αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
μα τι χαρακτήρας!

Ποιοι ήμασταν

……μπορεί να ειπωθεί και να λεχθεί ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν στα γραφεία του ΚΚΙ του Reggio Emilia και του Giambellino στο Μιλάνο (όπως προσπάθησε να κάνει η ταινία ο ήλιος του μέλλοντος, των Giovanni Fasanella και Gianfranco Pannone, δεχόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο κακόβουλες επιθέσεις) και ότι η Πρώτη γραμμή είχε τις ρίζες της στα εργοστάσια και τα σχολεία της Sesto San Giovanni, το Στάλινγκραντ της Ιταλίας. Ούτε μπορούμε να μην πούμε ότι, σε ορισμένες φάσεις, ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μια πολιτική πρόταση που είδε μια ευρύτατη συναίνεση και τον ακολούθησαν με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και συμπαθούντες, δεν ήταν ένας εγκληματικός μικρόκοσμος…..

….ο πατέρας μας είναι ευρέως ανιχνεύσιμος στις προσωπικές βιογραφίες και στις εποχικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και πλαίσια, μέσα στα οποία γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε: καλείται κίνημα του ’77, και αυτό, ωστόσο, ευτελισμένο, ποινικοποιημένο και παρεξηγημένο, και ακόμη και πριν, για τους περισσότερους από αυτούς που γέννησαν την Πρώτη γραμμή, στην στράτευση στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, ιδίως στη Lotta continua και την Potere operaio.
Η μητέρα μας, από την άλλη πλευρά, έρχονταν από μια παλαιότερη οικογένεια, η οποία είχε τρέξει και ήταν πολύ καρποφόρος καθ ‘όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα: ονομαζόταν επαναστατική ρήξη.Μια πραγματική ουτοπία που είχε ξεκινήσει από το σοβιετικό ’19, αλλά που είχε βαθιές και ισχυρές τις ρίζες της από την πρόσφατη γαλλική αναταραχή του 18ου αιώνα και στις κινήσεις και την αναρχική κουλτούρα, προλεταριακή και σοσιαλιστική του δέκατου ένατου αιώνα, στις προσδοκίες για ελευθερία, για ισότητα, αδελφοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                            Αυτής της ουτοπίας, πεισματικά οργανωμένης σε όλο τον κόσμο σε αντιαποικιοκρατική και αντικαπιταλιστική βάση, εμείς είμαστε οι καθυστερημένοι και συνεπείς επίγονοι, σίγουρα όχι οι πρωτεργάτες. Την πεποίθηση ότι η επαναστατική βία ήταν η μαμή της ιστορίας, επώδυνη αλλά απαραίτητη συμβολή στη γέννηση του νέου και του σωστού, την έχουμε απλά κληρονομήσει από τους παππούδες μας, τους γονείς μας, τα κομμουνιστικά κόμματα, τα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από τις ομάδες και από τους εργατικούς αγώνες, κοινωνικούς και φοιτητικούς των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα.                                                                                                                    Τίποτα το πρωτότυπο, επομένως. Μόνο ο ριζοσπαστισμός, πολύ αποφασισμένος και πιθανώς λιγάκι μπερδεμένος, να προσπαθήσουμε να πάμε μέχρι τέλους. Να τα σπάσουμε, στο επίπεδο της γλώσσας και των συμπεριφορών – και των προσωπικών, επειδή το προσωπικό είναι πολιτικό, μας είχε διδάξει η φεμινιστική σκέψη…..

….si può dire e raccontare che le Brigate rosse sono nate nelle sezioni
del PCI di Reggio Emilia e del Giambellino a Milano (come ha provato a fare il film
Il sol dell’avvenire, di Giovanni Fasanella e Gianfranco Pannone, ricavandone perciò
risentiti attacchi) e che Prima linea ha avuto le sue radici nelle fabbriche e nelle
scuole di Sesto San Giovanni, la Stalingrado d’Italia. Neppure si può dire e
raccontare che, in certe fasi, la lotta armata è stata una proposta politica che ha visto
un consenso allargato e un seguito consistente con decine di migliaia di militanti e di
simpatizzanti, non un microcosmo criminale…..

…..nostro padre è ampiamente rintracciabile nelle biografie individuali e nei
contesti, temporali, sociali e politici, nei quali siamo nati e cresciuti: si chiama
movimento del 77, anch’egli, peraltro, banalizzato, criminalizzato e misconosciuto; e
prima ancora, per la gran parte di quanti diedero vita a Prima linea, nella militanza
nei gruppi extraparlamentari, in particolare Lotta continua e Potere operaio.
Nostra madre veniva invece da un casato più antico, che aveva avuto corso ed era
stata assai feconda lungo tutto il Novecento: si chiamava rottura rivoluzionaria.
Un’utopia concreta che aveva preso le mosse dal ’19 sovietico, ma che affondava le
robuste radici sin nel rivolgimento francese di fine Settecento e nei moti e nella
cultura anarchica, proletaria e socialista dell’Ottocento, nelle aspirazioni alla libertà,
all’eguaglianza, alla fraternità e alla giustizia sociale.
Di quell’utopia, pervicacemente organizzata in tutto il mondo in chiave
anticolonialista e anticapitalista, noi siamo stati i tardivi e coerenti epigoni, non certo
i promotori. La convinzione che la violenza rivoluzionaria fosse levatrice della storia,
doloroso ma necessario contributo alla nascita del nuovo e del giusto, noi l’abbiamo
semplicemente ereditata dai nostri nonni, dai nostri genitori, dai partiti comunisti, dai
movimenti extraparlamentari della fine degli anni Sessanta, dai gruppi e dalle lotte
operaie, sociali e studentesche dei primi anni Settanta.
Nulla di originale, dunque. Solo la radicalità, assai determinata e probabilmente un
po’ ottusa, di provare ad andare sino in fondo. Di rompere, sul piano del linguaggio e
dei comportamenti – anche personali, perché il personale è politico, ci aveva
insegnato il pensiero femminista…..

 

https://www.micciacorta.it/wp-content/uploads/2015/03/Segio-introduzione-miccia-corta-2a.pdf

αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – τόμος V

Gli autonomi – volume V
53Assemblea Nievo sperimentale dopo il 7 aprile54Digitalizzato_20150820 (3)

«Il quinto volume sulla storia dei movimenti autonomi in Italia» αφιερωμένος στον φίλο μου τον Τονι που ταξιδεύει Ιταλία για να πάρει μέρος στην παρουσίαση του »πέμπτου τόμου της ιστορίας των αυτόνομων κινημάτων στην Ιταλία»,   Μιχάλης

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή. (1968- 1979)

Με αυτόν τον πέμπτο τόμο των αυτόνομων- gli autonomi ο εκδοτικός οίκος deriveapprodi προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο στην κατασκευή ενός ιστορικού αρχείου για τα κινήματα της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του ’70. Η αφήγηση της εδαφικής ιδιαιτερότητας (μερικές φορές επαρχιακής, όπως στην περίπτωση αυτή) καθεμιάς από εκείνες τις εμπειρίες μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική σημασία της υπόθεσης στην εθνική της γενικότητα.

