διεθνισμός, internazionalismo

LORENZO, ORSO, TEKOSER. ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

SCRITTO DA SU 20 MARZO 2019

Ο Lorenzo Orsetti, όνομα μάχης Tekoser, σκοτώθηκε σε μια ενέδρα κατά τη διάρκεια της μάχης της Teghuz. Σύντομα θα επέστρεφε στην Ιταλία, αλλά ήθελε να είναι εκεί για να αντιμετωπίσει αυτό το τελευταίο οχυρό του ISIS.
Η Teghuz περικυκλώθηκε, πολλοί έχουν παραδοθεί αλλά ένας πυρήνας περίπου 1500 στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους αποφάσισε να αγωνιστεί μέχρι το τέλος.Ο Lorenzo ήταν ένας από τους πολλούς εθελοντές που προσέτρεξαν στη Συρία για να υπερασπιστούν τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό στην Ροζάβα και να πολεμήσουν το Isis.
Γεια σας, αν διαβάζετε αυτό το μήνυμα είναι ένα σημάδι ότι δεν είμαι πια σε αυτόν τον κόσμο. Λοιπόν, μην θλίβεστε περισσότερο απ’ ότι πρέπει, αυτό θα ήθελα, δεν μετανιώνω για τίποτα, πέθανα κάνοντας αυτό που νόμιζα ότι ήταν σωστό, υπερασπιζόμενος τους πιο αδύναμους, και παραμένοντας πιστός στα ιδανικά της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας.”, διαβάζουμε στο γράμμα με υπογραφή Orso, Tekoser, Lorenzo.
Ο Lorenzo ήταν αναρχικός και πολεμούσε σε ένα τάγμα αναρχικών. Σήμερα τιμάται από όλους, ακόμη και από τον υπουργό Εσωτερικών, τον ίδιο υπουργό ο οποίος, αν ο Lorenzo επέστρεφε ζωντανός από τη Συρία θα τον αντιμετώπιζε σαν εγκληματία.

Την επόμενη εβδομάδα το δικαστήριο του Τορίνο θα αποφασίσει για την αίτηση ειδικής παρακολούθησης για πέντε τορινέζους εθελοντές, που θεωρούνται κοινωνικά επικίνδυνοι, επειδή έμαθαν τη χρήση των όπλων.
Οι αναρχικοί γίνονται μερικές φορές ήρωες αλλά μόνο σαν νεκροί, όταν η τελευταία πληγή που μπορεί να γίνει σε αυτούς είναι να θολώνουν τη μνήμη τους παραποιώντας την. Σε αυτό, οι χασάπηδες του Ισλαμικού Κράτους, που του επέβαλαν την ετικέτα του «σταυροφόρου» και οι ιταλοί πολιτικοί, που βάζουν φρένο στην ιστορία του και τον χρησιμοποιούν για τις σταυροφορίες τους, είναι φτιαγμένοι από την ίδια πάστα.

Μιλήσαμε για αυτό με τον Paolo «Pachino» Andolina, ήδη μέλος των σχηματισμών αυτοάμυνας στη Συρία, έναν από τους πέντε τορινέζους που κινδυνεύουν να αποκτήσουν ειδική επιτήρηση. Ο Paolo γνώρισε τον Lorenzo στη Συρία και γνωρίζει ότι η αμοιβαία υπόσχεση να συναντηθούν ξανά στην Ιταλία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
O Lorenzo σύμφωνα με την επιθυμία του θα ταφεί εκεί όπου έζησε και πολέμησε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.

Αρκετές πρωτοβουλίες για να θυμόμαστε τον Lorenzo και τον αγώνα του βρίσκονται στα σκαριά.
Μια εθνική διαδήλωση προγραμματίστηκε στη Φλωρεντία στις 31 μαρτίου.
Στο Τορίνο, στις 25 μαρτίου στις 8:30 π.μ. περιφρούρηση μπροστά στο δικαστήριο του Τορίνο για την ακρόαση την σχετική με την ειδική επιτήρηση, στις 5 μ.μ. περιφρούρηση στην piazza Castello για τον Orso, Tekoser, Lorenzo

Άκουσε σε απευθείας σύνδεση με τον Paolo:

 

Audio Player

 

 

διεθνισμός, internazionalismo

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ SRI στον ΔΙΕΘΝΙΣΤΗ ΕΘΕΛΟΝΤΗ PAOLO “PACHINO”

Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη (ιταλικά και αγγλικά) που παραχώρησε ο διεθνιστής σύντροφος Paolo «Pachino» στους συντρόφους του Τορίνο της Διεθνούς Ερυθράς Αρωγής. Ο σύντροφος Paolo είναι ένας από τους πέντε διεθνιστές του Τορίνο που έφυγαν για να υποστηρίξουν την επανάσταση της Ροζάβα και οι οποίοι, με την επιστροφή τους, αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επιτήρησης της εισαγγελίας του Τορίνο χαρακτηρίζοντας τους κοινωνικά επικίνδυνους λόγω του κοινωνικού και πολιτικού τους ακτιβισμού και και της επαναστατικής τους εμπειρίας στη Συρία.
Υπενθυμίζουμε ότι ο σύντροφος Paolo είναι υπό κατ ‘οίκον περιορισμό διότι, φεύγοντας ξανά για την Ροζάβα, καταστρατήγησε τις υποχρεώσεις υπογραφής στις οποίες υποβλήθηκε για άλλα πολιτικά αδικήματα που του αποδόθηκαν στην Ιταλία. Στον σύντροφο Paolo απορρίφθηκε το αίτημα ανάκλησης της σύλληψης πριν από λίγες μόνο ημέρες.
H συνέντευξη είναι του περασμένου μήνα.
Η συνέντευξη με τον Paolo (Pachino), έναν ιταλό αναρχικό διεθνιστή που υποστήριξε την επανάσταση της Rojava στο έδαφος και με τα όπλα πλαισιωμένος στις διεθνείς YPG.

 

Ποια πολιτική ανάλυση σε έπεισε να φύγεις για την Συρία;

Ξεκίνησα ως αποτέλεσμα του αυξανόμενου ενδιαφέροντος μου σχετικά με τις φήμες για την επανάσταση που έρχονταν από τη Ροζάβα και σύντομα μετά την επιστροφή μου γεννήθηκε μια συνέλευση της πόλης το καραβάνι για την Ροζάβα στο οποίο στρατεύονταν αναρχικοί και κομμουνιστές που εργάζονταν για να στηρίξουν την επανάσταση με οικονομική βοήθεια και πολλά άλλα. Την πρώτη φορά που πήγα στο Κουρδιστάν ήταν το 2014, έφτασα στο Μπακούρ στο τουρκικό Κουρδιστάν κατά τη διάρκεια της αντίστασης του Κομπάνι. Ήμουν αποφασισμένος να επαληθεύσω προσωπικά ότι οι φωνές που έφταναν σε εμάς, δεν ήταν μόνο προπαγάνδα και έτσι ήθελα να φύγω πάλι για να καταλάβω καλύτερα τους μηχανισμούς της επανάστασης. Μπόρεσα να επαληθεύσω την πραγματικότητα μιας αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, για την απελευθέρωση της γυναίκας και οικολογική και για μια κοινωνία άξια αυτού του ονόματος με όλες τις δυσκολίες που οφείλονται στις εθνοτικές συγκρούσεις στον χώρο.

Στις αρχές του 2016 πήγα για πρώτη φορά στη Rojava και αρχικά απασχολήθηκα στην αστική εργασία και κοινωνικού χτισίματος και βλέποντας τους ανθρώπους που παρά τις δυσκολίες του πολέμου προσπαθούσαν να οικοδομήσουν αυτή την κοινωνία γέμιζε την καρδιά μου με ελπίδα. Όταν στη συνέχεια επέστρεψα στην Ροζάβα τον αύγουστο του 2016 αποφάσισα να ενωθώ με τις YPG για να πολεμήσω με τα όπλα στα χέρια για εκείνη την επανάσταση που είχα τη δυνατότητα να επαληθεύσω αξίες και ποιότητα της κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού. Μια επανάσταση αντιιμπεριαλιστική λαϊκή και οικολογική που, στην καθημερινή της πρακτική, εκτός από τον ένοπλο αγώνα, προωθεί έναν αγώνα για την απελευθέρωση της γυναίκας, τη συλλογικοποίηση των πόρων και της εργασίας, παρά όλες τις αντιφάσεις που υπάρχουν στη Μέση Ανατολή. Ήμουν σε θέση να επαληθεύσω το υψηλό επίπεδο αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Στη Μέση Ανατολή η αξία της αλληλεγγύης είναι πολύ πιο ανεπτυγμένη από ότι σε εμάς, πέρα από ζώνες πολέμου ή όχι.

Τι έμαθες από αυτή την εμπειρία; Η επανάσταση στην οποία έχεις συνεισφέρει είναι για σένα ένα σημείο άφιξης ή μια επανεκκίνηση; Ποια ήταν η κύρια μέθοδος αντιμετώπισης των αντιφάσεων με τις οποίες έπρεπε να λογαριαστείς κατά την διάρκεια της εμπειρίας σου τόσο της πολιτικής αλληλεγγύης όσο και του πολέμου;

Αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα σημείο εκκίνησης επειδή ήμουν σε θέση να ανακαλύψω και να βιώσω μια διαφορετική καθημερινότητα κατά την οποία τα ζητήματα αντιμετωπίζονταν με πολιτικό τρόπο που δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να δω εδώ σε εμάς στην Ιταλία. Για μένα είναι επίσης ένα σημείο άφιξης από τη διεθνή άποψη όσον αφορά τη δυσκολία ένταξης ενόψει μιας κουλτούρας εντελώς διαφορετικής από τη δική μας. Για παράδειγμα, η θρησκεία, που την αισθάνονται πολύ κάτω εκεί στη Μέση Ανατολή αλλά, τελικά, αυτές δεν είναι αντιφάσεις μα είναι διαφορές πολιτισμικού χαρακτήρα. Συνειδητοποιείς ότι η επανάσταση τους είναι στα σπάργανα και θα χρειαστεί λίγος χρόνος ακόμη για να υπονομεύσουν πολιτισμικές οπισθοδρομήσεις και υποβολές χιλιάδων ετών. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που όλοι οι δυτικοί διεθνιστές που ήρθαν στην Ροζάβα είχαν να αντιμετωπίσουν.

Ως αναρχικός έπρεπε να λογαριαστώ επίσης με την πειθαρχία, ειδικότερα με την στρατιωτική αν και κατανόησα την αναγκαιότητα που εννοείται ως ευθύνη και έναντι των συντρόφων μου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Παρά τις απαραίτητες στρατιωτικές ιεραρχίες ο ρόλος των διοικητών είναι τέτοιος κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά, σε κοινωνικό και συνευρεσιακό επίπεδο, οι ιεραρχίες τινάζονται στον αέρα. Τρώμε μαζί μαγειρεύουμε μαζί και ζούμε μαζί την καθημερινότητα χωρίς κοινωνικές διαφορές, ρόλων ή διοίκησης, κυριαρχίας.

Αλλά η κύρια αντίφαση υπήρξε η απαραίτητη αεροπορική παρέμβαση των ΗΠΑ. Δυστυχώς οι πόλεμοι, ακόμα και οι επαναστατικοί, επιβάλλουν ιδιαίτερους τακτικισμούς που ευνοούν την προώθηση προς τον επαναστατικό στόχο. Εξάλλου και κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού πολέμου στην Ιταλία οι παρτιζάνοι, κομμουνιστές ή αναρχικοί, επωφελήθηκαν από κάποια υλικοτεχνική ή στρατιωτική στήριξη από τα συμμαχικά στρατεύματα υπό την ηγεσία ιμπεριαλιστικών εθνών. Σε μια τέτοια τεράστια σύγκρουση δεν είναι δυνατόν να αποκλίνουμε και να κάνουμε τους σοφιστές. Η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων διακυβεύεται και απαιτούνται τακτικές συμμαχίες. Η μεγαλύτερη αντίφαση ήταν αυτή.

Ποια ήταν τα κύρια διδάγματα που νομίζεις ότι θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα τόσο από προσωπική άποψη όσο και από επαναστατική άποψη γενικότερα;

Στη Rojava, ανάμεσα στα κόμματα και τα κινήματα που συμμετέχουν στην επανάσταση, υπάρχουν διαφορές και ορισμένα κριτικά σημεία. Μπόρεσα να παρατηρήσω και να εφαρμόσω τη μέθοδο με την οποία αντιμετωπίζονται αυτές οι αντιφάσεις και οι εντάσεις που μπορεί να προκύψουν. Την εμπειρία να αντιμετωπίζονται και να κατανοούνται οι διαφορετικότητες των ανθρώπων. Έμαθα να βάζω τον εαυτό μου στη θέση των άλλων και να αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίο υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις. Ενίσχυσα την ικανότητά μου για ανάλυση και κατανόηση που με βοήθησαν στο να προσπαθώ να επιλύω τα προβλήματα συζητώντας τα έτσι ώστε στη συνέχεια να συνάγω μια σύνθεση που να μοιράζομαι με τους άλλους ώστε να ξεπεραστούν εντάσεις και διαφορές.

Το κύριο πράγμα που έμαθα είναι η αυτοκριτική μέθοδος. Κριτικοί και αυτοκριτικοί για να γίνουμε καλύτεροι και να μάθουμε από τα λάθη μας ώστε πλέον να μην τα διαπράττουμε. Προσπαθήσαμε να αναλάβουμε τους θετικούς προσανατολισμούς πέρα από την πολιτική διαμόρφωση στην οποίαν ανήκουμε και να τους κοινωνικοποιήσουμε συνδυάζοντας τα καλύτερα μέρη του μαοϊσμού, του μαρξισμού λενινισμού ή του αναρχικού προσανατολισμού, κ.λπ., για να προσπαθήσουμε να ενισχύσουμε τους εαυτούς μας ιδεολογικά. Για παράδειγμα με τις συνιστώσες της IFB που σχηματίστηκαν από μαοϊκούς συντρόφους και ΜΛ που έχουν μια δομή ξεχωριστή από τις JPG, στις οποίες εγώ στρατεύτηκα, είχαμε τόσο ανθρώπινη όσο και πολιτική σχέση και συχνά συνέβη να ήμαστε μαζί ακόμη και κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Έφυγες λοιπόν ξανά για τη Rojava τη δεύτερη φορά οδηγούμενος από την εικόνα των διεθνών ταξιαρχιών του ισπανικού πολέμου. Πώς θα χαρακτήριζες την αντίληψη σου για τον διεθνισμό, μια αντίληψη συγκεκριμένου προλεταριακού χαρακτήρα ή αμιγώς αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ των λαών.

Θεωρώ ότι ο διεθνισμός σημαίνει υποστήριξη των επαναστάσεων. Η ανθρώπινη στήριξη βοήθειας μεταξύ λαών και εκείνη της επαναστατικής πολιτικής ταξιδεύουν μαζί. Πρόκειται επίσης για ένα γυμναστήριο, ένα σχολείο και μια προπόνηση για να μάθουμε πρακτικές που θα μπορούσαμε να εξάγουμε, σε άλλες καταστάσεις και συνθήκες, μέσα σε άλλες χώρες. Ως εκ τούτου θεωρώ σωστό να υποστηρίζουμε τις επαναστάσεις σε άλλες Χώρες. Στη Ροζάβα η ζήτηση για διεθνιστές δεν είναι αυτοσκοπός. Οι διεθνιστές που συμμετέχουν στην επανάσταση της Ροζάβα έχουν ως καθήκον να κάνουν να γίνει κατανοητή καλύτερα η κατάσταση στις Χώρες καταγωγής τους αφού απέκτησαν κοινωνική, πολιτική ή στρατιωτική εμπειρία.

