μαθητών. Συναντιόμασταν συχνά, κουβεντιάζαμε για το σήμερα και το αύριο του κινήματος, οργανώναμε κοινές δράσεις, περιφρουρούσαμε μαζί τις πορείες, μιλούσαμε για σχέδια, εκστρατείες και στόχους.

Αποτέλεσμα εικόνας για the song remains the same

Είχαμε και τους Nap στην πόλη, εκεί είχαν αναπτυχθεί περισσότερο, μάλλον, να πω πως σε εμάς είχαν γεννηθεί, στις Murate, στην φυλακή της πόλης, στην καρδιά της πόλης, σε εμάς και στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές της Νάπολι ήταν που έγινε η ζύμωση ανάμεσα σε έγκλειστους πολιτικούς αγωνιστές και έγκλειστους προλετάριους του κοινού ποινικού κώδικα. Αυθόρμητοι και ενθουσιώδεις, υπέπεσαν σε παιδαριώδη λάθη μιας και συχνά απέφυγαν να τηρήσουν και τους πιο στοιχειώδεις κώδικες παρανομίας, αποδεκατίστηκαν πολύ σύντομα από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, κάποιοι δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ, μέχρι αποφασίσουν να ενωθούν με τις Ταξιαρχίες, θέτοντας τέλος στην ανεξάρτητη πορεία τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Nap, nuclei armati proletari murate, firenze

Συχνές και οι συναντήσεις σε εθνικό επίπεδο, πλέον η Αυτονομία έχει οργανωθεί για τα καλά, και λόγω του εργατισμού που αγαπά σε θεωρητική βάση, παίρνει το όνομα εργατική Αυτονομία, έχοντας στις τάξεις της αγωνιστές απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ο  κοινωνικός εργάτης έχει βρει πλέον το σπίτι του, σαμποτάρει στα εργοστάσια, με τις απεργίες a gatto selvaggio, απροειδοποίητα, μπλοκάρει την παραγωγή και »τιμωρεί» τους capo reparto, απαλλοτριώνει τον πλούτο που ο ίδιος παράγει και το αφεντικό εκμεταλλεύεται, ταξιδεύει και δεν πληρώνει, διασκεδάζει και δεν πληρώνει, παράγει πολιτισμό, νέες αξίες, ζει και αγαπά και μαθαίνει.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Εν τω μεταξύ οι Br έχουν περάσει από την ένοπλη προπαγάνδα στον ανταρτοπόλεμο, πιστές στα χνάρια των θρυλικών Τουπαμάρος. Έχουμε πλέον να αναμετρηθούμε και μ’ αυτούς κανονικά, έχουν καταφέρει να αποκτήσουν μεγάλες συμπάθειες μες το κίνημα, κάποιοι λεν πως είναι σύντροφοι που σφάλλουν, κάποιοι επικροτούν κανονικά. Σ’ εμένα τρέφουν συμπάθεια. Θέλουν βέβαια να χτίσουν το μαχόμενο κόμμα, κάτι που είναι μακρινό στα δικά μας θέλω. Σίγουρα ήμαστε παιδιά του μαρξισμού-λενινισμού, ήμαστε την ίδια στιγμή και εγγόνια της παρισινής Κομμούνας, έχουμε επιρροές επίσης και από την Ισπανική επανάσταση, οραματιζόμαστε, θέλουμε να χτίσουμε τον λαϊκό στρατό κομουνιστικής απελευθέρωσης, τα πρώτα κύτταρα του νιώθουμε πως ήμαστε εμείς. Εμένα προσωπικά με θρέφει η ιστορία του χιλιανού Mir, για κάποιον λόγο που ξανά αδυνατώ να εξηγήσω, είναι αυτούς που έχω διαρκώς στο μυαλό μου.

Μπορεί να σκοτώθηκε ο μεγάλος Φελτρινέλλι, έχει προλάβει να χτίσει όμως σε όλη την χώρα έναν σπουδαίο εκδοτικό οίκο με ένα μεγάλο δίκτυο βιβλιοπωλείων, στα οποία μπορείς να βρεις ότι πιο ανατρεπτικό έχει εκδοθεί, συν μπροσούρες και κείμενα όλων των επαναστατικών οργανώσεων που βρίσκονται διάσπαρτες στον πλανήτη. Αυτό βοηθάει θαυμάσια στην ενημέρωση και τον διάλογο μεταξύ συντρόφων, εκεί βρίσκω κείμενα του Mir και έχω κατασυμπαθήσει την οργάνωση της οποίας ηγείται ο ανιψιός του Αλλιέντε, Μιγκέλ Ενρίκεζ.

Αποτέλεσμα εικόνας για miguel enriquez

Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι πλέον μονοπώλιο της ΕΤΑ και του IRA στην Ευρώπη. Νέες οργανώσεις έχουν γεννηθεί και δρουν τόσο στην Ισπανία, αυτή που κάνει αίσθηση είναι η Raf στην Γερμανία. Ο διάλογος απλώνεται, οι επιρροές μεγαλώνουν, η κουβέντα παίρνει φωτιά. Σε εμάς έχουν ξεσπάσει καινούργια κινήματα που φέρνουν τα πάνω κάτω στην καθημερινότητα μας, ταράζοντας τα νερά του αγώνα όσο και ου συστήματος που βλέπει τα ταμπού να θρυμματίζονται το ένα μετά το άλλο. Το κίνημα των νέων που αγωνίζεται ανοικτά πλέον για την αποποινικοποίηση της μαριχουάνας και του χασίς, όπως και για έναν άλλο τρόπο να νοείται η οικογένεια, [είχε ξεκινήσει η αμφισβήτηση από το ’68]

The crater left by the bombing in Claudio Coello street, in central Madrid.

οι νεολαίοι, αυτοί οι ασταμάτητοι, που μπουκάρουν σε θέατρα, κινηματογράφους, αίθουσες χορού, εστιατόρια, και δεν πληρώνουν ή πληρώνουν συμβολικά, αυτομειώνουν λογαριασμούς τηλεφώνου και ρεύματος, μια αναταραχή ανυπακοής που σαρώνει μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, οι αστοί τρέμουν, νιώθουμε ανίκητοι

– οι φεμινίστριες που χαλούν κόσμο και έχουν συνταράξει τις προσωπικές σχέσεις, ενάντια στον πατριαρχικό τρόπο να βλέπει ο άνθρωπος τη ζωή, την σεξουαλικότητα, το φύλλο!

Σχετική εικόνα

Σπουδαίες ταινίες βοηθούν τον διάλογο για την ανατροπή, η μουσική ακολουθεί επίσης, αν δεν έχει κάνει εκείνη την αρχή. Έχει ενώσει παγκόσμια την νεολαία σε ένα νέο αξιακό σύστημα, τα γερασμένα νοήματα γκρεμίζονται στο σωρό, ένας νέος αέρας φυσά και γεμίζει τα πνευμόνια μας με ζωντάνια, καινούργια αρώματα μας συνεπαίρνουν. Το παλιό, το αρχαϊκό πνέει τα λοίσθια.

Όμως οι φασίστες το κράτος και το παρακράτος δεν έχουν καθίσει με σταυρωμένα χέρια όλο αυτό το διάστημα. Σύντροφοι δολοφονούνται στο δρόμο, στα σπίτια τους και στις πορείες από φασίστες ή αστυνομικές δυνάμεις.  Βόμβες σκάνε σε πλατείες τρένα και σιδηροδρομικούς σταθμούς σκοτώνοντας δεκάδες. Και μέσα σε όλη την αναμπουμπούλα, οι κομουνιστές – που δεν είναι κομουνιστές, έχουν πλέον προτείνει επίσημα τον ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στις δεξιές και »αριστερές» πολιτικές δυνάμεις για την συνδιαχείριση της εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού, την διατήρηση του status quo, και θάβουν βαθιά στο χώμα κάθε ταξικό πρόσημο!

ΑΓΡΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ

Εμείς τους αγνοούμε πλήρως. Μας αποκαλούν φασίστες και χουλιγκάνους και εγκληματίες, μας πορώνουν περισσότερο. Στους κινηματογράφους, στην διάρκεια ανατρεπτικών ταινιών είναι σαν να βρίσκεσαι σε πορεία της αυτονομίας, σε διαδήλωση, λείπουν μόνο οι συγκρούσεις! Βλέπουμε σπουδαίο κινηματογράφο, με θέματα ανυπακοής και ανατροπής, του κατεστημένου και της ζωής της ίδιας. Δεν θα σταθώ εδώ, όπως έχω κάνει και αλλού σε αυτό το κείμενο, ας ανάψει η συζήτηση, θα αναφέρω μοναχά δυο, που έπαιξαν ρόλο κλειδί στις αποφάσεις που ακολούθησαν, για πολλούς και εμένα προσωπικά: ο Αμερικάνος, υπό κατάσταση πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά, με την υπέροχη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και η μάχη του Αλγερίου, του Gillo Pontecorvo. Η πρώτη διαπραγματεύεται την απαγωγή στην Ουρουγουάη αμερικανού εκπαιδευτή-βασανιστή από τους αντάρτες Τουπαμάρος και την εκτέλεση του ύστερα από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Άριστα επενδυμένη με μουσική του Μίκη δημιουργεί αίσθηση. Η δεύτερη, άκρως ρεαλιστική κι ακόμη αληθοφανέστερη, δείχνει την άγρια πλευρά του ανταρτοπόλεμου στην κάσμπα της πόλης του Αλγερίου που αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τους γάλλους και να δημιουργήσει μια νέα, σοσιαλιστική πραγματικότητα.

Η προοπτική του ένοπλου αγώνα στην καρδιά της μητρόπολης κερδίζει ολοένα περισσότερους, με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό όμως από αυτόν της σκληρής παρανομίας των εΤ. Δεν είναι καθόλου εύκολη η ζωή με νέα ταυτότητα, αποκομμένος απ’ όλες τις μέχρι εκείνη την στιγμή γνωριμίες, η προσπάθεια να περνάς διαρκώς απαρατήρητος, για ένα νέο στα ντουζένια του. Θέλει καρύδια και θέληση μεγάλη, υπομονή, αυτοκυριαρχία, ψυχρό αίμα. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για μια τέτοια καθημερινότητα, το ξέραμε πολύ καλά, το απορρίψαμε.

Όμως και η παλιά πολιτική στράτευση είχε φάει τα ψωμιά της. Η σύγκρουση στον δρόμο ολοένα δυσκολότερη, έχουν εμφανιστεί τα όπλα και στην δικιά μας την πλευρά, οι σύντροφοι δεν θέλουν να πέφτουν πλέον σαν τα κοτόπουλα από φασίστες κι αστυνομικούς. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν αποτύχει, οδηγούν σε σφαγές, σε επίπεδο χώρο έδαφος και περιβάλλον γνωστά εκ των προτέρων στον αντίπαλο, προκρίνουμε τον αιφνιδιασμό, δίχως να εγκαταλείψουμε την παρέμβαση στον δημόσιο χώρο και λόγο. Δυο, και τρία διαφορετικά επίπεδα είναι εφικτά αποφασίζουμε.

