ιστορία, storia

5 MΑΙΟΥ 1981: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ – MUORE L’ALLODOLA D’IRLANDA

του Gianni Sartori

Ο θάνατος του Bobby Sands το 1981 αντιπροσώπευε για πολλούς ανθρώπους ένα γεγονός από εκείνα που σε σημαδεύουν, σε αλλάζουν, αν όχι ακριβώς τον τρόπο που ζεις, αλλάζουν τουλάχιστον την αντίληψη που έχεις γι την ζωή (καθώς και για την ιστορία, την πολιτική …).

Γι αυτόν που γράφει τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Μετά από μια στράτευση που άρχισε το ’68 σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει τη δέσμευσή μου (λόγω υπαρξιακής κούρασης, αίσθηση αδυναμίας μπροστά στην δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δυσμενείς συνθήκες … αποφασίσετε εσείς) με τις, μερικές φορές, σκληρές διαδηλώσεις στις οποίες είχα συμμετάσχει το 1974 (εκτέλεση του Puig Antich ) και το 1975 (βλ. τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των Varalli, Zibecchi και Micciché και, τον σεπτέμβριο για τον τουφεκισμό δύο etarra [μαχητών της ΕΤΑ] – Txiki και Otaegi – και τριών μαχητών του FRAP). Για κάποιο διάστημα αφιερώθηκα σε άλλα πράγματα, διατηρώντας παράλληλα την περιέργεια για όσα κινούνταν στον κόσμο και τον αναστάτωναν (με μερικά ταξίδια στην μετα-Φρανκοκρατούμενη Ισπανία, για παράδειγμα …). Στη συνέχεια ήρθε η απεργία πείνας των Ιρλανδών Ρεπουμπλικανών μαχητών και ο τραγικός επίλογος. Παράτησα τα πάντα (σχεδόν όλα, στην πραγματικότητα) και έφυγα για το Μπέλφαστ. Έκτοτε συνέχισα βασικά, καλώς ή κακώς.

Αυτός έφταιγε, ο Μπόμπι. Ακούς εκεί, που θα μπορούσε να είναι ακόμη στον κόσμο, ζωντανός. Ήταν στην πραγματικότητα νεώτερος από μένα και το πράγμα με χτύπησε πολύ, με εντυπωσίασε (μέχρι τότε ήταν κυρίως σύντροφοι από τα μέρη μου που πέθαιναν: Salvador Puig Antich, Saltarelli, Franco Serantini, Txiki …). Μετά από τόσα χρόνια – επίσης, βλέποντας και το πώς πήγαν τα πράγματα στην Ιρλανδία – αναρωτιέμαι αν πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το θάρρος του και εκείνο των 9 συντρόφων του.

Μια σύντομη περίληψη ακολουθεί, χωρίς να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση «ζούμε για να καταπατήσουμε τους βασιλιάδες» όπως συχνά αναφερόμαστε (*) σε κάποιες εξεγερτικές διαδηλώσεις.

Μοιάζει μόνο χθες αλλά αντίθετα σχεδόν 40 χρόνια έχουν περάσει. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα μιας γηραιάς Ευρώπης κορεσμένης και ικανοποιημένης, 10 νεαροί ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί θυσίαζαν τη ζωή τους για να διεκδικήσουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα όπως εκείνο της αυτοδιάθεσης και για την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου για όσους φυλακίζονταν κατά τη διάρκεια ενός απελευθερωτικού πολέμου.

Η απεργία πείνας μέχρι τις ακραίες συνέπειες είναι μέρος της ιρλανδικής κελτικής παράδοσης. Αλλά αυτή που διεξήχθη με ακραία αποφασιστικότητα από τους κρατούμενους του H Block, περισσότερο από μια ρητή αναφορά στο παραδοσιακό γαελικό δίκαιο και στους druidic νόμους, [- Το σύμπλεγμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων των druids], τους νόμους των δρυίδων δηλαδή, αντιπροσώπευε μια καθαρά πολιτική πράξη μέσα σε μια συλλογική διαδικασία απελευθέρωσης.

Περισσότεροι από είκοσι είναι οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που πέθαναν τον περασμένο αιώνα σε απεργία πείνας.

Ο πρώτος από αυτόν τον κατάλογο είναι ο Thomas Ashe, ένας από τους πρωταγωνιστές του «Πάσχα του αίματος» του Δουβλίνου (1916), πέθανε το 1917 αφού αναγκάστηκε να καταναλώσει τροφή με τη βία. Το 1920, ο Terence McSweeney, δήμαρχος του Cork, κρατούμενος στη φυλακή Brixton (Λονδίνο) μετά από 74 ημέρες απεργίας πείνας. Οι Fitzgerald Michael και Murphy Joseph πέθαναν επίσης κατά την ίδια διαμαρτυρία. Το 1923, κατά τη διάρκεια του πραγματικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ του IRA και των υποστηρικτών του «Ελεύθερου Κράτους», πρόθυμων να αποδεχτούν τη διαίρεση του νησιού, στην ιρλανδική φυλακή του Montioy έχασαν τη ζωή τους – μετά από περισσότερες από 40 ημέρες απεργίας πείνας – οι Andrew Sullivan και Dennis Barry.

Πάντα στην Ιρλανδία, στη φυλακή του Hill Arbor, το 1940 πέθαναν μετά από 50 ημέρες απεργίας πείνας οι Jack McNeela και Tony d’Arcy. Σε μια άλλη ιρλανδική φυλακή η ίδια τύχη έλαχε στον Joseph Witty. Το 1943, μετά από 31 ημέρες απεργίας πείνας και δίψας, ο εθελοντής του Ira Sean Mc Caughey έσβηνε στη φυλακή του Δουβλίνου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η κατάσταση στη Βόρειο Ιρλανδία χειροτερεύει: στις 6 φεβρουαρίου 1971 ο Ira σκοτώνει έναν άγγλο στρατιώτη (θύμα που προστίθεται στους στρατιώτες που ήδη σκοτώθηκαν το 1969 από τους προτεστάντες ελεύθερους σκοπευτές) και η αντίδραση δεν καθυστερεί. Στις 9 αυγούστου του ίδιου έτους εισήχθη ο επ’ αόριστον εγκλεισμός (εκείνο το ίδιο πρωινό, 342 άνθρωποι, κυρίως καθολικοί, συνελήφθησαν) κατά τη διάρκεια του οποίου θα χρησιμοποιούνται τακτικά τα σωματικά βασανιστήρια.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους εντείνονται και στις 30 ιανουαρίου 1972, ο βρετανικός στρατός σφαγιάζει δεκατρείς ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Derry («ματωμένη κυριακή»).

Δύο μήνες αργότερα, το Λονδίνο αναλαμβάνει απευθείας τη διοίκηση του Ulster και «χορηγεί» στους ρεπουμπλικανούς κρατούμενους το καθεστώς πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η δικαστική πίεση γίνεται όλο και πιο βαριά. Το 1973 εισήχθησαν τα ειδικά δικαστήρια, χωρίς επιτροπή ενόρκων, και το 1974, με την εισαγωγή της πράξης «Πρόληψης της τρομοκρατικής δράσης», “Preven-tion of terrorism act”, η αστυνομική κράτηση έφθασε στις επτά ημέρες. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, η απεργία πείνας προκαλεί δύο ακόμη θύματα στις αγγλικές φυλακές: τον Michael Gaugham το 1974 και τον Frank Staff το 1976.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου είχε αρθεί.

Στις 27 οκτωβρίου 1980, στο H Block της φυλακής Long Kesh (με το παρατσούκλι «Maze«) μια απεργία πείνας που – αφού αναστάλθηκε τα Χριστούγεννα για να επαναληφθεί την 1η μαρτίου 1981 – θα οδηγήσει στο θάνατο 10 ρεπουμπλικανών μαχητών. Τα ονόματά τους μπορούν να ζουν για πάντα στο μυαλό, στην καρδιά και στους αγώνες όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων του κόσμου. Ισχυρότεροι από το θάνατο.

Το πρωί της 5ης μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες, πεθαίνει ο Robert Gerard Sands. Γεννημένος στο Μπέλφαστ το 1954 από μια καθολική μητέρα και έναν προτεστάντη πατέρα, είχε εισέλθει στον ΙΡΑ όταν ήταν μόλις 18 ετών. Όταν πέθανε ήταν 27 χρονών. Σήμερα ο Μπόμπι είναι θαμμένος στο Milltown, το καθολικό νεκροταφείο στο Δυτικό Μπέλφαστ, που βρίσκεται κατά μήκος της «Falls Road», της περίφημης δημοκρατικής αρτηρίας “Falls”. Πολλοί μάρτυρες της ιρλανδικής υπόθεσης αναπαύονται εδώ: αγωνιστές όπως ο Μπόμπι Σάντς και ο Τζο Μακ Ντόνελ, Joe McDonnel, ή απλοί πολίτες που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία όπως ο Σον Ντάουνς, Sean Downes. Θυμάμαι ότι στις 16 μαρτίου 1988 το Milltown ήταν το σκηνικό μιας βίαιης ένοπλης επίθεσης από έναν φανατικό νομοταγή (φιλοβρετανό πολιτοφύλακα) που ολοκληρώθηκε με μια σφαγή καθολικών, εναντίον μιας πομπής κηδείας.

Στις 14 μαΐου, μετά από μια απεργία 59 ημερών, ο Francis Hughes, ηλικίας 25 ετών, πεθαίνει. Ονομάστηκε ο «Che Guevara του Ulster», το 1978 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της θανάτωσης οκτώ βρετανών στρατιωτών.

Ο Raimond McCreesh πεθαίνει στις 21 μαΐου, μετά από 61 ημέρες. Όταν εισήλθε στον ΙΡΑ ήταν μόνο 16 ετών, συνελήφθη το ’76 μετά από μια ενέδρα εναντίον του στρατού. Όταν πέθανε ήταν 24 χρονών και εξέφρασε στον ιερέα αδερφό του που τον συνέδραμε την επιθυμία ο θάνατός του να μην προκαλέσει καμία βίαιη ενέργεια.

Ο Patsy O’Hara είχε απομακρυνθεί από τον IRA και εντάχθηκε, το 1975, στον Inla (Irish National Liberation Army) του Derry. Μετά τη σύλληψη υπέστη κάθε είδους σωματική και ψυχική βία στη φυλακή. Πέθανε στις 21 μαΐου σε ηλικία 24 ετών. Το 2015, και η μητέρα του, Peggy O’Hara, έφυγε επίσης. Την είχα γνωρίσει και την επισκέφθηκα στο Derry, στο σπίτι της, κάποιες φορές. Μου παραχώρησε, πέρα από μια δραματική συνέντευξη (**), όπου μίλησε για εκείνες τις ημέρες τεράστιου πόνου, και μερικές φωτογραφίες του γιου της και μια συγκινητική αφιέρωση στο βιβλίο που μου είχε χαρίσει («The Irish Hunger Strike» του T. Collins). Και φέτος, τον ιανουάριο, πέθανε η μητέρα του Bobby Sands, Rosaleen.

Στις 8 ιουλίου 1981, μετά από 61 ημέρες αποχής από το φαγητό, πέθανε ο Joe McDonnel, μέλος του IRA στο Μπέλφαστ και μεγαλύτερος της ομάδας. Μεταξύ των συντρόφων που ξεκίνησαν την απεργία μετά τους πρώτους τέσσερις θανάτους ήταν η σειρά του να πάρει την θέση του Μπόμπι Σάντς, μαζί με τον οποίο είχε συλληφθεί και μαζί με τον οποίον είναι θαμμένος σήμερα.

