αυτονομία, autonomia

Γενεαλογία και επικαιρότητα του να είμαστε επαναστάτες – Genealogia e attualità del noi rivoluzionario

on 07 Aπριλίου 2016.

 

Δημοσιεύουμε την παρέμβαση που έγινε από τον Giorgio Martinico στην εσωτερική συνέλευση των αυτόνομων κολλεκτίβων του Palermo τον φεβρουάριο του 2016. Εκ τούτου κατευθύνεται ταυτόχρονα σε μια διαδικασία διαμόρφωσης της στράτευσης, της κοινωνικοποίησης των γνώσεων της δικής μας πλευράς και της συλλογικής επεξεργασίας. Με μεγάλη σαφήνεια και ικανότητα προσδιορισμού των βασικών θεμάτων, η παρέμβαση αντιμετωπίζει το ζήτημα του να είμαστε επαναστάτες από την σκοπιά της γενεαλογίας και της επικαιρότητας της επαναστατικής προοπτικής. 

Μια οργανωμένη πραγματικότητα όπως η δική μας, που δεν αρνείται την πολυπλοκότητα της πολιτικής της πρακτικής ενώ προσπαθεί να αναζητήσει την απλότητα του λεξιλογίου σχετικά με αυτήν, έχει το καθήκον να καταγράψει πολύ καλά στην μνήμη των στρατευμένων τις διαδρομές, τα γεγονότα, τις αναφορές, ιδέες, συλλογισμούς και τακτικές αυτών που σήμερα βρίσκονται στο βλέμμα μας, να καταγράψει αυτό που σήμερα είναι η όψη της ιστορίας αυτών που ζήσαμε μέσα σε αυτά τα 14 χρόνια.

Διότι, από την κατάληψη του πρώτου κοινωνικού κέντρου μέχρι όλους τους επόμενους σχεδιασμούς (άλλα κοινωνικά κέντρα γειτονιάς, σπουδαστικά, θέατρα κατειλημμένα, φοιτητικές κολλεκτίβες και φοιτητικά κινήματα, κολλεκτίβες στα σχολεία και συντονιστικά στα σχολεία, κέντρα σπουδών, λαϊκά γυμναστήρια, καταλήψεις σπιτιών) διασχίσαμε πολιτικές φάσεις, κοινωνικές και κινημάτων πολύ διαφορετικές μεταξύ τους διατηρώντας πάντοτε ξεκάθαρη μια “γραμμή” και ένα σχέδιο “στράτευσης” που καθίσταται “ολοκληρωτικό, συνολικό” όπως, με τον ίδιο τρόπο και σε τέλεια αντίθεση, είναι“ολοκληρωτικό” το κοινωνικό σχέδιο του μοντέρνου καπιταλισμού. Και κάθε εποχή, κάθε φάση, έχει τις ιδιαιτερότητες της: κάθε χρόνος μεταφέρει μαζί του τις επαναστατικές δυναμικές και δυνατότητες του.

Και, τότε, η θέληση μου να επιστρέψω σε κάποιους “κλασικούς” της πολιτικής κομουνιστικής και επαναστατικής σκέψης αναλαμβάνει την παιδαγωγική, ελπίζω, λειτουργία φωτίζοντας στους πιο “πρόσφατους” αγωνιστές όχι τόσο τις αιτίες λιγότερο ή περισσότερο προσφάτων επιλογών τακτικο/στρατηγικών από πλευράς της δικής μας αυτόνομης οργάνωσης, όσο  (γι αυτή την φορά) τις εννοιολογικές θέσεις μέσα στις οποίες βυθίζονται οι πολιτικές ρίζες αυτών των ίδιων επιλογών. Αυτό, φαντάζομαι, θα μας βοηθήσει να βρούμε την απάντηση την σχετική με το ζήτημα της πολιτικής μας ταυτότητας: ποιοι είμαστε?

Για να το κάνω θα ξεκινήσω από έναν έλεγχο που μου ήρθε στο μυαλό ενώ ετοιμαζόμουν να προετοιμάσω αυτή την παρέμβαση. Αυτός ο έλεγχος ανοίγει το πρώτο δοκίμιο του πρώτου τόμου μιας γνωστής τριλογίας που πολλοί από εμάς γνωρίζουν πολύ καλά: Οι Αυτόνομοι, Gli Autonomi (DeriveApprodi).

Για να ορίσει ποιοι ήταν οι αυτόνομοι ο Sergio Bianchi αποφάσισε να πραγματοποιήσει αυτό τον έλεγχο χαρακτηρισμών που δόθηκαν, από τους εχθρούς, για αυτούς: “εξτρεμιστές, βίαιοι, προβοκάτορες, δολοπλόκοι παραβατικοί, τραμπούκοι, τρομοκράτες, δεκαεννιάχρονοι, fiancheggiatori”

Κι εμείς? Όλοι αυτοί- οι χαρακτηρισμοί- (ή σχεδόν) μαζί με κάποιος άλλους: φασίστες, κομουνιστές, ιδεολόγοι, post-ιδεολόγοι, αντί-ιδεολόγοι, λενινιστές, αυτόνομοι, εξωκοινοβουλευτικοί, θεσμικοί, novecenteschi, μαφιόζοι, πρωτοποριακοί, εγκληματίες, άγγελοι, εθελοντές, ακτιβιστές, identitari, λαϊκιστές, κινηματικοί, ammanicati, κοματόσκυλα, ρεφορμιστές, δημοκρατικοί, αντί-δημοκρατικοί, orizzontalisti, verticisti, λαϊκοί, αστοί, κακομαθημένοι, ultras, φαλαγγίτες, εθνικιστές, παρτιζάνοι, ληστές, συντηρητικοί, τοπικιστές, campanilisti, διεθνιστές, no global, κλέφτες, negriani, μαοϊκοί, cognitari, νοσταλγικοί, αυτονομιστές, αναχρονικοί, μιλιταριστές, σοσιαλιστές, επαναστάτες, ανταγωνιστές, ριζοσπάστες, μαρξιστές, σταλινικοί, συγκρουσιακοί, σεχταριστές, meridionalisti… Και τέλος, οι δυο απολύτως ωραιότεροι χαρακτηρισμοί όλων: “quei rompicazzo! εκείνοι οι σπασαρχίδες” που είχε παραθέσει ο Lagalla (πρύτανης του Πανεπιστημίου του Palermo) και “δομικά ανέντιμοι” χαρακτηρισμός του Ruffino (κοσμήτορα Ανθρωπιστικών Σπουδών).

Τι είμαστε ως εκ τούτου? Και, συνεπώς, ποιοι είμαστε?

