ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένα βιβλίο: Pasquale Abatangelo -Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, του Salvatore Ricciardi

Ciao Pasquale,

ευχαριστώ για το βιβλίο σου: Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Σε ευχαριστώ για το γεγονός ότι μας έφερες ξανά, με την προσεκτική και πιστή διήγηση σου, στα χρόνια με τις ισχυρότερες αγάπες μας, τα χρόνια του μεγάλου πάθους, εκείνα τα πάθη και εκείνο το ζήλο που μας επέτρεψαν να επιφέρουμε μια πρόκληση στην καπιταλιστική τάξη σε μια κοινωνία με ένα σύστημα οικονομικό και στρατιωτικό που την τοποθετούν στην έβδομη θέση μεταξύ των δυνάμεων . Eκείνη τη δυνατή φλόγα και την ζέση που αντιτίθεται για τα καλά στην σημερινή εποχή που είναι γεμάτη αδύναμο και θλιβερό ζήλο, μηδέν πάθος, εποχή δίχως φλόγα που θα ήθελε να αποτελέσει παγίδα για τις νέες γενιές, καθιστώντας τες υπάκουες. Ατονία, νωθρότητα, αποχαύνωση που δεν διασπάστηκε ούτε για λίγο από τα υπερβολικά αναμνηστικού τύπου τελετουργικά των 40 χρόνων από το κίνημα του ’77.

Διαβάζοντας σε ένιωσα στο πλευρό μου, μαζί με πολλούς άλλους, να πηγαινοερχόμαστε ξανά εκείνα τα σκονισμένα βήματα στο πλακόστρωτο από τραχύ τσιμέντο, τραχύ σαν την ατμόσφαιρα που αναπνέαμε στις «ειδικές». Ξανά στα κελιά, να ξυπνάμε την αυγή απ’ τα ψαξίματα και τους ελέγχους (perquise) ή από τις ξαφνικές αναχωρήσεις (sballi), στις συγκρούσεις με τους φρουρούς, στα σχέδια απόδρασης, στους συνεχείς ιδεασμούς γι απόπειρες απόδρασης συχνά αποτυχημένες ή που κατέρρευσαν την τελευταία στιγμή ή, μερικές φορές, στις πετυχημένες απόπειρες, να κρύψουμε στις πιο απροσδόκητες θέσεις όλα εκείνα που θα προσπαθούσαμε να ανακτήσουμε αργότερα και που μας έρχονταν απ’ έξω, επινοώντας ευφάνταστους τρόπους. Στις επιστολές που γράφαμε κουρνιασμένοι στην κούνια και  σε εκείνες τις αναμονές περπατώντας πέρα δώθε την ώρα του προαυλισμού, όταν στη φωνή του φρουρού «ταχυδρομείο» ορμούσαμε προς την πόρτα όπου μας μοίραζαν τα γράμματα ήδη σε μεγάλο βαθμό λογοκριμένα. Στα βιβλία, στις ομάδες μελέτης, στις σημειώσεις που γράφαμε με χαρακτήρες πολύ μικρούς  σε ξεχαρβαλωμένα τετράδια από τις συνεχείς μετακινήσεις και έρευνες, ή και στα μηνύματα τα γραμμένα στα χαρτάκια των τσιγάρων για να τα κάνουμε αόρατα στους φρουρούς. Στην ακατανίκητη επιθυμία να μάθουμε, με την πεποίθηση ότι θα έπρεπε να υπάρχει ένας τρόπος κι ένας δρόμος που να αντιστοιχεί στην επιθυμία μας να πραγματοποιήσουμε μια κοινωνία διαφορετική από εκείνη που μας είχε αναγκάσει να την μισούμε τόσο πολύ ώστε να θέλουμε να την ανατρέψουμε.

Εκείνα τα ισχυρά πάθη, στην κορυφή η αλληλεγγύη, είναι το κόκκινο νήμα της αφήγησης σου, επειδή ήταν η ταυτότητά μας εκείνα τα χρόνια, μέσα και έξω. Τέτοια η ισχύς τους που κατάφεραν να μολύνουν οποιονδήποτε ήρθε εντός εμβέλειας, με την προϋπόθεση από την ίδια πλευρά του ταξικού οδοφράγματος.

Όλες και όλοι εμείς προερχόμασταν από διαφορετικά περιβάλλοντα και η αφήγηση σου εμφανίζει με τον καλύτερο τρόπο εκείνα τα κοινά χαρακτηριστικά που έφεραν τόσο κοντά διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα ώστε να μοιάζουν με μια αδελφοσύνη. Αλλά δεν είναι, όπως λένε σε ορισμένα μέρη, μια συνάντηση μεταξύ «απογόνων του ’68» μικροαστών διανοούμενων και «ληστών» κακοποιών του δρόμου, που ξεπήδησε για να ικανοποιήσει την περιέργεια, σχεδόν νοσηρή, ανάμεσα σε αντιτιθέμενα άκρα. Φυσικά και όχι! Εάν ένα χαρακτηριστικό έχει εξέχουσα θέση στα κινήματα της δεκαετίας του εβδομήντα ήταν ότι δεν χρειάστηκαν ποτέ, μέσα στην ανάπτυξη της σύγκρουσης τους μικροαστούς διανοούμενους, δεν είχαν την ανάγκη τους ούτε για μια στιγμή. Σίγουρα, υπήρξαν και προσπάθησαν να κατευθύνουν εκείνα τα θυελλώδη κινήματα, αλλά, δίχως να τα καταφέρουν, λίγο αργότερα εγκατέλειψαν, ή είχαν ένα τελείως περιθωριακό ρόλο. Εκείνοι που συνέχισαν, με αυτή την αδρότητα που χαρακτηρίζει την τάξη απ’ όπου προέρχονται, ήταν οι εργάτες, η νεολαία των προλεταριακών συνοικιών, οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, και επίσης φοιτητές που προέρχονταν από προλεταριακές πραγματικότητες, κάνοντας και λάθη, αλλά σίγουρα όχι για να ακολουθήσουν τις οδηγίες του ιδεολόγου της βάρδιας. Ως εκ τούτου η συνάντηση με το παράνομο προλεταριάτο δεν υπήρξε η δελεαστική ανακάλυψη των βαρεμένων παιδιών-του-μπαμπά σε αναζήτηση περιπετειωδών συγκινήσεων και ανατριχίλας, αλλά η αναπαραγωγή αυτού που συνέβαινε στις γειτονιές, στα προάστια. Έχω ήδη μιλήσει για το πως στους Σιδηροδρόμους, στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα, ήταν ευρέως διαδεδομένες παράνομες πρακτικές για τη στήριξη των εργαζομένων συναδέλφων που είχαν υποστεί ατύχημα, το ίδιο και στα εργοτάξια των κατασκευών, μα ήταν πρακτική διαδεδομένη και σε άλλους εργατικούς τομείς απασχόλησης. Περίεργα που σπάνια συμβαίνουν σε κοινωνίες κατακερματισμένες στις οποίες κάθε κοινωνική ομάδα, σήμερα όλο και περισσότερο, κλείνεται στον μικρόκοσμο του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Περίεργα που όταν εμφανίζονται, μας λένε ότι βρισκόμαστε στην παρουσία πιθανότητας μεγάλων αλλαγών που θα αφήσουν εποχή. Και εμείς, αυτό το ασυνήθιστο μείγμα της διαφορετικότητας, δεν αφήσαμε να μας επηρεάσει ο «μύθος» της νομιμότητας, όπως κινδυνεύουν οι άνθρωποι να επηρεάζονται σήμερα.

Δεν είχαμε βεβαιότητες, εκτός από εκείνη του να θέλουμε να φέρουμε την επανάσταση, να φέρουμε τα πάνω κάτω στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν είχαμε προεπιλεγμένες διαδρομές, ούτε προγραμματισμένα στάδια, φάσεις. Ούτε άκαμπτες και προκατασκευασμένες θεωρίες που να μας καθοδηγούν μηχανικά στη δράση, μάλλον το αντίθετο, ήταν η δράση που υπαγόρευε τις θεωρητικές επιλογές. Τουλάχιστον όσο κράτησε η επίθεση! Το σκοτάδι ήρθε όταν άλλαξε πρόσημο, όταν η επίθεση εξόκειλε, όταν η προέλαση προσάραξε. Εκείνη την εποχή υπήρξε μια εξάπλωση των θεωριών που χτίστηκαν επάνω σε πραγματικότητες που φανταστήκαμε, εκεί ήταν η αρχή της ήττας. Εμείς, όπως και όλα τα κινήματα εκείνων των χρόνων, κινήματα που πίστευαν ακράδαντα πως δάγκωναν απτά την πραγματικότητα, θελήσαμε να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι σκληρό χωρίς να έχουμε βεβαιότητες των αποτελεσμάτων του, ούτε συγκεκριμένα σημεία άφιξης. Θέλαμε να αλλάξουμε το υπάρχον που τρέφονταν με εκμετάλλευση και καταπίεση, που παρήγαγε πολέμους και καταστροφές, που ταμπουρώνονταν περιτριγυριζόμενο από τείχη, φυλακές, ψυχιατρεία και αποξένωση, αλλοτρίωση.

Όλα αυτά για εμάς ήταν ο κομουνισμός, ένας κομουνισμός σε κίνηση, ένας κομουνισμός σαν κίνημα που μεταμορφώνει το παρόν. Η διαδρομή εκείνου του κινήματος στόχευε στην ριζική αλλαγή του παρόντος, στην κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και του Κράτους του όπως επίσης και του νομικού οπλοστασίου του. Σκεφτείτε πόσο θα μπορούσαν να μας ενδιαφέρουν οι φράχτες που ήταν χτισμένοι πάνω στο μύθο της νομιμότητας; Ο στόχος μας ήταν το χτίσιμο μιας άλλης κοινωνίας που έπρεπε να εφεύρουμε, να την επινοήσουμε απ’ την αρχή, βασισμένη όμως στην άμεση δημοκρατία του προλεταριάτου. Αυτή την διαδρομή ονομάζαμε κομουνισμό.