Ο Martin Hurson συνελήφθη τον νοέμβριο του 1976 για συνωμοσία και κατοχή εκρηκτικών. Μεταφέρθηκε στο Long Kesh, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Πέθανε στις 13 ιουλίου, 24 χρονών, μετά από 46 ημέρες απεργίας πείνας.

Ο Kevin Lynch, μαχητής του Inla, συνελήφθη το ’76 μετά την εκτέλεση ενός αστυνομικού, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια. Την απεργία ξεκίνησε στις 23 μαΐου και πέθανε στις 21 αυγούστου, στην ηλικία των 25 ετών.

Ο Kieran Doherty, ήδη ενεργός αγωνιστής του IRA, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, αναγνωρισμένο από τους άλλους κρατούμενους, ειδικά στις επαφές με την Εκκλησία. Πέθανε στις 2 αυγούστου, σε ηλικία 25 ετών, αφού κατάφερε να επιβιώσει χωρίς τροφή για 73 ημέρες.

Ο Thomas McIlwee, στέλεχος του Ira, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της φυλάκισής του στο μπλοκ τιμωρίας. Όταν πέθανε, μετά από 62 ημέρες απεργίας πείνας, ήταν μόλις 23 ετών.

Η ζωή του Micki Devine είναι εμβληματική. Ζώντας ως παιδί σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (διηγήθηκε ότι συχνά έπασχε από πείνα), ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Inla του Derry. Ξεκίνησε την απεργία πείνας στα μέσα ιουνίου και πέθανε στις 20 αυγούστου, στην ηλικία των 27 ετών.

Δύο άλλοι κρατούμενοι σώθηκαν όταν βρίσκονταν ήδη σε κώμα. Ένας από αυτούς, ο Pat McGeown, πέθανε το 1994. Ο άλλος, Lawrence McKeown, συγγραφέας και λέκτορας, έμεινε σημαδεμένος σωματικά.

Είχα την τιμή να συναντηθώ (και να φιλοξενήσω) το McKeown στην δεκαετία του ’90 κατά τη διάρκεια ενός γύρου διαλέξεων. Φυσικά τον ρώτησα πού βρήκε την αποφασιστικότητα να προσθέσει και το δικό του όνομά στον κατάλογο των εθελοντών που θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τους συντρόφους που πέθαιναν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας. «Πρακτικά είναι αδύνατον – μου είχε πει – να καταλάβεις πως φτάσαμε σε αυτή την απόφαση δίχως να γνωρίζεις αυτά που είχαν συμβεί στην Long Kesh κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, μετά την κατάργηση του καθεστώτος  αιχμαλώτων πολέμου. Οι συνθήκες των κρατουμένων ήταν άγριες και καμία μορφή διαμαρτυρίας δεν φαινόταν ικανή να τις τροποποιήσει. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι περισσότεροι όταν μπήκαμε στη φυλακή ήμασταν λίγο μεγαλύτεροι από έφηβοι. Ήμασταν πολύ ενωμένοι, είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ μας και ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, τις ίδιες που με έκαναν να εισέλθω στον ΙΡΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η προοπτική της φυλακής και του θανάτου ήταν οτιδήποτε άλλο παρά απομακρυσμένη.

Βλέποντας με τα μάτια μου την σκληρή καταστολή στην οποίαν υποβάλλονταν οι κρατούμενοι μου συνέβη να ενισχυθούν οι πεποιθήσεις μου. Η βρετανική κυβέρνηση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας ποινικοποιήσει, να μας κάνει να μοιάζουμε με κοινούς εγκληματίες. Έπρεπε να επαναστατήσουμε για να δείξουμε ότι οι επιλογές και οι ενέργειές μας ήταν πολιτικές, όχι εγκληματικές ». Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι «πολλοί από τους εθελοντές φυλακισμένους του Ιra πέθαναν σε απεργία πείνας στη δεκαετία του ’20, του ’40 και του ’70 … και ούτω καθεξής μέχρι το 1981. Συνολικά οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας τα τελευταία 80 χρόνια είναι 22. Για όλους αυτούς μπορούμε να πούμε ότι είναι «νεκροί έτσι ώστε άλλοι να είναι ελεύθεροι» (όπως είναι γραμμένο στον τάφο του Micky Devine και του Patsy O’Hara, στο Derry). Και αυτό το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου είχε κατακτηθεί, το 1972, με μια απεργία πείνας. Στη συνέχεια το απέσυραν το 1976 «.

Επομένως η απόφασή τους δεν ελήφθη ελαφριά τη καρδία. «Όσον αφορά εμένα – συνέχισε ο McKeown – ήξερα καλά ότι αυτή η απεργία θα προχωρούσε μέχρι τα άκρα. Βάζοντας το όνομά μας στον κατάλογο των εθελοντών δεν ξέραμε πότε θα έρθει η σειρά μας, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα επιβιώσει. Είχα σκεφτεί πολύ, επί μακρόν για τις συνέπειες που θα υφίστατο οικογένειά μου … Ήμουν παντρεμένος αλλά τουλάχιστον δεν είχα παιδιά, σε αντίθεση με άλλους εθελοντές, όπως ο Bobby Sands … ».

Τα βασικά αιτήματα των απεργών του Long Kesh ήταν πέντε, που συνδέονται στενά με την απαίτηση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων: να μην φορούν στολές φυλάκισης, να μην διεξάγουν εργασίες εγκληματιών, ελευθερία μελέτης και διασύνδεσης – να μπορούν δηλαδή να συναντιούνται τακτικά – δυνατότητα να δέχονται επισκέψεις και δέματα, δικαίωμα σε μείωση ποινής. Αυτά τα αιτήματα, έστω και με τρόπο όχι εμφανή και χωρίς την τυπική επανεισαγωγή του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια και ικανοποιήθηκαν στην ουσία τους.

Πράγματι, στις αρχές νοεμβρίου του 1981, μετά το τέλος της απεργίας πείνας, ο υπουργός Prior παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις φυλακών που επέτρεψαν στους ρεπουμπλικάνους φυλακισμένους του «Λαβύρινθου-Maze» την δυνατότητα να φορούν τα ρούχα τους, τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη μείωση της ποινής κ.λπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να προσθέσουμε και δεν έχει ήδη ειπωθεί από τους άμεσους ενδιαφερόμενους με την τόσο ριζοσπαστική και οριστική-τελική χειρονομία τους.

Όσον αφορά εμένα: «Σε οποιοδήποτε μέρος με ξαφνιάσει ο θάνατος, θάψτε την καρδιά μου στη Milltown».

(*) Αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα από τον «Χένρι IV» του Σαίξπηρ: «Αν ζούμε είναι για να περπατήσουμε στα κεφάλια των Βασιλέων. Αν πεθάνουμε, ω τι όμορφος θάνατος, όταν οι Πρίγκιπες πεθαίνουν μαζί μας. Τώρα για τις συνειδήσεις μας τα όπλα είναι σωστά. Όταν η πρόθεση να τα φέρουμε μαζί μας είναι λογική «.

(**) Gianni Sartori http://csaarcadia.org/in-memoria-di-peggy-ohara/

IN BOTTEGA CFR Scor-data: 1 marzo 1981 (di David Lifodi) e Scor-data: 5 maggio 1981 (di Energu) ma anche Che c’entra Bobby Sands con Casa Pound? (di Gianni Sartori) e Sporchi (di Mark Adin)

MA COSA SONO LE «SCOR-DATE»? NOTA PER CHI CAPITASSE QUI SOLTANTO ADESSO.               

Per «scor-data» qui in “bottega” si intende il rimando a una persona o a un evento che il pensiero dominante e l’ignoranza che l’accompagna deformano, rammentano “a rovescio” o cancellano; a volte i temi possono essere più leggeri ché ogni tanto sorridere non fa male, anzi. Ovviamente assai diversi gli stili e le scelte per raccontare; a volte post brevi e magari solo un titolo, una citazione, una foto, un disegno. Comunque un gran lavoro. E si può fare meglio, specie se il nostro “collettivo di lavoro” si allargherà. Vi sentite chiamate/i “in causa”? Proprio così, questo è un bando di arruolamento nel nostro disarmato esercituccio. Grazie in anticipo a chi collaborerà, commenterà, linkerà, correggerà i nostri errori sempre possibili, segnalerà qualcun/qualcosa … o anche solo ci leggerà.

La redazione – abbastanza ballerina – della bottega από την σύνταξη

http://www.labottegadelbarbieri.org/5-maggio-1981-muore-lallodola-dirlanda/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

BOLOGNA, 25 AΠΡΙΛΙΟΥ: Ο ROGER WATERS (ΠΡΩΗΝ PINK FLOYD) ΣΕ ΣΥΝΑΥΛΙΑ

Καλή μουσική και καλή πολιτική καθώς και όμορφες εικόνες (τις βρίσκετε στην ουρά). Ο Luca Cumbo – με την έγκριση και λίγο φθόνο της La Bottega del Barbieri – πήγε να δει τη συναυλία του Roger Waters στο Casalecchio di Reno, Bologna.

Ο Roger Waters υπήρξε μπασίστας και συνιδρυτής των Pink Floyd, θρυλικού μουσικού συγκροτήματος που γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο στη χρυσή εποχή της λεγόμενης «ψυχεδέλειας» που είναι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60. Ο Waters ήταν επίσης δημιουργός των περισσότερων στίχων των τραγουδιών των Pink Floyd, καθώς και των μουσικών, μετά τη θλιβερή έξοδο από την ομάδα του Syd Barrett που συνδέεται με προβλήματα κατάχρησης παραισθησιογόνων ουσιών που πιθανώς επιδείνωσαν μια λανθάνουσα ψυχική δυσφορία.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, το αντιμιλιταριστικό θέμα στα κείμενα του Waters γίνεται αμέσως σαφές: ο δεκανέας Clegg (στο Saucerful of Secrets, 1968), αν και με τον ειρωνικό και σουρεαλιστικό τόνο χαρακτηριστικό της εποχής, μιλά για την ιστορία του δεκανέα Clegg που «κερδίζει» στον πόλεμο ένα ξύλινο πόδι ως ανταμοιβή της θυσίας του προς τιμήν της βασίλισσας («clegg» θα μπορούσε να είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις που ανακαλεί στη μνήμη τις έννοιες «tafano, σπασαρχίδης» και «τεχνητό πόδι»).

Εδώ το κείμενο με μετάφραση και video:

https://www.antiwarsongs.org/canzone.php?id=2364&lang=it

Ο πατέρας του Waters πέθανε στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των μαχών κατά των ναζιστικών-φασιστικών στρατευμάτων μετά την απόβαση των συμμάχων στο Anzio το 1944. Και ο Waters γνωρίζει καλά την ιταλική αντίσταση. Επίσης για αυτό το λόγο τα κείμενα κατά του πολέμου και εναντίον του φασισμού υπήρχαν πάντα στα έργα του μουσικού, τόσο κατά την εμπειρία με τους Pink Floyd όσο και κατά την ατομική καριέρα.

