ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πάντα το ήξερα, L’ ho sempre saputo

L’ho sempre saputo

Η συνάντηση δυο γυναικών στο κελί μιας φυλακής. Οι δυο ακτές τις Μεσογείου διαχωρίζουν τη μοίρα τους, και όχι μόνο λόγω του διαφορετικού χρώματος του δέρματος. Η μια εκτίει μια ένοπλη απόπειρα κομουνισμού, η άλλη την αδύνατη απόδραση από την δυστυχία. Τις δένει η αφήγηση του ταξιδιού μιας κόρης που ακόμη δεν γεννήθηκε εκεί που αφήνει το ίχνος του η διαδρομή το ανθρώπινο μονοπάτι που έφερε τις δυο γυναίκες να μοιράζονται τους τέσσερις τοίχους εκείνου του κελιού. Με αναλαμπές μνήμης οραματικής οι δυο γυναίκες διατρέχουν τις παραπλανήσεις του «πολιτισμού των λευκών», που επιβλήθηκε σαν ανώτερος με το σπαθί, το σταυρό και την αγορά. «Μοναδικό μοντέλο» που έχει επαινεθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε όλες τις παραδόσεις του πλανήτη. Μια συντριπτική κριτική για την ύπαρξη εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων υποταγμένων από τους κανόνες ενός οικονομικού συστήματος όλο και πιο ανόητου και παράλογου και παραγωγού μόνιμου παγκόσμιου πολέμου.

 

AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Barbara Balzerani

Barbara Balzerani

Η Barbara Balzerani στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα στρατεύεται στην οργάνωση Potere operaio, στην συνέχεια στις Brigate rosse, όντας στέλεχος της στρατηγικής διοίκησης της οργάνωσης. Στο τέλος μιας μακράς φυγοδικίας συνελήφθη και εξέτισε είκοσι πέντε χρόνια φυλάκισης. Εκτός από τους τόμους παρόντες στον κατάλογο DeriveApprodi, είναι επίσης συγγραφέας και του βιβλίου La sirena delle cinque ,  η σειρήνα των πέντε (Jaca Book, 2003).

http://www.deriveapprodi.org/2017/09/lho-sempre-saputo/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα »σάπια» μήλα – Le mele “marce”

του Fiorenzo Angoscini

Giorgio Panizzari, L’albero del peccato, Το δέντρο της αμαρτίας, Colibrì edizioni, Paderno Dugnano (Mi), μάρτιος 2017, σελ. 208, € 14,00

Εκείνη η συμπεριφορά από τον συγγραφέα σε αυτή την εγκληματολογική, την οικονομική κοινωνική και πολιτική ανασυγκρότηση επάνω στο έξω από το νόμο και περιθωριακό προλεταριάτο, είναι μια έρευνα- συνεισφορά που πραγματοποιήθηκε από το εσωτερικό, ζωντανά, σε άμεση επαφή και σε πρώτο πρόσωπο. Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να σταθούμε στο βιογραφικό του Panizzari και τη γένεση του έργου του.

Παιδί του δρόμου, δυνητικός ισοβίτης

Ο Giorgio Panizzari γεννιέται και μεγαλώνει σε μια από τις εργατικές και λαϊκές ‘barriere’, γειτονιές ‘φράγματα’ του Torino.  Νεαρός στη διάρκεια των χρόνων ’60, εκείνα του οικονομικού boom, του αυτοκινήτου εξακοσίων κυβικών, του πλυντηρίου, της τηλεόρασης αγορασμένης με ανταπόδοση που λειτουργούσε με την εισαγωγή εκατό λιρετών, όπως τα jukebox,  και όταν εξαντλούνταν ο χρόνος εισφοράς (κάποιες δεκάδες λεπτών) οι μεταδόσεις διακόπτονταν, η οθόνη γίνονταν μαύρη κι αν επιθυμούσες να συνεχίσεις να ‘απολαμβάνεις’ το θέαμα, έπρεπε να ρίξεις μέσα στην σχισμή άλλα νομίσματα. Της πλαστής ευημερίας είχαν επωφεληθεί επίσης και οι ζώνες μεσαίου-χαμηλού εισοδήματος του ιταλικού πληθυσμού. Μα όχι όλες.

Παρέμεναν αποκλεισμένοι οι συνήθεις, οι τελευταίοι από κάθε άποψη, οι δίχως εργασία, οι πρόσφατα άνεργοι, οι πολιτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Ή ακόμη και εκείνοι που δεν ήθελαν να υποβληθούν στο ζυγό μιας εργασίας αλλοτριωτικής, επαναλαμβανόμενης που θεωρούσαν άχρηστη. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι συνοικιακές άτακτες μπάντες (batterie ή «batere») που αποτελούνταν κυρίως από νέους ανθρώπους που δεν ήταν ακόμα εγγυημένοι εργαζόμενοι, που δεν μπορούσαν πλέον να «εκπαιδευτούν» λόγω της άρνησής τους, αναρχικοί με την έννοια πως ήταν αντίθετοι σε κάθε μορφή συντεταγμένης εξουσίας, σκληροί αντάρτες σε κάθε νόμο. Μικρός υπόκοσμος που «εγκληματεί» για να επιβιώσει, κάποιοι από τους συμμετέχοντες και επειδή δεν ήθελαν , και δεν μπορούσαν να αντέξουν την ιδέα της εκτέλεσης μιας εργασίας σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Ο Panizzari είναι ένας από αυτούς τους νέους περιθωριοποιημένους προλετάριους: ένας κακοποιός του δρόμου.

Κάνει ληστείες και κλοπές. Στα 15 του για πρώτη φορά περνά το κατώφλι ενός τιμωρητικού θεσμού: την φυλακή ανηλίκων Ferrante Aporti. Στη συνέχεια, το τμήμα «Παρατήρησης» δίπλα από τον Οίκο Αναμόρφωσης και, στη συνέχεια, φιλοξενείται στον Φιλανθρωπικό Οίκο για Παραμελημένους Νέους στην Pianezza, στην περιφερειακή ζώνη του Τορίνο. Από αυτό το ίδρυμα «φιλανθρωπίας» αποφασίζει να το σκάσει, έτσι, όταν τον αρπάζουν εκ νέου, χαρακτηρίζεται ως «κοινωνικά επικίνδυνος» και αποδίδεται, «για λόγους ασφαλείας» σε έναν Οίκο Αποκατάστασης: τον σωφρονιστικό του Bosco Marengo (Το), τον χειρότερο της βόρειας Ιταλίας.

Ανάμεσα σε αποφυλακίσεις, αποδράσεις και εκ νέου συλλήψεις, φθάνει στην ηλικία των 17 χρόνων (ιούνιος 1967), όταν τον συλλαμβάνουν εκ νέου, δένοντας τον με το άρθρο a 10: irrecuperabilità sociale, μη ανακτήσιμος κοινωνικά. Αποφεύγει με αυτό τον τρόπο τον εγκλεισμό του σε έναν Οίκο Ααμόρφωσης και τον στέλνουν πίσω στην «Ferrante Aporti». Αλλά η «οξυθυμία» του θεραπεύεται με την αποστολή του στο Κέντρο ψυχιατρικής Παρατήρησης των Φυλακών «Le Nuove».

Στο τορινέζικο σωφρονιστήριο γνωρίζει και συνδέεται με φιλία με τον Giuseppe Avattaneo, διοικητή ‘Caino‘ “πρώην Παρτιζάνο φόβητρο φυλάκων και κρατουμένων…Με το τέλος της Αντίστασης, ο ‘Caino’ την είχε συνεχίσει για λογαριασμό του, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει συνεργάτες των φασιστών και των ναζί, κόσμο που είχε βασανίσει Παρτιζάνους στο διαβόητο στρατόπεδο της οδού Asti, και στην συνέχεια απέδιδε δικαιοσύνη ‘εκτελώντας’ τους με την βοήθεια κάποιου άλλου Παρτιζάνου”.1 Από τα 15 μέχρι τα 20 χρόνια του, παραμένει ελεύθερος όχι περισσότερο από δυο χρόνια.

Τον απρίλιο του ’69 είναι μεταξύ των πρωταγωνιστών της πρώτης μεγάλης διαμαρτυρίας στις φυλακές, εκείνη στο Torino- φυλακή Le Nuove. Μετά την εξέγερση έρχονται οι μαζικές μεταφορές σε άλλα ιδρύματα. Ο Panizzari ύστερα από κάποιες σύντομες στάσεις σε ‘απλές’ φυλακές, αποστέλλεται στο Ποινικό Ψυχιατρικό Άσυλο του Montelupo Fiorentino (Fi). Βγαίνει, αλλά το 1970, στα 21 του, παραδίδεται από μόνος του για να ξεκαθαρίσει πως δεν ήτα ο υπεύθυνος της ληστείας μετά φόνου ενός χρυσοχόου. “Eίναι αθώος, υποστηρίζει, και υπερασπίζεται τον εαυτό του σθεναρά. Όμως οι εφημερίδες τον μετέτρεψαν σε τέρας. Η αναμέτρηση είναι άνιση. Από τη μία πλευρά η ανάμνηση ενός εύπορου από το Κούνεο, από την άλλη η παρουσία ενός χουλιγκάνου, ενός κακοποιού που έτσι κι αλλιώς πρέπει να τεθεί σε θέση να μη μπορεί να κάνει ζημιά. Για τέσσερα χρόνια ο Panizzari αγωνίζεται, σπουδάζει νομικά, προγραμματίζει και στήνει τη υπεράσπιση του, συλλέγει μάρτυρες και μαρτυρίες, αποδέχεται α υποβληθεί σε ψυχολογικά τεστ, πάντα με την ελπίδα πως η κοινωνία θα μπορέσει με αυτό τον τρόπο να πειστεί για την αλήθεια του. Mα για την κοινωνία ένας κακοποιός και επί πλέον έξυπνος είναι ανυπόφορος, είναι μια απόδειξη ενοχής”.2 Η ποινή είναι: ισόβια! “…αφού είχα εθελοντικά παραδοθεί για να με αναγκάσουν να ‘ομολογήσω’ μια ληστεία και έναν φόνο που δεν είχα διαπράξει”.3

Στην έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο η ποινή επιβεβαιώνεται. Ο Panizzari ξεκινά τις περιοδείες του στις διάφορες φυλακές της ‘Όμορφης χώρας’, από βορά προς νότο και αντιθέτως, συμπεριλαμβανομένων των νησιών. Στην φυλακή συναντά τους Adriano Sofri, Guido Viale, Pio Baldelli (‘θύματα’ διαδηλώσεων στους δρόμους και τις πλατείες και ένοχοι τέλεσης αδικημάτων άποψης, σκέψης), τον Agrippino Costa (‘να ελευθερώσουμε τον σύντροφο Costa, έκλεβε πίνακες σαν πραγματικός καλλιτέχνης‘ ), τον Fiorentino Conti (υπεύθυνο της επιτροπής φυλακών της Lotta Continua). Στην Augusta (Sr) ‘πολιτικοποιεί’ τον εφημέριο της φυλακής, Πατέρα Giardina, “…έναν συμπαθέστατο τύπο που δέχονταν να σφυρίζει την ‘Bandiera Rossa‘ σε ανταλλαγή ενός λουκάνικου κι ενός ποτηριού με κρασί”.4

Ξεκινά σχέσεις με τις πρώτες κολεκτίβες φυλακισμένων: εσωτερικές (Le Pantere Rosa) και εξωτερικές (Της γης οι κολασμένοι, I dannati della terra της LC και με τους NAP). Στο Porto Azzurro συναντά τον τορινέζο Martino Zicchitella και γνωρίζει τον ‘τορινέζο’-μετανάστη Sante Notarnicola. Όταν βρίσκεται σε ‘θεραπεία’ (1974) στην Ψυχιατρική Ποινική Κλινική της Aversa (Cs) φθάνει σε αυτόν η θλιβερή είδηση του θανάτου δυο συντρόφων του στρατευμένων στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες,  Nuclei Armati Proletari, των Luca Mantini και Giuseppe ‘Sergio’ Romeo, που σκοτώθηκαν στη διάρκεια προσπάθειας απαλλοτρίωσης μιας τράπεζας στην Φλωρεντία που είχε σχεδιάσει η οργάνωση.5

Συμμετέχει σε εξεγέρσεις και απόπειρες αποδράσεων: αυτή που ήταν η  ‘πιθανότερη’, όμως απέτυχε, εκείνη της Viterbo (μάϊος 1975, όταν βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη η απαγωγή Di Gennaro, που ήταν δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της γενικής διεύθυνσης των σωφρονιστικών ιδρυμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης) μαζί με άλλους δυο ‘nappisti’, τους Martino Zicchitella και Pietro Sofia. Όταν, ιούλιος 1977, κατέστη πλέον επίσημο το κύκλωμα των ειδικών φυλακών, είναι ήδη κρατούμενος στο νησί της Asinara (Ss) όπου είχε φθάσει από την Poggioreale (Napoli), όπου βρίσκονταν για την δίκη στους NAP, που θα του κοστίσει την ποινή των 16 χρόνων και τεσσάρων μηνών επιπλέον κάθειρξης.

Μετά την απαγωγή Moro (16 μαρτίου 1978) είναι μεταξύ των αγωνιστών των Nap, με μόνο τους Pasquale Abatangelo και Domenico Delli Veneri, που εντάσσονται στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse. Δεν περνάει ένας χρόνος και σχεδόν όλοι οι άλλοι μαχητές των Nap θα εισέλθουν στις BR. Μετά την Κόκκινη Εβδομάδα, la Settimana Rossa (19-26 αυγούστου 1978 και 21-23 σεπτεμβρίου 1978), στις 2 oκτωβρίου 1979 ξεκινάη ‘Μάχη της Αζινάρα’, la ‘Battaglia dell’Asinara’, “…μια μάχη την οποίαν ο τύπος και τα μέσα πληροφόρησης αγνόησαν με προσοχή ‘λόγω άνωθεν διαταγών’6 και όταν οι σχέσεις χειροτέρεψαν μέχρι, σχεδόν, τη ρήξη, ο Giorgio Panizzari αναγνωρίστηκε και «χρίστηκε» αντιπρόσωπος των κρατουμένων για να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντική η εκδοχή του Pasquale Abatangelo;7…προσπαθήσαμε μια επανέναρξη της διαπραγμάτευσης, καταφέρνοντας να μιλήσουμε με τον εισαγγελέα του Sassari, που είχε φθάσει άρον άρον στο νησί. O Giovanni Mossa, έτσι ονομάζονταν ο δικαστικός, έκανε την κίνηση να αποδεχτεί την συνάντηση, την αντιπαραβολή, με τον όρο να συναντήσει έναν εκπρόσωπο μας. Στείλαμε τον Giorgio Panizzari, που είχε συνηθίσει στις αδύνατες αποστολές”.

Ξανά, πάντα από το »Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα»Ancora,  ‘Correvo pensando ad Anna‘, μιλώντας για τα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τις προσωπικότητες των πολιτικών ή πολιτικοποιημένων κρατουμένων, γράφει “Δεν ξεχώριζαν διανοητικά, όπως ο Giorgio Panizzari, ο οποίος στο Palmi μπορούσε να κρατά σε απόσταση και να τα φέρνει βόλτα με ταξιαρχίτες ματαιόδοξους και γεμάτους έπαρση”.
Ο Panizzari, όπως αναγνωρίστηκε από τον Σύντροφο του, πρώτα στους Nap, και στην συνέχεια στις Brigate Rosse, ο κακοποιός, ο περιθωριακός και περιθωριοποιημένος, ήξερε να παντρεύει την ‘πρακτική με την γραμματική’, ήταν σε θέση να εκτελεί την ‘τόσο την διανοητική δουλειά όσο και την χειρονακτική’.

