ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σαράντα χρόνια ενάντια στην εργασία – Quarant’anni contro il lavoro

Quarant’anni contro il lavoro

Kανόνας διχασμένος: να σκέφτεσαι ενάντια στο παρόν

από τον  Federico Campagna

€ 22.00 € 18.70
Ο Franco Berardi είναι γνωστός στα χρονικά σαν «Bifo», απ’ όταν , το 1977, υπεδείχθη σαν ένας από τους υπεύθυνους της «δημιουργικής εξέγερσης» της Bologna. Η αναζήτηση μιας πιθανής απελευθέρωσης του χρόνου της ζωής από την δουλεία της μισθωτής εργασίας  διατρέχει σαράντα χρόνια της δραστηριότητας του στα κείμενα-δοκίμια: από τα άρθρα των χρόνων Εβδομήντα, που δημοσιεύτηκαν σε φανζίν και αυτοπαραγωγικά φυλλάδια, στα δοκίμια για τη διαμόρφωση του δικτύου κατά τη δεκαετία του ’90, μέχρι αποκαλυπτικές προφητείες της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.Γραπτά τα οποία, εκτός από την εργασία, αντιμετωπίζουν πολλά θεμελιώδη ζητήματα – την τεχνολογία και την επικοινωνία, την ποίηση, την τέχνη, την ψυχανάλυση και την ψυχοθεραπεία – κινούμενα από ένα πάθος για την ηθική και πολιτική εξέγερση ενάντια στην εκμετάλλευση και την εξουσία, και από τα οποία διαφαίνεται μια βαθιά γνώση των αναδυόμενων νημάτων της φιλοσοφικής σκέψης και της επιστημονικής έρευνας.Ξεκινώντας από την διαπίστωση πως η τεχνολογία και η γνώση μειώνουν τον απαιτούμενο χρόνο εργασίας, ο Bifo επεξεργάζεται μια πρωτότυπη εικόνα των τεχνικών, ανθρωπολογικών και πολιτικών διαδικασιών και υποδεικνύει μια ευκαιρία για χειραφέτηση που παραμένει δυνατή παρά την οπισθοχώρηση που έχει παράξει ο νεοφιλελευθερισμός στην ιστορία του κόσμου, και που τώρα γκρεμίζεται σε μια μορφή μεταμοντέρνου φασισμού.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Franco Berardi (Bifo)

Ο Franco Beradi (Bifo), ιδρυτής του ιστορικού περιοδικού «A/traverso», φύλλου του δημιουργικού κινήματος της Bologna, και μεταξύ των εμπνευστών του Radio Alice, είναι συγγραφέας πολλών δοκιμίων επάνω στους μετασχηματισμούς της εργασίας, καινοτομίες και επικοινωνιακές διαδικασίες.  Ανάμεσα στα βιβλία του: Telestreet. Macchina immaginativa non omologata (μαζί με τους Jacquement και Vitali, 2003), Alice è il diavolo. Storia di una radio sovversiva (2002), Un’estate all’inferno (2002), La fabbrica dell’infelicità (2001), La nefasta utopia di Potere Operaio (1997).

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/quarantanni-contro-il-lavoro/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η επανάσταση τελείωσε νικήσαμε – La rivoluzione è finita abbiamo vinto

La rivoluzione è finita abbiamo vinto

Το να διαβάζεις A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κανείς τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να τα καταφέρνει

Ιστορία του περιοδικού «A/traverso»

Πρόλογος του Franco Berardi Bifo

€ 18.00 € 15.30
Η ιστορία ενός από τα πιο αντιπροσωπευτικά περιοδικά του Κινήματος του ‘77, μια συλλογική εμπειρία εξαιρετικά καινοτόμος. Ήταν πράγματι το πρώτο παράδειγμα ιταλικών πανκ γραφικών, και την ίδια στιγμή ήταν το τελευταίο περιοδικό πρωτοπορίας του χίλια Εννιακόσια των οποίων οι αναφορές ήταν ο φουτουρισμός του Majakovsky και μια αυθεντική αναθεώρηση του πνεύματος του ντανταϊσμού. Αλλά υπήρξε επίσης ένα περιοδικό που πρότεινε εκλεπτυσμένες πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις που στόχευαν στην απελευθέρωση από το λενινιστικό μοντέλο της οργάνωσης για να ιδρυθεί ένα κίνημα συλλογικοποίησης της καθημερινής ζωής, πολλαπλασιασμού των μικρο-πολιτικών εμπειριών αυτο-οργάνωσης.Στο πρώτο του συντακτικό άρθρο, το «A / traverso», εκφράζονταν κατ’ αυτό τον τρόπο: «οικειοποίηση και απελευθέρωση του σώματος, μετασχηματισμός των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα ανοικοδομούμε ένα σχέδιο εναντίον της εργασίας στο εργοστάσιο, ενάντια σε οποιαδήποτε εντολή που βασίζεται στην επίδοση, στην παροχή υπηρεσιών και την εκμετάλλευση».Qui il pdf del nuovo numero di A/traverso 2017 εδώ το pdf του τελευταίου νούμερου του περιοδικού 2017

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Γιατί να διαβάσουμε ξανά το «A/traverso» σήμερα, ακριβώς σαράντα χρόνια από το Εβδομήντα επτά

«Το να διαβάσουμε το A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάποιος τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να το καταφέρνει». Έτσι ο Franco Berardi (Bifo), φιλόσοφος και ιδρυτής του περιοδικού, απάντησε διασκεδάζοντας στην ερώτησή μου την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Δεν μπορώ να βρω καλύτερα λόγια για να παρουσιάσω την ιστορία ενός περιοδικού που από τη φύση του ξεφεύγει από κάθε επανάληψη της ανάγνωσης ή εκ νέου ερμηνεία. Διαφεύγει όχι μόνο επειδή τα συντακτικά του άρθρα είναι ελλιπή και γεμάτα λάθη, ή επειδή ορισμένα από τα νούμερα του είναι πλέον σχεδόν ανεύρετα, αλλά κυρίως επειδή δεν σέβεται ή ακόμη και ανατρέπει τις κωδικοποιημένες δυναμικές της επικοινωνίας. Τις διαλύει, τις σπάζει, αποσυνθέτοντας και κατακερματίζοντας το κείμενο, το οποίο παρουσιάζεται αμέσως πλαστό, αποκλίνον, ακυβέρνητο και πάντα «πέρα από εκεί».

Το περιοδικό γεννήθηκε το 1975, από την κληρονομιά της κοντροκουλτούρας και του εργατισμού της δεκαετία του 1960, αλλά ταυτόχρονα ήταν το σύμβολο ενός διάκενου στον ανταγωνιστικό κόσμο της τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς του τότε. Mια ρήξη λοξή, πλάγια και μάλιστα διφορούμενο, ακριβώς όπως εκείνη η μπάρα που χώριζε τον τίτλο στο μισό και η οποία υπονοείται στη μέση των πραγμάτων. Λόγω της «εγκάρσιας» και της «εγκαρσιακής» τοποθέτησής τους, οι ιδρυτές του περιοδικού ήταν από τους λίγους που φαντάστηκαν το σενάριο που θα ξεδιπλώνονταν πέρα από εκείνη την σεζόν, με το τέλος δηλαδή εκείνης της σεζόν των αγώνων και των κατακτήσεων, να προαισθάνονται τον κίνδυνο της μετάλλαξης που θα έπαιρνε το πάνω χέρι με το τέλος της εξέγερσης.

Ίσως για αυτό το λόγο το «A / ttraverso» μπορεί να θεωρηθεί ως ένα βασικό κλειδί ανάγνωσης των γεγονότων του Εβδομήντα επτά . Εκτός από το γεγονός ότι υπήρξε ένας από τους κύριους τίτλους, εφημερίδες αυτού του κινήματος, εκτός από το ότι είχε την έδρα του στη Μπολόνια – τόπο ενός από τα πιο δραματικά γεγονότα εκείνης της μοιραίας χρονιάς – στα άρθρα του, αισθάνονταν κανείς ήδη την παραβολή εκείνων των ελπίδων, όλους τους κινδύνους που εκείνες είχαν επωάσει , τους οιωνούς της «εποχής του μετά».

