σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Γένοβα – Μανιφέστο που εμφανίστηκε στους τοίχους

  • e-mail 
  • Για δεύτερη φορά μέσα στον ίδιο μήνα, η κινητοποίηση από τα κάτω των εργαζομένων του λιμανιού της Γένοβα, μαζί με τους αντιμιλιταριστές και ειρηνιστές, εμποδίζει την φόρτωση 8 ηλεκτρικών γεννητριών που παράγονται από μια ιταλική εταιρεία, την Teknel, και προορίζονται στην εθνική Φρουρά της σαουδικής Αραβίας.
  • Ο στρατός αυτής είναι ο κύριος παίκτης στον πόλεμο στην Υεμένη, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Ενός μοντέρνου πολέμου, ασύμμετρου, βρώμικου, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς. Ενός πολέμου που διεξάγεται κυρίως από απόσταση με τη χρήση εκείνων των drones που επιτρέπουν στην σαουδική μοναρχία και στην δημοκρατία των ΗΠΑ να σκοτώνουν παραμένοντας στα σίγουρα, ίσως από ένα εργαστήρι στην Αριζόνα.
  • Εκείνες οι γεννήτριες, που οι λιμενεργάτες φορτώσουν, μπορούν ακριβώς να επιτρέψουν στα drones να βομβαρδίσουν τον πληθυσμό της Υεμένης. Η ναυτική compagnia ενάντια στην οποίαν επικεντρώνεται ο αγώνας, η Bahri, έχει ανάμεσα στις κυριότερες υπηρεσίες της την προμήθεια στρατιωτικών μέσων και εξοπλισμών, που παράγονται στις Usa, Καναδά και Ευρώπη και κατευθύνονται τη Μέση Ανατολή.
  • Μετά από χρόνια εξάρτησης στον ιμπεριαλισμό, τον μιλιταρισμό και την αποικιοκρατία της Δύσης, στους πολέμους των ληστειών και στην λεηλασία των πόρων, αυτό το μπλοκάρισμα πολεμικού υλικού αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μήνυμα, κυρίως κατά την στιγμή κατά την οποίαν άνανδροι κυβερνήτες θέλουν να κλείσουν τα λιμάνια στην Ιταλία σε αυτούς που από εκείνους τους πολέμους αποδρούν.
  • Πήραμε μέρος σε αυτό τον αγώνα και θέλουμε να ευχαριστήσουμε αυτούς που τον ξεκίνησαν, με την αλληλέγγυα και ηθική ορμή τους. Γιατί δεν είναι λίγο μέσα σε αυτούς τους καιρούς, και διότι δεν πρέπει ν’ αφήσουμε μόνους τους λιμενεργάτες τώρα που ο κύριος Toti και η διοίκηση της Teknel τους επιτίθενται για την παραγγελία του θανάτου-εκατομμυρίων-που κατέρρευσε.
  • Το μπλοκάρισμα και η απεργία, δίπλα στο σαμποτάζ και την άμεση δράση είναι θεμελιώδεις πρακτικές αγώνα ενάντια σε καταπιεστές και εκμεταλλευτές.
  • Αλληλεγγύη στους πληθυσμούς που χτυπιούνται α’ τους πολέμους!
  • Αλληλεγγύη στους αγωνιζόμενους λιμενεργάτες!
  • Αλληλεγγύη στους συλληφθέντες συντρόφους απ’ το Τρέντο που διερευνώνται στην Επιχείρηση Renata, που μεταξύ άλλων κατηγορούνται για την πυρπόληση κάποιων τεθωρακισμένων Leopard! 
  • Να ηχήσει ξανά η έκκληση των διεθνιστών ενός καιρού:
  • Ο ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ!!!
  • ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΟΥΣ!!!
  • ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ!!!

Γένοβα, ιούνιος 2019

αντιμιλιταριστές/στριες και διεθνιστές/στριες αλληλέγγυοι

 

 

https://roundrobin.info/2019/06/genova-manifesto-apparso-sui-muri/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Η ανησυχητική πραγματικότητα τρομάζει!

 

Πολλοί άνθρωποι μας ρώτησαν, τα τελευταία χρόνια, όταν επιστρέψαμε να περπατούμε τους δρόμους μετά από δεκαετίες πίσω από τα κάγκελα, γιατί η επιλογή των όπλων;

Οι περισσότερες απαντήσεις προήλθαν από εκείνους που δεν είχαν κάνει εκείνη την  επιλογή, δημοσιογράφους, συγγραφείς, κοινωνιολόγους, διάφορους αναλυτές.

Ακολούθησε κάποιο χρονικό διάστημα και μερικοί από εκείνους που έκαναν αυτή την επιλογή αναγνώρισαν τα κίνητρα τους απαντώντας στις φασιστικές σφαγές, όπως της Piazza Fontana στις 12 δεκεμβρίου 1969.

Σίγουρα η εικόνα των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στις σφαγές, όχι μόνο στην Piazza Fontana, αλλά και στη Brescia 28 μαΐου 1974, ή στο τρένο Italicus τη νύχτα μεταξύ 3 και της 4 αυγούστου 1974, ενώ αυτό περνούσε από το San Benedetto Val di Sambro, συγκλόνιζαν την ευαισθησία και μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιλογές. Αλλά προσπαθήστε να τις συγκρίνετε με τις εικόνες με τις οποίες τροφοδοτούμασταν κάθε μέρα και που προέρχονταν από το Βιετνάμ. Τα χρόνια ήταν τα ίδια, οι εικόνες όχι

 

[άλλες εικόνες μπορείτε να βρείτε στο internet]

 

 

προσπαθήστε να τις κοιτάξετε. Προσπαθήστε να σκεφτείτε τον εαυτό σας σε εκείνη την ηλικία μεταξύ είκοσι ή τριάντα χρόνων βλέποντας αυτές τις εικόνες, προσπαθήστε να φανταστείτε τους εαυτούς σας νέους ανθρώπους γεμάτους επιθυμία να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους, όχι μόνο να επιβιώσουν. Λοιπόν, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: ή ξεφεύγεις και ρίχνεις το κεφάλι σου στην παχιά ομίχλη που σε εμποδίζει να κοιτάξεις την πραγματικότητα, συνεχίζοντας μια επιβίωση φτιαγμένη από εργασία, κατανάλωση και οικογένεια, ή ανοίγεις τα μάτια σου διάπλατα για να δεις καλύτερα και αποφασίζεις ότι πρέπει να κάνεις κάτι για να σταματήσεις αυτές τις φρικαλεότητες.

