ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Δεν είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς – Non è un libro per nostalgici

του Marc Tibaldi

Gianfranco Manfredi, Ma chi ha detto che non c’è, l’anno del Big Bang, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Το έτος του Big Bang, Agenzia X, Milano, 2017, pp. 422, € 20,00.

To «να μετατρέψουμε τον κόσμο» του Karl Marx που ενσωματώνεται στο «να μεταβάλλουμε τη ζωή» του Arthur Rimbaud, στο «όνειρο, η ποίηση, η επανάσταση, η αγάπη» των σουρεαλιστών, στο «να διανέμουμε ήδη από τώρα τον πλούτο» της μπάντας Bonnot. Εδώ, το καλύτερο 77 ενσωμάτωνε σε αυτές τις περιπτώσεις, και ενσωμάτωνει ότι καλύτερο από τις ιδεολογίες του ‘800 και τις πρωτοπορίες και τις αντικουλτούρες του εικοστού αιώνα. Ανακινώντας τα πάντα και δημιουργώντας νέους τρόπους και νέες ιδέες Αλλά το ποιος είπε ότι δεν υπάρχει του Gianfranco Manfredi μας χαρίζει την πολυπλοκότητα εκείνου του κινήματος όπως δεν είχε γίνει ακόμη γίνει, παρά όλους τους τίτλους επί του θέματος που εμφανίστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι ένα φανταστικό συνονθύλευμα σκέψεων, προβληματισμών, κοινωνιολογικών αναλύσεων και προσωπικών αναμνήσεων. Ο Manfredi είναι μια εκλεκτή φιγούρα: συγγραφέας, φιλόσοφος, τραγουδοποιός, σεναριογράφος πολυάριθμων ταινιών και δεκάδων ιστοριών κόμιξ που εξάγονται σε όλο τον κόσμο. Στη δεκαετία του εβδομήντα ηχογράφησε τα άλμπουμ Αλλά δεν είναι μια ασθένεια και Ζόμπι όλου του κόσμου ενωθείτεMa non è una malattia και Zombie di tutto il mondo unitevi.

Ανάμεσα στα μυθιστορήματα του να θυμίσουμε την Κόκκινη  Μαγεία Magia Rossa (Feltrinelli, 1983) και τον Μικρό μαύρο διάβολο, Piccolo diavolo  nero(Tropea, 2001), και αυτή η νέα εργασία μπορεί να διαβαστεί σαν απαραίτητη ενσωμάτωση στην Χρυσή Ορδή. Το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα,  L’Orda d’Oro, 1968-1977. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale. Εάν η ανθολογία που δεν πρέπει να χάσετε και επιμελήθηκε ο Primo Moroni και ο Nanni Balestrini είναι μια συλλογή από τις σημαντικότερες θεωρητικές συνεισφορές και τις πιο ενδιαφέρουσες επαναστατικές πολιτικές εμπειρίες, το έργο του Manfredi μας επιστρέφει την πολλαπλότητα του κινήματος και εκείνων των χρόνων γενικότερα, επικεντρώνοντας στους πολιτικούς αγώνες εντάσσοντας τους μέσα στο πολιτιστικό σενάριο – εθνικό και διεθνές – εκείνης της χρονιάς.

Το βιβλίο δεν αναφέρεται μόνο στο 77, αλλά γενικότερα στα χρόνια αυτής της συγκυρίας μεταξύ του μετά το 68 και της αρχής της οπισθοδρόμησης. Και το κάνει με το πνεύμα «εκείνων» των καιρών και χωρίς να είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς. Αυτό είναι ένα από τα δυνατά του σημεία. Αλλά το Ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è, αναπνέει την ατμόσφαιρα του ’77 και μας επιστρέφει τα οράματά της, έτσι είναι και ένα βιβλίο για το μέλλον. Γεννάται εμπνευσμένο από το διάσημο τραγούδι που φέρει τον ίδιο τίτλο, το οποίο ο Gianfranco Manfredi ηχογράφησε το 1976 και δημοσιεύθηκε στο άλμπουμ Ma δεν είναι μια ασθένεια, Ma non è una malattia. Είναι ένα ερωτικό και επαναστατικό τραγούδι, εμβληματικό του 77, μια επιθυμία για κάτι που μπορεί να υπάρξει μια μέρα αλλά και για τις πιθανές ουτοπίες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για ένα όμορφο κομμάτι, ουσιώδες, μια ισορροπία αντιθέσεων και προτάσεων, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα πολλές ομάδες και τραγουδοποιοί, από τους Gang στους Ministri, από την τορινέζικη ομάδα Aldo dice (μαζί, μεταξύ των άλλων οι, Nadàr Solo, Banda Fratelli, Daniele Celona, Levante, Esma, 2 Fat Men, Duemanosinistra, Il terzo istante) σε εκείνο το άτυπο που αποτελείται από τους Guido Baldoni, Davide Giromini, Alessio Lega, Rocco Rosignoli και Marco Rovelli.

Ακολουθώντας τους στίχους του τραγουδιού, το βιβλίο αφιερώνει αξέχαστα κεφάλαια σε όλες τις πτυχές που μπορεί να θέσει υπό συζήτηση εκείνο το μαγικό έτος και κατά το οποίο το ανταγωνιστικό κίνημα εξέφρασε δημιουργικές και φαντασιακές σπίθες: από τα κόμικς έως την λογοτεχνία, από το θέατρο έως τον κινηματογράφο, από την επιστημονική φαντασία μέχρι την ελευθεριακή παιδαγωγική και μετά και πάνω απ ‘όλα: τον φεμινισμό, την κοινωνική οικολογία και τη φυσική γεωργία, την αντιψυχιατρική, την εργατική Αυτονομία, την διαδεδομένη αυτονομία, τους ινδιάνοι μητροπολιτάνους, το πανκ, τις  εναλλακτικές μουσικές, τον αντιμιλιταρισμό …

Πολύ χρήσιμος είναι ο κατάλογος των καλών προθέσεων που ο συγγραφέας αποφασίζει να ακολουθήσει γράφοντας το βιβλίο και αναφέρεται στην εισαγωγή: «Να μην ξεπέσουμε στην αυτοβιογραφία, να μην υποβληθούμε στη ροή των αναμνήσεων (οι μνήμες εξαπατούν), να μην ξεπέσουμε στο είδος »χρόνια του μολυβιού» ( μιας και το 77 υπήρξε πολλά περισσότερα από ένα κουτί του χρόνου με μέσα του ένα πιστόλι P38 και ένα πακέτο δώρου με σφαίρες), ακόμη περισσότερο να μην ξεπέσουμε στην εορταστική και συναισθηματική revival, αναβίωση, στην αναζήτηση της χαμένης νεότητας. Θα ήταν επίσης λάθος να μειώσουμε τη συλλογική εμπειρία σε γενεαλογική εμπειρία. Υπήρχαν περισσότερες γενιές, που έζησαν αυτή την εμπειρία, από τα παιδιά που γεννιόντουσαν, στους μεγαλύτερους που έφευγαν. Και όλοι τους ήταν πρωταγωνιστές, με τα όλα τους, αυτού του παραδειγματικού και μοναδικού έτους. Έπρεπε να ανοιχτώ στην οπτική των άλλων, να περπατήσω μαζί τους μονοπάτια που δεν είχα εξερευνήσει εγώ, αποφεύγοντας όμως την πανούκλα τις αποκαλύψεις που ήταν γεμάτες με ανέκδοτα που ξαναχτίστηκαν με τέχνη, ξεσπάσματα επακόλουθα από παράπονα εναντίον εκείνου ή του άλλου, εκθειάσεις λαμπερών επιχειρήσεων οικογενειακής διαχείρισης ή / και ομάδων … τέλος πάντων το χειρότερο”.

Δύο προβληματισμοί για το σήμερα, ξεκινώντας από το δημιουργικό χάος του βιβλίου και του ’77. Πρώτον: η διαδικασία των πολιτισμικών διαφορών και των αγώνων που ξεκινούν από μια συγκεκριμένη αξίωση και τη διαδικασία της κοινωνικής ανασύνθεσης εμφανίζονται σήμερα σε ένα πολύ διαφορετικό φως από αυτό που φαίνονταν να καθοδηγεί την πλανητική σκηνή εκείνων των χρόνων. Τότε οι διαφορές ήταν η κινητήρια δύναμη μιας δυναμικής της ανασύνθεσης, σήμερα εμφανίζονται κυρίως σαν ένα επιθετικό και ιδιαιτέρως αναγνωριστικό στοιχείο. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μια μετατόπιση των τόνων, των προφορών. Η διαφοροποιημένη έμφαση, η οποία στα χρόνια του διεθνιστικού κύκλου δούλεψε ως δυναμικό στοιχείο, αποτελεί πλέον παράγοντα σταθεροποίησης της ταυτότητας και επιθετικής παύσης, κλεισίματος (σκεφτείτε το αφρο-αμερικανικό κίνημα που πέρασε από τις επαναστατικές θέσεις των BlackPanter στην αντιφατική Million Men March του Farramhan, σε θέσεις εθνικής απελευθέρωσης που εδαφικοποιούνται και καθίστανται αντιδραστικές , αλλάζοντας την προοπτική μερών του φεμινιστικού κινήματος και της ομοφυλοφιλίας προς τα νεοφιλελεύθερα παράλια).