ιστορία, storia

Γυναίκες και ένοπλος αγώνας στην Ιταλία – Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

«L’ombra rosa del conflitto armato: tra narrativa storica e biografica» »Η ροζ σκιά της ένοπλης σύγκρουσης: ανάμεσα στην ιστορική και την βιογραφική αφήγηση»

Το βιβλίο αυτό περιγράφει το κοινωνικοπολιτιστικό και πολιτικό υπόβαθρο-background ορισμένων γυναικών που στρατεύτηκαν και αγωνίστηκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate Rosse και στην Πρώτη Γραμμή-Prima Linea. Επανασυνθέτει τους ρόλους, τα καθήκοντα και τις λειτουργίες των μαχητριών στις δύο ένοπλες ομάδες και αντικατοπτρίζει τη σχέση μεταξύ γυναικών και πολιτικής βίας. Αποκαθιστά επίσης και χτίζει ξανά τους τρόπους με τους οποίους τερματίζουν τον αγώνα και την κινηματική τους εμπειρία, και αναπτύσσουν το πως στη συνέχεια εκ νέου επεξεργάστηκαν τις επιλογές τους εκ των υστέρων. Στα προαναφερθέντα ζητήματα, που αφορούσαν ορισμένες στρατευμένες στις δύο εξτρεμιστικές αριστερές ομάδες, προστέθηκε η ανασυγκρότηση του κοινωνικοπολιτιστικού και πολιτικού υπόβαθρου της Francesca Mambro και ο ρόλος της στην ομάδα της άκρας δεξιάς των Επαναστατικών Ένοπλων Πυρήνων – Nuclei Armati Rivoluzionari. Η έρευνα διεξήχθη με τη βοήθεια πρωτίστως άμεσων πηγών και αναπτύχθηκε σε δύο φάσεις: την ανάγνωση και την ανάλυση των αυτοβιογραφιών που έγραψαν μερικές γυναίκες μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών και αυτοβιογραφικές ή βιογραφικές διατριβές γραμμένες από άλλες πρώην αγωνίστριες στην επαναστατική αριστερά, τη συλλογή δεδομένων μέσω άμεσων συνεντεύξεων με κάποιες πρώην στρατευμένες γυναίκες και μέσω μιας αναζήτησης αρχείων. Οι ιδιαιτερότητες της μελέτης συνίστανται στην επιλογή της άποψης των συμμετεχουσών γυναικών και στην έγκαιρη, διαρκώς διασταυρούμενη ανάλυση της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι πρώην μαχήτριες σε αυτοβιογραφίες, συνεντεύξεις και μαρτυρίες που με την πάροδο του χρόνου έχουν γράψει και κυκλοφορήσει και οι οποίες αποτελούν πηγή ενδιαφέροντος για τους τρόπους με τους οποίους, συχνά μετά από χρόνια, έχουν λειτουργήσει σαν ένας απολογισμός για τη ζωή τους.

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/donne-e-violenza-politica-in-italia/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Το χαμόγελο των κόκκινων χμερ – Il sorriso dei Khmer Rouge

Il sorriso dei Khmer Rouge

«Είχαν σηκώσει τα όπλα για την ίδια ουτοπία, με την σημαία ενός ίδιου χρώματος»

Στο τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα συναντώνται, διαπλέκονται οι ζωές των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος.
Ένας γιατρός τον οποίον άγγιξε η ένοπλη πάλη στα χρόνια Εβδομήντα στην Ιταλία και ένας κόκκινος Χμερ στην Καμπότζη του Πολ Ποτ που πίστευε στην λύτρωση, την απελευθέρωση προς το απόλυτο.
Οι ιστορίες τους είναι εμπνευσμένες από μεγάλα ιδανικά αλλά γεμάτες με ήττες. Συναντώνται ενώ αποδρούν από ένα παρελθόν οδυνηρό και σύσκαμπτο, κατάσπαρτο από βία και από ανεξήγητη δολοφονία. Οι εμπειρίες τους ενώνονται σε ένα στρατόπεδο προσφύγων του Ερυθρού Στρατού. Οι πολιτικές και προσωπικές διαφορές θα είναι θεραπευτικές και για τους δυο, την ώρα που το καθεστώς του Pol Pot παραδίδεται στην ιστορία και το μυστήριο ενός καταστροφικού θανάτου τελικά διαλύεται.

UN ASSAGGIO ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

«Ξεκίνησαν έναν μακρύ στο χρόνο κύκλο συναντήσεων. Συναντιόντουσαν κάθε εβδομάδα, με το αδύναμο πρόσχημα του ορθοπεδικού ελέγχου. Ο Andrea οδηγούσε τη συζήτηση. Είχε μια μεγαλύτερη γνώση του κόσμου, μια αξιοσημείωτη ευκολία εκθεσιακή, μια χαριτωμένη κλίση στο να ακούει. Αποκαλύπτονταν καλλιεργημένος και πληροφορημένος, κληρονόμος καλών αναγνωσμάτων και καθημερινής περιέργειας. Όταν εξέθετε τις αντιφάσεις, η ευγλωττία ελάφρυνε τα βάσανα του. Είχε καταλάβει απ’ την αρχή τον κίνδυνο του απόλυτου. Ήταν πιο ώριμος, λαμπρός, ποτέ σε αμηχανία. Η απώλεια της ελπίδας υπήρξε το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει, η ανάμνηση της Anna μια σχεδία απαραίτητη. Ο Saloth του έβγαζε την χαρά της διδασκαλίας. Έθετε τον εαυτό του σαν τον ιδανικό συνομιλητή: έξυπνος για να καταλαβαίνει, προετοιμασμένος για την εκλέπτυνση και την τελειοποίηση, συνετός ώστε να απέχει από το να ανταγωνίζεται. Ήταν χρήσιμος ώστε να του δώσει να καταλάβει την ασιατική διαφορετικότητα, την τραγωδία της Καμπότζης, την ανατολική weltanschauung, [κοσμοαντίληψη], the other side of the moon. Περίεργος και επιμελής, είχε καλή μνήμη και μεγάλη ικανότητα απορρόφησης. Ήθελε να ανακτήσει τον χαμένο χρόνο. Η ειρήνη του είχε επιστρέψει τις ενέργειες, ζητώντας του σε αντάλλαγμα την δεξιά γάμπα. Οι Saloth και Andrea αλληλοσυμπληρώνονταν: ο πρώτος ένα σφουγγάρι, ο δεύτερος μια ακτή. Συζητούσαν με ηρεμία, αν και με πάθος. Οι συνάδελφοι, οι άλλοι πρόσφυγες τους κοιτούσαν χαμογελώντας από μακριά. Οι δυο συνομιλητές ήταν πολύ διαφορετικοί. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως μοναχά λίγα χρόνια πριν είχαν πάρει τα όπλα για την ίδια ουτοπία, με την σημαία ενός ίδιου χρώματος».

