ιστορία, storia

Aldo Moro και η ξεχασμένη δεκαετία – e il decennio dimenticato

 

Γνωρίζουμε λεπτομερώς το σενάριο για την απαγωγή του Aldo Moro, αλλά ποτέ όπως στην παρούσα επέτειο δεν αναγνωρίζουμε πλέον την αλήθεια. Εξαφανίστηκε, εκμηδενίστηκε από πνεύμα εκδίκησης ή ίσως, απλούστερα, από πολιτική άγνοια, η ιστορία. Χωρίς το πλαίσιο, την συγκυρία, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά η μυθοπλασία: πινακίδες και αυτοκίνητα, μεταστροφές και τοπωνυμίες, αναμνήσεις πρώιμα ορφανών ανηψιών και συνωμοσίες κάθε τάξης. Την θέση της γοητείας του καθολικισμού-κομουνισμού ανέλαβε η απογοήτευση που ανατρέχει στις θέσεις του πρώην υπουργού εσωτερικών και προέδρου Κοσσίγκα, για να επιστρέψουμε στη μεταμοντέρνα παρεξήγηση, παρανόηση, αλλά το πρώτο θύμα παραμένει η κατανόηση των γεγονότων. Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που συνδέει την αναμνησιολογία των ημερών αυτών: η αναγκαστική αφαίρεση κάθε έννοιας και σημασίας από ένα γεγονός που μετασχηματίζεται σε ένα event, μια εκδήλωση, και αποσυνδέεται από οποιαδήποτε διαδικασία. Ο Aldo Moro δεν είναι η κορυφή – ένδοξη ή τραγική, ανάλογα με τις απόψεις – μιας δεκαετίας της ταξικής αντιπαράθεσης, σύγκρουσης. Είναι ένα Rai fiction μπολιασμένο στην ιταλική πολιτική. Είναι μια μεταφρασμένη μορφή εγκληματικού μυθιστορήματος που εφαρμόζεται στις σχέσεις της πολιτικής. Υπάρχει η συμμορία των δολοφόνων και το αθώο θύμα. Ιδιωτικά γεγονότα λοιπόν: τι σχέση έχουν »οι ιταλοί» (καλοί άνθρωποι …); Το σημαντικό είναι να εκτονώσουμε τη σχέση μεταξύ του ’68 και του ’78 και, μέσα στη μακρά δεκαετία της κοινωνικής σύγκρουσης, να διαχωρίσουμε την εξτρεμιστική μειονότητα από τη συντριπτική πλειοψηφία της «πραγματικής χώρας». Η ιστορία διαβάζεται μέσα από τους φακούς της ομαδικής ψυχολογίας. Το αντίθετο σημείο αντιπροσωπεύεται από τους τελευταίους αμετανόητους οπαδούς των απόψεων του Κοσσίγκα, όπως προείπαμε: Giuliano Ferrara, για παράδειγμα.

Αντίθετα, είναι δυνατό να κατανοήσουμε τον Aldo Moro μόνο με την εισαγωγή του στην ιστορική διαδικασία. Το 1968 ελευθερώνει, αποσυνθέτοντας τες για να τις επανασυνδέσει, κοινωνικές ενέργειες που από καιρό εκκολάπτονταν στην επιγενόμενη κοινωνία της ευημερίας. Μια κοινωνία που πλούτισε ταχέως και την εποχή εκείνη σημαδεύεται με κοινωνικές εκρηκτικές αντιφάσεις: νέα ευημερία και τραγική φτώχεια, μητροπολιτικές φαντασμαγορίες και πολιτιστικούς ξεριζωμούς. Ένας κόσμος σε μετασχηματισμό που εκφράζονταν μέσα από πολιτικά παραδείγματα μιας εποχής πρώιμα γερασμένης. Μια νέα γενιά ανατινάζει το καπάκι που ανάγκαζε πολλές αντιφάσεις μέσα σε σχήματα που δεν είναι πλέον εφικτά: η συνάντηση ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καθολικισμό προχωρούσε παράλληλα με την κρίση του κομμουνισμού και του καθολικισμού, αφήνοντας μόνο στις πολιτικές ή πολιτιστικές ελίτ μια συζήτηση που δεν έβρισκε πλέον ριζώματα στην κοινωνία. Αφού απελευθερωθεί, όπως είναι γνωστό, η οδοντόπαστα δεν επιστρέφει στον σωλήνα της. Με τον ίδιο τρόπο, μόλις απελευθερωθούν, εκείνες οι γενετικές ενέργειες παίρνουν γρήγορα τη μορφή της πολιτικής: αδύνατο να τις επαναφέρεις στο νεανικό φολκλόρ. Οι ομάδες μπολιάζονται μέσα σε μια πραγματική ταξική πάλη που βρίσκει ακτή στο εργατικό σώμα του PCI. Δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη στους κομμουνιστές ηγέτες, αλλά υπάρχει μεγάλη στην κοιλιά της φάλαινας: οι πρωτοπορίες επικρίνονται αλλά αναγνωρίζονται. Το νέο προλεταριάτο και η εργατική ακτή πολλαπλασιάζουν τις επιπτώσεις σε ένα επίπεδο της γενικής πολιτικής σε αποσύνθεση, που έχει σκληρυνθεί από ένα Cln [Επιτροπή εθνικής απελευθέρωσης] που προτείνεται ξανά ύστερα από το μέγιστο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι το πλαίσιο, η συγκυρία, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι ταξικές μάχες, οι εξωκοινοβουλευτικές αριστερές ομάδες, η πολύ ταχεία οργανωτική και πολιτική κρίση τους, η τεράστια έκταση της εργατικής αυτονομίας και η απορριπτική της άρνηση ως ελάχιστο και μέγιστο πρόγραμμα ταυτόχρονα, που ενισχύει, αντί να επιλύει, εκείνη την κρίση της πολιτικής της οποίας η ίδια η Αυτονομία είναι θύμα και δημιουργός. Πολιτικές ενέργειες και κρίση της πολιτικής δεν θα μπορούσαν παρά να οδηγήσουν στον ένοπλο αγώνα, παρόντα σε όλες τις χώρες που διασχίστηκαν από την απότομη διακοπή της «ένδοξης τριακονταετίας». Η ιταλική ανωμαλία δεν βρίσκεται λοιπόν στον ένοπλο αγώνα, αλλά στη διάρκεια του, στην διάρθρωση και την έκταση του, στους αριθμούς του, στην ταξική του σύνθεση. Ο Aldo Moro βρίσκεται σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι Carrero Blanco, Hanns-Martin Schleyer, Alexander Meigs Haig, René Audran και οι πολλές άλλες ανθρώπινες ηγετικές μορφές του καπιταλιστικού συστήματος που χτυπήθηκαν από τους ένοπλους αγώνες στην Ευρώπη.