Δεύτερον: το ’77 – σε πολλές από τις ζυμώσεις του, από το απαιτητικό κίνημα A / traverso στο πανκ – ήταν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών ταυτόχρονα και των αντικουλτούρων. Ίσως ήδη οι αντι-κουλτούρες υπήρξαν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών. Πράγματι, στον τομέα της τέχνης, η πρωτοπορία προϋποθέτει την ικανότητα να επισημανθεί μια ικανότητα προσδιορίσιμη, μετρήσιμη ικανότητα κατά κάποιο τρόπο (ποιος μετράει και ποιο μέτρο είναι ένα πρόβλημα εξουσίας). Οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες στο κεφάλαιο όπως οι πολιτικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες για τον σχηματισμό ιεραρχιών. Οι αντικουλτούρες μπορoύν να υπαχθούν, αλλά έχουν δημιουργήσει μια κοινωνική συμμετοχή που παραμένει στη συλλογική συνείδηση. Σήμερα η δημιουργία υλικού, καλλιτεχνικού, σχεσιακού και κοινωνικού πλούτου δεν μπορεί πλέον να δημιουργηθεί μεμονωμένα, ατομικά, ακόμη και η τεχνολογική έρευνα είναι πάντα το αποτέλεσμα της ομαδικής έρευνας, μιας συνεργασίας.

Να σημειώσουμε κάποιες δευτερεύουσες πτυχές στο περιθώριο, λίγο άτακτα. Στο βιβλίο – το οποίο προφανώς πρέπει να θέσει κάποια όρια – δεν υπενθυμίζεται η σημασία της εικαστικής τέχνης (εννοιολογικής και επιτελεστικής κυρίως) και ούτε η σημασία της ποδοσφαιρικής καινοτομίας που προκαλείται από την «επιστημολογικά αναρχική» μέθοδο (να το πούμε σαν τον Feyerabend ) της Ολλανδίας και του Ajax, η οποία ήταν μια πραγματικά μη ιεραρχική έννοια του παιχνιδιού. Στα κεφάλαια αφιερωμένα στη μουσική δεν γίνεται λόγος για τη σημασία των περιοδικών όπως το Gong e Muzak, αλλά – γιατί όχι – ακόμη και το Ciao 2001. Αντίθετα, στο σωστά αφιερωμένο σημαντικό τμήμα των αντιρρησιών συνείδησης στη στρατιωτική θητεία, δεν υπάρχει καμία αναφορά για το κίνημα των «προλετάριων με στολή», μια άτυπη οργάνωση που ακολουθήθηκε έντονα σε πολλούς στρατώνες. Ανεπαρκές από αναλυτική άποψη, μας φαίνεται επίσης το κεφάλαιο που αφιερώνεται στο Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ενώ αφενός είναι σωστό να δοθεί χώρος στον Pannella και τα άλλα μέλη για τη συμβολή και την αποφασιστικότητα που έφεραν τα κινήματα της δεκαετίας του ’70, από την άλλη ίσως θα μπορούσε να έχουν εντοπιστεί – όπως συμβαίνει και σε άλλες σελίδες σχετικά με τις θέσεις της ένοπλης πάλης – οι επικρίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι ριζοσπάστες θα είχαν καταστεί ένα τέλειο γρανάζι για τον νεοφιλελευθερισμό.

Από αυτή την άποψη, μια σύντομη παρένθεση σχετικά με το θέμα. Πρόσφατα ξανά διάβασα τον αναρχικό της Τεργέστης, L’anarchico triestino, την αυτοβιογραφία του Umberto Tommasini. Η φωτογραφία που τον βλέπει να απεικονίζεται δίπλα στον Pannella κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητηρίου μιας αντι-μιλιταριστικής πορείας το 1973 μου θύμισε ένα γεγονός που μου έλεγε ένας σύντροφος. Κατά τη διάρκεια μιας αμφιλεγόμενης διαμάχης, ο Umberto – ο επαναστάτης σιδηρουργός που συμμετείχε στον ισπανικό Πόλεμο, εκείνη την εποχή ήταν 77 χρονών – είπε στον ριζοσπάστη ηγέτη περίπου αυτά τα λόγια: «θα γίνεις ένας υπηρέτης των αφεντικών και του Κράτους”. Δεν επρόκειτο για μια προφητεία, παρά για μια πολιτική ανάλυση αιτιολογημένη που έδειχνε ότι από τις «φιλελεύθερες» θέσεις του Pannella, που στερούνταν ένα πιο πολύπλοκο πολιτικό όραμα για εξουσία, δεν μπορούσε παρά να έρθει – αργά ή γρήγορα – να γίνει αυτό που θα γίνονταν ο Pannella στη συνέχεια. Έτσι έγινε, όπως μπορούμε να δούμε.

Τέλος. Για τον πλούτο του αλλά και για τους προβληματισμούς που εγείρει, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è ξεσηκώνει μια πρόκληση για το μέλλον: ξεκινώντας από τις διαφορές χωρίς να επικεντρώνεται στην ταυτότητα, ξεκινώντας από συνωμοσίες χωρίς να ξεπέφτει σε ιεραρχικούς σχηματισμούς . Στην εμμένεια των επαναστατικών δυνατοτήτων, όπως τραγουδάει το τραγούδι “Υπάρχει στο βάθος των ματιών σου / στην άκρη των χειλιών / υπάρχει στο αφυπνισμένο σώμα […] Υπάρχει στο όνειρο που πραγματοποιείται στο γυαλισμένο πολυβόλο / στη χαρά στο θυμό / στην καταστροφή του κλουβιού / στο θάνατο του σχολείου / στην απόρριψη της εργασίας […] Βρίσκεται στη φαντασία / στη μουσική επάνω στο χορτάρι / βρίσκεται στην πρόκληση / στο έργο του τυφλοπόντικα / στην ιστορία του μέλλοντος / στο παρόν χωρίς ιστορία / […] στις στιγμές της μνήμης […] Βρίσκεται στο κάτω μέρος των ματιών σου ποιος είπε ότι δεν υπάρχει / στην άκρη των χειλιών / μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει […] στο τέλος του Κράτους / εκεί, υπάρχει ναι, αλλά ποιος είπε ότι δεν υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει”.

https://www.carmillaonline.com/2017/11/04/non-un-libro-nostalgici/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η επανάσταση τελείωσε νικήσαμε – La rivoluzione è finita abbiamo vinto

La rivoluzione è finita abbiamo vinto

Το να διαβάζεις A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κανείς τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να τα καταφέρνει

Ιστορία του περιοδικού «A/traverso»

Πρόλογος του Franco Berardi Bifo

€ 18.00 € 15.30
Η ιστορία ενός από τα πιο αντιπροσωπευτικά περιοδικά του Κινήματος του ‘77, μια συλλογική εμπειρία εξαιρετικά καινοτόμος. Ήταν πράγματι το πρώτο παράδειγμα ιταλικών πανκ γραφικών, και την ίδια στιγμή ήταν το τελευταίο περιοδικό πρωτοπορίας του χίλια Εννιακόσια των οποίων οι αναφορές ήταν ο φουτουρισμός του Majakovsky και μια αυθεντική αναθεώρηση του πνεύματος του ντανταϊσμού. Αλλά υπήρξε επίσης ένα περιοδικό που πρότεινε εκλεπτυσμένες πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις που στόχευαν στην απελευθέρωση από το λενινιστικό μοντέλο της οργάνωσης για να ιδρυθεί ένα κίνημα συλλογικοποίησης της καθημερινής ζωής, πολλαπλασιασμού των μικρο-πολιτικών εμπειριών αυτο-οργάνωσης.Στο πρώτο του συντακτικό άρθρο, το «A / traverso», εκφράζονταν κατ’ αυτό τον τρόπο: «οικειοποίηση και απελευθέρωση του σώματος, μετασχηματισμός των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα ανοικοδομούμε ένα σχέδιο εναντίον της εργασίας στο εργοστάσιο, ενάντια σε οποιαδήποτε εντολή που βασίζεται στην επίδοση, στην παροχή υπηρεσιών και την εκμετάλλευση».Qui il pdf del nuovo numero di A/traverso 2017 εδώ το pdf του τελευταίου νούμερου του περιοδικού 2017

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Γιατί να διαβάσουμε ξανά το «A/traverso» σήμερα, ακριβώς σαράντα χρόνια από το Εβδομήντα επτά

«Το να διαβάσουμε το A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάποιος τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να το καταφέρνει». Έτσι ο Franco Berardi (Bifo), φιλόσοφος και ιδρυτής του περιοδικού, απάντησε διασκεδάζοντας στην ερώτησή μου την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Δεν μπορώ να βρω καλύτερα λόγια για να παρουσιάσω την ιστορία ενός περιοδικού που από τη φύση του ξεφεύγει από κάθε επανάληψη της ανάγνωσης ή εκ νέου ερμηνεία. Διαφεύγει όχι μόνο επειδή τα συντακτικά του άρθρα είναι ελλιπή και γεμάτα λάθη, ή επειδή ορισμένα από τα νούμερα του είναι πλέον σχεδόν ανεύρετα, αλλά κυρίως επειδή δεν σέβεται ή ακόμη και ανατρέπει τις κωδικοποιημένες δυναμικές της επικοινωνίας. Τις διαλύει, τις σπάζει, αποσυνθέτοντας και κατακερματίζοντας το κείμενο, το οποίο παρουσιάζεται αμέσως πλαστό, αποκλίνον, ακυβέρνητο και πάντα «πέρα από εκεί».

