ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

αυτονομία, autonomia

ΟΙ ΒΕΝΕΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΟΛΕΚΤΙΒΕΣ (36).

Σχετική εικόνα

Όλα τα κινήματα που διέτρεξαν τα ιταλικά «μακρά χρόνια εβδομήντα» έχουν βιώσει τη δική τους ουσιώδη εδαφική ιδιαιτερότητα. Η συγκυρία, το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαφορετικά ανταγωνιστικά υποκείμενα βρέθηκαν να ενεργούν σημάδεψε αποφασιστικά τις εμπειρίες και τις διαδρομές τους. Αυτή η θεώρηση είναι ακόμη πιο αληθινή αν ληφθεί υπόψη η εμπειρία που έχει παραχθεί στο Βένετο, με έναν άξονα που μετατοπίστηκε στο πετροχημικό βιομηχανικό χώρο του Porto Marghera μεταξύ 1967 και 1973 και με έναν άξονα που μετακινήθηκε στην πόλη της Πάντοβα μεταξύ 1974 και 1979. Σημαντικά γεγονότα τόσο ώστε να προσελκύσουν – σε σχέση με την πολιτική δικαστική επιχείρηση της 7ης απριλίου – το νοσηρό ενδιαφέρον των μεγάλων ονομάτων του έντυπου τύπου, κοινωνιολόγων και διανοουμένων και να αξίζουν, μέσα στην «ιταλική ανωμαλία» του μεγάλου Εξήντα Οκτώ, τον χαρακτηρισμό μιας επιπλέον «βενετικής ανωμαλίας».

Και σε αυτή την περίπτωση αυτό που θέλουμε είναι να ξαναδώσουμε φωνή, κυρίως, και παρά τις δικαστικές ανακατασκευές, σε μια πληθώρα θεμάτων και εμπειριών που δύσκολα μπορούν να ανιχνευθούν σε ένα μοναδικό μονοπάτι και σε μια ομοιογενή κοινωνική ταξική σύνθεση. Αν πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν γύρω από την πρώτη εμπειρία αγώνα και οργάνωσης, που συνδέεται με την κοινωνική μορφή του εργάτη μάζα στα εργοστάσια της μεγάλης βιομηχανικής συγκέντρωσης του Μέστρε-Μαργκέρα μεταξύ των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν παραμένει σχεδόν καμία μαρτυρία – πέρα από τα πρακτικά της δίκης »7 απρίλη, Κορμός Veneto «- σε σχέση με τα επόμενα γεγονότα της Πάντοβα. Είναι τα χρόνια κατά τα οποία η Πάντοβα και η επαρχία της θα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας μοναδικής διασταύρωσης ανάμεσα σε παραγωγικές ιδιαιτερότητες μιας περιοχής (που σημαδεύεται από την παρουσία της μικρής και μεσαίας βιομηχανίας, ήδη τότε έντονα αποκεντρωμένης στα εργαστήρια της μαύρης εργασίας, με μια πόλη όπου αποφασιστικός, από κάθε άποψη, ήταν και είναι ο ρόλος του πανεπιστημίου), μια ταξική σύνθεση στο δρόμο μιας βαθιάς μετατροπής και μια αυθεντική πρακτική της πολιτικής οργάνωσης και της «χρήσης της ισχύος, της δύναμης».
Σχετική εικόνα
Εδώ προσπαθούμε να εντοπίσουμε, να σκιαγραφήσουμε κάποιες αρχικές ενδείξεις, ξεκινώντας από την ultra υποκειμενική άποψη, «της δικής μας πλευράς», εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές των κινημάτων και των αγώνων αυτών των χρόνων, μέσα στην οργανωμένη εμπειρία των «πολιτικών κολεκτίβων», μια εμπειρία που γεννιέται το 1974 και στη συνέχεια θα ποινικοποιηθεί το ’79 από τον εισαγγελέα Pietro Calogero. Εάν υπάρχει ένα νήμα που συνδέει αυτή την εμπειρία με τον κύκλο των εργατικών αγώνων στη Marghera, αυτό μπορούμε να το εντοπίσουμε στην κοινή στράτευση πολλών από τους πρωταγωνιστές της στις τάξεις της ομάδας εργατική Εξουσία, η σημασία της οποίας σίγουρα δεν βρίσκεται στην οργανωτική συνέχεια που υποστηρίχθηκε τότε από το δικαστικό σώμα, όσο σε ένα είδος «αποτύπωσης-imprinting», στην απόκτηση μιας σειράς θεωρητικών-πρακτικών εργαλείων, αποφασιστικών για την ανάλυση και την παρέμβαση στην κοινωνική πραγματικότητα: μια ικανότητα να διαβαστεί, ουσιαστικά, η σύνδεση μεταξύ της κοινωνικής ταξικής σύνθεσης και αναγκών, μεταξύ αυτών και η ανάπτυξη διεκδικήσεων-αξιώσεων, μορφών αγώνα και οργάνωσης.
Σχετική εικόνα
Οι ρίζες της εμπειρίας των «κολεκτίβων» βυθίζονται – μεταξύ του Εξήντα οκτώ και του τέλους της εργατικής Εξουσίας – στον πρώτο μεγάλο περιφερειακό κύκλο κινητοποιήσεων στις μεταφορές (1970).
Ξεκινώντας από την εκτίμηση σύμφωνα με την οποίαν «ο χρόνος εργασίας, ο χρόνος εκμετάλλευσης δεν διαρκεί μόνο τις οκτώ ώρες της εναλλαγής στο εργοστάσιο, αλλά περιλαμβάνει τουλάχιστον, και τις δύο ώρες που χρειάζονται για να μετακινηθούν χιλιάδες χρήστες των μέσων μαζικής μεταφοράς από το σπίτι και αντίστροφα (για παράδειγμα από την Chioggia ή από το San Donato) προς τον χημικό πόλο, μες το ψύχος, πάνω σε έναν μεταφορέα της κακιάς ώρας, πληρώνοντας μια συνδρομή που είναι μια περαιτέρω κλοπή από το μισθό», οι αγώνες καλύπτουν με εκτεταμένο τρόπο όλη την περιοχή του Veneto. Η μορφή της οργάνωσης είναι αυτή των «επιτροπών γραμμής», ζητούν βελτιώσεις στην υπηρεσία, περισσότερες κούρσες με λιγότερο κόσμο, και να σταματήσουν οι αυξήσεις της τιμής του εισιτηρίου, παλεύουν αποκλείοντας τους μεταφορείς και αρνούμενοι να πληρώσουν τις αυξήσεις. Επάνω σε αυτό το έδαφος εμφανίζεται μια μεγάλη κοινωνική ανασύνθεση από προλεταριακές φιγούρες, κυρίως μαθητών και φοιτητών, τόσο εκείνων που κυκλοφορούν γύρω από τη Βενετία, όσο και εκείνων που παρακολουθούν τα τεχνικά και εμπορικά ινστιτούτα της Πάντοβα.
Σχετική εικόνα
Να δώσει ζωή στις «κολεκτίβες» της Padova θα είναι η πολύ νέα γενιά των μεσαίων στελεχών της εργατικής Εξουσίας, η οποία – κατά τη στιγμή της κρίσης και του τέλους της ομάδας – θα θέσει το πρόβλημα του τρόπου προώθησης στην περιοχή της μιας συνολικής πολιτικής παρέμβασης, προσαρμοσμένης στην πολυπλοκότητα του κοινωνικού. Χωρίς να θέλουμε να επιστρέψουμε στους λόγους της διάλυσης του P.O., πρέπει να υπογραμμίσουμε πως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν, αυτοί οι νεαροί αγωνιστές δεν κατάφεραν να αντιληφθούν εξ ολοκλήρου, και όχι από κακή βούληση, τις διαφορετικές θέσεις και επιλογές γύρω από τις οποίες υπήρχε αντιπαράθεση μέσα στα «υψηλά κλιμάκια» της οργάνωσης. «Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε – λένε – τι θα σήμαινε για εμάς η επιλογή των αυτόνομων συνελεύσεων εργοστασίων: ήμασταν σχεδόν όλοι φοιτητές και δεν πιστεύαμε ότι ήταν λογικό να περιοριστούμε στο ρόλο των »υποστηρικτών» των εργατικών αγώνων». Στην επαρχία της Πάντοβα η μόνη σημαντική πραγματικότητα, όπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 εμφανίζονταν αυτόνομοι εργατικοί αγώνες που αναπαράγουν, σε κλίμακα, αιτήματα και συμπεριφορές των μεγάλων εργοστασίων, είναι η Bassa, με τη μεταλλουργία Utita di Este: μέσα σε μερικούς μήνες η εργατική ανυποταξία και η συνεχής παρέμβαση της Επιτροπής εργατών-φοιτητών ανατρέπουν την κατάσταση ενός εργοστασίου που ήταν το φέουδο του φασιστικού συνδικάτου Cisnal.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Αγωνίζονται για ισχυρές ισόρροπες μισθολογικές αυξήσεις για όλους, για την κατάργηση των προνομίων και των κατηγοριών, η εργατική απόρριψη απέναντι στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας είναι πλειοψηφική και διαδεδομένη: είναι η δολιοφθορά, το σαμποτάζ των μηχανών, καθώς και πρακτικές μάχης όπως οι πικετοφορίες και οι πορείες στους εσωτερικούς χώρους που «βουρτσίζουν» τα γραφεία της διοίκησης. Στην πλειοψηφία θα υπάρξουν και οι αγωνιστές της εργατικής Επιτροπής που θα εκλεγούν στο συμβούλιο του εργοστασίου, και οι πρωτοπορίες της Utita θα διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο πρότασης και οδηγού στις συντονιστικές συναντήσεις των CdF, των εργοστασιακών συμβουλίων, με τη διάδοση μορφών αγώνα όπως διαρθρωμένες απεργίες, απεργίες σκακιέρας, ή άγριες απεργίες a gatto selvaggio-αγριόγατας, απροειδοποίητες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες πολιτικές απολύσεις θα καταγραφούν εδώ στην Utita το 1973. Η κατάσταση των εργοστασίων στη βιομηχανική περιοχή της Πάντοβα είναι διαφορετική, όπου, παρά την σποραδική παρουσία αυτόνομων εργατικών μορφών οργάνωσης, ο έλεγχος επάνω σε μια σύνθεση που εξακολουθεί να είναι πολύ » επαγγελματική » θα παραμείνει σταθερά στα χέρια του PCI-ΚΚΙ και του συνδικάτου. Μετά το συνέδριο της Rosolina (Ιούλιος 1973) που επικυρώνει την ρήξη της εργατικής Εξουσίας, οι «μεσαίοι» padovani θα συνεχίσουν να υπογράφουν με αυτό το ακρωνύμιο για λίγους ακόμη μήνες: τον ιανουάριο του ’74 πραγματοποιούν ένα ταξίδι στην Ιταλία για να κατανοήσουν καλύτερα τι έχει απομείνει από την «ομάδα» που τώρα βρίσκεται πλέον να παραπαίει στις υπόλοιπες καταστάσεις. Από τότε, η επιλογή θα είναι να ευνοηθεί το κοινωνικό ρίζωμα στην περιοχή τους, εκείνη του Βένετο όπου, χάρη στους αγώνες επί των μεταφορών, αρχίζουν να ανακαλύπτουν πως πρόκειται για «ομοιογενή ζώνη» . Επιλογή που τους οδηγεί, μέσα στο ίδιο ’74, να εγκαταλείψουν την εβδομαδιαία συνάντηση του «ακτίφ» του P.O. που δεν κατέληγε κάπου, και να ιδρύσουν, πολύ απλά, συλλογικότητες που να παρεμβαίνουν απευθείας στις γειτονιές και στα χωριά, όπου το πρώτο αγωνιστικό δίκτυο θα είναι ακριβώς εκείνο τοοποίο αποτελούσαν οι φοιτητές που εμπόδιζαν τους ταχυμεταφορείς.
«Στην Πάδοβα – θυμούνται οι συνεντευξιαζόμενοι – τότε κυριαρχούσαν οι «ομαδούλες» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Υπήρχε μια ιστορική παράδοση μ.λ. και όταν μιλούσαμε για την απόρριψη της μισθωτής εργασίας γίνονταν έξω φρενών. Ήμασταν μειοψηφίες, αλλά αισθανόμασταν κάτι άλλο σε σχέση με τις «ομάδες» […] δεν είχαμε μια ταυτότητα, επειδή η θεωρητική αναφορά μας ήταν ο εργάτης μάζα αλλά εδώ δεν υπήρχε […] έπρεπε να επινοήσουμε τα πάντα από το α έως το ω και ίσως ήμασταν, χωρίς να το γνωρίζουμε, οι πρόδρομοι μιας νέας φιγούρας που εμφανίζονταν σε σχέση με το κοινωνικό σώμα.» Αλλά ποια είναι λοιπόν τα χαρακτηριστικά στοιχεία, από κοινωνική άποψη, της ιδιαιτερότητας της Πάντοβα; Ο ρόλος της πόλης στο παραγωγικό και αστικό «πολυκεντρικό» σύστημα της περιοχής ήταν εκείνος της πρωτεύουσας του τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, ιδίως στον πιστωτικό και χρηματοπιστωτικό τομέα. Στην επαρχία ήδη τότε κυριαρχούσε το μικρομεσαίο εργοστάσιο και το εργαστήριο της μαύρης εργασίας [αλλά με πολλές διαφορές σε σύγκριση με την δικτυωτή τυπολογία της σημερινής επιχείρησης), όπου οι επιταχυνόμενες διαδικασίες εκσυγχρονισμού συνυπήρχαν με την αρχαϊκή βία των σχέσεων εκμετάλλευσης, αρπάζοντας χέρια από την ιστορικά πολύ φτωχή ύπαιθρο, η οποία είχε εκκενωθεί από τη μετανάστευση από τα τέλη της δεκαετίας του ’50Padova, «λευκή» πόλη που κυριαρχείται από την εκκλησία σύμφωνα με τα πιο διαδεδομένα στερεότυπα (το μάιο του ’74 στο δημοψήφισμα τα ναι στην κατάργηση του διαζυγίου πήρε το 55,9%) συνυπάρχει με ένα αρχαίο πανεπιστήμιο που κυριαρχείται από άκαμπτες και αδιαπέραστες ιεραρχίες, αλλά με σχολές σε θυελλώδη ανάπτυξη (οι εγγραφόμενοι στο ακαδημαϊκό έτος 1973-74 είναι 47 χιλιάδες, δηλαδή έξι χιλιάδες περισσότεροι από ό, τι το προηγούμενο έτος), όπου κάνει την εμφάνιση της μια νέα φοιτητική σύνθεση καρπός της μαζικής πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έντονη εισροή, ιδιαίτερα στην ψυχολογία, φοιτητών προερχόμενων από το Νότο.
grashow
Εδώ το ινστιτούτο πολιτικών επιστημών αποτελεί μια επιπλέον ανωμαλία, μια μοναδική εμπειρία για τον πλούτο της κριτικής και ανατρεπτικής θεωρητικής παραγωγής, διεξάγονται δεκάδες σεμινάρια και έρευνες διεθνούς σημασίας, σε μια σχέση όσμωσης με τους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά μέχρι το 1975 , το πανεπιστήμιο, ιδιαίτερα η σχολή της νομολογίας, είναι επίσης ένας χώρος όπου οι φασίστες περιφέρονται ατιμώρητοι: εδώ κάνουν τις πρώτες πρόβες τους ο Freda με τους συντρόφους τους (η βόμβα ενάντια στο στούντιο του καθηγητή Opocher, πρύτανη και πρώην παρτιζάνου), μαζί με τον Massimiliano Fachini και άλλους που θα συμμετάσχουν στις συνωμοσίες του Τριαντάφυλλου των ανέμων, Rosa dei venti, θα έχουν άφθονη ακαδημαϊκή προστασία και από την αστυνομία, παρεμβαίνουν με όπλα στα χέρια για να διαλύουν εργατικές πικετοφορίες και φοιτητικές συνελεύσεις.Οι αντιφασιστικές κινητοποιήσεις της άνοιξης του ’75, και ειδικότερα οι πολύ σκληρές συγκρούσεις με την αστυνομία, οι οποία αναγκάζεται να υποχωρήσει κάτω από μια βροχή από κοκτέιλ molotov, με την ευκαιρία του συλλαλητηρίου του φασίστα Covelli, σηματοδοτούν μια καμπή, μια στροφή στην πόλη: για τους φασίστες εκεί δεν θα υπάρχει πλέον κανένας χώρος, ενώ οι «πολιτικές κολεκτίβες» θα γίνουν η ηγεμονική πραγματικότητα στην λεγόμενη εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Aναφέρουν στις μαρτυρίες τους οι αγωνιστές: «Για εμάς οι φασίστες ποτέ δεν αντιπροσώπευαν ένα στρατηγικό πρόβλημα […] λόγια σαν αυτά που μιλούσαν για «φασιστικοποίηση του κράτους» ή περί «fanfascismo» δεν ανήκαν ποτέ σε εμάς[…] κατακτώντας την ελευθερία κινήσεων εναντίον αυτών των συμμοριών από τραμπούκους, ξεκινήσαμε αντιθέτως να θέτουμε το ζήτημα της αντιεξουσίας στην περιοχή, της χρήσης της μαζικής δύναμης μα όχι μόνο, για να επιβεβαιώσουμε ένα δυϊσμό της εξουσίας […] «Κεντρικό θέμα σε αυτή εμπειρία εξακολουθεί να είναι η σχέση ανάμεσα στην ανάγνωση της κοινωνικής σύνθεσης και την υλικότητα, την σημαντικότητα των αναγκών που αυτή εκφράζει.
morti_12_aprile_79
Το 1975-76 αυξάνονται και αναπτύσσονται οι κολεκτίβες της Alta padovana οι οποίες παραδόξως θα είναι πρωταγωνιστές της «συνδικαλιστικοποίησης» δεκάδων εργοστασίων, μικρότερων ή μεγαλύτερων στην περιοχή, στις προλεταριακές γειτονιές της πόλης (Arcella, Mortise) η πρακτική της αυτομείωσης των λογιαριασμών τηλεφώνου και ηλεκτρισμού, Sip και Enel εξαπλώνεται, οι μαθητές της Επιτροπής interistituti συνεχίζουν μια πλέον πολυετή παράδοση αγώνων στις μεταφορές. Στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η νέα φιγούρα του «προλετάριου σπουδαστή», όλο και περισσότερο παρούσα, καθορίζει – ξεκινώντας από το ρόλο «ερυθρής βάσης» του σπιτιού του φοιτητή Fusinato – κινητοποίηση γύρω από τα κόστη των κυλικείων και της στέγασης. Η πρακτική των «πολιτικών κολεκτίβων» βελτιώνει την πρωτοτυπία, την αυθεντικότητα αυτής της υποκειμενικής πορείας οργάνωσης με την προσπάθεια να διαβάζει με σύγχρονους λενινιστικούς όρους την κρίση της κλασικής μορφής κόμματος και των «ομάδων» της αποκαλούμενης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, επανεφεύροντας έτσι μια σχέση μεταξύ «μαζών και πρωτοπορίας» προσαρμοσμένης στη φάση: « θέλαμε να είμαστε – διηγούνται οι πρωταγωνιστές – συνολικά στελέχη, ολοκληρωμένα, υπό την έννοια ότι δεν έπρεπε να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού, το χτίσιμο μαζικών προλεταριακών οργανισμών, αυτόνομων από κόμματα και συνδικάτα, που αγωνίζονταν για να επιβεβαιώσουν, να διακηρύξουν τις ανάγκες και η χρήση βίας, η πρακτική της αντιεξουσίας, πήγαιναν χέρι-χέρι «. Μεταξύ του 1975 και του 1979 θα σημειωθούν περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «μελετημένης χρήσης βίας» στο Βένετο, στις περισσότερες περιπτώσεις θα είναι σαμποτάζ και σοβαρές ζημιές σε ιδιοκτησίες φασιστών, χριστιανοδημοκρατών πολιτικών, αφεντικών και πανεπιστημιακών βαρώνων. Η εξάπλωση αυτών των πρακτικών »μαζικής παρανομίας», μεταξύ των άλλων πραγμάτων θα αποτελέσει για χρόνια το καλύτερο αντίδοτο απέναντι στην παρουσία των μαχόμενων οργανώσεων και του στρατηγικού σχεδίου ένοπλου αγώνα.
Σχετική εικόνα
Το 1976 άρχισε η παρέμβαση για τη μαύρη εργασία και στα εργαστήρια αποκεντρωμένης παραγωγής, τα συντονιστικά των εργατών οργανώνουν εκατοντάδες εργαζομένες και εργαζόμενους μέχρι τότε «βυθισμένους, χαμένους», η πιο διαδεδομένη μορφή αγώνα είναι αυτή της περιπολίας που επιβάλλει με το μπλοκάρισμα της παραγωγής τις εργατικές απαιτήσεις. Στις γειτονιές ξεκινά η μάχη ενάντια στο «carovita, στην καθημερινή ακρίβεια», ξεπηδούν μικρές αγορές με πολιτικό τίμημα και δίδονται οι πρώτες μορφές οικειοποίησης στα σούπερ μάρκετ με τη διανομή των αγαθών στους προλετάριους της ζώνης. Οι πρώτοι αγώνες κατά της επιλογής ξεκινούν στα ανώτερα σχολεία και στο πανεπιστήμιο, γεννιούνται «αυτοδιαχειριζόμενα σεμινάρια» για τα οποία επιβάλλεται η αναγνώριση τους.
Το 1976 ανάβει τους πομπούς του Radio Sherwood, ένας από τους πρώτους ελεύθερους ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Ιταλία. Το ’77 στην Πάδοβα δεν θα αντιπροσωπεύει την απροσδόκητη εισβολή ενός γεγονότος, αλλά μάλλον μια στιγμή περαιτέρω ενίσχυσης και ανάπτυξης μιας διαδρομής κινήματος σε μια εξέλιξη που έχει ήδη δει, τα προηγούμενα χρόνια, να αναπτύσσονται αμέτρητα πεδία μάχης.
Αποτέλεσμα εικόνας για Radio Sherwood, anni '70
ιστορία, storia

11 απριλίου 1979: Τρεις αυτόνομοι σύντροφοι πεθαίνουν στη Thiene

Stampa

Περίπου στις 5 μ.μ. στις 11 απριλίου 1979, μια βόμβα εξερράγη σε ένα διαμέρισμα στην via Vittorio Veneto 48 στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza.

11 aprile 1979: Tre compagni autonomi muoiono a Thiene

Τρεις αγωνιστές των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο πεθαίνουν διαμελισμένοι από έκρηξη, η Maria Antonietta Berna (22 χρόνων), ο Angelo Del Santo (24 χρόνων) και ο Alberto Graziani (25 χρόνων). Η έκρηξη προκαλείται από την ακούσια έκρηξη της χύτρας πίεσης γεμάτης σκόνη ορυχείου, με την οποία προετοιμάζουν μια βόμβα. Εκείνες τις μέρες υπήρξαν δεκάδες δράσεις και πυρπολήσεις ως απάντηση στη σύλληψη εκατοντάδων συντρόφων του βενετσιάνικου κομμουνιστικού κινήματος και όχι μόνο που είχε ξεκινήσει στις 7 απριλίου του ίδιου έτους.

Το διαμέρισμα ήταν στο όνομα του Lorenzo Bortoli, επίσης στρατευμένου στις κολεκτίβες CPV, ο οποίος συνελήφθη μαζί με δεκατρείς άλλους αγωνιστές στην έρευνα που ξεκίνησε μετά την έκρηξη.

Ο Lorenzo Bortoli θα πεθάνει αυτοκτονώντας στη φυλακή την 19 ιουνίου 1979.

Στις 12 απριλίου 1979, τους τρεις νέους θυμούνται σε ένα φυλλάδιο με τίτλο «Υπάρχουν θάνατοι που ζυγίζουν σαν φτερά και ζωές που ζυγίζουν σαν βουνά». Οι τρεις αγωνιστές, λέει η ανακοίνωση, «πέθαναν εκφράζοντας τον θυμό, το μίσος, τον ταξικό ανταγωνισμό ενάντια σε αυτό το Κράτος, εναντίον αυτής της κοινωνίας που βασίζεται και οργανώθηκε επάνω στην εκμετάλλευση του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο».

Η 13 απριλίου είναι η ημέρα της κηδείας της Maria Antonietta Berna, που θα θαφτεί στη Thiene, και του Angelo Del Santo που θα ταφεί σε ένα κοντινό χωριό, στο Chiuppano, εδώ η αστυνομία στρατιωτικοποίησε ολόκληρη την περιοχή, εμποδίζοντας την πρόσβαση στο νεκροταφείο. Αρκετές εκατοντάδες νέοι κατάφεραν όμως να φτάνουν στην εκκλησία χρησιμοποιώντας μικρούς δρόμους που περνούν μέσα από τα χωράφια, για να δώσουν το τελευταίο αποχαιρετισμό στον νεκρό αγωνιστή.

Στις 14 απριλίου 1979, γίνεται η κηδεία του Alberto Graziani στο Sarcedo. Αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι, αφού πέρασαν τα σημεία ελέγχου που έστησε η αστυνομία γύρω από την πόλη, τον χαιρετούν σιωπηλά με σφιγμένη γροθιά.

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/11-aprile-1979-maria-antonietta-berna-angelo-del-santo-e-alberto-graziani

ιστορία, storia

PRIMA LINEA Πρώτη Γραμμή

Ιστορικά στοιχεία PRIMA LINEA

Οι απαρχές, η καταγωγή

Στην διάρκεια των χρόνων Εβδομήντα στην Ιταλία βαθαίνει η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση. Στην διάχυτη θέληση ριζικού μετασχηματισμού, σε κομουνιστική κατεύθυνση, της κοινωνίας, κάποιοι τομείς του Κράτους απαντούν με την τρομοκρατία της στρατηγικής της έντασης. Βόμβες και απειλές πραξικοπήματος εμφανώς αποσταθεροποιητικές, που στοχεύουν στην πραγματικότητα να σταθεροποιήσουν μιαν εξουσία που έχανε την αξιοπιστία της στα μάτια μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, το Κκι, που προχωρά δυνατά στις δημοτικές εκλογές του 1975 αυξάνοντας εντυπωσιακά τα ποσοστά του και ακόμη περισσότερο στις πολιτικές του 1976, απογοητεύει  τις προσδοκίες μιας πλευράς των εκλογέων του, η οποία θεωρεί μια προδοσία τον ιστορικό συμβιβασμό, την πολιτική εθνικής αλληλεγγύης και την υπεράσπιση των αστικών θεσμών, τις εκκλήσεις για θυσίες και την λιτότητα.