Στη δεκαετία του ’70 – και ειδικότερα με το The Dark Side of the Moon (1973) – ο Waters αρχίζει να υπογράφει κείμενα που καταγγέλλουν την αλλοτρίωση που παράγει η σύγχρονη καπιταλιστική αγγλική κοινωνία, τη δουλεία μπροστά στο χρόνο (Time), στα χρήματα (Money) που οδηγεί στην εξαθλίωση και την απανθρωπιά και, ως εκ τούτου, στην τρέλα (Brain Damage). Περνούν μερικά χρόνια και στο Welcome to the Machine, που έχει ληφθεί από το άλμπουμ «Wish You Here» (1975) που δεν είναι τυχαίο πως είναι αφιερωμένο στον Syd Barrett, ο άνθρωπος περιγράφεται ως αυτόματο, σκλάβος σε μια τεχνολογία στην υπηρεσία της εξουσίας.

Είναι με το άλμπουμ Animals (1977), εντυπωσιακό και θαρραλέο, μακρινό χιλιάδες έτη φωτός από τη σύγχρονη πανκ μόδα, που ο Waters εξευγενίζει και καθιστά σαφείς στα κείμενα του τους φιλιππικούς ενάντια στην εξουσία αλλά και εναντίον των μαζών που πάσχουν, υποφέρουν παθητικά χωρίς να εξεγείρονται. Το Animals είναι ένα σκοτεινό, ανήσυχο, απειλητικό, αγχωτικό άλμπουμ, μακρά κομμάτια (από 10 έως 17 λεπτά αν εξαιρεθούν οι δύο πολύ σύντομες μπαλάντες στην αρχή και το κλείσιμο του άλμπουμ) που δεν αφήνουν διαδρομές διαφυγής, αλλά παραδίδονται στη ροή της μουσικής, στις ξαφνικές επιταχύνσεις και στις αιφνίδιες πτώσεις, θα μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι το Animals είναι ένα αριστούργημα.

Οι στίχοι, χαλαρά εμπνευσμένοι από την Φάρμα των ζώων, La Fattoria degli animali του George Orwell, χωρίζουν την ανθρωπότητα σε τρία μακρά κομμάτια / κατηγορίες: σκύλους (Dogs), γουρούνια (Pigs, Three different ones), πρόβατα (Sheep).

Εδώ το περίφημο εξώφυλλο με τον ιπτάμενο χοίρο ανάμεσα στις καμινάδες του ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού Battersea Power Station του Λονδίνου:

Μετά το Animals είναι η σειρά του διπλού The Wall (1979) μαζί με το ομώνυμο film του Alan Parker (του 1982, που παρουσιάστηκε στο 35° festival di Cannes, των Κανών) να αναλάβει πιο ρητά το αντιμιλιταριστικό θέμα, υπάρχουν επίσης αυτοβιογραφικές αναφορές για το θάνατο του πατέρα του Waters, όπως στο κομμάτι When the tigers broke free: https://www.youtube.com/watch?v=E_5DRKZI1Ow

Το The Final Cut (1983) – τελευταίο album του Waters με τους Pink Floyd – παρουσιάζεται ως το “requiem del sogno del dopoguerra, ρέκβιεμ του μεταπολεμικού ονείρου” . Στο τραγούδι με το οποίο ξεκινά The Post War Dream δέχεται μετωπική επίθεση η “Maggie” Margaret Thatcher για τις κοινωνικές πολιτικές της και για τον πόλεμο στα νησιά Falkland/Malvinas (1982): What have we done Maggie what have we done

What have we done to England

Should we shout should we scream

What happened to the post war dream?

Αυτή η μακρά εισαγωγή, για την οποία ζητούμε συγγνώμη από τους μη οπαδούς, αυτούς που δεν είναι παθιασμένοι με τον καλλιτέχνη, πριν μιλήσουμε για την συναυλία αυτή καθεαυτήν, ήταν απαραίτητη για να πούμε ότι ένα θέαμα του Roger Waters δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό συμβάν, αλλά ένα πολιτικό γεγονός. Η παγκόσμια περιοδεία του Waters αγγίζει όλες τις ηπείρους με εκατοντάδες ημερομηνίες και εκατομμύρια θεατές. Όλα τα ραντεβού συνοδεύονται πάντοτε, σε κάθε στάδιο, από πολλές συνεντεύξεις στις οποίες ο Waters μιλά περισσότερο για πολιτική απ ‘ό, τι για μουσική.

Ο Waters καταγγέλλει εδώ και καιρό την δουλικότητα των δυτικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, αποκαλώντας τα «μέσα προπαγάνδας για πόλεμο». Οι συναυλίες του πρώην-Pink Floyd είναι μαζικά φαινόμενα, με γεμάτα γήπεδα ποδοσφαίρου, εκατομμύρια συμμετέχοντες, ένα πολύ διαφορετικό ακροατήριο στο οποίο δυνητικά εν μέρει ποτέ δεν έφτασαν πληροφορίες και ιδέες σε αντίθεση με την κυρίαρχη λογοτεχνία (αφήγηση, αν προτιμάτε, ή »μοναδική σκέψη», διαλέξτε εσείς).

Έτσι ο Waters χρησιμοποιεί τις συναυλίες του για να προσπαθήσει να τονώσει μια πληροφόρηση διαφορετική: το leit motiv της περιοδείας είναι «RESIST», το οποίο εμφανίζεται συχνά στις μεγάλες οθόνες, στα μπλουζάκια τoυ χορού, στα χαρτάκια με τα σημειώματα που ρίχνονται στο κοινό. Αντίσταση στον πόλεμο, στις κυβερνήσεις, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αντίσταση στον Trump, την Theresa May, τον Μπερλουσκόνι και τον Σαλβίνι, όλοι χαστουκίζονται σε πλάνα που τρέχουν με βίντεο προς το κοινό που είναι παρόν.

Ο Waters μιλά για τους μετανάστες, μιλά για υποδοχή, καλωσόρισμα, για νέα (παλιά) – αποικιοκρατία. Το μεταπολεμικό όνειρο είναι στην πραγματικότητα ένας εφιάλτης, ο δυτικός πατιναρισμένος κόσμος είναι ένα reality show από το οποίο πρέπει να ξυπνήσουμε, ενώ εκείνοι που είναι ήδη αφυπνισμένοι πρέπει να αντισταθούν.

Ο Waters παίρνει αυτό το καθήκον πολύ σοβαρά με τίμημα να γίνει δυσάρεστος και να οδηγηθεί ενάντια στους ίδιους τους οπαδούς του. Στα αμερικανικά ραντεβού της περιοδείας υπήρχαν στιγμές που ορισμένοι θεατές, υποστηρικτές του Trump, εγκατέλειψαν τη συναυλία πριν από το τέλος.

Ερωτηθείς για το θέμα, ο Waters έστειλε όντως εκείνους τους (φερόμενους) fans από εκεί που ήρθαν, ισχυριζόμενος ότι όσοι δεν θέλουν να τον ακούν να μιλά για πολιτική, πρέπει να πάνε στις συναυλίες της Katy Perry και όχι στις δικές του.

Εδώ μια από τις σχετικές συνεντεύξεις του όπως και οι δηλώσεις υπέρ του BDS Movement:

https://www.youtube.com/watch?v=5WYa-pNhxmQ

Κατά τη διάρκεια της συναυλίας στη Μπολόνια ήταν ενδιαφέρον να ακούσει κανείς τα σχόλια του κοινού, να βρεθεί δίπλα-δίπλα με υποστηριχτές της λίγκας του βορρά, της forza nuova, κλπ, πολλοί φυσικά έδειξαν αδιαφορία συνεχίζοντας να καταγράφουν τα πάντα με τα γαμημένα τηλέφωνά τους (μα τι νόημα έχει να πληρώνεις για μια συναυλία και στη συνέχεια να παρακολουθείς όλα μέσω του τηλεφώνου αντί να τhn απολαμβάνεις;) αλλά άλλοι καταλήφθησαν από αμφιβολία, συζητούσαν, ρωτούσαν και αναρωτιόντουσαν. Ποιος ξέρει.

Ο Waters επικεντρώνει την συναυλία στην αναβίωση των Animals, στην περίφημη σκηνογραφία φτιαγμένη με τεράστια ιπτάμενα και γεμάτα τατουάζ γουρούνια με το σύμβολο του δολαρίου και το πρόσωπο του Trump, με τις σκηνικές χορογραφίες που σχετίζεται με τον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό Battersea, καθώς και κάποια άλλα αποσπάσματα από το τελευταίο σόλο άλμπουμ του Is this the life we really want? (2017). Φυσικά δεν λείπουν κομμάτια παρμένα από το The Dark Side oh the Moon και to The Wall. Αλλοτρίωση και πόλεμος, αν πέσουμε στην πρώτη να που έρχεται ο δεύτερος, γι αυτό πρέπει να ξυπνήσουμε, να αντισταθούμε και να αγωνιστούμε.

Ίσως λόγω της καυτής ζέστης του κλειστού γηπέδου του Casalecchio που κάνει τον μουσικό να φαίνεται λίγο κουρασμένος, ίσως και για την ηλικία του (ο Waters κλείνει τα 75 τον σεπτέμβριο) ο μπασίστας παίζει λίγο ο ίδιος αφήνοντας αρκετό χώρο για τους άλλους μουσικούς στη σκηνή , αλλά σε κάποιο σημείο εκπλήσσει τους πάντες παίρνοντας μια ηλεκτρική κιθάρα (σίγουρα όχι το όργανο του) και ρίχνοντας τον εαυτό του σε ένα σόλο που τραβήχτηκε από ένα τραγούδι του τελευταίου άλμπουμ. Αστειεύτηκε με αυτό και ευχαρίστησε τον νεαρότερο Jonathan Wilson, αμερικανό κιθαρίστα μέλος του συγκροτήματος, που του έμαθε να παίζει την κιθάρα σαν σολίστ.

Η συναυλία ανοίγει με το κλασικό Breathe που τραβήχτηκε από το The Dark Side of the Moon: πιο κατάλληλη εισαγωγή δεν μπορούσε να υπάρξει. Αμέσως μετά να η chicca One of these days (που λήφθηκε από το Meddle του 1971), το παλιότερο από τα τραγούδια των Floyd που εκτελέστηκαν. Τότε είναι η σειρά του The Great Gig in the sky (και πάλι από τo Dark Side) με μια διπλή θηλυκή φωνή στη θέση της μοναδικής σόλο φωνής του original, αμφισβητήσιμη επιλογή στην επιτυχία της ερμηνείας, αλλά καλύτερη από άλλες τραγικές εκδόσεις που ακούστηκαν στο παρελθόν και στις ίδιες περιοδείες των Pink Floyd για να ολοκληρωθεί η ιστορική περίοδος. Ακολούθησε το κλασσικό Welcome To The Machine (σπάνια παιγμένο ζωντανά τα τελευταία 40 χρόνια) και τρία τραγούδια από την τελευταία δουλειά Είναι αυτή η ζωή που πραγματικά θέλουμε; Is This the Life We Really Want? που συνάδουν με το πλαίσιο μιας και μοιάζουν πολύ με αποκόμματα που ανασυντάχθηκαν από τα παλιά τραγούδια των Floyd.  Στη συνέχεια, το αναπόφευκτο κερασάκι στην τούρτα Wish You Were Here (από το ομώνυμο άλμπουμ) για το σύνθετο κοινό και το αναπόφευκτο Another Brick in the Wal (προφανώς από το The Wall ) που υποδέχεται στη σκηνή έναν πολυεθνικό χορό των ευλόγως ενθουσιασμένων παιδιών που προέρχονται από το Antoniano της Μπολόνια. Όλα τα τραγούδια από το ρεπερτόριο των Pink Floyd προτείνονται με σεβασμό στη μουσική φιλοσοφία τους. Οι ήχοι είναι εκείνοι οι σωστοί, στα όργανα της σκηνής περιλαμβάνονται τόσο τα ιστορικά όργανο Hammond και αναλογικά συνθεσάϊζερ, όσο η ηλεκτρονική ενορχήστρωση που είναι απαραίτητη για μια πειστική ζωντανή απόδοση της μουσικής ατμόσφαιρας των Pink FloydΗ μόνη εξαίρεση ήταν το Welcome to the Machine, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω, η επανερμηνεία του οποίου, με κάποιες σκόπιμες στρεβλώσεις στο κεντρικό μέρος, δεν έπεισε τον γράφοντα: όχι τόσο για την παραμόρφωση από μόνη της – αυτή ήταν η αρχή σχεδόν όλων των τραγουδιών στις ζωντανές εμφανίσεις των Pink Floyd (τουλάχιστον μέχρι την περιοδεία του The Wall) – αλλά επειδή είναι καταναγκαστική, δεν ρέει, σαν να ήθελε να την αλλάξει με κάθε κόστος χωρίς μια συγκεκριμένη ιδέα στο ξεκίνημα.