Το περιοδικό γεννήθηκε το 1975, από την κληρονομιά της κοντροκουλτούρας και του εργατισμού της δεκαετία του 1960, αλλά ταυτόχρονα ήταν το σύμβολο ενός διάκενου στον ανταγωνιστικό κόσμο της τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς του τότε. Mια ρήξη λοξή, πλάγια και μάλιστα διφορούμενο, ακριβώς όπως εκείνη η μπάρα που χώριζε τον τίτλο στο μισό και η οποία υπονοείται στη μέση των πραγμάτων. Λόγω της «εγκάρσιας» και της «εγκαρσιακής» τοποθέτησής τους, οι ιδρυτές του περιοδικού ήταν από τους λίγους που φαντάστηκαν το σενάριο που θα ξεδιπλώνονταν πέρα από εκείνη την σεζόν, με το τέλος δηλαδή εκείνης της σεζόν των αγώνων και των κατακτήσεων, να προαισθάνονται τον κίνδυνο της μετάλλαξης που θα έπαιρνε το πάνω χέρι με το τέλος της εξέγερσης.

Ίσως για αυτό το λόγο το «A / ttraverso» μπορεί να θεωρηθεί ως ένα βασικό κλειδί ανάγνωσης των γεγονότων του Εβδομήντα επτά . Εκτός από το γεγονός ότι υπήρξε ένας από τους κύριους τίτλους, εφημερίδες αυτού του κινήματος, εκτός από το ότι είχε την έδρα του στη Μπολόνια – τόπο ενός από τα πιο δραματικά γεγονότα εκείνης της μοιραίας χρονιάς – στα άρθρα του, αισθάνονταν κανείς ήδη την παραβολή εκείνων των ελπίδων, όλους τους κινδύνους που εκείνες είχαν επωάσει , τους οιωνούς της «εποχής του μετά».

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 14 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ – 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ‘77                               XIX

Τρίτη 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Επιδρομή του FUAN στην πανεπιστημιούπολη της Roma “Είναι έντεκα η ώρα το πρωί. Στους τοίχους της σχολής Γραμμάτων τεράστιες αφίσες εξηγούν τα περιεχόμενα της μεταρρύθμισης Malfatti: ο πρύτανης Salinari (του ΚΚΙ) την διαβιβάζει με τις εγκυκλίους του επί του προγράμματος σπουδών και επί των μηνιαίων εκκλήσεων, των οποίων ζήτησε από το συμβούλιο της σχολής την κατάργηση. (…) Φασίστες τραμπούκοι μπαίνουν στην πανεπιστημιούπολη και χωρίζονται σε δυο ομάδες: η πρώτη πηγαίνει προς τη Νομική, η δεύτερη προς την σχολή Γραμμάτων. Είναι οπλισμένοι και διανέμουν ένα φυλλάδιο με υπογραφή FUAN-Caravella ενάντια στην μεταρρύθμιση Malfatti. Καταστρέφουν τζαμαρίες στη Νομική, στις πολιτικές Επιστήμες και στις στατιστικές Επιστήμες. Η άλλη ομάδα κατευθύνεται προς την Καλών Τεχνών ουρλιάζοντας «Θάνατος στους κόκκινους». Επιτίθενται στην σχολή και μετά απομακρύνονται. Είναι σε αυτό το σημείο που πυροβολούν. Πέφτει ο Guido Bellachioma, 22 χρόνων, της κολεκτίβας Lettere. Μια σφαίρα τον έχει χτυπήσει στον αυχένα. Στο Policlinico κρίνουν αμέσως την κατάσταση του σοβαρότατηlo giudicano. Έχει επίσης τραυματιστεί και ο Mangone” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το ’77 και μετά, Roma, Erre Emme Edizioni, 1997; σελ. 144). Κινητοποιήσεις ενάντια στο σχέδιο μεταρρύθμισης Malfatti λαμβάνουν χώρα και στις Torino, Pisa, Cagliari, Sassari, Bologna, Milano, Padova.

Τετάρτη 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Roma: διαδήλωση 50.000 φοιτητών στην πανεπιστημιούπολη Ενώ στην Camera η Επιτροπή Δημόσιας Εκπαίδευσης διακόπτει επ’ αόριστον την εγκύκλιο Malfatti γύρω από τα προγράμματα σπουδών, πενήντα χιλιάδες νέοι διαδηλώνουν μέσα στο Πανεπιστήμιο και οργανώνουν πορεία που περνά από το νοσοκομείο, il Policlinico. Δέχονται επίθεση τα γραφεία του φασιστικού Fronte della Gioventù, Μετώπου της Νεολαίας της οδού Sommacampagna: “Η πορεία κατευθύνεται προς την πλατεία Indipendenza για να φθάσει στην σχολή Ανθρωπιστικών σπουδών-Εκπαίδευσης, η οποία, εν τω μεταξύ, έχει καταληφθεί. Στην γωνία της piazza Indipendenza στέκονται μια δεκαριά άτομα των οποίων η ταυτότητα δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ. Στην ουρά της πορείας πέφτει επάνω ένα Φίατ 127 λευκό με πινακίδα Roma S48856. Είναι ένα αυτοκίνητο της Ασφάλειας, della Questura. Το αυτοκίνητο σταματούν ρίχνοντας πέτρες οι φοιτητές. Βγαίνει ο αστυνομικός Domenico Arboletti, 24 χρόνων. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών στην οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες, συμμετέχουν και κάποιοι από εκείνους που στέκονταν στην γωνία της Πλατείας Indipendenza. Ο αστυνομικός Arboletti πέφτει κάτω χτυπημένος στο κεφάλι. Τραυματισμένος σοβαρά θα παραμείνει μεταξύ ζωής και θανάτου για περίπου ένα μήνα. Ταυτόχρονα ο οδηγός του 127 αρπάζει ένα αυτόματο και ανοίγει πυρ ενάντια στην ουρά της πορείας που είχε αποσυντονιστεί μετά τους πρώτους πυροβολισμούς. Τραυματίζονται σοβαρά από τις σφαίρες οι Leonardo Fortuna (Daddo), 22 χρόνων, και Paolo Tomassini, 24 χρόνων” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το ’77 και μετά, Roma, Erre Emme, 1997; σελ. 146). Στην συνοικία Garbatella παραδίδονται στις φλόγες τα γραφεία του φασιστικού MSI. Ο senatore του PCI Ugo Pecchioli σε μια δήλωση του θέτει στο ίδιο επίπεδο φασίστες και αυτόνομους.

Πέμπτη 3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Γενική κινητοποίηση Στη Roma: σχεδόν όλες οι σχολές καταλαμβάνονται. Στο λύκειο Giulio Cesare διανέμεται η »Κραυγή», «Urlo», μια μπροσούρα με υπογραφή «I Sotterranei», »Οι Υπόγειοι» οι οποίοι στην συνέχεια συμπλέουν στους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους,  Indiani Metropolitani:

“Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου να ασφυκτιούν και να καταπνίγονται από παλτό κασκόλ και μυτερά παπούτσια / που ξερνούσαν πλαστή οργή σαν συντονισμένοι στα αποχωρητήρια των αυτιών φτωχών θηρίων που έχουν ανάγκη τα διπλώματα / Που έβαζαν χαρτί υγείας αριθμημένο στις κάλπες της πολύχρωμης εξουσίας / Που σκαρφάλωναν το βουνό ώρες δεμένοι στο σκοινί… / Που έπαιζαν μουσική μπροστά στο σχολείο τραγούδια αλλοτριωμένης αλλοτρίωσης ψευδο-επαναστατικής / Που αντέγραφαν εκδοχές μπροστά στις πύλες θάβοντας στη συνέχεια τους εαυτούς τους σε τάξεις φυλακές / Που αποστήθιζαν Πλωτίνο Ευριπίδη και Σπινόζα και στην ελεύθερη ώρα τους αγόραζαν πίτσες και κρουασάν μισού εκατομμυρίου και / Που με την καρδιά ειρηνευμένη επέστρεφαν στο σπίτι επάνω σε βέσπες μπλε χαρτί ζάχαρης. / Να τραβήξουμε έξω από τα μπουντρούμια της συνείδησής μας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ’” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivolta, Ρίζες μιας εξέγερσης, Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 79-80).

Καταλαμβάνονται τα Πανεπιστήμια στο Milano, Padova και Τεργέστη. Στο Bari καταλαμβάνεται η σχολή Γραμμάτων και Φιλοσοφίας παρά την αντίθεση του ΚΚΙ. Στη Napoli κατεβαίνουν στην πλατεία 15.000 άτομα.