Μέσα στα ίδια χρόνια πολλαπλασιάζονται στον κόσμο οι νικηφόρες εκβάσεις των ανταρτοπολέμων, των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης ενάντια στην αποικιοκρατία, ενώ το δραματικό πραξικόπημα στην Χιλή του 1973 σε μεγάλο μέρος της επαναστατικής αριστεράς μοιάζει σαν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας μιας ειρηνικής οδού για την κατάκτηση της εξουσίας από πλευράς των λαϊκών μαζών.

Μέσα στα δεύτερα μισά της δεκαετίας λαμβάνει χώρα η οριστική διάλυση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων. Η  Lotta continua διαλύεται με ανεπίσημο τρόπο το φθινόπωρο του 1976. Ένας αριθμός όλο και μεγαλύτερος νέων πείθεται πως η χρήση του ένοπλου αγώνα είναι απαραίτητη για να συγκεκριμενοποιηθεί και πραγματοποιηθεί εκείνη η επιθετική προέλαση η οποία, τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε κληρονομιά όλης της πιο ριζοσπαστικής αριστεράς, και εκφράζονταν μέσα από την σκληρότητα των συνθημάτων που φωνάζοντας στις πορείες.   Εάν οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse εκφράζουν το παράδειγμα της συγκεντρωτικής οργάνωσης, που έχει σκοπό να οικοδομήσει ένα κόμμα σε συνέχεια με την μαρξιστική λενινιστική θεωρία και την πράξη, σε συνέχεια με την ιστορία του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος, άλλα τμήματα υποστηρίζουν την υπόθεση ενός διάχυτου ανταρτοπόλεμου σε στενή επαφή με τους μαζικούς αγώνες. Όχι το ένοπλο κόμμα, συνεπώς, μα το ένοπλο κίνημα. Επισφαλείς, δίχως σπίτι, εργαζόμενοι τους οποίους η αναδιάρθρωση απέβαλε από τους παραγωγικούς κύκλους, νέοι γκετοποιημένοι στις hinterland των πόλεων που διεκδικούν τις ανάγκες τους. Ο «κοινωνικός εργάτης» σύμφωνα με την θεωρία του Toni Negri, o οποίος αμφισβητεί έντονα και τίθεται αντιμέτωπος στην συμμαχία Dc-Pci, των χριστιανοδημοκρατών με τους κομουνιστές δηλαδή, σε σημείο να συγκρούεται, ακόμη και σωματικά στις πλατείες, με τις ιστορικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος.

Γεννιέται κατ’ αυτό τον τρόπο ένας χώρος που σχηματίζεται από αγωνιστές που φεύγουν από την Lotta continua σε διάφορες δόσεις μέσα στο 1974, μετά την «στροφή προς  την νομιμοφροσύνη» του προηγούμενου χρόνου, με την οποίαν η ομάδα αποκηρύσσει τις εκκλήσεις στην επαναστατική βία ενάντια στο  Κράτος. Σε αυτούς συνενώνονται ορφανά της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οι οποίοι συγκλίνουν στην εργατική Αυτονομία, Autonomia operaia, η οποία γίνεται ένα είδος καταφυγίου των πιο ριζοσπαστικών θέσεων. Εργοστασιακές επιτροπές, Επιτροπές του τριτογενούς τομέα, των συνοικιών, οι οποίες θεωριτικοποιούν τον μαζικό εξοπλισμό και λαμβάνουν μέρος σε ευρέως διαδεδομένες πρακτικές μάχης. Μέσα σε αυτή την συγκυρία δημιουργούνται οι κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική Εξουσία, i Comitati comunisti per il Potere operaio και, το 1975, ο χώρος και το περιοδικό »Χωρίς ανακωχή»,  «Senza tregua», που συνενώνει αυτούς που πήραν μέρος στο Εξήντα οκτώ και στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, μα και νεότατους που πλησιάζουν στην πολιτική, που έλκονται μερικές φορές από τον μύθο της προδομένης Αντίστασης. Αυτός ο χώρος εκφράζεται με ένα διπλό επίπεδο, νόμιμο και παράνομο. Ενώ στην εφημερίδα διεξάγεται η συζήτηση για τον μαζικό εξοπλισμό,εργατικών πολιτοφυλακών, μιας διαδρομής προλεταριακής οργάνωσης μέσα σε ένα πλαίσιο εμφυλίου πολέμου μακράς διάρκειας, υπάρχουν καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, δράσεις αυτοχρηματοδότησης, εισβολές στις ενώσεις των βιομηχάνων, τραυματισμοί διοικητικών στελεχών εργοστασίων.

Τον οκτώβρη του 1976 στο Salò, στην επαρχία της Brescia, στο εσωτερικό της «Senza Tregua» λαμβάνει χώρα εκείνο που ονομάστηκε »πραξικόπημα από τους λοχίες», «golpe dei sergenti». Τα μεσαία στελέχη, που προέρχονταν από την Lotta continua, αναλαμβάνουν την ομάδα εκδιώκοντας τους «διανοούμενους», πρώην του Potere operaio, που διευθύνουν το περιοδικό. Μετά από μια περίοδο αναστολής, οι δημοσιεύσεις αρχίζουν ξανά σαν «Δεύτερη σειρά».

Στο περιβάλλον των στρατευμένων που εκδιώχτηκαν σχηματίζονται οι μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, le Unità comuniste combattenti (Ucc) και οι επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές, Comitati comunisti rivoluzionari (Cocori).

Η γέννηση

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ένα ακριβές σημείο για το ξεκίνημα της οργάνωσης. Η επονομασία Prima linea εμφανίζεται στις 30 νοεμβρίου 1976 στην ανάληψη ευθύνης της εισβολής στο Torino στην έδρα της Ένωσης διευθυντικών στελεχών απ’ όπου παίρνουν μαζί τους οι εισβολείς τα αρχεία του συνδέσμου. Στο φυλλάδιο μεταξύ άλλων διαβάζουμε: η Prima linea δεν είναι ένας καινούργιος μαχόμενος κομουνιστικός πυρήνας, μα η συνένωση διάφορων αντάρτικων πυρήνων οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν δράσει κάτω από διάφορες ονομασίες.  η Prima linea δεν είναι η απόρροια άλλων ένοπλων οργανώσεων όπως οι Br και οι Nap. Η μοναδική διεύθυνση που αναγνωρίζουμε είναι οι εσωτερικές [στα εργοστάσια] πορείες, οι άγριες απεργίες, τα σαμποτάζ, οι αχρηστεύσεις των εχθρικών πρακτόρων, η αυθόρμητη ευφορία, η extraπαράνομη συγκρουσιακή κατάσταση.

Το ενεργό στρατευμένο σώμα στα προηγούμενα χρόνια με διάφορες επονομασίες είναι εκείνο που έχει σημείο αναφοράς την «Senza Tregua». Ανάμεσα στο 1976 και το 1977 διάφορα μέλη της μελλοντικής πολιτικής-στρατιωτικής κορυφής της οργάνωσης καταλήγουν προσωρινά στην φυλακή. Σε αυτή την φάση, που στην συνέχεια ονομάστηκε pre-Prima linea, της αποδόθηκε, μεταξύ άλλων, η θανάσιμη ενέδρα στον επαρχιακό σύμβουλο του φασιστικού Msi Enrico Pedenovi, in risposta all’omicidio da parte dei neofascisti di Gaetano Amoroso, il 27 aprile 1976 στο Milano. Μια επιχείρηση που απολαμβάνει την συναίνεση μεγάλου τομέα της επαναστατικής αριστεράς.

η Prima linea συστήνεται επίσημα σε ένα συνέδριο στο San Michele a Torri, κοντά στο Scandicci, τον απρίλη του 1977. Παίρνουν μέρος μια τριανταριά αντιπρόσωποι από το Milano, Bergamo, Torino, Firenze, Napoli. Ο προαγωγός πυρήνας προέρχεται σε μεγάλο μέρος από το Sesto San Giovanni. Oνομάζονταν το Στάλινγκραντ της Ιταλίας.Πρώτα για όσα είχε συνεισφέρει στην Αντίσταση, μετά στους εργατικούς αγώνες. Δυνατές είναι οι πραγματικότητες από το Μπέργκαμο και το Τορίνο. Ένα Καταστατικό 31 άρθρων ανακοινώνει τις αρχές εκείνης που ορίζεται μια «εθελοντική οργάνωση μαχητών για τον κομουνισμό». Χαρακτηρίζονταν από δυο ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο είναι ένα δίκτυο υποστήριξης και ώθησης στις παράνομες συμπεριφορές και στην προλεταριακή μάχη, αποτελούμενο από Ronde και Squadre, Περιπολίες και Ομάδες, οι οποίες λαμβάνουν διάφορες επωνυμίες (Squadre armate proletarie, territoriali, operaie – ένοπλες προλεταριακές Ομάδες, εδαφικές, εργατικές) και πραγματοποιούν σαμποτάζ, πυρπολήσεις, απαλλοτριώσεις, επιθέσεις σε επικεφαλής τμημάτων στα εργοστάσια. Το δεύτερο είναι μια δομή συγκεντρωτική στης οποίας την κεφαλή υπάρχει μια εθνική Διοίκηση, un Comando nazionale, η οποία πρέπει να δίνει αναφορά για τις δραστηριότητες της στην Διάσκεψη της οργάνωσης.

Το ξεκίνημα, στο κίνημα

η Prima linea κινεί τα πρώτα βήματα της μέσα σε μια διαδρομή συνδεδεμένη με το ανομοιογενές κίνημα του Εβδομήντα επτά, στοχεύοντας να ανυψώσει τα επίπεδα σύγκρουσης. Ήδη στο όνομα προσδιορίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά.Η οργάνωση θέλει να βρίσκεται στην κορυφή της ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος. Η πρώτη γραμμή είναι όντως εκείνη των ομάδων περιφρούρησης στις πορείες. Σε ένα ντοκουμέντο με ημερομηνία 1977 διαβάζουμε: Οι ημέρες του μάρτη υπήρξαν ένα μεγάλο μάθημα: από αντικειμενικές συνθήκες που τυποποιούσαν ανάγκες και χαρακτήρες πολιτικούς του προλεταριάτου περάσαμε στον μαζικό αγώνα ενάντια στο Κράτος. Σε αυτόν κατέστησαν σαφείς οι διαφορετικές πολιτικές υποθέσεις και παραδοχές που ζουν μέσα στον επαναστατικό χώρο μεταξύ των μαχομένων οργανώσεων. […] To πολιτικό ζήτημα και η ανάγκη που αναπτύχθηκε αυτούς τους μήνες, η αναζήτηση ξεκάθαρων απαντήσεων, ενός διαυγούς σχεδιασμού προοπτικής και οργάνωσης, επιβάλει να να διαρρήξουμε όλες τις επί μέρους αντιλήψεις: από την αυτόνομη μέχρι την ένοπλη, να εξαπολύσουμε την πολιτική μάχη, να ελέγξουμε ξανά και να συγκρίνουμε πολιτικές προτάσεις με την επαναστατική ένταση που ζει μέσα στο προλεταριάτο και στην εργατική τάξη.

Την άνοιξη του 1977 το κλίμα στην Ιταλία είναι αυτό. Το επίπεδο της βίας στις πλατείες πολύ υψηλό. Οι διαδηλωτές χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα κι έχουμε πεσόντες και από τις δυο πλευρές. Στις 11 μαρτίου στην Bologna δολοφονείται από έναν καραμπινιέρο ο Francesco Lorusso, στρατευμένος στην Lotta continua. Την επόμενη ημέρα στην Roma και στην Bologna ξεσπούν σκληρές συγκρούσεις. Τις ίδιες ώρες στο Torino σκοτώνεται σε αντίποινα ο ταξίαρχος του πολιτικού Γραφείου της Ασφάλειας Giuseppe Ciotta. Σύντροφοι, δεν είναι πλέον καιρός για παραδειγματικές ενέργειες και προπαγάνδας. Η κήρυξη πολέμου του Κράτους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στο επίπεδο του πολέμου που εξελίσσεται πρέπει να επαληθευθούν σήμερα, αμέσως, οι μαχόμενοι σχηματισμοί: αυτός που απομακρύνει από αυτή την πρακτική την δική του οργάνωση δεν έχει δικαίωμα λόγου μέσα στον μαχόμενο χώρο. Η αξίωση είναι των μαχόμενων κομουνιστικών Ταξιαρχιών, του χώρου της Πρώτης Γραμμής –  Brigate comuniste combattenti, area Prima linea. Στις 21 απριλίου στην Roma και στις 14 μαίου στο Milano στην διάρκεια πορειών σκοτώνονται δυο αστυνομικοί. Στις 12 μαίου στη Roma σκοτώνεται μια διαδηλώτρια, η Giorgiana Masi, χτυπημένη από αστυνομικούς με πολιτικά. Το φθινόπωρο αρχίζει η ύφεση του κινήματος. Πολλοί νέοι αρχίζουν να δίνουν τροφή στις γραμμές των ένοπλων οργανώσεων. Στην αρχή η Pl δρα κυρίως μέσα σε μια οπτική υποστήριξης του αγώνα στα εργοστάσια και στην προλεταριακή μάχη, με πυρπολήσεις, τραυματισμούς τμηματαρχών και διευθυντών, μα πραγματοποιεί δράσεις και μέσα στον κοινωνικό χώρο, ενάντια στην μαύρη εργασία και την ακρίβεια, και με επιθέσεις στην Χριστιανοδημοκρατία και στις δυνάμεις της αστυνομίας. Οι αγωνιστές και μαχητές, μεταξύ των οποίων και πολλοί νεότατοι, συχνά κινούνται μέσα σε διπλή ζωή. Είναι παράνομοι κατά τα μισά, με ένα πεδίο πολιτικής απασχόλησης δημόσιο και ένα παράνομο. Δεν έχουν βάσεις, φυλάγουν τα όπλα στο σπίτι και τα επιδεικνύουν στις πορείες.

Η ένοπλη πάλη θεωρείται παροδική, αναστρέψιμη, μια αναγκαιότητα κάποιες ιστορικές στιγμές για να προκληθούν οι μάζες σε μιαν επίθεση για να προσβάλουν τις διάφορες διαρθρώσεις της καπιταλιστικής διοίκησης. Θεωρείται θεμελιώδης μια άμεση σχέση μεταξύ μαζών και οργάνωσης, ώστε μέσα στην τάξη να αναπτυχθεί παράλληλα ο διάλογος επάνω στην μαχόμενη προλεταριακή οργάνωση και επάνω στο κόμμα […]. Η διαδικασία χτισίματος του προλεταριακού στρατού σε μια χώρα προωθημένου καπιταλισμού  περνά μέσα από την πλέξη μεταξύ μαχόμενης οργάνωσης και οργάνων εξουσίας της τάξης.

Ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση

Σύμφωνα με την Prima linea το Κράτος δεν έχει μια μόνο «καρδιά». Ο στόχος συνεπώς δεν είναι εκείνος της κατάκτησης της εξουσίας, μα μια προοδευτική του αποδιάρθρωση και διάλυση και η δημιουργία μιας ριζωμένης και διάχυτης  αντιεξουσίας. Το 1977 η οργάνωση γράφει: Εάν το Κράτος αντιπροσωπεύει την κεντρική ανάληψη της ρύθμισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάθε πράγμα είναι μέρος του Κράτους, όλη η κοινωνική ζωή γίνεται Κράτος, βίαιη διαχείριση των αναγκών του κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση της διοίκησης είναι η πηγή της νομιμοποίησης για την ίδια την διοίκηση. […] Η εργατική τάξη αρχίζει ακριβώς σε αυτούς τους μήνες να εκφράζει αγώνες προσανατολισμένους ρητώς ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση κι ενάντια στην παραγωγή σαν εργαλείο διοίκησης. […] Αυτό το πολιτικό άλμα είναι θεμελιώδες διότι επιτρέπει μια γενίκευση των πολιτικών ενδείξεων και κατευθύνσεων μάχης, πρωτοβουλίας αγώνα, από την μαχόμενη οργάνωση στο προλετάριο στέλεχος που μάχεται και στα όργανα του αγώνα των μαζών.

Τα μέλη της Pl παραβαίνουν συχνά τους κανόνες ενός παράνομου σχηματισμού. Κάποιες είναι ομάδες φίλων που συναντιούνται στις ταβέρνες με τις οικογένειες, βλέπουν τους εαυτούς τους και αυτοχαρακτηρίζονται σαν τους επαναστάτες εκτός νόμου των ταινιών western, έτσι ώστε να αυτοαποκαλούνται Mucchio selvaggio, wild Bunch, άγριο Κοπάδι. Τον ιούλιο του 1977 βρίσκονται στην θέση να λογαριαστούν με το πρώτο πένθος. o Romano Tognini δέχεται χτύπημα θανατηφόρο στην διάρκεια απαλλοτρίωσης ενός οπλοπωλείου στην Tradate, που στην συνέχεια θα υποστεί μεγάλες ζημιές με εκρηκτικά για αντίποινα.

Στις 2 δεκεμβρίου 1977 μια Squadra, που υποστηρίζονταν από την Pl, τραυματίζει μέσα στο studio του τον «ηλεκτρολόγο του Collegno», τον γιατρό του φρενοκομείου, ο οποίος είχε μείνει ατιμώρητος, παρά το ότι είχε καταδικαστεί για τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβάλει τους τροφίμους, τους έγκλειστους. Πολλοί χειροκροτούν την πράξη.

Παραμονή Χριστουγέννων η  Prima linea επιτίθεται στο σωφρονιστικό ίδρυμα Le Vallette που βρίσκονταν ακόμη υπό κατασκευή. Η φυλακή, η καταστολή, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων έχουν ρόλο κεντρικό σε όλη την ιστορία της ομάδας. Αποδράσεις για τις οποίες έγιναν απόπειρες, και άλλες με επιτυχή κατάληξη, τραυματισμοί και εκτελέσεις δικαστικών, τεχνικών, ανθρωποφυλάκων, εκρηκτικά ενάντια σε  φυλακές. Στις αρχές του  1978 δημιουργείται μια ενοποιημένη διοίκηση των δυο κυριότερων ένοπλων «movimentiste, κινηματικών » οργανώσεων, Prima linea και Formazioni comuniste combattenti (Fcc), μαχόμενοι κομουνιστικοί Σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 1977 από μια διάσπαση των κομουνιστικών Ταξιαρχιών, Brigate comuniste, που δρούσαν στον παράνομο χώρο που σχηματίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso». Η εμπειρία διαρκεί λίγους μήνες, στη διάρκεια των οποίων διαπράττονται κάποιοι τραυματισμοί και μια στρατιωτική άσκηση στην Γαλλία που είχε οργανωθεί από τους βάσκους της Eta. Τον μάρτιο του ίδιου χρόνου, οι Brigate rosse απαγάγουν τον Aldo Moro. η Prima linea δεν επικροτεί την ενέργεια, δεν την εγκρίνει, την οποίαν θεωρεί ασύνδετη σχετικά με το  κίνημα και διαλυτική, διασπαστική, πως αποδιαρθρώνει το κίνημα καθώς και το Κράτος. Εκείνη την περίοδο ανυψώνει ωστόσο το δικό της επίπεδο στρατιωτικής σύγκρουσης, χάρη και σε μια προμήθεια βαρέων όπλων που προέρχονταν από τον Λίβανο.

Ανεβάζει τον πήχη

Στις 11 οκτωβρίου 1978 για πρώτη φορά η Pl αναλαμβάνει επίσημα την ευθύνη μιας εκτέλεσης. Το θύμα είναι ο Alfredo Paolella, καθηγητής εγκληματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Napoli, σύμβουλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αποστολή την εγκληματολογική παρατήρηση στην φυλακή του Poggioreale.

Mα η δράση που δημιούργησε τον μεγαλύτερο θόρυβο θόρυβο έγινε στις 29 ιανουαρίου 1979, όταν στο Milano χτυπήθηκε θανατηφόρα ο Emilio Alessandrini. Είναι ένας δικαστικός που θεωρείται δημοκρατικός, έχει κατευθύνει προς τους νεοφασίστες τις έρευνες για την σφαγή της piazza Fontana, φέρνοντας στο φως τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών και τις θεσμικές συγκαλύψεις. Γαι την Prima linea ο Alessandrini αντιπροσωπεύει την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης. Ανήκει στον τομέα δικαστικών που βρίσκονται μέσα σ εκείνη την αριστερά που  «έγινε Κράτος», διαχειρίζεται τους νόμους της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, της κατάστασης εξαίρεσης, εξορθολογίζει τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης για να ξαναδώσει αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα στον μηχανισμό της εξουσίας. ο Alessandrini διερευνούσε τα κινήματα και τις ένοπλες οργανώσεις , έπρεπε να αναλάβει την διεύθυνση ενός τμήματος της Αντιτρομοκρατικής στο δικαστήριο του Μιλάνο, να πραγματοποιήσει μια τράπεζα δεδομένων και να συντονίσει μια έρευνα επάνω στην πολιτική βία. Είναι μια περίοδος μεγάλων ρήξεων μέσα στην αριστερά. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Brigate rosse έχουν χτυπήσει τον συνδικαλιστή του κομουνιστικού Κόμματος Guido Rossa. Πολλοί αγωνιστές νιώθουν αποπροσανατολισμένοι.

Το Pci, από την πλευρά του, συνεργάζεται δραστικά με το Κράτος, ακόμη και με την δική του ερευνητική εργασίας. Τον φεβρουάριο του 1979 στο Torino μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατικό που προκαλεί αμηχανία σε διάφορα περιβάλλοντα. η Prima linea αποφασίζει να δώσει μιαν απάντηση. Στις 28 φεβρουαρίου, μετά από μια σήμανση, οι σύντροφοι του κομάντο αιφνιδιάζονται μέσα σε ένα bar από κάποιους αστυνομικούς. Υπάρχει μια συμπλοκή, πυροβολισμοί, ριπές αυτομάτων. Σκοτώνονται δυο μαχητές, η Barbara Azzaroni και ο Matteo Caggegi. Στην κηδεία παίρνουν μέρος μεγάλα τμήματα του κινήματος. Η συγκίνηση είναι μεγάλη, όπως και η επιθυμία για εκδίκηση.

η Prima linea πραγματοποιεί δυο ενέργειες αντιποίνων. Στις 9 marzo μαρτίου στήνει μια ενέδρα σε ένα περιπολικό. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ατυχώς ένας νεαρός περαστικός. Στις 18 ιουλίου χτυπιέται ο ιδιοκτήτης του μπαρ Carmine Civitate, με βάση την λανθασμένη πεποίθηση πως ήταν ο υπεύθυνος της παρέμβασης της αστυνομίας.

Αυτή η τραγική αλυσίδα γεγονότων προκαλεί μια μακρά εσωτερική συζήτηση. Στην Διάσκεψη της οργάνωσης τον σεπτέμβρη του 1979, στην Bordighera, στην επαρχία της Imperia, αναπτύσσεται μια πολιτική μάχη ανάμεσα σε δυο θέσεις. Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν απαραίτητο να επιστρέψουν στις ρίζες τους, στο ρίζωμα μέσα στις ζωτικές περιοχές τους και να ασκήσουν τον διάχυτο πόλεμο και αυτούς αντιθέτως που θεωρούν πως πρέπει να αυξήσουν την ένταση της σύγκρουσης με τους θεσμικούς μηχανισμούς. O κόμπος δεν λύνεται. Αποφασίζεται μια οργανωτική αναδιάρθρωση, με την δημιουργία ενός εθνικού Εκτελεστικού, μα εμφανίζεται και μια πρώτη διάσπαση. Κάποιοι μαχητές,πεπεισμένοι πως η κατάσταση απαιτεί μια οπισθοχώρηση, στήνουν την ομάδα Για τον κομουνισμό, Per il comunismo. Σύντομα καταφεύγουν στο Παρίσι, όπου συλλαμβάνονται και εκδίδονται.

H οργάνωση εξαπολύει μια εκστρατεία επικεντρωμένη στο εργοστάσιο, αντικείμενο πολύ σκληρών αναδιαρθρώσεων. Το σύνθημα είναι Να χτυπήσουμε την διοίκηση της επιχείρησης,  Colpire il comando d’impresa. Τον σεπτέμβρη του 1979 η Prima linea σκοτώνει στο Torino τον Carlo Ghiglieno, μηχανικό υπεύθυνο του Τμήματος σχεδιασμού και πρόεδρο της Επιτροπής που οδηγεί τον κλάδο εφοδιασμού της Fiat. Σε απάντηση στις επανειλημμένες επιθέσεις που ασκούν οι διάφορες μαχόμενες ομάδες ενάντια σε διοικούντες και στην αλληλεγγύη της οποίας απολαμβάνουν μεταξύ των εργατών οι ένοπλες οργανώσεις, η εταιρεία υιοθετεί μα σκληρή γραμμή. Τον οκτώβρη, μετά από διαβουλεύσεις με τα συνδικάτα, απολύονται 61 operai, στους οποίους η εταιρεία προσάπτει μια συμπεριφορά «ανατρεπτική, eversivo». Η μαζική κινητοποίηση που επακολουθεί είναι δυναμική και αποφασιστική. Την επόμενη χρονιά η Fiat ανακοινώνει σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες απολύσεις, που στην συνέχεια μετατρέπονται σε cassa integrazione [απόλυση με ταμείο αρωγής, ή και μείωση του χρόνου εργασίας με παράλληλη μείωση αποδοχών, μάλλον αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘διαθεσιμότητα’]για περίπου είκοσι τρεις χιλιάδες εργαζομένους.  Ύστερα από 35 ημέρες αγώνα, στις 14 οκτωβρίου γίνεται εκείνη που αποκαλέστηκε «πορεία των σαράντα χιλιάδων, marcia dei quarantamila». Υπάλληλοι Fiat, άσπροι γιακάδες, τμηματάρχες και στελέχη που ζητούν το τέλος των μπλόκων των εργοστασίων και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην δουλειά. Το συνδικάτο αποδέχεται μια άνευ όρων παράδοση.

