τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Θ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 7

Μεγάλη στιγμή για την πόλη, αρχές καλοκαιριού, το Ιστορικό Ποδόσφαιρο της Φλωρεντίας. Ακούστε τι λεν οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι γι αυτή την εμπειρία : ‘υπάρχει ένα αρχαίο παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως κανόνες, όπου οι σύντροφοι είναι αδελφωμένοι με αίμα και οι αντίπαλοι ορκισμένοι εχθροί. Τέσσερις ομάδες, τέσσερα χρώματα, αγωνίζονται για τις γυναίκες τους, κερδίζουν για τη γειτονιά τους. Πολλοί άντρες, μια μόνο επιθυμία : να νικήσουν το φόβο, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μέσa από γροθιές, χάδια και βεγγαλικά’.

Είναι λοιπόν το αντίστοιχο μεσαιωνικό ποδόσφαιρο. Στη Σιένα κάνουν το Palio, ιπποδρομίες μέσα στους ειδικά διαμορφωμένους δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης.
Εδώ αγωνίζονται με την μπάλα, κάτι σαν ράγκμπυ, χρησιμοποιούν και τα πόδια. Πρέπει να βάλουν το γκολ με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν, και παίζουν εικοσιπέντε από κάθε πλευρά, χωρίς αλλαγές, για πενήντα λεπτά, κάθε Μάιο.
Ντυμένοι με τις αρχαίες φορεσιές τους οι αθλητές από τις τέσσερις ιστορικές συνοικίες της πόλης, την μέρα που γιορτάζουν τον Αι Γιάννη, προστάτη της Φλωρεντίας.
Κάνουν λοιπόν το τουρνουά τους ντυμένοι στα χρώματα της γειτονιάς.
Κλείνει όλη η πλατεία των Ευγενών, στήνονται ξύλινες κερκίδες γύρω γύρω και στρώνεται χώμα καταγής. Οι παίκτες κυλιούνται, χτυπιούνται και κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν το τόπι και να το σπρώξουν στην εστία.

Η φάση είναι αρκετά άγρια, κτυπήματα επιτρέπονται, λεπτομέρειες δεν θυμούμαι. Γίνεται πανζουρλισμός στις κερκίδες με τα τραγούδια και τα συνθήματα.
Και όταν οι καιροί είναι περισσότερο τεταμένοι από το κανονικό δίνεται στην ατμόσφαιρα και κοινωνικοπολιτική χροιά .
Έχει προηγηθεί η πορεία των αθλητών και των συνοδών τους, που τους καθοδηγούν στη διάρκεια του αγώνα πίσω από την εστία οι αρχηγοί της αποστολής.
Πρόπερσι οι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία στο τέλος, μέχρι αργά τη νύχτα. Η αφορμή άσχετη με τον αγώνα, αιτία η σκληρή στάση που κράτησε η αστυνομία στη συνοικία του Σταυρού, όπου βρίσκονται οι φυλακές της πόλης, στη διάρκεια διαμαρτυρίας των φυλακισμένων. Όλη η συνοικία στο πόδι ζητά την ικανοποίηση των όρων που θέτουν οι εξεγερμένοι. Η αστυνομία κυριολεκτικά φέρεται σαν στρατός κατοχής και καταστέλλει άγρια τη στάση. Της το φυλάνε λοιπόν οι κάτοικοι και λίγους μήνες μετά ανταπαντούν με την λήξη του τελικού του Ιστορικού Ποδοσφαίρου.

Κλείνουμε λοιπόν την μικρή παρένθεση που ανοίξαμε και επιστρέφουμε στη περιγραφή μας.
Το παιχνίδι τελειώνει πριν τη δύση του ήλιου. Βλέπεις, τα χρόνια που πρωτοπαίχτηκε δεν υπάρχει ηλεκτρισμός
Το Δημαρχείο είναι στολισμένο με τα λάβαρα των διαγωνιζομένων, όλο το σκηνικό είναι στημένο εκεί μπροστά μιας και το Κυβερνείο της πόλης δεσπόζει στην μεγάλη πλατεία με το τεράστιο άγαλμα του Δαυίδ που φιλοτέχνησε ο Μικελάντζελο.

Disoccupate le strade dai sogni, Anno 1977, CLAUDIO LOLLI

ALBA MECCANICA ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΥΓΗ
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Torino
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Milano
στην Bologna
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Βερολίνο
στη Napoli
στη Ρώμη
Μηχανικά με την έλευση του ήλιου
Αρχίζοντας να γυρνούν όλες μαζί απ’ τον ήλιο
Άρχισαν όλες να γυρνούν…….
Η αυγή επινοεί ένα γρανάζι
ο ήλιος το λειαίνει με το γράσο του
Η αυγή επινοεί μια ρόδα που γυρνά
Ανέπνευσε σύντροφε τον αέρα που φυσά
Ανέπνευσε σύντροφε μια σταγόνα από γράσο
Μα μη την ανασαίνεις σε παρακαλώ
είναι η σοσιαλδημοκρατία
και μη την ανασαίνεις πολύ δυνατά
είναι η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου, του….

Σε αυτή εδώ την πλατεία, τον μήνα που μας πέρασε, ο Αλμιράντε, ηγέτης του φασιστικού κόμματος, προσπάθησε να βγάλει λόγο. Μίλησε, ναι, γιατί τον προστάτευσε όλη η αστυνομική δύναμη της περιοχής. Την ίδια ώρα όμως, ολόκληρο το κέντρο, γύρω από την πλατεία, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης από τους χιλιάδες αντιφασίστες που διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία των, καταδικασμένων στην ιστορική μνήμη, απογόνων αυτών που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τα σκυλιά των αφεντικών γαβγίζουν και κυνηγούν. Χτυπούν, γεμίζουν τον τόπο χημικά, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η γιορτή της μισαλλοδοξίας. Παντού και πάντα κρυπτοφασίστες. Η φύση της δουλειάς τους τους κάνει τέτοιους. Το να είναι ιδανικό της δουλειάς σου, το καθήκον σου, να δέρνεις κόσμο δεν μπορεί να σταθεί σε έναν φυσιολογικό νου. Πρέπει να είσαι διεστραμμένος, δεν γίνεται διαφορετικά.
Τέλος πάντων. Επί ώρες δίνουμε μάχες, σώμα σώμα κάποιες στιγμές, κυρίως όμως εκ του συστάδην με τις δυνάμεις της ανομίας, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το σημείο.
Κάπου αλλού όμως, εκεί τριγύρω, σύντροφοι πυρπολούν παρκαρισμένες κλούβες που περιμένουν να τους περιμαζέψουν. Βλέπετε, η αχλάδα έχει την ουρά της πίσω.

Μιας λοιπόν και αυτοί είναι απασχολημένοι στο ‘θεάρεστο’, ευλογημένο από την επίσημη εκκλησία έργο τους, τα γραφεία των αεροπορικών εταιρειών της Ισπανίας Γερμανίας και Χιλής φλέγονταν. Η καταστολή και οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια συντρόφων σε ημερήσια διάταξη στις τρεις αυτές χώρες. Οι σύντροφοι δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν. Στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους που στενάζουν, που αγωνίζονται σε άλλες γωνιές της γης, προσφέροντας τις ζωές τους.
Άσε δε που, πολυκατάστημα συμφερόντων εταιρείας, μέτοχοι της οποίας δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους στις φασιστικές πρακτικές, ‘ξαλαφρώνονται’ από προϊόντα τους. Για να προσφέρουν έτσι στον αγώνα των κοινωνικών πολεμιστών. Για να μη ξεχνιόμαστε.
Όταν συνηθίζεις σε μια τέτοια ένταση, εκεί που η αδρεναλίνη εκρήγνυται, εκεί που η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά, στην αλληλεγγύη που γεννιέται στα οδοφράγματα, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος μετά. Θέλεις ξανά, κι άλλο. Το ζητά ο οργανισμός σου! Στην ησυχία ‘παθαίνεις’.

Οι φασίστες δεν έχουν παρουσία στην πόλη. Όλα εκείνα τα χρόνια που έζησα εκεί είναι η μοναδική φορά που ξεμυτίζουν από τις τρύπες τους. Νομίζω πως η περίοδος είναι προεκλογική και δια τούτο κάνουν την απόπειρα.
Είναι τότε που οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτές, κατεβαίνουν ενωμένες στην εκλογική φάρσα. Το πιο υγιές κομμάτι τους έχει διαλυθεί μέσα στο κίνημα.

Αναπτύσσονται σε κάθε χώρο αυτόνομες κοινότητες, επιτροπές, συνελεύσεις. Οι σύντροφοι από τις μεγάλες ριζοσπαστικές ανατρεπτικές οργανώσεις διαχέονται εκεί μέσα μεταφέροντας εμπειρίες χρόνων, αφομοιώνοντας καινούριες εντάσεις, νέα προτάγματα. Έχει γεννηθεί ένας καινούριος τρόπος να σκέφτεσαι, να ζεις και να δρας πολιτικά. Μια καινούρια πολιτική κουλτούρα είναι γεγονός.
Αυτόνομη.
Αφομοίωσαν και αφομοιώθηκαν.

  • Πως να ξεχάσεις εκείνες τις Απόκριες! Κάνει κρύο θανατηφόρο, έχει χιονίσει κιόλας, τα πάντα είναι παγωμένα. Μέρες τώρα κρυφές συζητήσεις, ανεπίσημα, στις παρέες, κάτι προετοιμάζουν.
    Έτοιμοι του μεγάλου Καρναβαλιού τη μέρα, παντού στην πόλη τριγυρνούν μεγάλες παρέες μασκαρεμένων. Μπαίνουν στα πολυκαταστήματα και τα ξελαφρώνουν. Γελώντας επισκέπτονται τα εστιατόρια τα απλησίαστα. Παραγγέλνουν με χαρά, χορταίνουν την πείνα τους και αποχωρούν τραγουδιστά. Δίχως να καταβάλουν αντίτιμο. Η μέρα το σηκώνει, η μέρα το ζητά. Στους κινηματογράφους επίσης. Η πρακτική των αναγκών.
    Κουβαλούν στις πλάτες τεράστιες παραστάσεις συγκρούσεων κι έτσι γίνονται άριστοι δάσκαλοι και καθηγητές. Έχουν, επί το πλείστον, αποβάλει ιεραρχικά μοντέλα και διαχωρισμούς, αφήνουν στην άκρη σκέψεις και ιδεολογήματα πρωτοπορίας, έχουν σαφώς δεχθεί ελευθεριακές επιδράσεις και απόψεις από την περιρρέουσα ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα που γεννιέται μετά την σφοδρή καταιγίδα του ’68 και των εργατικών αναταραχών στα εργοστάσια του βορρά, από την εργατική αυτονομία στην πράξη και τις συμπεριφορές, νέοι αυτόνομοι από ότι μυρίζει γεροντίλα, αριστερή παράδοση, αριστερή συντήρηση και τα συναφή.

