ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΛΛ. στη χώρα του ποτέ…ή 11

»Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. Είδα στο Μπόργκο Αλμπίτσι για πρώτη φορά αυτόν που στη συνέχεια έμαθα ότι ονομαζόταν Κώστας, θυμάμαι έκανε βόλτες με ένα κορίτσι.»
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας.

Έγιναν συζητήσεις και βγήκε προς τα έξω ότι στην ουσία τα γκρούπ στα οποία ήταν επικεφαλής ο Μίκης έδιναν πίστη για δυνατότητες της ομάδας μου οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν.
Πίστευαν δηλαδή πως ακόμη από την εποχή του Συνεχή Αγώνα είχαμε κρατήσει όπλα, εκρηκτικά,ντοκουμέντα αντιπληροφόρησης που παλαιότερα ανήκαν σε αυτόν και έμειναν σε εμάς μετά την διάλυσή του, όπως και μία ικανότητα στρατιωτικού τύπου [χρήση όπλων και εκρηκτικών.]
Όπως και το ότι είχαμε ικανότητα συσπείρωσης προσωπικοτήτων που ανήκαν στο κίνημα.
Η αλήθεια ήταν πως τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε.
Γεννήθηκαν λοιπόν οι διαφωνίες και οι δυό τους πρότειναν να κρατούν επαφές όχι μόνο μ’ εμένα αλλά και με τους άλλους της ομάδας.
Οι άλλοι δεν συμφώνησαν.’

‘Μου ανέφεραν για την διοίκηση των ομάδων, εδαφική δομή που δρούσε σε όλη την πόλη. Έμαθα πως κάθε ομάδα έκφραζε έναν εκπρόσωπο στο εσωτερικό της διοίκησης. Ποτέ δεν έμαθα πόσες είναι οι ομάδες, ήξερα όμως πως η επιτροπή συσσιτίου έκφραζε δύο ομάδες και άλλες δύο η αρχιτεκτονική. Καθεμιά ομάδα αποτελούνταν από πέντε έως επτά άτομα. Πιστεύω πως μία ομάδα εκφραζόταν από την επιτροπή νέων. Μία ομάδα θεωρούνταν η δική μας,από την οποία ζητούσαν κάποιος να μπει στην διοίκηση των ομάδων, σύντροφος με πολιτική πείρα επαρκή, και προσωπικότητα με παρελθόν που να μην τον εξέθετε στην προσοχή των οργάνων της αστυνομίας.
Στην πραγματικότητα λοιπόν κανείς από εμάς δεν πήρε μέρος σε συγκέντρωση της διοίκησης γιατί είμαστε αρκετοί που είμαστε γνωστοί στην αστυνομία, μιας και οι λιγότερο γνωστοί δεν είχαν αρκετή πολιτική πείρα.

Βρήκαμε λοιπόν ένα σύστημα για να προωθηθεί η μέγιστη ομοιογένεια κατεύθυνσης ανάμεσα στην ομάδα μας και τις υπόλοιπες. Την μέρα που συγκεντρωνόταν η Διοίκηση εγώ φρόντιζα να μαζεύω το δικό μου γκρούπ. Έτσι ο Μίκης, ο Νάκης ή και οι δύο με συναντούσαν μόλις η συνάντησή τους τελείωνε, μου εξέθεταν τα θέματα που είχαν κουβεντιάσει και τις αποφάσεις που είχαν παρθεί, μου μετέφεραν τους προσανατολισμούς που πρόβαλαν μέσα στη Διοίκηση και στο εσωτερικό του γκρούπ μου, συζήτηση που συχνά έφερνε στο φως διαφορές δεμένες κατ’ ουσίαν με τον διαφορετικό τρόπο προεικόνισης των μεθόδων επίτευξης των στόχων.

Εγώ μετά εξέθετα στους συντρόφους μου τις λύσεις που είχαν υιοθετηθεί από την Διοίκηση, κι εμείς, παρόλο που εξασφαλίζαμε ένα επίπεδο αυτονομίας προσπαθούσαμε να γίνουμε όσο περισσότερο ομοιογενείς με τις κατευθύνσεις της διοίκησης.
Ο Νάκης μου είπε πως έπαιρνε μέρος στη Διοίκηση.
Ο Μίκης δεν μου το είπε ποτέ
αλλά ήταν φανερό ότι έπαιρνε μέρος κι αυτός γιατί αν μη τι άλλο ήταν πάντα σε θέση να μου διηγηθεί εκείνο που είχε συμβεί στις συναντήσεις της Διοίκησης, άσε που οι θέσεις του ενός και του άλλου ταυτίζονταν.
Οι συναντήσεις διεξήγοντο στις βάσεις των ομάδων αλλά ποτέ δεν γνώρισα καμιά από αυτές καθ’ όσον θα έπρεπε να μείνουν μυστικές σ’ όποιον δεν είχε μακριά αγωνιστική θητεία στις πιο σπουδαίες δομές των ομάδων.

Συναντούσα τον Μίκη κι τον Νάκη κάτω από τις καμάρες στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά και κάποια στιγμή με συνόδεψαν με το κόκκινο αυτοκίνητο του Μίκη που είχαν παρκαρισμένο στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘Τα γεγονότα για τα οποία μιλάμε φτάνουν λίγο πριν το τέλος του ’77.’

Μορούτσι, 1

‘Τότε άρχισαν να με προμηθεύουν με ντοκουμέντα που πολυγραφούντο στο Τορίνο με υπογραφή ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης.’
‘Ιδιαίτερα θυμάμαι ένα που πραγματευόταν την δομή της ομάδας. Οι βασικές αρχές ήταν πως καθεμιά έπρεπε να είναι αυτάρκης και να διαθέτει τρεις βασικούς τομείς :
-έναν τεχνικό,επιμελητειακό
-έναν αντιπληροφοριακό και
-έναν επιχειρησιακό.
Ο πρώτος αφορούσε τον εξοπλισμό, την φύλαξη και την συσσώρευση των όπλων, των εκρηκτικών κλπ. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να ειδικευτεί σε αυτά τα θέματα σε ένα κύκλο μαθημάτων. Εδώ επίσης είχε ανατεθεί και η μελέτη των συστημάτων παρακώλυσης των επικοινωνιών της αστυνομίας.

Ο δεύτερος τομέας έπρεπε να αποκτάει πληροφορίες για τις δυνάμεις της καταπίεσης και όχι μόνο, γινόταν αναφορά στο ‘κοινωνικό μπλόκ’, καταστηματάρχες ας πούμε που οπλίζονταν πχ.
Ο τρίτος προοριζόταν για την υλική εκτέλεση των επιχειρήσεων.
Η βάση φυλασσόταν από ένα μόνο άτομο και κάθε ομάδα διέθετε περισσότερες βάσεις. Άτομο πλατιά διαθέσιμο και πολιτικά έμπιστο.
Αναφέρονταν στους υποστηριχτές επαγγελματίες όπως γιατροί, δικηγόροι και παρόμοιοι
και προλετάριοι που κατοικούσαν στις λαϊκές συνοικίες.
Ένιωθαν τις προλεταριακές συνοικίες σαν απελευθερωμένα εδάφη
και φυσικά άλλο βάση εννοούμενη σαν αποθήκη υλικού και άλλο η βάση που το γκρούπ έκανε τις συναντήσεις του.
Η ομάδα μας ποτέ δεν κατάφερε να κάνει μια παρόμοια διάρθρωση’.
‘Υπήρξε ανάμεσά μας ένας χωρισμός καθηκόντων, σε θεωρητικό επίπεδο. Σε μένα ανατέθηκε εκείνο της αντιπληροφόρησης και το τεχνικο-επιμελητειακό, στον Φαίδωνα το επιχειρησιακό.’

Μιλά μετά για την έννοια διπολικότητας στην οποία αναφέρθηκε εκφράζοντας την σχέση ανάμεσα στην οργάνωση Πρώτη Γραμμή και των Προλεταριακών Ομάδων Μάχης.
Η πρώτη λειτουργεί στο ένοπλο κόμμα
οι δεύτερες στην επέκταση της πάλης των μαζών.
‘Προσθέτω ότι στην διοίκηση των ομάδων και σε κάθε μία ομάδα μπορούσαν να υπάρχουν μέλη της Π.Γ. με την διαφορά ότι αυτή τους η ιδιότητα παρέμενε άγνωστη στα άλλα μέλη της Διοίκησης ή της ομάδας’.
‘Πάντα από τον Μίκη και τον Νάκη πήρα το καθήκον να μελετήσω ένα οπλοπωλείο ή ένα μεγάλο συλλέκτη για να βρούμε όπλα αλλά μετά έφτασε εντολή που ακύρωσε την πρώτη γιατί όπλα είχαν πλέον αγοραστεί’.

‘Μετά μου ειπώθηκε από αυτούς τους δύο για μιά εκστρατεία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά της Χριστιανικής Δημοκρατίας και μου ανατέθηκε και στο γκρούπ μας να μελετήσουμε μία έδρα.
Με δύο τρόπους δρούσαμε
ή ταυτόχρονα σε πολλούς στόχους μιας ορισμένης κατηγορίας
ή κλιμακώνοντας τα σε διαφορετικές μέρες με μία τελική διεκδίκηση.
Αυτός ο δεύτερος ήταν περισσότερο λειτουργικός διότι εάν κάποιος συλλαμβάνονταν δεν θα γίνονταν η διεκδίκηση ώστε το γεγονός να φαίνεται πως μοιάζει με ατομική πρωτοβουλία και όχι από ομάδα. Άσε που ξεγελιόνταν έτσι και οι δυνάμεις της αστυνομίας που δεν θα περίμεναν περαιτέρω επεισόδια την επομένη κλπ.’
‘Δεν κάναμε τίποτα τελικά διότι μας φάνηκε σαν ντιρεκτίβα αυτή η εκστρατεία που δεν προήλθε από συζήτηση.’

την επομένη συνεχίζει:
αναφέροντας πως το κόκκινο αυτοκίνητο δεν ήταν δικό μου, αλλά του Νάκη.
‘Είμαστε στα τέλη του ’77, αρχές του ’78, η ομάδα μας βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης, κάποιοι απομακρύνονται κι εγώ συλλαμβάνομαι για εξύβριση τροχονόμου, μαζί με τον Πέτρο.Έμεινα στις Μουράτε για μία εβδομάδα,όπου ήταν και ο Ντίνος και δυο- τρείς ακόμη, ο ένας είχε συλληφθεί κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής και λέγονταν Νότης, οι άλλοι Παύλος και Ερμής. Αυτά τα άτομα, αν και με κατηγορούσαν ότι έπεσα στα χέρια της αστυνομίας για ένα κοινό επεισόδιο, μου συμπαραστάθηκαν να ξεπεράσω τις δυσκολίες της φυλακής, δίνοντάς μου για παράδειγμα τρόφιμα.

Γίνονταν συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα αλλά ο Ερμής μιλούσε περισσότερο για θέματα που αφορούσαν την μάχη, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στην ανάγκη να βγάλουμε συντρόφους από την φυλακή. Θυμάμαι ότι μιλούσε για την αναγκαιότητα απελευθέρωσης του κρατούμενου προλεταριάτου
΄όπως επίσης στην αναγκαιότητα να εναντιωθούν στις υπερφυλακές που ξεκινούσαν να κτίζονται έξω από την πόλη.’
‘Είχαν χρηματική άνεση, έδωσαν χρήματα σε ένα μικροκλέφτη όταν βγήκε από την φυλακή. Μου έδωσαν να καταλάβω πως υπήρχαν στενές επαφές μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος. Είχαν ένα ραδιοκασσετόφωνο στο κελί του Νότη και του Παύλου και δεν άλλαζαν ποτέ σταθμό, ούτε καν το ακουμπούσαν.
Κρατούσαν αρνητική στάση προς συγκεκριμένους.
Λίγες μέρες μετά βγήκα όπως και ο Πέτρος που φαινόταν πολύ αποπροσανατολισμένος.’

‘Τότε έγινε το επεισόδιο – προσπάθεια απελευθέρωσης κρατουμένων και πιαστήκαμε από τους καραμπινιέρους που νόμισαν πως είχαμε κάποια ανάμιξη. Μας άφησαν όμως γρήγορα, μάλιστα μου είχαν βρει στην τσέπη ένα γραμμάριο χασίς’.

‘Ξανάρχισαν οι επαφές με τους δύο και μου είπαν πως έπρεπε να ξεκινήσει μία καμπάνια ενάντια στις αστυνομικές δυνάμεις, κρατικές και ιδιωτικές. Εγώ προσπάθησα να ξαναστήσω την ομάδα μου στα πόδια της’.
Αναφέρεται λοιπόν,ύστερα από υπόδειξη του Νάκη, στους σταθμούς Τροχονόμων και Αστυνομίας στις Κούρε, για τους οποίους μιλήσαμε. Λέει για κάποιες επιχειρησιακές λεπτομέρειες, πως προτάθηκε ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων αστυνομίας ή καραμπινιέρων προς την Περέτολα, και πως ο Νάκης τον διαβεβαίωσε πως θα του έδινε έναν οπλισμένο άνδρα για προκάλυψη.Θα χρησιμοποιούσαν δυναμίτες που θα τους δίναμε εμείς, σε μάτσα των πέντε, και θα τους πετούσαν πάνω από τον τοίχο της περίφραξης, τοποθετούμενοι σε ένα υπερύψωμα, περνώντας από τα γειτονικά κτίρια.

‘Με εφοδίασε με σκόνη, φυτίλι και εκπυρσοκροτητές,μαζί με οδηγίες.’ Η παράδοση έγινε όταν συνάντησα στο μπάρ Σαν Γκάλλο τον Νάκη που μου είπε ότι θα έβρισκα το υλικό κοντά στο αμάξι μου. Πράγματι, το βρήκα και το έκρυψα κάτω από την γέφυρα του σιδηροδρόμου στις Κούρε.’
Χρησιμοποίησαν τα υλικά και έφτιαξαν τις βόμβες, ονοματίζει τους συνεργάτες του,Φαίδωνα, Σπανό, Λάκη και Ανδρέα.
και λέει ,’όσο κι αν του στοιχίζει ακριβά’, πως η διεκδίκηση έγινε από την γυναίκα του.
Συνεχίζει επαφές με τον Ντίνο ‘που όταν έμαθε πως ήμουν παντρεμένος με ρώτησε εάν έχω ανάγκη από χρήματα, διέθεσε κι ένα δωμάτιο του σπιτιού του σε δύο συντρόφους της ομάδας μας που ξέμειναν, τον Σπανό και τον Πέτρο, στην πλατεία Τζιορτζίνι.’

Πήγαν να κάνουν αυτοψία σε ένα αστυνομικό σταθμό στην Περέτολα, τέσσερις, μεταξύ των οποίων ο ένας θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Μπήκαν σε μονόδρομο και τους σταμάτησαν ζητώντας στοιχεία. Ο Φαίδων και ο Σπανός ήταν οι άλλοι δύο.’Πήραμε την οδό Νόβολι και μετά μπήκαμε στην οδό Μπαράκκα από τον μονόδρομο’.
‘Η ομάδα μας δεν τα πήγαινε καλά, μας ενοχλούσε ο τρόπος που γίνονταν όλα αυτά, έτσι η απόπειρα δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα.’

‘Τότε ο Σπανός άρχισε να έχει επαφές με τον Μίκη και ήταν συχνά μαζί του η Ροσσάνα. Εγώ σταμάτησα να τον βλέπω και τον αντικατέστησε ο Κώστας που μου συστήθηκε από τον Νάκη σαν μέλος των Ομάδων.
Αυτός λοιπόν μου έλεγε πως καλές και σπουδαίες οι ομάδες, τουλάχιστον εννοούμενες σαν έκφραση της παρανομίας των μαζών, αλλά περισσότερο είχε σημασία το οπλισμένο κόμμα, του οποίου οι ομάδες είναι μία στρατηγική στιγμή. Έλεγε πως οι ομάδες δεν είναι το πάν,μιάς και η καταπίεση-καταστολή αυξάνονταν. Έπρεπε λοιπόν να ενισχυθεί το οπλισμένο κόμμα.
Εγώ είχα παθητική συμπεριφορά που πιθανώς να την εξέλαβε σαν συγκατάθεση.’

‘Τούπα πως ήμουν πολύ γνωστός στην αστυνομία, εάν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο για το άτομό μου και μου πρότεινε να με φέρει σε επαφή με μία κοπέλα, όπως και έκανε, που μου μίλησε για την σπουδαιότητα τομέων αντιπληροφόρησης και επιμελητείας, και πως χρειάζονταν κάποιον σαν κι εμένα, και πως θα πληρωνόμουν.’
‘Το ραντεβού με τον Κώστα είχε γίνει στους κήπους που είναι απέναντι από το μπάρ ‘Αμίτσι Μιέι’. Με την κοπέλα η συνάντηση έγινε στους κήπους της ‘Πόρτα Σαν Νικολό’, σε δύο μέρες ξαναβρεθήκαμε, αυτή την φορά στους κήπους της ‘Ορτικολτούρα’, στην ‘Κόκκινη Γέφυρα’, ήταν εκεί και ο Ντίνος. Χρησιμοποιούσαμε ψευδώνυμα, την κοπέλα την έλεγαν Φιόνα. Θα έρχονταν και κάποιος Μάριο ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε μιάς κι εγώ δεν έδινα συγκατάθεση’.