Οι σύντροφοι στη Ροζάβα μας ζητούν να επιστρέψουμε στις Χώρες καταγωγής για να επικοινωνήσουμε και να καταστήσουμε κατανοητή την επανάσταση και αυτά που βρίσκονται πίσω της.

Πώς νομίζεις ότι μπορείς συνεπώς να χρησιμοποιήσεις την εμπειρία σου και εκείνο που έμαθες κατά τη διάρκεια της διεθνιστικής δράσης σου στη Ροζάβα, στη Χώρα καταγωγής σου;

Δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ομοιόμορφα η επανάσταση της Rojava εδώ στην Ιταλία. Εδώ δεν υπάρχει ένας πόλεμος που αυξάνει σημαντικά την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ολόκληρου του προλεταριάτου. Οι μέθοδοι και οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές και από την κοινωνική σκοπιά. Είναι απαραίτητο να κάνουμε μια σωστή ανάλυση της κοινωνίας της Χώρας μας, μια ανάλυση που μας αναγκάζει να εξελιχθούμε όπως επίσης ο καπιταλισμός εξελίσσεται και αλλάζει στις μορφές του. Δεν μπορούμε να παραμείνουμε σταματημένοι στη δεκαετία του ’70 ή στις εικόνες των μεγάλων επαναστάσεων του παρελθόντος. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε το καλύτερο από αυτά εφαρμόζοντας το μέσα στη σύγχρονη δυτική κοινωνία υπό την ηγεσία του καπιταλισμού. Ο ανοιχτός πόλεμος, χωρίς αμφιβολία και παραδόξως, παρέχει καλύτερες συνθήκες από πλευράς επαναστατικής οπτικής και της αλληλεγγύης. Το πραγματικό έργο κατά τη γνώμη μου πρέπει να γίνει μέσα στα επαναστατικά κινήματα. Ένα έργο κριτικής και αυτοκριτικής που να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να κινήσουμε σε ένα ενιαίο μέτωπο.

Μην νομίζεται ότι στην Ροζάβα όλα ξεκίνησαν με αυτόν τον τρόπο, από το σήμερα το αύριο. Υπήρξε (και εξακολουθεί να υπάρχει) μια τεράστια εργασία από ιδεολογική και πολιτιστική άποψη, ένα έργο που, μέσα στον πόλεμο, φέρνει τους καρπούς του δημιουργώντας αυτονομία και αυτοοργάνωση. Αν δεν υπήρχε ένα έργο μακρύ τριάντα χρόνια από τους συντρόφους του κουρδικού κινήματος και του PKK δεν θα υπήρχε καμία επανάσταση που να βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα. Και εδώ στην Ευρώπη είναι απαραίτητο να κάνουμε αυτό το έργο.

Στη χώρα μας δεν υπάρχει ένας ανοικτός σε εξέλιξη πόλεμος αλλά πρέπει να πούμε ότι υπάρχει πραγματικός αδήλωτος πόλεμος ενάντια στο προλεταριάτο. Ένας πόλεμος καταχρήσεων, καταπίεσης, θανάτων στην εργασία και απολύσεων …

Η κατάσταση στην Ευρώπη είναι μια αδήλωτη πολεμική κατάσταση, συγκαλυμμένη, είναι αλήθεια, αλλά υπάρχει ένα πολιτιστικό και ιδεολογικό πρόβλημα για να συνθλίψουμε. Κατά τη γνώμη μου αυτή η κατάσταση αναπτύσσεται και μπορεί να διαδραματίσει ικανοποιητικό ρόλο, εξαιτίας και της γενικότερης «κοινής λογικής» που ερμηνεύει αυτά τα κατασταλτικά μέτρα, ως μια μορφή μεγαλύτερης κοινωνικής ασφάλειας. Είναι απαραίτητο να υπονομεύσουμε αυτές τις αντιφάσεις που είναι εγγενείς στο προλεταριάτο. Γνωρίζω καλά ότι οι επαναστάσεις είναι βίαιες πράξεις, δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς τον πόλεμο με όπλα στο χέρι αλλά είναι απαραίτητο να υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι, συνθήκες. Για παράδειγμα, στον Μπακούρ, ο πόλεμος με τον τουρκικό στρατό προήλθε από τη δημιουργία της αυτονομίας και του ελέγχου άλλων πόλεων από το κουρδικό κίνημα.

Πολλά μαζικά κινήματα στην Ευρώπη, όπως τα κίτρινα γιλέκα, έχουν διαφορετικές ιδεολογίες μέσα τους είναι αλήθεια αλλά είναι λάθος να μην είμαστε παρόντες μέσα σε αυτά τα κινήματα. Κάποιος πρέπει να είναι παρών για να καταπολεμήσει τις φασιστικές και ρατσιστικές τάσεις μέσα σε αυτά τα λαϊκά κινήματα αντιμετωπίζοντας τις χίλιες αντιφάσεις και επίσης να ξέρει πώς να τις εκμεταλλευτεί για να φτάσει στον επαναστατικό στόχο.

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές τόσο στρατιωτικού όσο και πολιτικού χαρακτήρα μεταξύ της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Raqqa και της υπεράσπισης της Afrin;

Φυσικά υπάρχουν είναι σαφές. Η εκστρατεία της Racca ξεκίνησε το 2016 και διήρκεσε 8 μήνες ενώ ο πόλεμος στην πόλη μας πήρε άλλους 4 μήνες. Από στρατιωτικής σκοπιάς, εκτός από τις επιτόπιες κουρδικές δυνάμεις, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης για τη Racca, είχαμε την αεροπορική υποστήριξη του αποκαλούμενου «διεθνούς συνασπισμού» που χρησιμοποιήθηκε μετά τον εντοπισμό στόχων ISIS που θα ήταν δύσκολο να καταστραφούν από την ξηρά. Χιλιάδες σύντροφοι έπεσαν, για την απελευθέρωση, παρά την αεροπορική υποστήριξη του συνασπισμού. Αλλά εκτός από την αεροπορική υποστήριξη δεν είχαμε βοήθεια και δεν παραδόθηκαν βαριά όπλα από τους Αμερικανούς, αλλά χρησιμοποιήθηκαν μόνο από αυτούς.

Στη Raqqa, ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες επιχειρήσεις στις οποίες στρατεύτηκαν μόνο οι κούρδοι και οι διεθνιστές σύντροφοι, υπήρξε μια τεράστια παρουσία αράβων μαχητών που είχαν προσχωρήσει στο SDF. Από την έναρξη της επιχείρησης Raqqa, πολλοί άραβες εντάχθηκαν στο SDF αφήνοντας εκατοντάδες σκοτωμένους στο έδαφος. Η παρουσία και η θυσία των αράβων υπήρξε ουσιαστικής σημασίας για να ξεπεραστούν οι πολιτιστικές εθνοτικές αντιστάσεις που υποδαύλιζαν οι ιμπεριαλιστές ΗΠΑ και άλλοι εχθροί.

Αντίθετα στην Αφρίν ο πόλεμος αφορούσε τον ισχυρότερο στρατό του ΝΑΤΟ έχοντα άνδρες, μέσα και τεχνολογίες πολύ προχωρημένες. Στην Αφρίν είναι ένας πόλεμος αντίστασης που εξακολουθεί να συνεχίζεται χάρη στην ύπαρξη λόφων και βουνών όπου ο κουρδικός πληθυσμός αγωνίζονταν από πάντα. Αλλά ενάντια στην αεροπορία και την προηγμένη τεχνολογία των εισβολέων τούρκων, λίγα μπορούν να γίνουν εκτός από την υιοθέτηση τακτικών ανταρτοπόλεμου.

Όταν ζητήθηκε η στήριξη από τις κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας, η απάντηση του καθεστώτος Assad ήταν αρνητική και αφού δεν μπορούσαμε να έχουμε καμιά αεροπορική υποστήριξη για να αντιμετωπίσουμε τους εισβολείς του τουρκικού στρατού όλα έγιναν πιο δύσκολα

Η Raqqa απελευθερώθηκε από τις αραβικές δυνάμεις που υποστηρίζονταν από το διεθνή συνασπισμό, από τους κούρδους, από την IFB και από το YGP, κλπ., όλοι στρατιωτικοί σχηματισμοί, ενώ η Αφρίν υπερασπίστηκε από ολόκληρο τον πληθυσμό, άντρες από όλο το συριακό Κουρδιστάν ήρθαν έτοιμοι να πεθάνουν για να υπερασπιστούν την Αφρίν ακόμη και αν γνώριζαν το τεράστιο στρατιωτικό χάσμα μεταξύ ημών και του τούρκου εισβολέα.Οι άλλες μάχες στη βόρεια Συρία ήταν όλες μάχες που διεξήχθησαν στην ύπαιθρο, ένας πόλεμος θέσεων με υποστήριξη από αέρα. Οι τακτικές έπρεπε να αλλάξουν στην Αφρίν για να αποφευχθεί μια σφαγή, λαμβάνοντας υπόψιν το μεγάλο στρατιωτικό χάσμα μεταξύ του κουρδικού κινήματος και του ισχυρότερου στρατού του ΝΑΤΟ. Στην Afrin επανέκαμψαν οι ανταρτικές τακτικές που γνωρίζει πολύ καλά το κουρδικό κίνημα επειδή είναι αυτό που από πάντα έχει κάνει.

Επιπλέον, στην Αφρίν, αφέθηκαν κύτταρα του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος χάρη στα οποία αναπτύχθηκε η σχέση με τον πληθυσμό χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή καμία αντίσταση. Καρποί της εμπειρίας στο Bakur και Bashur. Η αντίσταση της Afrin είναι μια λαϊκή αντίσταση.

Σήμερα, αντιμετωπίζουμε την επιθετικότητα του τουρκικού στρατού και αναμένονται άλλες επιθέσεις που υποδηλώνουν μια πιθανή εισβολή στην Ροζάβα. Πώς νομίζεις ότι η κατάσταση μπορεί να αναπτυχθεί και από την άποψη της αντίστασης του κουρδικού κινήματος;

Δυστυχώς, από στρατιωτική άποψη, ενάντια στον πιο ισχυρό στρατό του ΝΑΤΟ, πολύ λίγα μπορούν να γίνουν. Από τον μάρτιο και μετά η δημοκρατική συνομοσπονδία επιδίωξε έναν διάλογο (δυστυχώς χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα) και με το καθεστώς Assad και η εγκατάλειψη από πλευράς των ΗΠΑ επίσης ήταν αναμενόμενη καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν την αντιπαράθεση με τον Assad και τη Ρωσία μέσα στο πανόραμα του πολέμου κατά του ISIS και της επιρροής στο βόρειο τμήμα της Συρίας. Για τις ΗΠΑ, η παραμονή στο χώρο, δεν θα ήταν πλέον εύκολη, ούτε από υλικοτεχνική, ούτε από οικονομική άποψη.

Αν η Τουρκία επιτεθεί θα είναι ένας καταστρεπτικός πόλεμος και η άποψή μου είναι ότι η Τουρκία θα μπορούσε να βρει μια συμφωνία αναγνωρίζοντας τον Άσαντ και τη Συρία μόνο μετά από ελεύθερες εκλογές που θα κυρώσουν την προφανή νίκη του Αssad. Η νέα επίθεση εναντίον των κούρδων πραγματοποιείται ακριβώς δίπλα στις επερχόμενες εκλογές στην Τουρκία και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να μεταφέρουν την προσοχή της κοινής γνώμης από τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα στο τουρκικό κράτος στον πόλεμο κατά των λεγόμενων «τρομοκρατών».

Οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες σίγουρα δεν θα κάνουν πίσω παρά την στρατιωτική ανομοιογένεια και σίγουρα δεν θα αφήσουν τους εισβολείς να ζουν ήσυχοι όπως δεν τους αφήνουν να ζουν ήσυχα στην Αφρίν. Η συνειδητοποίηση του πληθυσμού είναι ισχυρή και ως εκ τούτου θα είναι ένας πληθυσμός που δεν θα κυβερνάται εύκολα, πολύ δυσκολότερα απ’ ότι πριν, από τους ιμπεριαλιστές απ’ όπου κι αν προέρχονται.

Αλλά, με τον επικείμενο πόλεμο, νομίζω ότι και εδώ, στην Ευρώπη, είναι απαραίτητο να κινηθούμε και να κινηθούμε αμέσως.

Είναι απαραίτητο να εγείρουμε τις εσωτερικές αντιφάσεις των ιμπεριαλιστικών Κρατών που είναι πρωταγωνιστές και κερδίζουν από τον πόλεμο και να τις καταστήσουμε εμφανείς στις λαϊκές μάζες για να μπορέσουν να κατανοήσουν ότι οι λόγοι για τον πόλεμο των ιμπεριαλιστικών Κρατών είναι οικονομικοί και για την κυριαρχία επί των πόρων και πως τα ιμπεριαλιστικά Κράτη αλλάζουν συμμαχίες ευκαιριακά ανάλογα με το οικονομικό συμφέρον: πώληση όπλων, έλεγχος των πόρων κ.λπ. Ενώ ο αγώνας της δημοκρατικής συνομοσπονδίας της βόρειας Συρίας είναι επαναστατικός, αντιιμπεριαλιστικός, περιβαλλοντικός και γυναικείος απελευθερωτικός αγώνας και δεν έχει ανάγκη να συμβιβαστεί πολιτικά και κοινωνικά. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε εδώ στην Ευρώπη είναι να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε την αναπνοή μας επάνω στους λαιμούς των εμπλεκομένων κυβερνήσεων, αγωνιζόμενοι ενάντια στα εργοστάσια όπλων όπως το Leonardo στην Ιταλία, διεξάγοντας μια πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τον πολεμικό καπιταλισμό. Όπως επίσης να επιβληθούν κυρώσεις σε άλλες αστικές εταιρείες που κάνουν μπίζνες με το τουρκικό Κράτος. Στην Ιταλία πολλές αστικές εταιρείες έχουν περάσει σε τουρκικά χέρια ή συνεργάζονται με την Τουρκία. Όταν η Αφρίν δέχτηκε επίθεση στη Γερμανία υπήρξαν πολλές δράσεις που προκάλεσαν πολλές οικονομικές ζημίες, ενάντια επιχειρήσεων που συνεργάζονταν με την Τουρκία, και εδώ στην Ιταλία έγιναν πολλές κυρώσεις αυτού του τύπου. Είναι απαραίτητο να συνεχίσουμε να προσπαθούμε να επιτεθούμε και οικονομικά σε εκείνους που υποστηρίζουν τη δικτατορία του Ερντογάν. Ο πόλεμος είναι στη Συρία αλλά τον έχουμε και στο σπίτι μας με πολλές εταιρείες και τράπεζες που υποστηρίζουν τους τούρκους φασίστες επιδρομείς. Οι ενέργειες μπορεί να είναι διαφορετικού χαρακτήρα από εκείνες τις διπλωματικές (τις οποίες δεν υποστηρίζω προσωπικά) στην άμεση δράση και είναι όλες καλές για να σταματήσουν την εισβολή.

Σίγουρο είναι ότι θα είναι δύσκολο να συμβεί αυτό επειδή με την εγκατάλειψη του συριακού εδάφους από τις ΗΠΑ είναι εκείνο που αναμένεται. Στις ΗΠΑ συμφέρει να πουλήσουν όπλα στην Τουρκία για να πολεμήσουν τη δημοκρατική συνομοσπονδία της βόρειας Συρίας αντί να στηρίξουν ένα επαναστατικό κίνημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στη μεγαλύτερη δυτική δύναμη όπως οι ΗΠΑ.