Αρπάζουν την ζωή από τα κέρατα, καβαλούν το φτερό του καρχαρία, επιθυμούν σφόδρα να τον οδηγήσουν εκεί που ονειρεύονται, εκεί που δεν είχε κολυμπήσει κανείς νωρίτερα. Δίχως ευνουχισμούς, δίχως αναβολές. Δεν περιμένουν να ωριμάσει τίποτα.
Το φρούτο έχει πέσει κιόλας από το δέντρο.
Με πυξίδα την καρδιά τους, αλληλεγγύη με όσους υφίστανται καταπίεση, με όλους τους εξουσιασμένους που ασφυκτιούν. Αλληλεγγύη ανάμεσα σε χώρους, εκεί κάτω, διάσπαρτους στη Μητρόπολη, τη ζούγκλα του ‘ανεπτυγμένου’ κόσμου.
Το νέο επαναστατικό υποκείμενο είναι εδώ, δεν σηκώνει την καταπίεση και απαιτεί αυτοδιάθεση, εδώ και τώρα. Αυτονομία.
Δεν δέχονται τους παλιούς κώδικες συμπεριφοράς, δοκιμάζουν τους δικούς τους που αποπνέουν φρεσκάδα, σίγουρα με το βλέμμα στραμμένο και προς εμπειρίες που το ανατρεπτικό κίνημα έχει παράξει τις δεκαετίες που πέρασαν. Ζωγραφίζουν με τα δικά τους πινέλα, αφήνουν το στίγμα τους στη μουσική, το χορό, στις τέχνες γενικότερα και τον πολιτισμό.

Η σεξουαλική απελευθέρωση και τα κινήματα αμφισβήτησης στην Αμερική και Ευρώπη έχουν σταθεί πρόδρομοι. Τα αντάρτικα κινήματα σε Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική και τελευταία στην Ευρώπη. Εκφραστές τους ο Μαρκούζε, ο Ντεμπόρ, ο Μάης. Η μάχη του Αλγερίου, οι περιπέτειες και η θυσία του Γκεβάρα. Οι ανίκητοι Βιετναμέζοι επαναστάτες Βιετκόνγκ. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε. Η Ισπανική ΕΤΑ τότε που ο φυσικός διάδοχος του Φράνκο, ο Καρέρο Μπλάνκο ίπταται στον ουρανό της Μαδρίτης και προσγειώνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο παραπέρα μετά από ενέδρα που του στήνουν οι σύντροφοι.
Οι Τουπαμάρος, η ΡΑΦ και ο ΙΡΑ και το MIR.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

Ο ύπνος τους δεν είναι ήσυχος. Αυτές οι εικόνες στοιχειώνουν τα όνειρα και την φαντασία τους. Βγαίνουν κατευθείαν μέσα από τα σκαμμένα λαγούμια της Ινδοκίνας, από τα κρησφύγετα των ανταρτών όπου φυλάγονται οι απαχθέντες αμερικανοί αξιωματούχοι, που διευθύνουν τον βρώμικο πόλεμο του ιμπεριαλισμού, στην κατοχή της Νότιας Αμερικής.
Έρχεται και η Πορτογαλλική επανάσταση να χρυσώσει το κερασάκι στην τούρτα.
Φελτρινέλι, Κούρτσιο και Μάρα Καγκόλ, οι πρώτοι νεκροί, Ουλρίκε Μάιννχοφ, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες και ο Μαύρος Σεπτέμβρης, αεροπειρατίες, Κάρλος το Τσακάλι, η κατάληψη των γραφείων των πετρελαιάδων του ΟΠΕΚ στη Βιέννη, η ματωμένη Ολυμπιάδα του Μονάχου, οι μαύροι Πάνθηρες, υψωμένες μαύρες γροθιές από τους αμερικανούς Ολυμπιονίκες στο Μεξικό, στιγμές ανεπανάληπτες, εξιτάρουν, μας πωρώνουν. Φενταγίν.

Θυμάμαι και τα λόγια των πατεράδων μας στις ταβέρνες ή όταν παίζουν με τις μπότσε, le bocce. Αναπολούν την αντίσταση και το αντάρτικο ενάντια στον Μουσολίνι και τους μελενοχίτωνες του. Νιώθουν προδομένοι από το κόμμα, που μίλησε για επανάσταση και μετά έπεσε σε κώμα.
Κι έρχεται, στη μέση της εφηβείας μας, η εκπαραθύρωση του Πινέλλι από τα γραφεία της αστυνομίας στο Μιλάνο, ‘τυφλές’ βόμβες, piazza Fontana, με δεκάδες νεκρούς στις πλατείες και τα τρένα, στο Μιλάνο, στη Μπρέσια, στη Μπολόνια.

Κρυφές επαφές των μυστικών υπηρεσιών με την Ελληνική χούντα, σχέδια προετοιμασίας πραξικοπήματος και στη χώρα μας.
Δεν ξεχνούμε, δεν συγχωρούμε, οργανωνόμαστε, προετοιμαζόμαστε. Μιας και όλα είναι πιθανά.
Δεν θα μας πιάσουν στον ύπνο.
Θέλουμε να αποφασίζουμε για τις τύχες μας.
Τα θέλουμε όλα, άμεσα. Τώρα.
Τι θέλουμε ; Τη ζωή μας. Να ορίζουμε την ζωή μας. Τις τύχες μας. Έτσι, απλά!

κίνημα ’77

Ακούμε Φραντσέσκο ντε Γκρεγκόρι, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, Κλάουντιο Λόλλι, Άρεα, Πρεμιάτα Φορνερία Μαρκόνι, Λούτσιο Ντάλλα, Βάσκο Ρόσσι, Φραντσέσκο Γκουτσίνι και όλη την ξένη ροκ σκηνή.
Οι Ίντι Ιλιμάνι επισκέπτονται συχνά την χώρα κι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο Χιλιανό λαό. Βρίσκονταν στην Ευρώπη σε περιοδεία διεθνούς συμπαράστασης στην προσπάθεια της αριστερής κυβέρνησης στη Χιλή να στεριώσει την ειρηνική της επανάσταση όταν συμβαίνει το πραξικόπημα, δεν επέστρεψαν ποτέ. Γυρνούν όλο τον κόσμο σε συναυλίες καταγγελίας του φασισμού και του ιμπεριαλισμού, καταγγέλλοντας τη ΣΙΑ και τις βορειοαμερικάνικες εταιρείες, που σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ δολοφονούν τον χιλιανό λαό και τον ήρωα πρόεδρό του, μαντρώνοντας χιλιάδες στα γήπεδα, εξαφανίζοντας χιλιάδες. Δολοφονώντας τον πολυαγαπημένο τους λαϊκό βάρδο Βίκτορ Χάρα ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.
Κάθε συναυλία και διαδήλωση συμπαράστασης στο λαό.
Έτσι και με εσάς τους Έλληνες. Γυρνά ο Θεοδωράκης την Ευρώπη καταγγέλλοντας με μουσική και στίχο την δικτατορία στη χώρα του. Την ανάμιξη των βορειοαμερικάνων. Τη φίμωση και τα βασανιστήρια.
Οργανώνονται αγώνες για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Για να αποτραπεί η εξόντωση του ήρωα Αλέκου Παναγούλη.

Γκεβάρα

Άλλοτε χαλαρά. Συχνά ξεσπούν συγκρούσεις. Αλληλεγγύη στους αντιστασιακούς σε κάθε γωνιά της γης.
Στην προβολή του Ζ ξεσπά διαδήλωση.
Αγαπούμε τον κινηματογράφο. Προτιμούμε αυτόν με νόημα.
‘Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του’, του Λουκίνο Βισκόντι, με τους Ντελόν, Ρενάτο Σαλβατόρι, Κλάουντια Καρντινάλε, Αννί Ζιραρντό.
Παθιαζόμαστε με τις ταινίες, ζούμε έντονα κάθε στιγμή, σαν να είμαστε οι πρωταγωνιστές. Παίρνουμε μέρος. Βλέπουμε και ξαναβλέπουμε, σου ανέφερα κάποιες. ‘Φιλμ Αγάπης και Αναρχίας’, με την Μαριάντζελα Μελάτο και τον Τζιανκάρλο Τζανίνι.

Δύο ποιήματα-αριστουργήματα των αδελφών Ταβιάνι από το ’72 και ’73, San Michele aveva un Gallo με τον Τζούλιο Μπρότζι και Allonsanfan με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, που πραγματεύονται τον αγώνα του ανθρώπου, την υπαρξιακή του αγωνία και την επανάσταση.
‘Ο Ξένοιαστος Καβαλάρης’, με τον Πήτερ Φόντα και τον Τζακ Νίκολσον στο ξεκίνημά του και τον Ντένις Χόπερ που κρατά ένα ρόλο.
Θυμάμαι ακόμη ‘το μεγάλο Ανθρωπάκι’ με τον Ντάστιν Χόφμαν. Διηγείται την ιστορία της καταστροφής του δολοφόνου στρατηγού Κάσπερ από τους Ινδιάνους των ΗΠΑ. Πανηγυρίζουμε σαν τα μικρά παιδιά.