αθλητισμός, sport

Ο μαύρος σοφιστής – Il sofista nero

Il sofista nero

Γροθιές και λόγια στον Mohammed Ali

 Alì: όταν η σύγκρουση μεταφέρεται στην γλώσσα
Ο Muhammad Ali (στο μητρώο Cassius Clay) δεν είναι μοναχά ο μεγαλύτερος μποξέρ βαρέων βαρών όλων των εποχών: είναι η φωτογραφία του σύγχρονου κόσμου και των αμφιθυμιών του. Από την μια, ο πυγμάχος είναι εικόνα της κοινωνίας της αγοράς και των φωτεινών διαφημίσεων της. Από την άλλη, είναι το σύμβολο του κινήματος διαμαρτυρίας των χρόνων Εξήντα και των χρόνων Εβδομήντα: είναι αυτός που κλονίζει το κίνημα ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ και για τις φυλετικές διακρίσεις ενάντια στους μαύρους. Το βιβλίο προτείνει μια φιλοσοφική βιογραφία σε θέση να εξηγήσει όλες αυτές τις πτυχές: μέσα από μια προσεκτική διερεύνηση της ζωής του πυγμάχου το δοκίμιο προτείνει μια φιλόδοξη ηθική και πολιτική εκ νέου ανάγνωση του Muhammad. Ο Ali είναι αυτός που φέρνει τον λόγο μέσα στην πυγμαχία , άθλημα της σιωπηλής γροθιάς, δραστηριότητα μέσα στην οποία μέχρι εκείνη την στιγμή το να μιλάς ήταν δουλειά των αδύναμων. Ο boxeur από την Louisville, αντιθέτως, κάνει την ευγλωττία του ένα όπλο τρομερό. Οι προσβολές του, τα επιθετικά ποιήματα και οι προβλέψεις του για το ποιος θα κερδίσει το επόμενο match γεννούν στο ring το σύγχρονο ισοδύναμο ενός μαύρου σοφιστή: μια απειλητική φιγούρα σε θέση να αλλάξει τον κόσμο που την περιτριγυρίζει. Ο Ali προλαμβάνει τον παρόντα κόσμο, γιατί πριν από τους άλλους αντιλαμβάνεται πως η δουλειά θα είναι συνδεδεμένη όλο και περισσότερο με την εκμετάλλευση της ανθρώπινης ικανότητας του λόγου, του να μιλάς.
Ο Muhammad Ali δεν είναι μοναχά ο πρόδρομος της πυγμαχίας, μα του κόσμου της εργασίας σήμερα: δεν προκαταβάλει απλά τον Mike Tyson αλλά την οικονομία των call-center και του Amazon που επικεντρώνεται στη λέξη και στο λόγο.
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πάντα το ήξερα, L’ ho sempre saputo

L’ho sempre saputo

Η συνάντηση δυο γυναικών στο κελί μιας φυλακής. Οι δυο ακτές τις Μεσογείου διαχωρίζουν τη μοίρα τους, και όχι μόνο λόγω του διαφορετικού χρώματος του δέρματος. Η μια εκτίει μια ένοπλη απόπειρα κομουνισμού, η άλλη την αδύνατη απόδραση από την δυστυχία. Τις δένει η αφήγηση του ταξιδιού μιας κόρης που ακόμη δεν γεννήθηκε εκεί που αφήνει το ίχνος του η διαδρομή το ανθρώπινο μονοπάτι που έφερε τις δυο γυναίκες να μοιράζονται τους τέσσερις τοίχους εκείνου του κελιού. Με αναλαμπές μνήμης οραματικής οι δυο γυναίκες διατρέχουν τις παραπλανήσεις του «πολιτισμού των λευκών», που επιβλήθηκε σαν ανώτερος με το σπαθί, το σταυρό και την αγορά. «Μοναδικό μοντέλο» που έχει επαινεθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε όλες τις παραδόσεις του πλανήτη. Μια συντριπτική κριτική για την ύπαρξη εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων υποταγμένων από τους κανόνες ενός οικονομικού συστήματος όλο και πιο ανόητου και παράλογου και παραγωγού μόνιμου παγκόσμιου πολέμου.

 

AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Barbara Balzerani

Barbara Balzerani

Η Barbara Balzerani στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα στρατεύεται στην οργάνωση Potere operaio, στην συνέχεια στις Brigate rosse, όντας στέλεχος της στρατηγικής διοίκησης της οργάνωσης. Στο τέλος μιας μακράς φυγοδικίας συνελήφθη και εξέτισε είκοσι πέντε χρόνια φυλάκισης. Εκτός από τους τόμους παρόντες στον κατάλογο DeriveApprodi, είναι επίσης συγγραφέας και του βιβλίου La sirena delle cinque ,  η σειρήνα των πέντε (Jaca Book, 2003).

http://www.deriveapprodi.org/2017/09/lho-sempre-saputo/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα »σάπια» μήλα – Le mele “marce”

του Fiorenzo Angoscini

Giorgio Panizzari, L’albero del peccato, Το δέντρο της αμαρτίας, Colibrì edizioni, Paderno Dugnano (Mi), μάρτιος 2017, σελ. 208, € 14,00

Εκείνη η συμπεριφορά από τον συγγραφέα σε αυτή την εγκληματολογική, την οικονομική κοινωνική και πολιτική ανασυγκρότηση επάνω στο έξω από το νόμο και περιθωριακό προλεταριάτο, είναι μια έρευνα- συνεισφορά που πραγματοποιήθηκε από το εσωτερικό, ζωντανά, σε άμεση επαφή και σε πρώτο πρόσωπο. Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να σταθούμε στο βιογραφικό του Panizzari και τη γένεση του έργου του.

Παιδί του δρόμου, δυνητικός ισοβίτης

Ο Giorgio Panizzari γεννιέται και μεγαλώνει σε μια από τις εργατικές και λαϊκές ‘barriere’, γειτονιές ‘φράγματα’ του Torino.  Νεαρός στη διάρκεια των χρόνων ’60, εκείνα του οικονομικού boom, του αυτοκινήτου εξακοσίων κυβικών, του πλυντηρίου, της τηλεόρασης αγορασμένης με ανταπόδοση που λειτουργούσε με την εισαγωγή εκατό λιρετών, όπως τα jukebox,  και όταν εξαντλούνταν ο χρόνος εισφοράς (κάποιες δεκάδες λεπτών) οι μεταδόσεις διακόπτονταν, η οθόνη γίνονταν μαύρη κι αν επιθυμούσες να συνεχίσεις να ‘απολαμβάνεις’ το θέαμα, έπρεπε να ρίξεις μέσα στην σχισμή άλλα νομίσματα. Της πλαστής ευημερίας είχαν επωφεληθεί επίσης και οι ζώνες μεσαίου-χαμηλού εισοδήματος του ιταλικού πληθυσμού. Μα όχι όλες.

Παρέμεναν αποκλεισμένοι οι συνήθεις, οι τελευταίοι από κάθε άποψη, οι δίχως εργασία, οι πρόσφατα άνεργοι, οι πολιτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Ή ακόμη και εκείνοι που δεν ήθελαν να υποβληθούν στο ζυγό μιας εργασίας αλλοτριωτικής, επαναλαμβανόμενης που θεωρούσαν άχρηστη. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι συνοικιακές άτακτες μπάντες (batterie ή «batere») που αποτελούνταν κυρίως από νέους ανθρώπους που δεν ήταν ακόμα εγγυημένοι εργαζόμενοι, που δεν μπορούσαν πλέον να «εκπαιδευτούν» λόγω της άρνησής τους, αναρχικοί με την έννοια πως ήταν αντίθετοι σε κάθε μορφή συντεταγμένης εξουσίας, σκληροί αντάρτες σε κάθε νόμο. Μικρός υπόκοσμος που «εγκληματεί» για να επιβιώσει, κάποιοι από τους συμμετέχοντες και επειδή δεν ήθελαν , και δεν μπορούσαν να αντέξουν την ιδέα της εκτέλεσης μιας εργασίας σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Ο Panizzari είναι ένας από αυτούς τους νέους περιθωριοποιημένους προλετάριους: ένας κακοποιός του δρόμου.