Η αμερικανική στρατιωτική στήριξη στους κούρδους και τους άραβες στη Συρία ήταν μια αεροπορική υποστήριξη, χωρίς να τους αφήσουν βαρύ οπλισμό που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον των ίδιων των ΗΠΑ στη περίπτωση που θα προσπαθούσαν να σταματήσουν τον επαναστατικό αγώνα. Χρησιμοποιούσαμε Καλάσνικοφ από τη δεκαετία του ’70 σκεφτείτε λίγο …

Όταν ο τουρκικός στρατός τοποθέτησε 20.000 άνδρες των FSA (ισλαμικές φονταμενταλιστικές ομάδες), εκατοντάδες οχήματα στα σύνορα με τη Συρία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντέδρασαν ούτε διπλωματικά ούτε στρατιωτικά. Οι δηλώσεις πολέμου του Ερντογάν απευθύνονταν επίσης στις ΗΠΑ. Αλλά για να αντιταχθούν οι ΗΠΑ σε ένα μέλος του ΝΑΤΟ θα ήταν καταστροφικό. Καλύτερα να έχουν έναν πλούσιο φίλο παρά έναν πλούσιο εχθρό.

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/02/18/intervista-di-sri-al-volontario-internazionalista-paolo-pachino/

αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Aa. Vv.

Daddo e Paolo

«Μια φωτογραφία “risolta”, που αφήνει σε αυτόν που την κοιτά ένα χώρο για την σκέψη».

Antonello Frongia
Την 1η φεβρουαρίου 1977 μια ομάδα νεοφασιστών εισβάλει στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, πυροβολώντας. Ένας φοιτητής παραμένει σοβαρά τραυματισμένος. Το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται. Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια μιας πορείας, η έδρα των νεαρών νεοφασιστών της οδού Sommacampagna πυρπολείται. Λίγο μετά, στην piazza Indipendenza, οι ειδικές αστυνομικές ομάδες παρεμβαίνουν και διασκορπίζουν την πορεία με ριπές αυτομάτων. Ο Paolo Tommasini και ο Leonardo (Daddo) Fortuna πέφτουν τραυματίες στο έδαφος, οι οποίοι, οπλισμένοι, είχαν απαντήσει στο πυρ θεωρώντας ότι επρόκειτο για νεοφασίστες. Ο πρώτος που πέφτει, χτυπημένος στα πόδια, είναι ο Paolo. Ο Daddo γυρνά πίσω και προσπαθεί να τον βοηθήσει απομακρύνοντας τον αλλά τραυματίζεται κι αυτός.

Αυτό το δραματικό γεγονός – το οποίο σηματοδότησε την έναρξη της μεγάλης εξέγερσης του Κινήματος του 77 – αποθανατίστηκε από τον φωτογράφο Tano D’Amico ο οποίος τις φύλαξε για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αυτά τα πλάνα (ένα ιδιαίτερα) απεικονίζουν μια χειρονομία εξαιρετικής γενναιοδωρίας, την ίδια που διέσχισε και τροφοδότησε τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές όλων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτό το Κίνημα. Εκ των πραγμάτων, η εικόνα εκείνη αντιπροσωπεύει το ακριβές αντίστροφο αυτής που τραβήχτηκε με την ευκαιρία μιας άλλης ανταλλαγής πυρών μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: εκείνη της Via De Amicis στο Μιλάνο, στις 14 μαΐου του ίδιου έτους. Μια εικόνα στο κέντρο ενός άλλου βιβλίου που εκδόθηκε από τον εκδοτικό μας οίκο (Ιστορία μιας φωτογραφίας. Η κατασκευή της εικόνας αναπαράστασης των χρόνων του μολυβιού – Storia di una foto. La costruzione dell’immagine icona degli anni di piombo).
Και αυτό το βιβλίο περιέχει επίσης μια πλούσια εικονογραφική τεκμηρίωση πολλών συγγραφέων, κείμενα που προέρχονται από δικαστικά έγγραφα, πολιτικά ντοκουμέντα της εποχής, δοκίμια από επιστήμονες της επικοινωνίας, μαρτυρίες ορισμένων πρωταγωνιστών.
Ο Leonardo Fortuna (Daddo), που έφυγε την περασμένη άνοιξη, εργάστηκε πολλά χρόνια για την εφημερίδα «il manifesto» και υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του εκδοτικού σπιτιού μας.

Un assaggio…Μια  γεύση

Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κατά της φασιστικής επίθεσης της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο κατά την οποίαν τραυματίστηκε ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην Piazza Indipendenza λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αγωνιστές της αριστεράς, πέφτουν στη γη, τραυματισμένοι – ο Leonardo (Daddo) Fortuna και ο Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti. Κανείς δεν είδε ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς συνέβησαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση. Υπάρχουν κάποιες εικόνες από τις στιγμές πριν από την μάχη, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και παραδόθηκε στη φωτιά σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχαν πολλοί αγωνιστές, και υπάρχουν εικόνες των στιγμών μετά τη μάχη – οι δυο στρατευμένοι, έχοντας τις αισθήσεις τους, που χάνουν αίμα, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, χτυπημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και σχεδόν αμέσως γίνεται λόγος γι αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως φαινόταν σαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη διαδήλωση για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιλάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Αντιθέτως, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας κατά της Κρατικής μηχανής ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα το να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι πράγμα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους, δεν το κάνουν τη γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα του Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα. […]

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.

RASSEGNA STAMPA

«Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» από Sololibri.net

Ανασκόπηση του Mario Bonanno στο «Daddo και Paolo. Η έναρξη της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από Sololibri.net, 31 μαρτίου 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στα χρόνια Εβδομήντα και για το «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video πήγαινε στο βίντεο


Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στα χρόνια Εβδομήντα και στο «Daddo e Paolo. Η αρχή της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video Πήγαινε στο βίντεο

Militant

λαμβάνουμε από τους συντρόφους του DeriveApprodi ένα κομμάτι του Lanfranco Caminiti στη μνήμη του Daddo .. το δημοσιεύουμε με χαρά, έστω και με μερικές μέρες καθυστέρησης..

Στον Daddo

Lanfranco Caminiti

Ένας μονομάχος έπεσε. Vale. Αντίο.
Το δυνατό του σώμα, οι πλατιοί ώμοι του, το φαρδύ στήθος του, βρίσκονται τώρα στη σκόνη.
Αγωνίστηκε, έχασε. Το θηρίο ήταν πολύ άγριο. Ή αυτός ήταν πολύ κουρασμένος.
«Δεν μου πάει να ζήσω σαν άρρωστος για να πεθάνω σαν υγιής». Μου μίλησε έτσι, ο Daddo, λέγοντας μου για τον καρκίνο που του είχε επιτεθεί και για τις φροντίδες, σχολαστικές, ηττοπαθείς και γεμάτες θυσίες, στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί για μιαν ελπίδα να βαστήξει λίγο ακόμη. Για θεραπεία, πιστεύω, ποτέ δεν έγινε λόγος πραγματικά, αφότου το θηρίο παρουσιάστηκε με όλη του την αγριότητα.
Ήθελε να τα βάλει μαζί του, να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, τον καρκίνο, να τον διώξει και να τον πολεμήσει στην αρένα, να τον δαγκώσει αν αυτό χρειάζονταν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν υποχωρούσε ένα χιλιοστό. Έτσι πολεμούσε, ο Daddo, απoφασισμένος. Ήξερε τι έκανε. Έπαιρνε τα μέτρα του. Ήξερε τα μέσα του, γνώριζε τον εχθρό. Οργανώνονταν. Ήταν διαυγής, πάντα.
Μπορούσες να προσπαθήσεις να εξηγήσεις, να αιτιολογήσεις, να βρεις κάποια γραμμή διαμεσολάβησης. Δεν ήταν έτσι, δεν ήταν ο δρόμος του Daddo, ο τρόπος του. Ο εχθρός ήταν άνανδρος. Η μάχη ύπουλη, αλλά αυτός θα την τιμούσε με τον τρόπο του. Διαυγής και ριψοκίνδυνος.
Θα πεθάνεις όπως έζησες, με τις πέτρες και τις σκέψεις στην τσέπη, ή αφηρημένος, πονηρός, μαλακισμένα, δίχως σοβαρότητα, φοβισμένος, ψευτοφιλοσοφώντας, μες την ποίηση ή τις μάχες. Έτσι πάει.                                                                                                        Τον Daddo τον γνώρισα δίχως να τον γνωρίζω. 1977, το τρομερό έτος – annus terribilis. Οι αυτόνομοι. «εργατική Αυτονομία, οργάνωση, ένοπλος αγώνας για την επανάσταση», αυτά τα πράγματα. P38, κουκούλα, αυτά τα πράγματα. Τον συνάντησα όταν ήμασταν σε ένα σπίτι στο Trastevere – και ίσως εκείνη την στιγμή δεν ήταν το μόνο μέσα στο οποίο συζητούσαν γι αυτά τα πράγματα – μου μίλησαν για το πώς θα μπορούσαμε να τον τραβήξουμε έξω από τη φυλακή, από την Regina Coeli, όπου νοσηλεύονταν στο αναρρωτήριο λόγω των τραυμάτων μετά τους πυροβολισμούς της piazza Indipendenza.
Μια απόδραση. Τα φρεάτια για να μπούμε στους υπονόμους, οι αυλές να σκαρφαλώσουμε, το ιατρείο να καταλάβουμε, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά το σχέδιο ήταν εκεί, υπήρχε. Ή σε μας φαινόταν σαν ένα σχέδιο. Τότε, έτσι σκεφτόμασταν τα πράγματα, δίχως να δίνουμε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες. Ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει;

Ήταν αυτός που αντιτάχθηκε. Που έκανε πίσω.                                                          Ευχαριστώ, όχι. Διαυγής. Με την απόδραση, θα είχε καταδικαστεί από μόνος του σε μια παράνομη ζωή. Και αυτός ήταν ένας μονομάχος, όχι ένας παράνομος.
Και το κίνημα ήταν δυνατό, ισχυρό όπως ποτέ δεν ήταν, όπως δεν υπήρξε ποτέ πλέον.  Και φόβισε όπως ποτέ προηγουμένως.
«Paolo και Daddo λεύτεροι», φώναξε και αξίωσε. Για μήνες. Γράφτηκε στους τοίχους της Ρώμης: πριν από κάποιον χρόνο, το υπενθύμιζε μια επιγραφή ξεθωριασμένη στα μέρη της Piazza Navona. Ένα γκράφιτι γδαρμένο απ’ τον καιρό, ένα αρχαιολογικό εύρημα πλέον, σχεδόν ένα αυτοκρατορικό ανάγλυφο ή ένα τραπεζάκι απ’τα χρόνια τα παλιά, ρεπουμπλικάνικης εποχής. Ή εκείνες οι μικρές λαξευμένες επιτύμβιες πλάκες του δέκατου όγδοου αιώνα οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στρωμένες εδώ και εκεί και προσκαλούν να μην λερώνουμε τους δρόμους, ανήκουστες για αιώνες. Επειδή τα Εβδομήντα επτά είναι χρόνια που υπήρξαν, είναι ιστορία. Ανήκουστη.
Η επανάσταση που έρχεται, τιτλοφορήσαμε στον DeriveApprodi το πρώτο βιβλίο για τα Εβδομήντα επτά, είκοσι χρόνια αργότερα. Μετά γράφτηκαν βιβλία από άλλους, ξεθωριασμενα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η φώτο του Tano D’Amico με τον Daddo και τον Paolo. Και τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει; Και τι άλλο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί; Ένα εύρημα αρχαιολογικό, σίγουρα. Αλλά εμείς οι ίδιοι ήμαστε πλέον αρχαιολογικά ευρήματα, σύγχρονη τέχνη για συλλέκτες, τι μπορείτε να κάνετε; Όμως, να, το βιβλίο μιλούσε για εκείνο το υπέροχο κίνημα που είχε θέσει όλα τα ερωτήματα που παρέμειναν, για πάντα: οι μεταμορφώσεις της εργασίας μετά το φορντικό εργοστάσιο, η κρίση της δημοκρατίας, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζονταν το ζήτημα της εξουσίας που έθεταν νέα μη αντιπροσωπευόμενα κοινωνικά υποκείμενα , η συνταγματική δύναμη ενός κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, η αναγκαιότητα για νέους θεσμούς. Τα ερωτήματα που είναι ακόμα εδώ και τώρα, επίκαιρα. Ίσως εκείνο το κίνημα εντυπωσίασε με την έπαρση και την υπεροψία των χειρονομιών του – συχνά παρεξηγημένων – αλλά είναι βέβαιο ότι μπορεί ακόμα να εντυπωσιάσει με την ακρίβεια της συλλογικής νοημοσύνης του. Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι από πολλές απόψεις οι θεωρητικές διαισθήσεις που υπογράμμιζε το κίνημα ήταν πληθωρικές σε σχέση με τις χειρονομίες, τις απλοποιήσεις του. Όλα μπλεγμένα, ένα μπλέξιμο από πράγματα. Ω, να τα πάρουμε από την αρχή. Σε εκείνο το μπλέξιμο πραγμάτων βρίσκονταν αυτή η εικόνα. Υπήρχε ο Daddo ο οποίος έτρεχε οπλισμένος στην piazza Indipendenza προσπαθώντας να σηκώσει τον Paolo από το έδαφος.
Όμως η δύναμη βρισκόταν σε αυτό, στο να διεκδικεί στον εαυτό του εκείνους τους τραυματισμένους συντρόφους. Εκείνους τους οπλισμένους συντρόφους στην πλατεία. Στο να τους νιώθει μέρος ενός ταξιδιού, μιας διαδρομής, ενός δικού του μονοπατιού. Στη συνέχεια ήρθε η κατάληψη της La Sapienza, η αποπομπή του Λάμα, η 12η μαρτίου – σχεδόν μια εξέγερση -, η Giorgiana Masi και όλα τα υπόλοιπα. Να γλιστρά. Να λυγίζει. Να πέφτει.