»Η άγρια συμμορία, The wild bunch, il mucchio selvaggio του Σαμ Πέκινπα είναι για εμάς κάτι σαν μανιφέστο, όπως και η Queimada του Τζίλο Ποντεκόρβο

»Η ανταρσία του Μπάουντι», με τον Μάρλον Μπράντον

Τον ‘άνθρωπο που έλεγαν Άλογο’, με τον Ρίτσαρντ Χάρις και την Κορίνα Τσοπέϊ. Μιλά για τη ζωή και τις συνήθειες των Ινδιάνων, τα έθιμά τους τα πατροπαράδοτα.
Αγαπάμε πολύ τους Ινδιάνους.
Τους κλέφτες και τους παράνομους.
Και τους σαμουράι. Κινέζους, Γιαπωνέζους.
Τα γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, τις ταινίες του Ρόμπερτ Άλτμαν. Και φυσικά Αντονιόνι, Μπερτολούτσι, Φελίνι, Παζολίνι, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, εκατό χρόνια μπροστά!
Ήρθε μετά η ‘Πρόβα Ορχήστρας’ του Φελίνι και ‘La Luna’ του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Χορεύουμε πολύ ναπολιτάνικες ταραντέλες στα πανηγύρια και τις γιορτές.
Η Νέα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε είναι στα φόρτε της αυτό το διάστημα.
Η ζωή στην μπρίζα.

INCUBO NUMERO ZERO, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη

για την Ουλρίκε

Εγώ η Ουλρίκε Μάινχοφ καταγγέλω – Ωχρά Σπειροχαίτη

Ανέβηκε στις 19 Σεπ 2010

Πρόκεται για θεατρικό μονόλογο του Dario Fo και της Franka Rame. Μελοποιήθηκε από Ωχρά Σπειροχαίτη. Η εκτέλεση είναι από live στη θεσσαλονίκη.

 

Τα τραγούδια κουβαλάνε συναίσθημα, κρύβουν νοήματα, δεν είναι κείμενα που διαβάζεις και λένε συγκεκριμένα πράγματα που μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα.
Θέλω με την ευκαιρία να αναφέρω πως το έργο ‘DISOCCUPATE LE STRADE DAI SOGNI’ από τον οποίο εμπνεύστηκα τον τίτλο του βιβλίου, και από τον οποίο μόλις μετέφερα δύο τραγούδια, είναι γραμμένο για την Ουλρίκε Μάϊνχοφ και τους έγκλειστους αντάρτες της γερμανικής ΡΑΦ, από τον Κλάουντιο Λόλλι, προφητικό όσον αφορά όλα εκείνα που θα συνέβαιναν το 1977 στην Ιταλία.

  • Συνεχίζουμε.
    Αγοράζω Λαμπρέττα 180άρα, από συντρόφισσα, μεταχειρισμένη, κατεβαίνω στη Ρώμη χεινωνιάτικα με φίλο, χωρίς εξοπλισμό, τίποτα. Ντυμένοι με τζιν. Πως αντέχουμε ένας θεός ξέρει! Κράνη δανειζόμαστε από φίλους.
    Γυρνάμε στα υψώματα της επτάλοφου. Επισκεπτόμαστε όχι μόνο στέκια και συντρόφους αλλά και τις αρχαιότητες.

Have you ever seen the rain, Creedence Clearwater Revival.

DSC02203

La nostalgia e la memoria:poesia di Sante Notarnicola musiche Assalti Frontali

 Η νοσταλγία και η μνήμη: ποίημα του Σάντε Νοταρνικόλα με μουσικές των Assalti Frontali

συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.

Σε μια περίοδο που διασχίσθηκε από αντισυνταγματικού χαρακτήρα εντάσεις, μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών στη μορφή του αγώνα δεν πρέπει να λησμονούνται εκείνες που σχετίζονται με τον τομέα των επιστημών ή της επιστήμης «tout court». Εδώ δεν υπάρχουν μόνο οι τεχνολογικές καινοτομίες που αναπτύχθηκαν για να ελέγξουν την εργατική-ταξική σύγκρουση , υπάρχει επίσης ο κόσμος της ιατρικής και της ψυχιατρικής, τα προβλήματα της υγείας του σώματος και του νου. Η δεκαετία του 70 υπήρξε μια ριζοσπαστική και καινοτόμος κριτική, χωρίς επιστροφή, του ιατρού ως «τεχνικού του κεφαλαίου», του ψυχίατρου ως «τεχνικού του ελέγχου». Ήδη σε αυτούς τους ορισμούς περιέχεται η κριτική διαδρομή που θα φέρει μερικούς «τεχνικούς» των ολοκληρωτικών θεσμών να αμφισβητήσουν τον ρόλο τους, ακολουθώντας ένα παρόμοιο μονοπάτι που εφαρμόστηκε από τους διαφωνούντες διανοούμενους της δεκαετίας του εξήντα. Το 1968 κυκλοφόρησε το βιβλίο  «L’istituzione negata.Rapporto da un ospedale psichiatrico»,»Το θεσμικό όργανο που αμφισβητήθηκε. Έκθεση ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου» που επεξεργάστηκε ο Franco Basaglia. Το βιβλίο που δημοσιεύει ο εκδοτικός οίκος Einaudi θα πουλήσει 60.000 αντίτυπα μεταξύ του ’68 και του ’72, και θα συναντηθεί γρήγορα με το πλατύ κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο τεράστιος αντίκτυπος του έργου της Basaglia δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι καθιστά εμφανή τη φρίκη του θεσμού του ασύλου, του ψυχιατρίου και τη πληγωμένη ανθρωπιά των έγκλειστων (θα ήταν στην περίπτωση αυτή ένα απλό καταγγελτικό καθήκον ρεφορμιστικού τύπου), αλλά και το ότι πηγαίνει στις ρίζες της λειτουργίας της ψυχιατρικής και της φιγούρας του «τρελού», του «ανισόρροπου», σαν φιγούρες και λειτουργίες όλες εσωτερικές στη λογική της κυριαρχίας του κεφαλαίου. «Ο Μάρξ κάποτε μίλησε για την «τρέλα του κεφαλαίου» σε μια μεταφορική και λογοτεχνική έννοια. (Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τους μαρξικούς μεταφορικούς ισχυρισμούς). Τρέλα του κεφαλαίου είναι ακριβώς το αντίθετο του «τρελού κεφαλαίου».) Δηλαδή μίλησε για την πραγματικότητα ως μια «ανατραπείσα» πραγματικότητα (που διπλασιάστηκε, διασπάστηκε, αντικαταστάθηκε) […].Η τρέλα και οι ασθένεια είναι η αντιφατική συστατική έκφραση της «διπλής» υπάρχουσας πραγματικότητας ως αντιστρεπτική σχέση των κοινωνικών σχέσεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του «χρόνου εργασίας» και «χρόνου ζωής»[…].Το ον-άνθρωποι των «αρρώστων» ή των «υγιών» ως ον- εμπόρευμα των ανθρώπων, συνιστά και καθορίζει, θετικά ή αρνητικά, την οικειοποίηση ή την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης-κοινωνικής αυτοπαραγωγής, των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, ανάμεσα στον άνθρωπο και τα προϊόντα του « (9).

Αποτέλεσμα εικόνας για Franco Basaglia

Ουσιαστικά ο «τρελός», ο «ανισόρροπος» στην ανάδυση του είναι ένας «αντιφρονούντας» της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων της «τρέλας του κεφαλαίου» που ωθεί το ιδιωτικό και το κοινωνικό μέσα στο κλουβί της εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Το άσυλο, το ψυχιατρείο, το ίδρυμα και η ψυχιατρική επιστήμη έχουν στη συνέχεια ως καθήκον να καταστήσουν την κατηγορία της τρέλας παραγωγική και λειτουργική. Είναι βέβαιο ότι με το έργο του Basaglia και την εμπειρία του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Gorizia (όπου δρούσε ο Basaglia), ο «τρελός», ο «αποκλεισμένος», έγινε ένα υποκείμενο των αγώνων και, ενώ χιλιάδες φοιτητών συνέρρεαν για να παράσχουν εθελοντική εργασία στην Gorizia, η κουλτούρα και η πρακτική της αντι-ψυχιατρικής γίνονταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της επαναστατικής κουλτούρας. Τα έργα των Laing, Cooper, Goffman άρχισαν να διαδίδονται ευρέως, συμβάλλοντας στην ενεργοποίηση στο έδαφος της πολιτικής και κοινωνικής εξέγερσης, των θεμάτων των «τεχνικών απελευθέρωσης», των μεθόδων μέσα από τις οποίες να διαφύγει κάποιος από τις χειραγωγήσεις και τις επιρροές, τους επηρεασμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς στις προσωπικές εμπειρίες, για να ανακτήσει αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Σχετική εικόνα

Και στην διαδρομή που ήδη ασκήθηκε από την «ιδιαιτερότητα» της beat και hippy εμπειρίας, η δημιουργική «κατανάλωση» αντιψυχιατρικών προβληματισμών και αναγνώσεων ως εργαλείο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ενεργοποιείται και γίνεται καθημερινή πρακτική. Αυτή η διαδρομή ποτέ δεν υπήρξε εύκολη και γραμμική, αρμονική. Αφού είχε ένα μεγάλο χώρο το ’68, τέθηκε σοβαρά στο περιθώριο από την εμφάνιση των γραφειοκρατικών-λενινιστικών οργανώσεων, παραμένοντας προνόμιο του underground χώρου, της αντικουλτούρας, για να επιβεβαιωθεί ξανά μέσα στη μεγάλη εποχή του «προσωπικού που είναι πολιτικό» συνδεδεμένου με το γυναικείο κίνημα .

Σχετική εικόνα

Η οποία, εάν κατάφερε να θέσει στο κέντρο της σύγκρουσης «τη μεγαλύτερη από όλες τις διαφορετικότητες», ίσως να μην κατάφερε να αντιληφθεί πλήρως το γεγονός πως το ότι ήταν και ένα κοινωνικό και μαζικό κίνημα το καθιστούσε ένα «μέρος του συνόλου». Και πως, αποσυντιθέμενη με το τέλος του ’77 η συνολική συνέπεια των κινημάτων (εργατικών, κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών), η δυνατότητα της «ανατροπής» της αμοιβαίας διάκρισης μετατρέπονταν σε ευρέως διαδεδομένη ψυχαναλυτική πρακτική, μοναχά ως αντιμετώπιση στην δυσφορία, στην αγωνία και την ταλαιπωρία, όχι ως μια συνολική επανάσταση του εαυτού. «[…] δεν γίνεται να αρνηθούμε, ας πούμε, την απόδειξη της ολότητας. Ήδη ο Nietzsche έλεγε ότι το να αποκλείεις ένα κομμάτι σημαίνει να αποκλείεις τα πάντα Η ανατροπή είναι ολική ως ανεστραμμένη ολότητα, σε όλες τις διαστάσεις και τα επίπεδα της: στο σύστημα της εργασίας, της επικοινωνίας, της »γλώσσας», των αναγκών, της «σεξουαλικότητας», της εξουσίας» (10).

