ιστορία, storia

5 MΑΙΟΥ 1981: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ – MUORE L’ALLODOLA D’IRLANDA

του Gianni Sartori

Ο θάνατος του Bobby Sands το 1981 αντιπροσώπευε για πολλούς ανθρώπους ένα γεγονός από εκείνα που σε σημαδεύουν, σε αλλάζουν, αν όχι ακριβώς τον τρόπο που ζεις, αλλάζουν τουλάχιστον την αντίληψη που έχεις γι την ζωή (καθώς και για την ιστορία, την πολιτική …).

Γι αυτόν που γράφει τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Μετά από μια στράτευση που άρχισε το ’68 σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει τη δέσμευσή μου (λόγω υπαρξιακής κούρασης, αίσθηση αδυναμίας μπροστά στην δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δυσμενείς συνθήκες … αποφασίσετε εσείς) με τις, μερικές φορές, σκληρές διαδηλώσεις στις οποίες είχα συμμετάσχει το 1974 (εκτέλεση του Puig Antich ) και το 1975 (βλ. τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των Varalli, Zibecchi και Micciché και, τον σεπτέμβριο για τον τουφεκισμό δύο etarra [μαχητών της ΕΤΑ] – Txiki και Otaegi – και τριών μαχητών του FRAP). Για κάποιο διάστημα αφιερώθηκα σε άλλα πράγματα, διατηρώντας παράλληλα την περιέργεια για όσα κινούνταν στον κόσμο και τον αναστάτωναν (με μερικά ταξίδια στην μετα-Φρανκοκρατούμενη Ισπανία, για παράδειγμα …). Στη συνέχεια ήρθε η απεργία πείνας των Ιρλανδών Ρεπουμπλικανών μαχητών και ο τραγικός επίλογος. Παράτησα τα πάντα (σχεδόν όλα, στην πραγματικότητα) και έφυγα για το Μπέλφαστ. Έκτοτε συνέχισα βασικά, καλώς ή κακώς.

Αυτός έφταιγε, ο Μπόμπι. Ακούς εκεί, που θα μπορούσε να είναι ακόμη στον κόσμο, ζωντανός. Ήταν στην πραγματικότητα νεώτερος από μένα και το πράγμα με χτύπησε πολύ, με εντυπωσίασε (μέχρι τότε ήταν κυρίως σύντροφοι από τα μέρη μου που πέθαιναν: Salvador Puig Antich, Saltarelli, Franco Serantini, Txiki …). Μετά από τόσα χρόνια – επίσης, βλέποντας και το πώς πήγαν τα πράγματα στην Ιρλανδία – αναρωτιέμαι αν πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το θάρρος του και εκείνο των 9 συντρόφων του.

Μια σύντομη περίληψη ακολουθεί, χωρίς να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση «ζούμε για να καταπατήσουμε τους βασιλιάδες» όπως συχνά αναφερόμαστε (*) σε κάποιες εξεγερτικές διαδηλώσεις.

Μοιάζει μόνο χθες αλλά αντίθετα σχεδόν 40 χρόνια έχουν περάσει. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα μιας γηραιάς Ευρώπης κορεσμένης και ικανοποιημένης, 10 νεαροί ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί θυσίαζαν τη ζωή τους για να διεκδικήσουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα όπως εκείνο της αυτοδιάθεσης και για την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου για όσους φυλακίζονταν κατά τη διάρκεια ενός απελευθερωτικού πολέμου.

Η απεργία πείνας μέχρι τις ακραίες συνέπειες είναι μέρος της ιρλανδικής κελτικής παράδοσης. Αλλά αυτή που διεξήχθη με ακραία αποφασιστικότητα από τους κρατούμενους του H Block, περισσότερο από μια ρητή αναφορά στο παραδοσιακό γαελικό δίκαιο και στους druidic νόμους, [- Το σύμπλεγμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων των druids], τους νόμους των δρυίδων δηλαδή, αντιπροσώπευε μια καθαρά πολιτική πράξη μέσα σε μια συλλογική διαδικασία απελευθέρωσης.

Περισσότεροι από είκοσι είναι οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που πέθαναν τον περασμένο αιώνα σε απεργία πείνας.

Ο πρώτος από αυτόν τον κατάλογο είναι ο Thomas Ashe, ένας από τους πρωταγωνιστές του «Πάσχα του αίματος» του Δουβλίνου (1916), πέθανε το 1917 αφού αναγκάστηκε να καταναλώσει τροφή με τη βία. Το 1920, ο Terence McSweeney, δήμαρχος του Cork, κρατούμενος στη φυλακή Brixton (Λονδίνο) μετά από 74 ημέρες απεργίας πείνας. Οι Fitzgerald Michael και Murphy Joseph πέθαναν επίσης κατά την ίδια διαμαρτυρία. Το 1923, κατά τη διάρκεια του πραγματικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ του IRA και των υποστηρικτών του «Ελεύθερου Κράτους», πρόθυμων να αποδεχτούν τη διαίρεση του νησιού, στην ιρλανδική φυλακή του Montioy έχασαν τη ζωή τους – μετά από περισσότερες από 40 ημέρες απεργίας πείνας – οι Andrew Sullivan και Dennis Barry.

Πάντα στην Ιρλανδία, στη φυλακή του Hill Arbor, το 1940 πέθαναν μετά από 50 ημέρες απεργίας πείνας οι Jack McNeela και Tony d’Arcy. Σε μια άλλη ιρλανδική φυλακή η ίδια τύχη έλαχε στον Joseph Witty. Το 1943, μετά από 31 ημέρες απεργίας πείνας και δίψας, ο εθελοντής του Ira Sean Mc Caughey έσβηνε στη φυλακή του Δουβλίνου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η κατάσταση στη Βόρειο Ιρλανδία χειροτερεύει: στις 6 φεβρουαρίου 1971 ο Ira σκοτώνει έναν άγγλο στρατιώτη (θύμα που προστίθεται στους στρατιώτες που ήδη σκοτώθηκαν το 1969 από τους προτεστάντες ελεύθερους σκοπευτές) και η αντίδραση δεν καθυστερεί. Στις 9 αυγούστου του ίδιου έτους εισήχθη ο επ’ αόριστον εγκλεισμός (εκείνο το ίδιο πρωινό, 342 άνθρωποι, κυρίως καθολικοί, συνελήφθησαν) κατά τη διάρκεια του οποίου θα χρησιμοποιούνται τακτικά τα σωματικά βασανιστήρια.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους εντείνονται και στις 30 ιανουαρίου 1972, ο βρετανικός στρατός σφαγιάζει δεκατρείς ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Derry («ματωμένη κυριακή»).

Δύο μήνες αργότερα, το Λονδίνο αναλαμβάνει απευθείας τη διοίκηση του Ulster και «χορηγεί» στους ρεπουμπλικανούς κρατούμενους το καθεστώς πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η δικαστική πίεση γίνεται όλο και πιο βαριά. Το 1973 εισήχθησαν τα ειδικά δικαστήρια, χωρίς επιτροπή ενόρκων, και το 1974, με την εισαγωγή της πράξης «Πρόληψης της τρομοκρατικής δράσης», “Preven-tion of terrorism act”, η αστυνομική κράτηση έφθασε στις επτά ημέρες. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, η απεργία πείνας προκαλεί δύο ακόμη θύματα στις αγγλικές φυλακές: τον Michael Gaugham το 1974 και τον Frank Staff το 1976.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου είχε αρθεί.

Στις 27 οκτωβρίου 1980, στο H Block της φυλακής Long Kesh (με το παρατσούκλι «Maze«) μια απεργία πείνας που – αφού αναστάλθηκε τα Χριστούγεννα για να επαναληφθεί την 1η μαρτίου 1981 – θα οδηγήσει στο θάνατο 10 ρεπουμπλικανών μαχητών. Τα ονόματά τους μπορούν να ζουν για πάντα στο μυαλό, στην καρδιά και στους αγώνες όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων του κόσμου. Ισχυρότεροι από το θάνατο.

Το πρωί της 5ης μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες, πεθαίνει ο Robert Gerard Sands. Γεννημένος στο Μπέλφαστ το 1954 από μια καθολική μητέρα και έναν προτεστάντη πατέρα, είχε εισέλθει στον ΙΡΑ όταν ήταν μόλις 18 ετών. Όταν πέθανε ήταν 27 χρονών. Σήμερα ο Μπόμπι είναι θαμμένος στο Milltown, το καθολικό νεκροταφείο στο Δυτικό Μπέλφαστ, που βρίσκεται κατά μήκος της «Falls Road», της περίφημης δημοκρατικής αρτηρίας “Falls”. Πολλοί μάρτυρες της ιρλανδικής υπόθεσης αναπαύονται εδώ: αγωνιστές όπως ο Μπόμπι Σάντς και ο Τζο Μακ Ντόνελ, Joe McDonnel, ή απλοί πολίτες που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία όπως ο Σον Ντάουνς, Sean Downes. Θυμάμαι ότι στις 16 μαρτίου 1988 το Milltown ήταν το σκηνικό μιας βίαιης ένοπλης επίθεσης από έναν φανατικό νομοταγή (φιλοβρετανό πολιτοφύλακα) που ολοκληρώθηκε με μια σφαγή καθολικών, εναντίον μιας πομπής κηδείας.

Στις 14 μαΐου, μετά από μια απεργία 59 ημερών, ο Francis Hughes, ηλικίας 25 ετών, πεθαίνει. Ονομάστηκε ο «Che Guevara του Ulster», το 1978 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της θανάτωσης οκτώ βρετανών στρατιωτών.

Ο Raimond McCreesh πεθαίνει στις 21 μαΐου, μετά από 61 ημέρες. Όταν εισήλθε στον ΙΡΑ ήταν μόνο 16 ετών, συνελήφθη το ’76 μετά από μια ενέδρα εναντίον του στρατού. Όταν πέθανε ήταν 24 χρονών και εξέφρασε στον ιερέα αδερφό του που τον συνέδραμε την επιθυμία ο θάνατός του να μην προκαλέσει καμία βίαιη ενέργεια.

Ο Patsy O’Hara είχε απομακρυνθεί από τον IRA και εντάχθηκε, το 1975, στον Inla (Irish National Liberation Army) του Derry. Μετά τη σύλληψη υπέστη κάθε είδους σωματική και ψυχική βία στη φυλακή. Πέθανε στις 21 μαΐου σε ηλικία 24 ετών. Το 2015, και η μητέρα του, Peggy O’Hara, έφυγε επίσης. Την είχα γνωρίσει και την επισκέφθηκα στο Derry, στο σπίτι της, κάποιες φορές. Μου παραχώρησε, πέρα από μια δραματική συνέντευξη (**), όπου μίλησε για εκείνες τις ημέρες τεράστιου πόνου, και μερικές φωτογραφίες του γιου της και μια συγκινητική αφιέρωση στο βιβλίο που μου είχε χαρίσει («The Irish Hunger Strike» του T. Collins). Και φέτος, τον ιανουάριο, πέθανε η μητέρα του Bobby Sands, Rosaleen.

Στις 8 ιουλίου 1981, μετά από 61 ημέρες αποχής από το φαγητό, πέθανε ο Joe McDonnel, μέλος του IRA στο Μπέλφαστ και μεγαλύτερος της ομάδας. Μεταξύ των συντρόφων που ξεκίνησαν την απεργία μετά τους πρώτους τέσσερις θανάτους ήταν η σειρά του να πάρει την θέση του Μπόμπι Σάντς, μαζί με τον οποίο είχε συλληφθεί και μαζί με τον οποίον είναι θαμμένος σήμερα.

Ο Martin Hurson συνελήφθη τον νοέμβριο του 1976 για συνωμοσία και κατοχή εκρηκτικών. Μεταφέρθηκε στο Long Kesh, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Πέθανε στις 13 ιουλίου, 24 χρονών, μετά από 46 ημέρες απεργίας πείνας.

Ο Kevin Lynch, μαχητής του Inla, συνελήφθη το ’76 μετά την εκτέλεση ενός αστυνομικού, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια. Την απεργία ξεκίνησε στις 23 μαΐου και πέθανε στις 21 αυγούστου, στην ηλικία των 25 ετών.

Ο Kieran Doherty, ήδη ενεργός αγωνιστής του IRA, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, αναγνωρισμένο από τους άλλους κρατούμενους, ειδικά στις επαφές με την Εκκλησία. Πέθανε στις 2 αυγούστου, σε ηλικία 25 ετών, αφού κατάφερε να επιβιώσει χωρίς τροφή για 73 ημέρες.

Ο Thomas McIlwee, στέλεχος του Ira, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της φυλάκισής του στο μπλοκ τιμωρίας. Όταν πέθανε, μετά από 62 ημέρες απεργίας πείνας, ήταν μόλις 23 ετών.

Η ζωή του Micki Devine είναι εμβληματική. Ζώντας ως παιδί σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (διηγήθηκε ότι συχνά έπασχε από πείνα), ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Inla του Derry. Ξεκίνησε την απεργία πείνας στα μέσα ιουνίου και πέθανε στις 20 αυγούστου, στην ηλικία των 27 ετών.

Δύο άλλοι κρατούμενοι σώθηκαν όταν βρίσκονταν ήδη σε κώμα. Ένας από αυτούς, ο Pat McGeown, πέθανε το 1994. Ο άλλος, Lawrence McKeown, συγγραφέας και λέκτορας, έμεινε σημαδεμένος σωματικά.