Στην αρχή έγιναν αυτά: την πρώτη του φεβρουαρίου οι φασίστες είχαν πυροβολήσει μέσα στο πανεπιστήμιο, τραυματίζοντας έναν φοιτητή στο κεφάλι, και την επομένη η διαδήλωση στην piazza Indipendenza, oι προκλήσεις, oι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια, οι δικοί μας που απαντούν, ο Paolo τραυματίζεται, ο Daddo προσπαθώντας να τον πάρει μακριά μαζεύοντας τα όπλα, τραυματίζεται και αυτός. Απερίσκεπτος. Αλλά τους τραυματίες συντρόφους δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω. Όπως οι πεζοναύτες. Μια σύγκρουση. Με πυρά.
Μετά έγιναν όλα τα υπόλοιπα. Που ήταν εκεί.
Είναι δικοί μας, είπε. Χωρίς εάν, αλλά, και ίσως. Χωρίς υποκρισίες: η χρήση των όπλων και της βίας ήταν μέσα στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν ήταν ο πρωταρχικός χαρακτήρας του, αντιθέτως προκαλούσε συνεχείς υπεκφυγές, συνεχείς κατηγορίες, συνεχή επανένωση. Είναι σίγουρα ένα τεράστιο δεδομένο, αλλά είναι τεράστιο μόνο και μόνο επειδή φαινόταν φυσιολογικό. Είναι τεράστιο λόγω της εξαιρετικής κανονικότητάς του. Η χρήση όπλων ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του κινήματος αλλά όχι το διακριτικό του. Και δεν ήταν ο λόγος για την ήττα του. Η ήττα ήταν όλη μέσα στο μπέρδεμα στο οποίο είχαμε εμπλακεί. Ήταν όλη μέσα στη σύγκρουση με τους κομμουνιστές του Berlinguer. Εκείνους του ιστορικού συμβιβασμού, της λιτότητας, των δύο κοινωνιών, της παρελθοντολογίας που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτά τα πράγματα. Μια ανοησία, ξαναδιαβάζοντας τα σήμερα. Αλλά είχαν εξουσία και την χρησιμοποίησαν ολόκληρη για να καταστείλουν, για να μας βγάλουν έξω απ’ το παιχνίδι.
Αυτή είναι η ιστορία. Αυτά ήταν τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αλλάξει, ο κόσμος αλλάζει πάντα. Οι εξεγέρσεις, οι ταραχές έχουν αλλάξει, οι εξεγέρσεις και οι ταραχές πάντα αλλάζουν. Δεν μας αρέσει, και δεν θα κλάψουμε. Πληρώσαμε για το εισιτήριο. Είμαστε ένα εύρημα. Ο Daddo δεν ευχαριστήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν έκλαψε επάνω σε αυτό.
Ο Daddo εκπλήσσονταν πάντα με τα θαύματα που τύχαινε να διαβάσει, εδώ και εκεί, ή όταν ανακάλυπτε, ευτυχής, εκείνη την εξαιρετική έξυπνη μηχανή, για να καταλάβει, για να σκεφτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος, ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ότι είναι το πιο βιολογικό μας χαρακτηριστικό που μας κάνει να επιθυμούμε τα πράγματα, το πιο ανθρώπινο μας χαρακτηριστικό.
Μαζί με τον Sergio και την Ilaria και άλλους επινοήσαμε τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi στη δεκαετία του 1990. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Nα εκτυπώνει βιβλία. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό που έκανε – να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του στο «manifesto» – πάντα είχε μείνει προσκολλημένο μέσα του ένα νήμα βιογραφίας, ευαισθησίας.
Μετά, με αυτόν και με τον Giancarlo και τον Giorgio και τον Giorgio επινοήσαμε το περιοδικό «accattone – cronache romane» στη δεκαετία του 2000. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Να επεξεργάζεται ένα περιοδικό. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό έκανε – φέρνοντας τα βόλτα σε μια γραφική εταιρεία όπου δούλευε – και πάντα ήταν προσκολλημένος σε ένα νήμα βιογραφίας, και ευαισθησίας.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι συγγραφείς, αυτός διάλεξε όλα τα βιβλία τους που έβρισκε, της Elena, του Emanuele, του Christian, του Nicola. Τους ξεψάχνιζε. Κάποιο του Carola, το διάβαζε και στη Νίνα, την κόρη του.
Επειδή έτσι είναι οι μονομάχοι. Στον χρόνο που τους μένει ελεύθερος, μεταξύ ενός αγώνα και ενός άλλου, διαβάζουν ή τα φτιάχνουν τα βιβλία.
Νανουρίζουν τα παιδιά τους.
Μοιάζουν σαν όλους εμάς.
Αγαπούν τις γυναίκες τους χωρίς επιφύλαξη.
Για τη Francesca, την σύζυγο του, μου εξηγούσε – με μεγάλη λεπτομέρεια – πόσο υπέροχη είναι η Σικελία. Πόσο πρέπει να την αγαπάμε. Γεμάτος θαυμασμό για να με εκπλήσσει. Για να με πείθει, πάνω απ ‘όλα. Εμένα, Σικελό. Ένα πράγμα – είναι αυτονόητο – δίχως νόημα.
Vale Daddo. Addio.

Roma, 18 φεβρουαρίου 2011


«Il fotografo non è un educatore-» από Alfabeta2 »Ο φωτογράφος δεν είναι ένας εκπαιδευτής»

Ανασκόπηση του Antonello Frongia στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Alfabeta2, μάϊος 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


«Due fotogrammi sospesi nel tempo» »Δυο καρέ σταματημένα στο χρόνο»από το Manifesto

Ανασκόπηση του Marco Guarella στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Manifesto, 19 απριλίου  2012

Vai all’articolo πήγαινε στο άρθρο


Libri & Conflitti. Recensione a «Daddo e Paolo»

Ανασκόπηση της Isabella Borghese στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Controlacrisi.org, 16 ιουνίου 2012

Vai all’articolo εδώ το άρθρο


«Le pistole e il 77″ »τα πιστόλια και το ’77»

Ανασκόπηση της Maria Simonetti στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από  L’Espresso Online, 22 ιουνίου 2012

Vai all’articolo το άρθρο εδώ


ιστορία, storia

Το Belfast δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ ζεις την ιστορία

Όλος ο κόσμος, γύρω μου, εξερράγη και ο μικρός μου κόσμος κατέρρευσε πάνω μου. Δεν έπρεπε να περιμένω την τηλεόραση να πει την ιστορία γιατί τώρα ήταν μπροστά στην πόρτα μου. Το Μπέλφαστ καίγονταν … (Bobby Sands)

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Belfast σε καλωσορίζει με τη γοητεία του Cary Grant. Σε προσκαλεί ανέμελο κλείνοντας το μάτι μέσα στην κυκλοφορία και τα ψώνια της πόλης, σου δείχνει τα κοσμήματα του: τους καταπράσινους λόφους και λίγο μακρύτερα τα ναυπηγεία, όπου χτίστηκε ο Τιτανικός, καμάρι και θλίψη αυτής της γης. Σου χαμογελά, αλλά κάτω από το άψογο φόρεμα της σύγχρονης Πόλης, η οποία είναι η γενέτειρα του Van Morrison και του George Best, κρύβονται ακόμα οι ουλές μιας σύγκρουσης … Το Μπέλφαστ δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ κάνεις εμπειρία.
Belfast είναι μια από τις τέσσερις “B” (μαζί με την Βηρυτό, Βαγδάτη και Βοσνία – con Beirut, Baghdad e Bosnia) που, σε χρόνους όχι μακρινούς, στους ταξιδιώτες συνιστούσαν να αποφεύγουν
Belfast είναι ένας πόλεμος που για πάνω από τριάντα χρόνια συνεχίζει να σηματοδοτεί τις τύχες της Βόρειας Ιρλανδίας και που συνεχίζεται και σήμερα, αν και με ένα πλάγιο και σιωπηλό τρόπο, σαν φωτιά κάτω από τις στάχτες.
Για να τον χαρακτηρίσουν χρησιμοποιήθηκαν όροι όπως «καθολικοί» και «προτεστάντες», σε μια (επιτυχημένη) προσπάθεια μείωσης της σύγκρουσης σε μια σεχταριστική φύση, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην αποικιοκρατία, στην κυριαρχία του ισχυρότερου προς τον ασθενέστερο, στους αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
Είναι εννοιολογικά δύσκολο να φανταστούμε την αποικιοκρατία σαν κάτι που μπορεί να επικεντρωθεί στην δική της ήπειρο: οι αποικισμοί, όντως, νοούνται πάντα ως ένα κίνημα, που αναπτύσσεται σύμφωνα με κατευθύνσεις που οδηγούν τους ευρωπαϊκούς λαούς να καταλαμβάνουν μακρινές χώρες, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ότι οι αποικιοκράτες και οι άποικοι απέχουν λιγότερο από 400 χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο να λοιπόν η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
Αυτές οι ρίζες ξεκίνησαν από τον δέκατο έβδομο αιώνα και όλα άρχισαν, ευθύς αμέσως, ως αντι-αποικιακός πόλεμος και όχι ως μια σύγκρουση θρησκειών: κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιάκωβου Α ‘, όλες οι κτήσεις των ιρλανδών ηγεμόνων, των ισχυρών δυναστειών των O’Neill και O’Donnell, καθώς και εκείνων που τους υποστήριζαν, κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν σε νέους αποίκους / αποικιοκράτες. Οι «βρετανοί κυβερνήτες», έτσι ονομάζονταν οι αποικιστές, οι οποίοι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος εγγλέζοι και σκωτσέζοι. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις έφθασαν στην αξιόλογη τζίφρα των περίπου δύο χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι οικισμοί αγγλικών εποίκων σε ιρλανδικό έδαφος ονομάζονταν Plantations και η Plantation του Ulster ήταν η μεγαλύτερη από όλες. Ο σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέγερση, δεδομένου ότι ο Βορράς ήταν η περιοχή του ιρλανδικού νησιού, ο οποίος είχε αντισταθεί περισσότερο στη βρετανική κυριαρχία τον προηγούμενο αιώνα.

Belfast είναι “The Troubles”: κάποιοι συνεχίζουν να τα αποκαλούν ταραχές εκείνα τα 30 χρόνια πολέμου μεταξύ προτεσταντών και καθολικών, έναν τρόπο να τον ονομάσουν πόλεμο χαμηλής έντασης, παρά τον θάνατο 3700 ανθρώπων και στις δύο πλευρές, με έναν ανατριχιαστικό μέσο όρο δύο θανάτων την εβδομάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το Μπέλφαστ ήταν μια πόλη φάντασμα, όπου κάποιος θα μπορούσε να πεθάνει για το τίποτα, για το απλό γεγονός ότι βρίσκονταν σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή. Μια τυφλή βία που μπορούσε, πραγματικά, να χτυπήσει τον οποιονδήποτε. Μία από τις βασικές τοποθεσίες των συγκρούσεων ήταν η Bombay Street. I troubles, τα προβλήματα εξερράγησαν ακριβώς εδώ, το 1969, όταν οι ομάδες πιστών επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τα σπίτια των αυτονομιστών. Σε αυτά τα σοκάκια που σηματοδοτούνται σήμερα από έναν φράκτη ύψους εννέα μέτρων, κάθε πέτρα θυμάται και θυμίζει πως κάθε σπίτι μετατράπηκε σε όρυγμα.
Οι πιστές [στους άγγλους] παραστρατιωτικές δυνάμεις, με τη συνενοχή του βρετανικού στρατού, επιτίθονταν συστηματικά όχι μόνο στα μέλη του IRA, αλλά και σε απλούς πολίτες ένοχους μόνο ότι ήταν καθολικοί ή δημοκρατικοί-ρεπουμπλικάνοι. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, έγινε γνωστή η ομάδα των «Shankill Butchers» – Οι Χασάπηδεςτου Shankill – μια μονάδα των UVF (Ulster Volunteer Force) της Shankill Road, που υπό την ηγεσία του διαβόητου Lenny Murphy [που στη συνέχεια σκοτώθηκε από τον ΙRΑ), απήγαγαν και σκότωναν καθολικούς πολίτες, κόβοντας τους λαιμούς τους αφού τους βασάνιζαν τρομακτικά και τους ακρωτηρίαζαν. Στη σεχταριστική βία των προτεσταντών εξτρεμιστών αποκρίνονταν ο ΙRΑ, του οποίου οι μαχητές, εκείνα τα χρόνια, συγκρούονταν σχεδόν καθημερινά με πυροβόλα όπλα κατά του βρετανικού στρατού στους δρόμους του Μπέλφαστ και του Derry και έπλητταν τους λεγόμενους «οικονομικούς στόχους» τους με βόμβες. Συνολικά, περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν λόγω πολιτικής και θρησκευτικής βίας στο Μπέλφαστ μεταξύ 1969 και 2001.
Belfast είναι 40 χρόνια Τοίχων. Ο πρώτος τοίχος χτίστηκε μόλις οκτώ χρόνια μετά την κατασκευή εκείνου στο Βερολίνο. Τα τείχη αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της πόλης, ένα από τα σύμβολά της, οι τοίχοι σηκώνονται αμετάβλητοι, στενοί συγγενείς εκείνων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, τοίχοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που καλύπτονται με γκράφιτι προς τιμήν των κουκουλοφόρων loyalists του Ulster ή των δημοκρατών μαρτύρων του Ira.
Ακριβώς όπως έχουμε την τάση να προβάλλουμε την αποικιοκρατία μακρυά από μας, με τον ίδιο τρόπο δεν φανταζόμαστε ότι μια πόλη όπως το Μπέλφαστ μπορεί να είναι χωρισμένη από ένα τείχος και πύλες. Ο τοίχος είναι αυτός της ειρήνης, (υπάρχουν 88 στη Βόρεια Ιρλανδία και το καθήκον τους είναι να χωρίζουν τους αυτονομιστές από τους πιστούς: τις γειτονιές τους, τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους), στο Δυτικό Μπέλφαστ κατά μήκος της »Γραμμής της Ειρήνης», η οποία εκτείνεται σε τέσσερα χιλιόμετρα, υπάρχουν έξι πύλες, οι οποίες ανέρχονται για έξι μέτρα, κάθε είσοδος / έξοδος αποτελείται από δύο πύλες χωρισμένες με λίγα μέτρα γης κανενός, χρειάζονται για να χωρίζουν την Shankill Road, loyalist γειτονιά, από την Falls Road, την συνοικία με ρεπουμπλικανική και υπέρ της ανεξαρτησίας πλειοψηφία: Η πύλη μέσω της οποίας περάσαμε εμείς, κλείνει κάθε βράδυ στις 19:30, εκείνη από την οποία επιστρέψαμε στην Falls Road, κλείνει αντιθέτως στις 21:30, το να γνωρίζουμε ότι κάθε καταραμένη νύχτα λαμβάνει χώρα αυτή η απαγόρευση της κυκλοφορίας μας γεμίζει με μια κωφή και βροντερή οργή.
Belfast είναι το μαύρο ταξί, που μας μεταφέρει στη γραμμή της Ειρήνης, ζοφερές θύρες ύψους μέχρι δέκα μέτρα, προορισμός ενός τουρισμού της μνήμης, του οποίου είμαστε κι εμείς μέρος σήμερα, με την επιθυμία να εισέλθουμε μέσα σε αυτό το κομμάτι ιστορίας, τόσο πρόσφατης ώστε να μην μελετάται, τόσο ενοχλητικής ώστε να μην διδάσκεται, τόσο σημαντικής ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί.
Στη διάρκεια των Troubles, η κυκλοφορία των κλασικών λεωφορείων στη ζώνη ανεξαρτησίας είχε απαγορευθεί, αφού ορισμένοι αγωνιστές τα είχαν χρησιμοποιήσει ως οδοφράγματα για να μπλοκάρουν τους δρόμους, καθιστώντας τα πραγματικούς σταθμούς ελέγχου πίσω από τους οποίους κρύβονταν από τις αστυνομικές σφαίρες και για να ρίχνουν πέτρες, οι κάτοικοι εκείνων των δρόμων θα είχαν αναγκαστεί να πάρουν το λεωφορείο στην περιοχή των loyalist, διατρέχοντας σοβαρούς κινδύνους, αποφάσισαν έτσι να αγοράσουν μερικά μαύρα ταξί, που έγιναν το μόνο μέσο συλλογικής μεταφοράς για να επιστρέφουν στο σπίτι από το κέντρο (που εγκρίθηκαν για έξι επιβάτες, έφτασαν να μεταφέρουν μέχρι τους 12). Το θλιμμένο αλλά ταυτόχρονα περήφανο χαμόγελο του Paul, του ταξιτζή μας, ενώ μας δείχνει την μπλε άδεια διέλευσης του ταξί του, ο οποίος επέζησε των Troubles, και μας μιλά για τους κινδύνους που οι οδηγοί διέτρεχαν ενώ συνόδευαν τους εργαζόμενους στο σπίτι μας συνεπαίρνει σε σημείο να είναι σπαρακτικό.
Belfast είναι το πράσινο μίλι του λόφου του Crumlin Road. Η φυλακή Crumlin Road (οι ιρλανδοί την αποκαλούν Crumlin Road Gaol) χτίστηκε κατά την βικτοριανή εποχή, σχεδιασμένη να είναι ένα πραγματικό σύμβολο εξουσίας και τάξης. Είναι ένας τόπος όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκλήθηκαν έκοψαν την αναπνοή στην ελευθερία και την ευτυχία. Στα 150 χρόνια λειτουργίας της είδε μέσα στα τείχη της δολοφόνους, κλέφτες και φτωχαδάκια, παιδάκια και ψυχικά ασθενείς. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80 ήταν γεμάτη με κρατούμενους που συνδέονταν με τα Προβλήματα, ai Troubles, αλλά και με ανθρώπους που μεταφέρθηκαν στη φυλακή με υποψίες και φήμες. Στην Crum, κρεμάστηκαν 17 άνθρωποι, 15 από τους οποίους θάφτηκαν σε ανώνυμους τάφους μέσα στους τοίχους του.
Belfast Είναι ο αγώνας για τη διατήρηση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου στις φυλακές του Long Kesh και του Maze, μέσα στα περίφημα μπλοκ H, ενάντια στη στρατηγική ποινικοποίησης του ρεπουμπλικανικού Κινήματος, που εφαρμόστηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, με στόχο να παρουσιάσει τους ρεπουμπλικανούς κρατουμένους του IRA και του INLA ως κοινούς εγκληματίες χωρίς οποιαδήποτε πολιτικά κίνητρα.
Το 1976 οι ρεπουμπλικανοί κρατούμενοι, που μεταφέρθηκαν στα H-Blocks και αναγκάστηκαν να φορούν την ομοιόμορφη φορεσιά της φυλακής για τους κοινούς εγκληματίες, αντιτάχθηκαν σε αυτό το νέο καθεστώς και, αρνούμενοι να φορέσουν τη στολή, καλύπτονταν μόνο με μια κουβέρτα, δίνοντας ζωή στην blanket protest- διαμαρτυρία της κουβέρτας, αντιμετωπίζοντας τις κακουχίες του κρύου και την απαγόρευση να συναντήσουν τους οικείους (δίχως στολή δεν είχαν πρόσβαση σε επισκέψεις από έξω), το 1978, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη βιαιότητα των φρουρών, οι οποίοι τους χτυπούσαν όταν πήγαιναν στα λουτρά, οι φυλακισμένοι αρνήθηκαν να αδειάζουν τις τουαλέτες τους, πασαλείβοντας τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών και ρίχνοντας τα ούρα κάτω από τη ρωγμή των θυρών, αρχίζοντας έτσι την βρώμικη διαμαρτυρία, la dirty protest, όταν, παρά τις πιέσεις που προέρχονταν από πολλά ευρωπαϊκά περιβάλλοντα όπως και πέρα από τον ατλαντικό, η βρετανική κυβέρνηση με επικεφαλής την Margaret Thatcher αρνήθηκε επίμονα να φθάσει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τους κρατούμενους, μετά από περισσότερο από 4 χρόνια ζωής στη γύμνια με μονάχα μια κουβέρτα πάνω τους και μέσα στα περιττώματα τους, αποφάσισαν να επιλύσουν δραστικά το ζήτημα και ανακοίνωσαν μιαν απεργία πείνας. Στις 27 οκτωβρίου άρχισαν την απεργία που κράτησε μέχρι τις 18 δεκεμβρίου όταν, μετά από 53 ημέρες νηστείας, πλέον ετοιμοθάνατοι, αποφάσισαν να τερματίσουν την απεργία βάσει ενός μπερδεμένου εγγράφου που φτάνει μέσω μεσαζόντων από τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 1981, οι φυλακισμένοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια νέα απεργία πείνας, προωθώντας πέντε αιτήματα, τα οποία έγινα γνωστά ως οι Πέντε Απαιτήσεις με στόχο την υπογράμμιση του καθεστώτος των πολιτικών κρατουμένων:
– Δικαίωμα να φορούν τα ρούχα τους και όχι την ομοιόμορφη στολή των φυλακών.
– Δικαίωμα να μην ασκούν την σωφρονιστική εργασία.
– Δικαίωμα ελεύθερης συσχέτισης με τους άλλους κρατούμενους κατά τις ώρες του αέρα.
– Δικαίωμα στην επαναφορά της διαγραφής του μισού της ποινής (που είχαν χάσει ως αποτέλεσμα των διαμαρτυριών).
– Δικαίωμα να λαμβάνουν εβδομαδιαία πακέτα, ταχυδρομείο και να επωφελούνται δραστηριοτήτων αναψυχής.
Σε αντίθεση με την πρώτη απεργία πείνας δεν θα άρχιζαν την αποχή σε ομάδες αλλά μεμονωμένα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για να παρατείνουν τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και να διατηρήσουν υψηλή την πίεση στη βρετανική κυβέρνηση.
Ο πρώτος που αρνήθηκε την τροφή, την 1η μαρτίου 1981, ήταν ο Bobby Sands, τον οποίο ακολούθησε ο Francis Hughes στις 15 μαρτίου, και μια εβδομάδα αργότερα ο Raymond McCreesh και ο Patsy O’Hara. Ο Sands πέθανε στις 5 μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες νηστείας και αντικαταστάθηκε στη νηστεία από τον Joe McDonnell.