Αντιθέτως οι εκτελέσεις των δύο μεγάλων κομματιών που λαμβάνονται από τα Animals: Dogs and Pigs (Three different ones), είναι υπέροχες, μαζί μισή ώρα μουσικής όπου όλα φαίνονται στο σωστό μέρος, μίξη, φωνητικά, ρυθμικές και σόλο κιθάρες από τους εξαιρετικούς Dave Kilminster, Jonathan Wilson, το μπάσο του Gus Seyffert, το όργανο και τα synths του Bo Koster και του Jon Carin, τα ντραμς του Joey Waronker, όλοι τέλειοι χωρίς περιττά στολίδια εδώ όπως και στην υπόλοιπη σύνθεση της συναυλίας.

Κρίμα που δεν προβλέπονταν το Sheep, η άλλη εξαιρετική suite από το Animals.

Ανάμεσα στο ένα τραγούδι και το  άλλο ο Waters δεν ξέχασε να καταδικάσει και αυτή την φορά το Ισραήλ για το apartheid που έχει επιβάλει στους παλαιστίνιους και θύμισε τον Vittorio Arrigoni: “Να παραμείνουμε ανθρώπινοι” επαναλαμβάνει πολλές φορές. Ο Waters αρνήθηκε πολλές φορές να εμφανιστεί στο Ισραήλ, συμμετέχει επίσημα στην εκστρατεία  BDS-Boycott, Divestment and Sanctions, προσκαλώντας τους μουσικούς συναδέλφους του να κάνουν το ίδιο και ασκώντας κριτική σε εκείνους που δεν το έκαναν (τον ιούλιο του 2017 ο Waters κάλεσε, δίχως να εισακουστεί, τον Tom Yorke και τους Radiohead να μην παίξουν στο Tel Aviv). Μα δεν τελειώνει εδώ: ο Waters επιτέθηκε στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ για τον πόλεμο στη Συρία, κατηγόρησε τα αποκαλούμενα Λευκά Κράνη (White Helmets, δήθεν ΜΚΟ πολιτικής προστασίας της Συρίας) ως μια ψεύτικη ανθρωπιστική οργάνωση και προκάλυμμα των σχηματισμών τζιχάντ. Κατά το ραντεβού της Βαρκελώνης ήταν ακόμη πιο σαφής

https://www.youtube.com/watch?v=0Wh1ppnkSag

Μετά το μέρος της συναυλίας που αφιερώνεται στα Animals, ένα άλλο ζευγάρι κλασικών (Money και στη συνέχεια Us and Them που δίνει το όνομα στην περιοδεία), στη συνέχεια Smell the roses που λαμβάνεται από το τελευταίο σόλο έργο του Waters και το μεγάλο φινάλε με το ζευγάρι Brain Damage / Eclipse , που αντιστοιχούν και στο κλείσιμο του The Dark Side of the Moon, όλα συνοδευόμενα από μια τεράστια πυραμίδα λέιζερ τρυπημένη από ένα ουράνιο τόξο χρωμάτων για να ανακαλέσει το διάσημο εξώφυλλο του άλμπουμ.

Καταλήγοντας, μετά το αναπόφευκτο Confortably Numb και το μπιζάρισμα με τo Μother που είναι παρμένα από το The Wall, ο Roger Waters παίρνει από το ακροατήριο κάτω από την σκηνή μια σημαία της Εθνικής Ένωσης Ιταλικών Παρτιζάνων, την σηκώνει προς το κοινό ως ένδειξη σεβασμού, την φιλάει, τη βάζει γύρω στο λαιμό του και αποτραβιέται.

Le fotografie sono di, Οι φωτογραφίες είναι του Ennio Cerami

http://www.labottegadelbarbieri.org/bologna-25-aprile-roger-waters-ex-pink-floyd-in-concerto/

αθλητισμός, sport

Δυο αθλητικές ιστορίες: ο Arturo Merzario και ο Lupo

Δημοσιεύτηκε στις   

[Στο τεύχος σεπτεμβρίου του περιοδικού GQ (ιταλική έκδοση) αναφερόμαστε με τον δικό μας τρόπο σε μια διάσημη ιστορία, αυτή της «φωτιάς του ring», Nürburgring 1976. Μια μέρα στη ζωή δύο ανδρών: ο ένας ονομάζεται Niki Lauda, ο άλλος Arturo Merzario . Μας ενδιαφέρει κυρίως ο δεύτερος.
Κερδίζουμε το ριμπάουντ, και με την μπάλα στα χέρια σας προσφέρουμε επίσης ένα ακόμη κείμενο. Αυτό γράφτηκε από έναν από τους πιο εκτιμημένους σχολιαστές εδώ στο Giap και στο Lipperatura, δηλαδή τον Luka, τον άνθρωπο που συνηθίσαμε να γνωρίζουμε ως Wu Ming 3, the man formerly known as Wu Ming 3. Μιλά για έναν ποδοσφαιριστή. Κάποιον που αποτραβήχτηκε έξω από το μεγαλύτερο θέαμα-γεγονός στον κόσμο. Που είναι και ένας άλλος τρόπος να ριχτείς μέσα στις φλόγες για να σώσεις κάτι, κάποιον.]
.

1 αυγούστου 1976. Η άσφαλτος τρέχει στη μέση της βλάστησης, από τη μία πλευρά της πίστας το έδαφος κλίνει προς την πεδιάδα, από την άλλη ανεβαίνει προς το λόφο, που καλύπτεται από το δάσος. Κάπου εκεί πάνω πρέπει να υπάρχει και ένα κάστρο. Φαίνεται να είναι ένας οποιοσδήποτε επαρχιακός δρόμος, αν δεν ήταν για το μονοθέσιο που βγαίνει από την στροφή με ταχύτητα: κόκκινο με μια λευκή ζώνη, τον αριθμό 1 σφραγισμένο στη μούρη. Ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και το αυτοκίνητο γέρνει προς τα αριστερά, στη συνέχεια ταλαντεύεται προς τα δεξιά, ο πιλότος κάνει αντίθετο τιμόνι αλλά χάνει τον έλεγχο, το αυτοκίνητο κόβει διαγώνια την πίστα σε όλη την τροχιά και γλιστρά γρήγορα προς το προστατευτικό δίχτυ , το διασπάει, συντρίβεται στην πλευρά του λόφου, αναπηδά σε ένα κατακλυσμό από συντρίμμια, αναφλέγεται, συνεχίζει να περιστρέφεται μέσα στις φλόγες μέχρι να σταματήσει.
Ο άνδρας που φυλακίστηκε εκεί μέσα ονομάζεται Andreas Nikolaus Lauda, για όλους Niki. Είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ferrari εκείνη την στιγμή, είναι 27 ετών και καίγεται ζωντανός σε εκείνο που θα περάσει στην ιστορία της F1 ως το »Rogo del Ring», »το πυρ του ring».
Η εικόνα σταματά.
Αν η δεοντολογία, η ηθική είναι η αναζήτηση για κάτι καλό, η αναζήτηση να κάνουμε το καλό, ακόμα και μέσα στην πιο δύσκολη κατάσταση, τότε αυτό που συνέβη στο σιρκουί, στην πίστα Nürburgring πριν από τριάντα τέσσερα χρόνια είναι μια πρακτική άσκηση στην ηθική φιλοσοφία, δηλαδή η άσκηση μιας επιλογής από τέσσερις άνδρες που υπαγορευόταν από τη συνείδησή τους.
Προχωράμε.
Το πρώτο αυτοκίνητο που φτάνει μετά το ατύχημα οδηγείται από τον Guy Edwards, ο οποίος καταφέρνει να αποφύγει την σύγκρουση και να περάσει ανάμεσα στο καμένο ναυάγιο και το προστατευτικό. Αλλά αυτό είναι μόνο επιδεξιότητα, η επιλογή έρχεται αργότερα. Βρισκόμαστε στο ενδέκατο χιλιόμετρο ενός μεγάλου σιρκουί μακρύ 23. Πόσο χρόνο θα χρειαστούν οι διασώστες να φτάσουν εκεί; Δέκα λεπτά; Περισσότερα; Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μόνος; Ο Edwards επιβραδύνει, σταματάει.
Το δεύτερο αυτοκίνητο που φτάνει οδηγείται από τον Brett Lunger, ο οποίος δεν είναι σε θέση να στρίψει και κεντράρει την καμένη Ferrari, σπρώχνοντας την στην άκρη της πίστας. Τα δύο αυτοκίνητα που ακολουθούν σε αυτό το σημείο θα έχουν το χώρο να περάσουν, αλλά σταματούν και αυτά. Είναι εκείνα του Harald Ertl και του Arturo Merzario.
Τέσσερις άνδρες που παραιτούνται από τον αγώνα. Πιλότοι της F1, άνθρωποι συνηθισμένοι να διακινδυνεύουν, αλλά το να λαμβάνουν υπόψη την υπόθεση του δικού τους θανάτου δεν είναι να ατενίζουν με θαυμασμό ή αδράνεια το θάνατο των άλλων σε ένα βήμα απόσταση από αυτούς, και τον πιο φρικτό μάλιστα. Προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά με τους πυροσβεστήρες που έχουν στα αυτοκίνητα, αλλά οι φλόγες είναι κακές, δύσκολες να δαμαστούν.
Stop.
Νάμαστε στο βάθος του συλλογισμού. Εάν η επιλογή βασίζεται στην ηθική, για να επιλέξεις χρειάζεται θάρρος. Χρειάζεται η αποφασιστικότητα να δράσουμε δίκαια, όχι πλέον χωρίς φόβο, αλλά παρά τον ίδιο τον φόβο. Και το κάνουμε όταν η χειρονομία είναι απαραίτητη, όχι πριν ή μετά (μιας και λόγω εκ των υστέρων αποφάσεων είναι γεμάτοι οι λάκκοι). Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μονάχος;
Ο Arturo Merzario το ξέρει, στην πραγματικότητα το κάνει: ρίχνεται στις φλόγες και σέρνει τον Lauda έξω από το πιλοτήριο.
Όταν φθάνει η βοήθεια, ο Λάουντα είναι ζωντανός, κινείται, αλλά έχει δηλητηριαστεί από τον καπνό και έχει το κρανίο και το μισό πρόσωπο τελείως καμμένα. Στο νοσοκομείο πέφτει σε κώμα, του δίνουν την ακραία θεραπεία, αλλά ο θάνατος τον στέλνει πίσω, η μοίρα αποφάσισε να του προσφέρει μια ακόμη ευκαιρία, η οποία θα μετατραπεί σε μια μακρά και ευημερούσα ζωή. Προφανώς, ο Lauda δεν μπορεί να το ξέρει, ενώ βρίσκεται καθηλωμένος στο νοσοκομειακό κρεβάτι. Όταν ξυπνά, πρέπει να βρει τη δύναμη να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και – ακόμη πιο τρομερό – να καθρεφτιστεί στα μάτια της νεαρής συζύγου του. Είναι εντελώς παραμορφωμένος και θα πρέπει να υποβληθεί σε βαριά πλαστική χειρουργική του προσώπου. Ο Λάουντα δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε τον τρόπο να ευχαριστήσει όπως πρέπει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τη ζωή του. Πρέπει να ξεπεράσει το σοκ και να πείσει τον εαυτό του ότι είναι δυνατό να συνεχίσει να ζει, ακόμα και να επιστρέψει να τρέχει, κάτι που θα κάνει μόλις 40 ημέρες μετά το ατύχημα, με εντυπωσιακό στωικισμό για τους συνηθισμένους θνητούς. Στον Arturo Merzario χαρίζει ένα χρυσό ρολόι. Μια χειρονομία άκομψη, σχεδόν χυδαία, που δεν ευνοεί την προσέγγιση των δύο πιλότων που βγαίνουν από το δράμα. Επιπλέον, των δυο τους είναι οι παράλληλες ζωές ανδρών που δεν μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί.