Είχα την τιμή να συναντηθώ (και να φιλοξενήσω) το McKeown στην δεκαετία του ’90 κατά τη διάρκεια ενός γύρου διαλέξεων. Φυσικά τον ρώτησα πού βρήκε την αποφασιστικότητα να προσθέσει και το δικό του όνομά στον κατάλογο των εθελοντών που θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τους συντρόφους που πέθαιναν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας. «Πρακτικά είναι αδύνατον – μου είχε πει – να καταλάβεις πως φτάσαμε σε αυτή την απόφαση δίχως να γνωρίζεις αυτά που είχαν συμβεί στην Long Kesh κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, μετά την κατάργηση του καθεστώτος  αιχμαλώτων πολέμου. Οι συνθήκες των κρατουμένων ήταν άγριες και καμία μορφή διαμαρτυρίας δεν φαινόταν ικανή να τις τροποποιήσει. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι περισσότεροι όταν μπήκαμε στη φυλακή ήμασταν λίγο μεγαλύτεροι από έφηβοι. Ήμασταν πολύ ενωμένοι, είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ μας και ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, τις ίδιες που με έκαναν να εισέλθω στον ΙΡΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η προοπτική της φυλακής και του θανάτου ήταν οτιδήποτε άλλο παρά απομακρυσμένη.

Βλέποντας με τα μάτια μου την σκληρή καταστολή στην οποίαν υποβάλλονταν οι κρατούμενοι μου συνέβη να ενισχυθούν οι πεποιθήσεις μου. Η βρετανική κυβέρνηση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας ποινικοποιήσει, να μας κάνει να μοιάζουμε με κοινούς εγκληματίες. Έπρεπε να επαναστατήσουμε για να δείξουμε ότι οι επιλογές και οι ενέργειές μας ήταν πολιτικές, όχι εγκληματικές ». Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι «πολλοί από τους εθελοντές φυλακισμένους του Ιra πέθαναν σε απεργία πείνας στη δεκαετία του ’20, του ’40 και του ’70 … και ούτω καθεξής μέχρι το 1981. Συνολικά οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας τα τελευταία 80 χρόνια είναι 22. Για όλους αυτούς μπορούμε να πούμε ότι είναι «νεκροί έτσι ώστε άλλοι να είναι ελεύθεροι» (όπως είναι γραμμένο στον τάφο του Micky Devine και του Patsy O’Hara, στο Derry). Και αυτό το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου είχε κατακτηθεί, το 1972, με μια απεργία πείνας. Στη συνέχεια το απέσυραν το 1976 «.

Επομένως η απόφασή τους δεν ελήφθη ελαφριά τη καρδία. «Όσον αφορά εμένα – συνέχισε ο McKeown – ήξερα καλά ότι αυτή η απεργία θα προχωρούσε μέχρι τα άκρα. Βάζοντας το όνομά μας στον κατάλογο των εθελοντών δεν ξέραμε πότε θα έρθει η σειρά μας, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα επιβιώσει. Είχα σκεφτεί πολύ, επί μακρόν για τις συνέπειες που θα υφίστατο οικογένειά μου … Ήμουν παντρεμένος αλλά τουλάχιστον δεν είχα παιδιά, σε αντίθεση με άλλους εθελοντές, όπως ο Bobby Sands … ».

Τα βασικά αιτήματα των απεργών του Long Kesh ήταν πέντε, που συνδέονται στενά με την απαίτηση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων: να μην φορούν στολές φυλάκισης, να μην διεξάγουν εργασίες εγκληματιών, ελευθερία μελέτης και διασύνδεσης – να μπορούν δηλαδή να συναντιούνται τακτικά – δυνατότητα να δέχονται επισκέψεις και δέματα, δικαίωμα σε μείωση ποινής. Αυτά τα αιτήματα, έστω και με τρόπο όχι εμφανή και χωρίς την τυπική επανεισαγωγή του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια και ικανοποιήθηκαν στην ουσία τους.

Πράγματι, στις αρχές νοεμβρίου του 1981, μετά το τέλος της απεργίας πείνας, ο υπουργός Prior παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις φυλακών που επέτρεψαν στους ρεπουμπλικάνους φυλακισμένους του «Λαβύρινθου-Maze» την δυνατότητα να φορούν τα ρούχα τους, τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη μείωση της ποινής κ.λπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να προσθέσουμε και δεν έχει ήδη ειπωθεί από τους άμεσους ενδιαφερόμενους με την τόσο ριζοσπαστική και οριστική-τελική χειρονομία τους.

Όσον αφορά εμένα: «Σε οποιοδήποτε μέρος με ξαφνιάσει ο θάνατος, θάψτε την καρδιά μου στη Milltown».

(*) Αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα από τον «Χένρι IV» του Σαίξπηρ: «Αν ζούμε είναι για να περπατήσουμε στα κεφάλια των Βασιλέων. Αν πεθάνουμε, ω τι όμορφος θάνατος, όταν οι Πρίγκιπες πεθαίνουν μαζί μας. Τώρα για τις συνειδήσεις μας τα όπλα είναι σωστά. Όταν η πρόθεση να τα φέρουμε μαζί μας είναι λογική «.

(**) Gianni Sartori http://csaarcadia.org/in-memoria-di-peggy-ohara/

IN BOTTEGA CFR Scor-data: 1 marzo 1981 (di David Lifodi) e Scor-data: 5 maggio 1981 (di Energu) ma anche Che c’entra Bobby Sands con Casa Pound? (di Gianni Sartori) e Sporchi (di Mark Adin)

MA COSA SONO LE «SCOR-DATE»? NOTA PER CHI CAPITASSE QUI SOLTANTO ADESSO.               

Per «scor-data» qui in “bottega” si intende il rimando a una persona o a un evento che il pensiero dominante e l’ignoranza che l’accompagna deformano, rammentano “a rovescio” o cancellano; a volte i temi possono essere più leggeri ché ogni tanto sorridere non fa male, anzi. Ovviamente assai diversi gli stili e le scelte per raccontare; a volte post brevi e magari solo un titolo, una citazione, una foto, un disegno. Comunque un gran lavoro. E si può fare meglio, specie se il nostro “collettivo di lavoro” si allargherà. Vi sentite chiamate/i “in causa”? Proprio così, questo è un bando di arruolamento nel nostro disarmato esercituccio. Grazie in anticipo a chi collaborerà, commenterà, linkerà, correggerà i nostri errori sempre possibili, segnalerà qualcun/qualcosa … o anche solo ci leggerà.

La redazione – abbastanza ballerina – della bottega από την σύνταξη

http://www.labottegadelbarbieri.org/5-maggio-1981-muore-lallodola-dirlanda/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα – Gli anni della lotta armata

Για τον εκδοτικό οίκο Bietti, η ενημερωμένη έκδοση του «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata» , βγήκε πέντε χρόνια μετά την πρώτη, του Davide Steccanella.

Ο Davide γεννήθηκε το 1962, οπότε το ’68 ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού και το ’78 ήταν ένας χαριτωμένος νεαρός με ένα κεφάλι γεμάτο μπούκλες. Πώς κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερες από 500 σελίδες χωρίς να έχει άμεση μνήμη των γεγονότων; Απλό. Μάζεψε στοιχεία και πληροφορίες και μας έδωσε έναν λεπτομερή απολογισμό των γεγονότων από το ’69 έως το 2017, καθώς και μια γενναιόδωρη προσφορά των πηγών που χρησιμοποίησε.

Φαίνεται ασήμαντο, κοινότυπο, αλλά δεν είναι καθόλου, σε μια εποχή όπως αυτή στην οποία οι έμπειροι σε αυτά τα θέματα, οι γνώστες, δεν φαίνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται. Σε μια εποχή άσχετης αλήθειας, μη πραγματικής, όπου αποφεύγουν να διαπιστώσουν και να επιβεβαιώσουν τα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν στην πάντα αποτελεσματική παροιμία: «Ψέμα στο ψέμα, κάτι θα παραμείνει στο τέλος».
Κάποιος υποστήριξε ότι το βιβλίο πηγαίνει πέρα της κρίσης του συγγραφέα καθώς στερείται παρατηρήσεων, σχολίων, σαν να ήταν δυνατή μια ουδέτερη λειτουργία στην αφήγηση κοινωνικών γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του κειμένου, της αξίας του, το βλέμμα και οι επιρροές του συγγραφέα είναι πολύ παρούσες στην αφηγητική επιλογή. Γεμάτα σαράντα χρόνια από την απαγωγή Μόρο, στους εορτασμούς της μοναδικής αλήθειας που επιτρέπεται, γεμάτης διετρολογία, [ dietrologia – Στο πολιτικό και δημοσιογραφικό λεξιλόγιo υποδεικνύει, με πολεμικούς τόνους, την τάση, των αποκαλούμενων διετρολόγων dietrologi, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δεδηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους, με την αξίωση πως γνωρίζουν αυτό που πραγματικά «βρίσκεται πίσω» από κάθε ενιαίο, μοναδικό γεγονός] και δημόσια προδιαγεγραμμένη ηθική, επιβεβλημένη, ο Ντάβιντε ενδιαφέρεται για την ανακατασκευή του ιστορικού πλαισίου, της ιστορικής συγκυρίας, της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της αλληλοδιαδοχής των γεγονότων που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ξεσπάσματος του ένοπλου αγώνα στον οποίον ενεπλάκησαν χιλιάδες μαχόμενοι κομμουνιστές για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Κατανόηση η οποία θα μπορέσει να απελευθερώσει την 16η μαρτίου 1978 από την αλλοτριωμένη αφήγηση ενός ανεξήγητου, μυστηριώδους γεγονότος και σαν προερχόμενου από τον Άρη, για να το επιστρέψει και να το αποδώσει σε ένα πέρασμα, πολύ σημαντικότερο από άλλα, της μακράς ιστορίας της ταξικής σύγκρουσης εκείνων των χρόνων.

Όντως, το βιβλίο ανοίγει με αριθμούς: 269 ένοπλες ομάδες, 36.000 άνθρωποι που διερευνήθηκαν-ανακρίθηκαν, από τους οποίους 6.000 καταδικάστηκαν. Ωστόσο, η επίσημη χυδαία διαδεδομένη άποψη μιλά για μια χούφτα ψυχοπαθητικών, αιμοδιψών, ετεροκαθοδηγούμενων και, πάνω απ ‘όλα, ξένων στις ταξικές δυναμικές στις οποίες έλεγαν πως αναφέρονταν.
Αλλά κανένας κομμουνιστικός ανταρτοπόλεμος σε μια χώρα στο κέντρο της Ευρώπης δεν θα ζούσε περισσότερο από μία μέρα ούτε θα είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ αν δεν είχε τις ρίζες του ακριβώς στην καρδιά του πιο σημαντικού ταξικού αγώνα από την μεταπολεμική περίοδο.

Και ο Davide αρχίζει από εδώ. Από το εργατικό ’69 και τους φυσικούς του συμμάχους: το κίνημα των φοιτητών και των προλετάριων των αστικών προαστίων. Μια κατολίσθηση, ένα ρεύμα αέρα στο στάσιμο σενάριο που επιθυμούσε το αγκάλιασμα μεταξύ DC και PCI, [χριστιανοδημοκρατίας δηλαδή και Κκι] το οποίο έκλεινε σε ένα θανατηφόρο μπλόκο κάθε χώρο αντιπολίτευσης, αντιπαράθεσης, για να υποβαθμίσει την πολιτική δυναμική της χώρας σε θεσμικές διαμάχες.

Αυτό συνέβαινε μέσα σε χρόνια έκρηξης του πρωταγωνισμού μεγάλων κοινωνικών τμημάτων που βίωναν στον χώρο της καθημερινότητας το πως και πόσο η οργάνωση και οι αγώνες, εκτός των ορίων που επέβαλαν τα κόμματα και τα συνδικάτα, ήταν σε θέση να αντιπαρατεθούν και να εξουδετερώσουν την εκμετάλλευση, τoν μόχθο και το ραβδί των αφεντικών. Μέσα σε χρόνια συγκρούσεων στο δρόμο, στις πλατείες, εφευρετικότητα δημιουργό στόχων, εργαλείων αγώνων και οργανωμένων μορφών. Και κατακτήσεων, σε κάθε περιοχή της συνεργατικής διαβίωσης.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, η ιστορία ξετυλίγεται χρόνο με τον χρόνο. Οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, οι δομές βάσης του εργατικού κινήματος, οι πρώτες οργανώσεις και οι πρώτες ένοπλες ενέργειες, οι θεωρητικές αναφορές, οι εφημερίδες, τα έγγραφα, οι πρωταγωνιστές. Και η θέση στην ημερήσια διάταξη του επαναστατικού αγώνα που διέσχιζε την συζήτηση των κινημάτων. Και όχι μόνο εκείνων.

Για να περιγράψει το κλίμα εκείνων των ετών, ο Davide μας επισημαίνει μερικά επεισόδια που σήμερα θα ήταν αδύνατο ακόμη και να φανταστούμε. Όπως τη διακήρυξη-αυτοκαταγγελία μιας ομάδας διανοουμένων – από τον Giulio Argan και τον Paolo Mieli, μέχρι τον Sergio Saviane, τον Cesare Zavattini και άλλων – όσον αφορά το ξεκίνημα μιας έρευνας από τον εισαγγελέα του Τορίνο ενάντια σε αγωνιστές της Lotta Continua. Αυτά είναι τα λόγια τους: «Όταν οι πολίτες που κατηγορούνται από εσάς δηλώνουν ότι αν είναι αλήθεια ότι τα αφεντικά είναι κλέφτες είναι σωστό να πάμε να πάρουμε πίσω αυτό που έκλεψαν, το λέμε μαζί τους. Όταν αυτοί φωνάζουν ταξική πάλη, να οπλίσουμε τις μάζες, το φωνάζουμε μαζί τους … »   Για να επισημάνουμε πόσο η παρανομία και η ανατροπή, η εξέγερση είχαν εισέλθει πλήρως στο λεξιλόγιο του ακαδημαϊκού και καλλιτεχνικού κόσμου, τόση μεγάλη ήταν η δύναμη και έλξη εκείνου του κινήματος το οποίο ανακοίνωνε την «επανάσταση που απέτυχε» για την οποία ο Davide μιλάει.