Η Πάντοβα ήταν το κέντρο της δικαστικής επιχείρησης της «7ης απριλίου 1979» και η προσοχή των μέσων ενημέρωσης επικεντρώθηκε γύρω από τη σχολή Πολιτικών Επιστημών και ειδικότερα την φιγούρα του «κακού maestro-καθηγητού» Τόνι Νέγκρι. Αλλά αν όλοι έχουν ακούσει να γίνεται λόγος για την Πάντοβα ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της εμπειρίας της εργατικής Αυτονομίας στην Ιταλία, λίγα έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί μέχρι στιγμής σχετικά με την αγωνιστική ιστορία και την πάλη που έχει διασχίσει η υπόλοιπη περιφέρεια του Βένετο. Στην πραγματικότητα, η ανταγωνιστική εμπειρία που συγκεκριμενοποιήθηκε σε εκείνη την περιοχή είναι πλούσια μιας πληθώρας πολύ ζωντανών καταστάσεων που αναπτύχθηκαν σε τμήματα της επικράτειας που της περιφέρειας: ήταν όχι μόνο σημαντικά κέντρα που συμμετείχαν στη γέννηση της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά και τόποι όπου το νέο αναπτυξιακό μοντέλο, μετά τη φάση των μεγάλων εργοστασίων παραγωγής, έπαιρνε τη μορφή του «διάχυτου εργοστασίου», της «επικράτειας- εργοστάσιο». Στα βιομηχανικά νησιά του αρχιπελάγους βένετο, η εργατική Αυτονομία ήταν μια εμπειρία που είδε την πραγματικότητα του αγρότη που κατέστη εργάτης να μεταμορφώνεται σε μια ανατρεπτική πρακτική που ξεκινώντας από τα χωριά συχνά κατάφερε να δημιουργήσει σημαντικούς χώρους αντιεξουσίας στην περιοχή. Στην περίοδο κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος της Αυτονομίας γλιστρούσε προς τις πρακτικές των μαχόμενων οργανώσεων, οι «πολιτικές Κολεκτίβες του βένετο-Collettivi politici veneti» έχτιζαν το δίκτυο των «κοινωνικών Ομάδων-Gruppi sociali» οργανώνοντας διάχυτους αγώνες στην περιοχή. Η εμπειρία του vicentino, που γεννήθηκε με τη μυθική εξέγερση των εργατών του Valdagno το 1968, συνεχίζεται με εξαιρετικούς κύκλους αγώνων στη διάρκεια όλης της δεκαετίας του ’70 μέχρι τη μεγάλη καταστολή της 7ης απριλίου 1979 και τη συνδεόμενη με αυτήν τραγωδία της Thiene, όπου τέσσερις νεαροί αυτόνομοι αγωνιστές βρίσκουν το θάνατο.

Στη δεκαετία του εβδομήντα, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.
Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Και για όλες τις είκοσι τέσσερις ώρες της ημέρας είναι αγωνιστές, σε εκείνες τις περιφέρειες που αντί να είναι οι χώροι αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο γίνονται οι χώροι όπου παίρνουν αυτό που χρειάζονται για μια ζωή που να αξίζει να την ζουν.
Στην ουσία, ήταν η πρώτη γενιά νέων, και νεότατων, που επέλεξαν κάθε χρήσιμο μέσο για να αποφύγουν την εργοστασιακή εργασία στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι κάποιος θα μπορούσε να είναι κομμουνιστής χωρίς να περάσει από την κόλαση του εργοστασίου. Έτσι ώστε για να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους εκείνοι οι «χαλαροί» νέοι που απέφευγαν την κούραση και ήταν γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες συνομήλικοι τους σε όλη την Ιταλία, ήρθαν στη θέση να πιάσουν το τουφέκι.
Αλλά σε εκείνη την τόσο ριζοσπαστική επιλογή υπάρχουν πτυχές που αξίζουν προσοχή: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία «μετάνοια-μεταμέλεια». Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται.

Un assaggio… Μια γεύση

Από την εισαγωγή της Elisabetta Michielin:
Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.
Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην επικράτεια του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.
Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

 

ISBN: 978-88-6548-270-4
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 320
ANNO: ΕΤΟΣ 2019
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi τα βιβλία του οίκου
TEMA: ΘΕΜΑ Anni SettantaMovimenti Χρόνια Εβδομήντα, Κινήματα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

Padova και Schio: Παρουσίαση του βιβλίου “L’Autonomia Operaia Vicentina” του Donato Tagliapietra

 

Κυριακή 7 απριλίου από τις 17:30 στις 23:30. GAS Altragricoltura Nordest, corso Australia 61, Padova παρουσίαση του βιβλίου του Donato Tagliapietra “L’Autonomia Operaia Vicentina” (Ed. DeriveApprodi)


Επόμενη ημερομηνία: Σάββατο 13 Απριλίου, ώρα 18.00, Palazzo Toaldi Capra, Schio

 

https://www.ilpopoloveneto.it/notizie/cultura/2019/04/04/79210-padova-presentazione-del-libro-lautonomia-operaia-vicentina

αυτονομία, autonomia

Εκδήλωση-Συζήτηση: Ο Ιταλικός Μάης: Ο Μάης που δεν έλεγε να τελειώσει | Σάββατο 23/3, 18:00, στο Στέκι στο Βιολογικό

Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης

Ο Ιταλικός Μάης: Ο Μάης που δεν έλεγε να τελειώσει

Ο Ιταλικός Μάης διήρκεσε 15 χρόνια. Το ιταλικό ανταγωνιστικό κίνημα από το 68′ ως τα μέσα του 80′ ήταν σε πολυμορφία, εύρος θεματικών, οργανωτικές εμπειρίες και μαζικότητα, το σημαντικότερο στην Ευρώπη. Στα εργοστάσια, τα σχολεία, στα πανεπιστήμια και τις γειτονιές εμφανίστηκαν μαζικές συμπεριφορές που αμφισβητούσαν στην πράξη την προσκυνημένη στάση της «αριστεράς» και των συνδικάτων μέσα στην κρίση και τη βίαιη καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος, η εργατική αυτονομία, το κίνημα του 77′ και συναφή θέματα θέλουμε να μοιραστούμε μαζί σας σε μια βιωματική παρουσίαση από τον Μιχάλη Μ. για την Φλωρεντία και τον Αντώνη Ν. για την Πάντοβα.

Εκδήλωση – Συζήτηση:

Σάββατο 23 Μαρτίου, 18:00, στο Στέκι στο Βιολογικό

Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης – μέλος της Αναρχικής Ομοσπονδίας

lib_thess@hotmail.com
libertasalonica.wordpress.com

Δείτε την αρχική δημοσίευση

διεθνισμός, internazionalismo

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ SRI στον ΔΙΕΘΝΙΣΤΗ ΕΘΕΛΟΝΤΗ PAOLO “PACHINO”

Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη (ιταλικά και αγγλικά) που παραχώρησε ο διεθνιστής σύντροφος Paolo «Pachino» στους συντρόφους του Τορίνο της Διεθνούς Ερυθράς Αρωγής. Ο σύντροφος Paolo είναι ένας από τους πέντε διεθνιστές του Τορίνο που έφυγαν για να υποστηρίξουν την επανάσταση της Ροζάβα και οι οποίοι, με την επιστροφή τους, αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επιτήρησης της εισαγγελίας του Τορίνο χαρακτηρίζοντας τους κοινωνικά επικίνδυνους λόγω του κοινωνικού και πολιτικού τους ακτιβισμού και και της επαναστατικής τους εμπειρίας στη Συρία.
Υπενθυμίζουμε ότι ο σύντροφος Paolo είναι υπό κατ ‘οίκον περιορισμό διότι, φεύγοντας ξανά για την Ροζάβα, καταστρατήγησε τις υποχρεώσεις υπογραφής στις οποίες υποβλήθηκε για άλλα πολιτικά αδικήματα που του αποδόθηκαν στην Ιταλία. Στον σύντροφο Paolo απορρίφθηκε το αίτημα ανάκλησης της σύλληψης πριν από λίγες μόνο ημέρες.
H συνέντευξη είναι του περασμένου μήνα.
Η συνέντευξη με τον Paolo (Pachino), έναν ιταλό αναρχικό διεθνιστή που υποστήριξε την επανάσταση της Rojava στο έδαφος και με τα όπλα πλαισιωμένος στις διεθνείς YPG.

 

Ποια πολιτική ανάλυση σε έπεισε να φύγεις για την Συρία;

Ξεκίνησα ως αποτέλεσμα του αυξανόμενου ενδιαφέροντος μου σχετικά με τις φήμες για την επανάσταση που έρχονταν από τη Ροζάβα και σύντομα μετά την επιστροφή μου γεννήθηκε μια συνέλευση της πόλης το καραβάνι για την Ροζάβα στο οποίο στρατεύονταν αναρχικοί και κομμουνιστές που εργάζονταν για να στηρίξουν την επανάσταση με οικονομική βοήθεια και πολλά άλλα. Την πρώτη φορά που πήγα στο Κουρδιστάν ήταν το 2014, έφτασα στο Μπακούρ στο τουρκικό Κουρδιστάν κατά τη διάρκεια της αντίστασης του Κομπάνι. Ήμουν αποφασισμένος να επαληθεύσω προσωπικά ότι οι φωνές που έφταναν σε εμάς, δεν ήταν μόνο προπαγάνδα και έτσι ήθελα να φύγω πάλι για να καταλάβω καλύτερα τους μηχανισμούς της επανάστασης. Μπόρεσα να επαληθεύσω την πραγματικότητα μιας αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, για την απελευθέρωση της γυναίκας και οικολογική και για μια κοινωνία άξια αυτού του ονόματος με όλες τις δυσκολίες που οφείλονται στις εθνοτικές συγκρούσεις στον χώρο.