Στις 11 δεκεμβρίου 1979 μια ομάδα της Pl καταλαμβάνει στρατιωτικά στο Torino την Σχολή εταιρικής εκπαίδευσης της Fiat, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι  manager. Σχεδόν διακόσιοι φοιτητές μαζεύονται στο auditorium, όπου ένας μαχητής εξηγεί πως το ινστιτούτο δέχτηκε επίθεση μιας και είναι κέντρο νευραλγικής σημασίας στον μηχανισμό διοίκησης της εταιρείας. Η εισβολή ολοκληρώνεται με τον τραυματισμό στις γάμπες πέντε καθηγητών, εκ των διοικητικών στελεχών του εργοστασίου Olivetti, και πέντε φοιτητών. Τρεις ημέρες μετά, στις 14 δεκεμβρίου 1979, ένας πυρήνας της οργάνωσης αιφνιδιάζεται την ώρα που ετοίμαζε μιαν επίθεση ενάντια σε ένα εργοστάσιο στο Rivoli. Στην μάχη που ακολουθεί οι καραμπινιέροι σκοτώνουν τον νεαρό μαχητή Roberto Pautasso.

Στις 5 φεβρουαρίου 1980, σε μιαν εκστρατεία για την ποιότητα ζωής και την υγεία, στην Monza εκτελείται ο μηχανικός Paolo Paoletti, που θεωρείται μεταξύ των υπευθύνων για την καταστροφή που συνέβη στο Seveso το 1976, όταν από την εταιρεία χημικών Icmesa ξέφυγε ένα νέφος διοξίνης υψηλής τοξικότητας.

Στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνεται ο δικαστής Guido Galli, καθηγητής, μέλος της επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την μεταρρύθμιση του ποινικού Κώδικα και συνεργάτη του Ινστιτούτου Πρόληψης και άμυνας. Ανήκει στην ρεφορμιστική συνιστώσα των μιλανέζων δικαστικών, που προσδιορίζεται σαν εργαλείο καταστολής του ανταγωνισμού. Συνεχίζεται η εκστρατεία των κομουνιστικών οργανώσεων για την αποδιοργάνωση της δικαστικής εξουσίας και μαζί με αυτήν του σχεδίου αναδιοργάνωσης των στοιχείων διοίκησης στην χώρα μας. […] Σκοπός είναι να παραχθεί μια παρέμβαση κατά την οποίαν το καπιταλιστικό στρατόπεδο να βγει από αυτή την φάση βαρέως αποδυναμωμένο, αποδιοργανωμένο και αποσταθεροποιημένο, κι επάνω σε αυτή την παρέμβαση να αναπτυχθεί με σταθερό τρόπο το επαναστατικό προλεταριακό στρατόπεδο.

Οι μετανιωμένοι και η κατάρρευση

Στις αρχές του 1980 η Prima linea βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να λογαριαστεί με τους καταδότες, ένα πρόβλημα που λίγο αργότερα θα συνεισφέρει με αποφασιστικό τρόπο στο γρήγορο τέλος της ομάδας. ο William Waccher, ένας νεαρός του δικτύου της οργάνωσης, τον οποίον ακολουθούσε ένα ένταλμα σύλληψης, παραδίδεται στους ερευνητές και συνεργάζεται με τους δικαστές. Ο ρόλος του και οι καταθέσεις του είναι οριακές, μα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει και το γεγονός μοιάζει απαράδεκτο. Χτυπιέται θανάσιμα από έναν πυρήνα του εθνικού Εκτελεστικού στις 7 φεβρουαρίου έξω από το Milano. Οι υποδείξεις του Waccher στις αρχές θα είχαν επιτρέψει την ταυτοποίηση του «comandante Alberto», δηλαδή του Marco Donat Cattin, μα θα παραμείνουν δίχως συνέπειες. Είναι ο Patrizio Peci, μετανιωμένος των Br, που αποκαλύπτει λίγο αργότερα την ταυτότητα του γιου του χριστιανοδημοκράτη σενατόρε, που καταφέρνει να το σκάσει στην Γαλλία. Οι πολεμικές που προκλήθηκαν από την υπόθεση αναγκάζουν τον ισχυρό πολιτικό άνδρα να παραιτηθεί από την θέση του αντιπροέδρου του κόμματος. Πάντα ο Peci δίδει και το όνομα του Roberto Sandalo ο οποίος, αμέσως με την σύλληψη του, ξεκινά μια ομολογία ποταμό. Κατηγορούμενος για διάφορες εκτελέσεις, ύστερα από δυο χρόνια στην φυλακή βγαίνει χάρη στο νόμο για τους μετανιωμένους, που εγκρίθηκε τον μάη του 1982. Συλλαμβάνεται εκ νέου το 2002 για ληστεία και το 2008 για επιθέσεις ενάντια σε τζαμιά και ισλαμικά πολιτιστικά κέντρα.

η Prima linea συνεχίζει τις δράσεις. Στις 2 μαίου 1980 τραυματίζεται βαριά ο Sergio Lenci, πανεπιστημιακός καθηγητής και αρχιτέκτων, δημιουργός του σχεδίου αναδιάρθρωσης της φυλακής της Rebibbia, που χαρακτηρίζεται «τεχνικός της μάχης ενάντια στον αστικό ανταρτοπόλεμο». Στις 26 ιουνίου πραγματοποιείται μια θεαματική πρωτοβουλία προπαγάνδας στο τρένο Susa-Torino, με την διανομή φυλλαδίων που υποκινούν στον ένοπλο αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο.

Τον αύγουστο του 1980 η ηγεσία της Πρώτης γραμμής συζητά για την νέα κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από τις αλυσιδωτές συλλήψεις και την ρήξη της εσωτερικής αλληλεγγύης, με την εξάπλωση της μάστιγας της μεταμέλειας. Δεν κατακτάται κάποια συμφωνία και λίγο αργότερα κάποιοι μαχητές βγαίνουν από την οργάνωση. Τον οκτώβρη συλλαμβάνεται ο Michele Viscardi. Αμέσως ξεκινά να μιλά συνοδεύοντας τους καραμπινιέρους γυρίζοντας όλη την Ιταλία. Μπαίνει σε κίνηση μια αλυσίδα που ταχύτατα οδηγεί στην διάλυση της οργάνωσης.

Τον απρίλιο του 1981 επικυρώνεται το ξεπέρασμα της Prima linea και ο σχηματισμός ενός οργανωμένου Πόλου, σημείου αναφοράς για τους μαχητές που αναζητούνται. Από τις στάχτες της οργάνωσης το 1981 γεννιούνται οι οργανωμένοι Κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση, i Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) και ο Πυρήνας των κομουνιστών, Nucleo di comunisti που στήθηκε στα πόδια του από τον φυγόδικο Sergio Segio, τον «comandante Sirio».

Οι δυο ομάδες περιορίζονται σε ληστείες χρηματοδότησης, σε δράσεις ενάντια στην καταστολή και για την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Στις 3 ιανουαρίου 1982, συνεργαζόμενες, πραγματοποιούν μιαν επιχείρηση εντυπωσιακή. Ένα κομάντο οδηγούμενο από τονi Sergio Segio ελευθερώνει από την φυλακή του Rovigo τέσσερις κρατούμενες, μεταξύ των οποίων την σύντροφο του Susanna Ronconi. Από συγκοπή, πεθαίνει ατυχώς ένας περαστικός, ένας συνταξιούχος εγγεγραμμένος στο Pci. Λίγες μέρες μετά ο Lucio Di Giacomo, ένας από τους συμμετέχοντες στην απόδραση, σκοτώνεται σε μάχη με τους καραμπινιέρους. Ο Πυρήνας και οι Colp σύντομα διαμελίζονται από τις συλλήψεις.

Η διάλυση και ο διαχωρισμός, η διάσταση

Το 1982 ξεκινά η εποχή των maxiδικών. η Prima linea είναι η ένοπλη ιταλική οργάνωση με τον μεγαλύτερο αριθμό παραπεμφθέντων: 923, μεταξύ των οποίων 201 γυναίκες. στην Pl και στοις δομές με αυτήν συνδεδεμένες ανάγονται εκατοντάδες επιχειρήσεων. 23 με κατάληξη τον θάνατο, συνέπειες θανατηφόρες δηλαδή, εκτός από έναν αστυνομικό που σκοτώθηκε από μια ομάδα αποχωρησάντων. 11 είναι ακουσίως νεκροί, όχι εκ προμελέτης.

Το οριστικό κλείσιμο της εμπειρίας, μετά από μια διαδρομή συζητήσεων μεταξύ των φυλακισμένων μαχητών, ανακοινώνεται στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Torino τον ιούνιο του 1983. Στο ντοκουμέντο Sarà che nella testa avete un maledetto muro, Θα είναι που στο κεφάλι σας έχετε έναν καταραμένο τοίχο, που γράφτηκε στην φυλακή Le Vallette και θεωρείται το τελευταίο της Prima linea, δηλώνεται δίχως πλέον καμία νομιμοποίηση η πρακτική του ένοπλου αγώνα για τον κομουνισμό στην Italia. Οπότε ασκείται κριτική στην διάσταση των κατηγορουμένων της 7 απρίλη, del 7 aprile που βρίσκονται έγκλειστοι στην φυλακής της Rebibbia, η οποία βασίζεται επάνω σε μιαν «κατάλυση της μνήμης, ablazione di memoria» και επάνω σε μιαν  «άρνηση της υπευθυνότητας» και «irriducibilismo continuista, [μη μεταμέλεια που οδηγεί στην συνέχιση…]» αυτού που δεν θεωρεί τελειωμένη την μαχόμενη εμπειρία.

Επισημοποιημένης της διάλυσης, σχεδόν όλοι οι πρώην μαχητές της Prima linea ξεκινούν την διαδρομή της διάστασης [διαχωρίζουν την θέση τους από  τον ένοπλο αγώνα], της κοινωνικής επανένταξης, της διαπραγμάτευσης με το  Κράτος, δημιουργώντας τις λεγόμενες Aree omogenee, τους ομοιογενείς Χώρους σε κάποια ανδρικά και γυναικεία τμήματα των μεγάλων μητροπολιτικών συγκροτημάτων εγκλεισμού. Θέσεις που συμβάλλουν στην διάρρηξη της αλληλεγγύης, ξεσκίζουν την κοινότητα των πολιτικών κρατουμένων, που εκείνα τα χρόνια υποβάλλονται σε σκληρές συνθήκες κράτησης με την εφαρμογή του άρθρου 90 της μεταρρύθμισης του 1975, η οποία είχε αναστείλει το φυσιολογικό καθεστώς φυλάκισης αφήνοντας χώρο σε απαγορεύσεις, περιορισμούς, συνομιλίες με τζάμια και ενδοεπικοινωνία. Οι διασπαστικές συνέπειες της διάστασης υπεισέρχονται μέσα σε ένα κλίμα που στις ειδικές φυλακές υψίστης ασφαλείας είχε ήδη καταστεί πολύ βαρύ εξ αιτίας του φαινομένου της μεταμέλειας και είχε οδηγήσει τον δεκέμβρη του 1981 και τον ιούλιο του 1982 στην εκτέλεση από πλευράς των φυλακισμένων του χώρου των ταξιαρχιτών του Giorgio Soldati, πρώην μαχητή της Pl, και του Br Ennio Di Rocco, που είχαν θεωρηθεί καταδότες. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών που διαχώρισαν την θέση τους και κρατουμένων που αρνούνται τον διάλογο με το Κράτος είναι σκληρή.

Και ένα μέρος της εξωτερικής στην φυλακή ανταγωνιστικής αριστεράς οδηγεί έναν δριμύ αγώνα ενάντια στην διάσταση, θεωρώντας πως πολεμά και εκκαθαρίζει όλον τον ταξικό αγώνα, πέρα από την μαχόμενη πρακτική. Για αντίθετους λόγους, λόγω δηλαδή της επιμονής και της εμμονής στον «τρομοκρατικό κίνδυνο, pericolo terrorista», μεγάλα τμήματα του Κράτους και του δικαστικού σώματος αντιτίθεται στην διάλυση του ποινικού και δικαστικού μηχανισμού της εξαίρεσης, της κατάστασης έκτακτης ανάγκης δηλαδή, του σκληρού καθεστώτος μεταχείρισης μέσα στις ειδικές φυλακές, και της εξάπλωσης για τους εν διαστάσει της νομοθεσίας επιβράβευσης που προβλέπονταν για τους μετανιωμένους.

Οι κρατούμενοι στους ομοιογενείς Χώρους συνεχίζουν τον διάλογο με τους θεσμούς, μέσα σε μια διαδρομή που αποκαλούν  «συγκρουσιακής-εμπόλεμης διαμεσολάβησης, mediazione conflittuale». Τον ιούνιο του 1984 η Prima linea παραδίδει τα όπλα που της είχαν απομείνει στον καρδινάλιο του Milano, Carlo Maria Martini, που είχε εμφανιστεί ανοιχτός στο θέμα της κοινωνικής συμφιλίωσης.

Το 1986 ψηφίζεται ο νόμος 663, που αποκαλείται Legge Gozzini, ο οποίος προβλέπει εναλλακτικά μέτρα στον εγκλεισμό εισάγοντας μια λογική βασισμένη στο διωνυμικό βραβείο-τιμωρία,  premio-punizione σε σχέση με την συμπεριφορά του έγκλειστου. Τον φεβρουάριο του 1987 έρχεται να αποδώσει καρπούς η μακρά διαδικασία του νόμου n. 34, που παραχωρεί εκπτώσεις στις ποινές σε αυτούς που διαχωρίζουν την θέση τους από την ένοπλη πάλη. Αυτοί οι δυο νόμοι, σε συνδυασμό, επιτρέπουν στους εν διαστάσει να αφήσουν προοδευτικά την φυλακή, ενώ οι φυλακισμένοι που αρνούνται κάθε μορφή διάστασης και πολιτικής λύσης, που αποκαλούνται αμετανόητοι «irriducibili, αμείωτοι», παραμένουν ακόμη επί μακρόν στις ειδικές φυλακές.

η Κάρτα είναι από το βιβλίο: Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Roma, DeriveApprodi 2015.

http://www.sebbenchesiamodonne.it/scheda-storica-prima-linea/

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη έκτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Sedicesima parte

τοτ Luca Barbieri

Autonomi5.jpgQui le precedenti puntate., εδώ οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Τέλος το Manifesto που αφιερώνει στην απόφαση έναν τίτλο έναρξης σε εννέα στήλες στην πρώτη σελίδα: “Καταρρέει το θεώρημα 7 απρίλη”. Στο συνοπτικό: “Απόφαση στο εφετείο: η εξέγερση δεν υπάρχει. το Potere operaio δεν ήταν μια ένοπλη συμμορία. Πολλοί αθωώθηκαν, οι ποινές μειώθηκαν”. Το Manifesto ζει την απόφαση σαν μια νίκη που έφθασε μετά από μιαν μακρά μάχη. Όλη η σελίδα δυο είναι αφιερωμένη στην υπόθεση. Μια μεγάλη ταμπέλα, όνομα προς όνομα, εκθέτει όλη την απόφαση. Πολλές φορές γίνεται αναφορά στην καταδικαστική απόφαση στον Mario Dalmaviva για ένοπλη συμμορία (που την έχει στο μεγαλύτερο μέρος της εκτίσει με την προληπτική φυλάκιση) σαν την μοναδική παραφωνία της απόφασης. Το editorial, με τίτλο “Μια αποκατάσταση”, φυσικά είναι δουλειά της Rossana Rossanda που αναπαριστά στην εφημερίδα της την μακρά μάχη:

Οι μεγάλοι υποστηριχτές του ντελίριου του παντοβάνου εισαγγελέα Calogero, του πρώτου μετανιωμένου, παρότι κοινού δολοφόνου, του Fioroni και των ειδικών νόμων υπήρξαν ένα απόσπασμα δικαστικών δικηγόρων, δημοσιογράφων και κομουνιστών διοικητικών στελεχών, με την δουλοπρεπή ακολουθία της Unità και της Repubblica. […] Ένας άνθρωπος σαν τον Luciano Ferrari Bravo, αθώος εχθές, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε  14 χρόνια και 5 ήδη τα είχε εκτίσει στην φυλακή. Ποιος θα του τα επιστρέψει? […] Ίσως το περιοδικό Espresso, που χάρισε στους αναγνώστες του την φωνή του τηλεφωνητή των BR στην Eleonora Moro, διότι είχε αναγνωριστεί σαν εκείνη του Negri? η Repubblica που τιτλοφόρησε πανηγυρικά την σύλληψη του σαν αρχηγό των BR σε ολόκληρη σελίδα? Δεν υπήρξε αυτή μονάχα μια σκανδαλώδης σελίδα της ιταλικής δικαιοσύνης, όπως αποκάλυπτε εδώ και καιρό η Amnesty International. Ήταν μια ιστορία από σιωπές, ανανδρίες και συγκαλύψεις.[…] Θεσμοί και  τύπος συνεισέφεραν αδιάντροπα σε μιαν πολιτική επιχείρηση χαμηλού τύπου, την πιο χαμηλή της δικαιοσύνης στην ιστορία της δημοκρατίας. […] Μετρήσαμε στα δάχτυλα της παλάμης νομικούς και διανοούμενους διατεθειμένους να ξοδέψουν δέσμευση και προβληματισμό, να βρουν αποτρόπαιο το ότι μια πολιτική ιδέα που μπορούσαν να μην  μετέχουν καθόλου σε αυτήν παραδίδονταν όχι στον πολιτικό αγώνα μα σε ένα δικαστικό τέχνασμα.

Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση. Η δικαστική ιστορία της 7 aprile τελειώνει. Υπάρχει μονάχα μια μικρή ουρά. Στις  5 oκτωβρίου του 1988 το Πρώτο ποινικό τμήμα του Ανωτάτου δικαστηρίου, προεδρεύοντος του Corrado Carnevali, επιβεβαιώνει την απόφαση του εφετείου. Ίσως και λόγω της έλλειψης κάτι νεότερου η είδηση δίδεται δίχως έμφαση από τις εφημερίδες. η Repubblica με τον Franco Scottoni τιτλοφορεί “Η τελευταία λέξη επάνω στην υπόθεση 7 aprile, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαιώνει τις καταδικαστικές αποφάσεις”. Το άρθρο, με τον πυρήνα της είδησης σε λίγες μόνο γραμμές, κάνει μια μεγάλη ανακατασκευή της περίπτωσης δίδοντας έμφαση, σταθμό προς σταθμό, στο «ναυάγιο» του θεωρήματος Calogero. “7 aprile, οριστικές καταδικαστικές αποφάσεις”, είναι αντιθέτως ο τίτλος της Unità.

Η δικαστική ιστορία της 7 aprile τελειώνει εδώ. Πέρασαν εννέα χρόνια από την αρχή όλης της υπόθεσης. Διαβάζοντας ξανά την ιστορία με ψυχρό αίμα, η δυσαναλογία μεταξύ τις αρχικές κατηγορίες και εκείνες που εξακριβώθηκαν εμφανίζεται σε όλη την μεγαλοσύνη της.  Το  “σύστημα” των εφημερίδων αντιθέτως μοιάζει αδιάβροχο. Από μιαν εφημερίδα θα περίμενε κανείς μιαν ουσιαστική προσήλωση στα γεγονότα. Ακόμη περισσότερο σε εκείνα που εξακριβώθηκαν από το δικαστικό σώμα. Και εάν τα γεγονότα τα εξακριβωμένα αποκλίνουν από εκείνα που προηγουμένως διηγήθηκαν ίσως είναι σκόπιμη και ενδείκνυται μια προσεκτική εκτίμηση για να εξηγηθεί στους αναγνώστες η λογική ενός αφηγηματικού δρομολογίου που διαφορετικά κινδυνεύει να μοιάσει σχιζοφρενικό.  Μια κάποια εξισορρόπηση ήδη την παρατηρήσαμε για την Repubblica. η Unità, στο ακραίο αντίθετο, ερμηνεύει κάθε γεγονός σαν επιβεβαίωση του δικού της σχεδιασμού.

10. Schegge ψηφίδες

Στις 7 απριλίου 1989 η υπόθεση “7 aprile” κλείνει δέκα χρόνια. Η επέτειος δεν περνά απαρατήρητη. η Repubblica αφιερώνει στο συμβάν ένα άρθρο του Antonello Caporale, “ο Negri γιορτάζει στο Παρίσι την «επιστροφή στην νομιμότητα»”. Ένα κομμάτι που, ξεκινώντας από μιαν συνέντευξη τηλεφωνική στον Negri, αναπαράγει τους κυριότερους σταθμούς της δικαστικής υπόθεσης. Στην μέση, χωμένη κανείς δεν ξέρει πως και γιατί, ανάμεσα στην κουβέντα με τον Negri και την αναπαράσταση, και μια είδηση που δημιουργεί μονάχα σύγχυση: «Μέσα στην δεκαετία δώσανε σημεία ζωής και οι BR. Παρέδωσαν στα ρωμαϊκά γραφεία του πρακτορείου Ansa ένα αντίγραφο του τελευταίου φυλλάδιου του Μαχόμενου Κομουνιστικού Κόμματος,  “Partito Comunista Combattente”. Στο φυλλάδιο επιτίθενται στον Πρωθυπουργό, στον υπουργό Εσωτερικών, στον αρχηγό της αστυνομίας, στον Υψηλό κομισάριο για τον αγώνα ενάντια στην μαφία και τον νέο αστυνομικό διευθυντή της Roma». Να σημειώσουμε πως ο Caporale, διηγούμενος την γέννηση της έρευνας, εκφράζει απερίφραστα την στράτευση του ΚΚΙ σε υποστήριξη της έρευνας. Ένα γεγονός που στο τόξο των δέκα χρόνων δεν είχε ποτέ ειπωθεί ρητώς, παρά μόνο στο Espresso με υπογραφή Nicotri. «Είναι ακριβώς η κομουνιστική ομοσπονδία στην Πάντοβα που αποφάσισε να συνεργαστεί ενεργά με την εισαγγελία, ιδιαίτερα με τον αναπληρωτή εισαγγελέα της Δημοκρατίας Pietro Calogero. Είναι στην βάση μαρτυριών κάποιων πρώην αγωνιστών στου Potere operaio που πέρασαν στο PCI και παίρνει μπρος η πρώτη καταδίωξη».

η Corriere della Sera έστειλε τον ανταποκριτή της στο Παρίσι, τον Ulderico Munzi, στην “γιορτή” για την δεκαετία που οργανώθηκε από τους ιταλούς εξόριστους. Το άρθρο, με τόνο πολύ δηκτικό, έχει τίτλο “7 aprile: ο Negri χαιρετά κοροϊδεύοντας”. Και στον υπότιτλο: “Champagne και χοροί στον ρυθμό του Belafonte για τον καθηγητή των χρόνων του μολυβιού”. Στους υπότιτλους: “Ο ex leader της εργατικής Αυτονομίας : «Δεν είμαστε αόρατοι όπως στο film του Squitieri. Είμαστε συγκεκριμένοι» – Για τον Morelli μια περούκα με τις κοτσίδες του Gullit — Η Ιταλία περιγράφεται σαν μια λατινο-αμερικάνικη δικτατορία  — Μονόλογοι σαν σε φυλλάδιο της ένοπλης πάλης”. Δίπλα στο κομμάτι ένα box, “λέγει ο Imposimato: είναι η ώρα της συγνώμης”, που μεταφέρει τις δηλώσεις του πρώην δικαστού τώρα σενατόρε του PCI. Στην σελίδα 12 η Corriere δημοσιεύει και μια παρέμβαση του Angelo Ventura.

Το Manifesto του σαββάτου 8 απριλίου θυμίζει την 7 aprile ’79 με μιαν ολόκληρη σελίδα των πολιτιστικών που εκθέτει τους τίτλους των περισσοτέρων εφημερίδων της εποχής. Η σελίδα, επιμελημένη από τους Andrea Colombo και Ida Dominjanni, βλέπει στην κεφαλή ένα βασικό άρθρο του Valentino Parlato, “Γιατί να θυμόμαστε” και μετά μιαν ανάλυση των τίτλων που δημοσιεύτηκαν τις επόμενες ημέρες από το Blitz στο Manifesto, Avanti, Unità, Corriere della Sera, Giornale, Repubblica και Stampa, με τίτλο “Δέκα χρόνια μολυβιού” και έχει συλλεχθεί κάτω από τον υπότιτλο “8 απριλίου 1979. Μετά τις συλλήψεις ξεκινά η δίκη μέσα από τον τύπο”. Η επιχείρηση της εφημερίδας επεξηγείται στο βασικό άρθρο του Parlato:

Όταν εκθέτουμε εκ νέου τους τίτλους των άλλων εφημερίδων των δέκα χρόνων νωρίτερα δεν είναι για να τις διαπομπεύσουμε,  για να πούμε πως εμείς ήμασταν καλοί κι εκείνοι όχι, πως εμείς ήμασταν δημοκρατικοί κι εκείνοι δικτατορικοί. Θυμόμαστε εκείνους τους καιρούς — το 1978 είχε σκοτωθεί ο Aldo Moro μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα  — και γνωρίζουμε πως τα σφάλματα, τραγικά, του τύπου εκείνων των ημερών ήταν η κοινοτοπία της κοινής λογικής του τότε. […] Θυμόμαστε εκείνη την 7 απρίλη του 1979 κυρίως για να θυμόμαστε, για να μην χάσουν οι άνθρωποι την μνήμη, για να αντιμετωπίσουν και εξουδετερώσουν μια διαδικασία αποϊστορικοποίησης, να μην ξεχάσουν να διαβάζουν την ιστορία δηλαδή, μια διαδικασία μέσα στην οποίαν οι υποκειμενικότητες γίνονται κομμάτια, μέσα στην οποίαν σήμερα μπορεί να ειπωθεί εκείνο που απαγορεύονταν εχθές, και δίχως την μνήμη του χθες. […] Πρέπει να θυμόμαστε εκείνη την 7 aprile δέκα χρόνων πριν διότι σήμερα δεν μπορούμε πλέον να γράψουμε — έστω και με την υποτιθέμενη αναλυτική ψυχρότητα, όπως κάνει η Corsera της τετάρτης  5 απριλίου — πως “καταλήγοντας, εάν οι συλλήψεις της 7 aprile κατέληξαν σε ένα δικαστικό λάθος και σε χρόνια βασάνων για ανθρώπους που στην συνέχεια θα αθωώνονταν, από πολιτικής άποψης η επιχείρηση υπήρξε μια επιτυχία διότι απέσπασε από τον ένοπλο αγώνα το νερό, χτύπησε δηλαδή έμμεσα εκείνο τον χώρο (πολιτικά και στρατιωτικά ακαθόριστο ) συμπάθειας ή συγκατάθεσης απ’ όπου αυτός ο χώρος [ του ένοπλου αγώνα] στελεχώνονταν”. Μια δήλωση αυτού του τύπου μπορεί να την κάνει μόνο αυτός που ξέχασε τι ήταν η 7 aprile και φαντάζεται πως όλοι οι άλλοι το ξέχασαν. Είναι μια δήλωση που μπορεί να γίνει μόνο μετά την επιβεβαίωση του πραγματικού. Αλλιώς είναι η πιο ρυπαρή απολογία του πιο ηλίθιου κρατικού συμφέροντος.