Έκανες μια εξαιρετική δουλειά, Pasquale, επιστρέφοντας μας με ειλικρίνεια την αλληλεγγύη η οποία έφτανε μέχρι τη συνενοχή, που μας χαρακτήριζε, φαίνονταν, πολλές φορές, σε εκείνο το είδος αγώνα που γίνονταν για την ανάληψη της ευθύνης, μπροστά στον επικεφαλής της φρουράς που παρατάσσονταν για τον ξυλοδαρμό μας ή τιμωρία σοβαρή, απέναντι σε ένα γεγονότος που είχε παραβιάσει την αυστηρή τάξη του εγκλεισμού.  Μια αλληλεγγύη που συνοδεύονταν από μια ακραία εμπιστοσύνη, του ενός προς τον άλλο και όλων προς όλους. Εμπιστοσύνη τόσο σημαντική που, στο αντίθετο της εξέφρασε, κατά τη λήξη του επιθετικού κύκλου, έναν καταστροφικό θυμό προς όλους εκείνους που πρόδιδαν την εμπιστοσύνη αυτή. Και συνέβη, δυστυχώς συνέβη στιγμές θυμού καταστροφικού εξερράγησαν μέσα μας. Αυτό έγινε ανοίγοντας τεράστια ερωτήματα. Συνέβη με αποτελέσματα εμπαθούς θρυμματισμού και αγριότητας απέναντι σε αδύναμους συντρόφους μας μπροστά στις πιέσεις του εχθρού. Έγιναν τα πάντα και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήταν δυνατόν να μην είχαν συμβεί όταν ξεκινά μια διαδικασία και τίθενται στόχοι, όπως αυτοί που θέσαμε, να έρθουμε αντιμέτωποι και να συγκρουστούμε με τις πιο ισχυρές δυνάμεις που η ανθρωπότητα έχει δει ποτέ, για να τους νικήσουμε, να τους καταρρίψουμε και να μετατρέψουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ειδική φυλακή του Trani, η εξέγερση, οι Gis των καραμπινιέρων με τα ελικόπτερα και οι ριπές με τ’ αυτόματα, ο ολοκληρωτικός ξυλοδαρμός, στη συνέχεια η επανέναρξη του αγώνα αν και μαύροι απ’ το ξύλο, η αναχώρηση για Nuoro, η τιμωρητική Badu ‘e Carros,και η συνέχεια… Όμορφες στιγμές! Έτσι κι αλλιώς οι μπουνιές ξεχνιούνται, κάποιες μελανιές, ουλές εδώ κι εκεί που ούτε φαίνονται, αλλά οι όμορφες σχέσεις δεν ξεχνιούνται, τις θυμάσαι, και πως! Και είναι το αλάτι της ζωής.

Ένα τελευταίο πράγμα που θα ήθελα να προσθέσω, και αφορά από πλησιέστερα την ενδιαφέρουσα εμπειρία σου: από περιθωριοποιημένο παράνομο σε κομμουνιστή μαχητή. Θα είναι δυνατό κάτι τέτοιο σήμερα; Πρέπει να Είναι! Φυσικά, σήμερα οι ληστές, οι παράνομοι δεν είναι εκείνοι οι αντάρτες των νεανικών σου χρόνων, το ξέρουμε, αλλά σήμερα, οι εργατικές δυσκολίες και κυρίως μισθολογικές, αναγκάζουν πολλούς εργαζόμενους, σε διάφορους τομείς, να πρέπει να στρογγυλέψουν το κοκαλιάρικο εισόδημα τους με μια δεύτερη δουλειά, εκείνη που καταφέρνουν να βρουν. Τι βρίσκουμε σήμερα; Μπορεί να συμβεί, και συμβαίνει πολύ συχνά, οι εργάτες και οι προλετάριοι πρέπει να «στρογγυλεύουν» τους πενιχρούς μισθούς με παράνομες δραστηριότητες, γιατί αυτές βρίσκονται, κάποιες άλλες όχι. Είναι προϋπόθεση της ύπαρξής τους, ετούτων και αυτών που εξαρτώνται από αυτούς, και δεν μπορούν να περιμένουν. Από εδώ επαναλαμβάνω αυτό που έχω προτείνει εδώ και αρκετό καιρό, μέχρι τώρα δεν μ’ έχουν ακούσει: να απαλλαγούμε από τη συνήθεια της νομιμότητας, να την πετάξουμε μακριά και να αντιμετωπίσουμε μαζί με αυτούς τους προλετάριους το πρόβλημα του πώς να οργανώσουμε όλους και όλες όσους εργάζονται σε κάθε τομέα – ακόμη και η παρανομία είναι ένας παραγωγικός τομέας – και οι οποίοι θα έχουν να κερδίσουν ανατρέποντας αυτή την κοινωνία, επαναστατώντας εναντίον της.

Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο ειδικά για τα κορίτσια και τα αγόρια, στα οποία συστήνω την ανάγνωση. Ένα βιβλίο το οποίο, επαναλαμβάνω, με ενθουσίασε. Λιγότερο ενθουσιασμό ένιωσα όταν είδα να επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την ιστορία σου / μας για να στηρίξουν τις τρέχουσες πολιτικές θέσεις. Κάθε πολιτική άποψη μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα και να επαληθευτεί στην πραγματική ζωή, αλλά αυτό γίνεται, βάζοντας το πρόσωπο μπροστά και όλα τα άλλα, διακινδυνεύοντας. Αυτή είναι η επαλήθευση. Αυτό είναι το δίδαγμα της δεκαετίας του Εβδομήντα!

Γεια σου Pasquale, a presto, σύντομα μαζί

Salvatore Ricciardi
αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 16 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΙΜΑΣΤΕ ΙΝΔΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙ ΠΛΕΟΝ ΘΥΜΩΜΕΝΟΙ                                                           SIAMO INDIANI E IN PIU’ INCAZZATI                                               XXI

Τετάρτη 9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Πρώτη μεγάλη διαδήλωση του ρωμαϊκού Κινήματος   “Στις 9 φεβρουαρίου, στην πρώτη μεγάλη διαδήλωση στην πλατεία και τους δρόμους του ρωμαϊκού κινήματος, κάποιες δεκάδες συντρόφων προσέρχονται με το πρόσωπο ζωγραφισμένο, συγκεντρωμένοι σε ένα πολύχρωμο και ζωηρό τμήμα. Στο τέλος, θα παρασύρουν όλη την πορεία ούτως ώστε, στην Piazza Navona, στην θέση της ομιλίας που είχε προβλεφθεί, είχαμε το ξέσπασμα χορών και γιορτής με την οποίαν ολοκληρώθηκε η μέρα. Έτσι γεννιούνται «επίσημα» οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι, gli indiani metropolitani, απόγονοι των νεανικών κέντρων αλλά ακόμη περισσότερο – ειδικότερα στην Roma – της κρίσης στην οποίαν είχε περιέλθει  η παραδοσιακή στράτευση. Είναι ένας ολόκληρος χώρος συντρόφων που εκφράστηκε με τα όπλα της ειρωνείας (…) και της δημιουργικότητας (…) προσπαθώντας να αντιδράσουν όχι μόνο στην χειροτέρευση της νεανικής συνθήκης και κατάστασης, αλλά επίσης και στην ολοένα αυξανόμενη οστεοποίηση-δυσκαμψία της «politika, πολιτικής». Γι αυτό οι ινδιάνοι, Per questo gli indiani, αν και ήταν μόνο ένας συγκεκριμένος τομέας, εκπροσωπούν την πιο εμφανή έκφραση κάποιων βαθιά ριζωμένων χαρακτηριστικών του συνόλου του κινήματος του ’77: την κεντρικότητα των αναγκών, την απόρριψη των αναθέσεων, την διεκδίκηση σχέσεων διαφορετικών, μη ανταγωνιστικών και ούτε βίαιων” (AA.VV., Agenda rossa, κόκκινη Ατζέντα, Roma, Savelli, 1977; σελ. “15 ιανουαρίου”).

Πέμπτη 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977                                                                                                                 Roma: το πρωί πορεία τριάντα χιλιάδων φοιτητών την οποίαν έχουν καλέσει οι οργανώσεις FGCI, FGR, Gioventù Aclista, PDUP και AO. Το απόγευμα αντιφασιστική συγκέντρωση-φρούρηση στο ινστιτούτο Fermi ενάντια στην συγκέντρωση-ομιλία του φασίσταc Giorgio Almirante στο Monte Mario. Γύρω στις 17,30 κάποιες εκατοντάδες νεαρών εφορμούν στα γραφεία του κοινωνικού μετώπου MSI στην via Assarotti, στο Monte Mario. Πυροβολούν φασίστες, αστυνόμοι, διαδηλωτές, θα βρεθούν 200 κάλυκες από πιστόλια. Τραυματίζονται μια γυναίκα κι ένας φασίστας του MSI. Πάντα το απόγευμα, μετά ένα πάρτι μέσα στο πανεπιστήμιο, στην σχολή Γραμμάτων γίνεται μια συζήτηση για την πληροφόρηση. Ο Duccio Trombadori, συντάκτης της Unità, οργάνου του Κκι, είχε εκδιωχθεί από την συνέλευση για τις  «παραληρηματικές» δηλώσεις του και διότι διοχέτευσε ψευδείς και προκατειλημμένες ειδήσεις . Στις 19, στην via Ojetti, μια τριανταριά αριστεροί αγωνιστές καταστρέφει τις τζαμαρίες της υπεραγοράς Standa, ενώ στην via Collalto Sabino οι Προλεταριακές Περιπολίες- Ronde Proletarie καταστρέφουν την αποθήκη Elettrolux. “Η ιστορική αριστερά απαντά με μια πορεία σαράντα χιλιάδων φοιτητών. Πλέον είναι ξεκάθαρο πως οι νεανικές ομοσπονδίες των κομμάτων δεν έχουν καμία πιθανότητα διαλόγου με το Κίνημα” (Felice Froio, Il dossier della nuova contestazione, Το ντοσιέ της νέας αμφισβήτησης, Milano, Mursia, 1977; σελ. 9). Στην Bologna πορεία με 8.000 συμμετέχοντες. Διανέμεται μια μπροσούρα σε αυτή την περίοδο με το ποίημα «C’è mozione e/mozione», »ημερήσια διάταξη συν/αίσθημα:

“Η εξουσία δεν είναι / μόνο εκεί όπου λαμβάνονται / φρικτές αποφάσεις / αλλά παντού όπου ο διάλογος / εκρήγνει το σώμα τον θυμό / το ουρλιαχτό την κίνηση της ζωής. / Στην γλώσσα / των συντεταγμένων συνελεύσεων όπου το νόημα της συζήτησης αναπαράγει / την τάξη (για να την σεβαστεί) των πραγμάτων. / Λεν τα γκρίζα πτώματα / της πολιτικής-κουλτούρας-ηγεμονίας: ο κίνδυνος / ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ. / Αποσύνθεση είναι η ζωή / που βγαίνει από τις διατεταγμένες / αλυσίδες της οικογένειας / της εργασίας του χρόνου / που προορίζεται στο εργοστάσιο. / Αυτό που εκρήγνυται εδώ είναι ο συμπιεσμένος πλούτος  / νέων κοινωνικών δυνάμεων / που μέσα στην ίδια την μορφή / της ύπαρξης τους διασπούν την απαίσια τάξη του κύκλου απόδοση! αναπαραγωγή του σώματος! απόδοση αξίας. / Αυτό που εδώ εκρήγνυται είναι η σεξουαλικότητα-χειρονομία-σημάδι που διακόπτει το κωδικοποιημένο λεξιλόγιο, κλειστό / στην αλυσίδα συναρμολόγησης / δυνατότητας κατανόησης. / Η πολύπλοκη διαδρομή του υποκειμένου που βρίσκεται σε πορεία απελευθέρωσης πηγαίνει αλλού, όχι μέσα / στον κατανοητό κύκλο των προτάσεων για ψηφίσματα-συνελεύσεων. / Η επιθυμία εδώ / γίνεται κίνημα. / Γι αυτό ήδη βρισκόμαστε πέρα / απ’ το ‘68. Δεν βλέπεις  / εδώ τους φοιτητές, μα βλέπεις / του υποκείμενο που περνά / μέσα από δεδομένες εντολές  / και διαχωρισμένες: εργοστάσιο σχολείο γλώσσα. / ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ. Αποσύνθεση, προλεταριάτο που ενσωματώνει στην ύπαρξη του / την απόρριψη κάθε αθωότητας: εργασία-ημερομίσθιο”.