Ακριβώς ο Lauda είναι ο οδηγός που ο Enzo Ferrari προτίμησε από τον Merzario στα τέλη του 1973. Ο Merzario είχε προσγειωθεί στην scuderia του Maranello το προηγούμενο έτος, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως έναν πολύ μαχητικό οδηγό, αλλά χωρίς να έχει καλά αποτελέσματα. Όταν απέδωσε την πενιχρή προσφορά του στην έλλειψη αξιοπιστίας της Ferrari, ο πατέρας αφεντικό του Maranello αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τη νέα αυστριακή υπόσχεση. Τον Niki Lauda, τρεις φορές παγκόσμιο πρωταθλητή,

το παραμορφωμένο πρόσωπο έγινε μια εικόνα της F1, μετά επιχειρηματίας, ιδρυτής δύο αεροπορικών εταιρειών, αθλητικός σχολιαστής. Ο Merzario χρόνιο outsider, γενναιόδωρος, άτυχος. Μια ζωή ως μεσαίος, θα τραγουδούσε ο Ligabue. Μετά τη Ferrari, πέρασε από τέσσερις άλλες ομάδες χωρίς να κατακτήσει ποτέ ένα βάθρο. Οι επιτυχίες έρχονταν πάντα μόνο στην αντοχή, στην καρτερία. Η τελευταία πρόκληση στη F1 είναι στα τέλη της δεκαετίας του Εβδομήντα, όταν προσπάθησε την καριέρα του κατασκευαστή, πλέον πέρα από τον μέγιστο χρόνο. Ο καιρός των ομάδων με χειρονάκτες τεχνικούς βρίσκονταν πλέον στη δύση του, το πεισματάρικο του ατόμου δεν μπορούσε πλέον να κάνει τίποτα μπροστά στα μονοπώλια των μεγάλων εμπορικών σημάτων, με τους ώμους να καλύπτονται από την αυτοκινητοβιομηχανία. Ο Merzario προσπάθησε πεισματικά να κάνει τα αυτοκίνητά του ανταγωνιστικά μέχρι το 1980, πριν εγκαταλείψει. Είναι όμως σαφές ότι γι ‘αυτόν οι κινητήρες και οι κούρσες είναι ένα πάθος που αγνοεί τα αποτελέσματα. Αφήνοντας την F1, δεν θα σταματήσει να αγωνίζεται μέχρι τις μέρες μας. Η τελευταία επιτυχία του χρονολογείται από το 2009 στο Lotus Cup Italy, στην ηλικία των 66 ετών.
Τον περασμένο χρόνο, με την ευκαιρία των εξήντα γενεθλίων του, ο Lauda επανέλαβε τις ευχαριστίες στον άνθρωπο που έσωσε τη ζωή του: «Ποτέ δεν θα είμαι αρκετά ευγνώμων για τον Arturo. Και στον Θεό «.
«Μια ωραία χειρονομία», – σχολίασε ο Merzario. – «Δεν μπορούσαμε να ανεχθούμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο χρόνος έχει μαλακώσει τη σχέση». Όταν του επισημαίνουν ότι τα λόγια του Lauda έρχονται λίγο αργά, ο παλιός πιλότος σηκώνει τους ώμους: «Είμαστε και οι δύο τυχεροί, αφού είμαστε ακόμα ζωντανοί».
Αυτό μετράει: η ζωή, περισσότερο από τη δόξα. Το παρόν, περισσότερο από το παρελθόν. Ένα μάθημα που είναι ζευγάρι με εκείνο των τριάντα τεσσάρων ετών πριν, όταν ο Arturo Merzario μας δίδαξε ότι να είσαι ήρωας δεν σημαίνει απαραίτητα να είσαι νικητής.

***

Πρέπει να κάνουμε μια κουβεντούλα, Lobo, το έχω ανάγκη. Έχω πολλά ερωτήματα να κάνω.Θα ερχόμουν να σε ψάχνω, δεν κάνεις δηλώσεις, δεν παραχωρείς συνεντεύξεις. Θα έπρεπε να είναι μια περιστασιακή συνάντηση, μπροστά σε μια cerveza, μια μπύρα, τι ξέρω εγώ, ή ένα μάτε, χωρίς σημειωματάρια, ούτε μαγνητόφωνα. Σαν γέροι που μπορούν να είναι φίλοι ακόμη και αν δεν γνωρίζονται, για ένα μόνο απόγευμα, στο τραπέζι ενός μπαρ. Η πολιτική, το ποδόσφαιρο, η ζωή, η ουσία κάθε μπαρ. Κάθε γέρου.
Είσαι ένας από τους ήρωες μου, Lobo. Ατελής Ήρωας. Όχι μαχόμενος. Κατέχεις τα μυστικά που ψάχνω, είμαι σίγουρος, στις ρωγμές των τοίχων ή κατά μήκος της οροφής. Αυτό το παρελθόν μιλά σε μένα, με κλέβει, με αρπάζει, με προσελκύει, θα ήθελα να παίζει μουσική, να το ανακαλύπτω από τη φωνή σου που φαντάζομαι βραχνή, αναμεμειγμένη με καπνό και σιωπή.
Ναι, η σιωπή. Πώς θα διασχίσεις τη σιωπή, Αρχηγέ; Είναι ένας ωκεανός, η σιωπή; Και ποια βάρκα είναι κατάλληλη;
Ο βρόντος που εισβάλλει στην cancha, στο γήπεδο, στον αγωνιστικό χώρο, ο βρυχηθμός απ’ τα κιγκλιδώματα της κόλασης των κερκίδων που τα σπάνε, και σε μεθούν, μπορεί ξαφνικά να σιγήσει; Και για πάντα;
Μπορεί ο Τυφώνας να σταματήσει να φυσάει ορμητικά, ακάθεκτος, ξαφνικά;
Πρέπει να υπήρξε μια στιγμή, ίσως, στην οποία οι στολές να σου φάνηκαν ίδιες, εκείνες οι άκαμπτες, γεμάτες αλαζονεία του στρατού και οι δικές σας, κοντά μανίκια και παντελονάκια, δυσδιάκριτες. Πρέπει να είχες παραισθήσεις, οράματα φρίκης χωρίς απόδραση, διαφυγή: εσύ να πυροβολείς με το δεξί, έξω από την περιοχή, και ο τερματοφύλακας να πεθαίνει διάτρητος απ’ τα χτυπήματα, εσύ που πανηγυρίζεις μετά από ένα γκολ, και οι σύντροφοι στραγγαλισμένοι απ’ το αγκάλιασμα, από τη λαβή, άψυχοι. Ένας σταυρός μπηγμένος στο έδαφος, για να σημάνει τη γωνία. Φτάνει λοιπόν, αρκετά, επέλεξες τη λήθη, την ανωνυμία.
Πόσο κοστίζει η λήθη, Χόρχε; η ανωνυμία; Είναι ένα καπνογόνο, η λήθη; Kαι η ομίχλη που τυλίγει το γήπεδο και εμποδίζει το παιχνίδι, διακόπτεται το παιχνίδι; Είχες έναν πυρσό, έχεις;
Ποιος ξέρει αν μίλησες Lobo, με τους συντρόφους σου, και πριν και μετά, και με ποιον. Ποιος ξέρει αν συζήτησες με τον Alberto και Osvaldo και Mario και τον Leopoldo, και τι σου είπαν και τι νόμιζαν, τι σκέφτονταν, φοβόσασταν ή ήσουν απλώς ένας τρελός, ένας που ρίχνεται μακριά, που τραβιέται πίσω, που δεν έχει αρχίδια. Ή και γι αυτούς ήσουν ο ήρωας. Ατελής.
Με τον Cesar el Flaco μίλησες σίγουρα, οπωσδήποτε, αυτός ο Τεχνικός εσύ ο Αρχηγός, οπωσδήποτε. Και σίγουρα επρόκειτο για λίγες λέξεις, μακρές ματιές, και κατάλαβε, φυσικά και κατάλαβε. Είμαι σίγουρος ότι άναψε ένα τσιγάρο και σου πρόσφερε ένα άλλο, ίσως γελάσατε, και είστε ακόμα φίλοι.
Πώς γίνεται Jorge, να ζεις χωρίς ομάδα; Να επιστρέφεις μπάντες, αριθμό, φανέλα, που τα είχες από πάντα, πριν τις αναμνήσεις, πριν από το χρόνο και το επάγγελμα; Πώς γίνεται, που πας, χωρίς κάποιον να δώσεις την μπάλα, και να ζητήσεις να σου την επιστρέψει, κατά μήκος της πλευράς του γηπέδου στην οποίαν αγωνίζεσαι, και στη συνέχεια να την βάζεις στη μέση, και περιμένεις, και κοιτάς, αν ο προωθημένος ξεμαρκάρεται, και γαμώτο, και να την ρίχνει μέσα; Μπορούμε να την ρίξουμε πάνω στον τοίχο, μόνοι, και να περιμένουμε να επιστρέψει; Εντάξει, είναι ζωή και έτσι; Είχες σκεφτεί τον χρόνο, είχες δει το μέλλον;
Αν έχαναν, θα ήσουν ένας ιππότης δίχως λεκέδες. Κέρδισαν και είσαι μοναχά ένας αρχίδης. Κι όμως, χάρηκες για εκείνη τη νίκη, είμαι βέβαιος, για το κύπελλο εκείνο, για τους συντρόφους σου, και για όλους, για εκείνο το μικρό κομμάτι ευτυχίας, μέσα σε εκείνο το σκοτάδι. Δεν ήταν τίποτα το αξέχαστο που έπρεπε να κάνεις, το αξιομνημόνευτο. Απλά έπρεπε.
Είσαι ένας από τους ήρωες μου, Lobo.
Αναρωτιέμαι: και μετά, όταν όλα έχουν τελειώσει; Όταν εκείνες οι σκατόφατσες έφυγαν, όταν το αίμα, με δυσκολία, πλύθηκε; Γιατί ο Οσβάλντο δεν σου αφιέρωσε ένα ποίημα, γιατί ο Carlos δεν έκανε μια ταινία; Δεν είναι αρκετά επική η απόρριψη σου, είναι τα μυστικά σου πολύτιμα μόνο για μένα; Τι συνέβη, πόσο διαρκούν τριάντα χρόνια; Η δυνατή αγάπη, η ανυπόφορη, της οποίας η αδυναμία μας εμποδίζει να ζούμε, να ενεργούμε, είναι ένα μυστήριο, μια εμμονή, μια τρικυμία μέσα στην οποία είναι πολύ οδυνηρό να κοιτάζουμε. Είναι το βλέμμα που έχει κάτι από αλάτι, και τρομάζει.
Προσπάθησε να μας συγχωρέσεις Lobo, είμαστε ανθρώπινοι, φτιαγμένοι σχεδόν μόνο από αυτό τον φόβο.
Είσαι ένας από τους ήρωές μου, Jorge Carrascosa. El Lobo.

