μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

αυτονομία, autonomia

Το κίνημα του ’77. Η κρίση της στράτευσης

Η νέα ώθηση του κινήματος που εμφανίζεται στην πολιτική σκηνή από το 1975 είναι έντονα κριτική και εικονοκλαστική σε σχέση με τα ιδεολογικά στερεότυπα, τα μοντέλα, τα τελετουργικά και τους μύθους της παράδοσης που προέρχονταν από την τρίτη Διεθνή, που έκαναν δικούς τους οι πολιτικές τάξεις των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που γεννήθηκαν μετά το 1968-69. Αυτή η ριζοσπαστική κριτική στις «ομάδες» (οι οποίες είχαν ήδη ξεκινήσει από το φεμινιστικό κίνημα) έθετε στο επίκεντρο της πολεμικής τα ζητήματα του «πολιτικού προσωπικού», τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, τις ιεραρχικές μορφοποιήσεις, τον εξαντλητικό-αλλοτριωτικό βολονταρισμό κ.ο.κ. Αυτές οι θεματικές, οι οποίες αργότερα υιοθετήθηκαν από το «κίνημα του νεανικού προλεταριάτου», θα δώσουν το οριστικό τελειωτικό χτύπημα στις ήδη ετοιμοθάνατες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. «Ήμουν σε μια εξωκοινοβουλευτική ομάδα. Τις ομάδες εγώ τις ζούσα σαν στοιχεία συνέχειας του κομμουνιστικού κινήματος. Για εμένα αυτό είχε την σημασία μιας ιστορίας που στέκονταν πίσω μου και που μου είχε μεταδοθεί. Μετά υπήρξε η ήττα αυτών των ομάδων. Για εμένα η ήττα σήμαινε ότι είχαμε βαδίσει για μια ολόκληρη περίοδο πιστεύοντας σε ένα ελάχιστο πράγμα: ότι μπορούσες να συναντηθείς με τρεις ή τέσσερις άλλους σχηματισμούς που ίσως σκέφτονταν με διαφορετικό τρόπο, αλλά με τους οποίους μπορούσες έτσι κι αλλιώς να θέσεις έναν ελάχιστο στόχο. Ο στόχος ήταν εκείνος να είμαστε αρκετά ισχυροί ώστε να επηρεάσουμε την πολιτική γραμμή αυτού του ελέφαντα που ήταν το κομμουνιστικό Κόμμα για να το φέρουμε »στο σωστό επαναστατικό δρόμο». Με το αποτέλεσμα των εκλογών στις 20 ιουνίου, αυτή η ιδέα για μένα καταρρέει και επί πλέον το επιβεβαιώνει η διάλυση της Lotta continua και η γιορτή-lager της κομουνιστικής νεολαίας FGCI στη Ραβέννα το ίδιο καλοκαίρι.

A

Στις 20 ιουνίου 1976, πραγματοποιήθηκαν οι πρόωρες εκλογές και το αποτέλεσμα ήταν ότι η D.C. είχε ανακάμψει από τις ήττες των δύο προηγούμενων ετών: εκείνη για το δημοψήφισμα του ’74 και αυτή των διοικητικών εκλογών του ’75. Πρακτικά εκείνο το αποτέλεσμα διέψευδε δραματικά την ανάλυση της «μη αναστρέψιμης χριστιανοδημοκρατικής παρακμής». Επιπλέον, το P.C.I. προχώρησε φτάνοντας να αγγίξει την «προσπέλαση» της D.C. Αλλά το πιο απογοητευτικό αποτέλεσμα ήταν αυτό της λίστας που κάτω από τα αρχικά της προλεταριακής δημοκρατίας D.P. συγκέντρωνε τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες και μόλις κατάφερε να συγκεντρώσει μισό εκατομμύριο ψήφους.  Για τις 20 ιουνίου κράτησα δίνοντας στον εαυτό μου, όπως πολλοί άλλοι αγωνιστές, τη συνηθισμένη αιτιολόγηση της ευκολίας, πως δηλαδή η φάση δεν ήταν ώριμη. Αλλά αμέσως μετά μου έρχονται στο προσκήνιο όλες οι αμφιβολίες που έσερνα πίσω μου όλα αυτά τα χρόνια. »Και μετά την ίδια εποχή υπήρξε αυτή η επίδραση με το γυναικείο κίνημα, με τον φεμινισμό».

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio anni '70

Οι ομάδες είχαν εξαντληθεί, δεν σου έδιναν πλέον προσωπικά καμία κάλυψη, καμία εγγύηση. Και μετά ήταν επίσης αλήθεια το αντίθετο, δηλαδή ότι εσύ αυτές τις βεβαιότητες που σου προέρχονταν απ’ το να είσαι μέσα σε μια ομάδα ήθελες να τις ξεπεράσεις. Για παράδειγμα, σε εκείνο το σημείο ήθελα να ξεπεράσω τον ρόλο που είχα, που ήταν αυτός ενός μικρού ηγέτη. Ο leaderino της ομάδας είναι αυτός που έχει κάνει χρόνια στράτευσης μέσα στην οργάνωσή του, το μικρό κόμμα του, στην ομάδα του απλά. Εκεί μέσα έκανε καριέρα, απέκτησε εξουσία μέσω της πίστης στη γραμμή, τη μελέτη, μέσα από όλα εκείνα τα συστατικά που αποτελούν με μια λέξη την στράτευση. Ο leaderino μπορεί να είναι ένας αρχηγός, ένας μισός αρχηγός, ένας μικρός αρχηγός, είναι έτσι κι αλλιώς αυτός ο οποίος έχει εξουσία πάνω στους άλλους συντρόφους της βάσης επειδή αυτή η εξουσία του έχει απονεμηθεί από τις υψηλές ιεραρχίες, από την κορυφή της ομάδας του. Έτσι, ο leaderino στη βάση αυτού πείθεται ότι πάντα υπήρξε ένας κομμουνιστής, ένας αληθινός επαναστάτης, και δεν αναρωτιέται τι πράγμα είναι η συγκεκριμένη μεταμόρφωση του εαυτού του και των άλλων που τον ακολουθούν ή, καλύτερα να πούμε, που στέκονται από κάτω του, οι άλλοι σύντροφοι είναι ανθρώπινο υλικό που πρέπει να σχηματιστεί, να σφυρηλατηθεί σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες των κορυφαίων ελίτ της ομάδας. Ο μικρός ηγέτης είναι αυτός που κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων που πάνε στραβά ή επειδή δημιουργείται η σιωπή ή διότι εκφράζονται πολιτικές θέσεις διαφορετικές από εκείνες της ομάδας του, αισθάνεται την υποχρέωση να παρέμβει για να γεμίσει το κενό της σιωπής ή για να επιβεβαιώσει την ορθότητα της δικής του γραμμής επί εκείνης των άλλων.

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio anni '70

«Να, αυτή υπήρξε για μένα η μεγάλη αντίφαση που επιβεβαιώθηκε εκείνη τη στιγμή, να καταλάβω ότι η θυσία μου, η άνευ όρων αφοσίωσή μου στον σκοπό του κομμουνισμού, έκρυβε στην πραγματικότητα την ανάγκη να μου δώσω τη μάσκα μιας ταυτότητας που στον εαυτό μου δεν είχα. Και τότε υπήρξε η συνειδητοποίηση της μεγάλης ψευδαίσθησης: να πιστεύω στη δυνατότητα να πεισθεί ή να υποχρεωθεί το κομμουνιστικό Κόμμα να προσανατολιστεί προς μια επαναστατική γραμμή. Αντιθέτως αυτό που συνέβαινε, αυτό που έβλεπα στην πραγματικότητα, ήταν ότι το ΚΚΙ όχι μόνο δεν άλλαζε παρά μόνο οριοθετούνταν σαν εχθρικό κόμμα.   Εγώ βγήκα από την κρίση μου επιτείνοντας την προσπάθεια να προσδιοριστώ με ολόκληρη μια σειρά νέων θεμάτων που αναδύονταν με έναν ακόμα συγκεχυμένο αλλά συναρπαστικό τρόπο: οι θεματικές του «προσωπικού πολιτικού», του μετασχηματισμού των διαπροσωπικών σχέσεων κλπ. Όλα αυτά δεν ήταν καλώς καθορισμένα πολιτικά, όμως εσύ μπορούσες να τις αισθανθείς σαν μια διαδικασία υλικής μεταμόρφωσης της ζωής. Με αυτά τα πράγματα, σε αντίθεση με την προηγούμενη εμπειρία μου ως αγωνιστή, μπορούσα να μετρηθώ μαζί τους άμεσα, προσωπικά στην καθημερινότητά μου.

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio anni '70

Αυτές οι αντιφάσεις διέσχισαν όλους τους συντρόφους των ομάδων. Έχω δει συντρόφους να καταστρέφονται μετά από συναντήσεις όπου διαπιστώνουν το τέλος μιας εμπειρίας για την οποία είχαν θυσιάσει την ψυχή και το σώμα. Αλλά αυτό ήταν ένα απαραίτητο βήμα. «Η κρίση της στράτευσης, που εξερράγη με σαφήνεια μέσα στις μεγαλύτερες εξω-κοινοβουλευτικές ομάδες κατά τα έτη 1975-1976, όμως, είχε ήδη προκαταβολικά βρει την έκφραση της στην σημαντική απόφαση να »διαλυθεί μέσα στο κίνημα» που είχε λάβει η »Ομάδα Γκράμσι» στα τέλη του ’73 με »μια πρόταση για ένα διαφορετικό τρόπο να ασκείται η πολιτική» (1). »Σαν ομάδα, φτάσαμε στην απόφαση να διαλυθούμε προκειμένου να μπορούμε στην πράξη να πραγματοποιήσουμε το κέντρο της πολιτικής μας πρότασης: την οργάνωση της εργατικής αυτονομίας […] Γνωρίζουμε πως άλλοι, από άλλους δρόμους, έχουν ήδη επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα. και ακόμα ότι άλλοι, στο εγγύς μέλλον, θα πειραματιστούν σε βάθος την κρίση του τρόπου με τον οποίο ασκούν την πολιτική οι ομάδες.