Ο Aldo Moro είναι συνεπώς το αποτέλεσμα αυτής της συνέργειας μεταξύ ισχυρών ταξικών αγώνων και αδύναμης Κατάστασης, Κράτους να τους αγκαλιάσει, να τους κατανοήσει, να τους ενσωματώσει. Η Ιταλία δεν είναι η Γαλλία. Ταυτόχρονα, ο θάνατος του Aldo Moro είναι το αποτέλεσμα της διασταύρωσης δύο Κρατικών προτεραιοτήτων. Της ατλαντικής χριστιανοδημοκρατικής, προσεκτικής να μην καταλήξει στον κολασμένο κύκλο των χωρών με περιορισμένη κυριαρχία, και της κομμουνιστικής, ακόμα πιο τρομαγμένης από τον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο των εργοστασίων. Διότι το στοίχημα, η διαμάχη με τα γεγονότα μέσα στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, ήταν αυτό.  Παίχτηκε άσχημα από την επαναστατική αριστερά, αλλά παίχτηκε μέχρι τέλους. Η ταξιαρχίτικη προσπάθεια συγκρούονταν με όλο το βάρος μιας παράδοσης μεγαλύτερης του αιώνα ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού. Η Ιταλία ήταν ένα αδύναμο Κράτος, αλλά το ΚΚΙ, PCI ήταν ένας ισχυρός θεσμός, πολύ ισχυρότερος από την επαναστατική ανυπομονησία. Ο Aldo Moro δεν εκπροσωπούσε κανένα υποκειμενικό γάγγλιο μεγάλης αξίας, όπως σύντομα θα ανακαλύψουν οι Br: μπορούσε να θυσιαστεί, επομένως, ακόμη και για τον Berlinguer, ο οποίος δεν ήταν πλέον ο Togliatti και οι καιροί του.

Το 1978 ολοκληρώνει την ταξική σύγκρουση στην Ιταλία. Έχοντας φτάσει στο αποκορύφωμα, χωρίς πλέον ακτές ούτε συμπάθειες, χωρίς μια επαναστατική Πολιτική ικανή να μεταμορφωθεί για να εγκατασταθεί σε ένα υψηλό σημείο της μάχης, η καταστροφή είναι αναπόφευκτα γρήγορη και χωρίς έλεος. Βρισκόμαστε ακόμα μέσα σε αυτό το ερείπιο. Αυτά τα ανόητα χρόνια που ζούμε σήμερα δεν έχουν καμία σχέση με τη δεκαετία εκείνη. Και γι ‘αυτό έχουν κάτι να κάνουν με αυτό, πρέπει.

2138 letture totali, συνολικές αναγνώσεις – 196 letture oggi σήμερα

2 comments to Aldo Moro e il decennio dimenticato

  • dziga vertov

    άψογη ανάλυση, αξίζει επίσης να διερευνηθεί η φύση και οι στόχοι της κρατικής προτεραιότητας του PCI που δεν ήταν μόνο εκείνη η άμεση, και σε κάθε περίπτωση από ηγεμονική θέση, του ελέγχου των εργοστασίων. Η «γραμμή σταθερότητας», που διεξήχθη με τον κυνικότερο οπορτουνισμό από τους ηγέτες του κόμματος, είχε τον εξωτερικό στόχο των διαπιστευτηρίων, της έγκρισης στο επίπεδο του Ατλαντικού και εσωτερικά να ενεργοποιήσει εκείνη τη διαδικασία επανατοποθέτησης, από την εργατική τάξη στις μεσαίες τάξεις, που επιδιώχτηκε τις επόμενες δεκαετίες από τον beringuer και τους επιγόνους του. Για την διαβόητη «αίσθηση, νόημα του κράτους», στη θέση της «ταξικής πάλης», το ΚΚΙ άρχισε να μιλάει στη δεκαετία του 70 και στην απαγωγή του Μόρο βρίσκει τη μέγιστη πολιτική και επικοινωνιακή έκθεση. Και την ιδεολογία, με τα νομιμοποιητικά παράγωγα της (τιμιότητα, διαφάνεια, ποικιλομορφία)  θα καλύψει ο συμβιβασμός πρώτα, η διαβούλευση της δεκαετίας του ’90 και του 2000 αργότερα.