ΑΣΤΥΝΟΜΕ / ΠΑΡΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΣΤΡΙΒΕ / KATAΦΘΑΝΕΙ Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΣΣΑ / P.38           POLIZIOTTO / FAI FAGOTTO / ARRIVA LA COMPAGNA / P. 38

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ’68…ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ                                                                         QUESTO NON È IL ‘68… È MEGLIO

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 11 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΡΓΑΤΙΚΗΗΗ…/ΕΞΟΥΣΙΑΑΑΑ    POTEREEE… / OPERAIOOO                                           XVI

Το νεανικό προλεταριάτο τίθεται, μαζί με τις γυναίκες, σαν πυροκροτητής έκρηξη και σαν πολιτιστική πρωτοπορία στην έκρηξη των υπαρχουσών ισορροπιών των δυνάμεων μεταξύ των τάξεων, αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο από το 1968. Η λογική των θυσιών είναι η αστική λογική που λέει : τα ζυμαρικά στο προλεταριάτο, το χαβιάρι στους αστούς. Διεκδικούμε εμείς το δικαίωμα στο χαβιάρι, γιατί είμαστε αλαζόνες και αγενείς (ίσως επειδή είναι χαρακτηριστικό των νέων), γιατί κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να μας πείσει ότι σε καιρούς θυσιών οι αστοί μπορούν να πηγαίνουν πρώτη προβολή κι εμείς όχι, πως αυτοί μπορούν να φάνε την παρμεζάνα και εμείς όχι ή ακόμη και να μας αναγκάσουν να μείνουμε νηστικοί. Τα προνόμια που η μπουρζουαζία διατηρεί για τον εαυτό της είναι τα δικά μας, εμείς τα πληρώνουμε. Γι ‘αυτό και θέλουμε να τα κατακτήσουμε κάνουμε αυτό ένα θέμα αρχής. Θέλουμε όλους τους προλετάριους με τη γούνα; Όχι, θέλουμε απλώς να πάρουμε τα γουναρικά που οι αστοί φορούν εις βάρος μας και να καμαρώνουν για να μας ταπεινώσουν , κατά τα άλλα είμαστε από την πλευρά των βίσωνων, υποστηρίζουμε τον δίκαιο αγώνα τους για να αποφύγουν την εκδορά από αυτούς που κυβερνούν το ανθρώπινο είδος. Το δικαίωμα να πάρουμε στην κατοχή μας τα προνόμια της αστικής τάξης είναι ένα νέο στοιχείο από το 1968: Χθες χαλασμένα αυγά, σήμερα αυτομείωση. Οκτώ χρόνια αργότερα υπάρχει ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο, απρόβλεπτο και εξαιρετικά καινούργιο, του οποίου οι μακρινές ρίζες μπορούν να αναγνωριστούν στο νεανικό 1968 , στην εξέγερση των μακρυμάλληδων, αυτών που απομακρύνονταν από το σπίτι, στην πρώτη νέα μουσική. Ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο που εισέρχεται με τα δικά του σχήματα και με εκρηκτικό τόνο στη σκηνή της ταξικής πάλης ή καλύτερα της καθημερινής ζωής. Είναι το νεανικό προλεταριάτο, εκείνο το πραγματικό και όχι οι πολλές ετικέτες που πολλοί έχουν κολλήσει, όπως στην περίπτωση των αντιφασιστικών επιτροπών, που ξαφνικά μετατράπηκαν σε νεανικά κέντρα. Το νεανικό προλεταριάτο είναι ένα άλλο πράγμα, είναι ένα κίνημα του οποίου η δύναμη βασίζεται στην δημιουργικότητα (η οποία δεν είναι αξεσουάρ περισσότερο ή λιγότερο περιττό, αλλά είναι η ουσία) του οποίου η επιβίωση συνδέεται με την ικανότητα να χρησιμοποιήσει την δύναμη, γιατί το θέμα είναι για τους νέους: ή η συνολική περιθωριοποίηση, ή η συνολική ισχύς, εξουσία. Παρά την κόκκινη διοίκηση στον Δήμο, το προνόμιο της πρώτης δόθηκε για μιαν ακόμη φορά στην μιλανέζικη μπουρζουαζία, ως εκ τούτου θα κινητοποιηθούμε για να εμποδίσουμε τους αστούς να εισέλθουν στην Scala: μιας και μας την έχουν αρνηθεί θα κάνουμε τα πάντα για να την αρνηθούμε σε αυτούς. Αν δεν καταφέρουμε να αυτομειώσουμε, θα αυτομειώσουμε τους θεατές. Ο Paolo Grassi, σοσιαλιστής και διευθυντής της Σκάλα μας είπε ότι είναι σωστό οι αστοί που θέλουν να παν στην πρώτη να πληρώνουν 100.000 λίρες το εισιτήριο, γιατί με αυτό τον τρόπο χρηματοδοτούν την πολιτιστική παραγωγή , εμείς του απαντούμε πως το ποσό που θα μαζευτεί από την πρώτη παράσταση πρέπει να πάει στα κέντρα αγώνα ενάντια στην ηρωίνη, ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι των προλετάριων. Το ραντεβού είναι για όλους τρίτη βράδυ στις 17.30 στο κέντρο με τις μοβ σημαίες μας” («Questa prima non s’ha da fare» , »Αυτή η πρώτη δεν θα γίνει» VIOLA n. 1, 7 δεκέμβρης 1976).

Παρασκευή 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Palermo: κατάληψη της Σχολής Καλών Τεχνών, di Lettere        “Οι φοιτητές του Palermo καταλαμβάνουν la facoltà di Lettere και στην συνέχεια τις άλλες τις επόμενες ημέρες για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην απόφαση της ακαδημαϊκής κοινότητας να εφαρμόσει την εγκύκλιο Malfatti της 3 δεκεμβρίου, που απαγορεύει στους φοιτητές να δώσουν περισσότερες εξετάσεις στην ίδια ύλη και κατεδαφίζει την απελευθέρωση του προγράμματος σπουδών που ισχύει από το ‘68. Ο Malfatti (…) προετοιμάζει ένα σχέδιο μεταρρύθμισης που προβλέπει την εισαγωγή δυο επιπέδων βαθμολόγησης και διπλώματος,  την υποδιαίρεση των καθηγητών σε δυο διακριτούς ρόλους (εντεταλμένους και τους συνεργάτες), τον αυστηρό έλεγχο προγράμματος σπουδών από πλευράς καθηγητών,  την κατάργηση των μηνιαίων κλήσεων, την αύξηση των φόρων” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το »77 και μετά, Roma, Erre Emme Edizioni, 1997; σελ. 143).

Δευτέρα 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Napoli e Salerno: εβδομάδα κινητοποίησης στο Πανεπιστήμιο Στο Πανεπιστήμιο της Napoli αποφασίζεται μια εβδομάδα κινητοποιήσεων ενάντια στην εγκύκλιο Malfatti στις σχολές Καλών Τεχνών, Οικονομίας και εμπορίου, στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών. Στις 19 θα ξεκινήσει μια εβδομάδα κατάληψης και στο Salerno.

Σάββατο 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Jaquerie: διαδήλωση ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλεως της Bologna “Μερικές γνώσεις και η διορατικότητα σχετικά με την πραγματικότητα της Μπολόνια οδηγούν τους αγωνιστές της «Κολεκτίβας Jacquerie» να επιλέξουν την κεντρική πρωτοβουλία, με αυτομειώσεις στους κινηματογράφους και τα πολυτελή εστιατόρια στο εμπορικό κέντρο, σαν ένα πέρασμα υποχρεωτικό και για την εξάπλωση των νεανικών κέντρων. Η «Jacquerie» δεν είναι ακόμη ένα κίνημα, είναι μια συμπεριφορά κατ ‘ανάγκην μειοψηφική και ρήξης. (…) Στην διαδήλωση της 22ης ιανουαρίου ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλης βλέπουμε να εκδηλώνονται στην πορεία όλες εκείνες οι μορφές έκφρασης που πολλοί πατερναλιστικά είχαν εκχωρήσει στις φεμινίστριες και σε «εκείνους του Radio Alice»” (Gad Lerner e Mirko Pieralisi, «Democrazia e organizzazione nel movimento: l’esperienza di Bologna» OMBRE ROSSE n. 21, giugno 1977, pag. 8). Breve la vita felice di Jacquerie:

[Στο ρυθμό του τραγουδιού Συγγνώμη θέλεις να χορέψουμε,  Scusi vuol ballare con me, του Adriano Celentano]

ΣΩΠΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΦΩΝΕΣ, ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ, ΚΑΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΑΚΟΥΣ ΝΑ ΨΙΘΥΡΙΖΟΥΝ: TACCIONO LE VOCI, SI SPENGONO LE LUCI E NEL BUIO SENTI SUSSURRAR:

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ / ΟΡΓΑΝΩΣΗ / ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ / ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ           AUTONOMIA OPERAIA / ORGANIZZAZIONE / LOTTA ARMATA / RIVOLUZIONE

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 8/9 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΤΙ ΛΕΜΕ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ; / ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ! / ΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ; / ΟΛΑ!               XIII