Κι εμείς τις επιλογές μας τις κάναμε.

Ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους σήμερα τα κορίτσια και τα αγόρια δεν βλέπουν την πραγματικότητα, αλλά κατευνάζουν το πάθος τους βυθίζοντας τους εαυτούς τους σε μια εικονική πραγματικότητα, χρήσιμη να μην παράγει αισθήσεις.

Σίγουρα εάν εξέταζαν προσεκτικά τους νεκρούς και τις ταλαιπωρίες που προκάλεσαν τα συμφέροντα και οι αφέλειες των πολιτικών στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, μόνο για λόγους προπαγάνδας, αυτές οι εικόνες θα μπορούσαν να προκαλέσουν την επιθυμία να κάνουν κάτι παρόμοιο με αυτό που κάναμε εμείς.

 

 

Αλλά προς το παρόν αυτοί κοιτάζουν από μιαν άλλη πλευρά, να είστε ήσυχοι. Προς το παρόν!

σημειώσεις:

*είναι η σφαγή του My Lai στην οποία 500 πολίτες σκοτώθηκαν εν ψυχρώ από την Compagnia Charlie, πρώτο τάγμα, 20ο πεζικού, του αμερικανικού στρατού. Τα επόμενα χρόνια, οι ειδήσεις για άλλες φρικαλεότητες στην περιοχή, φιλτράρονται στον Τύπο, συχνά πολλά χρόνια μετά το γεγονός. Για παράδειγμα, το 2003, η εφημερίδα του Ohio Toledo Blade, αποκάλυψε μια εκστρατεία βασανιστηρίων και δολοφονιών που διήρκεσε μήνες, συμπεριλαμβανομένης της συνοπτικής εκτέλεσης δύο τυφλών ανδρών από μια ομάδα ‘περιπολιών’ που ονομάζονταν Ομάδα Τίγρης.

*[θάνατος στο Μεξικό] Ονομάζονταν Βαλέρια, ήταν 23 μηνών. Πνίγηκε με τα χέρια της γύρω από το λαιμό του μπαμπά, στο Rio Grande, τον ποταμό που χωρίζει το Μεξικό από τις Ηνωμένες Πολιτείες. « Αμερική ξύπνα», ουρλιάζει το editorial του περιοδικού New York Times, «Είναι μια εικόνα που θα παραμείνει στη μνήμη». Ο Oscar Alberto Martinez Ramirez, 25 ετών, και η σύζυγός του Tania Vanessa Avalos, 21 ετών, εγκατέλειψαν το San Martin, μια γειτονιά του Σαν Σαλβαδόρ. Στη συνέχεια, η οικογένεια επέστρεφε από τη γέφυρα όταν ο Martínez [ο πατέρας] σταμάτησε και κοιτάζοντας τον ποταμό, είπε: «από εδώ θα περάσουμε απέναντι». διέσχισε πρώτος με το παιδί και την άφησε στην αμερικανική πλευρά. Στη συνέχεια γύρισε για να πάρει τη σύζυγό του, αλλά στο μεταξύ το μωρό είχε πέσει στο νερό. Αμέσως βούτηξε για να προσπαθήσει να την σώσει, αλλά το ρεύμα τους παρέσυρε και τους έπνιξε.

*[το παιδάκι] Alan Kurdi, ένα 3χρονο συριάκι ξαπλωμένο στην παραλία της Τουρκίας, τώρα πλέον άψυχο, τον σεπτέμβριο του 2015.

Ιστορίες που μιλάνε για αποτυχημένες αποδράσεις και πνιγμένες ελπίδες.

*Πριν από λίγους μήνες στο Matamoros υπήρχαν περίπου 1.800 άνθρωποι που περίμεναν να δώσουν συνέντευξη για άσυλο. Τώρα έχουν γίνει περίπου 300, αλλά δεδομένου ότι υπάρχουν μόνο τρεις υποδοχές συνεντεύξεων την εβδομάδα η ουρά είναι ακόμα πολύ μεγάλη.

* δύο δικηγόροι κατηγόρησαν για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας»: αξιωματούχους και πολιτικούς επειδή θα είχαν δημιουργήσει την «πιο θανατηφόρα διαδρομή μετανάστευσης στον κόσμο», κατά μήκος της οποίας έχουν πεθάνει 12.000 άνθρωποι.

»Χιλιάδες μετανάστες νεκροί στη θάλασσα «,η ΕΕ καταγγέλλεται ενώπιον του δικαστηρίου της Χάγης

 

L’inquieta realtà fa spavento!