Στις αρχές του 2016 πήγα για πρώτη φορά στη Rojava και αρχικά απασχολήθηκα στην αστική εργασία και κοινωνικού χτισίματος και βλέποντας τους ανθρώπους που παρά τις δυσκολίες του πολέμου προσπαθούσαν να οικοδομήσουν αυτή την κοινωνία γέμιζε την καρδιά μου με ελπίδα. Όταν στη συνέχεια επέστρεψα στην Ροζάβα τον αύγουστο του 2016 αποφάσισα να ενωθώ με τις YPG για να πολεμήσω με τα όπλα στα χέρια για εκείνη την επανάσταση που είχα τη δυνατότητα να επαληθεύσω αξίες και ποιότητα της κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού. Μια επανάσταση αντιιμπεριαλιστική λαϊκή και οικολογική που, στην καθημερινή της πρακτική, εκτός από τον ένοπλο αγώνα, προωθεί έναν αγώνα για την απελευθέρωση της γυναίκας, τη συλλογικοποίηση των πόρων και της εργασίας, παρά όλες τις αντιφάσεις που υπάρχουν στη Μέση Ανατολή. Ήμουν σε θέση να επαληθεύσω το υψηλό επίπεδο αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Στη Μέση Ανατολή η αξία της αλληλεγγύης είναι πολύ πιο ανεπτυγμένη από ότι σε εμάς, πέρα από ζώνες πολέμου ή όχι.

Τι έμαθες από αυτή την εμπειρία; Η επανάσταση στην οποία έχεις συνεισφέρει είναι για σένα ένα σημείο άφιξης ή μια επανεκκίνηση; Ποια ήταν η κύρια μέθοδος αντιμετώπισης των αντιφάσεων με τις οποίες έπρεπε να λογαριαστείς κατά την διάρκεια της εμπειρίας σου τόσο της πολιτικής αλληλεγγύης όσο και του πολέμου;

Αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα σημείο εκκίνησης επειδή ήμουν σε θέση να ανακαλύψω και να βιώσω μια διαφορετική καθημερινότητα κατά την οποία τα ζητήματα αντιμετωπίζονταν με πολιτικό τρόπο που δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να δω εδώ σε εμάς στην Ιταλία. Για μένα είναι επίσης ένα σημείο άφιξης από τη διεθνή άποψη όσον αφορά τη δυσκολία ένταξης ενόψει μιας κουλτούρας εντελώς διαφορετικής από τη δική μας. Για παράδειγμα, η θρησκεία, που την αισθάνονται πολύ κάτω εκεί στη Μέση Ανατολή αλλά, τελικά, αυτές δεν είναι αντιφάσεις μα είναι διαφορές πολιτισμικού χαρακτήρα. Συνειδητοποιείς ότι η επανάσταση τους είναι στα σπάργανα και θα χρειαστεί λίγος χρόνος ακόμη για να υπονομεύσουν πολιτισμικές οπισθοδρομήσεις και υποβολές χιλιάδων ετών. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που όλοι οι δυτικοί διεθνιστές που ήρθαν στην Ροζάβα είχαν να αντιμετωπίσουν.

Ως αναρχικός έπρεπε να λογαριαστώ επίσης με την πειθαρχία, ειδικότερα με την στρατιωτική αν και κατανόησα την αναγκαιότητα που εννοείται ως ευθύνη και έναντι των συντρόφων μου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Παρά τις απαραίτητες στρατιωτικές ιεραρχίες ο ρόλος των διοικητών είναι τέτοιος κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά, σε κοινωνικό και συνευρεσιακό επίπεδο, οι ιεραρχίες τινάζονται στον αέρα. Τρώμε μαζί μαγειρεύουμε μαζί και ζούμε μαζί την καθημερινότητα χωρίς κοινωνικές διαφορές, ρόλων ή διοίκησης, κυριαρχίας.

Αλλά η κύρια αντίφαση υπήρξε η απαραίτητη αεροπορική παρέμβαση των ΗΠΑ. Δυστυχώς οι πόλεμοι, ακόμα και οι επαναστατικοί, επιβάλλουν ιδιαίτερους τακτικισμούς που ευνοούν την προώθηση προς τον επαναστατικό στόχο. Εξάλλου και κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού πολέμου στην Ιταλία οι παρτιζάνοι, κομμουνιστές ή αναρχικοί, επωφελήθηκαν από κάποια υλικοτεχνική ή στρατιωτική στήριξη από τα συμμαχικά στρατεύματα υπό την ηγεσία ιμπεριαλιστικών εθνών. Σε μια τέτοια τεράστια σύγκρουση δεν είναι δυνατόν να αποκλίνουμε και να κάνουμε τους σοφιστές. Η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων διακυβεύεται και απαιτούνται τακτικές συμμαχίες. Η μεγαλύτερη αντίφαση ήταν αυτή.

Ποια ήταν τα κύρια διδάγματα που νομίζεις ότι θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα τόσο από προσωπική άποψη όσο και από επαναστατική άποψη γενικότερα;

Στη Rojava, ανάμεσα στα κόμματα και τα κινήματα που συμμετέχουν στην επανάσταση, υπάρχουν διαφορές και ορισμένα κριτικά σημεία. Μπόρεσα να παρατηρήσω και να εφαρμόσω τη μέθοδο με την οποία αντιμετωπίζονται αυτές οι αντιφάσεις και οι εντάσεις που μπορεί να προκύψουν. Την εμπειρία να αντιμετωπίζονται και να κατανοούνται οι διαφορετικότητες των ανθρώπων. Έμαθα να βάζω τον εαυτό μου στη θέση των άλλων και να αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίο υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις. Ενίσχυσα την ικανότητά μου για ανάλυση και κατανόηση που με βοήθησαν στο να προσπαθώ να επιλύω τα προβλήματα συζητώντας τα έτσι ώστε στη συνέχεια να συνάγω μια σύνθεση που να μοιράζομαι με τους άλλους ώστε να ξεπεραστούν εντάσεις και διαφορές.

Το κύριο πράγμα που έμαθα είναι η αυτοκριτική μέθοδος. Κριτικοί και αυτοκριτικοί για να γίνουμε καλύτεροι και να μάθουμε από τα λάθη μας ώστε πλέον να μην τα διαπράττουμε. Προσπαθήσαμε να αναλάβουμε τους θετικούς προσανατολισμούς πέρα από την πολιτική διαμόρφωση στην οποίαν ανήκουμε και να τους κοινωνικοποιήσουμε συνδυάζοντας τα καλύτερα μέρη του μαοϊσμού, του μαρξισμού λενινισμού ή του αναρχικού προσανατολισμού, κ.λπ., για να προσπαθήσουμε να ενισχύσουμε τους εαυτούς μας ιδεολογικά. Για παράδειγμα με τις συνιστώσες της IFB που σχηματίστηκαν από μαοϊκούς συντρόφους και ΜΛ που έχουν μια δομή ξεχωριστή από τις JPG, στις οποίες εγώ στρατεύτηκα, είχαμε τόσο ανθρώπινη όσο και πολιτική σχέση και συχνά συνέβη να ήμαστε μαζί ακόμη και κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Έφυγες λοιπόν ξανά για τη Rojava τη δεύτερη φορά οδηγούμενος από την εικόνα των διεθνών ταξιαρχιών του ισπανικού πολέμου. Πώς θα χαρακτήριζες την αντίληψη σου για τον διεθνισμό, μια αντίληψη συγκεκριμένου προλεταριακού χαρακτήρα ή αμιγώς αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ των λαών.