Jorge ‘el Lobo’ Carrascosa, γεννημένος στη Valentin Alsina στις 15 Αυγούστου 1948. Ακραίος αριστερός αμυντικός και αρχηγός της Huracan και της Εθνικής ομάδας της Αργεντινής μέχρι το 1977. Την περίοδο των επικείμενων προκαταρκτικών κλήσεων για το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου που θα διεξάγονταν στην έδρα τους το επόμενο καλοκαίρι , ανακοίνωσε ξαφνικά την απόρριψη του να πάρει μέρος στην Albicileste, την εθνική ομάδα. Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε η τελική αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο. Κέρδισε δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, με την Rosario Central και την Huracan. Έπαιξε 30 παιχνίδια με την Εθνική ομάδα (συμπεριλαμβανομένου του παγκόσμιου πρωταθλήματος του ’74), σημειώνοντας ένα γκολ. Οι δηλώσεις του σχετικά με το παρελθόν είναι πολύ λίγες, και φτωχές. Μία: «Γνωρίζαμε τότε σχεδόν τίποτα. Αλλά έβλεπα πράγματα που δεν μου άρεσαν. Ήταν μια προσωπική επιλογή. «

 

 

 

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Toni Negri στο Cantiere. Η ανθεκτική δύναμη των αγώνων. @ Κοινωνικό Κέντρο Cantiere

Aπρ 19@19:00–23:45
Toni Negri al Cantiere. La potenza durevole delle lotte. @ Centro Sociale Cantiere | Milano | Lombardia | Italia

Με τον Toni, φίλο και σύντροφο από πάντα, στρατευμένο φιλόσοφο γνωστό και εκτιμημένο σε όλο τον κόσμο, κακό δάσκαλο σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση των ιταλικών εξουσιών, θα παρουσιάσουμε τα δύο τελευταία βιβλία του (και τα δύο γραμμένα στο πόδι).
Αυτό που θα προσπαθήσουμε να κάνουμε είναι μια τριπλή σύνδεση μεταξύ των σύγχρονων αγώνων (δικών μας και άλλων), την πολιτική θεωρία που εκφράστηκε στο Assembly, τον τόμο που ακολουθεί την Αυτοκρατορία, Πλήθος και Δήμος, η ιστορία της δεκαετίας του ’70, για την οποίαν μίλησε στον δεύτερο τόμο της βιογραφίας «ιστορία ενός κομμουνιστή».

Presentazione in Cantiere con Toni Negri Παρουσίαση στο Cantiere με τον Toni Negri του δεύτερου τόμου της βιογραφίας του «Φυλακή και Εξορία, Galera ed Esiliο» και του «Assembly», τελευταίου τόμου της τετραλογίας που ξεκίνησε με την Αυτοκρατορία η οποία γράφηκε στο πόδι μαζί με τον Michael Hardt.

Θα παρουσιάσουμε τους δύο τόμους σε ένα ιστορικό και θεωρητικό ταξίδι.

Η Κομούνα του Παρισιού, η οποία «ατελείωτες θλίψεις έφερε επάνω» στους κομμουνιστές, γίνεται, στο Assembly, το σημείο αναφοράς μιας επανάστασης που δεν χάνει την ψυχή της. Ξεκινάμε εκ νέου από εδώ για να καταλάβουμε την σημερινή έννοια-σημασία μιας λέξης, επανάστασης, η οποία στην Ιταλία έχει εξαφανιστεί (ως προοπτική που βασίζεται σε μια «ταξική συνείδηση») ακριβώς ξεκινώντας από την ήττα των χρόνων του ’70.

Ακριβώς στο τέλος της βιογραφίας του, ο Toni αναφέρει τον Deleuze ο οποίος είχε γράψει »το ότι οι δύο μεγάλες σύγχρονες επαναστάσεις, η αμερικανική και η σοβιετική, τελείωσαν τόσο άσχημα, δεν εμποδίζει στην έννοια να συνεχίσει την εμμένουσα, την έμφυτη πορεία της (…) όπως μια παρουσίαση του άπειρου στο «εδώ και τώρα».

ένοπλη πάλη, lotta armata

Περί αλληλεγγύης και συλλογικότητας: πριν από είκοσι χρόνια διαλύονταν η RAF

Να βρούμε ένα νέο Έξω, Trovare un nuovo Fuori

»Γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο θα είχε αφήσει σε όλο και λιγότερους ανθρώπους τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Και γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα θέλει μια ολοκληρωτική πρόσληψη επί των ανθρώπων ώστε να υποτάσσονται από μόνοι τους στις αξίες αυτού του συστήματος και τις καθιστούν δικές τους. Από αυτό το προαίσθημα προέρχονταν η ριζοσπαστικότητα μας. Δεν είχαμε καμία σχέση με αυτό το σύστημα εμείς.«

»Παρ ‘όλα αυτά, η αναταραχή επάνω στη βία μας έχει και παράλογα χαρακτηριστικά. Επειδή ο πραγματικός τρόμος βρίσκεται στην κανονική κατάσταση του οικονομικού συστήματος.«

(από την ανακοίνωση διαλύσεως της RAF, η οποία γράφτηκε τον μάρτιο και δημοσιεύθηκε τον απρίλιο 1998)

 

Πριν από 20 χρόνια, η Rote Armee Fraction, σε μια ανακοίνωση αρκετών σελίδων, κήρυξε τη διάλυση της. Μόνο λίγοι σύντροφοι και συντρόφισσες εξακολουθούσαν να κρύβονται, τρεις από τους οποίους εξακολουθούν να είναι φυγάδες σήμερα, και, υποθέτω, ελπίζω ότι υποστηρίζονται από δομές αλληλεγγύης και ποτέ δεν θα συλληφθούν. Επειδή δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτα διαφορετικό από τη γερμανική προστυχιά και δολιότητα προς επαναστάτες και εξεγερμένους, η εναλλακτική λύση θα ήταν να προδώσουν τα πάντα ή να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή.

Το 1970 η RAF ιδρύθηκε, την εποχή εκείνη η ανακοίνωση συνδέθηκε με μια ενέργεια, την απελευθέρωση του Andreas Baader από τη φυλακή. Η τελική δήλωση απέφυγε να παρουσιαστεί υπό τη μορφή μιας δράσης. Εν τω μεταξύ, πέρασαν 28 χρόνια, η τελευταία ενέργεια της RAF, να ανατινάξει τη νεόχτιστη φυλακή της Weiterstadt, είχε λάβει χώρα ακριβώς πέντε χρόνια νωρίτερα. Περίπου πέντε χρόνια πέρασαν από τη σύγκρουση με το GSG 9 ** στο Bad Kleinen, στην οποίαν είχαν φτάσει στην «εξωδικαστική εκτέλεση» του μέλους της RAF, Wolfgang Grams, ο οποίος κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης είχε σκοτώσει το μέλος του GSG-9 Michael Newrzella.

Καμιά επιστροφή

Από πολιτική άποψη, η αυτο-διάλυση της RAF θα μπορούσε να είχε φθάσει ακόμα νωρίτερα, αλλά κανείς από την RAF δεν ήταν σε θέση μα το πράξει. Η ρήξη με την κοινωνία του κεφαλαίου ήταν πολύ βαθιά, ο διαχωρισμός ήταν υπερβολικά οριστικός για να μπορεί απλά να ανακληθεί. Μια επιστροφή για μας δεν είχε προγραμματιστεί ποτέ. Δεν είχαμε καμία σχέση με το κυρίαρχο σύστημα. Η απόφαση να διαλυθεί η αδιάλλακτη σχέση στην πρακτική, προέρχονταν από την αναγνώριση ότι δεν μπορούσε να ανοιχτεί ένας επαναστατικός χώρος. Μια ενέργεια που είναι αδιανόητη χωρίς πικρία.

Εκείνοι που έχουν αγγίξει έστω για μια φορά την εμπειρία της απελευθέρωσης δεν εγκαταλείπεται ποτέ πλέον. Ο Pier Paolo Pasolini έχει καταγράψει αυτό το γεγονός, αυτό το στοιχείο κινηματογραφικά ξεκινώντας από μια ζοφερή προαίσθηση. Η ταινία του «Θεώρημα» του 1967, ήδη ασχολήθηκε με τις συνέπειες μιας απελευθέρωσης, που έζησε και μετά εξαφανίστηκε. Το άγνωστο και ανώνυμο σε αυτή την ταινία, που εμφανίζεται ως μια θεότητα μέσα στην αστική τάξη και καθιστά όλους ευτυχισμένους, με την εξίσου άκοπη, δίχως λόγο εξαφάνιση του, αφήνει το δράμα και την πληγή μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε.

Πραγματική δυνατότητα Possibilità reale

Αναφέρομαι στην ταινία αυτή επειδή, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να θεωρηθεί ως αλληγορία του κινήματος του 1968, όπου το «68» εμφανίζεται μόνο ως αριθμός για το σημείο καμπής μιας κυρίως κοινωνικής νεολαίας ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στον κόσμο. Τότε στον ορίζοντα υπήρχε η ιδέα της ζωής που δεν γίνεται πλέον αντιληπτή μέσω της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, της κυριαρχίας και της υποτέλειας, του πολέμου και της εξουσίας, ως διαρρηγμένης και καταστροφικής. Η απελευθέρωση από όλα αυτά έγινε μια πραγματική δυνατότητα. Ξεκινώντας από αυτή την αντίληψη της πραγματικότητας, η αλληλεγγύη και η συλλογικότητα ήταν απλές. Σήμερα, υπό την κατάσταση της παγκοσμιοποιημένης καταστροφής, όπου κάθε διέξοδος από ένα δεσποτικό παρόν φαίνεται να είναι κλεισμένη, η σκέψη της απόλυτης, της ολοκληρωμένης απελευθέρωσης φαίνεται όλο και πιο αφηρημένη και στην καθημερινή ζωή αντικαθίσταται από το αντιδραστικό «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Αλληλεγγύη και συλλογικότητα δεν επικοινωνούν, δεν μεταδίδονται πλέον ξεκινώντας από την κοινή εμπειρία ενός αριστερού μέλλοντος. Εκείνη την εποχή κάποιος έπρεπε να μετατρέψει σε δράση αυτήν την ελπίδα επανάστασης που καταλήφθηκε με λάγνο σχεδόν τρόπο, και να τολμήσει αυτό το πέρασμα στην ένοπλη επίθεση. Η RAF, οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, [η Πρώτη Γραμμή] και πολλές άλλες ένοπλες ομάδες μιας θεμελιωδώς αγωνιστικής, μαχητικής αριστεράς, στρατευμένης, δεν ήθελαν να υποταχθούν στις συνέπειες μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε και να διατηρήσουν ανοιχτές τις ιστορικές δυνατότητες.