Δέκα επέτειοι για την 7 απρίλη ίσως να είναι και πολλές. Από εδώ και μπρος είναι ο Negri το όχημα για τα μνημόσυνα. Μόνο οι τοπικές εφημερίδες, η  Mattino και η Gazzettino θυμούνται και επανασυνδέουν, και με ακραία εξειδίκευση και προβληματισμό σε απόσταση 20 χρόνων απ’ την 7 aprile, τα νήματα της υπόθεσης, βοηθούμενοι σε αυτό από την patavinitas μεγάλου μέρους των κατηγορουμένων, ζώντων μαρτύρων [όσο βρίσκονται φυσικά στην ζωή) αυτής της παράξενης ιστορίας.

Τα υπόλοιπα είναι κάποιες αναλαμπές απολύτως ασύνδετες.
Το 1993 ένα άρθρο του Negri δημοσιεύτηκε από την Giorno. Μια ομάδα δημοσιογράφων διαμαρτύρεται, πολεμικές καταγράφονται σε όλες τις εφημερίδες διότι υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει λόγος να δημοσιεύονται άρθρα του.
Το 1995 από τον Negri παίρνει συνέντευξη ο Piero Chiambretti για την εκπομπή του Διπλωματούχου, del Laureato (τηλεοπτική εκπομπή στον αέρα από την RaiTre) που καταγράφτηκε στην Padova. «Τώρα ανοίγει εκ νέου η πολεμική: είναι σωστό να μιλά ο Negri? O πρύτανης Gilberto Muraro δηλώνει πως η σχολή θα θέσει στην διάθεση του Chiambretti μόνο την αίθουσα και πως  il Bo έχει καθηγητές πιο αντιπροσωπευτικούς του Toni Negri στους οποίους να δώσει τον λόγο. Ποιοι θα είναι οι καλεσμένοι?», γράφει η Corriere.

Στις εννιά απριλίου του 1997 η Corriere με την υπογραφή του Albino Salmaso μιλά για την πιθανή επιστροφή του Calogero στην Padova για να αναλάβει την έδρα του Γενικού Εισαγγελέα.

o Pietro Calogero, ο δημόσιος κατήγορος της έρευνας  «7 aprile» μπορεί να γίνει ο εισαγγελέας της δημοκρατίας στην Padova, πολυθρόνα που άφησε με τον θάνατο του ο Giovanni Cassano. Η επιτροπή διοικητικών αναθέσεων του Csm, όντως, στις 11 του περασμένου φεβρουαρίου ενέκρινε με τέσσερις ψήφους στις πέντε ακριβώς την ανάθεση στον δκ γνωστό από την έρευνα του για την Autonomia Operaia Organizzata, που έφερε στην φυλακή μιαν εικοσαριά προσώπων μεταξύ των οποίων Oreste Scalzone, Franco Piperno και Toni Negri, τότε πανεπιστημιακό καθηγητή στην Padova, που σήμερα ζει στο Παρίσι μετά την καταδίκη του σε πρώτο βαθμό που του επεβλήθη από τους ρωμαίους δικαστές. Η υποψηφιότητα του Calogero, που προώθησε ο Antonio Patrono, πρόεδρος της επιτροπής αναθέσεων, τώρα αναμένει την ψήφιση από το Plenum του Csm e di «concerto» υπογεγραμμένη από τον υπουργό Flick. Στην κούρσα για την θέση του εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπάρχουν επίσης οι δικαστές Stefano Dragone και Francesco Aliprandi. Η υποψηφιότητα του Calogero, που αυτή την στιγμή είναι αναπληρωτής εισαγγελέας στο Εφετείο της Venezia, δικαιολογήθηκε λόγω των «συγκεκριμένων συμπεριφορών ιδιαίτερης σημασίας» που ωρίμασαν στην διάρκεια της καριέρας. Γεννημένος στην επαρχία της Messina εξήντα δυο χρόνια πριν, ο Calogero ξεκίνησε την δραστηριότητα του στην Treviso και με τον Δικαστή Stiz διερεύνησε την μαύρη εκτροπή και συνωμοσία των Freda και Ventura. στην Padova προετοίμασε το blitz της 7 aprile 1979 που έφερε 134 κατηγορούμενους σε δίκη. Μεταξύ των εναγομένων και ο Toni Negri, που προχθές ακριβώς έδωσε συνέντευξη στους αυτόνομους του radio Sherwood, στην διάρκεια ενός sit-in που οργανώθηκε στην σχολή Πολιτικών Επιστημών. ο Negri είπε πως συμφωνεί με την πρόταση αμνηστίας για τα χρόνια του μολυβιού που δρομολόγησε ο Cossiga και επιτέθηκε στον Calogero και  «τους σταλινικούς του Pci που υποστήριξαν το θεώρημα του».

Την πρώτη ιουλίου 1997 ο Toni Negri επιστρέφει στην Italia. Του απομένουν ακόμη κάποια χρόνια φυλακής να εκτίσει. Η πρόθεση του καθηγητή είναι πολιτική: να καταφέρει να ξανανοίξει ένα παράθυρο για την υπόθεση της αμνηστίας. Η επιστροφή του Negri είναι κυρίως ένα μεγάλο επικοινωνιακό γεγονός, που ακολουθείται από τηλεοράσεις και εφημερίδες.
η Unità αφιερώνει στο γεγονός όλη την σελίδα 4 της εφημερίδας. Ένα άρθρο χρονικών του Roberto Rossani, “ο Toni Negri επιστρέφει και πηγαίνει κατευθείαν στην Rebibbia. «Εγώ, τελευταίος ιάπωνας που παραδίδεται»”. Μετά μια συνέντευξη στον Palombarini  του Aldo Varano “Palombarini: «Εκτιμώ την κίνηση να γυρίσουμε σελίδα με την απονομή χάριτος» (στην σύνοψη: “Η τρομοκρατία ηττήθηκε. Και ο Negri επιστρέφει και λέει: είμαι ένας ηττημένος. Να πάμε πέρα από τους νόμους της εξαίρεσης. Ένας κακός δάσκαλος? Τότε υπήρχαν πολλοί …”). Στα πλάγια μια προσωπογραφία του Negri: απροσδόκητα ηUnità ξαναδημοσιεύει, κάτω από τον τίτλο “Οι δικές του δεν είναι αφηρηματολογίες”, το άρθρο του Walter Tobagi που η Corriere della Sera δημοσίευσε στις 8 απριλίου του 1979 (τότε ο τίτλος της Corsera, που δημοσίευσε το κομμάτι στην πρώτη σελίδα, ήταν “Toni Negri, ο προφήτης της άρνησης της εργασίας”). Στο βάθος ένα άρθρο της Ritanna Armeni “Εκείνα τα τρομερά χρόνια Εβδομήντα μες την τρομοκρατία” και στο συνοπτικό “Η αποτυχημένη προσπάθεια να δοθεί μια βάση μαζική στην επίθεση ενάντια στο Κράτος. Το θεώρημα Calogero και οι συλλήψεις της 7 aprile 1979”. Mα παρά αυτό προοίμιο, στις 7 απρίλη αφιερώνονται μονάχα οι τελευταίες γραμμές του άρθρου που αντιθέτως διατρέχει μιαν ανασκόπηση που ξεκινά από το ’68 για να φθάσει στο ’77. «Είναι της 7 aprile 1979 η καταγγελία των αρχηγών της αυτονομίας για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία. Αυτοί είναι, σύμφωνα με τον δικαστή Guido Calogero (sic!) οι αρχηγοί των BR. Η εργατική αυτονομία βρίσκεται υπό κατηγορία. Υπεραμύνεται ενώ η κοινή γνώμη και τα ίδια τα κόμματα χωρίζονται. Και οι επιθέσεις συνεχίζονται. Αυτό θα συνεχιστεί μέχρι τα μέσα των χρόνων ’80». Αυτή, μέσα σε μιαν ολόκληρη σελίδα είναι η πιο σαφής αναφορά στην 7 aprile. Συνεπώς, αυτός που θα ήθελε να μάθει γιατί πράγμα καταδικάστηκε ο Toni Negri δεν έχει ελπίδες.

Και η Corriere della Sera δεν τα καταφέρνει καλύτερα. Προσπαθεί, είναι αλήθεια, με ένα γραφικό που θα έπρεπε να εκθέτει τους κυριότερους σταθμούς της δικαστικής υπόθεσης: μα εκτός από το να υποδεικνύει το 1970 σαν έτος γέννησης του Potere operaio, αληθινά δεν καταλαβαίνουμε για ποιον λόγο, συγκεκριμένο, καταδικάστηκε ο Negri. Το άρθρο από τα χρονικά είναι της  Ester Palma, “ο Toni Negri επιστρέφει στο κελί: βρίσκομαι στον παράδεισο”. Αυτές οι λίγες γραμμές αφιερωμένες στην ιστορία της 7 aprile: «Οι δικαστικές υποθέσεις του Negri ξεκίνησαν στις 7 aprile 1979 όταν συνελήφθη για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία μαζί με 21 συντρόφους της Autonomia operaia. Στις 26 ιουνίου του’83 εκλέχθηκε βουλευτής με τις γραμμές των ριζοσπαστών και για αυτό βγήκε από την Rebibbia. Παραμονές της παραχώρησης άδειας να προχωρήσουν εναντίον του από την Camera, ο καθηγητής έφτιαξε τις βαλίτσες του για το Παρίσι. Μέσα σε κατηγορίες και δίκες ο τελικός λογαριασμός είναι 4 χρόνων και 11 μηνών που πρέπει ακόμη να εκτίσει». Στην πτήση Παρίσι-Ρώμη η Corriere επιβίβασε και έναν ρεπόρτερ. Βγαίνει από αυτόν ένα πορτραίτο του Negri: “Αν μετάνιωσα? Θα μου άρεσε να μιμηθώ τον Alberto Sordi: εργαζόμενοι, πάρτα…”. Στο κάτω μισό της σελίδας δυο συνεντεύξεις: μια στον Marco Pannella (“Δεν μετανιώνω για την εκλογή του. ήταν μια ξεκάθαρη μάχη δικαίου”) και μια στον καθηγητή Petter (“Αυτός έχει ηθικές ευθύνες και δεν είναι πολιτικός κατατρεγμένος”).
η Repubblica ούτε που προσπαθεί.  “ο Toni Negri προσγειώνεται στην Rebibbia”, τιτλοφορεί στην σελίδα 21. Στο συνοπτικό: “ο professore στην φυλακή: θα επιστρέψω να κάνω πολιτική από τον χρόνο μηδέν”. Επί πλέον, όπως η Corriere, μια συνέντευξη στον Petter. Στην 7 aprile, στην έρευνα Calogero, στον λόγο τέλος πάντων για τον οποίον ο Negri πρέπει ακόμη να εκτίσει χρόνια φυλακής, ούτε μια γραμμή.
Μόνο ο Gianni Riotta, που είχαμε βρει το 1983 στο άνοιγμα της ρωμαϊκής δίκης, αναπαράγει (στην Corriere στα τέλη ιουνίου, πριν από τον επαναπατρισμό) με υπομονή την πολιτική δικαστική διαδρομή του προσώπου κάνοντας να αναδυθούν ξανά ονόματα που έμοιαζαν βυθισμένα στην λήθη:

Πόσοι αναγνώστες μπορούν, από μνήμης, να αναφέρουν τις ακρότητες της «υπόθεσης Negri»? Οι δικαστές τον κατηγόρησαν πρώτα πως ήταν ο «Μεγάλος Γέρος» των Brigate Rosse. Αναμένοντας την δίκη, ο Negri πέρασε χρόνια στις ειδικές φυλακές, μαζί με τους κατηγορούμενους της  «7 aprile». Σήμερα οι υπέρμαχοι της εγγύησης των δικαιωμάτων είναι πολλοί, χαϊδεμένοι και συχνά πολύ φασαριατζήδες, θορυβώδεις. Mα ποιος θυμάται την μοναξιά του σκιτσογράφου Dalmaviva, του professor Ferrari Bravo, του αρχιτέκτονα Magnaghi? Συλληφθέντες για τρομοκρατία, πέρασαν χρόνια σε σκληρή φυλάκιση, για να καταλήξουν αθωωθέντες. Διαφορετική η τύχη του Negri, πιο διφορούμενες οι ευθύνες, πιο μπερδεμένο το προφίλ. η Rossana Rossanda, που έτσι κι αλλιώς αγωνίστηκε για την αποφυλάκιση του, αναγνωρίζει σε αυτόν «μια εωσφορική κλίση». Η καταδίκη του οφείλεται στην ηθική συνέργεια για τον θάνατο του αστυνόμου Lombardi στο Argelato, για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία. Αυτοί που διαβάζουν αυτή την εφημερίδα, και γεννήθηκαν σε εκείνα τα τρομερά χρόνια, θα δυσκολευτεί να προσανατολιστεί στο μίσος, στους διαχωρισμούς, στις μνησικακίες του τότε. ο Negri, «ο κακός δάσκαλος», κατηγορήθηκε για ανευθυνότητα, γιατί εγκωμίασε την εξέγερση ενώ πολλοί από τους μαθητές του δεν ξεδιψούσαν με τον Sorel, αλλά έδερναν με λοστούς και σκότωναν. Αυτός υπερασπίζονταν τον εαυτό του, αναφέρονταν το δικαίωμα στον λόγο. Οι δικαστές επέμεναν για αποδείξεις, ενδείξεις, αδικήματα. Οι γαλλικές αρχές πάντοτε πίστευαν περισσότερο στον Negri παρά στους ιταλούς συναδέλφους του. 

Για τις επόμενες ημέρες η συζήτηση γύρω από το θέμα της χάριτος, της αμνηστίας  (και της ημί-χάριτος”) είναι καυτή. Όπως πάντα δεν θα γίνει τίποτα μα το χάος στις εφημερίδες είναι μεγάλο, μεταξύ της Francesca Mambro που λέει στον Toni Negri “Σκοτώσαμε, μόνο πρέπει να μείνουμε σιωπηλοί” (Corriere della Sera, 4 ιουλίου 1997) και συντακτών που ερμηνεύουν της επιστροφή του Toni Negri λίγο όπως θέλουν (“Οι ασάφειες εκείνης της επιστροφής από την Γαλλία” του Vittorio Grevi). στην Corriere δεν μπορεί να λείψει το σχόλιο του Leo Valiani, “Δεν μπορούμε να τους συγχωρέσουμε όλους μαζί. Η πολιτική δεν είναι ένα ελαφρυντικό”, επικεντρωμένο στην υπόθεση της αμνηστίας. «Θα ήταν σκόπιμο να διαψευστεί η φωνή που μιλά για μια σύνδεση μεταξύ της παράδοσης στην ιταλική αστυνομίας του φυγόδικου professor Antonio Negri, που θα έπρεπε να εκτίσει ακόμη κάποια χρόνια φυλάκισης για μιαν ληστεία που έγινε για λόγους αυτοχρηματοδότησης πολιτικής- ανατρεπτικής, στην διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε μια δολοφονία, και την θεσμοθέτηση μιας γενικευμένης χάριτος στους πρώην τρομοκράτες. Μεταξύ αυτών των δυο τύπων περιπτώσεων δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία σύνδεση, ο Negri θα μπορούσε να είναι τελείως αθώος εκείνης της δολοφονίας. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να του δοθεί χάρη άνευ όρων». Μα δεν υπάρχει μόνο η συζήτηση για τα μέτρα χάριτος. Γίνεται επίσης λόγος για την επαναδημοσίευση των κειμένων του Negri, που έγινε από τον Castelvecchi (“Τα βιβλία της πυράς, I libri del rogo”), στην οποίαν ο καθηγητής αφιερώνει έναν νέο πρόλογο (“ο Toni Negri επιστρέφει να προτείνει την επίθεση στον ουρανό”, στην Corriere της 6 ιουλίου 1997).

Τον αύγουστο του 1999 ο Toni Negri, που εδώ πλέον και ένα χρόνο του επετράπη η εξωτερική εργασία από την φυλακή με την Caritas, αποκτά την ημιελευθερία. Το μέτρο είναι πρόσχημα για πολιτικούς διαξιφισμούς που μεταφέρονται δεόντως από την Repubblica. «”Είναι μια απόφαση ανησυχητική”, βροντά ο Maurizio Gasparri, αντιπρόεδρος της An στην Camera. “Αυτοί που ανεύθυνα χορήγησαν την ημιελευθερία στον πρώην leader της Autonomia operaia προφανώς δεν αντιλήφθηκαν την επιστροφή των Brigate Rosse”. […] Στην ίδια γραμμή με τον Gasparri ένα άλλο στέλεχος της An, Mirko Tremaglia: “Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν ο ηγέτης των συμμοριών της αυτονομίας και πως συνιστά κίνδυνο διαρκή για την ασφάλεια και την νομιμότητα». “ο Toni Negri ημιελεύθερος μέσα σε πολεμικές” τιτλοφορεί αντιθέτως η Corriere. «Ακουσίως, συνεπώς, ο φιλόσοφος από την Πάντοβα που υποδείχτηκε από τους ερευνητές ως ο ιδεολόγος της «Autonomia operaia» (το όνομα του εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μιαν έρευνα το ’79, όταν ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero κίνησε επίσης την σύλληψη μιας ακόμη εικοσάδας στελεχών της «Autonomia operaia» μεταξύ των οποίων οι Franco Piperno και Oreste Scalzone) βρίσκεται έτσι ξανά στο επίκεντρο της γενικής προσοχής».

Είναι λίγες αναλαμπές των χρόνων Ενενήντα. Η 7 aprile δεν υπάρχει πλέον. Είναι μόνο μια ημερομηνία στην βιογραφία του Toni Negri. Που με την σειρά του κατέστη ένας κοινός τόπος. Έτσι και οι εκφράσεις που τον συνοδεύουν: κακός δάσκαλος, ανατρεπτικός. Δεν σημαίνουν πλέον τίποτα το συγκεκριμένο διότι  δεν συνδέονται με κανένα ιστορικό πεπραγμένο. Είναι εκεί πεταμένες, αποπλαισιωμένες και στερημένες κάθε ιστορικής έννοιας.

11. Cortocircuiti βραχυκυκλώματα

Στις 12 φεβρουαρίου 2001 η Padova ξυπνά με έναν νέο εφιάλτη. Τι προηγούμενο βράδυ ένας μεσίτης, ο Walter Boscolo, εκτελείται σε ένα διαμέρισμα της οδού San Francesco. Η δολοφονία του θυμίζει από κοντά μιαν άλλη που συνέβη στις 21 ιανουαρίου. Δρομολογείται η υπόθεση ενός serial killer. Στις 12 φεβρουαρίου ένα ακόμη έγκλημα: στην αυλή ενός πανεπιστημιακού ινστιτούτου στο Portello ανακαλύπτεται ένα καμένο πτώμα. Είναι εκείνο του καθηγητού Luigi Pasimeni, καθηγητού χημικών του Πανεπιστημίου της Padova. Η αμφιβολία πως και αυτό το έγκλημα μπορεί να αποδοθεί στον serial killer διαρκεί για μιαν ημέρα. Την επομένη, στις 13, ο γυιός του θα παραδεχτεί την ευθύνη της πατροκτονίας. Μα στις εφημερίδες της 13ης πρέπει να καταγράψουμε παράξενες συμπτώσεις. Σχεδόν ένα γνωστικό blackout: για να περιγράψουν την Padova, πόλη σε κατάσταση πολιορκίας από τις δυνάμεις της τάξης, επανεμφανίζονται, με διάφορους τρόπους, αναφορές στην ιστορία που εξετάζουμε.
η Corriere della Sera δημοσιεύει μια σύντομη συνέντευξη του  professor Sabino Acquaviva: «Όλα ξεκίνησαν 30 anni πριν, όταν στον άξονα Padova-Mestre αναπτύχθηκε ο μητροπολιτικός χώρος του Triveneto. Ήταν σε εκείνο το σημείο που διερράγη η κοινωνική δομή βασισμένη σε μια κοινωνία αγροτική με δυνατό καθολικό προσανατολισμό. Οι νέοι βρέθηκαν σε αναστάτωση. Σε μια πρώτη φάση αναπτύχθηκαν φαινόμενα όπως η τρομοκρατίας και το Potere Operaio». η Repubblica μιλά για μιαν πόλη που θυμάται τα τεταμένα χρόνια Εβδομήντα. Ένας ρεπόρτερ της Stampa συναντά σε ένα bar της Roma τονToni Negri. Ανταλλάσσουν δυο κουβέντες. Γεννιέται μια συνέντευξη. Γίνεται λόγος και για τον serial killer, για το κλίμα που επικρατεί στην Padova. « serial killer — λέει ο Negri — στην Padova υπάρχει μοναχά ένας, ονομάζεταιce  Pietro Calogero».

Στις 23 αυγούστου του 2001 ένας εκρηκτικός μηχανισμός καταστρέφει την έδρα της Lega Nord στην Busa της Vigonza στις πόρτες της Padova. Πρόκειται για μιαν επίθεση παράξενη στην οποίαν κανείς δεν ξέρει που αρχίζουν οι πολιτικές αιτιάσεις (βρισκόμαστε σε απόσταση ενός και μισού μήνα από τα γεγονότα της Genova) και που τελειώνουν εκείνες της οικοδομικής κερδοσκοπίας. η Corriere della Sera δημοσιεύει στην πρώτη σελίδα ένα αριστοτεχνικό δοκίμιο μαεστρίας του Gian Antonio Stella, “Η πόλη των κακών δασκάλων”.

Στην πόλη των «Κακών Δασκάλων, Cattivi Maestri», όπου ο Toni Negri και μια χούφτα καθηγητών κατηγορήθηκαν πως έσπρωξαν με τα λόγια τους πολλούς νέους στην ένοπλη εξέγερση, η ιστορία θα μπορούσε να είναι καλή δασκάλα. […] η Padova του σήμερα, όντως, είναι χίλια μίλια μακριά από εκείνη που στο δεύτερο μισό των χρόνων Εβδομήντα είδε την βίαιη έκρηξη μιας μεγάλης φέτας του νεανικού της πληθυσμού στην οποίαν σύμφωνα με τον συγγραφέα συγκεντρώνονταν, χάρη στην μαζική μετανάστευση ξένων φοιτητών, «η δυσφορία της Marghera, των Τριών Βενετιών και της Μέσης Ανατολής». Φυσούσε ένας τέτοιος αέρας, τότε, ώστε μια ομάδα αυτόνομων είχε αποκτήσει την συνήθεια να επισκέπτεται κάθε τόσο τον συγγραφέα της «Δύσης, Occidente» για να δικάσει τα βιβλία και τα άρθρα του: «Έλεγαν πως ονομάζονταν ο “Σύντροφος X” ή ο “Σύντροφος Y” και μου γίνονταν ιδεολογικοί ψύλλοι επάνω σε όλα. Ένας εφιάλτης». Το πρωί, θυμάται ο Antonio Garzotto, που τότε δούλευε στην εφημερίδα «Gazzettino» και που πυροβολήθηκε στα πόδια με μπιστολιές διότι ένοχος πως έγραψε ότι το σπίτι του φοιτητή «Fusinato» ήταν μια λακκούβα με νερό μέσα στην οποίαν το ψάρι της εξέγερσης κολυμπούσε πολύ καλά και έδινε μέχρι και φιλοξενία σε κάποιους παρανόμους, «ήταν φυσικό να κάνεις “έναν γύρο” συλλέγοντας ειδήσεις από τα μαύρα χρονικά ρωτώντας: “Πόσες εκρήξεις σήμερα το  βράδυ?”». Ήταν ειδήσεις σταθερές, οι «notti di fuochi» padovane, οι »βραδιές με τις φωτιές» δηλαδή, στην Πάντοβα. Έξι, επτά, δέκα, δεκαπέντε επιθέσεις την φορά. Σε αυτόν που έλαχε, έλαχε. Και μπορούσε να είναι αυτή την φορά η σειρά της γυναίκας του γυναικολόγου Walter Ancora. Του κινηματογράφου «Quirinetta» (που παραδόθηκε στις φλόγες από τις «μαχόμενες Γυναίκες, Donne combattenti»). Της αίθουσας των καθηγητών του τεχνικού εμπορικού Ινστιτούτου  «Einaudi». Του φοιτητικού εστιατόριου. [… ]Και χρησιμοποιώνταςτα αγγλικά κλειδιά, ένα απόγευμα ένα commando έσπασε στο ξύλο τον «κόκκινο» καθηγητή Guido Petter. Ο οποίος, όπως θα διηγηθεί στο «Sette» λίγα χρόνια μετά, είχε ήδη προειδοποιηθεί με μια δυο εισβολές την ώρα που έκανε μάθημα: «Ένα πρωινό έγραψαν στον πίνακα της τάξης μου, μπροστά στα μάτια μου, αργά, “Guido Petter όπως ο Guido Rossa”. Τον κομουνιστή εργάτη που μόλις είχε δολοφονηθεί στην Genova. Οι φοιτητές μου κοιτούσαν και σιωπούσαν. Γι αυτούς έγινε. Για παραδειγματισμό». Εκείνη ήταν η Padova, τότε. Μια πόλη όπου έφτασαν να μετρούν τετρακόσιες επιθέσεις σε δυο χρόνια και την πέμπτη της Αναλήψεως του 1977, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, κάηκαν 40 αυτοκίνητα και ένα λεωφορείο γεμάτο ταξιδιώτες και οι αυτόνομοι κατέβηκαν στην πλατεία επιδεικνύοντας τα P38 και τα πιστόλια διαμετρήματος 9 και 7,65 και έδωσαν μάχη στους δρόμους και ήταν ένα θαύμα το ότι δεν πέθανε κανείς. Όπου για ένα διάστημα ατέλειωτο ένα δίκτυο συνενοχής κατάφερε να προστατεύει την φυλακή όπου ήταν κλεισμένος ο στρατηγός James Lee Dozier. Όπου ο Roberto Anzalone, ένας γιατρός πρόεδρος μιας δημόσιας υπηρεσίας, ήταν τόσο προετοιμασμένος στην ιδέα πως μεταξύ πολλών άλλων θα μπορούσε να τύχει και σε αυτόν ώστε όταν τον πυροβόλησαν στις γάμπες είχε μαζί του αιμοστατικό επίδεσμο για να τον σφίξει στα μπούτια για να σταματήσει την αιμορραγία. Αυτή ήταν η Πάντοβα. Τίμια: μπορούμε σήμερα να πούμε, όπως κάποιος που κινείται από χαμηλά συμφέροντα ήδη λέει, πως επιστρέψαμε σε εκείνους τους καιρούς? Όχι.