  • Gino

    Υπάρχει πάντοτε τόσο μεγάλο μέρος με το οποίο θα συμφωνήσουμε σε αυτές τις «αναλύσεις» που αφηγούνται την ιστορία, τις οποίες είναι σχεδόν αδύνατο να αμφισβητήσουμε.
    Επισημαίνω ότι δεν είμαι ένας νοσταλγικός του PCI, αλλά μερικές φορές το να μειώνουμε, να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα τις ευθύνες του είναι σχεδόν un endorsement, και δεν θέλω να με παρεξηγήσετε, τα λάθη και οι πουτανιές που έκαναν ήταν τόσα πολλά που ούτε καν ο δικηγόρος του διαβόλου θα μπορούσε να τους βγάλει από την καταδίκη, αλλά πρέπει να επικαλεστούμε την πραγματική κατάσταση στο πεδίο της εποχής. Μιλώ με όρους γενεών, το να βρίσκεσαι στη μέση των γεγονότων, μέσα αυτά που νιώθεις στο πετσί σου.
    Βρισκόμασταν στη μέση του πολέμου, που ξεκίνησε την ίδια ημέρα της πτώσης του Ράιχσταγκ, που προκάλεσε η δυσαρέσκεια που έδειξε ο Στάλιν σε αυτό το γεγονός, και κάθε αριστερή κίνηση καταπνίγονταν στο αίμα στην υφήλιο … εκτός από την ΕΣΣΔ, χάρη στη διαθέσιμη στρατιωτική δύναμη. Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα στο τέλος του παγκόσμιου πολέμου, με την ενεργοποίηση του εμφυλίου πολέμου, δεν νομίζω ότι είχε περάσει απαρατήρητο … ήμασταν πολύ κοντά και ήταν μια προειδοποίηση σε εκείνους που είχαν την πρόθεση να αντισταθούν, και ακολούθησε το καθεστώς των συνταγματαρχών. Πέρα απ’ τον ωκεανό Αργεντινή και Χιλή, Καμπότζη, Κορέα, Βιετνάμ και ούτω καθεξής. Σε όλες τις περιπτώσεις ήταν ένα λουτρό αίματος.
    Αναρωτιέμαι αν ακόμα και εδώ ίσως να μπορούσαμε να ζήσουμε αυτό το λουτρό αίματος, αν όχι και χειρότερο.
    Τούτου λεχθέντος, αναρωτιέμαι επίσης αν μπορούσε ένα κομμουνιστικό κόμμα να μην χορηγήσει αμνηστία στους φασίστες στη μεταπολεμική περίοδο ή να συγκρουστεί με το υπόλοιπο σύμπαν για την υπόθεση Moro.
    Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω για τις θέσεις μου τα λόγια σας, εαν τα έχω ερμηνεύσει σωστά και αν μου το επιτρέπετε:
    «το βάρος μιας μεγαλύτερης από αιώνα παράδοσης ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού»

    http://www.militant-blog.org/?p=15213#more-15213

ένοπλη πάλη, lotta armata

Μέρος δεύτερο της εξιστόρησης για τη γέννηση του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70

images (10)images (11)images (12)images (13)images (14)images (15)images (16)

Controstoria: la lotta armata negli anni Settanta

Il contesto storico

di Massimo Battisaldo e Paolo Margini
(Paginauno n. 30, dicembre 2012 – gennaio 2013)

Il contesto storico e politico, nazionale e internazionale, nel quale si sviluppa il ‘partito armato’ in Italia, dalla viva voce di chi ne ha fatto parte

η ιστορική και πολιτική συγκυρία , εθνική και διεθνής, στην οποία αναπτύσσεται το ‘ένοπλο κόμμα’ στην Ιταλία, από τη ζωντανή φωνή αυτού που πήρε μέρος

Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε και μια κυριότερη, με ιστορικούς όρους, απ’ όλες τις άλλες μαζί : την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε από αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχάτου, δομημένη για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα : οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπεις το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Αλλάζουν ταυτόχρονα με μιας και οι σχέσεις, που σημαδεύονται από μια νέα παρρησία και στα δύο φύλλα και ανάμεσα στα διαφορετικά φύλλα. Δεν υπάρχουν πλέον συμπεριφορές με κυρώσεις εκ των προτέρων : τέσσερα κορίτσια, ή και ένα μόνο του, μπορούν να ανεβούν στο αυτοκίνητο και να πάνε για βόλτα το βράδυ, να κάνουνε παρέα και να διασκεδάσουν, όπως οι άντρες έκαναν από πάντα και οι γυναίκες, μέχρι στιγμής, ποτέ.
Εάν συγκρίνουμε αυτή σε άλλες κατακτήσεις του ’68 και του περίγυρου, όπως το Καταστατικό των εργαζομένων, παρατηρούμε πως εκείνο το αποτέλεσμα που προήλθε από την εργατική δύναμη μόνο σαράντα χρόνια αργότερα μπαίνει σοβαρά σε αμφισβήτηση, τόσο υποκειμενικά απ’ τα αφεντικά, όσο και αντικειμενικά από την κρίση στον παραγωγικό τομέα, πρωταρχικό και δευτερεύοντα, που προήλθε από τη μετάβαση της βιομηχανίας στις χώρες με χαμηλούς μισθούς και εργασιακές συνθήκες απαράδεκτες. Οι κατακτήσεις του φεμινισμού, αντιθέτως, αν και δεν ολοκληρώθηκαν οπωσδήποτε, δείχνουν πως αντέχουν περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου, και πως είναι περισσότερο ριζωμένες στην κοινωνία.