Κάνει ληστείες και κλοπές. Στα 15 του για πρώτη φορά περνά το κατώφλι ενός τιμωρητικού θεσμού: την φυλακή ανηλίκων Ferrante Aporti. Στη συνέχεια, το τμήμα «Παρατήρησης» δίπλα από τον Οίκο Αναμόρφωσης και, στη συνέχεια, φιλοξενείται στον Φιλανθρωπικό Οίκο για Παραμελημένους Νέους στην Pianezza, στην περιφερειακή ζώνη του Τορίνο. Από αυτό το ίδρυμα «φιλανθρωπίας» αποφασίζει να το σκάσει, έτσι, όταν τον αρπάζουν εκ νέου, χαρακτηρίζεται ως «κοινωνικά επικίνδυνος» και αποδίδεται, «για λόγους ασφαλείας» σε έναν Οίκο Αποκατάστασης: τον σωφρονιστικό του Bosco Marengo (Το), τον χειρότερο της βόρειας Ιταλίας.

Ανάμεσα σε αποφυλακίσεις, αποδράσεις και εκ νέου συλλήψεις, φθάνει στην ηλικία των 17 χρόνων (ιούνιος 1967), όταν τον συλλαμβάνουν εκ νέου, δένοντας τον με το άρθρο a 10: irrecuperabilità sociale, μη ανακτήσιμος κοινωνικά. Αποφεύγει με αυτό τον τρόπο τον εγκλεισμό του σε έναν Οίκο Ααμόρφωσης και τον στέλνουν πίσω στην «Ferrante Aporti». Αλλά η «οξυθυμία» του θεραπεύεται με την αποστολή του στο Κέντρο ψυχιατρικής Παρατήρησης των Φυλακών «Le Nuove».

Στο τορινέζικο σωφρονιστήριο γνωρίζει και συνδέεται με φιλία με τον Giuseppe Avattaneo, διοικητή ‘Caino‘ “πρώην Παρτιζάνο φόβητρο φυλάκων και κρατουμένων…Με το τέλος της Αντίστασης, ο ‘Caino’ την είχε συνεχίσει για λογαριασμό του, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει συνεργάτες των φασιστών και των ναζί, κόσμο που είχε βασανίσει Παρτιζάνους στο διαβόητο στρατόπεδο της οδού Asti, και στην συνέχεια απέδιδε δικαιοσύνη ‘εκτελώντας’ τους με την βοήθεια κάποιου άλλου Παρτιζάνου”.1 Από τα 15 μέχρι τα 20 χρόνια του, παραμένει ελεύθερος όχι περισσότερο από δυο χρόνια.

Τον απρίλιο του ’69 είναι μεταξύ των πρωταγωνιστών της πρώτης μεγάλης διαμαρτυρίας στις φυλακές, εκείνη στο Torino- φυλακή Le Nuove. Μετά την εξέγερση έρχονται οι μαζικές μεταφορές σε άλλα ιδρύματα. Ο Panizzari ύστερα από κάποιες σύντομες στάσεις σε ‘απλές’ φυλακές, αποστέλλεται στο Ποινικό Ψυχιατρικό Άσυλο του Montelupo Fiorentino (Fi). Βγαίνει, αλλά το 1970, στα 21 του, παραδίδεται από μόνος του για να ξεκαθαρίσει πως δεν ήτα ο υπεύθυνος της ληστείας μετά φόνου ενός χρυσοχόου. “Eίναι αθώος, υποστηρίζει, και υπερασπίζεται τον εαυτό του σθεναρά. Όμως οι εφημερίδες τον μετέτρεψαν σε τέρας. Η αναμέτρηση είναι άνιση. Από τη μία πλευρά η ανάμνηση ενός εύπορου από το Κούνεο, από την άλλη η παρουσία ενός χουλιγκάνου, ενός κακοποιού που έτσι κι αλλιώς πρέπει να τεθεί σε θέση να μη μπορεί να κάνει ζημιά. Για τέσσερα χρόνια ο Panizzari αγωνίζεται, σπουδάζει νομικά, προγραμματίζει και στήνει τη υπεράσπιση του, συλλέγει μάρτυρες και μαρτυρίες, αποδέχεται α υποβληθεί σε ψυχολογικά τεστ, πάντα με την ελπίδα πως η κοινωνία θα μπορέσει με αυτό τον τρόπο να πειστεί για την αλήθεια του. Mα για την κοινωνία ένας κακοποιός και επί πλέον έξυπνος είναι ανυπόφορος, είναι μια απόδειξη ενοχής”.2 Η ποινή είναι: ισόβια! “…αφού είχα εθελοντικά παραδοθεί για να με αναγκάσουν να ‘ομολογήσω’ μια ληστεία και έναν φόνο που δεν είχα διαπράξει”.3

Στην έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο η ποινή επιβεβαιώνεται. Ο Panizzari ξεκινά τις περιοδείες του στις διάφορες φυλακές της ‘Όμορφης χώρας’, από βορά προς νότο και αντιθέτως, συμπεριλαμβανομένων των νησιών. Στην φυλακή συναντά τους Adriano Sofri, Guido Viale, Pio Baldelli (‘θύματα’ διαδηλώσεων στους δρόμους και τις πλατείες και ένοχοι τέλεσης αδικημάτων άποψης, σκέψης), τον Agrippino Costa (‘να ελευθερώσουμε τον σύντροφο Costa, έκλεβε πίνακες σαν πραγματικός καλλιτέχνης‘ ), τον Fiorentino Conti (υπεύθυνο της επιτροπής φυλακών της Lotta Continua). Στην Augusta (Sr) ‘πολιτικοποιεί’ τον εφημέριο της φυλακής, Πατέρα Giardina, “…έναν συμπαθέστατο τύπο που δέχονταν να σφυρίζει την ‘Bandiera Rossa‘ σε ανταλλαγή ενός λουκάνικου κι ενός ποτηριού με κρασί”.4

Ξεκινά σχέσεις με τις πρώτες κολεκτίβες φυλακισμένων: εσωτερικές (Le Pantere Rosa) και εξωτερικές (Της γης οι κολασμένοι, I dannati della terra της LC και με τους NAP). Στο Porto Azzurro συναντά τον τορινέζο Martino Zicchitella και γνωρίζει τον ‘τορινέζο’-μετανάστη Sante Notarnicola. Όταν βρίσκεται σε ‘θεραπεία’ (1974) στην Ψυχιατρική Ποινική Κλινική της Aversa (Cs) φθάνει σε αυτόν η θλιβερή είδηση του θανάτου δυο συντρόφων του στρατευμένων στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες,  Nuclei Armati Proletari, των Luca Mantini και Giuseppe ‘Sergio’ Romeo, που σκοτώθηκαν στη διάρκεια προσπάθειας απαλλοτρίωσης μιας τράπεζας στην Φλωρεντία που είχε σχεδιάσει η οργάνωση.5

Συμμετέχει σε εξεγέρσεις και απόπειρες αποδράσεων: αυτή που ήταν η  ‘πιθανότερη’, όμως απέτυχε, εκείνη της Viterbo (μάϊος 1975, όταν βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη η απαγωγή Di Gennaro, που ήταν δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της γενικής διεύθυνσης των σωφρονιστικών ιδρυμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης) μαζί με άλλους δυο ‘nappisti’, τους Martino Zicchitella και Pietro Sofia. Όταν, ιούλιος 1977, κατέστη πλέον επίσημο το κύκλωμα των ειδικών φυλακών, είναι ήδη κρατούμενος στο νησί της Asinara (Ss) όπου είχε φθάσει από την Poggioreale (Napoli), όπου βρίσκονταν για την δίκη στους NAP, που θα του κοστίσει την ποινή των 16 χρόνων και τεσσάρων μηνών επιπλέον κάθειρξης.