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙ ΜΑΣ ΦΟΒΙΖΕΙ ΠΟΛΥ / ΠΑΡΌΛΑ ΑΥΤΑ / Ο  ΑΓΩΝΑΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟΣ                                                                                                                                 LA POLIZIA CHE SPARA CI FA TANTA PAURA / MA NONOSTANTE QUESTO / LA LOTTA SARÀ DURA

ΚΑΡΑΜΠΙΝΙΕΡΟ / ΜΗΝ ΤΟ ΞΕΧΝΑΣ / ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ / ΜΑ ΕΚΔΙΚΗΘΟΥΜΕ                                                                                                                     CARABINIERE / NON LO SCORDARE / ABBIAM TANTI COMPAGNI / DA VENDICARE

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 11 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΡΓΑΤΙΚΗΗΗ…/ΕΞΟΥΣΙΑΑΑΑ    POTEREEE… / OPERAIOOO                                           XVI

Το νεανικό προλεταριάτο τίθεται, μαζί με τις γυναίκες, σαν πυροκροτητής έκρηξη και σαν πολιτιστική πρωτοπορία στην έκρηξη των υπαρχουσών ισορροπιών των δυνάμεων μεταξύ των τάξεων, αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο από το 1968. Η λογική των θυσιών είναι η αστική λογική που λέει : τα ζυμαρικά στο προλεταριάτο, το χαβιάρι στους αστούς. Διεκδικούμε εμείς το δικαίωμα στο χαβιάρι, γιατί είμαστε αλαζόνες και αγενείς (ίσως επειδή είναι χαρακτηριστικό των νέων), γιατί κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να μας πείσει ότι σε καιρούς θυσιών οι αστοί μπορούν να πηγαίνουν πρώτη προβολή κι εμείς όχι, πως αυτοί μπορούν να φάνε την παρμεζάνα και εμείς όχι ή ακόμη και να μας αναγκάσουν να μείνουμε νηστικοί. Τα προνόμια που η μπουρζουαζία διατηρεί για τον εαυτό της είναι τα δικά μας, εμείς τα πληρώνουμε. Γι ‘αυτό και θέλουμε να τα κατακτήσουμε κάνουμε αυτό ένα θέμα αρχής. Θέλουμε όλους τους προλετάριους με τη γούνα; Όχι, θέλουμε απλώς να πάρουμε τα γουναρικά που οι αστοί φορούν εις βάρος μας και να καμαρώνουν για να μας ταπεινώσουν , κατά τα άλλα είμαστε από την πλευρά των βίσωνων, υποστηρίζουμε τον δίκαιο αγώνα τους για να αποφύγουν την εκδορά από αυτούς που κυβερνούν το ανθρώπινο είδος. Το δικαίωμα να πάρουμε στην κατοχή μας τα προνόμια της αστικής τάξης είναι ένα νέο στοιχείο από το 1968: Χθες χαλασμένα αυγά, σήμερα αυτομείωση. Οκτώ χρόνια αργότερα υπάρχει ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο, απρόβλεπτο και εξαιρετικά καινούργιο, του οποίου οι μακρινές ρίζες μπορούν να αναγνωριστούν στο νεανικό 1968 , στην εξέγερση των μακρυμάλληδων, αυτών που απομακρύνονταν από το σπίτι, στην πρώτη νέα μουσική. Ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο που εισέρχεται με τα δικά του σχήματα και με εκρηκτικό τόνο στη σκηνή της ταξικής πάλης ή καλύτερα της καθημερινής ζωής. Είναι το νεανικό προλεταριάτο, εκείνο το πραγματικό και όχι οι πολλές ετικέτες που πολλοί έχουν κολλήσει, όπως στην περίπτωση των αντιφασιστικών επιτροπών, που ξαφνικά μετατράπηκαν σε νεανικά κέντρα. Το νεανικό προλεταριάτο είναι ένα άλλο πράγμα, είναι ένα κίνημα του οποίου η δύναμη βασίζεται στην δημιουργικότητα (η οποία δεν είναι αξεσουάρ περισσότερο ή λιγότερο περιττό, αλλά είναι η ουσία) του οποίου η επιβίωση συνδέεται με την ικανότητα να χρησιμοποιήσει την δύναμη, γιατί το θέμα είναι για τους νέους: ή η συνολική περιθωριοποίηση, ή η συνολική ισχύς, εξουσία. Παρά την κόκκινη διοίκηση στον Δήμο, το προνόμιο της πρώτης δόθηκε για μιαν ακόμη φορά στην μιλανέζικη μπουρζουαζία, ως εκ τούτου θα κινητοποιηθούμε για να εμποδίσουμε τους αστούς να εισέλθουν στην Scala: μιας και μας την έχουν αρνηθεί θα κάνουμε τα πάντα για να την αρνηθούμε σε αυτούς. Αν δεν καταφέρουμε να αυτομειώσουμε, θα αυτομειώσουμε τους θεατές. Ο Paolo Grassi, σοσιαλιστής και διευθυντής της Σκάλα μας είπε ότι είναι σωστό οι αστοί που θέλουν να παν στην πρώτη να πληρώνουν 100.000 λίρες το εισιτήριο, γιατί με αυτό τον τρόπο χρηματοδοτούν την πολιτιστική παραγωγή , εμείς του απαντούμε πως το ποσό που θα μαζευτεί από την πρώτη παράσταση πρέπει να πάει στα κέντρα αγώνα ενάντια στην ηρωίνη, ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι των προλετάριων. Το ραντεβού είναι για όλους τρίτη βράδυ στις 17.30 στο κέντρο με τις μοβ σημαίες μας” («Questa prima non s’ha da fare» , »Αυτή η πρώτη δεν θα γίνει» VIOLA n. 1, 7 δεκέμβρης 1976).

Παρασκευή 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Palermo: κατάληψη της Σχολής Καλών Τεχνών, di Lettere        “Οι φοιτητές του Palermo καταλαμβάνουν la facoltà di Lettere και στην συνέχεια τις άλλες τις επόμενες ημέρες για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην απόφαση της ακαδημαϊκής κοινότητας να εφαρμόσει την εγκύκλιο Malfatti της 3 δεκεμβρίου, που απαγορεύει στους φοιτητές να δώσουν περισσότερες εξετάσεις στην ίδια ύλη και κατεδαφίζει την απελευθέρωση του προγράμματος σπουδών που ισχύει από το ‘68. Ο Malfatti (…) προετοιμάζει ένα σχέδιο μεταρρύθμισης που προβλέπει την εισαγωγή δυο επιπέδων βαθμολόγησης και διπλώματος,  την υποδιαίρεση των καθηγητών σε δυο διακριτούς ρόλους (εντεταλμένους και τους συνεργάτες), τον αυστηρό έλεγχο προγράμματος σπουδών από πλευράς καθηγητών,  την κατάργηση των μηνιαίων κλήσεων, την αύξηση των φόρων” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το »77 και μετά, Roma, Erre Emme Edizioni, 1997; σελ. 143).

Δευτέρα 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Napoli e Salerno: εβδομάδα κινητοποίησης στο Πανεπιστήμιο Στο Πανεπιστήμιο της Napoli αποφασίζεται μια εβδομάδα κινητοποιήσεων ενάντια στην εγκύκλιο Malfatti στις σχολές Καλών Τεχνών, Οικονομίας και εμπορίου, στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών. Στις 19 θα ξεκινήσει μια εβδομάδα κατάληψης και στο Salerno.

Σάββατο 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Jaquerie: διαδήλωση ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλεως της Bologna “Μερικές γνώσεις και η διορατικότητα σχετικά με την πραγματικότητα της Μπολόνια οδηγούν τους αγωνιστές της «Κολεκτίβας Jacquerie» να επιλέξουν την κεντρική πρωτοβουλία, με αυτομειώσεις στους κινηματογράφους και τα πολυτελή εστιατόρια στο εμπορικό κέντρο, σαν ένα πέρασμα υποχρεωτικό και για την εξάπλωση των νεανικών κέντρων. Η «Jacquerie» δεν είναι ακόμη ένα κίνημα, είναι μια συμπεριφορά κατ ‘ανάγκην μειοψηφική και ρήξης. (…) Στην διαδήλωση της 22ης ιανουαρίου ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλης βλέπουμε να εκδηλώνονται στην πορεία όλες εκείνες οι μορφές έκφρασης που πολλοί πατερναλιστικά είχαν εκχωρήσει στις φεμινίστριες και σε «εκείνους του Radio Alice»” (Gad Lerner e Mirko Pieralisi, «Democrazia e organizzazione nel movimento: l’esperienza di Bologna» OMBRE ROSSE n. 21, giugno 1977, pag. 8). Breve la vita felice di Jacquerie:

[Στο ρυθμό του τραγουδιού Συγγνώμη θέλεις να χορέψουμε,  Scusi vuol ballare con me, του Adriano Celentano]

ΣΩΠΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΦΩΝΕΣ, ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ, ΚΑΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΑΚΟΥΣ ΝΑ ΨΙΘΥΡΙΖΟΥΝ: TACCIONO LE VOCI, SI SPENGONO LE LUCI E NEL BUIO SENTI SUSSURRAR:

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ / ΟΡΓΑΝΩΣΗ / ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ / ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ           AUTONOMIA OPERAIA / ORGANIZZAZIONE / LOTTA ARMATA / RIVOLUZIONE

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ιστορία, storia

Το αίνιγμα των χρόνων Εβδομήντα – L’enigma degli anni Settanta: dibattito pubblico alla Sapienza, δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο La Sapienza

Σαράντα χρόνια αργότερα, η ανάμνηση του 1977 φαίνεται να καίγεται με μια κρύα φωτιά, ξεπερασμένη. H κυκλική επέτειος επιβάλλει μια κουρασμένη μνήμη που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, σηματοδοτεί την απόσταση με εκείνα τα γεγονότα και εκείνα τα πάθη. Έχοντας στείλει στη σοφίτα τόσο τον μυθολογικό βετερανισμό όσο και την μετα-μοντέρνα επίπληξη, φαίνεται να ήρθε ο χρόνος, η ώρα της ανεξάρτητης ιστοριογραφίας, ειδομένης από απόσταση. Ωστόσο, ακόμη και αυτή δεν βρίσκει μεταφορικό μέσο την ώρα που ερμηνεύει το αίνιγμα εκείνου του κινήματος. Σαράντα χρόνια αργότερα, γύρω από την δεκαετία του Εβδομήντα εξακολουθεί να παραμένει ένα πέπλο μυστηρίου. Μια ξεκάθαρη ένδειξη της σχέσης μεταξύ ιστορίας και πολιτικής: η έλλειψη ενδιαφέροντος της μιας αποστειρώνει την δυναμικότητα της άλλης. Ωστόσο, η φαινομενική έλλειψη επικαιρότητας του ’77 – όπως και της άλλης μεγάλης επετείου αυτού του 2017, της ρωσικής Επανάστασης – θα μπορούσε να απελευθερώσει αυθεντικά σκεπτικά, original, τα οποία να μην κάμπτονται πλέον από την αναγκαιότητα νομιμοποίησης αυτής ή εκείνης της πολιτικής λειτουργίας. Το ’77 δεν είναι πια η γη της έριδος μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων της επαναστατικής πολιτικής. Είναι μια ανάμνηση ειρηνευμένη, καταδικασμένη από τους μεν, μυθοποιημένη από τους άλλους, τυλιγμένη στο πέπλο μυστηρίου έλλειψης κατανόησης τόσο στους μεν όσο και στους δε. Αξίζει λοιπόν να επιστρέψουμε να σκεφτόμαστε το ’77. Γιατί, είναι η θέση μας, εάν τίποτα δεν φαίνεται τόσο μακρινό από αυτό το έτος, πολλές από τις σημερινές δυσκολίες στο να προταθεί μια αξιόπιστη πολιτική τοποθετούν τις ρίζες τους στο εν λόγω κίνημα, ή μάλλον: στις μεταθανάτιες ερμηνείες αυτού του κινήματος. Ας προχωρήσουμε με τάξη.