Θεωρώ ότι ο διεθνισμός σημαίνει υποστήριξη των επαναστάσεων. Η ανθρώπινη στήριξη βοήθειας μεταξύ λαών και εκείνη της επαναστατικής πολιτικής ταξιδεύουν μαζί. Πρόκειται επίσης για ένα γυμναστήριο, ένα σχολείο και μια προπόνηση για να μάθουμε πρακτικές που θα μπορούσαμε να εξάγουμε, σε άλλες καταστάσεις και συνθήκες, μέσα σε άλλες χώρες. Ως εκ τούτου θεωρώ σωστό να υποστηρίζουμε τις επαναστάσεις σε άλλες Χώρες. Στη Ροζάβα η ζήτηση για διεθνιστές δεν είναι αυτοσκοπός. Οι διεθνιστές που συμμετέχουν στην επανάσταση της Ροζάβα έχουν ως καθήκον να κάνουν να γίνει κατανοητή καλύτερα η κατάσταση στις Χώρες καταγωγής τους αφού απέκτησαν κοινωνική, πολιτική ή στρατιωτική εμπειρία.

Οι σύντροφοι στη Ροζάβα μας ζητούν να επιστρέψουμε στις Χώρες καταγωγής για να επικοινωνήσουμε και να καταστήσουμε κατανοητή την επανάσταση και αυτά που βρίσκονται πίσω της.

Πώς νομίζεις ότι μπορείς συνεπώς να χρησιμοποιήσεις την εμπειρία σου και εκείνο που έμαθες κατά τη διάρκεια της διεθνιστικής δράσης σου στη Ροζάβα, στη Χώρα καταγωγής σου;

Δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ομοιόμορφα η επανάσταση της Rojava εδώ στην Ιταλία. Εδώ δεν υπάρχει ένας πόλεμος που αυξάνει σημαντικά την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ολόκληρου του προλεταριάτου. Οι μέθοδοι και οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές και από την κοινωνική σκοπιά. Είναι απαραίτητο να κάνουμε μια σωστή ανάλυση της κοινωνίας της Χώρας μας, μια ανάλυση που μας αναγκάζει να εξελιχθούμε όπως επίσης ο καπιταλισμός εξελίσσεται και αλλάζει στις μορφές του. Δεν μπορούμε να παραμείνουμε σταματημένοι στη δεκαετία του ’70 ή στις εικόνες των μεγάλων επαναστάσεων του παρελθόντος. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε το καλύτερο από αυτά εφαρμόζοντας το μέσα στη σύγχρονη δυτική κοινωνία υπό την ηγεσία του καπιταλισμού. Ο ανοιχτός πόλεμος, χωρίς αμφιβολία και παραδόξως, παρέχει καλύτερες συνθήκες από πλευράς επαναστατικής οπτικής και της αλληλεγγύης. Το πραγματικό έργο κατά τη γνώμη μου πρέπει να γίνει μέσα στα επαναστατικά κινήματα. Ένα έργο κριτικής και αυτοκριτικής που να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να κινήσουμε σε ένα ενιαίο μέτωπο.

Μην νομίζεται ότι στην Ροζάβα όλα ξεκίνησαν με αυτόν τον τρόπο, από το σήμερα το αύριο. Υπήρξε (και εξακολουθεί να υπάρχει) μια τεράστια εργασία από ιδεολογική και πολιτιστική άποψη, ένα έργο που, μέσα στον πόλεμο, φέρνει τους καρπούς του δημιουργώντας αυτονομία και αυτοοργάνωση. Αν δεν υπήρχε ένα έργο μακρύ τριάντα χρόνια από τους συντρόφους του κουρδικού κινήματος και του PKK δεν θα υπήρχε καμία επανάσταση που να βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα. Και εδώ στην Ευρώπη είναι απαραίτητο να κάνουμε αυτό το έργο.

Στη χώρα μας δεν υπάρχει ένας ανοικτός σε εξέλιξη πόλεμος αλλά πρέπει να πούμε ότι υπάρχει πραγματικός αδήλωτος πόλεμος ενάντια στο προλεταριάτο. Ένας πόλεμος καταχρήσεων, καταπίεσης, θανάτων στην εργασία και απολύσεων …

Η κατάσταση στην Ευρώπη είναι μια αδήλωτη πολεμική κατάσταση, συγκαλυμμένη, είναι αλήθεια, αλλά υπάρχει ένα πολιτιστικό και ιδεολογικό πρόβλημα για να συνθλίψουμε. Κατά τη γνώμη μου αυτή η κατάσταση αναπτύσσεται και μπορεί να διαδραματίσει ικανοποιητικό ρόλο, εξαιτίας και της γενικότερης «κοινής λογικής» που ερμηνεύει αυτά τα κατασταλτικά μέτρα, ως μια μορφή μεγαλύτερης κοινωνικής ασφάλειας. Είναι απαραίτητο να υπονομεύσουμε αυτές τις αντιφάσεις που είναι εγγενείς στο προλεταριάτο. Γνωρίζω καλά ότι οι επαναστάσεις είναι βίαιες πράξεις, δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς τον πόλεμο με όπλα στο χέρι αλλά είναι απαραίτητο να υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι, συνθήκες. Για παράδειγμα, στον Μπακούρ, ο πόλεμος με τον τουρκικό στρατό προήλθε από τη δημιουργία της αυτονομίας και του ελέγχου άλλων πόλεων από το κουρδικό κίνημα.

Πολλά μαζικά κινήματα στην Ευρώπη, όπως τα κίτρινα γιλέκα, έχουν διαφορετικές ιδεολογίες μέσα τους είναι αλήθεια αλλά είναι λάθος να μην είμαστε παρόντες μέσα σε αυτά τα κινήματα. Κάποιος πρέπει να είναι παρών για να καταπολεμήσει τις φασιστικές και ρατσιστικές τάσεις μέσα σε αυτά τα λαϊκά κινήματα αντιμετωπίζοντας τις χίλιες αντιφάσεις και επίσης να ξέρει πώς να τις εκμεταλλευτεί για να φτάσει στον επαναστατικό στόχο.

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές τόσο στρατιωτικού όσο και πολιτικού χαρακτήρα μεταξύ της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Raqqa και της υπεράσπισης της Afrin;

Φυσικά υπάρχουν είναι σαφές. Η εκστρατεία της Racca ξεκίνησε το 2016 και διήρκεσε 8 μήνες ενώ ο πόλεμος στην πόλη μας πήρε άλλους 4 μήνες. Από στρατιωτικής σκοπιάς, εκτός από τις επιτόπιες κουρδικές δυνάμεις, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης για τη Racca, είχαμε την αεροπορική υποστήριξη του αποκαλούμενου «διεθνούς συνασπισμού» που χρησιμοποιήθηκε μετά τον εντοπισμό στόχων ISIS που θα ήταν δύσκολο να καταστραφούν από την ξηρά. Χιλιάδες σύντροφοι έπεσαν, για την απελευθέρωση, παρά την αεροπορική υποστήριξη του συνασπισμού. Αλλά εκτός από την αεροπορική υποστήριξη δεν είχαμε βοήθεια και δεν παραδόθηκαν βαριά όπλα από τους Αμερικανούς, αλλά χρησιμοποιήθηκαν μόνο από αυτούς.

Στη Raqqa, ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες επιχειρήσεις στις οποίες στρατεύτηκαν μόνο οι κούρδοι και οι διεθνιστές σύντροφοι, υπήρξε μια τεράστια παρουσία αράβων μαχητών που είχαν προσχωρήσει στο SDF. Από την έναρξη της επιχείρησης Raqqa, πολλοί άραβες εντάχθηκαν στο SDF αφήνοντας εκατοντάδες σκοτωμένους στο έδαφος. Η παρουσία και η θυσία των αράβων υπήρξε ουσιαστικής σημασίας για να ξεπεραστούν οι πολιτιστικές εθνοτικές αντιστάσεις που υποδαύλιζαν οι ιμπεριαλιστές ΗΠΑ και άλλοι εχθροί.

Αντίθετα στην Αφρίν ο πόλεμος αφορούσε τον ισχυρότερο στρατό του ΝΑΤΟ έχοντα άνδρες, μέσα και τεχνολογίες πολύ προχωρημένες. Στην Αφρίν είναι ένας πόλεμος αντίστασης που εξακολουθεί να συνεχίζεται χάρη στην ύπαρξη λόφων και βουνών όπου ο κουρδικός πληθυσμός αγωνίζονταν από πάντα. Αλλά ενάντια στην αεροπορία και την προηγμένη τεχνολογία των εισβολέων τούρκων, λίγα μπορούν να γίνουν εκτός από την υιοθέτηση τακτικών ανταρτοπόλεμου.