ιστορία, storia

Ένα καινούργιο καλό βιβλίο

Δεν είναι εύκολο για μένα, δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ήρεμη η ανάγνωση των βιβλίων που διηγούνται τις ιστορίες στις οποίες βρέθηκα να ζω και να δρω. Δεν καταφέρνω, σχεδόν ποτέ, να αναγνωρίσω τον εαυτό μου μέσα στην ταυτότητα που ράβουν επάνω μας ιστορικοί και δημοσιογράφοι που πλημμυρίζουν βιβλιοπωλεία και οθόνες. Τα μονοπάτια της ζωής μας επαναπροτείνονται και μιλούν κάποιοι γι αυτά σαν να είχαμε υπάρξει μανιακοί, μερικές φορές αδέξιοι, πάντα σε εντυπωσιακή αντίθεση με την πραγματικότητα. Οι ανακατασκευές της «στιγμής κατά την οποία έγιναν κάποιες επιλογές» είναι ενοχλητικές και δολοπλόκες, εκείνες που χαρακτήρισαν εκείνο το κομμάτι της ιστορίας για το οποίο μιλάμε, μια ιστορία που ήδη καλύπτεται με αρνητικούς χαρακτήρες στον τίτλο: «η εποχή των χρόνων του μολυβιού». Αντίθετα οι αναμνήσεις μου μου δίνουν πίσω εκείνες τις επιλογές σε πλήρη αρμονία με τον τρόπο που επιλέξαμε να ζούμε σε αυτήν την κοινωνία, μη θέλοντας πλέον να υποφέρουμε, μέσα στη σιωπή και παθητικοί, την καταπίεση και εκμετάλλευση, την αλαζονεία των ισχυρών και περιβαλλοντικές καταστροφές. Ήταν αναγκαία και επιθυμητά βήματα, τα οποία επιδίωξαν εν γνώσει τους εκείνοι που, ξεκινώντας από την παρουσία τους εκεί και στη συνέχεια με την στράτευση τους σε μια επιτροπή εργοστασίου ή ενός άλλου «χώρου εργασίας», ή σε μια συλλογικότητα γειτονιάς, ασκώντας ανταρσίες και αγώνες, από διεκδίκηση σε διεκδίκηση, από σύγκρουση σε σύγκρουση, από μάχη σε μάχη, με διαλείμματα καταγγελιών, συλλήψεων και διαδηλώσεων για την απελευθέρωση των συλληφθέντων, πραγματοποιούσαν εκείνες τις επιλογές που προετοίμαζαν το έδαφος για μεταγενέστερες επιλογές. Δεν υπήρξε ένα άλμα ή μια ρήξη από έναν «κάποιο τύπο» στράτευσης σε έναν άλλο, επειδή κάθε πέρασμα τοποθετούνταν μέσα στην ίδια γραμμή εκείνου του συμφώνου, εκείνης της σχέσης μεταξύ περισσότερων γενεών, εκείνης της δήλωσης προθέσεων με την έντονη γεύση: η «επαναστατική μεταμόρφωση της κοινωνίας». Εκείνα τα βήματα και εκείνες οι επιλογές εμφανίζονταν, μέσα σε εκείνο το μονοπάτι, μιας ηλιακής «κανονικότητας», που μόνο η κατανόηση της φύσης της ταξικής σύγκρουσης εκείνης της ιστορικής περιόδου μπορεί να δικαιολογήσει.

Το να φτάσεις στο σημείο να »κάνεις κάποιες συγκεκριμένες επιλογές», να αποκτήσεις επαρκή ικανότητα με επιμελή άσκηση να οργανώνεις την βία ή να παίρνεις τα όπλα, ήταν ένα βήμα, ένα πέρασμα, ανάμεσα σε πολλά, ήταν το προϊόν της βούλησης – που δεν προδόθηκε – της θέλησης να μεταμορφώσεις το υπάρχον. Μια προσγείωση καθόλου τραυματική, αλλά που ωρίμασε οικειοθελώς μέσα σε μια τεράστια ποσότητα συναισθημάτων, παθών, σκέψεων και πράξεων, τα οποία ο ιστορικός ορίζει στη συνέχεια ως «γεγονότα».

Από αυτά τα συναισθήματα, που επανειλημμένα ένιωσα, γεννήθηκε αυτή η δυσπιστία στην προσέγγιση της ανάγνωσης των βιβλίων «γύρω από τα χρόνια Εβδομήντα». Και όχι μόνο λόγω των πολλών ψευδών, των στερεοτύπων, των προκαταλήψεων και των θεωριών συνωμοσίας, που αποτελούν επίσης το βασικό υλικό των περισσότερων δοκιμίων για τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού». Αν αφήσουμε στην άκρη τα βλακώδη ψέματα, νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς παραμένει μια μεγάλη διαφορά, ανάμεσα σε αυτούς που ζουν και ενεργούν μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, έντονη, με δυνατά χρώματα, και σε εκείνους που προσπαθούν να την διερευνήσουν, να την γνωρίσουν και να μιλήσουν γι αυτήν. Η δυσκολία παραμένει, μερικές φορές αδυνατότητα να ταυτιστείς με την ψυχική κατάσταση-να έχεις την ενσυναίσθηση της ψυχικής κατάστασης-να συμπάσχεις με αυτούς, με εκείνη την κινητήρια δύναμη του πάθους, το μεράκι εκείνων που κάνουν «κάποιες επιλογές».

Ωστόσο το βάρος της δυσπιστίας μου καταρρίπτεται και ξεθωριάζει όταν η διήγηση εκείνων των χρόνων πραγματοποιείται από εκείνον που έχει επιλέξει τον δρόμο της κατανόησης, πριν ακόμη από εκείνον της ανασυγκρότησης, της προσοχής και της αντιμετώπισης, υψηλού επιπέδου, για εκείνες τις γυναίκες και τους άνδρες που ήταν οι πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων .

StekkaΑναφέρομαι στον Davide Steccanella και στο βιβλίο του, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα: «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα» για τους τύπους του Bietti-Μιλάνο.

Είναι 487 οι σελίδες επάνω στις οποίες τρέχει η «Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης» (έτσι είναι ο υπότιτλος) εκείνου του τμήματος της ιστορίας, σελίδες στις οποίες μπόρεσα να εκτιμήσω τη λεπτότητα και την ανθρωπιά με την οποία ο Davide προσέγγισε τους «λόγους» κάθε μιας και καθένα από τους συντρόφους που εμπλέκονται σε εκείνη την ένοπλη σύγκρουση.