Ακριβώς στην καλαβρέζικη φυλακή, ο ‘ανόητος’ που προέρχονταν απ’ την τορινέζικη barriera, διασταυρώνεται με διανοούμενους και καθηγητάκους με τους οποίους πολλοί ήθελαν να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς: “Mα μπόρεσε να  ‘μην λάβει υπ όψιν, να μην κλείσει τους λογαριασμούς’, ούτε προς τον ανείπωτο Toni Negri, o oποίος στις πλάτες του κουβαλούσε ‘ιστοριούλες’ -και λογαριασμούς να ταχτοποιήσει-είχε ήδη αρκετούς και με πολλούς εκείνο τον καιρό”,8 αλλά τρυφερός δεν στάθηκε ούτε με τον ανταγωνιστή του παντοβάνου καθηγητή, Alberto Franceschini (που προέβλεπε για τον Negri το ίδιο τέλος με τον Horst Mahler, πρώην αγωνιστή της Raf που είχε φθάσει στο σημείο να συνεργαστεί με τον υπουργό Εσωτερικών…ή πως θα είχε αυτοκτονήσει, ανίκανος να αντιμετωπίσει το σκληρό βάρος της φυλακής) εκείνο τον καιρό Σύντροφο ‘του’: “εκ των υστέρων, θα μπορούσε κανείς να πει ότι o Θεϊκός Franceschini μιλούσε και για τον εαυτό του …” .9

Στη διάρκεια του 1981 οι Brigate Rosse διασπώνται σε Partito Guerriglia, Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου και Partito Comunista Combattente, Μαχόμενο Κομουνιστικό Κόμμα μετά μια έντονη μάχη, άγρια, σκληρή, έξαλλη που ξέσπασε μέσα στην ‘ειδική’ του Palmi. Ο Panizzari δεν εντάχθηκε σε κανέναν από τους δυο κορμούς. “Η προσωπική μου θέση ήταν ήδη από καιρό εκείνη που στην συνέχεια προσελήφθη από την συνιστώσα ‘Partito Guerriglia’, αλλά δεν θεωρούσα πως η πραγματική κοινωνική-πολιτική δύναμη και αυτή η πολιτική-στρατιωτική της ομάδας που στην συνέχεια προχώρησε με εκείνο το όνομα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει στο ελάχιστο τις θέσεις και τα πολιτικά προγράμματα που είχε κάνει δικά της…Παραδόξως ήταν οι σύντροφοι της συνιστώσας PCC, κι ας ήταν σε επίγνωση των θέσεων  πολύ διαφορετικών απ’ τις δικές  τους, που μου ζήτησαν να παραμείνω μαζί τους κι από θέσεις μειοψηφίας, μα πάνω απ’ όλα-το ίδιο και από την πλευρά μου- έκαναν τα πάντα ώστε να μη μου λείψει μια σχέση αμετάβλητου σεβασμού και εκτίμησης, ακόμη και μέσα στην παρουσία της πιο έντονης πολιτικής απόκλισης”.10

Πλέον ο Panizzari, είναι ένας αδέσποτος σκύλος, ένας δίχως κόμμα. Ως τελική πράξη πολιτικής στράτευσης συνοψίζει τις απόψεις σε «έξι θέσεις» (Το δέντρο της αμαρτίας, L’albero del peccato εν συντομία;) που διανέμει μέσα και έξω από τη φυλακή. Στη συνέχεια επιστρέφει στην περιοχή της προσωπικής μοναξιάς, ξεκινά έναν αγώνα ενάντια σύστημα βασανίζοντας το σώμα του. Το 1983, ενώ φιλοξενούνταν στη φυλακή της Potenza, κόβει το κάτω μέρος της γλώσσας του που προκαλεί μόνιμη αναισθητοποίηση σε ένα μέρος αυτής. Πίσω στο Palmi, για να διαμαρτυρηθεί κατά των περιορισμών της κοινωνικής ζωής στους οποίους υποβάλλονταν (όπως και όλοι οι άλλοι κρατούμενοι), τον νοέμβριο του 1984 ράβει το στόμα και τα γεννητικά του όργανα.

 

Λόγω της δραματικότητας και σκληρότητας αυτής της πρωτοβουλίας θα χρησιμοποιηθεί η άμεση μαρτυρία του: “Προμηθεύτηκα μία βελόνα για χειρουργικά ράμματα και οργανικό νήμα, και ένα βράδυ έραψα το στόμα μου σε τέσσερα σημεία πάνω από τα χείλη, μετά έραψα το δέρμα του πέους στην κορυφή με άλλα τρία σημεία. Στη συνέχεια συνέχισα την κανονική ζωή μου … είχα ράψει το στόμα και το πουλί μου για να δοκιμάσω και να ελέγξω ένα πράγμα του οποίου ήμουν πεπεισμένος: ότι θα ήταν το ίδιο πράγμα!, Δεν θα εκτιμούσα οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ ραμμένου και όχι ραμμένου σώματος … Πως το στόμα το είχα ράψει ως πηγή και κύριο όργανο της γλωσσικής επικοινωνίας, λογικής και ορθολογικής, και το πουλί σαν πηγή κύρια (αλλά όχι και μοναδική) μιας επικοινωνίας του σώματος, αυτών που ένιωθε, αυτών που επιθυμούσε … Αυτό υποστήριζα. Και σίγουρα όχι μόνο (και όχι κυρίως) λόγω των συνθηκών κράτησης στις φυλακές του Palmi”.11

Το 1993, μετά από 23 χρόνια συνεχούς φυλάκισης, κατακτά την ημιελευθερία και την εργασία σε ένα συνεταιρισμό υπολογιστών. Πάλι συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι έχει διαπράξει τρεις ληστείες τραπεζών στην ρωμαϊκή περιοχή, αθωώνεται στο Εφετείο, αλλά η ημιελευθερία έχει ανακληθεί, δεν του «επιστρέφεται» για να διαμαρτυρηθεί ξεκινά μιαν απεργία πείνας. Το 1998, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Oscar Luigi Scalfaro, του χορηγεί μερική χάρη, που ζητήθηκε γι ‘αυτόν από άλλους.

Τον Δεκέμβριο του 2000 συνελήφθη ξανά για μια ληστεία στο υποκατάστημα της Todi (Pg) της τράπεζας Monte dei Paschi di Siena. Σήμερα βρίσκεται σε ημιελευθερία και επιστρέφει να «διανυκτερεύει» στην φυλακή Bollate (Μι).
Εκτός από το ‘Δέντρο της Αμαρτίας’,  “L’albero del peccato” έχει γράψει “La danza degli aghi” (1986), »Ο χορός των βελονών» “…γι αυτό είναι φτιαγμένη η φυλακή , για να επιτηρεί και να τιμωρεί εκείνο που δεν εξημερώνεται, εκείνο που δεν δαμάζεται σύμφωνα με τους κανόνες του χρόνου που μας έχει δοθεί να ζήσουμε” (Rosella Simone);12 την αυτοβιογραφία του, “Libero per interposto ergastolo”, »Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη»(1990), “Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria”, »Το φύλο των αγγέλων. Στον λαβύρινθο της σεξουαλικότητας στις φυλακές» (1991): “Δέκα αληθινές ιστορίες, μεταξύ μίμησης, ανάτασης και δράματος, συνηθισμένης τρέλας εγκλεισμού, έχοντας στο κέντρο την σοβαρή, τραχιά, βασανιστική σεξουαλική- συναισθηματική στέρηση των κρατουμένων. Λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, αυνανισμός, αυτο-καταπίεση, αποξένωση και αλλοτρίωση: το σχιζοφρενικό προαύλιο της κολάσεως των «σωμάτων του εγκλήματος», καταδικασμένων επίσης και πάνω απ ‘όλα σε μια αδύνατη ετεροφυλοφιλία και σε μια ομοφυλοφιλία έτσι κι αλλιώς σε αναστολή και «απαγορευμένη». Στο παράρτημα, μια έρευνα, ένα γκάλοπ μεταξύ των κρατουμένων, και η δραματική ιστορία ενός τρανσέξουαλ κρατουμένου“. (Κέντρο Τεκμηρίωσης Μελετών και Έρευνας στον Λαϊκό Πολιτισμό, Centro di Documentazione Studi e Ricerca sulla Cultura Laica Piero Calamandrei).13

Το φυτό και οι απαγορευμένοι καρποί
Μια πρώτη έκδοση, μειωμένη και μερική σε σύγκριση με την τρέχουσα έκδοση, του « δέντρου της αμαρτίας», δόθηκε στη δημοσιότητα τον σεπτέμβριο του 1983 από την Κολεκτίβα Rebelles στο Παρίσι και τυπώθηκε στα ‘L’ateliers graphiques’ στις Βρυξέλλες. Η υπογραφή του συγγραφέα ήταν: Συλλογικότητα Κομμουνιστών Κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ουσιαστικά σχεδόν όλων των μαχητών των BR κρατούμενων στις φυλακές του Palmi (Rc). Ένα «ιπτάμενο φύλο», εισηγμένο στο εσωτερικό του βιβλίου (σίγουρα μετά την εκτύπωση του ιδίου, σχεδόν σαν τροποποίηση, προληπτική ή με καθυστέρηση;) εξηγούσε τους λόγους, τη φύση και τόνιζε τους χρόνους υλοποίησης του γραπτού. «Αυτό το γραπτό βγαίνει στον τύπο τρία χρόνια μετά τη συγγραφή του (που χρονολογείται στον δεκέμβριο του ’80 / ιανουάριο ’81) και με πρωτοβουλία της κολεκτίβας Rebelles λόγω των δυσκολιών που δημιουργήθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση στην δημοσίευσή του».

Διευκρίνιζε επίσης πως: “Από τον καιρό της εκπόνησης του »πολύ νερό κύλησε κάτω από τις γέφυρες» τόσο για το επαναστατικό κίνημα όσο και για την αντεπανάσταση. Το κέντρο της σύγκρουσης μέσα στο ιταλικό επαναστατικό κίνημα πρόσφατα μετακινήθηκε επάνω σε θέματα διαφορετικά από πολλές απόψεις σχετικά με εκείνα που επεξεργάστηκαν στο βιβλίο: η δημοσίευση του αυτούς τους μήνες θα μπορούσε ακόμη και να εννοηθεί, λανθασμένα, σαν μια θέση που έλαβε το ‘Collettivo Rebelles’ υπέρ των «υποκειμενιστικών» ρευμάτων που ακόμη εξακολουθούν να επιμένουν να θέσουν το φυλακισμένο προλεταριάτο σαν κεντρικό υποκείμενο του επαναστατικού κινήματος ή ακόμα και να χτίσουν μια εικόνα της μητροπολιτικής κοινωνίας καθ’ ομοίωσιν μιας μεγάλης φυλακής … Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξένο σε εμάς από αυτό”.

Από αυτή την σχεδόν αποστασιοποίηση από το περιεχόμενο του βιβλίου, διαισθανόμαστε πως η πραγματοποίηση, δημοσίευση και διάδοση του «εμποδίστηκε, αντιμετωπίστηκε εχθρικά», και συνάντησε, κατά πάσα πιθανότητα, ισχυρή αντίθεση στον «επαναστατικό» χώρο. Όπως θυμίσαμε νωρίτερα, στην διάρκεια του 1981, οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse διασπώνται σε δυο κορμούς : Partito Guerriglia, του οποίου κυριότεροι εκφραστές και υποστηριχτές είναι οι Renato Curcio και Alberto Franceschini (σε αυτό το ‘ρεύμα’, όπως θυμάται ο Pasquale Abatangelo στο “Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna”, εντάσσεται σχεδόν η ολότητα των κρατουμένων αγωνιστών); και Partito Comunista Combattente όπου σαν εγκυρότερα σημεία αναφοράς θα βρούμε, μεταξύ των άλλων, τους Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti. Στην συνέχεια, κάποιοι ‘guerriglieri’, ο Pasquale Abatangelo tμέσα σε αυτούς, εγκαταλείπουν την ομάδα και εντάσσονται στο PCC.

Επιστρέφοντας στις «δικαιολογίες» που συνοδεύουν από τους Rebelles το »Δέντρο», καταλήγουν ως εξής: «Θεωρούμε χρήσιμη τη δημοσίευση του ως εργαλείου για την υποστήριξη της συμμαχίας της εργατικής τάξης και των επαναστατικών οργανώσεων της με τις »περιθωριοποιημένες» προλεταριακές μάζες των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και με τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους λαούς του τρίτου Κόσμου’‘. Η δομή της δημοσίευσης χωρίζεται σε έξι κεφάλαια (διατριβές) σαφώς καθορισμένες και με επιχειρήματα: Ι) Η προέλευση και τα δομικά χαρακτηριστικά του εκτός νόμου προλεταριάτου, ΙΙ) Οι μορφές οργάνωσης, αγώνα και συνείδησης των εκτός νόμου III) Φυλακή και σωφρονιστική πολιτική, IV) Φυλακές και πολιτικό κίνημα του φυλακισμένου προλεταριάτου, V) Τέσσερις πολιτικές θέσεις, VI] Στοιχεία προγράμματος.

Γι αυτή την θεωρητική συνεισφορά μιλά και ο Pasquale Abatangelo:14

 

“Από την φυλακή του Palmi είχε βγει ένας τόμος με τίτλο ‘L’albero del peccato’, ‘Το δέντρο της αμαρτίας’, που συγκέντρωνε το υλικό μιας μεγάλης εργασίας που ξεκίνησε στην Asinara (πιθανότατα αναφέρεται στο λεγόμενο “Documentone” και σε εκείνο που θεωρείται η συνέχεια του και επέκταση: »Η μέλισσα και ο Κομουνιστής», “L’Ape e il Comunista “ n.d.a.)15στην οποίαν ο ιστορικός μετασχηματισμός των προσώπων της εγκληματικότητας προτείνονταν σαν επεξηγηματικό κλειδί της μοίρας του μητροπολιτικού προλεταριάτου”.

Μαζί με αυτές τις  επεξεργασίες υπάρχουν και άλλες δουλειές του χώρου, που νοείται ως Partito Guerriglia. Εκτός απ’ το πραγματικό ιδρυτικό μανιφέστο16  το δυνατό υποστηρικτικό κομμάτι υπογράφεται από εκείνους που θεωρούνται οι δυο πιο έγκυροι κρατούμενοι αγωνιστές: Renato Curcio και Alberto Franceschini. Ο τίτλος του είναι “Gocce di sole nella città degli spettri” »Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη», το οποίο, μετά  από ένα συντακτικό πρόλογο, έναν πρόλογο του Pio Baldelli, έχει μια σελίδα που τιτλοφορείται ‘Prima di tutto‘ , ‘Πρώτα απ’ όλα’ που μεταφέρει το απόσπασμα από τα λόγια του Marx: “…από τους χρόνους του Αδάμ το δέντρο της αμαρτίας είναι την ίδια στιγμή το δέντρο της γνώσης…17

Ο Pasquale Abatangelo το χαρακτηρίζει “Μια περαιτέρω ώθηση προς την «πολυπλοκοποίηση» του μαρξιστικού παραδείγματος προς την κατεύθυνση μιας πιο προσεκτικής εξέτασης των εποικοδοκητικών στοιχείων της ταξικής πάλης18. Μοναδικές φωνές έξω από τον χορό, σε σχέση με την πλειοψηφική τάση, Andrea Coi, Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti των Brigate Rosse-Partito Comunista Combattente οι οποίοι με τo Πολιτική και Επανάσταση, con Politica e Rivoluzione19 απευθύνουν “…μια οξεία κριτική, εμπνευσμένη από έναν σταθερό και  ‘παραδοσιακό’ μαρξισμό, των θέσεων που παρουσιάστηκαν από τους Curcio και Franceschini…” (P. Abatangelo, cit.).

Η έκδοση που δημοσιεύτηκε πρόσφατα του κειμένου του Panizzari, με πρωτοβουλία του Κέντρου Περιφερειακών Μελετών, Centro Studi Territoriali «Ddisa» του Lentini (Sr) και τη φροντίδα του Κέντρου Πρωτοβουλίας, Centro d’Iniziativa «Luca Rossi» του Μιλάνο, στη συντακτική εισαγωγή, θυμίζει πως »μια πρώτη εκδοχή του βιβλίου, αντιστοιχεί περίπου στα κεφάλαια III και IV του παρόντος τόμου «.
Ο συγγραφέας, στον πρόλογο (που συντάχθηκε το 2015, δυο χρόνια πριν τυπωθεί) τονίζει αυτά τα χαρακτηριστικά σχετικά με τις σκέψεις και τις έρευνες του, η επεξεργασία “κλείνει το 1989, μα η κυοφορία του είχε διαρκέσει μια  δεκαριά χρόνια μέσα σε τεράστιες δυσκολίες…το κείμενο που ακολουθεί έχει συνεπώς σε πρώτη φάση την αξία της μαρτυρίας…”. Αν και σταματά στο τέλος των χρόνων ογδόντα διατηρεί τα χαρακτηριστικά του, ενδιαφέροντος και ιδιαιτερότητας, πρωτοτυπίας και επικαιρότητας. Έτσι, δεν περιορίζει, δεν είναι ένα όριο, έστω και προσωρινό, αλλά η ένδειξη μιας περιόδου που καλύπτει την «χειρότερη» δεκαετία που μας έλαχε να διασχίσουμε.

Aντιμετωπίζει, εν επιγνώσει του σκοπού, τα χαρακτηριστικά του «εγκλήματος», έτσι όπως ξετυλίχτηκαν από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, τις τροποποιήσεις και την προσαρμογή στις μεταβολές των εποχών, καθώς και την εξέλιξή του. Συγκρίνει τις διάφορες σχολές σκέψης που αναπτύχθηκαν για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκληματικότητας. Από τις πιο αμβλείς και αντιδραστικές μέχρι τις «πεφωτισμένες», τις σύγχρονες με την «άνοδο των σοσιαλιστικών ιδεών» που θεωρούσαν την εγκληματικότητα »… ένα υποπροϊόν των στρεβλώσεων της εκβιομηχάνισης και της υποβάθμισης που αυτές οι στρεβλώσεις προκαλούσαν σε ορισμένες κοινωνικές τάξεις … και πως ο εγκληματίας ήταν ένα θύμα της κοινωνίας «.