Στις 12 μαΐου πέθανε ο Francis Hughes και στις 21 μαΐου, με λίγες ώρες διαφορά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον οι McCreesh και O’Hara. Όλοι αντικαταστάθηκαν από άλλους κρατούμενους. Στη θλίψη των οικογενειών που έχασαν τους αγαπημένους τους, προστέθηκε ο θυμός όταν τους επέστρεφαν τα σώματα, τα οποία έδειχναν τα σημάδια των ξυλοδαρμών που δέχτηκαν όταν είχαν ήδη στερηθεί της ζωής τους.
Belfast είναι οι Brendan Hughes, Tommy McKearney, Sean McKenna, Leo Green, Raymond McCartney, Tom McFeeley, John Nixon, Mairéad Farrell, Mary Doyle και Mairéad Nugent.
Belfast είναι οι Bobby Sands, Francis Hughes, Raymond McCreesh, Patsy O’Hara, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee, Mickey Devine.
Belfast είναι κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα που, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, έχει βάλει τη ζωή του σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τον αγώνα για ελευθερία.
Belfast είναι μια διπλή πόλη, όπως ήταν κάποτε το Βερολίνο. Μια πόλη που διαχωρίζει τις πολιτικές συνειδήσεις και τις ηθικές απόψεις. Μίσος, συγκρούσεις, σκληροί αγώνες είναι λιγότερο ορατοί σήμερα, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70 και του ’80, τα χρόνια του Bobby Sands και των συναγωνιστών του, τα χρόνια όταν ένας λιγότερο διεφθαρμένος Bono (ή ίσως λιγότερο ντροπιασμένος;] τραγουδούσε »Πόσο καιρό πρέπει να τραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι», “How long, How long must we sing that song”. Ωστόσο αφήνοντας το σταθμό του Μπέλφαστ, σήμερα στις 23 φεβρουαρίου 2019, τα μάτια μου είδαν εκείνη την πόλη τόσο αργή και τόσο ειδωμένη στις ταινίες: είδαν τα σχολεία τυλιγμένα σε συρματοπλέγματα με τις εισόδους χωρισμένες ανάμεσα σε κορίτσια και αγόρια, τα τεθωρακισμένα και τα ελικόπτερα που εκείνα τα χρόνια μόλυναν την πόλη. Έχουν δει μια πόλη που δεν υπάρχει πια, γιατί από τότε, το Μπέλφαστ έχει γίνει όλο και πιο κατακερματισμένο, χρόνο με το χρόνο, ακολουθώντας την πορεία των στρατιωτικών ανιχνευτών. Κάθε φορά που η πόλη άλλαξε τη μορφολογία της, παίρνοντας τη μορφή ενός λαβυρίνθου που, σαν ένας εύκαμπτος σωλήνας, μετατρέπει την διαδρομή του.
Μέχρι πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, στην Falls Road ήταν επικίνδυνο ακόμα και να περπατήσεις, επειδή οι προτεσταντικές »ομάδες θανάτου» επέλεγαν τυχαία τα θύματα, ανάμεσα στους περαστικούς, συχνά πυροβολώντας από εν κινήσει αυτοκίνητα. Σήμερα είναι ένα πιο ήσυχο μέρος, ένα υπαίθριο μουσείο, όπου όμως τα αστυνομικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι θωρακισμένα Land Rover … όπου το να πέσουν τα τείχη προκαλεί ακόμη φόβο και όπου, μόλις πέσει το βράδυ, τα αυτοκίνητα δεν πηγαίνουν πλέον από την μία πλευρά στην άλλη. Αυτός που ονομάζεται Patrick θα παραμείνει στην Falls road, ο George στην Shankill road.
Belfast είναι η γενέθλια πόλη του George Best και στην οποία, το 2010, το Belfast City Council , σαν μέρος του σχεδίου Peace III για να αντιμετωπίσει τον σεχταρισμό, πλήρωσε 1.500 στερλίνες των φορολογούμενων για υλικά που θα χρησιμοποιηθούν σε μια τοιχογραφία στη μνήμη του George Best στην περιοχή των προτεσταντών.
Belfast είναι η πόλη στην οποία εξαφανίστηκε εκείνη η τοιχογραφία που θα αντικατασταθεί οριστικά από έναν οπλισμένο παραστρατιωτικό της UVF, μια κυριακή του σεπτεμβρίου του 2013 (κατά την 50ή επέτειο του πρώτου αγώνα του George Best με την Manchester United), δίπλα στον κουκουλοφόρο κακοποιό ξεχωρίζει με μακάβριο κυνισμό το απόσπασμα του Martin Luther King που λέει: «Η ελευθερία δεν χορηγείται ποτέ ελεύθερα από τον καταπιεστή, πρέπει να ζητηθεί από τους καταπιεσμένους».
Belfast είναι η ακτίνα του ήλιου που σχεδιάζει αραβουργήματα ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού της Ιρλανδίας ένα σάββατο του φεβρουαρίου. Το Μπέλφαστ είναι τα γενέθλιά μου σε αυτό το 2019

 

“Τώρα βρίσκομαι στο μπλοκ Η, όπου αρνούμαι να αλλάξω για να προσαρμοστώ σε εκείνους που με καταπιέζουν, με βασανίζουν, με κρατούν αιχμάλωτο και θέλουν να με αποκτηνώσουν. Όπως και ο κορυδαλλός δεν χρειάζομαι να αλλάξω.. Είναι η πολιτική μου ιδεολογία και οι αρχές μου που οι φύλακες μου θέλουν να αλλάξουν. Έχουν καταστρέψει το σώμα μου και επιτέθηκαν στην αξιοπρέπειά μου. Αν ήμουν ένας κοινός κρατούμενος θα μου έδειχναν πολύ λίγη, ή και καθόλου προσοχή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα ανταποκρινόμουν στις θεσμικές ιδιοτροπίες τους. Έχω χάσει πάνω από δύο χρόνια αμνηστίας. Δεν με νοιάζει καθόλου. Μου στερήθηκαν τα ρούχα μου και με κλείδωσαν σε ένα βρωμερό και άδειο κελί, όπου με έκαναν να υποφέρω από πείνα, ξυλοδαρμό και βασανιστήρια. Όπως και ο κορυδαλλός, φοβάμαι κι εγώ ότι τελικά μπορεί να με σκοτώσουν. Αλλά, τολμώ να το πω, όπως και ο μικρός φίλος μου κατέχω το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο δεν μπορεί να κατασταλεί ακόμη και με την πιο φρικτή κακομεταχείριση. Φυσικά μπορώ να σκοτωθώ, αλλά, όσο παραμένω ζωντανός, παραμένω αυτό που είμαι, ένας πολιτικός αιχμάλωτος πολέμου, και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.“
διεθνισμός, internazionalismo

Υποκρισίες του αιώνα: η ιταλική ποινικοποίηση των #Ypg. Αλληλεγγύη στον Luisi Caria

Δημοσιεύτηκε πριν 19 ώρες από:  

του Davide Grasso *

Αυτός ο μήνας του μαρτίου, πέραν της πρώτης επετείου από την πτώση της επαναστατικής συριακής πόλεως της Αφρίν και τον πρώτο μήνα χωρίς χαλιφάτο στη Συρία, θα είναι ο μήνας της απόπειρας ποινικοποίησης ιταλών που αγωνίστηκαν ενάντια στο χαλιφάτο στη Συρία. Ακριβώς την ώρα που χιλιάδες τζιχαντιστές, άνδρες και γυναίκες, του ισλαμικού Κράτους επικαλούνται τη δυνατότητα επιστροφής στις χώρες μας «για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους», ο φίλος Luisi Caria, αποκαλούμενος «Luiseddu», σάρδος από την επαρχία του Nuoro, προτείνεται από την εισαγγελία του Cagliari για το μέτρο της προληπτικής ειδικής παρακολούθησης, που ήδη προτάθηκε και για εμένα και για άλλους τέσσερις τορινέζους anche per me e per altri quattro torinesi, επειδή πήγαμε να πολεμήσουμε στη Συρία ενάντια στο σύστημα θανάτου και δίωξης που είχαν δημιουργήσει και στήσει αυτοί οι άνθρωποι. Σχεδόν όλοι, μεταξύ των προτεινόμενων για την ειδική επιτήρηση στο Τορίνο και το Nuoro, συμμετείχαμε στις Μονάδες προστασίας του λαού (YPG) στη Ροζάβα και στη βόρεια Συρία.

Οι YPG είναι ο λαϊκός στρατός, αποτελούμενος κυρίως από κούρδους, οι οποίοι από το 2014 – έτος επέκτασης του ISIS, μπλοκαρισμένους από αυτήν την δύναμη στην Kobane – κατέστρεψαν κομμάτι κομμάτι το Ισλαμικό κράτος στη Συρία. Δεν πολέμησαν μονάχοι σε αυτό το εγχείρημα: σχημάτισαν το 2015, σε συμφωνία με δεκάδες αραβικά τάγματα εχθρικά προς τον Assad, αλλά και προς τους φονταμενταλιστές, τις δημοκρατικές συριακές Δυνάμεις (Sdf), οι οποίες περιλαμβάνουν επίσης μονάδες που σχηματίστηκαν από χριστιανικές και ezide-γεζίντι θρησκευτικές μειονότητες. Οι Sdf αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν τη χερσαία δύναμη του διεθνούς Συνασπισμού που συγκροτήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες το ίδιο έτος, με σκοπό την εξάλειψη του ISIS. Σε αυτές τις μέρες ακριβώς, μετά από σχεδόν πέντε χρόνια πολέμου, το τελευταίο χωριό ελεγχόμενο από το Isis, to Baghuz, απελευθερώθηκε, θέτοντας τέλος σε έναν εφιάλτη για τους σύριους και σε μια ντροπή για τους μουσουλμάνους σε όλο τον πλανήτη..

Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί τι έχει να κάνει ένα αγόρι από την Σαρδηνία με όλα αυτά. Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί, πάνω απ ‘όλα, πώς είναι δυνατό ένα άτομο που δεν έχει καμία υποχρέωση να διακινδυνεύσει τη ζωή του, ούτε μπορεί να κερδίσει χρήματα (η συμμετοχή στις Ypg δεν ανταμείβεται), να φύγει για μια χώρα όπως η Συρία και να μπει σε πρώτο πρόσωπο στη μέση μιας διαμάχης διακινδυνεύοντας τη ζωή του, για να μην αναφέρουμε την ταλαιπωρία και την αγωνία που μπορεί να αφήσει μια τέτοια επιλογή στην οικογένειά του και τους αγαπημένους του, και στις ψυχολογικές δυσκολίες που μπορεί να προκαλέσει μια εμπειρία πολέμου.

Είναι αλήθεια ότι ένα πρόσωπο σαν τον Luisi είναι ασυνήθιστο. Παρ ‘όλα αυτά, δεν είναι ο μόνος που έκανε αυτή την επιλογή. Από το 2014 μέχρι σήμερα, δεκάδες ιταλοί επέλεξαν να συμμετάσχουν στις YPG και μαζί με αυτούς εκατοντάδες γυναίκες και άνδρες έχουν πάει και έχουν επιστρέψει, κυρίως μέσα σε σιωπή και μακριά από το προσκήνιο και τα φώτα, από τις κουρδικές περιοχές της Rojava και από εκείνες τις αραβικές στη βόρεια και ανατολική Συρία για να επιτελέσουν πολιτικές δραστηριότητες στους τομείς της υγείας, εκπαίδευσης, εργασίας και πληροφόρησης. Είναι η περίπτωση του Jacopo Bindi, ο οποίος με τη σειρά του προτάθηκε στο Τορίνο για την ειδική Επιτήρηση, όπως εγώ και ο Luisi. Η συμβολή του Jacopo, του Luisi και όλων των άλλων λειτουργεί σαν θετική αντίστιξη στους ιταλούς – πάνω από εκατό – που έφυγαν για να ζήσουν κάτω από το Ισλαμικό Κράτος ή για να πολεμήσουν ως στρατευμένοι τζιχαντιστές. Τώρα, που συνελήφθησαν από τις Sdf, λένε ότι έκαναν λάθος, πως δεν κατάλαβαν πού πήγαιναν, επικαλούνται έλεος στους μισητούς «άπιστους» και προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τα εγκλήματα που έχουν διαπράξει.