Δουλεύουμε πάντα μες τις κολεκτίβες, τις συνελεύσεις και τις επιτροπές. Δουλεύουμε όμως και με τους πιο αποφασισμένους συντρόφους σε άλλο επίπεδο, σε άλλους χώρους, μυστικά. Ζούμε στα σπίτια μας, δεν εξαφανιζόμαστε.Η άσκηση στα δάση με τους πολλούς συνεχίζεται πάντα, αδιάκοπα. Τώρα όμως οι λιγότεροι εκπαιδευόμαστε και σε άλλα πράγματα. Και αργά αλλά σταθερά προχωρούμε σε πιο σύνθετες καταστάσεις, μαθαίνουμε κι εμείς να εκπαιδεύουμε, με ένα πράγμα στο μυαλό σφηνωμένο:  να αποφεύγεις παράπλευρες απώλειες, υλικές ή φυσικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για marzo 77 roma

Ζούμε πλέον στην ημιπαρανομία, μας βρίσκει το ’77, και είναι μια υπέροχη χρονιά, η εξέγερση είναι συντριπτική. Έχουν προηγηθεί καταλήψεις ενάντια στο νόμο Malfatti, μεταρρύθμισης στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αγώνες διαρκείς ενάντια στην πολιτική των θυσιών που είχε υιοθετήσει το Κκ, μάχες και εθνικές πορείες ενάντια στην καταστολή, ενάντια στο νόμο Reale που επιτρέπει στους αστυνομικούς να πυροβολούν με το αζημίωτο, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς να απειλούνται πραγματικά, δίνει ζωή στην κατάσταση εξαίρεσης. Σκοτώνονται σύντροφοι, σκοτώνονται αστυνομικοί, ο υφέρπον εμφύλιος χαμηλής έντασης είναι πλέον γεγονός. Τον μάρτη του ’77 στη Ρώμη διαδήλωση 100 χιλιάδων νέων, ατέλειωτες γραμμές οπλισμένων με ότι θες αυτόνομων πορεύονται στην πόλη, είναι ώρες πολλές ανταρτοπόλεμου στους δρόμους με χιλιάδες εμπλεκόμενους συντρόφους και αστυνομικούς. Σπάζονται οπλοπωλεία, μοιράζονται όπλα, δέχονται επιθέσεις και πυρπολούνται αστυνομικά τμήματα, εκθέσεις αυτοκινήτων πολυτελείας, δικαστήριο, κομματικά γραφεία, γίνεται προσπάθεια επίθεσης στις φυλακές της πόλης αλλά αποτυγχάνει, η εξέγερση διαρκεί μέχρι αργά το βράδυ.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Τον σεπτέμβρη στη Μπολόνια το τετραήμερο συνέδριο του κινήματος μαζεύει ξανά εκατό χιλιάδες, δεν στέκομαι στις συζητήσεις, γυρνώ όλη μέρα στην πόλη, στα συμβάντα στους δρόμους και τις πλατείες, στην διαφορετικότητα, την ποικιλία. Αφήνω τις κουβέντες σε άλλους, ξέρετε, δεν έγινα αυτό που είμαι εξ αιτίας των βιβλίων, έγινα αυτό που είμαι ακούγοντας και διαβάζοντας εμπειρίες, αυτό με συναρπάζει

Convegno contro la repressione. Corteo creativo. Bologna, 25 settembre 1977

Η σχέση με την Αυτονομία ήταν σχεδόν ερωτική. Τώρα νιώθαμε ότι ζούσαμε, ολοκληρωτικά, δεν ήταν μια αυτοματοποιημένη αλληλουχία πράξεων, ήταν βίωμα, βιοτή, όχι ρουτίνα και επανάληψη, όπως η ζωή στην φάμπρικα ή στην καθημερινή συνήθεια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι. Ολοκληρωμένοι!

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Σε ανοιχτή αντίθεση και αντιπαράθεση με την λογική του παραδοσιακού κομουνισμού όπως επίσης και με εκείνη των Br, που μεταθέτουν στον «ήλιο του μέλλοντος», σε ένα μέλλον μακρινό και στις επόμενες γενιές, το ζήτημα του να ζήσουμε τον κομουνισμό, και όχι μόνο να αγωνιζόμαστε για να τον χτίσουμε. Και σε σύγκρουση με το Κκι,  και το αριστερό συνδικάτο Cgil του Lama, που εκείνο το διάστημα προωθούσαν την γραμμή της πολιτικής των θυσιών, εκείνο το κίνημα, προκαλώντας, μιλούσε αντιθέτως για το δικαίωμα στο lusso, στην πολυτέλεια. Και ο φεμινισμός επίσης ήταν, από αυτή την οπτική γωνία, μια πολιτιστική επανάσταση, που δεν δέχονταν να εξαρτάται από μιαν μελλοντική και μακρινή κοινωνία η ριζοσπαστική μετατροπή των προσωπικών σχέσεων και φύλου, δεν δέχονταν δηλαδή να αναβάλουν για αργότερα αυτή την μετατροπή. Τότε αντιμετωπίζαμε τα όπλα  σαν εργαλείο και δυνατότητα απελευθέρωσης, συνεπώς ευτυχίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Όμως κάτι αρχίζει να αλλάζει αργά αργά. Ασυναίσθητα στην αρχή. Ξεκινάς να αποτραβιέσαι χωρίς καλά καλά να το θέλεις, οι επαφές με τους συντρόφους των άλλων ομάδων ελαττώνονται δραματικά, στην αρχή είναι επώδυνο, μετά μαθαίνεις να ψάχνεις  »ανώδυνες» παρέες, δεν πρέπει πλέον να δίνεις στο μάτι, θολώνεις διαρκώς τα νερά, το σπίτι δεν είναι πια ανοικτό σε όλους. Άσε που κάποιοι φίλοι εξαφανίζονται οριστικά γιατί έχουνε »καεί», αλλάζουν πόλη, ταυτότητα…καταλαβαίνετε.

Περνά ο καιρός και το παιχνίδι διαρκώς χοντραίνει. Ανεβαίνουμε επίπεδο καθημερινά. Έχει μπει το ’78 για τα καλά όταν απαγάγεται ο Άλντο Μόρο. Εδώ χτυπά καμπανάκι. Το κίνημα δεν έχει μάθει σε τέτοιο επίπεδο σύγκρουσης, η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας βαθαίνει μέρα με την μέρα, τα πράγματα θα αλλάξουν προς το χειρότερο με την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την εκτέλεση του. Ξεκινά το κυνήγι μαγισσών, ο έλεγχος και η καταστολή γίνεται αφόρητη.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse

Είχαν ζητήσει την άποψη μου-μας τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά. Σταθήκαμε ξεκάθαροι, αν η απαγωγή είχε ξεσηκώσει ένα πρώτο, αυθόρμητο κύμα ενθουσιασμού, σύντομα καταλάβαμε πως η χώρα δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια με την εκτέλεση του ομήρου. Ελεύθερος ο εκ των ηγετών της ιταλικής δεξιάς θα ήταν μια κινούμενη βόμβα στα θεμέλια, στους κύκλους της εξουσίας, η οποία δεν έχει μοναχά μια καρδιά για να της επιτεθείς! Οι ταξιαρχίτες διάλεξαν να εκτελέσουν τον κρατούμενο τους, ένας από τους πιο μισητούς ανθρώπους όσο ήταν ελεύθερος να δρα, είχε καταφέρει μέσα από τις τόσο ανθρώπινες επιστολές του, να καταστεί συμπαθής ύστερα από δυο μήνες κράτησης στην φυλακή του λαού, με την αξιοπρεπέστατη στάση του, πλήρως εγκαταλελειμμένος από τους πρώην φίλους, συντρόφους και συνεργάτες του. Τα γρανάζια της εξουσίας, ενισχυμένα από την αδιαλλαξία των »κομουνιστών» συνέτριψαν τον άνθρωπο πριν ακόμη τον εξουδετερώσουν οι Br, ανοίγοντας τους ασκούς του Αιόλου. Το σύστημα τον είχε εκτελέσει πριν τις εΤ.

Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Το κοινό μέτωπο δεξιάς και ‘αριστεράς’, αντί να διαρραγεί, έγινε ισχυρότερο, το »μέτωπο της σταθερότητας» έγινε ακόμη πιο αδιάλλακτο, ο κύβος είχε ριχθεί. Η μεγαλύτερη καταστολή στην ιστορία της σύγχρονης Ιταλίας είχε ξεκινήσει.

Αποτέλεσμα εικόνας για πλατούν ταινια

Η PL θα συνεχίσει τις δράσεις με τις ομάδες της, το ίδιο και οι οργανωμένες μορφές της Αυτονομίας. Το ’78 που οδεύει προς το τέλος του είναι περίοδος προβληματισμού. Ο μιλιταρισμός δείχνει τα δόντια του, κερδίζει την μάχη, δέχεται στους κόλπους του όλο και περισσότερους συντρόφους, που είχαν εντυπωσιαστεί από την στρατιωτική ισχύ των »κομματικών». Ήταν όμως προετοιμασμένοι όλοι αυτοί οι αγωνιστές, όπως και οι παλαιότεροι, για μια σύγκρουση μακράς διαρκείας σε καθεστώς πλήρους παρανομίας;

7 aprile 2

Το μέλλον, που έρχονταν τρέχοντας, και ήταν ντυμένο στα μαύρα, απέδειξε το αντίθετο!  Το ’79 είναι γεμάτο επιθέσεις, νεκρούς, και συλλήψεις. Έχει ήδη ξεκινήσει στους κόλπους μας η κουβέντα περί στρατηγικής υποχώρησης. Διασπάσεις. Οι περισσότεροι αποφασίζουν τη συνέχιση, μοιάζουν ολοένα περισσότερο με τους ταξιαρχίτες, αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο. Δεν τους εγκαταλείπουμε, όμως η σχέση έχει ραγίσει, και στα μέσα της χρονιάς η οργάνωση σχεδόν εξολοθρεύεται πλήρως στην Φλωρεντία. Κάποιοι συνωμοτικοί κανόνες λειτουργούν και καταφέρνω να διαφύγω.

La prima linea PosterΑποτέλεσμα εικόνας για prima linea

Τότε κατάλαβα πόσο βαθιά ριζωμένοι ήμαστε. Άλλαξα τρία τέσσερα σπίτια μέσα σε κάποιους μήνες, δεν γνώριζα ούτε έναν από αυτούς που με φιλοξενούσαν, μου φέρθηκαν άψογα, δεν ρώτησαν κουβέντα, δεν απαίτησαν ποτέ την αποχώρηση μου, μόνος μου ένιωθα τον κλοιό να στενεύει, πρόλαβα στο τέλος της χρονιάς να φύγω για Ελλάδα, με την Ροσσάνα, που και αυτή, αλλού είχε βρει καταφύγιο. Η ομάδα μας είχε λειτουργήσει όλο αυτό το διάστημα υποδειγματικά!

Καθίσαμε δυο μήνες στην Καβάλα μέχρις να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα, ετοιμαστήκαμε να επιστρέψουμε λίγο μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, θέλαμε να ασχοληθούμε με τους πρώην αιχμαλώτους φίλους και συντρόφους μας, ένα απρόοπτο γεγονός όμως, κυριολεκτικά την ύστατη στιγμή, μια προειδοποίηση από το πουθενά μας γλίτωσε από την σύλληψη στα σύνορα!

Λίγους μήνες αργότερα ξεκινούν η διώξεις στην Ελλάδα, έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης, πιάνουν πρώτα την Ρόσσα, την κλείνουν στην Κομοτηνή, την δικάζουν και αποφασίζουν την έκδοση της. Κάνουμε αμέσως έφεση και την στέλνουν στην Αθήνα. Τότε συλλαμβάνουν εμένα και με στέλνουν έγκλειστο στην Κομοτηνή. Ο Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει την έκδοση της, και φεύγει οριστικά τέλη του ’80. Εμένα με δικάζουν το ’81, ύστερα από έναν χρόνο προφυλάκισης, και με αθωώνουν. Με ξανασυλλαμβάνουν ένα χρόνο αργότερα, έχουν εμπλουτιστεί οι κατηγορίες, αυτή τη φορά μένω έξω με περιοριστικούς όρους, με δικάζουν το ’85 και με αθωώνουν ξανά. Η Ρόσσα μέσα, στην Ιταλία, κάθισε συνολικά 7 χρόνια, αν θυμάμαι καλά.

Ενώ έχω δικαστεί εδώ, κατόπιν αίτησης των ιταλών, κάνουν το λάθος να με δικάσουν και εκεί. Τρώω ένα τσουβάλι χρόνια που μειώνονται ελάχιστα στο εφετείο. Αυτό θα με σώσει αργότερα, όταν επιχείρησα ένα ταξίδι στην Γερμανία, όπου με συνέλαβαν και με έκλεισαν στη φυλακή του Σταμχάιμ, έμεινα μέσα 40 ημέρες, όσες ακριβώς είχαν δικαίωμα να με κρατήσουν, ήθελαν να με εκδώσουν στην Ιταλία, δεν τα κατάφεραν, με έσωσε ακριβώς το γεγονός πως για τα ίδια αδικήματα είχα δικαστεί δυο φορές, σε δυο διαφορετικές χώρες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έγκυρη είναι μοναχά η πρώτη φορά! την γλίτωσα!

Παρακολουθούσα μέχρι το τέλος την κατάσταση από τις εφημερίδες. Μετανιωμένοι σύντροφοι οδηγούν σε τραγικά αποτελέσματα, διάσταση, οι αμετακίνητοι συνεχίζουν τον αγώνα, επιθέσεις, δολοφονίες ένθεν κακείθεν, απαγωγές, διασπάσεις, ώσπου τελικά το ’86, αν θυμάμαι καλά, οι ιστορικοί ηγέτες των εΤ διακηρύσσουν το τέλος της πολυετούς εμπειρίας του ένοπλου αγώνα. Η Πρώτη Γραμμή έχει κηρύξει την αυτοδιάλυση της νωρίτερα, διαχωρίζοντας την θέση της από την μέχρι τούδε πορεία της, αποκηρύσσοντας το παρελθόν και την ταυτότητα της, διασπώντας το μέτωπο των αιχμαλώτων συντρόφων. Λάθος τρομερό, εύκολο όμως να το λες όταν έχεις γλιτώσει παρά τρίχα την πολυετή κάθειρξη.