‘Γίνανε και άλλες συναντήσεις, γνώρισα και έναν Ρένο, καταζητούμενο στο Τορίνο. Την φορά που συναντήθηκα με αυτόν σε ένα μπάρ πίσω από την Στάντα της οδού Τσερετάνι, με έφερε στο οπλοπωλείο του ‘Πόντε αλ Πίνο’, πήγαμε με λεωφορείο και μου ζήτησε να εξετάσω τον μηχανισμό με τον οποίο κλείνει η πόρτα, αφού μπω στο εσωτερικό’.
Περιγράφει τον τύπο,που έπρεπε να μένει στην οδό Μόρο.
‘Γνωστοποίησα πως δεν ήθελα να ανακατευτώ στην οργάνωση εκθέτοντας και την οικογενειακή μου κατάσταση και μου εγγυήθηκαν οικονομική βοήθεια. Κατάλαβα εν τω μεταξύ πως η κοπέλα για την οποία σας μίλησα ήταν η εγγύηση για τις διασυνδέσεις μεταξύ συντρόφων άλλων πόλεων’.

‘Κατάλαβα πως κάποιες φορές μάλιστα στην πόλη δρούσαν σύντροφοι από άλλες περιοχές’ και παρουσιάζει ένα περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία και του έδωσε αυτή την εντύπωση,σε δημόσιο χώρο, να μη σας κουράζω με λεπτομέρειες.
Τον ρωτούν για κάποιους άλλους και αναφέρει αυτά που γνωρίζει.
Του ζήτησαν να μεριμνήσει για την ανεύρεση σπιτιών, δωματίων στην περιοχή του Σέστο.’Μου μίλησαν και για λατομεία που έπρεπε να βρίσκονται στην Γκαρφανιάνα. Δεν έκανα ποτέ αυτά που μου ζητούσαν.’
‘Φτάσαμε σε αποφασιστική αντίθεση και είπα στην κοπέλα πως δεν συμμεριζόμουν καμιά απ’ τις μεθόδους τους’.
‘Είχα ξαναρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά,όπως και ο Πέτρος.’
‘ο καθένας μας ήταν στον κόσμο του, άλλος έφυγε για την Ινδία, ο Ανδρέας, άλλος είχε προσωπικά θέματα, ο Λάκης, άλλος αφιερωνόταν στους συναισθηματισμούς ,ο Φαίδων, και στην πραγματικότητα, ομάδα δεν υπάρχει πλέον, από την αρχή του καλοκαιριού του ’78.’

Μορούτσι 2

Τον Μάρτη τον ξαναφωνάζουν για διευκρινήσεις. Αντιγράφω :
‘σκεπτόμενος καλύτερα δεν είμαι σε θέση να πω, με απόλυτη σιγουριά εάν ο Μίκης ή ο Νάκης είναι αυτός που μου έδωσε το εκρηκτικό. Προς στιγμήν σκεφτόμουν τον Νάκη, μου φαίνεται πιο πιθανό να μου έδωσε το εκρηκτικό ο Μίκης. Βλέποντας τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο είχα την εντύπωση ότι ο Μίκης είχε ένα βαθμό μεγαλύτερο του Νάκη μέσα στην οργάνωση!!!’
‘Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ήταν μέλος της Διοίκησης. Για τον Νάκη αυτή την σιγουριά δεν την έχω, απλά μου ανέφερε ότι και ο Μίκης,κι έτσι συμπεραίνω πως ήταν και αυτός’.

Αναγνωρίζει καμιά εικοσαριά συντρόφους από φωτογραφίες,είναι οι ήδη γνωστοί μας και από τις περιγραφές των προηγούμενων, συν δυο-τρία καινούρια ονόματα
Κάποιους έβλεπε μαζί με άλλους, κάποιος ήταν το αγόρι της Άννας και ‘ήταν στην μέση αυτών των πραγμάτων’, κάποιος΄’ήταν πάντα μαζί με τον Κώστα και τον Ντίνο’, κάποια την γνωρίζει γιατί έμενε με την άλλη, κάποιον τον έβλεπε συχνά αλλά δεν είχε σχέση μαζί του, τον άλλο τον γνώριζε σαν άτομο που κάπνιζε χασίς,και ούτω καθ’ εξής.

‘Μπορώ να πω ότι είναι δυο χρόνια που δεν συχνάζω πια σ’ αυτά τα άτομα’

Τον Απρίλη τον ξαναφωνάζουν και τον ρωτούν για τον Ρούλη, για την δραστηριότητα που ανέπτυξε στην κατάληψη στην Μπόργκο λα Κρότσε.
Τους απαντά πως ο Ρούλης συμμετείχε πιό δραστήρια στην κατάληψη της οδού Καλτσαιουόλι και ερχόταν κατά διαστήματα στην Μπόργκο λα Κρότσε.
‘Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω,αλλά ούτε να αποκλείσω ότι τις προκηρύξεις της Πρώτης Γραμμής που βρέθηκαν στο καταλυμένο κτίριο τις έφερε ο Ρούλης. Δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ ποιος τις έφερε.Με αυτόν έλαβα μέρος σε μία διανομή προκηρύξεων μπροστά στο Σούπερ-Μάρκετ του ‘Ολτράρνο’, κατά την διάρκεια της οποίας επενέβη η αστυνομία και πήρε τα στοιχεία της Λέλας, της κοπέλας του Κώστα, και άλλων. Θυμάμαι ότι το θέμα των προκηρύξεων ήταν εκείνο για την ακρίβεια της ζωής και δεν ήταν μονογραμμένο από τις ‘Περιπολίες’, ήταν υπογραμμένο με την λέξη ‘Αυτονομία’.
‘Πρίν την διάλυσή της, που έγινε στα μέσα του ’75, ο Συνεχής Αγώνας πρότεινε την ιδέα της αυτομείωσης των αποδείξεων του ΟΤΕ και της ΔΕΗ. Εγώ όμως δεν έλαβα μέρος σ’ αυτή τη φάση του αγώνα γιατί είχα αρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά.’

‘Στην επιτροπή για την αυτομείωση, του ‘Σέστο Φιορεντίνο’, πήγαινα καμιά φορά μετά από πρόσκληση του Τσέκου που προσπαθούσε να με ξαναφέρει στην πολιτική’. Δεν βρήκα εκεί κανέναν ‘από τους μεγάλους’, δηλαδή τον Ντίνο ή τον Κώστα, που μετά με πλησίασαν για επαφές, όπως είπα στις προηγούμενες ανακρίσεις’.
‘Ξαναδιαβάζοντας όσα δήλωσα την 13η Ιανουαρίου 1980 επ’ ευκαιρία της εκστρατείας ενάντια στις δυνάμεις της αστυνομίας, θέλω να κάνω περισσότερο ακριβές ότι ο Νάκης ήταν το άτομο που μου μιλούσε,μετά από μία συνέλευση,νομίζω, της Διοίκησης, αφού συναντηθήκαμε στο συνηθισμένο μπάρ, στην πλατεία Ελευθερίας. Ενώ, όσον αφορά την πλευρά της δράσης, παράδοση της σκόνης με το χαρτί με τις οδηγίες, υπόσχεση προκάλυψης με οπλισμένο άνδρα, ενδιαφέρθηκε ο Μίκης και όχι ο Νάκης, που λανθασμένα προηγουμένως επιβεβαιώθηκε από μένα.

Ομολογεί ξανά πως έκανε λάθος και τα λέει ανάποδα. Και αυτό γιατί θυμάται πως πήγα μαζί τους να κάνουμε αναγνώριση.
Βέβαια, στο τέλος δεν έγινε τίποτα μιας και δεν μπορούσαν ν’ αποφασίσουν τι θέλουν να κάνουν, ή αν θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι, μια και διαφωνούν συνεχώς με τα πάντα και για όλα.
Και όλοι αυτοί που τους εμπλέκει στην υπόθεση είναι τόσο μαλάκες ώστε να τον πιλατεύουν επί μήνες να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία, αυτός ή η ομάδα του!

‘Σε μένα ο Φαίδωνας δεν είπε ποτέ ότι έχει κάνει απόπειρα εμπρησμού της Χ.Δ. του Γκαλλούτσο και στο αυτοκίνητο του καθηγητή τάδε’. Άσχετο.

‘Αναφέρω ότι μετά από τις δηλώσεις που έκανα, έλαβα απειλές’.
Έλαβε απειλητικά γράμματα στο σπίτι του που τα διάβασε η γυναίκα του. Του ζητούν να ανακαλέσει όπως έχουν κάνει και οι υπόλοιποι. Του ανέφεραν ότι ο Ντένης θα ανακαλούσε και ότι ο μοναδικός που δεν ανακάλεσε ήταν αυτός.
Επαναλαμβάνει πως η συμπεριφορά των συντρόφων που είχε γνωρίσει στη φυλακή από τον Ντίνο έμοιαζε με ατόμων που ετοιμάζονταν να δραπετεύσουν, διευκρινίζοντας πως αυτό το σκέφτηκε μετά, όταν συσχέτισε την συμπεριφορά τους με αυτά που έγιναν αργότερα.

‘Μετά την απόπειρα στην Τροχαία της Βιλλαμάνια, η ομάδα, της οποίας ήμουν αρχηγός, διέλυσε.. Ήμουν σ’ αυτό το σημείο, που στην προσπάθεια να ξαναφτιαχτεί, επενέβη ο Κώστας και άρχισε επαφές κατ’ ευθείαν μ’ εμένα, ενώ ο Μίκης συνέχιζε τις σχέσεις του με τον Σπανό.’
‘Ο Κώστας έλεγε ότι κάθε ομάδα θα έπρεπε να είναι εξ ολοκλήρου αυτοδύναμη από την πλευρά της τεχνικοεπιμελητείας, της αντιπληροφόρησης και της δράσης’.

Του παρουσίασαν ένα νέο, που τον αναγνωρίζει σε φωτογραφία, ειδικό στον ηλεκτρονικό τομέα, που θα έπρεπε να τους μάθει να συντονίζουν τα ράδια στα μήκη κύματος της αστυνομίας. Αυτό έγινε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, παρόντος και του Φαίδωνα.
Επιστρέφει στην συνάντηση στο σπίτι της οδού Μπάρντι, μας μίλησε και ο Σπανός γι αυτή, την καλοκαιρινή περίοδο του ’78, όπου βρισκόμουν εγώ, ο Νάκης,ο Σάσσα, ο Κώστας και άλλοι.Περιγράφει το σπίτι.Εκεί του παρουσίασαν τον ‘μεγάλο ειδικό στα όπλα, και τον αναγνωρίζει. Είναι ο Σαμάνος.

Θυμάται πως μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για την 9άρα Μπερέττα, ‘έλυσε το όπλο μπροστά μας για να μας το δείξει.’ Μίλησε για πιστόλια, κοντόκανα τουφέκια, τα χαρακτηριστικά τους και πού και πώς χρησιμοποιούνταν. Ανέφερε και το δίκαννο με σπαστή κάνη, και τουφέκια, λέγοντας πως το καλύτερο ήταν εκείνο που έχει η αστυνομία, το Μ12.’
‘Μίλησε επίσης και για την ψυχολογική επίδραση που προξενεί το πέταγμα μιάς χειροβομβίδας’. ‘Θυμάμαι ότι με την ευκαιρία, μίλησε για ένα επεισόδιο που έγινε σ’ εκείνη την εποχή, εις βάρος κάποιου Στρατοπέδου, εγκρίνοντάς το, αφού με παρόμοιες ενέργειες επιτυγχάνουμε έναν διπλό σκοπό σαν εκείνο του να αφοπλιστεί ο εχθρός και ν’ αποκτήσουμε σύγχρονα όπλα’.

Μιας και έχουν μιλήσει για την αναγκαιότητα της τεχνικο-επιμελητείας να εφοδιαστούν με ράδια θυμάται πως ο Σπανός έκλεψε δύο από κατάστημα ναυτικών ειδών.
Λέει πως δεν θυμάται το ψευδώνυμο του Σπανού, αναφέρει για τον εαυτό του ψευδώνυμο διαφορετικό από αυτό που έδωσε προηγούμενη φορά.
Θυμάται ότι την εποχή των Ομάδων, τέλη του ’77, του δόθηκε ραντεβού μπροστά σ’ ένα σπίτι της οδού Βίνια Νουόβα, όπου τον περίμενα εγώ, και μας άνοιξε ο Κώστας. Ήταν και ο Νάκης εκεί και άλλα άτομα από την Εμίλια. Υπήρχε ανάγκη να μεταφερθούν μηχανήματα που παραποιούν έγγραφα και είχαν οι Εμιλιάνοι, σε μία τοποθεσία.
‘Συζητήθηκε η αναγκαιότητα να βγεί μια εφημερίδα που να δείχνει τις δύο περιοχές με ενωτικό τρόπο, πράγμα που έγινε ένα μήνα μετά. Ο τίτλος της ήταν ‘Αντιεξουσία’, σε μαύρο χρώμα. ‘Είδα μερικές εφημερίδες στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο.’Η διανομή γίνονταν στα μέρη που σύχναζε η κίνηση. Τα μέρη που αφορούσαν την Φλωρεντία τα επιμελήθηκε ο Κώστας. Είδα ένα νούμερο του οποίου η κεντρική σελίδα είχε ένα κατάλογο με τις απόπειρες που επαληθεύτηκαν στην Τοσκάνα.’

‘Νομίζω ότι Γάκης αμοιβόταν απ’ την οργάνωση, αυτό το συμπεραίνω από το γεγονός ότι δεν εργαζόταν, είχε πρόβλημα στο να εξηγήσει στο σπίτι του πώς ζούσε χωρίς να εργάζεται.
Σε κάποια στιγμή είχε και αυτοκίνητο. Ξέρω, γιατί μου το είπε ο Σπανός, ότι έλαβε μέρος σε μία εισβολή σε εταιρεία ακινήτων, το ’78, εισβολή που δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι τέλους γιατί μιά κοπέλλα που βρίσκονταν μέσα άρχισε να ουρλιάζει, και τότε όλοι, δηλαδή και ο Σπανός που είχε μπει πρώτος ,και όσοι ήταν μαζί του, έφυγαν’.

‘Ξέρω ότι ο Φαίδων, έλαβε μέρος σε μία εισβολή στη Φλωρεντία σε βάρος μιας κτηματικής μαζί με τον Κώστα. Γράψανε στους τοίχους. Απ’ όσα μου είπε, βρισκόταν όλη την ώρα δίπλα του και ότι αυτή η εμπειρία τον είχε ταράξει πολύ. Είχε μείνει άναυδος.’
‘Τον χρησιμοποίησαν γιατί ήθελαν να τον δέσουν με την οργάνωση, όπως προσπαθούσαν να κάνουν και μ’ εμένα.’ ‘Πρέπει να πήρε μέρος και ο Σάσσα.’

‘Με καλείτε να δείξω τις διάφορες ομάδες. Σε μία ήταν αρχηγός ο Κώστας, σε μία ο Νάκης, σε μία ο Μίκης και σε μία ο Λουκάς. Ο Κώστας,ο Νάκης, ο Σάσσα και ο Λουκάς αποτελούσαν μία Ομάδα Φωτιάς της οργάνωσης. Ο Ντίνος ήταν επικεφαλής σε περισσότερες από μία περιοχές. Η Φιόνα είχε την αποστολή να φροντίζει τα άτομα που έρχονταν έξω από την Φλωρεντία. Επί πλέον, αναζητούσε τις καινούργιες βάσεις.’
Αυθορμήτως λέει: ‘και ο Έκτορας ήταν αρχηγός ομάδας.’ ‘Αυτό το ξέρω, όμως δεν μου έρχονται οι λεπτομέρειες στο μυαλό. Θυμάμαι μόνο ότι τον έβλεπα συχνά με τους άλλους, μπορώ να προσθέσω ότι του μίλησα όπως μιλάνε σε αρχηγό, δηλαδή μιλώντας του για πράγματα που σε άλλον δεν θα είχα πει’.

‘Με ερωτάτε να εξηγήσω από πού πήρα τα στοιχεία βάση των οποίων βεβαιώνω ότι τα ονόματα που ανέφερα ήταν μέρος της διοίκησης των ομάδων, ή ότι ήταν αρχηγοί των ομάδων, με ιδιαίτερη αναφορά στον Έκτορα, στον Λουκά και στον Μίκη’.
‘Έχω ήδη μιλήσει για τις συγκεντρώσεις που γινόντουσαν στην Οδό Πίππο Σπάνο, στις οποίες δεν συμμετείχα ποτέ. Διαψεύδω τις δηλώσεις που έγιναν σε αυτό το σημείο από τον Σπανό που λέει ότι έγιναν δύο συναντήσεις στις οποίες έλαβα μέρος με αυτόν συναντώντας τον Ντίνο και την Φιόνα με παρόντα τον Βαγγέλη. Εγώ δεν έλαβα ποτέ μέρος. Όχι μόνο στις αρχές του ’79 ήμουν έξω από τον γύρο, αλλά σε αυτό το διαμέρισμα πήγα με τον Σπανό μία φορά να πάρουμε τον Κώστα. ‘

‘Γυρίζοντας στις συγκεντρώσεις, θυμάμαι ότι κάποτε είδα τον Νάκη και τον Μίκη αλλά και άλλα άτομα μπροστά στο κτίριο της οδού Πίππο Σπάνο, όπου εγώ περίμενα μέσα στο αυτοκίνητο. Μία φορά μπόρεσα να δω καλά αυτά τα άτομα που έβγαιναν από την συγκέντρωση, όλους αυτούς για τους οποίους με ρωτάτε, και δεν ξέρω αν και άλλους. Μια άλλη φορά είδα κάποιους που είχαν φύγει από την συγκέντρωση και σταμάτησαν στο μπάρ’!