Από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ιδίως του ’77 υπενθυμίζεται, συμπτωματικά με μιαν επιχείρηση λοξή , η επανάσταση των ηθών, των λεξιλογίων, των συμπεριφορών, των υπαρξιακών οριζόντων, των πολιτισμικών αναφορών, των σεξουαλικών ελευθεριών. Μια ομίχλη που τροφοδοτείται από την ανάγκη να διαχωριστεί το «κοινωνικό» από την πολιτική, το καλό της αντικουλτούρας από το κακό της ισορροπίας δυνάμεων, τα «όνειρα» και οι «επιθυμίες» της γενεών από την απρόσωπη βία της πολιτικής πάλης. Μια ομίχλη πλάγια, λοξή, που ενώνει το κόμμα της Repubblica με τα πολιτικά συμφέροντα μιας ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς πλέον ιστορικό ρόλο. Ωστόσο το να κλειδώσουμε εκείνο το κίνημα μέσα στην περίφραξη της αντικουλτούρας της νεολαίας σημαίνει πως τροφοδοτούμε το μυστήριο και την παρανόηση. Το 1977 δεν μπορεί να εξηγηθεί αν εκείνοι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν μας δίνουν πίσω μια εξαντλητική ερμηνεία, εάν δεν συγκριθούν, αν δεν αντιμετωπιστούν με την Πολιτική. Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα προχωρούσε στενεύοντας τους χώρους δημόσιας ένταξης, προοδευτικής επέκτασης του κοινωνικού Κράτους, αυξανόμενων εγγυήσεων για μια μάζα εργαζόμενων που δεν γοητεύονταν πλέον από την προοπτική της ρεφορμιστικής χειραφέτησης. Η «πολιτική των θυσιών», η οποία εγκαινιάστηκε από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1974, φάνηκε να δένει (και όντως έδεσε) το Κκι στο μέτωπο της μισθολογικής μετριοπάθειας, της μισθολογικής επιβράδυνσης. Η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού», η οποία ξεκίνησε το 1973 και συγκεκριμενοποιήθηκε το 1976 με την εξωτερική στήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος στην κυβέρνηση Andreotti, επικύρωνε το κλείσιμο κάθε πολιτικού χώρου: μέσα στον φράκτη της «εθνικής αλληλεγγύης» τα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα – κομμουνιστικό Κόμμα και Χριστιανοδημοκρατία – που συμπεριλάμβαναν την μεγάλη πλειοψηφίας του ιταλικού λαού, έξω από εκεί δεν παραμένει άλλο από μια μπλοκαρισμένη εναλλακτική πολιτική, στην οποίαν, όμως, αντιστοιχεί μια κοινωνική παρουσία κάθε άλλο παρά αμελητέα, καθόλου ασήμαντη .
Το ’77 γεννήθηκε λοιπόν ως ένα κίνημα χωρίς κάποια πιθανή πολιτική ακτή, εχθρός τόσο των συμφερόντων του Κεφαλαίου όσο και εκείνων μιας εργατικής τάξης που επιτέλους βρίσκονταν στον προθάλαμο της «κυβέρνησης». Ακόμη και οι προσπάθειες ενός «ενιαίου μετώπου από τα κάτω» – στρατηγική που συμμερίζονταν τόσο το Manifesto όσο και η Avanguardia Operaia και η Lotta Continua – συγκρούονται με την εν λόγω κυβέρνηση ιστορικού συμβιβασμού που κλείνει κάθε στρατηγική προοπτική «λαϊκής υποστήριξης». Χωρίς ανάχωμα, ούτε νομιμοποίηση στην πολιτική, εκείνο το κίνημα μορφοποιεί την ταυτότητά του και την αυτο-εκπροσώπηση του επάνω στην απόρριψη, στην άρνηση, την απόρριψη της εργασίας, της λιτότητας, της ειρήνευσης, οποιασδήποτε εθνικής αλληλεγγύης, αλλά πάνω απ ‘όλα στην απόρριψη της πολιτικής, κατανοητής μόνο ως μέρος της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού. Εδώ γεννιούνται μερικά από τα προβλήματα των οποίων εξακολουθεί να είναι θύμα ακόμη και σήμερα κάποια πολιτική κινηματίστικη.

Αντικειμενικά ο πολιτικός χαρακτήρας του κινήματος συγκρούεται μετωπικά με το Κράτος και τις οικονομικές και κατασταλτικές διαρθρώσεις του, έτσι το ’77 αναλαμβάνει την χροιά, την έννοια κινήματος ξένου προς την Πολιτική. Απορρίπτει μια ενωτική στρατηγική, ενιαία, μια λογική συμβιβασμών και διαλεκτικής διαμεσολάβησης, μια καθορισμένη οργανωτική μορφή. Ακριβώς γι αυτό, το ότι είναι μειοψηφία δεν βιώνεται ως περιορισμός, ως όριο, αλλά ως πόρος, ως δυναμική, ως δυνατότητα. Ο «παράξενος φοιτητής» που κινεί το ’77 και ταρακουνά τις καταστάσεις, αναζητώντας την σωστή δόση καινοτομίας και ανανέωσης με μια κληρονομιά εργατικών αγώνων συσσωρευμένων στην τάξη, αλλά που έχει οστεοποιηθεί αυτή η κληρονομιά,  έχει γίνει άκαμπτη και αρτηριοσκληρωτική από τα κομουνιστικά χαλινάρια στη φάση της εθνικής αλληλεγγύης, χάνει στο δρόμο τη σχέση με την παράδοση αυτών των αγώνων , μειώνοντας τις πιθανότητές του για διάλογο με μιαν εργατική τάξη παρ ‘όλα αυτά (παρά την ισχυρά οργανική σχέση με την κομμουνιστική παράδοση) διαθέσιμη στην κινητοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση. Μια σειρά από παραδοσιακά χαρακτηριστικά ήρθαν να συγκρουστούν: η εργασία, από πρωταρχική αξία για όλο το ταξικό κίνημα, γίνονταν μια αρνητική αξία. Η πειθαρχία «θλιβερή», για έναν αιώνα στη βάση της εργατικής οργάνωσης, έδινε τη θέση της στην έπαινο της απειθαρχίας, ή τουλάχιστον στη δημιουργική απελευθέρωση συνδεδεμένη με σχέση «όχι στερεότυπη». Tον πολιτικό ρεαλισμό μακιαβελικής και λενινιστικής παράδοσης, αντικαθιστούσε μια ανάγκη ελευθεριακού ιδεαλισμού ανυποχώρητου στην διαμεσολάβηση, τόσο πολιτική όσο και κοινωνική.

Αυτή η ρήξη ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε αποσύνθεση. Όχι μόνο σήμερα: μέσα στον κύκλο των τελευταίων τριάντα χρόνων αυτές οι δυσκολίες έχουν σκάψει μέσα στα κινήματα, παίρνοντας τη θέση του «κλισέ, της κοινοτοπίας» η οποία ποτέ δεν προβλημάτισε πραγματικά. Ακόμα και σήμερα, μέσα στην ανταγωνιστική αριστερά, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα της σχέσης με την πλειοψηφία των κατώτερων, των εξαρτώμενων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς επίσης, μέσα στην πολύμορφη αποσύνθεση η οποία με την πάροδο του χρόνου έχει φτάσει στο σημείο να λαμβάνει, καλύπτει την ταυτότητα των κοινωνικών υποκειμένων, απουσιάζει οποιοδήποτε κοινό έδαφος για το ξεπέρασμα αυτού του κατακερματισμού. Αντιμέτωποι με ένα κοινωνικό σενάριο σε διαρκή υποχώρηση, σε μια γενικευμένη φτωχοποίηση ακόμη και κοινωνικά εγκάρσια, η οποία περιλαμβάνει προοδευτικά και αφορά όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, από την δεκαετία του Ενενήντα τα κινήματα συνεχίζουν να περιορίζονται σε μια ένταση που διεκδικείται και φιλοδοξίες πλειοψηφικές αλλά ανίκανες να συμβαδίσουν με τις σημαντικές αλλαγές και τους μετασχηματισμούς προς τους οποίους προχωρά για να τους συναντήσει ο Καπιταλισμός, με τον προφανή κίνδυνο να βρεθούν παγιδευμένα σε μια κοινωνική μειοψηφία ανίκανη να επεκτείνει τις σχέσεις της και τον πολιτισμό της πέρα από τον ολοένα και στενότερο κύκλο των αγωνιστών.

Σήμερα που η πολιτική, η επίσημη, συνεχίζει και προχωρά μέσα στη στεγανότητα της απέναντι στις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων, η μόνη αξιόπιστη πολιτική επιλογή θα ήταν να προταθεί ξανά εκείνη η απόρριψη που το ’77 μπόρεσε να οργανώσει και να ζήσει μέσα σε μεγάλες ζώνες της κοινωνίας. Αλλά μερικά από τα διακριτικά χαρακτηριστικά εκείνου του κινήματος στην αναζήτηση της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στην ανανέωση και την κομμουνιστική παράδοση, εξακολουθούν να εμποδίζουν τον στόχο εκείνης της λαϊκής συναίνεσης γύρω από ιδέες και πρακτικές πραγματικά επαναστατικές. Αυτό είναι για το οποίο πρέπει να επιστρέψουμε να συζητούμε σήμερα. Και είναι από αυτή την άποψη που εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που ταράζει τα όνειρα των κομμουνιστών: πως θα ανοικοδομηθεί ένα επαναστατικό κίνημα ικανό να ξεπεράσει προς τα εμπρός το τελευταίο πραγματικό και μεγάλο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, το κίνημα του ’77;

1916 letture totali 36 letture oggi
αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 1 – χρονικό του Κινήματος ’77

Μαζική παρανομία,  Δίχως ανακωχή,  Τα θέλουμε όλα,  να πάρουμε την πόλη, επίθεση στον ουρανό,  θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, μετά τον Μάρξ Απρίλης μετά τον Μάο Ιούνης,  σε σκατένιο μισθό σκατένια δουλειά,  Συνεχής Αγώνας   κάποια απ’ τα συνθήματα που διαβάζουμε εδώ πάνω

Βιβλία και ντοκουμέντα του Κινήματος του ’77, ιούνιος ’76 – μάϊος ’78

Με μια χρονολόγηση του Paolo Tonini

Πορτρέτο μιας γενιάς
»Είναι σαραντάρηδες / πενηντάρηδες άνω-κάτω, γυναίκες που γίνονται όμορφες τώρα, γλυκοί άνδρες που μεγάλωσαν μόνοι τους παιδιά που είναι πλέον έφηβοι, εκπαιδευτικοί όλο και αριστερότεροι από τις τάξεις τους, συνδικαλιστές περιθωριοποιημένοι που δέχονται άσχημη αντιμετώπιση, πελάτες ψυχαναλυτών, ψυχαναναλυτές οι οποίοι επιμένουν να εργάζονται στις USL, κρατούμενοι αμετανόητοι, μετανιωμένοι που δεν φυλακίστηκαν, άλλοι που απλά δεν μετάνιωσαν, ηρωινομανείς από απόγνωση. Άνθρωποι που στέκονται όρθιοι, έξω από την πόρτα, βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο, που όμως δεν χτυπούν το κουδούνι, η πρώτη γενιά αρσενικών που δεν κτύπησε την γυναίκα του, η οποία κατανόησε την ομορφιά στο σκούπισμα του κώλου στα μωρά τους, η πρώτη γενιά γυναικών που διαχειρίστηκε την σεξουαλικότητά της πληρώνοντας όλο το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει για την ελευθερία (και ακόμη περισσότερο). Η πρώτη γενιά γονιών που δεν εκπαίδευσαν τα παιδιά όπως είχαν μορφώσει αυτούς οι γονείς τους. Ξένοι μες την πατρίδα».
 (Raul Mordenti)
III
ΓΙΑ ΤΗΝ ELISA 
Από την VI γιορτή του νεανικού προλεταριάτου (Μιλάνο, Parco Lambro ’76) μέχρι το θάνατο του Άλντο Μόρο τον μάιο 1978 γεννιέται αναπτύσσεται και εξαφανίζεται στην Ιταλία ένα περίεργο κίνημα περίεργων φοιτητών, το κίνημα ’77. Ο Ουμπέρτο Έκο ήταν μεταξύ των πρώτων που αντιλήφθηκε την αυθεντικότητα του σε ένα άρθρο που ονομάζεται Αντικουλτούρα, που δημοσιεύθηκε στο «Πολιτισμός των Μηχανών», «Civiltà delle Macchine» (Έτος XXV ν. 1/2, ιανουάριος / απρίλιος 1977). Δεν ήταν εύκολο να βάλουν μέσα σε πλαίσιο αυτό το νέο Κίνημα, το οποίο τα Χριστούγεννα ήθελε να φάει το αφεντικό αλλά χωρίς να παραιτηθεί από το panettone, το τσουρέκι, Κίνημα που χλευάζει τους εκπροσώπους των θεσμών φωνάζοντας «sceeemo – sceeemo» [»βλάκας-βλάκας»], το οποίο χρησιμοποιούσε το λεξιλόγιο σύμφωνα με τη λογική των Μαρινέτι και Μαγιακόφσκι, Κίνημα που δεν ήξερε που να πάει και δεν ήθελε ούτε να το ξέρει, το οποίο εκφράστηκε μέσα από μια πληθώρα ελεύθερων ραδιοφώνων, συλλογικοτήτων, περιοδικών, ομάδων τελείως αυτόνομων και ανοργάνωτων. Ήταν οι μέρες κατά τις οποίες οι θυσίες φαίνονταν απαραίτητες για την εθνική σωτηρία. Ακριβώς όταν θα έπρεπε να θριαμβεύσει η αυστηρή ομοφωνία, στην επίσημη έκκληση χιλιάδες νέοι δίχως δουλειά χωρίς συνείδηση δίχως μέλλον δήλωσαν απόντες, πήραν στην κατοχή τους, επανοικειοποιήθηκαν την πολιτική, την γλώσσα τους, τα στέκια στις συνοικίες, τις πλατείες κάθε πόλης, τους τοίχους, τα σχολεία και τα χρησιμοποίησαν για να παίξουν , να μιλήσουν, να γράψουν, να ζήσουν, αλλάζοντας πραγματικά για μια στιγμή τη ζωή. Ήταν μια στιγμή απέραντης ελευθερίας, ευτυχίας και επώδυνης συνειδητοποίησης. Βιβλία και περιοδικά είναι εδώ να μαρτυρούν εκείνη τη συλλογική δυναμική, εκείνη την συλλογική ορμή όπου όλοι ήταν εξίσου πρωταγωνιστές, χιλιάδες συγγραφείς χωρίς δικαιώματα: γραπτά στους τοίχους, συνθήματα, θραύσματα σκέψεων, τα λόγια τα έργα και οι πράξεις.
 
Βρίσκομαι στο εργοστάσιο οκτώ ώρες τη μέρα και έχετε την απαίτηση να δουλεύω;
Κυβέρνηση της αριστεράς; Όχι σε κάθε σχεδιασμό καπιταλιστικής σταθεροποίησης
Αγαπητή Elisa, η φιλία σου δεν θα πάψει ποτέ να μου είναι αγαπημένη. Ξεκίνησε σαν μια jaquerie … και για λίγο ήταν η πιο ευτυχισμένη αταξία, αναταραχή. Aκόμη και σήμερα υπάρχουν και εκείνοι που επιμένουν να θέλουν να εξηγήσουν το πώς και σε ποιο βαθμό εκείνες οι ημέρες θα ήταν ένα ορόσημο στην ιστορία του κάτι τι, ένα βήμα για να φτάσουμε σε αυτές τις θαυμαστές και προοδευτικές τύχες του μετά. Αλλά εγώ δεν νομίζω ότι έχουν συμβάλει σε οτιδήποτε μετριέται τόσο στην θλίψη όσο και στην ισορροπία του σήμερα, διαφορετικά απ’ ότι έγινε το ’68. Ήταν μάλλον μια απόκλιση, κάτι απροσδόκητο που διατάραξε τις ισορροπίες των αρχών και της εξουσίας και έδειξε για μια στιγμή τις αβύσσους  φτωχές προλεταριακές και μικροαστικές της δημιουργικότητας και του θυμού. Οι υπέροχες ημέρες που γνωριστήκαμε, η εμπειρία μιας επανάστασης που έμοιαζε να κάνει άνω κάτω την ιστορία και που αντιθέτως ήταν ήδη πέρα, κάπου αλλού. Ημέρες γεμάτες ενθουσιασμό αλλά και φόβο, που δημόσια ομολογήθηκε στα πρώτα συνθήματα που απέρριπταν την σκληρή και καθαρή λογική του αγωνιστή: «Η αστυνομία που πυροβολεί μας φοβίζει πάρα πολύ / παρόλα αυτά ο αγώνας θα είναι σκληρός», σε αντίθεση με όσους, όπως εγώ, έλεγαν πως φόβο δεν είχαν. Και θυμάμαι πολλές συζητήσεις μαζί σου: πάντα μου μιλούσες για μια πραγματικότητα που δυσκολευόμουν να λογαριαστώ με αυτήν, προτιμώντας ηρωικούς προορισμούς και στόχους και μιαν μικρή κατάκτηση του σήμερα. Αλλά συζητώντας και μαλώνοντας ανταλλάξαμε το καλύτερο που είχαμε, τα δεκαεπτά μας χρόνια, όλα εκείνα τα λάθη εκείνη την χαρά, και ήταν μια εμπειρία αγάπης που δεν πληρώνεται με τίποτα. «Eα εα εα / εα εα / εα εα». Ημέρες κατά τις οποίες στις πορείες καλύπταμε το πρόσωπό και με τα δάχτυλά αναπαριστούσαμε «την συντρόφισσα P38», ενώ στην άλλη πλευρά τα πρόσωπα των αστυνομικών ήταν εξοργισμένα από την ένταση, φαινόταν σαν ένα παιχνίδι, αλλά τα θύματα
V
ήταν αληθινά και οι αμοιβαίες κατηγορίες θέατρο, υποκρισία. Mπορούσε να συμβεί στη διάρκεια ενός χορού σε κύκλο, ή μια συνέλευση όπου ο καθένας αντί να συζητά τα θέματα στην ημερήσια διάταξη μιλούσε για τον εαυτό του, και κάποιος αγανακτισμένος συντονιστής ή leader χλευάζονταν με ένα «Ué Guagliò vatténne / ci hai scassato o’ cazzo» »φύγε, μας έπρηξες τ’ αρχίδια». Πως το προσωπικό ήταν πολιτικό το είχαν ουρλιάξει οι γυναίκες και είχε γραφτεί σε ένα βιβλίο, Porci con le ali , Γουρούνια με φτερά, βιβλίο που συζητήθηκε πολύ, δέχτηκε κριτικές αλλά διαβάστηκε από όλους. Ο θυελλώδης λεκές που ζωγράφισες εξακολουθεί ν’ απεικονίζει έναν μπλε τοίχο καθρέφτη. Δικαστής ή νοικοκυρά, όποιο δρόμο κι αν διάλεξες είμαι σίγουρος πως το βλέμμα σου αντανακλά την πραγματικότητα με την ειρωνεία και την εξυπνάδα που είχες πάντα. Μια άλλη και πιο ευτυχισμένη ωριμότητα μπορώ να την φανταστώ και να σου την ευχηθώ, απεριόριστη.
Το ότι σου γράφω σήμερα μετά από είκοσι και πλέον χρόνια μέσα από ένα κατάλογο βιβλίων μπορεί να φαίνεται εκκεντρικό. Μα ένας άλλος τρόπος να θυμάμαι δεν υπήρχε. Μου αρέσει να φαντάζομαι πως μία ημέρα θα συμβεί να βρεις αυτό τον κατάλογο, στο σπίτι φίλων, ποιος ξέρει, ίσως πάνω στον πάγκο μεταχειρισμένων βιβλίων ή ανάμεσα στα συσσωρευμένα με βαριεστημάρα χαρτιά διαφημιστικών deidépliants.  Ήθελα μόνο να σου πω ότι μετά από μερικά knock-out είμαι λιγότερο καλός αλλά σε καταλαβαίνω λίγο περισσότερο. Η όλο και πιο έξυπνη ιστορία αφήνει κάτι τις στους ανθρώπους, είτε τους συντρίψει, είτε περάσει από πάνω τους περιφρονητική, και μερικές φορές είναι αβέβαιη η γεύση, μια μουσική που διαπερνά ή η ιδέα μιας κατεύθυνσης, δεν ξέρω τι άλλο. Το ’77 έχει αφήσει το ίχνος του, όχι εύκολα κατανοητό, περισσότερο ερωτήσεις παρά απαντήσεις και ακραίες προσπάθειες απελευθέρωσης: «Ας τελειώνουμε με την Καρδιά και την Πολιτική», για παράδειγμα. Και πάνω κάτω σου μοιάζουν. Γεια σου Paolo 

https://aenaikinisi.wordpress.com/dopo-marx-aprile/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα χρόνια Εβδομήντα είναι ακόμη ένα δικό μας πρόβήμα – Gli anni Settanta sono ancora un nostro problema

ΤΑ ΠΑΙΔΙΆ ΠΟΥ ΘΈΛΑΝ ΝΑ ΚΆΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗ

1968-1978 ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ LOTTA CONTINUA

Από τους πολλούς τρόπους να θυμόμαστε την επέτειο του Εβδομήντα Επτά, ένας από τους πιο «πλάγιους» είναι εκείνος να προχωρήσουμε ξεκινώντας από ένα πολύ μικρότερο βιβλίο, δημοσιογραφικό, που αντιμετωπίζει την ιστορία μιας ομάδας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ουσιαστικά διαλύθηκε το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, αυτή η ιστορία της Lotta continua αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου, ακριβώς διότι έγινε χωρίς καμία φιλοδοξία επαναδιατύπωσης ή καταδίκης. Ο Cazzullo σίγουρα δεν έχει τα πολιτιστικά εργαλεία για να ερμηνεύσει τα χρόνια Εβδομήντα, αλλά μέσα στην πραγματική ή φαινομενική αθωότητα-αφέλεια του αναπλάθει έναν κόσμο, χωρίς αποφασιστικές ιδεολογικές προκαταλήψεις, και ως εκ τούτου σε θέση να αντικατοπτρίσει την αγωνία εκείνων των χρόνων, εκείνης της γενιάς των επαναστατών. Το χρόνια Εβδομήντα, με αιχμή τους το ’77, σηματοδοτούν τον τελευταία κύκλο της επαναστατικής ταξικής πάλης στη χώρα μας. Πρόθεσή μας είναι, λέγοντας αυτά, και εννοούμε πως στο μεταίχμιο μεταξύ του ’77 και ’78 ολοκληρώνεται, για την ιταλική επαναστατική αριστερά, το ζήτημα της εξουσίας. Ό, τι γνώμη έχει κανείς για τις πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς αυτών των χρόνων, θα παραμείνει η εμπειρία που βρίσκεται πιο κοντά σε εμάς από την οποίαν πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεκινήσουμε και πάλι. Γι ‘αυτό, παρά την απόσταση σε χρόνο και πολιτική, το ζήτημα που τέθηκε στην εν λόγω δεκαετία, εξακολουθεί να είναι ένα πρόβλημά μας, και το αίνιγμα που την περιβάλλει πρέπει ακόμη να αποκρυπτογραφηθεί.

Η Lotta Continua είναι μια ιδιαίτερα συμβολική ομάδα από εκείνα τα χρόνια. Είναι η περισσότερο διακλαδισμένη επαναστατική οργάνωση και με βαθιές ρίζες, εκείνη που διεσχίσθει περισσότερο από συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών θέσεων. Είναι επίσης εκείνη που θα έχει την μεγαλύτερη υποστήριξη από εργαζόμενους, παρούσα σε εργοστάσια όπως η Fiat στο Τορίνο, το Om και η Pirelli στο Μιλάνο, τα Πετροχημικά, Petrolchimico της Marghera, και δεκάδες άλλα. Η Lc κατέχει μέσα της τη σύγχυση, την ανυπομονησία, τη γενναιοδωρία και τη συγκρουσιακή ικανότητα εκείνης της δεκαετίας. Λέγοντας αυτό δεν εννοούμε ότι οι θέσεις της Lc είναι σύμφωνες με εμάς, ότι η οργάνωσή της ήταν «η καλύτερη» μεταξύ των διαφόρων που υπήρχαν σε αυτά τα χρόνια, ότι σήμερα «θα χρειάζονταν» ένας νέος συνεχής Αγώνας, και τέτοια πράγματα. Δεν είναι μια νοσταλγική αναβίωση αυτό που προτείνουμε. Ας πούμε, πιο απλά και ίσως πιο ειλικρινά, ότι η Lc αντανακλά έναν κόσμο, και το να μιλήσουμε για την ιστορία της συμβάλλει στην κατανόηση αυτής της δεκαετίας, στη δύναμη και στις αντιφάσεις της.

Ο ακρογωνιαίος λίθος από τoν οποίον θα ξεινήσουμε για να κατανοήσουμε τα Εβδομήντα είναι η ρήξη με το Κομμουνιστικό Κόμμα, Pci. Μια ολόκληρη γενιά έχει ανακαλύψει πως είναι επαναστατική, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει εκείνα τα πολιτιστικά μέσα και εργαλεία που το εργατικό κίνημα μέχρι εκείνο το σημείο είχε αφομοιώσει στη μήτρα της, έχοντας τα κατά κάποιο τρόπο «θεσμοποιήσει». Το θέμα ήταν, με άλλα λόγια, να εφεύρουν ένα νέο κόσμο την ίδια στιγμή επαναστατικό και εναλλακτικό σε σχέση με εκείνο τον επίσημα κομμουνιστικό, λαμβάνοντας στην τύχη εκείνες τις θεωρητικές αναφορές που απαιτούνταν για την ανάπτυξη μιας πολιτικής γραμμής (από τους Τουπαμάρος στον Φανόν, από τους μαύρους Πάνθηρες στον Αντόρνο, από τον Φουκώ στον Μάο ). Πρέπει να πούμε ότι η αλχημεία σπάνια επετεύχθη. Αλλά μέσα στην θέρμη, στην σπουδή και την βιασύνη της επανάστασης, που πιθανότητα δεν ειδώθηκε με τα μάτια του σήμερα, αλλά όπως φαίνεται, ήταν προφανώς δυνατή για εκείνη την γενιά αγωνιστών, το κίνημα βρήκε ένα σημείο ισορροπίας που δόθηκε από μια συνεχή κινητοποίηση διαθέσιμη στην ριζοσπαστικοποίηση.