(20 χιλιάδες αγωνιστές διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, γύρω στους 6000 οι φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι, συνολικά 50.000 χρόνια φυλακής)

 

Υστερόγραφο: επειδή αυτοί, και πολλοί άλλοι, δεν σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, αφιερωμένα τα παραπάνω

MATTEO CAGGEGI    

BARBARA AZZARONI

 Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Barbara era una di noi, una comunista. Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο  ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος στους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά, στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni  Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο

 

L8_80_01_06_b

Τέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

θεωρία, teoria

Χρόνια πολλά, Buon compleanno, Marx!

Στις 5 μαΐου του 1818 γεννιόταν ο Καρλ Μαρξ, έχουν περάσει δύο αιώνες και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο επίκαιρος σήμερα από ό, τι τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία την μισή Ευρώπη κυβερνούσαν σοσιαλιστικά κράτη και την άλλη μισή ο συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που είχε προκαλέσει το κοινωνικό κράτος. Ο μαρξισμός ήταν η ηγεμονική κουλτούρα μιας μεγάλης διαδικασίας χειραφέτησης των λαών σε όλο τον κόσμο, της απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία, της οικοδόμησης ανεξάρτητων κοινωνιών και σε σύγκρουση σχετικά με τα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Παραδόξως, αυτή η πολιτική και πολιτισμική δύναμη του μαρξισμού παραμελούσε τον θεμελιώδη πυρήνα της, εκείνον της εκμετάλλευσης της εργασίας ως βασική υποχρέωση και χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μόνο ριζοσπαστικές μειονότητες, οι οποίες αργότερα απέκτησαν μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κίνημα του 1968, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην αλλοτρίωση και στη συνεχιζόμενη απαλλοτρίωση που από την ίδια του την φύση ο καπιταλισμός παράγει προς την εργασία. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που επικεντρώθηκαν περισσότερο στον πυρήνα της σκέψης του Μαρξ παραμελούσαν ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής. Ο καπιταλισμός, λόγω της φύσης του, έχει ανάγκη να αυξάνει συνεχώς την εκμετάλλευση της εργασίας και να την υποβάλλει ολοένα και περισσότερο στην παραγωγική του οργάνωση, και πρέπει να το κάνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ιδού, αυτό το σημείο που σήμερα εμείς ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, τότε στη στιγμή της μέγιστης πολιτιστικής ηγεμονίας του μαρξισμού, δεν κατανοήθηκε. Οι λόγοι ήταν προφανώς πολιτικοί ιστορικοί, η σοβιετική επανάσταση και η παγκόσμια ήττα του φασισμού είχαν σταματήσει την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ομοίως, η χειραφέτηση του αποικιακού κόσμου. Και μετά οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες στις πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν θέσει όρια, μετά ειπώθηκε πως ήταν δίχτυα που παγίδεψαν, στη δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς. Έτσι, ο Μαρξ που περιγράφει τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης ως ένα είδος ιού που δεν μπορεί παρά να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, λοιπόν εκείνος ο Μαρξ θεωρήθηκε ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ξεπερασμένος, από μια πραγματικότητα όπου αντιθέτως εκείνος ο ιός έμοιαζε πεπερασμένος, σίγουρα ακόμα ισχυρός και επικίνδυνος, αλλά στη διαδικασία της οριοθέτησης, ακόμη και της εξάλειψης.

“Η ανάγκη για όλο και πιο εκτεταμένες διεξόδους για τα προϊόντα της ωθεί την αστική τάξη, την μπουρζουαζία σε όλη την χερσαία σφαίρα. Αυτή πρέπει να φυτευτεί παντού, παντού να εδραιωθεί, να ενισχύσει, να σφίξει παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η μπουρζουαζία έχει καταστήσει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη ..”

Με αυτά τα λόγια το 1848, και εδώ υπάρχει μια επέτειος, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακοίνωναν τον κόσμο του σήμερα. Πριν από 170 χρόνια, ο καπιταλισμός είχε εγκατασταθεί μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές περιφέρειες και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργατική τάξη απαρτίζονταν από μερικές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε έναν πληθυσμό του οποίου η μεγάλη πλειοψηφία, και στην Ευρώπη, ήταν αφιερωμένη στη γεωργία. Ωστόσο, η ιδιοφυΐα του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ικανή να συλλάβει από την σχολαστική ανάλυση αυτών των ακόμα σχετικά μικρών μερών των κοινωνιών εκείνης της εποχής το πεπρωμένο ολόκληρου του πλανήτη: de te fabula narratur, ‘είναι για σένα που μιλάμε σε αυτό το παραμύθι’ προσέθεσαν στη συνέχεια σε εκείνους που τους κατηγόρησαν για υπερβολή με τα οράματα τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα, ο καπιταλισμός έμοιαζε σε υποχώρηση ή, σε κάθε περίπτωση, κάτω από αυξανόμενη πίεση, περιορισμό, ο κόσμος φαίνονταν να κινείται προς μια αυξανόμενη χαλιναγώγηση των ζωικών διαθέσεων της αγοράς, το έκανε και πάνω απ ‘όλα χάρη σε όλα όσα είχε προωθήσει και εκθέσει ο μαρξισμός, διαψεύδοντας έτσι τις προβλέψεις του Μαρξ. Αλλά τότε υπήρξε η αντίδραση.

Το 1973 το άγριο πραξικόπημα στη Χιλή που υλοποίησε ο Pinochet με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδότησε μια καμπή στις παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η χιλιανή δικτατορία ήταν η πρώτη παγκόσμια περίπτωση της επιστροφής στον αδίστακτο και άγριο καπιταλισμό που ανέλυσε ο Μαρξ. Μέσα στη θάλασσα αίματος των μαρξιστών, ακριβώς έτσι αποκαλούνταν οι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Allende, επάνω στoν αφανισμό του εργατικού κινήματος, το πρώτο φιλελεύθερο πείραμα χτίστηκε. Στη συνέχεια, με τον Ρέιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Θάτσερ στη Βρετανία, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός εξαπλώθηκε στις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου και επιτέθηκε σε όλους τους αντιπάλους του: τις εργατικές τάξεις, τις χώρες με σοσιαλιστικό σύστημα, στις πρώην αποικιακές. Τους επιτέθηκε, τους προσέβαλε και κέρδισε. Σε αντίθεση με όσα φαίνονταν, με όσα πίστευαν πριν από πενήντα χρόνια, ο καπιταλισμός που θριάμβευε δεν ήταν αυτός ο Κεϋνσιανός, του κοινωνικού συμβιβασμού, τότε τον αποκαλούσαν νεοκαπιταλισμό. Όχι, ήταν ο πιο άγριος veterocapitalism που ανελάμβανε την κυριαρχία του κόσμου, o παλιός, ο ξεπερασμένος.

«Πως επέστρεψε καυχιέσαι και να προχωρήσει ζητάς, Del ritornar ti vanti e procedere il chiami». Έτσι, ο Giacomo Leopardi στην La Ginestra κατηγορεί τον «θαυμάσιο και ανόητο» αιώνα του, δηλαδή την αποκατάσταση των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μετά τη γαλλική επανάσταση. Τότε, όπως σήμερα μια γιγαντιαία τεχνολογική διαδικασία συνοδεύονταν από μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η καπιταλιστική αποκατάσταση που υποφέρουμε σήμερα επέβαλε μια επιστροφή στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα παγκόσμιας εκμετάλλευσης που αναλύθηκε και πολεμήθηκε από τον Μαρξ.

Αυτή η παγκόσμια αποκατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα δεν πραγματοποιήθηκε μέσα από τις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, όπως μπορεί αντιθέτως να υπερηφανεύεται η προπαγάνδα του. Ήταν η δράση της πολιτικής, η παρέμβαση των κρατών και οι θεσμικές κατασκευές που ελευθέρωσαν τον καπιταλισμό από τους περιορισμούς, τα φρένα που του είχαν επιβληθεί από εκατό χρόνια αγώνων και επαναστάσεων. Είναι η χρήση του κράτους υπέρ της αγοράς, που θεωρητικοποιήθηκε από τον Von Hayek, η ιδιωτικοποίηση του κοινού, του δημόσιου, που διέταξαν την επιστροφή στον άγριο και φιλελεύθερο καπιταλισμό, αυτόν που ονομάστηκε ordoliberismo. Και γραφειοκρατικοί και αυταρχικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά επιτεύγματα και κατακτήσεις στις χώρες που ανήκουν σε αυτήν. Και κάτω από την εντολή, την διοίκηση της ΕΕ η Ελλάδα έχει γίνει το νέο ινδικό χοιρίδιο για τα πιο άγρια κοινωνικά πειράματα.

Το κράτος, τα θεσμικά όργανα και η πολιτική έχουν κάνει το βρώμικο έργο της καπιταλιστικής αποκατάστασης, παρέχοντας σε αυτήν τα υλικά εργαλεία και την ιδεολογική κάλυψη. Η ενιαία και μοναδική φιλελεύθερη σκέψη έχει γίνει η κοινή λογική των κοινωνιών που καταστράφηκαν από την αποκατάσταση της πιο άγριας εκμετάλλευσης. Και οι κυβερνήσεις επέστρεψαν να είναι εκείνες οι «αστικές εμπορικές επιτροπές» του Μανιφέστο του 1848.

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα massmedia εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η ήττα του σοσιαλισμού, σε όλες τις εκδοχές του, τον τελευταίο αιώνα ήταν αποκλειστικά πολιτική, καθορίστηκε από τη μεγαλύτερη δύναμη και βία του καπιταλισμού. Ήταν ο παγκόσμιος ταξικός αγώνας που σημάδεψε τη νίκη της μπουρζουαζίας. Προς το παρόν, επειδή η ανθρώπινη ιστορία διδάσκει ότι αυτό που η πολιτική, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, καταστρέφει, η ίδια η πολιτική μπορεί να ανοικοδομήσει. Μετά από δεκαετίες καπιταλιστικής αποκατάστασης, είναι η ίδια η επιμονή και επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης που προετοιμάζουν την επιστροφή μιας πολιτικής απέναντι από εκείνη και αντίθετη αυτής που μέχρι τώρα έχει θριαμβεύσει. Τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν επειδή οι νόμοι της αγοράς κρύβουν στην πραγματικότητα σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και όταν οι άνθρωποι το συνειδητοποιούν, τότε λοιπόν το καθεστώς του κέρδους και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει ότι όλα τα τερατώδη του πρέπει να κατεδαφιστούν.

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Χρόνια πολλά στον Μαρξ, η σκέψη του είναι νεότατη.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ιστορία, storia

Ζώο του βουνού. Harry Villegas, όνομα μάχης “Pombo”


Συχνά αυτό που παραδίδεται στη μνήμη ως το τέλος μιας περίπτωσης είναι μια πνευματική κατασκευή, μια έννοια. Η πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία παρά μια συλλογή γεγονότων. Δύσκολο, σχεδόν αυθαίρετο να καθορίσουμε την αρχή και το τέλος. Θα ήταν ίσως πιο σωστό να μιλάμε για άνοδο και πτώση, εκδήλωση και εξάντληση. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι στα γεγονότα που χτίζουν την ιστορία των ανθρώπων θα ήταν δύσκολο να προσανατολιστούμε χωρίς να ορίζουμε συντεταγμένες. Χωρίς μια ιδέα για το τέλος και την αρχή, είναι αδύνατο να εφαρμοστούν οι ηθικές έννοιες. Συχνά το Τέλος είναι υποδειγματικό.
Ας πάρουμε την περίπτωση του Ερνέστο Γκεβάρα στη Βολιβία. Ο Τσε και οι δικοί του, ο ανταρτοπόλεμος. Η σύλληψη. Η δολοφονία. Το τραγικό τέλος, που καθορίζει την ανάδυση της χριστολογικής εικόνας. Όλοι συμφωνούμε ότι το τέλος του Τσε είναι η αρχή του θρύλου του. Αυτή η δυναμική – τέλος που είναι επίσης αρχή σε ένα άλλο επίπεδο – είναι γνωστή σε εμάς, την αντιλαμβανόμαστε ως προφανή, είναι σχεδόν κοινός τόπος.
Αλλά στην ιστορία του Ερνέστο Γκεβάρα και των δικών του υπάρχει κάτι συγκεκριμένο, ζωντανό, που ξεφεύγει από το θάνατο, εκείνη η έννοια που θεωρούμε πως είναι ένα γεγονός και αυτό για εμάς είναι το κατεξοχήν τέλος. Κάτι, ή καλύτερα, κάποιος: Pombo, Benigno, Urbano.
Ονόματα μάχης, κουβανοί διεθνιστές αντάρτες. Διέσχισαν ένα γεγονός που κατέληξε στην ιστορία ως ένα τέλος. Επέζησαν για να συναντήσουν άλλα γεγονότα παρόμοιου σημαδιού. Στην περίπτωση του Pombo, ο αγώνας στην Αγκόλα εναντίον των πορτογάλων αποικιοκρατών και των ρατσιστών της Νότιας Αφρικής, ο αγώνας στη Νικαράγουα μαζί με τους Sandinistas.