Αυτή είναι η πραγματικότητα που μας προτείνει η μπουρζουαζία, κι εμείς οι νέοι, απομονωμένοι και αλλοτριωμένοι στα εργοστάσια και στα σχολεία, βρισκόμαστε την κυριακή το μεσημέρι να εκτονώνουμε τις απογοητεύσεις και την καταπίεση με ταινίες που μας προτείνουν μια ψεύτικη σεξουαλική απελευθέρωση (…). Το κίνημα των γυναικών και των νέων ανακαλύπτει ξανά ένα νέο τρόπο να βρισκόμαστε, να είμαστε μαζί, βλέπουμε το σεξ σαν επικοινωνία δημιουργικών υπάρξεων, ίσων και ομοίων (…). Με την αυτομείωση προωθούμε τον στόχο να δώσουμε στους εαυτούς μας την δυνατότητα να βλέπουμε αυτά τα film που κατά κάποιον τρόπο συμμετέχουν στα προβλήματα που βρίσκονται κάτω από την παρούσα συζήτηση. (…) Βαρεθήκαμε να ζούμε σαν ποντίκια. (…) Ξεκινώντας από αυτό, από το γεγονός πως βαρεθήκαμε την κοινωνία των θυσιών, από το γεγονός πως τα πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν από τώρα, αμέσως, εδώ και τρεις εβδομάδες χιλιάδες νέοι πήγαν στο κέντρο της πόλης και είδαν αυτές τις ταινίες που δεν μπόρεσαν ποτέ να δουν σε εκείνους τους κινηματογράφους στους οποίους δεν μπόρεσαν ποτέ να μπουν. Είδαμε το »Εννιακόσια», »Την τελευταία γυναίκα» «Novecento», «L’ultima donna», κλπ. Την Κυριακή αφεντικά και αστυνόμοι τσατισμένοι, θυμωμένοι εναντίον μας ήθελαν να μας απαγορεύσουν να κατέβουμε στην πλατεία. Χιλιάδες νέοι νίκησαν αυτό το σχέδιο γυρνώντας στους δρόμους του κέντρου, μπαίνοντας σε κινηματογράφους και θέατρα διαβάζοντας ανακοινώσεις, μπλοκάροντας επιδεικτικά κάποιες ταινίες. (…) Μα όλο αυτό δεν είναι παρά η αρχή! Δεν φτάνει να πάρουμε το κέντρο, πρέπει επίσης ν’ αλλάξουμε πρόσωπο στη γειτονιά που ζούμε. Δεν φτάνει να πάρουμε τους κινηματογράφους, πρέπει να κατακτήσουμε το δικαίωμα στη ζωή, στην ευτυχία, στη διασκέδαση. Δεν φτάνει να δούμε ένα film φτιαγμένο από άλλους, πρέπει να φτιάξουμε μια δική μας κουλτούρα που να ξεκινά από τις ανάγκες μας, τις επιθυμίες μας και την θέληση μας να περάσουμε καλά, να διασκεδάσουμε” (AA.VV., Θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, Sarà un risotto che vi seppellirà, Milano, Squilibri, 1977: σελ. 90-93).

Το κείμενο της ανακοίνωσης που διαβάστηκε στους κινηματογράφους:

“Οι νέοι απορρίπτουν τις «αναγκαίες θυσίες». Σήμερα, για τρίτη συνεχόμενη φορά, κατεβαίνουμε στην πλατεία στο κέντρο της πόλης από την οποίαν έχουμε αποβληθεί. Είμαστε εδώ σήμερα για να επαναβεβαιώσουμε το δικαίωμα όλων των προλετάριων να παίρνουν αυτό που οι αστοί κρατούσαν για τον εαυτό τους: λούσα, προνόμια, κινηματογράφο, θέατρα, αίθουσες χορού. Βρισκόμαστε εδώ για να καταγγείλουμε την την «κοινωνία των θυσιών», όπως το ’68 βρεθήκαμε μπροστά στην Bussola και την Scala για να καταγγείλουμε την «κοινωνία της κατανάλωσης». Θυσίες για τους προλετάριους, προνόμια για τους αστούς: όμως μαθαίνουμε να χτυπούμε και να παίρνουμε ότι μας ανήκει. Παίρνουμε τα σινεμά, τα θέατρα, τις αίθουσες χορού, έτσι όπως παίρνουμε τα σπίτια και τις θέσεις εργασίας. Τις θυσίες να τις κάνουν τα αφεντικά. (…) Επιβεβαιώνουμε την θέληση μας να μας υπολογίζουν, να αλλάξουμε τον κόσμο, κι όχι να τελειώσουμε στο πιάτο της ηρωίνης, δεν θα ταίσουμε εμείς την ηρωίνη, δεν θα καταλήξουμε στην ανεργία, ούτε στις οκτώ ώρες μισθωτής εκμετάλλευσης. Θέλουμε επίσης να χτυπήσουμε και την ποιότητα των ταινιών, ταινιών που παραπλανούν τους προλετάριους στις προσωπικές σχέσεις, που εμπορευματοποιούν το κορμί της γυναίκας και κάθε ανθρώπινη σχέση. Με αυτή την δύναμη, συνείδηση και εμπειρία, ετοιμάζουμε από τα κάτω ένα δημιουργικό εθνικό happening του νεανικού προλεταριάτου και όλων των νεανικών και αυτόνομων οργανισμών συνοικίας στις 27/ 28 νοεμβρίου στο Milano” (βρίσκεται στο AA.VV., Θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει-Sarà un risotto che vi seppellirà, Milano, Squilibri, 1977: σελ. 85-86).

Σάββατο και Κυριακή 27 – 28 ΜΟΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Happening του νεανικού προλεταριάτου στο Πανεπιστήμιο Statale του Milano “Ενώ η αυτομείωση εξαπλώνεται στα εστιατόρια, I Circoli Proletari Giovanili di Milano – τα Νεανικά Προλεταριακά Κέντρα του Μιλάνο επιβάλλουν, στις 27-28 νοεμβρίου ’76, το «εθνικό Happening του νεανικού προλεταριάτου». H συνάντηση επικυρώνει, μέσα στην έλλειψη συνοχής των συζητήσεων, των παρεμβάσεων για την ηρωίνη, στην ιδεολογική διάσπαση των παρευρισκομένων και την σιωπή, μια κατανοητή κατάκτηση: τον θάνατο της ιδεολογίας. Ούτε οι «χαμαιλέοντες» του Mls (Movimento Lavoratori per il Socialismo, πρώην MS, Movimento Studentesco) ούτε οι αντί-πολιτικοί αυθορμητιστές βετεράνοι του Lambro, ούτε οι διάφορες επιτροπές κατάφεραν να ηγεμονεύσουν επί της συζήτησης στην Statale. Καμιά ιδεολογική-πολιτική πρόταση εκτός από εκείνη, την βασική, της παρουσίας και των αναγκών τους, βγήκε νικηφόρα από την Statale”. (Gabriele Martignoni – Sergio Morandini, Il diritto all’odio, Το δικαίωμα στο μίσος, Verona, Bertani, 1977: σελ. 74-75).

ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΥΜΟ ΜΑΣ

ΤΙ ΤΡΩΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ; / ΧΑΒΙΑΡΙ ΧΑΒΙΑΡΙ! / ΤΙ ΤΡΩΜΕ ΕΜΕΙΣ; / ΤΟΝ COSSIGA ΣΤΟΝ ΦΟΥΡΝΟ / ΤΟΝ CARAMBA ΓΙΑ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ

[Francesco Maurizio Cossiga υπουργός εσωτερικών, caramba από το carabiniere-καραμπινιέρος]

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, ΑΥΤΟ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ‘68, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ 1977                     XIV

Το κείμενο της αφίσας της συνάντησης:

“Happening στο Milano στις 27 και 28 νοεμβρίου. Προβληματισμός και σκέψεις επάνω στην περίοδο των εορτασμών μέχρι το Parco Lambro, την αμφισβήτηση των ρεβιζιονιστών, την άρνηση τους να ενσωματώσουν το κίνημα με το festival της κομουνιστικής νεολαίας FGCI στη Ravenna. Οι καταλήψεις σπιτιών, η μάχη ενάντια στην ηρωίνη, η αυτομείωση των κινηματογράφων και η αμφισβήτηση της αστικής κουλτούρας, η νεανική ανεργία: σχεδιασμός προκαταρκτικής εκπαίδευσης, μαύρη εργασία, υπερεκμετάλλευση, επισφαλής εργασία. Η διεύρυνση της δημιουργικότητας στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές, η κριτική στην «απαρχαιωμένη στράτευση», η πολιτιστική επανάσταση, η ανάγκη και η επιθυμία δύναμης και ισχύος, η ανάγκη να μας λαμβάνουν υπόψη που όλο και περισσότερο εκφράζουμε και διεκδικούμε. Οι φυλές των αλλοτριωμένων, των αποκλεισμένων, των φρικιών, νεαρών προλετάριων απ’ όλη την Ιταλία αποβιβάζονται στο Milano. Δυο μέρες με παιχνίδια, συζήτηση, μουσική και… η θέληση και η επιθυμία να ζήσουμε, να μας δώσουμε όλη την εμπειρία μας. (…) Τα γκρι γιλέκα μας αρνήθηκαν τα πάντα, μας κρατούν πεινασμένους, μας γδύνουν με τα σβησμένα τους μάτια, θα ήθελαν να μας διασκορπίσουν στο τσιμέντο αυτής της πόλης, με τα γουρουνίσια τους στόματα θα ήθελαν να μας καταπιούν στα σάπια τους έγκατα των γκέτο. Από εδώ και πέρα ο άνεμος της απελπισίας μας θα ουρλιάζει κάθε στιγμή στα αυτιά των γκρι γιλέκων. Ο θυμός μας  θα ταράξει τα τσίγκινα μυαλά τους. Τα χρώματα της γλυκύτητας μας θα βάψουν τον τρόμο τους. Η περιφρόνηση τους θα αυξήσει τη δύναμη μας. Η αλαζονεία τους θα μεγαλώσει τη δύναμη μας. Θα χαθούν μες την αλαζονεία τους. Ξεθάψαμε τα πολεμικά μας τσεκούρια! Δεν θα καπνίσουμε πλέον την πίπα της ειρήνης με τα γκρι γιλέκα” (βρίσκεται στο AA.VV.,Sarà un risotto che vi seppelliràΘα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, Μilano, Squilibri, 1977: σελ. 95-96)

“Στις 27-28 νοεμβρίου έλαβε χώρα στο Milano η συνάντηση των Κέντρων του Νεανικού Προλεταριάτου, Circoli del Proletariato Giovanile. Σημάδεψε το τέλος της ιδεολογίας, της ανάθεσης, του βολονταρισμού. Σημάδεψε επίσης την κρίση των μορφών κατηχητικής επικοινωνίας και γλώσσας. Το υποκείμενο δεν θέλει πλέον να αναθέτει στο λεξιλόγιο την εκπροσώπηση (κατηχητικού τύπου) της ζωής. Θέλει να ζήσει. Και ήταν το happening. (…) Η απόρριψη, η παραδοξότητα η εξέγερση είναι η δυνατότητα μιας καινούργιας ιστορίας, να κάνουμε ν’ ανθίσει εκείνο που επείγει: Ένα άλλο Εξήντα οκτώ με άλλη όπλα” Dal movimento giovanile al movimento di liberazione dalavoro«A/Traverso», δεκέμβρης 1976, »Από το νεανικό κίνημα στο κίνημα απελευθέρωσης από την εργασία», σελ. 8). Μια παρέμβαση:

