αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Aa. Vv.

Daddo e Paolo

«Μια φωτογραφία “risolta”, που αφήνει σε αυτόν που την κοιτά ένα χώρο για την σκέψη».

Antonello Frongia
Την 1η φεβρουαρίου 1977 μια ομάδα νεοφασιστών εισβάλει στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, πυροβολώντας. Ένας φοιτητής παραμένει σοβαρά τραυματισμένος. Το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται. Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια μιας πορείας, η έδρα των νεαρών νεοφασιστών της οδού Sommacampagna πυρπολείται. Λίγο μετά, στην piazza Indipendenza, οι ειδικές αστυνομικές ομάδες παρεμβαίνουν και διασκορπίζουν την πορεία με ριπές αυτομάτων. Ο Paolo Tommasini και ο Leonardo (Daddo) Fortuna πέφτουν τραυματίες στο έδαφος, οι οποίοι, οπλισμένοι, είχαν απαντήσει στο πυρ θεωρώντας ότι επρόκειτο για νεοφασίστες. Ο πρώτος που πέφτει, χτυπημένος στα πόδια, είναι ο Paolo. Ο Daddo γυρνά πίσω και προσπαθεί να τον βοηθήσει απομακρύνοντας τον αλλά τραυματίζεται κι αυτός.

Αυτό το δραματικό γεγονός – το οποίο σηματοδότησε την έναρξη της μεγάλης εξέγερσης του Κινήματος του 77 – αποθανατίστηκε από τον φωτογράφο Tano D’Amico ο οποίος τις φύλαξε για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αυτά τα πλάνα (ένα ιδιαίτερα) απεικονίζουν μια χειρονομία εξαιρετικής γενναιοδωρίας, την ίδια που διέσχισε και τροφοδότησε τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές όλων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτό το Κίνημα. Εκ των πραγμάτων, η εικόνα εκείνη αντιπροσωπεύει το ακριβές αντίστροφο αυτής που τραβήχτηκε με την ευκαιρία μιας άλλης ανταλλαγής πυρών μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: εκείνη της Via De Amicis στο Μιλάνο, στις 14 μαΐου του ίδιου έτους. Μια εικόνα στο κέντρο ενός άλλου βιβλίου που εκδόθηκε από τον εκδοτικό μας οίκο (Ιστορία μιας φωτογραφίας. Η κατασκευή της εικόνας αναπαράστασης των χρόνων του μολυβιού – Storia di una foto. La costruzione dell’immagine icona degli anni di piombo).
Και αυτό το βιβλίο περιέχει επίσης μια πλούσια εικονογραφική τεκμηρίωση πολλών συγγραφέων, κείμενα που προέρχονται από δικαστικά έγγραφα, πολιτικά ντοκουμέντα της εποχής, δοκίμια από επιστήμονες της επικοινωνίας, μαρτυρίες ορισμένων πρωταγωνιστών.
Ο Leonardo Fortuna (Daddo), που έφυγε την περασμένη άνοιξη, εργάστηκε πολλά χρόνια για την εφημερίδα «il manifesto» και υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του εκδοτικού σπιτιού μας.

Un assaggio…Μια  γεύση

Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κατά της φασιστικής επίθεσης της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο κατά την οποίαν τραυματίστηκε ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην Piazza Indipendenza λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αγωνιστές της αριστεράς, πέφτουν στη γη, τραυματισμένοι – ο Leonardo (Daddo) Fortuna και ο Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti. Κανείς δεν είδε ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς συνέβησαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση. Υπάρχουν κάποιες εικόνες από τις στιγμές πριν από την μάχη, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και παραδόθηκε στη φωτιά σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχαν πολλοί αγωνιστές, και υπάρχουν εικόνες των στιγμών μετά τη μάχη – οι δυο στρατευμένοι, έχοντας τις αισθήσεις τους, που χάνουν αίμα, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, χτυπημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και σχεδόν αμέσως γίνεται λόγος γι αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως φαινόταν σαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη διαδήλωση για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιλάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Αντιθέτως, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας κατά της Κρατικής μηχανής ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα το να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι πράγμα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους, δεν το κάνουν τη γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα του Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα. […]

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.

RASSEGNA STAMPA

«Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» από Sololibri.net

Ανασκόπηση του Mario Bonanno στο «Daddo και Paolo. Η έναρξη της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από Sololibri.net, 31 μαρτίου 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στα χρόνια Εβδομήντα και για το «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video πήγαινε στο βίντεο


Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στα χρόνια Εβδομήντα και στο «Daddo e Paolo. Η αρχή της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video Πήγαινε στο βίντεο

Militant

λαμβάνουμε από τους συντρόφους του DeriveApprodi ένα κομμάτι του Lanfranco Caminiti στη μνήμη του Daddo .. το δημοσιεύουμε με χαρά, έστω και με μερικές μέρες καθυστέρησης..

Στον Daddo

Lanfranco Caminiti

Ένας μονομάχος έπεσε. Vale. Αντίο.
Το δυνατό του σώμα, οι πλατιοί ώμοι του, το φαρδύ στήθος του, βρίσκονται τώρα στη σκόνη.
Αγωνίστηκε, έχασε. Το θηρίο ήταν πολύ άγριο. Ή αυτός ήταν πολύ κουρασμένος.
«Δεν μου πάει να ζήσω σαν άρρωστος για να πεθάνω σαν υγιής». Μου μίλησε έτσι, ο Daddo, λέγοντας μου για τον καρκίνο που του είχε επιτεθεί και για τις φροντίδες, σχολαστικές, ηττοπαθείς και γεμάτες θυσίες, στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί για μιαν ελπίδα να βαστήξει λίγο ακόμη. Για θεραπεία, πιστεύω, ποτέ δεν έγινε λόγος πραγματικά, αφότου το θηρίο παρουσιάστηκε με όλη του την αγριότητα.
Ήθελε να τα βάλει μαζί του, να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, τον καρκίνο, να τον διώξει και να τον πολεμήσει στην αρένα, να τον δαγκώσει αν αυτό χρειάζονταν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν υποχωρούσε ένα χιλιοστό. Έτσι πολεμούσε, ο Daddo, απoφασισμένος. Ήξερε τι έκανε. Έπαιρνε τα μέτρα του. Ήξερε τα μέσα του, γνώριζε τον εχθρό. Οργανώνονταν. Ήταν διαυγής, πάντα.
Μπορούσες να προσπαθήσεις να εξηγήσεις, να αιτιολογήσεις, να βρεις κάποια γραμμή διαμεσολάβησης. Δεν ήταν έτσι, δεν ήταν ο δρόμος του Daddo, ο τρόπος του. Ο εχθρός ήταν άνανδρος. Η μάχη ύπουλη, αλλά αυτός θα την τιμούσε με τον τρόπο του. Διαυγής και ριψοκίνδυνος.
Θα πεθάνεις όπως έζησες, με τις πέτρες και τις σκέψεις στην τσέπη, ή αφηρημένος, πονηρός, μαλακισμένα, δίχως σοβαρότητα, φοβισμένος, ψευτοφιλοσοφώντας, μες την ποίηση ή τις μάχες. Έτσι πάει.                                                                                                        Τον Daddo τον γνώρισα δίχως να τον γνωρίζω. 1977, το τρομερό έτος – annus terribilis. Οι αυτόνομοι. «εργατική Αυτονομία, οργάνωση, ένοπλος αγώνας για την επανάσταση», αυτά τα πράγματα. P38, κουκούλα, αυτά τα πράγματα. Τον συνάντησα όταν ήμασταν σε ένα σπίτι στο Trastevere – και ίσως εκείνη την στιγμή δεν ήταν το μόνο μέσα στο οποίο συζητούσαν γι αυτά τα πράγματα – μου μίλησαν για το πώς θα μπορούσαμε να τον τραβήξουμε έξω από τη φυλακή, από την Regina Coeli, όπου νοσηλεύονταν στο αναρρωτήριο λόγω των τραυμάτων μετά τους πυροβολισμούς της piazza Indipendenza.
Μια απόδραση. Τα φρεάτια για να μπούμε στους υπονόμους, οι αυλές να σκαρφαλώσουμε, το ιατρείο να καταλάβουμε, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά το σχέδιο ήταν εκεί, υπήρχε. Ή σε μας φαινόταν σαν ένα σχέδιο. Τότε, έτσι σκεφτόμασταν τα πράγματα, δίχως να δίνουμε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες. Ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει;

Ήταν αυτός που αντιτάχθηκε. Που έκανε πίσω.                                                          Ευχαριστώ, όχι. Διαυγής. Με την απόδραση, θα είχε καταδικαστεί από μόνος του σε μια παράνομη ζωή. Και αυτός ήταν ένας μονομάχος, όχι ένας παράνομος.
Και το κίνημα ήταν δυνατό, ισχυρό όπως ποτέ δεν ήταν, όπως δεν υπήρξε ποτέ πλέον.  Και φόβισε όπως ποτέ προηγουμένως.
«Paolo και Daddo λεύτεροι», φώναξε και αξίωσε. Για μήνες. Γράφτηκε στους τοίχους της Ρώμης: πριν από κάποιον χρόνο, το υπενθύμιζε μια επιγραφή ξεθωριασμένη στα μέρη της Piazza Navona. Ένα γκράφιτι γδαρμένο απ’ τον καιρό, ένα αρχαιολογικό εύρημα πλέον, σχεδόν ένα αυτοκρατορικό ανάγλυφο ή ένα τραπεζάκι απ’τα χρόνια τα παλιά, ρεπουμπλικάνικης εποχής. Ή εκείνες οι μικρές λαξευμένες επιτύμβιες πλάκες του δέκατου όγδοου αιώνα οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στρωμένες εδώ και εκεί και προσκαλούν να μην λερώνουμε τους δρόμους, ανήκουστες για αιώνες. Επειδή τα Εβδομήντα επτά είναι χρόνια που υπήρξαν, είναι ιστορία. Ανήκουστη.
Η επανάσταση που έρχεται, τιτλοφορήσαμε στον DeriveApprodi το πρώτο βιβλίο για τα Εβδομήντα επτά, είκοσι χρόνια αργότερα. Μετά γράφτηκαν βιβλία από άλλους, ξεθωριασμενα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η φώτο του Tano D’Amico με τον Daddo και τον Paolo. Και τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει; Και τι άλλο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί; Ένα εύρημα αρχαιολογικό, σίγουρα. Αλλά εμείς οι ίδιοι ήμαστε πλέον αρχαιολογικά ευρήματα, σύγχρονη τέχνη για συλλέκτες, τι μπορείτε να κάνετε; Όμως, να, το βιβλίο μιλούσε για εκείνο το υπέροχο κίνημα που είχε θέσει όλα τα ερωτήματα που παρέμειναν, για πάντα: οι μεταμορφώσεις της εργασίας μετά το φορντικό εργοστάσιο, η κρίση της δημοκρατίας, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζονταν το ζήτημα της εξουσίας που έθεταν νέα μη αντιπροσωπευόμενα κοινωνικά υποκείμενα , η συνταγματική δύναμη ενός κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, η αναγκαιότητα για νέους θεσμούς. Τα ερωτήματα που είναι ακόμα εδώ και τώρα, επίκαιρα. Ίσως εκείνο το κίνημα εντυπωσίασε με την έπαρση και την υπεροψία των χειρονομιών του – συχνά παρεξηγημένων – αλλά είναι βέβαιο ότι μπορεί ακόμα να εντυπωσιάσει με την ακρίβεια της συλλογικής νοημοσύνης του. Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι από πολλές απόψεις οι θεωρητικές διαισθήσεις που υπογράμμιζε το κίνημα ήταν πληθωρικές σε σχέση με τις χειρονομίες, τις απλοποιήσεις του. Όλα μπλεγμένα, ένα μπλέξιμο από πράγματα. Ω, να τα πάρουμε από την αρχή. Σε εκείνο το μπλέξιμο πραγμάτων βρίσκονταν αυτή η εικόνα. Υπήρχε ο Daddo ο οποίος έτρεχε οπλισμένος στην piazza Indipendenza προσπαθώντας να σηκώσει τον Paolo από το έδαφος.
Όμως η δύναμη βρισκόταν σε αυτό, στο να διεκδικεί στον εαυτό του εκείνους τους τραυματισμένους συντρόφους. Εκείνους τους οπλισμένους συντρόφους στην πλατεία. Στο να τους νιώθει μέρος ενός ταξιδιού, μιας διαδρομής, ενός δικού του μονοπατιού. Στη συνέχεια ήρθε η κατάληψη της La Sapienza, η αποπομπή του Λάμα, η 12η μαρτίου – σχεδόν μια εξέγερση -, η Giorgiana Masi και όλα τα υπόλοιπα. Να γλιστρά. Να λυγίζει. Να πέφτει.