Πολλά αρνητικά πράγματα μπορούν επίσης να ειπωθούν για την RAF. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Μια ένοπλη σύγκρουση δεν πηγαίνει ομαλά για κανέναν. Αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς εδώ και δεκαετίες στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης του συστήματος και συχνά καταλήγει στην υπερβολή μιας ηλίθιας αδικίας, στην κακία, στο ψεύδους και στην αναζήτηση της πιο πρόστυχης, αχρείας ερμηνείας εναντίον των παλαιών ηθοποιών του, αλλά με ειρωνικό τρόπο σήμερα βρίσκεται σε αντίθεση με λεκτικές εκφράσεις σε ιδιωτικές συνομιλίες και ημιδημόσιες με πολίτες πολύ μικροαστούς, όταν με πρόθυμο τρόπο κάνουν γνωστό πως σύμφωνα με αυτούς η RAF «θα είχε θέση σήμερα» και θα την υποστήριζαν.

Η αντιεξουσία Il contropotere

Σε σχέση με την RAF και όλες αυτές τις ένοπλες ομάδες, ωστόσο, μπορεί κανείς να το σκεφτεί διαφορετικά: η RAF υπήρξε η προσπάθεια να ενισχυθεί η ιδέα που τρέφεται από την εμπειρία μιας ζωής εκτός του καπιταλισμού στην επίθεση ενάντια σε όλα. Με αυτό τον τρόπο, μέσα στην κοινωνία και σε σχέση με το κράτος, έθεσε το ζήτημα της εξουσίας που πρέπει να θέτει κάθε πραγματικός ταξικός αγώνας και κάθε θεμελιώδης αντιπαράθεση, αντιπολίτευση, αν δεν θέλει να αποκοπεί με ρεφορμιστικό τρόπο. Θεωρούσε τον εαυτό της ως αντίθετη δύναμη, αντιεξουσία και ως τέτοια επίσης πολεμήθηκε. Αυτή η εκ των πραγμάτων κατάσταση, αυτό το γεγονός από την πλευρά του Κράτους είναι επίσης το σενάριο για τη σχέση νίκη-ή-θάνατος που ο Helmut Schmidt έθεσε ως λογική του κράτους, [ Ο λόγος του κράτους ή της λογικής του κράτους είναι το σύνολο των προτεραιοτήτων που αφορούν την επιβίωση και την ασφάλεια του κράτους, γεγονός που μπορεί να ωθήσει τον υπεύθυνο λήψης πολιτικών αποφάσεων να δικαιολογήσει παράνομη δράση από πλευράς διεθνούς δικαίου ή εσωτερικού δικαίου] για την περίπτωση του Hans-Martin Schleyer και τους επιβάτες που απήχθησαν ενός αεροσκάφους της Lufthansa, έτσι όπως και τη σύσταση της σχέσης – φίλος-εχθρός, τεκμηριωμένης με τον πιο άμεσο τρόπο από μια ατέρμονη δίωξη των συμπαθούντων, όπου ήδη η έλλειψη δήλωσης υπέρ του κράτους κηρύχθηκε εχθρική πράξη.

Το κίνημα του 68 έθεσε θεωρητικά το ζήτημα της εξουσίας σε σχέση με την κοινωνική τάξη που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον καπιταλισμό, αλλά το άφησε να πέσει μετά από κάποιες αψιμαχίες στους δρόμους. Ο φόβος του σφαγιασμού ήταν πολύ μεγάλος. Στην FTR, η RAF αποδέχθηκε στην πράξη αυτό το ακάλυπτο ζήτημα στην πρακτική, προσπαθώντας να του δώσει μια απάντηση.

Σήμερα, αυτό το Fuori, Outside, αυτό το Έξω σε συγκεκριμένο επίπεδο φαίνεται αδιανόητο και χαμένο. Ακόμα κι αν το σύστημα του καπιταλισμού παραμένει εγκληματικό όπως ποτέ άλλοτε, έχει ριζώσει στους ανθρώπους σαν να μην υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Οι πόλεμοι γίνονται ενδημικοί, η ολική εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης έχει γίνει καθημερινότητα. Η μείωσή του σε αντικείμενο και εκπαίδευση, ο έλεγχος και η προσαρμογή του, η υποταγή του σε πολίτη προσαρμοσμένο και λειτουργικό ηλίθιο της κατανάλωσης, πάντα έτοιμο για κάθε παραλογισμό ενός κόσμου εμπορευμάτων συχνά ταπεινωτικό, είναι οργανωμένα με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο από ποτέ, τον πιο γιγάντιο μηχανισμό καταστολής καταπίεσης και ελέγχου από εκείνον του παλιού φασισμού. Αντί να ανοίξει έναν κοινωνικό ορίζοντα στον άνθρωπο, το βλέμμα του συνθλίβεται προς το πάτωμα και η λανθασμένη ύπαρξη δηλώνεται «χωρίς εναλλακτικές». Όλες οι αξίες επαναπροσδιορίζονται στη μόνη πραγματική τάξη της πώλησης αυτών των ίδιων και της κατανάλωσης. Αυτό έχει καθιερωθεί ως το πλαίσιο όλης της ζωής, τόσο από χρονική όσο και από γεωγραφική άποψη. Το σύστημα με τη στρατηγική του για διεφθαρμένη ολοκλήρωση, διεφθαρμένη κοινωνική ένταξη και εξόντωση έχει κερδίσει και κερδίζει καθημερινά στη διεύρυνση της εξάλειψης, του ξεριζώματος και της μείωσης στην ανικανότητα, την αδυναμία του προσώπου, του ανθρώπου.

Η διάλυση της RAF ήρθε μετά από την αναγνώριση ότι μια μειονότητα, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ μπορεί να πιέσει, από μόνη της δεν μπορεί να παράξει ένα Έξω. Αλλά θα το χρειαστούμε αν δεν θέλουμε να υποκύψουμε. Ο καπιταλισμός είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα. Θα βγούμε από τον κίνδυνο αυτού μόνο αν βρούμε ένα νέο Out, Fuori, Έξω και επιστρέψουμε στο ζήτημα του συστήματος.

Από junge Welt: Έκδοση της 20.4.2018

Μετάφραση σε επιμέλεια της Sveva Haertter

Πρωτότυπο κείμενο στα γερμανικά, Testo originale in tedesco: https://www.jungewelt.de/artikel/331127.ein-neues-au%C3%9Fen-finden.html

*Karl-Heinz Dellwo ήταν και είναι: συγγραφέας, εκδότης, παραγωγός ντοκιμαντέρ. Μέλος της RAF. Συνολικά 21 χρόνια φυλάκισης, πολλά από αυτά σε ατομική απομόνωση ή σε μικρές ομάδες.

** ομάδα δερμάτινων κεφαλών της Γερμανίας «που χρησιμοποιείται για εθνικές και διεθνείς αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, ειδικές επιχειρήσεις δημόσιας τάξης, απελευθέρωση ομήρων, συνοδεία αρχηγών κρατών και επιδρομές ξηράς και θάλασσας»

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν σαφούς συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή : STAMPA

ιστορία, storia

15 απριλίου 1980: πεθαίνει ο Jean Paul Sartre

Stampa

11
Στον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο ο αντικομφορμισμός του δεν ήταν της πρόσοψης, ήταν πραγματικός, έτσι ώστε ίσως να ήταν καλύτερο να τον ονομάσουμε «μη συμβατότητα, όχι κομφορμισμό» σε σχέση με τις αξίες της αστικής κοινωνίας. Περιφρονούσε τις κοσμικές εκδηλώσεις και τα καλλιεργημένα σαλόνια, προτιμώντας τα τραπεζάκια του Saint-Germaine. Το 1945 αρνήθηκε τη Λεγεώνα της τιμής, και αργότερα την έδρα στο Collège de France.

Στις 15 απριλίου 1980, ο γάλλος φιλόσοφος Jean-Paul Sartre σβήνει στο Παρίσι στην ηλικία των 75 ετών. Δεν ήταν μόνο φιλόσοφος, αλλά και μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας. Μαζί με την Simone de Beauvoir, τον Maurice Merlau-Ponty και άλλους, ίδρυσε το 1944 το πολιτικό, λογοτεχνικό και φιλοσοφικό περιοδικό Les Temps Modernes, το οποίο ήταν το όχημα μέσω του οποίου οι ιδέες του εξαπλώθηκαν σε όλη τη Γαλλία.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Sartre διακρίθηκε για τον ακτιβισμό και τη δέσμευσή του, την στράτευση σε διάφορες υποθέσεις και μάχες.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου συνελήφθη από τους Γερμανούς και, μόλις απελευθερώθηκε, συμμετείχε στην αντίσταση. Προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, το εγκαταλείπει το 1956 μετά την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της υπόθεσης του αλγερινού λαού, φθάνοντας στο σημείο το 1961 να δημοσιεύσει το Μανιφέστο των 121, στο οποίο διακήρυτταν το δικαίωμα στην ανυποταξία για τους γάλλους που κινητοποιούνταν στον πόλεμο της Αλγερίας. Επιπλέον, ο ίδιος προσχώρησε ανοιχτά στην οργάνωση Jeanson, την παράνομη οργάνωση που υποστήριζε το αλγερινό απελευθερωτικό μέτωπο FLN. Το 1968 συμμετείχε ενεργά στις κινητοποιήσεις του Μαΐου του Παρισιού, τοποθετούμενος χωρίς δισταγμό στην πλευρά των φοιτητών (σε αντίθεση με ό, τι συνέβη στη Γερμανία με τον Adorno). Στη δεκαετία του ’70, ήδη άρρωστος, εντάχθηκε στη μαοϊκή ομάδα της Gauche Proletarienne και πάλι το 1973 ίδρυσε την εφημερίδα Liberation μαζί με τον Serge July. Μία συζήτηση του με τον Pierre Victor και τον Philippe Gavi δημοσιεύθηκε το 1975 από τον εκδοτικό οίκο Einaudi με τον τίτλο «Το να εξεγείρεσαι είναι σωστό, Ribellarsi è giusto». Ήταν επίσης ο πρώτος συγγραφέας που απέρριψε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία, το οποίο του απονεμήθηκε το 1964.
ένοπλη πάλη, lotta armata

Sergio Segio: “Να γιατί ξεκίνησε (και τέλειωσε) η ένοπλη πάλη”

 

“Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε μηχανισμούς εξαπάτησης, συνωμοσιολογία. Όσο αφορά την Prima Linea δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, έτσι όπως και Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατευθύνονταν από ψηλά ”

 

Συνελήφθη το 1983: προετοίμαζε μια επίθεση στην ειδική φυλακή της Fossombrone. Εξέτισε μια ποινή 22 ετών, ο Sergio Segio, τελευταίος που βγήκε από τη φυλακή μεταξύ των πρώην μαχητών της Front Line, Πρώτης Γραμμής, μεταξύ των κυριότερων ιταλικών τρομοκρατικών οργανώσεων (της οποίας υπήρξε ένας από τους ιδρυτές), συμμετέχει πλέον στην κοινωνική εργασία, όσον αφορά τα ζητήματα του σωφρονιστικού συστήματος και της δικαιοσύνης, των ναρκωτικών και της τοξικομανίας, του εθελοντισμού και των νέων κινημάτων. Είναι δημοσιογράφος, δημιουργός και συντάκτης της Έκθεσης για τα Global Rights, που δημοσιεύεται ετησίως από τις εκδόσεις Ediesse. Είχε την ευθύνη της επικοινωνίας του Abele Group και μεταξύ των στενότερων συνεργατών του don Luigi Ciotti. Σχεδίασε και δημιούργησε το Social Yearbook, το οποίο δημοσιεύθηκε για μερικά χρόνια από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli και διηύθηνε τα περιοδικά Narcomafie και Fuoriluogo. Συνεργάζεται με το συνδικάτο CGIL και άλλες εμπειρίες του συνεταιρίζεσθαι. Και μόλις δημοσίευσε ένα βιβλίο: «Μια ζωή στην πρώτη γραμμή» (εκδοτικός οίκος Rizzoli, 400 σελίδες, € 18.50).

Γιατί αυτό το βιβλίο;
«Για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια και τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή να πάρουμε στα χέρια τα όπλα. Στη συνέχεια προσπάθησα επίσης να κρατήσω μαζί το παρελθόν με το παρόν για να επεξεργαστώ την περίπτωση, την υπόθεση «.

Η διάθεση σας τώρα που σκέφτεστε τα χρόνια της στράτευσης;
«Είμαι ήρεμος σε σχέση με αυτά, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν λυπάμαι για εκείνο που έκανα».  

Είκοσι χρόνια στη φυλακή. Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα …
«Δίνουν την αίσθηση της αλλαγής. Αυτή είναι η τρίτη ζωή μου. Υπήρξε η στράτευση, η φυλακή (μια μεγάλη αναμονή) και τώρα το μετά τη φυλακή ».

Il libro/ Το βιβλίο, Διοικητής Sirio, O μύθος του. Comandante Sirio. Il suo mito: Simon Wiesenthal. Ο Sergio Segio ξεκινά την πολιτική στράτευση του στην Lotta Continua στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα, έξω από τα εργοστάσια του Sesto S. Giovanni, τo »Στάλινγκραντ της Ιταλίας» –  “Stalingrado d’Italia” (segue…)  ακολουθεί…

Πότε ξεκίνησε η περιπέτεια της Prima Linea;
«Επισήμως το 1976, αλλά το στρατευμένο σώμα ήταν ενεργό από τα προηγούμενα χρόνια. Η έκρηξη έγινε την εποχή του κινήματος του ’77. Οι Br δεν προσαρμόστηκαν στις αλλαγές εκείνων των ετών. Έτσι, η στράτευση στην Pl εξαπλώθηκε, η οποία ήταν προγραμματιστικά μέσα στο εκκολαπτόμενο κίνημα, του οποίου είχε σκοπό να βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή» «.

Ποιοι ήταν οι πρώτοι μαχητές;
»Οι πρώτοι προέρχονταν από τη Lotta Continua και, σε μικρότερο βαθμό, από το Potere Operaio».

Οι Br και η Pl δεν σχετίστηκαν ποτέ, αντίθετα. Ποιες ήταν οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων;
«Οι Br είχαν την τάση να θεωρούν τους εαυτούς τους ως την πολιτική διεύθυνση των κινημάτων, ενώ αντίθετα, η Pl υποστήριζε και διεκδικούσε τη δική της αποστολή σε μια εσωτερική διασύνδεση και σχέση με το κίνημα».

Ποιο είναι το επεισόδιο που σηματοδοτεί το τέλος της Pl;
«Ο θάνατος των συντρόφων Κάρλα και Τσάρλι, Carla e Charlie, που εξαπέλυσε εκείνη που εγώ αποκαλώ μανία του ταύρου στην αρένα. Έκτοτε υπήρξε ένα παιχνίδι ανύψωσης των επιπέδων σύγκρουσης. Έτρεχε το 1979. Όλοι ήθελαν να μπουν στη μάχη και κανείς πλέον δεν νοιαζόταν για την πολιτική παρέμβαση στην επικράτεια, τη διεύρυνση της συναίνεσης σε συγκεκριμένες καταστάσεις, στην καθημερινότητα, το έργο της έρευνας »

Πώς είναι ο κόσμος στον οποίον ζείτε;                                                                                «Ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Έχουμε περάσει από έναν κόσμο χωρισμένο σε δύο μπλοκ σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον ο ψυχρός πόλεμος, τα αντιτιθέμενα μπλοκ, το συγκρουσιακό κίνημα των φοιτητών και των εργατών εναντίον της αστυνομίας και των θεσμών ».

Το τείχος του Βερολίνου έπεσε ενώ ήσασταν στη φυλακή. Ποια ιστορική σημασία αποδίδετε στο γεγονός;
«Η πτώση του τοίχου είναι το σύμβολο της πτώσης των αξιών του ‘900».

Αφήσατε το Μιλάνο στη δεκαετία του ’80 για να το δείτε ξανά μετά από 22 χρόνια φυλάκισης στον εικοστό πρώτο αιώνα. Πώς το βρήκατε;
«Εντελώς διαφορετικό: από αρχιτεκτονική, πολεοδομική και κοινωνική σκοπιά. Οι μοναξιές έχουν αυξηθεί. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, το Μιλάνο είχε τη διάσταση μιας κοινότητας, παρά τις διαμάχες του και τις πληγές. Το Μιλάνο που βρήκα ξανά είκοσι χρόνια αργότερα έγινε ένα συγκρότημα κατοικιών, μια συνύπαρξη, συγκατοίκηση που πλέον δεν συνδέεται με μια υπόθεση κοινού ενδιαφέροντος. Βρίσκω τον εαυτό μου σε αυτό που είπε ο αρχιεπίσκοπος Tettamanzi δηλαδή ότι υπάρχει κίνδυνος μιας υπαρξιακής εκριζωμένης κατάστασης για όσους ζουν σε αυτή την πόλη ».

Η αστυνομία της δεκαετίας του ’70 για την οποίαν μιλάτε στο βιβλίο σας είναι ένας μη δημοκρατικός θεσμός. Και αυτή του σήμερα;
«Τότε οι περισσότεροι αρχηγοί της αστυνομίας προέρχονταν από τις τάξεις του φασισμού. Το παρόν είναι ένα άλλο πράγμα. Έχω αλλάξει εγώ. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Και η αστυνομία άλλαξε έντονα. Αλλά θα έλεγα ότι δεν έχει αλλάξει τελείως. Ο καραμπινιέρος που πυροβόλησε στη Γένοβα, σκοτώνοντας τον Carlo Giuliani στη G8, μας θύμισε, για παράδειγμα, ότι όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, υπήρχαν εκείνοι που γιόρταζαν το νεκρό αγόρι. Προφανώς υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να βελτιωθούν …

Μετά από 22 χρόνια φυλάκισης, μόλις αποκτήσατε το διαβατήριο, ποια ήταν τα πρώτα ταξίδια;
«Έκανα τα πρώτα ταξίδια μου στο Νταχάου, στο Μαουτχάουζεν, στο Gusen και στο Harteim. Χρειαζόμουν να ξαναβρώ εκείνες τις αλήθειες, σήμερα απομακρυσμένες και ανείπωτες, και εκείνα τα θεμελιώδη κομμάτια της συλλογικής ταυτότητας που κατέληξαν στην άλεση των συνοπτικών κρίσεων. Αμέσως μετά τα ταξίδια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επισκέφθηκα το γκουλάγκ του Τίτο, στο Goli Otok. Υπάρχουν τα ερείπια από τις παράγκες και τα εργαστήρια, ενώ η φύση έχει πάρει το πάνω χέρι παντού. Δεν γνωρίζουμε πόσοι ήταν εδώ οι εκτοπισμένοι, οι επίσημοι αριθμοί είναι σίγουρα μικρότεροι. Αλλά οι μαρτυρίες των βετεράνων μετριούνται στα χέρια. Ακόμα, αναρωτιέμαι γιατί, δεν μπορεί να είναι λόγω του φόβου για βεντέτες ή λόγω της τήρησης των ενδείξεων της PCI του Togliatti, οι οποίες επέβαλαν απόλυτη σιωπή και ομερτά ».

Δίχως να εντάσσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα στη σιδερένια λογική του πολέμου, δεν μπορούμε να καταλάβουμε εκείνο το κομμάτι της ιστορίας, γράφετε. Αλλά ενοχές όταν σκοτώνατε δεν αιστανθήκατε ποτέ;
«Τη στιγμή εκείνη όχι. Σιγά σιγά καθώς διαχωριζόμασταν από τη λογική της βίας και εγκαταλείψαμε τα όπλα, άρχισε να αναδύεται η συνείδηση, να εμφανίζεται. Στη δεκαετία του ’70 δεν είχαμε καθαρό μυαλό, και με αυτό δεν ψάχνω δικαιολογίες. Πιστεύω όμως ότι σε κάθε πόλεμο καταλήγουμε να γινόμαστε θύματα μιας αναπόφευκτης δυναμικής που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την αίσθηση της ανθρωπιάς. Για να σκοτώσεις πρέπει να αρνηθείς την ανθρωπιά του άλλου ανθρώπου, ώστε να μην τον αναγνωρίζεις ως άτομο. Έτσι δεν έχεις τύψεις «.

Κάποιος είπε ότι ο ένοπλος αγώνας χρησιμοποιήθηκε-χειραγωγήθηκε από την εξουσία. Τι νομίζεις;
«Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε εξαπάτηση, μηχανορραφίες. Όσον αφορά την Prima Linea, δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, όπως ακριβώς οι Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατηύθυναν από ψηλά. Αλλά στην ιστορία των Br υπάρχουν αναπάντητα σημεία που πρέπει να εξερευνηθούν. Αυτές είναι λεπτομέρειες, όμως «.

Τι ρόλο είχαν οι μετανοούμενοι στην ήττα της τρομοκρατίας;
«Σχετικό. Οι μετανιωμένοι έγιναν ένα εργαλείο της διερεύνησης, των ερευνητικών αρχών, έχουν συμβάλει ίσως στην αποφυγή νέων επιθέσεων. Αλλά παραδόξως προκάλεσαν την αύξηση επίσης της διάρκειας και της τελικής έντασης του αγώνα. Εκείνοι που λένε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο δίνουν μια στρατιωτική ανάγνωση στο τέλος της τρομοκρατίας. Αλλά η πραγματική ήττα ήταν η πολιτική και πολιτιστική. Η στρατιωτική υπήρξε πράγματι προσωρινή «.

Ποια είναι η ήττα του ένοπλου αγώνα συνεπώς, που οφείλεται;
«Στη διάσταση, στον διαχωρισμό, ο οποίος προκάλεσε μια αναθεώρηση των μύθων από τους οποίους γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει τα θεμέλιά του».  

Στη δεκαετία του 60 γίνονταν αγώνες για το διαζύγιο. Σήμερα για τα Pacs ..
«Ναι. Είμαστε μια νέα κοινωνία που χρειάζεται νέα δικαιώματα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μαζί και προσποιούμαστε ότι δεν το βλέπουμε. Σε αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων πρέπει να δοθεί αντιθέτως μια νομική αναγνώριση ».

Ποια είναι η γνώμη σου για την αριστερά του Πρόντι;                                                     «Δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος για να μιλήσω για την πολιτική, αλλά μπορώ να πω ότι μπροστά στα προβλήματα των περιθωριοποιημένων, αυτό η αριστερά έχει ακόμα πολλά να κάνει». 

Nicole Cavazzuti

 

https://www.micciacorta.it/2015/09/sergio-segio-ecco-perche-inizio-e-fini-la-lotta-armata/