“Ένας σύντροφος, προηγουμένως, χρησιμοποίησε εκείνο το θλιβερό λεξιλόγιο που σήμερα το πρωί μεταχειρίστηκε από έναν άλλον σύντροφο… εκείνον που έλεγε, θυμάστε, δεν ξέρω… «εγώ έκανα το ‘68»… και έμοιαζε ένας βετεράνος του πολέμου 15-18, που μας μιλά για τα πράγματα που έκανε τότε κλπ. Εδώ κανείς δεν θέλει να υποβαθμίσει την εμπειρία του ’68, ήταν κάτι μεγάλο, τεράστιο κλπfu , όμως κανείς δεν μπορεί να έρχεται εδώ να μας κάνει το μάθημα. Όταν εμείς χρησιμοποιούμε αυτό το νέο λεξιλόγιο, όταν εμείς συμπεριφερόμαστε με αυτό τον τρόπο, πιστεύω πως κάνουμε μια ρήξη με το παρελθόν (…). Ωραία, εγώ λέω πως όταν εμείς λέμε – όπως ειπώθηκε – πως μια μέρα στα λιβάδια της Αμερικής θα καταστρέψουμε τις μητροπόλεις, θα επιστρέψουν τα λιβάδια, θα επιστρέψουν οι βίσωνες και θα επιστρέψουν οι ινδιάνοι, δεν κάνω άλλο από το να μιλώ με ομορφότερο τρόπο, με ένα τρόπο  – σύμφωνα μ’ εμένα – που ακούγεται ωραιότερα… δεν κάνουμε άλλο από το να λέμε πως μιαν ημέρα εμείς θα καταστρέψουμε τα αστικά τέρατα Milano, για παράδειγμα, ή όπως το δικό μου Porto Marghera και Mestre, και πως μια μέρα σε αυτά τα μέρη θα επιστρέψουμε εμείς με την ελευθερία μας, και με τη φύση μας να ξεδιπλώνεται ελεύθερη δίχως πλέον κανένα αφεντικό” (βρίσκεται στο Gabriele Martignoni – Sergio Morandini, Το δικαίωμα στο μίσος-Il diritto all’odio, Verona, Bertani, σεπτέμβρης 1977: σελ. 397).

Από το κείμενο της καταλυτικής πρότασης: “Μετά τις 20 ιουνίου οι εφημερίδες εξαπέλυσαν μια εκστρατεία ενάντια στους νέους. Μετά  το Parco Lambro είπαν πως οι απομονωμένοι επιζήσαντες σφάζονταν μεταξύ τους. Η κατάληξη αυτής της συνάντησης είναι πως αντιθέτως το νέο αναδύεται. Το Parco Lambro στο Milano παρήγαγε ένα πλατύ διάλογο επάνω στη δραματική κατάσταση στην οποία ζει η νεολαία. Το ParcoLambro υπήρξε ο πιστός καθρέπτης μιας πραγματικότητας αλλοτρίωσης, μοναξιάς, έλλειψης δύναμης ώστε να αλλάξουν τα πράγματα. (…)Μέσα σε αυτή την κατάσταση γεννήθηκε στο Milano, μια βιαιότατη πόλη που διασπά και διαχωρίζει, η μάχη στους κινηματογράφους.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ / ΑΓΡΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ / ΜΠΛΟΚO AΠΟΧΗ ΑΠ’ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ / ΣΑΜΠΟΤΑΖ

ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΝΗΚΕΙ, ΜΟΝΟ Ο ΘΥΜΟΣ ΜΑΣ, Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΚΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΔΙΧΩΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 5 – χρονικό του Κινήματος ’77

X            Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ Ο ΧΩΡΟΣ: ΤΗΝ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΗ ΖΗΤΑΜΕ

ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1976. Το πρώτο κοινωνικό κέντρο: κατάληψη του κτιρίου της Via Ciovassino 1, Milano (ζώνη Brera) «Καταλάβαμε ένα ακίνητο που θέλουμε να μετατρέψουμε σε ένα κεντρικό σημείο αναφοράς της δύναμης, του πολιτισμού και του τρόπου ζωής του νεανικού μιλανέζικου προλεταριάτου. Αυτή η κατάληψη έχει προωθηθεί ταυτόχρονα από νέους που αναζητούν σπίτι για να ζήσουν συλλογικά και από τα νεανικά κέντρα του Μιλάνο. Ποιο είναι το σχέδιο;  1) να χτιστεί μια γειτονιά όπου να μπορείς να ζήσεις, δεν θέλουμε να κλειστούμε στο γκέτο του κατειλημμένου κτιρίου. Θέλουμε να κάνουμε αυτή την ζώνη έναν γενικότερο τόπο συνάντησης των νέων, να βρισκόμαστε στους δρόμους, να τους ξαναζωντανέψουμε με νέους, να τους γεμίσουμε με αυτούς, μια ζώνη απ’ όπου οι προλετάριοι είχαν εκδιωχθεί. Θέλουμε να κάνουμε δικά μας τα σπίτια, τους δρόμους, τα μαγαζιά. Με λίγα λόγια, ένα μικρό «Quartiere Latino», Quartier Latin, των χρόνων ’68. (…) Έτσι ώστε να συγκεκριμενοποιήσουμε το «prendiamoci la città», »να πάρουμε την πόλη», μια ζώνη νέων συμπεριφορών. Το κέντρο της via Ciovassino (…) εκτός από τους δυο ανώτερους ορόφους που θα χρησιμοποιηθούν για συλλογική κατοίκηση, θα ανοίξει στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο μια σειρά οργανωτικών και πολιτιστικών κέντρων: A) «Το κέντρο αγώνα στην ηρωίνη» (…). B) «Το κέντρο κατάληψης και συντονισμού σπιτιών για νέους» (…). C) «Το κέντρο οργάνωσης ενάντια στην μαύρη εργασία» (…). D) «To κέντρο αγώνα στην ανεργία» (…). E) «Το κέντρο νομικής αυτοάμυνας» (…). F) «Έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο από τα παιδάκια» (…). G) «Έναν χώρο για το φεμινιστικό κίνημα» (…). H) «έναν χώρο για τις συναντήσεις» (…). I) «Κάποιους χώρους» διαθέσιμους για «πολιτιστικές πρωτοβουλίες», όπως σχολή μουσικής, θεάτρου, μιμητικής. L) «Ένα κέντρο πολιτιστικής πρωτοβουλίας» για να εξασφαλιστούν τα οργανωτικά εργαλεία για να γίνονται γιορτές, για την επαφή με μουσικούς, ανθρώπους του θεάτρου, κλπ., για την προώθηση συναυλιών, γιορτών, πολιτιστικών συναντήσεων. M) Για το άνοιγμα καταστημάτων, βιοτεχνικών κέντρων και για να κατακτήσουμε ένα μεγάλο φυσικό χώρο που είναι αίθουσα συνεύρεσης, χορού, για να ακούμε μουσική, προβολής ταινιών κλπ, μόνιμο χώρο, αναβάλλουμε και μεταφέρουμε όλα αυτά στην επόμενη αύξηση τη δύναμης μας από κάποιον εθελοντή ο οποίος να οργανώσει μια υγιή συσσώρευση χρημάτων. N) Μια μόνιμη έκθεση γραφικών, φωτογραφιών, αφισών, εικόνων και πινάκων, τη μόνιμη συλλογή απορριμμάτων χαρτιού και αντικειμένων χρησιμοποιημένων, μία μόνιμη συνδρομή. O) Το επόμενο άνοιγμα μιας αγοράς μεταχειρισμένου για τους νέους, P) Ένα γυμναστήριο για την φυσική και νοητική εκπαίδευση του σώματος. (…) Η εξουσία λήψης αποφάσεων για κάθε πρωτοβουλία χρεώνεται στη γενική συνέλευση, κάθε Παρασκευή, των καταληψιών του κτιρίου μαζί με τα νεανικά κέντρα και όλων αυτών που είναι πρόθυμοι να εργαστούν για το σχέδιο που προτάθηκε εδώ επάνω” (ντοκουμέντο που αναπαράχτηκε στο AA.VV., ‘Θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει’ – Sarà un risotto che vi seppellirà, Milano, Squilibri, 1977: σελ. 79-82).

Κυριακή 31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ – 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Το 2° Συνέδριο της Lotta Continua στο Rimini  Το ΚΚΙ έχει αναλάβει την κυβερνητική του ευθύνη ταυτοποιούμενο με μεγάλη επιδειξιομανία με τη λογική της ιμπεριαλιστικής διαχείρισης, καπιταλιστικής και χριστιανοδημοκρατικής της κρίσης, και δεσμεύοντας ολόκληρη η μηχανή του κόμματος στην μετάδοση της ιδεολογίας που χτίστηκε επάνω σε αυτή τη λογική και στην κατάκτηση μιας μαζικής συναίνεσης στην κυβέρνηση. Το PCI έκανε ένα απότομο βήμα προς ένα ρόλο καθεστώτος » (Adriano Sofri, στο AA.VV., Il 2° Congresso di Lotta Continua, Roma, Coop. Giornalisti Lotta Continua, 1976; σελ. 12-13).  «Τρία θέματα κυριάρχησαν αυτή την επανεκκίνηση της συνολικής αμφισβήτησης της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής της και των αγωνιστών της. Το πρώτο είναι ο φεμινισμός. Οι συντρόφισσες, ξεκινώντας από την ανταρσία εναντίον μιας πολιτικής πρακτικής και μιας αντίληψης της επανάστασης και του κομμουνισμού που από πάντα τις απέκλειε και περνά επάνω από τις ανάγκες τους, μέχρι να μετατρέψει την επαναστατική στράτευση σε μια νέα πηγή καταπίεσης, ήταν σε θέση να ασκήσουν την πιο ριζοσπαστική κριτική όχι μόνο στο αφηρημένη περιεχόμενο της πολιτικής γραμμής, αλλά στον τρόπο να την ασκούν (…)  Το δεύτερο κυρίαρχο θέμα (…) υπήρξε εκείνο της εργατικής κεντρικότητας, (…) υπάρχει ένα γενικότερο πρόβλημα και ζωτικής σημασίας όλης αυτής της φάσης καταβύθισης της κρίσης: είναι η επίθεση του κεφαλαίου και του κράτους (. ..) στον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης ενάντια στο υπόλοιπο προλεταριάτο, δηλαδή, όλων εκείνων των κοινωνικών τομέων που αφού παρασύρθηκαν από την δύναμη και τα περιεχόμενα της πάλης των εργατών τα τελευταία χρόνια, έχουν βρει, ή έχουν αρχίσει να βρίσκουν το δρόμο μιας αυτόνομη ανάπτυξης σαν κίνημα και τη δική τους μαζική οργάνωση: οι άνεργοι, οι απασχολούμενοι στο δημόσιο τομέα, οι νέοι, οι στρατιώτες, ο κοινωνικός αγώνας, κλπ. (…)  Τέλος, το τρίτο θέμα υπό συζήτηση, κατά το οποίο οι συντρόφισσες «ανέβασαν τον πήχη της στόχευσης τους» την τελευταία ημέρα του συνεδρίου, ήταν αυτό της πολιτικής διεύθυνσης, των μεθόδων με τις οποίες αυτή ασκείται, των συντρόφων που την έχουν ασκήσει. (…) ” (Guido Viale, στο AA.VV., Το 2° Συνέδριο της Lotta Continua, Roma, Coop. Giornalisti Lotta Continua, 1976; σελ. XI-XV).