Στο βιβλίο προκύπτει αυτή η ανάγκη ρήξης, ακόμη και σε μορφές ειλικρινά φρικτές. Θυμίζει για παράδειγμα ο Peppino Ortoleva: «Δεν ήμασταν αντί-αμερικανικοί. Είχαμε μια στάση απέναντι στις ΗΠΑ τουλάχιστον περιέργειας. Δεν ήταν ο εχθρός, ο πραγματικός εχθρός ήταν η Σοβιετική Ένωση». Ο Adriano Sofri «Συγκινημένος από την αυτοκτονία του Ian Palach, έφτιαξα σχεδόν μόνος του ένα φυλλάδιο προς τιμήν της χειρονομίας του». Ο Paolo Brogi: «Πήγαμε στις πύλες με φυλλάδια για τον Palach.» Και έτσι συνεχίζοντας, παίρνει μορφή η επείγουσα ανάγκη επανοικειοποίησης της ιδέας της επανάστασης αποσπώντας την από τις επίσημες κομμουνιστικές οργανώσεις, και αυτή η καινοτομία, αυτή η ανανέωση περνούσε από την μετωπική αναμέτρηση με τον κομμουνιστικό κόσμο. Αυτή η απαραίτητη ρήξη παρέσυρε μαζί της μια μειοψηφική συμμετοχή εργατικής τάξης αλλά όχι περιθωριακή. Τα χρόνια Εβδομήντα δεν χαρακτηρίζονταν από την φοιτητική κεντρικότητα και τις επαγόμενες επιθυμίες και ελπίδες της (αυτές οι αφηγήσεις έχουν γίνει κλισέ εκ των υστέρων), αλλά από την εργατική συναίνεση που οι πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς (όλες, συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα) είχαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Αυτή η προσπάθεια να ανανεωθεί ένα πολιτικό σύμπαν φτιαγμένο από θεωρία, πολιτισμό και πρακτικές, γρήγορα συγκρούστηκε με μια παράδοση που πήγαινε πολύ πέρα από τα επίσημα κομμουνιστικά χαλινάρια. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, του προλεταριάτου, παρέμεινε παρ ‘όλα αυτά μακριά από το επαναστατικό μάγμα. Είναι καλό να μας το λεν τέσσερις δεκαετίες αργότερα. Στο εθνικό συνέδριο το 1975, της Lc, προχώρησαν στην καταμέτρηση των εγγεγραμμένων: παρά την εκτεταμένη παρουσία σε 84 επαρχίες, οι αγωνιστές είναι οκτώ χιλιάδες. Η πιο μεγάλη και ριζωμένη ομάδα της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς μετρά μέσα στην καρδιά της δεκαετίας του Εβδομήντα οκτώ χιλιάδες άτομα. Το γεγονός αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη του συνεχούς Αγώνα και της κρίσης του, επειδή είναι ακριβώς το νήμα, ο κόμβος, ο οποίος είναι ήδη εμφανής στους ηγέτες της οργάνωσης, της αναγκαιότητας να βρεθεί μια σχέση μεταξύ της ανανέωσης και της παράδοσης, μεταξύ υποκειμενικότητας των εργαζομένων με διάθεση στην ριζοσπαστικοποίηση (μια μειοψηφία, ωστόσο, ισχυρή) και μιας μάζας κομμουνιστής, αλλά όχι επαναστατικής, ακριβώς όπως και ο πολιτικός εκπρόσωπος της, το Pci.

Είναι και αυτό επίσης το δίλημμα που θα ωθήσει τον συνεχή Αγώνα στην τακτική υποστήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος, στο “ενιαίο μέτωπο από τα κάτω” σε θέση να θεραπεύσει, να ανασυνθέσει τις διαφορές μέσα στην εργατική τάξη, που η Lc δικαίως ζούσε ως * πρόβλημα *, πιέζοντας το κόμμα να μετακινήσει τον άξονα προς τα αριστερά, παίρνοντας το μακριά από το θανάσιμο εναγκαλισμό των Χριστιανοδημοκρατών. Μια επιλογή που εξολοθρεύτηκε πολύ γρήγορα ως ασαφής, διφορούμενη ή μη ρεαλιστική, εξωπραγματική, αλλά σε εκείνη τη συγκυρία εκπλήρωνε μια πολιτική ανάγκη: να παρακολουθεί και να απαγάγει, να φέρει με το μέρος με το μέρος της εκείνη την πλειοψηφία του προλεταριάτου που, παρ ‘όλα αυτά, ήταν οργανικά συνδεδεμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αριστερό συνδικάτο CGIL, αλλά ενάντια στους οποίους δεν ήταν δυνατό να σκέφτεται καμία επανάσταση. Με άλλα λόγια, ένα από τα άλυτα προβλήματα της επαναστατικής αριστεράς των χρόνων Εβδομήντα φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό: πως είχε φανταστεί μιαν επανάσταση όχι μόνο ενάντια στο σύστημα εξουσίας που εκφράζονταν από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά και κατά της πλειοψηφίας της τότε εργατικής τάξης, ενάντια στον κομμουνισμό κάτω από την ιδιότητα του που είχε εκφραστεί από το ρεφορμισμό, αλλά που ήταν ακόμα, στα μάτια της τάξης, κομμουνισμός.

Η τακτική της πίεσης από τα κάτω προς το κομμουνιστικό Κόμμα μπαίνει σε κρίση με τον ιστορικό συμβιβασμό. Σχεδιασμένος στο ’73, υλοποιείται το ’76 με την είσοδο του κόμματος στην »περιοχή της διακυβέρνησης», το κομμουνιστικό Κόμμα σταθεροποιεί τα συμφέροντά του με αυτά της αστικής τάξης και κλείνει τον πολιτικό χώρο σε οποιαδήποτε υπόθεση αστάθειας ή εναλλακτικής στο σύστημα. Αυτά είναι τα χρόνια κατά τα οποία η ρήξη με την Εσσδ έχει καταστεί σαφής (του ’76 είναι η περίφημη συνέντευξη στην οποία ο Berlinguer έλεγε ότι αισθάνονταν ασφαλέστερος κάτω από την ομπρέλα του Νατο και όχι με εκείνη του Συμφώνου της Βαρσοβίας). Αυτό το κλείσιμο στέλνει σε κρίση τις οργανώσεις που ήταν διαθέσιμες για τη σύγκλιση με το PCI (ή τουλάχιστον με τη βάση του), αλλά όχι μόνον αυτό. Ο ιστορικός συμβιβασμός καταστρέφει κάθε δυνατότητα εξέλιξης του ιταλικού πολιτικού συστήματος. Μέχρι το ’72 -’73, οι αγώνες των εργαζομένων έξω από το κομμουνιστικό Κόμμα μετακινούν προς τα εμπρός το πλαίσιο της ισορροπίας δυνάμεων για ολόκληρο το προλεταριάτο. Ο ιμάντας κίνησης, σε γενικές γραμμές, μετά από αμέτρητες αντιφάσεις, λειτουργεί. Μεταξύ των ταξικής σύγκρουσης και της γενικότητας των κοινωνικών σχέσεων διατηρείται μια σύνδεση, και παραμένει λόγω του ανοικτού ακόμη χαρακτήρα της αντιπαράθεσης και σύγκρουσης με τον επίσημο κομμουνισμό. Στη συνέχεια, το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος ακυρώνει αυτό το χώρο, που συμβολικά κλείνει με το νόμο Reale του 1975 με τον οποίο συνεργάζεται σιωπηρώς και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Και θέτει τα θεμέλια του Εβδομήντα επτά, που νοείται ως προϊόν αυτού του κλεισίματος.

Το Εβδομήντα επτά είναι το κύκνειο άσμα της δεκαετίας του Εβδομήντα και, την ίδια στιγμή, είναι ένας κόσμος χώρια, φτιάχνει ιστορία από μόνο του. Αντιμέτωποι με το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο συνεχής Αγώνας μπαίνει σε οριστική κρίση κρίση (μαζί με άλλες οργανώσεις, από το Μανιφέστο στην Εργατική Πρωτοπορία, dal Manifesto a Avanguardia Operaia, οι οποίες στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν στην προλεταριακή Δημοκρατία που δεν θα καταφέρει ποτέ να υπερβεί το 1% στις εκλογές, στοιχείο ενδεικτικό).  Άλλες οργανώσεις θα έχουν τον τρόπο να δώσουν διέξοδο και ανάσα σε αυτή την απόρριψη: από την Αυτονομία στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, η μάχη θα μετακινηθεί άμεσα σε ένα εξεγερτικό σχέδιο (ή ένοπλου αγώνα) σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες για επανάσταση εκείνης γενιάς, αλλά ανίκανες για μια πολιτική στρατηγική που να διαχωρίζεται από την στρατιωτική πτυχή της. Το Εβδομήντα επτά στερείται μιας παράδοσης (δηλαδή λείπει ο Μακιαβέλι, ο Γκράμσι, ο Χέγκελ, ο φιλόσοφος Μαρξ, συγγραφείς από το copyrigth του ικΚ που ως εκ τούτου αγνοούνται). Η καταστροφή της δεκαετίας του Ογδόντα εξακολουθεί να είναι εκεί για να μας θυμίζει αυτή τη σύνδεση που έλειψε μεταξύ της ανανέωσης και της κομμουνιστικής παράδοσης. Με τα χρόνια Εβδομήντα εξαφανίζεται στην Ιταλία ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανωθούν τους ταξικοί αγώνες για την εξουσία, την δύναμη και την ισχύ που περιέχουν, σίγουρα προς τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλλει η επικαιρότητα, μια πολιτική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, και που να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να καθιερώσει σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, συρρικνώμενος σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό που αρκείται σε διεκδικήσεις. Εκείνοι αντιθέτως που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν μπόρεσαν πλέον να διαπλέξουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (της συναίνεσης δηλαδή) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντες περιέλθει στην κατάσταση της υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν γνωρίζουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιακές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές). Είναι ένα πρόβλημα που έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του Εβδομήντα, ακόμα και σήμερα ένα αίνιγμα τυλιγμένο στο μυστήριο για την ταξική αριστερά.

 

http://www.militant-blog.org/?p=14206#more-14206