Και η κουλτούρα καταγράφει βήματα μπροστά επίσης. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες : οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική, τηλεόραση έγχρωμη και θωρακισμένη πόρτα για να προστατεύει τα αγαθά που έχουν αποκτηθεί. Βελτιώνεται η κάλυψη στην υγεία, προληπτική και ατυχημάτων, που σήμερα δέχονται επίθεση και αυτές.

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά : οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Όλη η πολιτική που ακολουθεί, συμπεριλαμβανομένης της άκρας δεξιάς και του κληρικού κέντρου, πρέπει πλέον να αναμετρηθεί αργά ή γρήγορα με κάποια από τις αξίες που έχουν εκφραστεί από αυτή την αλλαγή, με κίνδυνο την εξαφάνιση λόγω αρχαϊσμού. Όμως το κενό, όπως πολύ καλά ξέρετε, γεμίζει κυρίως και πολύ με την αριστερά, στο σημείο σήμερα το ’68 να προσδιορίζεται ca tout court με την επικράτηση της αριστεράς και με αυτή την έννοια εορτάζεται ή δυσφημείται εκ των προτέρων σε κάθε συζήτηση.

Το διεθνές πλαίσιο

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετίας νωρίτερα : το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα ….κι ας είναι και με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, με σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Υπάρχει βέβαια το ερώτημα του να κρατήσει, που για πρώτη φορά μπαίνει σε δοκιμασία το 1961 με την αποτυχημένη προσπάθεια των αμερικανών να αποβιβαστούν στον Κόλπο των Χοίρων, και στη συνέχεια την επόμενη χρονιά με την ‘κρίση των πυραύλων’, όταν κάποια εμπορικά πλοία των ρώσων που κατευθύνονται στην Κούβα μεταφέροντας πυρηνικά όπλα εμποδίζονται από το αμερικανικό ναυτικό, και ο κόσμος διατρέχει κίνδυνο πολέμου, που από ψυχρός γίνεται θερμός. Η απόφαση των σοβιετικών να αποσύρουν τα καράβια έκανε την κρίση να παρέλθει και στο τέλος λειτούργησε προς όφελος των κουβανών, μιας και με την διακήρυξη πως θα μπλοκάρουν οποιοδήποτε πλοίο μεταφέρει οπλισμό, οι ηνωμένες πολιτείες εκ των πραγμάτων είναι σαν να παραδέχονται πως θα επιτρέψουν την ναυσιπλοία στην περιοχή για οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, αναγνωρίζοντας ντε φάκτο την κυβέρνηση της Κούβας, αναγνώριση που μέσα από χίλιες δυσκολίες και προβλήματα και με διάφορους τρόπους ισχύει μέχρι σήμερα, μαζί με την φιγούρα του ηγέτη της.

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορεία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Υπάρχει και η αρνητική πλευρά που αντιπροσωπεύεται από την παράλληλη ανάπτυξη της διάδοσης των ναρκωτικών, που ξεκινά να έχει εξάπλωση φοβερή σε κόσμο και κατηγορίες μέχρι τότε απούσες. Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, i Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έχουμε έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Ανάμεσα στους αγωνιστές της αριστεράς, και της επαναστατικής, το Βιετνάμ αποτελεί την δυνατότερη κολλητική ύλη, διότι μετρά περισσότερο ο αντιαμερικανικός αγώνας παρά το αν η χώρα θα ανήκει στη σοβιετική σφαίρα επιρροής παρά στην κινεζική. Η διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο εξαπλώνεται σε όλη την Δύση, υψώνοντας παντού τις αποδόσεις των κινημάτων της αριστεράς, γεννώντας ατέλειωτες συζητήσεις στα mass media, με τη συμμετοχή του καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου στο σύνολό του, εισερχόμενη στο παραγωγικό σύστημα, δηλαδή στα εργοστάσια, που εκείνο το διάστημα αποτελούν ακόμη την κολόνα πάνω στην οποία στηρίζεται η Δύση, και η έδρα που προτιμά μια ολόκληρη τάξη : το προλεταριάτο.

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούγαμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώς, ομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια.

Το ιταλικό πλαίσιο

Εάν το 1959 υπάρχει η Κούβα, στην Ιταλία τον Ιούλιο του 1960 υπάρχει εδώ και τρεις μήνες μονόχρωμη κυβέρνηση της χριστιανικής Δημοκρατίας με την εξωτερική στήριξη του κοινωνικού ιταλικού Κινήματος, κόμματος ανοικτά νεοφασιστικού. Αυτό το τελευταίο έχει διαλέξει την Γένοβα ως τόπο του εθνικού του συνεδρίου, ακριβώς διότι η πόλη αποτελεί προπύργιο του Κκ.
Εξελίσσονται δυνατές συγκρούσεις και ο αγώνας εξαπλώνεται σε ολόκληρη την χώρα, με αποκορύφωμα τραγική κατάληξη στις 6 Ιουλίου στη Reggio Emilia, όπου η αστυνομία πυροβολεί με τα αυτόματα και δολοφονεί πέντε : τέσσερις εργάτες και ένας κτηνοτρόφος, οι τρεις τους αντιστασιακοί. Είχαν 41, 39, 36, 22 και 19 χρόνια.
Οι δύο νεότεροι ανήκαν σε εκείνη την γενιά που το ’70 θα ήταν στα τριάντα και θα παρείχε στο Κίνημα τους δασκάλους.