Ο Pombo είναι σήμερα στο κατώφλι των εβδομήντα ετών, και στη χώρα του είναι ένας ήρωας.
Ο Harry Antonio Villegas Tamayo γεννήθηκε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια αφροκουβανών. Από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών ασκεί δραστηριότητες εναντίον της δικτατορίας του Fulgencio Batista. Στα δεκαοκτώ του χρόνια καταφτάνει στον ανταρτοπόλεμο στη Sierra Maestra, αλλά ο Τσε τον στέλνει πίσω στις πεδιάδες επειδή τα όπλα με τα οποία παρουσιάστηκε είναι μικρού διαμετρήματος και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον στρατό με αυτά. Μετά από λίγο καιρό, ο Χάρι επιστρέφει με τα σωστά όπλα.  
Η καριέρα του σαν αντάρτης αρχίζει εδώ. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη δηλώνει:

«ο αντάρτικος πόλεμος είναι μια από τις πιο πολύπλοκες και δύσκολες μορφές Επαναστατικού Πολέμου. Απαιτεί μεγάλη ικανότητα για θυσίες και μεγάλη αντοχή. Υπάρχει μια στιγμή που απαιτείται από εσένα να παραιτηθείς από όλες τις αστικές ανέσεις. Σε μετατρέπει σε ένα ορεινό ζώο, και αυτό απαιτεί πολύ βαθιές πεποιθήσεις. Για το λόγο αυτό ο Τσε έλεγε ότι ο ανταρτοπόλεμος επιτρέπει να φτάσεις στο υψηλότερο επίπεδο του ανθρώπινου είδους.»

Στην ίδια συνέντευξη καταλαβαίνουμε καλύτερα τα κίνητρα που τον οδήγησαν σε αυτή την επιλογή. Έναν πνευματικό σχηματισμό, το άνοιγμα μιας προοπτικής για τον κόσμο: όλα τα πράγματα που σε έναν κουβανό αγρότη, εκείνη την εποχή, ήταν αποκλεισμένα. Και εξακολουθούν να αποκλείονται από τους αγρότες πολλών χωρών του πλανήτη ακόμη και σήμερα. Παράθυρα στο πιθανό, στη δυνατότητα, η οποία δεν πρέπει απαραίτητα να είναι ταυτόσημη με την ήδη υπάρχουσα. Πρωτογενείς ανάγκες, όπως το ψωμί, το νερό και ο ρουχισμός.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας, ο Che έγινε υπουργός βιομηχανίας και επιφυλάσσει σημαντικά καθήκοντα στον Villegas. Αλλά τώρα πλέον και οι δύο έχουν μετατραπεί σε ζώα του βουνού, που η πεποίθηση και η πίστη σε ένα ιδανικό μετατρέπουν σε παραδείγματα ανθρωπιάς για την ανθρωπότητα.                                                                  Προς τα μέσα της δεκαετίας γίνεται αισθητή η έκκληση του διεθνιστικού αγώνα. Ο Villegas θα ήθελε να φτάσει στο βόρειο τμήμα της Αργεντινής, όπου γίνεται προσπάθεια να ανάψει μια επαναστατική φωτιά, αλλά το χρώμα του δέρματός του θα τον εμπόδιζε πάρα πολύ. Χρώμα που όμως τον καθιστά ιδανικό για τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό. Αλλά η αποστολή στην τεράστια χώρα της Κεντρικής Αφρικής είναι όλα παρά μια επιτυχία. Το κίνημα των Simba, εμπνευσμένο από τον μαρξισμό, πρέπει να αντιμετωπίσει εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Βρετανούς και νοτιοαφρικανούς μισθοφόρους, εκτοπισμένους κουβανούς αντικαστρικούς: η αποστολή του Che στοχεύεται από ενέδρες, συστηματικά οι επικοινωνίες κατασκοπεύονται ή εκτρέπονται, αποκόπτονται οι γραμμές ανεφοδιασμού. Ο Villegas αγωνίζεται με αξία, πάντα στο πλευρό του Τσε. Είναι εδώ που κερδίζει το όνομα της μάχης, Pombo («λέμφος» στη Σουαχίλη). Μετά από επτά μήνες χωρίς σημαντικές επιτυχίες, ο Τσε πείθεται να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης από τους άνδρες του και από δύο απεσταλμένους του Φιντέλ Κάστρο.
Τα κίνητρα που ωθούν έναν μαχητή όπως ο Pombo μπερδεύονται συχνά, από μια εποχή που φοράει τα γυαλιά του προσωπικού κέρδους με κάθε κόστος, με μια μορφή φανατισμού. Η κατηγορία, με πιο προσεκτική ματιά, περιλαμβάνει όλα αυτά που ταιριάζουν άσχημα με ένα όραμα για τον κόσμο όπως το δικό μας. Αλλά ανάμεσα στον «φανατισμό» του Pombo και των δικών του και σε αυτό που αναδύεται πάνω σε μια βάση ταυτότητας, πολιτιστική, που επανεφευρίσκει ή εφευρίσκει στο σύνολο τους όρια, «παραδόσεις» και σύνορα υπάρχει μια ηθική άβυσσος. Ο Pombo είναι διεθνιστής μαχητής. Στα λόγια του: «αλληλεγγύη δεν είναι να διανέμεις αυτό που περισσεύει, αλλά να μοιράζεσαι αυτό που έχεις».
Οι αντίλαλοι από μια εποχή που αγωνίζονταν για το ανθρώπινο είδος, για όλους τους ανθρώπους, που αναζητούσε στον αγνό χρόνο της εξέγερσης, για να τα πούμε μαζί με τον Jean-Paul Sartre, την υλοποίηση του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Μετά το τελευταίο κεφάλαιο, η Βολιβία. Είναι το 1967. Η φάλαγγα των ανταρτών του Guevara μετρά περίπου πενήντα άντρες. Το ELN (Ejército de Liberación Nacional de Bolivia, Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός της Βολιβίας) είναι καλά εξοπλισμένο και αρχικά επιτυγχάνει καλά αποτελέσματα κατά των βολιβιανών δυνάμεων. Το έδαφος του αγώνα είναι εκείνο το δύσκολο και ορεινό τοπίο της περιοχής Camiri. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο ο βολιβιανός στρατός καταφέρνει ένα πολύ σκληρό πλήγμα. Εξολοθρεύει δύο ομάδες ανταρτών, σκοτώνοντας έναν από τους αρχηγούς.
Ένας αγρότης δείχνει στον Στρατό τον τόπο όπου οι αντάρτες θα διασχίσουν τον ποταμό Guapay. Ένα μέρος της επαναστατικής φάλαγγας αναγκάζεται να πολεμήσει. Αργότερα, ο Τσε περικυκλώνεται, τραυματίζεται και αιχμαλωτίζεται. Μετά θα τον σκοτώσουν με την ησυχία τους. Θα ακρωτηριάσουν το σώμα, θα το θάψουν με μεγάλη μυστικότητα.
Για εκείνους που διέφυγαν από την περικύκλωση, πρώτα η απόδραση στη Χιλή ( καθοριστικός για τον επαναπατρισμό στην Κούβα ήταν ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε, φίλος του Τσε από πολλά χρόνια) και στη συνέχεια – στην περίπτωση του Pombo – ξανά ο αγώνας, στην Αγκόλα, στη Νικαράγουα.
Ο Pombo παραμένει πιστός στο μάθημα που έμαθε στη Σιέρα, όπου γνώρισε τον Τσε και τη δυνατότητα προσωπικής και συλλογικής χειραφέτησης, πλέον πολλά χρόνια πριν.
Όταν το ιδανικό για το οποίο πολεμάς είναι σωστό, να γίνεις ένα ορεινό ζώο είναι ένας παράδοξος τρόπος να επιτύχεις την υψηλότερη ανθρωπιά.

Articolo uscito sul mensile GQ – edizione italiana, novembre 2010

.
[Υπάρχει ένα ιταλικό βιβλίο εντελώς αφιερωμένο στον Harry Villegas, που έγραψε ο δημοσιογράφος Roberto Borroni. Τιτλοφορείται PomboDalla Sierra Maestra a La Higuera: Dieci anni con Che Guevara,  εκδόσεις Negretto, Mantova 2009.]

ιστορία, storia

Aldo Moro και η ξεχασμένη δεκαετία – e il decennio dimenticato

 

Γνωρίζουμε λεπτομερώς το σενάριο για την απαγωγή του Aldo Moro, αλλά ποτέ όπως στην παρούσα επέτειο δεν αναγνωρίζουμε πλέον την αλήθεια. Εξαφανίστηκε, εκμηδενίστηκε από πνεύμα εκδίκησης ή ίσως, απλούστερα, από πολιτική άγνοια, η ιστορία. Χωρίς το πλαίσιο, την συγκυρία, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά η μυθοπλασία: πινακίδες και αυτοκίνητα, μεταστροφές και τοπωνυμίες, αναμνήσεις πρώιμα ορφανών ανηψιών και συνωμοσίες κάθε τάξης. Την θέση της γοητείας του καθολικισμού-κομουνισμού ανέλαβε η απογοήτευση που ανατρέχει στις θέσεις του πρώην υπουργού εσωτερικών και προέδρου Κοσσίγκα, για να επιστρέψουμε στη μεταμοντέρνα παρεξήγηση, παρανόηση, αλλά το πρώτο θύμα παραμένει η κατανόηση των γεγονότων. Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που συνδέει την αναμνησιολογία των ημερών αυτών: η αναγκαστική αφαίρεση κάθε έννοιας και σημασίας από ένα γεγονός που μετασχηματίζεται σε ένα event, μια εκδήλωση, και αποσυνδέεται από οποιαδήποτε διαδικασία. Ο Aldo Moro δεν είναι η κορυφή – ένδοξη ή τραγική, ανάλογα με τις απόψεις – μιας δεκαετίας της ταξικής αντιπαράθεσης, σύγκρουσης. Είναι ένα Rai fiction μπολιασμένο στην ιταλική πολιτική. Είναι μια μεταφρασμένη μορφή εγκληματικού μυθιστορήματος που εφαρμόζεται στις σχέσεις της πολιτικής. Υπάρχει η συμμορία των δολοφόνων και το αθώο θύμα. Ιδιωτικά γεγονότα λοιπόν: τι σχέση έχουν »οι ιταλοί» (καλοί άνθρωποι …); Το σημαντικό είναι να εκτονώσουμε τη σχέση μεταξύ του ’68 και του ’78 και, μέσα στη μακρά δεκαετία της κοινωνικής σύγκρουσης, να διαχωρίσουμε την εξτρεμιστική μειονότητα από τη συντριπτική πλειοψηφία της «πραγματικής χώρας». Η ιστορία διαβάζεται μέσα από τους φακούς της ομαδικής ψυχολογίας. Το αντίθετο σημείο αντιπροσωπεύεται από τους τελευταίους αμετανόητους οπαδούς των απόψεων του Κοσσίγκα, όπως προείπαμε: Giuliano Ferrara, για παράδειγμα.