ΕΙΜΑΣΤΕ ΦΟΙΤΗΤΕΣ, ΛΙΓΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ / ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠ’ ΤΗΝ ΣΥΝΟΙΚΙΑ PARIOLI / ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΛΤΟ / ΠΑΛΤΟ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ / ΠΑΛΤΟ ΕΚΛΕΚΤΗΣ ΜΑΡΚΑΣ / ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΚΟ ΠΑΛΤΟ! [στο μοτίβο του ύμνου της Lotta Continua]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συμβουλές [ή όχι] για τις αγορές σας: Έτρεχα σκεπτόμενος την Anna, του Pasquale Abatangelo – Consigli (o sconsigli) per gli acquisti: Correvo pensando ad Anna, di Pasquale Abatangelo

Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα

Μέσα από την κοπριά των πολλών δήθεν απομνημονευμάτων για τη δεκαετία του Εβδομήντα, συμβαίνει σε κάποιο σημείο να ξεθάψουμε το πιο όμορφο λουλούδι. Είναι η ειλικρινής και τραγική ζωή του Pasquale Abatangelo που μας επιστρέφει, μας δίνει πίσω την έννοια και την σημασία μιας συλλογικής ιστορίας που θάφτηκε από την μνησίκακη ιστορία των νικητών, της δεξιάς και της αριστεράς. Εδώ και πάρα πολύ καιρό έχουν αλλάξει το όνομα στα πράγματα, αλλά παραμένει άγρια αληθινός ο στίχος της Gertrude Stein, Γερτρούδης Στάιν: ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο. Αυτή η αυτοβιογραφία επιστρέφει νόημα σε ένα όνομα που πλέον έχει στραγγιστεί από υλικά νοήματα, από φυσικές έννοιες και σημασίες : τον κομμουνισμό. Η ζωή του Abatangelo Pasquale είναι ο ιταλικός κομμουνισμός των χρόνων Εβδομήντα. Η ζωή του ως συνεκδοχή μιας γενιάς επαναστατών αγωνιστών οι οποίοι, στερημένοι από τα πάντα, εκτός από την πειθαρχία και την αυτοθυσία τους, βρέθηκαν σε θέση να βάλουν το φόβο στην εξουσία, μπόρεσαν να κάνουν την εξουσία να φοβηθεί. Είναι αυτό ένα προνόμιο που πλήρωσαν ακριβά: πολλοί δεν άντεξαν, άλλοι διατήρησαν την αξιοπρέπειά τους ανέπαφη. Ο Pasquale ήταν ένας από αυτούς.

Η ζωή του Pasquale περικλείει συμβολικά την αίσθηση και το νόημα της μακράς δεκαετίας των ταξικών αγώνων στην Ιταλία ανάμεσα στο 1968 και το τέλος της δεκαετίας του Εβδομήντα. Μια ζωή ανθρώπων που δεν τους έδιναν μεγάλη σημασία, ζωή ανθρώπων δίχως αξία, και ήταν πολλές εκείνη την εποχή, απ’ το σχολείο σε αυτό του δρόμου, την πρώτη ληστεία, στη φυλακή. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό έγινε μέσα σε εκείνη την συλλογική ιστορία που συγκλόνισε τις μοίρες μιας γενιάς. Ο απολιτικός Pasquale έπρεπε να λογαριαστεί με την επαναστατική επείγουσα ανάγκη, με τον επαναστατικό χαρακτήρα μιας γενιάς που σάρωσε τα ατομικά πεπρωμένα: «Εδώ δημιουργήθηκαν οι βάσεις, τα θεμέλια της ιταλικής ιδιαιτερότητας. Και στη Γαλλία, και στη Γερμανία, στην Αγγλία, στις ΗΠΑ το Εξήντα οκτώ βρήκε τις λέξεις για να κατανοήσει, να περιγράψει και να απορρίψει στο σύνολο τους τους θεσμούς . Αλλά μόνο στην Ιταλία δημιουργήθηκε μια equal δυναμική, ομότιμη, οριζόντια και οσμωτική ανάμεσα στους ποινικούς και τους επαναστάτες. Χρόνια αργότερα, στα βιβλία φιλοσοφίας βρήκα τις σωστές λέξεις για να περιγράψω την σημασία αυτής της συνάντησης: αμοιβαία αναγνώριση «. Η αμοιβαία αναγνώριση στην οποίαν αναφέρεται ο Pasquale δεν είναι «μόνο» μεταξύ των κοινών κρατουμένων και των πολιτικών αγωνιστών, μαχητών. Είναι εκείνη ανάμεσα σε ένα κομμάτι των κατώτερων τάξεων και των επαναστατικών πρωτοποριών. Αυτή είναι η σχέση που εξηγεί την μη φυσιολογική διάρκεια και την σκληρότητα της μάχης, της σύγκρουσης που έσυρε την χώρα σε έναν αληθινό εμφύλιο πόλεμο – αν και “χαμηλής έντασης”. Αυτή είναι η ιταλική ιδιαιτερότητα, η οποία επέτρεψε την δημιουργία ενός μαζικού επαναστατικού κινήματος και, ταυτόχρονα, την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα:«Οι νέοι αμφισβητίες που διαμαρτύρονταν και κατέληγαν στη φυλακή συνέβαλαν στη διεύρυνση των πολιτικών και πολιτιστικών οριζόντων των πρωτοποριών του κινήματος των κρατουμένων. Αλλά και οι ληστές και οι κλέφτες εμπλούτιζαν τις πολιτικές και ανθρώπινες αποσκευές των αγωνιστών της άκρας αριστεράς. Η επιρροή αναπτύσσονταν και στις δύο κατευθύνσεις. Οι κατάδικοι ιδιοποιούνταν την κουλτούρα και την πολιτική εμπειρία των εξηνταοκτάρηδων, που ήταν απαραίτητες για να δώσουν νόημα σε μια συλλογική αναταραχή, σε εκείνο το τίναγμα και ξέσπασμα που διαφορετικά θα προορίζονταν να πυρποληθεί και να καεί μέσα σε ένα είδος jaquerie. Οι εξωκοινοβουλευτικοί, στο μεγαλύτερο τους μέρος μικροαστικής κοινωνικής προέλευσης, κατάπιναν με γρήγορες γουλιές την συγκεκριμένη γνώση των κρατουμένων, φρούτο και αποτέλεσμα των όξινων εμπειριών που βίωναν στα περιθώρια της κοινωνίας».

Αλλά μέσα σε αυτή τη συλλογική ιστορία περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη ιστορία του Pasquale, κατανοητή μόνο αν τοποθετηθεί μέσα στη δεκαετία του Εβδομήντα, αλλά – ταυτόχρονα – πλήρως αντάξια των εξαιρετικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Ο Pasquale συνελήφθη την τελευταία και οριστική φορά το 1974. πολιτικοποιείται μέσα σε λίγο χρόνο, ιδρύει μαζί με άλλους συντρόφους τους Nap της Φλωρεντίας, τους ένοπλους προλεταριακούς Πυρήνες, και κατά τη διάρκεια μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης που έληξε με τραγικό τρόπο συλλαμβάνεται και φυλακίζεται μέχρι το 1993 για να βγει με αναστολή, στην οποίαν ακολούθησαν άλλα δέκα χρόνια ημιελευθερίας και επιτηρημένης ελευθερίας. Είκοσι χρόνια συνεχούς κράτησης στις ειδικές φυλακές, είκοσι χρόνια εξεγέρσεων, ταξικών αγώνων στο εσωτερικό των κατασταλτικών δομών, ξυλοδαρμών που υπέστη, τους οποίους, όταν ήταν δυνατόν, ανταπέδιδε, είκοσι χρόνια εγκλεισμού δίχως καμιά θυματοποίηση από πλευράς του. Δεν υπήρχαν περιθώρια για κλαψούρισμα κατά τη διάρκεια της πάλης των τάξεων, αλλά είναι ένα πράγμα να το λέμε ή και μόνο να το «σκεπτόμαστε» με ψυχραιμία, ένα άλλο είναι να το ασκούμε για είκοσι ολόκληρα ατέλειωτα χρόνια, μακριά από αυτούς που αγαπάμε, από την κανονική ζωή, ή ακόμα και από την στράτευση σε συνθήκες ελευθερίας. Ο κομμουνισμός στην Ιταλία και στη δεκαετία του Εβδομήντα σήμαινε και αυτό: όχι μόνο «την μετατροπή» ενός προλετάριου σε πειθαρχημένο επαναστάτη αγωνιστή της ταξικής πάλης, αλλά το άνοιγμα του κόσμου της «κουλτούρας» σε όσους πάντα αρνούνταν τους ταξικούς μηχανισμούς της: «Τα βιβλία μου έδωσαν αυτοπεποίθηση, παραδίδοντας μου αλήθειες που ποτέ δεν θα ξεχάσω σε όλη μου την ζωή σαν κομμουνιστή αγωνιστή. Αλλά με δίδαξαν, επίσης, ότι το να μισώ δεν έφτανε, και ήταν εύκολο να το παραδεχτώ αν ο κόσμος που έπρεπε να κληρονομήσουμε ήταν αυτός του Fabrizio del Dongo ή του Pierre Bezuchov, πιο δύσκολο γίνονταν αν η ανάγνωση διακόπτονταν από τις κραυγές που έρχονταν από τους διαδρόμους, σε εκείνη την σκατένια φυλακή όπου το να χτυπούν τους κρατούμενους ήταν σαν να παίζουν tresette, στα χαρτιά». Ο αντάρτης Abatangelo, ο εξεγερμένος, ήταν μια μηχανή που κατασκευάστηκε από την κοινωνία για να μισεί. Η φυλακή ήταν ο τόπος όπου αυτό το μίσος πολλαπλασίαζε τη δύναμή του και κυλούσε στις φλέβες των κρατουμένων. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό συνεπάγονταν επίσης την αμφισβήτηση της εξεγερμένης φύσης των: το ταξικό μίσος ήταν η πηγή, το ελατήριο, που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί, αλλά η επαναστατική μαχητικότητα τους δεν θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο μες το μίσος, έχοντας σαν ποινή την επιστροφή στην εξεγερτικότητα ως αυτοσκοπό, από την οποίαν όμως είχαν απομακρυνθεί, με δυσκολία, και είχαν χειραφετηθεί με ριζοσπαστικό τρόπο. Κι εδώ: εύκολο να το γράψεις, πολύ δύσκολο να το κάνεις μέσα στο κύκλωμα των ειδικών φυλακών, όπου η εκμηδένιση της προσωπικότητας σου ήταν ο πρώτος στόχος της καταστολής. Ακόμη περισσότερο: εύκολο για κάποιον «πολιτικό» ο οποίος γρήγορα μορφώθηκε από τις σκληρότητες της φυλακής, πολύ λιγότερο για έναν εξεγερμένο προλετάριο που πολιτικοποιήθηκε αργότερα, ακριβώς σε εκείνη τη φυλακή που ευνοούσε την κακία και το μίσος σαν τον μοναδικό υπαρξιακό ορίζοντα.
Αλλά η «δύναμη» του βιβλίου είναι κάπου αλλού και όχι στην απλή επίκληση της προσωπικής εμπειρίας, που είναι έτσι κι αλλιώς σημαντική, και σε πολλά χωρία, συγκινητική ακριβώς λόγω της ειλικρίνειας που είναι απαλλαγμένη από κάθε προσπάθεια μεταθανάτιας νομιμοποίησης. Το βιβλίο δεν είναι μόνο μνήμη και μαρτυρίες, αλλά και πολιτική ανάλυση. Δεν έχει υποβιβαστεί σε αντικείμενο απλής απομνημόνευσης, που είναι από μόνη της εργασία αξιοπρεπής, αλλά κατά κάποιο τρόπο «ήσσονος σημασίας». Οι μνήμες του Pasquale, οι αναμνήσεις του, συνυφασμένες διαπλέκονται με τον πολιτικό στοχασμό για τον ένοπλο αγώνα, για το τέλος του, σχετικά με τους πιθανούς δρόμους τους οποίους δεν μπόρεσε να ακολουθήσει με αποτέλεσμα το τέλος του κομμουνισμού στην Ιταλία νοούμενου σαν το πραγματικό κίνημα που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη, την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων : «Οι BR ουδέποτε υπήρξαν ένα «σύμβολο», ένα εμπορικό σήμα, όπως λέγετε σήμερα. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν ένα οργανωμένο σώμα ανδρών και γυναικών που είχαν δώσει βάθος στις ενέργειές τους μαχόμενοι, και που έσβησε κάνοντας τον ένοπλο αγώνα, διότι, στις στρατηγικές και τακτικές επιλογές, δεν κατάφερε να κοιτάξει πέρα από το κοινωνικό κύκλο αγώνων που το είχε παράξει σαν πολιτική και στρατιωτική πρωτοπορία ».