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista sapere giulio maccacaro anni 70

Πολλά είναι τα περιοδικά που γεννήθηκαν σε αυτόν τον χώρο της κριτικής της καθημερινής ζωής και των αντιφάσεων που προκάλεσε η υπαρξιακή ανησυχία. Τεράστιας σημασίας το «Sapere, Γνώση» που διηύθυνε ο Giulio Maccacaro, τόσο για το κύρος των συνεργατών του όσο και για την πολλαπλότητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκαν [μπορεί να πει κανείς ότι είχαν προβλέψει-προκαταβάλει σχεδόν τα πάντα: από την οικολογία μέχρι την κριτική της ιατρικής του «κεφαλαίου», από την αντιπυρηνική μάχη μέχρι την απομυθοποίηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης» ως υπεύθυνης για την καταστροφική ρύπανση του πλανήτη, μέχρι την κριτική των ίδιων των θεμελίων της τεχνικής επιστημονικής γνώσης]. Το περιοδικό «L’Erba Voglio», το οποίο ιδρύθηκε από τον ψυχαναλυτή Elvio Fachinelli και την Lea Melandri, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, θα συνεχίσει για χρόνια μια επίκαιρη κριτική των σεχταριτικών υπερβολών της ιδεολογικής στράτευσης και των αυταρχικών πρακτικών, ακόμη και όταν ήταν κρυμμένες από την αριστερή μήτρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'erba voglio anni 70

Σημείο αναφοράς για τις αντιαυταρχικές πρακτικές στο σχολείο (ειδικά για τα μικρά παιδιά) το «L’Erba Voglio» τοποθετείται συνεχώς στην καρδιά της πολιτιστικής συζήτησης που αντιπαραθέτει τις υπαρξιακές συμπεριφορές στις άκαμπτες ιδεολογικές θεωρητικοποιήσεις. Αλλά και στον δημιουργικό και καλλιτεχνικό τομέα (θέατρο, μουσική, κινηματογράφο κλπ.) πολλά πράγματα πρέπει να εξερευνηθούν και να εκπροσωπηθούν μέσα στα γεγονότα των κινημάτων. Από τη διαμαρτυρία των διανοουμένων και καλλιτεχνών του ’68 (καταλήψεις της Triennale του Milano και της Biennale της Βενετίας) στην μεγάλη άνθιση των «ελεύθερων ραδιοφώνων» το ’77. Και πάνω απ ‘όλα, εκτός από τη μεγάλη παραγωγή πολιτικού θεάτρου και καμπαρέ, την στράτευση και τη νοημοσύνη του Κύκλου La Comune, Η Κομούνα, του Dario Fo και της Franca Rame. Ένας οργανισμός που σε πολλές φάσεις λειτούργησε ως ένα αυθεντικό μεγάλο «μέσο» ερμηνείας-αναπαραγωγής των διάσπαρτων πολιτικών αγώνων.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Αποτέλεσμα εικόνας για Circolo La Comune di Dario Fo e Franca RameΣχετική εικόνα

αυτονομία, autonomia

Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, Η ΑΛΛΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ (8).

Όμως το βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα ουσιαστικό εργαλείο για τη μετάδοση της γνώσης.Το πέρασμα στην παραγωγή του βιβλίου για το κίνημα αντιπροσωπεύει ένα πρόβλημα.Προϊόν εξαναγκασμού, χωρίς μια πραγματική ωρίμανση, σχεδόν πάντα επιλύεται στο βιβλίο-ντοκουμέντο, στο βιβλίο που ακολουθεί την επικαιρότητα, στην προσπάθεια προβληματισμού ή στην αναφορά, την περίληψη των αγώνων. Εάν το έργο αντιπληροφόρησης στα πρώτα χρόνια μετά το Εξήντα οκτώ καλύπτονταν από περιοδικά και μπροσούρες, το βιβλίο, συχνά στεγνό αναμάσημα των κλασικών του μαρξισμού και ιστορία της ιδίας οργάνωσης, εξυπηρετούσε τα σεμινάρια που εκπαίδευαν στελέχη. Στη φάση του «προσωπικού που είναι πολιτικό» προχωρήσαμε στη συνέχεια σε εγχειρίδια ημερολογίων, βοτάνων, για το σώμα και τα ναρκωτικά για να φτάσουμε στις θλιβερές ιστορίες που έγραψαν οι πρώην leader για να γιορτάσουν τις δεκαετείς εκδηλώσεις μνήμης. «Το βιβλίο είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα, συνεπάγεται μακρύτερο στοχασμό, χρονικό ρυθμό διαφορετικό από αυτόν της επικαιρότητας, και αντιθέτως, το θεωρητικό βάθος φαίνεται να απουσιάζει από τους πολιτικούς ηγέτες εκείνης της δεκαετίας, σαν να μοιάζει σχεδόν προνόμιο της προηγούμενης πολιτιστικής γενιάς: Tronti, Asor Rosa, Cacciari, Bologna, Negri. Εν ολίγοις, εκείνο του βιβλίου δεν αποτελεί ένα πλεόνασμα των στοιχείων ενεργητικού επί των υποχρεώσεων για τις στρατευμένες εκδόσεις. Η σχέση μεταξύ των νέων του κινήματος και γραφής είναι από τις πιο δύσκολες. Αν και η επανάκτηση της λογοτεχνίας και της ποίησης, η βαθιά επανάσταση της γλώσσας που επέβαλε το κίνημα του ’77 και πάνω απ ‘όλα η μεγάλη, ισχυρή μεταμόρφωση των εθίμων, του στυλ και της πραγματικότητας, δεν μπορούν παρά να έχουν λογοτεχνικά αποτελέσματα, αν και μακροπρόθεσμα και πιθανώς δια του έργου μιας νέας γενιάς που δεν είναι αυτή των «πολιτικών». Ωστόσο, η άνθιση των μικρών εκδοτικών οίκων και των εκτυπωτικών μικρο-πρωτοβουλιών είναι πιο ζωντανή και βλαστάνει καλύτερα από ποτέ. Στη Μπολόνια, στη Ρώμη, στο Μιλάνο και στην »επαρχία» βρίσκεται σε εξέλιξη ένα νέο φαινόμενο: τουλάχιστον δέκα μικροί εκδοτικοί οίκοι συνυπάρχουν με τυπογραφίες που δουλεύουν με φτωχά μηχανήματα, απέκτησαν την επίπεδη off-set που κοστίζει λίγα εκατομμύρια και που επιτρέπει μια καλή εκτύπωση, και δημοσιεύουν επίσης σε πολύ χαμηλό αριθμό αντιτύπων περνώντας στη συνέχεια από ένα εναλλακτικό κύκλωμα στη διανομή.Το φαινόμενο που ήταν ήδη γνωστό στη Γερμανία μετά από τη βίαιη καταστολή που άσκησαν οι αρχές σε οποιαδήποτε μορφή μη θεσμικής παραγωγής, βρήκε στα δικά μας μέρη άλλες τάσεις, άλλα κίνητρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για antonio negri, libri, anni 70, foto