Αντίθετα, είναι δυνατό να κατανοήσουμε τον Aldo Moro μόνο με την εισαγωγή του στην ιστορική διαδικασία. Το 1968 ελευθερώνει, αποσυνθέτοντας τες για να τις επανασυνδέσει, κοινωνικές ενέργειες που από καιρό εκκολάπτονταν στην επιγενόμενη κοινωνία της ευημερίας. Μια κοινωνία που πλούτισε ταχέως και την εποχή εκείνη σημαδεύεται με κοινωνικές εκρηκτικές αντιφάσεις: νέα ευημερία και τραγική φτώχεια, μητροπολιτικές φαντασμαγορίες και πολιτιστικούς ξεριζωμούς. Ένας κόσμος σε μετασχηματισμό που εκφράζονταν μέσα από πολιτικά παραδείγματα μιας εποχής πρώιμα γερασμένης. Μια νέα γενιά ανατινάζει το καπάκι που ανάγκαζε πολλές αντιφάσεις μέσα σε σχήματα που δεν είναι πλέον εφικτά: η συνάντηση ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καθολικισμό προχωρούσε παράλληλα με την κρίση του κομμουνισμού και του καθολικισμού, αφήνοντας μόνο στις πολιτικές ή πολιτιστικές ελίτ μια συζήτηση που δεν έβρισκε πλέον ριζώματα στην κοινωνία. Αφού απελευθερωθεί, όπως είναι γνωστό, η οδοντόπαστα δεν επιστρέφει στον σωλήνα της. Με τον ίδιο τρόπο, μόλις απελευθερωθούν, εκείνες οι γενετικές ενέργειες παίρνουν γρήγορα τη μορφή της πολιτικής: αδύνατο να τις επαναφέρεις στο νεανικό φολκλόρ. Οι ομάδες μπολιάζονται μέσα σε μια πραγματική ταξική πάλη που βρίσκει ακτή στο εργατικό σώμα του PCI. Δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη στους κομμουνιστές ηγέτες, αλλά υπάρχει μεγάλη στην κοιλιά της φάλαινας: οι πρωτοπορίες επικρίνονται αλλά αναγνωρίζονται. Το νέο προλεταριάτο και η εργατική ακτή πολλαπλασιάζουν τις επιπτώσεις σε ένα επίπεδο της γενικής πολιτικής σε αποσύνθεση, που έχει σκληρυνθεί από ένα Cln [Επιτροπή εθνικής απελευθέρωσης] που προτείνεται ξανά ύστερα από το μέγιστο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι το πλαίσιο, η συγκυρία, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι ταξικές μάχες, οι εξωκοινοβουλευτικές αριστερές ομάδες, η πολύ ταχεία οργανωτική και πολιτική κρίση τους, η τεράστια έκταση της εργατικής αυτονομίας και η απορριπτική της άρνηση ως ελάχιστο και μέγιστο πρόγραμμα ταυτόχρονα, που ενισχύει, αντί να επιλύει, εκείνη την κρίση της πολιτικής της οποίας η ίδια η Αυτονομία είναι θύμα και δημιουργός. Πολιτικές ενέργειες και κρίση της πολιτικής δεν θα μπορούσαν παρά να οδηγήσουν στον ένοπλο αγώνα, παρόντα σε όλες τις χώρες που διασχίστηκαν από την απότομη διακοπή της «ένδοξης τριακονταετίας». Η ιταλική ανωμαλία δεν βρίσκεται λοιπόν στον ένοπλο αγώνα, αλλά στη διάρκεια του, στην διάρθρωση και την έκταση του, στους αριθμούς του, στην ταξική του σύνθεση. Ο Aldo Moro βρίσκεται σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι Carrero Blanco, Hanns-Martin Schleyer, Alexander Meigs Haig, René Audran και οι πολλές άλλες ανθρώπινες ηγετικές μορφές του καπιταλιστικού συστήματος που χτυπήθηκαν από τους ένοπλους αγώνες στην Ευρώπη.

Ο Aldo Moro είναι συνεπώς το αποτέλεσμα αυτής της συνέργειας μεταξύ ισχυρών ταξικών αγώνων και αδύναμης Κατάστασης, Κράτους να τους αγκαλιάσει, να τους κατανοήσει, να τους ενσωματώσει. Η Ιταλία δεν είναι η Γαλλία. Ταυτόχρονα, ο θάνατος του Aldo Moro είναι το αποτέλεσμα της διασταύρωσης δύο Κρατικών προτεραιοτήτων. Της ατλαντικής χριστιανοδημοκρατικής, προσεκτικής να μην καταλήξει στον κολασμένο κύκλο των χωρών με περιορισμένη κυριαρχία, και της κομμουνιστικής, ακόμα πιο τρομαγμένης από τον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο των εργοστασίων. Διότι το στοίχημα, η διαμάχη με τα γεγονότα μέσα στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, ήταν αυτό.  Παίχτηκε άσχημα από την επαναστατική αριστερά, αλλά παίχτηκε μέχρι τέλους. Η ταξιαρχίτικη προσπάθεια συγκρούονταν με όλο το βάρος μιας παράδοσης μεγαλύτερης του αιώνα ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού. Η Ιταλία ήταν ένα αδύναμο Κράτος, αλλά το ΚΚΙ, PCI ήταν ένας ισχυρός θεσμός, πολύ ισχυρότερος από την επαναστατική ανυπομονησία. Ο Aldo Moro δεν εκπροσωπούσε κανένα υποκειμενικό γάγγλιο μεγάλης αξίας, όπως σύντομα θα ανακαλύψουν οι Br: μπορούσε να θυσιαστεί, επομένως, ακόμη και για τον Berlinguer, ο οποίος δεν ήταν πλέον ο Togliatti και οι καιροί του.

Το 1978 ολοκληρώνει την ταξική σύγκρουση στην Ιταλία. Έχοντας φτάσει στο αποκορύφωμα, χωρίς πλέον ακτές ούτε συμπάθειες, χωρίς μια επαναστατική Πολιτική ικανή να μεταμορφωθεί για να εγκατασταθεί σε ένα υψηλό σημείο της μάχης, η καταστροφή είναι αναπόφευκτα γρήγορη και χωρίς έλεος. Βρισκόμαστε ακόμα μέσα σε αυτό το ερείπιο. Αυτά τα ανόητα χρόνια που ζούμε σήμερα δεν έχουν καμία σχέση με τη δεκαετία εκείνη. Και γι ‘αυτό έχουν κάτι να κάνουν με αυτό, πρέπει.

2138 letture totali, συνολικές αναγνώσεις – 196 letture oggi σήμερα

2 comments to Aldo Moro e il decennio dimenticato

  • dziga vertov

    άψογη ανάλυση, αξίζει επίσης να διερευνηθεί η φύση και οι στόχοι της κρατικής προτεραιότητας του PCI που δεν ήταν μόνο εκείνη η άμεση, και σε κάθε περίπτωση από ηγεμονική θέση, του ελέγχου των εργοστασίων. Η «γραμμή σταθερότητας», που διεξήχθη με τον κυνικότερο οπορτουνισμό από τους ηγέτες του κόμματος, είχε τον εξωτερικό στόχο των διαπιστευτηρίων, της έγκρισης στο επίπεδο του Ατλαντικού και εσωτερικά να ενεργοποιήσει εκείνη τη διαδικασία επανατοποθέτησης, από την εργατική τάξη στις μεσαίες τάξεις, που επιδιώχτηκε τις επόμενες δεκαετίες από τον beringuer και τους επιγόνους του. Για την διαβόητη «αίσθηση, νόημα του κράτους», στη θέση της «ταξικής πάλης», το ΚΚΙ άρχισε να μιλάει στη δεκαετία του 70 και στην απαγωγή του Μόρο βρίσκει τη μέγιστη πολιτική και επικοινωνιακή έκθεση. Και την ιδεολογία, με τα νομιμοποιητικά παράγωγα της (τιμιότητα, διαφάνεια, ποικιλομορφία)  θα καλύψει ο συμβιβασμός πρώτα, η διαβούλευση της δεκαετίας του ’90 και του 2000 αργότερα.

  • Gino

    Υπάρχει πάντοτε τόσο μεγάλο μέρος με το οποίο θα συμφωνήσουμε σε αυτές τις «αναλύσεις» που αφηγούνται την ιστορία, τις οποίες είναι σχεδόν αδύνατο να αμφισβητήσουμε.
    Επισημαίνω ότι δεν είμαι ένας νοσταλγικός του PCI, αλλά μερικές φορές το να μειώνουμε, να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα τις ευθύνες του είναι σχεδόν un endorsement, και δεν θέλω να με παρεξηγήσετε, τα λάθη και οι πουτανιές που έκαναν ήταν τόσα πολλά που ούτε καν ο δικηγόρος του διαβόλου θα μπορούσε να τους βγάλει από την καταδίκη, αλλά πρέπει να επικαλεστούμε την πραγματική κατάσταση στο πεδίο της εποχής. Μιλώ με όρους γενεών, το να βρίσκεσαι στη μέση των γεγονότων, μέσα αυτά που νιώθεις στο πετσί σου.
    Βρισκόμασταν στη μέση του πολέμου, που ξεκίνησε την ίδια ημέρα της πτώσης του Ράιχσταγκ, που προκάλεσε η δυσαρέσκεια που έδειξε ο Στάλιν σε αυτό το γεγονός, και κάθε αριστερή κίνηση καταπνίγονταν στο αίμα στην υφήλιο … εκτός από την ΕΣΣΔ, χάρη στη διαθέσιμη στρατιωτική δύναμη. Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα στο τέλος του παγκόσμιου πολέμου, με την ενεργοποίηση του εμφυλίου πολέμου, δεν νομίζω ότι είχε περάσει απαρατήρητο … ήμασταν πολύ κοντά και ήταν μια προειδοποίηση σε εκείνους που είχαν την πρόθεση να αντισταθούν, και ακολούθησε το καθεστώς των συνταγματαρχών. Πέρα απ’ τον ωκεανό Αργεντινή και Χιλή, Καμπότζη, Κορέα, Βιετνάμ και ούτω καθεξής. Σε όλες τις περιπτώσεις ήταν ένα λουτρό αίματος.
    Αναρωτιέμαι αν ακόμα και εδώ ίσως να μπορούσαμε να ζήσουμε αυτό το λουτρό αίματος, αν όχι και χειρότερο.
    Τούτου λεχθέντος, αναρωτιέμαι επίσης αν μπορούσε ένα κομμουνιστικό κόμμα να μην χορηγήσει αμνηστία στους φασίστες στη μεταπολεμική περίοδο ή να συγκρουστεί με το υπόλοιπο σύμπαν για την υπόθεση Moro.
    Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω για τις θέσεις μου τα λόγια σας, εαν τα έχω ερμηνεύσει σωστά και αν μου το επιτρέπετε:
    «το βάρος μιας μεγαλύτερης από αιώνα παράδοσης ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού»

    http://www.militant-blog.org/?p=15213#more-15213

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Οι αντιιμπεριαλιστές πρέπει να κατανοήσουν τη σχέση ανάμεσα στις Δημοκρατικές Συριακές Δυνάμεις SDF και τις ΗΠΑ – Gli anti-imperialisti devono comprendere la relazione tra SDF e Stati Uniti

Stampa

 

1316

του Marcel Cartier

Οι αντιιμπεριαλιστές πρέπει να κατανοήσουν την σχέση ανάμεσα στις SDF και τις Ηνωμένες Πολιτείες

Μετά το ISIS, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εγκαταλείψουν αμέσως τους κούρδους συμμάχους τους;

Στις 17 οκτωβρίου, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, le Forze Democratiche Siriane ανακοίνωσαν την απελευθέρωση της Raqqa από τις αντιδραστικές δυνάμεις του ισλαμικού Κράτους ύστερα από την λεγόμενη  «Μεγάλη Μάχη”, στην οποία πάνω από 600 συντρόφων τους έχασαν τη ζωή τους. Η απελευθέρωση της πόλης από την πιο βάναυση φασιστική ομάδα της περιοχής υπήρξε μια μεγάλη στιγμή χαράς για τις δυνάμεις των SDF, τόσο των αραβικών πολιτοφυλακών τους όσο και των κατά κύριο λόγο κουρδικών δυνάμεων των Μονάδων Λαϊκής Προστασίας (YPG) και των Μονάδων Προστασίας των Γυναικών (YPJ).

Συγκεκριμένα, ο ρόλος των μαχητριών των YPJ χρησίμευσε ως μια πιστή υπενθύμιση ότι ήταν μια μάχη που αφορούσε τόσο την απελευθέρωση των γυναικών από τους περιορισμούς της δουλείας όσο και αυτή της πόλης ως σύνολο από τη βιαιότητα που είχε υπομείνει από το 2014. Οι εικόνες των γυναικών που ήταν ντυμένες με στρατιωτική στολή που τραγουδούν «Jin Jiyan Azadi» (Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία) μετά τη κατάληψη της κεντρικής πλατείας της Raqqa μαζί με τις συμπατριώτισσες τους από τις Μονάδες Γυναικών της Sinjar που είχαν ενωθεί στη μάχη για να εκδικηθούν τη σφαγή του 2014 των αδελφών τους Γεζίντι του Sinjar ήταν ανεκτίμητα ισχυρές. Εξάλλου, είναι εδώ που οι φασίστες του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) πραγματοποίησαν δημόσιες εκτελέσεις όχι πολύ καιρό πριν, εκθέτοντας τα αποκομμένα κεφάλια των θυμάτων τους. Ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς μια πιο ριζικά διαφορετική αντιπαράθεση εικόνων.