Δεν χρειάζεται να σχολιάσω, έτσι δεν είναι; Τα έχει κάνει πλέον θάλασσα!
‘Οι αρχηγοί βγαίνουνε πάντοτε μαζί! ‘

‘με ρωτάτε για την Άννα, εγώ δεν έμαθα ποτέ ότι είχε σχέση με τις ομάδες ή την οργάνωση. Πήγα με αυτή και άλλους μια φορά στο σπίτι του Φαίδωνα για να καπνίσουμε.’ Έβγαλα το συμπέρασμα πως δεν είχε σχέση, δεν μίλησαν για θέματα αφορώντα τις ομάδες και την οργάνωση’.

Λίγο νωρίτερα τον έχουν ρωτήσει ξανά επί πλέον λεπτομέρειες αναφορικά με την συγκέντρωση στην οδό ντει Μπάρντι στην διάρκεια της οποίας δόθηκαν οδηγίες διαφόρου είδους από την Σαμάνο.
‘Πράγματι είναι αλήθεια ότι πήραν μέρος και ο Σπανός με τον Φαίδωνα. Δεν το είχα πει την άλλη φορά για να μην τους μπλέξω’.
‘Όμως δεν είναι αλήθεια ότι σ’ εκείνη την συγκέντρωση ήλθε μετά από μένα ο Σπανός γιατί ήταν παρέα μου πριν απ’ την συγκέντρωση. Αυτός ήλθε μόνος του, ενώ είναι αλήθεια ότι ο Φαίδων ήλθε μαζί μου, μια που και οι δύο,εξαιτίας της σημαντικής θέσης στην ομάδα που καθοδηγούνταν από εμένα, είχαμε κληθεί.’

Τους μίλησε ο Σαμάνος για τα όπλα και τις επιχειρήσεις που γίνονται με αυτά. Μίλησε για εισβολές και χτυπήματα στα πόδια εξηγώντας τις διαφορές των όπλων που χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση, όπως επίσης και τη σημασία του όπλου με ταμπούρο,που δεν σκορπίζει κάλυκες, σε αντίθεση με το αυτόματο. Θα έπρεπε να γίνουν και άλλες συναντήσεις αυτού του τύπου και συζήτηση και κατανόηση άλλων μορφών στρατιωτικού τύπου, τις οποίες θ’ ακολουθούσαν πρακτικές ασκήσεις.
Δεν κλήθηκε άλλο γιατί η ομάδα τους είχε αρχίσει να διαλύεται.
Ο Γιώργος ο Σπανός είχε υιοθετήσει έναν αυτόνομο ρόλο, βλέπει από μόνος του εμένα.

Μιλά για κλοπές αυτοκινήτων και πως δεν ήθελε να βοηθήσει, να πάρει μέρος γιατί είναι ‘εκτεθειμένος’, όταν του ζήτησε ο Σπανός να συνεργαστεί μαζί του. ‘Μάλιστα του παρατήρησα πως εκτεθειμένος είναι και ο ίδιος.’ Αργότερα έμαθε για ένα περιστατικό από αυτόν, μία τρέλα όπως την αποκάλεσε όταν του είπε πως θα είχε ένοπλη κάλυψη. Τον κάλεσαν σε συνάντηση,στο πάρκο της πλατείας, στην οποία συμμετείχαν η Φιόνα και ο Ντίνος, ο οποίος οργισμένος δήλωσε »πως μία εντολή σε μία οργάνωση ‘στρατιωτικού τύπου’ δεν αμφισβητείται, δεν συζητιέται. Εγώ έκανα την συνήθη κριτική μου και αυτός με άφησε να καταλάβω πως οι επιπλοκές που προέκυψαν από την αντίθεσή μου είχαν τινάξει στον αέρα κάτι. Το γεγονός συνέβη το ’78,σίγουρα πριν το καλοκαίρι, διότι τότε εγώ είχα ξαναρχίσει την χρήση ηρωίνης, από τον Ιούνη και μετά».

‘Είχαν όλοι πλέον καταλάβει τί παίζει και δεν μου ζητούσαν πλέον τίποτα, μάλιστα με συνάντησε μιά μέρα στην πλατεία του Άγιου Πιερίνου ο Κώστας με το κορίτσι του και μου έκανε επίπληξη, επειδή κατάλαβε πως βρισκόμουν στην περιοχή επειδή έψαχνα ναρκωτικά’. ‘Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή σύχναζε, μάλλον κατοικούσε από όσο ξέρω, στην οδό Φιεζολάνα, πηγαίνοντας προς την οδό ντέλι Αλφάνι, στο σπίτι ενός φοιτητή, του οποίου κι εγώ είχα κάνει γνωριμία, και τον έβλεπα συχνά παρέα με τον Κώστα.’
‘Αναγνωρίζω στο άλμπουμ τον Λουκά’.
Του δείχνουν και τον Σαμάνο και τον αναγνωρίζει.

‘Ο Μίκης με τον Νάκη διαμαρτύρονταν για την αδράνειά μας [μιλά για το προηγούμενο διάστημα] και αποφασίσαμε να πάρουμε ενεργητικό μέρος στην καμπάνια-εκστρατεία ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία.’ ‘Είχαν γίνει διάφορες απόπειρες, εξάλλου, δίχως την συμμετοχή μας’.
‘Αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι κι εμείς, δύο επιχειρήσεις, δύο ομάδες. Αντόνιο, Λάκης, Φαίδων, Ανδρέας, Σπανός και Μπάμπης, ευρισκόμενοι συγκεντρωμένοι μπροστά στο Τεχνικό Ινστιτούτο Γκαλιλέϊ.’

‘Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, πήγαμε να βάλουμε φωτιά στο παράθυρο του τμήματος της οδού Φαεντίνα, εγώ με τον Σπανό και τον Λάκη. Οι άλλοι ασχολήθηκαν με το τμήμα του Γκαλούτσο.Την διεκδίκηση πρέπει να έκαναν ο Φαίδων με τον Λάκης με τηλεφώνημα από την καμπίνα της πλατείας ντελλα Ρεπούμπλικα.’

Τον ρωτούν για άλλες απόπειρες εναντίων εδρών της Χρ. Δημοκρατίας της οδού Βέργκα, του Βιάλε Μανφρέντο Φάντι και του Βιάλε Γκουϊντόνι, απόπειρες που έγιναν όλες με εμπρηστικές φιάλες και λέει πως δεν γνωρίζει. Το σύστημα με το οποίο έγιναν του θυμίζει όμως και του φέρνει στο νού εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για το ‘Μπάρ Τορίνο’, στο λάργκο που πάει από την πλατεία Ντονατέλλο στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά, μπάρ που είχε υποστεί επίθεση σε εποχή πρόσφατη. Αυτό το σύστημα χρησιμοποίησε μία ‘ομαδούλα’ επονομαζόμενη ‘ομάδα επέμβασης νέων’ που είχε σχηματιστεί για να επεμβαίνει στο νεανικό προλεταριάτο, στην οποία έπρεπε να παίρνουν μέρος τρία,τέσσερα παιδιά με επικεφαλής τον Γάκη που μένει στο Βιάλε ντει Μίλλε, μπροστά από την εκκλησία ντει Σέττε Σάντι, ο Μίρκος, ο Ντένης και ο Βαγγέλης.’
‘Αυτή η ομάδα, όμως, από όσο μου προκύπτει, διαλύθηκε πρίν από την δική μας’.

Του δείχνουν τη φωτογραφία του Γάκη και τον αναγνωρίζει, σαν ένα από τους νέους που σύχναζαν στην πλατεία Σαν Μάρκο και τον συνάντησε μια μέρα σε μία συνάντηση στον κήπο Ορτικολτούρα, στους κήπους του Πόντε Ρόσσο με την Φιόνα, ‘μία από τις συναντήσεις όπου η κοπέλα συζητούσε μ’ εμένα και τον Σπανό τα θέματα του επονομαζόμενου ‘Επιτελειακού-Τεχνικού’ τομέα. Από τα πράγματα που είπε μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε μπεί στην οργάνωση, είχε σχέση πολύ άνετη με την Φιόνα και τον Ντίνο, και δεν φαίνονταν όπως εκείνος που ορισμένα πράγματα τα μάθαινε ή τα άκουγε για πρώτη φορά.’

‘Μιά φορά μας ανατέθηκε το καθήκον να πάμε να κοιτάξουμε για ενδεχόμενη ληστεία στο παράρτημα του Μόντε ντει Πάσκι του Βιάλε ντει Μίλλε. Το κόλπο έπρεπε να μελετηθεί για την στιγμή της επιστροφής των υπαλλήλων, μετά την παύση για το γεύμα. Κάναμε μισής ώρας βάρδιες ο καθένας. Στο τέλος τον συνόδεψα στο σπίτι του κι έτσι έμαθα που μένει. Μου συστήθηκε με άλλο όνομα, αργότερα έμαθα το βαπτιστικό του.’
‘Πρίν ξεκινήσουν οι συναντήσεις του Ε.Τ. Τομέα αποκαλούσαμε ο ένας τον άλλο με τα πραγματικά μας ονόματα, αργότερα υιοθετήσαμε ψευδώνυμα. Μπερδευόμουν καμιά φορά κι εκεί που έπρεπε ν’ αποκαλώ κάποιον με το ψευδώνυμό του τον καλούσα με το κανονικό του ή το αντίθετο. Δημιουργείτο εκνευρισμός’.

Τον ξαναφωνάζουν τον Σεπτέμβρη και τον ρωτούν γιατί δεν παρουσιάστηκε στην αντιπαράσταση με τον Σπανό, όπως είχε συμφωνηθεί.
‘Η κατάσταση είναι πως στην Φλωρεντία κυκλοφορεί η φήμη πως ο μόνος που έχει μιλήσει είμαι εγώ. Μάλιστα έγινε και μία εκπομπή στον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Τσέντο Φιόρι που βεβαιώνει ότι οι ανακριτές κατηγόρησαν 90 άτομα,χωρίς καμία απόδειξη, αλλά μοναχά στη βάση βεβαιώσεων ενός ή δύο τοξικομανών, που τους έχει στο χέρι η αστυνομία, και από αυτή την εκπομπή εγώ υποδείχθηκα στον κύκλο των γνωριμιών μου.’

‘Μας ζητήσατε τρείς φορές, εμένα και τον Σπανό να έρθουμε σε αντιπαράσταση. Και τις τρείς, το προηγούμενο βράδυ, ήρθε στο σπίτι μου και μου ζήτησε να δώσω μία εκδοχή συμφωνημένη για τα γεγονότα που ήταν γι αυτόν δυσμενή.
Είπε πως γνώριζε που υπάρχουν αντιθέσεις. Εγώ ούτε βεβαίωσα ούτε αρνήθηκα ότι έκανα στον ανακριτή τις εν λόγω βεβαιώσεις.
Δεν ήθελα να γεννηθούν μεγάλες διαφορές ανάμεσά μας, αυτό και αναφορικά με την σχέση φιλίας μεταξύ των οικογενειών μας’.

‘Σε σχέση με την πρώτη αντίθεση επικαλούμαι όσα έχω δηλώσει, ότι δηλαδή,μετά την διάλυση της ομάδας μας που έγινε λόγω της σύλληψης του Πέτρου για το γνωστό περιστατικό της κλεπταποδοχής των διαβατηρίων, που έγινε πάνω κάτω το καλοκαίρι του ’78, όσον αφορά τις συναντήσεις με εκείνους της Πρώτης Γραμμής στην οδό Πίππο Σπάνο πήραμε με τον Σπανό μέρος σαν οργανικοί της Πρώτης Γραμμής και όχι πιά σαν τα μέλη των ομάδων, με αυτή την ιδιότητα συμμετείχε σε αυτές τις συναντήσεις και ο Φαίδων’.

‘Αναφορικά με την διήγηση του Σπανού σχετική με μία εισβολή στην Πίζα σε Κτηματικό Γραφείο στην διάρκεια της οποίας μία γυναίκα ξεφώνισε, επιμένω ότι ήταν αυτός ο ίδιος που έκανε αυτή την εξιστόρηση.Η εισβολή έγινε 17-2-79. Καταλαβαίνω γιατί αρνείται. Σημαίνει ότι εκείνη την εποχή ήταν ακόμη στην οργάνωση ενώ εγώ είχα βγει προγενέστερα.’
‘Μέχρι που υπήρχε η ομάδα μας, στις συνεδριάσεις της διοίκησης πηγαίναμε εγώ και ο Φαίδων. Σε μία μόνο πήρε μέρος κρυφά ο Σπανός, ενώ μετά που διαλύθηκε η ομάδα, αρχές καλοκαιριού του ’78, ο Σπανός όπως εγώ συμμετείχε σε συνεδρίαση της Πρώτης Γραμμής σαν οργανικός στον τεχνικοεπιμελητειακό τομέα’.

‘Με ρωτάτε για την κλοπή του χρυσαφιού Γκόλφ που έκλεψε ο Σπανός, σε σχέση με τον ‘τσακωμό’ που έγινε με τον Ντίνο για την άρνηση της ένοπλης κάλυψης, αυτοκίνητο που έπρεπε να κλαπεί το πρωί και εκλάπη μετά τις έξι το απόγευμα,καταστρέφοντας έτσι την επιχείρηση για την οποία προορίζονταν. Μπορεί ο Σπανός να έκανε την κλοπή με τον Βαγγέλη.’
‘Είναι αλήθεια ότι οικειοποιήθηκα ένα ποσόν χρημάτων, κέρδος πλασαρίσματος ελαφρών ναρκωτικών, είναι αλήθεια ότι αυτό προκάλεσε μία ψυχρότητα μεταξύ μας, ενώ ήδη από καιρό είχα κλείσει τις σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο’.
‘Δεν ξέρω τίποτα σχετικά με το μάζεμα χρημάτων που ο Σπανός μαζί με άλλους είχε κάνει πιθανόν για να διευκολύνει την φυγοδικία του Γάκη. Δεν είχα σχέσεις φιλίας με αυτόν’.

  • Έτσι, δικάστηκα την πρώτη φορά, το ’81 για ληστεία, εμπρησμό εκ προθέσεως, έκρηξη, διακεκριμένη φθορά, συμμορία και παράβαση περί των εκρηκτικών υλών, όπως και παράβαση των νόμων περί όπλων για την καταστολή της τρομοκρατίας
    την δεύτερη το 1985 για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία, για ληστεία κατά συρροή εν συναυτουργία, για έκρηξη κατά συρροή εν συναυτουργία, αγορά εισαγωγή προμήθεια κατοχή μεταφορά όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών εν συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

  • Βίοι παράλληλοι :
    ‘Η ιστορία των ΝΑΡ, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, έχει κι ένα κεφάλαιο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
    [γράφει ο Κώστας Καλφόπουλος στο διαδίκτυο για την ιστορία των ΝΑΡ]
    και για τις δικές μας εξελίξεις στην υπόθεση της ελληνικής τρομοκρατίας.’
    [εγώ εδώ θα πω πως υπάρχει αντάρτικο,στην Ελλάδα και τον κόσμο, τρομοκράτες είναι οι φασίστες και οι φονταμενταλιστές που επιτίθενται τυφλά, στο πλήθος].

‘Στις 11 Μαρτίου του ’75, μετά από έκρηξη βόμβας στην οδό Κονσάλβο της Νάπολης, σκοτώνεται ο Βιταλίνο Πρίντσιπε και τραυματίζεται βαριά ο Αλφρέντο Παπάλε. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, μόλις βγήκε από το χειρουργείο, ο ανακριτής τον υπέβαλε σε δεκατετράωρη ανάκριση. Αρκεί το σχόλιο της δικηγόρου, κυρίας Λομπάρντι, που υπερασπίζεται τον Παπάλε :
‘Δεν βασανίζουν έτσι κάποιον που έχει χάσει το ένα του μάτι και του οποίου το σώμα είναι γεμάτο θραύσματα. Όμως δεν περιορίστηκαν σε αυτό. Οι ανακριτικές αρχές προσπάθησαν να εκφοβίσουν τον κατηγορούμενο επισείοντάς του την ποινή των ισοβίων.’

Εικοσιεπτά χρόνια μετά ακριβώς το ίδιο σκηνικό, με τις ίδιες πρακτικές θα επαναληφθεί στην Ελλάδα, με τον Σάββα Ξηρό, το πρώτο ταυτοποιημένο μέλος ένοπλης οργάνωσης που συλλαμβάνεται μετά την έκρηξη στον Πειραιά.’

Τσε, Βασίλης

  • Δευτέρα του Πάσχα σήμερα που ολοκληρώνω το ταξίδι μας στη Χώρα του Ποτέ τριάντα πέντε χρόνια μετά
    κατά την Μεγάλη Εβδομάδα του ’13, παρέα με την λοίμωξη μου.
    Ασυναίσθητα λοιπόν και αυτονόητα μου έρχεται ν’ αναφερθώ στο μεγάλο θέμα που απασχολεί όλους,
    το αναπόφευκτο του θανάτου, η αναζήτηση του μετά, η πίστη και η θρησκεία.
    Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει Θεός
    σίγουρα θα μου άρεσε να μη τελειώνουν όλα εδώ και τώρα, να υπάρχει συνέχεια.
    Αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που ακούγεται, από αυτό που λέμε.

Σημαίνει πως για το μετά δεν γνωρίζουμε τίποτα.
‘Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό’ λέει ο σοφός λαός.
‘Άνθρωπε αγάπα’ τραγουδά ο ποιητής
μη περιμένεις ανταπόδοση!
δεν χρειάζεται να προσμένεις ανταμοιβή.
Αγαπάς γιατί σ’ αρέσει, γεμίζεις όταν προσφέρεις, μεθάς όταν μοιράζεσαι,
νιώθεις ολοκληρωμένος με το άλλο σου μισό στην αγκαλιά.
Ο άνθρωπος χρειάζεται να νιώθει ασφαλής, αυτή την ασφάλεια ψάχνει,μέσα του, και την αποκαλεί Θεό.