Ο Davide συνοδεύει τον αναγνώστη μέσα από εκείνα τα χρόνια, για μένα, καταπληκτικά όμορφα χρόνια, αλλά δύσκολης αποδοχής, μοιάζει να διατρέχεις τις σελίδες των χρονικών μιας υποθετικής εφημερίδας μεγάλης είκοσι χρόνια, από το 1969 μέχρι την «πτώση του τείχους του Βερολίνου», με μια σύντομη εισβολή στον τρέχοντα αιώνα.

Δεν είναι ένα οποιοδήποτε χρονικό, είναι το χρονικό των γεγονότων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της απόπειρας «εφόρμησης στον ουρανό» εκείνων των χρόνων.

Μόνο χρονικό; Σίγουρα όχι! Όμως διαβάζοντας τη χρονολόγηση, είναι ακριβώς η διαδοχή των πρακτικών ενός συγκεκριμένου τύπου, και της αυξητικής τάσης τους, προς την κατεύθυνση της ανόδου της σύγκρουσης από πλευράς όλων των διεκδικητών, η οποία παρέχει στον αναγνώστη το βάθος και το ρίζωμα όλων εκείνων που βρίσκονταν σε κίνηση.

Κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα θα μπορούσε να καταλάβει σελίδες και σελίδες ιστορίας, είναι γεγονότα που είχαν πίσω τους ένα ανθρώπινο σμήνος από ιδέες, πάθη, ελπίδες, προσδοκίες, ανθρώπινες σχέσεις και έφεραν μαζί τους, αφού συνέβησαν, μια ώθηση για να εδραιώσουν την πεποίθηση, να διορθώσουν εδώ και εκεί, έφεραν κολοσσιαία φορτία κριτικής, απογοήτευσης, αποτυχιών και τέλος την προσπάθεια της συνέχειας.

Σε αυτούς τους προβληματισμούς, βοηθούν τον αναγνώστη, η άφθονη συλλογή σημειώσεων εμβάθυνσης, που ετοίμασε ο Davide, η οποία μας επιτρέπει να γνωρίσουμε και να τοποθετούμε κάθε εκδήλωση μέσα στο κοινωνικό και ανθρώπινο πλαίσιο που την παρήγαγε, καθώς και το σφαιρικό προφίλ των συντροφισσών και των συντρόφων που δρούσαν μέσα σε εκείνο το πλαίσιο,το περιβάλλον. Σε αυτούς τους ανθρώπους, τους λεγόμενους «χαρακτήρες-φιγούρες», κάποια μικρή ανακρίβεια φαίνεται να είναι αναπόφευκτη ακόμη και για τον σχολαστικό Davide, ανακρίβειες, από τις οποίες είναι πλέον αδύνατο να ξεφύγουμε δεδομένου του τεράστιου ποσού υλικού από χαρτί και τηλεοπτικού υλικού που επαναλαμβάνει πολλά «κλισέ-στερεότυπα».

Το βιβλίο τελειώνει με την συνέντευξη στον Luca Colombo, έναν σύντροφο που υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών μιας ένοπλης οργάνωσης, των FCC (κομμουνιστικών μαχητικών σχηματισμών-formazioni comuniste combattenti), στην οποία μιλά, πάνω από τριάντα χρόνια αργότερα, εκφράζοντας απόψεις πολύ απομακρυσμένες από εκείνες που ωρίμασαν σε εμένα, οι οποίες όμως είναι πάντα μέρος αυτού που έφερε στην επιφάνεια- που δημιούργησε εκείνη τη σύγκρουση.

Ένα καλό βιβλίο, επομένως, χρήσιμο σε όσους δεν σκέφτονται να αντιγράψουν το έργο του δικαστή ή του ιερέα αλλά να δεσμευτούν, με μια κουραστική και προσεκτική στάση, σε μια πορεία γνώσης και κατανόησης μιας ιστορικής περιόδου που είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε το σήμερα.

22 απριλίου  2013
salvatore ricciardi

Un nuovo buon libro

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne

αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

“Εκτός προγράμματος” από την σελίδα facebook του Davide Grasso

 

Τη Δευτέρα το πρωί στο δικαστήριο είχαμε το εκτός προγράμματος του εισαγγελέα Paolo Borgna ο οποίος παρενέβη για λογαριασμό της εισαγγελίας, στην αρχή της ακρόασης, για να καταθέσει την αλληλεγγύη ολόκληρης της εισαγγελικής υπηρεσίας στην εισαγγελέα Emanuela Pedrotta και το αίτημα της για Ειδική Επιτήρηση  #SorveglianzaSpeciale για εμένα και τους Eddi, Paolo, Jak και Jacopo.

Η παρέμβαση του, μάλλον μέτρια-χαμηλών τόνων, φαινόταν να βάζει τα χέρια μπροστά σε μια κατάσταση – αυτή μιας υπερ-πολιτικοποιημένης εισαγγελίας από 10 χρόνια αντι-# NoTAV ερευνών – που τώρα πλέον έχει σαφώς ξεφύγει από τον έλεγχο, και της οποίας η La Pedrotta είναι το πιο βρωμερό παράδειγμα.

Ωστόσο ο εισαγγελέας τόνισε πάνω απ’ όλα ότι το γραφείο του δεν έχει ξεκινήσει μια «φασιστική δίκη», όπως ειπώθηκε στις εφημερίδες. Ο Borgna, απευθυνόμενος στην υπεράσπιση, υπογράμμισε ότι όταν εφαρμόζονταν η ειδική Επιτήρηση κατά τη φασιστική εποχή ο εισαγγελέας κάθονταν δίπλα στον δικαστή, και οι δικηγόροι κάθονταν χαμηλά μπροστά, ένα σκαλάκι πιο κάτω, για να υπογραμμίζεται η κατωτερότητα του πολίτη απέναντι στο κράτος.