Στην αρχή έγιναν αυτά: την πρώτη του φεβρουαρίου οι φασίστες είχαν πυροβολήσει μέσα στο πανεπιστήμιο, τραυματίζοντας έναν φοιτητή στο κεφάλι, και την επομένη η διαδήλωση στην piazza Indipendenza, oι προκλήσεις, oι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια, οι δικοί μας που απαντούν, ο Paolo τραυματίζεται, ο Daddo προσπαθώντας να τον πάρει μακριά μαζεύοντας τα όπλα, τραυματίζεται και αυτός. Απερίσκεπτος. Αλλά τους τραυματίες συντρόφους δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω. Όπως οι πεζοναύτες. Μια σύγκρουση. Με πυρά.
Μετά έγιναν όλα τα υπόλοιπα. Που ήταν εκεί.
Είναι δικοί μας, είπε. Χωρίς εάν, αλλά, και ίσως. Χωρίς υποκρισίες: η χρήση των όπλων και της βίας ήταν μέσα στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν ήταν ο πρωταρχικός χαρακτήρας του, αντιθέτως προκαλούσε συνεχείς υπεκφυγές, συνεχείς κατηγορίες, συνεχή επανένωση. Είναι σίγουρα ένα τεράστιο δεδομένο, αλλά είναι τεράστιο μόνο και μόνο επειδή φαινόταν φυσιολογικό. Είναι τεράστιο λόγω της εξαιρετικής κανονικότητάς του. Η χρήση όπλων ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του κινήματος αλλά όχι το διακριτικό του. Και δεν ήταν ο λόγος για την ήττα του. Η ήττα ήταν όλη μέσα στο μπέρδεμα στο οποίο είχαμε εμπλακεί. Ήταν όλη μέσα στη σύγκρουση με τους κομμουνιστές του Berlinguer. Εκείνους του ιστορικού συμβιβασμού, της λιτότητας, των δύο κοινωνιών, της παρελθοντολογίας που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτά τα πράγματα. Μια ανοησία, ξαναδιαβάζοντας τα σήμερα. Αλλά είχαν εξουσία και την χρησιμοποίησαν ολόκληρη για να καταστείλουν, για να μας βγάλουν έξω απ’ το παιχνίδι.
Αυτή είναι η ιστορία. Αυτά ήταν τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αλλάξει, ο κόσμος αλλάζει πάντα. Οι εξεγέρσεις, οι ταραχές έχουν αλλάξει, οι εξεγέρσεις και οι ταραχές πάντα αλλάζουν. Δεν μας αρέσει, και δεν θα κλάψουμε. Πληρώσαμε για το εισιτήριο. Είμαστε ένα εύρημα. Ο Daddo δεν ευχαριστήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν έκλαψε επάνω σε αυτό.
Ο Daddo εκπλήσσονταν πάντα με τα θαύματα που τύχαινε να διαβάσει, εδώ και εκεί, ή όταν ανακάλυπτε, ευτυχής, εκείνη την εξαιρετική έξυπνη μηχανή, για να καταλάβει, για να σκεφτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος, ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ότι είναι το πιο βιολογικό μας χαρακτηριστικό που μας κάνει να επιθυμούμε τα πράγματα, το πιο ανθρώπινο μας χαρακτηριστικό.
Μαζί με τον Sergio και την Ilaria και άλλους επινοήσαμε τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi στη δεκαετία του 1990. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Nα εκτυπώνει βιβλία. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό που έκανε – να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του στο «manifesto» – πάντα είχε μείνει προσκολλημένο μέσα του ένα νήμα βιογραφίας, ευαισθησίας.
Μετά, με αυτόν και με τον Giancarlo και τον Giorgio και τον Giorgio επινοήσαμε το περιοδικό «accattone – cronache romane» στη δεκαετία του 2000. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Να επεξεργάζεται ένα περιοδικό. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό έκανε – φέρνοντας τα βόλτα σε μια γραφική εταιρεία όπου δούλευε – και πάντα ήταν προσκολλημένος σε ένα νήμα βιογραφίας, και ευαισθησίας.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι συγγραφείς, αυτός διάλεξε όλα τα βιβλία τους που έβρισκε, της Elena, του Emanuele, του Christian, του Nicola. Τους ξεψάχνιζε. Κάποιο του Carola, το διάβαζε και στη Νίνα, την κόρη του.
Επειδή έτσι είναι οι μονομάχοι. Στον χρόνο που τους μένει ελεύθερος, μεταξύ ενός αγώνα και ενός άλλου, διαβάζουν ή τα φτιάχνουν τα βιβλία.
Νανουρίζουν τα παιδιά τους.
Μοιάζουν σαν όλους εμάς.
Αγαπούν τις γυναίκες τους χωρίς επιφύλαξη.
Για τη Francesca, την σύζυγο του, μου εξηγούσε – με μεγάλη λεπτομέρεια – πόσο υπέροχη είναι η Σικελία. Πόσο πρέπει να την αγαπάμε. Γεμάτος θαυμασμό για να με εκπλήσσει. Για να με πείθει, πάνω απ ‘όλα. Εμένα, Σικελό. Ένα πράγμα – είναι αυτονόητο – δίχως νόημα.
Vale Daddo. Addio.

Roma, 18 φεβρουαρίου 2011


«Il fotografo non è un educatore-» από Alfabeta2 »Ο φωτογράφος δεν είναι ένας εκπαιδευτής»

Ανασκόπηση του Antonello Frongia στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Alfabeta2, μάϊος 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


«Due fotogrammi sospesi nel tempo» »Δυο καρέ σταματημένα στο χρόνο»από το Manifesto

Ανασκόπηση του Marco Guarella στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Manifesto, 19 απριλίου  2012

Vai all’articolo πήγαινε στο άρθρο


Libri & Conflitti. Recensione a «Daddo e Paolo»

Ανασκόπηση της Isabella Borghese στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Controlacrisi.org, 16 ιουνίου 2012

Vai all’articolo εδώ το άρθρο


«Le pistole e il 77″ »τα πιστόλια και το ’77»

Ανασκόπηση της Maria Simonetti στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από  L’Espresso Online, 22 ιουνίου 2012

Vai all’articolo το άρθρο εδώ


τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΚΚ. στη χώρα του ποτέ…ή 10

από την Bologna, Σεπτέμβρης ’77

Να συνεχίσουμε όμως με τον άλλο ‘καμένο’ της υπόθεσης των εις βάρος μου καταθέσεων και της δικογραφίας, τον καημένο τον Μένιο
θα είχα σταματήσει, έχουν όμως ενδιαφέρον στη συνέχεια τα λόγια του διότι θα μιλήσει για πράγματα που δεν ακούσαμε μέχρι τώρα. Δικός σας :
‘Γεννήθηκα στην Μάσσα 36 χρόνια πριν, είμαι ναυαγοσώστης, έβγαλα το δημοτικό και μένω στην Σαρζάνα.’
‘Ανήκα στον ‘Συνεχή Αγώνα’. Μερικές φορές έλαβα μέρος σε διαδηλώσεις, σε καταλήψεις σπιτιών, σε ‘κόκκινες’ αγορές, γι αυτό το γεγονός δικάστηκα. Δεν ανακατεύτηκα ποτέ με το ένοπλο.
Είμαι δραστήριος δημοκράτης και μπορεί να το αποδείξει όλη η κωμόπολη μου, απ’ τον Δήμαρχο μέχρι τον τελευταίο πολίτη. Έχω συγκρουστεί με τους συντρόφους που χρησιμοποιούσαν την ένοπλη βία. Ακριβώς στην Μπολόνια [στο πανιταλικό συνέδριο της Αυτονομίας, τον σεπτέμβρη του ’77], συγκρούστηκα βίαια με εκείνους του συλλόγου Σάντα Κρότσε [σύντροφοι άλλου κομματιού της αυτονομίας της πόλης της Φλωρεντίας] πάνω στις κερκίδες του Παλάτσο ντέλλο Σπόρτ. Θα πω με την ευκαιρία πως στα μέρη μας δεν μπόρεσε να εισχωρήσει καμία ομάδα που ανήκε στο οπλισμένο κόμμα, αυτό οφείλεται στο φύλαγμα που έγινε από μένα και τους συντρόφους μου. Μέχρι την δολοφονία του Μόρο τους θεωρούσα συντρόφους που κάνανε λάθη αλλά μετά άλλαξα γνώμη και έγινε τελείως αρνητική.

Bologna 11 Marzo 77 Fatti Nostri

Συμμετείχα στην ομάδα περιφρούρησης του Σ.Α. της κωμόπολης μου.
Στην Πίζα το ’77 συγκρούστηκα με αυτούς της Santa Croce επ’ ευκαιρία του θανάτου του Σεραντίνι. Κάναμε ομάδα περιφρούρησης μαζί με άλλους μπροστά στα καταστήματα όπλων. Έκαναν απαλλοτριώσεις σε άλλα καταστήματα και μπήκαμε στην μέση. Τότε ήταν που έμαθα πως είχα κτυπήσει τον αδελφό του Φαίδωνα, σύντροφο και φίλο του Σπανού. Μεταξύ των χτυπημένων ήταν και ο Βρούτος’, [γνωστός στον χώρο της αυτονομίας της Φλωρεντίας, του συλλόγου Σάντα Κρότσε].’

  • [Να πω με την ευκαιρία πως ο χώρος αυτός δεν είναι κάτι ενιαίο, μία οργάνωση. Κίνημα είναι. Οι κολεκτίβες συζητούν μεταξύ τους, έχουν διαφορές, συνεργάζονται, δεν έχουν όμως ενιαία γραμμή. Ρομάνοι, Τορινέζοι, Παντοβάνοι, Βενετσιάνοι, Μιλανέζοι, κλπ, Πόρτο Μαργκέρα, Μπολονιέζοι, οι γνωστότερες μαζώξεις. Μιλάμε για χιλιάδες αγωνιστές, η κάθε πόλη κατεβάζει στο δρόμο μεγάλες πορείες και διαδηλώσεις και οι σύντροφοι δραστηριοποιούνται σε όλους τους κοινωνικούς χώρους.
    Η γροθιά σηκωμένη σε σχήμα περιστρόφου!]

Συνεχίζει :
‘στην Μπολόνια έκανα πολλές επεμβάσεις ενάντια στις προτάσεις, που υποστήριζαν οι ‘Βόλσι’, [οι Ρωμαίοι σύντροφοι, πήραν το όνομα από τον δρόμο στον οποίο είχαν τα γραφεία τους] και άλλοι εξτρεμιστικοί σύλλογοι, επίθεση στη φυλακή ή άλλες φασαρίες. Υποστήριξα τη βίαιη απομάκρυνση των ταραχοποιών από τις διαδηλώσεις, και φράξιες του Συνεχή Αγώνα με κριτικάρανε ανοιχτά.’
Μιλάει για τους γνωστούς του στην Πίζα και πως έκανε παρέα με την κόρη του Λουτσιάνο ντέλλα Μέα, [ιστορική φιγούρα της εξωκοινοβουλευτικής επαναστατικής αριστεράς, αδελφός του επίσης γνωστού τραγουδοποιού Ιβάν], αναφέρει τα γεγονότα που με αφορούν και για τα οποία ήδη σας μίλησα. Μιλά για τα άτομα του κύκλου του Σπανού που γνώριζε. Αρνείται πως γνωρίζει τον βοσκό για τον οποίο μιλά ο φίλος του.