Μετά την απαγωγή Moro (16 μαρτίου 1978) είναι μεταξύ των αγωνιστών των Nap, με μόνο τους Pasquale Abatangelo και Domenico Delli Veneri, που εντάσσονται στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse. Δεν περνάει ένας χρόνος και σχεδόν όλοι οι άλλοι μαχητές των Nap θα εισέλθουν στις BR. Μετά την Κόκκινη Εβδομάδα, la Settimana Rossa (19-26 αυγούστου 1978 και 21-23 σεπτεμβρίου 1978), στις 2 oκτωβρίου 1979 ξεκινάη ‘Μάχη της Αζινάρα’, la ‘Battaglia dell’Asinara’, “…μια μάχη την οποίαν ο τύπος και τα μέσα πληροφόρησης αγνόησαν με προσοχή ‘λόγω άνωθεν διαταγών’6 και όταν οι σχέσεις χειροτέρεψαν μέχρι, σχεδόν, τη ρήξη, ο Giorgio Panizzari αναγνωρίστηκε και «χρίστηκε» αντιπρόσωπος των κρατουμένων για να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντική η εκδοχή του Pasquale Abatangelo;7…προσπαθήσαμε μια επανέναρξη της διαπραγμάτευσης, καταφέρνοντας να μιλήσουμε με τον εισαγγελέα του Sassari, που είχε φθάσει άρον άρον στο νησί. O Giovanni Mossa, έτσι ονομάζονταν ο δικαστικός, έκανε την κίνηση να αποδεχτεί την συνάντηση, την αντιπαραβολή, με τον όρο να συναντήσει έναν εκπρόσωπο μας. Στείλαμε τον Giorgio Panizzari, που είχε συνηθίσει στις αδύνατες αποστολές”.

Ξανά, πάντα από το »Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα»Ancora,  ‘Correvo pensando ad Anna‘, μιλώντας για τα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τις προσωπικότητες των πολιτικών ή πολιτικοποιημένων κρατουμένων, γράφει “Δεν ξεχώριζαν διανοητικά, όπως ο Giorgio Panizzari, ο οποίος στο Palmi μπορούσε να κρατά σε απόσταση και να τα φέρνει βόλτα με ταξιαρχίτες ματαιόδοξους και γεμάτους έπαρση”.
Ο Panizzari, όπως αναγνωρίστηκε από τον Σύντροφο του, πρώτα στους Nap, και στην συνέχεια στις Brigate Rosse, ο κακοποιός, ο περιθωριακός και περιθωριοποιημένος, ήξερε να παντρεύει την ‘πρακτική με την γραμματική’, ήταν σε θέση να εκτελεί την ‘τόσο την διανοητική δουλειά όσο και την χειρονακτική’.

Ακριβώς στην καλαβρέζικη φυλακή, ο ‘ανόητος’ που προέρχονταν απ’ την τορινέζικη barriera, διασταυρώνεται με διανοούμενους και καθηγητάκους με τους οποίους πολλοί ήθελαν να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς: “Mα μπόρεσε να  ‘μην λάβει υπ όψιν, να μην κλείσει τους λογαριασμούς’, ούτε προς τον ανείπωτο Toni Negri, o oποίος στις πλάτες του κουβαλούσε ‘ιστοριούλες’ -και λογαριασμούς να ταχτοποιήσει-είχε ήδη αρκετούς και με πολλούς εκείνο τον καιρό”,8 αλλά τρυφερός δεν στάθηκε ούτε με τον ανταγωνιστή του παντοβάνου καθηγητή, Alberto Franceschini (που προέβλεπε για τον Negri το ίδιο τέλος με τον Horst Mahler, πρώην αγωνιστή της Raf που είχε φθάσει στο σημείο να συνεργαστεί με τον υπουργό Εσωτερικών…ή πως θα είχε αυτοκτονήσει, ανίκανος να αντιμετωπίσει το σκληρό βάρος της φυλακής) εκείνο τον καιρό Σύντροφο ‘του’: “εκ των υστέρων, θα μπορούσε κανείς να πει ότι o Θεϊκός Franceschini μιλούσε και για τον εαυτό του …” .9

Στη διάρκεια του 1981 οι Brigate Rosse διασπώνται σε Partito Guerriglia, Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου και Partito Comunista Combattente, Μαχόμενο Κομουνιστικό Κόμμα μετά μια έντονη μάχη, άγρια, σκληρή, έξαλλη που ξέσπασε μέσα στην ‘ειδική’ του Palmi. Ο Panizzari δεν εντάχθηκε σε κανέναν από τους δυο κορμούς. “Η προσωπική μου θέση ήταν ήδη από καιρό εκείνη που στην συνέχεια προσελήφθη από την συνιστώσα ‘Partito Guerriglia’, αλλά δεν θεωρούσα πως η πραγματική κοινωνική-πολιτική δύναμη και αυτή η πολιτική-στρατιωτική της ομάδας που στην συνέχεια προχώρησε με εκείνο το όνομα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει στο ελάχιστο τις θέσεις και τα πολιτικά προγράμματα που είχε κάνει δικά της…Παραδόξως ήταν οι σύντροφοι της συνιστώσας PCC, κι ας ήταν σε επίγνωση των θέσεων  πολύ διαφορετικών απ’ τις δικές  τους, που μου ζήτησαν να παραμείνω μαζί τους κι από θέσεις μειοψηφίας, μα πάνω απ’ όλα-το ίδιο και από την πλευρά μου- έκαναν τα πάντα ώστε να μη μου λείψει μια σχέση αμετάβλητου σεβασμού και εκτίμησης, ακόμη και μέσα στην παρουσία της πιο έντονης πολιτικής απόκλισης”.10

Πλέον ο Panizzari, είναι ένας αδέσποτος σκύλος, ένας δίχως κόμμα. Ως τελική πράξη πολιτικής στράτευσης συνοψίζει τις απόψεις σε «έξι θέσεις» (Το δέντρο της αμαρτίας, L’albero del peccato εν συντομία;) που διανέμει μέσα και έξω από τη φυλακή. Στη συνέχεια επιστρέφει στην περιοχή της προσωπικής μοναξιάς, ξεκινά έναν αγώνα ενάντια σύστημα βασανίζοντας το σώμα του. Το 1983, ενώ φιλοξενούνταν στη φυλακή της Potenza, κόβει το κάτω μέρος της γλώσσας του που προκαλεί μόνιμη αναισθητοποίηση σε ένα μέρος αυτής. Πίσω στο Palmi, για να διαμαρτυρηθεί κατά των περιορισμών της κοινωνικής ζωής στους οποίους υποβάλλονταν (όπως και όλοι οι άλλοι κρατούμενοι), τον νοέμβριο του 1984 ράβει το στόμα και τα γεννητικά του όργανα.

 

Λόγω της δραματικότητας και σκληρότητας αυτής της πρωτοβουλίας θα χρησιμοποιηθεί η άμεση μαρτυρία του: “Προμηθεύτηκα μία βελόνα για χειρουργικά ράμματα και οργανικό νήμα, και ένα βράδυ έραψα το στόμα μου σε τέσσερα σημεία πάνω από τα χείλη, μετά έραψα το δέρμα του πέους στην κορυφή με άλλα τρία σημεία. Στη συνέχεια συνέχισα την κανονική ζωή μου … είχα ράψει το στόμα και το πουλί μου για να δοκιμάσω και να ελέγξω ένα πράγμα του οποίου ήμουν πεπεισμένος: ότι θα ήταν το ίδιο πράγμα!, Δεν θα εκτιμούσα οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ ραμμένου και όχι ραμμένου σώματος … Πως το στόμα το είχα ράψει ως πηγή και κύριο όργανο της γλωσσικής επικοινωνίας, λογικής και ορθολογικής, και το πουλί σαν πηγή κύρια (αλλά όχι και μοναδική) μιας επικοινωνίας του σώματος, αυτών που ένιωθε, αυτών που επιθυμούσε … Αυτό υποστήριζα. Και σίγουρα όχι μόνο (και όχι κυρίως) λόγω των συνθηκών κράτησης στις φυλακές του Palmi”.11

Το 1993, μετά από 23 χρόνια συνεχούς φυλάκισης, κατακτά την ημιελευθερία και την εργασία σε ένα συνεταιρισμό υπολογιστών. Πάλι συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι έχει διαπράξει τρεις ληστείες τραπεζών στην ρωμαϊκή περιοχή, αθωώνεται στο Εφετείο, αλλά η ημιελευθερία έχει ανακληθεί, δεν του «επιστρέφεται» για να διαμαρτυρηθεί ξεκινά μιαν απεργία πείνας. Το 1998, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Oscar Luigi Scalfaro, του χορηγεί μερική χάρη, που ζητήθηκε γι ‘αυτόν από άλλους.