Εάν οι foreign fighter του Isis επωφελήθηκαν επί χρόνια φρικτά προνόμια μέσα σε ένα απάνθρωπο σύστημα, οι διεθνιστές – με ή χωρίς όπλα – που έχουν φτάσει στο συνομοσπονδιακό κίνημα της Rojava και της βόρειας Συρίας έχουν υποστηρίξει τη μοναδική προσπάθεια στον κόσμο να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις προς μια κατεύθυνση νέα, η οποία λαμβάνει υπόψη τις αποτυχίες ή τα ελαττώματα των επαναστατικών προσπαθειών του παρελθόντος προτείνοντας μια αλλαγή της ζωής εκτός των συνθηκών εκμετάλλευσης, διακρίσεων και βίας που επιβάλλει ο καπιταλισμός. Το να επιλέξουν αυτήν την προοπτική και αυτή την επανάσταση, ακόμα και ολοκληρώνοντας-καταλήγοντας την ύπαρξή τους – όπως στην περίπτωση του μάρτυρα από το Μπέργκαμο Giovanni Asperti που έφυγε τον δεκέμβρη, όνομα μάχης nome di battaglia Hiwa Bosco – καθίσταται επομένως δυνατό για όσους, όπως ο Luisi, πιστεύουν μέχρι τέλους στην ανάγκη να συμβάλουν στην επίλυση των προβλημάτων του κόσμου.

Οι διεθνιστές που γνώρισα στη βόρεια Συρία μου φάνηκαν ανυπόμονοι να επωφεληθούν από την επαναστατική ατμόσφαιρα για να πετάξουν από πάνω τους όχι λίγες υπαρξιακές αλλά και πολιτικές μάσκες, που είχαν φορέσει στις χώρες τους. Δεν καίγονταν από την επιθυμία να αποδειχθούν πιο ριζοσπαστικοί από τους άλλους, ούτε θα άρπαζαν το όπλο που μετέφεραν μαζί τους περισσότερο από ό, τι ήταν απαραίτητο. Ήταν πρόθυμοι να τρώνε, να κοιμούνται και να μάχονται δίπλα σε ανθρώπους εντελώς διαφορετικούς στη γλώσσα και τον πολιτισμό, αν και δεν είναι πάντα εύκολο. Τα προσωπικά γεγονότα και οι πολιτικές πεποιθήσεις πολλών από αυτούς συχνά φαίνονταν ασυμβίβαστες μεταξύ τους, κι όμως συνήθως λέγονταν, γι αυτόν ή για εκείνον (που ίσως στην πατρίδα ευγενικά θα αποστρέφονταν ): «Insan ku bashe» ή, στα αγγλικά, «He’s a good person». Όσο περισσότερο διεισδύει η πραγματικότητα των μαζών, εισέρχεται στην ιστορική συστατική διαδικασία, αντιμετωπίζει και συγκρίνεται με την ποικιλία του ανθρώπινου – όχι όμορφη, αλλά και λιγότερο άσχημη από αυτό που συχνά σκεφτόμαστε – τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό είναι το σημαντικό, αυτό είναι που μετρά: φτάνοντας στο ουσιώδες, εκεί όπου η γραμμή του φαντασιακού μετώπου διαλύεται μέσα σε εκείνο το πραγματικό, το ηθικό στοιχείο κάνει τη διαφορά.

Ο Luisi, τον οποίον η εισαγγελία του Κάλιαρι ζωγραφίζει σαν ένα τρομοκράτη, είναι ένας ντροπαλός και ήρεμος άνθρωπος. Όπως έχει ειπωθεί για μένα, και όπως έχω πει για άλλους εγώ, φαίνεται δύσκολο να τον φανταστούμε στους τόπους όπου υπήρξε και να κάνει εκείνο που έχει κάνει. Μπορώ να μαρτυρήσω-να μιλήσω για αγόρια κούρδους ή άραβες, λεπτά αγόρια, σιωπηλά ή μικροκαμωμένα να κάνουν το καθήκον τους με το πολυβόλο ή να παίρνουν απίστευτες ευθύνες στην καρδιά των μαχών. Η χρήση ενός όπλου, από μόνη της, δεν είναι δύσκολη. Μεγάλο μέρος αυτής της ενδελεχούς μελέτης της αστυνομίας επάνω στην «επικινδυνότητα» μας επειδή μάθαμε τα βασικά στοιχεία της χρήσης ορισμένων όπλων είναι αποτέλεσμα, εκτός της υποκρισίας, μιας ευφάνταστης περιττολογίας που υπάρχει στη Δύση σε σχέση με αυτό το θέμα, το οποίο εδώ και πολύ καιρό κατέστη βρωμερό. Έχουμε ξεχάσει αυτούς που εμπλέκονται στον πόλεμο. Έχουμε ξεχάσει τι είναι οι άνθρωποι, ο λαός. Δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι μεταξύ των ιταλών YGP που έχω γνωρίσει δεν υπήρξαν ποτέ άνθρωποι γεμισμένοι με στεροειδή. Οι περισσότεροι άνθρωποι, με πιο προσεκτικό έλεγχο, δεν είναι έτσι ούτε στην Ιταλία ούτε στη Συρία, και ένας εμφύλιος πόλεμος, δυστυχώς, αφορά το μεγαλύτερο μέρος.

Αν ο Luisi, στις 19 μαρτίου στο Κάλιαρι (ημερομηνία της αποφασιστικής του ακρόασης) ή εμείς οι πέντε στο Τορίνο, στις 25 μαρτίου, κριθούμε «κοινωνικά επικίνδυνοι» από τα αντίστοιχα δικαστήρια, για τρία χρόνια δεν θα μπορούμε να φύγουμε από τον δήμο διαμονής μας, ούτε από το σπίτι μας, από το βράδυ μέχρι το πρωί. Θα πρέπει να παρουσιαζόμαστε συνεχώς στην αστυνομία και να κρατάμε επάνω μας ένα κόκκινο φυλλάδιο όπου οι αστυνομικοί θα μπορούν να σημειώσουν ό, τι θέλουν. Ως άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την πολιτική, που επιθυμούμε να αποτελέσουμε μέρος της μοίρας της γης μας, θα ήμαστε ακρωτηριασμένοι και, κατά κάποιον τρόπο, θα έχουμε καταστεί «αβλαβείς».

Όχι ακίνδυνοι για την κοινωνία, αλλά για τον δειλό κομφορμισμό που βρίσκεται με κάθε έννοια στην εξουσία. Θα δούμε ακόμη τους εαυτούς μας να μας ανακαλούν την άδεια οδήγησης και το διαβατήριο, σαν να μην είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε και να θέλουμε, να επιθυμούμε. Αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν εσκεμμένα μια μορφή infantilizzazione-βρεφοποίησης και ταπείνωσης του ατόμου. Το διαβατήριο θα αφαιρεθεί στον Luisi, ειδικότερα, για δεύτερη φορά μετά από εβδομάδες. Ύστερα από την κατάσχεση που ακολούθησε τις κατηγορίες για τρομοκρατία τον σεπτέμβριο, όντως, του παραδόθηκε πίσω από τις δικαστικές αρχές. Εκείνες οι κατηγορίες, που επιχείρησε η εισαγγελία εναντίον του και δύο άλλων υποστηρικτών σάρδων των Ypg, ναυάγησαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα διότι δεν είχαν νόημα, καθιστώντας αναπόφευκτη την άρση της απαγόρευσης του εκπατρισμού του.

Ακριβώς μετά από αυτήν την αποτυχία είναι που η αστυνομία του Nuoro, της επαρχίας προέλευσής του, αποφάσισε να παρέμβει προτείνοντας στον εισαγγελέα του Κάλιαρι να περάσει από μια κατηγορία που δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί σε μια δίωξη χωρίς κατηγορίες: την ειδική επιτήρηση.

Πράγματι, στο ιταλικό νομικό σύστημα υπάρχει, αν και πολλοί δεν το γνωρίζουν, ένα πεδίο εξαίρεσης σε σχέση με τον κανόνα σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να στερηθεί τις ελευθερίες του μόνο μέσω εύληπτων κατηγοριών και δίκης. Η ειδική εποπτεία, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, εισήχθη με το νόμο n. 1423/1956, αλλά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της προέρχονται άμεσα από τη φασιστική αντίληψη των προληπτικών μέτρων.

Όπως υποδηλώνει το ίδιο το όνομα, τέτοια μέτρα δεν βασίζονται στον εντοπισμό αυτού που συνέβη στο παρελθόν, αλλά σε αυτό που νομίζει κάποιος – ή προσποιείται ότι σκέφτεται – πως θα μπορούσε να συμβεί στο μέλλον. Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να περιοριστεί και να στερηθεί τα δικαιώματά του (ακόμη και της δυνατότητας συνάντησης με περισσότερους από δύο ανθρώπους, ή να πραγματοποιήσει δημόσιες παρεμβάσεις) χωρίς να έχει κατηγορηθεί για κάτι, και μόνο στη βάση μιας ένδειξης της αστυνομίας, είναι κλασική του φασισμού. Αυτός ο εξαιρετικός χώρος δεν καταργήθηκε, όσο κι αν αυτό προκαλεί έκπληξη, μετά τον πόλεμο, αντιθέτως, κατά τη δεκαετία του ’50 και πολύ πρόσφατα (ξεκινώντας από το διάταγμα για την ασφάλεια του 2011), τα περιθώρια εφαρμογής των μέτρων αυτών επεκτάθηκαν.

Γιατί αυτή η μανία εναντίον εκείνων που πολέμησαν εναντίον του ISIS; Στα έγγραφα της διαδικασίας περιλαμβάνεται μια ανακοίνωση της 2ης οκτωβρίου 2018 του αναπληρωτή εισαγγελέα Emilio Gatti στον συντονιστή της «Ομάδας 3» του γραφείου της εισαγγελίας του Τορίνο Cesare Parodi, στην οποία προωθείται

«το αίτημα για την εφαρμογή μέτρων προσωπικής πρόληψης σε ιταλούς πολίτες που ανήκουν στις YPG και στις YPJ […] για συμμετοχή σε μια σύγκρουση σε ξένο έδαφος προς υποστήριξη μιας οργάνωσης που ακολουθεί τρομοκρατικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρ. 170 sexies του ποινικού κώδικα».

Την ίδια μέρα, με μεγάλη επιμέλεια, ο Parodi καταρτίζει το έντυπο εγγραφής για εμένα και τους άλλους τέσσερις εθελοντές από το Τορίνο σε «προσωπικά μέτρα πρόληψης αντιτρομοκρατίας», μιας και υπάρχει το »σήμα της Digos-αντιτρομοκρατικής του Torino». Στο incipit της συνεδρίασης του Τορίνο συμπεριλήφθηκε επίσης μια αναφορά του έργου της εισαγγελίας του Κάλιαρι, σαν να ήθελε να υπογραμμίσει μια εθνική δυναμική. Το τορινέζικο αίτημα ακολούθησε τον δεκέμβριο εκείνο της αντιτρομοκρατικής του Νουόρο για τον Luisi, και κατά την πρώτη ακρόαση κατά αυτού, στις 21 του περασμένου φεβρουαρίου, ο εισαγγελέας αναφέρθηκε ως αναπόφευκτο μάρτυρα στον εισαγγελέα του Nuoro, σε μαρτυρία του κεντρικού ρόλου των αστυνομικών δυνάμεων.

Αυτές οι τελευταίες, τους τελευταίους μήνες, ενήργησαν σε δύο περιοχές του ιταλικού κράτους με σαφή χρονικό παραλληλισμό για να αποκτήσουν αυτό που δεν μπόρεσε να παράξει το δικαστικό σώμα: την ποινικοποίηση και την πολιτική κακοποίηση των Ypg, στα πρόσωπα των διεθνιστών που τις υποστήριξαν. Αυτό συμβαίνει με ένα συγκεκριμένο συγχρονισμό: ένα χρόνο μετά την πρώτη τουρκική επίθεση εναντίον της Rojava, στην Afrin, κι ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αγκαλιάζουν την ιδέα μιας αποσύνδεσης από τη βόρεια Συρία. Εν τω μεταξύ, οπλισμένος με μιαν αμφίσημη υποστήριξη από τη Ρωσία, ο Ερντογάν ανοιχτά στοχεύει να καταλάβει ολόκληρη τη Ροζάβα ξεκινώντας από την Manbij, για να συνεχίσει στη συνέχεια προς Kobane, Qamishlo και πιο πέρα. Μέσα σε αυτή την κατάσταση οι κούρδοι μαχητές και μαχήτριες δεν χρειάζονται πλέον, και αντιθέτως μάλιστα είναι πιθανό να επιστρέψουν στη συνηθισμένη ποινικοποίησή τους ως αγωνιστές ενός αντικαπιταλιστικού κινήματος.

Υπάρχει και κάτι άλλο. Η έδρες της ιταλικής αστυνομίας βρίσκονται σήμερα στη θέση να ενεργούν υπό την εποπτεία ενός Υπουργού εσωτερικών, του Matteo Salvini, ο οποίος έκανε πάντα μια μεγάλη μόστρα – στις μόνιμες εκλογικές του εκστρατείες – πως θεωρεί το Isis ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με σκληρότητα. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν το φαινόμενο πλήρωνε τις οθόνες της τηλεόρασης με επιθέσεις και αποκεφαλισμούς, από την αντιπολίτευση επέμεινε στην ανάγκη να μετακινήσει όπλα και στρατεύματα ενάντια στους πολιτοφύλακες του χαλιφάτου, ή καλύτερα ενάντια σε εκείνα τα «θηρία», όπως τους αποκαλούσε, που επιτίθονταν στις πόλεις μας, για να φτάσει μία φορά στο σημείο να δηλώσει στο Radio24, ότι θα ήταν πρόθυμος να πολεμήσει το ISIS, στη Συρία, ακόμη και σε πρώτο πρόσωπο.

Είναι σαφές ότι τα λόγια του ηγέτη της Λίγκας δεν ήταν ούτε σοβαρά ούτε ειλικρινή. Απ’ όταν αυτός και οι σύμμαχοί του βρίσκονται στην κυβέρνηση οι οικονομικές συμφωνίες της Ιταλίας με ισλαμιστικές και σκοταδιστικές χώρες όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία πηγαίνουν με φουσκωμένα πανιά, για να μην μιλήσουμε για τους λίβυους βασανιστές που κρατούν υπό έλεγχο αρκετές παράκτιες και εσωτερικές πόλεις, οι οποίοι έχουν ένα ανυπόφορο όραμα που δεν είναι τόσο διαφορετικό από αυτό της συριακής πολιτοφυλακής που εγώ, ο Luisi και οι άλλοι πολεμήσαμε στη Raqqa ή στην Manbij. Η Λίγκα στοχεύει να εκμεταλλευτεί την αδικαιολόγητη ταυτοποίηση του ισλάμ με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, ιδιόμορφο ρεύμα του, και των μεταναστευτικών κινημάτων με μια ισλαμική εισβολή, ίσως ισλαμιστική (δηλαδή προσανατολισμένη προς τον φονταμενταλισμό).