Τον ρωτούν για την αγορά δέκα αλεξίσφαιρων γιλέκων που έγινε από κάποιον Ρένο και απαντά πως τον γνωρίζει διότι διατηρούσε κάμπινγκ στην παραλία. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί ο τάδε του χρεώνει την αγορά των γιλέκων, πράγμα που αποκλείει απόλυτα.
Του γνωστοποιούν πως οι δηλώσεις του Ρένο είναι ακριβείς, τότε απαντά με το περίφημο: ‘ίσως κατηγορεί εμένα γιατί σ’ αυτό το σημείο με παίρνουν για τον χαζό του χωριού’. Και πως αναφέρθηκε το όνομά του για να καλυφθούν τα άτομα που πραγματικά αγόρασαν τα γιλέκα. ‘Προφανώς, οφείλοντας να διαλέξει ανάμεσα σ’ εμένα που το πολύ να του έδινα ένα γερό ξύλο και αυτού που θα μπορούσε να τον βγάλει απ’ την μέση, διάλεξε το μικρότερο κακό’.
‘Έλεγε πως έχει επαφές με μπος-νονό του υποκόσμου. Με αποκαλούσε τρομοκράτη αστειευόμενος γιατί ανήκα στον Σ.Α.’
‘Δέν έχω επαφές με τον υπόκοσμο. Γνωρίζω τους φίλους μου από καιρό και μπορώ να ορκιστώ ότι δεν έχουν σχέση με την τρομοκρατία και τον υπόκοσμο’.
‘Η περιφρούρηση για την οποία μίλησα συνίστατο στο ν’ αφιερωθούμε πολιτικά σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, απ’ το πρόβλημα των ναρκωτικών μέχρι εκείνο της ελεύθερης ραδιοφωνίας’.

  • Και ερχόμαστε στον Αντόνιο. Φιορεντίνος, 27 χρονών, παντρεμένος, με ένα παιδάκι.
    Απασχολεί την δικαιοσύνη το ’78, τον Νοέμβρη, μιλά για προσωπικά θέματα και αναφέρει πως ‘ο Πέτρος κι εγώ εδώ και καιρό, έχουμε την τάση να κάνουμε χρήση ναρκωτικών ουσιών’, γι αυτό και του έστειλα ένα δέμα που περιείχε μία δόση χασίς, όταν εβρίσκετο στην Σαρδηνία.’
    Τότε κάνει νύξη ‘στον μεγάλο αρχηγό’, σε γράμμα του στον Πέτρο, λέγοντας πως εννοεί τον πατέρα του.
    Τα σοβαρά ξεκινούν Γενάρη του ’80
    δηλώνει πως ανήκε στον ‘Συνεχή Αγώνα από το 1970 και βγήκε μετά από μια περίοδο φυλάκισης [δεν αναφέρει τον λόγο] δύο μηνών. Αποξενώθηκε απογοητευμένος από κάθε φόρμα πολιτικής δραστηριότητας και χρησιμοποίησε ηρωίνη.

Λαμβάνει μέρος στην κατάληψη του Μπόργκο λα Κρότσε, πίσω από την πλατεία Σάντα Κρότσε, γιατί εκείνο το διάστημα δεν είχε σπίτι. Λίγο νωρίτερα βέβαια έχει αναφερθεί στο γράμμα που έστειλε στον φίλο του τον Πέτρο, τότε που έκανε λόγο για ‘τον μεγάλο αρχηγό’. Λέει λοιπόν πως αναφέρεται στον πατέρα του ο οποίος έχει μάθει πως το διάστημα αυτό συζεί στο σπίτι με την γυναίκα του και ένα ακόμη άνδρα,σκέφτεται να χωρίσει, δεν ξέρει τι να κάνει, ίσως γι αυτό να διάλεξε να πάρει μέρος στην κατάληψη, μέχρι να καταλήξει στη λύση του αδιέξοδου στο οποίο έχει βρεθεί.
‘Η πρωτοβουλία ανήκε στον σύλλογο Σάντα Κρότσε. ‘

Αναφέρει τον γνωστό Βρούτο που είχε χτυπήσει ο Μένιος και κάποια άλλα ονόματα, άσχετα με την υπόθεσή μας. Πρέπει να είναι αρχές του ’77. Η σύλληψή του είχε γίνει τον Οκτώβρη του ’75.
‘Στην κατάληψη πήραν μέρος όλες οι εξωκοινοβουλευτικές συνιστώσες της Φλωρεντίας, η ‘Ενωση Ενοικιαστών’ με επικεφαλής τον τάδε, ο’ σύλλογος συσσίτιο’, θυμάται εμένα και ένα ακόμη παλικάρι που έχει συλληφθεί εκείνο το διάστημα,αυτόν που ο Σαβέριο ονομάζει ‘φαντασμένο’, τον Ρούλη. Επίσης ο ‘σύλλογος αρχιτεκτονική’ και ονοματίζει τον Νάκη σαν υπεύθυνο, με το κόκκινο αυτοκίνητο, παντρεμένο, με ένα παιδάκι. Θυμάται και άλλους, τον Σάσσο αλλά και μερικούς της άλλης συνιστώσας της αρχιτεκτονικής,συνδεδεμένους με τον Άγγελο και τον Όμηρο. Παίρνει επίσης μέρος και η ‘Προλεταριακή Δημοκρατία’ [ένωση εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων που θα πάρει μέρος στις εθνικές εκλογές] όπως και το ‘Σοσιαλιστικό κόμμα των ενωμένων Προλετάριων’.

‘Κατά την διάρκεια της κατάληψης πήρε την πολιτική διεύθυνση η περιοχή της αυτονομίας και είχε σαν συνέπεια την απομάκρυνση της ‘Προλεταριακής Δημοκρατίας’ και της Ένωσης ενοικιαστών’.
‘Έτσι λοιπόν ο προσανατολισμός της οργανωμένης αυτονομίας επικράτησε, έχοντας σημείο αναφοράς στην πρακτική της παρανομίας των μαζών, δηλαδή καταλήψεις μέχρις εσχάτων, απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Η τελευταία περικλείει μία πλειονότητα από φόρμες, όχι περιορισμένη στα ενοίκια, αλλά εκτεταμένη, πχ στην τιμή του σινεμά, των ειδών διατροφής και παρόμοια’.

‘Η θέση μου εκείνο τον καιρό συμπίπτει με αυτή του συλλόγου Σάντα Κρότσε που ήταν σε διαφορετική θέση εν συγκρίσει με εκείνη του Συσσιτίου και της Αρχιτεκτονικής, που ενεργούσαν συγχρόνως, αφού αυτοί οι δύο τελευταίοι υποστήριζαν την ανάγκη να φτάσουν στην ικανοποίηση των αναγκών διά μέσου της πρακτικής των απαλλοτριώσεων.
Μετά κατάλαβα και θα επιμείνω ότι αυτή η θέση των δύο συλλόγων ήταν σε λειτουργία με μία συζήτηση πιό γενική του οπλισμένου κόμματος.’

‘Βρέθηκαν προκηρύξεις με τις οποίες διεκδικείτο η απαλλοτρίωση στη Βόγκουε Shop, κατάστημα πολυτελείας, μονογραμμένες ‘Προλεταριακές Περιπολίες’, ενάντια στην ακρίβεια της ζωής. Δεν μας άρεσε που βρέθηκαν αυτές οι προκηρύξεις αφού μία ενδεχόμενη έρευνα της αστυνομίας θα κατονόμαζε ως υπεύθυνους όλους εμάς. Και σαν σύλλογος Σάντα Κρότσε διαφωνήσαμε και με το περιεχόμενο.
Συνέχισαν να μπαίνουν και άλλες πάντα με την υπογραφή των Περιπολιών και διεκδικείτο ως σπουδαία πράξη όχι μόνο η απαλλοτρίωση ρούχων αλλά και οι εισπράξεις, χρήματα που θα χρησίμευαν για την οργάνωση.

Σκεφτήκαμε πως ήταν πρόκληση της αστυνομίας, έγινε έρευνα, τίποτα.
Ξανάρθαν προκηρύξεις, αυτή τη φορά υπογεγραμμένες από την ‘Πρώτη Γραμμή’. Υπήρχε και ένα πολυβόλο σαν σύμβολο.
Ανάλογες προκηρύξεις βρέθηκαν και σε άλλη κατάληψη, ενός ξενοδοχείου, στην οδό Καλτσαϊουόλι, στην οποία προχώρησαν αυτοί που είχαν αποξενωθεί από τη δική μας, όπως και κάτω από τις στοές στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου.
Αυτό το έγγραφο είχε θεωρητικό χαρακτήρα, διηγότανε τη γέννηση, τους σκοπούς της Οργάνωσης, θέτοντας επίσης την διάκριση της Ομάδας αυτής από αυτή των Ερυθρών Ταξιαρχιών,
πως ήταν η ένωση των διάφορων Ομάδων Φωτιάς που ενεργούσαν στο ιταλικό έδαφος.’

Αναφέρει πως εκείνοι του ‘συσσιτίου’ και της ‘αρχιτεκτονικής’ ετόνιζαν την αναγκαιότητα να υπάρχουν συνδέσεις ανάμεσα στους αυτόνομους συλλόγους και αναφέρονταν στην εφημερίδα ‘Χωρίς Ανακωχή’.
‘Ονομάζονταν ‘Κομμουνιστικές Επιτροπές‘ αυτοί οι σύλλογοι.’

Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’,λέει.
‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.

Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.

‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
μιάς μέρας Επαναστατικής’.

‘Σε αυτή την καινούρια εκτίμηση μιάς τέτοιας εμπειρίας,επίσης κάτω από το σπρώξιμο και την πίεση των ‘επιτροπών’ τέθηκε στην ομάδα μας εκείνο του να κάνουμε μία εκλογή πολιτική και οργανωτική ανάλογη με το νέο αναληφθέν επίπεδο από την σύγκρουση της τάξης.’
Φτιάχνουν λοιπόν την ομάδα τους και ονοματίζει τα αγόρια και τα κορίτσια.Ο Φαίδων, ο Σπανός, ο Πέτρος, η Αμάντα κ.α.
‘Επρεπε να επιλέξουν μέσα στο μεγάλο χώρο της αυτονομίας σαν σημείο αναφοράς
-τις Ερυθρές Ταξιαρχίες για τις οποίες όμως δεν γνώριζαν τίποτα,
-το ρεύμα των ‘επιτροπών’- ‘χωρίς ανακωχή’
-και εκείνο της αυτονομίας της μάζας, δραστηριότητα που αναπτύσσεται με τρόπο οργανωμένο με μία επαλήθευση του προγράμματος και των δραστηριοτήτων διά μέσω τω συζητήσεων στις συνελεύσεις στο εσωτερικό της κίνησης.’

‘Διαλέγουν αυτό το τελευταίο,τρίτο ρεύμα και όλοι παρατηρούν πλέον πως η ομάδα αρχίζει να αποκτά τη δική της ταυτότητα.
Και εκεί που ο Βρούτος, για τον οποίο ξαναμιλήσαμε, ο γνωστός, που εκπροσωπεί τον Σύλλογο της Σάντα Κρότσε στραβώνει, ‘ο Μίκης Μαυρόπουλος είδε το πράγμα με καλό μάτι, και άρχισε ένα διάλογο με εμάς, υπογραμμίζοντας τη σπουδαιότητα του να οργανωθούμε σε μία ομάδα που να δρα σε επίπεδο περιοχής της Φλωρεντίας’.
Αναφέρει τρία, τέσσερα ακόμη ονόματα με τα οποία κρατούσε επαφές, γνωστά από τους προηγούμενους καταθέσαντες [ τη Φιόνα, τον Ντίνο, τον Σάσσα, τον Νάκη και τον Κώστα] και κλείνει, για να επανέλθει την επομένη :

ξαναμιλάει για την ομάδα του λέγοντας πως στην αρχή η δραστηριότητά της ήταν βασισμένη ουσιαστικά στην πολιτική συζήτηση. ‘Υπήρχαν επαφές με τον Μίκη, που κρατούσα ειδικότερα εγώ, αλλά δεν δινόταν μεγάλο βάρος στις προτάσεις αυτού.’
Αναφέρεται σε κάποιο επεισόδιο, όταν τους ζήτησαν αυτοί του συλλόγου Σάντα Κρότσε βοήθεια, διότι είχαν προβλήματα με αυτούς της αρχιτεκτονικής. ‘Για εξωτερική προστασία που έκαναν εντελώς άοπλοι.
Οι της Σάντα Κρότσε, πέντε με έξι άτομα ήταν μασκαρεμένοι και πιθανόν οπλισμένοι.