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι σοσιαλιστικές και φεμινιστικές δυνάμεις του κινήματος με κουρδική ηγεσία που διεκδίκησε την Ράκκα ως δική τους νίκη. Η πόλη είχε καταστεί σε συντρίμια από τις αεροπορικές επιδρομές υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, οι οποίες υποστήριξαν την επίθεση των SDF στην αυτοανακηρυχθείσα πρωτεύουσα του ισλαμικού κράτους από τον ουρανό. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, επρόκειτο για μια ευκαιρία να πανηγυρίσουν για τον ρόλο τους στην πάλη ενάντια στην «τρομοκρατία», όσο προσπάθησαν να διεκδικήσουν την πατρότητα της διάσωσης της Kobane τον ιανουάριο του 2015, όταν ξεκίνησε ο συντονισμός μεταξύ YPG / YPJ και Ηνωμένων Πολιτειών. Η «Operation Inherent Resolve, Επιχείρηση Εγγενής Επίλυση» ήταν, σύμφωνα με αυτούς, μια μεγάλη επιτυχία.

Οι βάσεις της συμμαχίας ανάμεσα σε USA-SDF

Η συμμαχία μεταξύ SDF και των Ηνωμένων Πολιτειών έχει προκαλέσει μεγάλο αίσθημα σύγχυσης και αποξένωσης σε πολλούς σοσιαλιστές σε όλο τον κόσμο. Έγραψα νωρίτερα για την αδυναμία της δυτικής αριστεράς να κατανοήσει τις δυναμικές που παίζονται στον πόλεμο της Συρίας στο άρθρο μου «YPG & YPJ: Revolutionists or Pawns of the Empire?, Επαναστάτες ή Πιόνια της Αυτοκρατορίας; ». Μια κριτική που αφορούσε τόσο την προηγούμενη δική μου έλλειψη κατανόησης μιας και θεωρούσε ότι είναι ένα γενικό πρόβλημα γι αυτούς που αυτοανακηρύχτηκαν επαναστάτες και τους αριστερούς ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο.

Βεβαίως, η συνεργασία μεταξύ των δυνάμεων που έχουν ως κοινό ιδεολογικό ηγέτη τον ηγέτη του Κόμματος των εργατών του Κουρδιστάν (PKK) Αμπντουλάχ Οτσαλάν και την κύρια ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο είναι μια εξαιρετικά ασυνήθιστη και μοναδική κατάσταση . Oι εμπειρίες που έχουμε για τις ΗΠΑ στο εξωτερικό ήταν γενικότερα πως υποστηρίζουν και εξοπλίζουν τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις για να δεσμευτούν και ασχοληθούν με την κατάκτηση γεωπολιτικά σημαντικών τμημάτων του κόσμου . Μια επιφανειακή ματιά στα πραξικοπήματα, τις παρεμβάσεις και τους πολέμους που υποστηρίχτηκαν από τις ΗΠΑ σε ολόκληρο τον κόσμο μας δίνει μια σαφή ένδειξη του γεγονότος ότι η δραστηριότητα του Πενταγώνου δεν είναι αυτή γενικότερα να τοποθετούνται με την πλευρά γνήσιων απελευθερωτικών κινημάτων. Οποιοσδήποτε αριθμός παραδειγμάτων μας δείχνει την αληθινή φύση της αμερικανικής πολεμικής μηχανής, από τον «Ξεχασμένο Πόλεμο» στην κορεατική χερσόνησο από το 1950 έως το 1953 στην σκληρή προσπάθεια να καταπνίξουν τον απελευθερωτικό αγώνα του Βιετνάμ μια δεκαετία αργότερα, από την υποστήριξη του φασιστικού πραξικοπήματος στη Χιλή το 1973, στον εξοπλισμό των Contras στη Νικαράγουα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, και πιο πρόσφατα τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Γνωρίζουμε πολύ καλά ποιες είναι οι δυνάμεις της αυτοκρατορίας USA.

Τούτου λεχθέντος, ίσως κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει καλύτερα ποιες είναι οι προθέσεις και τα κίνητρα των Ηνωμένων Πολιτειών από το ίδιο το Κουρδικό Κίνημα για την Απελευθέρωση. Εξάλλου, ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό την αιγίδα του Προέδρου Μπιλ Κλίντον και της CIA που διαδραμάτισαν ρόλο κλειδί στη διευκόλυνση της διεθνούς συνωμοσίας κατά του Οτσαλάν το 1999 που οδήγησε στη σύλληψή του στην Κένυα και στην κράτηση του στην Τουρκία, η οποία συνεχίζεται ακόμη και σήμερα . Ακόμα και όταν τα αμερικανικά όπλα συγκλίνουν προς τις δυνάμεις των YPG και YPJ και οι ΗΠΑ διεξάγουν αεροπορικές επιθέσεις παράλληλα με αυτές τις οργανώσεις, οι ΗΠΑ συντονίζουν τις πληροφορίες και τις αεροπορικές επιδρομές με την Τουρκία κατά των στελεχών του PKK στην Τουρκία και το Ιράκ.

Η υποκρισία ξεχειλίζει, είναι ανησυχητική. Αν οι ΗΠΑ είχαν στην πραγματικότητα επενδύσει σε συνεργασία με το επαναστατικό κουρδικό κίνημα, θα είχαν αφαιρέσει το ΡΚΚ από τον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων, θα αρνούνταν να υποστηρίξουν τις γενοκτόνες φιλοδοξίες της Τουρκίας στην δική της κουρδική περιοχή και θα είχαν ζητήσει την παρουσία της πολιτικής πτέρυγας των δυνάμεων υπό την ηγεσία του YPG και το YPJ, το Κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη που θα καθορίσει το μέλλον της Συρίας. Ωστόσο, αυτό δεν είναι τελικά μες τις προθέσεις τους. Η προώθηση ενός πολιτικού μοντέλου προσανατολισμένου στο σοσιαλισμό στη δυτική Ασία είναι αντίθετη με τις οικονομικές ανάγκες των μονοπωλίων, της Wall Street και των υπευθύνων λήψης αποφάσεων στην Ουάσινγκτον. Το PYD και το Κουρδικό Κίνημα για την Απελευθέρωση που συγκεντρώθηκαν γύρω από την Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK) το γνωρίζουν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ανέφεραν συνεχώς τη συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως «τακτική» και ως αντίφαση που τελικά θα είναι ασυμβίβαστη .

Σε μια συνέντευξη με την ANF English στις αρχές Νοεμβρίου, ο Riza Altun, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του KCK, σχολίασε τη συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπογραμμίζοντας ότι «η σχέση μεταξύ του συνασπισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και των ΥPG θεωρήθηκε θεμιτή και αναγκαία όπως η συμμαχία μεταξύ των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης κατά του φασισμού του Χίτλερ την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και οι δύο πλευρές χρειάζονταν αυτό το είδος σχέσης, όπως χρειάστηκαν τότε οι ΗΠΑ και οι σοβιετικοί. Συνεπώς μια τακτική σχέση με τις ΗΠΑ αναπτύχθηκε εναντίον του ISIS «. Με άλλα λόγια, τα αμοιβαία και αλληλεπικαλυπτόμενα συμφέροντα οδήγησαν τα δύο μέρη να συνεργαστούν μεταξύ τους, ακόμη και αν οι ιδεολογικές προοπτικές τους είναι σημαντικά διαφορετικές, όπως και η ΕΣΣΔ και οι δυτικές δυνάμεις – ενωμένοι ενάντια στην απειλή της ναζιστικής Γερμανίας, παρά τα καπιταλιστικά και σοσιαλιστικά συστήματα ήταν τελικά ασυμβίβαστες, σε ασυμφωνία.

Ο Altun επισημαίνει επίσης ότι το KCK έχει επίγνωση του γεγονότος ότι, πιστά στη φύση των Ηνωμένων Πολιτειών σε όλες τις παραπάνω παρεμβάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, η Ουάσιγκτον έπαιξε ρόλο στην διάδοση των σαλαφιστικών ομάδων όπως η al-Nusra και το ισλαμικό Κράτος στη Συρία και το Ιράκ. Εξάλλου, η σταθεροποίηση του αμερικανικού change καθεστώτος σε σχέση με τη Συρία έχει τεκμηριωθεί άριστα εδώ και δεκαετίες. Αν και η συριακή κυβέρνηση του Μπάαθ συμμετείχε σε ένα ορισμένο επίπεδο στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που υποστήριξαν οι ΗΠΑ και έχει προχωρήσει προς την κατεύθυνση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην εποχή του Μπασάρ αλ-Άσαντ, το αμερικανικό establishment συνέχισε να βλέπει τη Συρία ως παράδειγμα ανεξαρτησίας και οικονομικού εθνικισμού. Αυτό είναι απαράδεκτο για το Πεντάγωνο όπως ήταν και οι εθνικιστικές κυβερνήσεις του Ιράκ υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν και στη Λιβύη υπό τον Μουαμάρ Καντάφι. Ο Altun έχει επίγνωση του γεγονότος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τροφοδοτήσει και χρηματοδοτήσει αντιδραστικές δυνάμεις στην αποστολή αυτή, λέγοντας ότι όταν ξεκίνησε η μάχη για την Kobane, η υποστήριξη στις σαλαφιστικές ομάδες δεν προέρχονταν μόνο από την Τουρκία, αλλά και «άλλες δυνάμεις, ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, υποστήριξαν αυτές τις ομάδες». Δηλώνει ότι μόνο λόγω της μαζικής διεθνούς πίεσης οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν τελικά να παρέμβουν και να βοηθήσουν τις YPG και YPJ να εμποδίσουν το ισλαμικό Κράτος να φτάσει στα σύνορα της Τουρκίας στη Kobane.

Σε όσους παρακολουθούσαν ενώ η κυβέρνηση Ομπάμα είχε σχεδόν παρέμβει στη Συρία τον Σεπτέμβριο του 2013 για να βομβαρδίσει τις θέσεις της συριακής κυβέρνησης, μόνο έχοντας βομβαρδιστεί από διαμαρτυρίες τόσο στους δρόμους όσο και στο Κογκρέσο από όσους ήθελαν να μάθουν εάν αυτό ισοδυναμεί με υποστήριξη προς την al-Nusra και το ισλαμικό Κράτος, η επέμβαση των ΗΠΑ στη Συρία σε ένα πεδίο «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» στα τέλη του 2014 βρωμούσε υποκρισίας.

Ατυχώς, μεγάλο μέρος της αριστεράς που υποστήριξε την κουρδική αντίσταση στο Κομπάνι δεν μπορεί πλέον να προχωρήσει ώστε να συνεχίσει την αλληλεγγύη της με τις YPG και τις YPJ. Η αντίσταση δεν ήταν πλέον «καθαρή», αλλά μολύνθηκε από μια σχέση με τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας. Για τις αγέλες των πολεμιστών των πληκτρολογίων μέσα στην άνεση των δυτικών καφετεριών τους, οι «κόκκινοι κούρδοι» είχαν πλέον μετατραπεί σε στρατιώτες-υποχείρια για τη βαλκανιοποίηση της Συρίας και της περιοχής. Δεν υπήρχε καμία διάκριση μεταξύ των YPG και του αντιδραστικού κλαν του Barzani στο βόρειο Ιράκ – και οι δύο ήταν μέρος μιας ιμπεριαλιστικής επίθεσης που υποστήριζε ο σιωνισμός, παρόλο που οι YPG δεν είχαν καμία πρόθεση να αγωνιστούν ενάντια στις δυνάμεις του συριακού κράτους – παρά τις περιστασιακές αψιμαχίες με τον Συριακό Αραβικό Στρατό.

Η μανία των ΗΠΑ για την αφιέρωση της νίκης της Raqqa στον Ocalan

Καθώς η χαρά για τη νίκη στη Raqqa συνεχίστηκε τις ημέρες μετά τη δήλωση της απελευθέρωσής της, οι YPG και οι YPJ ανακοίνωσαν ότι αυτό το ιστορικό επίτευγμα θα ήταν αφιερωμένο στον αρχηγό τους Abdullah Ocalan. Τα τμήματα των μέσων ενημέρωσης και των δύο οργανώσεων παρήγαγαν βίντεο στα οποία οι μαχητές μιλούσαν πολύ και με πάθος για το σημαντικό ρόλο του «Serok Apo» (Leader Ocalan) που τους ενέπνευσε να κερδίσουν όχι μόνο στη Raqqa, αλλά και στις μάχες τα προηγούμενα χρόνια σε όλη τη βόρεια Συρία. Η θέα ενός τεράστιου πανό στην κεντρική πλατεία της πόλης θεωρήθηκε από μερικούς άραβες εθνικιστές ως απόδειξη της «κουρδικής αποικιοκρατίας», παρά το γεγονός ότι τα γραπτά του Οτσαλάν και το σχέδιο της Rojava έχουν απομακρυνθεί από τον εθνικιστικό λόγο υπέρ μιας κοινωνίας πολυεθνικής στην οποία η συνεργασία μεταξύ κούρδων, αράβων, ασσυρίων, τουρκομάνων και άλλων εθνών είναι θεμελιώδης.