Σελίδες μετά από σελίδες και τα γεγονότα διασταυρώνονται με τη μνήμη, μερικές φορές σε αντίθεση, σχεδόν πάντα ως εκ νέου ανακάλυψη τόσο μεγάλης γενναιοδωρίας και πλούτου. Πολλές οι αναφορές και οι μαρτυρίες που αποδίδουν σώμα και αίμα στα γυμνά χρονικά των γεγονότων. Όπως και αυτό που μιλά για τον Martinο Zicchitella, που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια μιας δράσης το ’76, του οποίου παραμένει, σαν να ήταν χθες, η εικόνα του νεκρού σώματος στο έδαφος, το γεμάτο αίματα πρόσωπο, σχεδόν ποδοπατημένο από το μικρό πλήθος των αστυνομικών που έτρεξαν κοντά του. Γράφει γι αυτόν ο Giorgio Panizzari, μαχητής σύντροφος του στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες, Nuclei Armati Proletari, αναφερόμενος στην προηγούμενη φυλάκιση του Martinο, εκεί όπου είχε ωριμάσει και ανέπτυξε την πολιτική επιλογή του: «Μας ήρθαν νέα της βίαιης συμπεριφοράς στην οποίαν υποβάλλονταν, του έγραψα μια επιστολή στην οποία ζητούσα συγγνώμη για το ότι τον έβαλα στους Nap, και μου απάντησε ότι στη ζωή είχε χτίσει πολλά, αλλά το πιο όμορφο πράγμα ήταν αυτό που κάναμε. Μην ανησυχείς, μου έγραψε, έστω κι αν αυτοί με βασανίζουν, εγώ νιώθω καλά, οπότε δεν θα με απαλλοτριώσουν από τις αποφάσεις μου «.

Έτος 1978 και ο Davide σημειώνει: Βγαίνει ο δίσκος “Jazz” των Queen, η ταινία «Εγώ και η Annie» του Woody Allen κερδίζει το Όσκαρ και η Αργεντινή το παγκόσμιο πρωτάθλημα »μέσα στο σπίτι της». Στην Ιταλία η Juventus κερδίζει το scudetto και oι Matia Bazar το Sanremo με το τραγούδι «E dirsi ciao». Το κεφάλαιο κλείνει με το σκεπτικό πως αν το ’78 ήταν το έτος της πιο εντυπωσιακής δράσης στην ιστορία του ένοπλου αγώνα, τo ’79 θα είναι αυτό της μεγαλύτερης επέκτασής του. Και αυτή η παρατήρηση δεν θα ήταν δίχως νόημα αν στέκονταν μόνο στην ανάλυση της.

Αλλά η πραγματική ιδιαιτερότητα, χρήσιμη για την αντιμετώπιση των ακόλουθων γεγονότων, αναφέρεται στη σημείωση 18 που μεταφέρει ένα άρθρο του ιστολογίου του Paolo Persichetti, Insorgenze, με τίτλο Τι διάβαζε ένας ταξιαρχίτης τον σεπτέμβριο του 1978;   Cosa leggeva un brigatista nel settembre 1978?

Πέρα από κάθε πρόθεση διδασκαλική, για όσους ενδιαφέρονταν πραγματικά να κατανοήσουν, της ύπαρξης της ιστοριογραφικής μεθόδου ανάλυσης της τεράστιας υπάρχουσας τεκμηρίωσης με την οποίαν αποσυναρμολογούνται θρύλοι, φήμες, κλισέ κοινοί τόποι και καταρρέει ολόκληρη η διετρολογική-συνωμοσιολογική σκαλωσιά, η λεπτότης είναι η είδηση της ανεύρεσης και ενός βιβλίου της Kollantaj στη βάση της οδού Monte Nevoso. Τόσο για να μην σωθεί ούτε και η κριτική για machismo από το φεμινιστικό κίνημα, κριτική που επαναλαμβάνεται παρά το γεγονός ότι στις οργανώσεις του ένοπλου αγώνα η γυναικεία παρουσία ήταν μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο αριστερό πολιτικό σχηματισμό. Επιπλέον, ένα δείγμα του επαναστατικού εργατικού και φοιτητικού διεθνισμού, πολύτιμα εργαλεία για να καταλάβουμε έναν κόσμο που έβραζε ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές εξεγέρσεις, αντιστάσεις σε δικτατορικά καθεστώτα νεοφασιστικών διαδικασιών αποαποικιοκρατίας: ένας άλλος σοσιαλισμός φαινόταν ακόμα πιθανός!

Η κουλτούρα, οι πολιτικές και αξιακές πρακτικές του επαναστατικού κινήματος μπορούν να βρεθούν μέσα σε αυτή τη βιβλιογραφία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να βοηθήσει στην εγκατάλειψη πολλών προκαταλήψεων αυτών που έχουν δημιουργήσει το δίκτυο μνήμης και που τους κάνουν να γράψουν, όπως και κάποιος σαν τον Gotor: » Αντικείμενα κοινά σε μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων: όχι αρειανών, όπως κατέστησαν σιγά σιγά στην στρεβλή και επιφυλακτική μνήμη των συντρόφων τους, καθώς σιγά σιγά αυτοί χωρίζονταν από την ανθρώπινη και πολιτική εμπειρία που τους άγγιζε χωρίς να τους κατακλύσει. Περισσότερο από τις προθέσεις, συχνά σώθηκαν από καθαρή τύχη «.

Επίσης κείμενα για τον κόσμο της «νέας» τηλεόρασης των αφεντικών και των πολυεθνικών, όταν ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν ακόμα άγνωστος. Αλλά δεν υπήρχε «Η προέλευση της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους» του Ένγκελς, που ο Marco Bellocchio, Μάρκο Μπελόκιο βάζει σε κοινή θέα σε μια από τις πιο γελοίες σκηνές της ταινίας του ‘Καλημέρα νύχτα’, ‘Buongiorno notte’, στην οποία ζωγραφίζει τους ενοίκους της «φυλακής του λαού» σαν φρενιασμένους που μιλάν σαν να ουρλιάζουν συνθήματα. Είμαστε σε κατάσταση επείγουσας ανησυχίας αναμένοντας την καλλιτεχνική ελευθερία την οποίαν ο απερίγραπτος πρώην μαοϊκός σκηνοθέτης (που δεν είναι πλέον οπαδός του περίφημου κινέζικου κανόνα σύμφωνα με τον οποίο έχουν δικαίωμα λόγου μόνο όσοι έχουν κάνει έρευνα) θα χορηγήσει στον εαυτό του για το επόμενο έργο που ανακοινώθηκε για την επέτειο των σαράντα χρόνων του ’78!
Αλλά υπάρχουν και άλλα: αναλύοντας τις βιογραφίες των αγωνιστών μπορεί κανείς να διαψεύσει με βεβαιότητα την διαδεδομένη άποψη πως είχαν ενταχτεί ή πως προέρχονταν από την πολιτιστική κληρονομιά αυτών που αποχώρησαν από την FGCI [κομουνιστική νεολαία] της Emilia ή από εκείνη την μισο καθολική της σχολής κοινωνιολογίας του Trento. Από την «οικογενειακή φωτογραφία» μπορούμε να αναγνωρίσουμε την φυσιογνωμία πρωτοποριών εργοστασίων του Μιλάνο, του Τορίνο και της Γένοβας. Πρώην αγωνιστών των διαλυμένων εξωκοινοβουλευτικών ομάδων ή από το κίνημα του ’77. Τμήματα βενετικής αυτονομίας, ιδιαίτερα του Porto Marghera. Πρώην συμμετεχόντων σε διαλυμένες ένοπλες ομάδες. Συνιστώσες της ναπολιτάνικης κοινωνικής πραγματικότητας και των αστικών προαστίων. Μέχρι τους σχηματισμούς των περιοχών της επαρχίας.
Η ταινία των αναμνήσεων εξακολουθεί να τρέχει. Επίθεση στην έδρα της περιφερειακής επιτροπής της DC, στην κεντρική πλατεία Piazza Nicosia, σε απόσταση αναπνοής από τα κυριότερα κτίρια της εξουσίας. Το κτίριο καταλαμβάνεται, οι παρόντες ακινητοποιούνται, αρχεία και έγγραφα αφαιρούνται. Έξω, μια αστυνομική περιπολία της αστυνομίας που κατέφθασε στον τόπο εξουδετερώνεται, με τον θάνατο δύο από τους τρεις αστυνομικούς. Πολύ σύνθετη δράση, για τον αριθμό των συμμετεχόντων, για το μέγεθος του χώρου και τη θέση του σε μια πολύ στρατιωτικοποιημένη περιοχή. Ωστόσο, στη διετρολογική ταξινόμηση του «δεν μπορεί να έχουν κάνει τα πάντα από μόνοι τους», δεν υπερβαίνει την επίθεση της via Fani.
Και ακόμη. Όπως συνέβη ήδη για την κηδεία του Walter Alasia («οι σύντροφοι της Magneti, που ήταν πολλοί και εμείς της Breda τοποθετηθήκαμε σε δύο φτερά: ο καθένας είχε το κόκκινο γαρύφαλλο του, οι γροθιές υψώθηκαν και τραγουδήσαμε την Διεθνή, l’Internazionale «), το φέρετρο της Barbara Azzaroni, μαχήτριας της Prima Linea που σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi σε ανταλλαγή πυρών, χαιρετίζεται από ένα επιβλητικό πλήθος συντρόφων, κλειστές γροθιές και κόκκινες σημαίες. Σημάδια των καιρών προκειμένου να αποκηρύξουμε τόσα ψέμματα, τόσα παραμύθια.

Χρόνια ’80. Ενώ η διεθνής κατάσταση αλλάζει ριζικά, στο Τορίνο η Fiat ανακοινώνει 15.000 απολύσεις και 23.000 cassa integrati. Είναι η αντεπίθεση των αφεντικών, η αποφασιστική ώθηση στη βιομηχανική αναδιάρθρωση σύμφωνα με την παραγωγική δομή της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτων. [Cassa integrazione:Ταμείο συμπλήρωμα: παρέχει αποζημίωση ως αμοιβή σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασίας υπέρ των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που υφίστανται βιομηχανική κρίση σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασιακής δραστηριότητας.]

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ήταν απαραίτητο να εξαλειφθούν οριστικά οι ανταγωνιστικές συμπεριφορές και οι πρωτοπορίες που μέχρι τότε εμπόδισαν τις προσπάθειες αναδιοργάνωσης της παραγωγής και των εργασιακών δραστηριοτήτων. Η «πορεία των 40 χιλιάδων λευκών κολάρων» κλείνει την μανούβρα τανάλιας και σηματοδοτεί την «παρακμή των εργατικών αγώνων και το τέλος μιας εποχής».

Ο Giorgio Cremaschi σχολίασε ότι εκείνη η περίπτωση «άλλαξε την ιστορία του ιταλικού καπιταλισμού θέτοντας τα θεμέλια για όλα εκείνα που θα συνέβαιναν τα επόμενα 30 χρόνια». Συμπεριλαμβανομένης της κρίσης των ένοπλων ομάδων, των διασπάσεων, των προδοσιών, των αποτυχημένων προσπαθειών αναδιοργάνωσης. Συμπεριλαμβανομένης της παρακμής της στρατηγικής που οι εΤ είχαν συλλάβει και ανέπτυξαν περί της κεντρικότητας ενός επαναστατικού υποκειμένου ικανού να τεθεί στο ύψος των περιστάσεων όσον αφορά στο ζήτημα της εξουσίας και της επανένωσης όλων των άλλων προλεταριακών πρωταγωνιστών μορφών αυτής της μακράς εποχής ριζοσπαστικών αγώνων: την εργατική τάξη των μεγάλων εργοστασίων. Τα χρόνια της ήττας, στο ύψος της απόπειρας, της προσπάθειας που έγινε.

Με αυτό ασχολείται το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου που, αφού πέρασα πολλά χρόνια να σκέφτομαι περί αυτού, αφήνω πρόθυμα στον προσεκτικό αναγνώστη.
Στη μνήμη του μέλλοντος, το απόσπασμα του Samuel Beckett από το Maelstrom, που γράφτηκε από τον Salvatore Ricciardi: «Πάντα προσπάθησα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκιμάστε ξανά. Θα αποτύχεις ξανά. Θα αποτύχεις καλύτερα. »

Επειδή μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να πέσουν θα είναι σε θέση να σηκωθούν.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Περί αλληλεγγύης και συλλογικότητας: πριν από είκοσι χρόνια διαλύονταν η RAF

Να βρούμε ένα νέο Έξω, Trovare un nuovo Fuori

»Γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο θα είχε αφήσει σε όλο και λιγότερους ανθρώπους τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Και γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα θέλει μια ολοκληρωτική πρόσληψη επί των ανθρώπων ώστε να υποτάσσονται από μόνοι τους στις αξίες αυτού του συστήματος και τις καθιστούν δικές τους. Από αυτό το προαίσθημα προέρχονταν η ριζοσπαστικότητα μας. Δεν είχαμε καμία σχέση με αυτό το σύστημα εμείς.«

»Παρ ‘όλα αυτά, η αναταραχή επάνω στη βία μας έχει και παράλογα χαρακτηριστικά. Επειδή ο πραγματικός τρόμος βρίσκεται στην κανονική κατάσταση του οικονομικού συστήματος.«

(από την ανακοίνωση διαλύσεως της RAF, η οποία γράφτηκε τον μάρτιο και δημοσιεύθηκε τον απρίλιο 1998)

 

Πριν από 20 χρόνια, η Rote Armee Fraction, σε μια ανακοίνωση αρκετών σελίδων, κήρυξε τη διάλυση της. Μόνο λίγοι σύντροφοι και συντρόφισσες εξακολουθούσαν να κρύβονται, τρεις από τους οποίους εξακολουθούν να είναι φυγάδες σήμερα, και, υποθέτω, ελπίζω ότι υποστηρίζονται από δομές αλληλεγγύης και ποτέ δεν θα συλληφθούν. Επειδή δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτα διαφορετικό από τη γερμανική προστυχιά και δολιότητα προς επαναστάτες και εξεγερμένους, η εναλλακτική λύση θα ήταν να προδώσουν τα πάντα ή να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή.