Αιτία η υπεξαίρεση από την σχολή της αρχιτεκτονικής πολύγραφου, φωτοτυπικών, γραφομηχανών που πήραν αυτοί της Σάντα Κρότσε κατά την διάρκεια κατάληψης της σχολής. Αυτούς τους οδηγούσε ο Ντίνος. Οι Σαντακροτσίτες υποστήριζαν ότι δεδομένου ότι αυτά τα πράγματα αποσύρθηκαν κατά τη διάρκεια κατάληψης ανήκαν στο κίνημα και δεν στηρίζονταν το γεγονός ότι ανήκαν σε συγκεκριμένο γκρούπ.
Τελικά δεν έγινε κατανοητό εάν η συνάντηση έγινε για να μοιρασθούν τα αντικείμενα ή να τοποθετηθούν κάπου για κοινή χρήση.
Αργότερα υπήρξαν και συλλήψεις γι αυτή την υπόθεση.’

Ξαναγυρίζοντας στην ομάδα τους, ‘υπήρξε κάποια περίοδος απραξίας που πήρε όλο το ’77, από το καλοκαίρι και μετά.’
‘Περνούσαμε τον καιρό μας να ονειρευόμαστε την ιδέα της επανάστασης και ‘καπνίζαμε’.
Πήγαν στην Μπολόνια, στην εθνική συνάντηση της αυτονομίας, καμιά 15αριά από αυτούς.
Μετά ξεκινούν οι πραγματικές επαφές μαζί μου :
‘Το γκρούπ μας είχε κατανοήσει ήδη, και μετά τις παρεμβάσεις που έγιναν στην Μπολόνια, τη διπολική όψη της ταξικής πάλης που συγκεκριμενοποιούνταν από τη μία πλευρά στην ύπαρξη οργανωμένων πρωτοπορειών και από την άλλη στην αντίληψη της μαζικής παρανομίας’.

Άρχισαν να συγκεντρώνονται μεταξύ τους, έκαναν και κάποιες πιό ανοιχτές συναντήσεις με αυτούς της Σάντα Κρότσε ή σε μερικές από αυτές με μερικούς πρώην μαχητές της Εργατικής Πρωτοπορείας.
Διαφορετικά ήταν και τα περιεχόμενα των συγκεντρώσεων.
Μεταξύ τους κουβέντιαζαν για τη δημιουργία τομέων όπως πχ το επιμελητειακό, αντιπληροφόρηση κλπ.
Με τους υπόλοιπους πάνω σε θέματα μαζικής παρανομίας όπως καταλήψεις, μειώσεις τιμών και παρόμοια.
‘Ο Μίκης μου έλεγε πως είμαστε πιά στο πρόγραμμά τους, και ότι συνεπώς δεν είχε νόημα να δρούμε αυτόνομα, και ότι ήταν σκόπιμο να κάνουμε δική μας την κληρονομιά της οργάνωσης και δηλαδή εκείνη των επιτροπών’.

‘Για να καταφέρουν να μας μπερδέψουν σε αυτή την ενωτική προοπτική ανατέθηκε στην ομάδα μας ένα καθήκον περιφρούρησης και υπεράσπισης στο εσωτερικό μιάς διαδήλωσης που γινόταν με μία πορεία,δίνοντάς μας και την δυνατότητα να καθορίσουμε με μια κάποια αυτονομία την επιλογή του δρομολογίου’.
‘Σ’ αυτή τη στιγμή οι επαφές μ’ εμένα κρατιόντουσαν από τον Μίκη αλλά εμφανίστηκε και ο Νάκης. Έλεγαν πως στη διάρκεια αυτής της διαδήλωσης θα πραγματοποιούνταν στόχοι, ότι θα υπήρχαν ομάδες που θα πραγματοποιούσαν τους στόχους στο εξωτερικό της πορείας και ότι θα υπήρχαν σύντροφοι που θα πραγματοποιούσαν μιά πιό μεγάλη προκάλυψη.

Καλά όλα αυτά αλλά διευκρινήσεις για τους στόχους δεν μας έδωσαν και αυτό προκάλεσε αμηχανίες. Έγινε η διαδήλωση κι αν θυμάμαι καλά ήταν εκείνη που κτυπήθηκαν το σπίτι του Γενικού Εισαγγελέα και το στρατόπεδο των Καραμπινιέρων και μάλλον ένα κτηματικό γραφείο που δέχτηκε επίθεση με μολότοφ.’
‘Δεν γνωρίζω τους υλικούς εκτελεστές.’

  • ας αλλάξουμε όμως λιγάκι το ύφος:

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος
Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος» έχει χάσει την ατομικότητά του, την ελευθερία του και την ικανότητά του να διαφωνεί, και να σκέφτεται κριτικά

 

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

 

 

αυτή είναι η μάνα μου:

DSC02226

  • και να σας πω δυο λόγια ακόμη, πως

ήμασταν χαρούμενοι γιατί ήμασταν μαζί, και η παρέα έγινε οργάνωση, και η οργάνωση μεγάλωσε και οπλίστηκε, ο οπλισμός υπήρξε αναγκαιότητα γιατί μας σκότωναν φασίστες κι αστυνομικοί ενωμένοι και καραμπινιέροι μαζί – και να τους αρπάξουμε την εξουσία μες απ’ τα  χέρια αναγκαιότητα επίσης – γιατί ασφυκτιούσαμε κάτω από την μπότα του συστήματος που είχαν στήσει μπουρζουάδες και ρεβιζιονιστές ενωμένοι, μάρτυρας ο μεγάλος Παζολίνι κι άλλοι πολλοί, και η εργατική τάξη στον δρόμο μας παράτησε, δεν μπορέσαμε κι εμείς να κάνουμε την μεγάλη μανούβρα την κατάλληλη στιγμή και να στρέψουμε το καράβι προς την αναστροφή πορείας στρατηγικής υποχώρησης όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να στραβώνουν και ο κόσμος έδειχνε την αποστροφή του προς τον μιλιταρισμό που είχαν διαλέξει οι οι πιο ‘εξτρεμιστές’ απ’ τους συντρόφους μας και τα πράγματα πήγαν κατά διαόλου με λίγα λόγια

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Β. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 2

Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ- καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Αυτούς που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί !

Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει , να φωνάξει : ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’ .

‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι απ’ τον κόσμο το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους, τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν ακόμη άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε ;

Fabrizio de Andre, Il Bombarolo, Ο βομβιστής, 1973

Κάποιος γυρίζοντας από δω κι από κει λέει                                                                                      Πως μισώ τη δουλειά μου
Δεν ξέρει με πόση αγάπη
Αφιερώνομαι στον δυναμίτη

Συνεχίζουμε λοιπόν.
Αν εξαιρέσεις τους κομματικοποιημένους, που πάντοτε έχουν κάτι αρνητικό να προσάψουν σε οποιονδήποτε διαφορετικό, και σε αυτά που δεν ελέγχουν ή εκπορεύονται από τους ίδιους, μακριά από αυτά που προτείνουν ή πράττουν, όλοι οι υπόλοιποι επικροτούν.
Υπάρχει μεγάλος αναβρασμός στην κοινωνία.
Όλες οι αποφάσεις που την αφορούν μαγειρεύονται μακριά της, σε απουσία της. Ευνοείται μονίμως μικρή μερίδα ανθρώπων ή κάποιες ομαδοποιήσεις διαπλεγμένες με τα κέντρα. Αυτοί που κατέχουν τον πλούτο. Και μάλιστα αυτό γίνεται στο όνομα των υπολοίπων, προς συμφέρον δήθεν της πλειοψηφίας.

Κάποιοι δεν το αντέχουν και εξεγείρονται.
Άλλοι παρακολουθούν και γέρνουν προς τα κει που στρέφεται το κριτήριό τους.
Είναι καιρός που χιλιάδες οργανώνονται αυτόνομα, είναι πάρα πολλοί αυτοί, πολλοί που οργανώνουν την αντίστασή τους μαχητικά. Μεγάλο το νούμερο και αυτών που γέρνουν προς την πλευρά τους. Έχουν τη συμπάθεια μεγάλου κομματιού της κοινωνίας.
Νιώθουν επιτέλους δικαιωμένοι. Σκέφτονται αυτόνομα.
Ο Μάριος, οι φίλοι και σύντροφοί του, περιμένουν πως με τον καιρό θα γίνουν περισσότεροι οι μαχόμενοι.
Χρειάζεται οπωσδήποτε να τους πλαισιώσουν καινούριοι, μαχητές και συμπαθούντες, το ρεύμα είναι δυνατό, ορμητικό θα έλεγα.
Σε κάθε γωνιά, στο σχολείο, στην εργασία, στην γειτονιά οι τάξεις των ανταρτών της επανάστασης θα πυκνώσουν.

Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει, και αν σου αρέσει!
Η καθημερινότητα της πλήξης.
Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για τα ανώδυνα.
Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
Είναι αυτόνομοι.
‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
‘Πρώτα- πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
‘Και ζώντας, αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά, το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας και το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιά το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει !’

Riders on the Storm, The Doors.

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις εσύ, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα!                                                                           είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!

Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.

Pat Garrett and Billy the Kid, Bob Dylan.

Η πόλη είναι περιτριγυρισμένη με πανέμορφα μεσαιωνικά χωριουδάκια, άθικτα,  ελάχιστες ‘μοντέρνες’ παρεμβάσεις, και ….εξαιρετικές ταβέρνες. Όταν λοιπόν ‘σκάσει’ κάποιο αυτοκίνητο, τους αρέσει πολύ να τις επισκέπτονται. Για λιτό φαγητό και πολύ, θαυμάσιο τοσκάνικο κόκκινο κρασί.
Φοβεροί χώροι, συνήθως σε υπόγεια. Αρχαία, υποβλητικά κτίσματα, εξαιρετικά αναπαλαιωμένα, με απίθανους μεζέδες. Μεγάλες ποικιλίες σε τυριά, αλλαντικά και ζυμαρικά φυσικά. Περνάει η ώρα με συζήτηση και κρασοκατάνυξη, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Τα μεγάλα θέματα της κοινωνίας, της ανθρωπότητας στην ημερήσια διάταξη. Ο ιμπεριαλισμός, η πολιτιστική επανάσταση, τα αντάρτικα κινήματα, η Βιετναμέζικη αντίσταση, η ‘κομμουνιστική’ απογοήτευση.

τα παιδιά του ’77 1

Και πάντα θα σκάσει μύτη στις παρέες και σύντροφος ή φίλος τέλος πάντων, γόνος πλούσιας οικογένειας. Με εξοχικό στο βουνό ή στα περίχωρα της πόλης. Και τότε θα μαζευτούμε πολλοί μαζί για εκδρομή στην εξοχή. Η καλύτερή μας. Ρεφενέ για τις προμήθειες και τις βενζίνες. Και ‘παίζουνε’ τα πάντα.

Madama Butterfly, Maria Callas.

  • Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση και την καταστολή.
    Έχουν χτυπήσει με άγριο τρόπο, το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το θηρίο για να την διαπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θεριό γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε στα απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά, άλλα βαγόνια, γεμάτα και αυτά συντρόφους που έρχονται από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη, ή στις κινητοποιήσεις στο κέντρο της πόλης. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους τις πάρουν! ‘I giornali di Marzo’, ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.

Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες, αργά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει. Libertà!
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.


Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

»Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη για λίγο είναι δική σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός είναι δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει για να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες στην μπάνκα! Τζούφιο είν’ το βάρος του».

Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα, με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.

 – για να αποκατασταθεί η τάξις

 

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο που περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του  TorinoCagliariSassari,Salerno. Στην BolognaMilanoPadovaFirenzePisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino, κοντά στην οδό Sommacampagna, μια ομάδα συντρόφων διαχωρίστηκε από την πορεία και πήγε να επιτεθεί στα γραφεία του φασιστικού Msi απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτοί που επιτέθηκαν την προηγούμενη ημέρα. Στην piazza Indipendenza, από ένα Φίατ 127 δίχως διακριτικά κατέβηκαν κάποιοι αστυνομικοί με τα πιστόλια στα χέρια. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των αστυνομικών και δυο συντρόφων, οι Paolo και Daddo και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν σοβαρά.