Εγώ νιώθω ασφαλής όταν συνεργάζομαι με άλλους. Νιώθω ασφαλής όταν η συνείδησή μου είναι ήσυχη, όταν νιώθω καθαρός, τίμιος, δίκαιος, πως να το πω καλύτερα; δεν ξέρω
Τις Βίβλους δεν τις θέλω πια. Αυτές οι βεβαιότητες έχουν προκαλέσει μύρια δεινά στην ανθρωπότητα, που άλλο δεν παίρνει!
και σίγουρα ευτυχία και ασφάλεια δεν έφεραν στους λαούς.
Άσε που τις θρησκείες χρησιμοποίησαν οι δυνατοί για να εξασφαλίσουν την κατοχή τους, διαχρονικά.
Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται διαχωρισμούς. Ενότητα και συνεργασία χρειάζονται. Ισότητα και αυτονομία.
Ούτε κατοχή χρειάζονται.

Η Γη, ο πλούτος, τα αγαθά είναι για όλους. Για να μοιράζονται σε όλους, σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Δεν θα κοροϊδέψω ποτέ κανέναν για την πίστη, το χρώμα ή την ιδεολογία του.
Αυτός είναι. Ας πρόσεχε.
Δείχνεις με το παράδειγμά σου.
Αλληλεγγύη χρειαζόμαστε, να οργανωθούμε σε παρέες, στις γειτονιές, παντού.
Και να διευθύνουμε εμείς τις ζωές μας από κοινού, αυτόνομα.
Φτάνει πια με τους σωτήρες!

Είμαστε εμείς άγιοι και δαίμονες μαζί. Ισορροπία χρειαζόμαστε.
Ας είναι όπως θέλει νάναι
σήμερα είναι ώρα για δράση
σήμερα είναι η ώρα για καλύτερη ζωή
αυτήν έχουμε, αυτή γνωρίζουμε
δίκαιη, όμορφη. Γιατί ωραία η γη μας
γεμάτη ομορφιές που περιμένουν να τις ψαχουλεύσουμε, να τις εξερευνήσουμε. Όλοι
ΑΦΉΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ!

Let love in, Nic Cave.

ευχαριστώ τα κορίτσια που με ανέχτηκαν, τους φίλους που με υπέμειναν
η Βίκυ στάθηκε ήρωας, με γνώρισε στην δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου και δεν λάκισε. Βράχος. Την ευγνωμονώ
έχω τρία υπέροχα παιδιά, πέρασαν κι αυτά μέσα από Συμπληγάδες.
Τους ευχαριστώ όλους που υπάρχουν, που μου στέκονται
την αδελφή μου, τον άντρα της,τ’ ανίψια μου, τα ξαδέλφια και τις οικογένειές τους, τα υπέροχα πεθερικά μου.
Είναι όλοι τους θαυμάσιοι
στα μεγάλα μαρτύρια δεν με άφησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, νιώθω πολύ τυχερός.
Τους ευχαριστώ θερμά για μια ακόμη φορά!

Δικαίωμα στο όνειρο ΛΆΚΗΣ ΠΑΠΑΔΌΠΟΥΛΟΣ 1985

Μιά σιωπή καταλυτική
Η πόρτα κλειδωμένη
Το στίγμα σου ξεμακραίνει,
κι η νύχτα απορρυπαντική
Βλέμμα γυάλινο, χλωμό
Σ’ ένα παιχνίδι χαμένο
ψάχνεις για κερδισμένο
κι εγώ πάλι στο βυθό
Όμως με τίποτα δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο
Δικαίωμα στο όνειρο,
δικαίωμα στο τίποτα
Φυγάς σε δίκη που εκκρεμεί,
που τίποτα δεν περιμένει
παρά απόφαση καταδικαστική
Μέσα σε γυάλινο κελί
η τύχη σου δοσμένη
Το μέλλον ξεμακραίνει
Η όψη σου αποθαρρυντική
Όμως με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα
δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο.

  • Αυτή είναι η ιστορία των παιδιών που ονειρεύτηκαν την χώρα του Ποτέ και είπαν να ψάξουν να την βρούνε. Δοκίμασαν. Το τόλμησαν.
    Δεν φοβήθηκαν το ταξίδι, δεν δείλιασαν στο άγνωστο, δεν τρόμαξαν να ρισκάρουν, αψήφησαν τους κινδύνους, εμπιστεύτηκαν το όνειρο, τράβηξαν αντίθετα στο ποτάμι, από κάποια στιγμή τουλάχιστον και μετά.
    Δεν δικαιώθηκαν, την ιστορία την γράφουν οι νικητές.
    Το στίγμα όμως που αφήνουν οι νικημένοι δεν εξαφανίζεται. Είναι εκεί δυνατό και όμορφο, μια παρακαταθήκη που βγαίνει από ψυχές άδολες, σαν το αγαπημένο, γαλλικό σύνθημα που φωνάζαμε στις πορείες μας τα χρόνια της φωτιάς : ‘δεν είναι παρά μόνο η αρχή, θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε’ !

Sunday morning, Velvet Underground.

Richie Havens, Freedom, (Woodstock)

DSC02215

Η Μπαλάντα Του Μαουτχάουζεν

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/03/07/%CE%B7-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%87%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B5%CE%BD/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΗΗ. στη χώρα του ποτέ…ή 9

Να συνεχίσουμε με τις καταθέσεις των »μεταμεληθέντων» από την δικογραφία εναντίον μου:

 

Δεύτερος λοιπόν στη σειρά που κλατάρει είναι ο γνωστός μας πλέον Γιώργος ο ‘Σπανός’, 23 ετών, Φιορεντίνος.
Καλά ακούσατε. Τον έχουνε φωνάξει στις 9 Ιανουαρίου του ’80 και άρχισε να κελαηδάει χωρίς δεύτερη σκέψη ξεκαθαρίζοντας ευθύς εξ αρχής πως τον φωνάζουνε ‘σπανό’ από παιδί και πως όλοι τον γνωρίζουν με το παρατσούκλι του και τον αποκαλούν με αυτό.
Ξεκίνησε τον πολιτικό αγώνα μέσα από τον ‘Συνεχή Αγώνα’, μία από τις μεγαλύτερες οργανώσεις της Επαναστατικής Αριστεράς που διαλύθηκε το ’76, κι έτσι το ’77 τον βρήκε μαζί με κάποιους φίλους και συναγωνιστές από τον Σ.Α. να έχουν μία ομάδα. Τους κατονομάζει λέγοντας ιδιαίτερα για τον Αντόνιο,με τον οποίο θ’ ασχοληθούμε στη συνέχεια, πως ήταν ο υπεύθυνος της ομάδας περιφρούρησης του ΣΑ της Φλωρεντίας. Οι υπόλοιποι είναι ο Πέτρος, ο Λάκης, ο Φαίδων και ο Ανδρέας.

Τον πρώτο καιρό ασχολήθηκαν με την αντιπληροφόρηση, μάζευαν δηλαδή πληροφορίες γύρω από τους πολιτικούς αντιπάλους και σιγά-σιγά επεκτάθηκαν και στον χώρο της βιομηχανίας και των αφεντικών.
Μιλά για το πως ένας σύντροφός τους που είχε περάσει από την φυλακή, ο Πέτρος είχε γνωρίσει εκεί τον Ντίνο [αυτόν που ο Σαβέριο έχει κατονομάσει σαν ένα από τους αρχηγούς της ‘Πρώτης Γραμμής’,] ο οποίος και τους παραχώρησε ένα δωμάτιο στο σπίτι που έμενε, στην πλατεία Τζιορτζίνι, μετά την αποφυλάκισή του. Κατονομάζει κάποιους που συγκατοικούσαν στο διαμέρισμα και το περιγράφει, όπως περιέγραφε και ο Σαβέριο τα σπίτια από τα οποία διέρχονταν.
Λέει πως όταν ο Ντίνος έμαθε για το πάθος του στην σπηλαιολογία του ζήτησε να του υποδείξει κάποια σπηλιά όπου θα μπορούσαν να γίνουν ασκήσεις σκοποβολής, μάλιστα πρόσεξε πως ήταν οπλισμένος την ώρα που κουβέντιαζαν, μόλις έβγαλε το σακάκι του.

Του έδειξε μία σπηλιά με το όνομα ‘σπηλιά ντελλα τσιβέττα’, στο μάκρος του ποταμού Μπτούτι πάνω στο δρόμο για το Βαϊάνο. Θυμάται πως του είπε ότι εκείνη η σπηλιά ήταν υπό ενέργεια, με την έννοια ότι υπήρχαν τρεχούμενα νερά και ότι μπορεί να υπήρχαν ασταθείς μάζες, ως εκ τούτου ήταν επικίνδυνο να πυροβολείς μέσα σε αυτήν. Μαζί τους ήταν και ο Αντόνιο. Αυτά γίνονται Φεβρουάριο του ’78.
Τους ανέθεσε στη συνέχεια μία πολιτική δουλειά πιο αποφασιστική,διανομής προκηρύξεων σε ορισμένες συνοικίες, πχ Σάντα Κρότσε, που αναφέρονταν στα ζητήματα της ακρίβειας. Σε αυτή την δραστηριότητα πήραν μέρος όλα τα μέλη της ομάδας τους που ανέφερε νωρίτερα. Αυτός θυμάται πως μοίρασε στην περιοχή γύρω από τον κινηματογράφο Ουνιβερσάλε και στην περιοχή της οδού Πιζάνα. Τις προκηρύξεις έδινε στον Αντόνιο ο Ντίνος.

Στη συνέχεια ο Ντίνος τους ζητά περισσότερο ζήλο. Και αρχίζει από τον Αντόνιο η κουβέντα γύρω από τις ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης’, λέγοντας πως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μία τέτοια.
Τους δίνει λοιπόν ένα κείμενο που μιλά για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οργανωθεί μία τέτοια ομάδα, κείμενο χωρισμένο σε πρακτικό και θεωρητικό χαρακτήρα, αφορούσε τους τρόπους μάχης με όπλα.
Κάτι που θυμάται ιδιαίτερα έχει σχέση με το πώς γίνεται να οδηγηθεί η κουβέντα σε μία συνέλευση σε θέματα προκαθορισμένα, όπως της ακρίβειας, του σπιτιού κλπ, που μπαίνανε στην στρατηγική των Ομάδων.
Γεννήθηκαν αμηχανίες και συζητήσεις στην ομάδα τους αφού διαβάστηκε το κείμενο.

Τους προτάθηκε, πάντα μέσω των επαφών του Αντόνιο από την μία πλευρά και του Ντίνο από την άλλη να επιτεθούν στην έδρα των Τροχονόμων. Το ένιωσαν σαν εξαναγκασμό αλλά αποφάσισαν να προχωρήσουν.
Έτσι κάνουν μια αυτοψία, αναφέρει ποιοι, σε έναν σταθμό.
‘Μια και ο Λάκης ήταν απ’ την μεριά της οδού Εουρόπα και είχε δει το απόσπασμα των τροχονόμων της Βιλλαμάνια η προσοχή μας συγκεντρώθηκε εκεί.’ ‘Ένα βράδυ, με το αυτοκίνητό μου και τους Αντόνιο, Λάκη και Πέτρο περάσαμε να δούμε την σκοπιά τους.Στο σπίτι του Αντόνιο ετοιμάσαμε δύο βάζα στα οποία τοποθετήθηκαν σκόνη και φιτίλι που μας είχαν απομείνει από την εποχή της διάλυσης του Συνεχή Αγώνα, μαζί με σιδερένια πιατάκια που ήταν ο εφοδιασμός της ομάδας περιφρούρησης και τα είχαμε φυτεμένα στο χώμα μιας έκτασης σε ένα δάσος πάνω από το Σεττινιάνο.’

‘Ένα βράδυ, εγώ και ο Ανδρέας πήγαμε να τοποθετήσουμε τα δύο βάζα, ένα μεταλλικό και ένα σιδερένιο,μπροστά στο απόσπασμα. Την διεκδίκηση έκανε η γυναίκα του Αντόνιο, με τηλεφώνημα. Αυτά γίνονται Μάρτη ή Απρίλη του ’78.’
Είχαν κάποια εκρηκτικά από την περίοδο της διάλυσης του ΣΑ κι έτσι ετοίμασαν δύο βάζα με σκόνη και βραδύκαυστο φυτίλι και το βράδυ,στις τόσες του μήνα, αυτός και ένας σύντροφός του που τον κατονομάζει τα τοποθετούν μπροστά στο απόσπασμα των Αστυνομικών.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 18 Moretti oggi parte 2

Δημοσιεύτηκε στις 11 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 12 Οκτ 2011
το δεύτερο μέρος της πρόσφατης συνέντευξης στον Mario Moretti από το γαλλικό DVD Brigades Rouges

 

Επακολούθησαν συζητήσεις γύρω από την σκοπιμότητα να δώσουν οργανωμένη φόρμα γύρω από την ομάδα τους κι εκεί ο σύντροφος που τον συνόδεψε στην απόπειρα λύγισε και λίγο αργότερα έφυγε για Ινδία, να παρακολουθήσει μία θρησκευτική αίρεση.
Τότε έρχονται σε επαφή μαζί μου, ‘προσωπικότητα γνωστή στη Φλωρεντία’.

Μετά το καλοκαίρι του ’78, θυμάται πως του ζήτησα να μου δείξει, εάν γνώριζε, ένα λατομείο για να βρούμε εκρηκτικά.
Πηγαίνουμε οι δυο μας στο σπίτι των δικών του σε ένα χωριουδάκι μακριά απ’ την Φλωρεντία, στην Φιουμαρέττα, και βρίσκουμε ένα βοσκό που τον ονομάζει σαν Πέτρο, ο οποίος γνωρίζει λατομεία. Εκεί βρισκόταν και ο Μένιος. Δεν έγιναν συζητήσεις με αυτούς και την άλλη μέρα με πήγε να δω το λατομείο, κοντά στο χωριό Κανεβάϊα, στην περιοχή της Μάσσα. Μετά γυρίσαμε στην Φλωρεντία.
Αργότερα ξανασυναντηθήκαμε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και λέει πως του ζήτησα να με φέρει σε επαφή με τον Μένιο, που ανήκε και αυτός παλαιότερα στον ΣΑ, πασίγνωστος στην περιοχή της Σαρζάνα [στην οποία έχει αναφερθεί και ο Σαβέριο λέγοντας πως εκεί πρέπει να δρουν δύο ‘Ομάδες Μάχης’. ] ‘Πολίχνη μικρών διαστάσεων όπου δεν υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ του υποκόσμου και των πολιτικών ομάδων’, σύμφωνα πάντα με τον Σπανό.
Ζήτησα λοιπόν να συναντηθώ με τον Μένιο για να με φέρει σε επαφή με κανάλι του υποκόσμου της περιοχής και να πάρουμε όπλα. Πράγματι λοιπόν,μας φέρνει σε επαφή, ‘άφησα στο σπίτι των δικών μου τον Μίκη, στην Φιουμαρέττα, βρήκα στην πλατεία της Σαρζάνα τον Μένιο και αυτός συναντήθηκε με τον Μίκη στην Φιουμαρέττα, σε ένα οίκημα, όχι των γονιών μου.’

Μάλιστα στον γυρισμό, που συζητήσαμε, του είπα πως ο Μένιος είχε δώσει θετική απάντηση. Τότε, λέει, του ανέφερα πως σύντροφοι είχαν πάει να κάνουν κλοπή στο λατομείο αλλά βρήκαν μόνο μαύρη σκόνη και εκπυρσοκροτητές και όχι τριτόλη.
‘Δεν μου είπε ο Μίκης με ποιόν πήγε να κάνει την κλοπή’.
‘Από συζητήσεις που μου έκανε στην συνέχεια ο Μένιος κατάλαβα ότι ο Μίκης κατάφερε να βρει εκείνο που ζητούσε, για τον εαυτό του ή για άλλους’!

‘Τέλος του ’78 βρισκόμαστε, αρχές του ’79 η ομάδα μας διαλύεται, έλειπε μια θέληση συγκατάθεσης στα προγράμματα του οπλισμένου αγώνα και γιατί ο Αντόνιο και ο Πέτρος ξανάρχισαν να χρησιμοποιούν ναρκωτικά – ηρωίνη. Επιπλέον εγώ γνώρισα μια κοπελιά και το ρίξαμε στα ταξίδια, απομακρύνθηκα τελείως από εκείνη την ομάδα’.

‘Ανήκοντας στις ομάδες γνώρισα και άλλα άτομα’, και κατονομάζει 4,5 παρόμοια με αυτά που ανέφερε ο Σαβέριο. Σάσσα, Κώστα, Ανδρέα, Ρούλη

‘Μάλιστα έναν από αυτούς, τον Σάσσο [που ήταν συγκάτοικός μου], τον έβλεπα συχνά με τον Μίκη, και από την εντύπωση που μου έκανε ο τρόπος κατά τον οποίο ήταν μαζί συμπέρανα ότι δεν επρόκειτο για μια οποιαδήποτε γνωριμία. Η γνώμη μου επιβεβαιώθηκε από τον Αντόνιο ο οποίος μου είπε πως έλαβε μέρος σε μια συνάντηση στην οποία δίνονταν κατευθύνσεις πάνω στην δραστηριότητα των ομάδων, στις οποίες ο Σάσσο συμμετείχε από κοινού με τον Ντίνο. Και για τους άλλους δύο είπε ο Αντόνιο πως είναι μέλη των ομάδων’
Αναφέρει για τον Ρούλη που του ζήτησε να τον φέρει ένα βράδυ σπίτι μου για ύπνο. Το γεγονός ότι ήρθε να κοιμηθεί στο σπίτι μου τον έκανε να υποθέσει ότι και αυτός ανήκει στις ομάδες.