Το 1970 η RAF ιδρύθηκε, την εποχή εκείνη η ανακοίνωση συνδέθηκε με μια ενέργεια, την απελευθέρωση του Andreas Baader από τη φυλακή. Η τελική δήλωση απέφυγε να παρουσιαστεί υπό τη μορφή μιας δράσης. Εν τω μεταξύ, πέρασαν 28 χρόνια, η τελευταία ενέργεια της RAF, να ανατινάξει τη νεόχτιστη φυλακή της Weiterstadt, είχε λάβει χώρα ακριβώς πέντε χρόνια νωρίτερα. Περίπου πέντε χρόνια πέρασαν από τη σύγκρουση με το GSG 9 ** στο Bad Kleinen, στην οποίαν είχαν φτάσει στην «εξωδικαστική εκτέλεση» του μέλους της RAF, Wolfgang Grams, ο οποίος κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης είχε σκοτώσει το μέλος του GSG-9 Michael Newrzella.

Καμιά επιστροφή

Από πολιτική άποψη, η αυτο-διάλυση της RAF θα μπορούσε να είχε φθάσει ακόμα νωρίτερα, αλλά κανείς από την RAF δεν ήταν σε θέση μα το πράξει. Η ρήξη με την κοινωνία του κεφαλαίου ήταν πολύ βαθιά, ο διαχωρισμός ήταν υπερβολικά οριστικός για να μπορεί απλά να ανακληθεί. Μια επιστροφή για μας δεν είχε προγραμματιστεί ποτέ. Δεν είχαμε καμία σχέση με το κυρίαρχο σύστημα. Η απόφαση να διαλυθεί η αδιάλλακτη σχέση στην πρακτική, προέρχονταν από την αναγνώριση ότι δεν μπορούσε να ανοιχτεί ένας επαναστατικός χώρος. Μια ενέργεια που είναι αδιανόητη χωρίς πικρία.

Εκείνοι που έχουν αγγίξει έστω για μια φορά την εμπειρία της απελευθέρωσης δεν εγκαταλείπεται ποτέ πλέον. Ο Pier Paolo Pasolini έχει καταγράψει αυτό το γεγονός, αυτό το στοιχείο κινηματογραφικά ξεκινώντας από μια ζοφερή προαίσθηση. Η ταινία του «Θεώρημα» του 1967, ήδη ασχολήθηκε με τις συνέπειες μιας απελευθέρωσης, που έζησε και μετά εξαφανίστηκε. Το άγνωστο και ανώνυμο σε αυτή την ταινία, που εμφανίζεται ως μια θεότητα μέσα στην αστική τάξη και καθιστά όλους ευτυχισμένους, με την εξίσου άκοπη, δίχως λόγο εξαφάνιση του, αφήνει το δράμα και την πληγή μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε.

Πραγματική δυνατότητα Possibilità reale

Αναφέρομαι στην ταινία αυτή επειδή, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να θεωρηθεί ως αλληγορία του κινήματος του 1968, όπου το «68» εμφανίζεται μόνο ως αριθμός για το σημείο καμπής μιας κυρίως κοινωνικής νεολαίας ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στον κόσμο. Τότε στον ορίζοντα υπήρχε η ιδέα της ζωής που δεν γίνεται πλέον αντιληπτή μέσω της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, της κυριαρχίας και της υποτέλειας, του πολέμου και της εξουσίας, ως διαρρηγμένης και καταστροφικής. Η απελευθέρωση από όλα αυτά έγινε μια πραγματική δυνατότητα. Ξεκινώντας από αυτή την αντίληψη της πραγματικότητας, η αλληλεγγύη και η συλλογικότητα ήταν απλές. Σήμερα, υπό την κατάσταση της παγκοσμιοποιημένης καταστροφής, όπου κάθε διέξοδος από ένα δεσποτικό παρόν φαίνεται να είναι κλεισμένη, η σκέψη της απόλυτης, της ολοκληρωμένης απελευθέρωσης φαίνεται όλο και πιο αφηρημένη και στην καθημερινή ζωή αντικαθίσταται από το αντιδραστικό «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Αλληλεγγύη και συλλογικότητα δεν επικοινωνούν, δεν μεταδίδονται πλέον ξεκινώντας από την κοινή εμπειρία ενός αριστερού μέλλοντος. Εκείνη την εποχή κάποιος έπρεπε να μετατρέψει σε δράση αυτήν την ελπίδα επανάστασης που καταλήφθηκε με λάγνο σχεδόν τρόπο, και να τολμήσει αυτό το πέρασμα στην ένοπλη επίθεση. Η RAF, οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, [η Πρώτη Γραμμή] και πολλές άλλες ένοπλες ομάδες μιας θεμελιωδώς αγωνιστικής, μαχητικής αριστεράς, στρατευμένης, δεν ήθελαν να υποταχθούν στις συνέπειες μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε και να διατηρήσουν ανοιχτές τις ιστορικές δυνατότητες.

Πολλά αρνητικά πράγματα μπορούν επίσης να ειπωθούν για την RAF. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Μια ένοπλη σύγκρουση δεν πηγαίνει ομαλά για κανέναν. Αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς εδώ και δεκαετίες στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης του συστήματος και συχνά καταλήγει στην υπερβολή μιας ηλίθιας αδικίας, στην κακία, στο ψεύδους και στην αναζήτηση της πιο πρόστυχης, αχρείας ερμηνείας εναντίον των παλαιών ηθοποιών του, αλλά με ειρωνικό τρόπο σήμερα βρίσκεται σε αντίθεση με λεκτικές εκφράσεις σε ιδιωτικές συνομιλίες και ημιδημόσιες με πολίτες πολύ μικροαστούς, όταν με πρόθυμο τρόπο κάνουν γνωστό πως σύμφωνα με αυτούς η RAF «θα είχε θέση σήμερα» και θα την υποστήριζαν.

Η αντιεξουσία Il contropotere

Σε σχέση με την RAF και όλες αυτές τις ένοπλες ομάδες, ωστόσο, μπορεί κανείς να το σκεφτεί διαφορετικά: η RAF υπήρξε η προσπάθεια να ενισχυθεί η ιδέα που τρέφεται από την εμπειρία μιας ζωής εκτός του καπιταλισμού στην επίθεση ενάντια σε όλα. Με αυτό τον τρόπο, μέσα στην κοινωνία και σε σχέση με το κράτος, έθεσε το ζήτημα της εξουσίας που πρέπει να θέτει κάθε πραγματικός ταξικός αγώνας και κάθε θεμελιώδης αντιπαράθεση, αντιπολίτευση, αν δεν θέλει να αποκοπεί με ρεφορμιστικό τρόπο. Θεωρούσε τον εαυτό της ως αντίθετη δύναμη, αντιεξουσία και ως τέτοια επίσης πολεμήθηκε. Αυτή η εκ των πραγμάτων κατάσταση, αυτό το γεγονός από την πλευρά του Κράτους είναι επίσης το σενάριο για τη σχέση νίκη-ή-θάνατος που ο Helmut Schmidt έθεσε ως λογική του κράτους, [ Ο λόγος του κράτους ή της λογικής του κράτους είναι το σύνολο των προτεραιοτήτων που αφορούν την επιβίωση και την ασφάλεια του κράτους, γεγονός που μπορεί να ωθήσει τον υπεύθυνο λήψης πολιτικών αποφάσεων να δικαιολογήσει παράνομη δράση από πλευράς διεθνούς δικαίου ή εσωτερικού δικαίου] για την περίπτωση του Hans-Martin Schleyer και τους επιβάτες που απήχθησαν ενός αεροσκάφους της Lufthansa, έτσι όπως και τη σύσταση της σχέσης – φίλος-εχθρός, τεκμηριωμένης με τον πιο άμεσο τρόπο από μια ατέρμονη δίωξη των συμπαθούντων, όπου ήδη η έλλειψη δήλωσης υπέρ του κράτους κηρύχθηκε εχθρική πράξη.

Το κίνημα του 68 έθεσε θεωρητικά το ζήτημα της εξουσίας σε σχέση με την κοινωνική τάξη που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον καπιταλισμό, αλλά το άφησε να πέσει μετά από κάποιες αψιμαχίες στους δρόμους. Ο φόβος του σφαγιασμού ήταν πολύ μεγάλος. Στην FTR, η RAF αποδέχθηκε στην πράξη αυτό το ακάλυπτο ζήτημα στην πρακτική, προσπαθώντας να του δώσει μια απάντηση.

Σήμερα, αυτό το Fuori, Outside, αυτό το Έξω σε συγκεκριμένο επίπεδο φαίνεται αδιανόητο και χαμένο. Ακόμα κι αν το σύστημα του καπιταλισμού παραμένει εγκληματικό όπως ποτέ άλλοτε, έχει ριζώσει στους ανθρώπους σαν να μην υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Οι πόλεμοι γίνονται ενδημικοί, η ολική εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης έχει γίνει καθημερινότητα. Η μείωσή του σε αντικείμενο και εκπαίδευση, ο έλεγχος και η προσαρμογή του, η υποταγή του σε πολίτη προσαρμοσμένο και λειτουργικό ηλίθιο της κατανάλωσης, πάντα έτοιμο για κάθε παραλογισμό ενός κόσμου εμπορευμάτων συχνά ταπεινωτικό, είναι οργανωμένα με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο από ποτέ, τον πιο γιγάντιο μηχανισμό καταστολής καταπίεσης και ελέγχου από εκείνον του παλιού φασισμού. Αντί να ανοίξει έναν κοινωνικό ορίζοντα στον άνθρωπο, το βλέμμα του συνθλίβεται προς το πάτωμα και η λανθασμένη ύπαρξη δηλώνεται «χωρίς εναλλακτικές». Όλες οι αξίες επαναπροσδιορίζονται στη μόνη πραγματική τάξη της πώλησης αυτών των ίδιων και της κατανάλωσης. Αυτό έχει καθιερωθεί ως το πλαίσιο όλης της ζωής, τόσο από χρονική όσο και από γεωγραφική άποψη. Το σύστημα με τη στρατηγική του για διεφθαρμένη ολοκλήρωση, διεφθαρμένη κοινωνική ένταξη και εξόντωση έχει κερδίσει και κερδίζει καθημερινά στη διεύρυνση της εξάλειψης, του ξεριζώματος και της μείωσης στην ανικανότητα, την αδυναμία του προσώπου, του ανθρώπου.

Η διάλυση της RAF ήρθε μετά από την αναγνώριση ότι μια μειονότητα, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ μπορεί να πιέσει, από μόνη της δεν μπορεί να παράξει ένα Έξω. Αλλά θα το χρειαστούμε αν δεν θέλουμε να υποκύψουμε. Ο καπιταλισμός είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα. Θα βγούμε από τον κίνδυνο αυτού μόνο αν βρούμε ένα νέο Out, Fuori, Έξω και επιστρέψουμε στο ζήτημα του συστήματος.

Από junge Welt: Έκδοση της 20.4.2018

Μετάφραση σε επιμέλεια της Sveva Haertter

Πρωτότυπο κείμενο στα γερμανικά, Testo originale in tedesco: https://www.jungewelt.de/artikel/331127.ein-neues-au%C3%9Fen-finden.html

*Karl-Heinz Dellwo ήταν και είναι: συγγραφέας, εκδότης, παραγωγός ντοκιμαντέρ. Μέλος της RAF. Συνολικά 21 χρόνια φυλάκισης, πολλά από αυτά σε ατομική απομόνωση ή σε μικρές ομάδες.

** ομάδα δερμάτινων κεφαλών της Γερμανίας «που χρησιμοποιείται για εθνικές και διεθνείς αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, ειδικές επιχειρήσεις δημόσιας τάξης, απελευθέρωση ομήρων, συνοδεία αρχηγών κρατών και επιδρομές ξηράς και θάλασσας»

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν σαφούς συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή : STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συνέβη ένα εξήντα οκτώ! – E’ successo un sessantotto!

του Sandro Moiso

Guido Viale, il 68, Interno 4 Edizioni 2018, pp. 328, € 22,00

Εδώ και λίγο καιρό βλέπουμε το βιβλίο αυτό στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όλα μοιάζουν να είναι έτοιμα να γιορτάσουν μέσα στο 2018 ένα ’68 κάλπικο του οποίου οι πρωταγωνιστές δεν φαίνονται πλέον να είναι οι εργάτες και οι νέοι, φοιτητές ή όχι, που το ταρακούνησαν αλλά μόνο οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς, οι εκπρόσωποι του Νόμου και της Κουλτούρας, άνδρες και γυναίκες καλοί για όλες τις εποχές, όλοι σημερινοί εκπρόσωποι του πολιτικού, πολιτιστικού και επικοινωνιακού establishment, με των οποίων βαρετές και κακοήθεις μαρτυρίες ορισμένα περιοδικά έχουν ήδη γεμίσει τις σελίδες αφιερωμένες στην τρέχουσα πεντηκοστή επέτειο ενός κινήματος που ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ πριν και από τελείως διαφορετικές ακτές. Έτσι όπως έχει ήδη υπογραμμίσει ο Valerio Evangelisti τις τελευταίες ημέρες ακριβώς στην Carmilla.