Αποτέλεσμα εικόνας για paolo kai daddo

Ο εκ των ηγετικών στελεχών του κομουνιστικού κόμματος Ugo Pecchioli σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «la Repubblica» δηλώνει: «Το raid των φασιστών στο πανεπιστήμιο και οι βιαιότητες των προβοκατόρων που αποκαλούνται αυτόνομοι είναι δυο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας […] η φασιστική μήτρα είναι κοινή, παρόμοιοι και οι σκοποί. Η αστυνομία και η εισαγγελία πρέπει να κάνουν το καθήκον τους κλείνοντας τις γιάφκες». Το κίνημα απάντησε με μια μεγάλη διαδήλωση 30.000 ανθρώπων στους δρόμους της πόλης.

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσεις; Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν; Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μητροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενό χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματοςπου προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα φτώχεια σε όσους εργάζονται» –  «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» –  «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] –  «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν ενάντια στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

παρασκευή 18, στην σχολή της Οικονομίας λαμβάνει χώρα μια μεγάλη συνέλευση του κινήματος η οποία αποδέχεται ένα κείμενο γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας:

Το πρωί η ομάδα περιφρούρησης του Pci […] ξεκίνησε σοβαρά επεισόδια στην προσπάθεια της να τσακίσει την αυτονομία του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε λόγω της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που έδιωξαν την ομάδα περιφρούρησης του  Κκι και παρέμειναν κύριοι του Πανεπιστημίου. […] Το απόγευμα ο Cossiga, που τον ευνοούσε η κατάσταση, έδωσε διαταγή στις δυνάμεις της αστυνομίας να επιτεθούν στο Πανεπιστήμιο με μια τεράστια αστυνομική δύναμη, καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο να επιτύχει, χάρη στο  Pci, αυτό που δεν είχε καταφέρει τις προηγούμενες ημέρες.

[…] Όσο για τον αγώνα, το κίνημα δεν προτίθεται να παραιτηθεί με κεντρικούς στόχους του να είναι: 1) η απόσυρση του σχεδίου Malfatti και εκείνου του Κομμουνιστικού Κόμματος2) εθνική γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση για να ανοίξει ένα νέο μαζικό μέτωπο πάλης γύρω από την απασχόληση. Το κίνημα γνωρίζει ότι οι στόχοι αυτοί σημαίνουν την απόρριψη της πολιτικής των θυσιών, της λογικής της καπιταλιστικής συμβατότητας σε σχέση με την κρίση […]. Για τους λόγους αυτούς, η γενική συνέλευση αποφασίζει: να προειδοποιήσει την κυβέρνηση για την άρνηση του κινήματος να αποδεχθεί την εκκένωση του Πανεπιστημίου, το οποίο πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος αυτόνομης συνάθροισης των νέων και ζητά την οριστική εκδίωξη της αστυνομίας, να δημιουργήσει ένα πολιτικό μανιφέστο για τους πολίτες το οποίο θα αποσαφηνίζει τις θέσεις του κινήματος, να ορίσει για το σάββατο 19 Φεβρουαρίου, στις 17 στην Piazza Esedra, μια μεγάλη διαδήλωση στην πόλη και μαζική, την οποία θα εγγυάται-προστατεύει οι δομές του κινήματος, να καλέσει όλα τα πανεπιστήμια που βρίσκονται σε αγώνα σε μιαν εθνική αντιπαράθεση το Σάββατο και την Κυριακή 26 και 27 Φεβρουαρίου στη Ρώμη.

[Dario Paccino, Sceemi, il rifiuto di una generazione, 1977],  Ανόητοι, η άρνηση μιας γενιάς

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Ρώμη με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

Στην Bologna, στις 23 μαρτίου, κλείνουν το Radio Alice και τις επόμενες ημέρες εκκενώνεται το Πανεπιστήμιο της πόλης με την χρήση τεθωρακισμένων. Ο Cossiga διέταξε την απαγόρευση διαδηλώσεων στην Roma.

– »Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της Ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο, να πω την αλήθεια, όλες οι γραμμές της αυτονομίας ήταν σαν μια τεράστια ομάδα περιφρούρησης…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα, τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι, με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες και την πραμάτεια να φωνάζει ‘πάρε με’!
Εναντίον, επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών γραφείων και στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

People have the power, Patti Smith

  • Να σας μιλήσω λιγάκι για τους φίλους μου. Γι αυτούς τους ταξιδευτές της ζωής, τους εξερευνητές του άγνωστου και του αχαρτογράφητου, αυτούς τους εραστές της περιπέτειας. Για ανθρώπους των οποίων τα βήματα δεν μπόρεσα να ακολουθήσω, ολοκληρωτικά, για διάφορους λόγους, δικούς μου, αλλά των οποίων την πορεία έχω την ευκαιρία και τη δυνατότητα να παρακολουθήσω από κοντά. Οι περιπλανήσεις τους είναι απλησίαστες για μένα, τις αιτίες δεν θα αποκαλύψω. Τους έζησα από κοντά, βίωσα τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς τους, αφουγκράστηκα τις ανησυχίες και το πείσμα τους, έζησα μαζί τους.
    Και τους αγάπησα.

Χαθήκαμε για χρόνια. Κι όταν πριν λίγο καιρό δέχτηκα ένα μήνυμα μέσω φίλου που έχει συναντήσει τυχαία κάποιον από αυτούς, μια κοπέλα συγκεκριμένα, με τους κολλητούς μου, σε νησί, η καρδιά μου φτερούγισε.
Με ψάχνουν.
Το μήνυμα συμπληρώνει και ένας αριθμός τηλεφώνου. Κάλεσα αμέσως, και περιττό να σας διηγηθώ τη συνέχεια. Σεισμός. Ήταν η γνωστή φωνή, με την ιδιαίτερη προφορά του φίλου και συγκάτοικου για κάποιο διάστημα, με τον οποίο συνδέθηκα πολύ. Η συγκίνηση δεν περιγράφεται.
Και μετά τα πρώτα χαιρετίσματα έπεσε η ιδέα για μια συνάντηση. Την πραγματοποιήσαμε πολύ σύντομα σε ένα από τα νησιά του Ιονίου.
Εκεί έπεσε και η ιδέα για τη συγγραφή αυτής της διήγησης, ήταν δική μου. Ήθελα να ακούσω τις ιστορίες τους, να τις μεταφέρω, τώρα που υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ειπωθούν, πρακτικά και καθαρά, όχι με μισόλογα και υπονοούμενα όπως γίνονταν παλιότερα.
Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Συμφώνησαν όλοι, απόλυτα. Διότι τόσα χρόνια έχει πέσει ένα πέπλο σιωπής όσον αφορά εκείνα τα τόσο ενδιαφέροντα και τρομερά χρόνια.

Fela Kuti, Music is the Weapon

  • Ας επιστρέψω όμως σε εκείνη την φοβερή μέρα του Μαρτίου στην Ρώμη :
    Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
    Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
    Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
    Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.

Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, μένουν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως, προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική, που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυώροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φωτιά. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό ,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

μάρτιος ’77 στην Ρώμη

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει, αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω- κάτω άλλοι έχουν παράξει, και δεν θα γευτούν ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας, η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας ανδρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε έτσι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

  • Οι σύντροφοι λοιπόν δεν βρίσκονται άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν, ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
    Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
    Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι που πορεύονται, τον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε, εδώ και ώρα, η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά στο ύψος ανθρώπου. Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
    Εχθές τον σύντροφό τον  φάγανε πισώπλατα.
    No mercy!
    Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι αγωνιστές πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο, πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς. Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Ανταπαντούν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη, αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη, μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους, και κλείνει την πλατεία από εκείνη τη μεριά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, απ’ το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις ανταπαντούν, αναγκασμένοι να το αφήσουν έρμαιο, αφύλακτο, λόγω της σφοδρότητας της επίθεσης!                           Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξουμε έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε, και ανακούφιση μαζί, ξανά όλοι μαζί, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με τους άλλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο για την Φλωρεντία λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ, οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά τον συρμό άρον- άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι. Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της πόλης μας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιο με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Να ζεις ν αγαπάς και να μαθαίνεις

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά. Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα.

Street Fighting Man, The Rolling Stones

Stones στο Παρίσι ’67

… ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΝΑ ‘ΧΩ ΣΚΕΨΗ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ, ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΜΑΤΑΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Ι. Καμπανέλλης
Μα πως φθάσαμε μέχρις εδώ θα το πούμε στη συνέχεια

 

συνεχίζεται

μιχαλης 287

αυτονομία, autonomia

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΜΗΝΑΣ ΤΟΥ ΜΑΙΟΥ.

Μετά τις ημέρες της μανιασμένης εξέγερσης, το κίνημα βρίσκεται στην κατάσταση να διώκεται έντονα από την κατασταλτική πρωτοβουλία των αστυνομικών δυνάμεων και του δικαστικού σώματος, ποινικοποιημένο από τον επίσημο τύπο και από τις δηλώσεις «ομόφωνης καταδίκης» των θεσμικών πολιτικών δυνάμεων. Αλλά αυτό που επηρεάζει με αρνητικούς όρους μέσα σε αυτό είναι οι διαφορετικές εκτιμήσεις που προκύπτουν σε σχέση με τις κρίσεις που αφορούν τις συγκρούσεις.Αρχίζει να ραγίζει εκείνη η πολιτική ομοιογένεια που τους προηγούμενους μήνες είχε εξασφαλίσει συνοχή στις πρωτοβουλίες των αγώνων. Οι διαχωρισμοί μεταξύ των στρατευμένων τομέων που αναφέρονται στα διάφορα σχέδια της εργατικής αυτονομίας και των άλλων συνιστωσών του κινήματος, ιδιαίτερα των γυναικών και των δημιουργικών, επισημοποιούνται. Στο κενό της μαζικής πρωτοβουλίας που προκύπτει, εντάσεις και πρακτικές των μικρών στρατιωτικοποιημένων ομάδων βρίσκουν ώθηση. Η συνεχής επανάληψη μικρών και μεγάλων επιθέσεων (στο τέλος του έτους θα μετρηθούν πάνω από δύο χιλιάδες) αναγκάζουν το κίνημα να λάβει σαφείς και οριστικές θέσεις σχετικά με το πρόβλημα της χρήσης της βίας στους πολιτικούς αγώνες.

Στις 16 μαρτίου, το πανεπιστήμιο της Ρώμης ανοίγει εκ νέου, παραμένει πολιορκημένο από μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις. Στο εσωτερικό όμως η διαμαρτυρία βρίσκει συνεχείς μορφές έκφρασης που απευθύνονται κυρίως στους εκπαιδευτικούς που συνδέονται με το κομμουνιστικό Κόμμα. Ως αντίδραση το πανεπιστήμιο κλείνει εκ νέου, αλλά όταν ξανανοίγει βρίσκει τους φοιτητές αποφασισμένους αμέσως να υποβάλουν εκ νέου στις συνελεύσεις τους μια πλατφόρμα αιτημάτων ευθυγραμμισμένων με τους αγώνες των προηγούμενων μηνών: απομάκρυνση της αστυνομίας από το πανεπιστήμιο, πανεπιστήμιο ανοιχτό από τις 8 έως τις 22, 27 εγγυημένο, ελεύθερη επιλογή του θέματος προς εξέταση, βραδινά πανεπιστημιακά μαθήματα για τους εργαζόμενους κλπ. AΣτα μέσα απριλίου και το κίνημα στη Μπολόνια παίρνει ανάσα: αφού τα τεθωρακισμένα οχήματα της αστυνομίας έφυγαν από τις πλατείες, πολλές σχολές επανακαταλαμβάνονται. Αλλά στη Ρώμη στις 21 απριλίου ανάβει εκ νέου η σύγκρουση με την αστυνομία. Το πρωί οι φοιτητές καταλαμβάνουν το πανεπιστήμιο με βάση τα αιτήματα που υποβλήθηκαν στην αρχή του μήνα. Ο πρύτανης Ruberti για τρίτη φορά από την αρχή του ακαδημαϊκού έτους ζητά την επέμβαση της αστυνομίας. Η εκκένωση είναι άμεση και πραγματοποιείται σε σχετικά ήρεμη κατάσταση, αλλά το απόγευμα οργανώνονται ομάδες φοιτητών και νεαρών προλετάριων στην κοντινή συνοικία του San Lorenzo. όπου έχουν έδρα οι πιο οργανωμένες αυτόνομες ομάδες.Τα αστυνομικά τμήματα στο εσωτερικό του πανεπιστημιακού χώρου που μόλις εκκενώθηκε δέχονται επίθεση με την εκτόξευση αντικειμένων και κοκτέιλ molotov.