Λέει πως ‘ο μεγάλος αρχηγός’ είναι ο Ντίνος, αναφέρεται σε ένα γράμμα που αντάλλαξαν δύο μέλη της ομάδας τους το μικρό διάστημα της ύπαρξής της, στο οποίο μιλούσαν γι αυτόν, και συνεχίζει λέγοντας πως πρέπει να μίλησε και στους υπόλοιπους για το λατομείο που μου έδειξε. Και κλείνει με την αναφορά πως η ομάδα τους όπλα δεν είχε, είχε όμως ακούσει από τον Αντόνιο μια μέρα πως ο Μίκης ή ο Ντίνος θα τους έδειχναν το σύστημα λειτουργίας ενός πιστολιού. Και επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά πως ο Αντόνιο είναι ο μεταφορέας των πρωτοβουλιών του Ντίνου.
Μέχρι στιγμής.

Le Brigate rosse 19 Gallinari oggi parte 1, οι ερυθρές Ταξιαρχίες

Δημοσιεύτηκε στις 27 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 12 Οκτ 2011
πρόσφατη συνέντευξη στον Prospero Gallinari από το γαλλικό DVD Brigades Rouges

 

Τον ξαναφωνάζουν τον Μάρτιο και επικυρώνει ολοκληρωτικά την δήλωση που έγινε τον Γενάρη στον Εισαγγελέα
κάνει την εκπληκτική δήλωση : ‘ορίζω με ακρίβεια ότι αφού παρουσίασα τον Μένιο σ’ ένα μπαρ, δεν ασχολήθηκα ποτέ με την υπόθεση, και όσα είπα μου αναφέρθηκαν από τον Μίκη. Όμως, γνωρίζοντας τον Μένιο προσωπικά, από πολλά χρόνια, θα έτεινα να αποκλείσω την φιλαλήθεια των όσων μου διηγήθηκε ο Μίκης’.
Εδώ θα ανοίξω μία απαραίτητη πλέον παρένθεση, θα ανατρέξουμε στην κατάθεση του Μένιου που έχουμε στα χέρια μας, και αφού υπερπηδήξουμε θέματα για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον επειδή φωτογραφίζουν την περίοδο από μία άλλη σκοπιά, θα φτάσουμε στο σημείο που μας αφορά:

Όταν του Μένιου του γνωστοποιήθηκαν οι δηλώσεις του Σπανού, σελίδα 265 των ανακρίσεων, ότι ο ίδιος έμαθε από τον Μένιο ότι η συνάντηση είχε ‘θετικό αποτέλεσμα’ ενώ άλλο άτομο δήλωσε ότι έμαθε από τον Μίκη ότι βρέθηκαν όπλα απαντά: ‘ο Σπανός λέει ψέματα. Εγώ του είπα ότι δεν ήθελα ιστορίες με όπλα, και τον επέπληξα για το γεγονός που μου παρουσίασε εκείνον τον νέο.’
‘ Μου είπε πως δεν ήξερε τίποτα και πως ήταν πρωτοβουλία του ίδιου του νέου, που μου φαίνεται πως ήταν ξένος, μου το είπε ο Σπανός αργότερα. Δεν με είχε προειδοποιήσει πως θα μιλήσουμε για όπλα. Δεν ξαναείδα αυτόν τον νέο.Για την ακρίβεια, δεν ξέρω εάν μου μίλησε για όπλα, ή για εκρηκτικά ή και για τα δύο’ !
‘Είχα αυτή την σύντομη συζήτηση με τον νέο μπροστά στην Πιτσερία που είναι στην Σαρζάνα στην πλατεία Ματεόττι.’

Γαμώ την τρέλα μου, δηλαδή, τι συμβαίνει τέλος πάντων;

Οι ιστορίες του Μένιου έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, απ’ όπου κι αν τις αντιμετωπίσεις. Θα φτάσουμε και στο κρίσιμο σημείο όπου παραδέχεται ‘ότι με παίρνουν για τον χαζό του χωριού’.
Χωριό φαινόμενο μιας και σύμφωνα με τον Σαβέριο έχει δύο ολόκληρες Ομάδες Μάχης!

Πρέπει πρώτα να ολοκληρώσουμε με τον Σπανό:
από φωτογραφίες αναγνωρίζει τον Μάρτη 14 άτομα και επαναλαμβάνει πως θεωρεί πως ο τάδε ήταν μαχητής απλά διότι έκανε παρέα μαζί μου.

Τον ξαναφωνάζουν τον Μάιο. Αρχίζει ξανά την κουβέντα γύρω από το ενδεχόμενο επίθεσης σε απόσπασμα της τροχαίας και κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας. Λέει πως η διαταγή ήρθε από τον Ντίνο στον Αντόνιο που παρουσιάζει σαν τον καθοδηγητή τους.
‘Πήγαμε να εξετάσουμε το κέντρο αυτοκινήτων της Τροχαίας, εγώ με τον Αντόνιο και τον Φαίδωνα, θυμάμαι έτρεχε ένα ποταμάκι με ένα δρόμο δίπλα κατά τρόπο που η τοποθεσία να φαίνεται καλή για μία επίθεση’.

Μία μέρα λοιπόν που ήμουν στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου με τον Αντόνιο και τον Μίκη μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πάμε να εξετάσουμε ξανά το μέρος, κατέβηκαν ο Αντόνιο και ο Μίκης για να κάνουν αναγνώριση. Υπήρχε ένας ψηλός τοίχος και σκεφτήκαμε να πετάξουμε δυναμίτες από πάνω.’
‘Αν αποφασίζαμε να δράσουμε κατά του κέντρου αυτοκινήτων της αστυνομίας τους δυναμίτες θα μας τους έδινε ο Μίκης’. Ρωτώντας τον Αντόνιο γιατί επενέβη ο Μίκης λέει : ‘είχε δοθεί διαταγή για την οποία μίλησα και προφανώς ήθελαν να εξεταστεί η κατάσταση από ένα έμπειρο άτομο όπως ο Μίκης.’

‘Νομίζω πως τότε μας σταμάτησε η αστυνομία για εξακρίβωση στοιχείων, δηλαδή την φορά που πήγαμε με τον Μίκη’.
Τελικά επιλέχθηκε και έγινε η επίθεση από την ομάδα τους στο απόσπασμα των τροχονόμων, όπως έχει αναφέρει.
Τον ρωτούν τι άλλο γνωρίζει, ‘γνωστοποιώντας του ότι μία τέτοια δικαστική συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να εξελιχθεί προς το συμφέρον του’, λέει για άλλους δύο που τους κατονομάζει, τον Φαίδωνα και τον Πέτρος ο οποίος αργότερα έφυγε στις Ινδίες και συμμετέχουν σ’ ένα επεισόδιο εις βάρος της έδρας της Χριστιανοδημοκρατίας πρώτα στην οδό Φαεντίνα και μετά στο Γκαλούτσο. Με βενζίνη που προκάλεσε φωτιά,χωρίς όμως πολλές ζημιές. Στην έδρα της Χ.Δ.. στο Γκαλούτσο την επίθεση πραγματοποίησαν ο Φαίδων και ο Ανδρέας.

Μιλάει για μια κλοπή, μάλλον ραδιοφώνου, που έκαναν άλλοι,μιας και ο ίδιος δεν μπορούσε να πάρει μέρος, μόλις είχε αποφυλακιστεί, Μάρτιο του ’78, και ήταν προσεκτικός.
Λέει και για μια άλλη κλοπή, αυτοκινήτου αυτή την φορά, ενός Γκόλφ, που θα έπρεπε να κάνει αλλά τον απέτρεψαν, ο πανταχού παρόν Ντίνος και η Φιόνα, ‘επειδή δεν ήταν καθαρός’, μόλις την προηγούμενη είχε αποφυλακιστεί, Μάρτιος του ’78, και δεν έπρεπε να μπλέξει σε φασαρίες.

Μετά περιγράφει το σπίτι της οδού ντέι Μπάρντι όπου έγινε μία συγκέντρωση διάφορων ατόμων που τα κατονομάζει,ο Σάσσα ο Νάκης, ο Κώστας.
Έπρεπε να συμμετάσχει μοναχά ο Αντόνιο αλλά επέτρεψαν τελικά τόσο σε αυτόν όσο και στον Φαίδωνα να πάρουν μέρος,μιας και από ώρα τριγυρνούσαν μαζί, παρέα, με το αυτοκίνητό του. Την πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε η Ροσσάνα, ήμουν κι εγώ εκεί, και οι άλλοι, γνωστοί και από τις καταθέσεις του Σαβέριο.
Σκοπός της συγκέντρωσης η κουβέντα γύρω από την χρήση των όπλων και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, από κάποιον που έφτασε τελευταίος, που δεν τον είχε δει ποτέ και δεν τον ξαναείδε αργότερα. Τον περιγράφει, του δείχνουν φωτογραφίες και τον αναγνωρίζει.Του δημιουργήθηκε η εντύπωση πως ερχόταν απ’ τον βορρά, Μιλάνο ή Τορίνο.Είναι ο Σαμάνος.

Μίλησε για όπλα, για τις διαφορές μοντέλων, για τεχνικές διάρρηξης αυτοκινήτων, έλυσε και συναρμολόγησε ένα πιστόλι που είχε μαζί του. Έγινε συζήτηση και μετά έφυγε. Είχε μιλήσει επίσης για τις διαφορές ανάμεσα στα αυτόματα όπλα και τα περίστροφο.’ Έβγαλε και ο Κώστας το όπλο του και μας το έδειξε’.
Εμπλέκει και ένα ακόμη άτομο στις ομάδες, [από αυτά που ανέφερε και ο Σαβέριο], τον Βαγγέλη, τον οποίο γνωρίζει απ’ όταν ήτανε παιδιά
λέει :

‘ήταν στις αρχές του ’79, που, όπως θα εξηγήσω, κατάλαβα ότι και αυτός είχε μπει σε μία ομάδα. Τύχαινε σ’ εμένα και τον Αντόνιο να συναντούμε για λόγους που αφορούσαν την οργάνωση τον Ντίνο και την Φιόνα που προσπαθούσαν να μας εμπλέξουν όλο και περισσότερο.Στις συναντήσεις στις οποίες πήρα μέρος ήταν παρών και ο Βαγγέλης. Δύο φορές στην πλατεία ντ’ Ατζέλιο και δύο σ’ ένα διαμέρισμα σ’ ένα δρόμο πίσω απ’ την πλατεία Ελευθερίας, στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘η συζήτηση που γίνονταν ήταν γενικού χαρακτήρα από την μία μεριά, ανάλυση δηλαδή της πολιτικής κατάστασης. Από την άλλη, για τα επίπεδα μάχης και για τη δυνατότητα επέμβασης στην κατάσταση του ένοπλου αγώνα ‘,

αναγνωρίζει τη Φιόνα στις φωτογραφίες, γνωστή και αυτή από τις καταθέσεις του Σαβέριο, μιλάει για τεχνικές κλοπής αυτοκινήτων που του έχουν δείξει η Φιόνα και ο Ντίνος και ολοκληρώνει.

Αυτός είναι και ο Γιώργος ο ‘Σπανός’.
Όπως και ο Σαβέριο, άτομα που πήραν μέρος στο κίνημα, θέλησαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω, και μόλις κατάλαβαν τη σοβαρότητα και την δυσκολία της υπόθεσης, μέσα σε λίγους μήνες δηλαδή, την έκαναν.
Μόλις διαπιστώσατε πως κι αυτός, το μόνο για το οποίο θα μπορούσε να κατηγορηθεί είναι ένας εμπρησμός. Συν τη συμμετοχή στην ανατρεπτική, ένοπλη ομάδα, που από μόνη της σημαίνει ‘καμπάνα’ κάποιων χρόνων στη στενή.
Κατέρρευσε κι αυτός και συνεργάστηκε. Δεν ‘εγκλημάτησε’ όπως ο προηγούμενος, δεν ‘εκτέλεσε’, δεν είναι ο τύπος του απατεώνα όπως ο Σαβέριο. Απέφυγε τα μεγάλα μυθεύματα, είπε τις λίγες φάσεις που γνώρισε, έπεσε και στην παγίδα που έστησε στον εαυτό του και στον φίλο του στην πραγματικότητα,εκεί με τα όπλα.

Τον ένα, ‘καμένο’, τον Σαβέριο,τον στέλνουνε παντού, του διηγούνται τα πάντα.
Τον άλλο, τον αποτρέπουν.
Δύο μέτρα, δύο σταθμά.
Είπαμε, δεν είναι όλοι ‘ίδιοι’.

DSC02231

«Hasta siempre Comandante»- Silvio Rodriguez (Con discursos del Che)

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΔΔ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 6

Και η επιστροφή στην κανονικότητα είναι γεγονός, όχι όμως για όλους, διαβάζουμε πως:
‘Άρχισαν τα όργανα, στα Εξάρχεια την προηγούμενη εβδομάδα ‘ομάδα νεαρών κουκουλοφόρων’ άδειασε τα ράφια σούπερ μάρκετ και μοίρασε τα τρόφιμα στον κόσμο που βρίσκονταν εκεί κοντά, ο οποίος ενθουσιασμένος πανηγύρισε’ και φυσικά κανένας από τους μεγαλοδημοσιογράφους δεν βρήκε το κουράγιο να κατηγορήσει κανένα. Η ακρίβεια καλπάζει λόγω της αισχροκέρδειας που επιβάλλουν τα καρτέλ των τροφίμων.

Και λίγες μέρες μετά οι ‘Ρομπέν των σούπερ μάρκετς’ ξαναχτυπάνε,για να μοιράσουν αμέσως μετά τη λεία τους στις λαϊκές,στους πένητες και ηλικιωμένους. Και ξανά, για Τρίτη φορά στον ίδιο μήνα αντιεξουσιαστές αδειάζουν καταστήματα αλυσίδων σούπερ μάρκετ και μοιράζουν τα τρόφιμα σε κοντινές λαϊκές, στον κόσμο.’
‘αμηχανία και προβληματισμός στην αστυνομία’, ανομολόγητη ενόχληση στους ιδιοκτήτες σούπερ μάρκετ, αυτές τις αντιδράσεις γράφει ο τύπος,έχουν προκαλέσει οι επιθέσεις των αναρχικών ‘Ρομπέν των Αθηνών’ στα υποκαταστήματα μερικών από τις μεγαλύτερες αλυσίδες υπεραγορών της πρωτεύουσας, που ήδη έφτασαν τις τέσσερις από τέλος Μαίου. Και μιλά για τις ανώνυμες αντιδράσεις ανθρώπων που παραβρέθηκαν την ώρα των δράσεων και μιλούν με θετικότατο τρόπο,να μην επεκταθώ μου λέει και μου δείχνει τα αποκόμματα των εφημερίδων με τα αντίστοιχα άρθρα.

Βάζει ένα δισκάκι να παίζει:
‘Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό, περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα,
Και συ μου λες μας περιμένει μπόρα και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό.
Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο και τα κελιά μας είναι χωριστά,σε πολιτεία μαγική γυρνάμε, δεν θέλω πια να μάθω τι ζητάμε, φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά.
Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις σε ένα παραμύθι εφιαλτικό, φωνή εντόμου τώρα είν η φωνή μου,
Φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου, με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό.
Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία, πως η ιστορία γίνεται σιωπή
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω,
Τι λένε τα κομπιούτερς κι αριθμοί.
Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι, πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός, περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα, και γω μες την ομίχλη και την μπόρα, κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός.’
Από τον μεγάλο Δημήτρη Μητροπάνο, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

 

  • Τα παιδιά του ’77

I ragazzi del ’77. Una storia condivisa su Facebook

Όλα ξεκίνησαν στις 5 Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους, όταν ο Enrico Scuro, ο φωτογράφος εκείνου του κινήματος τώρα μακρινού, δημοσίευσε στο προφίλ του στο Facebook την εικόνα του θεατρικού έργου του Ντάριο Φο, με το οποίο κατέληξε το συνέδριο ενάντια στην καταστολή τον Σεπτέμβρη του 1977. Έκλεινε, εκείνη η Ευρωπαϊκή εκδήλωση-διαδήλωση, την χρονιά που ξεκίνησε με τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, με αποκορύφωμα τη δραματική δολοφονία από έναν καραμπινιέρο τον φοιτητή Francesco LORUSSO στην Via Mascarella στη Μπολόνια και με την έφοδο ενάντια στα οδοφράγματα της πανεπιστημιούπολης με θωρακισμένα αυτοκίνητα που απέστειλε ο υπουργός εσωτερικών Kossiga την ώρα που ένα πιάνο έπαιζε το τραγούδι Chicago.