Τον Δεκέμβριο του 2000 συνελήφθη ξανά για μια ληστεία στο υποκατάστημα της Todi (Pg) της τράπεζας Monte dei Paschi di Siena. Σήμερα βρίσκεται σε ημιελευθερία και επιστρέφει να «διανυκτερεύει» στην φυλακή Bollate (Μι).
Εκτός από το ‘Δέντρο της Αμαρτίας’,  “L’albero del peccato” έχει γράψει “La danza degli aghi” (1986), »Ο χορός των βελονών» “…γι αυτό είναι φτιαγμένη η φυλακή , για να επιτηρεί και να τιμωρεί εκείνο που δεν εξημερώνεται, εκείνο που δεν δαμάζεται σύμφωνα με τους κανόνες του χρόνου που μας έχει δοθεί να ζήσουμε” (Rosella Simone);12 την αυτοβιογραφία του, “Libero per interposto ergastolo”, »Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη»(1990), “Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria”, »Το φύλο των αγγέλων. Στον λαβύρινθο της σεξουαλικότητας στις φυλακές» (1991): “Δέκα αληθινές ιστορίες, μεταξύ μίμησης, ανάτασης και δράματος, συνηθισμένης τρέλας εγκλεισμού, έχοντας στο κέντρο την σοβαρή, τραχιά, βασανιστική σεξουαλική- συναισθηματική στέρηση των κρατουμένων. Λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, αυνανισμός, αυτο-καταπίεση, αποξένωση και αλλοτρίωση: το σχιζοφρενικό προαύλιο της κολάσεως των «σωμάτων του εγκλήματος», καταδικασμένων επίσης και πάνω απ ‘όλα σε μια αδύνατη ετεροφυλοφιλία και σε μια ομοφυλοφιλία έτσι κι αλλιώς σε αναστολή και «απαγορευμένη». Στο παράρτημα, μια έρευνα, ένα γκάλοπ μεταξύ των κρατουμένων, και η δραματική ιστορία ενός τρανσέξουαλ κρατουμένου“. (Κέντρο Τεκμηρίωσης Μελετών και Έρευνας στον Λαϊκό Πολιτισμό, Centro di Documentazione Studi e Ricerca sulla Cultura Laica Piero Calamandrei).13

Το φυτό και οι απαγορευμένοι καρποί
Μια πρώτη έκδοση, μειωμένη και μερική σε σύγκριση με την τρέχουσα έκδοση, του « δέντρου της αμαρτίας», δόθηκε στη δημοσιότητα τον σεπτέμβριο του 1983 από την Κολεκτίβα Rebelles στο Παρίσι και τυπώθηκε στα ‘L’ateliers graphiques’ στις Βρυξέλλες. Η υπογραφή του συγγραφέα ήταν: Συλλογικότητα Κομμουνιστών Κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ουσιαστικά σχεδόν όλων των μαχητών των BR κρατούμενων στις φυλακές του Palmi (Rc). Ένα «ιπτάμενο φύλο», εισηγμένο στο εσωτερικό του βιβλίου (σίγουρα μετά την εκτύπωση του ιδίου, σχεδόν σαν τροποποίηση, προληπτική ή με καθυστέρηση;) εξηγούσε τους λόγους, τη φύση και τόνιζε τους χρόνους υλοποίησης του γραπτού. «Αυτό το γραπτό βγαίνει στον τύπο τρία χρόνια μετά τη συγγραφή του (που χρονολογείται στον δεκέμβριο του ’80 / ιανουάριο ’81) και με πρωτοβουλία της κολεκτίβας Rebelles λόγω των δυσκολιών που δημιουργήθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση στην δημοσίευσή του».

Διευκρίνιζε επίσης πως: “Από τον καιρό της εκπόνησης του »πολύ νερό κύλησε κάτω από τις γέφυρες» τόσο για το επαναστατικό κίνημα όσο και για την αντεπανάσταση. Το κέντρο της σύγκρουσης μέσα στο ιταλικό επαναστατικό κίνημα πρόσφατα μετακινήθηκε επάνω σε θέματα διαφορετικά από πολλές απόψεις σχετικά με εκείνα που επεξεργάστηκαν στο βιβλίο: η δημοσίευση του αυτούς τους μήνες θα μπορούσε ακόμη και να εννοηθεί, λανθασμένα, σαν μια θέση που έλαβε το ‘Collettivo Rebelles’ υπέρ των «υποκειμενιστικών» ρευμάτων που ακόμη εξακολουθούν να επιμένουν να θέσουν το φυλακισμένο προλεταριάτο σαν κεντρικό υποκείμενο του επαναστατικού κινήματος ή ακόμα και να χτίσουν μια εικόνα της μητροπολιτικής κοινωνίας καθ’ ομοίωσιν μιας μεγάλης φυλακής … Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξένο σε εμάς από αυτό”.

Από αυτή την σχεδόν αποστασιοποίηση από το περιεχόμενο του βιβλίου, διαισθανόμαστε πως η πραγματοποίηση, δημοσίευση και διάδοση του «εμποδίστηκε, αντιμετωπίστηκε εχθρικά», και συνάντησε, κατά πάσα πιθανότητα, ισχυρή αντίθεση στον «επαναστατικό» χώρο. Όπως θυμίσαμε νωρίτερα, στην διάρκεια του 1981, οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse διασπώνται σε δυο κορμούς : Partito Guerriglia, του οποίου κυριότεροι εκφραστές και υποστηριχτές είναι οι Renato Curcio και Alberto Franceschini (σε αυτό το ‘ρεύμα’, όπως θυμάται ο Pasquale Abatangelo στο “Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna”, εντάσσεται σχεδόν η ολότητα των κρατουμένων αγωνιστών); και Partito Comunista Combattente όπου σαν εγκυρότερα σημεία αναφοράς θα βρούμε, μεταξύ των άλλων, τους Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti. Στην συνέχεια, κάποιοι ‘guerriglieri’, ο Pasquale Abatangelo tμέσα σε αυτούς, εγκαταλείπουν την ομάδα και εντάσσονται στο PCC.

Επιστρέφοντας στις «δικαιολογίες» που συνοδεύουν από τους Rebelles το »Δέντρο», καταλήγουν ως εξής: «Θεωρούμε χρήσιμη τη δημοσίευση του ως εργαλείου για την υποστήριξη της συμμαχίας της εργατικής τάξης και των επαναστατικών οργανώσεων της με τις »περιθωριοποιημένες» προλεταριακές μάζες των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και με τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους λαούς του τρίτου Κόσμου’‘. Η δομή της δημοσίευσης χωρίζεται σε έξι κεφάλαια (διατριβές) σαφώς καθορισμένες και με επιχειρήματα: Ι) Η προέλευση και τα δομικά χαρακτηριστικά του εκτός νόμου προλεταριάτου, ΙΙ) Οι μορφές οργάνωσης, αγώνα και συνείδησης των εκτός νόμου III) Φυλακή και σωφρονιστική πολιτική, IV) Φυλακές και πολιτικό κίνημα του φυλακισμένου προλεταριάτου, V) Τέσσερις πολιτικές θέσεις, VI] Στοιχεία προγράμματος.