Όταν ζητήθηκε η στήριξη από τις κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας, η απάντηση του καθεστώτος Assad ήταν αρνητική και αφού δεν μπορούσαμε να έχουμε καμιά αεροπορική υποστήριξη για να αντιμετωπίσουμε τους εισβολείς του τουρκικού στρατού όλα έγιναν πιο δύσκολα

Η Raqqa απελευθερώθηκε από τις αραβικές δυνάμεις που υποστηρίζονταν από το διεθνή συνασπισμό, από τους κούρδους, από την IFB και από το YGP, κλπ., όλοι στρατιωτικοί σχηματισμοί, ενώ η Αφρίν υπερασπίστηκε από ολόκληρο τον πληθυσμό, άντρες από όλο το συριακό Κουρδιστάν ήρθαν έτοιμοι να πεθάνουν για να υπερασπιστούν την Αφρίν ακόμη και αν γνώριζαν το τεράστιο στρατιωτικό χάσμα μεταξύ ημών και του τούρκου εισβολέα.Οι άλλες μάχες στη βόρεια Συρία ήταν όλες μάχες που διεξήχθησαν στην ύπαιθρο, ένας πόλεμος θέσεων με υποστήριξη από αέρα. Οι τακτικές έπρεπε να αλλάξουν στην Αφρίν για να αποφευχθεί μια σφαγή, λαμβάνοντας υπόψιν το μεγάλο στρατιωτικό χάσμα μεταξύ του κουρδικού κινήματος και του ισχυρότερου στρατού του ΝΑΤΟ. Στην Afrin επανέκαμψαν οι ανταρτικές τακτικές που γνωρίζει πολύ καλά το κουρδικό κίνημα επειδή είναι αυτό που από πάντα έχει κάνει.

Επιπλέον, στην Αφρίν, αφέθηκαν κύτταρα του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος χάρη στα οποία αναπτύχθηκε η σχέση με τον πληθυσμό χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή καμία αντίσταση. Καρποί της εμπειρίας στο Bakur και Bashur. Η αντίσταση της Afrin είναι μια λαϊκή αντίσταση.

Σήμερα, αντιμετωπίζουμε την επιθετικότητα του τουρκικού στρατού και αναμένονται άλλες επιθέσεις που υποδηλώνουν μια πιθανή εισβολή στην Ροζάβα. Πώς νομίζεις ότι η κατάσταση μπορεί να αναπτυχθεί και από την άποψη της αντίστασης του κουρδικού κινήματος;

Δυστυχώς, από στρατιωτική άποψη, ενάντια στον πιο ισχυρό στρατό του ΝΑΤΟ, πολύ λίγα μπορούν να γίνουν. Από τον μάρτιο και μετά η δημοκρατική συνομοσπονδία επιδίωξε έναν διάλογο (δυστυχώς χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα) και με το καθεστώς Assad και η εγκατάλειψη από πλευράς των ΗΠΑ επίσης ήταν αναμενόμενη καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν την αντιπαράθεση με τον Assad και τη Ρωσία μέσα στο πανόραμα του πολέμου κατά του ISIS και της επιρροής στο βόρειο τμήμα της Συρίας. Για τις ΗΠΑ, η παραμονή στο χώρο, δεν θα ήταν πλέον εύκολη, ούτε από υλικοτεχνική, ούτε από οικονομική άποψη.

Αν η Τουρκία επιτεθεί θα είναι ένας καταστρεπτικός πόλεμος και η άποψή μου είναι ότι η Τουρκία θα μπορούσε να βρει μια συμφωνία αναγνωρίζοντας τον Άσαντ και τη Συρία μόνο μετά από ελεύθερες εκλογές που θα κυρώσουν την προφανή νίκη του Αssad. Η νέα επίθεση εναντίον των κούρδων πραγματοποιείται ακριβώς δίπλα στις επερχόμενες εκλογές στην Τουρκία και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να μεταφέρουν την προσοχή της κοινής γνώμης από τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα στο τουρκικό κράτος στον πόλεμο κατά των λεγόμενων «τρομοκρατών».

Οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες σίγουρα δεν θα κάνουν πίσω παρά την στρατιωτική ανομοιογένεια και σίγουρα δεν θα αφήσουν τους εισβολείς να ζουν ήσυχοι όπως δεν τους αφήνουν να ζουν ήσυχα στην Αφρίν. Η συνειδητοποίηση του πληθυσμού είναι ισχυρή και ως εκ τούτου θα είναι ένας πληθυσμός που δεν θα κυβερνάται εύκολα, πολύ δυσκολότερα απ’ ότι πριν, από τους ιμπεριαλιστές απ’ όπου κι αν προέρχονται.

Αλλά, με τον επικείμενο πόλεμο, νομίζω ότι και εδώ, στην Ευρώπη, είναι απαραίτητο να κινηθούμε και να κινηθούμε αμέσως.

Είναι απαραίτητο να εγείρουμε τις εσωτερικές αντιφάσεις των ιμπεριαλιστικών Κρατών που είναι πρωταγωνιστές και κερδίζουν από τον πόλεμο και να τις καταστήσουμε εμφανείς στις λαϊκές μάζες για να μπορέσουν να κατανοήσουν ότι οι λόγοι για τον πόλεμο των ιμπεριαλιστικών Κρατών είναι οικονομικοί και για την κυριαρχία επί των πόρων και πως τα ιμπεριαλιστικά Κράτη αλλάζουν συμμαχίες ευκαιριακά ανάλογα με το οικονομικό συμφέρον: πώληση όπλων, έλεγχος των πόρων κ.λπ. Ενώ ο αγώνας της δημοκρατικής συνομοσπονδίας της βόρειας Συρίας είναι επαναστατικός, αντιιμπεριαλιστικός, περιβαλλοντικός και γυναικείος απελευθερωτικός αγώνας και δεν έχει ανάγκη να συμβιβαστεί πολιτικά και κοινωνικά. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε εδώ στην Ευρώπη είναι να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε την αναπνοή μας επάνω στους λαιμούς των εμπλεκομένων κυβερνήσεων, αγωνιζόμενοι ενάντια στα εργοστάσια όπλων όπως το Leonardo στην Ιταλία, διεξάγοντας μια πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τον πολεμικό καπιταλισμό. Όπως επίσης να επιβληθούν κυρώσεις σε άλλες αστικές εταιρείες που κάνουν μπίζνες με το τουρκικό Κράτος. Στην Ιταλία πολλές αστικές εταιρείες έχουν περάσει σε τουρκικά χέρια ή συνεργάζονται με την Τουρκία. Όταν η Αφρίν δέχτηκε επίθεση στη Γερμανία υπήρξαν πολλές δράσεις που προκάλεσαν πολλές οικονομικές ζημίες, ενάντια επιχειρήσεων που συνεργάζονταν με την Τουρκία, και εδώ στην Ιταλία έγιναν πολλές κυρώσεις αυτού του τύπου. Είναι απαραίτητο να συνεχίσουμε να προσπαθούμε να επιτεθούμε και οικονομικά σε εκείνους που υποστηρίζουν τη δικτατορία του Ερντογάν. Ο πόλεμος είναι στη Συρία αλλά τον έχουμε και στο σπίτι μας με πολλές εταιρείες και τράπεζες που υποστηρίζουν τους τούρκους φασίστες επιδρομείς. Οι ενέργειες μπορεί να είναι διαφορετικού χαρακτήρα από εκείνες τις διπλωματικές (τις οποίες δεν υποστηρίζω προσωπικά) στην άμεση δράση και είναι όλες καλές για να σταματήσουν την εισβολή.

Σίγουρο είναι ότι θα είναι δύσκολο να συμβεί αυτό επειδή με την εγκατάλειψη του συριακού εδάφους από τις ΗΠΑ είναι εκείνο που αναμένεται. Στις ΗΠΑ συμφέρει να πουλήσουν όπλα στην Τουρκία για να πολεμήσουν τη δημοκρατική συνομοσπονδία της βόρειας Συρίας αντί να στηρίξουν ένα επαναστατικό κίνημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στη μεγαλύτερη δυτική δύναμη όπως οι ΗΠΑ.