Όπως έχουμε πει πολλές φορές, η δεκαετία του Ογδόντα – νοούμενη ως γενικευμένη απομάκρυνση της κοινωνίας από την πολιτική, τα χρόνια Ογδόντα νοούμενα σαν οριστική εξαφάνιση του κομμουνισμού ως ορίζοντα των ταξικών αγώνων στη χώρα – δεν ήταν αναπόφευκτα στην Ιταλία. Παρά την σκληρότητα και την μεγάλη διάρκεια της σύγκρουσης που έλαβε χώρα την προηγούμενη δεκαετία, ήταν δυνατές πολιτικές εξελίξεις σε θέση να αλλάξουν τις μορφές πάλης, χωρίς να εγκαταλειφθεί η ουσία. Αλλού – σε συνθήκες και περιπτώσεις παρόμοιες που σημαδεύτηκαν από την κατασταλτική βία – αυτό το βήμα έγινε, αυτό το πέρασμα, συσσωρεύοντας στα ανταγωνιστικά κινήματα μια σχέση ανάμεσα στις ανάγκες επιβίωσης και στις αντικαπιταλιστικές πολιτικές στρατηγικές. Αν και έγινε αναρροή όσον αφορά τον στόχο, διατηρήθηκε ένας δεσμός, ιστορικός και ιδανικός. Στην Ιταλία όχι. Στην Ιταλία,  όπως γράψαμε σε άλλη ευκαιρία, in un’altra occasione, «με τη δεκαετία του Εβδομήντα εξαφανίζεται ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανώνονται ταξικοί αγώνες για την δύναμη, την ενέργεια που περιέχουν, σίγουρα με τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλει η επικαιρότητα, μια εναλλακτική πολιτική στον καπιταλισμό, και να ξέρουν, να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να οικοδoμήσουν, να καθιερώσουν σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, με το να συρρικνώνεται σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό και διεκδικιστικό. Εκείνοι που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν ήταν πλέον σε θέση να υφαίνουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (οπότε και της συναίνεσης) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντας συρρικνωθεί στην κατάσταση υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν ξέρουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιαστικές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές) ».

Είναι πάλι ο Pasquale που το εντοπίζει με τον καλύτερο τρόπο και με τις κατάλληλες λέξεις σε ένα από τα τελευταία βήματα του βιβλίου: «Ο ένοπλος αγώνας γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, συγκυρία. Ενσάρκωνε μια πολιτική πρόκληση που προϋπέθετε μια κοινωνία διαποτισμένη με κομμουνισμό και μια ισχυρή ριζοσπαστικοποίηση των μαζών. Αυτές οι προϋποθέσεις, αυτές οι συνθήκες είχαν εξαφανιστεί. Να τις επανενεργοποιήσουμε ήταν ένα καθήκον. Αλλά δεν μπορούσαμε να υποκαταστήσουμε μια παρόμοια δουλειά με τη χρήση μεμονωμένων δράσεων, δεν έπρεπε, σε μιαν Ιταλία όπου, αν μη τι άλλο, το πρόβλημα ήταν πως χρειάζονταν μια νέα μαρξιστική παιδεία, εκπαίδευση των κινημάτων, χρειάζονταν ένας νέος μαρξιστικός αλφαβητισμός των κινημάτων που, σε γενικές γραμμές, δήλωναν πως ήταν κατά της παγκοσμιοποίησης».

Είναι από εδώ πού θα πρέπει σήμερα να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή. Είναι αυτός ο τρόπος, το νόημα του προβληματισμού, της σκέψης, του στοχασμού που πρέπει να κινηθεί εκ νέου μέσα στα ιταλικά αντικαπιταλιστικά κινήματα. Να επανενεργοποιηθεί ένας κύκλος ταξικών αγώνων που να μπορούν να συνδεθούν με τις αναγκαιότητες του προλεταριάτου, σε θέση να δημιουργήσει μαζί του και να καθιερώσει μια γλώσσα και συμπεριφορές ενιαίες και κοινές, αλλά – ταυτόχρονα – να μην θυσιάζει στο βωμό αυτής της σχέσης τον κομμουνισμό. Είναι ένας προβληματισμός, μια παρατήρηση ωστόσο, την οποίον πολλοί από τους συντρόφους του Pasquale έκαναν στη δεκαετία του Ενενήντα, ένα σχόλιο που δεν εισακούστηκε από ένα κίνημα αποπλανημένο από τις μεταμοντέρνες σειρήνες του τέλους της ιστορίας. Λάθεψαν κατ΄αρχάς οι ερυθρές Ταξιαρχίες, που δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν ενιαίο ένα σκεπτικό και επιχείρημα που χάθηκε μέσα στα ρυάκια του κατακερματισμού που πήγαν να συναντήσουν στη δεκαετία του Ογδόντα. Έκανε λάθος ένα κίνημα που εγκατέλειψε κάθε επαναστατική στρατηγική, εν και μέσα στο δίκαιο καθήκον να συνεχίσει να παραμένει γαντζωμένο με οποιοδήποτε μέσο απαραίτητο στα ζωντανά ρεύματα μιας κοινωνίας που βρίσκονταν στη φάση της προοδευτικής διάσπασης προς τον ατομικισμό. Όμως, η συλλογιστική που προτείνει ο Pasquale μας φαίνεται να αντέχει πλήρως, και γι αυτό σας μεταφέρουμε ένα μεγάλο απόσπασμα:

«Αν σκοτώνω τον Biagi και τον D’Antona χωρίς κανένα κοινωνικό υπόβαθρο, μόνο και μόνο επειδή ο πόλεμος μακράς διάρκειας θα πρέπει να έχει κάποιες αναλαμπές κάθε δέκα με δεκαπέντε χρόνια μέσα στην έρημο της ιστορίας, αναλαμβάνω τις ευθύνες. Αν πηγαίνω στη Γένοβα για να τους αμφισβητήσω, να διαμαρτυρηθώ ενάντια στους G8 με ένα happening που, μπροστά στην αγριότητα της αστυνομίας, αφήνει πίσω του μόνο απογοήτευση και θυματοποίηση, αποδέχομαι την ευθύνη. Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζουμε, όταν προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Το να είσαι συνεπής είναι σημαντικό. Όντες επαναστάτες, όμως, σημαίνει κάτι περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αυταπάτες όσον αφορά τον εχθρό. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε την ταπεινότητα να ξεκινήσουμε από το τέλος, ξανά από την αρχή, από τα κάτω, όταν οι ήττες έχουν αποκόψει τις πρωτοπορίες από τις μάζες. Σημαίνει να κατανοήσουμε ότι δεν μπορούμε πάντα να είμαστε συμπαθείς και πως, αν η αντίφαση μεταξύ των μέσων και των σκοπών του αγώνα πάντα ανθίζει μέσα στην ιστορία, πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Στρατηγική και τακτική, λέγαμε κάποτε. Είναι λόγια που τα αναιρέσαμε πάρα πολύ σύντομα. Λόγια που δοκίμασα να στρώσω επάνω στα κρεβάτια της διαμαρτυρίας, της αμφισβήτησης, και που πρέπει να τα συμπεριλάβουμε και πάλι στον λόγο μας, αν θέλουμε να επανέλθουμε, για να φοβίσουμε ξανά την εξουσία».

Αυτό το βιβλίο είναι ένα επίκαιρο θέμα, είναι ένα επίκαιρο αντικείμενο. Δεν είναι μια μουσειακή διεκδίκηση-ανάληψη ευθύνης μιας πολιτικής εμπειρίας, κι ας ήταν εξαιρετική. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, οι εξομολογήσεις ενός επαναστάτη, σημαντικές ακριβώς επειδή δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να είναι τέτoιες ρητώς. Το μόνο μειονέκτημα είναι η πιθανή απουσία του ίδιου του βιβλίου από τα μεγάλα κυκλώματα της διανομής βιβλίων. Με αυτή την έννοια, θα πρέπει να είναι καθήκον των συντρόφων να βγάλουν από την αφάνεια αυτό το έργο, μέσα στην οποίαν, δυστυχώς, θα μπορούσε να υποβιβαστεί χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη και προώθηση. Θα ήταν μια χαμένη ευκαιρία.