Η εκστρατεία για να κρατηθεί ο Οτσαλάν ως σύμβολο του κινήματος και η νίκη στη Raqqa που παρουσιάζονταν στον κόσμο ήταν στρατηγικά σημαντική. Ήταν απλά να κάνουν γνωστό στις Ηνωμένες Πολιτείες ότι οι πεποιθήσεις του κινήματος δεν πρόκειται ποτέ να διακυβευτούν. Λίγες μέρες αργότερα, ο εκπρόσωπος του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας, maggior Adrian Rankine-Galloway, δήλωσε στην Global Post: «Καταδικάζουμε την επίδειξη του ηγέτη του PKK και του ιδρυτή του Abdullah Ocalan κατά την απελευθέρωση της Raqqa. Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να υποστηρίζουν τη σύμμαχο τους στο ΝΑΤΟ, την Τουρκία, στην πολυετή πάλη της κατά του ΡΚΚ και αναγνωρίζουν την απώλεια ανθρώπινων ζωών που υπέφερε η Τουρκία σε αυτή τη σύγκρουση ».

Αυτό για άλλη μια φορά αποκαλύπτει το βαθύ επίπεδο των εντάσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη στην επισφαλή συμμαχία και το γεγονός ότι, παρά τις αντιρρήσεις της Τουρκίας για την προμήθεια αμερικανικών όπλων στις SDF, οι αμερικανοί ποτέ δεν ενδιαφέρονταν να σημειώσουν μια ξεκάθαρη ρήξη με το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία παραμένουν βασικά στην ίδια ομάδα, οι διαφορές μεταξύ του Πενταγώνου και του Κουρδικού Απελευθερωτικού Κινήματος είναι πολύ σημαντικές για τη δημιουργία μακροπρόθεσμης συνεργασίας.

Το στέλεχος του KCK Altun ανέφερε σχετικά με τις εντάσεις αυτές στη συνέντευξή του στην αγγλική ANF, δηλώνοντας ότι «Ο αγώνας της κουρδικής επανάστασης στη Rojava βασίζεται στην ελευθερία και την ισότητα σε σοσιαλιστική βάση. Είναι η έκφραση μιας πολιτικής πορείας που έχει αναπτυχθεί με βάση την αδελφοσύνη και την ενότητα των λαών. Από την άλλη πλευρά, οι ιμπεριαλιστές αγωνίζονται να επιβάλουν την ηγεμονία τους στη Μέση Ανατολή … Αυτή δεν είναι μια σχέση στην οποία οι πλευρές υποστηρίζουν η μια την άλλη αλλά βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση. » Οι λέξεις αυτές μοιάζουν όπως αυτές του ηγέτη μιας δύναμης αγαιλέων που ακολουθεί τυφλά τις εντολές του κουκλοπαίκτη, θέλοντας να ικανοποιήσει τις ανάγκες της ιστορικής αποστολής αυτού του τελευταίου και να απορρίψει τις δικές του.

Ο Altun αναφέρει για άλλη μια φορά το παράδειγμα της δυτικο-σοβιετικής συνεργασίας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δηλώνοντας ότι «Η συμμαχία που αναπτύχθηκε κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια αντιφασιστική θέση που προέκυψε από το σημείο τομής της εθνικής άμυνας της Σοβιετικής Ένωσης που δέχονταν έντονες επιθέσεις και των συμφερόντων άλλων αντιφασιστικών δυνάμεων. Η συμφωνία αυτή παρέμεινε σε ισχύ όσο συνεχίζονταν οι φασιστικές επιθέσεις. Αφότου όμως νικήθηκε ο φασισμός, όλα τα μέρη επέστρεψαν στις πολιτικές τους θέσεις και συνέχισαν τις αντίστοιχες ιδεολογικο-πολιτικές πορείες τους ».

Για όσο διάστημα η συνεργασία μεταξύ Κουρδικού Απελευθερωτικού Κινήματος και Ηνωμένων Πολιτειών συνεχίζεται, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι YPG και οι YPJ δεν θα παραιτηθούν ποτέ από τις ιδεολογικές πεποιθήσεις τους. Θα ήταν η προδιάθεση μιας θεαματικής φαντασιοπληξίας και μνημειώδους ψευδαίσθησης για την Ουάσινγκτον να πιστεύει ότι οι βασικές ιδέες ενός 40ετούς απελευθερωτικού κινήματος, γραμμένες με το αίμα δεκάδων χιλιάδων μαρτύρων, θα μπορούσαν να εξαλειφθούν λόγω των απαιτήσεων της αμερικανικής αυτοκρατορικής αλαζονείας. Μιλώντας στο Ίδρυμα Aspen τον ιούλιο, ο Raymond «Tony» Thomas, Αρχηγός της Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων των ΗΠΑ, δήλωσε ξεκάθαρα στους κούρδους μαχητές στη Συρία, «δεν μπορείτε να κρατάτε σφιχτά τον Οτσαλάν». Ίσως ακριβώς ο Julian Assange των WikiLeaks το είπε με τον καλύτερο τρόπο, όταν απάντησε λέγοντας: «Ποιος είναι αυτός ο # Οcalan που ο αμερικανικός στρατός λέει ότι οι κούρδοι δεν μπορούν να τον κρατήσουν σφιχτά; Είναι ο Μαντέλα τους. Είναι πιο πιθανό οι ΗΠΑ να εγκαταλείψουν τον George Washington».

Ένα προειδοποιητικό σήμα;

Οι Κούρδοι λένε ότι οι μόνοι τους φίλοι είναι τα βουνά. Έχουν χρησιμοποιηθεί και περιθωριοποιήθηκαν από κατοχικές και αποικιοκρατικές δυνάμεις εδώ και δεκαετίες, για αιώνες αντιθέτως. Ο διαχωρισμός της ιστορικής πατρίδας τους σε τέσσερα εθνικά κράτη πριν από περίπου εκατό χρόνια είναι μόνο η τελευταία έκδοση μιας ιστορίας υποταγής. Θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι το κίνημα δεν καταλαβαίνει ότι σε κάποια στιγμή μετά την ήττα του ισλαμικού Κράτους, αυτή η κατάσταση της ύπαρξης «χωρίς φίλους» θα μπορούσε πάλι να είναι μια πολύ αληθινή προοπτική.

Η σύνταξη μιας αλλαγής στην πολιτική των ΗΠΑ έναντι των δημοκρατικών δυνάμεων της Συρίας (SDF) – ή τουλάχιστον των YPG και των YPJ – θα μπορούσε ήδη να αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι. Στις 13 Νοεμβρίου, σχεδόν ένα μήνα μετά την κήρυξη της απελευθέρωσης της Raqqa και πολύ καιρό μετά που οι Αμερικανοί είχαν ήδη αντιδράσει οργισμένα στην αφιέρωση τους στον Ocalan, το BBC δημοσίευσε μια φερόμενη αναπαράσταση με τίτλο «Το βρώμικο μυστικό της Raqqa». Από μόνη της η ιστορία δεν ήταν καθόλου βρώμικη, δεν ήταν μυστικό. Το θεμελιώδες αξίωμα της ήταν ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των SDF και του ισλαμικού Κράτους για να δουν την εκκένωση εκατοντάδων από αυτούς τους φασίστες μαχητές από την πόλη. Αυτό είχε ήδη δημοσιευτεί από δεκάδες επικοινωνιακά κανάλια στα αγγλικά τις ημέρες που ακολούθησαν τη δημόσια ανακοίνωσή της από τις SDF. Μήπως υπάρχουν κυνικά κίνητρα για την ανασυσκευασία μιας παλιάς ιστορίας όπως η ενοχλητική «έρευνα» για να φανούν «βρώμικες» οι SDF;

Ο διεθνής με τις YPJ, Kimmie Taylor, ο οποίος έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες εκστρατείες με τους συντρόφους του κούρδους, συμπεριλαμβανομένης της Μεγάλης Μάχης για την Raqqa, δήλωσε σχετικά με το ρεπορτάζ ότι στερείται αξιοπιστίας, αποτελούμενο από «συνεντεύξεις με οδηγούς και λαθρεμπόρους που ανησυχούν μόνο για το χρήμα. Σε άλλες ειδήσεις, χιλιάδες και χιλιάδες μαχητές YPG και SDF έχουν μείνει μόνοι τους για έξι χρόνια, πεθαίνουν για να σώσουν την ανθρωπότητα από το ISIS. Είναι παράξενο τώρα, αφού έχουμε νικήσει εκ των πραγμάτων το ISIS, τα ΜΜΕ και η δύση αρχίζουν να στρέφονται εναντίον μας. Σκεφτείτε το για ένα λεπτό».

Ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί στη συνέχεια, δεν έχει σημασία, το κουρδικό κίνημα θα συνεχίσει να αγωνίζεται για τις ίδιες αρχές του σοσιαλισμού, της ισότητας των φύλων, της πολυεθνικής ενότητας και της οικολογικής κοινωνίας. Κατείχε αυτές τις θέσεις πολύ πριν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να προσφέρουν την αβέβαιη υποστήριξή τους και θα συνεχίσουν να τις κρατούν για πολύ καιρό μετά το τέλος αυτής της στρατιωτικής βοήθειας. Η παγκόσμια αριστερά οφείλει στα κινήματα της την κατανόησή της φύσης αυτής της σχέσης, και να συνειδητοποιήσει ότι οι σύγχρονοι επαναστάτες, όπως ο Mehmet Aksoy των οποίων το αίμα τρέφει τώρα το έδαφος της Raqqa έχουν πεθάνει για ένα καλύτερο μέλλον, πιο φωτεινό για όλη την ανθρωπότητα, όχι για τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού.

Πάρθηκε από το The Region.orgThe Region.org

https://www.infoaut.org/approfondimenti/gli-anti-imperialisti-devono-comprendere-la-relazione-tra-sdf-e-stati-uniti

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση. – Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta

Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta. Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση είναι ένα βιβλίο του Enzo Traverso που βγήκε την προηγούμενη χρονιά για τoν Feltrinelli. Tη μελαγχολία πράγματι δεν πρέπει να την παραβλέπουμε ούτε και να την απομακρύνουμε, μας λέει ο συγγραφέας με ξεκάθαρη προοπτική που παραπέμπει στον Benjamin, οφείλεται δε με ρητό τρόπο στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία όντως στρέφει το βλέμμα της προς τους χαμένους, όχι προς τα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική, σημαντική: οι πρώτοι πολέμησαν, αγωνίστηκαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν, στην σιωπηρή αποδοχή ενός πεπρωμένου που κρίθηκε αναπόφευκτο . Μέσα από αυτή την προοπτική γωνιά, αναδιατυπώνοντας τη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη, ο Traverso διατρέχει το παρελθόν για να προσφέρει τη συμβολή του σε μια ριζοσπαστική σκέψη στο ύψος του παρόντος. Pubblichiamo la recensione di Gigi RoggeroΔημοσιεύουμε την ανασκόπηση του Gigi Roggero

Dimenticare il futuro

11 του Αυγούστου 2017.

ο Gigi Roggero επανεξετάζει την »Μελαγχολία της αριστεράς» – “Malinconia di sinistra” του Enzo Traverso

Η Carmen Castillo είναι μια κινηματογραφίστρια, ο άντρας της Miguel Enríquez ήταν ο leader του χιλιανού επαναστατικού κινήματος Mir, που δολοφονήθηκε τον οκτώβρη του 1974 από την αστυνομία του Pinochet. Τόπος όπου σκοτώθηκε ο Μιγκέλ είναι η Rue Santa Fe, που ήταν τότε η παράνομη βάση του Mir και το σπίτι όπου ζούσαν η Carmen, ο Miguel και άλλοι επαναστάτες μαχητές. Στην Rue Santa Fe είναι αφιερωμένο ένα film της Castillo, που βγήκε στις αίθουσες το 2007. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, αφού περιέγραψε την σημασία που αποκρυσταλλώθηκε σε εκείνο τον τόπο, η Castillo διηγείται την ιδέα της να αποκτήσει το σπίτι για να το κάνει μουσείο. Είναι κάποιοι νεαροί χιλιανοί αγωνιστές που την μεταπείθουν, που παραβιάζουν και διαρρηγνύουν εκείνη την μελαγχολική εικόνα που στερείται προοπτικής και επιστρέφει ένα πλαίσιο φαινομενικά ομαλοποιημένο, μέσα στο οποίο να κυριαρχούν ήταν η αλαζονεία των νικητών και η θλίψη των ηττημένων. “Κατάλαβα πως αυτοί οι νεαροί ήμαστε εμείς”, υποστηρίζει η Castillo; καταλαβαίνει δηλαδή πως η μνήμη πρέπει να καταστεί ζωντανή σάρκα για τον αγώνα στο παρόν και όχι μουσειοποίηση ενός παρελθόντος που δεν μπορεί πλέον να εξαργυρωθεί.