Η αμερικανική στρατιωτική στήριξη στους κούρδους και τους άραβες στη Συρία ήταν μια αεροπορική υποστήριξη, χωρίς να τους αφήσουν βαρύ οπλισμό που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον των ίδιων των ΗΠΑ στη περίπτωση που θα προσπαθούσαν να σταματήσουν τον επαναστατικό αγώνα. Χρησιμοποιούσαμε Καλάσνικοφ από τη δεκαετία του ’70 σκεφτείτε λίγο …

Όταν ο τουρκικός στρατός τοποθέτησε 20.000 άνδρες των FSA (ισλαμικές φονταμενταλιστικές ομάδες), εκατοντάδες οχήματα στα σύνορα με τη Συρία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντέδρασαν ούτε διπλωματικά ούτε στρατιωτικά. Οι δηλώσεις πολέμου του Ερντογάν απευθύνονταν επίσης στις ΗΠΑ. Αλλά για να αντιταχθούν οι ΗΠΑ σε ένα μέλος του ΝΑΤΟ θα ήταν καταστροφικό. Καλύτερα να έχουν έναν πλούσιο φίλο παρά έναν πλούσιο εχθρό.

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/02/18/intervista-di-sri-al-volontario-internazionalista-paolo-pachino/

ιστορία, storia

Το Belfast δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ ζεις την ιστορία

Όλος ο κόσμος, γύρω μου, εξερράγη και ο μικρός μου κόσμος κατέρρευσε πάνω μου. Δεν έπρεπε να περιμένω την τηλεόραση να πει την ιστορία γιατί τώρα ήταν μπροστά στην πόρτα μου. Το Μπέλφαστ καίγονταν … (Bobby Sands)

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Belfast σε καλωσορίζει με τη γοητεία του Cary Grant. Σε προσκαλεί ανέμελο κλείνοντας το μάτι μέσα στην κυκλοφορία και τα ψώνια της πόλης, σου δείχνει τα κοσμήματα του: τους καταπράσινους λόφους και λίγο μακρύτερα τα ναυπηγεία, όπου χτίστηκε ο Τιτανικός, καμάρι και θλίψη αυτής της γης. Σου χαμογελά, αλλά κάτω από το άψογο φόρεμα της σύγχρονης Πόλης, η οποία είναι η γενέτειρα του Van Morrison και του George Best, κρύβονται ακόμα οι ουλές μιας σύγκρουσης … Το Μπέλφαστ δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ κάνεις εμπειρία.
Belfast είναι μια από τις τέσσερις “B” (μαζί με την Βηρυτό, Βαγδάτη και Βοσνία – con Beirut, Baghdad e Bosnia) που, σε χρόνους όχι μακρινούς, στους ταξιδιώτες συνιστούσαν να αποφεύγουν
Belfast είναι ένας πόλεμος που για πάνω από τριάντα χρόνια συνεχίζει να σηματοδοτεί τις τύχες της Βόρειας Ιρλανδίας και που συνεχίζεται και σήμερα, αν και με ένα πλάγιο και σιωπηλό τρόπο, σαν φωτιά κάτω από τις στάχτες.
Για να τον χαρακτηρίσουν χρησιμοποιήθηκαν όροι όπως «καθολικοί» και «προτεστάντες», σε μια (επιτυχημένη) προσπάθεια μείωσης της σύγκρουσης σε μια σεχταριστική φύση, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην αποικιοκρατία, στην κυριαρχία του ισχυρότερου προς τον ασθενέστερο, στους αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
Είναι εννοιολογικά δύσκολο να φανταστούμε την αποικιοκρατία σαν κάτι που μπορεί να επικεντρωθεί στην δική της ήπειρο: οι αποικισμοί, όντως, νοούνται πάντα ως ένα κίνημα, που αναπτύσσεται σύμφωνα με κατευθύνσεις που οδηγούν τους ευρωπαϊκούς λαούς να καταλαμβάνουν μακρινές χώρες, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ότι οι αποικιοκράτες και οι άποικοι απέχουν λιγότερο από 400 χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο να λοιπόν η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
Αυτές οι ρίζες ξεκίνησαν από τον δέκατο έβδομο αιώνα και όλα άρχισαν, ευθύς αμέσως, ως αντι-αποικιακός πόλεμος και όχι ως μια σύγκρουση θρησκειών: κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιάκωβου Α ‘, όλες οι κτήσεις των ιρλανδών ηγεμόνων, των ισχυρών δυναστειών των O’Neill και O’Donnell, καθώς και εκείνων που τους υποστήριζαν, κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν σε νέους αποίκους / αποικιοκράτες. Οι «βρετανοί κυβερνήτες», έτσι ονομάζονταν οι αποικιστές, οι οποίοι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος εγγλέζοι και σκωτσέζοι. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις έφθασαν στην αξιόλογη τζίφρα των περίπου δύο χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι οικισμοί αγγλικών εποίκων σε ιρλανδικό έδαφος ονομάζονταν Plantations και η Plantation του Ulster ήταν η μεγαλύτερη από όλες. Ο σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέγερση, δεδομένου ότι ο Βορράς ήταν η περιοχή του ιρλανδικού νησιού, ο οποίος είχε αντισταθεί περισσότερο στη βρετανική κυριαρχία τον προηγούμενο αιώνα.