Εν τω μεταξύ η κυβέρνηση Conte ενισχύει τις πολιτικές σχέσεις με τον νεο-σουλτάνο Ερντογάν και τις πολιτοφυλακές της Λιβύης για να μεταβιβάσει σε εκείνους τους πολιτικούς παράγοντες τη συγκράτηση των μεταναστεύσεων προς στα σύνορά μας. Σαν να λέμε: λανθασμένες και αντιπαραγωγικές πολιτικές και μηνύματα τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.

Η τουρκική κυβέρνηση συμμάχησε με τον Conte και Salvini, η οποία μέχρι τώρα έβαλε στα ταμεία της έξι δισεκατομμύρια των ευρωπαίων φορολογουμένων χάρη στον εκβιασμό των σύρων προσφύγων, δημιουργεί έναν τζιχαντιστικό στρατό στη Συρία που καταλαμβάνει την Idlib και την Afrin και είναι έτοιμος να κινηθεί προς την Manbij και την Raqqa, φέρνοντας πίσω τα εδάφη που απελευθερώθηκαν από τις JPG υπό τα δικαστήρια της sharia. Το όλο πολιτικό απελευθερωτικό έργο που διεξήχθη από τις Ypg-Sdf στη Συρία, με κόστος χιλιάδων μαρτύρων, κινδυνεύει να εκμηδενιστεί από τους τουρκικούς ελιγμούς, για να μην αναφέρουμε την περιφερειακή αποσταθεροποίηση που φέρνει μαζί της η σκοταδιστική και βίαιη πολιτική της «ισλαμικής ανανέωσης» της Τουρκίας.

Ο Σαλβίνι μπλοκάρει από καιρό σε καιρό κάποιες δωδεκάδες ανθρώπους επάνω σε ένα πλοίο κατά μήκος των ακτών της Σικελίας, καυχόμενος πως ενεργεί για την ασφάλεια των ιταλών, και ταυτόχρονα ενισχύει επικίνδυνες σχέσεις τόσο για τους ιταλούς όσο και για τους νότιους, θέτοντας συγκεκριμένα θεμέλια, πέρα από την προπαγάνδα, για τους νέους «Isis» του αύριο, οποιοδήποτε κι αν είναι το όνομά τους, και ενώ επισκέπτεται στη φυλακή εκείνον που χρησιμοποίησε όπλο εναντίον ενός άοπλου άνδρα που είχε κλέψει λίγα λίτρα ντίζελ, συντονίζει την αστυνομική δίωξη ανθρώπων των οποίων το μόνο λάθος είναι ότι έδρασαν (οπλισμένοι, επειδή δεν υπήρχε άλλη επιλογή) ενάντια σε εκείνο το χαλιφάτο που έφερε θάνατο και καταστροφή στις ευρωπαϊκές πόλεις.

Η εκστρατεία ποινικοποίησης που ξεκίνησε από τις εισαγγελίες του Τορίνο και του Κάλιαρι εναντίον των ιταλών εθελοντών των Ypg αναγιγνώσκεται μέσα στις σχέσεις, τα συμφραζόμενα και τις επιπτώσεις που την καθιστούν εφικτή. Αυτή πραγματοποιεί μια προσπάθεια που δεν είναι καθόλου δεδομένη, μιας και η ευαισθησία των λαών της Ιταλίας και της Ευρώπης τείνει να θεωρεί την επιλογή μας ιερή και τα τζιχαντιστικά κινήματα ως εχθρό.

Ωστόσο, η εμπειρία μας είναι από μόνη της μια διάψευση των θεωριών που σήμερα κάνουν πρακτική κυβέρνησης: ζήσαμε ανάμεσα στους νότιους, πολλοί από τους οποίους μουσουλμάνοι, και είχαμε το προνόμιο να συμβάλλουμε στην ήττα του ISIS χάρη στις επαναστάσεις και τα κινήματα ελευθερίας που αυτοί έχτισαν. Έχουμε αγγίξει με το χέρι τα πλεονεκτήματα μιας συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών τρόπων ζωής και θρησκειών για μια αλλαγή που να είναι χρήσιμη για όλους. Έχουμε επίσης δει ποιες συνθήκες (μη) ζωής οδηγούν πολλά ανθρώπινα όντα να ταξιδέψουν προς άλλες χώρες, και εντοπίσαμε πόσο βαθιά είναι η κοινωνική επίγνωση των αποικιακών ευθυνών (οικονομικών και πολιτικών) ολόκληρης της Ευρώπης, χθες και σήμερα, προς τις κοινωνίες της Αφρικής και της δυτικής Ασίας. Για το λόγο αυτό δεν είναι αδύνατο να δούμε μια πολιτική λογική στην εχθρότητα ενός υπουργού όπως ο Σαλβίνι προς εμάς, αλλά αυτή η λογική μπορεί να αφαιρέσει με επιτυχία τον λόγο από εμάς μόνο στο βαθμό που ο ιταλικός πληθυσμός κρατιέται στο σκοτάδι για αυτό που κάνουν σε εμάς και αυτό που συμβαίνει σε εμάς.

Γι ‘αυτό τον λόγο καλώ όλους να κινητοποιηθούν, αυτό τον μήνα του μαρτίου, για την καταγγελία αυτών των αστυνομικών ελιγμών και για την προστασία της φήμης των YPG και των YPJ και της ελευθερίας των διεθνιστών, ξεκινώντας πρώτα από τον ιστό-web.

* Ο Davide Grasso δημοσίευσε ανεξάρτητα reportage από τις Ηνωμένες  Πολιτείες και από την Μέση ανατολή και διάφορα άρθρα φιλοσοφίας της τέχνης και θεωρίας της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον εκδοτικό οίκο Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας υποστηρίζοντας την δημοκρατική Ομοσπονδία της Βορείου Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές δημοκρατικές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στα βιβλία  Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, Γιατί πήγα να πολεμήσω στη Συρία -που βγήκε για τις Εκδόσεις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo που επιμελήθηκε ο Wu Ming 1, και το Il fiore del deserto. La rivoluzione delle donne e delle comuni tra l’Iraq e la Siria del nord, Το άνθος της ερήμου. Η επανάσταση των γυναικών και των κοινοτήτων μεταξύ Ιράκ και βορείου Συρίας – Agenzia X, Milano 2018.

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email

Altri testi che potrebbero interessarti: Άλλα κείμενα που θα μπορούσαν να σε ενδιαφέρουν:

414CONDIVISIONI

Ένα σχόλιο – One commento su “Ipocrisie del secolo: la criminalizzazione italiana delle #Ypg. Solidarietà a Luisi Caria”

  1. Μου αρέσει ανθρώπινα και πολιτικά (παρά τις περιστάσεις) να βρεθώ ξανά με τον Luiseddu Caria εδώ, σε ένα κομμάτι που υπέγραψε ο Davide Grasso το οποίο φιλοξενήθηκε στον Giap.
    Το νόημα και το εύρος αυτών των * στοχευμένων * κατασταλτικών μέτρων μου φαίνεται προφανές. Και στη διαμόρφωσή τους ως δοκιμή.
    Θα ήθελα να προσθέσω μια πτυχή στην εξέταση του Davide, η οποία είναι ενδεχομένως υπονοούμενη, αλλά πρέπει πάντα να διατηρείται παρούσα.
    Τόσο σε τορινέζικο πεδίο όσο και στη Σαρδηνία τα υποκείμενα που δέχονται χτύπημα από αυτά τα αστυνομικά μέτρα είναι γνωστά ενεργά άτομα ακόμη και στα μέρη τους, όχι μόνο στο μέτωπο του αγώνα ενάντια στο ISIS και της επανάστασης της Ροζάβα.
    Ο Luiseddu – εκτός από γιος του Angelo, ιστορικoύ ηγέτη του αγώνα ανεξαρτησίας της Σαρδηνίας του οποίου θρηνήσαμε την απώλεια – είναι ο ίδιος ένας στρατευμένος που αγωνίζεται στο νησί υπέρ της κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης του λαού του.
    Κατά συνέπεια, το σήμα είναι σαφές, συνολικά.
    Όλοι οι αγώνες είναι ο ίδιος αγώνας.
    Μου φαίνεται ότι εκείνοι που πρέπει να τους φοβούνται το γνωρίζουν καλά καλά. Ίσως περισσότερο από όσους συμμετέχουν σε αυτούς.
    Συμφωνώ με την έκκληση να δώσουμε προσοχή στις περιπτώσεις αυτές.

     

    https://www.wumingfoundation.com/giap/2019/03/solidarieta-a-luisi-caria/?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+giap+%28giap%29

ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Ένα νέο βιβλίο πηγαίνει στις ρίζες της Πρώτης γραμμής, τον άλλο ένοπλο αγώνα

 

Το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

* Πηγή: Andrea Colombo, IL MANIFESTO

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μεταξύ πολιτικής τακτικής και επαναστατικής ηθικής

του Alessandro Barile

Στοχασμοί ξεκινώντας από  το δοκίμιο Τρόμος και τρομοκρατία Terrore e terrorismo του Francesco Benigno

«Η δικαιοσύνη του λαού είναι τρομερή»

[Ανάμεσα στο πλήθος του Παρισιού, 10 αυγούστου 1793]

«Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος χαμένος»

[Sergej Nečaev, 1869]

«Μόνο χάρη στους απελπισμένους μας δίδεται ελπίδα»

[Walter Benjamin, Angelus Novus]

Σε αυτό το «ιστορικό δοκίμιο επάνω στην πολιτική βία», όπως ορίζεται στον υπότιτλο «Τρόμος και Τρομοκρατία, Einaudi 2018, σελ. 370, 32,00 ευρώ», o ιστορικός Francesco Benigno ωθείται να αποκαλύψει δύο χαρακτήρες ξεχασμένους από τις ερμηνείες σχετικά με την τρομοκρατία [ θα χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο με την έννοια που προτείνεται από τον συντάκτη, δηλαδή σαν αναγκαστικά συνώνυμο της «πολιτικής βίας»): που αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό προϊόν και όχι «βάρβαρο», που είναι ένα πολιτικό και όχι (αυστηρά) θρησκευτικό γεγονός. Δύο απαραίτητες προειδοποιήσεις, δεδομένου του έκτακτου και έμφυτου χαρακτηριστικού των προβληματισμών σχετικά με το θέμα. Κανένας από τους εκατοντάδες διαθέσιμους ορισμούς (το 1988, ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει, μια έρευνα που διεξήχθη από τους μελετητές του φαινομένου οδήγησε σε έναν κατάλογο 109 ορισμών) έρχεται πραγματικά να αντλήσει την ουσία του φαινομένου, λόγος για τον οποίο εκχωρείται στην τρομοκρατία από καιρό σε καιρό μια τυχαία και δημοσιογραφική απόδοση.

Επιπλέον, ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της εισαγωγικής ομιλίας που πρότεινε ο συγγραφέας, η τρομοκρατία είναι από μόνη της ένας αξιολογητικός και κατά συνέπεια ένας υποτιμητικός όρος. Δεν βρισκόμαστε με την παρουσία ενός ουδέτερου λεξικού. Αντίθετα, ο όρος περιέχει μια αξία κρίσης, που μεταφράζεται σε ηθική κατηγορία: μέσω ενός ορισμού που παρουσιάζεται ως τεχνικός προχωράμε στο στίγμα που διακρίνει όχι τόσο το γεγονός από μόνο του όσο το υποκείμενο που το φέρει εις πέρας. Τίποτα δεν απαγορεύει, βέβαια, να προχωρήσουμε με την ανάλυση και ταυτόχρονα να μαχόμαστε ιδανικά το αντικείμενο της μελέτης. Συμπεριφερόμαστε μαζί του ως ασθένεια, το κατανοούμε και το αντιμετωπίζουμε χωρίς λύση συνέχειας. Αλλά όταν η επιστήμη και η πολιτική προχωρούν με τη σύγχυση των ρόλων τους (η μια λυγίζει στην δικαιολόγηση της άλλης), η στρέβλωση που καθιστά στείρα την ασυνήθιστη ποσότητα ερευνών αυτών των καιρών γίνεται εμφανής. Στο τέλος των εκατοντάδων αντιφατικών μεταξύ τους ορισμών, ο μόνος κοινός παρονομαστής είναι το εμπειρικό γεγονός: τρομοκρατία είναι αυτό που κάνει ο τρομοκράτης. «Αυτό θα συνίστατο συνεπώς σε εκείνο που εμπειρικά και με διαισθητικό τρόπο θα φαίνονταν να είναι κάτω από τα μάτια όλων, μια άσκοπη βία, δίχως νόημα», λέει ο Benigno. Ο καθορισμός της τρομοκρατίας μέσω των πρακτικών της δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αθεράπευτη αντίφαση: εάν η πρακτική είναι αυτή της «άσκοπης βίας», μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας φέρει μαζί της, τουλάχιστον εν υπνώσει, τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας. Ένας βομβαρδισμός κατά αμάχων, για παράδειγμα (είναι οι ΗΠΑ τρομοκρατικό κράτος;), μια αντάρτικη δράση (είναι η αντίσταση στο ισλαμικό Κράτος τρομοκρατία;), είναι ο θάνατος του «τυράννου» μια πράξη από μόνη της τρομοκρατική ή απελευθερωτική; Και ούτω καθεξής, κλειδώνουμε τον εαυτό μας στην δημοσιογραφική ή απλώς αστυνομική περίφραξη: όχι η βία ως τέτοια, αλλά η βία των «κακών» ενάντια στους «καλούς» είναι η μόνη που πρέπει να χαρακτηρίζεται από τον εν λόγω όρο. Αλλά, και εδώ, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, αν όχι ιδιαίτεροι ιστορικοί προσδιορισμοί που, από καιρό σε καιρό, ορίζουν ποιος θεωρείται καλός και ποιος κακός;

Εάν πρόκειται για επιστημονικό ορισμό, η έννοια της τρομοκρατίας θα πρέπει να ισχύει τόσο για τους μεν όσο και για τους άλλους «διεκδικητές» στον αγωνιστικό χώρο, εάν αντιθέτως ενεργεί σε συζητητικό και πολεμικό επίπεδο, βοηθά στον στιγματισμό του εχθρού αλλά χάνει την επιστημονική χροιά, την παγκοσμίως αποδεκτή, με την οποίαν θα ήθελε να εξοπλισθεί. Εν ολίγοις, το πράγμα δεν βγαίνει. Το μόνο δυνατό εργαλείο είναι μια προσεκτική ιστορική αναγνώριση-εξερεύνηση του φαινομένου που να μπορεί να οδηγήσει σε μια (μερική) παρέκταση των καθοριστικών χαρακτηριστικών. Αυτή είναι η προσπάθεια του Francesco Benigno μέσω του τελευταίου έργου του. Ένα απαραίτητο και απαιτητικό έργο. Απαραίτητο για όλα αυτά που λέγαμε: χαμένη στο δρόμο η παρατήρηση της ιστορικής του τροχιάς, δεν μας μένει παρά μια διαταραγμένη και αναποτελεσματική ποσότητα οριστικού άγχους που βασίζεται στην ενδεχόμενη τρομοκρατική πρακτική, απαιτητική και εξεζητημένη διότι η μόνη ιστορική έρευνα αποκαλύπτει (και πανηγυρικά) τα σημερινά όρια αλλά δεν αρκεί για τη συνολική αξιολόγηση του φαινομένου. Στο τέλος, από άλλους δρόμους, βγαίνουμε έτσι κι αλλιώς σε ένα τυφλό σοκάκι, πιο προχωρημένο από την αντίστοιχη δημοσιογραφική μανία αλλά ακόμα μέσα στο λαβύρινθο.