Ένα άρθρο όμορφο, που ίσως, αν είχε δημοσιευτεί δέκα χρόνια πριν θα μπορούσε να έχει ένα νόημα. Μα στις 23 agosto του 2001 με μιαν επίθεση σε γραφεία της  Lega Nord, τι σημασία έχει?

Είναι δυο παραδείγματα στα οποία δεν πρέπει να δοθεί  μεγάλη σημασία. Όμως κάποιες φορές η 7 aprile, το θέμα της αυτόνομης βίας στην Padova, επανεμφανίζεται σαν ένα ποτάμι υπόγειο. Ξαφνικά. Που συχνά καλείται να εξηγήσει πράγματα που δεν μπορεί με τίποτα να εξηγήσει. Κυρίως επανεμφανίζεται στρεβλό. Των “topoi”, των κοινών τόπων. Στις εφημερίδες ο Pietro Calogero, σιωπηλός Γενικός Εισαγγελέας στην Padova, είναι “ο θαρραλέος δικαστής της 7 aprile”. Κάθε φορά που γίνεται λόγος για μια επιστροφή του Negri η πόλη βραχυκυκλώνεται, διασπάται. Συζητήσεις και πολεμικές για να αξιολογηθεί εάν η πόλη και κυρίως το Πανεπιστήμιο είναι ή όχι σε θέση να υποφέρουν μιαν παρόμοια ντροπή. Είναι να σκέφτεσαι πως η “7 aprile” κατέστη για την Padova ένα είδος tabù. Ίσως έλειψε ένας προβληματισμός, και σίγουρα λείπει ακόμη μια κοινή ιστορία εκείνων των χρόνων. Μετά την απόφαση οι Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo, Guido Bianchini επέστρεψαν να ζουν την πόλη. Μα λίγοι (πρέπει να εξαιρέσουμε τον Gabriele Coltro της Gazzettino ο οποίος μαζί με τον Ferrari Bravo συχνά προσπάθησε να στοχαστεί για εκείνα τα χρόνια) προσπάθησαν να διηγηθούν την ιστορία τους σαν μέρος της ιστορίας ολόκληρης της πόλης.

CAPITOLO IV ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
INDIVIDUAZIONE DEI RUOLI ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΡΟΛΩΝ

1. Introduzione, un’intervista paradigma  Εισαγωγή, μια συνέντευξη παράδειγμα

Το 1984, ο Nantas Salvalaggio, υπογραφή κύρους της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας, παίρνει συνέντευξη από τον δημόσιο κατήγορο Pietro Calogero. Βρισκόμαστε τέσσερις μήνες απόσταση από την απόφαση πρώτου βαθμού που επιβεβαίωσε τις κατηγορίες του παντοβάνου δικαστή. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε σε δυο συνέχειες, στις 9 και στις 14 οκτωβρίου, στην Corriere della Sera με τον τίτλο: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”.

Τα  “χρόνια του μολυβιού” δεν θάφτηκαν. Υπάρχει μια κυβέρνηση του τρόμου στο εξωτερικό. ο Negri και οι σύντροφοι είναι “νάρκες περιπλανώμενες” για την Ευρώπη, μα ποιος τους προστατεύει στο Παρίσι? και γιατί? Το βράδυ της 7ης απριλίου, που αποκεφάλισε την εξέγερση της  Autonomia Operaia στην Italia, ο Negri συνελήφθη in extremis στις σκάλες του σπιτιού του, το έσκαγε με την γυναίκα του, με τις βαλίτσες στο χέρι. Αυτά και άλλα πράγματα, ανησυχητικά και πρωτοφανή, αποκαλύπτει ο Pietro Calogero, ο “μικροκαμωμένος σιδερένιος σικελός” που αποκρυπτογράφησε και νίκησε την μυστική οργάνωση της Autonomia Operaia. Κάποιος στην αρχή προσπάθησε να κατεδαφίσει το κάστρο  με τις κατηγορίες του, χαρακτηρίζοντας το “ασαφές θεώρημα Calogero”. Τουλάχιστον τρεις φορές είχε σχεδιαστεί η εξολόθρευση του δικαστή. […] ο Pietro Calogero, 44 χρόνων, διπλωματούχος νομικής, ζει με τον μισθό του αξιωματούχου του κράτους σε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, δυο δωμάτια, κουζίνα, μπάνιο και σαλόνι. Το σαλόνι είναι γεμάτο βιβλία και αναπαραγωγές διάσημων πινάκων. […] Φορά ένα παντελόνι μαύρο και ένα σπορ μπλουζάκι γκρι, με σηκωμένα μανίκια. Στις πέντε ώρες και πάνω συζήτηση που θα ακολουθήσουν, συχνά θα σηκωθεί από την πολυθρόνα: θα καπνίσει έναν ανεξακρίβωτο αριθμό τσιγάτων, ας πούμε νια τριανταριά. […] Dottor Calogero, κανείς δεν μίλησε ποτέ από μέσα την νύχτα της 7 aprile. […] “Εγώ διηύθυνα τις κινήσεις απ’ το μικρό bunker της ασφάλειας της Padova, είχα θέσει έναν όρο: έπρεπε να κάνουμε τα πάντα ώστε ο Negri να πέσει στο δίχτυ”. […] “Η γνώμη μου ήταν πως το μεγάλο υπόγειο σχέδιο της Autonomia operaia μπορούσε να καταστραφεί, μα με τον όρο πως θα εξουδετερώνονταν ο εγκέφαλος της σκέψης, ο άνθρωπος που τραβούσε τα σκοινιά: εκείνος ο άνθρωπος ήταν ο Negri”. […] “Στην δεύτερη ράμπα στις σκάλες ο Negri καταλαβαίνει πως όλα τέλειωσαν: ακουμπά καταγής την βαλίτσα και σκουπίζει το μέτωπο με ένα μαντίλι… Μέσα σε μισή ώρα, άλλοι τριακόσιοι τρομοκράτες συλλαμβάνονται. Είναι μια κάθετη πτώση της βίας. Ήδη το πρωινό που ακολουθεί, η Padova μοιάζει μια πόλη αποδηλητηριασμένη: η σύλληψη του ανώτερου αρχηγού προκάλεσε ένα βραχυκύκλωμα”. […] Πότε ακούσατε το όνομα του Negri για πρώτη φορά? ”Ήταν η γυναίκα μου, τυχαία. Θα σας πως λοιπόν πως άρχισα να μελετώ την γλώσσα των φυλλαδίων των επιθέσεων ή των διαδηλώσεων […] Τότε είπα στην γυναίκα μου: ‘Νιώθω το χέρι κάποιου που γνωρίζει πολλά για το συνταγματικό δίκαιο…’. Αυτή πηδά επάνω και λέει: ‘Άκου, Pietro, έχεις ποτέ διαβάσει για κάποιον  Toni Negri?” […] ο Calogero σηκώνεται, μου τείνει δυο μεγάλους τόμους γεμάτους σημειώσεις: “Κράτος και δίκαιο του νεαρού Hegel” και “Σπουδές της διαφωτιστικής γέννησης της νομικής και πολιτικής φιλοσοφίας του Hegel”. Τον ερωτώ εάν διασκέδασε την ανάγνωση. “Beh — κουνάει το κεφάλι ο δικαστής — ο Negri δεν είναι ο πιο συναρπαστικός φιλόσοφος που γνωρίζω. Προτιμώ τον Καρτ, τον Πλάτωνα. Μα εγώ δεν έψαχνα διασκεδάσεις: έπρεπε να εντοπίσω τον εγκέφαλο που ενέπνεε, την γλώσσα που σχεδίαζε σε κέντημα το σχέδιο της ανατροπής …Ύστερα από μεγάλη μελέτη, είχα την μαθηματική βεβαιότητα: αυτός ήταν ο άνθρωπος μου, ένας νους πλαστικός και διαβολικός, ένα είδος Αγίου Αντωνίου της βίας, που κινούνταν δίχως στάση προς όλες τις κατευθύνσεις”. […] Συνεπώς εσείς συναντάτε τον Negri μόνο μετά την σύλληψη… “Ήρθε σε εμένα για την ανάκριση. Παρουσιάζεται με την ουρά μέσα στα σκέλια. Παίζει τον ρόλο του κυρίου Κανένα, του άπειρου ονειροπόλου. Μα, όταν του βάζω τα χαρτιά στο τραπέζι, στραβώνει τα μάτια, μένει άφωνος. Σχεδόν δεν το πιστεύει. Και όπως φεύγει, λέει στον αστυνόμο που τον συνοδεύει στο κελί : ‘Τι κεφάλι, αυτός ο Calogero! Κρίμα που βρίσκεται απ’ την άλλη πλευρά του οδοφράγματος’…”. […] Ο επικεφαλής της Εργατικής  Αυτονομίας, ο ιδεολόγος της εξέγερσης, “προδόθηκε από την γραφομανία”; σαν ένας μικρός Καίσαρ, ο Toni Negri, έγραφε βήμα προς βήμα  το δικό του “De bello patavino”, [το πιο γνωστό έργο του Ιούλιου Καίσαρα γύρω από τον γαλλικό πολέμου], σίγουρος για την νίκη. Μα όταν ο δικαστής Calogero κατάφερε να του κατάσχει το αρχείο εμφανίστηκε σαν τον “γυμνό Βασιλιά του παραμυθιού”. Ο “ντροπαλός δικαστής από σίδερο” […] είχε επί τέλους στο χέρι τις αποδείξεις: ο εθελοντής Κοντορεβιθούλης Negri είχε σκορπίσει παντού αποτυπώματα. Έφτανε να διαβάζεις με υπομονή, να αποδικοποιείς τα ιερογλυφικά του, και έβγαινε προς τα έξω το φιλόδοξο σχέδιο, αιματηρό, η επίθεση στην καρδιά του Κράτους, γεμάτο σχεδιασμούς και στρατηγικές αποφάσεις. […] ο Calogero συναντά τον Alessandrini τον ιανουάριο του ’79, ανταλλάσσουν στοιχεία και εντυπώσεις, συμφωνούν σε όλα. Όμως ο Alessandrini, επτά ημέρες αργότερα, σκοτώνεται. Τι πρέπει να γίνει? ο Calogero δεν αλλάζει την στρατηγική του, προχωρά αποφασιστικά. […] Και οι τρομοκράτες, σκέφτεται, είχαν πειστεί πως είχα στις πλάτες μου της οργάνωση του Κομουνιστικού Κόμματος. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως μια χούφτα άνδρες, με φτωχά μέσα της κρατικής διαχείρισης, ήταν σε θέση να ξεσκεπάσουν μια υπόγεια συνωμοσία που είχε προετοιμαστεί με πολύ χρήμα και διαβολική εξυπνάδα. Πότε ο Calogero ανακάλυψε την εγκληματική κάλυψη της  Autonomia και τους δεσμούς της με την τρομοκρατία?  λέει ο Calogero: έφτανε να διαβάζατε τα φυλλάδια τους, τις εφημερίδες τους, τα βιβλία τους. Μια γλώσσα “έξαλλη”. ο Calogero θυμήθηκε μια φράση του Σαίξπηρ στον Άμλετ: “Υπάρχει μέθοδος μέσα σε αυτή την τρέλα”. […] Γράφτηκε πως ο Negri ήταν ένα είδος μαϊντανού της εξέγερσης: βρίσκονταν με τους κορυφαίους, στην κορυφή του ουρανοξύστη, και μετά αναμειγνύονταν με τους εργάτες κάτω από την σκάλα: “Φορούσε τον σκούφο για να νιώσει την συγκίνηση του πρώτου ερωτικού ραντεβού”. Ο δικαστής ντροπαλός κάμπτεται σε ένα πικρό χαμόγελο, αδιαπέραστο: η καρδιά έχει τους λόγους της, ίσως, που η λογική δεν γνωρίζει. 

Όπως καταλαβαίνουμε αυτό, αν και σε φόρμα συνέντευξης, μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα λογοτεχνικό κείμενο περισσότερο παρά δημοσιογραφικό. Πρόκειται για ένα άρθρο γεμάτο λογοτεχνικές προτάσεις. Η αρχή θυμίζει κάτι. «ο Negri και οι σύντροφοι είναι “περιπλανώμενες νάρκες” που γυρνάν στην Ευρώπη» λιγάκι σαν το φάντασμα που περιπλανάται στην Ευρώπη Marx. Και μετά ο Ιούλιος Καίσαρας, μέχρι και ο Κοντορεβυθούλης, ιερογλυφικά να αποκρυπτογραφηθούν, ο σκεπτόμενος εγκέφαλος και διαβολικός που τραβά τα νήματα της ιταλικής τρομοκρατίας.
Θέλησα να προτείνω αυτή την συνέντευξη ανοίγοντας αυτό το κεφάλαιο διότι αντιπροσωπεύει ένα άριστο σημείο εκκίνησης. Περιέχει σχεδόν απ’ όλα. Μιλά για τον Calogero περισσότερο από οποιανδήποτε προηγούμενη συνέντευξη. Μα μας λέει πολλά για σχεδόν όλες τις φιγούρες που συμπεριλαμβάνονται στην υπόθεση: για τον Negri, διαβολικό, μα επίσης φοβισμένο και άνανδρο, για τον Alessandrini, γι αυτούς που έκαναν αντίθετο κουπί.
Και είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα που κάνει αντιληπτό το πως αυτή η υπόθεση δραστηριοποιεί στο κεφάλι των δημοσιογράφων, και ίσως των αναγνωστών, σχήματα ήδη προκαθορισμένα που εν μέρει μπορούν να έχουν εξαχθεί από το μυθικό-λογοτεχνικό είδος.

2. L’ipotesi iniziale η αρχική υπόθεση

Ξεκινώντας την εργασία ανάλυσης των άρθρων που διηγήθηκαν, για περισσότερο από μιαν δεκαετία, την υπόθεση 7 απρίλη είχα υποθέσει πως θα μπορούσα να εντοπίσω στην διάρκεια των χρόνων την ανάπτυξη ενός »παραμυθιού» υποφερτά συνεκτικού. Mιάς κλασικής ιστορίας: φτιαγμένης από καλούς, κακούς, στιγμή της ρήξης και ανασύνθεσης. Ένα γράφημα που θα αναδύονταν από την κύρια γραμμή της διήγησης των εφημερίδων, αφήνοντας έξω δηλαδή, όπως ουσιαστικά έγινε, τα οριστικά δικαστικά αποτελέσματα που “καταστρέφουν” και αλλάζουν ριζικά το αρχικό πλαίσιο, την αρχική εικόνα.
Για «λογική κινουμένων σχεδίων» είχε μιλήσει ο Paolo Dusi, σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα το 1982 και του οποίου τα πεπραγμένα δημοσιεύτηκαν σε ένα “τετράδιο” του Questione Giustizia, Υπόθεση  Δικαιοσύνης,  πάντα μέσα στην ίδια χρονιά. Εξετάζοντας την σχέση ανάμεσα στην δίκη της Πάντοβα και την δημόσια πληροφόρηση ο Dusi υποστήριζε πως

Γίνεται μια διαλογή των γεγονότων και των τοποθετήσεων σαν στοιχεία φορείς μιας ιστορίας με προκαθορισμένη διαδρομή που, μέσα στην ριζοσπαστικότητα των παρατάξεων και στον μανιχαϊσμό των αντιθέσεων, έρχεται να αναλάβει αναπόφευκτα την εξέλιξη του κινούμενου σχέδιου. Το κινούμενο σχέδιο αποδέχεται μοναδικό θεμέλιο μιαν αξία που λειτουργεί ως φέρουσα αλήθεια  (συχνά μιλάμε , ακριβώς, για την σωτηρία της ανθρωπότητας από ένα σχέδιο καταστροφής) και επάνω σε αυτό εντοπίζεται, μια για πάντα, ο ρόλος του αρνητικού ήρωα και εκείνος του θετικού ήρωα, που σε αυτόν αντιπαρατίθεται; συχνά ο θετικός ήρωας πρέπει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τον διακηρυγμένο εχθρό, μα και δυσκολίες περιβαλλοντικές, απρόσμενους κινδύνους, νέους αντιπάλους; αναλαμβάνουν σημασία, με αυτό τον τρόπο, και τα προφίλ που εντοπίζουν την πλευρά των καλών και εκείνη των κακών.

Το άρθρο του Dusi, επικεντρωμένο σε λίγες σελίδες, αντιπροσωπεύει μια σημαντική έμπνευση. Η ανάλυση του όμως σταματούσε στο 1982. Με ένα corpus άρθρων πολύ πιο μεγάλο προσπάθησα να σχεδιάσω μια παρόμοια υπόθεση εργασίας.
Είχαμε να κάνουμε με μιαν δυνατή υπόθεση που όμως, στο τέλος, η ανάγνωση ενός τόσο μεγάλου αριθμού εφημερίδων, για έναν πολύ πλατύ αριθμό ετών, δεν μου επέτρεψε να υποστηρίξω με πεποίθηση διότι ίσως θα είχε αποβεί πολύ αναγωγική. Δεν είναι όμως όλα για πέταμα. Σίγουρα πάντως μια άποψη συνεπή είναι δυνατόν να αποκομίσετε, μέσα στην διήγηση, των ρόλων και των πλευρών.
Για τις φιγούρες λοιπόν (δεν είναι μόνο φυσικά πρόσωπα μα και ρητορικές φιγούρες) τις σχετικά σταθερές. Η αίσθηση που με οδήγησε να προτείνω μιαν τέτοια ανάλυση είναι πως οι ορισμοί που οι εφημερίδες δίδουν για τους παίκτες που αφορούν και περιλαμβάνονται στην υπόθεση 7 aprile είναι η άμεση συνέπεια της αρχικής κατάστασης. Ένα είδος παιχνιδιού σύμπλεξης μέσα στο οποίο οι εφημερίδες (των οποίων ο κυριότερος ρόλος είναι εκείνος του  να είναι οι κυριότεροι αφηγητές τους παραμυθιού) είναι υποχρεωμένες να διατηρήσουν μια ελάχιστη συνέπεια της αναπαράστασης.

Μα φυσικά δεν μπορούμε να σκεφτούμε μιαν εφημερίδα μαζικών πωλήσεων σαν έναν απλό αφηγητή. Οι εφημερίδες υπήρξαν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παρατηρητές [ εκπίπτοντας με αυτό τον τρόπο, ως ελάχιστο, του “παράδοξου του παρατηρητή”) και στην χειρότερη, των ενδιαφερομένων παραγόντων. Μέσα λοιπόν από τον εντοπισμό του cast των ηθοποιών και του carnet των ρόλων στην διάθεση τους, θα πρέπει να φθάσουμε (στο θέμα αυτό να κοιτάξουμε το έκτο κεφάλαιο) στο σημείο να δώσουμε μιαν απάντηση στην ερώτηση: “Οι εφημερίδες τι ρόλο ανέλαβαν στην περίπτωση?”. Μια προσέγγιση που, ενσωματωμένη με μιαν περιγραφή της ιστορικής συγκυρίας (πιο μπροστά θα εμβαθύνουμε σχετικά τον αποφασιστικό ρόλο της υπόθεσης Moro στον επηρεασμό της περίπτωσης υπό εξέταση) και με κάποιες μελέτες για τα χαρακτηριστικά και τους περιορισμούς του ιταλικού δημοσιογραφικού χώρου στα τέλη των χρόνων Εβδομήντα, θα πρέπει να μας βοηθήσει να ξαναχτίσουμε αρκετά πιστά την κατάσταση μέσα στην οποίαν οι εφημερίδες βρέθηκαν να δρουν.

Αυτή η προσπάθεια να οριοθετήσουμε τους ουσιώδεις χαρακτήρες του κάθε ρόλου είναι σημαντική και για έναν άλλο λόγο. Στην αφήγηση της 7 aprile, στην διαδικασία χτισίματος των προσωπικοτήτων που κατοικούν αυτή την έρευνα, περισσότερο από την ανάπτυξη του διαγράμματος, που μοιάζει δύσκολα αναγώγιμo σε μιαν πλοκή, ξεχωρίζουν οι λεπτομέρειες.Και συνεπώς, με την σειρά τους, οι προσωπικότητες Πρόσωπα, πορτραίτα, βυθισμένα σε μιαν απόλυτη αταξία γεγονότων και συμβάντων. Στο τέλος, ίσως, εκείνο που παρέμεινε από την 7 aprile είναι ακριβώς οι λεπτομέρειες, όχι τα γεγονότα.

(16 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Sedicesima parte

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη πέμπτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

του Luca Barbieri

ToniNegri2.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες εδώ.

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Το 1984 ξεκινά με συνεχείς αναβολές της δίκης στην Πάντοβα και εκείνης στην Ρώμη που πλέον οδεύει προς την κατάληξη. Ιανουάριος και φεβρουάριος είναι μήνες “ψυχροί”. ΄Καταγράφεται μονάχα κάποια πολεμική γύρω από τις συνεδρίες στο Foro Italico. Στις 26 ιανουαρίου το Manifesto (“Η αδεξιότητα του dottor Calogero και η πικρή περίπτωση ενός μάρτυρα κατηγορίας”) καταγράφει μιαν ακόμη απογοήτευση σχετικά με  “κατάθεση-μαρτυρία” σε ένα άρθρο που θέτει υπό αμφισβήτηση  την μέθοδο και το έργο του ΔΚ Calogero. Μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής αποκαλύπτεται όντως να είναι ένας νέος που πάσχει από ψυχικές διαταραχές. Οι δηλώσεις του στην Έδρα προβληματίζουν τους πάντες. «”Γνωρίζετε κάποιον από αυτούς τους κατηγορούμενους, τι ήρθατε να μας πείτε?” τον ερωτά ο πρόεδρος Santiapichi. “Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω κανέναν από τους κατηγορούμενους — απαντά ο μάρτυρας — Ξέρω μόνο αυτά που έμαθα από άλλους, μάλιστα δεν θυμάμαι πολύ καλά». Ο μάρτυρας, που τον θέτουν μπροστά στα πρακτικά των δικών του ανακρίσεων φθάνει στο σημείο να τα αμφισβητεί λέγοντας πως λείπουν κάποιες διευκρινήσεις που έκανε στον Δημόσιο Κατήγορο.

Μα η ρωμαϊκή δίκη μοιάζει ατυχής για όλους τους μάρτυρες, και γι αυτούς της υπεράσπισης. Το λέει η Unità της 7 φεβρουαρίου που μιλά στους υπότιτλους για “Αντιθέσεις μετά το boomerang της μάρτυρος που καταδικάστηκε για ψευδορκία”. ο Criscuoli καταγράφει ένταση και διαχωρισμούς μεταξύ των κατηγορούμενων που μάλιστα θα σκέφτονταν να απορρίψουν, λίγους μήνες πριν την απόφαση, την έδρα. «Εκείνη της απόρριψης είναι μια κίνηση σοβαρή και ακραία: και μόνο το γεγονός πως μεταξύ των κατηγορουμένων υπάρχουν και κάποιοι που σκέφτηκαν να καταφύγουν σε αυτή την κίνηση είναι σημάδι του βαρύ κλίματος σύγχυσης στο οποίο εισέρχεται η δίκη όσο πλησιάζει προς την τελική ευθεία, στην τελική αναμέτρηση, στην ώρα που “θα έρθει ο λογαριασμός”. Στο ίδιο νούμερο η Unità δίδει σε ένα box την είδηση της αναβολής της δίκης στην Πάντοβα, “Autonomia στο βένετο, αναβολή της δίκης για τρεις μήνες”. «Όπως προβλέπονταν, η δίκη στην 7 aprile παρακλάδι βένετο, αναβλήθηκε χθες το πρωί για τον επόμενο μάη στις 7. Τρεις μήνες διακοπής, ο τεχνικός χρόνος που θεωρήθηκε απαραίτητος, από τον ΔΚ και το Κακουργιοδικείο για να συνενωθεί με την διερεύνηση για το Fronte comunista combattente, το κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο (την πιο υψηλή στρατιωτική δομή της αυτονομίας στο βένετο, trait d’union μεταξύ αυτής και των brigate rosse),  που επιλύθηκε τις προηγούμενες ημέρες από το τμήμα αναιρετικής διερεύνησης που αποδέχτηκε τελείως την έφεση του ΔΚ Calogero ενάντια στις θέσεις του ανακριτού Palombarini, εκδίδοντας 17 εντάλματα σύλληψης κατά κατηγορουμένων που προηγούμενα είχαν απαλλαγεί».