Ο Ντάριο Φο απήγγειλε μπροστά σε μια θάλασσα από ανθρώπους, των οποίων τα πρόσωπα μετά βίας ξεχώριζαν στη φωτογραφία. Ωστόσο, πολλοί αρχίζουν να βλέπουν τους εαυτούς τους στην εικόνα. Να λεν: εγώ ήμουν εκεί. Και ο Σκούρο σκέφτεται πραγματικά να ανοίξει τα αρχεία. Δημοσιεύει, πάντα στο Facebook, σε μια-δυο εβδομάδες, τρία άλμπουμ φωτογραφιών. Εξαπολύονται μια σειρά από σχόλια, συζητήσεις, τα «θυμάμαι» αλλά επίσης και οι προσπάθειες ιστορικοποίησης ή να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα για να ξαναβρεθούν ύστερα από τόσον καιρό. Προσδιορίζονται ονόματα στα πρόσωπα, ανακατασκευάζονται τα επίθετα και οι προελεύσεις έντονων συναντήσεων, που συχνά διήρκησαν μόνο μια χρονιά. Γίνεται προσπάθεια να μεταφερθούν νεανικά πρόσωπα γενειοφόρα ή σγουρομάλλικα, λουλουδιαστές φούστες που θροίζουν πάνω από τσόκαρα σε άτομα που έχουν μεγαλώσει, που ίσως σήμερα να ζουν μακριά ή να έχουν πεθάνει. Ανακαλύπτεται ότι εκείνος ο Mario Chessa ο οποίος κυματίζει μια κόκκινη σημαία στον άνεμο έγινε ο Dom Ildefonso των Βενεδικτίνων πατέρων της Βασιλικής του Αγίου Στεφάνου. Βρίσκονται ξανά φίλοι χαμένοι, άνθρωποι που φύγαν από την Μπολόνια για χρόνια. Ανακατασκευάζονται μονοπάτια.

Το παιχνίδι συνεχίζεται. Από τα συρτάρια αυτής της εικονικής κοινότητας που συναντιέται ξανά αρχίζουν να φθάνουν περισσότερες φωτογραφίες, που εντάσσουν σε ένα πλαίσιο τις πιο δημόσιες στιγμές με αναλαμπές της ιδιωτικής ζωής των χρόνων, τότε που φωνάζαμε στους δρόμους: « Το προσωπικό είναι πολιτικό».

Σήμερα στο προφίλ profilo του Σκούρο θα βρείτε δεκατρία παραρτήματα. Σχηματίστηκε αμέσως, ήδη από εκείνον τον Φεβρουάριο, μια ομάδα που ονομάζεται «Τα παιδιά του ’77», με την πρόθεση να γράψει ένα βιβλίο που θα δώσει μια συνέχεια στο έργο της μνήμης. Και τώρα αυτό το μυθιστόρημα «Facebook» έφτασε στα βιβλιοπωλεία, χάρη σε δύο μικρούς εκδοτικούς οίκους της Μπολόνια, Baskerville και Sonic Press, που ιδρύθηκαν αντίστοιχα από τους Maurizio Marinelli και Oderso Rubini, δυο από αυτούς που εκείνη την χρονιά βρίσκονταν εκεί. Είναι ένας ορθογώνιος τόμος μεγάλου μεγέθους που συγκεντρώνει πολλά από τα πλάνα που δημοσιεύθηκαν online. Το κείμενο είναι φτιαγμένο με τα σχόλια που εμφανίστηκαν κάτω από τις φωτογραφίες, ύστερα από τις έντονες συζητήσεις που προκλήθηκαν στο διαδίκτυο. Δεν γίνεται κατανοητό, με την πρώτη ματιά, αν αφηγείται την επική ιστορία μιας πραγματικής κοινότητας, του παρελθόντος, η οποία συναντιόνταν όλες τις ημέρες στο πανεπιστήμιο, στα σπίτια, στις διαδηλώσεις, στην πλατεία, παίζοντας μουσική, συζητώντας, κάνοντας έρωτα, ονειρευόμενη (αυτήν που περιγράφει ο Enrico Palandri στην Boccalone και εκείνη για την οποίαν έγινε λόγος στο συλλογικό βιβλίο Μπολόνια Μάρτιος ’77 … δικιά μας υπόθεση), ή αν είναι η λυδία λίθος μιας εικονικής κοινότητας του σήμερα, που κοιτάζει προς το παρελθόν με ανάμεικτα συναισθήματα.

Νοσταλγία υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, για τα χρόνια της νιότης, για ιδανικά που τα χρόνια που πέρασαν φαίνεται να έχουν αμαυρώσει, ανατρέψει, ιδανικά που παραγνωρίστηκαν. Υπάρχει αυταρέσκεια, για το «τι όμορφοι που ήμασταν», για το «τι όμορφα που ήταν τα κορίτσια» («Κοιτάζοντας πίσω τώρα, είναι αλήθεια ότι ήμασταν όλοι και όλες πολύ όμορφοι και ίσως αυτό ήταν που μας έκανε τέτοιους – δεν είμαι σίγουρη, αλλά μου αρέσει να σκέφτομαι έτσι – είναι ακριβώς αυτό που είχαμε στο κεφάλι «, γράφει η Gianna Curti Clech, το πρόσωπο που ξεκινά την κουβέντα).

Είναι σαν μια παρενέργεια, σαν το αποτέλεσμα μιας καταβύθισης, σύμφωνα με την οποίαν πολύ λίγα λέγονται για όλα εκείνα που αυτά τα χρόνια έχουν δημιουργήσει, τι υπήρξαμε μετά (Κάποια ομολογεί: «Δεν έχω μιλήσει με τις κόρες μου γι αυτό που ήμουν, γι αυτά που σκεφτόμουν: νομίζω ότι το έχω περάσει μέσα από τον τρόπο που ζω, που είμαι «). Έχουμε την τάση να θυμόμαστε, να βρίσκουμε κομμάτια και πρόσωπα του παρελθόντος μας. Στη συνέχεια, σταδιακά, από την ανασυγκρότηση περνάμε στο να αναρωτιόμαστε για όλα αυτά με τα οποία τα σπάσαμε, διαρρήξαμε, στην διάρκεια  αυτής της εμπειρίας, για το ποιοι είμαστε σήμερα, πηδώντας επάνω από όλα τα χρόνια που υπήρξαν ενδιάμεσα, για την ιστορία της ήττας της δεκαετίας του ’80, για όλες τις μεταβολές που συνέβησαν στον κόσμο.

Φυσικά, θυμόμαστε τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας που οδηγούσαν εκείνο το κίνημα. Διατρέχουμε την επανάσταση των ελεύθερων ραδιοφώνων, που στη Μπολόνια είχε εκείνο το τρομερό εργαστήρι που ήταν το Radio Aliceπείραμα οριζόντιας επικοινωνίας, λόγων και μουσικής σε ελευθερία, ιδεών και πρακτικών που αποπλανούσαν, που ερμήνευαν τις διαθέσεις. Θυμόμαστε μια κλήση από έναν ακροατή, ο οποίος έλεγε: «Είμαι υποχρεωμένος να βγω από το σπίτι, γιατί αν είμαι στο σπίτι ανοίγω το ραδιόφωνο, και μετά δεν μπορώ πια να μελετήσω ..». Γράφει η Marzia Bisognin, η οποία συνελήφθη όταν η αστυνομία έκλεισε το ραδιόφωνο, μετά τις συγκρούσεις: «… δεν αναγνώριζα καμία άλλη από εκείνες τις φωνές. Άκουγα πάντα τον σταθμό, μέρα και νύχτα, την Αλίκη … Και καθώς εκείνες οι φωνές σιγά σιγά έγιναν άνθρωποι που γνώρισα, έγινε όλο και περισσότερο ένας οικείος χώρος της ζωής μου, οικείος και τεράστιος ταυτόχρονα … λίγο σαν το facebook!, σήμερα»

Στα σχόλια επαναλαμβάνεται η παλιά διαμάχη μεταξύ ριζωματικού μετασχηματισμού, ο οποίος αναπτύσσεται μέσω της μετάδοσης, για μικρές ομάδες, μέσω εσωτερικής βλάστησης, ή οργανωμένου πολιτικού αγώνα και ίσως γίνει και σκληρός. Θυμόμαστε το τέλος όλων αυτών, όταν η σύγκρουση με το κράτος την ένοπλη πάλη έκλεισε όλους τους χώρους, όταν επάνω στην αναζήτηση της ελευθερίας και των ατομικών εμπειριών, των «παραδείσων», έσκασε σαν μια βόμβα η ηρωίνη.

Αλλά πάνω απ’ όλα στο βιβλίο μπορείτε να δείτε πρόσωπα, νέους, άλλων καιρών, δωμάτια φοιτητών επιπλωμένα με φαντασία μέσα από έπιπλα αντίκες, ενδυμασίες που αποκτήθηκαν στα παζάρια, εφευρέσεις απίθανων επαγγελμάτων προκειμένου να προστατευτεί η ελευθερία και η αυτονομία των νεαρών, σπίτια, σαν θεατράκια της ψυχής, σαν σύνολο από αυτο-αναπαραστάσεις στις οποίες κάποιος φαίνεται δανδής, εξωτερικεύοντας τις πολιτιστικές φιλοδοξίες, συχνά μακρινές από τις κοινωνικές συνθήκες «που δεν είναι εγγυημένες.»

Τρέχουν μπροστά μας γεγονότα πολιτικά και συλλογικά μαζί με ιδιωτικές στιγμές, οι διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα μετά τη δολοφονία του LORUSSO, οι φυλακίσεις, αλλά και το θέατρο δρόμου, οι κλόουν που πραγματοποιούν έφοδο στο κτίριο του Δημαρχείου της πόλης, οι τοιχογραφίες, το συγκρότημα που ανοίγει παρελάσεις και γιορτές, που πήγε και στη Γερμανία. Αφηγούνται τα ταξίδια, Umbria Jazz και η Ινδία, οι αγάπες, η εκ νέου ανακάλυψη του σώματος και της τρυφερότητας μετά από χρόνια άκαμπτου πολιτικού ακτιβισμού, ο φεμινισμός, τα κόμικς του Scozzari και του Pazienza, η μουσική των Gaznevada και των Skiantos. Τρέχει αυτό που ονομάστηκε «Καρναβάλι της Μπολόνια», που αναφέρεται στο Καρναβάλι ως χωνευτήρι και κοινωνική αναστροφή για τα οποία εκείνα τα χρόνια μιλούσαν οι Camporesi, Scabia, Celati, επάνω στα χνάρια του Μπαχτίν, Bachtin. Μέχρι τα χρόνια του μολυβιού. Ίσως μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών και την είσοδο στις αναγκαιότητες της ενήλικης ζωής.

Λέγεται από κάποιαν, την Annarosa, η οποία μετακόμισε στη Ρώμη πριν από εκείνο το 1977 και στη συνέχεια επέστρεψε αρκετές φορές στην Μπολόνια, για την πανέμορφη πολυτεχνίτη οδηγό των Gaznevada («μια ομορφιά φτιαγμένη από αυθεντικότητα», διαβάζουμε σε ένα σχόλιο), για το ανοικτό σπίτι του Μπίφο, του ηγέτη, και για άλλα, διάσπαρτα σε όλη την πόλη, στη Via San Vitale, στην οδό Castiglione, την οδό Fondazza. Για εκείνο στο Santo Stefano, όπου είχε ζήσει, με τον Giovanni Lindo Ferretti και άλλους από το Reggio Emilia, ο Αlceste Campanile, ο οποίος θα δολοφονηθεί το 1975. Για πολλά άλλα. Κάποιος γράφει: «Ήταν μια μοναδική περίοδος. Στη συνέχεια, η απόλυτη ομίχλη. »

Στο παιχνίδι της αναπαραγωγής που γίνεται απ’ όλους μαζί, η Μαρίζα Di Mario αναρωτιέται: «Μα εκείνη δεν είμαι εγώ;», Και ο Giuli Idini απαντά: «Θα μπορούσα να είμαι εγώ … αν και δεν βρισκόμουν στην Μπολόνια! Το ωραίο με αυτές τις φωτογραφίες είναι ακριβώς αυτό: όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια αναγνωρίζονται σε κάθε πλάνο, ακόμα κι αν πραγματικά δεν βρίσκεται σ’ αυτό!».

Βλέπουμε δύο νεότατους Enrico Palandri και Claudio Piersanti, οι οποίοι επρόκειτο να γίνουν συγγραφείς. Οι φίλοι από το Κάλιαρι Tognolini ( σήμερα καθιερωμένος συγγραφέας για παιδιά) και Cabiddu (σκηνοθέτης). Οι Scozzari, Pazienza, Maurizio Torrealta (s;hmera δημοσιογράφος για την κρατική τηλεόραση RAI News 24, δίχως πλέον γένια και με λίγα μαλλιά ), όλοι εκείνοι του ραδιοφώνου Alice που σηκώνουν ψηλά μια συμβολική κεραία σε ανθρώπινη πυραμίδα στην Piazza Maggiore, γιορτές, μωρά που είναι τώρα τριάντα χρόνων, όπως η Amaranta, η κόρη του Luciano (που ζει στην Κεντρική Αμερική) και η Marzia. Και στην συνέχεια τα ΜΑΤ, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, τα χέρια σηκωμένα ψηλά ειρωνικά στο σχήμα της παράδοσης στην εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κόμματος κατά της βίας που ακολούθησε τη δολοφονία του LORUSSO, η κηδεία του φοιτητή …

Φαίνεται μερικές φορές, το λέει κάποιος σε ένα ποστάρισμα, να γίνονται αισθητά ακόμα και τα αρώματα εκείνης της περιόδου, εκείνο το διεισδυτικό και γλυκό του πατσουλί, αλλά και εκείνο του ιδρώτα ή του «χόρτου». Και μερικές φορές, στο παιχνίδι των αναγνωρίσεων, πέφτει η πέτρα: αυτή, η Cinzia, πέθανε, το 1991. Η Chiara σκοτώθηκε. Αυτόν το πήρε μαζί του το AIDS.

Κάποιος που παρεμβαίνει και που αυτά τα χρόνια δεν τα έζησε: «Ίσως θα μπορούσα να πω εγώ, γεννημένος το ’79, από ποιες πηγές έμαθα τα λίγα που ξέρω για τα παιδιά του ’77», γράφει ο Ντιέγκο Pipi, και απαριθμεί μουσικά γκρουπ, τους Area, τους Stormy Six , τους Gaznevada, το Confusional Κουαρτέτο, παλιά νούμερα του περιοδικού «Frigidaire», ταινίες διαθέσιμες στο YouTube, συμπεριλαμβανομένου του ντοκιμαντέρ Γυμνοί προς την τρέλα,   Nudi verso la folliaτου Angelo Rastelli, από εικόνες του Alberto Grifi. Και καταλήγει: «H δική μου είναι μια άποψη που προέρχεται από τις όχι πολλές πληροφορίες σε εμένα διαθέσιμες, αλλά νομίζω ότι είναι ενδιαφέρουσα όχι μόνο για να καταλάβουμε« ποιοι ήσασταν », αλλά και για να κατανοήσουμε πώς σας βλέπουν τα παιδιά σας».

Ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στα παιδιά, καθώς και στις ταβέρνες όπου βρισκόμασταν, Trebbi, Picci, την Vigna … (Οι επαναστάσεις πνίγονται στο φαγητό της κατσαρόλας), στις μακριές φούστες, στα ταξίδια, στην Μπολόνια ροκ, στην ποιητική συνεύρεση του Castelporziano, στη συναυλία της Patti Smith, στην ομοφυλόφιλη υπερηφάνεια. Ό, τι συνέβη σε εκείνη την κοινότητα των μετακινούμενων συνόρων, μεταξύ του 1976, όταν γεννιέται το Radio Alice, και το 1978 τεκμηριώνεται, μαζί με τα ονόματα όσων έφεραν φωτογραφίες ή μνήμες, και αυτός ο τελευταίος κατάλογος γεμίζει τέσσερις σελίδες γεμάτες.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κλειδί για αυτό τον τόμο είναι η ο γενεαλογικός ναρκισσισμός, η εκ νέου ανακάλυψη σήμερα μιας αυξημένης αξιολόγηση του εαυτού του που είχε αποθαρρυνθεί από την κατάρρευση των υποσχέσεων, των ονείρων, της σε βάθος αυτοεκτίμησης. Αυτός του ’77 ήταν ένας από τους τελευταίους γύρους των baby boomers, ήδη στο χείλος της αβύσσου: υπήρξε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση και κάποιοι άρχισαν να μιλούν για «τους μη εγγυημένους», di “non garantiti”, δεν φαντάζονταν πόσο βαθιά και καταστροφική θα γίνονταν η επισφάλεια κατά τα επόμενα έτη. Αυτά τα «παιδιά του ’77« πίστευαν (πιστεύαμε, μιας και αυτός που γράφει ήταν από εκείνες τις φυλές) πως θα άλλαζαν τον κόσμο και πίστευαν πως ήταν ο ομφαλός εκείνου του κόσμου. Ή τουλάχιστον ήθελαν να γίνουν, ένα κάποιο κέντρο, στην περιοχή τους, στον χώρο τους, στον τομέα τους.

Με το ’77 αρχίζει να κλονίζεται η εμπιστοσύνη στις προοδευτικές τύχες κτήμα του εικοστού αιώνα (ακόμα και οι βεβαιότητες του σοσιαλισμού, με την ρήξη της καλής του μπολονιέζικης βιτρίνας): οι καταρρεύσεις είναι ακόμα μακριά, αλλά πίσω από τη γωνία. Ξεκινά, ακριβώς ανάμεσα τους νεαρούς πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου, η σύγκρουση μεταξύ της πολιτικής μαχητικότητας και στράτευσης η οποία προβάλλεται προς ένα μελλοντικό σχεδιασμό και της φροντίδα του εαυτού και της ομάδας αυτών που βρίσκονται κοντά, η οποία θα ονομαστεί, λίγα χρόνια αργότερα, με κάποια διαφοροποίηση και σε άλλα πλαίσια και συγκυρίες, «ηδονισμός «. Αρχίζει η δική μας μετανεωτερικότητα.