Εάν θα έπρεπε να το κάνουμε κοινότοπα θα το κάναμε με ένα τραγουδάκι : “Είμαστε οι αυτόνομοι των κοινωνικών κέντρων, Siamo gli autonomi dei centri sociali”κλπ. Εάν θα έπρεπε να απαντήσουμε ρομαντικά? Είμαστε ο ήλιος αυτού που πρόκειται να συμβεί…..ή οι παρτιζάνοι του XXI αιώνα…. Λοιπόν, και εάν θα έπρεπε να απαντήσουμε στα σοβαρά? Η απάντηση μπορεί να μοιάζει δεδομένη, ίσως λίγο μπανάλ, μα σίγουρα είναι η αληθινά μόνη βαθύτατη στις πολλαπλές σημασίες της: είμαστε μια επαναστατική οργάνωση! Aς επαναλάβουμε λοιπόν δυο νέες/παλιές ερωτήσεις: τι είναι μια επαναστατική οργάνωση? Ποιος  μπορεί να είναι μέρος αυτής?

Ξεκινάμε λοιπόν από αυτές τις πολύ γενικές ερωτήσεις για να δοκιμάσουμε, στο τέλος της σύντομης παρέμβασης μου, να απαντήσουμε σε ένα πρώτο μισό εκείνου του παλαιού θέματος: ποιοι είμαστε εμείς? Εάν πράγματι, επάνω στο ζήτημα του πως θα μπορούσε ή θα έπρεπε να λειτουργεί μια τέτοια οργάνωση (έτσι όπως και επάνω σε αυτό του τι υπάρχει ή δεν υπάρχει σε εμάς για να είμαστε τέτοιοι- δηλαδή πως είναι σήμερα φτιαγμένος ένας επαναστάτης) θα επιστρέψουμε στην επόμενη από την δική μου παρέμβαση, εγώ πάντως θα προσπαθήσω τώρα να σχεδιάσω μια εικόνα μέσα στην οποίαν βρίσκονται κάποιες από τις θεωρητικές παραπομπές από εμάς υιοθετημένες μέσα στον χρόνο σχετικά με κάποια περάσματα της ιστορίας μας σαν (που πρέπει να επαληθευτούν στο τέλος της συλλογιστικής) επαναστατική οργάνωση.  Και στην συνέχεια δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε, είναι υποχρέωση, ακριβώς από αυτή την τελευταία έννοια: επαναστατική!

Πλέον μια για πάντα μπορούμε ήσυχα να υποστηρίξουμε την ακριβή ταυτοποίηση ανάμεσα στην έννοια της “επανάστασης” και εκείνη της “επανάστασης για τον κομουνισμό”, ή αυτό τουλάχιστον συμβαίνει όταν γίνεται λόγος γι αυτά τα πράγματα στα περιβάλλοντα που αποκαλούνται κομουνιστικά, της αριστεράς. Στην πραγματικότητα, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, ή λέξη επί του παρόντος χρησιμοποιείται από πολλούς εχθρούς (βλέπε Renzi, κι εγώ θα προσέθετα Τσίπρα, και πάει λέγοντας), και πέρα από το ότι αυτός που το έκανε δεν τα κατάφερε σύμφωνα με τις προθέσεις του, γεγονός παραμένει πως αυτοί οι κύριοι δεν έχουν και όλα τα άδικα: η επανάσταση είναι ένα γεγονός τραυματικό η οποία από μια κατάσταση αφετηρίας μεταμορφώνει αυτή την ίδια την κατάσταση σε κάτι ριζικά διαφορετικό.  Αλλά στην πραγματικότητα, αντί αυτού, όταν εμπνεόμαστε από την επανάσταση το κάνουμε εννοώντας με αυτό την κομουνιστική και αντικαπιταλιστική επανάσταση. Οπότε να ξεκινήσουμε με εκείνον τον παλιό λόγιο του Treviri, τον Marx, ο οποίος πρώτος αυτός καθόρισε ακριβώς την συγκεκριμένη αποστολή αυτού που εργάζεται για έναν παρόμοιο στόχο: ο κομουνισμός είναι η κριτική του παρόντος, μα επίσης και κυρίως είναι εκείνο το πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας που γκρεμίζει-διασπά-ανατρέπει το παρόν κράτος των πραγμάτων, την καθεστηκυία τάξη. Ο επαναστάτης είναι συνεπώς αυτός/αυτή που εργάζεται για τον ριζικό μετασχηματισμό του υπάρχοντος διευκρινίζοντας ταυτόχρονα εκείνο που  – περίπου έναν αιώνα μετά τον Marx – o γάλλος φιλόσοφος Deleuze όρισε “ το πέρασμα από την κριτική του υπάρχοντος στην πραγματική σύσταση του κοινού ονόματος” που εμείς ονομάζουμε “κομουνισμό”.

Λέγαμε πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας: σημαντικό πέρασμα δεδομένου πως είναι ακριβώς στον Marx που οφείλουμε την βασική προϋπόθεση γύρω από την οποία, για πάνω από ένα αιώνα, παρακολουθούμε επαναστάσεις, εξεγέρσεις, θεωρίες, διακηρύξεις που έγιναν στο όνομα του κομουνισμού: πως η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις σε διαρκή αγώνα μεταξύ τους.

Kαι επίσης – επαναλαμβάνοντας πάντα τον Marx του Manifesto – “οι κομουνιστές μάχονται για να κατακτήσουν τους άμεσους σκοπούς και τα συμφέροντα (!!!) της εργατικής τάξης, μα μέσα στο παρόν κίνημα εκπροσωπούν την ίδια στιγμή το μέλλον του ίδιου κινήματος”. Όμως ας σταθούμε ένα λεπτό, τόσο χρειάζεται για την σχετική μνεία, επάνω σε δυο θεμελιώδεις λέξεις συνεχίζοντας τον συλλογισμό μας: “άμεσοι” και “κίνημα”. Αυτούς τους όρους θα τους ξανασυναντήσουμε συντομότατα.

Προχωρούμε κάνοντας ξανά ένα βήμα πίσω στον Marx. Λέγω πως για εμάς το να είμαστε κομουνιστές θα πει να είμαστε μαρξιστές, και το να είμαστε μαρξιστές είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουμε για να είμαστε κομουνιστές. Το να είμαστε μαρξιστές δεν μπορεί να σημαίνει να ονειρευόμαστε τον κομουνισμό, να εξιδανικεύουμε τον κομουνισμό, να φανταζόμαστε τον κομουνισμό. Διότι η αξία του Marx δεν υπήρξε μονάχα το ότι ερμήνευσε την συστημική λειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού που γεννιόταν. Δεν ήταν μόνο εκείνη πως ανακάλυψε τον νόμο της υπερεργασίας και της υπεραξίας, πως έγραψε Το Κεφάλαιο, πως προέβλεψε τις τάσεις ενός συστήματος που ήδη σχεδιάζονταν και προγραμματίζονταν με κατεύθυνση προς την χρηματιστικοποίηση, τον φετιχισμό των εμπορευμάτων και της κατανάλωσης, τις κρίσεις υπερπαραγωγής, εν ολίγοις: τον καπιταλισμό σαν “συνολική κοινωνική σχέση”. Δεν υπήρξε ούτε μονάχα εκείνος που διαμόρφωσε την θεωρία των δομών και των υπερκατασκευών γύρω από τις οποίες γεννιούνται και πεθαίνουν οι κοινωνίες και οι ενδογενείς σε αυτές συγκρούσεις. Από αυτή την άποψη αξίζει να θυμηθούμε μια τελευταία φράση του Marx που μας εισάγει απευθείας σε αυτό που του πιστώνουμε περισσότερο απ’ όλα: “Πως το κεφάλαιο περικλείει αντιθέσεις είμαστε οι τελευταίοι που θα το αρνηθούμε. Ο σκοπός μας είναι εκείνος του να τις αναπτύξουμε ολοκληρωτικά” (Grundisse).