Στα τέλη του φεβρουαρίου (στις 24) οι εφημερίδες γοητεύονται από μιαν άλλη κατάθεση-μαρτυρία μοναδική: «ο Rocco Ricciardi, που οι δικηγόροι υπεράσπισης χαρακτηρίζουν σαν χαφιέ των καραμπινιέρων που έχει διεισδύσει στο κίνημα» που αποκαλύπτει (ο τίτλος είναι της Repubblica): “Είχαν αποφασίσει να πυροβολήσουν τον Carlo Fioroni, νέες κατηγορίες ενάντια στον Negri”.

Περνούν οι μήνες, παρελεύνουν μπροστά στην έδρα οι μάρτυρες, μα λείπει αυτός, ο κυριότερος κατήγορος, ο Carlo Fioroni, “ο καθηγητάκος”. Εδώ και έναν χρόνο, απ’ την αρχή δηλαδή της δίκης, οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν να ζητούν την παρουσία του στην αίθουσα. Που είναι ο Fioroni μετά την αποφυλάκιση του το’82? Για να έχουμε απάντηση χρειάζεται να περιμένουμε τον μάρτιο του 1984 με τις ακροάσεις του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών SISDE Emanuele De Francesco και εκείνην του αρχηγού της αστυνομίας Rinaldo Coronas. “Ο αρχηγός της αστυνομίας εξηγεί πως ο Fioroni πήρε διαβατήριο για να μπορέσει να το σκάσει”, τιτλοφορεί η Corriere στις 13 μαρτίου 1984. Η υπόθεση είναι περίπλοκη, ξεκινά ήδη από το 1982 λίγες ημέρες μετά την έξοδο του από την φυλακή της Matera όταν η αστυνομία του άφησε ένα διαβατήριο “κάλυψης”. «”Του το δώσαμε — εξήγησε ο Coronas — σύμφωνα με τις οδηγίες για την προστασία των μετανιωμένων, που εκχώρησε o πρόεδρος του Κυβερνητικού συμβουλίου. Οδηγίες που αποτελούν Κρατικό μυστικό”. Είναι μια αποκάλυψη τελείως καινούργια διότι δεν είχε γίνει ποτέ γνωστό πως για τον Fioroni και για τους μετανιωμένους είχαν αποφασιστεί κανονισμοί από την προεδρία του υπουργικού Συμβουλίου». Συνεπώς μια σημαντική είδηση. Διότι επίσης, μετά από μιαν πρώτη προσπάθεια να αποδημήσει στην Ελβετία (τον σταμάτησε η ελβετική αστυνομία) ο Fioroni έκανε κανονική αίτηση για διαβατήριο που του παραχωρήθηκε από την μιλανέζικη ασφάλεια μετά την έγκριση της εισαγγελίας. Αυτού του ντοκουμέντου την κατοχή ο Fioroni την έχει ήδη από τον ιανουάριο του 1983. Από τότε του καθηγητούλη τα ίχνη χάθηκαν. Η αστυνομία, δεδομένων των πιεστικών αιτημάτων της έδρας, αρχίζει να τον ψάχνει. Όμως για τον Fioroni το μόνο που γίνεται γνωστό είναι πως στις 15 νοεμβρίου 1983 επισκέφτηκε το προξενείο του Amsterdam. «συνεπώς ο Fioroni δεν είναι δυνατόν να βρεθεί. Τι θα γίνει τώρα με τις ανακρίσεις που του έγιναν στην διάρκεια της διερεύνησης? Οι δικηγόροι υπερασπιστές ζητούν την ακύρωση τους».
η Repubblica αφιερώνει στην είδηση το επάνω μισό της σελίδας 12, “Στον Fioroni ένα πλαστό διαβατήριο. Μια μυστική συμφωνία για να εκπατριστεί”. Και στο  συνοπτικό: “ο Rinaldo Coronas εξήγησε το θρίλερ της μη διαθεσιμότητας του μετανιωμένου. Το ντοκουμέντο του δόθηκε με την έγκριση του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου εκείνου του διαστήματος. Ο πρώην τρομοκράτης στην συνέχεια απέκτησε κι ένα κανονικό. Πάντως είναι άφαντος”.

Παράξενη επέτειος εκείνη της 7 aprile 1984. Μένει πολύ λίγος ακόμη χρόνος για το τέλος του μακρύτατου τελικού κατηγορητηρίου του δημοσίου κατήγορου που θα εκθέσει τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής. Η δίκη σίγουρα δεν σεβάστηκε τις προσδοκίες: η κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους φαίνεται πλέον να έχει ξεχαστεί. Φαίνεται ξεκάθαρο, μα δεν λέγεται ούτε γράφεται ποτέ, πως το να δικάσεις ανθρώπους για δυο δολοφονίες (μια το ’72 και μια το ’75), κάποιες κλοπές και επιθέσεις είναι πράγμα διαφορετικό από το να τους δικάσεις για μιαν απόπειρα εμφυλίου πολέμου στο πλαίσιο μιας συνένωσης όλων των συνιστωσών της κόκκινης τρομοκρατίας, από το να υποστηρίζεις συνεπώς πως εντόπισες και ταυτοποίησες το κλειδί ανάγνωσης των “χρόνων του μολυβιού”. “Πέντε χρόνια μετά τις συλλήψεις η κατηγορούσα αρχή μιλά για κλεμμένα γραμματόσημα”, τιτλοφορεί το Manifesto. Η κομουνιστική εφημερίδα είναι απαισιόδοξη και εκφράζει όλους τους φόβους της με το  κύριο άρθρο του Alberto Abruzzese: “Εκείνοι της 7 aprile, πέντε χρόνια μετά”.

Η Corsera festeggia εορτάζει αυτή την πέμπτη επέτειο με ένα νορμάλ άρθρο χρονικών από την αίθουσα του Foro Italico δημοσιευμένο στις 8 απριλίου, “Από το Potere operaio στην Autonomia. Στην δίκη 7 aprile ο ΔΚ  αναπαριστά εκ νέου τα χρόνια του μολυβιού”. Οι τόνοι του κατηγορητηρίου του ΔΚ  Antonio Marini είναι ενθουσιασμένοι. «Αυτός που θα θελήσει να αναπαράξει την ιστορία των χρόνων εβδομήντα — που χαρακτηρίστηκαν  “δεκαετία του μολυβιού” ή “δεκαετία της τρέλας” — δεν θα μπορέσει να αγνοήσει την χαρά με την οποίαν το κάνει ο δημόσιος κατήγορος της δίκης 7 aprile». Η ιστορική θέση την οποίαν προτείνει ο Marini ουσιαστικά είναι εκείνη που χάραξε ο Calogero στην Padova. Ο ρωμαίος ΔΚ υπερασπίζεται τις μαρτυρίες-καταθέσεις των μετανιωμένων. «Οι αποκαλύψεις των μετανιωμένων, απαντά τώρα ο δημόσιος κατήγορος, σχηματίζουν μονάχα το πλαίσιο επάνω στο οποίο υφάνθηκε η πλοκή του κατηγορητηρίου. Κάθε δήλωση ελέγχθηκε και από τους ελέγχους αποκομίστηκαν έγκαιρες απαντήσεις, ξεκάθαρες.  Μια συνεισφορά πολύτιμη, πολυτιμότατη για την αναζήτηση της αλήθειας ήρθε και από  μαρτυρίες υπεράνω υποψίας, καθηγητές από την Πάντοβα ήρθαν στην αίθουσα να μιλήσουν για αυτά που συνέβαιναν όταν ο Negri δίδασκε στην σχολή. η Padova, λέγει ο dottor Marini, είχε γίνει μια πόλη όπου το κλίμα ήταν πυρακτωμένο, και όχι τυχαία, μετά τις συλλήψεις των ηγετών της Αυτονομίας η κόλαση τέλειωσε, επέστρεψε η ηρεμία».

Οι καταδικαστικές ποινές φθάνουν στην αίθουσα στις 14 απριλίου και στις εφημερίδες στις 15. Τα βασικά τους στοιχεία είναι: ισόβια για τον Negri, το υψηλότατο νούμερο ετών εγκλεισμού που ζητήθηκαν για τους κατηγορούμενους (649 χρόνια και 6 μήνες για 67 ανθρώπους) και η απαλλαγή από τις κατηγορίες εξέγερσης (λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων) και ένοπλης συμμορίας σχετικά με τις Brigate Rosse.

η Repubblica ανοίγει με την είδηση την σελίδα 5 της εφημερίδας: “Autonomia, 7 αιώνες φυλακής”, και με μικρότερους χαρακτήρες, σαν υπότιτλο, “Mα για όλους πέφτει η ένοπλη εξέγερση”. Επίσης: “Ολοκληρώθηκε, μετά από 13 ακροαματικές διαδικασίες, το μακρύ κατηγορητήριο. Κατάληξη βαριά: ποινές από 29 σε 2 χρόνια. Ζητήθηκαν δυο απαλλαγές και μια μείωση ποινής για έναν μετανιωμένο και μόνο”. Καμιά αναφορά στο αίτημα για ισόβια ούτε στην σύνοψη. η Gazzettino αντιθέτως στοχεύει τα πάντα στον κύριο κατηγορούμενο. “Ζητήθηκαν ισόβια για τον Negri” τιτλοφορεί στην σελίδα 4. Στους υπότιτλους: “Ο ΔΚ αντιθέτως πρότεινε την απαλλαγή της Autonomia από την κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στο Κράτος Stato”. η Gazzettino αφιερώνει στα αιτήματα του ΔΚ και την ταμπέλα που μεταφέρει μια κάρτα σύντομη των κυριότερων κατηγορουμένων, τις αντίστοιχες κατηγορίες και τα αιτήματα του ΔΚ. Και χάρη σε αυτή την κάρτα επανεμφανίζεται, και αποτελεί έκπληξη (και για τον ίδιο τον κατηγορούμενο) το όνομα του Giuseppe Nicotri, του δημοσιογράφου που είχε φυλακιστεί για τρεις μήνες το 1979 με την κατηγορία πως ήταν ένας από τους τηλεφωνητές BR στην υπόθεση Moro και που αποφυλακίστηκε τελικά.  Γι αυτόν ο ΔΚ ζητά ποινή 5 χρόνων και 6 μηνών για συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα και ανατρεπτική ένωση. η Gazzettino, με  υπογραφή του Marcello Lambertini, εξηγεί με αυτό τον τρόπο την απαλλαγή από την σοβαρότερη κατηγορία, εκείνη της ένοπλης εξέγερσης:

Το να την σκίσουν, με ένα αίτημα πλήρους απαλλαγής, θα είχε σημάνει την άμεση διαγραφή με ένα πέρασμα του σφουγγαριού όλης της κουβέντας γύρω από την ”οργάνωση”, την άρνηση πως όλοι οι κυριότεροι κατηγορούμενοι είχαν δημιουργήσει μιαν δομή της οποίας το σχέδιο ήταν να ανατρέψει τους θεσμούς, κυρίως την άρνηση εκείνης της  “ρωμαϊκής δικαιοδοσίας ” να κρίνει πως μόνον η εξέγερση δικαιολογούνταν. […] Διαίσθηση ως εκ τούτου. Από μόνη της δεν φθάνει, ειδικότερα όταν δεν υπάρχουν σίγουρες αποδείξεις και δεν αποδείχθηκε η καταλληλότητα των εργαλείων που είχαν στην διάθεση τους οι εξεγερμένοι ή οι στασιαστές.[…] Ίσως στο τέλος των χρόνων εβδομήντα πλησιάζαμε σε εκείνη την τελική φάση. Αλλά στην 7 aprile του 1979 οι συλλήψεις έβαλαν τέλος στην ανατρεπτική δραστηριότητα των κατηγορουμένων. Ο κίνδυνος δεν έγινε πραγματικότητα. Η επανάσταση δεν ξεκίνησε. 

Η Corriere della Sera με την είδηση ανοίγει την πρώτη σελίδα, υψηλά, έξι στήλες: “Ζητούνται τα ισόβια για τον Negri”. Η απαλλαγή για την εξέγερση εμφανίζεται στην σύνοψη: “Υποδεικνύεται μια ποινή 28 χρόνων για τον Scalzone, κι αυτός φυγόδικος — Ζητήθηκε η αθώωση λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων (για την κατηγορία ένοπλης συμμορίας) για τον πρώην ηγέτης της Autonomia”.
η Unità, που τώρα παρακολουθεί τις συνεδρίες στον Foro με τον Bruno Miserendino, στήνει την σελίδα επάνω σε ένα μοναδικό άρθρο: “7 aprile, πέφτει η κατηγορία για ένοπλη εξέγερση”. Στις 17 απριλίου στην Repubblica ο Giorgio Bocca επιτίθεται σκληρότατα στον σχεδιασμό του ΔΚ  Marini. “Mα είναι αλήθεια απλά κοινοί εγκληματίες ?” αναρωτιέται ο Bocca:

Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini στην δίκη 7 απρίλη είναι τόσο βαριά που έρχεται φυσικό να αναρωτηθούμε ποια εσωτερική ανάπτυξη αισθημάτων και προβλημάτων, ποιο ασυνείδητο, επίσης, μπορεί να σπρώξει έναν ιταλό δικαστή καθολικά γνωστό ωσάν πρόσωπο προσεκτικό και ισορροπημένο να ζητήσει, τι να πω, πέντε χρόνια για  τον Giuseppe Nicotri, ένοχο διότι ασχολήθηκε σαν δημοσιογράφος με τους παντοβάνους αυτόνομους, άλλα πέντε για τον professor Romano Madera, έναν πράο διανοούμενο και δέκα για τους Magnaghi ή τους Dalmaviva ή τους Balestrini, πρόσωπα κανονικότατα του ιταλικού μαξιμαλισμού. […] Η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στην εισαγωγή που ο Antonio Marini έκανε στο κατηγορητήριο του: εδώ δεν δικάζονται οι ιδέες μα οι προσωπικές ευθύνες στα συγκεκριμένα γεγονότα.  Ένα ευγενές, επώδυνο ψέμα στο οποίο η δικαιοσύνη μας υποχρεώνεται από μιαν πολιτική κοινωνία και μια κοινωνία των πολιτών που δεν έχουν το  θάρρος των ευθυνών τους.

Στις 7 μαίου αρχίζει επιτέλους η δίκη στην Πάντοβα. Κάτι πάνω από μια εβδομάδα ακροαματικών συνεδριάσεων και στην συνέχεια μια είδηση εκκωφαντική που στρέφει ξανά τους προβολείς στην πόλη: ο δικαστής που οδηγεί την δίκη,  Giuseppe Giovannella, απορρίπτεται από την Εισαγγελία της Padova. Η δίκη μπλοκάρεται, και ποιος ξέρει για πόσο. Η είδηση εμφανίζεται πρώτα στηνUnità στις 15 μαίου. “Autonomia padovana, απορρίφθηκε ο δικαστής. Παρακάμπτεται η δίκη?”. «Η είδηση – λέγει ο Michele Sartori — περιέχεται σε ένα φωνογράφημα που στάλθηκε απευθείας στον Giovannella, που εχθές το πρωί το ανέφερε ξερά στην αίθουσα […] Αν και η είδηση κυκλοφορούσε εδώ και ημέρες, η έκπληξη στην αίθουσα υπήρξε ομόφωνη, τουλάχιστον μεταξύ των παρόντων δικηγόρων. Κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες, μα στην ουσία κανείς ακόμη δεν γνωρίζει ακριβώς για ποιους λόγους η εισαγγελία έφτασε στο σημείο να απορρίψει τον πρόεδρο της Έδρας». Η αμφιβολία, εάν το αίτημα προωθήθηκε από τις πολιτικές αγωγές ή από τον δημόσιο κατήγορο, ξεδιαλύνεται σύντομα. Ήδη την επομένη ημέρα η Corriere, που τώρα παρακολουθεί την δίκη στην πόλη με τον Massimo Nava, μπορεί να αποδώσει με σιγουριά την πρωτοβουλία στον ΔΚ Pietro Calogero, και συνεπώς να τιτλοφορήσει σε πέντε στήλες στην πέμπτη σελίδα: “Padova: ο «υπόγειος πόλεμος» των δικαστικών”. «Δικαστές ενάντια δικαστών. Ο δικαστής μιας δίκης απορρίπτεται από τον δημόσιο κατήγορο.

Δεν ενθυμούμαστε τέτοιου είδους προηγούμενα στην Italia και το παλκοσένικο της Padova καθιστά την περίπτωση ακόμη ηχηρότερη και ανησυχητική μιας και πρωταγωνιστές και όλο το γαρνίρισμα ενδιαφέρουν άμεσα ένα από τα πιο περίπλοκα και αμφιλεγόμενα δικαστικά ιταλικά συμβάντα». Στο μέτρο με βεβαιότητα παρότρυνε ο Calogero μα ο αρχιεισαγγελέας Torregrossa επέβαλε ένα αυστηρό black-out στις ειδήσεις οπότε δεν καταφέραμε να μάθουμε περισσότερα. Μα η Corriere πληροφορεί για μιαν άλλη σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη: ο Calogero άσκησε έφεση στην απόφαση που στέλνει σε δίκη και υπέγραψε ο ανακριτής Palombarini για τους κατηγορούμενους της δίκης για το FCC (Fronte comunista combattente, κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο).όπως λέγει η σύνοψη του άρθρου η δίκη συνενώνει  “διοικητές και εργάτες”, μα αυτή την στιγμή τα πρόσωπα πρώτης γραμμής είναι μονάχα «ο professor Gallimberti, Serafini, Alisa Del Re (εξαιρούνται, για να καταλαβαινόμαστε οι, Toni Negri, Ferrari Bravo και άλλοι ιστορικοί ηγέτες που δικάστηκαν στην Roma διότι κατηγορήθηκαν και για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους)». Η σύγκρουση που προβλέπεται σχετίζεται ακριβώς με την θέληση του Calogero να “επαναφέρει” στην δίκη της Πάντοβα και τους ρωμαίους κατηγορούμενους. «Σύμφωνα με τον Calogero — εξηγεί πάντα η Corriere — το FCC είναι ένα είδος “ένοπλου βραχίονα” της”Autonomia” και ως εκ τούτου πρέπει να αποσταλούν σε δίκη και κάποιοι από τους ιστορικούς  ηγέτες (Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo) που αντιθέτως ο Palombarini απήλλαξε».

Από την τελική απαγγελία του κατηγορητηρίου του δημόσιου κατήγορου  Marini μέχρι την ημέρα της απόφασης περνούν σχεδόν δυο μήνες. Ημέρες κατάσπαρτες αμφιβολίες, ερωτηματικά και σιωπές. Οι εφημερίδες αναρωτιούνται για τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής και κάνουν προσεκτικές προβλέψεις για την απόφαση δεδομένης της πορείας των καταθέσεων στην διάρκεια της δίκης.  Αναρωτιέται η Corriere και αναρωτιέται η Repubblica. Η Corriere με μιαν συνέντευξη στον Marini δια χειρός Marco Nese. “ο ΔΚ  Marini: «Η πολιτική ιδεολογία δεν μπορεί να δικαιολογήσει κοινά εγκλήματα»”. «Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini δημιουργούν ξανά κλίμα πολεμικό γύρω από την δίκη 7 aprile. Τα ισόβια που ζητούνται εις βάρος του Toni Negri και τα σχεδόν συνολικά 700 χρόνια εις βάρος των υπόλοιπων 70 κατηγορουμένων δεν φαίνονται σε όλους  μια δίκαιη κατάληξη. Υπάρχουν αυτοί που κρίνουν τις ποινές υπερβολικές και ελπίζουν πως το Κακουργιοδικείο δεν θα τις εφαρμόσει, αυτοί που υποστηρίζουν πως ζητήθηκαν δίχως ένα κομματάκι αποδεικτικών στοιχείων και αυτός που, τελικά, πιστεύει πως είναι πλέον καιρός να τελειώνουμε με αυτές τις δίκες που αφορούν μιαν άσχημη περίοδο της ζωής μας, που πλέον είναι μακρινή έτη φωτός». ο Marini υποστηρίζει σθεναρά το κατηγορητήριο του και επαναλαμβάνει πως απέδειξε την αξιοπιστία των κατηγοριών του. Στην συνέντευξη η Corriere τοποθετεί δίπλα ένα άρθρο από το Παρίσι του Antonio Ferrari που μιλά για την ζωή του, για το περιβάλλον των πολιτικών εξόριστων, την εξέλιξη της δίκης, τις προσπάθειες του να πλησιάσει περιβάλλοντα της Καθολικής Εκκλησίας, τις προσπάθειες που γίνονται στην προοπτική μιας αμνηστίας, την υποστήριξη των γάλλων διανοούμενων, τις απόψεις των Pace, Piperno και Scalzone (“o Franco Piperno εκτοξεύει από το Montreal μια έκκληση στην καθολική εκκλησία”).

η Repubblica, στις 30 μαίου ’84, τις παραμονές της ημέρας που οι δικαστές θα συνεδριάσουν, αφιερώνει όλη την έβδομη σελίδα για να κάνει έναν απολογισμό ολόκληρης της δίκης. Η σελίδα, την οποίαν επιμελείται η Silvana Mazzocchi, έχει τίτλο “Μέσα σε διαρροές, μετανιωμένους και παρωδίες, μια δίκη που κράτησε έναν χρόνο”. Στους υπότιτλους: “Από αύριο οι δικαστές κεκλεισμένων των θυρών για να αποφασίσουν την τύχη του  Toni Negri και των άλλων εβδομήντα κατηγορουμένων. Ήταν οι «κακοί δάσκαλοι της εκτροπής», όπως υποστηρίζει ο ΔΚ, οι απλοί «ανατρεπτικοί” όπως δήλωσε η υπεράσπιση; «Αύριο οι δικαστές θα κλειστούν στην αίθουσα συνεδριάσεων και θα ξεκινήσει το τελετουργικό μυστικό κονκλάβιο. Θα βγει η πιο αναμενόμενη απόφαση αυτής της μετά-εξαίρεσης εποχής, μια απόφαση προορισμένη να αποτελέσει  “ένδειξη” της παρούσης δικαστικής πολιτικής, σαν “σύμβολο” υπήρξε η όλη περίπτωση, από εκείνες ακόμη τις αρχές της άνοιξης του ’79». η Repubblica σχεδιάζει κάτι σαν τελικό ισολογισμό, προσπαθεί να καταλήξει σε κάποιον απολογισμό μετά από 15 μήνες και 187 ακροαματικές διαδικασίες φτιαγμένο από εξέταση και θεώρηση επάνω στις μαρτυρίες και τις καταθέσεις («το κεφάλαιο των μετανιωμένων είναι εκείνο το πλέον αδύναμο όλης της δικαστικής διαδικασίας»), της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων τις συγκρούσεις και τις διαιρέσεις.
Υπάρχει λοιπόν μια κάποια επίγνωση πως η έκβαση της δίκης 7 aprile υπερβαίνει την αντικειμενική αξία αυτών για τα οποία έχουν προσαχθεί οι μεμονωμένοι κατηγορούμενοι. Γύρω από αυτή την καταληκτική ημερομηνία κινούνται πολλές ελπίδες και προσδοκίες: από μιαν αμνηστία για τα “χρόνια του μολυβιού” στην δικαστική πολιτική.

Η απόφαση πρώτου βαθμού καταφτάνει στις 12 ιουνίου. Την προηγούμενη ημέρα στην Padova πέθανε, ύστερα από κάποιες ημέρες σε κώμα, ο γραμματέας του  PCI Enrico Berlinguer. Η πιο βαριά ποινή, 30 χρόνια, επεβλήθη στον φυγόδικο Antonio Negri. Κάνουν επίσης εντύπωση, διότι δεν υποστηρίζονται και από συγκεκριμένα αδικήματα, οι καταδίκες των Ferrari Bravo και Emilio Vesce για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία σε 14 anni για τον καθένα. “Για την Αυτονομία του Negri πέντε αιώνες φυλακής” τιτλοφορεί η Repubblica. «Λοιπόν η Autonomia με το “A” κεφαλαίο όπως υπέθεσε ο Calogero cinque πριν πέντε χρόνια — γράφει η Silvana Mazzocchi — ήταν μια ένοπλη μπάντα και οι αγωνιστές-διανοούμενοι της, συνδικαλιστές, καθηγητές ήταν οι “κακοί δάσκαλοι” της ανατροπής των πρώτων χρόνων εβδομήντα. Και διέπραξαν ληστείες, κλοπές, επιθέσεις μέχρι και δυο δολοφονίες. Όμως δεν συνωμότησαν για να ανατρέψουν τους θεσμούς του Κράτους». Οι αθωωθέντες, όπως γράφει η Repubblica που συνενώνει τις μεμονωμένες θέσεις σε μιαν μακρά ταμπέλα, είναι δεκατέσσερις. Μεταξύ αυτών Nicotri, Ballestrini και Italo Sbrogiò. Πρέπει να πούμε πως σε όλες τις εφημερίδες στο κείμενο των άρθρων για τους αθώους δεν υπάρχει καθόλου χώρος. η Repubblica, όπως η Corriere, αφιερώνει ένα μακρύ άρθρο στην αντίδραση του Pietro Calogero. “Ήταν μια ένοπλη συμμορία και το απέδειξα. Το θεώρημα στηρίχτηκε στις αποδείξεις” είναι ο τίτλος. Στους υπότιτλους: “Μαζί με τον δικαστή της Padova Pietro Calogero, για να ακούσουμε στο radio την απόφαση του Κακουργιοδικείου της Roma”. Η εφημερίδα του Scalfari, μια από τις πιο προσεκτικές όσον αφορά την απόφαση, αφιερώνει στο θέμα και ένα βασικό άρθρο που ξεκινά στην πρώτη σελίδα, “Δεν ήταν μια σταυροφορία” και ένα box αφιερωμένο στις αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων (“Πολύ κριτικοί οι σοσιαλιστές, θετικά σχόλια από την DC και το PCI”).