“Σήμερα, παρά την ποικιλία των απόψεων, η δίωξη και η υπεράσπιση, εμείς και εσείς, κάθονται στο ίδιο επίπεδο, μπροστά σε μια ομάδα δικαστών που κάθεται επάνω και μπροστά μας”.

Ευχαριστούμε, dott. Borgna.

Σας ευχαριστώ που μας υπενθυμίζετε ότι το 1945 υπήρξε μια μερική αλλά σημαντική βελτίωση όσον αφορά τις καταπιεστικές ικανότητες του ιταλικού κράτους. Χρειαζόμασταν μια φιγούρα αυτού του μεγέθους για να μας το υπενθυμίζει.

Σας ευχαριστούμε λοιπόν που συμφωνήσατε να καθίσετε – φαινομενικά – στο δικό μας επίπεδο, αν και πολλοί μπορεί να έχουν κάτι να αντιλέγουν, στο #Torino και αλλού, σχετικά με το γεγονός ότι αυτό το φιλελεύθερο σενάριο είναι συνήθως ικανό, στο δικαστήριο, να μεταφέρει μια τέτοια μορφή κατά μια κάποια ουσία.

Αυτούς τους μήνες ο dott. Carlo Ambra, της αντιτρομοκρατικής #Digos του Torino, έχει αντιγράψει και επισυνάψει όλες τις δικές μου αναρτήσεις fb που θεωρεί «πολιτικά ενδιαφέρουσες» , του Jacopo Bindi και του Paolo Andolina, δηλαδή το μεγάλο μέρος, στέλνοντας τες δουλικά στα γραφεία της εισαγγελίας του Borgna

Ο ίδιος καθόταν δίπλα στην dott.ssa Pedrotta τη δευτέρα, ενώ η τελευταία διάβαζε αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις μας, τα άρθρα μας και τα βιβλία μας αυτών των χρόνων, επικαλούμενη τις απόψεις μας για τον καπιταλισμό ή την τρέχουσα κοινωνία και παρουσιάζοντες τες σαν προγνωστικές ενδείξεις για την επικινδυνότητα μας , της «τάσης μας προς τη βία» (που καταδεικνύεται σύμφωνα με την Pedrotta και από τη συμμετοχή μας στον πόλεμο ενάντια στο #Isis) και της μελλοντικής μας χρήσης των όπλων.

Θα βρίσκεστε κάτω από τον δικαστή (χάρη στο αίμα των παρτιζάνων), αλλά η νοοτροπία είναι πάντα εκείνη της ιεράς εξέτασης, χωρίς καν να χρειάζεται να ενοχλείτε το φασισμό. Και αυτό είναι ένα γεγονός.

Όπως είναι γεγονός ότι το πολιτικό φαινόμενο μέσα στο οποίο έχουν συστηματοποιηθεί και εισαχθεί τα προληπτικά μέτρα σε οργανική μορφή είναι ο φασισμός του Μουσολίνι, είτε σας αρέσει είτε όχι. Αυτό είναι κοινή γνώση. Είναι μάλλον σοβαρό ότι κατά την δημοκρατική εποχή αυτοί οι αυταρχικοί κανόνες, μέσω των εν μέρει μεταρρυθμίσεων που αναφέρει ο Borgna με γελοία υπερηφάνεια, προσαρμόστηκαν στις εποχές και διατηρήθηκαν.

Διότι αν είναι αλήθεια ότι εμείς οι πέντε και ο Luisi στη Σαρδηνία μπορούμε να επωφεληθούμε από ένα ευρύτερο δικαίωμα υπεράσπισης από τους αντιφασίστες αντιφρονούντες της δεκαετίας του ’30, παραμένει γεγονός ότι εάν εφαρμοστεί το μέτρο αυτό θα είναι χωρίς κατηγορίες, χωρίς αδίκημα και χωρίς δίκη, καθώς και χωρίς άλλες αποφάσεις αλλά με διάταγμα. Και παραμένουν οι σκανδαλώδεις περιορισμοί των ελευθεριών μας και των πολιτικών μας δικαιωμάτων, ξεκινώντας από εκείνο της συνάντησης και εκείνο της έκφρασης, τους οποίους ο Borgna και οι συν αυτώ, και όχι άλλοι, ζήτησαν.

Και αυτό το αίτημα είναι φασιστικό στην προϋπόθεση της δυνατότητας και αυταρχικό στην ουσία του. Με όλο τον σεβασμό προς τους υποκριτές που δίνουν αέρα στους πνεύμονες ακόμη και όταν το πλαίσιο η συγκυρία και οι περιστάσεις θα συμβούλευαν την αρετή της σιωπής.

 

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/03/28/fuori-programma-dalla-pagina-facebook-di-davide-grasso/?wref=pil