Για το λόγο αυτό, η σημερινή τέταρτη έκδοση του κειμένου του Guido Viale «Το εξήντα οκτώ μεταξύ επανάστασης και αποκατάστασης-επαναφοράς», “Il sessantotto tra rivoluzione e restaurazione”, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1978 για τις εκδόσεις Mazzotta, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη και αναγκαία, δεδομένου ότι προστέθηκε στο ίδιο μια νέα εισαγωγή από τον συγγραφέα, 64 έγχρωμες σελίδες που αναπαράγουν φυλλάδια, αφίσες, δημοσιεύματα και βιβλία της εποχής εκτός από το βασικό μανιφέστο της φοιτητικής εξέγερσης «Ενάντια στο πανεπιστήμιο», “Contro l’università”, που γράφτηκε από τον Viale και δημοσιεύθηκε τον φεβρουάριο του ίδιου εκείνου έτους στις σελίδες του αριθ. 33 των Quaderni Piacentini. Ενώ για τους λάτρεις των γραφικών και της μνήμης υπάρχει και η εκτύπωση του μανιφέστου που διαδόθηκε από την Κόκκινη Βοήθεια, Soccorso Rosso, τα επόμενα χρόνια, για την υπεράσπιση του Pietro Valpreda και για την καταγγελία των τρομοκρατικών συνωμοτικών σχεδίων του Κράτους, που σχεδίασε ο Guido Crepax.

Ο Guido Viale (τάξη 1943) ζει επί του παρόντος στο Μιλάνο και μετά από τα χρόνια της στράτευσης του που αναφέρονται στη νέα εισαγωγή του στο κείμενο, εργάστηκε ως δάσκαλος, μεταφραστής, δημοσιογράφος, ερευνητής και σύμβουλος σε θέματα διαχείρισης αποβλήτων, περιβάλλοντος, αστικής κινητικότητας και των μεταναστών.
Όπως ο ίδιος λέει στην εισαγωγή, αυτή που αναδημοσιεύθηκε τώρα από τις Εκδόσεις Interno 4:

“ Είναι μια εργασία με την οποία προσπάθησα να «κάνω τον απολογισμό» για το νόημα και την έκταση εκείνων των αγώνων που πέρασαν, την ώρα ακριβώς που έπαιρνα άδεια, που αποχωρούσα από μια δεκαετή έντονη και αδιάκοπη στράτευση πρώτα στο φοιτητικό κίνημα, στη συνέχεια στην συνέλευση εργατών φοιτητών της Φίατ Mirafiori και τέλος στην ομάδα Lotta continua. Σε αυτό το βιβλίο προσπαθούσα να προβάλω τα περιεχόμενα που ήταν ακόμα ζωντανά από αυτά που εκείνα τα δέκα χρόνια στράτευσης μας είχαν διδάξει: υπήρξαν ένα είδος «πανεπιστημίου του δρόμου» από το οποίο όσοι δεν είχαν συμμετάσχει σε αυτό δεν θα μπορούσαν ποτέ ξανά να αντλήσουν τις διδασκαλίες που εμείς είχαμε πάρει, είχαμε συναγάγει. “1

Η πρόθεση από την πρώτη κιόλας έκδοση ήταν στην πραγματικότητα να κινηθεί προς μια κατεύθυνση αντίθετη προς τους δύο δρόμους που αναλήφθηκαν, μόλις δέκα χρόνια αργότερα, από τις εορταστικές εκδηλώσεις για εκείνο του έτος και οι οποίες βασικά είναι εκείνες που εξακολουθούν και σήμερα να ζωντανεύουν προθέσεις της κάλπικης πεντηκονταετίας για την οποίαν ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω.

Από τη μία πλευρά τίθετο, και τίθεται και τώρα, ο τεράστιος, o εξαιρετικός χαρακτήρας εκείνων των χρόνων, με την πρόθεση να θεωρηθεί μυθικό το γεγονός τοποθετώντας το σε έναν υψηλό χώρο, με αποτέλεσμα πλέον να το καθιστά αφενός με αυτό τον τρόπο μη εφικτό, απλησίαστο, αφ ετέρου, ακόμη λιγότερο, αδύνατο να χρησιμοποιηθεί στο πολιτικό, κοινωνικό και συγκρουσιακό πλαίσιο και την συγκυρία που ήρθαν να ενεργοποιηθούν στις επόμενες δεκαετίες, τόσο ως κριτήριο και μέτρο σύγκρισης όσο και ως πρότυπο αναφοράς, κι ας είναι άξιο κριτικής και συζητήσιμο.

Από την άλλη πλευρά υπογραμμίζονταν η »τρομοκρατική» μετατόπιση εκείνου του κινήματος, καταλήγοντας με την ισοπέδωση όλων των αγώνων της δεκαετίας που ακολούθησε το 1968 σε σχέση με τις επιλογές που ανέλαβαν στη συνέχεια οι πολυάριθμοι πολιτικο-στρατιωτικοί σχηματισμοί που θα οδηγούσαν, που θα έδιναν ζωή στον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία. Μια εμπειρία η οποία, είναι πάντοτε καλό να το θυμίζουμε, θα αποτελούσε, θα συνιστούσε την πιο πυρακτώδη μορφή της κοινωνικής σύγκρουσης στη δυτική Ευρώπη και είδε έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό εργατών, γυναικών και νεαρών να κατατάσσονται στις γραμμές της.

Η τρέχουσα πεντηκοστή επέτειος, η οποία με τη σειρά της διασταυρώνεται με τα σαράντα χρόνια από την απαγωγή του Moro που πραγματοποίησαν οι ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978, φαίνεται να τονίζει ξανά με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη δεύτερη πτυχή με δηλώσεις που αφήνουν έκπληξη, ειδικά για την επιφανειακή τους αντιμετώπιση και για την εγγενή και αποκλίνουσα ιστορική αρνητικότητα με την οποίαν αντιμετωπίζουν τις ευθύνες του Κράτους, και των στρατιωτικών και αστυνομικών του μηχανισμών καθώς και των κομματικών, στην επιδίωξη μιας αυθεντικής στρατηγικής τρόμου που ξεκίνησε από το φθινόπωρο του 1969 και από τη σφαγή της Piazza Fontana και μετά.

Αρκεί να αναφέρουμε, ως παράδειγμα αυτού, την πρόσφατη δήλωση του σημερινού πρωθυπουργού σε κατάσταση αναστολής ζωτικότητας που στις 16 μαρτίου του τρέχοντος έτους ανέφερε ότι η δράση των ερυθρών Ταξιαρχών πριν από σαράντα χρόνια αποτέλεσε «την πιο σοβαρή επίθεση ενάντια στη Δημοκρατία «.2 Μια δήλωση που από μόνη της αρκεί για να δείξει το ψεύδος του επιτηδευμένου αντιφασισμού, με μοναδικό σκοπό την εκλογική ευκολία, από τις κυβερνητικές δυνάμεις και την θεσμική «αριστερά» πριν την πρόσφατη πρόσκληση στις κάλπες.

Τόσο το κείμενο όσο και οι δύο συνεντεύξεις προς τον συγγραφέα, που το συνοδεύουν στο παράρτημα, εκφράζουν αντιθέτως

“έναν τρόπο αντιπαράθεσης σε εκείνες τις αντίθετες απόψεις τον ουσιαστικό πυρήνα μιας δυνατής ανάκαμψης του πνεύματος του ’68 μέσα σε ένα εντελώς μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο και συγκυρία<. Με κάθε έννοια, και με όλες τις αισθήσεις, μια άλλη εποχή”.3

Σύμφωνα με τον Guido Viale, ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει την ουσία του ’68, το απόσταγμα αυτού ήταν ένα είδος παγκοσμιοποίησης των αγώνων σε διεθνές επίπεδο και από τα «χαμηλά» που άρχισε να ξεκινά, πάντα κατά τη γνώμη του συγγραφέα, από ένα ενοποιητικό χαρακτήρα σε παγκόσμιο επίπεδο:

“ο αγώνας ενάντια σε όλες τις ιεραρχίες, μέσα σε όλα τα θεσμικά όργανα που τις εδραιώνουν και τις νομιμοποιούν: οικογένεια, Πανεπιστήμιο, σχολείο, εργοστάσιο, δημόσια διοίκηση, νοσοκομεία (συμπεριλαμβανομένων πολύ σημαντικών τότε των ψυχιατρικών), δικαστήρια, φυλακή, ένοπλες δυνάμεις, συνοικίες και αστικές δομές”4

Ο προβληματισμός ξεκίνησε από εκείνους που θα ήταν οι δύο κινητήριοι πόλοι της σύγκρουσης σε παγκόσμια κλίμακα: το εργοστάσιο και το σχολείο. Εδώ στην Ιταλία από τους πρώτους μήνες, ίσως ακόμη και πριν από εκείνο το έτος, μπήκαν στο προσκήνιο ορισμένοι βασικοί κόμβοι αυτής της οικονομικής έκρηξης για την οποίαν γίνονταν πολύς λόγος, αλλά που είχε στο κέντρο της μια έντονη εσωτερική μετανάστευση, μισθούς και χρόνους εργασίας επαίσχυντους και μια μεταρρύθμιση του μέσου σχολείου, που από το 1963 φαινόταν να έχει ανοίξει τις πόρτες του ανελκυστήρα για την κοινωνική χειραφέτηση ακόμη και για τις λιγότερο ευκατάστατες τάξεις. Φαινόταν, στην πραγματικότητα, επειδή από τις πρώτες καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και σχολείων ο προβληματισμός των σπουδαστών σε εξέγερση μπορούσε :

“να διαπιστώσει πώς το σχολείο και η εκπαίδευση δεν προσέφεραν ούτε εγγυόταν οποιαδήποτε εξαργύρωση, κάποια αληθινή χειραφέτηση, κάποια προοπτική μιας πιο ελεύθερης και πιο ικανοποιητικής ζωής, καταστρέφοντας έτσι όλες τις άλλες ιεραρχίες που βρίσκονται κάτω από αυτήν: από το εργοστάσιο έως τη δημόσια διοίκηση και σε όλα αυτά που οι γνώσεις που μεταδίδονταν στο Πανεπιστήμιο θα πρέπει να μπορούσαν να παρέχουν μια νομιμοποίηση.”5

Αλλά ακόμα κι αν ο Viale ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της κατάληψης του Palazzo Campana στο Τορίνο, που από τις 27 νοεμβρίου 1967 θα συνέβαλε στην ανάφλεξη των άλλων ιταλικών πανεπιστημίων και προλαμβάνοντας τον γαλλικό μάιο, είναι το εργοστάσιο και ο μετασχηματισμός κοινωνικών, πολιτικών, εργατικών και εξουσίας μεταξύ εργατών και εργατών, μεταξύ εργαζομένων και συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ πολιτικών αγωνιστών και κομμάτων και μεταξύ υπαλλήλων και εταιρειών που αποτέλεσαν και καθόρισαν τον «πυρήνα» του βιβλίου και ουσιαστικά των γεγονότων της δεκαετίας που ακολούθησε το ’68.

Στις έρευνες που άρχισαν να κυκλοφορούν οι νεαροί πανεπιστημιακοί και φοιτητές μεταξύ των εργαζομένων στις εταιρείες του Τορίνο, αυτό που διακρίνονταν περισσότερο ήταν το μίσος για την εργασία. Γίνονταν λόγος για «καταναγκαστική εργασία», που ήταν απαίσια, άφθονη και κακοπληρωμένη, είμαστε κρατούμενοι όπως ένας αθώος στη φυλακή, [Fiat] ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για τις ψυχές με ανάγκες, πως η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο, αλλά η Fiat τον κάνει σκλάβο, αν σκεφτώ τη δουλειά μου δεν δουλεύω πλέον » και ούτω καθεξής  6

Είναι η αρχή της εργατικής αυτονομίας που προορίζεται να ανατρέψει και να συντρίψει την οργάνωση της εργασίας, τις εργασιακές και συνδικαλιστικές σχέσεις, τα θεσμικά κόμματα και τις εταιρικές ιεραρχίες. Ο Viale αναφέρει τα πρακτικά εργατικών συνελεύσεων της Mirafiori, που δημοσιεύθηκαν την εποχή εκείνη από το Monthly Review το 1969):

“Πιστεύω – είναι η εισαγωγική αναφορά ενός εργάτη της Mirafiori – ότι πέρα από την αντικειμενική σημασία που έχουν οι αυτόνομοι αγώνες απέναντι στην παραγωγή, την οποία κατάφεραν να μπλοκάρουν, η πραγματική επιτυχία αυτών των αγώνων έγκειται στο γεγονός ότι σήμερα οι εργάτες της Fiat είναι πολύ ανοικτοί στο να συγκρίνουν τις ιδέες τους, να συζητήσουν, στο γεγονός ότι εδώ σήμερα μπορούμε να συζητήσουμε όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν […] Αυτά είναι τα αποφασιστικά μας βήματα προς τα εμπρός, το ότι έχουμε φέρει τον αγώνα μέσα στο εργοστάσιο. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι το εργοστάσιο είναι ο τόπος όπου είμαστε ενωμένοι καθημερινά, αλλά μόνο για να παράγουμε και να μας εκμεταλλευτούν. Οι ρυθμοί εργασίας, οι γενικές συνθήκες εργασίας, οι εκβιασμοί της αστυνομίας των αφεντικών συχνά μας εμποδίζουν να μιλήσουμε μεταξύ μας […] Αλλά αν για το αφεντικό το εργοστάσιο πρέπει να λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, για τους εργάτες γίνεται, αντίθετα, ο τόπος όπου χτίζουν την ενότητα τους για να μην παράγουν αλλά να αγωνίζονται, να συζητούν μαζί, να οργανώνονται. Η Fiat, η οποία δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο ιταλικό εργοστάσιο, αλλά και το πιο απαίσιο στρατόπεδο συγκέντρωσης αυτές τις μέρες μεταμορφώθηκε από τις στάσεις, τις πορείες, τις συνελεύσεις, από τη δύναμη των εργατών που έστειλαν στο διάβολο τη διαίρεση και το φόβο […] Τώρα είμαστε εμείς που αποφασίζουμε όχι μόνο τη μορφή του αγώνα, αλλά και τους στόχους του, τον τρόπο να τον καθοδηγήσουμε, να τον οργανώσουμε, να τον επεκτείνουμε. Και αυτό είναι το πράγμα που φοβίζει τα συνδικάτα και τα αφεντικά […] Η παραγωγικότητα είναι ένα πρόβλημα των αφεντικών, οι μισθοί είναι ένα πρόβλημα των εργατών […] Κανένας εργαζόμενος δεν παραπλανά πλέον τον εαυτό του. Ο συνδικαλιστής καυχήθηκε για την ένδοξη Fiom του ’48, αλλά σήμερα είμαστε στο ’69. Έχουν περάσει είκοσι ένα χρόνια, ο εργάτης είναι ενήλικας και δεν χρειάζεται πλέον τα συνδικάταi”.7