Εντοπίζει και σημειώνει, την «ταξική» ποικιλομορφία του εγκλήματος: «η πατενταρισμένη πορνεία, η άμεση υλική κλοπή, η κλοπή με διάρρηξη, ο φόνος και η ληστεία, η παραβατικότητα για τις κατώτερες τάξεις, ενώ η ειδικευμένη λεηλασία, η έμμεση και εκλεπτυσμένη κλοπή, η επιδέξια αξιοποίηση του ανθρώπινου κοπαδιού, η προδοσία υψηλής τακτικής, η υπερβατική πονηράδα, τέλος, όλα τα ελαττώματα και όλα τα «αληθινά προσοδοφόρα» εγκλήματα, κομψά, που ο νόμος είναι πολύ καλά εκπαιδευμένος για να αγγίξει, παραμένουν το μονοπώλιο των ανώτερων τάξεων»..20
Τα παραδείγματα και οι σκέψεις δεν αφορούν μονάχα στο ιταλικό έδαφος, αλλά αγκαλιάζουν επίσης γηραιά και νέα ήπειρο.

Έτσι όπως έρχονται στη μνήμη μας οι διαφορετικές προσεγγίσεις των εγκληματολόγων, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές «πριν από την εποχή τους», ‘ante litteram’. Η ανάπτυξη του φαινομένου του περιθωριακού και παράνομου προλεταριάτου μπορεί να αποδοθεί σε κάποιους παράγοντες καπιταλιστικής υπερπαραγωγής: τους πολέμους,την αύξηση του πληθυσμού, την ανεργία, την υπό- εργασία, την επισφαλή και ακάλυπτη («Τρόποι παραγωγής της εγκληματικότητας»). Επιπλέον, «ο κλάδος της εκτός νόμου εργασίας, υπό την πίεση των ‘καταναλωτών χωρίς μισθό’ κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια έχει εκτοξευτεί και πολυπλοκοποιήθηκε».

Ο Panizzari, αναλύοντας αυτές τις αλλαγές κοινωνικές-οικονομικές-πολιτικές χρησιμοποιεί τα κλασικά εργαλεία του μαρξισμού τα οποία συμπληρώνει με  “μια ειλικρινή αντιμετώπιση, άμεση, αυστηρή”. Όπως θα έλεγε μια συγκεκριμένη φιλολογική μεθοδολογία 21 μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε άμεσα ‘επί τόπου’.
Έτσι, χειρίζεται τους Marx-Engels, Foucault, Marcuse, Lombroso και Beccaria όπως πολλούς άλλους ‘ειδικούς’, συγγραφείς, οικονομολόγους, και επιστήμονες του εγκλήματος. Mα, έμμεσα, συμβουλεύεται επίσης και τους  ‘συνεργούς’ πολλών επιδρομών. Και, το ‘-σώμα-corpus’ της έρευνας του επικεντρώνεται στον πιο αδύναμο και ευάλωτο του περιθωριακού προλεταριάτου, εκείνο που είναι φυλακισμένο.

Τα κεντρικά κεφάλαια, όχι μόνο τυπογραφικά, είναι αφιερωμένα στην ταυτοποίηση και ανάλυση του πως καθορίζονται αυτές οι ‘νέες’ κοινωνικές και οικονομικές φιγούρες: “Χρόνοι και μέθοδοι της εκτός νόμου εργασίας” (“…εκτός νόμου δεν είναι εκτός κοινωνίας, δεν σημαίνει ούτε καν ακοινωνικός: είναι προϊόν εξαιρετικά κοινωνικό”), καθώς και στην περιγραφή (που δεν έχει αποδυναμωθεί) από την μεγάλη μάζα των  ‘άμισθων’ (με την κλασική έννοια αυτού που, δευτερευόντως εργαζομένου, λαμβάνει ένα μισθό σε ανταλλαγή μιας παροχής,  ως επί το πλείστον χειρωνακτικής) έγκλειστης: “Το φυλακισμένο τμήμα του εκτός νόμου προλεταριάτου στην Italia και τα μακρά του χρόνια εβδομήντα”.

Αφού εξέτασε τα πιο πολιτικά πρόσφατα γεγονότα (εξεγέρσεις, αγώνες, απόπειρες απόδρασης, ιδεολογικές διασπάσεις και διαχωρισμούς, και ανθρώπινους, διαστάσεις-διαχωρισμούς και  ‘μεταμέλειες’) η τελευταία παράγραφος αυτής της πλευράς έχει τον τίτλο που σημαίνει πολλά “Και εξακολουθεί να είναι αγορά – Ed è ancora mercato”. Που ολοκληρώνεται με αυτό τον τρόπο: “…στις 31 μαρτίου 1988 το υπουργείο Δικαιοσύνης πληροφορούσε πως οι φυλακισμένοι σε κατάσταση πραγματικής κράτησης ανέρχονταν στον αριθμό των 36.179, ενώ το 1970 ήταν 35.000! Και υπενθυμίζει τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Επιτροπή έρευνας της Πρωθυπουργίας, πως το 1987 σημειώνονταν 8,3 εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι …Προφανώς, κατά τη διάρκεια του «δεύτερου οικονομικού θαύματος», όχι όλοι οι πολίτες ως εκ θαύματος διασώθηκαν! Και καμιά σωφρονιστική πολιτική, πιστεύω, μπορεί να υποκαταστήσει τα θαύματα».

Μέσα στη δουλειά του, ο Panizzari, περιγράφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεγάλων ιταλικών εγκληματικών οργανώσεων στο πεδίο δράσης του χώρου έξω από το νόμο, τις“…’τρεις αδελφές ’ ή, όπως αναφέρει η προφορική κουλτούρα τους, ‘τρεις ιππότες ενωμένοι από μια συμφωνία αίματος’”: Cosa Nostra, ‘Ndrangheta, Camorra- Κόζα Νόστρα, Ντρανγκέτα, Καμόρα. Έτσι όπως υπογραμμίζει την διαφορετικότητα της μεταμέλειας, σε σχέση με τους ‘πολιτικούς’, των συνεργατών σε αυτές τις ‘πολυεθνικές τους εγκλήματος’.

Η τρέχουσα έκδοση του “L’albero del peccato” ολοκληρώνεται με τον συγγραφέα που θυμάται μια ολόκληρη σειρά δυναμικών και  ‘αξιών’ ιδίων του εκτός νόμου για να τονίσει πως “Αυτός που μεγάλωσε μέσα στην ηθική του δρόμου, στην αργκό γλώσσα της νύχτας, στα τελετουργικά των αναμορφωτηρίων και των ανακρίσεων της αστυνομίας μπορεί πολύ σωστά να πει πως πραγματοποίησε μια πρώτη μυητική λειτουργία για την πλήρη ένταξη του σε ένα συγκεκριμένο ενήλικο κόσμο ”.


  1. Giorgio Panizzari, Libero per interposto ergastolo. Carcere minorile, riformatorio, manicomomio criminale, carcere speciale: dentro le gabbie della Repubblica, Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη. Φυλακές ανηλίκων, αναμορφωτήριο, ποινικό ψυχιατρείο, ειδικές φυλακές μέσα στα κλουβιά της Δημοκρατίας, Kaos Edizioni, Milano, gennaio 1990  
  2. Αρχείο, Archivio Franca Rame Dario Fo, Soccorso Rosso Κόκκινη Βοήθεια – 1969. Παρέμβαση της Franca Rame στην παρουσίαση του βιβλίου του Giorgio Panizzari “La danza degli aghi”, »Ο χορός των βελόνων», 22.11.1986  
  3. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  4. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  5. Βλέπε https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/  
  6. G: Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  7. Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Εκδόσεις-Edizioni Dea, Firenze, marzo-μάρτιος 2017  
  8. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  9. G. Panizzari, cit.  
  10. G. Panizzari, cit.  
  11. G. Panizzari, cit.  
  12. Giorgio Panizzari, La danza degli aghi, Ο χορός των βελόνων, Cooperativa Apache, Roma 1986 edκαι Εκδόσεις Edizioni Ddisa, Lentini (Sr) 2015  
  13. Giorgio Panizzari, Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria, Το φύλο των αγγέλων. Μέσα στον λαβύρινθο της φυλακισμένης σεξουαλικότητας, Kaos Edizioni, 1991  
  14. P. Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, cit.  
  15. Κολεκτίβα Φυλακισμένων Κομουνιστών των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Collettivo Prigionieri Comunisti delle Brigate Rosse, L’Ape e il Comunista, Η μέλισσα  και ο Κομουνιστής, Φυλακή-Carcere di Palmi 1980, Διεθνής Ανταπόκριση, Corrispondenza Internazionale, anno-έτος VI , nn. 16/17, Roma, dicembre-δεκέμβρης 1980  
  16. Brigate Rosse-Partito della Guerriglia, Tesi di fondazione del partito, Ερυθρές Ταξιαρχίες-Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου, Θέσεις ίδρυσης του κόμματος, δεκέμβρης dicembre 1981, στο Σχέδιο Μνήμης, τα γραμμένα λόγια, Progetto Memoria, Le parole scritte, Roma, 1996  
  17. R. Curcio και A. Franceschini, Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη, Διεθνής Αλληλογραφία, Gocce di sole nella città degli spettri, Corrispondenza Internazionale, έτος anno VII, παράρτημα supplemento ai nn. 20/22, Roma, dicembreδεκέμβρης 1982  
  18. P. Abatangelo, cit. 
  19. A. Coi, P. Gallinari, F. Piccioni, B. Seghetti, Politica e Rivoluzione, Πολιτική και Επανάσταση, Giuseppe Maj ΕκδότηςEditore, Milano, dicembreδεκέμβρης 1983  
  20. dαπό το “La Phalange”, ΠαρίσιParigi, 10 δεκεμβρίουdicembre 1838  
  21. Η σύγχρονη φιλολογία χωρίζεται σε δύο κύριες κατευθύνσεις: από τη μία πλευρά υπάρχει η τάση να βρίσκει, να ανοικοδομεί και να ερμηνεύει κείμενα (μελέτη της προφορικής μαρτυρίας), και από την άλλη να αναδεικνύει και να ερμηνεύει γεγονότα κάθε είδους που βοηθούν στην κατανόηση των ίδιων των κειμένων: μελέτη των πραγμάτων  

Share

TAGGED WITH →

https://www.carmillaonline.com/2017/06/14/le-mele-marce/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός, Manolo Morlacchi: LA FUGA IN AVANTI

της Daniela Bandini

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X-Cox 18, σελ. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

Με αυτό το βιβλίο ασχολήθηκε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, a suo tempo  η Carmilla, ήταν στις 3 ιανουαρίου του 2008. Προσωπικά το είχα στα χέρια μου μοναχά πριν λίγες μέρες, καμιά δεκαπενταριά, και νιώθω την σχεδόν φυσιολογική ανάγκη να μοιραστώ με τους αναγνώστες τις εντυπώσεις που αυτό το βιβλίο μου μετέδωσε.
Είναι έργο ενός ανθρώπου που γεννήθηκε το 1970, που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και την εφηβεία του, που επηρεάστηκαν έντονα από μια οικογένεια όχι ακριβώς συνεπή με την  “χρυσή δεκαετία” που υπήρξαν τα χρόνια Ογδόντα. Ανάμεσα στους συγγενείς κανείς καλπάζων επιχειρηματίας, κανείς που να πλούτισε με τα Bot για να αποκτήσει το δεύτερο σπίτι, καμιά κοινωνική ανέλιξη, από το προλεταριάτο στην μικροαστική τάξη, κανένα δερμάτινο ή βιζόν σακάκι και μπουφάν να καμαρώσουν αδιάφορα, con nonchalance, σαν να τα είχαν από πάντα στο  ντουλάπι, κανένα μπλοκ με εκατό φύλλα που επιδεικνύεται στο πορτοφόλι να θυμίζει “μπορώ να αγοράσω όλα όσα θέλω”. Ο Manolo Morlacchi είναι παιδί ερυθροταξιαρχιτών. Συνεπείς, πεισματικά συνεπείς μέχρι τέλους.

Ο Pierino Morlacchi, ο πατέρας του Manolo, γεννήθηκε το 1958 και πέθανε το 1999. Η μητέρα, γερμανίδα, Heidi Ruth Peush, γεννήθηκε το 1941 και πέθανε το 2005. Στην οικογένεια Morlacchi κομουνιστές γίνονταν από τον πρώτο θηλασμό. Ήδη παρτιζάνοι, μιλανέζοι του Giambellino, κυνηγήθηκαν απ’ τους φασίστες, στη συνέχεια στρατευμένοι στο PCI, πολλά αδέλφια κι αδελφές που έφτιαχναν μια ενιαία ομάδα, ένας ισχυρό δεσμός που ποτέ δεν προδόθηκε, παρά τις διαφορετικές επιλογές που συχνά δεν μοιράστηκαν, εκείνος ο αδελφός ο οποίος οδήγησε σε ακραίες συνέπειες την ιδεολογία του, σε συνεχή ανάγκη κάλυψης, φύλαξης των παιδιών, χρημάτων.
Τεράστια τραπεζώματα ανάμεσα σε θείους και ξαδέρφια, ακόμη και περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι τρώνε όταν υπήρχε και τεράστιες οινοποσίες με ό, τι υπήρχε, αδελφοί και αδελφές σε αιώνια περιοδεία μεταξύ των διαφόρων ιταλικών φυλακών ολόκληρης της χερσονήσου, παρανομία, συλλήψεις και ακόμα δικηγόροι, δίκες, δικαστήρια.
Η ειδικότητα του Pierino ήταν οι ληστείες, ένας άσσος του επαγγέλματος. Υπήρξε επίσης ο πρωταγωνιστής μιας εκ των πρώτων “απαγωγών” των BR. Έβαλα μέσα σε εισαγωγικά την λέξη απαγωγή διότι σήμερα είναι σχεδόν αξιολύπητο να ονομάζεται έτσι η διαδικασία της μετακίνησης ενός ανθρώπου από ένα κομάντο, η φωτογράφιση του και η επιστροφή του με συνοδεία στον τόπο απ’ όπου τον είχαν αρπάξει, μόνο για να δειχθεί η ισχύς, η υλικοτεχνική και στρατιωτική ικανότητα της οργάνωσης.
Ήταν τα χρόνια Εβδομήντα. Σχεδόν αδύνατο να φανταστείς σήμερα πως εκείνα τα χρόνια οι Ερυθρές Ταξιαρχίες κρατούσαν δημόσιες συγκεντρώσεις στο Giambellino, με τον Curcio να μιλά και τους συντρόφους να φρουρούν την πλατεία οπλισμένοι. Η αποδοχή ήταν πολύ υψηλή ανάμεσα στους ανθρώπους, Milano ήταν οι άνθρωποι στο Giambellino, ο λαός, εκεί “κολυμπούσες σαν ψάρι στο νερό”, μεταξύ των δικών σου.
Η μητέρα του Manolo, η Heidi, γεννήθηκε στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, RDT, μετά μετακόμισε στην δυτική Γερμανία, Λονδίνο, εμπειρίες με τα “παιδιά των λουλουδιών”, Milano στο περιβάλλον της Τετάρτης Διεθνούς, και έπειτα η συνάντηση με τον Morlacchi. Από εκεί μια ζωή κυνηγημένοι, να διαφεύγουν, όμως πάντα προς τα εμπρός, όπως αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου. Είναι ίσως η ιστορία της μητέρας, καθόλου δευτερεύουσα, που με χτύπησε περισσότερο, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση. Με τα παιδιά να γυρνά την Ιταλία, και αργότερα και γι αυτήν η φυλάκιση, ο χωρισμός, οι επιστολές που τους έγραφε, τη διδασκαλία της ειλικρίνειας, της τιμιότητας, της αφοσίωσης στην υπόθεση, της προσωπικής ακεραιότητας ως απόλυτη κληρονομιά να παραδώσει.
Η έκπληξη που προκαλεί αυτό το βιβλίο μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σημεία: το πρώτο είναι η μοναδική εμπειρία ενός παιδιού που αφομοιώνει μέσα του όλες τις ταξικές αντιθέσεις μιας εποχής που πηγαίνει από την Αντίσταση στο ΚΚΙ και στη συνέχεια στις ΕΤ, το δεύτερο, είναι αποτέλεσμα της πρώτης, είναι η γραμμικότητα μιας επιλογής όπως του ένοπλου αγώνα.
Μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε ότι το φαινόμενο του ένοπλου αγώνα ήταν ένα γεγονός περιθωριακό και περιορισμένο, δευτερεύον, ακόμα και του σαλονιού: αγωνιστές, μαχητές παιδιά του μπαμπά που μετάνιωναν μόλις έβαζαν το πόδι τους στο αστυνομικό τμήμα, διανοούμενοι οι οποίοι ανταγωνίζονταν για το ποιος θα διατυπώσει τις πιο δυσανάγνωστες και ανεξιχνίαστες ανακοινώσεις («παραληρηματικές», τις αποκαλούσε ο τύπος ανά τακτά διαστήματα). Με λίγα λόγια, άνθρωποι που δεν γίνονταν να είναι πιο μακριά από τους ανθρώπους, το προλεταριάτο, και ιδιαίτερα τους εργάτες των εργοστασίων.
Τίποτα το ψευδέστερο. Οι πρώτες  BR υπήρξαν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος μιας πολιτικής γραμμής που δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί με την αστικοποίηση ενός Κομουνιστικού Κόμματος που είχε την συνεννόηση σαν δυνατό του σημείο. Και μιλάμε για αυτό που συνέβαινε στις πόλεις. Και στις φυλακές, θεμελιώδη τόπο στρατολόγησης των BR; Πρέπει να σκεφτούμε ότι το προλεταριάτο των φυλακών των δεκαετιών Εξήντα και Εβδομήντα εκπροσωπούνταν από μια καλά χαρακτηρισμένη κοινωνική ομάδα: ημιλφάβητη, μιλούσε ως επί το πλείστον σε μια νότια διάλεκτο. Κλοπές, ληστεία και διακίνηση τα αδικήματα, σχεδόν όλοι συνδέονταν με clan ή οικογενειακές ομάδες.
Έξω από αυτή την πραγματικότητα υπήρξαν εκείνοι που, όπως συνέβη στις ιταλικές φυλακές, έβλεπε σε εκείνο το υποπρολεταριάτο την πηγή για να γίνει ο κόσμος πιο δίκαιος, ανθρώπινος και αξιοπρεπής. Τελείως απροσδόκητα αυτός που θεωρούνταν αποκλεισμένος από την ιστορία γίνονταν ο πρωταγωνιστής, με μια γλώσσα που δεν απέκλειε την παρανομία, οπότε διαδρομές ήδη γνωστές, αλλά όχι πλέον με σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό ή της φατρίας, αλλά για να ολοκληρωθεί εκείνη η επαναστατική διαδικασία προς ένα σοσιαλιστικό κράτος που το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε προδώσει.
Είναι εντυπωσιακές, και ως εκ τούτου μεγάλης ιστοριογραφικής αξίας, οι εμπειρίες που ο Manolo διηγείται στο βιβλίο του. Υπάρχουν τα γράμματα από τη φυλακή, εκείνα που γράφτηκαν από τους αδελφούς και τις αδελφές, εκείνα που απευθύνονται στα παιδιά, και στη συνέχεια η απτή αντίληψη μιας Μιλάνο που γλιστρά στην δεκαετία του Ογδόντα και γίνεται αγνώριστη και ανώνυμη. Η άφιξη νέων προλετάριων οι οποίοι πλέον δεν αποκαλούνται έτσι, αλλά μόνο «οι νέοι φτωχοί», οι «μαροκινοί», όχι η μετανάστευση της νότιας Ιταλίας αλλά αυτή του Μαρόκο.
Και οι Morlacchi που για όλα αυτά αδιαφορούν. Ακόμα μες τη δεκαετία του Ενενήντα, μέχρι την κηδεία του Pierino, άνθρωποι αμετακίνητοι, αμετανόητοι, όχι για τον ένοπλο αγώνα αλλά για την συνέπεια, που τον χαιρετούν με το πανό: «Γεια σου Pierino. Μέχρι τη νίκη. Οι σύντροφοι».
Ήταν και η δική μου απογοήτευση, γι αυτό καταλαβαίνω τόσο καλά τον Pierino και τον Manolo. Μιλούσα με τους συντρόφους του PCI και δεν τους καταλάβαινα. Ήμουν πολύ νέος τότε, και σκεφτόμουν ότι ένας αγωνιστής του PCI έφτιαχνε τη ζωή του σύμφωνα με ένα ιδεολογικό μοντέλο, ένα μοντέλο συμπεριφοράς επίσης χωρίς συμβιβασμούς και αδιάφθορο,  αναπόφευκτα βρισκόμουν στη  θέση να αντιμετωπίζω συνομιλίες που αφορούσαν οικονομικές επενδύσεις, αντιμετώπιζα ιδανικά που δεν προχωρούσαν πέρα από την αγορά ενός διαμερίσματος στη θάλασσα, ενώ η συμμετοχή στη ζωή του κόμματος περιορίζονταν στο γεύμα της πολέντα και λουκάνικου στο φεστιβάλ της Unità.
Αυτοί ήταν οι σύντροφοι; Και η σκέψη μου πήγαινε — χαμογελούσα ενώ το γυρόφερνα στο μυαλό μου – σε ένα ταξίδι με το τρένο λίγο καιρό πριν, σε ένα βαγόνι της δεύτερης θέσης με κάποιους συντοπίτες, προς το νότο. Απέναντι μου ένα αγόρι σε ένταση, επιφυλακτικό, λίγο φοβισμένο αλλά αποφασισμένο, με ένα παχύ μουστάκι και λίγο μακριά μαλλιά, το οποίο στην προσπάθεια να τον κάνουμε να πάρει μέρος στη κουβέντα μας απαντούσε αμήχανα, σε κάτι ιταλικά μετά βίας κατανοητά.
Κρατούσε παράξενα ένα χέρι επάνω στον πήχη του αριστερού χεριού, σαν να ήθελε να κρύψει έναν τραυματισμό ή μια άσχημη ουλή. Τέλος αποκοιμήθηκε, και σιγά-σιγά το χέρι του σύρθηκε στο κάθισμα. Αυτό που κρατούσε προσεκτικά κρυμμένο ήταν ένα μεγάλο τατουάζ με το πεντάκτινο αστέρι και τη λέξη BR να δίνει έμφαση. Φτιαγμένο πρόχειρα, στο χέρι, στη φυλακή. Εκείνος ο νέος, αποφάσισα, ήταν το σημείο αναφοράς μου. Το άτομο για το οποίο θα ήθελα να συνεχίσω ν’ αγωνίζομαι.