Δύσκολο να «προβούμε σε απολογισμό» της μεγάλης επιχειρηματολογίας του Pasquale Abatangelo. Θα δανειστούμε τα λόγια του, που κάνουμε δικά μας σε όλες τις αποχρώσεις τους, γιατί κατά κάποιο τρόπο καθοδηγούν το σκεπτικό των επαναστατών κάθε ηλικίας και εποχής: «Πώς μπορούμε να κερδίσουμε; Αυτό δεν είναι εύκολο. Το πρώτο πράγμα είναι να εγκαταλείψουμε τις αυταπάτες. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε ότι πρέπει να οργανωθούμε. Οι αντάρτες, οι επαναστάτες, οι εξεγερμένοι χρειάζονται λίγο χρόνο για να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα. Προσκολλούνται σε όνειρα προσωπικής αντεκδίκησης. Περιφρονούν την πειθαρχία, γιατί νομίζουν ότι είναι ένα σημάδι αδυναμίας. Αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες, ένας εξεγερμένος μπορεί να γίνει επαναστάτης. Είναι ήδη μια νίκη. Όχι επειδή κάποιος, ένας φοιτητής ή ένας εργαζόμενος, τον έβαλε μέσα σε ένα καθαρό και τακτοποιημένο σπίτι. Αλλά επειδή ο θυμός του έχει βρει έναν ορίζοντα. Και αυτός ο ορίζοντας γίνεται τη ζωή του». Επιπλέον, όπως τελειώνει ο Pasquale, « οι ιστορίες σαν τις δικές μου πάντα ξεκινούν και πάλι». Είναι η ομορφιά και η τραγωδία του κομμουνισμού.

 

1944 letture totali 276 letture oggi

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, στ

Ήταν το 1968.

Ζούσε σε λιγότερο από μία ώρα με το τρένο απόσταση από εκείνα τα γεγονότα, αλλά η απόσταση έμοιαζε αστρική, όπως πάντα, όταν δεν είναι τα χιλιόμετρα που την κάνουν τέτοια.

Είναι προφανές ότι δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα να ακούσει από άλλους να διηγούνται γι αυτά. Έπρεπε να πάει εκεί η ίδια για να βρίσκεται παρούσα.

Ίσως δεν είχε ακόμη τίποτα χαθεί.

Πώς συμβαίνει κάποιοι να βλέπουν και ν’ ακούν, ενώ όλοι γύρω φαίνονται κουφοί και τυφλοί και μπορούν να διασχίζουν την ζωή χωρίς να συνειδητοποιούν ότι αυτό που συμβαίνει έχει επιπτώσεις και γι ‘αυτούς, τους αφορά σαν τίποτα άλλο στον κόσμο;

Χρόνια θυμού, ανήμπορης απόρριψης, μη αποδοχής: και τότε συμβαίνει. Και ως δώρο από τον ουρανό ξαφνικά μπορούμε να βρεθούμε ξανά σε αρμονία και συντονισμό με γεγονότα που γεμίζουν τα χρονικά, τις ειδήσεις.

Υπήρχε λοιπόν μια εναλλακτική λύση ανάμεσα στην παραίτηση και την καταστροφή. Ξαφνικά, δεν ένιωθε πια μόνη ούτε πως είχε άδικο. Αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν ν’ αδράξει, να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, μιας και ήταν τυχερή, δίχως αναστολές ούτε συντηρητισμούς και να αποδεχθεί την πρόκληση. Γι ‘αυτήν, για ό, τι είχε βιώσει και της είχαν ενσταλάξει, αυτό σήμαινε μια ριζοσπαστικότητα επιλογών που δεν θα της είχε επιτρέψει μιαν επιστροφή. Αν και κάπως μπερδεμένα ήξερε ότι θα έκοβε τους δεσμούς, θα γκρέμιζε τις γέφυρες με μιαν ύπαρξη που, αν και ανυπόφορη, εξακολουθούσε να είναι η μόνη που εγνώριζε αλλά και η μόνη αποδεκτή μεταξύ των δικών της ανθρώπων.

Ακόμα και αν το ήθελε, και δεν το ήθελε, δεν της επιτρέπονταν ουδείς συμβιβασμός.

Έπρεπε να φύγει για να μην ξαναγυρίσει.

Στη συνέχεια, πολύ αργότερα, επέστρεψα και ανακάλυψα πόση προσπάθεια είχα καταβάλει σε εκείνη την ρήξη: τίποτα και κανείς που να μπορεί να μου δώσει πίσω τον δεσμό με τα πολλά χρόνια που έζησα εκεί.

Πρόσωπα και μέρη ανώνυμα, που έχουν διαγραφεί από την συναισθηματική μνήμη, που είχαν καταστεί ανίσχυρα να γίνουν πρόσκομμα στην καρδιά και το μυαλό μου. Σαν ένα νησί, μόνο οι αδελφές, οι αδελφοί, οι οικογένειές τους. Ως μια ευτυχισμένη επιστροφή σε μια προέλευση αθώα, απ’ την οποία ποτέ δεν είχα αποσυνδεθεί εντελώς και με την οποίαν είχα συνεχίσει να έχω έντονες ομοιότητες.

Έφυγε λοιπόν.

Όχι, αυτή δεν ήταν μια αναχώρηση. Δεν υπάρχει αναχώρηση δίχως να λογαριάζει την επιστροφή, χωρίς νοσταλγία, δίχως δώρα στη βαλίτσα.

Αποφεύγοντας να στραφεί προς τα πίσω, απέδρασε από αυτό τον καταραμένο τόπο όπου είχε καταφέρει μόνο να επαληθεύσει την σοβαρότητα αυτών όλων που είχε ήδη προβλέψει από καιρό, όλων αυτών που είχε νιώσει, συμπεριλαμβανομένης επίσης της τραχύτητας σε όλες εκείνες τις πρώτες της αγάπες που θα έπρεπε να της είχαν διώξει κάθε μελλοντική επιθυμία.

Να ξεπατώσει, να ξηλώσει από πάνω της όλους τους δεσμούς, να μηδενίσει στο μυαλό της κάθε προειδοποίηση κίτρινη που έλαβε, να κάνει χίλια κομμάτια κάθε ανάμνηση και να ξαναγεννηθεί για να διαψεύσει και να αποδείξει ότι τα πάντα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό από το να είναι σε θέση, να καταφέρει να απαλλαγεί από το σάστισμα εξ αιτίας ενός πόνου που την προσέβαλε από πίσω και απαιτούσε την εξόφληση μιας οφειλής που δεν θυμόταν να έχει ποτέ συμφωνήσει.

Η εικόνα της παλιάς φωτογραφίας ξεθώριαζε και εξασθενούσαν οι γκριζάδες της … Θα δεις, θα δεις, μικρή μου. Το ξόρκι είναι εκεί και ζητά μόνο να γίνει κομμάτια. Και όλη η μαγεία στη δύναμη των ονείρων σου και επιθυμιών σου που θα γίνουν παρωδία μιας προσμονής από την οποίαν δεν προβλέπεται ξύπνημα ποτέ.

Τι ήταν αυτό που την έσπρωχνε μέχρι εκεί;

Η πικρία για την εξευτελισμό ενός πατέρα απολυμένου απ’ την μια μέρα στην άλλη που χρίστηκε ένοχος επειδή αρρώστησε εξαιτίας της εργασίας, ο εκνευριστικός ήχος των σειρήνων του εργοστασίου να ρυθμίζουν κάθε στιγμή της ζωής και, συχνά, ακόμη και εκείνη του θανάτου, η μιζέρια ενός χωριού πολύ χωρισμένου στα δύο, ακόμη και στους χάρτες με τα τοπωνύμια, για να αποκτήσει την έννοια της κοινότητας.

Ναι, αυτό ήταν. Καθώς επίσης και η σύγχυση που ένοιωθε για την ευκολία με την οποίαν ο οποιοσδήποτε, ακόμη και ελάχιστα λιγότερο αποκλεισμένος από αυτήν, ήταν σε θέση να την προσβάλει, αναγκάζοντας την, ακόμη και στα μικρότερα ζητήματα, να γεύεται σημάδια των κοινωνικών διαφορών ακόμη ανεξιχνίαστα. Όπως επίσης η απέχθεια της πατριαρχικής καταπίεσης που ίσως να υπήρξε το θέμα επάνω στο οποίο είχε χτυπήσει περισσότερο απ’ όλα το κεφάλι της.

Αλλά προς το παρόν η εξέγερση της στερείται πολιτικού λόγου. Είχε πεισμώσει στο να μην θέλει να πιστέψει ότι πραγματικά ήταν όλα πλέον δεδομένα και πως εκείνο το είδος θανάτου της ψυχής ήταν το απαραίτητο αντίτιμο που έπρεπε να πληρώσει για να μην κάνει μεγαλύτερο κακό στον εαυτό της.

Ήταν η άρνηση του να πρέπει να κάνει δικό της το μέτρο της ανελευθερίας σαν επιθυμητή κατάσταση, σε αντάλλαγμα της βεβαιότητας πως το γρανάζι θα συνέχιζε να λειτουργεί διανέμοντας και σε αυτήν το λίγο που της αντιστοιχούσε, που της οφείλονταν.

Πώς γίνονταν μερικές φορές ο μηχανισμός που κληρονομήσαμε να παθαίνει εμπλοκή ; και κάποιοι λένε όχι, όχι εγώ.

To εμβρόντητο πρόσωπο του πατέρα της, δεν πίστευε στα μάτια του, ο οποίος αναρωτιόταν από που είχε ξεπηδήξει και γιατί με αυτήν δεν λειτουργούσαν ούτε οι απειλές ούτε τα καλωπιάσματα.

Φτωχούλη … και να θυμάσαι ότι μπορούμε να προχωρούμε με το κεφάλι ψηλά γιατί κανένας από εμάς δεν έχει καταλήξει ποτέ στις σελίδες των εφημερίδων. Η φράση αυτή τα λέει όλα όσον αφορά αυτόν και τις εφημερίδες. Και σε αυτό επίσης διαψεύστηκε και ποιος ξέρει πόσες φορές θα είχε αναρωτηθεί που να είχε τόσο πολύ λαθέψει ώστε να χρειάζεται να θυμάται κάθε φορά πως, στο μεγαλύτερο μέρος, μια απ’ τις αγαπημένες του δηλώσεις δεν μπορούσε πια να την προφέρει, είχε καταστεί άχρηστη.

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/