Στο βιβλίο όλα αυτά επανεμφανίζονται, ακόμη και λόγω της προέλευσης των γραπτών (των posts), στο Facebook, δεν είναι δυνατόν να φτάσουμε σε μια πλήρη εμβάθυνση. Είναι σαφής η επιθυμία των ανθρώπων που έχουν ήδη περάσει τις απογοητεύσεις των χρόνων να επανασυνδέσουν τα νήματα. «Βρεθήκαμε ξανά στην πλατεία, να το πω έτσι, για να συνδέσουμε εκ νέου, συλλογικά, στην μνήμη μας τα γεγονότα, γράφει η Bisognin Marzia, η οποία μαζί με τον Paolo Ricci βοήθησε τον Σκούρο να συνθέσουν το βιβλίο. Και η πλατεία στην οποία αναφέρεται δεν είναι πλέον εκείνη των διαδηλώσεων, των συγκρούσεων, της ειρωνείας, των παραστάσεων, των συναντήσεων και της εκτεταμένης τρυφερότητας χρόνων που είναι πλέον πολύ μακρινοί, αλλά μια νέα, εικονική, μέσα στην οποίαν όλοι εμείς ταξιδεύουμε, όπου μπορούμε να περάσουμε μιαν λαθραία εικόνα του εαυτού μας με μια φωτογραφία παλιά τριάντα χρόνια. Εκεί, με το Facebook, προσπαθούν να ανακτήσουν ιστορίες χαμένες, παίζοντας, ειρωνικά, με τη νοσταλγία. Ακόμη και με αυτόν τον τίτλο, που θυμίζει «Τα αγόρια του ’99», οι βετεράνοι νικηφόροι αυτοί, εκείνοι του ’77 με λίγες νίκες να γιορτάσουν. Αδίστακτη ειρωνεία, απατεώνισσα!

Διακρίνεται νοσταλγία, βεβαίως, αλλά και η επιθυμία να αναρωτηθούμε: «Πόσοι ήμασταν τότε! Γιατί ήμασταν εκεί; Τι μας κινούσε; Πού βρισκόμαστε σήμερα; «. Ποστάρει, στις πρώτες σελίδες, ο Dom Ildefonso Chessa: «Ήμασταν σίγουρα (δεν υπάρχουν αρνήσεις) νέοι, εφήβοι και γεμάτοι φαντασία, επιθυμία να κάνουμε πράγματα. Η επανάσταση κοίταξε μας φαίνονταν πίσω από τη γωνία, ακόμη και πίσω από κάθε εμπόδιο που συναντούσαμε. Ήμασταν, αλλά ο χρόνος έχει προχωρήσει και έχει παρουσιάσει και αποκάλυψε. Υπήρξαμε, όμως τώρα είμαστε. Ήμασταν, όμως τώρα είμαστε το αποτέλεσμα εκείνου που ήμασταν, το άθροισμα των συναισθημάτων μας, των ονείρων μας, των βεβαιοτήτων μας. Δεν αγαπώ τη νοσταλγία! Θα μπορούσε να γίνει μια κακή φυλακή. » Και ο Paolo Ricci, στο τελευταίο κεφάλαιο, σφραγίζει: «Νομίζω ότι η δουλειά αυτή τη στιγμή είναι απλά να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε εκείνο που από την εμπειρία μας εκείνων των χρόνων ήταν πράγματι καλό, ζουμερό, ζωτικής σημασίας, να το ξεχωρίσουμε από τα λάθη και από την φρίκη, και να το φέρουμε και πάλι στο φως. »

Ξεκινάμε από αυτό το ιστορικό και ανθρωπολογικό ντοκουμέντο του τότε που η Μπολόνια, η υποτιθέμενη πρωτεύουσα του δημοκρατικού κομμουνισμού, ήταν το επίκεντρο ενός πολιτικού και υπαρξιακού πειράματος ζωτικής σημασίας και αμφιλεγόμενo. Ξεκινάμε εκ νέου από αυτό το μυθιστόρημα – Facebook, άτλαντα των προσώπων, των κοστουμιών και των συνηθειών, των θυμών, των σχεδίων ενός παρελθόντος που σβήστηκε από την ιστορία με πολύ μεγάλη βιασύνη, από τις ρυτίδες στο πρόσωπο, από τις απογοητεύσεις της καρδιάς.

 


  • τα παιδιά του ’77

Roberto Sassi για την αυτόνομη μαχητικότητα και στράτευση

  • Και τελειώνει το πρώτο μέρος της εξιστόρησής μας : ‘κοιτάζοντας στις οθόνες τα καμένα βουνά της Αττικής,όλης της Ελλάδας, αυτή η αίσθηση του πένθους, του πόνου και της απελπισίας. Αν και νομίζω δεν πενθούμε πια για τα καμένα δένδρα, τα απανθρακωμένα ζώα, τα κυνηγημένα πουλιά, τα πνευμόνια ζωής που ξεφουσκώνουν, τα νέα μαύρα τοπία. Φαίνεται ‘ότι τα συνηθίσαμε όλα αυτά, τα παρακολουθούμε σαν επαναπροβαλλόμενη ταινία, αποδεχόμενοι την εθνική μας μιζέρια. Δεν διδαχτήκαμε τίποτα από τις φονικές πυρκαγιές του ’07. Έτσι μας έχουν κάνει, να ξεχνάμε. Να θυμόμαστε ότι τους βολεύει, την ώρα που τους βολεύει. Σε αυτή τη χώρα όπου οι Χριστοφοράκοι μας βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα τους από την Ευρώπη, και οι ατελεύτητα προφυλακισμένοι, όπως ο Θοδωρής ο Ηλιόπουλος, από τους εξεγερμένους του περσινού Δεκέμβρη με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη, να πρέπει να φτάσουν στο κατώφλι του θανάτου για να τους αντιμετωπίσουν σαν ανθρώπινα όντα.’
    ‘Υπερασπίσου το παιδί, άμα γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.’ Παύλος Σιδηρόπουλος.

‘Τα κατάφεραν λοιπόν, δεν άφησαν τίποτα όρθιο, όλα τα αφάνισαν. Φαίνεται πια πως η μαυρίλα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Αποδεχτήκαμε την καταστροφή της Πάρνηθας και του Υμηττού,κατάπιαμε την τραγωδία με την εκατόμβη των νεκρών της Ηλείας, ξεχάσαμε και την ολοκληρωτική καταστροφή της Αττικής. Κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για να δικαιώσουμε τον Σαββόπουλο, που εδώ και χρόνια φωνάζει ότι ήμαστε ‘κράτος ασυστόλων κώλων, κωλο έλληνες’.

  • Έχει στα χέρια του μια παλαιότερη συνέντευξη του πρώην διευθυντή της Μόντ Ντιπλοματίκ , Ινιάσιο Ραμονέ. Μου διαβάζει αποσπάσματα:
    ‘Στα σαράντα λεπτά που θα κρατήσει η ομιλία μου να θυμάστε πως θα πεθάνουν 40 γυναίκες στη διάρκεια τοκετού, 400 παιδιά από μολυσμένο νερό, ενώ συνολικά 840 παιδιά κάτω των πέντε χρόνων από θεραπεύσιμες ασθένειες. Όλοι αυτοί θα πεθάνουν λόγω της φτώχειας τους.’
    Αυτή θεωρεί τη μεγαλύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα και πρόκληση μιας και σήμερα η ανθρωπότητα έχει 1000 φορές μεγαλύτερο πλούτο απ’ ότι χρειάζεται για να ζήσει καλά.
    Ένας στους 4 ανθρώπους στον πλανήτη επιβιώνει με λιγότερα από 2 δολάρια ημερησίως. Μόνο στην ΕΕ κάθε αγελάδα λαμβάνει επιδότηση 4 ευρώ τη μέρα. Σκανδαλώδες.

Περιέγραψε την οικονομική παγκοσμιοποίηση ως μια ολοκληρωτική αγορά που επεκτείνετε σε βάρος κάθε έννοιας δημόσιου συμφέροντος σε υγεία, παιδεία, μεταφορές κλπ. Ένα σύστημα στο οποίο αποθεώνεται ο ατομισμός εις βάρος του συνόλου, ο εγωισμός στρέφεται κατά της αλληλεγγύης, και τα κέρδη είναι αυστηρώς ιδιωτικά. Ενώ καταφέρνει να κοινωνικοποιεί τις ζημιές, όπως φάνηκε και στην τελευταία κρίση του τραπεζικού συστήματος.
Ιεράρχησε τις εξουσίες με πρώτη τη χρηματοπιστωτική αγορά, δεύτερη αυτή των ΜΜΕ, ως ιδεολογική μηχανή της παγκοσμιοποίησης, και τρίτη την πολιτική εξουσία.’

  • Ξαναπιάνω το μολύβι μέσα στην κάψα του καλοκαιριού του 12. Στην αρχή σκόρπιες σκέψεις από εδώ κι από εκεί, κάποια στιγμή έχασα και τη σειρά! Μετά το πράγμα διορθώθηκε, άρχισε το κείμενο να τρέχει καλύτερα,να ρολάρει. .Θα το παρουσιάσω όσο πιο ‘ανθρώπινο’ γίνεται:

συνεχίζεται

Βάστα

PARA TODOS TODO

para todos todo
η σκέψη μου είναι πάντα κοντά τους….

μιχαλης 288

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Β. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 2

Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ- καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Αυτούς που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί !

Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει , να φωνάξει : ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’ .

‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι απ’ τον κόσμο το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους, τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν ακόμη άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε ;

Fabrizio de Andre, Il Bombarolo, Ο βομβιστής, 1973

Κάποιος γυρίζοντας από δω κι από κει λέει                                                                                      Πως μισώ τη δουλειά μου
Δεν ξέρει με πόση αγάπη
Αφιερώνομαι στον δυναμίτη

Συνεχίζουμε λοιπόν.
Αν εξαιρέσεις τους κομματικοποιημένους, που πάντοτε έχουν κάτι αρνητικό να προσάψουν σε οποιονδήποτε διαφορετικό, και σε αυτά που δεν ελέγχουν ή εκπορεύονται από τους ίδιους, μακριά από αυτά που προτείνουν ή πράττουν, όλοι οι υπόλοιποι επικροτούν.
Υπάρχει μεγάλος αναβρασμός στην κοινωνία.
Όλες οι αποφάσεις που την αφορούν μαγειρεύονται μακριά της, σε απουσία της. Ευνοείται μονίμως μικρή μερίδα ανθρώπων ή κάποιες ομαδοποιήσεις διαπλεγμένες με τα κέντρα. Αυτοί που κατέχουν τον πλούτο. Και μάλιστα αυτό γίνεται στο όνομα των υπολοίπων, προς συμφέρον δήθεν της πλειοψηφίας.

Κάποιοι δεν το αντέχουν και εξεγείρονται.
Άλλοι παρακολουθούν και γέρνουν προς τα κει που στρέφεται το κριτήριό τους.
Είναι καιρός που χιλιάδες οργανώνονται αυτόνομα, είναι πάρα πολλοί αυτοί, πολλοί που οργανώνουν την αντίστασή τους μαχητικά. Μεγάλο το νούμερο και αυτών που γέρνουν προς την πλευρά τους. Έχουν τη συμπάθεια μεγάλου κομματιού της κοινωνίας.
Νιώθουν επιτέλους δικαιωμένοι. Σκέφτονται αυτόνομα.
Ο Μάριος, οι φίλοι και σύντροφοί του, περιμένουν πως με τον καιρό θα γίνουν περισσότεροι οι μαχόμενοι.
Χρειάζεται οπωσδήποτε να τους πλαισιώσουν καινούριοι, μαχητές και συμπαθούντες, το ρεύμα είναι δυνατό, ορμητικό θα έλεγα.
Σε κάθε γωνιά, στο σχολείο, στην εργασία, στην γειτονιά οι τάξεις των ανταρτών της επανάστασης θα πυκνώσουν.

Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει, και αν σου αρέσει!
Η καθημερινότητα της πλήξης.
Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για τα ανώδυνα.
Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
Είναι αυτόνομοι.
‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
‘Πρώτα- πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
‘Και ζώντας, αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά, το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας και το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιά το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει !’

Riders on the Storm, The Doors.

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις εσύ, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα!                                                                           είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!

Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.

Pat Garrett and Billy the Kid, Bob Dylan.

Η πόλη είναι περιτριγυρισμένη με πανέμορφα μεσαιωνικά χωριουδάκια, άθικτα,  ελάχιστες ‘μοντέρνες’ παρεμβάσεις, και ….εξαιρετικές ταβέρνες. Όταν λοιπόν ‘σκάσει’ κάποιο αυτοκίνητο, τους αρέσει πολύ να τις επισκέπτονται. Για λιτό φαγητό και πολύ, θαυμάσιο τοσκάνικο κόκκινο κρασί.
Φοβεροί χώροι, συνήθως σε υπόγεια. Αρχαία, υποβλητικά κτίσματα, εξαιρετικά αναπαλαιωμένα, με απίθανους μεζέδες. Μεγάλες ποικιλίες σε τυριά, αλλαντικά και ζυμαρικά φυσικά. Περνάει η ώρα με συζήτηση και κρασοκατάνυξη, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Τα μεγάλα θέματα της κοινωνίας, της ανθρωπότητας στην ημερήσια διάταξη. Ο ιμπεριαλισμός, η πολιτιστική επανάσταση, τα αντάρτικα κινήματα, η Βιετναμέζικη αντίσταση, η ‘κομμουνιστική’ απογοήτευση.

τα παιδιά του ’77 1

Και πάντα θα σκάσει μύτη στις παρέες και σύντροφος ή φίλος τέλος πάντων, γόνος πλούσιας οικογένειας. Με εξοχικό στο βουνό ή στα περίχωρα της πόλης. Και τότε θα μαζευτούμε πολλοί μαζί για εκδρομή στην εξοχή. Η καλύτερή μας. Ρεφενέ για τις προμήθειες και τις βενζίνες. Και ‘παίζουνε’ τα πάντα.

Madama Butterfly, Maria Callas.

  • Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση και την καταστολή.
    Έχουν χτυπήσει με άγριο τρόπο, το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το θηρίο για να την διαπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θεριό γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε στα απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά, άλλα βαγόνια, γεμάτα και αυτά συντρόφους που έρχονται από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη, ή στις κινητοποιήσεις στο κέντρο της πόλης. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους τις πάρουν! ‘I giornali di Marzo’, ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.

Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες, αργά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει. Libertà!
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.


Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

»Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη για λίγο είναι δική σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός είναι δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει για να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες στην μπάνκα! Τζούφιο είν’ το βάρος του».

Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα, με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.

 – για να αποκατασταθεί η τάξις

 

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο που περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του  TorinoCagliariSassari,Salerno. Στην BolognaMilanoPadovaFirenzePisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino, κοντά στην οδό Sommacampagna, μια ομάδα συντρόφων διαχωρίστηκε από την πορεία και πήγε να επιτεθεί στα γραφεία του φασιστικού Msi απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτοί που επιτέθηκαν την προηγούμενη ημέρα. Στην piazza Indipendenza, από ένα Φίατ 127 δίχως διακριτικά κατέβηκαν κάποιοι αστυνομικοί με τα πιστόλια στα χέρια. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των αστυνομικών και δυο συντρόφων, οι Paolo και Daddo και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν σοβαρά.

Αποτέλεσμα εικόνας για paolo kai daddo

Ο εκ των ηγετικών στελεχών του κομουνιστικού κόμματος Ugo Pecchioli σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «la Repubblica» δηλώνει: «Το raid των φασιστών στο πανεπιστήμιο και οι βιαιότητες των προβοκατόρων που αποκαλούνται αυτόνομοι είναι δυο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας […] η φασιστική μήτρα είναι κοινή, παρόμοιοι και οι σκοποί. Η αστυνομία και η εισαγγελία πρέπει να κάνουν το καθήκον τους κλείνοντας τις γιάφκες». Το κίνημα απάντησε με μια μεγάλη διαδήλωση 30.000 ανθρώπων στους δρόμους της πόλης.

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσεις; Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν; Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μητροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενό χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματοςπου προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα φτώχεια σε όσους εργάζονται» –  «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» –  «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] –  «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν ενάντια στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

παρασκευή 18, στην σχολή της Οικονομίας λαμβάνει χώρα μια μεγάλη συνέλευση του κινήματος η οποία αποδέχεται ένα κείμενο γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας:

Το πρωί η ομάδα περιφρούρησης του Pci […] ξεκίνησε σοβαρά επεισόδια στην προσπάθεια της να τσακίσει την αυτονομία του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε λόγω της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που έδιωξαν την ομάδα περιφρούρησης του  Κκι και παρέμειναν κύριοι του Πανεπιστημίου. […] Το απόγευμα ο Cossiga, που τον ευνοούσε η κατάσταση, έδωσε διαταγή στις δυνάμεις της αστυνομίας να επιτεθούν στο Πανεπιστήμιο με μια τεράστια αστυνομική δύναμη, καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο να επιτύχει, χάρη στο  Pci, αυτό που δεν είχε καταφέρει τις προηγούμενες ημέρες.