Belfast είναι “The Troubles”: κάποιοι συνεχίζουν να τα αποκαλούν ταραχές εκείνα τα 30 χρόνια πολέμου μεταξύ προτεσταντών και καθολικών, έναν τρόπο να τον ονομάσουν πόλεμο χαμηλής έντασης, παρά τον θάνατο 3700 ανθρώπων και στις δύο πλευρές, με έναν ανατριχιαστικό μέσο όρο δύο θανάτων την εβδομάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το Μπέλφαστ ήταν μια πόλη φάντασμα, όπου κάποιος θα μπορούσε να πεθάνει για το τίποτα, για το απλό γεγονός ότι βρίσκονταν σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή. Μια τυφλή βία που μπορούσε, πραγματικά, να χτυπήσει τον οποιονδήποτε. Μία από τις βασικές τοποθεσίες των συγκρούσεων ήταν η Bombay Street. I troubles, τα προβλήματα εξερράγησαν ακριβώς εδώ, το 1969, όταν οι ομάδες πιστών επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τα σπίτια των αυτονομιστών. Σε αυτά τα σοκάκια που σηματοδοτούνται σήμερα από έναν φράκτη ύψους εννέα μέτρων, κάθε πέτρα θυμάται και θυμίζει πως κάθε σπίτι μετατράπηκε σε όρυγμα.
Οι πιστές [στους άγγλους] παραστρατιωτικές δυνάμεις, με τη συνενοχή του βρετανικού στρατού, επιτίθονταν συστηματικά όχι μόνο στα μέλη του IRA, αλλά και σε απλούς πολίτες ένοχους μόνο ότι ήταν καθολικοί ή δημοκρατικοί-ρεπουμπλικάνοι. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, έγινε γνωστή η ομάδα των «Shankill Butchers» – Οι Χασάπηδεςτου Shankill – μια μονάδα των UVF (Ulster Volunteer Force) της Shankill Road, που υπό την ηγεσία του διαβόητου Lenny Murphy [που στη συνέχεια σκοτώθηκε από τον ΙRΑ), απήγαγαν και σκότωναν καθολικούς πολίτες, κόβοντας τους λαιμούς τους αφού τους βασάνιζαν τρομακτικά και τους ακρωτηρίαζαν. Στη σεχταριστική βία των προτεσταντών εξτρεμιστών αποκρίνονταν ο ΙRΑ, του οποίου οι μαχητές, εκείνα τα χρόνια, συγκρούονταν σχεδόν καθημερινά με πυροβόλα όπλα κατά του βρετανικού στρατού στους δρόμους του Μπέλφαστ και του Derry και έπλητταν τους λεγόμενους «οικονομικούς στόχους» τους με βόμβες. Συνολικά, περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν λόγω πολιτικής και θρησκευτικής βίας στο Μπέλφαστ μεταξύ 1969 και 2001.
Belfast είναι 40 χρόνια Τοίχων. Ο πρώτος τοίχος χτίστηκε μόλις οκτώ χρόνια μετά την κατασκευή εκείνου στο Βερολίνο. Τα τείχη αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της πόλης, ένα από τα σύμβολά της, οι τοίχοι σηκώνονται αμετάβλητοι, στενοί συγγενείς εκείνων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, τοίχοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που καλύπτονται με γκράφιτι προς τιμήν των κουκουλοφόρων loyalists του Ulster ή των δημοκρατών μαρτύρων του Ira.
Ακριβώς όπως έχουμε την τάση να προβάλλουμε την αποικιοκρατία μακρυά από μας, με τον ίδιο τρόπο δεν φανταζόμαστε ότι μια πόλη όπως το Μπέλφαστ μπορεί να είναι χωρισμένη από ένα τείχος και πύλες. Ο τοίχος είναι αυτός της ειρήνης, (υπάρχουν 88 στη Βόρεια Ιρλανδία και το καθήκον τους είναι να χωρίζουν τους αυτονομιστές από τους πιστούς: τις γειτονιές τους, τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους), στο Δυτικό Μπέλφαστ κατά μήκος της »Γραμμής της Ειρήνης», η οποία εκτείνεται σε τέσσερα χιλιόμετρα, υπάρχουν έξι πύλες, οι οποίες ανέρχονται για έξι μέτρα, κάθε είσοδος / έξοδος αποτελείται από δύο πύλες χωρισμένες με λίγα μέτρα γης κανενός, χρειάζονται για να χωρίζουν την Shankill Road, loyalist γειτονιά, από την Falls Road, την συνοικία με ρεπουμπλικανική και υπέρ της ανεξαρτησίας πλειοψηφία: Η πύλη μέσω της οποίας περάσαμε εμείς, κλείνει κάθε βράδυ στις 19:30, εκείνη από την οποία επιστρέψαμε στην Falls Road, κλείνει αντιθέτως στις 21:30, το να γνωρίζουμε ότι κάθε καταραμένη νύχτα λαμβάνει χώρα αυτή η απαγόρευση της κυκλοφορίας μας γεμίζει με μια κωφή και βροντερή οργή.
Belfast είναι το μαύρο ταξί, που μας μεταφέρει στη γραμμή της Ειρήνης, ζοφερές θύρες ύψους μέχρι δέκα μέτρα, προορισμός ενός τουρισμού της μνήμης, του οποίου είμαστε κι εμείς μέρος σήμερα, με την επιθυμία να εισέλθουμε μέσα σε αυτό το κομμάτι ιστορίας, τόσο πρόσφατης ώστε να μην μελετάται, τόσο ενοχλητικής ώστε να μην διδάσκεται, τόσο σημαντικής ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί.
Στη διάρκεια των Troubles, η κυκλοφορία των κλασικών λεωφορείων στη ζώνη ανεξαρτησίας είχε απαγορευθεί, αφού ορισμένοι αγωνιστές τα είχαν χρησιμοποιήσει ως οδοφράγματα για να μπλοκάρουν τους δρόμους, καθιστώντας τα πραγματικούς σταθμούς ελέγχου πίσω από τους οποίους κρύβονταν από τις αστυνομικές σφαίρες και για να ρίχνουν πέτρες, οι κάτοικοι εκείνων των δρόμων θα είχαν αναγκαστεί να πάρουν το λεωφορείο στην περιοχή των loyalist, διατρέχοντας σοβαρούς κινδύνους, αποφάσισαν έτσι να αγοράσουν μερικά μαύρα ταξί, που έγιναν το μόνο μέσο συλλογικής μεταφοράς για να επιστρέφουν στο σπίτι από το κέντρο (που εγκρίθηκαν για έξι επιβάτες, έφτασαν να μεταφέρουν μέχρι τους 12). Το θλιμμένο αλλά ταυτόχρονα περήφανο χαμόγελο του Paul, του ταξιτζή μας, ενώ μας δείχνει την μπλε άδεια διέλευσης του ταξί του, ο οποίος επέζησε των Troubles, και μας μιλά για τους κινδύνους που οι οδηγοί διέτρεχαν ενώ συνόδευαν τους εργαζόμενους στο σπίτι μας συνεπαίρνει σε σημείο να είναι σπαρακτικό.
Belfast είναι το πράσινο μίλι του λόφου του Crumlin Road. Η φυλακή Crumlin Road (οι ιρλανδοί την αποκαλούν Crumlin Road Gaol) χτίστηκε κατά την βικτοριανή εποχή, σχεδιασμένη να είναι ένα πραγματικό σύμβολο εξουσίας και τάξης. Είναι ένας τόπος όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκλήθηκαν έκοψαν την αναπνοή στην ελευθερία και την ευτυχία. Στα 150 χρόνια λειτουργίας της είδε μέσα στα τείχη της δολοφόνους, κλέφτες και φτωχαδάκια, παιδάκια και ψυχικά ασθενείς. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80 ήταν γεμάτη με κρατούμενους που συνδέονταν με τα Προβλήματα, ai Troubles, αλλά και με ανθρώπους που μεταφέρθηκαν στη φυλακή με υποψίες και φήμες. Στην Crum, κρεμάστηκαν 17 άνθρωποι, 15 από τους οποίους θάφτηκαν σε ανώνυμους τάφους μέσα στους τοίχους του.
Belfast Είναι ο αγώνας για τη διατήρηση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου στις φυλακές του Long Kesh και του Maze, μέσα στα περίφημα μπλοκ H, ενάντια στη στρατηγική ποινικοποίησης του ρεπουμπλικανικού Κινήματος, που εφαρμόστηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, με στόχο να παρουσιάσει τους ρεπουμπλικανούς κρατουμένους του IRA και του INLA ως κοινούς εγκληματίες χωρίς οποιαδήποτε πολιτικά κίνητρα.
Το 1976 οι ρεπουμπλικανοί κρατούμενοι, που μεταφέρθηκαν στα H-Blocks και αναγκάστηκαν να φορούν την ομοιόμορφη φορεσιά της φυλακής για τους κοινούς εγκληματίες, αντιτάχθηκαν σε αυτό το νέο καθεστώς και, αρνούμενοι να φορέσουν τη στολή, καλύπτονταν μόνο με μια κουβέρτα, δίνοντας ζωή στην blanket protest- διαμαρτυρία της κουβέρτας, αντιμετωπίζοντας τις κακουχίες του κρύου και την απαγόρευση να συναντήσουν τους οικείους (δίχως στολή δεν είχαν πρόσβαση σε επισκέψεις από έξω), το 1978, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη βιαιότητα των φρουρών, οι οποίοι τους χτυπούσαν όταν πήγαιναν στα λουτρά, οι φυλακισμένοι αρνήθηκαν να αδειάζουν τις τουαλέτες τους, πασαλείβοντας τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών και ρίχνοντας τα ούρα κάτω από τη ρωγμή των θυρών, αρχίζοντας έτσι την βρώμικη διαμαρτυρία, la dirty protest, όταν, παρά τις πιέσεις που προέρχονταν από πολλά ευρωπαϊκά περιβάλλοντα όπως και πέρα από τον ατλαντικό, η βρετανική κυβέρνηση με επικεφαλής την Margaret Thatcher αρνήθηκε επίμονα να φθάσει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τους κρατούμενους, μετά από περισσότερο από 4 χρόνια ζωής στη γύμνια με μονάχα μια κουβέρτα πάνω τους και μέσα στα περιττώματα τους, αποφάσισαν να επιλύσουν δραστικά το ζήτημα και ανακοίνωσαν μιαν απεργία πείνας. Στις 27 οκτωβρίου άρχισαν την απεργία που κράτησε μέχρι τις 18 δεκεμβρίου όταν, μετά από 53 ημέρες νηστείας, πλέον ετοιμοθάνατοι, αποφάσισαν να τερματίσουν την απεργία βάσει ενός μπερδεμένου εγγράφου που φτάνει μέσω μεσαζόντων από τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 1981, οι φυλακισμένοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια νέα απεργία πείνας, προωθώντας πέντε αιτήματα, τα οποία έγινα γνωστά ως οι Πέντε Απαιτήσεις με στόχο την υπογράμμιση του καθεστώτος των πολιτικών κρατουμένων:
– Δικαίωμα να φορούν τα ρούχα τους και όχι την ομοιόμορφη στολή των φυλακών.
– Δικαίωμα να μην ασκούν την σωφρονιστική εργασία.
– Δικαίωμα ελεύθερης συσχέτισης με τους άλλους κρατούμενους κατά τις ώρες του αέρα.
– Δικαίωμα στην επαναφορά της διαγραφής του μισού της ποινής (που είχαν χάσει ως αποτέλεσμα των διαμαρτυριών).
– Δικαίωμα να λαμβάνουν εβδομαδιαία πακέτα, ταχυδρομείο και να επωφελούνται δραστηριοτήτων αναψυχής.
Σε αντίθεση με την πρώτη απεργία πείνας δεν θα άρχιζαν την αποχή σε ομάδες αλλά μεμονωμένα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για να παρατείνουν τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και να διατηρήσουν υψηλή την πίεση στη βρετανική κυβέρνηση.
Ο πρώτος που αρνήθηκε την τροφή, την 1η μαρτίου 1981, ήταν ο Bobby Sands, τον οποίο ακολούθησε ο Francis Hughes στις 15 μαρτίου, και μια εβδομάδα αργότερα ο Raymond McCreesh και ο Patsy O’Hara. Ο Sands πέθανε στις 5 μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες νηστείας και αντικαταστάθηκε στη νηστεία από τον Joe McDonnell.