Δεν είναι ότι η βιομηχανικός μηχανισμός του πολιτισμού ασκεί μια μορφή ρητής καταπίεσης ενάντια στις αναδυόμενες νοημοσύνες: απλώς τις αγνοεί. Για πολύ καιρό σνομπάρισε, για παράδειγμα, μια εμπειρία όπως εκείνη των «QuaderniRossi». Ανέχεται με δυσκολία νέους συγγραφείς που δεν παραπέμπουν άμεσα σε καθιερωμένες λογοτεχνικές κατηγορίες, εκείνες των Μοravia, των Calvino, των αμερικανικών γραμμάτων, και ούτω καθεξής. Συχνά φθάνει να προσλαμβάνει – έστω και με καθυστέρηση και όταν η εσωτερική δομή των πολιτιστικών φορέων στο εσωτερικό της το επιτρέπει – το πρόσωπο που ενεργεί ως άμεσος σύνδεσμος με τους τομείς του κινήματος. Κυρίως το νέο ταλέντο εντοπίζεται μέσα από τις πρώτες δημοσιεύσεις του σε περιοδικά ή στην μικρή εκδοτική προσπάθεια, κάνοντας αυτή την τελευταία να αναλαμβάνει μια λειτουργία κοσκινίσματος, αλλά ακόμα περισσότερο ο μεγάλος εκδοτικός οίκος τείνει να συσκευάζει αυτός, από μέσα, βιβλία και συγγραφείς σε ένα έργο έγκαιρου σχεδιασμού. Ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών των μορφών εκδόσεων είναι σαφής. Στους μεγάλους εκδότες υπάρχει ένας ακριβής πολιτιστικός σχεδιασμός ο οποίος σχεδόν πάντοτε λείπει στους μικρούς, οι οποίοι ωστόσο έχουν πιο ευκίνητα πολιτιστικά μονοπάτια και υποκείμενα σε τροποποιήσεις.
Αποτέλεσμα εικόνας για QuaderniRossi
Ακόμη: υπάρχει ο προγραμματισμός των τίτλων, βασικό στοιχείο και διάταξη όλης της συντακτικής πολιτικής, οι 80-90 μικροί οίκοι που λειτουργούν σήμερα στην Ιταλία, στηρίζουν αντιθέτως την ύπαρξη τους ακριβώς στο αντίθετο, όχι τόσο επειδή δεν διαθέτουν δομές, οργάνωση της εργασίας , κατάλληλο προσωπικό και αρκετό σε αριθμό, αλλά επειδή αυτό που μετρά και είναι ζωτικής σημασίας για αυτούς είναι να βγουν με το σωστό βιβλίο την κατάλληλη στιγμή. Για να επιτευχθεί αυτό αρκούν επίσης δύο ή τρεις μήνες. Το κοινό με το οποίο επικοινωνούν είναι περιορισμένο, η ανάγκη στην οποία πρέπει να απαντήσουν συχνά είναι αναδυόμενη ή βρίσκεται στη διαδικασία σχηματισμού, οπότε τα τρεις χιλιάδες αντίγραφα του μέσου όρου κυκλοφορίας είναι σχεδόν πάντοτε επαρκή.Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές φορές ο μικρός εκδοτικός κλάδος βρίσκεται στη θέση να παίζει προλαμβάνοντας κοινωνικά φαινόμενα που στη συνέχεια θα εκραγούν ή ανακαλύπτοντας φλέβες που στη συνέχεια θα ξεθαφτούν από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Είναι η περίπτωση του βιβλίου για το Radio Alice που δημοσιεύτηκε τον δεκέμβριο του ’76 από το Erba Voglio που εκείνη την στιγμή δεν είχε καμιά απήχηση και που στη συνέχεια τροφοδότησε ένα τεράστιο ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τη νέα δημιουργικότητα: όλα στοιχεία που θα βρουν την αποδιοργανωτική τους δύναμη την άνοιξη του ’77.
Σχετική εικόναΑποτέλεσμα εικόνας για Alice disambientata, erba voglio, foto
Ήταν η περίπτωση της αναβίωσης των σουρεαλιστών ποιητών, των μεγάλων γυναικών συγγραφέων του παρελθόντος, όπως η Virginia Woolf, που ελήφθησαν ξανά από τις «φεμινιστικές» εκδόσεις και στη συνέχεια ανατυπώθηκαν σε μεγάλα νούμερα από τους μεγαλοεκδότες, πάντα έτοιμους να αδράξουν τις ενδείξεις. Ήδη το 1975 ωστόσο τα πρώτα τεύχη του «A / traverso» έρχονται ως ανοιχτή έρευνα για τα παγκόσμια και συνολικά προβλήματα της γλώσσας, του ιδιωτικού χώρου και της νοημοσύνης σε σχέση με την εξουσία, πέρα από τα άκαμπτα ιδεολογικά σχήματα των οργανώσεων αλλά και πέρα από το «μπανάλ» έδαφος της συζήτησης για την κρίση της στράτευσης και για την ανάδυση των αναγκών, για την οποίαν αναζητούνται πιο πολύπλοκες διαδρομές που να συνδέονται με μια πολιτιστική δομή που πηγαίνει από το Majakovskij στο Bataille, από τα «Quaderni Rossi» έως τον Deleuze και τον Guattari. Πρόκειται για ένα έργο μιας μικρής πολιτιστικής επανάστασης που γεννιέται, όχι τυχαία, ως κατοπτρική αντανάκλαση ακριβώς στη Μπολόνια, όπου το μοντέλο του «υλοποιημένου σοσιαλισμού» εμφανίζονταν καταπιεστικό, αδύναμο, μη ελκυστικό. Από εδώ και ένα συγκεκριμένο παράλληλο μονοπάτι με τους νέους φιλόσοφους όπως ο Henri-Levy και ο Gluksmann που με το πάντρεμα της κριτικής κάθε διαφωνίας οδηγούν μια βίαιη επίθεση στις χώρες των «gulag».
Αποτέλεσμα εικόνας για Zut, 1977
Μεταξύ του χειμώνα του 1976 και του Ιουλίου του 1977 εκρήγνυται ένα πρωτοφανές φαινόμενο: η γέννηση 69 νέων εκδόσεων με συνολική κυκλοφορία 300 χιλιάδων αντιγράφων εκ των οποίων 288 χιλιάδες πωλούνται, τυπωμένα σε εννέα διαφορετικές περιοχές της Ιταλίας, στις μητροπόλεις αλλά και σε απίστευτες καταστάσεις όπως το Pero, το Sesto SanGiovanni, το Brugherio, στην επαρχία του Catanzaro, Ascoli Piceno, Ferrara, Rimini, Savona, Imperia. Είναι τα «Zut», «A/traverso», «Wow», «Bilot», εφημερίδα της Brianza, «Nelmorbido blu», στο Καταντζάρο, σε μια εκπληκτική ομοιογένεια της γλώσσας, επιδεικνύοντας ποτάμια και κοινά πολιτιστικά μονοπάτια, εκφράζοντας το περιεχόμενο του κινήματος του ’77. Η εγκάρσια διάσταση μέσα στα μεγάλα κοινωνικά θέματα θεωρητικοποιείται από τον περιορισμό κατηγοριών όπως προλεταριάτο, μπουρζουαζία, πλέον φθαρμένες από την ιδεολογία. Έτσι, όπως έπραξε ο φεμινισμός, υπάρχει αντίσταση σε κάθε ιδεολογικό σύστημα, ο ριζοσπαστικός ανταγωνισμός μιας μεγάλης επείγουσας ανάγκης τα σπάει με την ενθρόνιση και την ψευδαίσθηση τροποποίησης από πλευράς των κομμάτων, των συνδικάτων, των περιφερειών, των σχολείων, της πολιτιστικής βιομηχανίας. Η καθημερινή ζωή που βιώνεται ως μια επαναστατική στιγμή σε όλες τις συνιστώσες της πρέπει να κάψει το μέγιστο της επινόησης και της δημιουργικότητας. Από εδώ η ειρωνική χρήση της γλώσσας, τα μη νοήματα, η αξίωση του δικαιώματος να ταξιδεύουν (με τέλεια πλαστά εισιτήρια τρένου) το δικαίωμα στην παράσταση, όχι εκείνη των προαστίων αλλά εκείνη στις «πρώτες» (ακριβώς γι αυτό οι νεανικοί κύκλοι καταλαμβάνουν τις αίθουσες πρώτης προβολής του κέντρου), η θεωρία της τεχνικής-επιστημονικής νοημοσύνης (η οποία τρελαίνει τους σηματοδότες της Μπολόνια και αδειάζει τους αποδέκτες τηλεφωνικών κερμάτων της μισής Ιταλίας ), ο «επαναστατικός τοτοϊσμός», δηλαδή το κοινό πάθος για τη μεγαλοφυή μάσκα του Totò, που αναβίωσε στις δημοφιλείς λαϊκές ρίζες της.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Το Radio Alice σπάει όλους τους όρους της επικοινωνίας. Πράγμα που δεν έγινε ποτέ στην ιταλική αριστερά, το κίνημα φέρνει την επανάσταση στη γλώσσα με μια συνειδητή έρευνα. Εφευρίσκει νέες μεθόδους εκτύπωσης με αποκόμματα εφημερίδων, στυλογράφους και λευκό χαρτί χτυπημένο στη μηχανή και εφαρμοσμένο σε γυαλιστερό, δημιουργεί ένα νέο εκτελεστικό εκτύπωσης που επιτρέπει μια ελεύθερη σελιδοποίηση βγαίνοντας από τα τυπογραφικά σχήματα. Αλλά η δύναμη της δημιουργικότητας που εκφράστηκε από το κίνημα του 1977 θα καταφέρει να έχει απρόβλεπτες συντακτικές, εκδοτικές λύσεις ακόμη και στο επίπεδο ενός ειρωνικού και ανευλαβούς μέσου όπως το «Il Male», το οποίο συγκεντρώνει γύρω από την συντακτική του ομάδα τους καλύτερους σχεδιαστές »strip» σε εθνικό επίπεδο, επιτυγχάνοντας πολύ γρήγορα κυκλοφορίες πολύ υψηλές. Η τύχη της περιοχής της «αντιπληροφόρησης» είναι διαφορετική, που θα αναγκαστεί να στραφεί προς τον εαυτό της στην επιδίωξη των ζητημάτων της αναδυόμενης καταστολής, της εξάπλωσης του ένοπλου αγώνα και της ακαμψίας του κατασταλτικού-σωφρονιστικού μοντέλου.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 11. Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.            Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα το αρχιπέλαγος της ανταγωνιστικής επικοινωνίας είναι ένα τεράστιο, αντιφατικό και διακλαδισμένο έδαφος σε κάθε γωνιά της χώρας. Βεβαίως μεταξύ 1975 και 1977 η παραγωγή αυτοδιαχειριζόμενης, ανατρεπτικής επικοινωνίας (περιθωριακής, ριζοσπαστικής, μαχητικής, στρατευμένης, άμεσης, κατευθυνόμενης, ανταγωνιστικής, εναλλακτικής, δημοκρατικής, εγκάρσιας, παράνομης, επαναστατικής και πολλών άλλων χαρακτηρισμών που έχουν δοθεί σε αυτήν) φτάνει στο σημείο της μέγιστης ανάπτυξης της. Κατά καιρούς διαθέτει δικές της τεχνικές δομές (τυπογραφία, περισσότερο ή λιγότερο σταθερές έδρες κλπ.), κανάλια στρατευμένης διανομής καθώς και δικές της δομές διανομής, εκτός των μεγάλων και μικρών εμπορικών κυκλωμάτων, διοργανώνει εθνικά συνέδρια για την οικοδόμηση συνεργατικών δικτύων, χρηματοδοτείται άμεσα τόσο από τους παραγωγούς όσο και από τους αναγνώστες της. Η πνευματική εργασία είναι σχεδόν εντελώς δωρεάν και εθελοντική. Το να περιγράψουμε μια «γεωγραφία της συνωμοσίας» σε ένα τόσο τεράστιο και ποικίλο τοπίο θα ήταν καθήκον αδύνατο και, σε κάθε περίπτωση, σχηματικό και σεχταριστικό. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να ακολουθηθεί η πορεία των αμοιβαίων διεθνών επιρροών, των πολιτικο-πολιτιστικών «δικτύων» που διασταυρώθηκαν στις τέσσερις ηπείρους, των ιστορικών ιδεολογικών πτυχών που αποτελούν το υπόβαθρο πολλών επεξεργασιών.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni piacentini