Να λοιπόν, αυτό το [σκοπός] “μας” αντιπροσωπεύει το πιο σημαντικό κλειδί μέσα από το οποίο θα ανοιχθούμε σε εκείνη την θεμελιώδη σκέψη που είναι η μαρξιάνα: ο Marx – όπως θα υπογραμμίσει ο Tronti πολλές δεκαετίες αργότερα – είναι ο συγγραφέας της πρώτης εσωτερικής  ιστορίας όχι πλέον του κεφαλαίου, μα της εργατικής τάξης. Αυτή η ιστορία δεν είναι μια απλή ιδεολογική  (ο Marx δεν φτιάχνει ιδεολογία): είναι επιστήμη, επιστήμη της επανάστασης, επιστήμη της κομουνιστικής πρακτικής, επιστήμη της αντικαπιταλιστικής σύγκρουσης. Η εργασία του δεν είναι του ακαδημαϊκού που απευθύνεται σε άλλους ακαδημαϊκούς : αυτός προτείνει αναγνώσεις από και για τους κομουνιστές πολιτικούς αγωνιστές και στρατευμένους! Να η αληθινή του δύναμη, να ο λόγος για τον οποίον είμαστε μαρξιστές.

Έχει λοιπόν η ταυτότητα μας επιτέλους αποκαλυφθεί? Aπολύτως όχι; διότι ανάμεσα στον Marx και εμάς έχει αλλάξει ένας κόσμος, πέρασαν επαναστάσεις, νίκες και ήττες, στοχαστές και μαρξιστές και πάνω απ’ όλα : ταξικά κινήματα. Διότι εάν ο Marx έχει προετοιμάσει το τραπέζι των κομουνιστών, το έστρωσε που λέμε, στο πεδίο εφαρμογής ανάμεσα στους κυριότερους παίκτες υπήρξε εκείνος ο Lenin ο οποίος μια κομουνιστική επανάσταση την έκανε αληθινά… κερδίζοντας την!

Ανοίγω παρένθεση. Μιλώντας για τον Lenin δεν μιλάμε απλά για έναν μεγάλο κομουνιστή ηγέτη.Μιλάμε για έναν στοχαστή ικανό να πραγματοποιήσει στις αρχές του XX αιώνα τις θεωρίες του Marx, επάνω σε δυο ζητήματα ειδικότερα: την κεντρικότητα της τακτικής μέσα στις διαδικασίες αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό; την σχέση ανάμεσα σε πρωτοπορίες και μάζες ή, καλύτερα, ανάμεσα σε κόμμα και τάξη. Μας είναι αγαπητός για αυτούς τους λόγους: διότι υπήρξε ο πρώτος δημιουργός μιας  θεωρίας της οργάνωσης ικανός να θέσει πραγματικά σε πρακτική τις μαρξιστικές αναλύσεις δίχως να δίδει κανέναν χώρο στην διανοητική άσκηση σαν αυτοσκοπό. Αυτός, όχι τυχαία, μιλούσε για  “επαγγελματίες επαναστάτες” μέσα στην οργάνωση των οποίων “δεν πρέπει να υπάρχει καμία διαφοροποίηση ανάμεσα σε εργάτες και διανοούμενους”. ο Lenin υπήρξε από τους πιο αποτελεσματικούς πολεμιστές και διοικητές που επιτίθενται σε ορισμένους πολιτικούς φετιχισμούς – εκείνους που κάποια δεκαετία αργότερα θα καθίσταντο πολεμικό άλογο και/ή Δούρειος ίππος για τα κινήματα της μπουρζουαζίας  – συνδεδεμένους με κάποιες εννοιολογικές συλλήψεις της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, της οριζοντιότητας, της αναζήτησης της αριθμητικής συγκατάθεσης ανεξαρτήτως κόστους.  Αξίζει όλων μια δήλωση του που περιέχεται στο Τι να κάνουμε?: “Για την καταστολή θα είναι πολύ πιο δύσκολο να συλλάβει δέκα επαναστάτες έξυπνους, παρά εκατό ηλίθιους”.

Οπότε: μπορούμε πλέον να πούμε πως είμαστε εκτός από κομουνιστές, μαρξιστές, και λενινιστές?

Προχωράμε. Μιας και ο Lenin κερδίζει την επανάσταση του, γεννιέται η Σοβιετική Ένωση που αποτυγχάνει πιθανότατα ακριβώς εκεί όπου ο Lenin είχε επιστήσει την προσοχή όλων: την πάντα δύσκολη σχέση μεταξύ κόμματος και τάξης. Πάντως, εν τω μεταξύ η Σοβιετική Ένωση είναι εκεί και στον κόσμο γύρω διαβάζονται οι διάφοροι Luxemburg, Benjamin, Lukàcs; στην Ιταλία η κόκκινη διετία, οι πρώτες καταλήψεις εργοστασίων, το κομουνιστικό κόμμα, ο Gramsci. Λοιπόν, επάνω στον Gramsci θα πρέπει να επιστρέψουμε και εξ αιτίας του “ζητήματος του σχετικού με τον νότο, questione meridionale” (θα το κάνουμε στα επόμενα σεμινάρια μας), μα εν τω μεταξύ πρέπει να αναγνωρίσουμε ένα πράγμα: αυτός δεν ήταν μοναχά ο ηγέτης του κόμματος που η ιστοριογραφία του ΚΚΙ μας πρότεινε τις επόμενες δεκαετίες του θανάτου του. Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα του υπήρξε ιδιαιτέρως ένα: στην διάρκεια που διηύθυνε την “Νέα Τάξη, Ordine Nuovo”, ο Gramsci έδωσε μεγάλο χώρο σε μια φόρμουλα που ευτυχώς θα  επαναληφθεί έπειτα από μια δεκαετία: ταξική αυτονομία στον αγώνα για την ίδια την απελευθέρωση! Χρειάζεται εμβάθυνση, δίχως αμφιβολία. Μα λέγαμε: ο Mao και η κινεζική επανάσταση (μια άλλη απόλυτη αναφορά), δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ιμπεριαλισμός Usa, ο κόσμος των δυο μπλοκ, το οικονομικό boom, οι μεταναστεύσεις νότου-βορρά, η χριστιανοδημοκρατία Dc πρώτα, το ιστορικό σύμφωνο μετά. Εν συντομία: ο κόσμος αλλάζει,αλλάζουν οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων, οι ταξικές ισορροπίες, τα συστήματα εκμετάλλευσης… και ο μαρξισμός.