Στις 12 μαΐου πέθανε ο Francis Hughes και στις 21 μαΐου, με λίγες ώρες διαφορά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον οι McCreesh και O’Hara. Όλοι αντικαταστάθηκαν από άλλους κρατούμενους. Στη θλίψη των οικογενειών που έχασαν τους αγαπημένους τους, προστέθηκε ο θυμός όταν τους επέστρεφαν τα σώματα, τα οποία έδειχναν τα σημάδια των ξυλοδαρμών που δέχτηκαν όταν είχαν ήδη στερηθεί της ζωής τους.
Belfast είναι οι Brendan Hughes, Tommy McKearney, Sean McKenna, Leo Green, Raymond McCartney, Tom McFeeley, John Nixon, Mairéad Farrell, Mary Doyle και Mairéad Nugent.
Belfast είναι οι Bobby Sands, Francis Hughes, Raymond McCreesh, Patsy O’Hara, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee, Mickey Devine.
Belfast είναι κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα που, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, έχει βάλει τη ζωή του σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τον αγώνα για ελευθερία.
Belfast είναι μια διπλή πόλη, όπως ήταν κάποτε το Βερολίνο. Μια πόλη που διαχωρίζει τις πολιτικές συνειδήσεις και τις ηθικές απόψεις. Μίσος, συγκρούσεις, σκληροί αγώνες είναι λιγότερο ορατοί σήμερα, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70 και του ’80, τα χρόνια του Bobby Sands και των συναγωνιστών του, τα χρόνια όταν ένας λιγότερο διεφθαρμένος Bono (ή ίσως λιγότερο ντροπιασμένος;] τραγουδούσε »Πόσο καιρό πρέπει να τραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι», “How long, How long must we sing that song”. Ωστόσο αφήνοντας το σταθμό του Μπέλφαστ, σήμερα στις 23 φεβρουαρίου 2019, τα μάτια μου είδαν εκείνη την πόλη τόσο αργή και τόσο ειδωμένη στις ταινίες: είδαν τα σχολεία τυλιγμένα σε συρματοπλέγματα με τις εισόδους χωρισμένες ανάμεσα σε κορίτσια και αγόρια, τα τεθωρακισμένα και τα ελικόπτερα που εκείνα τα χρόνια μόλυναν την πόλη. Έχουν δει μια πόλη που δεν υπάρχει πια, γιατί από τότε, το Μπέλφαστ έχει γίνει όλο και πιο κατακερματισμένο, χρόνο με το χρόνο, ακολουθώντας την πορεία των στρατιωτικών ανιχνευτών. Κάθε φορά που η πόλη άλλαξε τη μορφολογία της, παίρνοντας τη μορφή ενός λαβυρίνθου που, σαν ένας εύκαμπτος σωλήνας, μετατρέπει την διαδρομή του.
Μέχρι πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, στην Falls Road ήταν επικίνδυνο ακόμα και να περπατήσεις, επειδή οι προτεσταντικές »ομάδες θανάτου» επέλεγαν τυχαία τα θύματα, ανάμεσα στους περαστικούς, συχνά πυροβολώντας από εν κινήσει αυτοκίνητα. Σήμερα είναι ένα πιο ήσυχο μέρος, ένα υπαίθριο μουσείο, όπου όμως τα αστυνομικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι θωρακισμένα Land Rover … όπου το να πέσουν τα τείχη προκαλεί ακόμη φόβο και όπου, μόλις πέσει το βράδυ, τα αυτοκίνητα δεν πηγαίνουν πλέον από την μία πλευρά στην άλλη. Αυτός που ονομάζεται Patrick θα παραμείνει στην Falls road, ο George στην Shankill road.
Belfast είναι η γενέθλια πόλη του George Best και στην οποία, το 2010, το Belfast City Council , σαν μέρος του σχεδίου Peace III για να αντιμετωπίσει τον σεχταρισμό, πλήρωσε 1.500 στερλίνες των φορολογούμενων για υλικά που θα χρησιμοποιηθούν σε μια τοιχογραφία στη μνήμη του George Best στην περιοχή των προτεσταντών.
Belfast είναι η πόλη στην οποία εξαφανίστηκε εκείνη η τοιχογραφία που θα αντικατασταθεί οριστικά από έναν οπλισμένο παραστρατιωτικό της UVF, μια κυριακή του σεπτεμβρίου του 2013 (κατά την 50ή επέτειο του πρώτου αγώνα του George Best με την Manchester United), δίπλα στον κουκουλοφόρο κακοποιό ξεχωρίζει με μακάβριο κυνισμό το απόσπασμα του Martin Luther King που λέει: «Η ελευθερία δεν χορηγείται ποτέ ελεύθερα από τον καταπιεστή, πρέπει να ζητηθεί από τους καταπιεσμένους».
Belfast είναι η ακτίνα του ήλιου που σχεδιάζει αραβουργήματα ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού της Ιρλανδίας ένα σάββατο του φεβρουαρίου. Το Μπέλφαστ είναι τα γενέθλιά μου σε αυτό το 2019

 

“Τώρα βρίσκομαι στο μπλοκ Η, όπου αρνούμαι να αλλάξω για να προσαρμοστώ σε εκείνους που με καταπιέζουν, με βασανίζουν, με κρατούν αιχμάλωτο και θέλουν να με αποκτηνώσουν. Όπως και ο κορυδαλλός δεν χρειάζομαι να αλλάξω.. Είναι η πολιτική μου ιδεολογία και οι αρχές μου που οι φύλακες μου θέλουν να αλλάξουν. Έχουν καταστρέψει το σώμα μου και επιτέθηκαν στην αξιοπρέπειά μου. Αν ήμουν ένας κοινός κρατούμενος θα μου έδειχναν πολύ λίγη, ή και καθόλου προσοχή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα ανταποκρινόμουν στις θεσμικές ιδιοτροπίες τους. Έχω χάσει πάνω από δύο χρόνια αμνηστίας. Δεν με νοιάζει καθόλου. Μου στερήθηκαν τα ρούχα μου και με κλείδωσαν σε ένα βρωμερό και άδειο κελί, όπου με έκαναν να υποφέρω από πείνα, ξυλοδαρμό και βασανιστήρια. Όπως και ο κορυδαλλός, φοβάμαι κι εγώ ότι τελικά μπορεί να με σκοτώσουν. Αλλά, τολμώ να το πω, όπως και ο μικρός φίλος μου κατέχω το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο δεν μπορεί να κατασταλεί ακόμη και με την πιο φρικτή κακομεταχείριση. Φυσικά μπορώ να σκοτωθώ, αλλά, όσο παραμένω ζωντανός, παραμένω αυτό που είμαι, ένας πολιτικός αιχμάλωτος πολέμου, και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.“