https://www.carmillaonline.com/2008/09/25/manolo-morlacchi-la-fuga-in-av/

αυτονομία, autonomia

H ρωμαϊκή εργατική αυτονομία – L’autonomia operaia romana

του Giovanni Iozzoli

G. Marco D’ubaldo, Giorgio Ferrari, Gli autonomiVolume IV. L’Autonomia operaia romana, DeriveApprodi, Roma, 2017, 224 p., € 18.00  Οι αυτόνομοι – τέταρτος τόμος. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία

Ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi έχει εκδώσει τον τέταρτο τόμο της σειράς Gli autonomi Οι αυτόνομοι. Πρόθεση είναι να εμβαθύνει την αφήγηση μιας πολιτικής εποχής, εστιάζοντας με πιο σφιχτό τρόπο στην επικράτεια – ξεκινώντας από την ρωμαϊκή. Οι επιμελητές του τόμου είναι οι Giorgio Ferrari και G.Marco D’Ubaldo, ιστορικοί που αναφέρονται σε δυο πραγματικότητες καίριας σημασία της ρωμαϊκής πλατείας και πραγματικότητας: i Comitati Autonomi Operai e il Comitato dell’Alberone, τις Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές και την Επιτροπή των κατοίκων του Alberone .

Η απόφαση για τη διερεύνηση της «εδαφικότητας» των εμπειριών της αυτονομίας, είναι αναμφίβολα επαρκής, κατάλληλη. Δεν υπάρχει ανακατασκευή ή πολιτικό επιχείρημα για τις «αυτονομίες», που μπορεί να αγνοήσει αυτή την διάσταση – και αυτό, εκτός από την αντικειμενικότητα των ιστορικών γεγονότων, ακόμη και για μια θεωρητική προσέγγιση ευρύτερα αποδεκτή εκείνα τα χρόνια: έδαφος-επικράτεια σήμαινε ανάγνωση της ταξικής σύνθεσης, χτίσιμο των στοιχείων του προγράμματος, προσαρμογές των επιπέδων της οργάνωσης και πάλι επιστροφή στο έδαφος, στην επικράτεια. «Έδαφος» σημαίνει τη γη-το επίπεδο της συνεχούς επαλήθευσης των αρχικών υποθέσεων. Και δεν μιλάμε για την ιδεολογική πρόταση του «να ξαναπάρουμε πίσω την πόλη»: ήταν μάλλον κοπιώδες και εκρηκτικό καθημερινό χτίσιμο διαμάχης-καβγά-διενέξεων (εδαφικών, ακριβώς, στην επικράτεια), που έδωσαν στην συζήτηση για την αυτονομία, κοινωνικό βηματισμό, ρίζωμα, κοινωνικά σκέλη.

Ο τόνος του βιβλίου απομακρύνεται από κάθε amarcord ευχαρίστησης [ευτυχισμένες αναμνήσεις σε ελεύθερη μετάφραση]: διαβάζετε την ιστορία ξεκινώντας από το παρόν και οι συγγραφείς, πέρα από τα προσωπικά βιογραφικά γεγονότα, αισθάνονται ενεργά εμπλεκόμενοι μιας πολιτικής υπόθεσης που δεν έχει κλείσει, αλλά μάλλον έχει μετατοπιστεί και αναποδογυρίσει επί των ημερών μας.

Πρωτεύουσα Ρώμη, Roma πολιτικό επίκεντρο, για καλό ή για κακό. Σωστό το να ξεκινήσουμε από τον αυτόνομο χώρο της: γιατί στην ρωμαϊκή αρένα οι συλλογισμοί επί της μητρόπολης ως απόκλιση της νέας ταξικής σύνθεσης, βρήκαν το έδαφος της πιο προχωρημένης πρακτικής. Για να γίνει αυτό κατανοητό, φτάνει να έχετε στα χέρια κάποιο από τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με τις πολλές αγωγές εναντίον της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας: στα δικαστικά έγγραφα – πολύτιμα εργαλεία πολιτικής μνήμης, φθάνει να γνωρίζει κάποιος να τα διαβάζει – σχολαστικά αναφέρονταν από τους δικαστές δεκάδες και δεκάδες αυτόνομων οργανισμών με τα αρχικά τους, την κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τα στέκια τους, τα υποτιθέμενα οργανογράμματα τους, και ήδη μόνο εκείνοι οι δικαστικοί χάρτες θα σας έκαναν να συνειδητοποιήσετε το πόσο μεγάλος ήταν ο επαναστατικό πλούτος για τον οποίον μιλάμε.

Οι συντάκτες του τόμου ανακατασκευάζουν αποτελεσματικά την ιστορική εικόνα της Ιταλίας – και της πρωτεύουσας της – στις αρχές της δεκαετίας 70. Στο πλαίσιο αυτό και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζουν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες θα αποτελέσουν το θεμέλιο της ανάπτυξης της αυτονομίας στη Ρώμη:
– σε υποκειμενικό επίπεδο η καθίζηση της σύντομης περιόδου των ομάδων, που απελευθερώνει ενέργειες χιλιάδων αγωνιστών,
– ο αγώνας για το σπίτι, πάντα ζωτικής σημασίας σε μια περιοχή που πλήττεται μετά τον πόλεμο από μια σταθερή δημογραφική πίεση και μια ταχεία ανάπτυξη του κύκλου κατασκευών,
– ο αγώνας στην δημόσια υγεία και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με το πολύτιμο δέσιμο ανάμεσα στην εργατική κινητοποίηση και τα δικαιώματα των χρηστών,
– η παρουσία των κεντρικών οργάνων του ΚΚΙ- PCI και του αριστερού συνδικάτου CGIL, στο μέγιστο της ηγεμονίας τους, που όμως ήδη κινούνται πτωτικά, στην φθορά της εποχής των θυσιών και της καταστολής των κινημάτων,
– ο αντιφασισμός, σε μια πόλη όπου η μνήμη και η φασιστική παρουσία, τριάντα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου είναι ακόμα πολύ ζωντανή (απλά διαβάστε την αυτοβιογραφία του Giulio Salierno, για να πάρετε μια αίσθηση εκείνης της καρκινικής επιμονής στην πρωτεύουσα).

Είναι μέσα από αυτά τα εδάφη, διασχίζοντας αυτά τα εδάφη – στο εσωτερικό συγκεκριμένων διαδρομών, όλων να παίζονται σε μαζική διάσταση – που αναπτύσσεται ο σχηματισμός των ρωμαϊκών αυτόνομων οργανισμών: εμπειρίες που από τον σχηματισμό τους φέρουν μέσα τους την επίμονη προσπάθεια για την ανασύνθεση της πολιτικής δράσης όπως και της συνδικαλιστικής, των οποίων ο διαχωρισμός, ειδικά στην προοδευτική επεξεργασία κυρίως των Volsci, κρίνεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης επαναστατικής προοπτικής.

Μέσα σε λίγα χρόνια, συλλογικότητες και επιτροπές γειτονιάς – δείτε την εμβληματική περίπτωση του Alberone – συνθέτουν ένα ζωντανότατο και μαγματικό δίκτυο που διασχίζει όλες τις διαστάσεις της μητροπολιτικής σύγκρουσης: η οργάνωση των αγώνων ενθαρρύνει τον αυθορμητισμό της προλεταριακής εφευρετικότητας, η οποία με τη σειρά της οργανώνεται και επανεκκινεί τη διαδικασία.

 

Τη νύχτα δεν ήταν και τόσο δύσκολο να πέσουμε επάνω σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που τραβούσαν αντικείμενα οικιακής χρήσης σε κάποιο άδειο κτίριο, μερικές φορές δεν ήταν καν τελειωμένο, προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία. Το φαινόμενο ήταν τόσο μεγάλο και μοναδικό για μια μεγάλη πόλη, που κατέληξε μάλιστα και σε ένα άρθρο του εβδομαδιαίου Time (σ.85)

Και αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τις εκστρατείες και τους μεγάλους αγώνες που διοργανώνονταν από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, επικρατούσε στις γειτονιές και στο κοινωνικό προλεταριακό σώμα μια εκτεταμένη μαζική παρανομία, της οποίας η ζήτηση για οργάνωση ήταν ακριβώς ο λόγος ύπαρξης της αυτονομίας.

Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία γεννιέται και περπατά επάνω στα πόδια της κοινωνικής πρακτικής: εργασία και επικράτεια, lavoro e territorio. Η πολιτική οργάνωση των Volsci, ειδικότερα, είναι άμεση έκφραση πραγματικοτήτων που προέρχονταν από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας:

Με εξαίρεση κάποιους φοιτητές ιατρικής που δρούσαν μέσα στην Κολεκτίβα της Πολυκλινικής, del Collettivo Policlinico (και που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αγώνων) εκείνοι οι οργανισμοί αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους: υπαλλήλους, διοικητικούς τεχνικούς, εργάτες. Έτσι ακριβώς: εργάτες, που φορούσαν την ποδιά των νοσοκόμων, την στολή του αχθοφόρου ή την φόρμα της Enel [ενέργεια] ήταν εργατικό δυναμικό που το εκμεταλλεύονταν όπως τους άλλους που βρίσκονταν στο εργοστάσιο, αν και δεν είχαν τa «στίγματα» των ροζιασμένων χεριών. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Volsci να επιβάλουν στην προσοχή του κινήματος εκείνες τις φιγούρες που σνομπάρονταν από τους ερμηνευτές της εργατικής τάξης, σαν να ήταν αντιπαραγωγικές ή παρασιτικές, που εξακολουθούσαν να θεωρούνται περιθωριακές σε σχέση με την ερμηνεία της σύγκρουσης κεφαλαίου εργασίας (σελ. 59)

Συνεπώς: φυσική απόκτηση του κοινωνικά εξελιγμένου χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, φυσική θεώρηση του »εργατικού» χαρακτήρα αυτής της κοινωνικής εργασίας.

Εργασία και επικράτεια, λέγαμε, κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων 70, ορισμένες γειτονιές, δείτε Centocelle ή San Basilio, απελευθερώνουν το πλήρες δυναμικό τους, σε ένα είδος καρστικής συνέχειας της σύγκρουσης, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά τον πόλεμο – καταλήψεις, αυτομειώσεις, διεκδικήσεις στις μεταφορές , στις υπηρεσίες, εναλλακτική κοινωνικότητα.

Για να μπει σε δίκτυο αυτός ο πολλαπλασιασμός δεν είναι απλό: εφευρίσκουν νέα εργαλεία – όπως η Συνέλευση πόλης των εργατικών επιτροπών και γειτονιάς – όλα επίπονα πειράματα, που ζουν με ενότητα, ρήξεις, ανασυνθέσεις, που υφαίνονται καθημερινά με το νήμα των αγώνων και των διεκδικήσεων, της διαμάχης.
Η μέθοδος της ρωμαϊκής αυτονομίας, μπροστά σε αυτό τον κοινωνικό πλούτο, είναι πάντα η ίδια: από τις μάζες στις μάζες, γιατί αυτονομία θα πει πρώτα απ’ όλα ρήξη της κακιάς διαλεκτικής μεταξύ υποτιθέμενων »εξωτερικών πρωτοποριών» και τάξης.

Συνέβαινε πράγματι εκείνα τα χρόνια μια πρωτοπορία καλλιεργημένη και ηδονιστική να επιβάλλει από τα άνω την δική της κοσμοθεωρία, la sua Weltanschauung στην πραγματική ιστορία μιας αποτυχημένης χώρας … Οι αντιλήψεις που αρνούνται αρχικά μια ανεξάρτητη διαδικασία προλεταριακής χειραφέτησης και τη δυνατότητα των μαζών να ορίσουν τη δική τους αυτόνομη οργάνωση, ήταν σε μεγάλο βαθμό διαδεδομένες μεταξύ των πρωτοποριών του τότε (σελ.47)

Η Αυτονομία γεννιόταν ως αντιστροφή αυτών των αντιλήψεων, που ήταν κληρονομιά όχι μόνο από το ρεβιζιονισμό, αλλά και της πολιτικής τάξης του 68.