διεθνισμός, internazionalismo

Τιμή στον Lorenzo Orsetti, μαχητή Ypg

του Davide Grasso

Αυτή τη στιγμή όλοι μιλάνε για τον Lorenzo Orsetti, όνομα μάχης Tekosher Piling, γνωστό στο Facebook ως Orso Dellatullo. Ο Orso ήταν ιταλός μαχητής των Μονάδων λαϊκής προστασίας (YPG) πλαισιωμένες στις δημοκρατικές συριακές Δυνάμεις (Sdf). Ο heval μας, ο φίλος μας, έπεσε σε μια μάχη στην περιοχή της Baghuz, στη Συρία, όπου οι Ypg αντιστέκονται στις τελευταίες αντιστάσεις του αυτοαποκαλούμενου «ισλαμικού Κράτους» (Isis]. Μπροστά σε ένα παράδειγμα θάρρους και γενναιοδωρίας όπως το δικό του, που ενσαρκώνεται από την πράξη του μαρτυρίου και φωτίζεται από το τελευταίο του μήνυμα, όλοι, ακόμη και σε μια ιστορική στιγμή όπου η κοινωνική εκτίμηση για τις συλλογικές αξίες βρίσκεται στο ελάχιστο, σταμάτησαν για μια στιγμή και ένιωσαν μια αίσθηση θαυμασμού για το υπερήφανο, καθαρό και επαναστατικό βλέμμα του Tekosher. Τα ίδια εθνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, συνήθως περισσότερο απρόθυμα να εκτιμήσουν φιγούρες όπως η δική του, δεν θέλησαν ή κατάφεραν να αποφύγουν την αποδοχή της αξίας του στις σελίδες εφημερίδων ή σε ρεπορτάζ στην TV.

Σε πολλές εκφράσεις συμπάθειας ή θαυμασμού για τον Lorenzo, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στα θεσμικά όργανα, είναι σαν να εμφανίζεται, ωστόσο, κάποια αμηχανία, η οποία μάλλον προορίζεται να αυξηθεί. Γιατί; Ο Lorenzo έκανε κάτι που, αν και ευγενές, σύμφωνα με την πολιτική και τα επικοινωνιακά της παραρτήματα δεν έπρεπε να γίνει. Για παράδειγμα, πολλά τηλεοπτικά δίκτυα ισχυρίστηκαν ότι, προκειμένου να πάει να πολεμήσει το Isis, ο Lorenzo «παραβίασε» και «αμφισβήτησε» τους νόμους του ιταλικού κράτους, αν και αυτό δεν ισχύει. O Lorenzo δεν έχει παραβιάσει κανέναν ιταλικό ή διεθνή νόμο, καθώς δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να απαγορεύει τη συμμετοχή σε μια ξένη σύγκρουση, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις: οι νόμοι, για παράδειγμα, απαγορεύουν την προσχώρηση σε οργανώσεις που θεωρούνται τρομοκρατικές, στο εξωτερικό όπως στην Ιταλία . Ωστόσο, οι YPG, με τις οποίες μάχονταν ο Tekosher, δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων που συνέταξαν η Ιταλία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Γιατί, λοιπόν, τα ΜΜΕ επιμένουν σε μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, αν και ψευδή;

H προφανής νομική δυσφήμηση της επιλογής του κρύβει την πραγματική, η οποία είναι πολιτική. Ο Lorenzo ενήργησε στο υψηλότερο επίπεδο: εκείνο της μετατροπής της πραγματικότητας, της επαναστατικής αλλαγής, και το έκανε χωρίς να πλαισιώνεται σε κάποια θεσμική δομή της χώρας του: αυτό που το κράτος, στο σημερινό ιστορικό πλαίσιο και συγκυρία, φαίνεται ότι δεν μπορεί να αντέξει, να ανεχθεί. Είναι αλήθεια ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις της Συρίας, στις οποίες συμμετέχει το YPG, είναι σύμμαχοι της Ιταλίας στον πόλεμο εναντίον της ISIS, μέσω της Συνδυασμένης Κοινής Δύναμης, Combined Joint Task Force, που δημιουργήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη διεθνή αποστολή Inherent Resolve, η οποία αποσκοπεί στην καταστροφή του χαλιφάτου. Παρόλα αυτά οι Ypg, οι οποίες κατέχουν τη διοίκηση των SDF, δεν εξαρτώνται, ούτε δέχονται εντολές, από το διεθνή Συνασπισμό. O Sheid Tekosher – «ο μάρτυρας Tekosher»: όρος που πρέπει να γίνει κατανοητός εδώ με μια αυστηρά πολιτική έννοια – κινούνταν κάτω από μια εντελώς επαναστατική διοίκηση, εντελώς έξω από τον έλεγχο οποιουδήποτε κράτους.

Η σχέση των διοικήσεων του με το ΝΑΤΟ ήταν συνεργασίας στην επαρχία της Deir El Zor, κατά του ISIS, αλλά και εχθρότητας και πολεμική, εν προκειμένω κατά του φιλοτζιχαντιστικού τουρκικού στρατού (που είναι μέρος του ΝΑΤΟ), στην Αφρίν, στην διάρκεια της τουρκικής επίθεσης στην πόλη (μια επίθεση, εκείνη ναι, χωρίς οποιαδήποτε διεθνή νομιμότητα, σε πλήρη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας). Ο Lorenzo, έστω και εντός των ορίων του νόμου, έχει κινηθεί εκτός των πολιτικών προσδοκιών των κυβερνώντων στη χώρα του. Αυτή η «πολιτική παρατυπία» του Tekosher είναι, πιστεύω, έκφραση μιας πολύ πιο βαθιάς «παρατυπίας»: μια ηθική παρατυπία, η οποία προκύπτει σαφώς από την επιστολή του. Όπως εκφράστηκε στο λογαριασμό του, την ημέρα μετά το μαρτύριο του, ο ανθρωπολόγος Roberto Beneduce, το ηθικό στοιχείο που εντυπωσιάζει στον Lorenzo συνίσταται στην επιλογή να εισέλθει με ορμή στην παγκόσμια πολιτική κατάσταση «απελευθερώνοντας το πεδίο» από μια ολόκληρη σειρά πολιτικά και γεωπολιτικά φορτία που ο κάτοικος του πλανήτη, σήμερα, κληρονομεί από την ιστορία και αισθάνεται να πιέζει στους ώμους του.