Ο μαρξισμός αλλάζει  (ή εκπληρώνει ένα άλμα) κυρίως χάρη στη συνεισφορά εκείνων που θα ονομαστούν  “εργατιστές”. Μήπως είμαστε κατά τύχη και εργατιστές? Προλαβαίνουμε την απάντηση: ναι, αν και αυτό μπορεί να σημαίνει πως είμαστε λιγάκι λιγότερο κομουνιστές απ’ ότι πριν.Βλέπουμε γιατί, και βλέπουμε αυτό το γιατί ξεκινώντας από μια φράση που πρόφερε πολλά χρόνια αργότερα ένας από αυτούς τους εργατιστές, ο Sergio Bologna: “Eπρόκειτο για την πρώτη μαρξιάνα εμπειρία μη κομουνιστική, που κλείνει δηλαδή με μια ιστορία έριδος με τα υπάρχοντα κόμματα γύρω από την αυθεντικότητα του αληθινού κομουνισμού!”. Σύγχυση? Όχι. Απλός συλλογισμός. Οι εργατιστές ξεκίνησαν όντως από κάποιες διαπιστώσεις: πως μεταξύ των κομουνιστικών κομμάτων και των κινημάτων της τάξης υπήρχε πλέον μια αγεφύρωτη χωριστικότητα, ένα χάσμα (Tronti); πως η φιγούρα του εξειδικευμένου εργάτη όδευε προς την εξαφάνιση μέσα στα εργοστάσια και πως με αυτήν εξαφανίζονταν και εκείνη η φιγούρα του ιδεολογικοποιημένου εργάτη, που συνδικαλίζονταν, που ίσως είχε κάμει την αντίσταση; και πως στην θέση του μια νέα φιγούρα αναδύονταν, προέκυπτε : ο εργάτης μάζα, μη ειδικευμένος, έμμεσα εκπαιδευμένος, με ανάγκες και καταγγελίες της κατανάλωσης κοινές.  Μη πολιτικοποιημένος, μα εισηγμένος σε μια παραγωγική διαδικασία, εκείνη του μεγάλου εργοστασίου, που του επέτρεπε να εργάζεται άμεσα στην καρδιά του εχθρού, το κεφάλαιο και την παραγωγή του. Mα οι εργατιστές έκαναν περισσότερα : κατάλαβαν, για παράδειγμα, πως για να αναγνωστούν οι καινούργιες καπιταλιστικές τάσεις, και σε σχέση με την εκμετάλλευση του εργοστασίου και της εργασίας, δεν απαιτείτο να είναι κάποιος οπωσδήποτε εργάτης,  αλλά χρειάζονταν να εξοπλίσει τον εαυτό του με τα σωστά ερμηνευτικά εργαλεία : να η εργατική έρευνα, που δεν είναι ένα ερωτηματολόγιο όπως κάποιος επιμένει να προτείνει στα σαλονάκια κάποιων ιταλικών πανεπιστημιακών κολλεκτίβων. Ο Romano Alquati θα την περιγράψει με μεγάλη απλότητα:”Την εργατική πραγματικότητα μερικές φορές αρκεί να την περιγράψεις στο επίπεδο της κοινής λογικής και της γλώσσας της καθημερινής ζωής, για να κάνεις μια δουλειά πραγματικής πολιτικής και πολιτιστικής σημασίας και ενδιαφέροντος”. Κι αυτό διότι οι καινούριοι εργάτες συνήθως δεν κάθονταν όπως οι παλιοί να μιλούν αφηρημένα για επανάσταση, δεν είχαν με το ζόρι πολιτικές επαναστατικές αναφορές, δεν ήλπιζαν άλλο από την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών τους. Και ακόμη, να το πούμε όπως ο Mao, ένας αγρότης μπορεί ασυναίσθητα να είναι πολύ πιο επαναστάτης από έναν διανοούμενο που διακηρύσσεται επαναστάτης. Και οι εργατιστές είχαν πολύ καλά δει εντοπίζοντας, σε αυτά τα υποκείμενα, εκείνη την δυνατότητα, και την δυναμικότητα.

Πιστεύω, εν τούτοις, πως μπορούμε να πούμε πως είμαστε εργατιστές λόγω τριών μεγάλων ιδεών που είχαν διαισθανθεί οι εργατιστές. Η πρώτη είναι εκείνη που βλέπει αυτούς ικανούς να καταστρέψουν την κυρίαρχη πνευματική τάση που μείωνε τον ιστορικό υλισμό του Marx σε μιαν αιώνια μεσσιανική αναμονή: περιμένουμε πως ο κομουνισμός θα έρθει, μα ελπίζουμε όχι πολύ σύντομα μιας και δεν είμαστε τόσο έτοιμοι. Θυμόσαστε εκείνο τον όρο χρησιμοποιούμενο από τον Marx, “άμεσοι”? Να που οι εργατιστές τα έσπασαν με την κουλτούρα της θυματοποίησης των κομουνιστών ξεκινώντας να ομιλούν για ικανοποίηση των αναγκών της προλεταριακής και εργατικής πλευράς, εδώ και τώρα!

Η δεύτερη είναι πάντα συνδεδεμένη με την κουλτούρα της ήττας των κομουνιστών της εποχής, που δεν κατάφερναν να δουν άλλες πιθανότητες και δυνατότητες από εκείνες της αντίστασης: αντίσταση ενάντια εκείνου, αντίσταση ενάντια του άλλου, να αντισταθούμε αντισταθούμε αντισταθούμε… Mα αυτή η αμυντικογενής  συμπεριφορά μεταφράζονταν πάντα σε ταπείνωση και στις θανατώσεις των εργατικών αναγκών, διότι εν τω μεταξύ “υπήρχε πάντα κάτι πιο επικίνδυνο από το οποίο έπρεπε να αμυνθούμε όλοι μαζί”, δεν είναι ποτέ καιρός για την επίθεση. Παράλληλα όμως ο καπιταλισμός αναπτύσσει και τελειοποιεί τα όπλα του. Να, από αυτή την άποψη γράφει ο Mario Tronti το ’64: “είδαμε και εμείς πρώτα την καπιταλιστική ανάπτυξη, μετά τους εργατικούς αγώνες. Είναι ένα λάθος. Χρειάζεται να αντιστρέψουμε το πρόβλημα, να ξαναρχίσουμε από την αρχή: και η αρχή είναι ο αγώνας της εργατικής τάξης”. Συνεπώς, η ανάπτυξη και η ανανέωση του καπιταλισμού, η καταπίεση και η καταστολή του καπιταλισμού άλλο δεν είναι παρά  ένα προϊόν φρικτό και φυσικό των αγώνων!

Και να αυτό που τρίτο τους χρωστάμε: i rapporti di forza, η ισορροπία δυνάμεων, οι σχέσεις δύναμης. Δεν μπόρεσα, με την ευκαιρία, να βρω καλύτερα λόγια από τα ακόλουθα: “ Μόνο μέσα από μια υποκειμενική παρέμβαση, συνειδητή, από ψηλά (? αυτονομία του πολιτικού, autonomia del politico… mmmm…), διαμέσου μιας υλικής δύναμης που σου δίνει την δυνατότητα να κατέχεις και σε κάνει κύριο του μηχανισμού με τον οποίον εργάζεται το σύστημα που θες να καταστρέψεις  – μόνο μέσα από την κοινωνική χρήση αυτής της δύναμης είναι δυνατόν όχι μόνο να προβλέψεις και να προλάβεις τις στιγμές της αλλαγής μέσα στον κύκλο της ανάπτυξης του κεφαλαίου, μα και να αναμετρηθείς, να ελέγξεις, να διαχειριστείς και συνεπώς να οργανώσεις την πολιτική ανάπτυξη της εργατικής τάξης, αναγκάζοντας την να περάσει μέσα από εκείνη την αλυσίδα συγκρούσεων σε διάφορα επίπεδα και σε διάφορες περιστάσεις και ευκαιρίες (με τέτοιο τρόπο τελικά ώστε) να ανατρέψει την σχέση ανάμεσα στις τάξεις, να διασπάσει την μηχανή του Κράτους!”. Σας αρέσει? Σε εμένα πολύ. Οπότε είμαστε λιγάκι και εργατιστές…

Οι εργατιστές πρόκειται να διαχωριστούν μα (και στην πραγματικότητα έχουν ήδη ξεκινήσει όταν) το ’69 κάτι συμβαίνει. Συγκρούσεις στο corso Traiano στο Torino: εργάτες και φοιτητές, προλετάριοι και παιδιά αστών, επιτίθενται στην αστυνομία. Πρωτοφανές. Λίγους μήνες αργότερα εμφανίζεται ένα περιοδικό που εκθέτει ένα όνομα: “Potere Operaio, Εργατική Εξουσία”. Το πρώτο άρθρο αιτιολογεί: “η  Piazza Statuto υπήρξε το ιδρυτικό μας συνέδριο”. Λίγο χρόνο αργότερα φθάνει στο σημείο ένας από αυτούς του Potere Operaio – ονομάζεται Franco Piperno – να υποστηρίξει: » Potere Operaio , η Εργατική Εξουσία είναι η εργατιστική θεωρία που γίνεται πολιτική των μαζών – è la teoria operaista che si fa politica di massa”.

Θέλετε να ξέρετε εάν είμαστε και λιγάκι Potere Operaio? Ναι. Είμαστε. Μα γι έναν λόγο επάνω σε όλους. Στους μήνες κατά τους οποίους η Εργατική Εξουσία  επικαιροποιούσε ξανά και έξοχα την σχέση οργανωμένη ομάδα-μάζες σε αγώνα  (και με μεγάλα αποτελέσματα) – προσέξτε, βρισκόμαστε ήδη στον καιρό των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ένας ορισμός πέρασε μέσα σε μια εφημερίδα της εποχής: αυτοί οι εργατιστές είναι “καταστροφείς της μνήμης”. Κρατήστε το καλά στην σκέψη σας, διότι δεν είναι έννοια μικρής σημασίας.

Παραμένουμε στο θέμα της σχέσης ομάδα-κίνημα, που σας θυμίζει την ακόλουθη επιβεβαίωση: μπορούμε να είμαστε και μια μειοψηφική ομάδα αλλά με κλίση και προσανατολισμό πλειοψηφικό? Διότι το Potere Operaio θα είναι μια ομάδα στρατευμένων σε θέση να κινητοποιήσει μια μάζα όλο και μεγαλύτερη νέων και λιγότερο νέων ανθρώπων αντιμετωπίζοντας όμως, πάντοτε, και συγκρινόμενη με το θέμα της θεωρίας της οργάνωσης. Mα ίσως καλύτερα και από το Potere Operaio θα το καταφέρουν οι οργανωμένες συνιστώσες αυτού που θα ακολουθήσει αμέσως μετά: η Autonomia Operaia!η Εργατική Αυτονομία!

Εάν νιώθουμε Αυτόνομοι ούτε καν χρειάζεται να μας το ρωτήσετε: είμαστε!

Οι αυτόνομοι: το σκάνδαλο της Αυτονομίας της τάξης! λέει ο Caminiti: “Ίσως εδώ να βρίσκεται το κλειδί: η ιταλική ανωμαλία (φτιαγμένη από μιαν κινητοποίηση μοναδική στον κόσμο) υπήρξε δυνατότερη από την εργατική αυτονομία. Και οι αυτόνομοι είναι πιο συναφείς στην ιταλική ανωμαλία απ’ ότι στην εργατική αυτονομία. Όταν ο μεγάλος κύκλος αγώνων στα εργοστάσια τέλειωσε, όταν η ώθηση των μαζών εξαντλείται, όταν η επανάσταση έχει χαθεί, να, εμφανίζεται ξανά η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι”. Οπότε τι είναι η εργατική αυτονομία? Πάντα με τον Caminiti: “Η ιταλική ανωμαλία είναι ένα κίνημα της αριστεράς ενάντια στην αριστερά. Το πιο δυνατό κίνημα της αριστεράς ενάντια στο πιο δυνατό κομουνιστικό κόμμα. Ή, για να το πούμε αλλιώς, ένα κομουνιστικό κίνημα ενάντια στην αριστερά. Ένα κίνημα κομουνιστικό ενάντια στους κομουνιστές. Ένα κίνημα της αριστεράς αντικομουνιστικό”. Ένας συλλογισμός τον οποίον, δίχως περιστροφές, κι εμείς θα μπορούσαμε αυτό-αντανακλαστικά να κολλήσουμε επάνω μας.

Προσοχή στις ταξικές συμπεριφορές, στην δεοντολογία της τάξης, κάτι πολύ μεγάλο, το πρώτο μεγάλο που οφείλουμε στους αυτόνομους: από την άρνηση της εργασίας στην μαζική παρανομία, από τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις στις καταλήψεις και τις επανοικειοποιήσεις ; ο κομουνισμός δεν γίνεται , τον κομουνισμό δεν τον κάνουμε αντικαθιστώντας τους αστούς στην ηγεσία του κράτους: τον κάνουμε εδώ και τώρα, τον ζούμε, με την δύναμη. Όχι τυχαία το αληθινό σκάνδαλο των αυτόνομων βρίσκεται εδώ ακριβώς: δεν περιμένουμε να είναι οι εχθροί που θα μας κάνουνε κακό. Θα είμαστε εμείς που θα ασκήσουμε την βία πρώτοι! Οι αυτόνομοι είναι βίαιοι!

Εκμηδενισμός κάθε διαχωρισμού μεταξύ πολιτικού και προ πολιτικού; εντοπισμός της τάσης της γνωστικής θεωρίας του καπιταλισμού; σωστή ανάγνωση της έννοιας της “κρίσης” μέσα στον καπιταλιστικό χώρο; να και άλλα που οφείλουμε στους αυτόνομους.

Είμαστε αυτόνομοι? Aπολύτως ναι!

Οδεύω προς το κλείσιμο. Μέχρις εδώ μιλήσαμε για πολιτικά θέματα που θα άξιζαν σίγουρα, και θα ήταν σκόπιμο να συζητηθούν σε οποιαδήποτε συνέλευση οποιασδήποτε δομής σε οποιοδήποτε εδαφικό πλαίσιο. Στην συνέχεια άλλα τρία ζητήματα επάνω στα οποία να κοιτάξουμε με προσοχή, και μια τέταρτη άμεση συνέπεια των άλλων τριών.

Πως στην διάρκεια των χρόνων για τους οποίους μιλούσαμε προηγουμένως αναπτύσσονταν στον κόσμο γύρω μας εδαφικοί αγώνες και για την εθνική ανεξαρτησία απ’ όπου τεράστιες οδηγίες και κατευθύνσεις υπάρχουν για να αντλήσουμε.

Μια ιδιαίτερα: ο αλγερινός αγώνας, και ένας του αγωνιστής ειδικότερα:  ο Fanon.  Στον Fanon οφείλουμε μια διπλή συνεισφορά στον μαρξισμό και μια στα δικά μας επαναστατικά πνεύματα. Η πρώτη συνεισφορά τον ευθυγραμμίζει σε άλλες μαρξιστικές ετεροδοξίες μεταξύ των οποίων και εκείνη της ιταλικής αυτονομίας και αναφέρεται στην άσκηση κριτικής της σχέσης δομή-εποικοδόμημα που στον Fanon διασκορπίζεται πίσω από την κοινωνική ιεράρχηση της ράτσας και όχι μόνο της τάξης.  ή τουλάχιστον, όχι από την άποψη των ακολουθιών ιεραρχίες/προτεραιότητα όπως μέχρι εκεί διηγήθηκαν άλλοι μαρξιστές. Απλά, μια παρόμοια συνεισφορά έρχεται επίσης και από άλλες σύγχρονες τάσεις  όταν, για παράδειγμα, και το φεμινιστικό κίνημα έθετε υπό αμφισβήτηση την ορθόδοξη σχέση στο επίπεδο των νέων υποκειμενικοτήτων και, παραδείγματος χάριν, την σχέση παραγωγή-αναπαραγωγή.  Το δεύτερο ζήτημα αφορά την πολιτική στρατηγική για την απελευθέρωση από την αποικιακή κατάσταση. ο Fanon προλαμβάνει-προβλέπει όντως εκείνη που στην συνέχεια θα ήταν μια κυρίαρχη τάση στα χρόνια της αποαποικιοποίησης πρώτα, των εξαρτημένων οικονομιών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο στην συνέχεια. Γράφει αυτός: “Η εθνική αστική τάξη που αναλαμβάνει την εξουσία στα τέλη του αποικιακού καθεστώτος είναι μια μπουρζουαζία υποανάπτυκτη … δεν προσανατολίζεται προς την παραγωγή, την καινοτομία,  την κατασκευή, την εργασία. Αυτή διοχετεύεται ολοκληρωτικά προς δραστηριότητες διαμεσολαβητικού τύπου. Της αρέσει να τριγυρνά, να βρίσκεται μέσα στις απάτες, να εξαπατά, αυτή μοιάζει να είναι η βαθιά  της αποστολή, ο προσανατολισμός της. Η εθνική μπουρζουαζία έχει μιαν ψυχολογία ανθρώπων που κάνουν ντήλια, όχι καπετάνιων της βιομηχανίας”. Χρήσιμο τώρα στα χρόνια μιας νέας λειτουργικής ιεράρχησης των περιοχών της επικράτειας.

Και, τέλος, η συνεισφορά του στα βαθιά αισθήματα μας δίδεται από την κοινωνική χρήση για τους σκοπούς του αγώνα της πολιτικής βίας. “Η αποικιοκρατία δεν είναι μια βαριά μηχανή, δεν είναι ένα σώμα προικισμένο με λογική. Είναι η βία στην κατάσταση της φύσης και δεν μπορεί να καμφθεί παρά μόνο μπροστά σε μια βία ακόμη μεγαλύτερη”. Mου φαίνεται πως τα είπε όλα…

Επιστρέφοντας σε εμάς, λέγαμε καταλήγοντας. Πως ο κόσμος έχει αλλάξει πλέον και από την εκμετάλλευση της καθαρής εργασίας , τελικά, φθάσαμε στην εκμετάλλευση του χρόνου της μη-εργασίας και κυρίως σε νέες διαδικασίες ιδιωτικοποίησης και εκμετάλλευσης ιεραρχικής των περιοχών και των εδαφών, της επικράτειας. Πως η περιοχή μας, το έδαφος μας, χώρος δράσης και τόπος όπου εμείς οδηγούμε την επαναστατική μας πολιτική, έχει μια πολιτική ιστορία, κοινωνική και οικονομική πολύ ιδιαίτερη και συγκεκριμένη.  Και πως σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, συνεπώς, ο αγώνας μας θα πρέπει να αναλάβει όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός εδαφικού αγώνα: για το έδαφος, με το έδαφος, στον χώρο-την συνοικία-στις περιοχές μας, για τις περιοχές μας – per il territorio, con il territorio.

Μα επάνω σε αυτό, θα επιστρέψουμε την επόμενη φορά…

http://www.commonware.org/index.php/laboratori/678-genealogia-e-attualita-del-noi-rivoluzionario

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – ε] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Aπολογούμενος στον ανακριτή μετά την σύλληψη του και την έκδοση που πραγματοποιήθηκε από την Γαλλία, ο Piperno δήλωνε πως οι συναντήσεις με τον on. Signorile έγιναν ύστερα από προτροπή του Dr. Zanetti, Διευθυντού του περιοδικού Espresso και διαμέσου του Dr. Mieli.
    Παρά την αμηχανία του να συναντηθεί με εκπροσώπους πολιτικών Κομμάτων, είχε αποδεχτεί το αίτημα.
    Η συνάντηση με τους  Signorile και Scialoia έγινε στο σπίτι του Zanetti σε μιαν περίοδο επόμενη της 24/4/78 (ημερομηνία κατά την οποίαν είχαν ήδη διαδοθεί οι ανακοινώσεις n° 7 και n° 8 με τις οποίες οι αντάρτες είχαν προωθήσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την απελευθέρωση του on. Moro προτείνοντας μια ανταλλαγή με δεκατρείς πολιτικούς κρατούμενους ήδη καταδικασμένους ή κατηγορούμενους για εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί για λύτρα.
    Ο σοσιαλιστής κοινοβουλευτικός παράγων, λέγοντας πως αυτή η πρόταση ήταν γι αυτόν απαράδεκτη, είχε ανεμίσει την υπόθεση της απελευθέρωσης μοναχά ενός κρατουμένου σε σοβαρή κατάσταση υγείας.  Είχε,  επιπλέον, αναφερθεί ο on. Signorile “στην πρωτοβουλία της Amnesty International και στο πρόβλημα των ειδικών φυλακών υψίστης ασφαλείας”, ρωτώντας την γνώμη του. Αυτός είχε απαντήσει πως ήταν πρωτοβουλίες αξιόλογες και πιθανές, πάντως, να ληφθούν υπ όψιν.
    Στην συνέχεια είχε δυο ακόμη συναντήσεις με τον αξ. Signorile, από δική του παρακίνηση. Στην τελευταία αυτών των συναντήσεων είχε πάρει μέρος “με δική του πρωτοβουλία” ο Pace.
    Σύμφωνα με αυτόν (απολογία στον ανακριτή 19/2/80) ήταν, αντιθέτως, ο Piperno που τον “παρακάλεσε” να παρέμβει στην συνάντηση που παρακινήθηκε από τονon. Signorile.

Αυτό έλαβε χώρα το πρωινό της ίδιας ημέρας της τυχαίας συνάντησης στην Piazza Navona με τον sen. Landolfi και της συνάντησης που ακολούθησε με τον Γραμματέα του P.S.I. αξ. Bettino Craxi
Σύμφωνα με αυτά που είπε ο Morucci (ανάκρ. 13/X/1986) ο Lanfranco Pace, μπήκε στις B.R. τον σεπτέμβρη/οκτώβρη 1977, και βγήκε εκεί γύρω στον επόμενο μήνα του δεκεμβρίου.
Εισήχθη στην αρχή σε μιαν “δομή διαλόγου”, μετά την αποτυχία του σχεδίου για ένα εθνικού χαρακτήρα περιοδικού, που θα απαντούσε στην ανάγκη να προσφερθεί μια θεωρητική επεξεργασία στα προβλήματα που ωρίμασαν τα τρία προηγούμενα χρόνια (από το ’74 στο ’77) εξ αιτίας της αλλαγής του πολιτικού ορίζοντα, δεδομένου ότι επρόκειτο να περάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο ανάληψης υποχρεώσεων μέσα στην οργάνωση, είχε εμφανιστεί να μην δεσμεύεται στα καθήκοντα που του είχαν εμπιστευτεί, αγνοώντας τις συναντήσεις και τα ραντεβού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν κανονιστεί για λόγους, ας πούμε,  “ανάκαμψης” που θα παρατείνονταν μέχρι τον ιανουάριο του 1978.
Στην ο Pace, για το σύντομο διάστημα που στρατεύτηκε στις B.R., είχε δείξει πως θεωρούσε αυτές “μια μεταβλητή απολύτως ανεξάρτητη μέσα στο πλαίσιο του εθνικού κινήματος”. Μεταβλητή που “προωθούσε μια γραμμή ατελή”, δηλαδή αποκλειστικά “στρατιωτική”, εξωγενή “στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες” και στις νέες προβληματικές που είχαν ωριμάσει μέσα στο ’77.

Μέσα σε αυτή την κοινωνικο-πολιτική συγκυρία αναγνωρίζονταν από την μια  “ο ακραίος αυθορμητισμός των νεανικών διαδηλώσεων”; από την άλλη “η ακραία οργανωτική σύνθεση… της παράνομης ένοπλης ομάδας”. Για να γίνει η ανασύνθεση μέσα σε ένα ενωτικό πλαίσιο αυτό το άνοιγμα και για να συνδεθούν  “τα δυο κομμάτια του επαναστατικού κινήματος” δεν απέμενε παρά να ενσωματωθεί η ένοπλη πάλη στον ιστό των νέων κοινωνικών αναταραχών και συγκρούσεων. Για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου ο Pace είχε σκοπό να κινηθεί “μέσα από το κίνημα”; αυτός, ο Morucci, μέσα από τις B.R., θεωρώντας αυτό “μια υποχρεωτική επιλογή”.
Τόσο αυτός όσο και η Faranda βρέθηκαν, στην συνέχεια, σε πορεία αντιπαράθεσης με την οργάνωση λόγω του ότι είχαν επανειλημμένα προτείνει την αναγκαιότητα  ενός ένοπλου αγώνα βασισμένου όχι “επάνω στην σύγκρουση” ανάμεσα στις B.R. και το Κράτος, αλλά περισσότερο δεμένου “στα περιεχόμενα της σύγκρουσης που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια”.

Μετά την επιχείρηση Moro η ρήξη εξαπλώθηκε, εξ αιτίας επίσης της συζήτησης επάνω στην αναγκαιότητα να χτιστεί “ένα πλατύ μέτωπο, εκτενές, πυρήνων εν μέρει παρανόμων και εν μέρει μέσα στην κοινωνική συγκρουσιμότητα διαθέσιμων να “οδηγήσουν την πρακτική του ένοπλου αγώνα”.
Ήταν πρόθεση των δυο “διαφωνούντων” “να χρησιμοποιήσουν το όχημα του M.P.R.O. για να προκαλέσουν μια προσέγγιση των B.R. στον χώρο της συγκρουσιμότητας για την οποίαν μιλήσαμε και, συνεπώς, στην ανάλυση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια”.
Από την στιγμή της κατάληξης της επιχείρησης Moro μέχρι την έξοδο των Morucci και Faranda από τις B.R. είχε, λοιπόν, αναπτυχθεί η δική τους  “πολιτική δυσφορία” που πριν είχε εκδηλωθεί “με όρους πολιτικής διαφωνίας”, στην συνέχεια σαν  “προσδιορισμός πολιτικού ανταγωνισμού”, “μιας εναλλακτικής γραμμής”, “της αναγκαιότητας μιας εναλλακτικής επεξεργασίας από εκείνην που προτείνονταν από την οργάνωση” (βλέπε κοινοβουλευτικά πρακτικά επιτροπής διερεύνησης για την σφαγή της via Fani, Doc. XXIII, n° 5, τόμ. X, σελ. 624 sgg.).