«Η ανάγκη να χτιστούν ξανά οι πολιτικές γεωμετρίες του «πολιτικού», τα λαβυρίνθια μονοπάτια της συνωμοσίας, οι κατακερματισμένες αλληλεπιδράσεις των ιδεολογιών, να ξεσκεπαστούν οι ‘χαμένες ψυχές’ της εξέγερσης είναι παλιά όσο η ιδέα της επανάστασης. Σπάνιoι, παρά το γεγονός αυτό, είναι εκείνοι που προσπάθησαν να στοχαστούν επάνω σε αυτή την «ανάγκη». Αντιθέτως άφθονη, δύστροπη και συχνά επιβλαβής είναι η γεωγραφία της καταγγελίας, η ώθηση κοινωνιολόγων, δημοσιογράφων, δικαστών να σχεδιάσουν χάρτες, να σκιαγραφήσουν ελέγχους, να δέσουν και να υποδείξουν πολιτικές και υλικές συνέργειες» (1). Στην πραγματικότητα, πίσω από τις χιλιάδες σελίδες βιβλίων, πίσω από τα πρωτοσέλιδα των εκατοντάδων περιοδικών υπάρχουν μυριάδες νοημοσύνες που έχουν κάνει συνειδητή επιλογή τους την »απόρριψη του ρόλου», ένα πρόγραμμα της ύπαρξης, που κατέστησαν πρακτική συμπεριφορά την ευτυχισμένη μαρξιακή έκφραση των » Grundrisse «:» ο τεχνικός, ο επιστήμονας, ο διανοούμενος ως μηχανισμός, δηλαδή επιστήμη – οποιαδήποτε επιστήμη ως «εχθρική δύναμη» στην τάξη, διανοούμενος εργαζόμενος ως παραγωγικός εργαζόμενος εισηγμένος στον κύκλο της κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου ή μέσα στον μηχανισμό του χειρισμού, της κυριαρχίας.Εργαζόμενος που πρέπει να απελευθερωθεί πρώτα «από τον εαυτό του» πριν πάει να αναζητήσει συμμαχίες με το προλεταριάτο. Εργαζόμενος χωρίς συμμάχους ικανός να ασκήσει με αυτονομία μια απόρριψη των επιβαλλόμενων ρόλων, ικανός να αναπτύξει συνεπώς – ήδη μέσα στη μορφή της αφηρημένης πνευματικής εργασίας – μια αυτόνομη δύναμη πρωτοβουλίας, συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης, απόρριψης, μαζικής οργάνωσης. Συμπερασματικά, επιστήμη και τεχνολογία ως ένα ενιαίο πράγμα, υλοποιημένο σε μηχανισμό «εχθρική δύναμη» στην τάξη, αντικείμενο και οι δυο μιας παράλληλης διαδικασίας απελευθέρωσης, από πλευράς της τάξης και της πνευματικής εργασίας, συγκεκριμένη και δυνητική. Μόλις η τάξη και η διανοητική εργασία κινούνται με έναν ανταγωνιστικό τρόπο, τεράστιες και ισχυρές γνωστικές διαδικασίες ενεργοποιούνται στο εσωτερικό της σύγκρουσης, ως προϊόν της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης, μια λανθάνουσα δύναμη επινόηση απελευθερώνεται και μεταφράζεται σε ειδικές γνώσεις, συγκεκριμένες, νέες τεχνικές και νέες ‘επιστήμες‘.» (2).
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Primo Maggio
Σε αυτή την παραδειγματική σύνθεση του Sergio Bologna, νομίζουμε πως περιέχεται η ουσιώδης πορεία της επαναστατικής πολιτιστικής παραγωγής της δεκαετίας του ’70. Ο εξοντωμένος πλούτος του «άλλου πνευματικού έργου» έχει περιβάλει όλα τα πεδία της γνώσης: από την ιστορία στην ψυχανάλυση, από την ψυχιατρική στην τεχνολογία: από την οικονομία στη φιλοσοφία, από τη σεξουαλικότητα έως τον πολεοδομικό σχεδιασμό, από τη διατροφή στην ιατρική μέχρι το δίκαιο και την εγκληματολογία. Τα αποτελέσματα υπήρξαν μεταβαλλόμενα, αβέβαια αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τον ενταφιασμό που έκαναν στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα δικαστές, εκδότες, «journalist-policiers» κλπ. η επαναστατική κουλτούρα της δεκαετίας του εβδομήντα έθεσε προβλήματα και ανέδειξε δρόμους που δύσκολα μπορούν να παρακαμφθούν εφεξής. Ότι η διαδικασία της παράλληλης απελευθέρωσης της τάξης και του διανοούμενου εργάτη αντιπροσώπευε μια ασυμβίβαστη αντίφαση με την καπιταλιστική ανάπτυξη είναι προφανές και αδιαμφισβήτητο, αλλά ίσως στους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτής της πολιτιστικής επανάστασης από κάτω δεν υπήρξε απόλυτα αντιληπτή μέσα στην σημαντικότητα της και στις ανησυχίες που προκαλούσε στις καπιταλιστικές ελίτ, έως ότου να τις θέσει αργότερα σε μια τεράστια κατασταλτική επίθεση. Εν αναμονή λεπτομερέστερων μελετών μπορούμε όμως να αναφέρουμε αυτό που σκέφτονταν η τριμερής Επιτροπή για το πρόβλημα αυτό το 1975. Η Trilateral Commission δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 από τις χώρες που ανήκουν στις τρεις πιο βιομηχανικές περιοχές του πλανήτη (Ιαπωνία, ΗΠΑ, Ευρώπη). Στις προθέσεις των προαγωγών της αυτή αποτελούσε ένα είδος «υπερεθνικού παγκόσμιου κυβερνήτη» και συγκέντρωνε μέσα της τόσο στελέχη των διαφόρων κυβερνήσεων όσο βιομηχάνους, στρατηγούς, κοινωνιολόγους, γνωστούς δημοσιογράφους, οικονομολόγους, πολιτικούς, επιστήμονες και ούτω καθεξής: τους «καλύτερους», στις προθέσεις των αντιπροσώπων και των συνεργατών του συστήματος. H «Trilateral» συναντιόνταν μία φορά το χρόνο σε διαφορετικές πρωτεύουσες με στόχο το συντονισμό της διεθνούς πολιτικής κυριαρχίας σε διεθνές επίπεδο. Δεν είναι εδώ ο τόπος για να εξεταστεί η σημασία αυτού του οργανισμού, αλλά και η υπερεκτίμηση που έγινε αυτού (για παράδειγμα, για τις B.R. ήταν η απόδειξη της ύπαρξης του SIM: ιμπεριαλιστικού Κράτος των πολυεθνικών), αλλά για να επαληθεύσει τη σημασία που απέδιδαν οι καπιταλιστικές νοημοσύνες στις κοινωνικές διαδικασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Λένε λοιπόν οι «τριμερείς» στις συναντήσεις του 1975: «Σήμερα, μια σημαντική απειλή προέρχεται από τους διανοούμενους και συναφείς ομάδες που ισχυρίζονται και υποστηρίζουν την αποστροφή τους στη διαφθορά, τον υλισμό και την αναποτελεσματικότητα της δημοκρατίας, καθώς και στην υποταγή του δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης στον ‘μονοπωλιακό καπιταλισμό’. Η ανάπτυξη μεταξύ των διανοουμένων μιας ‘ανταγωνιστικής κουλτούρας’ έχει επηρεάσει σπουδαστές, μελετητές και μέσα ενημέρωσης […]. Οι προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες δημιούργησαν ένα στρώμα διανοούμενων με προσανατολισμό από τις αξίες, οι οποίοι συχνά ψηφίζουν για να δυσφημίσουν την ηγεσία-leadership, να αμφισβητήσουν την εξουσία και τις αρχές και να ξεσκεπάσουν και να αρνηθούν νομιμοποίηση των καθιερωμένων δυνάμεων και εξουσιών εφαρμόζοντας μια συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με αυτή της ομάδας των τεχνοκρατών διανοουμένων και προσανατολισμένων από την πολιτική.  […] αυτή η εξέλιξη αντιπροσωπεύει για το δημοκρατικό σύστημα μια εξίσου σοβαρή απειλή, τουλάχιστον δυνητικά, με εκείνες που υπήρχαν στο παρελθόν από αριστοκρατικές ομάδες, φασιστικά κινήματα και από τα κομμουνιστικά κόμματα» (3)
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'Erba Voglio anni 70
Αφήνοντας κατά μέρος την αναφορά στα «φασιστικά κινήματα» που αναφέρονται εδώ για να εξορκίσουν εκλεπτυσμένα »ένα πτώμα στο ντουλάπι» και να δώσουν δύναμη στην πολιτική των αντίθετων εξτρεμισμών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν την ανησυχία των ελίτ της εξουσίας απέναντι σε εκείνους τους «διανοούμενους που ως κοινωνική ομάδα ωθούνται στην πρωτοπορία των κοινωνικοπολιτικών αγώνων» (4]  οι σχέσεις του πνευματικού κόσμου με την κοινωνία αλλάζουν ριζικά, σε έναν κόσμο όπου «Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η σύγχρονη πολιτιστική επανάσταση θα είναι πιο ειρηνική από τις βιομηχανικές επαναστάσεις του παρελθόντος» και όπου »η έλλειψη ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης όχι μόνο εμποδίζει τις διαπραγματεύσεις και την άμεση συμφωνία […], αλλά είναι επίσης η αιτία της γενικής απροθυμίας των νέων να δεχθούν γενικής χρήσης χειρωνακτικές θέσεις εργασίας, υπό αμειβόμενες» (5). Η εισήγηση του 1975 συνεχίζει με την ελπίδα μιας δημοκρατίας »δυνατότερης» και μια νέα πολιτική κουλτούρα  «δυνατότητας διακυβέρνησης». Η «Berufverbot» (6) στη Γερμανία και η «νομοθεσία έκτακτης ανάγκης» στην Ιταλία, θα είναι η θεσμική μετάφραση αυτών των προβληματισμών που θα πραγματοποιηθεί τα επόμενα δύο χρόνια. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι τα πάντα μπορούν να αναχθούν σε μια «συνωμοσία» από τα επάνω, στην ύπαρξη ενός σκοτεινού και αήττητου εγκεφάλου της καπιταλιστικής εντολής που όλα τα προβλέπει και σχεδιάζει, αλλά, αντίθετα και ακριβώς για τον λόγο αυτό, μπροστά στην ανάγκη να έχουμε κατά νου ότι η δυναμική του «σχεδίου και του αντισχεδίου», η σύγκρουση μεταξύ του ανταγωνιστικού σχεδιασμού, μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σε όλες τις μορφές και εκφάνσεις της, καθορίζει έναν αμοιβαίο εμπλουτισμό των αντιτιθέμενων δυνάμεων και νοημοσυνών και ότι σε αυτή τη σύγκρουση η επαναστατική διαδικασία παίζει, καθορίζει τις δικές της τύχες. Κατά τη διάρκεια των «δέκα χρόνων που συγκλόνισαν τον κόσμο» – από την Κίνα στις ΗΠΑ, από την Αγγλία στη Γερμανία. από την Ιαπωνία στη Γαλλία. από την Λατινική Αμερική στην Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή – είναι δύσκολο να εξηγηθεί ο ρόλος της επικοινωνίας ως απαίτηση- έκφραση των μαζικών αγώνων.
Σχετική εικόνα
Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε να δώσουμε νομιμοποίηση στις σχηματικές προβλέψεις του McLuhan που από την εποχή της T.V. και της μαζικής επικοινωνίας αντλεί τη θεωρία του πλανήτη ως «παγκόσμιο χωριό», δηλαδή να υπερβάλλουμε, να γιγαντώσουμε τη σημασία που αποδίδουν οι ανταγωνιστές στην επιτευχθείσα «ανασύνθεση» του προλεταριάτου σε διεθνές επίπεδο, αυτό που είναι βέβαιο πως μπορούμε να επαληθεύσουμε στα ίδια τα προϊόντα της «ανταγωνιστικής επικοινωνίας», όπου ίσως να εκπλήσσει το γεγονός πως στο off-set φύλλο της Tradate ή στο μικρό περιοδικό του Corsano (Lecce) υπάρχουν αναλύσεις τόσο προσεκτικές και «ενημερωμένες» για τους αγώνες του Ντιτρόιτ, ή του SanBenedetto del Tronto, τηw σχέσης μεταξύ του Ισλάμ και του μαρξισμού ή της σύνδεσης μεταξύ της επιστήμης του κεφαλαίου και του χημικού πολέμου στο Βιετνάμ. Από το 1968 και την προηγούμενη δεκαετία είχε κληρονομηθεί. και με μια συνειδητή «ανατροπή» ένας κόσμος «πιο ενωμένος, πιο αλληλοεξαρτώμενος, πιο οδυνηρά συνειδητοποιημένος του κοινού πεπρωμένου του, απ΄όσο υπήρξε προηγουμένως». Χωρίς αυτή την κληρονομιά που καθορίζεται από την κυκλοφορία της επικοινωνίας και των αγώνων, ο αυθορμητισμός, όπως λέμε η «φυσικότητα» και ο πλούτος των ιδίων θα ήταν ακατανόητοι, θα ήταν ακατανόητο το γεγονός ότι για το κίνημα, παντού ο κόσμος ήταν το πραγματικό σενάριο κάθε μάχης, το αληθινό ακροατήριο κάθε χειρονομίας
Σχετική εικόνα
Με την αργή αποσύνθεση των ομάδων που ξεκίνησε το 1974-75, τεράστιες ποσότητες νοημοσύνης που σχηματίστηκαν μέσα στη στράτευση «απελευθερώνονται». Ο ίδιος ο χώρος της αυτονομίας θέτει το πρόβλημα της μη διασποράς αυτής της κληρονομιάς αγωνιστών, και ήδη το 1973 είχε δημοσιεύσει ένα έγγραφο με τίτλο «Να ανακτήσουμε τις υποκειμενικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από τις ομάδες». Αλλά είναι από τον αυθορμητισμό-αναγκαιότητα της κοινωνικής επικοινωνίας που δημιουργούνται συναντήσεις και διασταυρώσεις μεταξύ των παλαιών αγωνιστών και των νέων νοημοσυνών. Το κοινό έδαφος επάνω στο οποίο συναντώνται δεν σχηματίστηκε μονάχα «από την ανάγκη να τεθεί ξανά υπό αμφισβήτηση ένας ορισμένος ιστορικός-θεωρητικός μηχανισμός και να ενημερωθεί, να επικαιροποιηθεί, αλλά ουσιαστικά αποτελούνταν από τις αγωνιστικές δομές του πολιτισμού που σχηματίστηκαν, ενάντια σε κάθε υποθήκη ομάδας και κάθε κομματικό ‘νονό’, από το 1974-75 και μετά. Αυτοδιαχειριζόμενες δομές, βασισμένες μόνο στη νοημοσύνη, στο δικό τους εργατικό δυναμικό και στην τέχνη να τα βγάζουν πέρα, οι οποίες όχι μόνο επέτρεψαν τη διάδοση της νέας πολιτικής και κοινωνικής επικοινωνίας, αλλά ευνόησαν τη γέννηση μιας διαφορετικής γλώσσας και μιας οργανωτικής δομής διαφορετικής, κυτταρικής, τοπικής, άτυπης, μερικές φορές μη δηλωμένα πολιτικής, που επέτρεψε να ανακυκλωθούν σύντροφοι απογοητευμένοι και που κατέληξαν στο σημείο να χτίσουν μια ενδοχώρα, έναν ιστό στον οποίο όλοι στη συνέχεια κατέφυγαν ως δομή να υπηρετήσουν» (7).
Και ακριβώς είναι στην έννοια των «ενδιάμεσων δομών λειτουργίας στο κίνημα» που γεννιούνται κατά τη διάρκεια της διετούς περιόδου 1974-75 δεκάδες και δεκάδες βιβλιοπωλεία, κέντρα δεδομένων, αρχείων, συλλογής εγγράφων, αυτοδιαχειριζόμενα κυκλώματα διανομής, μικρές αυθεντικές και δημιουργικές εκδοτικές εταιρείες. Τα περιοδικά που γεννιούνται εκείνη την περίοδο ακουμπούν, υποστηρίζονται ή γεννιούνται σχεδόν όλα μέσα σε εκείνο το άτυπο κύκλωμα παραγωγής. Ο Elvio Fachinelli, που παρεμβαίνει σε μια πολεμική σχετική με τις πολιτιστικές αξίες που εκφράστηκαν από το κίνημα έχει διευκρινίσει: «Κάθε βαθιά αλλαγή δεν μπορεί παρά να προέλθει από μια εξτραπολιτιστική σφαίρα, ούσα πρώτα μια αλλαγή της ζωής. Είναι μετά εκεί, σε ένα ορισμένο σημείο, που οι κόμβοι, τα πολιτιστικά δίκτυα, ξαναχτίζονται. Επομένως, είναι προφανές ότι το ’68 παρήγαγε τα φυλλάδια. Όποιος λέει ότι δεν έχει παραγάγει τίποτα είναι διότι σκέφτεται με το μυαλό κάποιου που βρίσκεται ήδη μέσα σε μια συγκεκριμένη εδραιωμένη κουλτούρα, κατεστημένη, που χρειάζεται μόνο να διαιωνίσει. Αλλά δίπλα στο φυλλάδιο υπήρξε η μορφή γραφής σε στενή σχέση με αυτό, εκείνη των περιοδικών«: «Quaderni Piacentini», «Primo Maggio»,«Aut Aut», «Sapere», «Ombre Rosse», «l’Erba Voglio», «A/traverso», για να αναφέρουμε τα γνωστότερα. Σε αυτό το έδαφος δύσκολα κάποιος μπορεί να δώσει σημεία. Τα πιο ζωντανά περιοδικά υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι αυτά της νέας αριστεράς. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι αυτός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς, τους πιο ζωντανούς τομείς του πολιτισμού, όπου τα εργαστήρια ιδεών, συχνά ανθρώπων που ζουν και μαζί, παράγουν συζητήσεις που μεταδίδονται σε σύντομο χρονικό διάστημα σε μια τεράστια περιοχή, επιτυγχάνοντας έτσι να τονωθούν και να προωθηθούν νέες συμπεριφορές ακόμη και στην πιο απομακρυσμένη επαρχία. Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα του περιοδικού υπήρξε, εκτός από κάποιες περιπτώσεις που μπορούν να μετρηθούν στις άκρες των δακτύλων, πάντα υψηλότερο από εκείνο του βιβλίου.
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Aut Aut, anni 70
αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών

αυτονομία, autonomia

ΕΝΑ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΙΝΗΜΑ ΠΑΡΑΞΕΝΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ.

Στις 3 δεκεμβρίου 1976, ο υπουργός δημόσιας εκπαίδευσης Malfatti εξέδωσε μια εγκύκλιο που απαγόρευε στους φοιτητές να εξεταστούν στο ίδιο θέμα περισσότερες από μια φορές, καταργώντας εκ των πραγμάτων την απελευθέρωση των προγραμμάτων σπουδών που ισχύουν από το 1968. Αυτή η πρωτοβουλία γίνεται αμέσως αντιληπτή από τους πανεπιστημιακούς φοιτητές ως η πρώτη κίνηση ενόψει άλλων και πολύ πιο σοβαρών μέτρων αντιμεταρρύθμισης. Η ακαδημαϊκή σύνοδος του Παλέρμο αποφασίζει να εφαρμόσει αμέσως την εγκύκλιο, προκαλώντας την αντίδραση των φοιτητών που ξεκινούν την κατάληψη του πανεπιστημίου.Στις επόμενες εβδομάδες οι φοιτητικές διαμαρτυρίες περιλαμβάνουν τους προσωρινούς καθηγητές που επηρεάζονται και αυτοί αρνητικά από την πρωτοβουλία του υπουργείου παιδείας Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι αναταραχές εξαπλώθηκαν στο Τορίνο, την Πίζα, τη Νάπολη και τη Ρώμη. Την 1η φεβρουαρίου του 1977, οι φασίστες εισβάλουν στη ρωμαϊκή πανεπιστημιακή πόλη. Εκδιωκόμενοι από τους φοιτητές, καλύπτουν την υποχώρηση τους πυροβολώντας. Τραυματίζεται σοβαρά από μια σφαίρα, που τον βρήκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ο Guido Bellachioma, φοιτητής της σχολής των γραμμάτων. Η απάντηση είναι άμεση: η σχολή των γραμμάτων καταλαμβάνεται. Ακολουθούν η μια την άλλη μανιώδεις πρωτοβουλίες για μια κινητοποίηση αντιφασιστικής απάντησης.