Οι παραιτήσεις των κυβερνώντων σε ακολουθία των συμβάντων πείθει την χΔ να αλλάξει στρατηγική, βάζοντας σε εφαρμογή το μέχρι εκείνη την στιγμή αποκηρυγμένο πλησίασμα με το σοσιαλιστικό Κόμμα, παραδοσιακό σύμμαχο του Κκ πάνω σε πολλά θέματα. Στο σχέδιο του Άλντο Μόρο αυτό σημαίνει ως το μέλλον της χΔ θα μπορούσε να συγκλίνει λίγο προς αριστερά, εάν έβρισκε ανταπόκριση στο Κκ και θέληση να συγκλίνει λίγο δεξιά.
Αυτή η διαδικασία δεν ήταν με τίποτα γραμμική και ομαλή, είχε όμως έναρξη με την είσοδο του σΚ στον κυβερνητικό χώρο, κεντρικό και περιφερειακό. Μια ζώνη που το σΚ δεν θα εγκαταλείψει ποτέ, μέχρι να φτάσει να είναι παρόν, σε συνεργασία με το Κκ ή μαζί με τη χΔ, σε όλες τις διοικήσεις της χώρας, όπως επίσης στον συνδικαλιστικό και πολιτιστικό χώρο. Το σοσιαλιστικό κόμμα λοιπόν βρίσκεται να έχει το ποιο ολοκληρωμένο πλαίσιο της κατάστασης και της οικονομικής ροής, σε μια ιστορική στιγμή όπου, στο εσωτερικό των κομμάτων, τα ιδεολογικά προβλήματα υπερπηδιούνταν από αυτά της χρηματοδότησης, από την αναζήτηση του απαραίτητου χρήματος για την ανάπτυξη των δομών.

Η βιομηχανία έχει από τα δεύτερα μισά του ’50 εκείνο το απαραίτητο ξεπέταγμα που γενικεύει το μπουμ της επόμενης πενταετίας. Η αναγέννηση των εθίμων και των συνηθειών και η μεγαλύτερη διακίνηση χρήματος μεταμορφώνουν και την Ιταλία σε χώρα καταναλωτική, με τη δημιουργία εκείνων των καταναλωτών μάζας τους οποίους χρειάζεται η βιομηχανία της μάζας : τέτοιοι γίνονται οι ίδιοι οι προλετάριοι, δεσμευμένοι με λογαριασμούς και συναλλαγματικές, εξασφαλίζοντας αυτοκίνητο και πλυντήριο. Την ίδια στιγμή τονώνεται η εσωτερική μετανάστευση από το νότο προς βορρά, για να απαντηθεί η ανάγκη των εργοστασίων για νέους εργάτες χαμηλού κόστους. Όλα αυτά ευνοούν τη γέννηση οικογενειών και απογόνων μικτών, δημιουργεί μια νέα τυπολογία ιταλού όπως επίσης μια νέα τυπολογία αγωνιστή, πολιτικού και δυνδικαλιστικού προσωπικού, ανταγωνιστή.

Αυτό γεννά δυνάμωμα της αριστεράς γενικότερα, του Κκ, των συνδικαλιστικών ενώσεων, γεννά όμως και ρήξη, γιατί οι εργάτες των μεγάλων εργοστασίων είναι καλύτερα προστατευμένοι σε σχέση με αυτούς των μικρών και των μεσαίων, που είναι όμως αυτές που αναπτύσσονται περισσότερο και στις οποίες τ’ αφεντικά κερδίζουν περισσότερο πληρώνοντας λιγότερο, για μεγαλύτερη παραγωγικότητα και υπό χειρότερες συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας. Γεγονός σπουδαίο για την ανάπτυξη της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που βρίσκει εύφορο έδαφος για ριζοσπαστικότερους αγώνες εξ αιτίας αυτών των συνθηκών εργασίας, αναπτυσσόμενη στη συνέχεια και έξω από το εργοστάσιο, με αγώνες στις συνοικίες και με καταλήψεις σπιτιών. Ενώνονται οι εργάτες μετανάστες απ’ το νότο με τους εργάτες του βορρά, σε αυτό τον μεγάλο κύκλο αγώνων για το μισθό και το εργατικό Καταστατικό, που αποκτά εκείνο το επίπεδο σύγκρουσης στο οποίο οι εργάτες από παράδοση είναι συνηθισμένοι, είναι σε θέση να αναπτύξουν και να εξαπλώσουν.

Ταυτόχρονα τα πανεπιστήμια είναι σε αναταραχή, καταλαμβάνονται για μεγάλα διαστήματα. Η πλατεία αντανακλά και είναι η δημόσια βιτρίνα και ο τόπος σύγκρουσης : συνδικαλιστικές πορείες με εργάτες, που αντιπροσωπεύουν ακόμη τη δύναμη του Κκ, και πορείες των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων σε πορεία σχηματισμού ή ήδη δυναμωμένων. Άρνηση να λύσουν καταλήψεις και πικετοφορίες, συγκρούσεις. Τα πιο διαδεδομένα συνθήματα : “Lo stato borghese si abbatte e non si cambia, padroni, borghesi, ancora pochi mesi”, ενώ στο εργοστάσιο φωνάζουν : “Mirafiori – sarà – il nostro – Viet-nàm”.
‘Το αστικό κράτος καταρρίπτεται και δεν αλλάζει, αφεντικά, αστοί, ακόμη λίγοι μήνες’. ‘Μιραφιόρι θα είναι το δικό σας Βιετνάμ’.

Η εξωκοινοβουλευτική πλευρά μοιάζει περισσότερο ζωντανή και τολμηρή. Οι κριτικές που απευθύνονται στο Κκ είναι για ρεβιζιονισμό, δηλαδή πως έχει εγκαταλείψει την επαναστατική προοπτική και πως έχει προσαρμοστεί στο διεθνές τοπίο. Πράγματι το 1966 συμβαίνει ένα ιστορικό γεγονός : Η Φίατ ανακοινώνει πως συμφώνησε με την ΕΣΣΔ για την κατασκευή εργοστασίου σε σοβιετική γη που θα παράγει αυτοκίνητα. Να το πούμε με άλλους όρους : το πιο μεγάλο εργοστάσιο καπιταλιστικής χώρας συμμάχου των ηνωμένων πολιτειών που εκείνο το διάστημα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με το Βιετνάμ, παρέχει στους ανταγωνιστές των ηνωμένων πολιτειών και συμμάχους των βορειοβιετναμέζων ολόκληρη την τεχνολογία για μαζική ειρηνική παραγωγή : βλέπετε είναι και οι σοβιετικοί που θέλουν να εισέλθουν στην καταναλωτική εποχή και κοινωνία. Στη συμφωνία συνδικάτα και Κκ έχουν δευτερεύοντα ρόλο αλλά είναι υποχρεωμένοι να τη δεχτούν, και αναγκαστικά ελαττώνουν την δυναμική των διεκδικήσεων τους.

Το πράγμα δημιουργεί αγανάκτηση σε πολλούς που, όχι ακόμη πενηντάρηδες, είχαν πάρει ενεργά μέρος στην Αντίσταση και στους εργατικούς αγώνες που έπονται, και που έκρυβαν απογοήτευση στην ψυχή τους για την προδομένη επανάσταση. Αυτό αφήνει μεγάλο χώρο στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες που σχηματίζονταν και στις οποίες εισρρέουν διακαείς νέοι και επίσημοι αγωνιστές απογοητευμένοι, και όπου οι διανοούμενοι και οι ερευνητές της αριστεράς της προηγούμενης περιόδου βλέπουν αυτούς που πιθανά θα πραγματοποιήσουν τις θεωρίες και τις επεξεργασίες τους στο κλασικό μαρξιστικό-λενινιστικό υλικό.
Ο πνευματικός και καλλιτεχνικός κόσμος, ήδη γεμάτος από αντάρτες μιας και η νέα τέχνη είναι πάντα εξεγερτική, γρήγορα κατακτάται και με τη σειρά της γίνεται μεγάφωνο δια μέσω των εμπνεύσεών τους, κυρίως κινηματογραφικών και μουσικών, κάνοντας να συμμετάσχουν οι σπουδαιότεροι καλλιτέχνες και σκηνοθέτες, συμβάλλοντας στο να μεταδοθεί το μήνυμα ακόμη και στους πιο μακρινούς και απομονωμένους χώρους.

Piazza Fontana

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : η βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολική σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Η έναρξη της ένοπλης πάλης

Η διαδοχή των γεγονότων μέχρι στιγμής περιγραφομένων αντιπροσωπεύει μια κλασική πορεία και, για να συνεχίσουμε, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε : από την εξέλιξη των εξωκοινοβουλευτικών κινημάτων γεννιέται στην συνέχεια ο ένοπλος αγώνας.
Δεν είναι έτσι. Πενήντα μέρες πριν την έκρηξη στην πλατεία Φοντάνα σχηματίζεται ήδη η gruppo 22 Ottobre, στην Γένοβα, που δρα ανάμεσα στο 1970 και ’71 με επιθέσεις πολιτικές και αυτοχρηματοδότησης.
Αμέσως μετά τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα, την άνοιξη του 1970, σχηματίζονται στο Μιλάνο οι Gap, και την ίδια χρονιά κάπου στην Εμίλια μια μικρή ομάδα αποφασίζει να δώσει ζωή σε μια μαχητική ομάδα που θα γίνει μετά οι Κόκκινες Ταξιαρχίες.
Από τις τρεις οργανώσεις, δυο φθίνουν πολύ γρήγορα, η τρίτη όμως βρίσκεται μέσα σε λίγα χρόνια να οδηγεί τη διαδικασία ανάπτυξης της ένοπλης πάλης, που γεννιέται λοιπόν σαν κομμάτι απομονωμένο στον γαλαξία της άκρας αριστεράς, ευθύς εξ αρχής στην παρανομία για στρατιωτικούς λόγους, αλλά αυστηρά μέσα στις λογικές της, όσον αφορά την πολιτική προετοιμασία και τους τρόπους συζήτησης πάνω στη γραμμή που θα ακολουθηθεί.

Γραμμή ήταν πράγματι το όνομα που δίνεται μέσα στο Κκ και σε όλες τις άλλες οργανώσεις στην πολιτική στρατηγική που οι αγωνιστές πρέπει να ακολουθήσουν. Η αναζήτηση της σωστής γραμμής οδηγούσε σε συγκρούσεις ανάμεσα σε λενινιστές, σταλινικούς, τροτσκιστές, μαοϊκούς, μπορντιγκιστές, που αλληλοκατηγορούνταν και κυρίως, σύμφωνα με υπαγόρευση που έρχεται από τον Ροβεσπιέρο, αριστερότερα απ’ τον εαυτό τους. Οι κατηγορίες είναι με τη σειρά για οικονομισμό, αυθορμητισμό, τυχοδιωκτισμό, προβοκάτσια, φασισμό ή πως είναι πράκτορες της αντίδρασης, ίσως καθοδηγούμενοι, ή μάλιστα και πληρωμένοι. Σαν τέτοιες, στην αρχή, βιαστικά παραμερίζονται, όχι μόνο από το Κκ αλλά και από το Κίνημα, οι ατυχείς εμπειρίες των ‘banda’ 22 ottobre και των Gap. Οι Brigate rosse αντιμετωπίζονται στην αρχή με τον ίδιο τρόπο, στη συνέχεια όμως οι εκτιμήσεις αλλάζουν και γίνονται θετικές.

Οι πρώτες σπουδαίες στρατιωτικές επιχειρήσεις που φέρνουν σε πέρας οι ερυθροταξιαρχίτες, οι απαγωγές αρχηγών και διευθυντών βιομηχανιών, διαχειρίζονται όλες σαν τιμωρίες παραδειγματισμού : σύλληψη, ανάκριση και διαπόμπευση, ή απελευθέρωση μεσολαβητική ενός αιχμαλώτου σχεδόν αλλαγμένου, μετανιωμένου. Στοιχεία που δημιουργούν μεγάλη αίσθηση μέσα και έξω απ’ το εργοστάσιο, πολλοί είναι αυτοί που συμφωνούν : ‘Επιτέλους’. Έτσι ξεκινά η εισρροή αγωνιστών προς την πρώτη μαχητική οργάνωση, που κάποια στιγμή μάλιστα έχει πρόβλημα υπερβολής στις αιτήσεις, αναγκασμένη έτσι σε μια αυστηρή επιλογή, γνωρίζοντας πολύ καλά πως στους καλούς και εύκολους καιρούς όλοι τρέχουν, ενώ ο αληθινός αγωνιστής πρέπει να ξέρει να αντιμετωπίζει τις μελλοντικές δυσκολίες.

Ο ένοπλος αγώνας λοιπόν δεν ξεκινά στο εσωτερικό των ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, η κατευθυντική ροή όμως ήταν, λόγω συμφωνίας, από το Κίνημα προς την οργάνωση που έχει ήδη σχηματιστεί. Το Κκ ήταν απ’ την αρχή αντίθετο, και δεν θέλησε ποτέ, όπως ήταν φυσικό για την επιβίωση του ίδιου του πολιτικού προγράμματός του, να δώσει ταυτότητα νομιμότητας αριστερής, επέκρινε τις δράσεις, τόσο των Ταξιαρχιών, όσο και αργότερα των υπόλοιπων σχηματισμών που σχηματίστηκαν και έδρασαν σε εκείνο που ονομάστηκε ‘ένοπλο κόμμα’. Η αντίθεση με το Κκ με τον χρόνο αυξάνεται, παράλληλα με την αντίθεση του ένοπλου κόμματος με τους θεσμούς του καπιταλισμού, και δεν ήταν δευτερεύουσα, όπως μπορέσαμε να δούμε στη διάρκεια και στη συνέχεια της απαγωγής του Άλντο Μόρο.

Ο διαχωρισμός όμως δεν ήταν τόσο ξεκάθαρος από την αρχή, διότι άλλο πράγμα είναι το Κκ και άλλο πράγμα οι αγωνιστές του Κκ. Τα πρώτα χρόνια αρκετές ήταν οι σχέσεις ανάμεσα σε σύντροφο και σύντροφο, επίσης και η αντιεπαναστατική κριτική μπορεί να κινείται με χαμηλές ταχύτητες όταν η βάση συναντά τη βάση και βλεπόμαστε συντροφικά στον αγώνα, στις παραδόσεις και στην κουλτούρα. Επίσης η κριτική πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της την ισορροπία στις δυνάμεις, έτσι λοιπόν κι ας μια μαχητική οργάνωση τίθεται στο στόχαστρο γενικότερα, συμβαίνει κάποια κρυφά της μέλη ή εμφανείς συμπαθoούντες να γίνονται νόμιμα αποδεκτοί στις ιδιαιτερότητες κάποιας κατάστασης, σαν αντιπρόσωποι στο εργοστάσιο για παράδειγμα.