77

Και όχι μόνο, αλλά πως στο εργοστάσιο και στα σχολεία αρχίζει μια φάση βίαιης αντιπαράθεσης με την ρεφορμιστική γραμμή και πρακτική που θα ανοίξει άφθονο χώρο για ένα διαφορετικά οργανωμένο πολιτικό έργο […] Η πρότασή μας έχει δύο βασικά σημεία στα οποία βασίζεται: την κεντρική θέση της εργατικής αυτονομίας και το πρόβλημα της οργάνωσής της […]. «οργάνωση της εργατικής αυτονομίας σημαίνει τον εντοπισμό και τη δημιουργία του χώρου έτσι ώστε τα στοιχεία της απόρριψης της καπιταλιστικής εργασίας και των περιεχομένων της ξενικότητας-διαφορετικότητας να αναδύονται και να γενικεύονται και να πολιτικοποιούνται ολοένα και πιο μαζικά. Σημαίνει να τα οργανώνουμε σε μια πρόταση πολιτικής πρακτικής που ξεκινάει από το εργοστάσιο, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό […] Οικογένεια και φύλο, νεανική και θηλυκή κατάσταση, συναισθηματική και πνευματική καταπίεση, περιθωριοποίηση εκείνων που δεν είναι «κανονικοί» είναι η καθημερινή πραγματικότητα στην οποία εκδηλώνεται η δουλεία του εργοστασίου και της ζωής που επιβάλλεται από το κεφάλαιο […].

Αποτέλεσμα εικόνας για Autonomia operaia

«Να απελευθερώνουμε και να εκφράζουμε τις δικές μας ανάγκες και να λειτουργούμε σαν πιστή εργατική δύναμη για το κεφάλαιο δεν είναι συμβατά πράγματα. Τα περιεχόμενα αυτής της απελευθέρωσης δεν είναι στοιχεία μόνο του εργοστασίου, ακόμη και αν αυτά έχουν μια βαθιά σχέση με την άρνηση της εργασίας και την εργατική ξενικότητα-διαφορετικότητα. […]. Με τα κινήματα που εκφράζουν αυτά τα περιεχόμενα, χρειάζεται μια σχέση που είναι και θα είναι επίσης αντιφατική, αλλά που αποτελεί μιας ζωτικής σημασίας διάσταση, επιτακτική, ενός λόγου για την πλήρη απελευθέρωση όλων και καθένα από εμάς. Αρκετά, φτάνει πια με την κοινωνία όπου ζούμε για να δουλεύουμε […] «Για να ανακτήσουμε τα πιο προηγμένα σημεία που εκφράζονται από τους μαζικούς αγώνες αυτών των πέντε ετών, για να γίνει κοινή και μεγαλύτερης »κατανάλωσης» μέσα στο κίνημα η κληρονομιά των πολιτικών πρωτοποριών και των πιο ριζοσπαστικών κινημάτων […] σύμφωνα με εμάς είναι απαραίτητο και δυνατό ένα ποιοτικό άλμα από την »λογική της ομάδας» στην «λογική του κινήματος». Η κριτική και η κατάργηση της ιδεολογίας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς είναι μια προϋπόθεση […] Η ιστορία των ομάδων έχει δει, και όχι τυχαία, ενοποίηση και διαχωρισμό με βάση τις θεωρίες, το πρόγραμμα αγώνα έπαιξε πάντα ρόλο δευτερεύοντα. Όταν παρουσιάζονταν προσεγγίσεις στο πρόγραμμα αυτό οφείλονταν στην αυθόρμητη και ενοποιητική ώθηση του κινήματος. Οι ομάδες, ενοποιημένες στη θεωρία, χώρισαν κατ’ αυτό τον τρόπο το κίνημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autonomia operaia

«Σχετικά με αυτό προτείνουμε να βρούμε με συγκεκριμένo τρόπο στιγμές ενοποίησης και συντονισμού επάνω σε ένα πρόγραμμα που ξεκινά από τη δημιουργία αυτόνομων οργανισμών εργοστασίου και σχολείου και να βρούμε εδώ το ενοποιητικό έδαφος και με ευρείες δυνατότητες πολιτικοποίησης στρωμάτων που δεν έχουν ακόμη περιληφθεί στις ομάδες [ …] Aυτόνομα κινήματα των νέων, των γυναικών, των περιθωριοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων, καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων από το κεφάλαιο, έχουν σήμερα οργανωμένες στιγμές έκφρασης: η πρότασή μας απευθύνεται σε όσους αποδέχονται να εμβαθύνουν την σχέση τους και να ασχοληθούν με την ανάπτυξη της οργάνωσης της εργατικής αυτονομίας, χωρίς να παραιτούνται από την δική τους αυτονομία και τη δική τους πρακτική επάνω στις συγκεκριμένες ανάγκες τους «.

Συνεπώς ένας νέος τρόπος να κάνουμε πολιτική; Σίγουρα. Είναι απαραίτητο. Επειδή δεν είναι πλέον δυνατό να απευθυνόμαστε από avant-garde σε avant-garde, από πρωτοπορία σε πρωτοπορία με μια γλώσσα ενορίας, σαν «ειδικοί» της πολιτικής, να γνωρίζουμε τα πάντα, το άλφα και το βήτα – και επίσης το μ. και το λ.- του μαρξισμού λενινισμού και να μην ήμαστε σε θέση να μιλήσουμε συγκεκριμένα για εμάς και τις εμπειρίες μας. Για να γίνει η συνείδηση και οι εξηγήσεις εμφανείς μέσα από την εμπειρία των δικών μας συνθηκών, προβλημάτων και αναγκών, και όχι μόνο μέσα από τις θεωρίες που περιγράφουν μηχανισμούς. «Και πάλι: ένας νέος τρόπος άσκησης της πολιτικής είναι αναγκαίος, έτσι ώστε η πολιτική πρακτική μέσα στους διάφορους τομείς του κινήματος να μην διαχωρίζεται και διαιρείται ακόμα και εκεί στο μέτρο που σήμερα είναι ήδη δυνατό ένα ελάχιστο αμοιβαίας αντιπαράθεσης, σύγκρισης και διαλόγου με βάση τις διαφορετικές εμπειρίες.Τέλος, ώστε να φθάσουμε στο σημείο να θέσουμε με συγκεκριμένο τρόπο τα πρώτα έμβρυα διαφορετικής ζωής, ενός διαφορετικού τρόπου να ήμαστε εμείς οι ίδιοι και να έχουμε προσωπικές σχέσεις, πέρα από τους ρόλους που μας επιβάλλει το κεφάλαιο για να μας περιθωριοποιεί, να μας θέτει σε δεύτερη μοίρα και να εξαρτιόμαστε από αυτό, να μας χωρίζει, να μας έχει ως πιστό εργατικό δυναμικό για τα κέρδη του […]. 

Σχετική εικόνα

Η κρίση της στράτευσης που διασχίζει οριζόντια όλους τους εξωκοινοβουλευτικούς σχηματισμούς καθορίζει την απελευθέρωση από τους δεσμούς μιας ερμηνείας των κοινωνικών πραγματικοτήτων, υποχρεωμένη μέσα στα άκαμπτα σχήματα της προσυσκευασμένης ιδεολογικής ανάλυσης μέσα στις ελιτιστικές και γραφειοκρατικές δομές των διαφόρων κομματιδίων. Μέσα από αυτή την απελευθερωτική διαδικασία, υποκείμενα με αγωνιστικές εμπειρίες στράτευσης, συχνά πολύ νεαρής ηλικίας και σε κάθε περίπτωση πολύ πολιτικοποιημένα, βυθίζονται μέσα στις εντάσεις μιας νεανικής πραγματικότητας που επηρεάστηκε από τις συνέπειες του τεράστιου κοινωνικού μετασχηματισμού που προκαλείται από τους αγώνες που ξεκίνησαν το ’68.

Αποτέλεσμα εικόνας για proletariato giovanile

Αυτό το συντριπτικό και αδιάκοπο κύμα μαζικής πολιτικοποίησης έρχεται να εφορμήσει στις ίδιες τις ρίζες της κοινωνίας των πολιτών, δηλαδή τις πρωταρχικές δομές του σχηματισμού της κοινωνικής ταυτότητας των νέων: την οικογένεια και το σχολείο. Η οικογένεια ως διαμορφωτικός τόπος της πειθαρχίας στις κυρίαρχες αξίες και το σχολείο ως τόπος κατάρτισης μιας επαγγελματικής γνώσης που θα αποκτηθεί με τη μελέτη και στη συνέχεια θα πραγματοποιηθεί στην εργασία. Για ολόκληρες μάζες νέων η ουσιαστική και ιδεολογική κριτική αυτών των δύο δομών, κύριες πηγές του σχηματισμού τους, αρχίζει να μεταφράζεται σε πρακτική απόρριψη με την εγκατάλειψη , τη διαφυγή, τη μετανάστευση, τον κοινό ανοιχτό αγώνα με τη συνειδητή αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων ικανών να ικανοποιήσουν την ανάγκη μιας άλλης κοινωνικότητας και μιας άλλης γνώσης. Στο πλαίσιο αυτό, και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζει ο πρόλογος του κινήματος του ’77.

Σχετική εικόνα

http://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

 

σκόρπιες σκέψεις...

μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει…η έφοδος στον ουρανό

Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε και μια κυριότερη, με ιστορικούς όρους, απ’ όλες τις άλλες μαζί : την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε από αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα : οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Αποτέλεσμα εικόνας για femminismo in italia anni 60

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά : οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα καταγράφει βήματα μπροστά επίσης. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες : οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Αποτέλεσμα εικόνας για rivoluzione cubana

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα : το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα ….κι ας είναι και με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento studentesco milano, mario capanna

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

O Μάριο Σάβιο μιλάει σε συγκέντρωση του κινήματος για την Ελευθερία του Λόγου

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για libretto rosso mao

 

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούγαμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώς, ομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε, είκοσι!

Σχετική εικόνα

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : η βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για piazza fontana massacre

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Cile, Allende

 

Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες του μιλάνο και της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της βρίσκονταν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριών, των ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, στις περιοχές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν απαλλοτρίωση και αυτομείωση.

Σχετική εικόνα

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιόνται ακριβώς για αυτοπροστασία : εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοοθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, στην οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων : ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ : και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναστάτωση, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε ήταν αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , πολύ πιθανό, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά ; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισόδους στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Αποτέλεσμα εικόνας για prima linea organizzazione terroristica

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατα κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις ; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

Αποτέλεσμα εικόνας για aldo moro

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη : γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento 77

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

η άρνηση της εργασίας, φωτογραφία:

 

 

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Μέση γη

Stampa

 

18

Ανασκόπηση από τον Sandro Moiso στον τόμο της συλλογικότητας «Mauvaise Troupe», CONTRADE. Ιστορίες του ZAD και του NOTAV, Εκδόσεις Tabor από Carmilla on line

Terre di mezzo

 

Παίρνοντας στα χέρια το κείμενο που μόλις δημοσίευσαν οι εκδόσεις Τabor και μεταφράστηκε από τα γαλλικά με τη βοήθεια τόσο ιταλών συντρόφων όσο και των ίδιων των συγγραφέων της κολλεκτίβας Mauvaise Troupe, σκέφτηκα ξανά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 12 ιουνίου 2016 στο Venaus μεταξύ των εκπροσώπων του κινήματος NoTav valsusino , των γάλλων συντρόφων της Notre Dame des Landes και των εκπροσώπων πολλών αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων στην Αργεντινή, τη Γαλλία και την Ιταλία. Εκείνες τις ημέρες στην Val di Susa, κατά τη διάρκεια των τριών ημερών του «Βουνού των βιβλίων στην κοιλάδα που αντιστέκεται, Montagna di libri nella valle che resiste», οι εκπρόσωποι των διαφόρων ανταγωνιστικών κινημάτων προς την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων είχαν προσπαθήσει να κάνουν μια πρώτη εκτίμηση μεταξύ των διαφορετικών και συχνά μακρινών μεταξύ τους εμπειριών.

Ακριβώς με την ευκαιρία εκείνη παρουσιάστηκε, το κείμενο για το οποίο στη συνέχεια θα μιλήσουμε, στη γαλλική έκδοση του, το οποίο έχει τις ρίζες του στις κοινές και ταυτόχρονα διαφορετικές εμπειρίες που η ιστορία των μαχών του κινήματος NoTav και των συντρόφων της ZAD ( που είναι σήμερα νικητές απέναντι στο γαλλικό Κράτος μετά την ανακοίνωση της παραίτησης από το σχέδιο για την κατασκευή του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης που κυκλοφόρησε στα μέσα ιανουαρίου από τον πρόεδρο Macron) οδήγησαν όλα αυτά τα χρόνια. Η τρέχουσα έκδοση καθιστά διαθέσιμο για το ιταλόφωνο κοινό το ιστορικό που διασταυρώνεται δύο εμπειριών που μπορούν να χρησιμεύσουν ως σύμβολο και μοντέλο (απλά σκεφτείτε το πώς επεκτείνεται και οργανώνεται τη μάχη του κινήματος NoTap σε εθνική κλίμακα) για τους αγώνες που έρχονται και για την απομάκρυνση από το μοντέλο εικοστού αιώνα που βρισκόταν στο επίκεντρο μιας από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν εκείνες τις ίδιες ημέρες, όπου συζητήθηκε ο θάνατος του ‘900 και των ιδεολογιών του.contrade.jpg

Δεν φοβάμαι να τo επιβεβαιώσω: είναι σίγουρα το καλύτερο έργο που έχει γίνει μέχρι τώρα για την εμπειρία NoTav και την παράλληλη εμπειρία του ZAD. Είναι πράγματι κάποιοι αγωνιστές του ZAD, συγκεντρωμένοι στη συλλογικότητα Mauvaise Troupe, που συγκεντρώνουν τις φωνές των άλλων αγωνιστών και δίνουν φωνή σε εκείνους της μάχης NoTav. Μια άμεση επαφή μεταξύ παράλληλων και πολύ παρόμοιων καταστάσεων αγώνων στους στόχους και τις μεθόδους διεξαγωγής του αγώνα. Δεν απαιτείται καμιά διαμεσολάβηση (πολιτιστική, κοινωνιολογική, ανθρωπολογική ή άλλη). Οι δύο πραγματικότητες μιλούν μεταξύ τους και αφηγούνται με φυσικότητα. Συγκρίνονται. Ορίζουν στόχους. Διατηρούν και υπερασπίζονται τις ιδιαιτερότητές τους.

Αυτό είναι το είδος του διαλόγου και της έρευνας που μπορούν να εξυπηρετήσουν τους αγώνες του σήμερα και του αύριο. Δεν είναι οι ιδεολογίες που μιλούν και αντιμετωπίζουν η μια την άλλη: είναι οι άνθρωποι, τα γεγονότα και οι επιλογές που απορρέουν από αυτούς. Ένα είδος λαϊκής συναθροίσεως-συνέλευσης από απόσταση στην οποία ο αναγνώστης βυθίζεται, ενώ παράλληλα μπορεί να διατρέξει, να ανιχνεύσει εκ νέου τα γεγονότα των δεκαετιών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην βάση, και όχι πλέον στις πλάτες, των δυο αγώνων.

Οι αγώνες αυτοί πρώτα απ’ όλα αυτοπροσδιορίζονται στο έδαφος όπου τελούνται και από το έδαφος καθορίζονται: το bocage1 για τους γάλλους ή το βουνό για τους valsusini. Εδάφη που φέρουν μέσα τους τα σημάδια της σχέσης με τον Άνθρωπο, αλλά με τη σειρά τους έχουν σημαδέψει έντονα τον τύπο της κοινότητας που τα κατοικεί. Στην οποία, δεν πρέπει κανείς να το αγνοεί, τόσο στη μια περίπτωση όσο και στην άλλη η έννοια της κοινότητας, η αίσθηση του κοινού και της ένταξης προέρχεται επίσης από μια ισχυρή ικανότητα αυτόνομης, ατομικής και συλλογικής δράσης, στη βάση της οποίας βρίσκονται (ιδίως στη γαλλική περίπτωση) οι μορφές σχέσεις ιδιοκτησίας και εργασίας και οι προκύπτουσες συγκρούσεις.

Εδάφη που χαρακτηρίζονται όχι μόνο από το πρόσφατο ιστορικό, αλλά και από το παρελθόν. Στο οποίο η αυτονομία των κοινοτήτων (κυρίως εκείνων των αλπικών και των οξιτανικών) χαρακτήρισε τα τοπικά συμβάντα και στις σχέσεις με τα βασίλεια, τα κράτη και τους εισβολείς που από καιρό σε καιρό προσπάθησαν να τις υποτάξουν στους νόμους και στα συμφέροντά τους. Εδάφη και κοινότητες στις οποίες η μακρόχρονη ιστορία συναντά και διασταυρώνεται με εκείνη των γεγονότων που είναι πιο κοντά μας. Συνολικά ακόμη σήμερα, αλλά χωρίς τη ρητορική, »το μεγαλείο» και οι κάλπικες αφηγήσεις που συχνά χαρακτηρίζουν τους κρατικούς εθνικισμούς, αποσκοπούν αποκλειστικά στην δικαιολόγηση της οικονομικής ανάπτυξης. Με κάθε κόστος και σαν τέτοια ορίζεται «πρόοδος» και συμπίπτει από καιρό σε καιρό με την τσιμεντοποίηση και την καταστροφή της επικράτειας και του περιβάλλοντος, με την κατασκευή ενός νέου αεροδρομίου ή μιας σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής ταχύτητας, ίσως εκεί όπου οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι αναγκάζονται να συσσωρεύονται και να πεθαίνουν επάνω σε τρένα και κατά μήκος ανεπαρκών γραμμών που όλο και λιγότερο υπόκεινται σε μια αποτελεσματική συντήρηση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, όπως διευκρινίζουν, οι συγγραφείς και οι έχοντες την επιμέλεια:

“«ZAD» είναι μια «Zone d’Aménagement Différé», (Zona di sistemazione differita) – Ζώνη διαμονής που πηγαίνει πίσω στον χρόνο, που αναβάλλεται – μια διοικητική διάταξη που παρέχει σε τοπικές αρχές ή σε δημόσιες επιχειρήσεις το δικαίωμα προαίρεσης σε γη προς πώληση σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Το ακρωνύμιο μεταστράφηκε από τους αντιπάλους του αεροδρομίου της Notre-Dame-des-Landes σε «Zone a défendre» (Περιοχή για να την υπερασπιστούμε). Το ακρωνύμιο έχει πλέον εισέλθει σε κοινή χρήση και χρησιμοποιείται επίσης και για άλλους αγώνες για την υπεράσπιση των απειλούμενων περιοχών.”

zad-no-aeroporto-300x174.jpg

Μια αντίσταση που έχει βαθιά τις ρίζες της στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στην εμπειρία του κινήματος Paysans Travailleurs, που συγκέντρωσε την εμπειρία της σύγκλισης μεταξύ εργατών και εργαζομένων της Loire-Atlantique κατά την περίοδο γύρω στο Μάιο του 1968 και έφερε μια επαναστατική αναταραχή στον τοπικό συντηρητισμό.

“Στη συνέχεια θα γεννηθεί από την εμπειρία αυτή η Confederation paysanne. Σε έναν κόσμο αγροτών και αγροτών και κολίγων, η πρόσβαση στη γη και η προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στη χρήση σε σχέση με την ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν αιτίες για έντονη αντίθεση. Τα μέσα δράσης βρίσκονται στο ύψος των φιλοδοξιών: κατάληψη αγρών και αγροκτημάτων, μπλοκάρισμα δρόμων και σιδηροδρόμων … Αυτές οι συγκρούσεις, με τις εκτοξεύσεις τους, σημαδεύουν βαθιά την πόλη της Notre-Dame-des-Landes και τροφοδοτούν αυτή τη φάση αντίστασης στο αεροδρόμιο, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εξακολουθούν να καλλιεργούνται τα εδάφη της ZAD.” (σελ. 37)

Η ADECA (Associazione di difesa dei coltivatori interessati dall’aeroporto, Ένωση υπεράσπισης των καλλιεργητών που ενδιαφέρονται από το αεροδρόμιο) ιδρύθηκε το 1972, ξεκινώντας από μια ρήξη μεταξύ των τοπικών συνδικάτων αγροτών και του Γεωργικού Επιμελητηρίου, το οποίο δεσμεύτηκε να προωθήσει το αεροδρόμιο αγκαζέ με τη νομαρχία. Ακολούθησαν 46 χρόνια αγώνων που, τον ιανουάριο του τρέχοντος έτους, όπως είπαμε παραπάνω, έχουν φτάσει σε μία, ίσως, οριστική νίκη.

Αλλά εδώ περισσότερο από την ιστορία και την ανασυγκρότηση εκείνων των γεγονότων, τα οποία αφηγείται λεπτομερώς στο βιβλίο μια πραγματική χορωδία φωνών, αυτό που ίσως είναι ακόμη πιο σημαντικό να αναγνωριστεί σε εκείνη την εμπειρία, όπως και σε αυτή του Κινήματος NoTav της Val di Susa , είναι οι μορφές της ομαδοποίησης και της άμεσης οργάνωσης και από κάτω που του έδωσαν τα πόδια επάνω στα οποία να πορευτεί. Μια αυθεντική άμεση δημοκρατία που καταλήγει επίσης να αποτελεί μια νέα μορφή κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης και ένα μοντέλο ζωής πιο ανθρώπινης και περισσότερο σε αρμονία με το περιβάλλον.

hippy.jpg

Είναι σε αυτό το σημείο που δεν μπορώ να κάνω άλλο από το να θυμηθώ μια φράση που συχνά επαναλαμβάνεται από έναν αγαπητό φίλο μου, ο οποίος εδώ και χρόνια δηλώνει ότι «οι χίπις ήταν 500 χρόνια μπροστά από τους μπορντιγκιστές». Προσέξτε, αυτή η δήλωση δεν θα πρέπει να γίνει κατανοητή υποτιμητικά για τον Amadeo Bordiga, αλλά για τις σέχτες και τις παρακομμουνιστικές κλίκες που από εκείνη την εμπειρία, πάρα πολύ συχνά ατυχώς ξεπήδησαν. Όχι προς αγάπη άλλων σεχτών, -ισμών ή κομματιδίων και γκρουπούσκουλων, αλλά απλώς ως απόρριψη όλης της σοβαροφάνειας, της σοβαρότητας, του ηγεμονισμού και των λαθών, μερικές φορές κωμικών και πάρα πολλών άλλων τραγικών, που συνόδευσαν στην πάροδο του χρόνου την προσπάθεια ανανέωσης της μπολσεβίκικης εμπειρίας μαϊμουδίζοντας τις συμπεριφορές της, τις οργανωτικές μεθόδους και τα συνθήματα και κατακτώντας, ως μοναδικό αποτέλεσμα, εκείνο της διάσπασης των πραγματικών κινημάτων με βάση υποτιθέμενες και άχρηστες πολιτικές ταυτότητες.

Αυτές οι αξιώσεις ταυτότητας, οι οποίες τίθονταν άμεσα έξω από τα κινήματα με την απαίτηση να τεθούν όμως ως ηγετικές δυνάμεις των ιδίων, έκαναν δυνατό στη συνέχεια οι αγώνες εκείνοι (οικονομικοί, κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί, φύλου και όλοι οι άλλοι που προέκυψαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα) να ωθηθούν ξανά προς τα πίσω, μέσα σε εκείνους τους φράκτες, τις περιφράξεις εκείνες απ’ όπου μόλις είχαν δραπετεύσει. Το κράτος Έθνος συνέχιζε να αποτελεί την πραγματική αναφορά για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ή οποιαδήποτε εξεγερσιακή διαδικασία. Αναζητούνταν «η καρδιά» μιας αδίστακτης και άκαρδης μηχανής. Ήταν απαραίτητο να χτυπηθεί η μηχανή και στη συνέχεια να επανοικειοποιηθεί και να ξαναχτιστεί ή, πολύ συχνότερα, γίνονταν προσπάθεια να τροποποιηθεί με μεταρρυθμίσεις που προτείνονταν από κάτω (πόσο κάτω; μου έρχεται να αναρωτηθώ σήμερα).

Ή την υπερασπίζονταν, tout-cour, από τις  φασιστικές συνωμοσίες, πραξικοπηματικές, ανατρεπτικές δεξιόστροφες, για να σώσουν, τουλάχιστον, το δημοκρατικό καθεστώς, καθιστώντας έτσι ένα Σύνταγμα βασισμένο πλατιά στον συμβιβασμό ένα ανίκητο πρότυπο δικαίου και δημοκρατίας. Η αυτονομία της ταξικής δράσης κατέληγε να διαλύεται μέσα σε έναν ωκεανό συνταγών, δηλώσεων, διατυπώσεων και ισχυρισμών πολύ συχνά αδιαμφισβήτητων και αυτοαναφορικών. Συχνά μετασχηματίζοντας τις συνελεύσεις σε κοινοβούλια, από τα οποία η μόνη απουσία φωνής ήταν ακριβώς, όπως στα πραγματικά κοινοβούλια, εκείνη αυτών που έδιναν στους αγώνες τα πόδια επάνω στα οποία να περπατήσουν.

Το ταξικό Κόμμα που κατά το πρώτο μέρος του 20ού αιώνα αποτελούσε σημείο άφιξης για την ενοποίηση μιας εργατικής τάξης συγκεντρωμένης σε μεγάλους βιομηχανικούς αστικούς οικισμούς και σε μεγάλες εγκαταστάσεις τεϊλοριστικής οργάνωσης που είχε επεκταθεί από το Ντιτρόιτ στην Πετρούπολη και στη συνέχεια περνώντας στα τορινέζικα εργοστάσια της Mirafiori, ήταν επίσης προϊόν ενός πολιτικού φανταστικού, του οποίου η εργοστασιακή οργάνωση, με τον διαχωρισμό των καθηκόντων και μεταξύ σχεδιασμού και παραγωγής, διαδραμάτισε έναν θεμελιώδη ρόλο. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι το Κόμμα που φαντάστηκε ο Μαρξ αντιστοιχούσε ακριβώς σε εκείνο το θεωρημένο από τον Λένιν ή, ακόμα χειρότερα, από τον επόμενο μαρξισμό-λενινισμό.

Σε ένα είδος λαμαρκιανής ερμηνείας της εξέλιξης των ταξικών συγκρούσεων και της οργάνωσής τους, το κόμμα πρόγραμμα της Πρώτης Διεθνούς μετατράπηκε στο Machine Party, στο Κόμμα μηχανή, κατά τα φαινόμενα καλό για οποιαδήποτε χρήση σαν ένας τόρνος ή μια φρέζα ή γραμμή συναρμολόγησης, με το οποίο να επιτευχθεί μια ορισμένη «επαναστατική» παραγωγική ικανότητα. Αγώνες, πραγματικές εμπειρίες, αυτο-οργάνωση έπρεπε να αναθεωρηθούν υπό το πρίσμα του σκοπού της παραγωγής και να αναδιαμορφωθούν ως πρώτες ύλες στις οποίες οι «εργαζόμενοι» μέσω του οργάνου τους θα είχαν δώσει τη «σωστή μορφή».

Ας ρίξουμε μια καλή ματιά σε εκείνο το Κόμμα: οι ασχολούμενοι με τον σχεδιασμό ανέπτυσαν και σκιαγραφούσαν το έργο, οι εργάτες το έθεταν σε εκτέλεση χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που συνιστούσε και διέθετε η Διοίκηση για να επιτύχουν στη συνέχεια το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το ότι το αποτέλεσμα ήταν πολύ συχνά, και ειδικά από τα χρόνια που ακολούθησαν την μπολσεβίκικη Επανάσταση, απογοητευτικό, υποβαθμισμένο, περιορισμένο ή ακόμα και έχοντας ανατραπεί σε σχέση με τις προσδοκίες δεν φαινόταν να έχει σημασία. Το σημαντικό ήταν η συλλογική προσπάθεια, η ατομική θυσία, ο πολιτικός σταχανοβισμός του μοιράσματος φυλλαδίων ή η δράση με κάθε κόστος. Όπου να θριαμβεύει πάντα είναι η aurea mediocritas, ο μέσος όρος, το ιδεώδες της μετριοπάθειας, η μητέρα όλων των κοινωνικών και θεσμικών γραφειοκρατιών, η μητέρα κάθε θεσμικής και κοινωνικής γραφειοκρατικοποίησης: το πρότυπο της προσαρμογής στον κανόνα και στο υπάρχον, ακόμη και όταν προσποιείται ότι θέλει να το αλλάξει. Από τους γραφειοκράτες των κομμάτων που γεννήθηκαν από τον σταλινικό μπολσεβικισμό στον Αδόλφο Άιχμαν, ακριβώς για να είμαστε σαφείς, και όπως μας θύμισε, ίσως η μεγαλύτερη ερμηνεύτρια της πολιτικής του ‘900: η Hannah Arendt.

Για πολύ καιρό το φανταστικό και το πολιτικό θεωρούνταν χωριστά πεδία της ανθρώπινης γνώσης και δράσης, ενώ στην πραγματικότητα το «πολιτικό» είναι μόνο ένα από τα εδάφη του φανταστικού. Με αυτή τη δήλωση δεν σκοπεύω με τίποτα να επιστρέψω στον ιδεαλισμό ή στην επιβεβαίωση της υπεροχής του νου και της ιδέας στις υλικές συνθήκες. Αντίθετα, θα ήθελα να επαναλάβω με μεγαλύτερη δύναμη ότι το φανταστικό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να βυθίσει βαθιά τις ρίζες του στη συγκεκριμένη υλική πραγματικότητα της οποίας είναι μία από τις εκφράσεις. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τίποτα που δεν υπάρχει ήδη ή χωρίς να ξεκινάμε από την ερμηνεία των σημάτων που μας στέλνει ήδη ο γύρω κόσμος.

Ακριβώς γι ‘αυτό το λόγο κάθε πολιτική πράξη και κάθε θεωρητικοποίησή της είναι το αποτέλεσμα μιας ερμηνείας των σημάτων που μεταδίδει η ανθρώπινη κοινωνία σε εμάς και των πιθανών σκοπών που προσπαθεί να επιδιώξει το είδος και οι τάξεις στις οποίες εξακολουθεί να διαιρείται. Γνωρίζουμε καλά ότι το πολιτισμικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθικό φανταστικό κυριαρχείται γενικά από το όραμα που οι κυρίαρχες τάξεις σκοπεύουν να μεταδώσουν στις τάξεις που έχουν απολέσει τη δυνατότητα να αποφασίζουν και να οργανώνουν την κοινωνικοοικονομική δομή, αλλά γι ‘αυτό ακριβώς είναι σημαντικό να αποσυνδεθεί η συνείδηση και η γνώση των εκμεταλλευόμενων τάξεων από εκείνη που παράγεται από εκείνες που βρίσκονται στην εξουσία.

Πρόκειται για ένα παλιό πρόβλημα του εργατικού κινήματος και του ταξικού ανταγωνισμού εκείνο για την καταπολέμηση της ψεύτικης συνείδησης, αποκαλύπτοντας τα περιεχόμενα, τις μεθόδους και τους σκοπούς. Αλλά πολύ συχνά αυτός ο προβληματισμός και η κριτική δράση έχει σταματήσει στην επιφάνεια της αναπαράστασης του κόσμου, μη πηγαίνοντας να επηρεάσει την πραγματική παραγωγή του κόσμου και των κοινωνικών σχέσεων που τον θεμελιώνουν. Πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα μιας θεωρητικής μάχης που προορίζεται να υπονομεύσει την αστική σκέψη ενώ περιμένει μια μεταγενέστερη [μεταθανάτια, post-mortem;] μεταμόρφωση της κοινωνίας ως αποτέλεσμα μιας ρεφορμιστικής ή επαναστατικής βελτίωσης. Και δεν αρκεί ούτε να παρακάμψουμε τα σύμβολα και τις εικόνες όπως πρότειναν κάποτε οι καταστασιακοί: σήμερα η διαφήμιση το κάνει καθημερινά, κάνοντας το détournement να χάσει μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος που είχε αποκτήσει νωρίτερα.

Αυτή η συμπεριφορά συνέβαλε, αθέλητα (ίσως), στη διατήρηση και ενίσχυση των σημερινών σχέσεων παραγωγής, δεδομένου ότι το να θεωρούνται αυτονόητες και αναπόφευκτες, μέχρις ότου φτάσουν σε ένα ακτινοβόλο μέλλον, συνέβαλε στη διατήρηση και ενίσχυση των υλικών βάσεων των κυρίαρχων ιδεολογιών. Η αποδοχή των σημερινών σχέσεων συνεπάγεται την αποδοχή, όσο κριτική κι αν είναι, τόσο του νόμου της αξίας όσο και της απόσπασης της υπεραξίας από το ζωντανό κορμί της εργασίας, της εργατικής δύναμης. Από εδώ, και , οι θεωρίες του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα και της δυνατότητας, που συζητήθηκε στα χρόνια είκοσι, μιας σοσιαλιστικής συσσώρευσης. Αναμένοντας το ακτινοβόλο μέλλον, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, αυτό που χρειάζεται είναι να αλλάξει η κατεύθυνση-διεύθυνση της μηχανής, όχι η ίδια η μηχανή. Αυτός που αναφέραμε προηγουμένως, ο Μπορντίγκα ήταν ίσως ο μόνος που αντιλήφθηκε την εσωτερική αντίφαση, όχι μόνο θεωρητική, σε αυτή τη διατύπωση της κοινωνικής ανάπτυξης στα σκαριά, αλλά κι αυτός συνέχισε να βασίζεται στην ιδέα του Κόμματος που σώζει τα πάντα.

Οι χίπις, αλλά μαζί με αυτούς πολλοί κοινοτιστές που είχαν προηγηθεί από αυτούς κατά τη διάρκεια του ‘900 και του δέκατου ένατου αιώνα, πίεσαν προς αυτή την έννοια, προς αυτή την κατεύθυνση: η κοινωνία έπρεπε να αλλάξει εδώ, τώρα και αμέσως. Οι κοινότητες, η απόρριψη της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης, ένας εναλλακτικός τρόπος ζωής που βασίζεται περισσότερο στη βραδύτητα και την απραξία απ ‘ό, τι στην παραγωγικότητα και στην βασανιστική αναζήτηση του κέρδους πήγαιναν προς την κατεύθυνση να διαρρήξουν, να σπάσουν την εκπροσώπηση που δημιουργούσε η κοινωνία για τον εαυτό της και των «αναγκαίων» νόμων της. Η ερώτηση που τέθηκε ήταν πολύ απλή: μέχρι πότε; 2

Το φανταστικό γίνεται τότε ο προνομιούχος χώρος στον οποίο τα σήματα, ερμηνευμένα με διαφορετικό τρόπο από τον ατομικό νου ή τον συλλογικό, μεταφράζονται σε σύμβολα, που προορίζονται να αποτελέσουν τη βάση κάθε λόγου-συζήτησης (πολιτικού, φιλοσοφικού, επιστημονικού, λογοτεχνικού, πολιτιστικού και οτιδήποτε άλλο είναι αυτός). Να αλλάξει, να αλλάξουν τα σημάδια και τα σύμβολά του, σημαίνει να αντιστρέψουμε όχι μόνο τη σειρά του λόγου- της συζήτησης- αλλά τους νόμους του, τις προϋποθέσεις του, τις παραδοχές του, της γενικότερης έννοιας και σημασίας της αφήγησης που κτίστηκε γύρω από αυτόν-αυτήν. Τέλος, η αντιστροφή ή η ριζική μεταβολή των όρων της ομιλίας-του λόγου-της συζήτησης είναι το μόνο μέσο που επιτρέπει να φτάσουμε στη διαμόρφωση ενός νέου παραδείγματος, που είναι απαραίτητο για τον ορισμό νέων πεδίων της γνώσης και της ανθρώπινης δράσης.3

Έτσι, το να μοιραστούμε τις συμβολικές σημασίες του καθίσταται ένας τρόπος για να μοιραστούμε την ανάγκη αλλαγής και ανατροπής που ήδη εμφανίζεται στη δράση της ανθρώπινης κοινότητας, ανακινώντας τα όνειρα και τις επιθυμίες της, βοηθώντας στον καθορισμό νέων στόχων και σκοπών, ενώ η κοινή χρήση των συμβόλων που συνδέονται με την δοθείσα κοινωνικοοικονομική και πολιτιστική τάξη καταλήγει να συμβάλλει στη διατήρηση αυτού που, ουσιαστικά, είναι ήδη νεκρό.

Ναι, επειδή έως ότου είμαστε πεπεισμένοι ότι ζούμε σε ένα καθεστώς ανάγκης, δεν καταφέρνουμε να ερμηνεύσουμε τα σήματα, τα σημάδια, που παράγονται από την πραγματική ιστορία και την υλική κοινωνία, που μας δείχνουν ότι αυτή η κατάσταση «ανάγκης» είναι μόνο ένα από τα πιθανά σενάρια. Η κωμωδία λειτουργεί μέχρις ότου όχι μόνο ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι κρατούν την κόπια, την γραφή στα χέρια τους, αλλά και κυρίως επειδή όλοι οι ηθοποιοί και όλοι οι κομπάρσοι δεσμεύονται να την απαγγείλουν καλά. Να την καταστήσουν πειστική. Εάν παραφωνήσουν ή απαγγείλουν λάθος τον ρόλο τους μόνον ένας ή λίγοι κομπάρσοι, είναι σαφές ότι θα είναι βολικό γι αυτόν που εμπλέκεται στο casting να τους αντικαταστήσει.

Και μετά γνωρίζουμε, οι ηθοποιοί δένονται συναισθηματικά με τους χαρακτήρες, τις προσωπικότητες που υποδύονται, αναγνωρίζουν σε αυτούς τον εαυτό τους και πιστεύουν σε αυτούς. Αρκεί να αναφέρουμε τον φτωχό Bela Lugosi, ο οποίος, αφού πρωταγωνίστησε δεκάδες ταινίες στις οποίες ερμήνευσε τον Dracula ή άλλα βαμπίρ, κατέληξε να ζει τα τελευταία χρόνια πιστεύοντας ότι είναι παιδί της νύχτας και να κοιμάται σε ένα φέρετρο.

zad-contre-300x187.jpg

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, μπορώ να πω ότι εδώ δεν είναι δυνατόν, και ακόμη λιγότερο χρήσιμο, να επαναλάβουμε τα παράλληλα γεγονότα των δύο αγώνων, και για να μην αφαιρέσουμε την ευχαρίστηση και το ξάφνιασμα στον αναγνώστη ώστε να τα βρει στη ζωντανή και συναρπαστική αφήγηση των φωνών των αγωνιστών, γάλλων και ιταλών, οι οποίοι ερωτήθηκαν και απάντησαν και που καμία άλλη πένα ή γραπτές δεξιότητες επαγγελματιών της αφήγησης μπορεί να διηγηθεί ή να συνθέσει με καλύτερο τρόπο.

Σχετικά με τη γαλλική έκδοση του 2016 το έργο της «Κακιά παρέας, Cattiva compagnia» που μεταφράστηκε στα ιταλικά δεν παρουσιάζει τη χρονολογία των δύο αγώνων, τον κατάλογο των χαρακτήρων που αναφέρονται και τον τελικό αναλυτικό δείκτη, πιθανότατα για να μην επιβαρυνθεί ένα κείμενο ήδη αρκετά γεμάτο από μόνο του, αλλά αποτελεί ένα κείμενο που θα μπορούσε να γίνει σημείο αναφοράς όχι μόνο για όσους επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τους δύο αγώνες αλλά και για εκείνους που θέλουν να απελευθερωθούν από τους κανόνες της πολιτικής δράσης του εικοστού αιώνα που είναι περισσότερο πολιτικαντισμός και όχι ταξική δράση / προβληματισμός για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά, αμέσως, τα μελλοντικά καθήκοντα που σχετίζονται με την υπερνίκηση του σημερινού τρόπου παραγωγής και μιας κοινωνίας διαχωρισμένης σε τάξεις.zad-combat-300x217.jpg

Σε αυτό το σημείο εγείρεται η υποψία ότι η κατασταλτική λύσσα εναντίον των δύο κοινοτήτων που έχει τεθεί σε εφαρμογή από τα Κράτη και τους αστυνομικούς τους μηχανισμούς4 δεν οφείλεται τόσο στο γεγονός πως αντιπαρατέθηκαν στην πραγματοποίηση δύο από τα μεγάλα άχρηστα έργα στα οποία μας έχει συνηθίσει ο σημερινός καπιταλισμός κάθε περίοδο επενδυτικής κρίσης, αλλά ακριβώς λόγω της ικανότητας που οι δύο αγώνες κατάφεραν να επιδείξουν όσον αφορά την κριτική και την αναδιοργάνωση του υπάρχοντος και, πάνω απ ‘όλα, επειδή ήταν σε θέση να επανασχεδιάσουν το φαντασιακό των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων σε αγώνα. Αποφεύγοντας κάθε αναφορά στο μοντέλο ανάπτυξης που δόθηκε ως δεδομένο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από τις κυβερνήσεις και, πολύ συχνά, ακόμη και από τις υποτελείς τάξεις.

Να λοιπόν, που και ο όρος λαοί, ο οποίος εμφανίζεται μέσα στη λογική και τα σκεπτικά του βιβλίου και των δύο κινημάτων, παίρνει μια αξία και μια έννοια εντελώς διαφορετική από εκείνη του «λαού» που σήμερα, συγχωρέστε το παιχνίδι με τις λέξεις, ερημώνει τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά. Στη δεύτερη περίπτωση, η έννοια βασίζεται πάντοτε σε ουσιαστικά εθνοτική, γλωσσική και εθνική (οπότε κρατική) βάση καθώς και διαταξική και αποκλειστική, ενώ στην πρώτη περίπτωση η έννοια χρησιμεύει στον προσδιορισμό εκείνων που αγωνίζονται μαζί για ένα στόχο που ξεπερνά τα όρια της εδαφικότητας για να τεθεί ως μέσο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ταυτόχρονα. Ένας όρος που γίνεται περιεκτικός έτσι όπως έγιναν οι δύο κοινότητες σε σχέση με όλους εκείνους που συντάχτηκαν μαζί τους στον αγώνα, ζήτησαν τη βοήθεια τους ή έφτασαν σε αυτές στην κοινή συνύπαρξη.

Ένα πρότυπο ενσωμάτωσης μέσω της κοινής χρήσης των στόχων και της συμμετοχής σε κοινές μάχες, που δεν μπορεί να μην παραπέμψει και στο κομουναλιστικό πείραμα της Rojava, το οποίο, με τη σειρά του, έλαβε συχνά την υποστήριξη των δύο πραγματικοτήτων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Ο αναγνώστης έχει τώρα το καθήκον της ανάγνωσης, της περιήγησης, της άντλησης έμπνευσης από τις σελίδες του βιβλίου και της συλλογής φωτογραφιών και χαρτών που το συνοδεύουν.

zad-est-partout-300x183.jpg

Ποτέ δεν έχω αγαπήσει πολύ τον Τοlkien και τον άρχοντα των δαχτυλιδιών, αλλά η έννοια της μέσης γης μου φαίνεται πολύ κατάλληλη για να καθορίσω την εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι πλέον και, ταυτόχρονα, δεν είναι ακόμα. Ίσως οι χίπις και οι σύντροφοι των πιο ριζοσπαστικών παλαιών αγώνων έζησαν στα ίδια εδάφη του φαντασιακού και του πραγματικού. Τώρα, μαζί με τους συντρόφους του ZAD και του NoTav, είναι η σειρά μας: Θα είναι σκληρά, αλλά θα κερδίσουμε! A sarà düra, ma vinceremo!

Όρος ο οποίος δεν μεταφράζεται στα ιταλικά που χρησιμεύει για τον ορισμό μιας ιδιαίτερης εδαφικής διαμόρφωσης αποτελούμενης από μικρά χωράφια και οικόπεδα που χωρίζονται από δεντροστοιχίες τα οποία στην περιοχή της Notre-Dame-des-Landes έχουν επιβιώσει από την εξάπλωση της μονοκουλτούρας. Για να κατανοήσουμε πλήρως το πνεύμα που ενθάρρυνε, που έδωσε ζωή στις πρωτοβουλίες κοινοτήτων των δεκαετιών του εξήντα και του εβδομήντα, στη θέση των συνηθισμένων ταινιών ή ντοκιμαντέρ και κειμένων «εναλλακτικών», συνιστώ να δείτε το ντοκιμαντέρ Valley Uprising των Peter Mortimer και Nick Rosen (2014), που τώρα είναι διαθέσιμο στην ιταλική έκδοση, με τον ίδιο τίτλο, σε dvd στη σειρά Ο μεγάλος αλπινισμός ως η τέταρτη έκδοση της σειράς. Πρόκειται για μια προσεκτική ανακατασκευή των καινοτομιών που έγιναν στην παραδοσιακή ορειβασία με τεχνικές αναρρίχησης που αναπτύχθηκαν στην Καλιφόρνια, στην κοιλάδα Yosemite, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’50, όπου η συνεχής αναζήτηση για διαφυγή από το νόμο των πτώσεων, που ακολούθησαν αμερικανοί αναρριχητές του περίφημου Camp 4, αποτελεί μια υπέροχη μεταφορά της απελευθέρωσης του ανθρώπινου είδους από τις αλυσίδες της εργασίας, της οικογένειας και του Κράτους. Ισχύει για όλους η επανάσταση που έφερε στην ανθρώπινη σκέψη και έρευνα η διατύπωση του Γαλιλαίου, που περιέχεται στον Saggiatore, όπου δηλώνει: «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο που είναι συνεχώς ανοιχτό μπροστά στα μάτια μας (λέω το σύμπαν), αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν δεν μάθουμε πρώτα να κατανοούμε τη γλώσσα, και να γνωρίζουμε τους χαρακτήρες στους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο αυτό σε μαθηματική γλώσσα, και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλες γεωμετρικές μορφές, χωρίς αυτά τα μέσα είναι αδύνατο να κατανοήσουμε ανθρώπινα λέξη, χωρίς αυτούς είναι μια μάταιη περιπλάνηση μέσα από ένα σκοτεινό λαβύρινθο“. Θέτοντας εκ των πραγμάτων τα θεμέλια, το 1623, του σύγχρονου επιστημονικού παραδείγματος. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο πρόεδρος Macron, την ίδια στιγμή που έπρεπε να αναγνωρίσει την ήττα του σχεδίου του νέου αεροδρομίου, εκτόξευσε την απειλή πως θέλει έτσι κι αλλιώς να εκδιώξει τους καταληψίες από τα εδάφη του ZAD.

θεωρία, teoria

Χρόνια πολλά, Buon compleanno, Marx!

Στις 5 μαΐου του 1818 γεννιόταν ο Καρλ Μαρξ, έχουν περάσει δύο αιώνες και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο επίκαιρος σήμερα από ό, τι τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία την μισή Ευρώπη κυβερνούσαν σοσιαλιστικά κράτη και την άλλη μισή ο συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που είχε προκαλέσει το κοινωνικό κράτος. Ο μαρξισμός ήταν η ηγεμονική κουλτούρα μιας μεγάλης διαδικασίας χειραφέτησης των λαών σε όλο τον κόσμο, της απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία, της οικοδόμησης ανεξάρτητων κοινωνιών και σε σύγκρουση σχετικά με τα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Παραδόξως, αυτή η πολιτική και πολιτισμική δύναμη του μαρξισμού παραμελούσε τον θεμελιώδη πυρήνα της, εκείνον της εκμετάλλευσης της εργασίας ως βασική υποχρέωση και χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μόνο ριζοσπαστικές μειονότητες, οι οποίες αργότερα απέκτησαν μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κίνημα του 1968, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην αλλοτρίωση και στη συνεχιζόμενη απαλλοτρίωση που από την ίδια του την φύση ο καπιταλισμός παράγει προς την εργασία. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που επικεντρώθηκαν περισσότερο στον πυρήνα της σκέψης του Μαρξ παραμελούσαν ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής. Ο καπιταλισμός, λόγω της φύσης του, έχει ανάγκη να αυξάνει συνεχώς την εκμετάλλευση της εργασίας και να την υποβάλλει ολοένα και περισσότερο στην παραγωγική του οργάνωση, και πρέπει να το κάνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ιδού, αυτό το σημείο που σήμερα εμείς ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, τότε στη στιγμή της μέγιστης πολιτιστικής ηγεμονίας του μαρξισμού, δεν κατανοήθηκε. Οι λόγοι ήταν προφανώς πολιτικοί ιστορικοί, η σοβιετική επανάσταση και η παγκόσμια ήττα του φασισμού είχαν σταματήσει την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ομοίως, η χειραφέτηση του αποικιακού κόσμου. Και μετά οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες στις πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν θέσει όρια, μετά ειπώθηκε πως ήταν δίχτυα που παγίδεψαν, στη δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς. Έτσι, ο Μαρξ που περιγράφει τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης ως ένα είδος ιού που δεν μπορεί παρά να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, λοιπόν εκείνος ο Μαρξ θεωρήθηκε ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ξεπερασμένος, από μια πραγματικότητα όπου αντιθέτως εκείνος ο ιός έμοιαζε πεπερασμένος, σίγουρα ακόμα ισχυρός και επικίνδυνος, αλλά στη διαδικασία της οριοθέτησης, ακόμη και της εξάλειψης.

“Η ανάγκη για όλο και πιο εκτεταμένες διεξόδους για τα προϊόντα της ωθεί την αστική τάξη, την μπουρζουαζία σε όλη την χερσαία σφαίρα. Αυτή πρέπει να φυτευτεί παντού, παντού να εδραιωθεί, να ενισχύσει, να σφίξει παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η μπουρζουαζία έχει καταστήσει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη ..”

Με αυτά τα λόγια το 1848, και εδώ υπάρχει μια επέτειος, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακοίνωναν τον κόσμο του σήμερα. Πριν από 170 χρόνια, ο καπιταλισμός είχε εγκατασταθεί μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές περιφέρειες και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργατική τάξη απαρτίζονταν από μερικές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε έναν πληθυσμό του οποίου η μεγάλη πλειοψηφία, και στην Ευρώπη, ήταν αφιερωμένη στη γεωργία. Ωστόσο, η ιδιοφυΐα του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ικανή να συλλάβει από την σχολαστική ανάλυση αυτών των ακόμα σχετικά μικρών μερών των κοινωνιών εκείνης της εποχής το πεπρωμένο ολόκληρου του πλανήτη: de te fabula narratur, ‘είναι για σένα που μιλάμε σε αυτό το παραμύθι’ προσέθεσαν στη συνέχεια σε εκείνους που τους κατηγόρησαν για υπερβολή με τα οράματα τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα, ο καπιταλισμός έμοιαζε σε υποχώρηση ή, σε κάθε περίπτωση, κάτω από αυξανόμενη πίεση, περιορισμό, ο κόσμος φαίνονταν να κινείται προς μια αυξανόμενη χαλιναγώγηση των ζωικών διαθέσεων της αγοράς, το έκανε και πάνω απ ‘όλα χάρη σε όλα όσα είχε προωθήσει και εκθέσει ο μαρξισμός, διαψεύδοντας έτσι τις προβλέψεις του Μαρξ. Αλλά τότε υπήρξε η αντίδραση.

Το 1973 το άγριο πραξικόπημα στη Χιλή που υλοποίησε ο Pinochet με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδότησε μια καμπή στις παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η χιλιανή δικτατορία ήταν η πρώτη παγκόσμια περίπτωση της επιστροφής στον αδίστακτο και άγριο καπιταλισμό που ανέλυσε ο Μαρξ. Μέσα στη θάλασσα αίματος των μαρξιστών, ακριβώς έτσι αποκαλούνταν οι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Allende, επάνω στoν αφανισμό του εργατικού κινήματος, το πρώτο φιλελεύθερο πείραμα χτίστηκε. Στη συνέχεια, με τον Ρέιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Θάτσερ στη Βρετανία, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός εξαπλώθηκε στις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου και επιτέθηκε σε όλους τους αντιπάλους του: τις εργατικές τάξεις, τις χώρες με σοσιαλιστικό σύστημα, στις πρώην αποικιακές. Τους επιτέθηκε, τους προσέβαλε και κέρδισε. Σε αντίθεση με όσα φαίνονταν, με όσα πίστευαν πριν από πενήντα χρόνια, ο καπιταλισμός που θριάμβευε δεν ήταν αυτός ο Κεϋνσιανός, του κοινωνικού συμβιβασμού, τότε τον αποκαλούσαν νεοκαπιταλισμό. Όχι, ήταν ο πιο άγριος veterocapitalism που ανελάμβανε την κυριαρχία του κόσμου, o παλιός, ο ξεπερασμένος.

«Πως επέστρεψε καυχιέσαι και να προχωρήσει ζητάς, Del ritornar ti vanti e procedere il chiami». Έτσι, ο Giacomo Leopardi στην La Ginestra κατηγορεί τον «θαυμάσιο και ανόητο» αιώνα του, δηλαδή την αποκατάσταση των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μετά τη γαλλική επανάσταση. Τότε, όπως σήμερα μια γιγαντιαία τεχνολογική διαδικασία συνοδεύονταν από μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η καπιταλιστική αποκατάσταση που υποφέρουμε σήμερα επέβαλε μια επιστροφή στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα παγκόσμιας εκμετάλλευσης που αναλύθηκε και πολεμήθηκε από τον Μαρξ.

Αυτή η παγκόσμια αποκατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα δεν πραγματοποιήθηκε μέσα από τις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, όπως μπορεί αντιθέτως να υπερηφανεύεται η προπαγάνδα του. Ήταν η δράση της πολιτικής, η παρέμβαση των κρατών και οι θεσμικές κατασκευές που ελευθέρωσαν τον καπιταλισμό από τους περιορισμούς, τα φρένα που του είχαν επιβληθεί από εκατό χρόνια αγώνων και επαναστάσεων. Είναι η χρήση του κράτους υπέρ της αγοράς, που θεωρητικοποιήθηκε από τον Von Hayek, η ιδιωτικοποίηση του κοινού, του δημόσιου, που διέταξαν την επιστροφή στον άγριο και φιλελεύθερο καπιταλισμό, αυτόν που ονομάστηκε ordoliberismo. Και γραφειοκρατικοί και αυταρχικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά επιτεύγματα και κατακτήσεις στις χώρες που ανήκουν σε αυτήν. Και κάτω από την εντολή, την διοίκηση της ΕΕ η Ελλάδα έχει γίνει το νέο ινδικό χοιρίδιο για τα πιο άγρια κοινωνικά πειράματα.

Το κράτος, τα θεσμικά όργανα και η πολιτική έχουν κάνει το βρώμικο έργο της καπιταλιστικής αποκατάστασης, παρέχοντας σε αυτήν τα υλικά εργαλεία και την ιδεολογική κάλυψη. Η ενιαία και μοναδική φιλελεύθερη σκέψη έχει γίνει η κοινή λογική των κοινωνιών που καταστράφηκαν από την αποκατάσταση της πιο άγριας εκμετάλλευσης. Και οι κυβερνήσεις επέστρεψαν να είναι εκείνες οι «αστικές εμπορικές επιτροπές» του Μανιφέστο του 1848.

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα massmedia εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η ήττα του σοσιαλισμού, σε όλες τις εκδοχές του, τον τελευταίο αιώνα ήταν αποκλειστικά πολιτική, καθορίστηκε από τη μεγαλύτερη δύναμη και βία του καπιταλισμού. Ήταν ο παγκόσμιος ταξικός αγώνας που σημάδεψε τη νίκη της μπουρζουαζίας. Προς το παρόν, επειδή η ανθρώπινη ιστορία διδάσκει ότι αυτό που η πολιτική, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, καταστρέφει, η ίδια η πολιτική μπορεί να ανοικοδομήσει. Μετά από δεκαετίες καπιταλιστικής αποκατάστασης, είναι η ίδια η επιμονή και επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης που προετοιμάζουν την επιστροφή μιας πολιτικής απέναντι από εκείνη και αντίθετη αυτής που μέχρι τώρα έχει θριαμβεύσει. Τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν επειδή οι νόμοι της αγοράς κρύβουν στην πραγματικότητα σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και όταν οι άνθρωποι το συνειδητοποιούν, τότε λοιπόν το καθεστώς του κέρδους και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει ότι όλα τα τερατώδη του πρέπει να κατεδαφιστούν.

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Χρόνια πολλά στον Μαρξ, η σκέψη του είναι νεότατη.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

αθλητισμός, sport

Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Tommie Smith και John Carlos: η θυσία και η δόξα.

[Εδώ και κάτι λίγο περισσότερο από ένα μήνα βγήκε το καινούργιο βιβλίο του Lorenzo Iervolino, της συλλογικότητας TerraNullius, και οι δρόμοι μας ξανασυναντιούνται. Είχε συμβεί το 2014 με το Μια θλιβερή ημέρα, τόσο ευτυχισμένη- Un giorno triste, così felice, αφιερωμένο στον Socrates Sampaio de Sousa Vieira de Oliveira, protagonistaπρωταγωνιστή της ρουμπρίκας μας WuMingWood στο GQ Italia και μετά ενός τραγουδιού  una canzone του Wu Ming Contingent. Συμβαίνει ξανά με το Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα- Trentacinque secondi ancora, που διηγείται τις ζωές και τους αγώνες των Tommie Smith και John Carlos, πριν και μετά το βάθρο της Πόλης του Μεξικού, 1968. Σύμφωνα με τον Simone Scaffidi, που έκανε μια ανασκόπηση του βιβλίου για τον Giap, ο Iervolino μας επιστρέφει την φωνή του Smith-και-Carlos σαν να τους παρατηρεί από το δεύτερο σκαλί εκείνου του βάθρου, αυτού που καταλαμβάνει ο Peter Norman. Και το Wu Ming Contingent έγραψε ένα τραγούδι και γι αυτόν anche per lui…]

Μέσα στην φωτογραφία. Οι φωνές των Smith-και-Carlos

του Simone Scaffidi

Μεξικό ’68, 19η έκδοση των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αφροαμερικανοί αθλητές Tommie Smith και John Carlos ανεβαίνουν στο βάθρο του αγώνα των 200 μέτρων. Παγκόσμιο ρεκόρ και χρυσό μετάλλιο για τον Smith. Τρίτη θέση και χάλκινο για τον Carlos. Χειρονομίες από πρωτόκολλο, χαμόγελα, χειραψίες .. ένα σενάριο που φαίνεται ήδη γραμμένο, αλλά τότε συμβαίνει κάτι που μοιάζει με ένα βραχυκύκλωμα. Είναι 20,41 στις 16 οκτωβρίου 1968 και ο ύμνος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ακούγεται στο Estadio Olímpico Universitario της Πόλης του Μεξικού. Ο Tommie και ο John υψώνουν τη γροθιά τους που φορά μαύρο γάντι στον ουρανό. Δεν έχουν παπούτσια αλλά μαύρες κάλτσες στα πόδια τους. Ο Smith έχει τα μάτια του κλειστά. Ο Carlos ένα κολιέ από χρωματιστές πέτρες στο στήθος. Shoot!

Η Nikon του John Dominis σταματάει τον χρόνο, αποθανατεί τη στιγμή, παραδίδοντας στην Ιστορία του αθλητισμού μία από τις πιο διάσημες εικόνες του. Δεν χρειάζονται φωνές. Να ακουστούν λόγια. Είναι τα σώματα που μιλούν. Η γλώσσα της διαμαρτυρίας είναι φτιαγμένη από κρέας, το ίδιο των μεξικανών φοιτητών που σφαγιάστηκαν στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών μόλις 14 ημέρες πριν από τον αγώνα αυτό, όπως τα διάτρητα σώματα του Malcolm X, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των χιλιάδων μαύρων αμερικανών που σκοτώθηκαν από το φυλετικό μίσος και από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου. Αρκεί μια στιγμή και τα σώματα των Σμιθ-και-Κάρλος θρυμματίζουν το συμμορφούμενο, τρυπούν την αδιαφορία, ανατρέπουν το κυρίαρχο φανταστικό. Τα καλύτερα άλογα κούρσας των αστεριών στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας μετατρέπονται σε μαύρο πλήθος και διαδηλώνουν σε παγκόσμια μετάδοση την υπερηφάνεια ενός λαού.

Ο Lorenzo Iervolino, στο βιβλίο Τριάντα πέντε δευτερόλεπτα ακόμα. Ο Τόμι Σμιθ και ο Τζον Κάρλος: η θυσία και η δόξα (66ος δεύτερος, 2016), μιλά για το τι υπάρχει μέσα σε εκείνη τη διάσημη φωτογραφία, επαναφέροντας στον αναγνώστη τα λόγια του Κάρλος: «Δείχνουν πάντα την εικόνα, αλλά ποτέ δεν διηγούνται την ιστορία» . Δεν είναι σπάνιο ότι η σειριακή αναπαραγωγή μιας εικονικής φωτογραφίας, η υπερέκθεση και η εμπορευματοποίησή της, ευνοεί την αισθητική των αναγνώσεων με μια επακόλουθη απώλεια ιστοριών και εννοιών-σημασιών. Σε αυτές τις σελίδες ο συγγραφέας προσπαθεί να επιστρέψει την πυκνότητα των εννοιών που περικλείονται σε εκείνο το πλάνο. Ο Iervolino σκάβει, είναι πλήρως τεκμηριωμένος σε πρώτο πρόσωπο, ταξιδεύει, συναντά τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που θέλει να αφηγηθεί, διαβάζει τα βιβλία τους αλλά κυρίως ακούει. Ακούει τις φωνές τους και αυτές των συναγωνιστών τους.

Πως έφτασαν ο Tommie και ο John επάνω σε εκείνο το βάθρο; Γιατί με εκείνο ακριβώς τον τρόπο και όχι μ’ έναν άλλο; Πρέπει να μπούμε στην φωτογραφία, να γυρίσουμε προς τα πίσω την ταινία – rec stop – Harlem,  ο αγροτικός Νότος, η εφηβεία των Tommie και John – ffwd stop – Ο Tommie και ο John με τον καθηγητή κοινωνιολογίαςc Harry Edwards συμμετέχουν στο Ολυμπιακό Πρόγραμμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – zoom – ο Harry Edwards, τα γραπτά του, το πάθος που βγαίνει από τα μάτια του – ffwd stop – οι Tommie και John αποκλείονται από την ομάδα των ηνωμένων πολιτειών, οι απειλές θανάτου και ο οστρακισμός του αθλητικού κόσμου – rec stop – η foto – ffwd stop – Alfonso de Alba, μεξικανός-αμερικανός περιέργως γεννηθείς ακριβώς στις 16 οκτωβρίου του 1968, μάχεται στο San José State University, το πανεπιστήμιο στο οποίο συναντήθηκαν οι Tommie και John, για να ανεγερθεί ένα άγαλμα προς τιμήν της χειρονομίας της Πόλης του Μεξικού. Είναι ο ρυθμός ενός καλλιτέχνη που ξέρει πώς να διαχειριστεί την αναπνοή και να διατηρήσει την ποιότητα του καλπάσματος. Έλεγχος του στίβου, της πίστας, αναδρομές, πλευρικές ματιές, μια καλή δόση συναισθήματος και μεγάλη συντήρηση, απαραίτητη για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της κούρσας.

Οι Tommie και John τον οκτώβριο του 1968 είναι οι ταχύτεροι άντρες στον πλανήτη. Οι μόνοι άνθρωποι που έχουν σπάσει το τείχος των 20 δευτερολέπτων στα 200 μέτρα. Ωστόσο, είναι πολύ περισσότερο. Είναι μαύροι νεαροί ηλικίας 23 και 24 ετών που μεγάλωσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60. Να ρίχνουν τοίχους είναι μια καθημερινή άσκηση αξιοπρέπειας που διαρκεί περισσότερο από μια ζωή. Επειδή η Ιστορία δεν προσφέρει εκπτώσεις και στην δική τους ζωή, πρέπει να προστεθούν εκείνες των δούλων παππούδων, των εκμεταλλευόμενων γονέων και των παιδιών που μόλις έρχονται στον κόσμο. Ο Σμιθ είναι σίγουρος ότι μόλις ανέβει στο βάθρο της Πόλης του Μεξικού θα τον πυροβολήσουν.
Από τις κερκίδες, θα τον πυροβολήσουν. Αυτή η ζωή δεν είναι αρκετή και θα του την αφαιρέσουν. Εάν είσαι μαύρος αμερικανός. Αν θέλεις να αναπνεύσεις. Αν θέλεις να σπάσεις τις αλυσίδες της καταπίεσης και των διακρίσεων, ξέρεις πολύ καλά ότι η ζωή σου βρίσκεται στο πιάτο. Shoot!

Αλλά ο Smith δεν πέφτει στο έδαφος. Ούτε και ο John. Και μετά από σχεδόν 50 χρόνια από αυτή τη χειρονομία, ο Iervolino συναντά ζωντανά και στην λογοτεχνία εκείνους τους δυο εβδομηνταπεντάρηδες που έγραψαν ένα κομμάτι ιστορίας του αθλητισμού και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, στο βιβλίο ο συγγραφέας δεν επιδεικνύει ποτέ αυτή τη συνάντηση, αλλά μάλλον την κρύβει ανάμεσα στις πτυχές της αφήγησης. Ξέρει πολύ καλά ότι η ιστορία και η άποψη των πρωταγωνιστών του είναι πολύ πιο σημαντική από το εγώ αυτού που γράφει. Επιστρέφει τη φωνή τους ως συνεργός όχι πρωταγωνιστής. Όπως όταν στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, εκτοξεύει ένα μικρό βότσαλο που στην οικονομία του κειμένου θα γίνει καθίζηση: «Είχα από καιρό αναφέρει ότι στο βιβλίο που έγραφα θα υπήρχαν μόνο τα σημάδια της αφροαμερικανικής ιστορίας ορατά στον Smith-και-Carlos. Εκείνα τα θραύσματα του μονοπατιού ενός λαού που μπορούσαν να φιλτραριστούν από την άμεση υποκειμενική τους αντίληψη ».

Υπάρχει η προσπάθεια του συγγραφέα να αναλάβει την προοπτική των χαρακτήρων του με την συνειδητοποίηση, ωστόσο, ότι δεν είναι σε θέση να την συλλάβει πλήρως, πως δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φωνή του σε εκείνη του Smith-και-Carlos, σε εκείνη των μαύρων αμερικανών . Με αυτή την έννοια ο Lorenzo Iervolino ανεβαίνει για 288 σελίδες στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στην Πόλη του Μεξικού. Καταλαμβάνει το χώρο που αφέθηκε ελεύθερος από τον αυστραλό αθλητή Peter Norman, ο οποίος, κατά την εγκαινίαση του άγαλματος αφιερωμένου στη χειρονομία του Tommie και του John που έλαβε χώρα το 2005 στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του San Jose, επανέλαβε την έννοια: το σώμα μου δεν υπάρχει, όχι γιατί δεν ήμουν αλληλέγγυος στον αγώνα τους, αλλά επειδή καθένας από εσάς να μπορεί να έχει την τιμή να είναι συνεργός και να είναι στο πλευρό των Tommie και John. Ο συγγραφέας, με το έργο του, διατηρεί πίστη στα λόγια του Νόρμαν, παίρνει τη θέση του για λίγο , στην εικόνα και στο άγαλμα, φορά την καρφίτσα του Ολυμπιακού Σχεδίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που του χάρισαν στα αποδυτήρια οι δύο αφροαμερικανοί αθλητές, και εκδηλώνει την αλληλεγγύη σε εκείνη την χειρονομία με μια πλευρική παρουσία: ελαφριά, γιατί ποτέ στο προσκήνιο, και συμμετέχουσα επειδή ποτέ στο παρασκήνιο. Αν θέλετε να καταλάβετε τι υπάρχει μέσα σε εκείνη την εικόνα, διαβάστε αυτό το βιβλίο, είναι μια μεγάλη ευκαιρία να έχετε την τιμή να τρέξετε για λίγο δίπλα στους Tommie και John.

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email
ιστορία, storia

15 απριλίου 1980: πεθαίνει ο Jean Paul Sartre

Stampa

11
Στον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο ο αντικομφορμισμός του δεν ήταν της πρόσοψης, ήταν πραγματικός, έτσι ώστε ίσως να ήταν καλύτερο να τον ονομάσουμε «μη συμβατότητα, όχι κομφορμισμό» σε σχέση με τις αξίες της αστικής κοινωνίας. Περιφρονούσε τις κοσμικές εκδηλώσεις και τα καλλιεργημένα σαλόνια, προτιμώντας τα τραπεζάκια του Saint-Germaine. Το 1945 αρνήθηκε τη Λεγεώνα της τιμής, και αργότερα την έδρα στο Collège de France.

Στις 15 απριλίου 1980, ο γάλλος φιλόσοφος Jean-Paul Sartre σβήνει στο Παρίσι στην ηλικία των 75 ετών. Δεν ήταν μόνο φιλόσοφος, αλλά και μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας. Μαζί με την Simone de Beauvoir, τον Maurice Merlau-Ponty και άλλους, ίδρυσε το 1944 το πολιτικό, λογοτεχνικό και φιλοσοφικό περιοδικό Les Temps Modernes, το οποίο ήταν το όχημα μέσω του οποίου οι ιδέες του εξαπλώθηκαν σε όλη τη Γαλλία.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Sartre διακρίθηκε για τον ακτιβισμό και τη δέσμευσή του, την στράτευση σε διάφορες υποθέσεις και μάχες.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου συνελήφθη από τους Γερμανούς και, μόλις απελευθερώθηκε, συμμετείχε στην αντίσταση. Προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, το εγκαταλείπει το 1956 μετά την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της υπόθεσης του αλγερινού λαού, φθάνοντας στο σημείο το 1961 να δημοσιεύσει το Μανιφέστο των 121, στο οποίο διακήρυτταν το δικαίωμα στην ανυποταξία για τους γάλλους που κινητοποιούνταν στον πόλεμο της Αλγερίας. Επιπλέον, ο ίδιος προσχώρησε ανοιχτά στην οργάνωση Jeanson, την παράνομη οργάνωση που υποστήριζε το αλγερινό απελευθερωτικό μέτωπο FLN. Το 1968 συμμετείχε ενεργά στις κινητοποιήσεις του Μαΐου του Παρισιού, τοποθετούμενος χωρίς δισταγμό στην πλευρά των φοιτητών (σε αντίθεση με ό, τι συνέβη στη Γερμανία με τον Adorno). Στη δεκαετία του ’70, ήδη άρρωστος, εντάχθηκε στη μαοϊκή ομάδα της Gauche Proletarienne και πάλι το 1973 ίδρυσε την εφημερίδα Liberation μαζί με τον Serge July. Μία συζήτηση του με τον Pierre Victor και τον Philippe Gavi δημοσιεύθηκε το 1975 από τον εκδοτικό οίκο Einaudi με τον τίτλο «Το να εξεγείρεσαι είναι σωστό, Ribellarsi è giusto». Ήταν επίσης ο πρώτος συγγραφέας που απέρριψε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία, το οποίο του απονεμήθηκε το 1964.