ο Giorgio Ferrari περιγράφει τους Volsci σαν ένα εργαστήριο της κοινωνικής ορθής πράξης, όπου όμως βασίλευε η γεύση της θεωρητικής ετεροδοξίας:

Στην εποχή του μετα-κομμουνισμού αισθάνομαι ακόμα μαρξιστής και αυτόνομος: γιαυτό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γνωρίστηκα με τους συντρόφους του Γενικού Νοσοκομείου-Policlinico και της Enel, που είχαν αφήσει το Μανιφέστο, για μένα ήταν μια ανακούφιση. Επιτέλους, θα μπορούσα να εκφράσω τις αμφιβολίες μου επάνω στην κομμουνιστική εμπειρία χωρίς να αντιμετωπίζομαι με καχυποψία, επιτέλους έκανα μαζί με άλλους πολιτικούς προβληματισμούς και στοχασμούς από τους οποίους οι επαναστάτες δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν (σελ.20

 

Η κρίση του κομμουνιστικού παραδείγματος, στην ωριμότητα της ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του ’70, είναι ήδη σαφής, για όσους θέλουν να το δουν, παρά τις πλατείες που γεμίζουν και τις κλειστές γροθιές: η εργατική αυτονομία ήταν επίσης η γη επάνω στην οποία αυτή η συζήτηση μπορούσε να απελευθερωθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια.
Το ακριβώς αντίθετο από εκείνες τις ομαδίστικες συνιστώσες όπου βασίλευε η πιο κομφορμιστική ορθοδοξία, η οποίες, κατά τα χρόνια της ήττας, πέρασαν από την μια νύχτα στο πρωινό, από την μια μέρα στην άλλη δηλαδή, στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος, αφήνοντας πίσω τις δογματικές βεβαιότητες τους, όπως ένα φίδι το παλιό δέρμα του – και ίσως συνεχίζοντας να κηρύττουν με την ίδια αυταρέσκεια, τα υπέροχα και προοδευτικά πεπρωμένο του ρεφορμισμού των χρόνων 80 …

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, βλέπει την ρωμαϊκή αυτονομία στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της υπόθεσης εθνικής πολιτικής. Δεν είναι εύκολο, επειδή ακριβώς ορισμένες εμπειρίες βρίσκονται σε ισχυρό πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτηρισμό, ενώ άλλες ζουν μια θεμελιώδη κοινωνική διάσταση – και δεν είναι δεδομένο να μοιράζονται λεξιλόγιο και εκστρατείες.

Η σχέση που οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές, i Comitati Autonomi Operai προσπαθούν να εδραιώσουν είναι στον άξονα του Μιλάνου με το Κόκκινο, con Rosso,το οποίο για ένα διάστημα γίνεται και εθνικό περιοδικό (με την Via dei Volsci ρωμαϊκή σύνταξη). Αλλά η εποχή της αυτονομίας του Μιλάνο είναι μια φλόγα που γεννιέται αργότερα και καταναλώνεται πριν, σε σχέση με την σταθερότητα της ρωμαϊκής εμπειρίας. Ριζοσπαστικές διαφορές πολιτικού έργου, γίνονται εμπόδια για την κατασκευή μιας εθνικής άποψη: Το Rosso, υπό την καθοδήγηση του Negri, πιέζει πολύ προς τη ρητορική του κοινωνικού εργάτη και σε μια προοδευτική συγκεντροποίηση της δομής, των λειτουργιών και της πολιτικής ηγεσίας.

Για τους Volsci, η επίτευξη του κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι μια συνειδητοποίηση καθημερινή που δεν έχει ανάγκη επιβεβαιώσεων ή εξαναγκασμών – ούτε θεωρητικών ούτε με όρους χτισίματος του κόμματος. Στην Ρώμη ακόμη και στις υψηλότερες στιγμές της σύγκρουσης, προτιμούν να οργανώνουν την διάχυτη διαμάχη της κοινωνικής εργασίας στην περιοχή, θεωρώντας πως δεν είναι ώριμη καμιά αξιόπιστη “δυαδικότητα των εξουσιών”. Στις αναμνήσεις των επιμελητών αντηχεί ξανά η πολεμική της ρωμαϊκής πλευράς προς μια διανοουμενίστικη στρέβλωση, ιδεολογική και υποκειμενιστική, που θα σημαδέψει βαριά το μιλανέζικο εργαστήρι και την κατάρρευση του.
Ο διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές ψυχές θα καταστεί ρήξη. Mα πλέον βρισκόμαστε στο κατώφλι των τριών βασικών βημάτων, βαθμίδων κλειδιά, που θα καθορίσουν το νόημα εκείνης της εποχής και της παρακμής της : η φλόγα του 77, η απαγωγή Moro και το μεγάλο κατασταλτικό κύμα που ξεκινά στις 7 Aπριλίου 79 και θα συνεχιστεί μέχρι και πέρα από τα μισά των χρόνων 80.

Μέσα σε αυτή την ισχυρή ιστορία χειραφέτησης και εξέγερσης, ρέουν οι ανθρώπινες υποθέσεις μιας γενιάς αγωνιστών: οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις των Pifano, Miliucci και δεκάδων άλλων ηγετικών στελεχών, το κλείσιμο των γραφείων του ραδιοφωνικού σταθμού Onda Rossa και των Volsci από πλευράς  υπουργού εσωτερικών Cossiga, οι αγώνες των οργανωμένων ανέργων του νόμου 285, χιλιάδες κατειλημμένων σπιτιών, η παρέμβαση στην Irpinia που είχε υποστεί τον σεισμό, οι κύκλοι των αυτομειώσεων, οι αγώνες για τις υπηρεσίες και μια συνεχής πίεση στα δημόσια έξοδα, που καλλιεργήθηκε αποτελεσματικά στην διάσταση της του κοινωνικού μισθού.

Η εποχή της διαχείρισης των πολιτικών δικών και του διαχωρισμού, θα διαιρέσει περαιτέρω τις τύχες των διαφόρων οργανωμένων συνιστωσών: μπροστά από το κατασταλτικό τσουνάμι οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές θα εκφράσουν μια ανθεκτική ικανότητα, που άλλοι δεν μπόρεσαν να σημαδέψουν, να δείξουν. Το Rosso και όλες οι εμπειρίες της αυτονομίας του Μιλάνο θα εξαφανιστούν στο τέλος της δεκαετίας του 70 συνθλιβόμενες από την καταστολή και την μετακίνηση προς την παρανομία. Η πολιτική αυτόνομη- πνευματική τάξη θα κατακερματιστεί σε επιλογές και εναλλακτικές που δεν είναι πάντα αξιοπρεπείς, ανάμεσα στην διάσταση, θεσμικές μετατροπές, τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά αθωοτισμούς (περιέργως το βιβλίο δεν θυμάται την οργισμένη διαμαρτυρία της ρωμαϊκής πλατείας στο «ριζοσπαστικό» συλλαλητήριο του Toni Negri: ένα μικρότερο επεισόδιο, το οποίο ωστόσο, δίνει το μέτρο του πόσο πολύ είχαν αλλάξει οι όροι του πολιτικού διαλόγου στο εσωτερικό της επαναστατικής αριστεράς, σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα σε λίγα χρόνια …).

Στην πραγματικότητα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι μόνες αυτόνομες υποκειμενικότητες που επέζησαν από τη θύελλα της 7ης απριλίου και την ταξική ήττα, είναι ο ρωμαϊκός χώρος και ο ενετικός πόλος: δύο πραγματικότητες που θα συγκατοικήσουν για μια δεκαετία στο εθνικό αντι-ιμπεριαλιστικό αντι-πυρηνικό Συντονιστικό, σε μια πεισματική διαλεκτική (ενότητας και ανταγωνισμού …), που θα σημαδέψει θετικά επίσης τις μεγάλες εκστρατείες εκείνων των χρόνων ενάντια στις ειδικές φυλακές και τα βασανιστήρια, την αντίθεση στο Εθνικό σχέδιο Ενέργειας, τους διεθνιστικούς αγώνες, από τη Λατινική Αμερική στην Παλαιστίνη.

 

Οι Comitati Autonomi Operai, για όλη την δεκαετία 80, θα είναι το σημείο αναφοράς στο κοπιαστικό έργο ανακατασκευής  ενός εθνικού ιστού, κυρίως για τις νεαρές ομάδες του κέντρου νότου.

δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αντέξει τις επιπτώσεις της καταστολής αυτών των σκοτεινών χρόνων χωρίς την πεποίθηση χιλιάδων αγωνιστών και την αλληλεγγύη από τις προλεταριακές γειτονιές … και αυτή δεν προέρχονταν από ένα υπερώο σκεπτόμενων κεφαλών, αλλά επειδή ήμασταν ριζωμένοι στην περιοχή, κάτι που ήταν πρωτοφανές και δεν είχε προηγούμενα και όπου οι αγώνες αποτελούσαν το καλύτερο σχολείο για στελέχη που θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί (σ.125)

Πάρα πολλά όμως πράγματα άλλαζαν με ταχύτητα: το να επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους και τις μορφές τους δεν είναι κάτι που υπάρχει στο αυτόνομο DNA, η αυτονομία δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό της σαν κρυσταλλοποίηση, σαν διατήρηση της μνήμης – είναι μια διαδικασία σε κίνηση που επιβάλλει να βρίσκεσαι ένα βήμα μπροστά, να ανακαλύπτεις και να εφευρίσκεις νέα παραδείγματα, να καις πάντα τις γέφυρες στις πλάτες σου. Και επί της Via dei Volsci και της ρωμαϊκής πλατείας, βαραίνουν τα χρόνια 90: η Δεύτερη repubblica πιέζει, το σύστημα των κομμάτων καταρρέει, οι παραδοσιακές κοινωνικές δυνάμεις διαλύονται, ο ιταλικός καπιταλισμός γίνεται έδαφος πολυεθνικής επιδρομής, όλο και πιο περιθωριοποιημένο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και των κεφαλαίων. Αλλά αυτή είναι πλέον η ιστορία του σήμερα.

Στην διαφοροποιημένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση, οι αυτόνομες εργατικές επιτροπές πηγαίνουν δίχως δράματα και φωνές προς την αυτοδιάλυση: το 1992, στην διάρκεια μιας δημόσια και συλλογικής συζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαίων αυτόνομων επιλέγει να θεωρήσει λήξασα την λειτουργία της οργάνωσης των αυτόνομων Επιτροπών («είκοσι χρόνια πραγματικά ήταν πολλάv», λέει ο Ferrari).
Ο ορίζοντας είναι μια νέα καταβύθιση στις δυο υποθέσεις εργασίας που είχαν καθιζάνει στη διάρκεια των χρόνων 80: το χτίσιμο των Cobas και οι αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις, σαν στοιχείο εκ νέοι ριζώματος στον κόσμο της εργασίας και στην επικράτεια.

Ιστορία ανοιχτή, εκείνη της αυτονομίας.
Ιστορία που έχει ανασταλεί, ίσως – για ό, τι δεν κατάφεραν να κάνουν και για εκείνο που δεν είναι ακόμη σε θέση να πουν, που δεν έχουν καταφέρει να μας πουν.

τι να κάνουμε τις ζωές μας δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Δεν νομίζουμε ότι για να λυθεί το πρόβλημα είναι αρκετό να προετοιμάσουμε ένα κοινό πρόγραμμα – που ήδη η προσπάθεια να το συντάξουμε θα σήμαινε να έχουμε θέσει σε σύγκριση ανάλυση και προοπτικές – αν δεν καταστήσουμε σαφή την αδιαλλαξία μας με αυτό το παρόν, χωρίς να κρύβουμε από τους εαυτούς μας τις δυσκολίες και χωρίς δισταγμό στο να πούμε πώς σκεφτόμαστε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σήμα κατατεθέν που εδώ και πολλά χρόνια, μας έκανε να αναγνωρίσουμε τον έναν στον άλλον πριν ακόμη συναντηθούμε. Η αδιαλλαξία με την παρούσα κατάσταση, με το παρόν, μας έφερε μαζί, μας έκανε να συναντηθούμε, η θέληση να το αλλάξουμε μας έκανε να αναγνωριστούμε σύντροφοι στη ζωή και στον αγώνα. Χωρίς αυτό τον ανθρώπινο και πολιτικό δεσμό, δίχως αυτή την συνενοχή να ζούμε μαζί μιαν ακραία περιπέτεια μέχρι του σημείου να βάλουμε τη ζωή μας στα χέρια του άλλου, θα είχαμε υπάρξει κάτι άλλο (σελ. 194)

Che fare delle nostre vite, non ci sembra affatto scontato, Τι να κάνουμε με τις ζωές μας, δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Μια δήλωση που ακούγεται καθόλου υπαρξιακή και ατομικιστική, ένα ερώτημα με νόημα που αναπηδά από γενιά σε γενιά, αναποδογυρίζεται στο παρόν, αμφισβητεί και ανακρίνει το μέλλον. Μια πολύ «αυτόνομη» τάση να αναζητάς νέους δρόμους της επαναστατικής προοπτικής.

Share

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένα βιβλίο: Pasquale Abatangelo -Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, του Salvatore Ricciardi

Ciao Pasquale,

ευχαριστώ για το βιβλίο σου: Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Σε ευχαριστώ για το γεγονός ότι μας έφερες ξανά, με την προσεκτική και πιστή διήγηση σου, στα χρόνια με τις ισχυρότερες αγάπες μας, τα χρόνια του μεγάλου πάθους, εκείνα τα πάθη και εκείνο το ζήλο που μας επέτρεψαν να επιφέρουμε μια πρόκληση στην καπιταλιστική τάξη σε μια κοινωνία με ένα σύστημα οικονομικό και στρατιωτικό που την τοποθετούν στην έβδομη θέση μεταξύ των δυνάμεων . Eκείνη τη δυνατή φλόγα και την ζέση που αντιτίθεται για τα καλά στην σημερινή εποχή που είναι γεμάτη αδύναμο και θλιβερό ζήλο, μηδέν πάθος, εποχή δίχως φλόγα που θα ήθελε να αποτελέσει παγίδα για τις νέες γενιές, καθιστώντας τες υπάκουες. Ατονία, νωθρότητα, αποχαύνωση που δεν διασπάστηκε ούτε για λίγο από τα υπερβολικά αναμνηστικού τύπου τελετουργικά των 40 χρόνων από το κίνημα του ’77.

Διαβάζοντας σε ένιωσα στο πλευρό μου, μαζί με πολλούς άλλους, να πηγαινοερχόμαστε ξανά εκείνα τα σκονισμένα βήματα στο πλακόστρωτο από τραχύ τσιμέντο, τραχύ σαν την ατμόσφαιρα που αναπνέαμε στις «ειδικές». Ξανά στα κελιά, να ξυπνάμε την αυγή απ’ τα ψαξίματα και τους ελέγχους (perquise) ή από τις ξαφνικές αναχωρήσεις (sballi), στις συγκρούσεις με τους φρουρούς, στα σχέδια απόδρασης, στους συνεχείς ιδεασμούς γι απόπειρες απόδρασης συχνά αποτυχημένες ή που κατέρρευσαν την τελευταία στιγμή ή, μερικές φορές, στις πετυχημένες απόπειρες, να κρύψουμε στις πιο απροσδόκητες θέσεις όλα εκείνα που θα προσπαθούσαμε να ανακτήσουμε αργότερα και που μας έρχονταν απ’ έξω, επινοώντας ευφάνταστους τρόπους. Στις επιστολές που γράφαμε κουρνιασμένοι στην κούνια και  σε εκείνες τις αναμονές περπατώντας πέρα δώθε την ώρα του προαυλισμού, όταν στη φωνή του φρουρού «ταχυδρομείο» ορμούσαμε προς την πόρτα όπου μας μοίραζαν τα γράμματα ήδη σε μεγάλο βαθμό λογοκριμένα. Στα βιβλία, στις ομάδες μελέτης, στις σημειώσεις που γράφαμε με χαρακτήρες πολύ μικρούς  σε ξεχαρβαλωμένα τετράδια από τις συνεχείς μετακινήσεις και έρευνες, ή και στα μηνύματα τα γραμμένα στα χαρτάκια των τσιγάρων για να τα κάνουμε αόρατα στους φρουρούς. Στην ακατανίκητη επιθυμία να μάθουμε, με την πεποίθηση ότι θα έπρεπε να υπάρχει ένας τρόπος κι ένας δρόμος που να αντιστοιχεί στην επιθυμία μας να πραγματοποιήσουμε μια κοινωνία διαφορετική από εκείνη που μας είχε αναγκάσει να την μισούμε τόσο πολύ ώστε να θέλουμε να την ανατρέψουμε.

Εκείνα τα ισχυρά πάθη, στην κορυφή η αλληλεγγύη, είναι το κόκκινο νήμα της αφήγησης σου, επειδή ήταν η ταυτότητά μας εκείνα τα χρόνια, μέσα και έξω. Τέτοια η ισχύς τους που κατάφεραν να μολύνουν οποιονδήποτε ήρθε εντός εμβέλειας, με την προϋπόθεση από την ίδια πλευρά του ταξικού οδοφράγματος.