Αποτέλεσμα εικόνας για guido bellachioma 1977

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις C.G.I.L., Cisl και Uil με την προσχώρηση των F.G.C.I., F.G.S.I., P.D.U.P. και Α.Ο., προτείνουν μια διαδήλωση στο πανεπιστήμιο για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη φασιστική επιδρομή . Ενώ ο υπουργός Μαλφτάττι, ανήσυχος από το ριψοκίνδυνο των γεγονότων, αποσύρει με σύνεση την εγκύκλιο του, στις 2 φεβρουαρίου, μια μαχητική πορεία αρκετών χιλιάδων φοιτητών βγαίνει από το πανεπιστήμιο.Ο ανακηρυγμένος στόχος είναι η έδρα των φασιστών της Via Somma, η οποία μέσα σε λίγα λεπτά παραδίδεται στις φλόγες. Η πορεία ξαναρχίζει τη διαδρομή της, αλλά στην Piazza Indipendenza ειδικές μονάδες της αστυνομίας με πολιτικά εμπλέκονται με μανία σε μια ανταλλαγή πυροβολισμών με μια ομάδα ενόπλων διαδηλωτών. Παραμένουν κατά γης τραυματισμένοι σοβαρά ένας αστυνομικός (Domenico Arboletti) και δύο φοιτητές (Paolo Tommasini και Leonardo Fortuna) .Η διαμάχη σχετικά με τις ευθύνες της μάχης επισημαίνει τις εσωτερικές διαφορές στην αριστερά. 

Σχετική εικόνα

Το P.C.I. μέσω της εφημερίδας του, κατηγορεί τους λεγόμενους αυτόνομους ότι είναι στο ίδιο επίπεδο με τους φασίστες Τα κόμματα του συνταγματικού τόξου ζητούν από το δικαστικό σώμα μια ενεργητική παρέμβαση για να κλείσουν τις «γιάφκες» που τροφοδοτούν »τη βίαιη προβοκάτσια οποιουδήποτε χρώματος κι αν είναι αυτή». Στη συνέλευση στο πανεπιστήμιο την επόμενη μέρα, που καλέστηκε από PCI, PSI, PDUP, AO η διάσταση μεταξύ του κινήματος και των επίσημων πολιτικών δυνάμεων επιτείνεται. Η όλη διαχείριση αυτών των συνελεύσεων αρχίζει να αποδεικνύεται απαράδεκτη σε ένα κίνημα που εξελίσσεται και αναπτύσσεται από κάτω και αρχίζει να διεκδικεί την αυτονομία του. Εν τω μεταξύ στο Μιλάνο το Πανεπιστήμιο statale καταλαμβάνεται και στο Τορίνο μια διαδήλωση 5000 φοιτητών διασχίζει το κέντρο της πόλης. 15.000 άτομα στους δρόμους και στη Νάπολη: είναι φοιτητές, οργανωμένοι άνεργοι, απόφοιτοι σχολείων και πανεπιστημίων χωρίς δουλειά, προσωρινοί εκπαιδευτικοί και μη. Η σχολή γραμμάτων και φιλοσοφίας του Μπάρι καταλαμβάνεται.

Σχετική εικόνα

Στη Ρώμη στις 5 φεβρουαρίου, η αστυνομία σφίγγει την πολιορκία στο πανεπιστήμιο, απαγορεύοντας την πορεία που είχε καλέσει το κίνημα για να σπάσει την απομόνωση που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα κόμματα προσπαθούν να δημιουργήσουν γύρω από τους φοιτητές που τους χαρακτηρίζουν «εξτρεμιστές και βίαιους». Η εφημερίδα του ΚΚ »Unità» γράφει ότι το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται από «λίγες δεκάδες αυτόνομους προβοκάτορες». Στη συνέλευση μέσα στο πανεπιστήμιο 5000 σπουδαστές αποφασίζουν να μην αποδεχθούν τη σύγκρουση που επιθυμούσε η κυβέρνηση και προτείνουν να επεκταθούν οι καταλήψεις σε όλα τα πανεπιστήμια της Ιταλίας και να διευρύνουν τον αγώνα με στιγμές αντιπληροφόρησης στις γειτονιές, στα εργοστάσια και στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Σχετική εικόνα

Την επόμενη μέρα το πανεπιστήμιο γίνεται το σημείο αναφοράς για ολόκληρο το προλεταριάτο των νέων. Ένα γιγαντιαίο πάρτι εκτείνεται καθ ‘όλη τη διάρκεια της ημέρας, ο μεγάλος χώρος του «απελευθερωμένου» πανεπιστημίου γεμίζει με μαθητές μέσης εκπαίδευσης, νέους από τα προάστια, γυναίκες.Η γιορτή είναι αυθόρμητη, κανείς δεν έχει την ανησυχία να την οργανώσει, υπάρχουν αυτοί που κάνουν θέατρο στο δρόμο, αυτοί που χορεύουν, άλλοι τραγουδούν, κάποιοι παίζουν μουσική, άλλοι παίζουν παιχνίδια. Το συνδικάτο καταδικάζει επίσημα την κατάληψη, μη αναγνωρίζοντας στο κίνημα » την ικανότητα να προωθήσει αυτόνομα μια μάχη κατά των ανεπίλυτων προβλημάτων του πανεπιστημίου». Οι καταλήψεις επεκτείνονται στα πανεπιστήμια της Μπολόνια, της Γένοβα, του Κάλιαρι.

Αποτέλεσμα εικόνας για ateneo roma, occupazione 1977, 9 febbraio

Στη Ρώμη, στις 9 φεβρουαρίου 30 χιλιάδες άνθρωποι κατεβαίνουν στην πλατεία. Στην πρώτη σειρά υπάρχει ένα τεράστιο πανό έχοντας γραμμένο «Paolo και Daddo ελεύθεροι, έξω όλοι οι σύντροφοι που έχουν συλληφθεί». Στην Piazza Navona η διαδήλωση διαλύεται χωρίς περιστατικά και συγκρούσεις. Στην πορεία υπάρχει ένα τεράστιο πολιτικό πάθος, αλλά πάνω απ ‘όλα μια μεγάλη ειρωνεία, οι γυναίκες αυτοδιαχειρίζονται το κομμάτι τους, είναι παρόντες οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι πρωταγωνιστές δημιουργικών πρωτοβουλιών μέσα στο κίνημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Paolo e Daddo liberi

Στις 10 Φεβρουαρίου, η σύμπραξη «ενωσιακών Επιτροπών» που περιλάμβανε την F.G.C.I., την F.G.S.I., τους νέους δημοκράτες, την νεολαία aclista, το P.D.U.P., A.O. και τα συνδικάτα καταφέρνει επίσης να φέρει στους δρόμους μαθητές δευτεροβάθμιας με μια λογική αντιποίνων στο «εξτρεμιστικό» πανεπιστημιακό κίνημα, αλλά το παιχνίδι δεν πετυχαίνει τέλεια, διότι κατά τη διάρκεια της πορείας υπάρχουν πολλά συνθήματα κατά της κυβέρνησης των αποχών και της κοινωνικής ειρήνης, πρακτικά πανομοιότυπα με αυτά που φώναζαν την προηγούμενη μέρα. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας στη σχολή γραμμάτων λαμβάνει χώρα μια «δίκη» στους συντάκτες των εφημερίδων «Paese Sera», της «Il Corriere della Sera» και της «l’Unità», κατηγορούμενες για τη δυσφήμηση στις εφημερίδες των αγώνων των φοιτητών. Πιο στοχευμένος είναι ο Duccio Trombadori (PCI) ο οποίος στην ερώτηση «Ποιες είναι οι γιάφκες που θέλετε να κλείσουν;» απαντά: «Εκτός από τις φασιστικές γιάφκες, εκείνα τα κέντρα που θέτονται στο επίπεδο της προβοκάτσιας και τα οποία χρησιμοποιούνται από δυνάμεις εξωτερικές στο εργατικό κίνημα».

Scritte al Dams occupato. Bologna, 16 febbraio 1977

Στο τέλος, ο Trombadori θα εκδιωχθεί από το πανεπιστήμιο. Την ίδια ημέρα, μια μεγάλη πορεία διασχίζει τη Μπολόνια, όπου το τοπικό ΚΚΙ επιμένει να δυσφημίζει, να διασύρει το κίνημα με τα συνήθη επίθετα των «προβοκατόρων». Άλλες σχολές καταλαμβάνονται στη Μεσίνα, την Πεσκάρα και τη Μόντενα. Η ρωμαϊκή ομοσπονδία του P.C.I. δηλώνει ότι θεωρεί «μια πολιτική και δημοκρατική ανάγκη την επανάληψη των εκπαιδευτικών και επιστημονικών δραστηριοτήτων» στο πανεπιστήμιο που πλέον κατέχεται εδώ και έντεκα ημέρες. Η δήλωση αυτή ανοίγει το δρόμο για τις θέσεις εκείνων των δυνάμεων που ασκούν πιέσεις για την παρέμβαση της αστυνομίας Στις 13 φεβρουαρίου η συνέλευση των καταληψιών συζητά τις πολιτικές διεξόδους Η τάση είναι να συνεχιστεί μέχρι να επιτευχθούν συγκεκριμένα αποτελέσματα: η οριστική απόσυρση του σχεδίου Malfatti, η απελευθέρωση των συλληφθέντων συντρόφων, η εγγύηση αυτοδιαχειριζόμενων χώρων στο πανεπιστήμιο, το βραδινό και εορταστικό άνοιγμά του.

Σχετική εικόνα

Πάνω απ ‘όλα, ωστόσο, γίνεται λόγος για ανεργία και πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν στις γειτονιές ενάντια στην περιθωριοποίηση και επάνω στις υλικές ανάγκες όπως το εισόδημα και η στέγαση. Δύο ημέρες αργότερα στρατευμένοι στο ΚΚΙ παραβιάζουν την πικετοφορία στις πύλες του κατεχόμενου πανεπιστημίου και παρουσιάζονται με ένα φυλλάδιο που ζητά «την αποκατάσταση της δημοκρατικής ζωής στο πανεπιστήμιο» και καλεί ένα συλλαλητήριο με τον Luciano Lama, γραμματέα τhw CGIL. Στην συνέλευση της επόμενης ημέρας οι καταληψίες συζητούν τη γραμμή που θα κρατήσουν για την ομιλία του Λάμα, θεωρούμενη από όλους ως μια πρόκληση, μια προβοκάτσια και μια προσπάθεια ελέγχου που επιβάλλεται από τα έξω στο κίνημα, μια πρωτοβουλία που στοχεύει ρητώς στην «ομαλοποίηση στο πανεπιστήμιο». Προτείνεται λοιπόν η ομιλία να καταστεί μια συνέλευση στην οποία μερικοί εκπρόσωποι του φοιτητικού κινήματος μπορούν να παρεμβαίνουν.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf