σκόρπιες σκέψεις...

1968-1983, Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Γεια σας φίλοι μου. Όπως καταλαβαίνετε από τον τίτλο, ήρθαμε εδώ για να μιλήσουμε για εκείνη την σπουδαία 15ετή περίοδο αγώνων, για τον Μάη που δεν ήθελε με τίποτα να σβήσει, για τον Μάη που σημάδεψε ανεξίτηλα την γείτονα χώρα, την ώρα μάλιστα που γίνεται σε όλο τον κόσμο μια τεράστια προσπάθεια αποσιώπησης του, ενώ εκθειάζεται με κάθε τρόπο, ανέξοδα μάλιστα, ο γαλλικός, ο οποίος κράτησε δεν κράτησε έναν μοναδικό μήνα, με τρόπο μάλιστα μουσιακό αντιμετωπίζεται, λες και ήταν μια πρόσκληση σε επίσημο γεύμα και όχι η έφοδος στον ουρανό της εξεγερμένης-οργισμένης νεολαίας, και όχι μόνο!

Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε Τώρα!

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

Octyabr poster.jpg

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι, είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτές τις παλιομηχανές που μας πίνουνε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω, απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα,

Αποτέλεσμα εικόνας για carcere speciale

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, και εργαστείτε όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας με στόχο ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων επιθυμούν, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

Μα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είναι το μακρινό 1973, 17μιση χρονών τότες, έχω τελειώσει το γυμνάσιο στην Καβάλα, Σεπτέμβρης μήνας και προσγειώνομαι στην Φλωρεντία γεμάτος όνειρα και ανησυχίες, για να σπουδάσω. Στην Φλωρεντία όπου βρίσκεται ήδη κάποια χρόνια νωρίτερα, για τον ίδιο λόγο, η αδελφή μου με τον φίλο της και μετέπειτα σύζυγο. Θα συγκατοικήσουμε για κάποιο διάστημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ο ρόκο και τ' αδέλφια του

Ας ανοίξω μια μικρή παρένθεση. Είναι τα χρόνια της χούντας, σε μια μικρή πόλη της ελληνικής επαρχίας που έχω μεγαλώσει μέχρι εκείνη την στιγμή, από καπνούπολη με τεράστια αγωνιστική ιστορία μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια πόλη δημοσίων υπαλλήλων και εμπόρων, μικρής κυρίως εμβέλειας, μια μικροαστική αντίληψη για την ζωή πνίγει αργά και βασανιστικά την καθημερινότητα του μέσου καβαλιώτη, ο πολιτικός διάλογος απουσιάζει πλήρως, κοιμόμαστε όρθιοι με λίγα λόγια.

Αποτέλεσμα εικόνας για γούντστοκ

Η φαντασία στην εξουσία!

Μες τις ψυχές μας βέβαια, πολλών από εμάς τους νεότερους,  βράζει η ανάγκη για μιαν άλλη ζωή, για άλλες αξίες και συνήθειες, έχει προηγηθεί το Γούντστοκ, στιγμή σταθμός στην παγκόσμια νεολαίστικη ιστορία, η μουσική επανάσταση των νέων που έχει αγκαλιάσει όλη τους την ψυχοσύνθεση, και ήταν συνολική επανάσταση στον τρόπο που έβλεπαν και ζούσαν την ύπαρξη τους, στον τρόπο που έβλεπαν το μέλλον τους, έξω και μακριά από τον εκείνο που τους έδειχναν οι γονείς, οι μεγαλύτεροι γενικότερα, οι άρχοντες και οι κρατούντες. Η μουσική και ο κινηματογράφος είχαν σπάσει ήδη τα πρώτα ταμπού, είχαν εισέλθει αργά αλλά σταθερά στην ελληνική πραγματικότητα ταράζοντας τον ύπνο της μικροαστικής νιρβάνας στην οποίαν προσπαθούσαν, άκαρπα πλέον, να κρατήσουν υποταγμένους τους νεαρούς οι οπισθοδρομικοί καραβανάδες! Οι εικόνες με τους νεαρούς μαλλιάδες, με τα παρδαλά ρούχα, που μισούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ και αγαπιούνταν όλοι μαζί στοίχειωναν την ελληνική αρχαϊκή κοινωνία που έκανε τα πρώτα βήματα εμπρός, έχοντας για αρωγούς τους δικούς της μουσικούς και κινηματογραφιστές να διαρρηγνύουν τα ιμάτια του κοντοκουρεμένου κατεστημένου.

Η παγκόσμια πολιτιστική επανάσταση της νεολαίας είχε λοιπόν ήδη αρχίσει να κατατρώει σαν το σαράκι την συντηρητική ελληνική κοινωνία, τα νεαρά ήθη και έθιμα κλωτσούσαν το παλιό για να το θέσουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Make love not war πρώτα, και η φαντασία στην εξουσία, έπειτα, είχαν συνταράξει για τα καλά την καθεστηκυία τάξη, και στην ελλαδίτσα μας.

Το Μεγάλο Ανθρωπάκι

Φαντάζεστε λοιπόν τον ενθουσιασμό μου όταν πρωτοπερπάτησα στους δρόμους της πρωτεύουσας της Αναγέννησης, τριγυρίζοντας μες τις σχολές του Πανεπιστημίου, μέσα σε εκείνη την αναταραχή που δεν σταματούσε ποτές, χωμένος ανάμεσα σε κείνο το νεαρόκοσμο, μέσα σ’ εκείνη την βουή και το μελισσομάνι, που συζητούσε για τα πάντα και αμφισβητούσε τα πάντα! Είχα ξεκινήσει ήδη να μαθαίνω την γλώσσα, ξημερωνοβραδιαζόμουν και στις συνελεύσεις του ελληνικού συλλόγου φοιτητών, ρουφούσα τις κουβέντες και τα λόγια εκείνα τα μεγάλα που για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα έκπληκτος, την μια από τους ιταλιάνους νεαρούς που αποκαλούσαν τους διπλανούς τους συντρόφους, για την ολοκληρωτική επανάσταση, την ολική ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων και την εγκαθίδρυση μιας άλλης – δικαιότερης κοινωνίας των ίσων ανθρώπων. Λίγο πιο μπερδεμένα τα πράγματα στον ελληνικό σύλλογο.

Κεντρικό θέμα: ο αντιδικτατορικός αγώνας.

Εκεί ξεκαθάρισε πλήρως η εικόνα αυτού που τόσο καιρό με ενοχλούσε πίσω στην πατρίδα. Κάτι είχα ψυχανεμιστεί όταν έβλεπα τους μεγάλους να θέλουν να πουν κάποια πράγματα και να χαμηλώνουν τη φωνή τους κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω ακόμη και όταν ήταν κλεισμένοι στο σπίτι, λέγοντας πως και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Κάποια ονόματα ήταν απαγορευμένα! όπως και πολλά άλλα πράγματα, φώναξαν τη μάνα μου κάποια στιγμή στο σχολείο να της επιβάλλουν να μην με αφήνει να φορώ την κόκκινη μπλούζα που τόσο πολύ αγαπούσα! Τους αποστόμωσε αυτή λέγοντας πως δεν μπορούσε να μου απαγορεύσει να είμαι ολυμπιακός!

La Dolce Vita poster.jpg

Δεν θα ξεχνούσα ποτέ εκείνο που μου συνέβη ένα βραδάκι όταν γυρνούσα σπίτι και πήδηξα μες τον ενθουσιασμό να φτάσω τη σημαία που ήταν κρεμασμένη έξω από ένα μαγαζί, να δω πόσο ψηλό ήταν το άλμα μου. Με σταμάτησε ένας αστυνομικός κάνοντας μου παρατήρηση, επειδή λέει βεβήλωνα το σύμβολο! Για τέτοια βλακεία μιλάμε! Και αναρωτιόμαστε σήμερα από που έχουν ξεφυτρώσει όλα αυτά τα φασιστόμουτρα! Όχι φίλοι μου, δεν υπάρχει παρθενογένηση!

Όλα καλά λοιπόν με τον αντιδικτατορικό αγώνα. Να βγάλουμε την χώρα απ’ τον γύψο!

Τα προβλήματα άρχιζαν με το ύστερα. Εκεί μέσα γίνονταν το έλα να δεις,  σπαταλιόταν και όλη η ενέργεια. Ατέλειωτες διαμάχες για το πιο ήταν το καλύτερο μοντέλο, θα έμοιαζε η μεταδικτατορική ελλάδα με την αλβανία ή με την σοβιετική ένωση ή με την κίνα ή και με τι άλλο δεν ξέρω εγώ; ώρες ατέλειωτες ενέργειας και κουβέντας χαμένης την ώρα που για να πέσει η χούντα γίνονταν πολύ λιγότερα! Με κούρασαν πολύ γρήγορα. Ότι καλύτερο όμως, να το αναφέρω, μια συναυλία που διοργάνωσαν με τους χιλιανούς Inti Illimani που εκείνη την χρονιά βρέθηκαν στην Ευρώπη για συναυλίες, τους βρήκε ελεύθερους το πραξικόπημα, και δεν επέστρεψαν πίσω τριγυρνώντας τον κόσμο αγωνιζόμενοι με την μουσική τους να ελευθερώσουν την πατρίδα τους. Μια πανέμορφη συναυλία, συγκίνηση και οργή για το μεγάλο κακό, ενθουσιασμός για ένα καλύτερο αύριο ανακατωμένα με τον καλύτερο τρόπο.

Αποτέλεσμα εικόνας για inti illimani

Ο χρόνος περνούσε, οι συζητήσεις όλο στο ίδιο μοτίβο, με κούρασαν σας είπα, είχα ήδη οργανωθεί στον Ρήγα Φεραίο, γιατί εκεί; με είχαν κερδίσει εκείνα τα παιδιά για κάποιον λόγο που δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω, το θέμα ήταν τελείως προσωπικό, τα συμπάθησα περισσότερο, θέμα ιδιοσυγκρασίας, ο κομουνισμός ήταν ένας, πλέον, όπως σε όλους μας εκείνης της γενιάς, τα μαρξιστικά λενινιστικά βιβλία είχαν γίνει ένα με το είναι μας, αλλιώς τον έστηναν εδώ-αλλιώς εκεί, και οι φοιτητές μάλωναν για τον ποιος ήταν ο καλύτερος, όμως για μένα κανείς δεν ήταν ο καλύτερος μιας και ουδείς από αυτούς  έδωσε την εξουσία στα σοβιέτ, όπως έπρεπε, αλλά στο κόμμα. Κι αν από εδώ υπήρχε η δικτατορία του κεφαλαίου, από εκεί του κόμματος, και ο λαός δεν ήταν πουθενά στην εξουσία για να μπορέσει να την καταργήσει και αυτήν και να ζήσει ελεύθερος από την καταπίεση της ατομικής ιδιοκτησίας και των άλλων μορφών υποδούλωσης του ανθρώπου από το χρήμα και το κέρδος και τις αγορές!

Άσε και το άλλο, τότες έσπασε το ήδη ραγισμένο γυαλί: μόλις λευθερώνονταν η ελλάδα από τους χουντικούς θέλαν να κατέβουν στις εκλογές! Να κάνουν τι στο κοινοβούλιο μέσα; στον ναό της μπουρζουαζίας και του κεφαλαίου; Για επανάσταση δεν μιλούσε ο μαρξισμός-λενινισμός; ήξερες κάποιον που κρατούσε τα ηνία στο χέρι να τα παραδίδει απ’ την καλή του την καρδιά στον καταπιεσμένο και εξεγερμένο; ήμαρτον πια!

ματσουκα-αλιεντε

Γίνεται και το πραξικόπημα στην Χιλή και δένει το γλυκό. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός του ηρωικού Σαλβαδόρ Αλλιέντε γκρεμίζεται από τις ερπύστριες των τεθωρακισμένων και τις βόμβες των αεροπλάνων, την ώρα, που στον αντίποδα, οι Βιετναμέζοι μαχητές, με τα όπλα στο χέρι, υπό την σοφή καθοδήγηση του στρατηγού Γιαπ και του μεγάλου Χο Τσι Μιν νικούν την τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία και τους ντόπιους λακέδες της στήνοντας το μεγαλύτερο πάρτι στη σύγχρονη ιστορία, στην απελευθερωμένη Σαϊγκόν και στις καρδιές όλων των απανταχού εξεγερμένων, όλων των απανταχού αριστερών!

Apocalypse_Now_poster

Για να μην μιλήσουμε για την Κούβα, αυτή τη μικρή χώρα ακόμη περισσότερο σφηνωμένη με αγάπη στις καρδιές μας, πολέμησαν μια φούχτα αγωνιστές και κέρδισαν, εξάγοντας ταυτόχρονα την επανάσταση, ανάβοντας φωτιές, ορμώντας στις φωτιές εκεί που υπήρχαν, στην Αφρική και την Λατινική Αμερική, στην Αλγερία επίσης οι αντάρτες κέρδιζαν τον πόλεμο, ανταρτοπόλεμος λοιπόν και στην Ευρώπη, αυτή η λύση, φαίνονταν επίκαιρη και εφικτή, μιας και τα κομουνιστικά κινήματα ήταν πολύ μεγάλα και δυνατά, στο Νότο ειδικότερα, οι κομουνιστές συνειδητοποιημένοι σαν έτοιμοι από καιρό!

la-battaglia-di-algeri-photos-6

Είχα πρωτοδεί την εικόνα του ήρωά μου τυπωμένη σε μπλουζάκια και αφίσες στο Λονδίνο, κάποια χρόνια νωρίτερα που είχα βρεθεί για ενάμιση μήνα εκδρομή με ένα φροντιστήριο. Τότε δεν ήξερα ποιος είναι αλλά τον έβλεπα παντού. Τον ξανασυνάντησα στην Ιταλία δυο τρεια χρόνια αργότερα, και τότε έμαθα για το ανυπέρβλητο παράδειγμα που έδωσε στους απανταχού ανυπότακτους, που αγαπούν τον δρόμο και όχι την κατάληξη, τον σκοπό, την υπόθεση, και όχι την εξουσία!

che_pistola.jpg

Αυτά συζητούσαν φωνακτά οι ιταλοί, οι έλληνες μάλωναν για το μοντέλο, θέλαν να μετρήσουν την εκλογική τους δύναμη αντί να επικεντρώνονται σε άλλα, διάλεξα τους ιταλούς, μπήκα στην Avanguardia Operaia. Και εδώ διάλεξα από συναίσθημα, όχι λόγω της γραμμής, αυτούς γνώρισα, με αυτούς πήγα. Τους άφησα γρήγορα κι εκείνους, είχαν ξεκινήσει να συζητούν με αυτούς του Manifesto για κοινή κάθοδο στις εκλογές, πράγμα που έκαναν λίγο αργότερα, εγώ είχα ήδη αποχαιρετήσει μαζί με την Ροσσάνα τον αγαπημένο φίλο Αρτούρο, υπεύθυνο της ομάδας περιφρούρησης, εκεί πήρα τα πρώτα μαθήματα αμυντικής περιφρούρησης στις πορείες, με σταλιν [τα ξύλα που δένουμε τις σημαιούλες] και μπουκάλια.

Οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ήταν η απάντηση του ανταγωνιστικού κινήματος στον ρεβιζιονισμό της γερασμένης αριστεράς, και στην διστακτικότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Η εγκατάλειψη του επαναστατικού προσανατολισμού του ΚΚΙ είχε πλέον ολοκληρωθεί, το ενδιαφέρον του προσανατολίζονταν στην μεταρρύθμιση του ντόπιου καπιταλισμού,  τον ρεφορμισμό, [ο οποίος με την χριστιανοδημοκρατία στηρίζονταν σε απαρχαιωμένους θεσμούς και στην συνεργασία με την μαφία και το παρακράτος], και χρειάζονταν νέες μορφές ταξικής συναίνεσης και »προοδευτισμού»για να περάσει την μετατροπή του από τον φορντισμό στις νέες μορφές αποκεντρωμένης, ευέλικτηςεργά παραγωγής, με την διάλυση της αλυσίδας και των μικρότερων, περισσότερο ευέλικτων μονάδων, όπου η εκμετάλλευση των εργατών επιτυγχάνονταν ευκολότερα. Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία είναι πλέον γεγονός, και έχει το όνομα του μεγαλύτερου κομουνιστικού κόμματος του δυτικού κόσμου. Έτσι, υπό τις ευλογίες του Pci, και των υπ’ αυτό ελεγχόμενων συνδικάτων, περνούμε από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, της διάχυτης σε κάθε γωνιά της μητρόπολης  παραγωγής υπεραξίας, και ταξικής υποδούλωσης. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ανεπτυγμένη ήταν τότε η παραγωγή στο σπίτι, από νοικοκυρές, συνταξιούχους, άνεργους και πιτσιρικάδες! ανασφάλιστους!

Butch sundance poster.jpg

Έτσι λοιπόν εκτινάσσεται η μαζικότητα των οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς, οι οποίες σε μια πρώτη φάση έχουν πολλά να δώσουν στην ανάπτυξη του ανταγωνιστικού κινήματος. Σιγά σιγά όμως μετατρέπονται σε μικρογραφίες-παρωδίες ενός σύγχρονου κόμματος, με όλες τις αντιφάσεις, τις μικρότητες και τον γραφειοκρατισμό που αυτό συνεπάγεται. Lotta continua, Potere operaio, Manifesto, Movimento Studentesco, Avanguardia operaia κάποιες από αυτές, με τις εφημερίδες τους πλέον να πουλιούνται στα περίπτερα σε πανιταλικό επίπεδο, ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο χωριό της επικράτειας μπορούσες να βρεις την Lotta continua, το Quotidiano dei lavoratori, το Manifesto κλπ. Αυτό βέβαια σίγουρα συνέβαλε στην διάχυση της συζήτησης που αναπτύσσονταν μέσα στους χώρους του κινήματος και των οργανώσεων σε κάθε γωνιά της χώρας και σε κάθε σπίτι συντρόφου που ενδιαφέρονταν να ξεμπλέξει από τα γρανάζια της συγκατάθεσης στα σχέδια του συστήματος.

Τι είχε προηγηθεί της άφιξης μου στην πανέμορφη εκείνη, τόσο ενδιαφέρουσα, χώρα; Πολλά και θαυμαστά. Πρώτα καταλήψεις πανεπιστημίων και σχολείων με στόχους που στρέφονταν ενάντια στην ιεραρχία και το αλάθητο των καθηγητών, μεταστροφή των εκπαιδευτικών μαθημάτων προς προοδευτικότερα μονοπάτια, το άνοιγμα των σχολών προς την κοινωνία και των θεμάτων που την απασχολούν.

Live in Pompeii cover.jpg

Έρχεται το θερμό φθινόπωρο του ’69, η μεγαλύτερη εργατική κινητοποίηση στη δύση, τεράστιες απεργίες, σημαντικές νίκες, υπό το σύνθημα: τι ζητάμε; τα πάντα! η τάξη διαρρηγνύεται, η εξουσία απειλείται.

Πως απαντά το κατεστημένο;  με την Στρατηγική της έντασης: Βόμβα στην piazza Fontana στο Μιλάνο, τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους, βόμβες στη Ρώμη, δεκάδες νεκροί, κύκλοι της αστυνομίας, παρακράτος, φιλοχουντικοί, στρατιωτικοί, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και μυστικές υπηρεσίες σε αγαστή συνεργασία με τους φασίστες-εκτελεστικά όργανα δημιουργούν τη σφαγή, κατηγορούν τους αναρχικούς, εκπαραθυρώνουν τον Pinelli δολοφονώντας τον, με μοναδικό σκοπό την ανακοπή της δυναμικής της αριστεράς που αναπτύσσονταν ραγδαία και απειλούσε την εξουσία του κατεστημένου.

Οι ίδιοι κύκλοι οργανώνουν πραξικόπημα σαν το ελληνικό, σε συνεργασία με την δική μας χούντα, γίνονται γνωστά αυτά τα σχέδια στους κόλπους του κινήματος, κάποιοι ξεκινούν να οργανώνονται για να τα αντιμετωπίσουν αμεσότερα. Γεννιούνται οι ερυθρές Ταξιαρχίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse

Έχουν προηγηθεί οι Gap, Ομάδες παρτιζάνικης δράσης, με τον Giangiacomo Feltrinelli στο τιμόνι, δεν προλαβαίνουν όμως να έχουν τη δράση που θα ήθελαν γιατί ο τεράστιος αυτός άνθρωπος, γόνος μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας, που είχε ταξιδέψει στην Κούβα και είχε γνωριστεί προσωπικά με τον άλλον μεγάλο, τον Φιντέλ Κάστρο, είχε εκπαιδευτεί εκεί στον ανορθόδοξο πόλεμο, σκοτώνεται μιαν θλιβερή ημέρα του μάρτη ’72 κάτω από ένα στύλο υψηλής έντασης, την ώρα που συνέδεε έναν εκρηκτικό μηχανισμό, με σκοπό να νεκρώσει από ρεύμα το Μιλάνο.

feltrinelli, giangiacomo feltrinelli, pier paolo pasolini

Εν τω μεταξύ ξεπηδούν σαν τα μανιτάρια σε όλη την χώρα νεανικά κέντρα, νεολαίστικα, αυτόνομα, στέκια επιτροπές και κολεκτίβες που σκοπό έχουν να συγκεντρώσουν τους νέους, αποκλεισμένους, που παρατούν τρέχοντας τις οργανώσεις και θέλουν να συνεβρεθούν και να ζήσουν από κοινού την καθημερινότητα τους, άλλους που δεν πάτησαν το πόδι τους ποτέ σε αυτές, κυρίως στις γειτονιές της περιφέρειας, αγόρια και κορίτσια από τα προάστια των μεγάλων και των μικρότερων πόλεων, στα εργοστάσια στα σχολεία στις σχολές, όλοι εκείνοι που θέλουν μιαν άλλη πολιτική στράτευση, βασισμένη στην πεποίθηση ότι το πολιτικό είναι προσωπικό – και το προσωπικό πολιτικό, αγωνιστές που δεν μεταφέρουν πλέον εντολές κομματικών επιτελείων, μόνιμοι πρώην αφισοκολλητές, κάνουν πράξη στο σύνθημα που είχε ξεπηδήσει από τους κόλπους του Συνεχή αγώνα  και έλεγε: »prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη», δημιουργώντας τις πρώτες μορφές αντιεξουσίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Mensa, φοιτητικό εστιατόριο. Εγώ βρίσκομαι πλέον εκεί, συχνάζω σε καθημερινή βάση στις συγκεντρώσεις της αυτόνομης κολεκτίβας, στις διαρκείς συνελεύσεις των φοιτητών που στήνονται αυθόρμητα στα σκαλιά του πανέμορφου μεσαιωνικού κτιρίου που στεγάζει τον χώρο, όπου για να φας και να πιεις έπρεπε να στηθείς στην ουρά, στις καλύτερες των περιπτώσεων διαρκούσε μιάμιση ώρα, έφτανε και τις δυο κάποιες φορές, και αυτό πάντοτε, και ενάντια σε αυτή την κατάσταση ξεκίνησαν αγώνες, που αποφασίστηκαν αυτόνομα σε εκείνες τις σκάλες, και κράτησαν πολύ, με υψηλότερης και χαμηλότερης έντασης στιγμές, πέρασαν μέσα από αντιθέσεις, ήττες, αλλά τελικά οδήγησαν στη μεγάλη νίκη.

Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή του: creare organizzare contropotere proletario, να δημιουργήσουμε να οργανώσουμε προλεταριακή αντιεξουσία. Στα εργοστάσια και αλλού σαμποτάρουν μαζικά την παραγωγή, μπλοκάρουν τους μηχανισμούς εδώ και πολύ καιρό. Έχει ήδη πέσει και το σύνθημα για την επανακοικειοποίηση του παραγόμενου πλούτου και των απαλλοτριώσεων, και γίνεται καθημερινή πρακτική, μιας και η άρνηση της μισθωτής εργασίας φέρνει μαζί της και την πρακτική των αναγκών!

Εδώ ήμαστε! Έχουμε βρει αυτό που χρειαζόμασταν τόσο καιρό, σκεφτόμαστε οργανωνόμαστε και δρούμε αυτόνομα απ’ ότι μέχρι εκείνη την στιγμή είχε παράξει το παγκόσμιο ανταγωνιστικό κίνημα, μακριά από κομματικές εντολές κεντρικών επιτροπών και γραμματέων. Και η μεγάλη ανατροπή συνίστατο στο ότι, εδώ και καιρό πλέον, είχαμε τινάξει από επάνω μας την σκλαβιά των σταδίων μετάβασης, ζούσαμε τον κομουνισμό εδώ και τώρα! Δεν περιμέναμε να »ωριμάσουν οι συνθήκες», ζούσαμε το όνειρο μας κάθε στιγμή, και ήμασταν ευτυχισμένοι γιατί ήμασταν μαζί, και ήμασταν πολλοί, νιώθαμε επαγγελματίες επαναστάτες.

Αποτέλεσμα εικόνας για Τόμμυ 1975

Στην πόλη υπήρχαν και άλλες αυτόνομες κολεκτίβες, στο πανεπιστήμιο, σε μια δυο γειτονιές, των μαθητών. Συναντιόμασταν συχνά, κουβεντιάζαμε για το σήμερα και το αύριο του κινήματος, οργανώναμε κοινές δράσεις, περιφρουρούσαμε μαζί τις πορείες, μιλούσαμε για σχέδια, εκστρατείες και στόχους.

Αποτέλεσμα εικόνας για the song remains the same

Είχαμε και τους Nap στην πόλη, εκεί είχαν αναπτυχθεί περισσότερο, μάλλον, να πω πως σε εμάς είχαν γεννηθεί, στις Murate, στην φυλακή της πόλης, στην καρδιά της πόλης, σε εμάς και στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές της Νάπολι ήταν που έγινε η ζύμωση ανάμεσα σε έγκλειστους πολιτικούς αγωνιστές και έγκλειστους προλετάριους του κοινού ποινικού κώδικα. Αυθόρμητοι και ενθουσιώδεις, υπέπεσαν σε παιδαριώδη λάθη μιας και συχνά απέφυγαν να τηρήσουν και τους πιο στοιχειώδεις κώδικες παρανομίας, αποδεκατίστηκαν πολύ σύντομα από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, κάποιοι δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ, μέχρι αποφασίσουν να ενωθούν με τις Ταξιαρχίες, θέτοντας τέλος στην ανεξάρτητη πορεία τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Nap, nuclei armati proletari murate, firenze

Συχνές και οι συναντήσεις σε εθνικό επίπεδο, πλέον η Αυτονομία έχει οργανωθεί για τα καλά, και λόγω του εργατισμού που αγαπά σε θεωρητική βάση, παίρνει το όνομα εργατική Αυτονομία, έχοντας στις τάξεις της αγωνιστές απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ο  κοινωνικός εργάτης έχει βρει πλέον το σπίτι του, σαμποτάρει στα εργοστάσια, με τις απεργίες a gatto selvaggio, απροειδοποίητα, μπλοκάρει την παραγωγή και »τιμωρεί» τους capo reparto, απαλλοτριώνει τον πλούτο που ο ίδιος παράγει και το αφεντικό εκμεταλλεύεται, ταξιδεύει και δεν πληρώνει, διασκεδάζει και δεν πληρώνει, παράγει πολιτισμό, νέες αξίες, ζει και αγαπά και μαθαίνει.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Εν τω μεταξύ οι Br έχουν περάσει από την ένοπλη προπαγάνδα στον ανταρτοπόλεμο, πιστές στα χνάρια των θρυλικών Τουπαμάρος. Έχουμε πλέον να αναμετρηθούμε και μ’ αυτούς κανονικά, έχουν καταφέρει να αποκτήσουν μεγάλες συμπάθειες μες το κίνημα, κάποιοι λεν πως είναι σύντροφοι που σφάλλουν, κάποιοι επικροτούν κανονικά. Σ’ εμένα τρέφουν συμπάθεια. Θέλουν βέβαια να χτίσουν το μαχόμενο κόμμα, κάτι που είναι μακρινό στα δικά μας θέλω. Σίγουρα ήμαστε παιδιά του μαρξισμού-λενινισμού, ήμαστε την ίδια στιγμή και εγγόνια της παρισινής Κομμούνας, έχουμε επιρροές επίσης και από την Ισπανική επανάσταση, οραματιζόμαστε, θέλουμε να χτίσουμε τον λαϊκό στρατό κομουνιστικής απελευθέρωσης, τα πρώτα κύτταρα του νιώθουμε πως ήμαστε εμείς. Εμένα προσωπικά με θρέφει η ιστορία του χιλιανού Mir, για κάποιον λόγο που ξανά αδυνατώ να εξηγήσω, είναι αυτούς που έχω διαρκώς στο μυαλό μου.

Μπορεί να σκοτώθηκε ο μεγάλος Φελτρινέλλι, έχει προλάβει να χτίσει όμως σε όλη την χώρα έναν σπουδαίο εκδοτικό οίκο με ένα μεγάλο δίκτυο βιβλιοπωλείων, στα οποία μπορείς να βρεις ότι πιο ανατρεπτικό έχει εκδοθεί, συν μπροσούρες και κείμενα όλων των επαναστατικών οργανώσεων που βρίσκονται διάσπαρτες στον πλανήτη. Αυτό βοηθάει θαυμάσια στην ενημέρωση και τον διάλογο μεταξύ συντρόφων, εκεί βρίσκω κείμενα του Mir και έχω κατασυμπαθήσει την οργάνωση της οποίας ηγείται ο ανιψιός του Αλλιέντε, Μιγκέλ Ενρίκεζ.

Αποτέλεσμα εικόνας για miguel enriquez

Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι πλέον μονοπώλιο της ΕΤΑ και του IRA στην Ευρώπη. Νέες οργανώσεις έχουν γεννηθεί και δρουν τόσο στην Ισπανία, αυτή που κάνει αίσθηση είναι η Raf στην Γερμανία. Ο διάλογος απλώνεται, οι επιρροές μεγαλώνουν, η κουβέντα παίρνει φωτιά. Σε εμάς έχουν ξεσπάσει καινούργια κινήματα που φέρνουν τα πάνω κάτω στην καθημερινότητα μας, ταράζοντας τα νερά του αγώνα όσο και ου συστήματος που βλέπει τα ταμπού να θρυμματίζονται το ένα μετά το άλλο. Το κίνημα των νέων που αγωνίζεται ανοικτά πλέον για την αποποινικοποίηση της μαριχουάνας και του χασίς, όπως και για έναν άλλο τρόπο να νοείται η οικογένεια, [είχε ξεκινήσει η αμφισβήτηση από το ’68]

The crater left by the bombing in Claudio Coello street, in central Madrid.

οι νεολαίοι, αυτοί οι ασταμάτητοι, που μπουκάρουν σε θέατρα, κινηματογράφους, αίθουσες χορού, εστιατόρια, και δεν πληρώνουν ή πληρώνουν συμβολικά, αυτομειώνουν λογαριασμούς τηλεφώνου και ρεύματος, μια αναταραχή ανυπακοής που σαρώνει μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, οι αστοί τρέμουν, νιώθουμε ανίκητοι

– οι φεμινίστριες που χαλούν κόσμο και έχουν συνταράξει τις προσωπικές σχέσεις, ενάντια στον πατριαρχικό τρόπο να βλέπει ο άνθρωπος τη ζωή, την σεξουαλικότητα, το φύλλο!

Σχετική εικόνα

Σπουδαίες ταινίες βοηθούν τον διάλογο για την ανατροπή, η μουσική ακολουθεί επίσης, αν δεν έχει κάνει εκείνη την αρχή. Έχει ενώσει παγκόσμια την νεολαία σε ένα νέο αξιακό σύστημα, τα γερασμένα νοήματα γκρεμίζονται στο σωρό, ένας νέος αέρας φυσά και γεμίζει τα πνευμόνια μας με ζωντάνια, καινούργια αρώματα μας συνεπαίρνουν. Το παλιό, το αρχαϊκό πνέει τα λοίσθια.

Όμως οι φασίστες το κράτος και το παρακράτος δεν έχουν καθίσει με σταυρωμένα χέρια όλο αυτό το διάστημα. Σύντροφοι δολοφονούνται στο δρόμο, στα σπίτια τους και στις πορείες από φασίστες ή αστυνομικές δυνάμεις.  Βόμβες σκάνε σε πλατείες τρένα και σιδηροδρομικούς σταθμούς σκοτώνοντας δεκάδες. Και μέσα σε όλη την αναμπουμπούλα, οι κομουνιστές – που δεν είναι κομουνιστές, έχουν πλέον προτείνει επίσημα τον ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στις δεξιές και »αριστερές» πολιτικές δυνάμεις για την συνδιαχείριση της εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού, την διατήρηση του status quo, και θάβουν βαθιά στο χώμα κάθε ταξικό πρόσημο!

ΑΓΡΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ

Εμείς τους αγνοούμε πλήρως. Μας αποκαλούν φασίστες και χουλιγκάνους και εγκληματίες, μας πορώνουν περισσότερο. Στους κινηματογράφους, στην διάρκεια ανατρεπτικών ταινιών είναι σαν να βρίσκεσαι σε πορεία της αυτονομίας, σε διαδήλωση, λείπουν μόνο οι συγκρούσεις! Βλέπουμε σπουδαίο κινηματογράφο, με θέματα ανυπακοής και ανατροπής, του κατεστημένου και της ζωής της ίδιας. Δεν θα σταθώ εδώ, όπως έχω κάνει και αλλού σε αυτό το κείμενο, ας ανάψει η συζήτηση, θα αναφέρω μοναχά δυο, που έπαιξαν ρόλο κλειδί στις αποφάσεις που ακολούθησαν, για πολλούς και εμένα προσωπικά: ο Αμερικάνος, υπό κατάσταση πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά, με την υπέροχη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και η μάχη του Αλγερίου, του Gillo Pontecorvo. Η πρώτη διαπραγματεύεται την απαγωγή στην Ουρουγουάη αμερικανού εκπαιδευτή-βασανιστή από τους αντάρτες Τουπαμάρος και την εκτέλεση του ύστερα από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Άριστα επενδυμένη με μουσική του Μίκη δημιουργεί αίσθηση. Η δεύτερη, άκρως ρεαλιστική κι ακόμη αληθοφανέστερη, δείχνει την άγρια πλευρά του ανταρτοπόλεμου στην κάσμπα της πόλης του Αλγερίου που αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τους γάλλους και να δημιουργήσει μια νέα, σοσιαλιστική πραγματικότητα.

Η προοπτική του ένοπλου αγώνα στην καρδιά της μητρόπολης κερδίζει ολοένα περισσότερους, με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό όμως από αυτόν της σκληρής παρανομίας των εΤ. Δεν είναι καθόλου εύκολη η ζωή με νέα ταυτότητα, αποκομμένος απ’ όλες τις μέχρι εκείνη την στιγμή γνωριμίες, η προσπάθεια να περνάς διαρκώς απαρατήρητος, για ένα νέο στα ντουζένια του. Θέλει καρύδια και θέληση μεγάλη, υπομονή, αυτοκυριαρχία, ψυχρό αίμα. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για μια τέτοια καθημερινότητα, το ξέραμε πολύ καλά, το απορρίψαμε.

Όμως και η παλιά πολιτική στράτευση είχε φάει τα ψωμιά της. Η σύγκρουση στον δρόμο ολοένα δυσκολότερη, έχουν εμφανιστεί τα όπλα και στην δικιά μας την πλευρά, οι σύντροφοι δεν θέλουν να πέφτουν πλέον σαν τα κοτόπουλα από φασίστες κι αστυνομικούς. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν αποτύχει, οδηγούν σε σφαγές, σε επίπεδο χώρο έδαφος και περιβάλλον γνωστά εκ των προτέρων στον αντίπαλο, προκρίνουμε τον αιφνιδιασμό, δίχως να εγκαταλείψουμε την παρέμβαση στον δημόσιο χώρο και λόγο. Δυο, και τρία διαφορετικά επίπεδα είναι εφικτά αποφασίζουμε.

Δουλεύουμε πάντα μες τις κολεκτίβες, τις συνελεύσεις και τις επιτροπές. Δουλεύουμε όμως και με τους πιο αποφασισμένους συντρόφους σε άλλο επίπεδο, σε άλλους χώρους, μυστικά. Ζούμε στα σπίτια μας, δεν εξαφανιζόμαστε.Η άσκηση στα δάση με τους πολλούς συνεχίζεται πάντα, αδιάκοπα. Τώρα όμως οι λιγότεροι εκπαιδευόμαστε και σε άλλα πράγματα. Και αργά αλλά σταθερά προχωρούμε σε πιο σύνθετες καταστάσεις, μαθαίνουμε κι εμείς να εκπαιδεύουμε, με ένα πράγμα στο μυαλό σφηνωμένο:  να αποφεύγεις παράπλευρες απώλειες, υλικές ή φυσικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για marzo 77 roma

Ζούμε πλέον στην ημιπαρανομία, μας βρίσκει το ’77, και είναι μια υπέροχη χρονιά, η εξέγερση είναι συντριπτική. Έχουν προηγηθεί καταλήψεις ενάντια στο νόμο Malfatti, μεταρρύθμισης στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αγώνες διαρκείς ενάντια στην πολιτική των θυσιών που είχε υιοθετήσει το Κκ, μάχες και εθνικές πορείες ενάντια στην καταστολή, ενάντια στο νόμο Reale που επιτρέπει στους αστυνομικούς να πυροβολούν με το αζημίωτο, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς να απειλούνται πραγματικά, δίνει ζωή στην κατάσταση εξαίρεσης. Σκοτώνονται σύντροφοι, σκοτώνονται αστυνομικοί, ο υφέρπον εμφύλιος χαμηλής έντασης είναι πλέον γεγονός. Τον μάρτη του ’77 στη Ρώμη διαδήλωση 100 χιλιάδων νέων, ατέλειωτες γραμμές οπλισμένων με ότι θες αυτόνομων πορεύονται στην πόλη, είναι ώρες πολλές ανταρτοπόλεμου στους δρόμους με χιλιάδες εμπλεκόμενους συντρόφους και αστυνομικούς. Σπάζονται οπλοπωλεία, μοιράζονται όπλα, δέχονται επιθέσεις και πυρπολούνται αστυνομικά τμήματα, εκθέσεις αυτοκινήτων πολυτελείας, δικαστήριο, κομματικά γραφεία, γίνεται προσπάθεια επίθεσης στις φυλακές της πόλης αλλά αποτυγχάνει, η εξέγερση διαρκεί μέχρι αργά το βράδυ.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Τον σεπτέμβρη στη Μπολόνια το τετραήμερο συνέδριο του κινήματος μαζεύει ξανά εκατό χιλιάδες, δεν στέκομαι στις συζητήσεις, γυρνώ όλη μέρα στην πόλη, στα συμβάντα στους δρόμους και τις πλατείες, στην διαφορετικότητα, την ποικιλία. Αφήνω τις κουβέντες σε άλλους, ξέρετε, δεν έγινα αυτό που είμαι εξ αιτίας των βιβλίων, έγινα αυτό που είμαι ακούγοντας και διαβάζοντας εμπειρίες, αυτό με συναρπάζει

Convegno contro la repressione. Corteo creativo. Bologna, 25 settembre 1977

Η σχέση με την Αυτονομία ήταν σχεδόν ερωτική. Τώρα νιώθαμε ότι ζούσαμε, ολοκληρωτικά, δεν ήταν μια αυτοματοποιημένη αλληλουχία πράξεων, ήταν βίωμα, βιοτή, όχι ρουτίνα και επανάληψη, όπως η ζωή στην φάμπρικα ή στην καθημερινή συνήθεια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι. Ολοκληρωμένοι!

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Σε ανοιχτή αντίθεση και αντιπαράθεση με την λογική του παραδοσιακού κομουνισμού όπως επίσης και με εκείνη των Br, που μεταθέτουν στον «ήλιο του μέλλοντος», σε ένα μέλλον μακρινό και στις επόμενες γενιές, το ζήτημα του να ζήσουμε τον κομουνισμό, και όχι μόνο να αγωνιζόμαστε για να τον χτίσουμε. Και σε σύγκρουση με το Κκι,  και το αριστερό συνδικάτο Cgil του Lama, που εκείνο το διάστημα προωθούσαν την γραμμή της πολιτικής των θυσιών, εκείνο το κίνημα, προκαλώντας, μιλούσε αντιθέτως για το δικαίωμα στο lusso, στην πολυτέλεια. Και ο φεμινισμός επίσης ήταν, από αυτή την οπτική γωνία, μια πολιτιστική επανάσταση, που δεν δέχονταν να εξαρτάται από μιαν μελλοντική και μακρινή κοινωνία η ριζοσπαστική μετατροπή των προσωπικών σχέσεων και φύλου, δεν δέχονταν δηλαδή να αναβάλουν για αργότερα αυτή την μετατροπή. Τότε αντιμετωπίζαμε τα όπλα  σαν εργαλείο και δυνατότητα απελευθέρωσης, συνεπώς ευτυχίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Όμως κάτι αρχίζει να αλλάζει αργά αργά. Ασυναίσθητα στην αρχή. Ξεκινάς να αποτραβιέσαι χωρίς καλά καλά να το θέλεις, οι επαφές με τους συντρόφους των άλλων ομάδων ελαττώνονται δραματικά, στην αρχή είναι επώδυνο, μετά μαθαίνεις να ψάχνεις  »ανώδυνες» παρέες, δεν πρέπει πλέον να δίνεις στο μάτι, θολώνεις διαρκώς τα νερά, το σπίτι δεν είναι πια ανοικτό σε όλους. Άσε που κάποιοι φίλοι εξαφανίζονται οριστικά γιατί έχουνε »καεί», αλλάζουν πόλη, ταυτότητα…καταλαβαίνετε.

Περνά ο καιρός και το παιχνίδι διαρκώς χοντραίνει. Ανεβαίνουμε επίπεδο καθημερινά. Έχει μπει το ’78 για τα καλά όταν απαγάγεται ο Άλντο Μόρο. Εδώ χτυπά καμπανάκι. Το κίνημα δεν έχει μάθει σε τέτοιο επίπεδο σύγκρουσης, η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας βαθαίνει μέρα με την μέρα, τα πράγματα θα αλλάξουν προς το χειρότερο με την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την εκτέλεση του. Ξεκινά το κυνήγι μαγισσών, ο έλεγχος και η καταστολή γίνεται αφόρητη.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse

Είχαν ζητήσει την άποψη μου-μας τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά. Σταθήκαμε ξεκάθαροι, αν η απαγωγή είχε ξεσηκώσει ένα πρώτο, αυθόρμητο κύμα ενθουσιασμού, σύντομα καταλάβαμε πως η χώρα δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια με την εκτέλεση του ομήρου. Ελεύθερος ο εκ των ηγετών της ιταλικής δεξιάς θα ήταν μια κινούμενη βόμβα στα θεμέλια, στους κύκλους της εξουσίας, η οποία δεν έχει μοναχά μια καρδιά για να της επιτεθείς! Οι ταξιαρχίτες διάλεξαν να εκτελέσουν τον κρατούμενο τους, ένας από τους πιο μισητούς ανθρώπους όσο ήταν ελεύθερος να δρα, είχε καταφέρει μέσα από τις τόσο ανθρώπινες επιστολές του, να καταστεί συμπαθής ύστερα από δυο μήνες κράτησης στην φυλακή του λαού, με την αξιοπρεπέστατη στάση του, πλήρως εγκαταλελειμμένος από τους πρώην φίλους, συντρόφους και συνεργάτες του. Τα γρανάζια της εξουσίας, ενισχυμένα από την αδιαλλαξία των »κομουνιστών» συνέτριψαν τον άνθρωπο πριν ακόμη τον εξουδετερώσουν οι Br, ανοίγοντας τους ασκούς του Αιόλου. Το σύστημα τον είχε εκτελέσει πριν τις εΤ.

Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Το κοινό μέτωπο δεξιάς και ‘αριστεράς’, αντί να διαρραγεί, έγινε ισχυρότερο, το »μέτωπο της σταθερότητας» έγινε ακόμη πιο αδιάλλακτο, ο κύβος είχε ριχθεί. Η μεγαλύτερη καταστολή στην ιστορία της σύγχρονης Ιταλίας είχε ξεκινήσει.

Αποτέλεσμα εικόνας για πλατούν ταινια

Η PL θα συνεχίσει τις δράσεις με τις ομάδες της, το ίδιο και οι οργανωμένες μορφές της Αυτονομίας. Το ’78 που οδεύει προς το τέλος του είναι περίοδος προβληματισμού. Ο μιλιταρισμός δείχνει τα δόντια του, κερδίζει την μάχη, δέχεται στους κόλπους του όλο και περισσότερους συντρόφους, που είχαν εντυπωσιαστεί από την στρατιωτική ισχύ των »κομματικών». Ήταν όμως προετοιμασμένοι όλοι αυτοί οι αγωνιστές, όπως και οι παλαιότεροι, για μια σύγκρουση μακράς διαρκείας σε καθεστώς πλήρους παρανομίας;

7 aprile 2

Το μέλλον, που έρχονταν τρέχοντας, και ήταν ντυμένο στα μαύρα, απέδειξε το αντίθετο!  Το ’79 είναι γεμάτο επιθέσεις, νεκρούς, και συλλήψεις. Έχει ήδη ξεκινήσει στους κόλπους μας η κουβέντα περί στρατηγικής υποχώρησης. Διασπάσεις. Οι περισσότεροι αποφασίζουν τη συνέχιση, μοιάζουν ολοένα περισσότερο με τους ταξιαρχίτες, αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο. Δεν τους εγκαταλείπουμε, όμως η σχέση έχει ραγίσει, και στα μέσα της χρονιάς η οργάνωση σχεδόν εξολοθρεύεται πλήρως στην Φλωρεντία. Κάποιοι συνωμοτικοί κανόνες λειτουργούν και καταφέρνω να διαφύγω.

La prima linea PosterΑποτέλεσμα εικόνας για prima linea

Τότε κατάλαβα πόσο βαθιά ριζωμένοι ήμαστε. Άλλαξα τρία τέσσερα σπίτια μέσα σε κάποιους μήνες, δεν γνώριζα ούτε έναν από αυτούς που με φιλοξενούσαν, μου φέρθηκαν άψογα, δεν ρώτησαν κουβέντα, δεν απαίτησαν ποτέ την αποχώρηση μου, μόνος μου ένιωθα τον κλοιό να στενεύει, πρόλαβα στο τέλος της χρονιάς να φύγω για Ελλάδα, με την Ροσσάνα, που και αυτή, αλλού είχε βρει καταφύγιο. Η ομάδα μας είχε λειτουργήσει όλο αυτό το διάστημα υποδειγματικά!

Καθίσαμε δυο μήνες στην Καβάλα μέχρις να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα, ετοιμαστήκαμε να επιστρέψουμε λίγο μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, θέλαμε να ασχοληθούμε με τους πρώην αιχμαλώτους φίλους και συντρόφους μας, ένα απρόοπτο γεγονός όμως, κυριολεκτικά την ύστατη στιγμή, μια προειδοποίηση από το πουθενά μας γλίτωσε από την σύλληψη στα σύνορα!

Λίγους μήνες αργότερα ξεκινούν η διώξεις στην Ελλάδα, έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης, πιάνουν πρώτα την Ρόσσα, την κλείνουν στην Κομοτηνή, την δικάζουν και αποφασίζουν την έκδοση της. Κάνουμε αμέσως έφεση και την στέλνουν στην Αθήνα. Τότε συλλαμβάνουν εμένα και με στέλνουν έγκλειστο στην Κομοτηνή. Ο Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει την έκδοση της, και φεύγει οριστικά τέλη του ’80. Εμένα με δικάζουν το ’81, ύστερα από έναν χρόνο προφυλάκισης, και με αθωώνουν. Με ξανασυλλαμβάνουν ένα χρόνο αργότερα, έχουν εμπλουτιστεί οι κατηγορίες, αυτή τη φορά μένω έξω με περιοριστικούς όρους, με δικάζουν το ’85 και με αθωώνουν ξανά. Η Ρόσσα μέσα, στην Ιταλία, κάθισε συνολικά 7 χρόνια, αν θυμάμαι καλά.

Ενώ έχω δικαστεί εδώ, κατόπιν αίτησης των ιταλών, κάνουν το λάθος να με δικάσουν και εκεί. Τρώω ένα τσουβάλι χρόνια που μειώνονται ελάχιστα στο εφετείο. Αυτό θα με σώσει αργότερα, όταν επιχείρησα ένα ταξίδι στην Γερμανία, όπου με συνέλαβαν και με έκλεισαν στη φυλακή του Σταμχάιμ, έμεινα μέσα 40 ημέρες, όσες ακριβώς είχαν δικαίωμα να με κρατήσουν, ήθελαν να με εκδώσουν στην Ιταλία, δεν τα κατάφεραν, με έσωσε ακριβώς το γεγονός πως για τα ίδια αδικήματα είχα δικαστεί δυο φορές, σε δυο διαφορετικές χώρες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έγκυρη είναι μοναχά η πρώτη φορά! την γλίτωσα!

Παρακολουθούσα μέχρι το τέλος την κατάσταση από τις εφημερίδες. Μετανιωμένοι σύντροφοι οδηγούν σε τραγικά αποτελέσματα, διάσταση, οι αμετακίνητοι συνεχίζουν τον αγώνα, επιθέσεις, δολοφονίες ένθεν κακείθεν, απαγωγές, διασπάσεις, ώσπου τελικά το ’86, αν θυμάμαι καλά, οι ιστορικοί ηγέτες των εΤ διακηρύσσουν το τέλος της πολυετούς εμπειρίας του ένοπλου αγώνα. Η Πρώτη Γραμμή έχει κηρύξει την αυτοδιάλυση της νωρίτερα, διαχωρίζοντας την θέση της από την μέχρι τούδε πορεία της, αποκηρύσσοντας το παρελθόν και την ταυτότητα της, διασπώντας το μέτωπο των αιχμαλώτων συντρόφων. Λάθος τρομερό, εύκολο όμως να το λες όταν έχεις γλιτώσει παρά τρίχα την πολυετή κάθειρξη.

(20 χιλιάδες αγωνιστές διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, γύρω στους 6000 οι φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι, συνολικά 50.000 χρόνια φυλακής)

 

Υστερόγραφο: επειδή αυτοί, και πολλοί άλλοι, δεν σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, αφιερωμένα τα παραπάνω

MATTEO CAGGEGI    

BARBARA AZZARONI

 Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Barbara era una di noi, una comunista. Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο  ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος στους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά, στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni  Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο

 

L8_80_01_06_b

Τέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Δεν είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς – Non è un libro per nostalgici

του Marc Tibaldi

Gianfranco Manfredi, Ma chi ha detto che non c’è, l’anno del Big Bang, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Το έτος του Big Bang, Agenzia X, Milano, 2017, pp. 422, € 20,00.

To «να μετατρέψουμε τον κόσμο» του Karl Marx που ενσωματώνεται στο «να μεταβάλλουμε τη ζωή» του Arthur Rimbaud, στο «όνειρο, η ποίηση, η επανάσταση, η αγάπη» των σουρεαλιστών, στο «να διανέμουμε ήδη από τώρα τον πλούτο» της μπάντας Bonnot. Εδώ, το καλύτερο 77 ενσωμάτωνε σε αυτές τις περιπτώσεις, και ενσωμάτωνει ότι καλύτερο από τις ιδεολογίες του ‘800 και τις πρωτοπορίες και τις αντικουλτούρες του εικοστού αιώνα. Ανακινώντας τα πάντα και δημιουργώντας νέους τρόπους και νέες ιδέες Αλλά το ποιος είπε ότι δεν υπάρχει του Gianfranco Manfredi μας χαρίζει την πολυπλοκότητα εκείνου του κινήματος όπως δεν είχε γίνει ακόμη γίνει, παρά όλους τους τίτλους επί του θέματος που εμφανίστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι ένα φανταστικό συνονθύλευμα σκέψεων, προβληματισμών, κοινωνιολογικών αναλύσεων και προσωπικών αναμνήσεων. Ο Manfredi είναι μια εκλεκτή φιγούρα: συγγραφέας, φιλόσοφος, τραγουδοποιός, σεναριογράφος πολυάριθμων ταινιών και δεκάδων ιστοριών κόμιξ που εξάγονται σε όλο τον κόσμο. Στη δεκαετία του εβδομήντα ηχογράφησε τα άλμπουμ Αλλά δεν είναι μια ασθένεια και Ζόμπι όλου του κόσμου ενωθείτεMa non è una malattia και Zombie di tutto il mondo unitevi.

Ανάμεσα στα μυθιστορήματα του να θυμίσουμε την Κόκκινη  Μαγεία Magia Rossa (Feltrinelli, 1983) και τον Μικρό μαύρο διάβολο, Piccolo diavolo  nero(Tropea, 2001), και αυτή η νέα εργασία μπορεί να διαβαστεί σαν απαραίτητη ενσωμάτωση στην Χρυσή Ορδή. Το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα,  L’Orda d’Oro, 1968-1977. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale. Εάν η ανθολογία που δεν πρέπει να χάσετε και επιμελήθηκε ο Primo Moroni και ο Nanni Balestrini είναι μια συλλογή από τις σημαντικότερες θεωρητικές συνεισφορές και τις πιο ενδιαφέρουσες επαναστατικές πολιτικές εμπειρίες, το έργο του Manfredi μας επιστρέφει την πολλαπλότητα του κινήματος και εκείνων των χρόνων γενικότερα, επικεντρώνοντας στους πολιτικούς αγώνες εντάσσοντας τους μέσα στο πολιτιστικό σενάριο – εθνικό και διεθνές – εκείνης της χρονιάς.

Το βιβλίο δεν αναφέρεται μόνο στο 77, αλλά γενικότερα στα χρόνια αυτής της συγκυρίας μεταξύ του μετά το 68 και της αρχής της οπισθοδρόμησης. Και το κάνει με το πνεύμα «εκείνων» των καιρών και χωρίς να είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς. Αυτό είναι ένα από τα δυνατά του σημεία. Αλλά το Ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è, αναπνέει την ατμόσφαιρα του ’77 και μας επιστρέφει τα οράματά της, έτσι είναι και ένα βιβλίο για το μέλλον. Γεννάται εμπνευσμένο από το διάσημο τραγούδι που φέρει τον ίδιο τίτλο, το οποίο ο Gianfranco Manfredi ηχογράφησε το 1976 και δημοσιεύθηκε στο άλμπουμ Ma δεν είναι μια ασθένεια, Ma non è una malattia. Είναι ένα ερωτικό και επαναστατικό τραγούδι, εμβληματικό του 77, μια επιθυμία για κάτι που μπορεί να υπάρξει μια μέρα αλλά και για τις πιθανές ουτοπίες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για ένα όμορφο κομμάτι, ουσιώδες, μια ισορροπία αντιθέσεων και προτάσεων, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα πολλές ομάδες και τραγουδοποιοί, από τους Gang στους Ministri, από την τορινέζικη ομάδα Aldo dice (μαζί, μεταξύ των άλλων οι, Nadàr Solo, Banda Fratelli, Daniele Celona, Levante, Esma, 2 Fat Men, Duemanosinistra, Il terzo istante) σε εκείνο το άτυπο που αποτελείται από τους Guido Baldoni, Davide Giromini, Alessio Lega, Rocco Rosignoli και Marco Rovelli.

Ακολουθώντας τους στίχους του τραγουδιού, το βιβλίο αφιερώνει αξέχαστα κεφάλαια σε όλες τις πτυχές που μπορεί να θέσει υπό συζήτηση εκείνο το μαγικό έτος και κατά το οποίο το ανταγωνιστικό κίνημα εξέφρασε δημιουργικές και φαντασιακές σπίθες: από τα κόμικς έως την λογοτεχνία, από το θέατρο έως τον κινηματογράφο, από την επιστημονική φαντασία μέχρι την ελευθεριακή παιδαγωγική και μετά και πάνω απ ‘όλα: τον φεμινισμό, την κοινωνική οικολογία και τη φυσική γεωργία, την αντιψυχιατρική, την εργατική Αυτονομία, την διαδεδομένη αυτονομία, τους ινδιάνοι μητροπολιτάνους, το πανκ, τις  εναλλακτικές μουσικές, τον αντιμιλιταρισμό …

Πολύ χρήσιμος είναι ο κατάλογος των καλών προθέσεων που ο συγγραφέας αποφασίζει να ακολουθήσει γράφοντας το βιβλίο και αναφέρεται στην εισαγωγή: «Να μην ξεπέσουμε στην αυτοβιογραφία, να μην υποβληθούμε στη ροή των αναμνήσεων (οι μνήμες εξαπατούν), να μην ξεπέσουμε στο είδος »χρόνια του μολυβιού» ( μιας και το 77 υπήρξε πολλά περισσότερα από ένα κουτί του χρόνου με μέσα του ένα πιστόλι P38 και ένα πακέτο δώρου με σφαίρες), ακόμη περισσότερο να μην ξεπέσουμε στην εορταστική και συναισθηματική revival, αναβίωση, στην αναζήτηση της χαμένης νεότητας. Θα ήταν επίσης λάθος να μειώσουμε τη συλλογική εμπειρία σε γενεαλογική εμπειρία. Υπήρχαν περισσότερες γενιές, που έζησαν αυτή την εμπειρία, από τα παιδιά που γεννιόντουσαν, στους μεγαλύτερους που έφευγαν. Και όλοι τους ήταν πρωταγωνιστές, με τα όλα τους, αυτού του παραδειγματικού και μοναδικού έτους. Έπρεπε να ανοιχτώ στην οπτική των άλλων, να περπατήσω μαζί τους μονοπάτια που δεν είχα εξερευνήσει εγώ, αποφεύγοντας όμως την πανούκλα τις αποκαλύψεις που ήταν γεμάτες με ανέκδοτα που ξαναχτίστηκαν με τέχνη, ξεσπάσματα επακόλουθα από παράπονα εναντίον εκείνου ή του άλλου, εκθειάσεις λαμπερών επιχειρήσεων οικογενειακής διαχείρισης ή / και ομάδων … τέλος πάντων το χειρότερο”.

Δύο προβληματισμοί για το σήμερα, ξεκινώντας από το δημιουργικό χάος του βιβλίου και του ’77. Πρώτον: η διαδικασία των πολιτισμικών διαφορών και των αγώνων που ξεκινούν από μια συγκεκριμένη αξίωση και τη διαδικασία της κοινωνικής ανασύνθεσης εμφανίζονται σήμερα σε ένα πολύ διαφορετικό φως από αυτό που φαίνονταν να καθοδηγεί την πλανητική σκηνή εκείνων των χρόνων. Τότε οι διαφορές ήταν η κινητήρια δύναμη μιας δυναμικής της ανασύνθεσης, σήμερα εμφανίζονται κυρίως σαν ένα επιθετικό και ιδιαιτέρως αναγνωριστικό στοιχείο. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μια μετατόπιση των τόνων, των προφορών. Η διαφοροποιημένη έμφαση, η οποία στα χρόνια του διεθνιστικού κύκλου δούλεψε ως δυναμικό στοιχείο, αποτελεί πλέον παράγοντα σταθεροποίησης της ταυτότητας και επιθετικής παύσης, κλεισίματος (σκεφτείτε το αφρο-αμερικανικό κίνημα που πέρασε από τις επαναστατικές θέσεις των BlackPanter στην αντιφατική Million Men March του Farramhan, σε θέσεις εθνικής απελευθέρωσης που εδαφικοποιούνται και καθίστανται αντιδραστικές , αλλάζοντας την προοπτική μερών του φεμινιστικού κινήματος και της ομοφυλοφιλίας προς τα νεοφιλελεύθερα παράλια).

Δεύτερον: το ’77 – σε πολλές από τις ζυμώσεις του, από το απαιτητικό κίνημα A / traverso στο πανκ – ήταν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών ταυτόχρονα και των αντικουλτούρων. Ίσως ήδη οι αντι-κουλτούρες υπήρξαν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών. Πράγματι, στον τομέα της τέχνης, η πρωτοπορία προϋποθέτει την ικανότητα να επισημανθεί μια ικανότητα προσδιορίσιμη, μετρήσιμη ικανότητα κατά κάποιο τρόπο (ποιος μετράει και ποιο μέτρο είναι ένα πρόβλημα εξουσίας). Οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες στο κεφάλαιο όπως οι πολιτικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες για τον σχηματισμό ιεραρχιών. Οι αντικουλτούρες μπορoύν να υπαχθούν, αλλά έχουν δημιουργήσει μια κοινωνική συμμετοχή που παραμένει στη συλλογική συνείδηση. Σήμερα η δημιουργία υλικού, καλλιτεχνικού, σχεσιακού και κοινωνικού πλούτου δεν μπορεί πλέον να δημιουργηθεί μεμονωμένα, ατομικά, ακόμη και η τεχνολογική έρευνα είναι πάντα το αποτέλεσμα της ομαδικής έρευνας, μιας συνεργασίας.

Να σημειώσουμε κάποιες δευτερεύουσες πτυχές στο περιθώριο, λίγο άτακτα. Στο βιβλίο – το οποίο προφανώς πρέπει να θέσει κάποια όρια – δεν υπενθυμίζεται η σημασία της εικαστικής τέχνης (εννοιολογικής και επιτελεστικής κυρίως) και ούτε η σημασία της ποδοσφαιρικής καινοτομίας που προκαλείται από την «επιστημολογικά αναρχική» μέθοδο (να το πούμε σαν τον Feyerabend ) της Ολλανδίας και του Ajax, η οποία ήταν μια πραγματικά μη ιεραρχική έννοια του παιχνιδιού. Στα κεφάλαια αφιερωμένα στη μουσική δεν γίνεται λόγος για τη σημασία των περιοδικών όπως το Gong e Muzak, αλλά – γιατί όχι – ακόμη και το Ciao 2001. Αντίθετα, στο σωστά αφιερωμένο σημαντικό τμήμα των αντιρρησιών συνείδησης στη στρατιωτική θητεία, δεν υπάρχει καμία αναφορά για το κίνημα των «προλετάριων με στολή», μια άτυπη οργάνωση που ακολουθήθηκε έντονα σε πολλούς στρατώνες. Ανεπαρκές από αναλυτική άποψη, μας φαίνεται επίσης το κεφάλαιο που αφιερώνεται στο Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ενώ αφενός είναι σωστό να δοθεί χώρος στον Pannella και τα άλλα μέλη για τη συμβολή και την αποφασιστικότητα που έφεραν τα κινήματα της δεκαετίας του ’70, από την άλλη ίσως θα μπορούσε να έχουν εντοπιστεί – όπως συμβαίνει και σε άλλες σελίδες σχετικά με τις θέσεις της ένοπλης πάλης – οι επικρίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι ριζοσπάστες θα είχαν καταστεί ένα τέλειο γρανάζι για τον νεοφιλελευθερισμό.

Από αυτή την άποψη, μια σύντομη παρένθεση σχετικά με το θέμα. Πρόσφατα ξανά διάβασα τον αναρχικό της Τεργέστης, L’anarchico triestino, την αυτοβιογραφία του Umberto Tommasini. Η φωτογραφία που τον βλέπει να απεικονίζεται δίπλα στον Pannella κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητηρίου μιας αντι-μιλιταριστικής πορείας το 1973 μου θύμισε ένα γεγονός που μου έλεγε ένας σύντροφος. Κατά τη διάρκεια μιας αμφιλεγόμενης διαμάχης, ο Umberto – ο επαναστάτης σιδηρουργός που συμμετείχε στον ισπανικό Πόλεμο, εκείνη την εποχή ήταν 77 χρονών – είπε στον ριζοσπάστη ηγέτη περίπου αυτά τα λόγια: «θα γίνεις ένας υπηρέτης των αφεντικών και του Κράτους”. Δεν επρόκειτο για μια προφητεία, παρά για μια πολιτική ανάλυση αιτιολογημένη που έδειχνε ότι από τις «φιλελεύθερες» θέσεις του Pannella, που στερούνταν ένα πιο πολύπλοκο πολιτικό όραμα για εξουσία, δεν μπορούσε παρά να έρθει – αργά ή γρήγορα – να γίνει αυτό που θα γίνονταν ο Pannella στη συνέχεια. Έτσι έγινε, όπως μπορούμε να δούμε.

Τέλος. Για τον πλούτο του αλλά και για τους προβληματισμούς που εγείρει, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è ξεσηκώνει μια πρόκληση για το μέλλον: ξεκινώντας από τις διαφορές χωρίς να επικεντρώνεται στην ταυτότητα, ξεκινώντας από συνωμοσίες χωρίς να ξεπέφτει σε ιεραρχικούς σχηματισμούς . Στην εμμένεια των επαναστατικών δυνατοτήτων, όπως τραγουδάει το τραγούδι “Υπάρχει στο βάθος των ματιών σου / στην άκρη των χειλιών / υπάρχει στο αφυπνισμένο σώμα […] Υπάρχει στο όνειρο που πραγματοποιείται στο γυαλισμένο πολυβόλο / στη χαρά στο θυμό / στην καταστροφή του κλουβιού / στο θάνατο του σχολείου / στην απόρριψη της εργασίας […] Βρίσκεται στη φαντασία / στη μουσική επάνω στο χορτάρι / βρίσκεται στην πρόκληση / στο έργο του τυφλοπόντικα / στην ιστορία του μέλλοντος / στο παρόν χωρίς ιστορία / […] στις στιγμές της μνήμης […] Βρίσκεται στο κάτω μέρος των ματιών σου ποιος είπε ότι δεν υπάρχει / στην άκρη των χειλιών / μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει […] στο τέλος του Κράτους / εκεί, υπάρχει ναι, αλλά ποιος είπε ότι δεν υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει”.

https://www.carmillaonline.com/2017/11/04/non-un-libro-nostalgici/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η επανάσταση τελείωσε νικήσαμε – La rivoluzione è finita abbiamo vinto

La rivoluzione è finita abbiamo vinto

Το να διαβάζεις A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κανείς τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να τα καταφέρνει

Ιστορία του περιοδικού «A/traverso»

Πρόλογος του Franco Berardi Bifo

€ 18.00 € 15.30
Η ιστορία ενός από τα πιο αντιπροσωπευτικά περιοδικά του Κινήματος του ‘77, μια συλλογική εμπειρία εξαιρετικά καινοτόμος. Ήταν πράγματι το πρώτο παράδειγμα ιταλικών πανκ γραφικών, και την ίδια στιγμή ήταν το τελευταίο περιοδικό πρωτοπορίας του χίλια Εννιακόσια των οποίων οι αναφορές ήταν ο φουτουρισμός του Majakovsky και μια αυθεντική αναθεώρηση του πνεύματος του ντανταϊσμού. Αλλά υπήρξε επίσης ένα περιοδικό που πρότεινε εκλεπτυσμένες πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις που στόχευαν στην απελευθέρωση από το λενινιστικό μοντέλο της οργάνωσης για να ιδρυθεί ένα κίνημα συλλογικοποίησης της καθημερινής ζωής, πολλαπλασιασμού των μικρο-πολιτικών εμπειριών αυτο-οργάνωσης.Στο πρώτο του συντακτικό άρθρο, το «A / traverso», εκφράζονταν κατ’ αυτό τον τρόπο: «οικειοποίηση και απελευθέρωση του σώματος, μετασχηματισμός των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα ανοικοδομούμε ένα σχέδιο εναντίον της εργασίας στο εργοστάσιο, ενάντια σε οποιαδήποτε εντολή που βασίζεται στην επίδοση, στην παροχή υπηρεσιών και την εκμετάλλευση».Qui il pdf del nuovo numero di A/traverso 2017 εδώ το pdf του τελευταίου νούμερου του περιοδικού 2017

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Γιατί να διαβάσουμε ξανά το «A/traverso» σήμερα, ακριβώς σαράντα χρόνια από το Εβδομήντα επτά

«Το να διαβάσουμε το A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάποιος τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να το καταφέρνει». Έτσι ο Franco Berardi (Bifo), φιλόσοφος και ιδρυτής του περιοδικού, απάντησε διασκεδάζοντας στην ερώτησή μου την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Δεν μπορώ να βρω καλύτερα λόγια για να παρουσιάσω την ιστορία ενός περιοδικού που από τη φύση του ξεφεύγει από κάθε επανάληψη της ανάγνωσης ή εκ νέου ερμηνεία. Διαφεύγει όχι μόνο επειδή τα συντακτικά του άρθρα είναι ελλιπή και γεμάτα λάθη, ή επειδή ορισμένα από τα νούμερα του είναι πλέον σχεδόν ανεύρετα, αλλά κυρίως επειδή δεν σέβεται ή ακόμη και ανατρέπει τις κωδικοποιημένες δυναμικές της επικοινωνίας. Τις διαλύει, τις σπάζει, αποσυνθέτοντας και κατακερματίζοντας το κείμενο, το οποίο παρουσιάζεται αμέσως πλαστό, αποκλίνον, ακυβέρνητο και πάντα «πέρα από εκεί».

Το περιοδικό γεννήθηκε το 1975, από την κληρονομιά της κοντροκουλτούρας και του εργατισμού της δεκαετία του 1960, αλλά ταυτόχρονα ήταν το σύμβολο ενός διάκενου στον ανταγωνιστικό κόσμο της τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς του τότε. Mια ρήξη λοξή, πλάγια και μάλιστα διφορούμενο, ακριβώς όπως εκείνη η μπάρα που χώριζε τον τίτλο στο μισό και η οποία υπονοείται στη μέση των πραγμάτων. Λόγω της «εγκάρσιας» και της «εγκαρσιακής» τοποθέτησής τους, οι ιδρυτές του περιοδικού ήταν από τους λίγους που φαντάστηκαν το σενάριο που θα ξεδιπλώνονταν πέρα από εκείνη την σεζόν, με το τέλος δηλαδή εκείνης της σεζόν των αγώνων και των κατακτήσεων, να προαισθάνονται τον κίνδυνο της μετάλλαξης που θα έπαιρνε το πάνω χέρι με το τέλος της εξέγερσης.

Ίσως για αυτό το λόγο το «A / ttraverso» μπορεί να θεωρηθεί ως ένα βασικό κλειδί ανάγνωσης των γεγονότων του Εβδομήντα επτά . Εκτός από το γεγονός ότι υπήρξε ένας από τους κύριους τίτλους, εφημερίδες αυτού του κινήματος, εκτός από το ότι είχε την έδρα του στη Μπολόνια – τόπο ενός από τα πιο δραματικά γεγονότα εκείνης της μοιραίας χρονιάς – στα άρθρα του, αισθάνονταν κανείς ήδη την παραβολή εκείνων των ελπίδων, όλους τους κινδύνους που εκείνες είχαν επωάσει , τους οιωνούς της «εποχής του μετά».

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 14 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ – 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ‘77                               XIX

Τρίτη 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Επιδρομή του FUAN στην πανεπιστημιούπολη της Roma “Είναι έντεκα η ώρα το πρωί. Στους τοίχους της σχολής Γραμμάτων τεράστιες αφίσες εξηγούν τα περιεχόμενα της μεταρρύθμισης Malfatti: ο πρύτανης Salinari (του ΚΚΙ) την διαβιβάζει με τις εγκυκλίους του επί του προγράμματος σπουδών και επί των μηνιαίων εκκλήσεων, των οποίων ζήτησε από το συμβούλιο της σχολής την κατάργηση. (…) Φασίστες τραμπούκοι μπαίνουν στην πανεπιστημιούπολη και χωρίζονται σε δυο ομάδες: η πρώτη πηγαίνει προς τη Νομική, η δεύτερη προς την σχολή Γραμμάτων. Είναι οπλισμένοι και διανέμουν ένα φυλλάδιο με υπογραφή FUAN-Caravella ενάντια στην μεταρρύθμιση Malfatti. Καταστρέφουν τζαμαρίες στη Νομική, στις πολιτικές Επιστήμες και στις στατιστικές Επιστήμες. Η άλλη ομάδα κατευθύνεται προς την Καλών Τεχνών ουρλιάζοντας «Θάνατος στους κόκκινους». Επιτίθενται στην σχολή και μετά απομακρύνονται. Είναι σε αυτό το σημείο που πυροβολούν. Πέφτει ο Guido Bellachioma, 22 χρόνων, της κολεκτίβας Lettere. Μια σφαίρα τον έχει χτυπήσει στον αυχένα. Στο Policlinico κρίνουν αμέσως την κατάσταση του σοβαρότατηlo giudicano. Έχει επίσης τραυματιστεί και ο Mangone” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το ’77 και μετά, Roma, Erre Emme Edizioni, 1997; σελ. 144). Κινητοποιήσεις ενάντια στο σχέδιο μεταρρύθμισης Malfatti λαμβάνουν χώρα και στις Torino, Pisa, Cagliari, Sassari, Bologna, Milano, Padova.

Τετάρτη 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Roma: διαδήλωση 50.000 φοιτητών στην πανεπιστημιούπολη Ενώ στην Camera η Επιτροπή Δημόσιας Εκπαίδευσης διακόπτει επ’ αόριστον την εγκύκλιο Malfatti γύρω από τα προγράμματα σπουδών, πενήντα χιλιάδες νέοι διαδηλώνουν μέσα στο Πανεπιστήμιο και οργανώνουν πορεία που περνά από το νοσοκομείο, il Policlinico. Δέχονται επίθεση τα γραφεία του φασιστικού Fronte della Gioventù, Μετώπου της Νεολαίας της οδού Sommacampagna: “Η πορεία κατευθύνεται προς την πλατεία Indipendenza για να φθάσει στην σχολή Ανθρωπιστικών σπουδών-Εκπαίδευσης, η οποία, εν τω μεταξύ, έχει καταληφθεί. Στην γωνία της piazza Indipendenza στέκονται μια δεκαριά άτομα των οποίων η ταυτότητα δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ. Στην ουρά της πορείας πέφτει επάνω ένα Φίατ 127 λευκό με πινακίδα Roma S48856. Είναι ένα αυτοκίνητο της Ασφάλειας, della Questura. Το αυτοκίνητο σταματούν ρίχνοντας πέτρες οι φοιτητές. Βγαίνει ο αστυνομικός Domenico Arboletti, 24 χρόνων. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών στην οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες, συμμετέχουν και κάποιοι από εκείνους που στέκονταν στην γωνία της Πλατείας Indipendenza. Ο αστυνομικός Arboletti πέφτει κάτω χτυπημένος στο κεφάλι. Τραυματισμένος σοβαρά θα παραμείνει μεταξύ ζωής και θανάτου για περίπου ένα μήνα. Ταυτόχρονα ο οδηγός του 127 αρπάζει ένα αυτόματο και ανοίγει πυρ ενάντια στην ουρά της πορείας που είχε αποσυντονιστεί μετά τους πρώτους πυροβολισμούς. Τραυματίζονται σοβαρά από τις σφαίρες οι Leonardo Fortuna (Daddo), 22 χρόνων, και Paolo Tomassini, 24 χρόνων” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το ’77 και μετά, Roma, Erre Emme, 1997; σελ. 146). Στην συνοικία Garbatella παραδίδονται στις φλόγες τα γραφεία του φασιστικού MSI. Ο senatore του PCI Ugo Pecchioli σε μια δήλωση του θέτει στο ίδιο επίπεδο φασίστες και αυτόνομους.

Πέμπτη 3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Γενική κινητοποίηση Στη Roma: σχεδόν όλες οι σχολές καταλαμβάνονται. Στο λύκειο Giulio Cesare διανέμεται η »Κραυγή», «Urlo», μια μπροσούρα με υπογραφή «I Sotterranei», »Οι Υπόγειοι» οι οποίοι στην συνέχεια συμπλέουν στους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους,  Indiani Metropolitani:

“Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου να ασφυκτιούν και να καταπνίγονται από παλτό κασκόλ και μυτερά παπούτσια / που ξερνούσαν πλαστή οργή σαν συντονισμένοι στα αποχωρητήρια των αυτιών φτωχών θηρίων που έχουν ανάγκη τα διπλώματα / Που έβαζαν χαρτί υγείας αριθμημένο στις κάλπες της πολύχρωμης εξουσίας / Που σκαρφάλωναν το βουνό ώρες δεμένοι στο σκοινί… / Που έπαιζαν μουσική μπροστά στο σχολείο τραγούδια αλλοτριωμένης αλλοτρίωσης ψευδο-επαναστατικής / Που αντέγραφαν εκδοχές μπροστά στις πύλες θάβοντας στη συνέχεια τους εαυτούς τους σε τάξεις φυλακές / Που αποστήθιζαν Πλωτίνο Ευριπίδη και Σπινόζα και στην ελεύθερη ώρα τους αγόραζαν πίτσες και κρουασάν μισού εκατομμυρίου και / Που με την καρδιά ειρηνευμένη επέστρεφαν στο σπίτι επάνω σε βέσπες μπλε χαρτί ζάχαρης. / Να τραβήξουμε έξω από τα μπουντρούμια της συνείδησής μας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ’” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivolta, Ρίζες μιας εξέγερσης, Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 79-80).

Καταλαμβάνονται τα Πανεπιστήμια στο Milano, Padova και Τεργέστη. Στο Bari καταλαμβάνεται η σχολή Γραμμάτων και Φιλοσοφίας παρά την αντίθεση του ΚΚΙ. Στη Napoli κατεβαίνουν στην πλατεία 15.000 άτομα.

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙ ΜΑΣ ΦΟΒΙΖΕΙ ΠΟΛΥ / ΠΑΡΌΛΑ ΑΥΤΑ / Ο  ΑΓΩΝΑΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟΣ                                                                                                                                 LA POLIZIA CHE SPARA CI FA TANTA PAURA / MA NONOSTANTE QUESTO / LA LOTTA SARÀ DURA

ΚΑΡΑΜΠΙΝΙΕΡΟ / ΜΗΝ ΤΟ ΞΕΧΝΑΣ / ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ / ΜΑ ΕΚΔΙΚΗΘΟΥΜΕ                                                                                                                     CARABINIERE / NON LO SCORDARE / ABBIAM TANTI COMPAGNI / DA VENDICARE

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 11 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΡΓΑΤΙΚΗΗΗ…/ΕΞΟΥΣΙΑΑΑΑ    POTEREEE… / OPERAIOOO                                           XVI

Το νεανικό προλεταριάτο τίθεται, μαζί με τις γυναίκες, σαν πυροκροτητής έκρηξη και σαν πολιτιστική πρωτοπορία στην έκρηξη των υπαρχουσών ισορροπιών των δυνάμεων μεταξύ των τάξεων, αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο από το 1968. Η λογική των θυσιών είναι η αστική λογική που λέει : τα ζυμαρικά στο προλεταριάτο, το χαβιάρι στους αστούς. Διεκδικούμε εμείς το δικαίωμα στο χαβιάρι, γιατί είμαστε αλαζόνες και αγενείς (ίσως επειδή είναι χαρακτηριστικό των νέων), γιατί κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να μας πείσει ότι σε καιρούς θυσιών οι αστοί μπορούν να πηγαίνουν πρώτη προβολή κι εμείς όχι, πως αυτοί μπορούν να φάνε την παρμεζάνα και εμείς όχι ή ακόμη και να μας αναγκάσουν να μείνουμε νηστικοί. Τα προνόμια που η μπουρζουαζία διατηρεί για τον εαυτό της είναι τα δικά μας, εμείς τα πληρώνουμε. Γι ‘αυτό και θέλουμε να τα κατακτήσουμε κάνουμε αυτό ένα θέμα αρχής. Θέλουμε όλους τους προλετάριους με τη γούνα; Όχι, θέλουμε απλώς να πάρουμε τα γουναρικά που οι αστοί φορούν εις βάρος μας και να καμαρώνουν για να μας ταπεινώσουν , κατά τα άλλα είμαστε από την πλευρά των βίσωνων, υποστηρίζουμε τον δίκαιο αγώνα τους για να αποφύγουν την εκδορά από αυτούς που κυβερνούν το ανθρώπινο είδος. Το δικαίωμα να πάρουμε στην κατοχή μας τα προνόμια της αστικής τάξης είναι ένα νέο στοιχείο από το 1968: Χθες χαλασμένα αυγά, σήμερα αυτομείωση. Οκτώ χρόνια αργότερα υπάρχει ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο, απρόβλεπτο και εξαιρετικά καινούργιο, του οποίου οι μακρινές ρίζες μπορούν να αναγνωριστούν στο νεανικό 1968 , στην εξέγερση των μακρυμάλληδων, αυτών που απομακρύνονταν από το σπίτι, στην πρώτη νέα μουσική. Ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο που εισέρχεται με τα δικά του σχήματα και με εκρηκτικό τόνο στη σκηνή της ταξικής πάλης ή καλύτερα της καθημερινής ζωής. Είναι το νεανικό προλεταριάτο, εκείνο το πραγματικό και όχι οι πολλές ετικέτες που πολλοί έχουν κολλήσει, όπως στην περίπτωση των αντιφασιστικών επιτροπών, που ξαφνικά μετατράπηκαν σε νεανικά κέντρα. Το νεανικό προλεταριάτο είναι ένα άλλο πράγμα, είναι ένα κίνημα του οποίου η δύναμη βασίζεται στην δημιουργικότητα (η οποία δεν είναι αξεσουάρ περισσότερο ή λιγότερο περιττό, αλλά είναι η ουσία) του οποίου η επιβίωση συνδέεται με την ικανότητα να χρησιμοποιήσει την δύναμη, γιατί το θέμα είναι για τους νέους: ή η συνολική περιθωριοποίηση, ή η συνολική ισχύς, εξουσία. Παρά την κόκκινη διοίκηση στον Δήμο, το προνόμιο της πρώτης δόθηκε για μιαν ακόμη φορά στην μιλανέζικη μπουρζουαζία, ως εκ τούτου θα κινητοποιηθούμε για να εμποδίσουμε τους αστούς να εισέλθουν στην Scala: μιας και μας την έχουν αρνηθεί θα κάνουμε τα πάντα για να την αρνηθούμε σε αυτούς. Αν δεν καταφέρουμε να αυτομειώσουμε, θα αυτομειώσουμε τους θεατές. Ο Paolo Grassi, σοσιαλιστής και διευθυντής της Σκάλα μας είπε ότι είναι σωστό οι αστοί που θέλουν να παν στην πρώτη να πληρώνουν 100.000 λίρες το εισιτήριο, γιατί με αυτό τον τρόπο χρηματοδοτούν την πολιτιστική παραγωγή , εμείς του απαντούμε πως το ποσό που θα μαζευτεί από την πρώτη παράσταση πρέπει να πάει στα κέντρα αγώνα ενάντια στην ηρωίνη, ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι των προλετάριων. Το ραντεβού είναι για όλους τρίτη βράδυ στις 17.30 στο κέντρο με τις μοβ σημαίες μας” («Questa prima non s’ha da fare» , »Αυτή η πρώτη δεν θα γίνει» VIOLA n. 1, 7 δεκέμβρης 1976).

Παρασκευή 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Palermo: κατάληψη της Σχολής Καλών Τεχνών, di Lettere        “Οι φοιτητές του Palermo καταλαμβάνουν la facoltà di Lettere και στην συνέχεια τις άλλες τις επόμενες ημέρες για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην απόφαση της ακαδημαϊκής κοινότητας να εφαρμόσει την εγκύκλιο Malfatti της 3 δεκεμβρίου, που απαγορεύει στους φοιτητές να δώσουν περισσότερες εξετάσεις στην ίδια ύλη και κατεδαφίζει την απελευθέρωση του προγράμματος σπουδών που ισχύει από το ‘68. Ο Malfatti (…) προετοιμάζει ένα σχέδιο μεταρρύθμισης που προβλέπει την εισαγωγή δυο επιπέδων βαθμολόγησης και διπλώματος,  την υποδιαίρεση των καθηγητών σε δυο διακριτούς ρόλους (εντεταλμένους και τους συνεργάτες), τον αυστηρό έλεγχο προγράμματος σπουδών από πλευράς καθηγητών,  την κατάργηση των μηνιαίων κλήσεων, την αύξηση των φόρων” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το »77 και μετά, Roma, Erre Emme Edizioni, 1997; σελ. 143).

Δευτέρα 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Napoli e Salerno: εβδομάδα κινητοποίησης στο Πανεπιστήμιο Στο Πανεπιστήμιο της Napoli αποφασίζεται μια εβδομάδα κινητοποιήσεων ενάντια στην εγκύκλιο Malfatti στις σχολές Καλών Τεχνών, Οικονομίας και εμπορίου, στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών. Στις 19 θα ξεκινήσει μια εβδομάδα κατάληψης και στο Salerno.

Σάββατο 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Jaquerie: διαδήλωση ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλεως της Bologna “Μερικές γνώσεις και η διορατικότητα σχετικά με την πραγματικότητα της Μπολόνια οδηγούν τους αγωνιστές της «Κολεκτίβας Jacquerie» να επιλέξουν την κεντρική πρωτοβουλία, με αυτομειώσεις στους κινηματογράφους και τα πολυτελή εστιατόρια στο εμπορικό κέντρο, σαν ένα πέρασμα υποχρεωτικό και για την εξάπλωση των νεανικών κέντρων. Η «Jacquerie» δεν είναι ακόμη ένα κίνημα, είναι μια συμπεριφορά κατ ‘ανάγκην μειοψηφική και ρήξης. (…) Στην διαδήλωση της 22ης ιανουαρίου ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλης βλέπουμε να εκδηλώνονται στην πορεία όλες εκείνες οι μορφές έκφρασης που πολλοί πατερναλιστικά είχαν εκχωρήσει στις φεμινίστριες και σε «εκείνους του Radio Alice»” (Gad Lerner e Mirko Pieralisi, «Democrazia e organizzazione nel movimento: l’esperienza di Bologna» OMBRE ROSSE n. 21, giugno 1977, pag. 8). Breve la vita felice di Jacquerie:

[Στο ρυθμό του τραγουδιού Συγγνώμη θέλεις να χορέψουμε,  Scusi vuol ballare con me, του Adriano Celentano]

ΣΩΠΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΦΩΝΕΣ, ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ, ΚΑΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΑΚΟΥΣ ΝΑ ΨΙΘΥΡΙΖΟΥΝ: TACCIONO LE VOCI, SI SPENGONO LE LUCI E NEL BUIO SENTI SUSSURRAR:

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ / ΟΡΓΑΝΩΣΗ / ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ / ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ           AUTONOMIA OPERAIA / ORGANIZZAZIONE / LOTTA ARMATA / RIVOLUZIONE

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ιστορία, storia

Το αίνιγμα των χρόνων Εβδομήντα – L’enigma degli anni Settanta: dibattito pubblico alla Sapienza, δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο La Sapienza

Σαράντα χρόνια αργότερα, η ανάμνηση του 1977 φαίνεται να καίγεται με μια κρύα φωτιά, ξεπερασμένη. H κυκλική επέτειος επιβάλλει μια κουρασμένη μνήμη που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, σηματοδοτεί την απόσταση με εκείνα τα γεγονότα και εκείνα τα πάθη. Έχοντας στείλει στη σοφίτα τόσο τον μυθολογικό βετερανισμό όσο και την μετα-μοντέρνα επίπληξη, φαίνεται να ήρθε ο χρόνος, η ώρα της ανεξάρτητης ιστοριογραφίας, ειδομένης από απόσταση. Ωστόσο, ακόμη και αυτή δεν βρίσκει μεταφορικό μέσο την ώρα που ερμηνεύει το αίνιγμα εκείνου του κινήματος. Σαράντα χρόνια αργότερα, γύρω από την δεκαετία του Εβδομήντα εξακολουθεί να παραμένει ένα πέπλο μυστηρίου. Μια ξεκάθαρη ένδειξη της σχέσης μεταξύ ιστορίας και πολιτικής: η έλλειψη ενδιαφέροντος της μιας αποστειρώνει την δυναμικότητα της άλλης. Ωστόσο, η φαινομενική έλλειψη επικαιρότητας του ’77 – όπως και της άλλης μεγάλης επετείου αυτού του 2017, της ρωσικής Επανάστασης – θα μπορούσε να απελευθερώσει αυθεντικά σκεπτικά, original, τα οποία να μην κάμπτονται πλέον από την αναγκαιότητα νομιμοποίησης αυτής ή εκείνης της πολιτικής λειτουργίας. Το ’77 δεν είναι πια η γη της έριδος μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων της επαναστατικής πολιτικής. Είναι μια ανάμνηση ειρηνευμένη, καταδικασμένη από τους μεν, μυθοποιημένη από τους άλλους, τυλιγμένη στο πέπλο μυστηρίου έλλειψης κατανόησης τόσο στους μεν όσο και στους δε. Αξίζει λοιπόν να επιστρέψουμε να σκεφτόμαστε το ’77. Γιατί, είναι η θέση μας, εάν τίποτα δεν φαίνεται τόσο μακρινό από αυτό το έτος, πολλές από τις σημερινές δυσκολίες στο να προταθεί μια αξιόπιστη πολιτική τοποθετούν τις ρίζες τους στο εν λόγω κίνημα, ή μάλλον: στις μεταθανάτιες ερμηνείες αυτού του κινήματος. Ας προχωρήσουμε με τάξη.

Από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ιδίως του ’77 υπενθυμίζεται, συμπτωματικά με μιαν επιχείρηση λοξή , η επανάσταση των ηθών, των λεξιλογίων, των συμπεριφορών, των υπαρξιακών οριζόντων, των πολιτισμικών αναφορών, των σεξουαλικών ελευθεριών. Μια ομίχλη που τροφοδοτείται από την ανάγκη να διαχωριστεί το «κοινωνικό» από την πολιτική, το καλό της αντικουλτούρας από το κακό της ισορροπίας δυνάμεων, τα «όνειρα» και οι «επιθυμίες» της γενεών από την απρόσωπη βία της πολιτικής πάλης. Μια ομίχλη πλάγια, λοξή, που ενώνει το κόμμα της Repubblica με τα πολιτικά συμφέροντα μιας ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς πλέον ιστορικό ρόλο. Ωστόσο το να κλειδώσουμε εκείνο το κίνημα μέσα στην περίφραξη της αντικουλτούρας της νεολαίας σημαίνει πως τροφοδοτούμε το μυστήριο και την παρανόηση. Το 1977 δεν μπορεί να εξηγηθεί αν εκείνοι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν μας δίνουν πίσω μια εξαντλητική ερμηνεία, εάν δεν συγκριθούν, αν δεν αντιμετωπιστούν με την Πολιτική. Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα προχωρούσε στενεύοντας τους χώρους δημόσιας ένταξης, προοδευτικής επέκτασης του κοινωνικού Κράτους, αυξανόμενων εγγυήσεων για μια μάζα εργαζόμενων που δεν γοητεύονταν πλέον από την προοπτική της ρεφορμιστικής χειραφέτησης. Η «πολιτική των θυσιών», η οποία εγκαινιάστηκε από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1974, φάνηκε να δένει (και όντως έδεσε) το Κκι στο μέτωπο της μισθολογικής μετριοπάθειας, της μισθολογικής επιβράδυνσης. Η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού», η οποία ξεκίνησε το 1973 και συγκεκριμενοποιήθηκε το 1976 με την εξωτερική στήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος στην κυβέρνηση Andreotti, επικύρωνε το κλείσιμο κάθε πολιτικού χώρου: μέσα στον φράκτη της «εθνικής αλληλεγγύης» τα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα – κομμουνιστικό Κόμμα και Χριστιανοδημοκρατία – που συμπεριλάμβαναν την μεγάλη πλειοψηφίας του ιταλικού λαού, έξω από εκεί δεν παραμένει άλλο από μια μπλοκαρισμένη εναλλακτική πολιτική, στην οποίαν, όμως, αντιστοιχεί μια κοινωνική παρουσία κάθε άλλο παρά αμελητέα, καθόλου ασήμαντη .
Το ’77 γεννήθηκε λοιπόν ως ένα κίνημα χωρίς κάποια πιθανή πολιτική ακτή, εχθρός τόσο των συμφερόντων του Κεφαλαίου όσο και εκείνων μιας εργατικής τάξης που επιτέλους βρίσκονταν στον προθάλαμο της «κυβέρνησης». Ακόμη και οι προσπάθειες ενός «ενιαίου μετώπου από τα κάτω» – στρατηγική που συμμερίζονταν τόσο το Manifesto όσο και η Avanguardia Operaia και η Lotta Continua – συγκρούονται με την εν λόγω κυβέρνηση ιστορικού συμβιβασμού που κλείνει κάθε στρατηγική προοπτική «λαϊκής υποστήριξης». Χωρίς ανάχωμα, ούτε νομιμοποίηση στην πολιτική, εκείνο το κίνημα μορφοποιεί την ταυτότητά του και την αυτο-εκπροσώπηση του επάνω στην απόρριψη, στην άρνηση, την απόρριψη της εργασίας, της λιτότητας, της ειρήνευσης, οποιασδήποτε εθνικής αλληλεγγύης, αλλά πάνω απ ‘όλα στην απόρριψη της πολιτικής, κατανοητής μόνο ως μέρος της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού. Εδώ γεννιούνται μερικά από τα προβλήματα των οποίων εξακολουθεί να είναι θύμα ακόμη και σήμερα κάποια πολιτική κινηματίστικη.

Αντικειμενικά ο πολιτικός χαρακτήρας του κινήματος συγκρούεται μετωπικά με το Κράτος και τις οικονομικές και κατασταλτικές διαρθρώσεις του, έτσι το ’77 αναλαμβάνει την χροιά, την έννοια κινήματος ξένου προς την Πολιτική. Απορρίπτει μια ενωτική στρατηγική, ενιαία, μια λογική συμβιβασμών και διαλεκτικής διαμεσολάβησης, μια καθορισμένη οργανωτική μορφή. Ακριβώς γι αυτό, το ότι είναι μειοψηφία δεν βιώνεται ως περιορισμός, ως όριο, αλλά ως πόρος, ως δυναμική, ως δυνατότητα. Ο «παράξενος φοιτητής» που κινεί το ’77 και ταρακουνά τις καταστάσεις, αναζητώντας την σωστή δόση καινοτομίας και ανανέωσης με μια κληρονομιά εργατικών αγώνων συσσωρευμένων στην τάξη, αλλά που έχει οστεοποιηθεί αυτή η κληρονομιά,  έχει γίνει άκαμπτη και αρτηριοσκληρωτική από τα κομουνιστικά χαλινάρια στη φάση της εθνικής αλληλεγγύης, χάνει στο δρόμο τη σχέση με την παράδοση αυτών των αγώνων , μειώνοντας τις πιθανότητές του για διάλογο με μιαν εργατική τάξη παρ ‘όλα αυτά (παρά την ισχυρά οργανική σχέση με την κομμουνιστική παράδοση) διαθέσιμη στην κινητοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση. Μια σειρά από παραδοσιακά χαρακτηριστικά ήρθαν να συγκρουστούν: η εργασία, από πρωταρχική αξία για όλο το ταξικό κίνημα, γίνονταν μια αρνητική αξία. Η πειθαρχία «θλιβερή», για έναν αιώνα στη βάση της εργατικής οργάνωσης, έδινε τη θέση της στην έπαινο της απειθαρχίας, ή τουλάχιστον στη δημιουργική απελευθέρωση συνδεδεμένη με σχέση «όχι στερεότυπη». Tον πολιτικό ρεαλισμό μακιαβελικής και λενινιστικής παράδοσης, αντικαθιστούσε μια ανάγκη ελευθεριακού ιδεαλισμού ανυποχώρητου στην διαμεσολάβηση, τόσο πολιτική όσο και κοινωνική.

Αυτή η ρήξη ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε αποσύνθεση. Όχι μόνο σήμερα: μέσα στον κύκλο των τελευταίων τριάντα χρόνων αυτές οι δυσκολίες έχουν σκάψει μέσα στα κινήματα, παίρνοντας τη θέση του «κλισέ, της κοινοτοπίας» η οποία ποτέ δεν προβλημάτισε πραγματικά. Ακόμα και σήμερα, μέσα στην ανταγωνιστική αριστερά, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα της σχέσης με την πλειοψηφία των κατώτερων, των εξαρτώμενων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς επίσης, μέσα στην πολύμορφη αποσύνθεση η οποία με την πάροδο του χρόνου έχει φτάσει στο σημείο να λαμβάνει, καλύπτει την ταυτότητα των κοινωνικών υποκειμένων, απουσιάζει οποιοδήποτε κοινό έδαφος για το ξεπέρασμα αυτού του κατακερματισμού. Αντιμέτωποι με ένα κοινωνικό σενάριο σε διαρκή υποχώρηση, σε μια γενικευμένη φτωχοποίηση ακόμη και κοινωνικά εγκάρσια, η οποία περιλαμβάνει προοδευτικά και αφορά όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, από την δεκαετία του Ενενήντα τα κινήματα συνεχίζουν να περιορίζονται σε μια ένταση που διεκδικείται και φιλοδοξίες πλειοψηφικές αλλά ανίκανες να συμβαδίσουν με τις σημαντικές αλλαγές και τους μετασχηματισμούς προς τους οποίους προχωρά για να τους συναντήσει ο Καπιταλισμός, με τον προφανή κίνδυνο να βρεθούν παγιδευμένα σε μια κοινωνική μειοψηφία ανίκανη να επεκτείνει τις σχέσεις της και τον πολιτισμό της πέρα από τον ολοένα και στενότερο κύκλο των αγωνιστών.

Σήμερα που η πολιτική, η επίσημη, συνεχίζει και προχωρά μέσα στη στεγανότητα της απέναντι στις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων, η μόνη αξιόπιστη πολιτική επιλογή θα ήταν να προταθεί ξανά εκείνη η απόρριψη που το ’77 μπόρεσε να οργανώσει και να ζήσει μέσα σε μεγάλες ζώνες της κοινωνίας. Αλλά μερικά από τα διακριτικά χαρακτηριστικά εκείνου του κινήματος στην αναζήτηση της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στην ανανέωση και την κομμουνιστική παράδοση, εξακολουθούν να εμποδίζουν τον στόχο εκείνης της λαϊκής συναίνεσης γύρω από ιδέες και πρακτικές πραγματικά επαναστατικές. Αυτό είναι για το οποίο πρέπει να επιστρέψουμε να συζητούμε σήμερα. Και είναι από αυτή την άποψη που εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που ταράζει τα όνειρα των κομμουνιστών: πως θα ανοικοδομηθεί ένα επαναστατικό κίνημα ικανό να ξεπεράσει προς τα εμπρός το τελευταίο πραγματικό και μεγάλο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, το κίνημα του ’77;

1916 letture totali 36 letture oggi