Όλες και όλοι εμείς προερχόμασταν από διαφορετικά περιβάλλοντα και η αφήγηση σου εμφανίζει με τον καλύτερο τρόπο εκείνα τα κοινά χαρακτηριστικά που έφεραν τόσο κοντά διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα ώστε να μοιάζουν με μια αδελφοσύνη. Αλλά δεν είναι, όπως λένε σε ορισμένα μέρη, μια συνάντηση μεταξύ «απογόνων του ’68» μικροαστών διανοούμενων και «ληστών» κακοποιών του δρόμου, που ξεπήδησε για να ικανοποιήσει την περιέργεια, σχεδόν νοσηρή, ανάμεσα σε αντιτιθέμενα άκρα. Φυσικά και όχι! Εάν ένα χαρακτηριστικό έχει εξέχουσα θέση στα κινήματα της δεκαετίας του εβδομήντα ήταν ότι δεν χρειάστηκαν ποτέ, μέσα στην ανάπτυξη της σύγκρουσης τους μικροαστούς διανοούμενους, δεν είχαν την ανάγκη τους ούτε για μια στιγμή. Σίγουρα, υπήρξαν και προσπάθησαν να κατευθύνουν εκείνα τα θυελλώδη κινήματα, αλλά, δίχως να τα καταφέρουν, λίγο αργότερα εγκατέλειψαν, ή είχαν ένα τελείως περιθωριακό ρόλο. Εκείνοι που συνέχισαν, με αυτή την αδρότητα που χαρακτηρίζει την τάξη απ’ όπου προέρχονται, ήταν οι εργάτες, η νεολαία των προλεταριακών συνοικιών, οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, και επίσης φοιτητές που προέρχονταν από προλεταριακές πραγματικότητες, κάνοντας και λάθη, αλλά σίγουρα όχι για να ακολουθήσουν τις οδηγίες του ιδεολόγου της βάρδιας. Ως εκ τούτου η συνάντηση με το παράνομο προλεταριάτο δεν υπήρξε η δελεαστική ανακάλυψη των βαρεμένων παιδιών-του-μπαμπά σε αναζήτηση περιπετειωδών συγκινήσεων και ανατριχίλας, αλλά η αναπαραγωγή αυτού που συνέβαινε στις γειτονιές, στα προάστια. Έχω ήδη μιλήσει για το πως στους Σιδηροδρόμους, στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα, ήταν ευρέως διαδεδομένες παράνομες πρακτικές για τη στήριξη των εργαζομένων συναδέλφων που είχαν υποστεί ατύχημα, το ίδιο και στα εργοτάξια των κατασκευών, μα ήταν πρακτική διαδεδομένη και σε άλλους εργατικούς τομείς απασχόλησης. Περίεργα που σπάνια συμβαίνουν σε κοινωνίες κατακερματισμένες στις οποίες κάθε κοινωνική ομάδα, σήμερα όλο και περισσότερο, κλείνεται στον μικρόκοσμο του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Περίεργα που όταν εμφανίζονται, μας λένε ότι βρισκόμαστε στην παρουσία πιθανότητας μεγάλων αλλαγών που θα αφήσουν εποχή. Και εμείς, αυτό το ασυνήθιστο μείγμα της διαφορετικότητας, δεν αφήσαμε να μας επηρεάσει ο «μύθος» της νομιμότητας, όπως κινδυνεύουν οι άνθρωποι να επηρεάζονται σήμερα.

Δεν είχαμε βεβαιότητες, εκτός από εκείνη του να θέλουμε να φέρουμε την επανάσταση, να φέρουμε τα πάνω κάτω στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν είχαμε προεπιλεγμένες διαδρομές, ούτε προγραμματισμένα στάδια, φάσεις. Ούτε άκαμπτες και προκατασκευασμένες θεωρίες που να μας καθοδηγούν μηχανικά στη δράση, μάλλον το αντίθετο, ήταν η δράση που υπαγόρευε τις θεωρητικές επιλογές. Τουλάχιστον όσο κράτησε η επίθεση! Το σκοτάδι ήρθε όταν άλλαξε πρόσημο, όταν η επίθεση εξόκειλε, όταν η προέλαση προσάραξε. Εκείνη την εποχή υπήρξε μια εξάπλωση των θεωριών που χτίστηκαν επάνω σε πραγματικότητες που φανταστήκαμε, εκεί ήταν η αρχή της ήττας. Εμείς, όπως και όλα τα κινήματα εκείνων των χρόνων, κινήματα που πίστευαν ακράδαντα πως δάγκωναν απτά την πραγματικότητα, θελήσαμε να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι σκληρό χωρίς να έχουμε βεβαιότητες των αποτελεσμάτων του, ούτε συγκεκριμένα σημεία άφιξης. Θέλαμε να αλλάξουμε το υπάρχον που τρέφονταν με εκμετάλλευση και καταπίεση, που παρήγαγε πολέμους και καταστροφές, που ταμπουρώνονταν περιτριγυριζόμενο από τείχη, φυλακές, ψυχιατρεία και αποξένωση, αλλοτρίωση.

Όλα αυτά για εμάς ήταν ο κομουνισμός, ένας κομουνισμός σε κίνηση, ένας κομουνισμός σαν κίνημα που μεταμορφώνει το παρόν. Η διαδρομή εκείνου του κινήματος στόχευε στην ριζική αλλαγή του παρόντος, στην κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και του Κράτους του όπως επίσης και του νομικού οπλοστασίου του. Σκεφτείτε πόσο θα μπορούσαν να μας ενδιαφέρουν οι φράχτες που ήταν χτισμένοι πάνω στο μύθο της νομιμότητας; Ο στόχος μας ήταν το χτίσιμο μιας άλλης κοινωνίας που έπρεπε να εφεύρουμε, να την επινοήσουμε απ’ την αρχή, βασισμένη όμως στην άμεση δημοκρατία του προλεταριάτου. Αυτή την διαδρομή ονομάζαμε κομουνισμό.

Έκανες μια εξαιρετική δουλειά, Pasquale, επιστρέφοντας μας με ειλικρίνεια την αλληλεγγύη η οποία έφτανε μέχρι τη συνενοχή, που μας χαρακτήριζε, φαίνονταν, πολλές φορές, σε εκείνο το είδος αγώνα που γίνονταν για την ανάληψη της ευθύνης, μπροστά στον επικεφαλής της φρουράς που παρατάσσονταν για τον ξυλοδαρμό μας ή τιμωρία σοβαρή, απέναντι σε ένα γεγονότος που είχε παραβιάσει την αυστηρή τάξη του εγκλεισμού.  Μια αλληλεγγύη που συνοδεύονταν από μια ακραία εμπιστοσύνη, του ενός προς τον άλλο και όλων προς όλους. Εμπιστοσύνη τόσο σημαντική που, στο αντίθετο της εξέφρασε, κατά τη λήξη του επιθετικού κύκλου, έναν καταστροφικό θυμό προς όλους εκείνους που πρόδιδαν την εμπιστοσύνη αυτή. Και συνέβη, δυστυχώς συνέβη στιγμές θυμού καταστροφικού εξερράγησαν μέσα μας. Αυτό έγινε ανοίγοντας τεράστια ερωτήματα. Συνέβη με αποτελέσματα εμπαθούς θρυμματισμού και αγριότητας απέναντι σε αδύναμους συντρόφους μας μπροστά στις πιέσεις του εχθρού. Έγιναν τα πάντα και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήταν δυνατόν να μην είχαν συμβεί όταν ξεκινά μια διαδικασία και τίθενται στόχοι, όπως αυτοί που θέσαμε, να έρθουμε αντιμέτωποι και να συγκρουστούμε με τις πιο ισχυρές δυνάμεις που η ανθρωπότητα έχει δει ποτέ, για να τους νικήσουμε, να τους καταρρίψουμε και να μετατρέψουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ειδική φυλακή του Trani, η εξέγερση, οι Gis των καραμπινιέρων με τα ελικόπτερα και οι ριπές με τ’ αυτόματα, ο ολοκληρωτικός ξυλοδαρμός, στη συνέχεια η επανέναρξη του αγώνα αν και μαύροι απ’ το ξύλο, η αναχώρηση για Nuoro, η τιμωρητική Badu ‘e Carros,και η συνέχεια… Όμορφες στιγμές! Έτσι κι αλλιώς οι μπουνιές ξεχνιούνται, κάποιες μελανιές, ουλές εδώ κι εκεί που ούτε φαίνονται, αλλά οι όμορφες σχέσεις δεν ξεχνιούνται, τις θυμάσαι, και πως! Και είναι το αλάτι της ζωής.

Ένα τελευταίο πράγμα που θα ήθελα να προσθέσω, και αφορά από πλησιέστερα την ενδιαφέρουσα εμπειρία σου: από περιθωριοποιημένο παράνομο σε κομμουνιστή μαχητή. Θα είναι δυνατό κάτι τέτοιο σήμερα; Πρέπει να Είναι! Φυσικά, σήμερα οι ληστές, οι παράνομοι δεν είναι εκείνοι οι αντάρτες των νεανικών σου χρόνων, το ξέρουμε, αλλά σήμερα, οι εργατικές δυσκολίες και κυρίως μισθολογικές, αναγκάζουν πολλούς εργαζόμενους, σε διάφορους τομείς, να πρέπει να στρογγυλέψουν το κοκαλιάρικο εισόδημα τους με μια δεύτερη δουλειά, εκείνη που καταφέρνουν να βρουν. Τι βρίσκουμε σήμερα; Μπορεί να συμβεί, και συμβαίνει πολύ συχνά, οι εργάτες και οι προλετάριοι πρέπει να «στρογγυλεύουν» τους πενιχρούς μισθούς με παράνομες δραστηριότητες, γιατί αυτές βρίσκονται, κάποιες άλλες όχι. Είναι προϋπόθεση της ύπαρξής τους, ετούτων και αυτών που εξαρτώνται από αυτούς, και δεν μπορούν να περιμένουν. Από εδώ επαναλαμβάνω αυτό που έχω προτείνει εδώ και αρκετό καιρό, μέχρι τώρα δεν μ’ έχουν ακούσει: να απαλλαγούμε από τη συνήθεια της νομιμότητας, να την πετάξουμε μακριά και να αντιμετωπίσουμε μαζί με αυτούς τους προλετάριους το πρόβλημα του πώς να οργανώσουμε όλους και όλες όσους εργάζονται σε κάθε τομέα – ακόμη και η παρανομία είναι ένας παραγωγικός τομέας – και οι οποίοι θα έχουν να κερδίσουν ανατρέποντας αυτή την κοινωνία, επαναστατώντας εναντίον της.

Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο ειδικά για τα κορίτσια και τα αγόρια, στα οποία συστήνω την ανάγνωση. Ένα βιβλίο το οποίο, επαναλαμβάνω, με ενθουσίασε. Λιγότερο ενθουσιασμό ένιωσα όταν είδα να επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την ιστορία σου / μας για να στηρίξουν τις τρέχουσες πολιτικές θέσεις. Κάθε πολιτική άποψη μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα και να επαληθευτεί στην πραγματική ζωή, αλλά αυτό γίνεται, βάζοντας το πρόσωπο μπροστά και όλα τα άλλα, διακινδυνεύοντας. Αυτή είναι η επαλήθευση. Αυτό είναι το δίδαγμα της δεκαετίας του Εβδομήντα!

Γεια σου Pasquale, a presto, σύντομα μαζί

Salvatore Ricciardi
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Από κοινωνικός αντάρτης κομμουνιστής αγωνιστής, χωρίς να χάσει την τρυφερότητα – Da ribelle sociale a militante comunista, senza perdere la tenerezza

του Fiorenzo Angoscini

annaPasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Εκδόσεις Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Παραφράζοντας τον Bertolt Brecht, και ίσως να βιάσουμε λιγάκι κάποια ερμηνεία του, στέκεται σαφές ότι «ο κομμουνισμός είναι ένα απλό πράγμα, δύσκολο να το κάνεις ’,1 θεώρηση κατάλληλη στην διήγηση της ιστορίας-εμπειρίας ζωής του Pasquale Abatangelo που καταλήγει, επίσης, να συμπίπτει με την ιστορία της γέννησης, της μικρής διάρκειας και της καθοδικής παραβολής των Ενόπλων Προλεταριακών Πυρήνων.

Είναι η ιστορία ενός «επιστρέφοντος μετανάστη», του οποίου οι παππούδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους για να παν στην Ελλάδα λόγω της φτώχειας που διανέμονταν ελεύθερα από την μοναρχία των Savoy, ενώ οι γονείς (που γεννήθηκαν στην Πάτρα) υπήρξαν μεταξύ των πολλών θυμάτων ενός εγκληματικού καθεστώτος, αποικιοκρατικού αλλά κουρελιάρικου συγχρόνως, με ευνουχισμένες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες.
Έτσι, οι ιταλοί της Ελλάδας, gli skylofraghi- οι σκυλόφραγκοι: ‘cani italiani’, »ιταλικά σκυλιά», χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την ελληνική χερσόνησο, μιας και “ Είκοσι χρόνια επιθετικής πολιτικής του φασισμού, η κατάληψη της χώρας και η συμμαχία με τους Ναζί, δεν άφηνε περιθώρια για πολλές διακρίσεις … Η ενοχή της πατρίδας καταγωγής στιγμάτιζε κάθε άνδρα και γυναίκα ιταλικής προέλευσης. Λόγω του φασισμού, αυτοί οι άνθρωποι έχασαν την αξιοπρέπεια του πολίτη, και σύντομα τα σπίτια και κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν”.

Είναι εντυπωσιακό να εξακριβώνουμε, ακόμα περισσότερο στην επιλήσμονα Ιταλία του σήμερα που επικαλύπτει με επιθετικά επίθετα τους μετανάστες, πως η περιφρόνηση, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εις βάρος των ιταλών μεταναστών ήταν κοινές και σε άλλες δυτικές χώρες: στην Ελλάδα ήταν »ιταλικά σκυλιά», στο Βέλγιο, όταν οι συμπατριώτες μας πήγαιναν να »γεμίσουν αέρια» στα ορυχεία της Βαλλονίας, στις βιτρίνες των μπαρ, καταστημάτων και δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, ξεχώριζαν πλακάτ που έγραφαν: ‘απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και ιταλούς’ . Πάντα στο τεχνητό βελγικό κράτος, αλλά και σε αυτή την πολύ πολιτισμένη Ελβετία, χρησιμοποιούσαν την απόστροφο με ένα προσβλητικό «ιταλοί, cìngali» (τσιγγάνοι). Προσθέτοντας, σε αυτή την περίπτωση, την φυλετική διάκριση σε αυτή την εθνική.

 

Η οικογένεια Abatangelo, με καταγωγή από την Puglia, με αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Italia.
Αποβιβάστηκαν στο Bari, μετακόμισαν στην Bologna “σε ένα εμπορικό τρένο επάνω που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά ζώων…βρήκαν καταφύγιο σαν τα ζώα μέσα στους στάβλους για άλογα ενός στρατιωτικού στρατοπέδου…ύστερα από έξι μήνες παραμονής στην Bologna σε εκείνες τις συνθήκες, έλαβε χώρα μια νέα μετακίνηση…προορισμός ήταν η Firenze, σε ένα παλιό στρατόπεδο που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον και είχε μετατραπεί σε κέντρο προσφύγων”.
Η οικογένεια Abatangelo, που στην αρχή αποτελούνταν από οκτώ άτομα, στην οποίαν προστέθηκαν οι Nicola και Pasquale (που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1947 και το 1950, στην Φλωρεντία ), υποχρεώθηκε να ζει για τουλάχιστον (1946-1956) μέσα σε μια κάμαρα “σε συγκατοίκηση με άλλες έξι οικογένειες, σε ένα σύνολο πενήντα ανθρώπων”.

Επιτέλους οι Abatangelo, το 1956, μετακομίζουν  “στις νέες λαϊκές κατοικίες που είχαν επ ευκαιρίας χτιστεί για τους πρόσφυγες…ήταν διαμερίσματα των σαρανταπέντε τετραγωνικών μέτρων χωρισμένων σε τρία δωμάτια, συν το μπάνιο…σε εμάς που ήμασταν δέκα έδωσαν δυο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο, που συγκοινωνούσαν με μια μικρή ταράτσα”. Αληθινά «το ελάχιστο δυνατό», αν και δεν βρισκόμασταν πλέον σε κατάσταση στρατιωτικού στρατωνισμού. Η εξαθλίωση, ανάγκασε το καλοκαίρι του 1957 την ιταλο-ελληνική οικογένεια να στείλει τον Pasquale σε ίδρυμα, στην Casa Pia del Lavoro της οδού Montedomini, όπου βρισκόταν ήδη ο Nicola.