Αυτές οι σχέσεις, πολιτικές ή προσωπικές, με τον καιρό αδυνατούν, οι τελευταίες μεγάλες στιγμές συναισθηματικού δεσίματος συμπίπτουν με τις δημοτικές εκλογές του 1975, που βλέπουν το exploit του Pci, και τις πολιτικές του 1976, όπου για κάποιες στιγμές η αριστερά ήλπιζε πως θα γίνονταν πλειοψηφία στην χώρα. Απ’ την επόμενη χρονιά ο διαχωρισμός ,και στην βάση, μπορεί να λεχθεί οριστικός…..

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

images (17)images (18)images (19)images (20)images (21)images (22)images (23)

αυτονομία, autonomia

3 Δεκεμβρίου 1979 : η νύχτα με τις φωτιές

autonomia-padova-79

logo (1)

Martedì 03 Δεκεμβρίου 2013 07:00, Τρίτη

Προς το τέλος των χρόνων ’70 στην Πάντοβα και σε άλλες πόλεις του Βένετο διαδέχονται η μια την άλλη διάφορες ‘νύχτες με φωτιές’, μια πρακτική που προέβλεπε τη ταυτόχρονη επίθεση σε διαφορετικούς τόπους- σύμβολα του κεφαλαίου και της καταστολής.
Ανάμεσα σε αυτές θυμόμαστε εκείνη της τρίτης του Δεκέμβρη του ’79, στη διάρκεια της οποίας πραγματοποιούνται 15 επιθέσεις ανάμεσα σε Πάντοβα, Ροβίγκο και Βιτσέντσα.
Σε λιγότερο από μια ώρα χτυπιούνται γραφεία εφημερίδων, κομματικά γραφεία , ασφαλιστικές εταιρείες και σούπερ μάρκετς.
Όλα ξεκινούν γύρω στις 19 : στη Vicenza δέχονται επίθεση με ρίψη μολότοφ και πέτρες τα γραφεία της εφημερίδας Giornale, λίγο μετά είναι η σειρά μιας αντιπροσωπείας αυτοκινήτων Lancia και μια ασφαλιστική εταιρία.
Την ίδια στιγμή, στο Rovigo, δέχεται επίθεση η σύνταξη της εφημερίδας Gazzettino.
Ο μεγαλύτερος αριθμός επιθέσεων στη διάρκεια αυτής της νύχτας της φωτιάς πραγματοποιείται όμως την πόλη της Padova: εδώ μια ομάδα συντρόφων εισβάλλει σε σούπερ μάρκετ για να πραγματοποιήσει απαλλοτρίωση, αρπάζονται είδη διατροφής πρώτης ανάγκης και χρήματα από τα ταμεία.
Στη συνέχεια να κτυπηθεί είναι η σειρά των γραφείων της Χριστιανοδημοκρατίας της οδού Pizzolo, όπου πέφτουν κάποιοι πυροβολισμοί ενάντια στην είσοδο, μετά είναι η σειρά της κατοικίας ενός εργολάβου οικοδομών και ένα μεσιτικό γραφείο.
Όλα κρατούν κάτι περισσότερο από μισή ώρα : όταν οι δυνάμεις της αστυνομίας προσπαθούν να παρέμβουν, στα μέρη που δέχτηκαν τις επιθέσεις βρίσκουν μοναχά φυλλάδια όπου είναι γραμμένο :
‘Να κτυπάμε τον εχθρό όταν βρίσκεται στη λάσπη. Σήμερα, παρά τις απαγορεύσεις, το ανταγωνιστικό κίνημα επιστρέφει στη πλατεία…[..]Τι πιστεύατε ; Ότι ίσως η τεράστια κληρονομιά από αγώνες και οργάνωση, ρίζωμα και κοινωνικοποίηση των αυτόνομων ταξικών πρωτοποριών, η μαχητική δυνατότητα ολόκληρου του ανταγωνιστικού κινήματος θα διαλύονταν σαν χιόνι στον ήλιο μπροστά στην απαγωγή κάποιων συντρόφων ; […] Σήμερα το ανταγωνιστικό κίνημα έδειξε πως είναι σε θέση όχι μόνο να δώσει μια απάντηση στη καταστολή που επιβάλλεται από τα κόμματα, αλλά αντιθέτως ότι μπορούμε να συνεχίσουμε προς τα εμπρός, με ποιοτικά άλματα, την πολιτική πρωτοβουλία των κομουνιστών ενάντια στο Κράτος του κεφαλαίου’.

Η σειρά των επιθέσεων ήταν επίσης απάντηση στην απαγόρευση από τον εισαγγελέα της Πάντοβα, Gianni Pollio, να πραγματοποιηθεί μια διαδήλωση που είχε ανακοινωθεί κάποιες μέρες νωρίτερα.
Την ανάληψη της ευθύνης για τη νύχτα με τις φωτιές ανέλαβε η ’“Organizzazione Operaia per il Comunismo», ‘Εργατική Οργάνωση για τον Κομουνισμό’.
Αυτή η πρακτική, που διεξήχθη επανειλημμένα ξεκινώντας από το 1978, κινούνταν από τη διάθεση να κτυπηθεί ένας αντίπαλος που είχε ήδη εξαπλωθεί παντού, που είχε διαφοροποιηθεί,
έτσι  και η επιλογή στόχων που απλώνονταν από κομματικά γραφεία σε εργολαβικά και μεσιτικά, κατ’ αυτό τον τρόπο, στη διάρκεια της πυρακτωμένης νύχτας μπαίνει στο παιχνίδι
η δύναμη μιας πραγματικής αντί εξουσίας στις ισχυρές εξουσίες της πόλης.