 Η κουβέντα θα μπορούσε να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και το κείμενο παρέχει άφθονα στοιχεία και επιχειρήματα, αλλά πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη περίληψη, πρέπει να θυμηθούμε ένα άλλο σημαντικό στοιχείο πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης που έφερε μαζί του το ’68 και το οποίο συνεχίζει ακόμη και σήμερα να συγκρούεται με τις ερμηνείες των γεγονότων εκείνων των ετών και, ακόμη και σημερινών, όπως έχουμε δει νωρίτερα: τη γέννηση της αντιπληροφόρησης.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει έτσι τον ρόλο που είχε από την αρχή, που προωθήθηκε και αναπτύχθηκε από τις οργανώσεις εκείνης που αργότερα θα ονομαζόταν επαναστατική αριστερά:

“ακριβώς ξεκινώντας από την καταγγελία της κρατικής και φασιστικής μήτρας και των ανατρεπτικών στόχων της σφαγής της Piazza Fontana και της δολοφονίας του Pino Pinelli. Χρόνια αργότερα, η αρχικά απομονωμένη καταγγελία που την σνόμπαραν πολλοί αποδείχθηκε ακριβής, τόσο ιστορικά όσο και και αντικειμενικά, αλλά πιστεύω επίσης ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή του υποκείμενου σχεδιασμού στην στρατηγική της έντασης. Εάν για πολλά χρόνια […] οι βασικοί θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχουν κατοχυρωθεί κατά κάποιον τρόπο, είναι χάρη στην εξαιρετική στράτευση στον τομέα αυτό των «επαναστατών» αγωνιστών της εποχής εκείνης, και ασφαλώς όχι εξαιτίας του δικαστικού σώματος και ακόμη λιγότερο από τις λεγόμενες δυνάμεις επιβολής της τάξης, ούτε χάρη στην εφησυχαστική στάση, όταν δεν ήταν συνένοχη, της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων που κάθονταν – και εξακολουθούν να κάθονται, έχοντας αλλάξει τα ρούχα τους – στο Κοινοβούλιο”.8

Όπως μπορούμε να δούμε, λοιπόν, μια εξαιρετική και επίμονη ανάγνωση για να αρχίσουμε σοβαρά τις εορταστικές εκδηλώσεις των πενήντα χρόνων χωρίς να βυθίζουμε τη μνήμη στην γελοιοποίηση, στο θέαμα και στη ρητορική. Αντιθέτως…


  1. Viale, il 68, σελ. 7  
  2. Si veda repubblica.it del 16 marzo 2018  ↩ δείτε εφημερίδα repubblica της 16 μαρτίου 2018
  3. Viale, op.cit. pag. 8  
  4. Viale pag. 9  
  5. Viale, pag. 9  
  6. Viale, pag. 198  
  7. Viale, pp. 202 – 205  
  8. pag. 10  
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Scalzone, «Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των κυρίαρχων – Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

Δύο ημερομηνίες που συλλέχθηκαν σε μια περίοδο 10 ετών: 16 μαρτίου 1968, 16 μαρτίου 1978. Στο μεταξύ υπάρχουν όλα. Ο Scalzone επιστρέφει στους τόπους και μιλά για το πρωινό των συγκρούσεων στα σκαλιά της αρχιτεκτονικής σχολής στη Ρώμη, ένας topos του ’68. Οι φασίστες που απέτυχαν στην προσπάθεια να διεισδύσουν στο κίνημα, ο αρχηγός τους, Almirante που κινδύνεψε λιντσαρίσματος, ο Παζολίνι ο οποίος δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτή την εξέγερση, ο Μουσολίνι και η πραγματική ουσία του ιταλικού φασισμού, «ο πόλεμος ενάντια στις οργανώσεις των εργατών, από τις πιο ρεφορμιστικές στις πιο ανατρεπτικές, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να επιλεγεί από τις corporationς», τον σημερινό ρατσισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, η συνέλευση που συγκαλέστηκε στο piazzale della Minerva, της Sapienza, αμέσως μετά την είδηση της απαγωγής του Άλντο Μόρο, «Εκείνη τη ημέρα – εξηγεί – έζησα μια ρήξη, μια πληγή, ένιωθα ξένος προς την »καταδίκη» που εκφράστηκε από τους Αυτόνομους και σκέφτηκα να παρέμβω με τις Br πριν ωθηθούν στον αναμενόμενο επίλογο και όπως ορίζεται σε μια ετυμηγορία ». Μετά ήρθε η συνωμοσιολογία, η οποία έγινε η μεγάλη πολιτιστική τραγωδία της αριστεράς. Παραμένει η γνώση, η μοίρα που μας διακρίνει από άλλα είδη και εκείνο το μέλλον που δεν υπάρχει, που έγινε «το αφήγημα των κυρίαρχων» στο οποίο θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε το παρόν, βιωμένο ολοκληρωτικά

 

Daniele Zaccaria, Il Dubbio 23 μαρτίου 2018, H Aμφιβολία

Η συνομιλία με τον Oreste Scalzone είναι μια εμπειρία Proustian και Futurist την ίδια στιγμή. Η ροή της μνήμης ρέει σαν χείμαρρος, αλλά δεν είναι πάντα μια ήσυχη πορεία, μέσα στα νερά οι στροβιλισμοί αναδύονται ξαφνικά, και η δίνη των αναμνήσεων προχωράει αναστατωμένη από έναν περιπλανώμενο δαίμονα, με το βλέμμα που καρφώνεται σταθερά στον ορίζοντα σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. «Είμαι ένας υπερμνησιακός (η υπερβολική εξέλιξη της μνήμης R. R.), ακόμη και αν μερικές φορές, όπως έλεγε ο Φρόιντ και όπως συνέβαινε στον Rashomon του Kurosawa, μπορώ να ζήσω κάποια ψευδαίσθηση της μνήμης».
Πριν από πενήντα χρόνια, όταν η δυτική κοινωνία συγκλονίστηκε από την επανάσταση του ’68, ο Scalzone ήταν νεαρός ηγέτης του φοιτητικού κινήματος. Σε αυτές τις μέρες μουσιακών εορτασμών που κάνουν εκείνη την φοβερή χρονιά ένα είδος παραμελημένης Αναγέννησης, ο Scalzone συμφωνεί να επιστρέψει στον «τόπο του εγκλήματος» για να σκιαγραφήσει εκείνο που ονομάζει με σεμνότητα έναν «αντι-εορτασμό», μια «αντι-τελετή», . Αλλά πριν επιστρέψει σε εκείνες τις μέρες του μαρτίου ’68 θέλει να βγάλει ένα βότσαλο από το παπούτσι του: «Αυτή η ιστορία των φασιστών που θα είχαν επαφή με το φοιτητικό κίνημα για να οργανώσουν τις συγκρούσεις της Valle Giulia είναι μια συνολική ψεύτικη μνήμη που βασίζεται αποκλειστικά σε δηλώσεις του Delle Chiaie Stefano, γνωστού ως «caccola, μύξα». 
 Τον Della Chiaie μισούσαν καταρχάς οι λεγόμενοι «καθαροί» φασίστες, που τον ήθελαν ως άνθρωπο των μυστικών υπηρεσιών. Το κίνημα δεν γνώριζε εκείνες τις δυναμικές, είναι πιθανό ότι υπήρξαν προσπάθειες διείσδυσης αλλά όμως απέτυχαν. Οι φασίστες ήταν ταμπουρωμένοι στη νομική σχολή και η επιτροπή αναβρασμού του Πανεπιστημίου είχε αποφασίσει απλώς να τους αγνοήσει, σαν να ήταν ένας νεκρός καρκίνος, δεν τους βλέπαμε και γύρω τους υπήρχε ένα είδος υγειονομικής ζώνης. Τα πράγματα άλλαξαν κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 15 και 16 μαρτίου, όταν ομάδες τραμπούκων του φασιστικού κόμματος Msi μπήκαν στην La Sapienza και επιτέθηκαν στους εξωκοινοβουλευτικούς τους εκκενώνοντας στρατιωτικά και επιτέθηκαν στην περιφρούρηση του κινήματος στη σχολή Γραμμάτων τραυματίζοντας κάποιους συντρόφους ».

Τι θυμάσαι από εκείνο το πρωινό;

Έφτασα στο πανεπιστήμιο σε εύθετο χρόνο, εκείνοι του MSI είχαν ήδη ταμπουρωθεί μέσα στη νομική με τους αξιότιμους Almirante και Caradonna. Σε αυτό το σημείο ξεκινήσαμε μια επίθεση, αλόγιστη, γενναιόδωρη αλλά αλόγιστη, έτσι ώστε προχωρώντας λιγάκι μπορούσαμε να μετρούμε τους τραυματίες, από την άλλη μας έριχναν τα πάντα, σιδερένιες μπίλιες, τζάμια, αντικείμενα όλων των ειδών, τότε ακούω κάτι να συντρίβεται, ο πάγκος που πέταξαν από πάνω χτυπά στραβά μια καρέκλα με την οποία προσπαθούσα να καλυφτώ κακήν κακώς …, το χτύπημα θα μου συντρίψει δύο σπονδύλους, με τραβούν μακριά, με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, ενώ η μάχη συνεχίζεται. Κάποιοι σύντροφοι ανακαλύπτουν μια δευτερεύουσα πόρτα και καταφέρνουν να μπουν μέσα, είναι μια δωδεκαριά και βρίσκουν μπροστά τους μοναχό τον Almirante, [ ο αντίστοιχος Μιχαλολιάκος εδώ και σήμερα], θα μπορούσαν να τον λιντσάρουν, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε διστάζουν και η στιγμή περνά, χάνεται, ευτυχώς δεν είχαν την στόφα του λιντσαρίσματος … Στο σημείο αυτό μπαίνει με όλες τις δυνάμεις η αστυνομία. Τώρα, για εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του κινήματος και της ακροδεξιάς, παραθέτω τον Δρ Paolo Mieli και τον καθηγητή Agostino Giovagnoli, τι θα έπρεπε να είχαμε πράξει; Να λιντσάρουμε τον Almirante για να δείξουμε το αντίθετο; Επιπλέον για εκείνες τις μέρες συνεχίζουν να γράφονται και να λέγονται τεράστιες ανοησίες. Πολλές από αυτές εμπνέονται από έναν άθλιο «παζολινισμό» επιστροφής.

Τι εννοείς?

Μιλώ για αυτή την τεχνητή διαίρεση μεταξύ των αστυνομικών γιων του προλεταριάτου που αποστέλλονται στις πόλεις για να αρπάξουν ξύλο από τα παιδιά της μπουρζουαζίας. Σίγουρα ο Paolo Mieli ήταν γιος της μπουρζουαζίας, εγώ πηγαινοερχόμουν απλά από το Terni, μα για τι πράγμα μιλάμε; Στην La Sapienza υπήρχαν περισσότεροι από 70 χιλιάδες εγγεγραμμένοι, το πανεπιστήμιο ήταν ήδη ένας μαζικός τόπος και στο κίνημα υπήρχαν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών των «cafoni, αγροίκων» του νότου, οι γιοι των εργατών που στέλλονταν για σπουδές στη μεγάλη πόλη για να γίνουν μηχανικοί. Φυσικά, η πλειοψηφία των ηγετών προερχόταν από μορφωμένες οικογένειες αλλά μόνο επειδή, όπως έλεγε ο Don Milani, κατείχαν τον απαραίτητο λόγο για να γίνουν οι ηγέτες, στις σχολές και στις πλατείες, αλλά ο πρωταγωνιστής ήταν άλλος, έτσι δεν είναι;  

Ο Pasolini είχε άδικο λοιπόν;

Σίγουρα έκανε λάθος όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού κινήματος και να πούμε ότι θα ήταν αρκετό να έχει ακούσει μια μισή ομιλία του Franco Piperno, δεν λέω να είχε διαβάσει τον Μαρξ. Ήταν επίσης λάθος στην ποιητική μυθολογία της εργατικής τάξης που γι ‘αυτόν ήταν ενσάρκωση μονάχα από τους εργάτες με τη φόρμα και τα «επαγγελματικά» χέρια με τους κάλους, όταν πλέον τότε η κεντρική φιγούρα ήταν οι εργάτες της αλυσίδας, κυρίως μετανάστες από το Νότο, εκείνοι για τους οποίους μιλά το βιβλίο Vogliamo tutto! του Balestrini, Tα θέλουμε όλα. Επιπλέον ήδη από τότε πήγαινε μπροστά η επισφάλεια, οι επισφαλείς των νεότερων γενιών. Ήταν επίσης λάθος και για τη φύση του ΚΚΙ, PCI, σε αυτό συμφωνώ με τον ιστορικό Giovanni De Luna, ο Pasolini λέει στους νέους να πάνε προς το PCI, το να πιστεύει ότι το κίνημα εκείνο θα μπορούσε να μεταβεί προς στο κομμουνιστικό Κόμμα ήταν μια ανοησία. Ούτε καν ο γραμματέας Luigi Longo είχε το θάρρος να πει κάτι τέτοιο. Τελικά έκανε λάθος για τους αστυνομικούς, γι αυτόν ήταν «άσχημοι αθώοι» επειδή τους θεωρούσε ανεύθυνα ζωάκια «έτσι τους έχουν καταντήσει». Και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια απλοϊκή ανάγνωση, λίγη ψυχανάλυση θα έφτανε, σκέφτομαι τον Willelm Reich: υπάρχει ένα περιθώριο ευθύνης σε εκείνους που διαπράττουν βίαιες και σαδιστικές πράξεις, είναι η ψυχοπαθολογία του τελευταίου των σταυροφόρων που στήνεται στη γραμμή πίσω από τον Πέτρο τον Ερημίτη για να φτιάξει τον «αιώνιο συρφετό» ενώ στην Ιερουσαλήμ, γράφουν οι ιστορικοί, «το αίμα έφτανε στα γόνατα». Ο ίδιος όχλος που περιγράφηκε από τον Varlam Salamov στις Ιστορίες της Kolymache στην περίπτωση εκείνη ήταν οι Cechists, αλλά θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε για τους Κόκκινους Φρουρούς, γι αυτούς που πήγαιναν να ευαγγελίσουν, να κηρύξουν ευαγγέλιο, αυτούς που πήγαιναν να εξισλαμίσουν, αυτούς που πήγαιναν να αποικίσουν.