Το οίκημα ήταν πολύ μεγάλο και φιλοξενούσε, αν μπορώ να το πω έτσι, παιδάκια, εφήβους, νεαρούς ενήλικες, ηλικιωμένους και γέρους σε αρκετά κακή κατάσταση, συχνά άρρωστους και κοντά στο θάνατο. Μέσα σε αυτό το θλιβερό περιβάλλον συγκατοικούσαν παιδιά του κανενός που προέρχονταν από ορφανοτροφεία, παιδιά ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και συντρίμμια στο τέλος της κούρσας, που είχαν απλά εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Με λίγα λόγια, όλοι οι απόβλητοι”. Προθάλαμος της φυλακής για τους νέους, του νεκροταφείου για τους ηλικιωμένους. Αυτή η δραματική, ανήμπορη αλλά ρεαλιστική μαρτυρία του συγγραφέα που, σε αυτό το «προαύλιο της κολάσεως», εξακολουθεί να παραμένει για να τελειώσει το γυμνάσιο, σχεδόν στα δεκαέξι του.

Και πριν ακόμη κλείσει τα δεκαέξι, ο Pasquale, υφίσταται την πρώτη σύλληψη (μαζί με τον Nicola και έναν ξάδελφο) με κράτηση σε φυλακές ανηλίκων. Η σύλληψη, την οποία θεωρεί άδικη, αβάσιμη, συνέπεια πρακτικών χειραγωγημένων, τον πείθει όλο και περισσότερο ότι δεν θέλει να εισέλθει »στον κύκλο της κόπωσης και της κοινωνικής πειθαρχίας ‘’.
Εν μέσω όλων αυτών των απότομων και ξαφνικών αναταραχών-ανατροπών συναντά την Άννα, την αγάπη του. Και μιλά για την εξέλιξη της σύνθετης και πολύπλοκης ζωής τους (βιαστικές εξαφανίσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, παρανομία, πολιτική στράτευση, ειδικές φυλακές με ταραχές και εξεγέρσεις, ξυλοδαρμούς, απομόνωση, απαγόρευση συνομιλιών και συναντήσεων στις φυλακές μετά από ημέρες ταξιδιού και διασχισμένα χιλιόμετρα, ή μόνο μέσω ενδοεπικοινωνίας,διαχωρισμένοι, αυτή και πολύ συχνά και τα παιδιά, από ένα γυάλινο τοίχο), αλλά σταθερή σχέση, η οποία διέσχισε σχεδόν μισό αιώνα. Περιγράφει τα συναισθήματα, τα αισθήματα, την οργή και τον πόνο τους.

Έξω από τον φράκτη του καθωσπρεπισμού κάνει τις πρώτες κλοπές και ληστείες προς όφελος »και προσωπική του χρήση». Συλλαμβάνεται, συναντά στην φυλακή έναν αγωνιστή της επαναστατικής αριστεράς, τον Luca Mantini, φιορεντίνο στρατευμένο στη Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας, που τον ‘βοηθά’ να πάει ακόμη παραπέρα, να παντρέψει την ανταρσία και την εξέγερση με τον αγώνα και να μοιραστούν τα αυθεντικά ιδανικά της αλληλεγγύης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Μαζί με τον Mantini ο οποίος, εγκαταλείπει την LC και συστήνει την Επιτροπή, Comitato George Jackson, οργανώνοντας πρωτοβουλίες υποστήριξης στους φυλακισμένους,  αρχίζει να εντοπίζει σαν ‘συνένοχη’ εκείνη την πλούσια πλευρά περιθωριακού προλεταριάτου που εποικεί τις φυλακές και που προώθησε  καλλιέργησε και ανέπτυξε το κίνημα αγώνων στις φυλακές στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, αρχές εβδομήντα, στο οποίο έχουν τις ρίζες του και ξεκινούν τη δράση οι Nuclei Armati Proletari, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ακριβώς εκείνη την περίοδο κατά την οποίαν και διάφορες φιγούρες από τους παράνομους, dagli extra-legali, αρχίζουν να γνωρίζουν προσωπικά την σκληρότητα της φυλακής, συνέπεια του κύκλου αγώνων του ’68-’69. Φοιτητές, εργάτες, διδάσκαλοι περνούν τις πύλες και τα κάγκελα των διαφόρων σωφρονιστικών κέντρων ως αποτέλεσμα συγκρούσεων με την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους, καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δράσεις μαχητικού αντιφασισμού και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

anna1Πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζουν ενότητες συγκεκριμένες που ασχολούνται με το ζήτημα του εγκλεισμού. Η πιο δραστήρια και γνωστή είναι δίχως άλλο εκείνη της LC, που αφιερώνει στον περιοδικό τύπο της μια σταθερή αρθρογραφία: ‘I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι’ . Τον ιούνιο 1972 δημοσιεύει ένα βιβλίο, Να ελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, που “συλλέγει ντοκουμέντα, γράμματα, ειδήσεις και χρονικά γραμμένα από κρατουμένους που διατήρησαν μια συνεχή πολιτική σύνδεση και δεσμό με τους εξωτερικούς πυρήνες παρέμβασης στις φυλακές της Lotta Continua”. Έναν χρόνο αργότερα διαδίδει το Αναλάβαμε την ελευθερία να αγωνιζόμαστε. Το μαζικό κίνημα των φυλακισμένων από τον ιανουάριο στον σεπτέμβριο ’73 – Ci siamo presi la libertà di lottare. Il movimento di massa dei detenuti da gennaio a settembre ‘73.2

Πάντα σε εκείνες τις αρχές των χρόνων εβδομήντα, αναφορικά μονάχα σε ιταλούς συγγραφείς, δημοσιεύτηκαν ειδικές εργασίες και στοχευμένες, που πραγματοποιήθηκαν από έναν δημοσιογράφο συγγραφέα ανεξάρτητο, από έναν κοινωνιολόγο πρώην φυλακισμένο, και πρώην φασίστα 3 ‘που μεταστράφηκε’ στην φυλακή προς την αριστερή στράτευση και από μιαν πολιτική δραστήρια αγωνίστρια. L’ “Inchiesta sulle carceri”, η »Έρευνα επάνω στις φυλακές» του Emilio Sanna, γραπτή μεταφορά μιας τηλεοπτικής μετάδοσης, Μέσα στην φυλακή, Dentro il carcere, επάνω στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα, που μεταδόθηκε σε τρία επεισόδια από το δεύτερο κανάλι Rai4 . Ο Giulio Salierno, μαζί με τον Aldo Ricci, πραγματοποιεί στη συνέχεια μια έρευνα επάνω στις ιταλικές φυλακές, που αναγνωρίστηκε σαν σημείο αναφοράς – σαν ορόσημο στην κοινωνιολογία της ποινής στην Italia5 . Tέλος ο Salierno πραγματοποιεί μια έρευνα επάνω στο υποπρολεταριάτο “για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική στο πρόβλημα της συμμαχίας μεταξύ εργατικής τάξης και ‘Lumpenproletariat’” και σπεύδει να προσδιορίσει: “Αυτή η εργασία δεν είναι και δεν θέλει να έχει καμιά συνολική απαίτηση, ούτε αντιπροσωπεύει μια τελική ανάλυση για το πρόβλημα του υποπρολεταριάτου-του οποίου αυτός ο ίδιος ο ορισμός πρέπει να αξιολογηθεί και να επαληθευτεί-αλλά απλούστατα αποτελεί μια εισαγωγή, ένα ερέθισμα, μια συμβολή στην συζήτηση και την μελέτη του ιδίου”.6

Κλείνουμε αυτό το εκδοτικό παράθυρο με την έρευνα της Irene Invernizzi,  Η φυλακή ως σχολή επανάστασης, αφιερωμένη με σημασία  ‘Στους μάρτυρες της Άττικα-Ai martiri di Attica’,7 που διευκρινίζει: “Εάν η οργάνωση και η εκπόνηση αυτού του βιβλίου είναι δικές μου, η επεξεργασία του είναι φρούτο της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας αγωνιστών της Lotta Continua οι οποίοι, ξεκινώντας από την άνοιξη 1971, έθεσαν στους εαυτούς τους το πρόβλημα της φυλακής σαν αντικείμενο πολιτικής παρέμβασης, και φυσικά πολλών κρατουμένων με τους οποίους είχαμε επαφή”. 8

anna 2Ο Abatangelo, έχοντας εισέλθει στην φυλακή ‘κακοποιός’, βγαίνει από αυτήν με μια πολιτική συνείδηση  χάρη στο  κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα και γύρω από αυτήν. Κι έτσι το καλοκαίρι του 1974 αποφασίζει, μαζί με κάποιους συντρόφους φιορεντίνους της κολεκτίβας ‘George Jackson’ να πάρει μέρος στους NAP. Μια οργάνωση ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση αλλά ήδη παρούσα στη Napoli και στη Roma. Στις 2 oκτώβρη με δεδομένη την πρώτη δημόσια δράση των νεο συσταθέντων ‘Πυρήνων’: ένα αυτοκίνητο, εξοπλισμένο με μεγάφωνο, διαδίδει ένα ακουστικό μήνυμα μπροστά, αντίστοιχα, στις φυλακές της Napoli, Milano και Roma-Rebibbia. Στο τέλος του μαγνητοφωνημένου μηνύματος τα αυτοκίνητα καταστέφονται με έκρηξη. Λίγες ημέρες αργότερα γίνεται προσπάθεια επανάληψης της πράξης μπροστά στις φυλακές Murate της Firenze. Λόγω τεχνικής βλάβης δεν υπάρχει καλό τέλος.

Mα είναι στη διάρκεια της 29 oκτωβρίου που καταγράφεται το αληθινό ‘βάπτισμα του πυρός’. Για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να αγοραστεί ένα μεγάλο φορτίο όπλων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» σε μια τράπεζα. Διάφοροι λόγοι και απρόβλεπτες καταστάσεις υποχρεώνουν τους nappisti να κατευθύνουν τη δράση της σε ένα πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που είχαν εντοπίσει και μελετήσει. Η επιλογή πέφτει επί της τραπέζης Cassa di Risparmio της Φλωρεντίας, στο κατάστημα της Piazza Leon Battista Alberti, που γνώριζε ακριβώς ο Pasquale Abatangelo διότι την είχε ληστέψει έναν χρόνο πριν.

Στο βιβλίο του ο, Abatangelo, στέκεται στον τραγικό επίλογο της προσπάθειας απαλλοτρίωσης: “Η ληστεία της Piazza Alberti και ο θάνατος των Luca Mantini και Sergio Romeo προκάλεσαν μια τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη και στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του ιταλικού ανταρτοπόλεμου μετά τον Giangiacomo Feltrinelli, και η δυναμική των γεγονότων δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μια παγίδας, μιας ενέδρας των καραμπινιέρων απέναντι μας. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η αλήθεια είναι πως πολλά εξαρτήθηκαν από την τύχη και το πείσμα μας…Mα χρειάζεται  να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε τα λάθη και να κοιτάξουμε κατάματα τα πράγματα. Έχουμε λαθέψει στη βιασύνη τόσο στην τελευταία συνάντηση, όσο και στον τομέα της ενέργειας, της δράσης. Η παρτίδα των όπλων ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά όχι τόσο ώστε να επιτρέψει μια ληστεία χωρίς μια σοβαρή και ενδελεχή έρευνα … Και δεν πέσαμε επάνω σε ενέδρα ”.

Το Rosso, εφημερίδα μέσα στο κίνημα, στην ειδική έκδοση ‘Ενάντια στην καταστολή,Contro la repressione’, του μαρτίου-απριλίου 75, είχε αφιερώσει μια ανακατασκευή (σελ. 68-73) πλούσια σε φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα και υποθέσεις ‘ευφάνταστες’ πιέζοντας πολύ και τον τίτλο: “Η ενέδρα της Firenze”. Τώρα, ο Pasquale Abatangelo, καθαρίζει το πεδίο από παρεξηγήσεις και φαντασία, την αποκαθιστώντας μια για πάντα τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των συμβάντων.

anna 3Οι NAP υπήρξαν μια οργάνωση ένοπλη αυθεντική και ιδιαίτερη, ένα ενδιαφέρον μείγμα πολιτικών αγωνιστών και πρώην ‘κακοποιών’-προλετάριων κρατουμένων-περιθωριακών, με δυο (κυρίως) υλικοτεχνικά-επιχειρησιακά κέντρα: εκείνο της Firenze, στα κέντρο βόρεια, και εκείνο της Napoli, στο  νότο. Η διάρκεια της δραστηριότητας τους, σχετικά σύντομη, ξεκινά τον οκτώβρη ’74 και τελειώνει, κατά προσέγγιση, τον ιούλιο του ’77 ,με τον θάνατο του Antonino Lo Muscio στη Roma, πρώην φυλακισμένου προλετάριου και τέκνου μιας κομουνιστικής οικογένειας του Pci. Η πολιτική-στρατιωτική δράση της οργάνωσης είναι γεμάτη, όπως ξεκαθαρίζει και μαρτυρεί ο Abatangelo, από απροσεξία, αυτοσχεδιασμό, αποδιοργάνωση και βολονταρισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές δράσεις αποτυχημένες, ή που κατέληξαν με τρόπο τραγικό, από την άποψη του υψηλού αριθμού των ανθρωπίνων ζωών που θυσιάστηκαν: Luca και Annamaria Mantini, Sergio Romeo, Giovanni Taras, Martino Zicchitella,9 Vito Principe, Tonino Lo Muscio, Alberto Buonoconto .

Ο Pasquale Abatangelo έζησε, παρά την θέληση του, όλους τους διάφορους βαθμούς εγκλεισμού: από το ίδρυμα στην σούπερ φυλακή με συμπλήρωμα το άρθρο 90 και «τις ακτίνες του θανάτου». Στη φυλακή, όπου παρέμεινε κλεισμένος συνεχώς για περισσότερα από 20 χρόνια, έγινε κομμουνιστής, υπέφερε τον πόνο του πολιτικού διαχωρισμού από τους συντρόφους του.

Θα είναι μεταξύ των τριών αγωνιστών των ΕΠΠ, οι οποίοι θεωρώντας πως έχει εξαντληθεί η εμπειρία nappista, αρχικά θα ενταχθούν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: εκτός από τον ίδιο, ο Domenico Delli Veneri και ο Giorgio Panizzari. Στη συνέχεια, και άλλοι μαχητές, θα εφαρμόσουν την ίδια επιλογή. Στη φυλακή σπούδασε. Κείμενα ιδεολογικά και πολιτική θεωρία, αλλά και λογοτεχνία και ποίηση. Απέκτησε σημαντική κριτική ικανότητα και την πιο δύσκολη πρακτική της αυτοκριτικής. Όταν οι BR »διασπώνται’, όπως σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές (με λίγες εξαιρέσεις: Gallinari, Piccioni, Seghetti και κάποιο άλλοι του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος) προσχώρησε στο Partito Guerriglia, αλλά είναι σε θέση να καταλάβει, μετά από κάποιες δράσεις και πρωτοβουλίες »υπερβολικές»που διαπράττονται από τους συντρόφους της »συνιστώσας», πως   “το κόμμα του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου” δεν κάνει γι αυτόν : “… η περίπτωση του Giorgio Soldati, που σκοτώθηκε στο Cuneo τον δεκέμβρη του 1981, και εκείνη του Ennio Di Rocco, που στραγγαλίστηκε στο Trani τον ιούλιο του 1982, ήταν πράγματα δικά μας, και φαινόταν πως έγιναν επίτηδες για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και απώθηση ανάμεσα στους ίδιους τους υποστηρικτές της επαναστατικής πειθαρχίας… 10 Όσον αφορά τους αδύναμους, οι τιμωρίες ήταν ένα καθήκον, είχα καταδικάσει πολλές φορές, αλλά ήθελα να συνεχίσω να κρίνω με ισορροπία, επίσης και με ανθρωπιά…Και στη συνέχεια ένα απίστευτο συμβάν, στις 21 οκτωβρίου στο Torino λαμβάνει χώρα μια ληστεία σε τράπεζα, στην διάρκεια της οποίας ο εκτελεστικός πυρήνας του Partito Guerriglia σκοτώνει εν ψυχρώ δυο αστυνομικούς της Mondialpol που είχαν καθήκον φρουράς στο κατάστημα, με μόνο σκοπό να τονίσουν μια δήλωση που αβάσιμα κατηγορούσε για προδοσία τη Natalia Ligas…οι νέες μέθοδοι της «υπερβατικής κοινωνικής επικοινωνίας» … Τι σχέση είχαν όλα αυτά με το όνειδος του Τορίνο;11

O Abatangelo, όταν χρειάστηκε, ήξερε να είναι σκληρός, μα δεν έχασε ποτέ την τρυφερότητα. ‘Προλετάριος απλός’, στην φυλακή συνάντησε τους κομουνιστές και αγκάλιασε τον κομουνισμό, έμαθε την ‘άλφα βήτα’ θεωρητικά και ιδεολογικά, αλλά ποτέ δεν υπέφερε τους “κόκκινους παπάδες και τους ματαιόδοξους καθηγητάκους”. Με μια έντονη φωτογραφία της στιγμής, ακίνητη, και χωρίς λεζάντα, δίχως ανάγκη διδασκαλίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τις «μύγες αμαξάδες» ή, αν προτιμάτε, τους « γρύλους που μιλούν» μιας ορισμένης διανόησης αλαζονικής: τους θεωρητικούς σοφιστικέ.  “Αλλά τα «πλήθη» και η “αυτοκρατορία”ήταν πολύ εύθραυστες λέξεις και υδατικές για να αντέξουν το κύριο βάρος της απάντησης της εξουσίας ”. Αντιθέτως, εξέφρασε συμπάθεια και στοργή, ανθρώπινη και πολιτική εκτίμηση απέναντι στον κομουνιστή της Reggio Emilia: τον Prospero Gallinari, και εκτίμησε  “την ανθρωπιά του, την σεμνότητα του, και κυρίως το ανάστημα και το εύρος της ακλόνητης κομουνιστικής του ταυτότητας”.

anna 5Στις τελευταίες σελίδες της μαρτυρίας του θυμάται αυτούς που ήταν πάντα κοντά του, τους ‘συνενόχους’ των πρώτων κλοπών και ληστειών, τα μέλη των ομάδων από ‘εγκληματίες’ που πλέον πολεμούσαν την καθεστηκυία και αλαζονική τάξη. Υπάρχουν ‘οι καταραμένοι της γης’, οι πρώτοι σύντροφοι που συνάντησε, εκείνοι με τους οποίους ξεκίνησαν να σκέφτονται τον τρόπο να καταστρέψουν το τέρας, με τους οποίους δημιούργησαν τους NAP. Υπάρχουν και οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράστηκε της στράτευση στις Brigate Rosse, από τις ‘πρώτες’, μονολιθικές έγκυρες και επίσημες, στα χίλια ρεύματα στα οποία διαιρέθηκαν και διαλύθηκαν. Υπάρχει η ανάμνηση των νεκρών ‘του’. Για άλλη μια φορά δίχως να ξεχωρίζει την πολιτική σχέση από την προσωπική. Κυρίως υπάρχει η προσκόλληση και η αγάπη, εκτός από αυτήν στα παιδιά του, για τις γυναίκες του, την Anna “που ήταν πάντα εκεί και μεγάλωσε τα παιδιά μαςc” και για την μάνα του, “την ελληνίδα πρόσφυγα που μας γέννησε μέσα στο στρατόπεδο της via della Scala”. Και σε αυτόν τον ορισμό δεν υπάρχει γλωσσικός ρατσισμός, καμία διαφοροποίηση, διαχωρισμός, απόσταση ή υπεροχή, αλλά η αναγνώριση των μεγαλύτερων ταπεινώσεων και διακρίσεων που υπέστησαν λόγω της κατάστασης »μεταναστών που επέστρεφαν». Η δική του δύναμη και αξιοπρέπεια.