[…] Όσο για τον αγώνα, το κίνημα δεν προτίθεται να παραιτηθεί με κεντρικούς στόχους του να είναι: 1) η απόσυρση του σχεδίου Malfatti και εκείνου του Κομμουνιστικού Κόμματος2) εθνική γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση για να ανοίξει ένα νέο μαζικό μέτωπο πάλης γύρω από την απασχόληση. Το κίνημα γνωρίζει ότι οι στόχοι αυτοί σημαίνουν την απόρριψη της πολιτικής των θυσιών, της λογικής της καπιταλιστικής συμβατότητας σε σχέση με την κρίση […]. Για τους λόγους αυτούς, η γενική συνέλευση αποφασίζει: να προειδοποιήσει την κυβέρνηση για την άρνηση του κινήματος να αποδεχθεί την εκκένωση του Πανεπιστημίου, το οποίο πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος αυτόνομης συνάθροισης των νέων και ζητά την οριστική εκδίωξη της αστυνομίας, να δημιουργήσει ένα πολιτικό μανιφέστο για τους πολίτες το οποίο θα αποσαφηνίζει τις θέσεις του κινήματος, να ορίσει για το σάββατο 19 Φεβρουαρίου, στις 17 στην Piazza Esedra, μια μεγάλη διαδήλωση στην πόλη και μαζική, την οποία θα εγγυάται-προστατεύει οι δομές του κινήματος, να καλέσει όλα τα πανεπιστήμια που βρίσκονται σε αγώνα σε μιαν εθνική αντιπαράθεση το Σάββατο και την Κυριακή 26 και 27 Φεβρουαρίου στη Ρώμη.

[Dario Paccino, Sceemi, il rifiuto di una generazione, 1977],  Ανόητοι, η άρνηση μιας γενιάς

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Ρώμη με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

Στην Bologna, στις 23 μαρτίου, κλείνουν το Radio Alice και τις επόμενες ημέρες εκκενώνεται το Πανεπιστήμιο της πόλης με την χρήση τεθωρακισμένων. Ο Cossiga διέταξε την απαγόρευση διαδηλώσεων στην Roma.

– »Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της Ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο, να πω την αλήθεια, όλες οι γραμμές της αυτονομίας ήταν σαν μια τεράστια ομάδα περιφρούρησης…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα, τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι, με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες και την πραμάτεια να φωνάζει ‘πάρε με’!
Εναντίον, επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών γραφείων και στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

People have the power, Patti Smith

  • Να σας μιλήσω λιγάκι για τους φίλους μου. Γι αυτούς τους ταξιδευτές της ζωής, τους εξερευνητές του άγνωστου και του αχαρτογράφητου, αυτούς τους εραστές της περιπέτειας. Για ανθρώπους των οποίων τα βήματα δεν μπόρεσα να ακολουθήσω, ολοκληρωτικά, για διάφορους λόγους, δικούς μου, αλλά των οποίων την πορεία έχω την ευκαιρία και τη δυνατότητα να παρακολουθήσω από κοντά. Οι περιπλανήσεις τους είναι απλησίαστες για μένα, τις αιτίες δεν θα αποκαλύψω. Τους έζησα από κοντά, βίωσα τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς τους, αφουγκράστηκα τις ανησυχίες και το πείσμα τους, έζησα μαζί τους.
    Και τους αγάπησα.

Χαθήκαμε για χρόνια. Κι όταν πριν λίγο καιρό δέχτηκα ένα μήνυμα μέσω φίλου που έχει συναντήσει τυχαία κάποιον από αυτούς, μια κοπέλα συγκεκριμένα, με τους κολλητούς μου, σε νησί, η καρδιά μου φτερούγισε.
Με ψάχνουν.
Το μήνυμα συμπληρώνει και ένας αριθμός τηλεφώνου. Κάλεσα αμέσως, και περιττό να σας διηγηθώ τη συνέχεια. Σεισμός. Ήταν η γνωστή φωνή, με την ιδιαίτερη προφορά του φίλου και συγκάτοικου για κάποιο διάστημα, με τον οποίο συνδέθηκα πολύ. Η συγκίνηση δεν περιγράφεται.
Και μετά τα πρώτα χαιρετίσματα έπεσε η ιδέα για μια συνάντηση. Την πραγματοποιήσαμε πολύ σύντομα σε ένα από τα νησιά του Ιονίου.
Εκεί έπεσε και η ιδέα για τη συγγραφή αυτής της διήγησης, ήταν δική μου. Ήθελα να ακούσω τις ιστορίες τους, να τις μεταφέρω, τώρα που υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ειπωθούν, πρακτικά και καθαρά, όχι με μισόλογα και υπονοούμενα όπως γίνονταν παλιότερα.
Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Συμφώνησαν όλοι, απόλυτα. Διότι τόσα χρόνια έχει πέσει ένα πέπλο σιωπής όσον αφορά εκείνα τα τόσο ενδιαφέροντα και τρομερά χρόνια.

Fela Kuti, Music is the Weapon

  • Ας επιστρέψω όμως σε εκείνη την φοβερή μέρα του Μαρτίου στην Ρώμη :
    Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
    Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
    Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
    Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.

Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, μένουν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως, προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική, που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυώροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φωτιά. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό ,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

μάρτιος ’77 στην Ρώμη

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει, αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω- κάτω άλλοι έχουν παράξει, και δεν θα γευτούν ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας, η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας ανδρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε έτσι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

  • Οι σύντροφοι λοιπόν δεν βρίσκονται άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν, ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
    Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
    Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι που πορεύονται, τον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε, εδώ και ώρα, η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά στο ύψος ανθρώπου. Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
    Εχθές τον σύντροφό τον  φάγανε πισώπλατα.
    No mercy!
    Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι αγωνιστές πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο, πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς. Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Ανταπαντούν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη, αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη, μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους, και κλείνει την πλατεία από εκείνη τη μεριά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, απ’ το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις ανταπαντούν, αναγκασμένοι να το αφήσουν έρμαιο, αφύλακτο, λόγω της σφοδρότητας της επίθεσης!                           Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξουμε έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε, και ανακούφιση μαζί, ξανά όλοι μαζί, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με τους άλλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο για την Φλωρεντία λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ, οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά τον συρμό άρον- άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι. Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της πόλης μας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιο με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Να ζεις ν αγαπάς και να μαθαίνεις

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά. Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα.

Street Fighting Man, The Rolling Stones

Stones στο Παρίσι ’67

… ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΝΑ ‘ΧΩ ΣΚΕΨΗ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ, ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΜΑΤΑΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Ι. Καμπανέλλης
Μα πως φθάσαμε μέχρις εδώ θα το πούμε στη συνέχεια

 

συνεχίζεται

μιχαλης 287

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ.

Η φαινομενολογία των δημιουργικών πολιτισμών περιλαμβάνει ένα σύνθετο σύστημα αναφορών που παραπέμπουν στις ιστορικές avant-gardes- πρωτοπορίες, στον μαοϊσμό, αλλά και στη φιλοσοφία hippie, στον orientalism-στις ανατολικές φιλοσοφίες δηλαδή της δεκαετίας του εξήντα, στον ευτυχισμένο και κοινοτικό ουτοπισμό, που συνδέεται με την απαισιόδοξη προφητεία της «κριτικής θεωρίας».Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα δύο τάσεις είχαν διαμορφώσει τις πολιτιστικές παραδόσεις που αποκαλούνταν νεανικές: την τάση να θεωρούν το μέλλον με εμπιστοσύνη και σιγουριά, να δέχονται το μοντέλο οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης που φαινόταν να είναι απεριόριστο και αμετάκλητο-μη αναστρέψιμο.Και μετά υπήρχε η τάση που μπορούμε να ορίσουμε ως «αντιπολιτισμική»: αυτή δεν αμφισβητούσε ουσιαστικά την σιγουριά μιας γραμμικής εξέλιξης, αλλά περιορίζονταν στην απόρριψη των συνεπειών της πολιτιστικής ενσωμάτωσης και της υπαρξιακής ισοπέδωσης, απέρριπτε την ομολογοποίηση και την απώλεια της ελευθερίας που η καταναλωτική κοινωνία καθόριζε. Το αντιπολιτισμικό κίνημα (hippie, αντιιμπεριαλιστικό, κίνημα των κοινοτήτων, φοιτητικό κίνημα) ήταν στενά συνδεδεμένο με την κοινωνία της ευημερίας, ήταν το άλλα της πρόσωπο.

Μα να που με τη δεκαετία του ’70 το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο αλλάζει: η κρίση σπάζει την εμπιστοσύνη στο μέλλον, και ο ορίζοντας δεν φαίνεται καθησυχαστικός: οι προσωπικές και συλλογικές ταυτότητες της προηγούμενης δεκαετίας (είτε ήταν ενσωματωμένες είτε εξεγερτικές) ξαναζωγραφίζονται σε ένα άλλο πανόραμα σε μιαν άλλη προσμονή για το μέλλον.Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πιο σημαντική ημερομηνία αυτής της αντιστροφής των σεναρίων και της αντίληψης είναι το ’77. Το ’77 είναι ένα έτος γεμάτο νόημα για τις κουλτούρες της νεολαίας σε ολόκληρη τη Δύση: είναι ο χρόνος που το πανκ εκρήγνυται στο Λονδίνο, και οι Sex Pistols προκαλούν την αστυνομία και τη μοναρχία με τις προβοκατόρικες συναυλίες τους, την ημέρα των εορτασμών για τη βασίλισσα.Και είναι το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν οι πρώτες σημαντικές αντιπυρηνικές διαδηλώσεις, στην Malville και Brokdorf. Τα επαναστατικά κινήματα υπήρξαν φορείς μιας ελπίδας και μιας ιδεολογίας οργανικής και εμπιστοσύνης, τα κινήματα που εκδηλώνονται εκείνη τη χρονιά είναι αντιθέτως το σημάδι της απόρριψης και της άρνησης της νεωτερικότητας, αποκαλύπτουν μάλλον απελπισία για το σενάριο που δημιουργήθηκε από την κρίση και από την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών, παρά μιαν ελπίδα στην τεχνολογική και οικονομική πρόοδο.Μια ολόκληρη ιστορική προοπτική αντιστρέφεται, οι κουλτούρες της νεολαίας καταγράφουν αυτήν την ανατροπή το 77: από την επέκταση της βιομηχανικής κοινωνίας προχωρούμε στην κρίση της, και επιπλέον, η βιομηχανική πρόοδος αρχίζει να εκθέτει τις καταστροφικές της τάσεις. 

Η αναστροφή της προοπτικής σημαδεύεται επίσης από τη μετάβαση στην κοινωνία που κυριαρχείται από την ηλεκτρονική, από την τεχνολογική ψυχρότητα και την ανταγωνιστική αλαζονεία, από την παντοδυναμία του θεάματος και της πληροφόρησης. Οι νέοι που έρχονται στη σκηνή μετά το ’77 είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετικοί από αυτούς που είχαν προηγηθεί: είναι οι θεατές της κατάρρευσης των κοινωνικών μύθων του μοντέρνου: η κρίση της προοπτικής της σύγχρονης κοινωνίας τους φαίνεται σαν η έλλειψη κάθε μέλλοντος Το Punk είναι, με αυτή την έννοια, η ευδιάκριτη, διαυγής συνειδητοποίηση μιας αλλαγής σημαδιακής, που θα αφήσει εποχή.Ειδωμένο επάνω αυτό το φόντο, το ιταλικό ’77 αποκτά μια ιδιαίτερη πυκνότητα: σε εκείνο το έτος προστίθενται οι επιπτώσεις μιας παρατεταμένης εποχής εργατικών αγώνων και μιας πολιτιστικής έκρηξης των εξεγερσιακών κινημάτων της νεολαίας και των ανέργων, όλων εκείνων που αισθάνονται ότι απειλούνται από τη νέα παραγωγική οργάνωση που διακρίνεται στον ορίζοντα της μεταβιομηχανικής εποχής. Το κίνημα του ’77 στην Ιταλία συνοψίζει όλα τα διαφορετικά πρόσωπα της αντικουλτούρας της νεολαίας: η πολιτική ψυχή μαοϊκής μήτρας, η αντάρτικη επιθετικότητα συνδυάζονται με τον δημιουργισμό της ξεκάθαρης hippie προέλευσης: όλα αυτά καταλήγουν να εισρεύσουν μέσα στη σκοτεινή και απεγνωσμένη αναπαράσταση της πρώτης εμφάνισης του πανκ.Ενώ στους καυτούς μήνες της άνοιξης του ’77 (όταν οι εξεγέρσεις της πλατείας στη Μπολόνια και στη Ρώμη εξερράγησαν) ο κυρίαρχος τόνος ήταν εκείνος της μεσσιανικής ελπίδας, της αναζωογονητικής εμπιστοσύνης σε μια απελευθερωμένη κοινότητα, στο χτίσιμο απελευθερωμένων περιοχών.Μέσα στους επόμενους μήνες, μετά τον αντίκτυπο με την σκληρότητα της καταστολής και κυρίως με τη αδυσώπητη λογική της περιθωριοποίησης, της ανεργίας, της ανταγωνιστικότητας, ο απελπισμένος και αυτοκαταστροφικός τόνος κατέστησαν κυρίαρχοι, το συναίσθημα της έλευσης μιας απάνθρωπης εποχής, όπου όλες οι αξίες της αλληλεγγύης θα είχαν ακυρωθεί-διαγραφεί.Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι το 77 ήταν ταυτόχρονα μια σύνθεση της δεκαετίας του »60 και της δεκαετίας του ’70, και ένα ζοφερό προαίσθημα της δεκαετίας του ’80.

Μετά το ’77 εμφανίστηκαν με ευρύτατο τρόπο οι τάσεις εκείνες που χαρακτηρίζουν τις συμπεριφορές του νεαρού πληθυσμού στα λεγόμενα χρόνια της «παρακμής» : μεταβάλλονται οι συμπεριφορές οι στάσεις και οι θέσεις ως προς την εργασία, συμπεριφορές προς την διαδικασία κοινωνικοποίησης, η ανάγκη για κοινότητα και η ακραία και περιφρονητική γεύση για την περήφανη μοναξιά του.Και τελικά εκείνη την στιγμή ωριμάζει η μετάβαση από τις πολιτισμικές μορφές που φέρουν το αποτύπωμα του κολεκτιβισμού και του εξισωτισμού προς τις μορφές που κυριαρχούνται από τον ατομικισμό. Το 1977 αντιπροσωπεύει μια κριτική κάθε ψυχολογικής επένδυσης για το μέλλον, και η διεκδίκηση μιας εμμένειας χωρίς υπολείμματα, μιας βιοτής στο παρόν που δεν αφήνει χώρο στις ιδεολογίες ή προσδοκίες.Στην κουλτούρα του ’77 η εξέγερση είναι μια πράξη που είναι όλη παρούσα, μια πράξη που αξίζει την αμεσότητα της και όχι για το μέλλον που πρέπει να εδραιώσει. Επάνω σε αυτή την απόρριψη της επένδυσης στο μέλλον βασίζεται και η κριτική που η κουλτούρα του 1977 απηύθυνε στην παραδοσιακή πολιτική στράτευση.Η ευτυχία πρέπει να βιωθεί άμεσα, και δεν πρέπει να προταθεί για το μετα-επαναστατικό μέλλον. Αλλά εάν βλέπουμε τα πράγματα σε προοπτική, με τα μάτια της επακόλουθης εμπειρίας, συνειδητοποιούμε το γεγονός πως η ευτυχής εμμένεια του ’77, η διεκδίκηση ενός ενιαίου μέλλοντος που πρέπει να βιωθεί πλήρως, δεν είναι άλλο παρά η πρόβλεψη ενός «no future» του πανκ, που αμέσως μετά την δύση της καυτής εμπειρίας του 77 εξαπλώνεται στη νεανική συνείδηση.Δεν χρειάζεται να περιμένουμε τίποτα από το μέλλον γιατί δεν υπάρχει μέλλον για τις ανθρώπινες αξίες, για την αλληλεγγύη, την ελευθερία, την ευχαρίστηση ζωής. Το μέλλον εμφανίστηκε ξαφνικά σημαδεμένο από τα φαντάσματα της στρατιωτικοποίησης, του μιλιταρισμού, της βίας, του κομφορμισμού, της μιζέριας. 

Και πράγματι είναι μετά το ’77 που οι στρατιωτικές επενδύσεις αυξάνονται τρομακτικά και το κλίμα του ψυχρού Πολέμου ξαναρχίζει σε συνδυασμό με τη νίκη του Ρέιγκαν, είναι μετά το ’77 που ένα κύμα απολύσεων πέφτει επάνω στους εργάτες σε ολόκληρη τη βιομηχανική Δύση, και οι νέες τεχνολογίες εξαλείφουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθιστώντας την ανεργία των νέων ένα ανεκρίζωτο διαρθρωτικό δομικό γεγονός.Το μέλλον φαίνεται ξηρό και έρημο, και μάλιστα είναι από εκείνη τη στιγμή που η ηρωίνη εμφανίζεται μαζικά στην αγορά ναρκωτικών, και είναι επίσης η στιγμή κατά την οποίαν, αναγκασμένοι να βρουν ένα χώρο στον κόσμο της «απορρύθμισης-deregulation» και της αδίστακτης επιθετικότητας μεταξύ ανέργων, κάνουν την επανεμφάνιση τους ατομικισμός και ανταγωνισμός, προκαλώντας μια βαθιά κρίση των μορφών αλληλέγγυων κοινοτήτων των προηγούμενων ετών.Εν ολίγοις, είναι εκείνη τη στιγμή που το σενάριο αλλάζει: αλλά αυτό αλλάζει κυρίως μέσα στο σύστημα προσδοκιών και των πιθανών φαντασιακών του μέλλοντος. Αλλάζει, δηλαδή, μέσα στην κοινωνική σκέψη, στην πολιτισμική αντίληψη, μέχρι να σφραγιστεί ζοφερά μέσα στην κομφορμιστική και αναισθητοποιητική ομολογία της δεκαετίας του ’80 που ξεδιπλώθηκε.