Μία θανατηφόρα και μιμητική σχέση εκείνη της επαναστατικής και ελευθεριακής αριστεράς με την καθιερωμένη, καθεστηκυία εξουσία και βία  

Εμπνευσμένος από τον Foucault της Μικροφυσικής της εξουσίας, όταν συστήνεται ένα δικαστήριο του λαού ή του προλεταριάτου, μια καθιερωμένη δικαιοσύνη, η μετάλλαξη έχει ήδη γίνει, η επανάσταση έχει ήδη γίνει αντι-επανάσταση. Το πέρασμα από την «συστατική εξουσία, ιδρυτική» σε «καθεστηκυία», όπως λέει ο Agamben, υπήρξε η τραγωδία όλων των «Επαναστάσεων» που «ανέλαβαν, πήραν την εξουσία». Αυτό, μικροφυσικά, είναι πάντα μια ενέδρα και για μας. Στις ημέρες της απαγωγής του Moro, ήμουν πεπεισμένος ότι το κίνημα έπρεπε να «παρέμβει» με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αφεθούν να ωθηθούν σε έναν ανακοινωμένο επίλογο, αναμενόμενο και με τον τρόπο που προέβλεπε την θανατική ποινή.

Έχετε επανειλημμένα επικρίνει την αριστερά και τον φυλετικό αντιφασισμό της, τι εννοείτε;

Τα γεγονότα της Acca Larentia έρχονται στο μυαλό μου (καθώς και ο Sergio Ramelli): αν ένα κομάντο της άκρας αριστεράς ανοίγει πυρ σε μια μικρή ομάδα φασιστών σκοτώνοντας δύο και στη συνέχεια εκείνοι βγαίνουν [στους δρόμους] με αίματα στα μάτια και η αστυνομία σκοτώνει άλλον ένα, εγώ αισθάνομαι πολύ άβολα όπως είπα τότε στον Giorgio Bocca ο οποίος μου πήρε συνέντευξη για την εφημερίδα Repubblica. Οι φασίστες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «διαφορετικοί», αυτή είναι μια εθνοτική, φυλετική προσέγγιση στην πολιτική σύγκρουση και ο αντιφασισμός κινδυνεύει να γίνει ένα περαιτέρω μέσο του καθεστώτος. Την εποχή εκείνη επικρίθηκα πολύ για τη θέση μου αυτή, στην προκειμένη περίπτωση σαν τον Che Guevara, ο οποίος ήταν επίσης ένας σκληρός άνθρωπος: «Πρέπει να είμαστε αμείλικτοι στη μάχη και ελεήμονες, ευσπλαχνικοί στη νίκη».  

Ο «φασισμός» αναφέρεται συνεχώς σαν να ήταν το συνώνυμο, το γενικό ισοδύναμο, του απόλυτου κακού 

Θα μπορούσα να απαντήσω ότι τα λόγια είναι σημαντικά, και ότι η αντιστοιχία-ισοδυναμία φασισμός-απόλυτο κακό είναι αντιφατική γιατί δύο ολοκληρωτισμοί δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αντ ‘αυτού, θα ξεκινούσα από τον ιστορικό φασισμό, του οποίου δημιουργός ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, φιγούρα μιας αμφισημίας αντάξιας του μεταμοντερνισμού. Ο Μουσολίνι είχε σίγουρα διαβάσει το κομμουνιστικό Μανιφέστο, αλλά αγνοούσε το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου. Με αναρχικό πατέρα και μητέρα δασκάλα με κόκκινο στυλό, έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία η κορυφαία φιγούρα της ιταλικής μαξιμαλιστικής αριστεράς όπως έγραψε ο ίδιος ο Λένιν.  Ένας κοινωνικά μπερδεμένος χαρακτήρας, αλλά ακόμα και αυτό δεν είναι κατ ‘ανάγκην σφάλμα, ακόμη και ο φίλος μου Pannella θα μπορούσε να μοιάζει με ένα φιλελεύθερο-φιλελευθεριακό Cagliostro που ανακάτευε τα πάντα. Soreliano, [Σορέλ] σοσιαλιστής, πρώτα ειρηνιστής που φώναζε «πόλεμος κατά του πολέμου», στη συνέχεια η διαμετακόμιση για τον δημοκρατικό παρεμβατισμό του Salvemini ενός χώρου από τον οποίον πέρασαν επίσης οι Gramsci και Togliatti. Μετά αλλάζει ξανά, φτάνει στον αλυτρωτισμό, στον μεγαλοϊδεατισμό, ως τυχοδιώκτης εκμεταλλεύεται τον αναγωγισμό [1] των [2, 3] «terroni di trincea» που έρχoνται σε σύγκρουση με τους εργάτες των εργοστασίων του βορρά, θεωρούμενοι ως εργατική αριστοκρατία των Συμβουλίων που συμμετείχαν στην πολεμική παραγωγή. Σαν ταλαντούχος τυχοδιώκτης ο Μουσολίνι καταφέρνει να αναμειγνύει πολλά στοιχεία, κλέβει το όνομα των Fasci της Σικελίας, παίρνει το μαύρο πουκάμισο των αναρχικών, παίρνει μαζί του επαναστάτες συνδικαλιστές όπως ο De Ambris και ο Corridoni, παίρνει τον ιταλικό σουπρεματιστικό φουτουρισμό, αλλά και τον ρωσικό και δημιουργεί ένα παράξενο μείγμα, σχεδόν ένα μεταμοντέρνο kitsch.

Ο αντισημιτισμός ήταν εγγενής στο καθεστώς;

Όχι, ο Μουσολίνι δεν ήταν αντισημίτης. Το 1932, απαντώντας σε μια ερώτηση σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα που του έθεσε ο γερμανός βιογράφος Emil Ludwig, δήλωσε ξερά: «Αυτό είναι δικό σας θέμα. Θέματα ξανθών, για γερμανούς. » Οι διαδοχικές στροφές του καθεστώτος λήφθηκαν από οπορτουνισμό και όχι από ιδεολογική πεποίθηση. Όμως σε όλο αυτό το ατέλειωτο κιτς παραμένει ένα ουσιαστικό και συνεκτικό στοιχείο που μπορεί να καθορίσει τον φασισμό: ο πόλεμος εναντίον των εργατικών οργανώσεων, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να εννοηθεί από τις corporations, αλλά στις οργανώσεις της, από τις πιο μεταρρυθμιστικές μέχρι τις πιο ανατρεπτικές. Αυτός είναι ο εχθρός, η επίμονη εμμονή του, όπως ο αντισημιτισμός ήταν η ψυχωτική εμμονή των ναζί. Εδώ υπάρχει ένα κοινό νήμα που οδηγεί κατευθείαν στη συνωμοσιολογία, ένα απειλητικό παράδειγμα, το οποίο μπορεί επίσης να καθοδηγήσει εκείνους που ανεμίζουν τις κόκκινες σημαίες και οποιουδήποτε χρώματος. Έχοντας πει όλα αυτά, θα ήθελα όμως να διευκρινίσω ένα σημείο. 

Παρακαλώ

Οι όροι μετρούν επίσης ως αυτοπροσδιορισμοί, ο «τρόμος» γεννιέται σαν αυτοπροσδιορισμός του Saint Just και του Roberspierre, ο «ολοκληρωτισμός» δεν είναι μια λέξη που εφευρέθηκε από τη Hannah Arendt αλλά από τον Μουσολίνι Μπενίτο ακριβώς για να καθορίσει το καθεστώς του.

Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σήμερα στην Ευρώπη ότι ακρο δεξιά κινήματα ή καθεστώτα, ρατσιστικά και αυταρχικά να κερδίσουν το πάνω χέρι;

Πάρτε την υπόθεση Τραίνι, τον νεο-ναζιστή ψυχοπαθητικό και ultras leghista [λέγκα του βορρά] της Macerata που ήθελε να σφαγιάσει μετανάστες, σε αυτό το σημείο σκέφτομαι όπως ο Felix Guattari: ο Traini είναι ασφαλώς ένας ψυχοπαθής αλλά εάν δέκα ψυχοπαθείς βάλουν μια στολή των Sa δεν γίνεται να καθαρίσουμε με το θέμα λέγοντας πως είναι εγκεφαλικά ασθενείς, καθίστανται εχ-θροί. Και εδώ δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα. Σε αυτό συμφωνώ με την ανάλυση του Bifo που μιλά για «διαταραγμένο ασυνείδητο του έθνους».

Ποιος είναι ο πιο μεγάλος εχθρός της αριστεράς;

Είναι ένας εσωτερικός εχθρός και ονομάζεται συνωμοσιολογία, μια πραγματική πολιτισμική τραγωδία, μια δαιμονική και συνωμοτική σκέψη που γίνεται υπεύθυνη για τη μετάλλαξη εκείνη για την οποία μίλησα, τη μετάβαση από τη συστατική εξουσία στη συγκροτημένη δύναμη, την συντεταγμένη εξουσία, μου αρέσει να παραθέτω τον Agamben και την επιτυχημένη του φόρμουλα [ σπινοζικής απήχησης) «εκθρονισμένη ισχύς». Για τη συνωμοσιολογία κάθε χειρονομία εξέγερσης, από τον Camus του Homme revolté μέχρι την αυτοκτονία του Jan Palach, είναι πάντα μια χειραγωγημένη χειρονομία, heterodirect, ετεροκαθοδηγούμενη, αλλά η συνωμοσιολογία ζει από ψεύδη, αναλήθειες, αντι-ρεβιζιονισμούς και γενικεύσεις, ποτέ δεν αγγίζει δόντι σε όσους αποκαλεί χειραγωγούς, είναι αβλαβής, ακίνδυνη για την εξουσία αλλά θανατηφόρα για εκείνους που πολεμούν την εξουσία. 

Είναι η μοίρα των ανθρώπων η εξέγερση; 

To να μην ασκείται η εξαγωγή συμπερασμάτων για το ανθρώπινο είδος το θέτει κάτω από τα άλλα είδη, το είδος μας κλίνει πέρα από το είναι για να επιδιώξει τη γνώση, την τέχνη, την πολιτική. Σε αντίθεση με τους γυρίνους και τα πουλάρια εμείς γεννιόμαστε πρόωρα, ανώριμοι, αρχίζουμε να περπατάμε ενάμισι χρόνο μετά ενώ το πουλάρι περπατά ήδη λίγες ώρες μετά τη γέννηση. Το λιοντάρι είναι θηρευτής και κυνηγάει τη γαζέλα που σαν θύμα προσπαθεί να δραπετεύσει, κανένας από αυτούς τους δυο είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Αντιθέτως, εμείς χρειαζόμαστε την πρόθεση της γνώσης για να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας, για να πραγματωθούμε Το δέντρο της αμαρτίας με αυτή την έννοια είναι ακριβώς μια πολύ όμορφη μεταφορά της μοίρας μας.  

Και το μέλλον;

Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των ηγεμόνων.  

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

  1. αναγωγισμός s. μ. [Der. του βετεράνου]. – Η στάση και η συμπεριφορά των ομάδων βετεράνων πολέμου που απαιτούν ειδικά οφέλη, οφέλη και πλεονεκτήματα, ιδίως οικονομικά και καριέρα, σε αντάλλαγμα για τα πλεονεκτήματα, μερικές φορές τεκμαιρόμενα ή υπερβολικά, που αποκτήθηκαν ως μαχητές, στον πόλεμο: η επανάληψη του φαινομένου του r. μετά από κάθε πόλεμο.