η Unità φθάνει στην δίκη με νέο χρονογράφο. Δεν ακολουθούν την ανάγνωση της απόφασης ούτε ο Criscuoli, που παρακολούθησε όλες τις συνεδρίες στον Foro Italico,  ούτε ο Michele Sartori που αντιθέτως παρακολούθησε τις διαδικασίες στην Πάντοβα. Την σελίδα την αφιερωμένη σε αυτή την περίπτωση επιμελήθηκε ολοκληρωτικά ο Bruno Miserendino. Η εφημερίδα του PCI, μονοπωλήθηκε δικαιολογημένα από τον θάνατο του Enrico Berlinguer, υποβιβάζει το αποτέλεσμα της απόφασης στην σελίδα 16. Καταλαμβάνοντας όλη την δεξιά πλευρά της σελίδας μια ταμπέλα με τις ποινές που επιβλήθησαν, κατηγορία προς κατηγορία. Υψηλά στην σελίδα το άρθρο των χρονικών, “7 aprile, αυστηρές ποινές στους διοικούντες”, στο χαμηλό ήμισυ αντιθέτως μια ανακατασκευή της ιστορίας της δίκης: “Η δίκη για τα χρόνια του μολυβιού.Αποδράσεις, διαβατήρια, ανατροπές μέσα σε 15 μήνες με καυτές διαμάχες”. Στο πλάι ένα σύντομο σχόλιο του Luciano Violante, “Mα πόσος ακόμη χρόνος θα περάσει δίχως μεταρρυθμίσεις?”. Ο τόνος της Unità σίγουρα είναι πιο προβληματισμένος και λιγότερο τοποθετημένος απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια. Τόσο ώστε να εκθέτει στο εσωτερικό του κειμένου με τα χρονικά και αντιδράσεις και κριτικές από πλευράς σοσιαλιστών βουλευτών και της Προλεταριακής Δημοκρατίας, DP. Οι αξιολογήσεις είναι πολύ πιο προσεκτικές. Έχουν μετρήσει πολύ (το συμπεραίνουμε και από την αναπαράσταση της δίκης) τα γεγονότα που συνδέονται με την διαφυγή του Fioroni. «Να οι λίγες δυνατές αξιολογήσεις εν θερμώ μιας απόφασης τόσο πολύπλοκης: είναι εμφανές πως οι ρωμαίοι δικαστές αποδέχτηκαν σε μεγάλο βαθμό τον σχεδιασμό της κατηγορούσας αρχής που περιέχονταν στην διερεύνηση και προτάθηκε επίσης ο ΔΚ  Antonio Marini […] Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δικαστές εξέφρασαν καταδίκες αυστηρές γι αυτούς που, αν και κατηγορήθηκαν μόνον για αδικήματα συνένωσης, θεωρήθηκαν οι διοικούντες την Autonomia. Και πρόκειται για ποινές που, αναμφίβολα, θα δώσουν τόπο σε πολεμικές και αναγνώσεις διαφόρων ειδών».

η Corriere, εκτός απ’ την απλή δικαστική ειδησιογραφία, αφιερώνει μιαν ολόκληρη σελίδα, την έκτη, στα σχόλια για την ετυμηγορία. Τα άρθρα έχουν σαν τίτλο σε εννιά στήλες “Η ετυμηγορία δεν κλείνει την υπόθεση Autonomia: σκληρές διαμαρτυρίες”. Η φωνή της εφημερίδας της οδού Solferino ακούγεται διαμέσου του Leo Valiani που αφιερώνει στην υπόθεση ένα βασικό άρθρο με τίτλο “Ένα κεφάλαιο ιστορία”. Στον Marco Nese έχει εμπιστευτεί το καθήκον ν’ ακούσει τις φωνές που βρίσκονται κοντά στους κατηγορουμένους, “Η σύζυγος του Toni Negri: «Είναι μια απάτη του Κράτους». Από την Padova, ο ειδικός απεσταλμένος Antonio Ferrari παίρνει συνέντευξη στον ΔΚ Pietro Calogero. Υπότιτλοι: “Στην Padova σπάζει την σιωπή του ο δικαστής που ερεύνησε την Autonomia και βρέθηκε στην μέση καυτών κατηγοριών”. Ο τίτλος: “Calogero: «Μετά τις πικρίες είμαι ανακουφισμένος». «Αναπνέω καθαρό αέρα, οι πολεμικές με είχαν ηθικά παραμορφώσει»”. Τέλος, χαμηλά στην σελίδα, μια συνέντευξη στον Scalzone: “Scalzone: είμαι απογοητευμένος, το να τιμωρείς είναι αθέμιτο. Χρειάζεται να  ‘αποφυλακίσουμε’ την κοινωνία μας”. Πάντα ο Marco Nese χτίζει ξανά σε μιαν ολόκληρη σελίδα την ιστορία της έρευνας 7 aprile, ξεκινώντας από τις αρχικές κατηγορίες (πως ήταν ο εγκέφαλος της απαγωγής Moro) στις δικαστικές περιπέτειες.

Στις 9 και στις 14 oκτωβρίου 1984 η Corriere della Sera μνημονεύει τον Calogero. Δεν είναι πολλά τα πρόσωπα που μπορούν να καυχηθούν μιας συνέντευξης-πορτραίτου μιας φίρμας όπως ο Nantas Salvalaggio και επί πλέον δημοσιευμένης σε δυο συνέχειες. Ο τόνος είναι δραματικός. Και αυτός είναι ένας λογοτεχνικός καθαγιασμός. Tίτλος: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”. Συνοπτικά: “Μικρά συμβάντα του είχαν δώσει την ψευδαίσθηση πως ήταν ανέγγιχτος — Κι όμως κάποιος πλέον εγνώριζε”.

Το 1984 της ρωμαϊκής 7 aprile romano εδώ τελειώνει. Στην Padova ο δικαστής Giovannella, που είχε απορριφθεί, αυθόρμητα εγκαταλείπει το έργο.Είχε εκφράσει κρίσεις για τους κατηγορούμενους σε ένα δείπνο μεταξύ φίλων. Τον αντικαθιστά ο δικαστικός Euro Cera. Η πρώτη ακροαματική διαδικασία της νέας δίκης λαμβάνει χώρα στις 3 δεκεμβρίου 1984 (“Ξεκινά στην Padova η δίκη στην Autonomia. Ομαδοποιεί τα αποτελέσματα των blitz του Calogero”, Corriere della Sera της 4 δεκεμβρίου). Πρακτικά ένας ολόκληρος χρόνος χάθηκε. Και δεν μπορούμε να πούμε πως τέλειωσε κάτι.

Τα κεντρικά έτη της δικαστικής υπόθεσης της περίπτωσης 7 aprile ακολουθούνται με νέο ενδιαφέρον από πλευράς εφημερίδων. Μέσα σε καταθέσεις και μαρτυρίες στην αίθουσα, αναπαραστάσεις, απόδοση ευθυνών και κρίσεις, το όλον που επαναλήφθηκε για δυο δίκες, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπο με μιαν κάποια δόση υπερβολικού. Υπερβολή στις κατηγορίες, στους μάρτυρες, στις πολεμικές.Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση της ιταλικής τρομοκρατίας [του ιταλικού ανταρτοπόλεμου λέγω εγώ].  Το κλίμα τώρα είναι πιο χαλαρό: ανοίγουν χώροι για ελιγμούς μεγαλύτεροι. η Repubblica, μα και η Corriere, ίσως χάρη και σε μιαν αλλαγή των εμπλεκόμενων δημοσιογράφων, ακολουθούν την δίκη με μάτι περισσότερο κριτικό. Οι καταδικαστικές αποφάσεις σε πρώτο βαθμό φαίνεται να κλείνουν την υπόθεση,  να επιβεβαιώνουν την εικόνα (αν και με αλλαγμένο το μέγεθος, μειωμένο). Ένα είδος αίσιου τέλους.

9. 1985-1989: ξεθώριασμα

Το 1985 απλά ξεγλιστράει. Η υπόθεση 7 aprile, μετά τις καταδίκες στην Ρώμη μοιάζει απλά να έχει κλείσει. Η δίκη στην Πάντοβα προχωρά, κουραστικά, προς την λήξη της. Οι μεγάλες  εφημερίδες δεν ακολουθούν σταθερά τις ακροάσεις (πράγμα που κατανοητά πράττουν οι τοπικές). η Repubblica περιγράφει, με τον Guido Passalacqua, το κλίμα αδιαφορίας και μιλά, για δυο διαφορετικές ακροάσεις, και την αναδίπλωση που αρχίζει να διαφαίνεται στην δίκη. Η πρώτη είναι εκείνη του ταξιαρχίτη Antonio Savasta.

”Το σχέδιο μας – λέγει – ήταν να ηγεμονεύσουμε την Aut. Op., να την αναγκάσουμε να διασπαστεί, να φέρουμε με το μέρος μας τα στοιχεία που υποστήριζαν περισσότερο την γραμμή μας, να διαρρήξουμε τον κόμπο μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας”. Οι BR συνεπώς ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την αυτονομία σαν δεξαμενή στράτευσης, μα δεν “εμπιστεύονταν” πέρα από κάποια όρια. Οι σχέσεις διατηρούνταν σε προσωπικό επίπεδο με τον Cerica διότι ήταν αδιανόητη μια σχέση μεταξύ οργάνωσης και οργάνωσης: “εξάλλου οι BR δεν άφησαν ποτέ να εισέλθουν σύντροφοι άλλων οργανώσεων, έλεγαν ναι στον πολιτικό λόγο, όχι στην οργανωτική συζήτηση… Αλλά εγώ και ο Cerica δεν καθίσαμε ποτέ στο τραπέζι να πούμε εγώ χτυπώ αυτό κι εσύ εκείνο το άλλο”. Τέλος: “Για τις BR ήταν αδύνατον να σκεφτούν σε μιαν super οργάνωση που θα έδενε όλη την ένοπλη πάλη στην Italia…”. ο Savasta είναι ακριβής, σχεδόν κατηγορηματικός. Η κατάθεση του σίγουρα δεν είναι ευνοϊκή στο θεώρημα Calogero.Και στην συνέχεια έρχονται οι ακροάσεις των καθηγητών που έπεσαν θύματα βιαιοπραγιών, εκείνη του δημοσιογράφου Antonio Garzotto, εκείνη του Oddone Longo. Δηλώσεις που δίδουν την μαρτυρία μιας βίας παράλογης και ανορθολογικής. «Η δίκη είναι όλη εδώ, σε αυτές τις δυο ακροαματικές διαδικασίες σύμβολο. Από την μια υπάρχει η αδυναμία μιας αφετηρίας “πολιτικής διαίσθησης” που προσπαθούσε να μειώσει το όλον σε ένα και που ο Calogero ακολούθησε πεισματικά με συνέπεια ακόμη και όταν ήταν ξεκάθαρο πως το θεώρημα του έχανε κομμάτια στον δρόμο; από την άλλη, η πραγματικότητα των βιαιοπραγιών των αυτόνομων, τα γεγονότα μέσα στην χουλιγκανική οπτική τους, την καταπιεστική». Και το Manifesto με τον Alberto Ferrigolo αφιερώνει στις συνεδρίες της Πάντοβα μεγάλα άρθρα συνοπτικά. “Το τεθωρακισμένο θεώρημα. Στην Padova il superδίκη 7 aprile μέσα στην γενική αδιαφορία”, “η Autonomia υπό εξέταση. Στην δίκη της Padova οι καθηγητές διηγούνται τα θερμά χρόνια”, είναι οι τίτλοι στα μέσα ιουνίου.

Εν τω μεταξύ τον απρίλη, σχεδόν έναν χρόνο από την ημέρα της κρίσης, κατατέθηκαν τα πρακτικά με τις αιτιάσεις και τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση πρώτου βαθμού στην Roma. Η ανάγνωση τους, που έμοιαζε να ενδιαφέρει πολύ τις εφημερίδες (οι αναφορές  στην αναγκαιότητα να «περιμένουν την αιτιολογία για να δώσουν μιαν ολοκληρωμένη κρίση» αφθονούσαν), βαριεστημένα αναλαμβάνεται εκ νέου από τις εφημερίδες της 17 απριλίου 1985. Μόνο μια αναπαράσταση και ένα collage φράσεων κατά παρεκβολή από τις 1188 σελίδες. στην Repubblica: “Για 10 χρόνια ο Negri υπήρξε ο κινητήρας της ανατροπής”. στην Unità: “Negri, «ένας κύριος της ανατροπής»”. «Δεν υπήρξαν μόνο “κακοί δάσκαλοι” — γράφει ο Bruno Miserendino — “διανοούμενοι εξωπραγματικοί”, “ομιλούντα τριζόνια”, αλλά κάτι περισσότερο και πιο επικίνδυνο: ο Toni Negri και οι άλλοι ηγέτες της Autonomia  “έδωσαν ζωή σε ένα διαρθρωμένο σχέδιο ανατρεπτικό για να φέρουν τα επάνω κάτω στο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της Χώρας και να νικήσουν τους θεσμούς”. Αυτή είναι η “γυμνή και αναμφισβήτητη αλήθεια” της ιστορίας της Autonomia». ο Paroloni. “Το διαρθρωμένο ανατρεπτικό σχέδιο για τον κλονισμό του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος” ίσως θα έπρεπε να συνοδευτεί από κάποιον αναστοχασμό.

Το καλοκαίρι βγαίνει η έκθεση της  Amnesty International για την δίκη 7 aprile. Το Manifesto δημοσιεύει εκτενή αποσπάσματα στις 18 αυγούστου 1985 υπό τον τίτλο “Δίκη στην Δίκη”, με το συνοπτικό “7 aprile: οι ιταλοί δικαστές στο στόχαστρο της Amnesty International”. Μια ολόκληρη σελίδα που απαρτίζεται από ένα άρθρο περιληπτικό της Daria Lucca και ένα collage με αποσπάσματα της έκθεσης (“Carlo Fioroni, σκάνδαλο του δικαίου. Η έκθεση της Amnesty”). Όλα να συνοδεύονται από κινούμενα σχέδια του Mario Dalmaviva, ενός από τους κατηγορούμενους της 7 aprile.

Τον σεπτέμβρη, μέσα στην πιο απόλυτη αδιαφορία της πόλης (το κοινό μέσα στην τεράστια αίθουσα bunker των δυο κτιρίων απέχει), ξεκινά το κατηγορητήριο του ΔΚ Calogero για τον παντοβάνο κορμό. η Corriere della Sera θέτει λίγη τάξη και εξηγεί επιτέλους πως είναι δυνατόν τα πρόσωπα που ήδη εκρίθησαν στην Roma να δικάζονται και στην Padova. Αυτή την φορά ο τόνος δεν είναι από τους πιο καλοκάγαθους απέναντι στον Calogero. “Με ένα νέο θεώρημα για τα οπλοστάσια της Αυτονομίας ο  Calogero ζήτησε και άλλη καταδίκη για τον Toni Negri”, τιτλοφορεί στις 26 σεπτεμβρίου.

Την τρίτη ημέρα της απαγγελίας-ποταμού του κατηγορητηρίου του ο ΔΚ  Calogero εξηγεί γιατί ο Toni Negri και οι καθηγητές της ομάδας του δικάζονται δυο φορές για την Autonomia. Πρώτα στην Roma και μετά στην Padova.[…] Ενώ διεξάγονταν η δίκη, τον ιούνιο του 83, ο Calogero ξεκινούσε την τέταρτη του αντιτρομοκρατική επιχείρηση και κοινοποιούσε στον Negri μια νέα κατηγορία: κατοχή όπλων και εκρηκτικών. Κι όμως ο καθηγητής δεν βρέθηκε ποτέ να κατέχει πιστόλια, αυτόματα ή δυναμίτη.  […] Negri, Ferrari Bravo και άλλοι κατηγορούνται γι αυτή την κατοχή όπλων — εξηγεί ο δικαστής — διότι υπάρχει η βεβαιότητα πως ήταν η διοίκηση της οργάνωσης, πως αποτελούσαν την λεγόμενη “γενική διοίκηση” των πολιτικών κολλεκτίβων του βένετο, dei collettivi politici veneti. Ο νόμος περί κατοχής όπλων προβλέπει την ποινικοποίηση όχι μόνο αυτών που φυσικά τα κατέχουν μα και αυτών που έχουν την διαθεσιμότητα.

Και αφού ο  Calogero στο blitz του βρίσκει ένα οπλοστάσιο των μαχητικών κομουνιστικών Πυρήνων FCC, για την μεταβατική τους ιδιοκτησία η υπευθυνότητα είναι του Negri. η Unità χρησιμοποιεί πλήρως φράσεις και λέξεις του κατηγορητηρίου. Παρακολουθεί την δίκη πάντα ένας ενθουσιασμένος Michele Sartori που τιτλοφορεί: “λέει ο Calogero, Potere operaio ίσον ένοπλος αγώνας”.

Tα αιτήματα του ΔΚ φθάνουν στην αίθουσα στις 10 oκτωβρίου. “Ζητήθηκαν 11 χρόνια για τον καθηγητή Toni Negri” τιτλοφορεί η Corriere. “Ο ΔΚ τον θεωρεί ένοχο για κατοχή όπλων”. Και στο συνοπτικό: “Άλλες ποινές προτάθηκαν για το δεξί του χέρι Ferrari Bravo, τον βοηθό Morongiu (για αμφότερους 9 χρόνια) και το staff — Ένα νομικό τέχνασμα επέτρεψε το 83 να θέσουν εκνέου τους τρεις μεγαλύτερους κατηγορούμενους της 7 aprile στο κατηγορητήριο βένετο”. «Συνολικά το άθροισμα των ποινών που προτάθηκαν φθάνει πεντακόσια εικοσιεπτά χρόνια φυλακής για τους εκατόν είκοσι επτά κατηγορούμενους» γράφει η Repubblica, που, τιτλοφορώντας “ο Calogero κατέληξε το κατηγορητήριο του ζητώντας για την Autonomia 5 αιώνες φυλακής”, μεταφέρει την έκκληση του δικαστού στην έδρα με το οποίο ζητά επιείκεια για τους “εργάτες” και αυστηρότητα για τους “επικεφαλής”. «Μα στην συνέχεια δεν μπορεί να μην προειδοποιήσει νουθετώντας εκ νέου, υπαινισσόμενος, νομίζουμε, στην έρευνα Palombarini: “Ήδη στο παρελθόν εξακριβώθηκε πως καλή τη πίστη δεν ειδώθηκαν αυτά τα οποία θα μπορούσαν να ειδωθούν, δεν αποδόθηκε σε κάποιο γεγονός, σε ένα ντοκουμέντο η αξία της απόδειξης κι έτσι οδηγηθήκαμε πολύ εμπρός σε μιαν κατάσταση όπου οι μηχανισμοί της υπεράσπισης του κράτους οπισθοχώρησαν». Για το θέμα γράφει και η Unità που τιτλοφορεί “Autonomia veneta, ζητήθηκαν ποινές για πέντε αιώνες”.

Η απόφαση φθάνει στα τέλη ιανουαρίου 1986 και για τις θέσεις του Calogero είναι μια απόρριψη. Πρέπει καταρχήν να λάβουμε υπ όψιν μας ένα δεδομένο: αυτή η δίκη κατακτά αποτελέσματα πολύ σημαντικά. Σχεδόν μια εκατοστή άνθρωποι αναγνωρίζονται σαν υπεύθυνοι πράξεων βίας που τάραξαν την ζωή της Πάντοβα στα χρόνια Εβδομήντα. Είναι ένα γεγονός σημαντικό και κυρίως για τα θύματα. Καταδικάζονται οι υπεύθυνοι του τραυματισμού του δημοσιογράφου Toni Garzotto της Gazzettino και οι υπεύθυνοι της επίθεσης στον professor Longo και Petter. Όμως οι ιστορικοί κατηγορούμενοι της 7 aprile αθωώνονται όλοι. η Corriere δίνει την είδηση στις 31 στην πρώτη σελίδα στο μισό κάτω μέρος: “Η απόφαση για την Autonomia: απαλλάχθηκε ο Toni Negri στην Padova”. Και στο εσωτερικό: “Απαλλάχθηκαν ο Toni Negri και οι καθηγητές του” (με υπότιτλο: “Στην ανάγνωση της απόφασης το κοινό τραγούδησε την Διεθνή”). Στην πρώτη σελίδα ο Livio Sposito, που ακολουθεί την δίκη στην Πάντοβα, προσπαθεί να κάνει έναν απολογισμό. «Το θεώρημα Calogero για την Autonomia padovana δεν άντεξε την δοκιμασία του Κακουργιοδικείου […] Σαράντα επτά απαλλαγές, έντεκα κατηγορούμενοι απαλλάχθησαν λόγω αμνηστίας ή παραγραφής των αδικημάτων, οδόντα δυο καταδίκες […] Οι αριθμοί λένε λίγα. Μετρούσαν, σε αυτή την δίκη γύρω από τα θερμά χρόνια Εβδομήντα της Padova, περισσότερο τα ονόματα των κατηγορουμένων παρά οι που διατυπώθηκαν». Στο εσωτερικό το μακρύ άρθρο των χρονικών. Το συνοπτικό λέγει: “Εν μέρει αποσυναρμολογήθηκε η κατηγορητική κατασκευή του δημόσιου κατήγορου Calogero — Καταδικάστηκαν οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων βίας: οι δικαστές διαχώρισαν τις ηθικές ευθύνες από τις ποινικές”. Να σημειώσουμε μιαν αποφασιστική αλλαγή στην συμπεριφορά του Calogero που ίσως να μην παρουσιάσει ούτε έφεση. «Ίσως αφού εργάστηκε για επτά χρόνια σε μιαν δίκη σαν κι αυτήν, πλούσια σε πολεμικές, αυτός νιώθει την κούραση και σκέφτεται περισσότερο την υποψηφιότητα του στο Ανώτατο Συμβούλιο του Δικαστικού Σώματος παρά να ξαναπάρει στα χέρια του την βασανισμένη ιστορία», γράφει ο Sposito.
η Repubblica τιτλοφορεί στην πρώτη σελίδα: “ο Toni Negri αθωώθηκε από τους δικαστές της Padova”. Το άρθρο, στην σελίδα 12, είναι του Guido Passalacqua: “Για τον Negri και τους αυτόνομους μια βροχή αθωωτική”, και στον υπότιτλο “Οι δικαστές απορρίπτουν το θεώρημα Calogero”.

Μετά ο Calogero μπαίνει στην αίθουσα: για μιαν ολόκληρη ώρα, ακίνητος, θα ακούσει δίχως να κουνήσει βλεφαρίδα την κατεδάφιση όλου του θεωρήματος του που διαβάζει ο πρόεδρος  Cera […] Γίνεται αντιληπτό πως η Έδρα δεν αποδέχτηκε την ιστορική αναπαράσταση που πρότεινε ο δημόσιος κατήγορος που έβλεπε  μια αδιάλειπτη τρομοκρατική εμπειρία ξεκινώντας από το Potere Operaio, επιβεβαιωμένη και ανεπτυγμένη στην οργανωμένη εργατική Αυτονομία, στα Collettivi politici veneti και τέλος στο Fronte comunista combattente. […] Ανάμεσα στο θεώρημα Calogero και την αναπαράσταση που έκανε ο ανακριτής Palombarini (μεταξύ των δυο δικαστικών οι πολεμικές υπήρξαν σκληρές, σχεδόν άγριες) το Κακουργιοδικείο της Padova έδειξε να προτιμά την σχεδίαση του ανακριτού . […] Το σύνολο των χρόνων φυλάκισης που επιβλήθησαν, λογαριάζοντας πως επρόκειτο για 140 κατηγορουμένους και σε πολλές περιπτώσεις ποινών ενός ή δυο χρόνων είναι περίπου 200 χρόνια, ενάντια στα 525 που ζήτησε ο ΔΚ, λιγότερο από τα μισά. Οι απαλλαγές υπήρξαν σαράντα επτά ενάντια στις πέντε που ζήτησε ο ΔΚ.

η Repubblica συνοδεύει το άρθρο με μιαν ταμπέλα (“Να η απόφαση για τους κυριότερους κατηγορουμένους”) και συγκρίνει τις ποινές που ζητήθηκαν με εκείνες που επιβλήθηκαν από την απόφαση.
η Unità μιλά για την απόφαση στην πρώτη σελίδα με ένα άρθρο στο χαμηλό της μισό, “Autonomia Veneta: απαλλάχθηκε ο Negri”, του Michele Sartori. Στους υπότιτλους: “Η απόφαση απορρίπτει την θέση της κατηγορούσας αρχής του δημοσίου κατήγορου Calogero”.