NAP: απαραίτητη βιβλιογραφία
Για την πολιτική ιστορία των Nap: καταβολές, ανάπτυξη, δράση και δίκες, είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καλά τεκμηριωμένες δυο δημοσιεύσεις, αμφότερες αποδοτέες στο περιοδικό CONTROinformazione. Η πρώτη, και σε χρονολογικούς όρους (έτος 1976) δημοσίευσης, πραγματοποιήθηκε από την συντακτική ομάδα του περιοδικού (η μεγαλύτερη συνεισφορά ήταν ενός από τα στελέχη της, Ermanno Gallo) έχει απλά τον τίτλοsi  NUCLEI ARMATI PROLETARI, Quaderno n. 1 Τετράδιο ν.1 της CONTROinformazione. Στο πρώτο μέρος συγκρίνονται οι διαφορετικές και αποκλίνουσες απόψεις (Μαρξισμός και περιθωριοποίηση) των κυριότερων μαρξιστών-λενινιστών ιδεολόγων, από τον Marx και Engels οι οποίοι στιγματίζουν και απεχθάνονται πολιτικά “Το υποπρολεταριάτο, ένα συνονθύλευμα ενστίκτων δίχως ιστορία”, στον Lenin που αφήνει περιθώρια “Το υποπρολεταριάτο, ένας πιθανός στρατιώτης της προλεταριακής εξέγερσης”, μέχρι τον πραγματιστή-ρεαλιστή Mao Tse Tung “Το υποπρολεταριάτο, μια ταξική συνιστώσα που έχει ανάγκη μιαν αυστηρή στρατηγική διοίκηση”, για να φθάσουμε στους μοντέρνους μελετητές του υποπρολεταριάτου: Frantz Fanon του I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι 12 και George Jackson13 του »μαύρος σκλάβος: μια πυροδοτημένη βόμβα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό φασισμό»,  ‘Schiavo nero: una bomba innescata contro il fascismo imperialista’. Το δεύτερο μέρος διαχωρίζει την ‘Συνέντευξη στους συντρόφους των επΠ’, l’ ‘Intervista ai compagni dei Nap’, της χρονοϊστορία των δραστηριοτήτων, τις επιχειρήσεις, τους θανάτους, τις συλλήψεις, τις βιογραφίες κάποιων μαχητών που ‘έπεσαν’.  Το ‘τετράδιο’ ολοκληρώνεται με την πρόταση της  ‘Comunicato N° 1 Ανακοίνωσης Νο 1 στη δίκη των NAP που ξεκίνησε στη Napoli στις 22 νοεμβρίου 1976’. Η L’Unità, στην έκδοση της στις 30 μαίου 1977 (σελ. 3) τους ‘αφιέρωσε’ μια δηλητηριώδη κριτική με υπογραφή Duccio Trombadori: “L’arsenale ‘teorico’ dei NAP”, »Το ‘θεωρητικό οπλοστάσιο των ΕΠΠ», γράφοντας τα εξής υπερβολικά, μεταξύ άλλων: ‘Πίσω από τις εγκληματικές ενέργειες που χτύπησαν τη χώρα μας’, καθώς και μιαν απίθανη περίληψη, μα καταπληκτικής φαντασίας: “ Μια παραληρηματική οπτική γωνία που αναθέτει ρόλους επαναστατικής πρωτοπορίας σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στοιχεία, «μη εγγυημένους», κρατουμένους – Οι φυλακές ως προνομιακός τόπος του σχηματισμού και της πάλης για να «φέρουν την επίθεση στην καρδιά του κράτους» – Τα σημεία επαφής με τον χώρο της «αυτονομίας’“. Το άλλο δημοσίευμα, που εκδόθηκε σαν συμπλήρωμα του περιοδικού, είναι μια εφημερίδα με μορφή δελτίου με τίτλο “Νότος, προλετάριοι σε εξέγερση. Να μετατρέψουμε την δίκη στους συντρόφους των N.A.P. αφετηρία ενός διαλόγου επί της ένοπλης πάλης”, που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δίκης της Napoli.

Έτσι όπως ο κύκλος αγώνων στο εσωτερικό / ενάντια στην φυλακή στις αρχές του εβδομήντα τόνωσε τη διάρθρωση των ειδικών επιτροπών εντός της «ακραίας» αριστεράς, με αποτέλεσμα την παραγωγή φυλλαδίων, βιβλίων, στηλών εφημερίδων σχετικά με την κατάσταση στις φυλακές, οι μαζικές συλλήψεις συνέπεια της ανάπτυξης και του ριζώματος των μαχόμενων οργανώσεων προς τα μισά των ίδιων χρόνων, και η δημιουργία των ειδικών φυλακών, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη διάδοση πολλών πολυγραφημένων κειμένων, ενημερωτικών δελτίων, περιοδικών, θεμάτων ειδικού περιεχομένου ενάντια στον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό . Nα σας θυμίσουμε κάποια. Ήδη το καλοκαίρι του 1975 στο Milano τυπώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο με ασυνεπή συχνότητα: »Μαχητική Αλληλεγγύη», ‘Solidarietà Militante’. Πληροφορίες της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης των Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη. Τον χειμώνα του 1976 ξεκινούν οι δημοσιεύσεις ‘Carcere Informazione’- ‘Φυλακή Πληροφορία’, σε επιμέλεια του Κέντρου  Τεκμηρίωσης-Centro di Documentazione της Pistoia μέχρι το n. 16; τα nn. 17 και 18 εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά στην Stampa Alternativa- Εναλλακτικός Τύπος έτσι όπως τα n. 19-20 (φεβρ.-μαρτ. ’79) σε συνέκδοση με το »Δίχως Φυλακές»- ‘Senza Galere’-και το ‘Φυλακή Σήμερα’  ‘Carcere Oggi…και για την ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης,  del Soccorso Rosso Milanese, της Κόκκινης Βοήθειας του Μιλάνο. Στο Livorno, η Αναρχική Κολεκτίβα ‘Niente più sbarre’ – »Όχι άλλα κάγκελα» δημοσιεύει το πολυγραφημένο ομώνυμο το οποίο, στο τελευταίο νούμερο που ανακτήθηκε (ιανουάριος 1979) μετατρέπεται σε Bollettino-Δελτίο της Αναρχικής κολεκτίβας του Livorno. Στο Torino, η επιτροπή ‘Ενάντια στα δεσμά»- ‘Controsbarre’ διανέμει το  ‘Δελτίο πληροφόρησης από τις φυλακές’, που στην συνέχεια (νοέμ.-δεκ. 1977) θα δημοσιεύει το ‘ονομάζουμε κομουνιστική…μια κοινωνία Δίχως Φυλακές’, εφημερίδα του κομουνιστικού προλεταριάτου υπό κράτηση. Μονογραφικό νούμερο είναι το ‘Φυλακή και ταξικός αγώνας’ του μαίου 1976, πολυγραφημένο σε συνεργασία ανάμεσα στην τορινέζικη ενότητα της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη, την Μιλανέζικη Κόκκινη Βοήθεια και την ΄Μαχητική Αλληλεγγύη’ -‘Solidarietà Militante’ του Trento. Δυο τελευταίες αναφορές: τον νοέμβρη του 1976, σε επιμέλεια τους μιλανέζικου Soccorso Rosso, τυπώνεται, για τις Εκδόσεις- Edizioni Ghisoni, το »δεν αρκούν οι φυλακές για να μας κρατήσουν κλεισμένους…»“non bastano le galere per tenerci chiusi…” και, τον οκτώβρη 1978, Speciale Asinara. La settimana rossa. Ειδικό τεύχος Αζινάρα 19-26 αυγούστου, 21-23 σεπτεμβρίου 1978, Εκδόσεις Edizioni Anarchismo, Catania. Στις αρχές των χρόνων ογδόντα ξεκινούν, στο Milano, οι δημοσιεύσεις του »Δελτίου» “Il Bollettino” του Συντονιστικού των Επιτροπών ενάντια στην Καταστολή.

I NAP. Storia politica dei Nuclei Armati Proletari e requisitoria del Tribunale di Napoli, a cura del Soccorso Rosso Napoletano, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1976   πολιτική ιστορία των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και κατηγορητήριο του Δικαστηρίου της Νάπολι, σε επιμέλεια της Ναπολιτάνικης Κόκκινης Βοήθειας, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο, 1976
CHI PROCESSA CHI! Non si può processare la rivoluzione, Collettivo di Controinformazione Napoletano, Napoli, s.i.d.   ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ΠΟΙΟΝ! Δεν μπορείτε να δικάσετε την επανάσταση, Ναπολιτάνικη Κολεκτίβα Αντιπληροφόρησης
Criminalizzazione e lotta armata, Quaderni d’informazione politica 1, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, s.i.d.   Ποινικοποίηση και ένοπλος αγώνας, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 1, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο
Processo allo stato, Quaderni d’informazione politica 2. Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1977   Δίκη στο κράτος, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 2
Processo alla rivoluzione. La parola ai NAP, Quaderni d’informazione politica 3, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1978   Δίκη στην επανάσταση. Ο λόγος στους ΕΠΠ, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 3
Alessandro Silj, “Mai più senza fucile!”, Alle origini dei NAP e delle BR, Vallecchi, Firenze, 1977   »Ποτέ πια δίχως τουφέκι!», Στις καταβολές των ΕΠΠ και των ΕΤ
Franca Rame, Non parlarmi degli archi, parlami delle tue galere, Alberto Buonoconto 7.8.1953/20.12.1980, F.R. Edizioni, Milano, 1984   Μη που μιλάς για αψίδες, μίλα μου για τις φυλακές σου
Rossella Ferrigno, Nuclei Armati Proletari. Carceri, protesta, lotta armata, La Città del Sole, Napoli, 2008 Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Φυλακές, διαμαρτυρία, ένοπλη πάλη, Η Πόλη του Ήλιου, Νάπολι
Roberto Silvi, La memoria e l’oblio, Colibrì edizioni, Milano, 2009   Η μνήμη και η λήθη
Valerio Lucarelli, Vorrei che il futuro fosse oggi. Nuclei Armati Proletari. Ribellione, rivolta e lotta armata, Ancora del Mediterraneo, s.i.l., 2010  Θα ήθελα το  μέλλον να ήταν σήμερα. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ανταρσία, εξέγερση και ένοπλη πάλη


  1. Bertolt Brecht, “Lode del comunismo” »Έπαινος του κομουνισμού», (1933) in “Poesie e canzoni”, »Ποιήματα και τραγούδια», Einaudi, Torino, 1975  
  2. a cura della Commissione carceri di Lotta Continua, από την Επιτροπή φυλακές της οργάνωσης, Edizioni Lotta Continua, νοέμβριος 1973  
  3. Giulio Salierno, Autobiografia di un picchiatore fascista, Αυτοβιογραφία ενός φασίστα τραμπούκου, Einaudi,Torino, 1976  
  4. Emilio Sanna, Inchiesta sulle carceri, Έρευνα για τις φυλακές, De Donato, Bari, luglio 1970  
  5. Aldo Ricci, Giulio Salierno, Il carcere in Italia, Η φυλακή στην Ιταλία, Einaudi, Torino, 1971  
  6. Giulio Salierno, Il sottoproletariato in Italia. Per un approccio politico e metodologico al problema dell’alleanza tra classe operaia e ‘Lumpenproletariat, Το υποπρολεταριάτο στην Ιταλία. Για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο, ‘Edizioni Samonà e Savelli, Roma, 1972  
  7. Φυλακή του Κράτους της New York όπου εξ αιτίας της δολοφονίας, που έγινε στις 21 αυγούστου στην φυλακή του San Quintino, του George Jackson αγωνιστή του Black Panther Party, στις 9 σεπτεμβρίου 1971 ξέσπασε μια εξέγερση που κατέστειλε η παρέμβαση  500 πολιτοφυλάκων των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων USA, με αποτέλεσμα 40 θύματα και 200 τραυματίες. Ενώ πολλοί από τους επιζήσαντες εξεγερμένους χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν  
  8. Irene Invernizzi, Il carcere come scuola di rivoluzione, Η φυλακή σαν σχολείο της επανάστασης, Einaudi, Torino, 1973  
  9. Memoriale redatto da Martino Zicchitella, Αναμνήσεις που συγκεντρώθηκαν από τον Martino Zicchitella, Anarchismo, Χρόνος II- ν. 10/11, Edizioni La Fiaccola, 1976  
  10. Soldati και Di Rocco, βασανίστηκαν άγρια και ‘μίλησαν’ αλλά στη συνέχεια ανακάλεσαν. Βρίσκονταν στην ‘ενότητα’ με τους μη μετανιωμένους, ούτε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους, nda  
  11. Γύρω από την δημιουργία του Partito Guerriglia, για το ιδρυτικό του μανιφέστο, για τα επόμενα που επεξεργάστηκαν και παρήχθησαν στη φυλακή: ‘Il documentone, το μεγάλο ντοκουμέντο’, ‘L’ape e il comunista, η μέλισσα και ο κομουνιστής’, ’Forzare l’orizzonte, εξαναγκάζοντας τον ορίζοντα’, ‘La volpe e l’uva, η αλεπού και τα σταφύλια’, ‘Gocce di sole nella città degli spettri, σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη’, ‘Wkhy’, ‘Politica e rivoluzione, πολιτική και επανάσταση’, θα επιστρέψουμε ευρύτερα στο επόμενο άρθρο, εκείνο που παίρνει έναυσμα από την αναβίωση, διευρυμένη και αναθεωρημένη από τον Giorgio Panizzari, του ‘L’albero del peccato, το δέντρο της αμαρτίας’  
  12. Franzt Fanon, I dannati della terra, Της γης οι κολασμένοι, Einaudi, Torino, 1962  
  13. I fratelli di Soledad. Lettere dal carcere di George Jackson, Τ’ αδέλφια της Soledad. Επιστολές από την φυλακή του George Jackson, Einaudi, Torino, 1971; G. Jackson, Col sangue agli occhi. Il ‘fascismo americano’ e altri scritti, Με αίμα στα μάτια. Ο ‘αμερικανικός φασισμός’ και άλλα γραπτά, Einaudi, Torino, 1972. Το βιβλίο μεταφέρει αυτή την αφιέρωση με σημασία: “Ai giovani comunisti. Ai loro padri. D’ora in poi criticheremo l’ingiustizia con le armi”, »Στους νεαρούς κομουνιστές. Στους πατεράδες τους. Από εδώ και μπρος θα κριτικάρουμε την αδικία με τα όπλα»  

https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/

http://www.militant-blog.org/?p=14476#more-14476

http://contropiano.org/eventi/napoli-correvo-pensando-ad-anna