2. Ο όρος terrone είναι ένας όρος της ιταλικής γλώσσας που υποδεικνύει την προέλευση στις δουλοπρεπείς τάξεις, που είναι «συνδεδεμένες με τη γη». [1] Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, χρησιμοποιείται από τους Ιταλούς του βορρά σε ένα υποτιμητικό τόνο για να χαρακτηρίσει τους κατοίκους της νότιας Ιταλίας, σε μια περίοδο μεγάλων μεταναστεύσεων των τελευταίων προς τα αστικά κέντρα του βορρά

3. trincea: χαρακώματα

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

ιστορία, storia

Aldo Moro και η ξεχασμένη δεκαετία – e il decennio dimenticato

 

Γνωρίζουμε λεπτομερώς το σενάριο για την απαγωγή του Aldo Moro, αλλά ποτέ όπως στην παρούσα επέτειο δεν αναγνωρίζουμε πλέον την αλήθεια. Εξαφανίστηκε, εκμηδενίστηκε από πνεύμα εκδίκησης ή ίσως, απλούστερα, από πολιτική άγνοια, η ιστορία. Χωρίς το πλαίσιο, την συγκυρία, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά η μυθοπλασία: πινακίδες και αυτοκίνητα, μεταστροφές και τοπωνυμίες, αναμνήσεις πρώιμα ορφανών ανηψιών και συνωμοσίες κάθε τάξης. Την θέση της γοητείας του καθολικισμού-κομουνισμού ανέλαβε η απογοήτευση που ανατρέχει στις θέσεις του πρώην υπουργού εσωτερικών και προέδρου Κοσσίγκα, για να επιστρέψουμε στη μεταμοντέρνα παρεξήγηση, παρανόηση, αλλά το πρώτο θύμα παραμένει η κατανόηση των γεγονότων. Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που συνδέει την αναμνησιολογία των ημερών αυτών: η αναγκαστική αφαίρεση κάθε έννοιας και σημασίας από ένα γεγονός που μετασχηματίζεται σε ένα event, μια εκδήλωση, και αποσυνδέεται από οποιαδήποτε διαδικασία. Ο Aldo Moro δεν είναι η κορυφή – ένδοξη ή τραγική, ανάλογα με τις απόψεις – μιας δεκαετίας της ταξικής αντιπαράθεσης, σύγκρουσης. Είναι ένα Rai fiction μπολιασμένο στην ιταλική πολιτική. Είναι μια μεταφρασμένη μορφή εγκληματικού μυθιστορήματος που εφαρμόζεται στις σχέσεις της πολιτικής. Υπάρχει η συμμορία των δολοφόνων και το αθώο θύμα. Ιδιωτικά γεγονότα λοιπόν: τι σχέση έχουν »οι ιταλοί» (καλοί άνθρωποι …); Το σημαντικό είναι να εκτονώσουμε τη σχέση μεταξύ του ’68 και του ’78 και, μέσα στη μακρά δεκαετία της κοινωνικής σύγκρουσης, να διαχωρίσουμε την εξτρεμιστική μειονότητα από τη συντριπτική πλειοψηφία της «πραγματικής χώρας». Η ιστορία διαβάζεται μέσα από τους φακούς της ομαδικής ψυχολογίας. Το αντίθετο σημείο αντιπροσωπεύεται από τους τελευταίους αμετανόητους οπαδούς των απόψεων του Κοσσίγκα, όπως προείπαμε: Giuliano Ferrara, για παράδειγμα.

Αντίθετα, είναι δυνατό να κατανοήσουμε τον Aldo Moro μόνο με την εισαγωγή του στην ιστορική διαδικασία. Το 1968 ελευθερώνει, αποσυνθέτοντας τες για να τις επανασυνδέσει, κοινωνικές ενέργειες που από καιρό εκκολάπτονταν στην επιγενόμενη κοινωνία της ευημερίας. Μια κοινωνία που πλούτισε ταχέως και την εποχή εκείνη σημαδεύεται με κοινωνικές εκρηκτικές αντιφάσεις: νέα ευημερία και τραγική φτώχεια, μητροπολιτικές φαντασμαγορίες και πολιτιστικούς ξεριζωμούς. Ένας κόσμος σε μετασχηματισμό που εκφράζονταν μέσα από πολιτικά παραδείγματα μιας εποχής πρώιμα γερασμένης. Μια νέα γενιά ανατινάζει το καπάκι που ανάγκαζε πολλές αντιφάσεις μέσα σε σχήματα που δεν είναι πλέον εφικτά: η συνάντηση ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καθολικισμό προχωρούσε παράλληλα με την κρίση του κομμουνισμού και του καθολικισμού, αφήνοντας μόνο στις πολιτικές ή πολιτιστικές ελίτ μια συζήτηση που δεν έβρισκε πλέον ριζώματα στην κοινωνία. Αφού απελευθερωθεί, όπως είναι γνωστό, η οδοντόπαστα δεν επιστρέφει στον σωλήνα της. Με τον ίδιο τρόπο, μόλις απελευθερωθούν, εκείνες οι γενετικές ενέργειες παίρνουν γρήγορα τη μορφή της πολιτικής: αδύνατο να τις επαναφέρεις στο νεανικό φολκλόρ. Οι ομάδες μπολιάζονται μέσα σε μια πραγματική ταξική πάλη που βρίσκει ακτή στο εργατικό σώμα του PCI. Δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη στους κομμουνιστές ηγέτες, αλλά υπάρχει μεγάλη στην κοιλιά της φάλαινας: οι πρωτοπορίες επικρίνονται αλλά αναγνωρίζονται. Το νέο προλεταριάτο και η εργατική ακτή πολλαπλασιάζουν τις επιπτώσεις σε ένα επίπεδο της γενικής πολιτικής σε αποσύνθεση, που έχει σκληρυνθεί από ένα Cln [Επιτροπή εθνικής απελευθέρωσης] που προτείνεται ξανά ύστερα από το μέγιστο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι το πλαίσιο, η συγκυρία, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι ταξικές μάχες, οι εξωκοινοβουλευτικές αριστερές ομάδες, η πολύ ταχεία οργανωτική και πολιτική κρίση τους, η τεράστια έκταση της εργατικής αυτονομίας και η απορριπτική της άρνηση ως ελάχιστο και μέγιστο πρόγραμμα ταυτόχρονα, που ενισχύει, αντί να επιλύει, εκείνη την κρίση της πολιτικής της οποίας η ίδια η Αυτονομία είναι θύμα και δημιουργός. Πολιτικές ενέργειες και κρίση της πολιτικής δεν θα μπορούσαν παρά να οδηγήσουν στον ένοπλο αγώνα, παρόντα σε όλες τις χώρες που διασχίστηκαν από την απότομη διακοπή της «ένδοξης τριακονταετίας». Η ιταλική ανωμαλία δεν βρίσκεται λοιπόν στον ένοπλο αγώνα, αλλά στη διάρκεια του, στην διάρθρωση και την έκταση του, στους αριθμούς του, στην ταξική του σύνθεση. Ο Aldo Moro βρίσκεται σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι Carrero Blanco, Hanns-Martin Schleyer, Alexander Meigs Haig, René Audran και οι πολλές άλλες ανθρώπινες ηγετικές μορφές του καπιταλιστικού συστήματος που χτυπήθηκαν από τους ένοπλους αγώνες στην Ευρώπη.

Ο Aldo Moro είναι συνεπώς το αποτέλεσμα αυτής της συνέργειας μεταξύ ισχυρών ταξικών αγώνων και αδύναμης Κατάστασης, Κράτους να τους αγκαλιάσει, να τους κατανοήσει, να τους ενσωματώσει. Η Ιταλία δεν είναι η Γαλλία. Ταυτόχρονα, ο θάνατος του Aldo Moro είναι το αποτέλεσμα της διασταύρωσης δύο Κρατικών προτεραιοτήτων. Της ατλαντικής χριστιανοδημοκρατικής, προσεκτικής να μην καταλήξει στον κολασμένο κύκλο των χωρών με περιορισμένη κυριαρχία, και της κομμουνιστικής, ακόμα πιο τρομαγμένης από τον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο των εργοστασίων. Διότι το στοίχημα, η διαμάχη με τα γεγονότα μέσα στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, ήταν αυτό.  Παίχτηκε άσχημα από την επαναστατική αριστερά, αλλά παίχτηκε μέχρι τέλους. Η ταξιαρχίτικη προσπάθεια συγκρούονταν με όλο το βάρος μιας παράδοσης μεγαλύτερης του αιώνα ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού. Η Ιταλία ήταν ένα αδύναμο Κράτος, αλλά το ΚΚΙ, PCI ήταν ένας ισχυρός θεσμός, πολύ ισχυρότερος από την επαναστατική ανυπομονησία. Ο Aldo Moro δεν εκπροσωπούσε κανένα υποκειμενικό γάγγλιο μεγάλης αξίας, όπως σύντομα θα ανακαλύψουν οι Br: μπορούσε να θυσιαστεί, επομένως, ακόμη και για τον Berlinguer, ο οποίος δεν ήταν πλέον ο Togliatti και οι καιροί του.

Το 1978 ολοκληρώνει την ταξική σύγκρουση στην Ιταλία. Έχοντας φτάσει στο αποκορύφωμα, χωρίς πλέον ακτές ούτε συμπάθειες, χωρίς μια επαναστατική Πολιτική ικανή να μεταμορφωθεί για να εγκατασταθεί σε ένα υψηλό σημείο της μάχης, η καταστροφή είναι αναπόφευκτα γρήγορη και χωρίς έλεος. Βρισκόμαστε ακόμα μέσα σε αυτό το ερείπιο. Αυτά τα ανόητα χρόνια που ζούμε σήμερα δεν έχουν καμία σχέση με τη δεκαετία εκείνη. Και γι ‘αυτό έχουν κάτι να κάνουν με αυτό, πρέπει.

2138 letture totali, συνολικές αναγνώσεις – 196 letture oggi σήμερα

2 comments to Aldo Moro e il decennio dimenticato

  • dziga vertov

    άψογη ανάλυση, αξίζει επίσης να διερευνηθεί η φύση και οι στόχοι της κρατικής προτεραιότητας του PCI που δεν ήταν μόνο εκείνη η άμεση, και σε κάθε περίπτωση από ηγεμονική θέση, του ελέγχου των εργοστασίων. Η «γραμμή σταθερότητας», που διεξήχθη με τον κυνικότερο οπορτουνισμό από τους ηγέτες του κόμματος, είχε τον εξωτερικό στόχο των διαπιστευτηρίων, της έγκρισης στο επίπεδο του Ατλαντικού και εσωτερικά να ενεργοποιήσει εκείνη τη διαδικασία επανατοποθέτησης, από την εργατική τάξη στις μεσαίες τάξεις, που επιδιώχτηκε τις επόμενες δεκαετίες από τον beringuer και τους επιγόνους του. Για την διαβόητη «αίσθηση, νόημα του κράτους», στη θέση της «ταξικής πάλης», το ΚΚΙ άρχισε να μιλάει στη δεκαετία του 70 και στην απαγωγή του Μόρο βρίσκει τη μέγιστη πολιτική και επικοινωνιακή έκθεση. Και την ιδεολογία, με τα νομιμοποιητικά παράγωγα της (τιμιότητα, διαφάνεια, ποικιλομορφία)  θα καλύψει ο συμβιβασμός πρώτα, η διαβούλευση της δεκαετίας του ’90 και του 2000 αργότερα.

  • Gino

    Υπάρχει πάντοτε τόσο μεγάλο μέρος με το οποίο θα συμφωνήσουμε σε αυτές τις «αναλύσεις» που αφηγούνται την ιστορία, τις οποίες είναι σχεδόν αδύνατο να αμφισβητήσουμε.
    Επισημαίνω ότι δεν είμαι ένας νοσταλγικός του PCI, αλλά μερικές φορές το να μειώνουμε, να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα τις ευθύνες του είναι σχεδόν un endorsement, και δεν θέλω να με παρεξηγήσετε, τα λάθη και οι πουτανιές που έκαναν ήταν τόσα πολλά που ούτε καν ο δικηγόρος του διαβόλου θα μπορούσε να τους βγάλει από την καταδίκη, αλλά πρέπει να επικαλεστούμε την πραγματική κατάσταση στο πεδίο της εποχής. Μιλώ με όρους γενεών, το να βρίσκεσαι στη μέση των γεγονότων, μέσα αυτά που νιώθεις στο πετσί σου.
    Βρισκόμασταν στη μέση του πολέμου, που ξεκίνησε την ίδια ημέρα της πτώσης του Ράιχσταγκ, που προκάλεσε η δυσαρέσκεια που έδειξε ο Στάλιν σε αυτό το γεγονός, και κάθε αριστερή κίνηση καταπνίγονταν στο αίμα στην υφήλιο … εκτός από την ΕΣΣΔ, χάρη στη διαθέσιμη στρατιωτική δύναμη. Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα στο τέλος του παγκόσμιου πολέμου, με την ενεργοποίηση του εμφυλίου πολέμου, δεν νομίζω ότι είχε περάσει απαρατήρητο … ήμασταν πολύ κοντά και ήταν μια προειδοποίηση σε εκείνους που είχαν την πρόθεση να αντισταθούν, και ακολούθησε το καθεστώς των συνταγματαρχών. Πέρα απ’ τον ωκεανό Αργεντινή και Χιλή, Καμπότζη, Κορέα, Βιετνάμ και ούτω καθεξής. Σε όλες τις περιπτώσεις ήταν ένα λουτρό αίματος.
    Αναρωτιέμαι αν ακόμα και εδώ ίσως να μπορούσαμε να ζήσουμε αυτό το λουτρό αίματος, αν όχι και χειρότερο.
    Τούτου λεχθέντος, αναρωτιέμαι επίσης αν μπορούσε ένα κομμουνιστικό κόμμα να μην χορηγήσει αμνηστία στους φασίστες στη μεταπολεμική περίοδο ή να συγκρουστεί με το υπόλοιπο σύμπαν για την υπόθεση Moro.
    Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω για τις θέσεις μου τα λόγια σας, εαν τα έχω ερμηνεύσει σωστά και αν μου το επιτρέπετε:
    «το βάρος μιας μεγαλύτερης από αιώνα παράδοσης ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού»

    http://www.militant-blog.org/?p=15213#more-15213

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/