Εάν η τρομοκρατία ορίζεται με βάση τη συμπεριφορά του τρομοκράτη, θα είναι αναπόφευκτο να επικεντρωθεί η προσοχή -όπως πράγματι γίνεται και από τη σχετική βιβλιογραφία- στην ψυχολογία του υποκείμενου. Όπως καταλήγει ο Benigno, «η επιστημονική βιβλιογραφία έχει προσπαθήσει επί μακρόν να εντοπίσει μια» τρομοκρατική προσωπικότητα «, ένα αποτύπωμα ικανό να λογοδοτεί για άτομα τόσο διαφορετικά πολιτισμικά και ιδεολογικά, ορίζοντας έτσι με οριστικό τρόπο την ουσία ενός τρομοκράτη». Με αυτό το ρυθμό, θα είναι εξίσου αναπόφευκτη η αντιμετώπιση αυτής της ψυχολογικής έρευνας από την άποψη της εγκληματικής παθολογίας. Ο τρομοκράτης είναι έκφραση μιας απόκλισης από την κανονική και αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, από το νόμο: νομικό ή ηθικό, δεν έχει σημασία. Όμως αυτό έρχεται σε σύγκρουση με μια ιστορική έρευνα που δεν είναι παρά στοιχειώδης, πρωτόγονη. Ποια ψυχολογική κατάσταση ενώνει-συνδέει τον Sante Caserio με τον Giangiacomo Feltrinelli, τον Vera Figner στον Rosario Bentivegna, τον George Habbash στον Mario Moretti, και αυτούς με κάποιο μαχητή του Isis;

Δεν είναι απλό να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι στην πραγματικότητα υπάρχει πράγματι μια κοινή ψυχολογική κατάσταση, που όμως μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ξεκινώντας από έξω, από τις υλικές αιτίες που έφεραν συγκεκριμένους ανθρώπους σε συγκεκριμένες επιλογές. Το διακριτικό γνώρισμα και, αν θέλουμε, ψυχολογικό, που συνδέει ιδανικά τις πιο ποικίλες τρομοκρατικές εμπειρίες έγκειται σε αυτό: ο κάθε μαχητής διαπνέεται από αυτό που ο Franco Venturi, με βάση μια ρωσική ορολογία που αναφέρεται στον λαϊκισμό του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, θα αποκαλέσει »συνεπακόλουθο πνεύμα», την πλήρη και αναπόφευκτη αφοσίωση σε μια αιτία, σε έναν σκοπό που ξεκινά από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Την πεποίθηση, ηθική πριν ακόμη από πολιτική, πως μόλις φτάσουμε στην αλήθεια μετά δεν μπορούμε παρά να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Οι προϋποθέσεις επομένως.

Η τρομοκρατία δεν γεννιέται από μια ηθική απουσία, όσο και αν θέλει να έχει εξαναγκαστεί μέσα στα πλέγματα του υπαρξιακού νιχιλισμού, αλλά από έναν ηθικά υπερκείμενο αυτο-προβληματισμό που εμποδίζει το υποκείμενο να συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω. Ο τρομοκράτης γνωρίζει καλά το αδιέξοδο μέσα στο οποίο αποφασίζει εθελοντικά να τοποθετηθεί. Δεν υπάρχει καμιά ηθική δικαιολογία που μπορεί να τεθεί μπροστά στο πρόβλημα του να «δώσει τον θάνατο», κι όμως ο τρομοκράτης αποφασίζει να δράσει ούτως ή άλλως. Από μια συνεπή μηδενιστική άποψη δεν θα υπήρχε αντίφαση ούτε τραγωδία: το δίλημμα θα είχε εύκολη λύση ελλείψει δεοντολογικών αρχών που μοιράζονται με το θύμα. Ποιο είναι τότε το αποφασιστικό κίνητρο; Το κριτήριο δεν είναι άλλο από αυτό της θυσίας. Προκειμένου η απλή ανταρσία να μετατραπεί σε επανάσταση, έτσι ώστε να μπορεί να κερδίσει η εξέγερση, ο επαναστάτης αναγκάζεται να αποκηρύξει προσωπικά εκείνες τις αξίες για τις οποίες αγωνίζεται συλλογικά. Υπάρχει μια στιγμή κλειδί, εκείνη στην οποία όλη η πραγματικότητα μειώνεται στη σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Είναι ένας χρόνος που έχει σταματήσει όπου είναι αναγκασμένος να κάνει μια υποχρεωτική επιλογή. Το σχήμα υιοθετήθηκε από τον Albert Camus στο δικό του Homme révolté: «Στην πραγματικότητα, αν η ιστορία, έξω από κάθε αρχή, συνίσταται μόνο σε μια πάλη μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης, η μόνη διέξοδος είναι να ενταχθείς πλήρως σε μία από αυτές τις δύο αξίες, για να πεθάνεις ή να αναστηθείς εκεί». Κατά συνέπεια, «όταν η επανάσταση είναι η μόνη αξία, δεν υπάρχουν πλέον δικαιώματα, υπάρχουν μόνο καθήκοντα».

Προσφέρεται συνεπώς όχι [μόνο] η δική του ζωή, αλλά η δική του ψυχή, η δική του επαναστατική καθαρότητα, σε μια ιδέα που κρίνεται ανώτερη από την προσωπική ταλαιπωρία που καθορίζεται από την τρομοκρατική επιλογή. Στο γνωστό μυθιστόρημα του Boris Sàvinkov, Cavallo pallido χλωμό Άλογο (1909), στον ορθολογισμό του τρομοκρατικού αινίγματος (το να σκοτώσει δεν είναι επιτρεπτό) υπάρχει το αντιστάθμισμα της ηθικής του επαναστάτη (πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως). Πρέπει να σκοτώσει έτσι ώστε κάποια στιγμή να σταματήσουν οι σκοτωμοί. Είναι η επανάσταση που επεξηγεί τη θυσία, και αυτό καθιερώνει μια ηθική που αναστέλλει στιγμιαία (και τραγικά, γιατί δεν υπάρχει διέξοδος) τους καθιερωμένους κανόνες για τους ανθρώπους, πριν από όλους την μη διαθεσιμότητα της ζωής άλλων. Όπως πράγματι θα πει ο Sergej Kravčinskij στο δικό του The Career of a Nihilist, «Αν πρέπει να υποφέρουμε, τόσο το καλύτερο! Τα βάσανα μας θα είναι ένα νέο όπλο μας. Αφήστε τους να μας κρεμάσουν, αφήστε τους να μας πυροβολήσουν, αφήστε τους να μας σκοτώσουν στα υπόγεια τους κελιά. Όσο πιο άγρια μας συμπεριφερθούν, τόσο περισσότεροι θα μας ακολουθήσουν, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συνέχεια μας». Το κίνητρο της θυσίας, δηλαδή της οριστικής απώλεια της αθωότητας, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του διάσημου ποιήματος του Brecht A coloro che verranno Σε αυτούς που θα έρθουν (1939): «και το μίσος ενάντια στην προστυχιά στρεβλώνει το πρόσωπο. Και η οργή για την αδικία κάνει τη φωνή βραχνή. Ω, εμείς που θελήσαμε να προετοιμάσουμε το έδαφος για την καλοσύνη, την ευγένεια, δεν μπορέσαμε να είμαστε ευγενικοί». Η εποχή της καλοσύνης, ήτοι της ολοκληρωμένης ανθρωπιάς, θα εγκαινιαστεί από εκείνους που δεν μπόρεσαν να είναι ανθρώπινοι. Το βραβείο θα είναι μοναχά μεταθανάτιο: «Αλλά εσείς, όταν θα έρθει η ώρα που στον άνθρωπο μια βοήθεια θα είναι ο άνθρωπος, σκεφτείτε μας με επιείκεια». Εξάλλου, πάλι με τον Καμύ, «η επανάσταση συνίσταται στο να αγαπάς έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει ακόμη». Όλα αυτά έχουν μια σαφή θρησκευτική αναφορά. Για να ολοκληρώσουμε με τα λόγια του Friedrich Hebbel τα οποία αναφέρει ο Lukács στο δικό του Tattica e etica Τακτική και ηθική(1919), «Και αν ο Θεός είχε τοποθετήσει την αμαρτία μεταξύ εμού και της δράσης που μου επιβλήθηκε, ποιος είμαι εγώ ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτό;». Εάν λοιπόν «δεν υπάρχει τρομοκρατία χωρίς σκοπούς και μάλλον, χωρίς έναν Σκοπό», όπως δικαίως τονίζει ο Benigno, αυτό εξηγεί εκείνο τον «χώρο της δυνατότητας» που ο συγγραφέας αποδίδει σωστά στην τρομοκρατία ως όργανο-εργαλείο της πολιτικής, που εκμεταλλεύτηκαν ιστορικά όλα τα υποκείμενα στον αγωνιστικό χώρο (μακριά συνεπώς από τις απλές ηθικολογίες εκείνων που στιγμιαία κρατούν τα ηνία του πολιτικού λόγου).

Το πρώτο μέρος του δοκιμίου του Benigno μιλά για αυτή την επικαιρότητα της επανάστασης. Είτε πρόκειται για αναρχική, αναγεννησιακή, λαϊκίστικη ρωσική, αντιαποικιακή ή – τέλος – κομμουνιστική, ήταν εντός αυτής της ιδέας- δύναμης που διαλύονταν ο άρρηκτος κόμπος της σχέσης μεταξύ της βαθιάς ανθρωπιάς της επαναστατικής ιδέας και της άλλο τόσο δραστικής απάνθρωπης συμπεριφοράς της τρομοκρατικής πρακτικής (δεν υπάρχει πρόβλημα στην αναγνώρισή του: η τρομοκρατία, stricto sensu, είναι απάνθρωπη πρακτική). Κι όμως έξω από την επανάσταση η βία της τρομοκρατίας συνέχισε να καρπώνεται τα θύματά της. Στα είκοσι χρόνια που μόλις διανύσαμε ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ήταν η πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής βίας. Στην πραγματικότητα ο θρησκευτικός λόγος γέμισε περισσότερο το χάσμα παρά αντικατέστησε εκείνο τον πολιτικό. Βλέποντας καλύτερα οι στόχοι της ισλαμικής τρομοκρατίας παραμένουν αυστηρά πολιτικοί, αν και είναι ντυμένοι με ομολογιακά ενδύματα. Η ιδέα της επανάστασης εξαλείφεται, αυτός δεν είναι λόγος για να ελαττωθεί η ιδέα ενός ιστορικού χρόνου tempo storico για τον οποίον αξίζει κάποιος να αγωνιστεί, αντιτιθέμενος στον παρόντα χρόνο tempo presente του οποίου συνεχίζουν να είναι θύματα οι μάζες (νεο)αποικισμένες που τίθενται έξω από τον δυτικό λόγο, την κουβέντα στη δύση. Ο ρόλος του ριζοσπαστικού Ισλάμ, αρέσει δεν αρέσει στους σχολιαστές του ατλαντικού, μετα-μορφώνει με άλλα λόγια και με άλλες ιδέες (δεν είναι πολύ χρήσιμο να τα χαρακτηρίσουμε ως «αντιδραστικά» σε αυτή την περίπτωση) τις ανησυχίες απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την εξωτερική παρεμβολή, την υποταγή, που ένα μέρος του κόσμου συνεχίζει να αισθάνεται συγκεκριμένα επάνω στο πετσί του. Όπως ακριβώς η επανάσταση, ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ικανοποιεί τόσο τις άμεσες ανάγκες, την κοινοτική άμυνα από τη φτώχεια που επιβάλλουν οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όσο και τις ιδανικές, άϋλες, υπερβατικές ανάγκες αυτών των ίδιων μαζών (γίνονται πρωταγωνιστές και όχι μόνο θύματα της ιστορίας). Το Islam – si parva licet: esattamente come il comunismo ακριβώς όπως ο κομουνισμός– οικοδομεί το ιδεολογικό-υλικό πλαίσιο μιας κοινότητας του πεπρωμένου εντός του οποίου βρίσκουν απαντήσεις (είναι αυτονόητο, χειραγωγημένες-πλαστογραφημένες: είναι πραγματικά ανάγκη να το θυμίσουμε;) οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου, εκείνες οι πολιτικές ανάγκες που την ίδια στιγμή που επιλύουν το πρόβλημα του ψωμιού λένε επίσης: μαχόμαστε για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα υπάρχει πλέον αγώνας για το ψωμί. Είναι μέσα σε αυτό το πολιτικο-εσχατολογικό σενάριο που επανα-δραστηριοποιείται η διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής τακτικής και της επαναστατικής ηθικής, στην οποία βρίσκει νόημα, για τον τρομοκράτη, να «δώσει τον θάνατο» και να πεθάνει ταυτόχρονα, θυσιάζοντας τον εαυτό του για ένα μέλλον του οποίου δεν θα απολαύσει κάποιον καρπό. Όλα αυτά, φυσικά, ευνοούνται από τη διεξοδικά θρησκευτική διάσταση που χτίζει έναν ορίζοντα νοήματος και για τα «πέρα από εδώ», εκεί όπου για τον επαναστάτη μαχητή υπήρχε μόνο ένα «από την πλευρά αυτή» που καθόριζε τον αξεπέραστο χαρακτήρα της θυσίας του. Ο πράκτορας της επανάστασης γνωρίζει ότι αγωνίζεται για κάτι εξωτερικό και ανέφικτο, και παρόλα αυτά αποφασίζει να κάνει το καθήκον τουΚάτι που συνέλαβε επίσης ο φιλελεύθερος- δημοκρατικός Turgenev, και όμως τόσο λεπτά «συνένοχος» με εκείνους τους επαναστάτες που μαρκάρισε, δεύτερος ορισμός που προοριζόταν να αποτυπωθεί μέσα στο χρόνο, σαν nihilists,νιχιλιστές. Στο ποίημα Στο κατώφλι Sulla soglia (1878) αυτό θα κάνει την πρωταγωνίστρια να λέει (διαμορφώθηκε στη μορφή της Vera Zasulič, που θα υπογράψει, ακριβώς το ’78, την πρώτη «τρομοκρατική» δράση του ρωσικού λαϊκισμού επιτιθέμενη στη ζωή του στρατηγού Trepov): «Είσαι έτοιμη στη θυσία; – Ναι. – Σε ανώνυμη θυσία; Θα αφανιστείς και κανείς…κανένας θα ξέρει ούτε καν ποιανού τη μνήμη να τιμήσει! – Δεν έχω ανάγκη ούτε για αναγνώριση, ούτε για συμπόνια. Δεν έχω ανάγκη ενός ονόματος».

Η θυσία ως συνέπεια μιας κατάστασης που δεν είναι πλέον σε θέση να υποφέρουν. Όλα αυτά, προφανώς, θεωρούνται μέσα σε μια συλλογική διαδικασία ωρίμανσης πολιτικο-υπαρξιακών επιλογών αλλιώς αδύνατο να υποστηριχτούν (και να κατανοηθούν). Αυτός είναι ο λόγος πίσω από την τρομοκρατική επιλογή. Μια επιλογή η οποία σήμερα είναι δικαίως δυσανάγνωστη. Μόλις εξαφανιστεί το πλαίσιο, σβηστεί η σχέση με τις υλικές αιτίες που τίθενται στη ρίζα μιας επιλογής ζωής, η τρομοκρατική επιλογή, τουλάχιστον ειδωμένη με τα δυτικά μάτια, αποτελεί μέρος της ψυχιατρικής παθολογίας που πρέπει να εξαλειφθεί με την θεραπεία και με το νόμο. Εξ ου και η πορεία της λύτρωσης (ένα άλλο θρησκευτικό κίνητρο) για όσους συνεργάζονται και αιώνιας τιμωρίας για εκείνους που εμμένουν στην «αμετακινησία» τους. Εάν, αντιθέτως, θέλαμε να κατανοήσουμε τους λόγους πίσω από μια επιλογή τόσο μακριά από τις ήσυχες υπάρξεις μας, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Για την αδικία και την δυστυχία, την αποστέρηση και την υποτέλεια. Από εδώ μέχρι την ιστορική κατανόηση της τρομοκρατίας το πέρασμα θα είναι σύντομο.