Την επομένη ημέρα, πρώτη φεβρουαρίου, οι εφημερίδες ξαναπαίρνουν την είδηση και καταγράφουν τις αντιδράσεις. η Corriere della Sera τιτλοφορεί “Η αθώωση του Toni Negri χωρίζει την Padova”. Ο υπότιτλος: “Έτσι η πόλη αντιδρά στην απόφαση επάνω στα χρόνια του μολυβιού”. Στο συνοπτικό: “Σύμφωνα με τον δήμαρχο υπήρξε μια κρίση δίκαιη — Ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Torregrossa: «ο Calogero είναι ένας πολύ καλός δικαστής» – Οι διάφορες γνώμες γύρω από την ευθύνη της Autonomia — Είναι εβδομήντα τέσσερις οι εφέσεις”. η Corriere προτείνει στην συνέχεια μιαν συνέντευξη του Antonio Ferrari στον professor Angelo Ventura: “Το πικρό ξέσπασμα ενός γαμποποιημένου”. Η κρίση του καθηγητού ιστορίας, που ο Ferrari φαίνεται να συμμερίζεται πλήρως στην εισαγωγή του, είναι αυστηρή. «Είναι μια απόφαση που αντιτίθεται στην ιστορική αλήθεια και την ίδια την μαρτυρία των γεγονότων. Είναι, ακριβώς, μια ιστορική πραγματικότητα πως το Potere Operaio πρώτα και η οργανωμένη εργατική Αυτονομία στην συνέχεια ήταν o ακρογωνιαίος λίθος, μαζί, το πολιτικό όχημα του ανατρεπτικού σχεδίου της ένοπλης πάλης », λέγει ο Ventura. Σε ένα πολύ μικρό box μόλις τεσσάρων γραμμών, με τίτλο “Στο Παρίσι σιωπή του Negri, είναι γριπωμένος”, η Corriere δίδει την είδηση των μη αντιδράσεων του Negri στην απόφαση.
η Unità παίρνει αφορμή από τις δηλώσεις του δημάρχου της Padova, Settimo Gottardo, για να δημοσιεύει ένα άρθρο του Michele Sartori με τίτλο “Autonomia, η απόφαση διασπά εκ νέου την Padova. Αδικία ή ειρηνοποίηση?”. ο Sartori χαϊδεύει, κολακεύει το χριστιανοδημοκρατικό πνεύμα της πόλης η οποία, όπως στην διάρκεια των θερμών χρόνων προσποιούνταν πως δεν έβλεπε εκείνο που συνέβαινε, τώρα προσπαθεί να πετάξει τα πάντα πίσω από την πλάτη της. Όπως πάντα, για τον Sartori, η απόρριψη του θεωρήματος Calogero σημαίνει πως «όλα έγιναν, των βιαιοτήτων συμπεριλαμβανομένων, απολύτως αυθόρμητα». Στην πραγματικότητα η απόφαση δεν λέει αυτό: ο Palombarini όντως εντοπίζει, και της αποδίδει συγκεκριμένες ευθύνες, μιαν ένοπλη μπάντα στο Fronte comunista combattente. Mα ο Sartori τείνει πάντα να προσφέρει δυο δυνατότητες: μια εκ των οποίων παράλογη.

Η απόφαση της Padova κάνει θόρυβο. Μα στα πόδια της υπάρχει ακόμη η απόφαση του 1984 της Roma. Στο τεράστιο άνοιγμα απόψεων μεταξύ των δυο Εδρών ο καθένας, κατηγορούμενοι, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, μπορεί να θέσει ότι θέλει: σύγκρουση μεταξύ δικαστών, θέληση ειρηνοποίησης, τοπικές συγκυρίες και τοπικό περιβάλλον και πλαίσιο ενάντια στην εθνική πολιτική. Σε τελική ανάλυση η δίκη “7 aprile” είναι εκείνη της Ρώμης.

Με το 1987 αρχίζει η δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού. Με την ευκαιρία οι ριζοσπάστες, που πλέον έχουν κάνει την 7 aprile ένα από τα πολλά άλογα μάχης τους, καλούν για τις 22 ιανουαρίου μια συνέντευξη τύπου. Εκτός απ’ τον Pannella μιλούν και κάποιοι από τους κατηγορούμενους πρωταγωνιστές της δίκης, που βρίσκονται τώρα ελεύθεροι αναμένοντας την κρίση του εφετείου: Vesce, Tommei, Castellano, Funaro. Το σχόλιο της Corriere στην ριζοσπαστική πρωτοβουλία, εκφρασμένο στο άρθρο “Πρέπει να μηδενίσετε την δίκη 7 απρίλη. Κατηγορούμενοι εναντίον δικαστών, ΚΚΙ και χρονογράφοι” είναι ανελέητο και φθάνει στο σημείο να συμπεριλάβει όλους και όλα. Δικαιολογούν την όχι και πολύ καλόβολη συμπεριφορά οι δηλώσεις του Pannella στον τύπο. «Ενάντια στους “δικαστικούς ρεπόρτερ ανίκανους να εκτελέσουν το καθήκον τους ελεγκτών δύσπιστων προς τους δικαστές”, επιτέθηκε ο Marco Pannella, που δεν προσέχει, δεν τον νοιάζει η αντιδημοτικότητα των θέσεων του για τι κοινό που είχε ζητήσει, στο οποίο απευθύνονταν δηλαδή, τους δημοσιογράφους. Τους ρεπόρτερ που παρακολουθούσαν την έρευνα της Πάντοβα και της Ρώμης στον Νέγρι και τους συντρόφους τους χαρακτήρισε  “δολοφόνους, killers επί πληρωμή” και “μεταφορείς μιας ιδεολογίας επαίσχυντης και πρόστυχης” που έφτασε στο σημείο να προκαλέσει την λανθασμένη άποψη γύρω από την πραγματική συνοχή και συνέπεια των αποδεικτικών στοιχείων και στον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας  Sandro Pertini, που έστειλε στους δικαστές τηλεγράφημα αλληλεγγύης». Ένας λοιπόν πολύ ωραίος τρόπος να ξεκινάς μιαν συνέντευξη τύπου. Τόσο έτσι ώστε η πρωτοβουλία αναγνωρίστηκε σαν προσπάθεια να «περιμαζέψουν μερικές κομματικές ταυτότητες επί πλέον ώστε να μην φτάσουν στο σημείο να κηρύξουν forfeit από την πολιτική σκηνή, να μην εξαφανιστούν δηλαδή». Και οι παρεμβάσεις των κατηγορουμένων, οι οποίοι αντί να «συμμορφωθούν με το θόλωμα της μνήμης όλων» για να κερδίσουν μειώσεις στις ποινές τους «δυναμώνουν το πυρ και ζητούν να μηδενιστεί η προηγούμενη δίκη».
Κάτι σημαντικό και καινούριο στο εφετείο είναι η “διαθεσιμότητα” του Fioroni που θα αναγκαστεί να καταθέσει στην αίθουσα. Η είδηση, που εμφανίζεται στις 31 ιανουαρίου, δίδεται σαν σημείο υπέρ των κατηγορουμένων. »ο Fioroni θα πρέπει να επιβεβαιώσει στην αίθουσα τις κατηγορίες του”, γράφει η Corriere.

Στις 3 απριλίου για τον Negri πέφτει η κατηγορία που αφορά την δολοφονία του Carlo Saronio. Στο κατηγορητήριο ο γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi ζητά όντως, γι αυτή την κατηγορία, την απαλλαγή. “ο Negri δεν έχει σχέση με το έγκλημα Saronio. Ο δκ Il pg ανακοινώνει αίτηση απαλλαγής” τιτλοφορεί η Corriere στις 4 απρίλη. Στο άρθρο γίνεται και κάποια αναφορά για διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη για την επιστροφή στην πατρίδα του παντοβάνου καθηγητή.  «Η είδηση, υπό το φως των κεριών, δεν θα έπρεπε να είναι καθοριστική για την υπό διακυμάνσεις διαπραγμάτευση την οποία, εδώ και λίγο χρόνο, ο πρώην ριζοσπάστης βουλευτής από το παρισινό του καταφύγιο έστησε έμμεσα με τις ιταλικές αρχές για μιαν πιθανή επιστροφή του στην πατρίδα». Παραμένει όντως όρθια η κατηγορία για την ληστεία του Argelato και εκείνες για τα συνενωτικά αδικήματα.

Φθάνουμε στην 8 ιουνίου του 1987. Ουδείς, ίσως εκτός από τους ίδιους τους κατηγορούμενους, από την δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού περιμένει εκείνο που πραγματικά συμβαίνει. Από τις αντιδράσεις φαίνεται πως οι εφημερίδες πιάνονται απροετοίμαστες. Ίσως κάτι περιμένανε. Κάποιες μικρορυθμίσεις προς το καλύτερο, κάποιες αναπροσαρμογές, μιλάμε για τσιμπήματα. Μα όχι έναν σεισμό. Η ποινή για τον Toni Negri μειώνεται από τα τριάντα  σε μοναχά 12 χρόνια. Παραμένουν όρθιες μόνον οι κατηγορίες για ένοπλη συμμορία και συνεργία στην ληστεία του Argelato όπου σκοτώθηκε ο δεκανέας  Lombardini. Πέφτει για όλους η κατηγορία σχετικά με την απαγωγή Saronio που τώρα η εισαγγελία λέγει πως είναι έργο μοναχά του Fioroni και Casirati και επίσης εκείνη που αφορά την απόπειρα απαγωγής  Duina. Απαλλάσσονται, αν και με την φόρμουλα των αμφιβολιών:, Emilio Vesce, Jaroslav Novak, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno, Lucio Castellano. Οι δημοσιογράφοι Giuseppe Nicotri και Nanni Balestrini, αθωωθέντες στον πρώτο βαθμό λόγω αμφιβολιών, τώρα αθωώνονται με πλήρη φόρμουλα. Στο σύνολο τα χρόνια φυλάκισης είναι κάτι παραπάνω από εκατό.
η Repubblica αφιερώνει στην απόφαση δυο ολόκληρες σελίδες, την 16 και 17, και ένα βασικό άρθρο του Giorgio Bocca που ξεκινά στην πρώτη σελίδα με τίτλο “Εκείνοι οι δάσκαλοι της βίας”. ο Bocca, όπως μερικά είδαμε, υπήρξε ένας από τους πιο κριτικούς μάρτυρες όλης της υπόθεσης. Το “τελευταίο” του editorial στην 7 aprile έχει για όλους: δικαστές, πολιτικούς και κατηγορούμενους:

Όποιος παρακολούθησε την υπόθεση μέσα στα χρόνια με θέληση να καταλάβει σκέφτεται πως αυτή η απόφαση υπαγορεύεται από την λογική και πως είναι σύμφωνη με ένα Κράτος δικαίου. Μα αυτός που γράφει νιώθει από αυτήν απελευθερωμένος από την δέσμευση του εγγυητή και μπορεί να πει πως αυτοί οι άνθρωποι και ο τρόπος τους να κάνουν πολιτική από ανέκαθεν του ήταν ξένοι και κάποιες φορές και μισητοί. Mε διαγεγραμμένες τις πιο ρητές αδικίες και και τους διωγμούς εναντίον τους, μπορεί να παραμείνει η αρνητική κρίση για μιαν ομάδα διανοουμένων που πίστεψε πως μπορούσε να ηγηθεί του κινήματος της μεγάλης αμφισβήτησης, που χρησιμοποίησε τα προνόμια, τα τερτίπια, τις συνενοχές της κουλτούρας για να παραμείνει επί μακρόν αλαζονικά απειλητική και ατιμώρητη […] ο τρόπος τους με τον οποίον πετούσαν την πέτρα και τραβούσαν πίσω το χέρι (και που το πλήρωσαν στην συνέχεια ακριβά), που έκαναν εφημερίδες όπως Rosso, Autonomia, Senza Tregua, που έστελναν στο σφαγείο νεαρούς αδαείς και αφελείς που τους γέμιζαν με ασυναρτησίες και απερισκεψία, κάποιες φορές αιματηροί, οργισμένα εκείνα τα χρόνια της κρίσης όταν αντιθέτως ήταν αναγκαία η χρήση του σωστού λόγου και ανάλυσης. Γιατί λέμε πως αυτή η απόφαση είναι λογική και σύμφωνη με ένα κράτος δικαίου? Διότι βάζει τέλος στην ιερά εξέταση της πολιτικής μυθιστοριογραφίας, που βασίστηκε σε αόριστες ενδείξεις, μανιχαϊστική, που είχε την ψευδαίσθηση πως θα εξορκίσει τα χρόνια του μολυβιού με μαζικές καταδίκες, με καθολικές δαιμονοποιήσεις […] Μια καθολική θεωρία, μια ολοκληρωμένη τοιχογραφία, μια cappella Sistina με την παγκόσμια κρίση της επί της τρομοκρατίας. 

Το χρονικό της απόφασης εμπιστεύτηκε στον Franco Scottoni και συνοδεύτηκε από μια ταμπέλα, “Έτσι το Εφετείο μετέτρεψε τις πρώτες αποφάσεις”, που επισημαίνει τις αθωώσεις και τις μειώσεις ποινών. “Για τον Negri και συντρόφους μια  maxiέκπτωση ποινής” είναι ο τίτλος. Να σημειωθεί, όπως γράφει ο Scottoni, πως «ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi επιφυλάχθηκε να σχολιάσει την απόφαση όμως παρατήρησε πως, ουσιαστικά, το θεώρημα Calogero άντεξε». Ένα σχόλιο που έρχεται σε αντίθεση με όλες τις ερμηνείες της απόφασης. Τόσο ώστε στην διπλανή σελίδα η Repubblica τιτλοφορεί μέσα σε εισαγωγικά σε όλη την σελίδα “Κατέρρευσε το θεώρημα Calogero”. η Silvana Mazzocchi φτιάχνει ένα collage απόψεων. Στον υπότιτλο: “Ευχαριστημένος? Δεν θα ήξερα να σας πω. Έπραξα ένα είδος αφαίρεσης, δήλωσε ο ανακριτής της έρευνας, Giovanni Palombarini. Τώρα πρέπει να περιμένουμε την αιτιολόγηση, λέγει ένα μέλος της έδρας που αποφάσισε τις καταδίκες σε πρώτο βαθμό”. η Mazzocchi προτείνει μια ερμηνεία της απόφασης. Σχεδόν μια πέτρα επάνω από «χρόνια που πλέον χαρακτηρίζονται απ’ όλους “του μολυβιού” και που προκάλεσαν άγχος και αγωνία,  και φόβο. Χρόνια που πρότειναν την κατάσταση εξαίρεσης και τους νόμους της που δεν σεβάστηκαν πάντα το δίκαιο. Χρόνια που μόνον πρόσφατα επέτρεψαν κανόνες εμπνευσμένους στην ανεκτικότητα και παρήγαγαν αποφάσεις πιο γαλήνιες».

Να σημειώσουμε επίσης ένα σχόλιο του Luigi Ferrajoli, καθηγητού φιλοσοφία δικαίου στο πανεπιστήμιο του Camerino, που στέκονταν πάντα κριτικός σε όλο τον σχεδιασμό της έρευνας: «η απόφαση είναι θετική διότι αποκήρυξε μια μέθοδο και μια κουλτούρα δικαστική Ιεράς Εξέτασης. Ηττήθηκε η δικαστική προσέγγιση ιστοριογραφική και επαγωγική ίδια των χρόνων εξαίρεσης>>. Στο χαμηλό μισό της σελίδας τέλος ένα τελευταίο κομμάτι, αυτή την φορά απ’ το Παρίσι: “Και τώρα απ’ το Παρίσι οι έχοντες καταφύγει εκεί ζητούν μιαν αμνηστία”.
η Corriere della Sera στην πρώτη σελίδα μιλά για “Εκπληκτική απόφαση στην δίκη 7 aprile ενάντια στην Autonomia”, με υπότιτλο: “Έκπτωση στην έφεση για τον Negri. Δεν ήθελε το κόκκινο πραξικόπημα”. Και στην σύνοψη: “Έπεσε η κατηγορία εξέγερσης ενάντια στο Κράτος, παρέμεινε εκείνη της ένοπλης συμμορίας — Στον καθηγητή μειώθηκε η ποινή από 30 στα 12 χρόνια — Aθώος ο Vesce”. Τίτλος όχι ακριβώς πετυχημένος δεδομένου ότι η κατηγορία της ένοπλης εξέγερσης είχε πέσει, αν και τότε λόγω αμφιβολιών, ήδη από τον πρώτο βαθμό. Στην πρώτη σελίδα και ένα σχόλιο, με τίτλο “Οι δυο αλήθειες” με το οποίο υποστηρίζεται πως πάντως ιστορική αλήθεια είναι εκείνη του θεωρήματος Calogero και πως η απόφαση εξηγείται με την λογική της πολιτικής.

Η απόφαση του εφετείου ενάντια στα στελέχη της Autonomia operaia επιβεβαιώνει τον κανόνα της αυξανόμενη ψαλίδας, με το πέρασμα του χρόνου, μεταξύ ιστορικής αλήθειας και δικαστικής αλήθειας, οι οποίες υποχρεωτικά υπακούουν σε αναγκαιότητες και κριτήρια διαφορετικά […] Η οριστική κρίση, εκείνη που περισσότερο μετρά για την συνείδηση της Χώρας, περνά  τώρα στην ιστορία η οποία, διαφορετικά από την δικαιοσύνη, προσδιορίζει και εμβαθύνει τα γεγονότα με το πέρασμα του χρόνου. Και η ιστορική αλήθεια θεμελιώνεται επάνω σε μιαν εντυπωσιακή συγκομιδή ντοκουμέντων, τα οποία μαρτυρούν δίχως καμίαν πιθανότητα αμφιβολίας πως το Potere Operaio και συνεπώς η Autonomia operaia, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα ανοικτά δεδηλωμένο, έχτισαν μιαν πολικο-στρατιωτική οργάνωση για να σχηματίσουν το “ένοπλο κόμμα, partito combattente”, ακολουθώντας τον δρόμο της εξέγερσης, αντιλαμβανόμενη αυτήν σαν εμφύλιο πόλεμο μακράς περιόδου, ασκώντας την ένοπλη πάλη και την τρομοκρατία. 

Στο εσωτερικό, στην σελίδα 9, δυο άρθρα. Το χρονικό της απόφασης, με υπογραφή Paolo Menghini, “Μια ένοπλη συμμορία επικίνδυνων καυγατζήδων”, μια ταμπέλα που συνοψίζει τις καταδίκες των δυο αποφάσεων για εικοσιπέντε κατηγορούμενους και μια συνέντευξη στον Scalzone με τίτλο “Negri και Scalzone: Σημαντικός σταθμός μα λύση είναι η αμνηστία”. Για την Corriere το «θεώρημα Calogero μοιάζει να αντέχει μόνο σαν γενικός συλλογισμός, όμως δυσανάλογος με τις πραγματικές ευθύνες των κατηγορουμένων. […] ο Toni Negri δεν είναι πλέον εκείνος ο μεγάλος στρατάρχης της τρομοκρατίας που αυτά τα χρόνια από πολλές πλευρές ειπώθηκε».

Αμήχανη η Unità. “7 aprile Καταδίκες μειωμένες κατά το ήμισυ στο εφετείο” ο τίτλος της σελίδας αφιερωμένης στην απόφαση. Ο υπότιτλος: “ο Negri ένοχος ληστείας και ένοπλης συμμορίας”. Στη σύνοψη: “Επιβεβαιώθηκαν πολλές από τις καταδικαστικές αποφάσεις για ένοπλη συμμορία και εκείνη που επιβλήθηκε στον Toni Negri για την συνεργία στην θανατηφόρα ληστεία του Argelato. Μια απόφαση κατά τα άλλα ισορροπημένη εκείνη που εκδόθηκε εχθές, μετά από επτά ημέρες συμβουλίου”. Η απόφαση του εφετείου αναγνώστηκε από την Unità σαν μια ουσιαστική επιβεβαίωση εκείνης πρώτου βαθμού. Καμία αναφορά, εκτός από εκείνη μέσα στο κείμενο των χρονικών του Giancarlo Perciaccante, στις αθωώσεις. Στο βάθος της σελίδας μια ιστορική αναπαράσταση του Wladimiro Settimelli: “Οι κακοί δάσκαλοι των χρόνων του μολυβιού. Από το Potere operaio στην εξέγερση”. Διαβάζοντας το άρθρο του Settimelli φαίνεται σαν η απόφαση του εφετείου να μην άλλαξε τίποτα. Αυτή είναι η επίθεση του κομματιού: «Τα σκοτεινά χρόνια, τα “χρόνια του μολυβιού”, με τις ημέρες τρόμου και μίσους εξεγερτικού. Δεκάδες ζωές που έσβησαν παράλογα για να “χτυπήσουν στην καρδιά το Κράτος”, δολοφονώντας απλά έναν δεκανέα των καραμπινιέρων, έναν αστυνομικό της  “αστυνομία Δρόμων”, ένα δεσμοφύλακα, έναν κομουνιστή εργάτη». Όλα μαζί, και όλα να αποδίδονται στον Negri και στους πρώην του Potere operaio. Από τις δεκάδες των ζωών που έσβησαν, τον Negri η εισαγγελία κατηγόρησε για μια, και η δολοφονία ήταν, μέσα σε εισαγωγικά, ένα “λάθος”, και όχι μια πράξη για να “χτυπηθεί το Κράτος στην καρδιά του”, στρατηγική των Brigate Rosse, σίγουρα όχι της Autonomia. Αγγίζουν το γελοίο αποδίδοντας σε έναν άνθρωπο που αναγνωρίστηκε ένοχος συνεργίας σε μια δολοφονία που έλαβε χώρα το 71 την ευθύνη των “χρόνων του μολυβιού”. «Mα η  7 απρίλη 1979 έφθασε στο τέλος της με διαταγή του παντοβάνου δικαστή Pietro Calogero, το περίφημο blitz ενάντια στην Autonomia operaia. Έτσι ξεπηδούν στο φως του ήλιου, τα ονόματα των Toni Negri, Oreste Scalzone, Emilio Vesce, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno και των άλλων που είχαν μετατρέψει το Potere operaio σε μιαν ανατρεπτική ομάδα στην οποίαν έπαιρναν μέρος, σε διάφορα επίπεδα, οι Franco Piperno, Carlo Fioroni και τουλάχιστον άλλα πενήντα πρόσωπα μικρότερης σημασίας».

Αντικειμενικά, με αυτά τα λόγια γραμμένα την επομένη της απόφασης που αθώωσε από την κατηγορία της ένοπλης συμμορίας Alberto Magnaghi, Emilio Vesce και Luciano Ferrari Bravo, ο Settimelli κινδυνεύει την καταγγελία για δυσφήμηση.

Και μετά η τελευταία πινελιά. Σύμφωνα με την απόφαση υπάρχουν κάποιοι κατηγορούμενοι που πέρασαν μέσα στα κάγκελα χρόνια προληπτικής φυλάκισης (Vesce και Ferrari Bravo πάνω από 5) που δεν θα περίμεναν η Unità να μην ξοδέψει μια λέξη επάνω σε αυτό, αντιθέτως, ανάμεσα σε μια γραμμή και μιαν άλλην, χώνει μια φράση του τύπου «από την ομάδα, πάντως, λίγοι κατέληξαν στην φυλακή ή παρέμειναν εκεί μέσα επί μακρόν» κάνοντας να εννοηθεί πως πριν απ’ όλα, όπως δηλώθηκε νωρίτερα σε σχέση με το Potere operaio “κινητήρα” της εξέγερσης, ήταν όλοι ένοχοι και συνεπώς στο τέλος κανείς δεν πλήρωσε όσο θα έπρεπε να είχε πληρώσει. Να σημειώσουμε τέλος την ταμπέλα  (που παραθέτω εδώ κάτω) αφιερωμένη στην απόφαση, με τίτλο “Οι ποινές που επιβλήθησαν στους κυριότερους κατηγορούμενους” στην οποίαν οι απαλλαγές λόγω έλλειψης στοιχείων σημειώνονται με το “insuffic.prove” και όχι με τον όρο “assoluzione” που ήταν, ίσως, περισσότερο επεξηγηματικός και σημαντικός. Για να γίνει μια σύγκριση, στην ταμπέλα της Repubblica χρησιμοποιείται ο όρος “απαλλάχθηκε, assolto”, σε εκείνη της Corriere “απαλλάχθηκε λόγω έλλειψης αποδείξεων, assol.insuf.prove”.

(15 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

αυτονομία, autonomia

29 μαρτίου 1955: γεννιέται η Laura Bartolini

O capitano! Mio capitano!…
favacarpendiem.wordpress.com

29 marzo 1955: nasce Laura Bartolini

03Laura_Bartolini

Η Laura Bartolini γεννήθηκε στην Bologna στις 29 Mαρτίου 1955, και ήταν στρατευμένη σε έναν αυτόνομο σχηματισμό.

Ήταν η αδελφή του Claudio Bartolini, αγωνιστή της Αυτονομίας, militante dell’Autonomia, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε 14 χρόνια φυλάκισης για την ληστεία του Argelato,  ληστεία σε έναν μεταφορέα τιμαλφών κατά τη διάρκεια της οποίας είχε πεθάνει ένας επιλοχίας των καραμπινιέρων (σύμφωνα με τους δικαστές,  υποκινητής της ενέργειας ήταν ο Toni Negri).

Στις 14 δεκεμβρίου 1984, επίσης στη Μπολόνια, η Λάουρα Μπαρτολίνι σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μιας απαλλοτρίωσης σε ένα κατάστημα κοσμημάτων. Στη διάρκεια της διαμάχης, ο κοσμηματοπώλης αντέδρασε πυροβολώντας. Το κορίτσι χτυπήθηκε από δύο σφαίρες, η μια στο στήθος και η άλλη στο πίσω μέρος, στην πλάτη, που την σκότωσαν. Η συνεργός τραυματίστηκε επίσης κατά τη διάρκεια της ληστείας. Είναι πιθανό να υπήρχαν άλλοι δύο συνεργοί στους οποίους οι δύο νέες θα έπρεπε να ανοίξουν την πόρτα μόλις έπαιρναν τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου.

Στις 15 δεκεμβρίου 1984, μια πορεία διέσχισε τους δρόμους της Μπολόνια, και, παρεκκλίνοντας από την προκαθορισμένη διαδρομή πέρασε μπροστά από το Ινστιτούτο Ιατρικής, Medicina Legale, στην οδό Irnerio, για να τιμήσει τη Laura Bartolini, που πέθανε την προηγούμενη ημέρα.

Τις επόμενες μέρες στους τείχους του Πανεπιστημίου και εκείνων της Ιατροδικαστικής, γράφτηκε: «Η Λάουρα είναι μαζί μας. Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα «.

Στις 15 δεκεμβρίου 1984, ο αναπληρωτής Εισαγγελέας Alberto Candi εξέδωσε δικαστική ειδοποίηση στον κοσμηματοπώλη για υπερβολική χρήση νόμιμης αυτοάμυνας, ειδοποίηση που δεν θα έχει όμως συνέχεια.

Manifesto_Laura