Γι αυτή την θεωρητική συνεισφορά μιλά και ο Pasquale Abatangelo:14

 

“Από την φυλακή του Palmi είχε βγει ένας τόμος με τίτλο ‘L’albero del peccato’, ‘Το δέντρο της αμαρτίας’, που συγκέντρωνε το υλικό μιας μεγάλης εργασίας που ξεκίνησε στην Asinara (πιθανότατα αναφέρεται στο λεγόμενο “Documentone” και σε εκείνο που θεωρείται η συνέχεια του και επέκταση: »Η μέλισσα και ο Κομουνιστής», “L’Ape e il Comunista “ n.d.a.)15στην οποίαν ο ιστορικός μετασχηματισμός των προσώπων της εγκληματικότητας προτείνονταν σαν επεξηγηματικό κλειδί της μοίρας του μητροπολιτικού προλεταριάτου”.

Μαζί με αυτές τις  επεξεργασίες υπάρχουν και άλλες δουλειές του χώρου, που νοείται ως Partito Guerriglia. Εκτός απ’ το πραγματικό ιδρυτικό μανιφέστο16  το δυνατό υποστηρικτικό κομμάτι υπογράφεται από εκείνους που θεωρούνται οι δυο πιο έγκυροι κρατούμενοι αγωνιστές: Renato Curcio και Alberto Franceschini. Ο τίτλος του είναι “Gocce di sole nella città degli spettri” »Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη», το οποίο, μετά  από ένα συντακτικό πρόλογο, έναν πρόλογο του Pio Baldelli, έχει μια σελίδα που τιτλοφορείται ‘Prima di tutto‘ , ‘Πρώτα απ’ όλα’ που μεταφέρει το απόσπασμα από τα λόγια του Marx: “…από τους χρόνους του Αδάμ το δέντρο της αμαρτίας είναι την ίδια στιγμή το δέντρο της γνώσης…17

Ο Pasquale Abatangelo το χαρακτηρίζει “Μια περαιτέρω ώθηση προς την «πολυπλοκοποίηση» του μαρξιστικού παραδείγματος προς την κατεύθυνση μιας πιο προσεκτικής εξέτασης των εποικοδοκητικών στοιχείων της ταξικής πάλης18. Μοναδικές φωνές έξω από τον χορό, σε σχέση με την πλειοψηφική τάση, Andrea Coi, Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti των Brigate Rosse-Partito Comunista Combattente οι οποίοι με τo Πολιτική και Επανάσταση, con Politica e Rivoluzione19 απευθύνουν “…μια οξεία κριτική, εμπνευσμένη από έναν σταθερό και  ‘παραδοσιακό’ μαρξισμό, των θέσεων που παρουσιάστηκαν από τους Curcio και Franceschini…” (P. Abatangelo, cit.).

Η έκδοση που δημοσιεύτηκε πρόσφατα του κειμένου του Panizzari, με πρωτοβουλία του Κέντρου Περιφερειακών Μελετών, Centro Studi Territoriali «Ddisa» του Lentini (Sr) και τη φροντίδα του Κέντρου Πρωτοβουλίας, Centro d’Iniziativa «Luca Rossi» του Μιλάνο, στη συντακτική εισαγωγή, θυμίζει πως »μια πρώτη εκδοχή του βιβλίου, αντιστοιχεί περίπου στα κεφάλαια III και IV του παρόντος τόμου «.
Ο συγγραφέας, στον πρόλογο (που συντάχθηκε το 2015, δυο χρόνια πριν τυπωθεί) τονίζει αυτά τα χαρακτηριστικά σχετικά με τις σκέψεις και τις έρευνες του, η επεξεργασία “κλείνει το 1989, μα η κυοφορία του είχε διαρκέσει μια  δεκαριά χρόνια μέσα σε τεράστιες δυσκολίες…το κείμενο που ακολουθεί έχει συνεπώς σε πρώτη φάση την αξία της μαρτυρίας…”. Αν και σταματά στο τέλος των χρόνων ογδόντα διατηρεί τα χαρακτηριστικά του, ενδιαφέροντος και ιδιαιτερότητας, πρωτοτυπίας και επικαιρότητας. Έτσι, δεν περιορίζει, δεν είναι ένα όριο, έστω και προσωρινό, αλλά η ένδειξη μιας περιόδου που καλύπτει την «χειρότερη» δεκαετία που μας έλαχε να διασχίσουμε.

Aντιμετωπίζει, εν επιγνώσει του σκοπού, τα χαρακτηριστικά του «εγκλήματος», έτσι όπως ξετυλίχτηκαν από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, τις τροποποιήσεις και την προσαρμογή στις μεταβολές των εποχών, καθώς και την εξέλιξή του. Συγκρίνει τις διάφορες σχολές σκέψης που αναπτύχθηκαν για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκληματικότητας. Από τις πιο αμβλείς και αντιδραστικές μέχρι τις «πεφωτισμένες», τις σύγχρονες με την «άνοδο των σοσιαλιστικών ιδεών» που θεωρούσαν την εγκληματικότητα »… ένα υποπροϊόν των στρεβλώσεων της εκβιομηχάνισης και της υποβάθμισης που αυτές οι στρεβλώσεις προκαλούσαν σε ορισμένες κοινωνικές τάξεις … και πως ο εγκληματίας ήταν ένα θύμα της κοινωνίας «.

Εντοπίζει και σημειώνει, την «ταξική» ποικιλομορφία του εγκλήματος: «η πατενταρισμένη πορνεία, η άμεση υλική κλοπή, η κλοπή με διάρρηξη, ο φόνος και η ληστεία, η παραβατικότητα για τις κατώτερες τάξεις, ενώ η ειδικευμένη λεηλασία, η έμμεση και εκλεπτυσμένη κλοπή, η επιδέξια αξιοποίηση του ανθρώπινου κοπαδιού, η προδοσία υψηλής τακτικής, η υπερβατική πονηράδα, τέλος, όλα τα ελαττώματα και όλα τα «αληθινά προσοδοφόρα» εγκλήματα, κομψά, που ο νόμος είναι πολύ καλά εκπαιδευμένος για να αγγίξει, παραμένουν το μονοπώλιο των ανώτερων τάξεων»..20
Τα παραδείγματα και οι σκέψεις δεν αφορούν μονάχα στο ιταλικό έδαφος, αλλά αγκαλιάζουν επίσης γηραιά και νέα ήπειρο.

Έτσι όπως έρχονται στη μνήμη μας οι διαφορετικές προσεγγίσεις των εγκληματολόγων, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές «πριν από την εποχή τους», ‘ante litteram’. Η ανάπτυξη του φαινομένου του περιθωριακού και παράνομου προλεταριάτου μπορεί να αποδοθεί σε κάποιους παράγοντες καπιταλιστικής υπερπαραγωγής: τους πολέμους,την αύξηση του πληθυσμού, την ανεργία, την υπό- εργασία, την επισφαλή και ακάλυπτη («Τρόποι παραγωγής της εγκληματικότητας»). Επιπλέον, «ο κλάδος της εκτός νόμου εργασίας, υπό την πίεση των ‘καταναλωτών χωρίς μισθό’ κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια έχει εκτοξευτεί και πολυπλοκοποιήθηκε».

Ο Panizzari, αναλύοντας αυτές τις αλλαγές κοινωνικές-οικονομικές-πολιτικές χρησιμοποιεί τα κλασικά εργαλεία του μαρξισμού τα οποία συμπληρώνει με  “μια ειλικρινή αντιμετώπιση, άμεση, αυστηρή”. Όπως θα έλεγε μια συγκεκριμένη φιλολογική μεθοδολογία 21 μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε άμεσα ‘επί τόπου’.
Έτσι, χειρίζεται τους Marx-Engels, Foucault, Marcuse, Lombroso και Beccaria όπως πολλούς άλλους ‘ειδικούς’, συγγραφείς, οικονομολόγους, και επιστήμονες του εγκλήματος. Mα, έμμεσα, συμβουλεύεται επίσης και τους  ‘συνεργούς’ πολλών επιδρομών. Και, το ‘-σώμα-corpus’ της έρευνας του επικεντρώνεται στον πιο αδύναμο και ευάλωτο του περιθωριακού προλεταριάτου, εκείνο που είναι φυλακισμένο.