Η αντίδραση της αστυνομίας είναι δυσανάλογη: πυροβoλισμοί με τουφέκια και ριπές αυτομάτων στο ύψος του ανθρώπου, από την άλλη πλευρά ανταπαντούν στη φωτιά. Πέφτουν στην άσφαλτο τρεις αστυνομικοί, ένας από αυτούς είναι νεκρός, άλλος ένας τραυματίζεται σοβαρά. Αυτό το επεισόδιο σηματοδοτεί την αρχή μιας κλιμάκωσης δράσης-αντίδρασης στη χρήση των όπλων στους δρόμους που θα αποδειχθεί καταστροφική για το μαζικό κίνημα.
Σχετική εικόνα
Την ημέρα μετά το θάνατο του αστυνομικού Settimio Passamonti εξαπολύεται μια πρωτοφανής εκστρατεία ποινικοποίησης. Το κίνημα βρίσκεται, εκτός από πολύ απομονωμένο, δραματικά διχασμένο και μπερδεμένο στο εσωτερικό του. Στις συνελεύσεις που θα έπρεπε να αποφασίσουν τη θέση που πρέπει να ληφθεί σε σχέση με το γεγονός ξεσπούν καυγάδες και παράγονται μη αναστρέψιμες πληγές.Η κατασταλτική παράταξη επωφελείται από αυτό δηλώνοντας ότι «το κράτος θα απαντήσει στο εξής με τα όπλα», ενώ η αστυνομική διεύθυνση στη Ρώμη απαγορεύει όλες τις διαδηλώσεις μέχρι τις 31 μαΐου. Στις 2 Μαΐου το πανεπιστήμιο ανοίγει ξανά.
Σχετική εικόνα
Στο Τορίνο, παράλληλα με την έναρξη της δίκης εναντίον των μαχητών των ερυθρών Ταξιαρχιών, ένας πυρήνας της παράνομης οργάνωσης σκοτώνει τον δικηγόρο Croce, πρόεδρο της τάξης. Στη Μπολόνια, το πανεπιστήμιο είναι και πάλι κλειστό για να αποτραπεί η διεξαγωγή ενός συνεδρίου του κινήματος.Ο μήνας μάϊος είναι ο πιο μαύρος για το κίνημα.Οι πολιτικές δυνάμεις ενθαρρύνουν, ομόφωνα, την φρενήρη καταστολή κάθε συλλογικής επίδειξης πολιτικού ανταγωνισμού. Η αστυνομία, οι καραμπινιέροι και η εισαγγελία αισθάνονται νομιμοποιημένοι να χρησιμοποιούν τις βαριές μεθόδους.
fulvio croce
Την 1η μαΐου, στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια της εθνικής θεσμικής διαδήλωσης, το κίνημα έρχεται σε σύγκρουση με τις ομάδες περιφρούρησης του συνδικάτου, η αστυνομία παρεμβαίνει με ξυλοδαρμούς και συλλήψεις. Ο δικαστής της Μπολόνια, Catalanotti, συλλαμβάνει δεκάδες μέλη του κινήματος, με την κατηγορία πως οργάνωσαν τη «συνωμοσία» του μαρτίου. Και στην Πάντοβα, με πρωτοβουλία του εισαγγελέα Calogero, εντάλματα σύλληψης και καταγγελίες για εγκληματική οργάνωση κατά εκπαιδευτικών και φοιτητών του ινστιτούτου πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου. Ξεκινά η εκστρατεία για την επανεισαγωγή της αστυνομικής κράτησης Στις 12 μαΐου το κίνημα επιχειρεί μια ειρηνική διαδήλωση για να γιορτάσει τη νίκη του δημοψηφίσματος για το διαζύγιο του ’74. Η διαδήλωση διοργανώνεται από το ριζοσπαστικό Κόμμα. Στην Piazza Navona η αστυνομία παρενέβη αμέσως ξυλοκοπώντας μερικούς από τους κοινοβουλευτικούς βουλευτές της, μετά ξεσπούν οι επιθέσεις εναντίον όλων των ομάδων που περνούν κοντά στην πλατεία. Η διαδήλωση δεν ήταν οργανωμένη, δεν υπήρχαν ομάδες περιφρούρησης ούτε εργαλεία για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Πολλές από αυτές τις ομάδες υποχωρούν προς την Campo dei Fiori, όπου σηκώνονται οδοφράγματα και ο δρόμος ξηλώνεται για να προμηθευτούν πέτρες. Η αστυνομία ρίχνει τις ειδικές μονάδες της στη μάχη: αστυνομικοί με πολιτικά μεταμφιεσμένοι σε «εξτρεμιστές» πυροβολούν στο ύψος ανθρώπου.
Αποτέλεσμα εικόνας για giorgiana masi, 1977
Οι συγκρούσεις συνεχίζονται για ώρες, αργά το βράδυ στο Ponte Garibaldi πεθαίνει, σκοτωμένη από την αστυνομία με ένα χτύπημα στην πλάτη ενώ διέφευγε, η Giorgiana Masi, είκοσι χρονών, συμπαθούσα το ριζοσπαστικό Κόμμα. Η συνειδητοποίηση ότι το επίπεδο που επιτεύχθηκε από τη σύγκρουση θέτει σε κίνδυνο την ύπαρξη όποιου τολμά να κατέβει στους δρόμους αρχίζει να αποδίδει καρπούς από την άποψη του τρομοκρατικού αποτρεπτικού αποτελέσματος. Την ημέρα μετά το θάνατο της Giorgiana Masi δεν υπάρχει αντίδραση παρόμοια με εκείνη που συνέβη τον μάρτιο μετά τον θάνατο του Francesco Lorusso. Η μαζική συμμετοχή ολοένα μειώνεται με την αύξηση της σκληρότητας της σύγκρουσης, της κατασταλτικής πρωτοβουλίας των ανεπίλυτων αντιφάσεων στο εσωτερικό του κινήματος.
Αποτέλεσμα εικόνας για giorgiana masi, 1977
Παρόλα αυτά, οι πιο οργανωμένοι τομείς της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας είναι σε θέση να οργανώσουν μια αντεπίθεση σε πολλές γειτονιές της πόλης. Σκληρότατες συγκρούσεις με ανταλλαγές πυροβολισμών πραγματοποιούνται σε Garbatella, Prati, Appio, Montesacro. Στις 14 στη Ρώμη η αστυνομία εφορμά και διασκορπίζει με τα γκλομπ ένα ειρηνικό sit-in οργανωμένο από τις φεμινίστριες στην περιοχή όπου σκοτώθηκε η Giorgiana Masi.
Αποτέλεσμα εικόνας για Antonino Custrà, 1977,
Την ίδια μέρα στο Μιλάνο, κατά τη διάρκεια μιας πορείας της εργατικής αυτονομίας που διασχίζει τους δρόμους του κέντρου διαμαρτυρόμενοι για την καταστολή, μια ομάδα αποσπάται και ανοίγει πυρ εναντίον της αστυνομίας.
Σχετική εικόνα
Δύο αστυνομικοί τραυματίζονται σοβαρά, ενώ ένας τρίτος, ο υπαξιωματικός Antonino Custrà, πεθαίνει από ένα χτύπημα που διαπερνά το κεφάλι του. Αυτό το γεγονός που θα δυσφημίσει την εργατική αυτονομία στο Μιλάνο σε όλο το κίνημα είχε ήδη επωαστεί δύο μήνες νωρίτερα με αφορμή την πορεία της 12 μαρτίου.
Αποτέλεσμα εικόνας για Antonino Custrà, 1977,
Αποτέλεσμα εικόνας για Antonino Custrà, 1977,
Αποτέλεσμα εικόνας για Antonino Custrà, 1977,Αποτέλεσμα εικόνας για Antonino Custrà, 1977,
αυτονομία, autonomia

Franco Tommei και Paolo Pozzi: ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ MILANO (14).

Αυτό το άρθρο είναι μια θαμπή και κάπως κουνημένη φωτογραφία. Και μάλλον μια αυθόρμητη αντίδραση για τις τελευταίες μέρες του κινήματος στο Μιλάνο. Εκείνου του κινήματος των Kύκλων του Νεανικού Προλεταριάτου εναντίον της μαύρης εργασίας και υπέρ των νέων χώρων κοινωνικότητας, που αναπτύχθηκε με συγκεκριμένες μορφές μεταξύ του 1975 και του 1976. Το ’77 είχε πλέον τελειώσει, απέμεινε ένας χώρος διστακτικών, κατακερματισμένων, αγωνιστών, που σ’ ένα βαθμό έτειναν να κάνουν το “άλμα” στον ένοπλο αγώνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli proletariato giovanile, anni '70

Στη δυναμική της πορείας στην Assolombarda, στις 12 Μαρτίου του 1977, στις διαφωνίες για τη διαδρομή και τους στόχους της, σ’ αυτά που τελικά έγιναν, μπορούμε να δούμε τη φτώχεια και την επικείμενη διασπορά. Φαίνεται το υδατογράφημα της αντίθεσης μεταξύ της βίας, ακόμη και σκληρής, του κινήματος, και του “πολεμικού λόγου” που θα αποτελέσει τυπικό χαρακτηριστικό των ένοπλων οργανώσεων.

Δεν είχαμε μείνει πολλοί στο Μιλάνο, το μεγαλύτερο μέρος των αυτόνομων είχε φύγει την προηγούμενη μέρα. Το βασικό ραντεβού εκείνων των ημερών, για ολόκληρο το κίνημα του ’77, ήταν η μεγάλη πορεία που είχε συμφωνηθεί να γίνει στη Ρώμη. Αλλά, αν και λίγοι, αποφασίσαμε να διαδηλώσουμε κι εμείς. Ο θάνατος ενός συντρόφου στην Μπολόνια, τα τεθωρακισμένα που κάλεσε ο Zangheri προκειμένου να περιφρουρήσουν την πόλη-βιτρίνα του ιταλικού κομμουνισμού, η διαδήλωση στη Ρώμη, μας επέβαλλαν, σχεδόν μας υποχρέωσαν, να κατέβουμε στο δρόμο.Παρότι λίγοι, ήμασταν όλοι παρόντες: οι επιτροπές της Senza Tregua, εμείς του “Rosso”, τμήματα της Lotta Continua, η κολλεκτίβα του Casoretto και τα υπολείμματα των Νεανικών Λεσχών. Αυτές, οι Λέσχες, υπήρξαν ολόκληρο το 1976, μέχρι τη μάχη-ήττα στη Σκάλα, το κίνημα που ηγεμόνευε πολιτικά στο Μιλάνο.

(Olycom)

Η πορεία εκείνη τη 12η Μάρτη του ’77 δεν είχε τίποτα το εύθυμο και το γιορτινό. Πρόσωπα σκυθρωπά, θυμωμένα. Τα σακίδια γεμάτα μπουκάλια και κάτω από το μπουφάν βάσιμες υποψίες για την ύπαρξη όπλων. Σ’ ένα κέντρο της πόλης απολύτως άδειο και γεμάτο φόβο, η πορεία κινούνταν αργά, σε αναζήτηση στόχων. Αλλά αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να την πέσει σε σούπερ μάρκετ για απαλλοτριώσεις ή σε απομονωμένους φύλακες για να τους αφοπλίσει. Είχαν δολοφονήσει έναν σύντροφο στην Μπολόνια και απέναντι σε αυτό το γεγονός τα πάντα φαίνονταν αναντίστοιχα. Ωστόσο, στην κεφαλή της πορείας, τα συνηθισμένα συνθήματα γεμάτα οργή και μίσος. Πολλά χέρια υψώνονταν στον ουρανό, κάνοντας το σχήμα του πιστολιού.