Αυτή είναι μια από τις ιστορίες που διηγείται ο Enzo Traverso στο βιβλίο η Μελαγχολία της αριστεράς – Malinconia di sinistra (Feltrinelli, 2016). Η αριστερά για την οποία μιλά ο Traverso χαρακτηρίζεται με όρους “ontologici,  οντολογικούς: τα κινήματα τα οποία, στην διάρκεια της ιστορίας, αγωνίστηκαν για να αλλάξουν την κοινωνία θέτοντας την αρχή της ισότητας ”. Η μνήμη του είναι “μια τεράστια ήπειρος, ένα πρίσμα μέσα στο οποίο διαθλώνται κατακτήσεις και ήττες, ενώ η μελαγχολία είναι ένα συναίσθημα, μια κατάσταση της ψυχής μια διάθεση και ένα μείγμα συναισθημάτων”. Πρόκειται λοιπόν να κάνουμε να αναδυθεί μια κρυμμένη παράδοση, όπως υποδύεται ο υπότιτλος. Μια παράδοση θαμμένη κάτω από τις ήττες της και, με τον ίδιο τρόπο κάτω από τα ερείπια των κατακτήσεων της. Το 1989, υποστηρίζει ο συγγραφέας, σφραγίζει την οριστική δημόσια υπαγωγή στον ολοκληρωτικό κανόνα ολόκληρης της ιστορίας του κομουνισμού, αυτό δημιούργησε κοινωνίες  έχουσες εμμονές με το παρελθόν, εύκολα θύματα του εθνικισμού, έρμαια αυτού.

Η μελαγχολία δεν πρέπει να παρακάμπτεται ή να αφαιρείται, μας λέει ο Traverso σε μια προοπτική καθαρά benjaminiana, ρητά την οφείλουμε στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία στρέφει το βλέμμα της προς τους ηττημένους, όχι στα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική: οι πρώτοι πολέμησαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν μια μοίρα που θεώρησαν αναπόφευκτη. Ο Koselleck επιβεβαίωσε την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία της ιστορίας, ενώ οι νικητές πέφτουν αναγκαστικά σε μια απολογητική ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Και είναι γνωστό πως ο Schmitt χαρακτηρίζονταν, από την αντιδραστική πλευρά, ένας ηττημένος που γράφει την ιστορία. Δεν μιλάμε απλά πως πρέπει να τιμούμε τους ηττημένους , αλλά πως πρέπει επίσης να τους εκδικούμαστε και ως έχουμε καθήκον να ανακαλύψουμε ξανά εκείνη την ιστορία για την οποία αγωνίστηκαν, πολέμησαν.

Εξ άλλου ο τύπος της μελαγχολίας για τον οποίον γίνεται λόγος στο βιβλίο πάντα υπήρχε, σε μια πολύπλοκη και ευμετάβλητη σχέση μεταξύ ιστορίας και μνήμης. Η μαρξιστική μνήμη ήταν στρατηγική, προσανατολισμένη προς το μέλλον. Το τέλος του σοσιαλισμού είχε ως αποτέλεσμα μια κατάρρευση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. Αυτό συνέπεσε με μια μετάβαση από την ουτοπία στη μνήμη. Την ίδια στιγμή, η εξαφάνιση του μέλλοντος οδήγησε τα κινήματα να επινοήσουν εκ νέου τους εαυτούς τους δίχως να εφεύρουν μια παράδοση, όπως αντιθέτως είχαν κάνει περασμένες γενιές αγωνιστών. Έτσι εξηγείται επίσης το γιατί αυτά τα κινήματα τείνουν συχνά σε  “identity politics”, να καταφεύγουν δηλαδή σε πολιτικές ταυτότητας, δηλαδή την πολιτική εκείνων των μικρών ομάδων που διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα για τους ανήκοντες στην δική τους κοινωνική ομάδα ή στην μικροσκοπική κοινοτική ομάδα. Η μνήμη, ξεκαθαρίζει ακόμη ο συγγραφέας, δεν μπορεί να περιοριστεί στον εορτασμό του παρελθόντος, δεν μπορεί να είναι κάτι σαν μνημόσυνο του παρελθόντος: χρειάζεται αντιθέτως να την χρησιμοποιούμε στον αγώνα ενάντια στις αδικίες του σήμερα. Η έλλειψη αυτής, η απουσία της είναι συνεπώς ένα πρόβλημα καθαρά πολιτικό: οι αραβικές εξεγέρσεις, υποστηρίζει για παράδειγμα ο Traverso, δεν είχαν ένα μοντέλο του παρελθόντος και μια φαντασία, μια μυθοπλασία του μέλλοντος. Αυτό που ακολούθησε είναι το χρονικό των ημερών μας.

Όλες λοιπόν οι μνήμες δεν είναι ίδιες. Η μνήμη του Ολοκαυτώματος καταβρόχθισε και αφαίρεσε την μνήμη των αγώνων. Από την εκδίκηση των ηττημένων περάσαμε στον εορτασμό των θυμάτων. Η καθεστηκυία τάξη έχει έτσι επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους, σε τάξη. Ο Traverso υποδηλώνει επομένως την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να επανεφεύρουμε μια πολιτική βασισμένη σε μια διαφορετική συμμαχία ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη. Για την επαναστατική δράση, μας λέει, χρειάζεται ένα στρατηγικό θεμέλιο έτσι όπως ένα συναισθηματικό θεμέλιο, των οποίων η μελαγχολία είναι μέρος. Υπάρχει μετά η μελαγχολία που κατακρημνίζει την δράση και εκείνη που συνοδεύει τον προβληματισμό, αυτές ανήκουν σε στιγμές και φάσεις διαφορετικές, μα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Δεν πρέπει να συγχέουμε καμία από τις δυο με την παραίτηση, και οι δυο έχουν ακυρωθεί από την κεντρικότητα που έχει αποδοθεί στα θύματα. Η επανάσταση δεν πρέπει να εορτάζεται, αλλά να υπενθυμίζεται, δηλαδή, για να επανενεργοποιήσουμε το παρελθόν πρέπει να αλλάξουμε το παρόν.

Για τον Traverso η μελαγχολία μπορεί συνεπώς να μετατραπεί σε μια διαδικασία ενεργή, είναι η προϋπόθεση για μια συλλογική επεξεργασία του πένθους που ανοίγει τον δρόμο για την σύγκρουση με το υπάρχον: “τα φαντάσματα που τριγυρνούν σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι οι εξεγέρσεις του μέλλοντος, μα οι ηττημένες επαναστάσεις του παρελθόντος”. Στην 18η μπρυμαίρ ο Marx δηλώνει πως οι προλεταριακές επαναστάσεις, αντίθετα από αυτές τις αστικές, δεν προχωρούν από επιτυχία σε επιτυχία, αλλά “διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, επιστρέφουν σε αυτό που ήδη φαίνονταν πως ήδη είχε επιτευχθεί για να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή”. Είναι μέσα από την ήττα που η επαναστατική εμπειρία μεταδίδεται από την μια γενιά στην άλλη, διότι μέσα σε αυτή την διαδικασία αναπόλησης έχει αποκτηθεί επίγνωση των δυνατοτήτων του παρελθόντος, εκείνων που δεν εκφράστηκαν ή προδόθηκαν. Αυτή η διαδικασία υποδεικνύει την πίστη στις υποσχέσεις της επανάστασης, όχι στα αποτελέσματα της.

Η “διαλεκτική της ήττας”, ωστόσο, υπήρξε μέρος του μαρξιστικού ιστορικισμού, της ιδέας δηλαδή πως η ήττα προαναγγέλλει τη νίκη, την οδηγεί αντικειμενικά στην μήτρα της. Είναι ορατή στις ταινίες των κομουνιστών σκηνοθετών που αναλύονται στο κείμενο, για παράδειγμα στον Pontecorvo. Η μνήμη χρησιμεύει δηλαδή για το μέλλον, η διαλεκτική της ήττας γίνεται τελεολογία της αναγκαίας νίκης. Έτσι το τώρα μειώνεται σε διαλεκτικό πέρασμα μεταξύ ενός παρελθόντος ημιτελούς και ενός μέλλοντος ουτοπικού. Εδώ είναι που πρέπει να σπάσουμε την αλυσίδα της ιστορίας, να διακόψουμε την γραμμική αφήγηση των νικητών και εκείνη των θυμάτων, να ανοίξουμε ξανά το παρόν στην επαναστατική πιθανότητα-δυνατότητα.

Κατά κάποιο τρόπο ήδη ο Traverso αντιστρέφει την σχέση ανάμεσα στην μνήμη και την ιστορία που έχει θωρακιστεί στον μαρξισμό, σύμφωνα με την οποία η πρώτη είναι υποκειμενική συνεπώς αναξιόπιστη, η δεύτερη αντικειμενική οπότε επιστημονική. Εκείνη η μνήμη όμως δεν πρέπει να καταστεί ένας τόπος, ένα μουσείο μέσα στο οποίο θα αρχειοθετήσουμε ένα παρελθόν το οποίο θέλουμε να αφοπλίσουμε από την δυναμική του, από τις δυνατότητες που έχει για το παρόν. Να προσθέσουμε πως, μαζί με μιαν ριζική κριτική της τελεολογίας, θα έπρεπε άλλο τόσο ριζικά να ασκηθεί κριτική και στην ουτοπία, που έτσι κι αλλιώς είναι η άλλη της πλευρά, το άλλο της πρόσωπο. Δεν νιώθουμε καμιά νοσταλγία για το μέλλον, γιατί αυτό το μέλλον χρησιμοποιήθηκε σαν εργαλείο για να μπλοκαριστούν οι επαναστατικές δυνατότητες, θυσιάστηκαν στο βωμό ενός ήλιου που θα ανέτειλε, στον βωμό του μελλοντικού ήλιου που θα φώτιζε αναγκαστικά την πρόοδο της ιστορίας. Δεν πρέπει λοιπόν να υποπέσουμε στο λάθος να μετατρέψουμε την γενεαλογία σε παρελθόν, το παρόν σε presentismo, την προοπτική σε μέλλον. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αποσπάσουμε την μνήμη από τον εορτασμό των θυμάτων, να την αντιστρέψουμε σε κατασκευή μιας ιστορίας της δικής μας πλευράς ενάντια στην ιστορία των νικητών. Διότι το τέλος βρίσκεται στην θέληση για αγώνα, όχι στο πεπρωμένο της ιστορίας.

Επομένως είναι απολύτως κατανοητή και μοιραζόμαστε μαζί τους την κριτική της πίστης στην πρόοδο και την πεφωτισμένη θρησκεία η οποία, συνεπής με την άποψη που αναφέρεται στον Benjamin διατρέχει όλο το βιβλίο. Ο Traverso μας θυμίζει για παράδειγμα πως, αντίθετα στις κυρίαρχες ερμηνείες, ο φασισμός δεν ήταν η βαρβαρότητα στην οποία αντιτάχθηκε ο πολιτισμός,  αλλά μάλλον ένα παιδί του πεφωτισμένου πολιτισμού, ένας αντιδραστικός μοντερνισμός, απλά σκεφτείτε την τυφλή λατρεία της σύγχρονης τεχνολογίας που τον χαρακτήριζε . Σε αυτό το σημείο μας έρχεται να αναρωτηθούμε γιατί ο συγγραφέας πεισματικά παραπέμπει τον εαυτό του κι εμάς, ακόμη κι από τον τίτλο, στην αριστερά, με την πίστη του στην πρόοδο και στον διαφωτιστικό ιστορικισμό, με την νοσταλγία του στην παθολογική έννοια του όρου, δηλαδή μια λατρεία των θυμάτων που τείνει να αποτρέπει την εκδίκηση των ηττημένων, με το να γίνεται ο εκπρόσωπος μιας ήττας και ενός πόνου  (των άλλων) που γι αυτήν πρέπει να παραμείνουν έτσι. Αυτή είναι η οντολογία του. Οπότε είναι μάταιο να αναζητούμε εκεί ένα καταφύγιο ταυτότητας, για να καθορίσουμε πως σε αυτό που είμαστε πάντοτε με αποφασιστικότητα αντιτέθηκε . Αντί αυτού θα άξιζε τον κόπο να ανακαλύψουμε ξανά τα νήματα της ιστορίας της δικιάς μας πλευράς ξεκινώντας να υποστηρίζουμε πως το αντίθετο της αριστεράς δεν είναι δεξιά, μα επανάσταση. Να λοιπόν πως ίσως η δική μας τίγρης μπορεί να επιστρέψει να πηδά κόντρα στην ιστορία των νικητών.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/784-dimenticare-il-futuro