Τα κεντρικά κεφάλαια, όχι μόνο τυπογραφικά, είναι αφιερωμένα στην ταυτοποίηση και ανάλυση του πως καθορίζονται αυτές οι ‘νέες’ κοινωνικές και οικονομικές φιγούρες: “Χρόνοι και μέθοδοι της εκτός νόμου εργασίας” (“…εκτός νόμου δεν είναι εκτός κοινωνίας, δεν σημαίνει ούτε καν ακοινωνικός: είναι προϊόν εξαιρετικά κοινωνικό”), καθώς και στην περιγραφή (που δεν έχει αποδυναμωθεί) από την μεγάλη μάζα των  ‘άμισθων’ (με την κλασική έννοια αυτού που, δευτερευόντως εργαζομένου, λαμβάνει ένα μισθό σε ανταλλαγή μιας παροχής,  ως επί το πλείστον χειρωνακτικής) έγκλειστης: “Το φυλακισμένο τμήμα του εκτός νόμου προλεταριάτου στην Italia και τα μακρά του χρόνια εβδομήντα”.

Αφού εξέτασε τα πιο πολιτικά πρόσφατα γεγονότα (εξεγέρσεις, αγώνες, απόπειρες απόδρασης, ιδεολογικές διασπάσεις και διαχωρισμούς, και ανθρώπινους, διαστάσεις-διαχωρισμούς και  ‘μεταμέλειες’) η τελευταία παράγραφος αυτής της πλευράς έχει τον τίτλο που σημαίνει πολλά “Και εξακολουθεί να είναι αγορά – Ed è ancora mercato”. Που ολοκληρώνεται με αυτό τον τρόπο: “…στις 31 μαρτίου 1988 το υπουργείο Δικαιοσύνης πληροφορούσε πως οι φυλακισμένοι σε κατάσταση πραγματικής κράτησης ανέρχονταν στον αριθμό των 36.179, ενώ το 1970 ήταν 35.000! Και υπενθυμίζει τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Επιτροπή έρευνας της Πρωθυπουργίας, πως το 1987 σημειώνονταν 8,3 εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι …Προφανώς, κατά τη διάρκεια του «δεύτερου οικονομικού θαύματος», όχι όλοι οι πολίτες ως εκ θαύματος διασώθηκαν! Και καμιά σωφρονιστική πολιτική, πιστεύω, μπορεί να υποκαταστήσει τα θαύματα».

Μέσα στη δουλειά του, ο Panizzari, περιγράφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεγάλων ιταλικών εγκληματικών οργανώσεων στο πεδίο δράσης του χώρου έξω από το νόμο, τις“…’τρεις αδελφές ’ ή, όπως αναφέρει η προφορική κουλτούρα τους, ‘τρεις ιππότες ενωμένοι από μια συμφωνία αίματος’”: Cosa Nostra, ‘Ndrangheta, Camorra- Κόζα Νόστρα, Ντρανγκέτα, Καμόρα. Έτσι όπως υπογραμμίζει την διαφορετικότητα της μεταμέλειας, σε σχέση με τους ‘πολιτικούς’, των συνεργατών σε αυτές τις ‘πολυεθνικές τους εγκλήματος’.

Η τρέχουσα έκδοση του “L’albero del peccato” ολοκληρώνεται με τον συγγραφέα που θυμάται μια ολόκληρη σειρά δυναμικών και  ‘αξιών’ ιδίων του εκτός νόμου για να τονίσει πως “Αυτός που μεγάλωσε μέσα στην ηθική του δρόμου, στην αργκό γλώσσα της νύχτας, στα τελετουργικά των αναμορφωτηρίων και των ανακρίσεων της αστυνομίας μπορεί πολύ σωστά να πει πως πραγματοποίησε μια πρώτη μυητική λειτουργία για την πλήρη ένταξη του σε ένα συγκεκριμένο ενήλικο κόσμο ”.


  1. Giorgio Panizzari, Libero per interposto ergastolo. Carcere minorile, riformatorio, manicomomio criminale, carcere speciale: dentro le gabbie della Repubblica, Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη. Φυλακές ανηλίκων, αναμορφωτήριο, ποινικό ψυχιατρείο, ειδικές φυλακές μέσα στα κλουβιά της Δημοκρατίας, Kaos Edizioni, Milano, gennaio 1990  
  2. Αρχείο, Archivio Franca Rame Dario Fo, Soccorso Rosso Κόκκινη Βοήθεια – 1969. Παρέμβαση της Franca Rame στην παρουσίαση του βιβλίου του Giorgio Panizzari “La danza degli aghi”, »Ο χορός των βελόνων», 22.11.1986  
  3. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  4. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  5. Βλέπε https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/  
  6. G: Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  7. Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Εκδόσεις-Edizioni Dea, Firenze, marzo-μάρτιος 2017  
  8. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  9. G. Panizzari, cit.  
  10. G. Panizzari, cit.  
  11. G. Panizzari, cit.  
  12. Giorgio Panizzari, La danza degli aghi, Ο χορός των βελόνων, Cooperativa Apache, Roma 1986 edκαι Εκδόσεις Edizioni Ddisa, Lentini (Sr) 2015  
  13. Giorgio Panizzari, Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria, Το φύλο των αγγέλων. Μέσα στον λαβύρινθο της φυλακισμένης σεξουαλικότητας, Kaos Edizioni, 1991  
  14. P. Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, cit.  
  15. Κολεκτίβα Φυλακισμένων Κομουνιστών των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Collettivo Prigionieri Comunisti delle Brigate Rosse, L’Ape e il Comunista, Η μέλισσα  και ο Κομουνιστής, Φυλακή-Carcere di Palmi 1980, Διεθνής Ανταπόκριση, Corrispondenza Internazionale, anno-έτος VI , nn. 16/17, Roma, dicembre-δεκέμβρης 1980  
  16. Brigate Rosse-Partito della Guerriglia, Tesi di fondazione del partito, Ερυθρές Ταξιαρχίες-Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου, Θέσεις ίδρυσης του κόμματος, δεκέμβρης dicembre 1981, στο Σχέδιο Μνήμης, τα γραμμένα λόγια, Progetto Memoria, Le parole scritte, Roma, 1996  
  17. R. Curcio και A. Franceschini, Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη, Διεθνής Αλληλογραφία, Gocce di sole nella città degli spettri, Corrispondenza Internazionale, έτος anno VII, παράρτημα supplemento ai nn. 20/22, Roma, dicembreδεκέμβρης 1982  
  18. P. Abatangelo, cit. 
  19. A. Coi, P. Gallinari, F. Piccioni, B. Seghetti, Politica e Rivoluzione, Πολιτική και Επανάσταση, Giuseppe Maj ΕκδότηςEditore, Milano, dicembreδεκέμβρης 1983  
  20. dαπό το “La Phalange”, ΠαρίσιParigi, 10 δεκεμβρίουdicembre 1838  
  21. Η σύγχρονη φιλολογία χωρίζεται σε δύο κύριες κατευθύνσεις: από τη μία πλευρά υπάρχει η τάση να βρίσκει, να ανοικοδομεί και να ερμηνεύει κείμενα (μελέτη της προφορικής μαρτυρίας), και από την άλλη να αναδεικνύει και να ερμηνεύει γεγονότα κάθε είδους που βοηθούν στην κατανόηση των ίδιων των κειμένων: μελέτη των πραγμάτων  

Share

TAGGED WITH →

https://www.carmillaonline.com/2017/06/14/le-mele-marce/