Το έκανε στο Κουρδιστάν, πρόσθεσε ο Beneduce, επειδή αυτό το τελευταίο, σε έναν φαινομενικά μπλοκαρισμένο κόσμο, είναι σήμερα ο «χώρος του δυνατού, του εφικτού». Για να εισέλθει ορμητικά μέσα σε αυτό τον χώρο ο Lorenzo έθεσε υπό αμφισβήτηση πολύ περισσότερα από τις προσδοκίες του κράτους απέναντι του. Τα έσπασε με πολύ περισσότερα.

Το πρώτο βάρος από το οποίο απελευθερώθηκε ο Lorenzo είναι το πιο ισχυρό του αιώνα. Έχει αντιταχθεί στην καλοσύνη, στην ευγένεια ή την αναγκαιότητα του καπιταλισμού ως πρότυπο πολιτισμού, και στη διάσημη προϋπόθεση ότι ένας τρόπος εργασίας, δράσης και συνεργασίας εναλλακτικός δεν μπορεί να υποτεθεί, πόσο μάλλον να τεθεί σε εφαρμογή. Ο Lorenzo ήταν αηδιασμένος από το σύστημα εκμετάλλευσης στον κόσμο του εστιατορίου στον οποίο εργάστηκε στη Φλωρεντία και, γενικά, από την ιταλική αγορά εργασίας με τα χαρακτηριστικά της αγριότητας και της αναλγησίας της: αποδοχή απαράδεκτων χρονοδιαγραμμάτων και απάνθρωπης κούρασης, ανταγωνισμός όλων ενάντια σε όλους, περιφρόνηση και αδιαφορία για τους άλλους στο όνομα του κέρδους, εξόντωση κάθε αυτόνομου χώρου ζωής στο όνομα του δόγματος της αναγκαίας και απόλυτης σχέσης μεταξύ της ανθρώπινης αξίας και της εργατικής απόδοσης. Υψώνοντας γαλήνια το μεσαίο δάχτυλο στο πρόσωπο όλου αυτού πήρε αεροπλάνο και πήγε εκεί όπου η επανάσταση των γυναικών και των κοινοτήτων, το 2017, είχε ήδη χτίσει, σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και στην κοινοτιστική-κομουνιστική ζωή των Ypg, ένα μοντέλο μοιράσματος ριζοσπαστικό, εξελικτικής ακύρωσης των προνομίων και οικοδόμησης μορφών συνεργατισμού που προσανατολίζονται προς τη συνεργασία περισσότερο παρά στον παρασιτισμό και την εκμετάλλευση.

Για να κάνει αυτό ο Lorenzo πήρε τα όπλα. Αποδέχτηκε να προστατεύσει τον εαυτό του και τους πολίτες που εφάρμοζαν αυτές τις αλλαγές, τις γυναίκες που επέβαλαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο τους, τα παιδιά που σπούδαζαν μέσα σε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα. Ενεργώντας στο πλαίσιο ενός επαναστατικού κινήματος διέρρηξε μια ακόμη παγίδα, αμφισβήτησε μια άλλη δοξασία: εκείνη σύμφωνα με την οποία τα καθήκοντα συλλογικής προστασίας πρέπει να ανήκουν αποκλειστικά στα κράτη, ή σε παράνομες μορφές παρα-κρατικές, πάντα βασισμένες στην ταξική διαίρεση. Κάνοντας αυτό, αντιτάχθηκε επίσης στην αρχή σύμφωνα με την οποία η χρήση βίας είναι πάντα λαθεμένη. Ο αγώνας αυτού του Αγωνιστή υπενθύμισε σε όλους ότι η μη άσκηση βίας στην Αφρίν, στο Deir El Zor ή στη Baghuz θα σήμαινε να αφήσει ατιμώρητα τον πληθυσμό στα χέρια εκείνων που θα τον καταδίκαζαν (και στην Afrin, δεδομένης της ήττας, αυτό συνέβη) σε ένα πεπρωμένο όπου η βία γίνεται μια όχι πικρή εξαίρεση αλλά απαραίτητη, ένας ακρογωνιαίος λίθος ενός συστήματος κυριαρχίας. Ποια ηθική, ο Lorenzo πρέπει να ρώτησε τον εαυτό του, θα είχαν εκείνοι που απέφυγαν να βοηθήσουν όσους την χρειάζονταν αυτή την βοήθεια για να προστατεύσουν τις ιδιοτροπίες της αυτο-εκπροσώπησης τους, εξωτερικής ή εσωτερικής;

Δεν είναι αρκετό. Ο Sheid Tekosher δεν δίστασε να αγωνιστεί ενάντια στα τουρκικά drones που είχαν δοκιμαστεί στην Ουάσινγκτον και τα οποία στόχευαν τους πολίτες της Afrin, αλλά δεν δίστασε επίσης να προχωρήσει στην έρημο με την υποστήριξη της αμερικανικής αεροπορίας. Δεν πίστευε ότι μια συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απαραίτητα λανθασμένη, και ως εκ τούτου, ούτε πως οποιαδήποτε ενέργεια που προωθούνταν από τα καπιταλιστικά κράτη έπρεπε να μποϋκοτάρεται για λόγους αρχής. Έδειξε μια πνευματική ευελιξία σπάνια στους αριστερούς αγωνιστές και έθεσε πάνω απ
όλα τόσο τις πραγματικές ανησυχίες για τους ανθρώπους όσο και τις στρατηγικές ανάγκες της επανάστασης – που θεωρείται ως μια πραγματική αλλαγή, ως «χώρος του δυνατού-του εφικτού», και όχι ως ένα φανταστικό φετίχ , αξιολύπητο και άχρηστο. Υπάρχουν κι άλλα, περισσότερα. Κινούμενος, ως αναρχικός, μέσα σε έναν αυστηρά πειθαρχημένο στρατό, αν και στερημένο βαθμών και διακριτικών, και αποδεχόμενος σαφείς και αναγνωρίσιμες γραμμές διοίκησης, έδειξε ότι αποδίδει αξία στην ιδέα στο βαθμό που αυτή παρουσιάζεται ικανή να επιβάλει τα δικαιώματά της επί της πραγματικότητας.

Ως λευκός, ευρωπαίος, γιος μιας αποικιοκρατικής ηπείρου, που έπεσε στον αγώνα μαζί με σύριους σε μια συριακή επανάσταση, έδειξε ότι δεν είναι όλοι οι ευρωπαίοι, οι λευκοί, οι ιταλοί αναγκαστικά κινούμενοι από την επιθυμία για υποδούλωση άλλων λαών ή από μια απροκάλυπτη περιφρόνηση απέναντι τους. Ως αγωνιστής μιας κουρδικής οργάνωσης σε μια κατ ‘εξοχήν αραβική χώρα έδειξε ότι για να νικηθεί ο ισλαμισμός και οι συνέπειές του, ή για να αποκατασταθεί η ειρήνη στη Συρία, δεν είναι απαραίτητο να υποταχθεί κάποιος στο μύθο της ανωτερότητας μιας ηγεμονικής εθνικής ταυτότητας, όσο κι αν είναι πλειοψηφική σε γλωσσικό και θεσμικό επίπεδο στην ιστορία της repubblica. Ως μαχητής των δημοκρατικών συριακών Δυνάμεων, ο οποίος έπεσε στο πλευρό των αράβων rafiq  («συντρόφων») του έδειξε ότι οι πολιτικοποιημένοι επαναστάτες όπως ο ίδιος, σε αντίθεση με τους απλούς εξεγερμένους ή τους απλούς μαχητές, δεν υποκύπτουν στον πειρασμό να ερωτευτούν ένα έθνος μεταξύ άλλων, όσο καταπιεσμένο κι αν είναι, επειδή η συνύπαρξη είναι απαραίτητη και ο πλουραλισμός είναι υποχρεωτική επιλογή για μια άξια κοινωνική ζωή.

Ως μαχητής ενάντια στον φονταμενταλισμό έδειξε ότι η υψηλότερη ηθική αίσθηση προκύπτει με ευκολία εκεί όπου η απουσία πίστης σε έναν Θεό δονείται, και επικρατεί η ανησυχία για μια δικαιοσύνη και μια ισότητα που είναι αναθεματισμένα γήινα αγαθά για εμάς τους θνητούς, σε αυτό τον μικρό πλανήτη όπου ακόμα οι Αγωνιστές σαν αυτόν δεν υποβάλλονται, παρά τα βάσανα του ανθρώπινου πεπερασμένου, σε μια φερόμενη-υποτιθέμενη Αποκάλυψη. Χωρίς Θεό, αποστάτης άπιστος ο οποίος πήρε τα όπλα μαζί με χιλιάδες πιστούς χριστιανούς, μουσουλμάνους και γιεζίντι, σε μια χώρα όπου το θρησκευτικό συναίσθημα ξεχειλίζει, έδειξε ότι η μη επιβολή θρησκείας δεν σημαίνει ότι δεν ασκείται ο σεβασμός στα διαφορετικά μονοπάτια ζωής από τη δική του – αντιθέτως μάλιστα. Δυτικός επαναστάτης που βρήκε την πλήρη πραγμάτωση του σε μια ανατολική επανάσταση, δεν υπέκυψε στον εξωτισμό, διαψεύδοντας ταυτόχρονα το δόγμα σύμφωνα με το οποίο η κατανόηση του κόσμου σε αυτή την εποχή πρέπει να προσανατολίζεται σύμφωνα με τις κατευθύνσεις μιας δυαδικής αντιπαράθεσης μεταξύ «κουλτούρας» και «πολιτισμού» που θεωρείται αναπόφευκτη ή απαραίτητη.

Αλλά το δόγμα, η παγίδα ή το φορτίο που έσπασε ο Tekosher με τον πιο ιλιγγιώδη τρόπο είναι το πιο δύσκολο να σπάσει για έναν δυτικό και έναν διεθνιστή. Όλοι και όλες μας, που συμμετείχαμε για λίγους μήνες ή χρόνια στην επανάσταση της βόρειας Συρίας, έχουμε με διαφορετικές μορφές και τρόπους αποδεχθεί να θέσουμε τη ζωή μας σε κίνδυνο. Μου φαίνεται, αν μπορώ να εκφράσω μια γνώμη που δεν είναι μόνο η δική μου, ότι ο Tekosher αποδέχτηκε την πιθανότητα του θανάτου με τρόπο που ήταν κάπως διαφορετικός.Αν και δεν τον έψαχνε με κανένα τρόπο, η πιθανότητα του τέλους έγινε αποδεκτή από τον ίδιο με μια ιδιαίτερη γαλήνη, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αδιαφορία ή την παραίτηση: το αντίθετο. Η Ιταλία στο σύνολό της το γνωρίζει τώρα, διότι έχει μάθει τα γραπτά του λόγια και αυτά που εμπιστεύθηκε, με αυτοειρωνεία και τόλμη, σε μια τηλεκάμερα. Ο κοινός σκοπός τον καθιστούσε ευτυχισμένο. Ήταν ικανοποιημένος από τον αγώνα, και έβρισκε εκπλήρωση σε αυτόν. Ο θάνατος, αν και ανεπανόρθωτος, δεν ήταν ίσως ο χειρότερος όλων των προοπτικών για αυτόν, διότι μαζί με αυτόν και το μήνυμα ενός Αγωνιστή, και όχι ενός ποιητή ή ενός Θεού, θα μπορούσε να έρθει στη Φλωρεντία του, και να κερδίσει για άλλη μια φορά χιλιάδες αιώνες επί της σιωπής.

https://www.carmillaonline.com/2019/03/23/omaggio-a-lorenzo-orsetti-combattente-ypg/