Εμείς του “Rosso” φτάσαμε ελάχιστα προετοιμασμένοι, οι “καλύτεροι”, με τον αντίστοιχο εξοπλισμό, είχαν φύγει. Αλλά μπορούσες να μην κατέβεις σε μια πορεία το ’77; Έτσι λοιπόν, κάτω μαζί με τους άλλους. Σου έπαιρνε κάμποση ώρα να ανακαλύψεις τα παιδιά από το “Baggio”, τα παιδιά της Siemens, της “Boviza”. Δεν υπήρχε ένας που να μη φοράει μαντήλι στο πρόσωπο. Κι έπειτα πήραμε τον περιφερειακό δρόμο προς τα Navigli. Μέχρι που; Στο ύψος της οδού Monforte η πορεία σταμάτησε ξαφνικά. Τρέξαμε γρήγορα στην κεφαλή της πορείας. Εκεί μπροστά μας, ήταν η νομαρχία, περικυκλωμένη από δυνάμεις των καραμπινιέρων που κρατούσαν καραμπίνες. Μεταξύ των υπευθύνων των διαφόρων ομάδων της αυτονομίας έγινε μια χαμηλόφωνη συζήτηση. Μας ρώτησαν αν εμείς του “Rosso” συμφωνούσαμε να επιτεθούμε στη νομαρχία, με όλα τα μέσα.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale rosso anni 70

Μας πήρε ένα λεπτό να καταλάβουμε ότι όλη αυτή η παρανομία, η παραβατικότητα στην οποία είχαμε εμπλακεί και η οποία αποτελούσε μέρος του κινήματος, τώρα θα στρεφόταν εναντίον του ίδιου του κινήματος: η χρήση της βίας δεν ήταν πλέον στην υπηρεσία μιας συγκρουσιακής και βίαιης διαπραγμάτευσης, αλλά μετατρεπόταν σε αποκλειστικό προνόμιο όποιου ήθελε να εγκαταλείψει κάθε πιθανότητα μαζικής πολιτικής δουλειάς, επιλέγοντας τη γραμμή της μάχης και της παρανομίας. Αλλά εκείνη η παρανομία, εκείνη τη στιγμή, άμεσα, χρειαζόταν να βρει μια διέξοδο διαφορετική από τη νομαρχία, αλλά εξίσου βίαιη. Μια “γραμμή διαφυγής” που θα επέτρεπε στο “Rosso” να παρέμβει σ’αυτό το μικρό μέρος του κινήματος που υπήρχε στο Μιλάνο, αποφεύγοντας τη θανατηφόρα σύγκρουση με τους καραμπινιέρους.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale senza tregua anni 70

“Εμείς του “Rosso” θέλουμε να διαδηλώσουμε στην Assolombarda, ένας από τους λόγους που είμαστε σήμερα εδώ είναι ο αγώνας των εργατών της Marelli εναντίον της αναδιάρθρωσης. Δεν συμφωνούμε με μια επίθεση σήμερα στο κράτος, κάτι τέτοιο δεν απασχολεί την αυτονομία. Δε βλέπετε τα τουφέκια των μπάτσων, είναι τρέλα!”. Κάποιες βρισιές, βλαστήμιες, σπρωξίματα. Τελικά η πορεία ξεκινά εκ νέου. Πέρασε η άποψη να κατευθυνθεί στην Assolombarda. Ανακούφιση, αν και στο μυαλό μας ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχε ένα τεράστιο μπέρδεμα. Ήμασταν σε αδιέξοδο. Πώς θα βγαίναμε απ’ αυτό; Αλλά είχαμε ήδη πάρει αντίθετη πορεία, για να ξεφύγουμε απ’ αυτό που η πλειοψηφία από εμάς δεν ήθελε εκείνη τη μέρα. Εμείς του “Rosso” και εκείνοι του Casoretto μπήκαμε μπροστά. Τελικά φτάσαμε στην Assolombarda.

banda-bellini

Εναντίον του άδειου και γεμάτου τζάμια μεγάρου, εκτοξεύσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Μολότoφ κατά βούληση, πιστολιές και τουφεκιές. Και το να πέσουν τα τζάμια του “σπιτιού των αφεντικών” ήταν χαρά. “Κάψτε το παιδιά, κάψτε το”, ακούγαμε πίσω μας. Έπειτα φύγαμε γρήγορα. Ήταν η τελευταία προσπάθεια στο Μιλάνο να συνδεθεί η εξεγερσιακή βούληση του κινήματος με τις οργανωμένες ομάδες της αυτονομίας, που μετά από λίγο θα σβήσουν, πιασμένες στη μέγκενη της καταστολής και της στρατιωτικοποίησης. Ήταν η τελευταία πορεία στην οποία επιδείχθηκε το υψηλότερο επίπεδο της σύγκρουσης (και σε σχέση με τον εξοπλισμό), χωρίς να επιτεθούμε σε πρόσωπα, σε ανθρώπους. Δυο μήνες μετά, κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης εναντίον της καταστολής, σκοτώθηκε ο αστυφύλακας Custra: η ένοπλη γραμμή είχε περάσει στο εσωτερικό του κινήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για milano '77, autonomia operaia

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ.

Στα τέλη φεβρουαρίου, το κίνημα σε εθνικό επίπεδο έχει πλέον εξαπλωθεί και διακλαδίζεται και στα μικρά κέντρα της επαρχίας. Πάρα πολλά είναι τα σχολεία που βρίσκονται σε κατάσταση κατάληψης ή μόνιμης κινητικότητας, αναβρασμού, όπου επιχειρούνται μορφές «αυτοδιαχείρισης», δηλαδή πειραματισμοί μιας συλλογικής μελέτης επάνω στις θεματικές του κινήματος. Στη Ρώμη, οι φασίστες πυροβολούν ξανά μπροστά σε ένα σχολείο και τραυματίζουν δύο μαθητές. Στο Τορίνο, σε απάντηση, μια πορεία του κινήματος επιτίθεται και πυρπολεί κάποια φασιστικά γραφεία, στη διαμάχη που ακολουθεί με τους αγωνiστές του ΚΚΙ ξεσπούν καυγάδες και συμπλοκές. Στην Πάντοβα όλο το πανεπιστήμιο είναι μπλοκαρισμένο. Στην Περούτζια καταλαμβάνονται οι ανθρωπιστικές σχολές και στις 5 μαρτίου υπάρχει η διαδήλωση για τον Panzieri, έναν σύντροφο που καταδικάστηκε το προηγούμενο βράδυ σε εννέα χρόνια φυλάκισης για ηθική συναυτουργία στο θάνατο ενός [έλληνα] φασίστα,  [Μίκης Μάντακας].

Αποτέλεσμα εικόνας για Panzieri, 1977, marzo

Εδώ είναι η μαρτυρία ενός συντρόφου του κινήματος: «Μετά την εκδίωξη του Lama από το πανεπιστήμιο υπάρχει ένα νέο ξεκίνημα του κινήματος, μια μεγαλύτερη ενότητα του, είναι συμπαγές εσωτερικά, κυρίως λόγω της ομόφωνης γνώμης που δόθηκε για την προκλητική πρωτοβουλία του PCI. Είναι στη βάση αυτής της συμπαγούς κατάστασης που μπορεί να προωθήσει την αλυσιδωτή κατάληψη των σχολείων. Όσον αφορά τις σχέσεις με το PCI μέσα στο πανεπιστήμιο, περιορίζονται πλέον σε κάποιους καθηγητές, οι οποίοι μεσολαβούν με εμάς του κινήματος. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι οργανώσεις του P.C.I., όπως η F.G.C.I. και τα κομμουνιστικά κύτταρα δεν έχουν πλέον καμία δυνατότητα να μιλήσουν στο πανεπιστήμιο. »Την τελευταία στιγμή, όταν πλέον έχουν κινητοποιηθεί όλοι οι σύντροφοι του κινήματος, μαθαίνουμε ότι δεν επιτρέπεται η διαδήλωση για τον Panzieri. Η αστυνομία παρατεταγμένη μαζικά στην πλατεία των Επιστημών μπροστά στο πανεπιστήμιο, ψάχνει και απειλεί όποιον πλησιάζει, αλλά πλέον υπάρχουν μέσα χιλιάδες σύντροφοι. Ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις για να βρεθεί συμφωνία σε μια διαδρομή, αλλά η αστυνομία είναι ανένδοτη και διατάσσει πως καμία πορεία δεν πρέπει να ξεκινήσει. Μετά ξαφνικά οι καραμπινιέροι επιτίθενται εκτοξεύοντας δακρυγόνα στο ύψος ανθρώπου. Οι συγκρούσεις ξεκινούν αμέσως μπροστά στο πανεπιστήμιο, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της πορείας έχει ήδη περάσει από μια πλευρική έξοδο και έφτασε στο κέντρο.«Εκεί η πορεία σπάει σε διάφορα τμήματα που διατρέχουν όλες τις γειτονιές της Ρώμης, οι συγκρούσεις ακολουθούν η μία την άλλη, και υπάρχει ένα άλμα στην ποιότητα, με την έννοια ότι όλοι θέλουν να συμμετάσχουν, χωρίς να αναθέτουν τα στρατιωτικά καθήκοντα στις κλασσικές δομές των ομάδων περιφρούρησης.

Αποτέλεσμα εικόνας για 5 marzo 1977 Roma

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι η 5η mαρτίου ήταν η πιο όμορφη διαδήλωση του ’77, για τη συμμετοχή, για τη μαζική διαχείριση, για την απόρριψη της ανάθεσης κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Τελικά καταφέραμε να αποδιοργανώσουμε εντελώς την αστυνομία , διασκορπιζόμενοι στα στενά δρομάκια του ιστορικού κέντρου όπου τα τζιπάκια τους κινούνταν με δυσκολία.«Με την ευκαιρία αυτή, το Radio città futura λειτούργησε για πρώτη φορά όπως το tam-tam, ανακοινώνοντας τους τόπους των συγκρούσεων, το πως κινούνταν η αστυνομία. Ο κόσμος ελάμβανε με τα ραδιοφωνάκια, τηλεφωνούσε, ανταλλάσσοντας πληροφορίες για το πώς πήγαιναν τα πράγματα, οι συμπλοκές. Υπήρχαν οι σύντροφοι που σαμποτάρουν τα φανάρια για να δημιουργήσουν κυκλοφοριακή συμφόρηση, μια μεγάλη αυθόρμητη δημιουργικότητα.«Μετά τον Λάμα, το κίνημα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια μετωπική επίθεση από το P.C.I. και τον τύπο που επιτίθονταν, κακολογούσε και έσπρωχνε προς την ποινικοποίηση. Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι το κίνημα προκαλούσε τις συγκρούσεις επειδή ήταν φτιαγμένο από μια μάζα απελπισμένων, χωρίς κανένα λογικό σχέδιο, χωρίς καμία ελπίδα για μια πολιτική διέξοδο οπότε το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν να σπάει τα πάντα. Αλλά το κίνημα δεν ήθελε την σύγκρουση a priori, εκ των προτέρων, είχε τη βούληση να διεκδικεί το δικαίωμα να μπορεί να κάνει εκείνο που έκανε, έτσι μπροστά στην αστυνομία που έσπαγε τ’ αρχίδια, που καταστέλλει με επιστημονική μέθοδο, που σφαγίαζε τους συντρόφους όποτε μπορούσε, η σύγκρουση ήταν μια αναγκαιότητα για να επιβιώσει. Εκείνες τις μέρες το να πηγαίνεις στο πανεπιστήμιο ήταν σαν να πηγαίνεις στην πρώτη γραμμή, ήμασταν πάντα περικυκλωμένοι, πολιορκημένοι, δεν είχαμε περιθώρια ελευθερίας, χώρου, πολιτικής πρακτικής.
Αποτέλεσμα εικόνας για radio città futura, roma 1977
Το κίνημα τότε δεν πήγαινε στη σύγκρουση επειδή την έβλεπε εισηγμένη μέσα σε ένα προκαθορισμένο πολιτικό σχέδιο, αλλά λόγω της ανάγκης να διατηρεί ανοιχτούς τους φυσικούς και πολιτικούς χώρους που ήταν απαραίτητοι στην πρακτική του διαφοροποιημένου προγράμματος του, ενός προγράμματος φτιαγμένου από πρακτικά πράγματα, που ζούσε στην καθημερινότητα, που είχαν στόχο να αναπτύξουν και να εξαπλώσουν τον μετασχηματισμό. Θυμώναμε με τον αστυνομικό, με τον καραμπινιέρο πρώτα απ’ όλα γιατί μας εμπόδιζαν να εκφραστούμε.«Η κουβέντα για το ’77 είναι περίπλοκη: όλοι όσοι δεν ήταν του κινήματος αναρωτιούνταν: μα αυτοί τι πολιτική γραμμή έχουν, πού βρίσκεται, σε τι αναφέρεται; Να λοιπόν, σύμφωνα με εμένα, μια πολιτική γραμμή με αυτή την έννοια, έτσι όπως προσπαθούσαν να την δουν μέσα από τα σχήματα της παραδοσιακής πολιτικής, το κίνημα δεν την είχε με τίποτα. Στο πολιτικό σχέδιο του κινήματος το να συζητά για τον φεμινισμό, τους εργάτες, την οικονομική κρίση, την οικολογία, τα υψηλότερα και τα χαμηλότερα συστήματα ήταν ένα και το αυτό, σε εκείνη την κατάσταση την τόσο εξημμένη, που έβραζε κυριολεκτικά, τα πάντα είχαν την ίδια σημασία. Είχαμε την αίσθηση ότι μπορούσαμε να αλλάξουμε τα πάντα, ότι όλα μεταμορφώνονταν και πως τίποτα δεν έπρεπε να ξεφύγει από την κριτική και τη συζήτηση.»Μέσα στο κατειλημμένο πανεπιστήμιο υπήρχαν συνελεύσεις για τα πιο ποικίλα θέματα, όπως για παράδειγμα στην οικονομία εκείνες τις μέρες υπήρχε η συνέλευση των ομοφυλοφίλων που έθετε υπό συζήτηση τη γλώσσα των συντρόφων, αμφισβητώντας για παράδειγμα τη χρήση εκφράσεων όπως «vaffanculo, α γαμήσου» που ήταν γι αυτούς μια προσβολή. Υπήρχαν μυριάδες περιπτώσεων συλλογικοτήτων που επινοούσαν τα πιο περίεργα και διαφορετικά πράγματα, και κανείς δεν ονειρευόταν να πάει εκεί για να πει ότι αυτά τα πράγματα δεν ήταν σημαντικά, ότι ήταν δευτερεύοντα σε σύγκριση με άλλα, κλπ.
Αποτέλεσμα εικόνας για radio città futura, roma 1977
«Στις επόμενες ημέρες το P.C.I. κάνει μια «αυτοκριτική» παραδεχόμενο ότι μέσα στο κίνημα «υπάρχει μια μεγάλη συνιστώσα που δεσμεύεται για μια μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου και για την ανανέωση της χώρας», αν και «δίπλα σε αυτήν υπάρχουν τομείς που οδηγούν μια μάχη χωρίς διεξόδους». Επίσης για το PCI τα γεγονότα του Lama καταδεικνύουν «ότι οργανώνεται ένας squadrismo [α] νέας μορφής».
Αποτέλεσμα εικόνας για Lama, 1977, università sapienza
Με το σύνθημα «Μας πέταξαν έξω από το πανεπιστήμιο τώρα θα πάρουμε την πόλη» πάνω από 30.000 υποστηριχτές στο κίνημα πορεύονται στους δρόμους της Ρώμης. Στις επόμενες ημέρες προετοιμάζεται η εθνική συνέλευση των κατειλημμένων σχολών και θα ολοκληρωθεί με την απόφαση να διοργανώσει μια μεγάλη εθνική διαδήλωση στις 12 μαρτίου στη Ρώμη αγώνα κατά της επίθεσης στο προλεταριακό εισόδημα και στην απασχόληση ενάντια στο καθεστώς της μισθωτής εργασίας για την επανάληψη του εργατικού αγώνα και την αυτόνομη οργάνωση των εργατών των φοιτητών, των ανέργων και όλων των εκμεταλλευόμενων. Στις 7 μαρτίου, ανοίγει στην Φλωρεντία η εθνική συνδιάσκεψη της Ομοσπονδίας εργατών μεταλλουργών, η οποία αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσκαλέσει αντιπροσωπείες φοιτητών από τις σχολές που βρίσκονται σε αγώνα ώστε να παραθέσουν τις απόψεις τους . Είναι μια θαρραλέα πράξη που δείχνει πόσο η πολιτική της F.L M. είναι πιο οξυδερκής από εκείνη των ίδιων των συνομοσπονδιακών κορυφαίων στελεχών αναζητώντας να ξαναράψουν την ρήξη μεταξύ του νέου κινήματος και των ιστορικών θεσμών του εργατικού κινήματος. Στη συζήτηση που θα ακολουθήσει για τρεις μέρες προκύπτει μια σκληρή και ειλικρινής αυτοκριτική από πλευράς συνδικάτου διότι δεν στάθηκε ικανό να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θέτει στο χαλί το φοιτητικό και νεανικό κίνημα στο σωστό χρόνο και με τον σωστό τρόπο. Παρά την καλή θέληση να αναζητηθεί μια επίλυση της σχέσης μεταξύ των δύο πλευρών που συζητούσαν, αυτή η ευκαιρία δεν θα σηματοδοτήσει μια διαφυγή από τους διαχωρισμούς στις λογικές και τις προθέσεις με την οποία να αντιμετωπιστούν μορφές και περιεχόμενα των αγώνων. Στην Πάντοβα, εν τω μεταξύ, η αστυνομία παρεμβαίνει για να εκκενώσει την κατεχόμενη σχολή. Σε απάντηση, ομάδες φοιτητών κάνουν άνω κάτω τα γραφεία των πανεπιστημιακών «βαρόνων» που χαρακτηρίζονται ως οι ηθικοί αυτουργοί της επιχείρησης εκκένωσης.
Αποτέλεσμα εικόνας για radio città futura, roma 1977
Η 8 μαρτίου, γιορτή της γυναίκας, βλέπει μια μαζική συμμετοχή σε όλες τις πόλεις της Ιταλίας του φεμινιστικού κινήματος που μέσα στην πορεία στους δρόμους και τις πλατείες επιβεβαιώνει την αυτονομία του κινήματος όχι μόνο από κόμματα και θεσμούς, αλλά και από το ίδιο το κίνημα των φοιτητών . Τις επόμενες ημέρες στη Ρώμη, προετοιμάζονται για την οργάνωση της εθνικής διαδήλωσης του κινήματος που έχει προγραμματιστεί για τις 12 μαρτίου. Αλλά η παραμονή αυτού του σημαντικού γεγονότος θα αμαυρωθεί από το θάνατο του Francesco Lorusso, ενός αγωνιστή της Lotta continua που σκοτώθηκε στη Μπολόνια από ένα καραμπινιέρο κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που είχαν ξεσπάσει στην περιοχή του πανεπιστημίου.
Σχετική εικόνα
α] squadrismo, Πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη δραστηριότητα ομάδων δράσης, με ιδιαίτερη αναφορά στους φασίστες που κατά τα έτη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με εκφοβισμούς και βιαιότητες συχνά θανατηφόρες κατά των δημοκρατικών πολιτικών οργανώσεων.
ιστορία, storia

Πριν 40 χρόνια: στις 2 φεβρουαρίου 1977 εκρήγνυται το Κίνημα του 77 – 40 anni fa: il 2 febbraio 1977 esplode il Movimento del 77

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο του περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του .

Torino, Cagliari, Sassari,Salerno. A Bologna, Milano, Padova,Firenze, Pisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Roma μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino, κοντά στην οδό Sommacampagna, μια ομάδα συντρόφων διαχωρίστηκε από την πορεία και πήγε να επιτεθεί στα γραφεία του φασιστικού Msi απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτοί που επιτέθηκαν την προηγούμενη ημέρα. Στην piazza Indipendenza, από ένα Φίατ 127 δίχως διακριτικά κατέβηκαν κάποιοι αστυνομικοί με τα πιστόλια στα χέρια. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των αστυνομικών και δυο συντρόφων, οι Paolo και Daddo και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν σοβαρά. 

paolo-daddo-1 paolo-daddoPaolo e Daddo liberi!!!

Ο εκ των ηγετικών στελεχών του κομουνιστικού κόμματος Ugo Pecchioli σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «la Repubblica» δηλώνει: «Το raid των φασιστών στο πανεπιστήμιο και οι βιαιότητες των προβοκατόρων που αποκαλούνται αυτόνομοι είναι δυο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας […] η φασιστική μήτρα είναι κοινή, παρόμοιοι και οι σκοποί. Η αστυνομία και η εισαγγελία πρέπει να κάνουν το καθήκον τους κλείνοντας τις γιάφκες». Το κίνημα απάντησε με μια μεγάλη διαδήλωση 30.000 ανθρώπων στους δρόμους της πόλης.

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσει? Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν? Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μετροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο πολλά ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενή χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματος που προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα: φτώχεια σε όσους εργάζονται» – ; «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» – ; «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] – ; «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν εναντίον στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η φασαρία ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

παρασκευή 18, στην σχολή της Οικονομίας λαμβάνει χώρα μια μεγάλη συνέλευση του κινήματος η οποία αποδέχεται ένα κείμενο γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας:

Το πρωί η ομάδα περιφρούρησης του Pci […] ξεκίνησε σοβαρά επεισόδια στην προσπάθεια της να τσακίσει την αυτονομία του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε λόγω της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που έδιωξαν την ομάδα περιφρούρησης του  Pci και παρέμειναν κύριοι του Πανεπιστημίου. […] Το απόγευμα ο Cossiga, που τον ευνοούσε η κατάσταση, έδωσε διαταγή στις δυνάμεις της αστυνομίας να επιτεθούν στο Πανεπιστήμιο με μια τεράστια δύναμη Ps, καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο  να επιτύχει, χάρη στο  Pci, αυτό που δεν είχε καταφέρει τις προηγούμενες ημέρες.

[…] Όσο για τον αγώνα, το κίνημα δεν προτίθεται να παραιτηθεί κεντρικούς στόχους του που είναι: 1) η απόσυρση του σχεδίου Malfatti και εκείνου του Κομμουνιστικού Κόμματος 2) εθνική γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση για να ανοίξει ένα νέο μαζικό μέτωπο πάλης γύρω από την απασχόληση. Το κίνημα γνωρίζει ότι οι στόχοι αυτοί σημαίνουν την απόρριψη της πολιτικής των θυσιών, της λογικής της καπιταλιστικής συμβατότητας σε σχέση με την κρίση […]. Για τους λόγους αυτούς, η γενική συνέλευση αποφασίζει: να προειδοποιήσει την κυβέρνηση για την άρνηση του κινήματος να αποδεχθεί την εκκένωση του Πανεπιστημίου, το οποίο πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος αυτόνομης συνάθροισης των νέων και ζητά την οριστική εκδίωξη της αστυνομίας, να δημιουργήσει ένα πολιτικό μανιφέστο για τους πολίτες το οποίο θα αποσαφηνίζει τις θέσεις του κινήματος, να ορίσει για το σάββατο 19 Φεβρουαρίου, στις 17 στην Piazza Esedra, μια μεγάλη διαδήλωση στην πόλη και μαζική, την οποία θα εγγυάται-προστατεύει οι δομές του κινήματος, να καλέσει όλα τα πανεπιστήμια που βρίσκονται σε αγώνα σε μιαν εθνική αντιπαράθεση το Σάββατο και την Κυριακή 26 και 27 Φεβρουαρίου στη Ρώμη.

[Dario Paccino, Sceemi, il rifiuto di una generazione, 1977]  Ανόητοι, η άρνηση μιας γενιάς

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Roma με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

Στην Bologna, στις 23 μαρτίου, κλείνουν το Radio Alice και τις επόμενες ημέρες εκκενώνεται το Πανεπιστήμιο της Bologna με την χρήση τεθωρακισμένων. Ο Cossiga διέταξε την απαγόρευση διαδηλώσεων στην Roma.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/05/04/%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B1-%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1-2/