Σημαντικό, σχετικά με αυτά, το κείμενο ενός εγγράφου που βρέθηκε στην κατοικία του viale G. Cesare, όταν συνελήφθησαν οι Morucci και Faranda, με τίτλο “Η φάση, παρελθόν, παρόν και μέλλον, μια κριτική συνεισφορά, ” (rep. 2129), στο οποίο, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε:
“αυτή η αναγκαιότητα ανάγνωσης και αντίληψης… των προλεταριακών και εργατικών αγώνων” που θελήσαμε  “να αναπτύξουμε σε εσωτερικό επίπεδο και με την σωστή μέθοδο της συλλογικής συζήτησης και επεξεργασίας” στην διοίκηση της φάλαγγας,  “αντιθέτως, ερμηνεύτηκε με αυθαίρετο τρόπο σαν πολιτική γραμμή αντιτιθέμενη στην οργάνωση”. Από εδώ προέρχεται, και εξ αιτίας όλων αυτών “η καταδίκη” τους σαν “κλίκας  αποστατών”, η απομόνωση, ο περιορισμός, η ποινικοποίηση και η καταγγελία των δικών τους “μικροαστικών συμπεριφορών παρέκκλισης”, του  “ελιγμού” που “εδώ και πολύ καιρό διεξήγαγαν” και του “παιχνιδιού που διηύθηνε ο Scalzone ή ποιος ξέρει ποιος άλλος” που, θα είχε γράψει “το ντοκουμέντο” που είχε δώσει το έναυσμα στην διασπορά.
“Η υλοποίηση αυτής της μακάβριας ενορχήστρωσης είναι συνέπεια μιας κατασκευής ενός Κράτους “μέσα” στο Κράτος, χτισμένου με τρόπο πολύ προσεκτικά  “μελετημένο” ώστε να το κάνει να αναπτύσσεται εξίσου ηλίθιο.
Η κακιά πίστη της οργάνωσης όταν δηλώνει πως θα είχαμε “χτυπήσει” με τρόπο τελείως αναπάντεχο, αποδεικνύεται από το γεγονός πως την επομένη ημέρα από αυτήν που είχαμε εκθέσει πλήρως την θέση μας (κατόπιν εκφρασμένου αιτήματος της Διοίκησης της Ο.) θέση που ο σύντροφος του εκτελεστικού, που είχε την εντολή του “διερευνητικού πορίσματος” είχε αμέσως χαρακτηρίσει εκτός γραμμής ή της ιστορίας της οργάνωσης, δυο σύντροφοι της Διοίκησης της φάλαγγας βιάστηκαν να τρέξουν στο σπίτι μας λέγοντας πως  “για λόγους εγγύησης” και έλλειψης εμπιστοσύνης έπρεπε αμέσως να προχωρήσουν σε άμεση καταγραφή του υλικού που βρίσκονταν στην κατοχή μας και να μας μεταφέρουν αμέσως στον τόπο  “περιορισμού”.
Όμως ο “πολιτικός χώρος” μιας  “φυλακής του λαού” που επιφυλάσσονταν αυτή την φορά σε συντρόφους εκτός γραμμής” δεν μας φάνηκε ειλικρινά αρκετός για να ηγηθούμε του αγώνα μας. Προτιμούμε να αφήσουμε το μέτρο του “πολιτικού εκτοπισμού” στην Εισαγγελία, στον Νόμο Reale, στην Αστυνομία που εkφράζει τις οδηγίες.
Όσον αφορά εμάς, αναλάβαμε απέναντι στην “πολύ καινούργια”
αστυνομία του προλεταριάτου την ίδια συμπεριφορά που όλοι οι σύντροφοι που μάχονται στο  όνομα και για την κατάκτηση της ελευθερίας και του κομουνισμού,  από πάντα έχουν διατηρήσει απέναντι σε όλες τις αστυνομίες.
Και το δικαίωμα μας να συνεχίσουμε να μαχόμαστε δεν θα μας το αρνηθεί μια γραφειοκρατία νεοσταλινική που μπορεί αυθαίρετα να υπερηφανεύεται τον τίτλο του “κόμματος του προλεταριάτου” και προεικονίζει ένα καθεστώς μπροστά στο οποίο ο Καπιταλισμός και η  “ψεύτικη” δημοκρατία του αντιπροσωπεύουν έναν επίγειο παράδεισο.

Άλλο γεγονός που αποκαλύπτει αυτή την κακιά πίστη είναι πως  νωρίτερα ακόμη από εκείνη την έκθεση, σύντροφοι  της Διοίκησης της φάλαγγας είχαν ήδη δηλώσει μέσα στις δομές εργασίας πως θα είχαμε αποχωρήσει τρεις ή τέσσερις από  εμάς.
Ωστόσο, όντες επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτούς που είχαν εκτοξεύσει παρόμοιες “συκοφαντίες ” ώστε να περάσουν σε απαράδεκτες συμπεριφορές  “όπως η σχιζοφρενική αποστεγανοποίηση όλων των αποχωρούντων συντρόφων”, “οι γενόμενες επισκέψεις κατ’ οίκον …από καταζητούμενους ή από άλλους που θα μπορούσαν σύντομα να γίνουν τέτοιοι”,το αίτημα “για στήριξη από το κίνημα (που εν τούτοις σταθερά την  αρνήθηκε)”, το να μιλούν “με συντρόφους που δεν ήταν της οργάνωσης” για την “φυγή, μετά κλοπής των δυο κακοποιών” – οι συγγραφείς της ανάλυσης διευκρίνιζαν πως, αν και  “σε εναλλακτική πολιτική θέση από εκείνη της Οργάνωσης”, δεν είχαν όμως περάσει σε πρόταση “καταστροφής της”, διότι “κάτι τέτοιο θα έφερνε μαζί του την απώλεια ενός βασικού σημείου αναφοράς για το χτίσιμο μιας ενωτικής Κομματικής διαδικασίας, γεγονός που θα άνοιγε διάπλατα τις πύλες σε αναρχικές συμπεριφορές  διασκορπισμού των δυνάμεων στην ενδημική και διασπασμένη διάχυση του ανταρτοπόλεμου”

Όμως, επιστρέφοντας στον Pace, ο Morucci δήλωνε
(ακρ. 15/X/86, σ.88) πως στην διάρκεια των 55 ημερών φυλάκισης του on. Moro, τον είχε συναντήσει σε ένα εστιατόριο στο Trastevere, όπου αυτός και η Adriana Faranda είχαν πάει για φαγητό.
Δεν επρόκειτο για μιαν “τυχαία συνάντηση”, διότι ο Pace τους είχε στήσει “καρτέρι” στην περιοχή ήδη από κάποιες ημέρες.Και δια τούτο αυτοί τον είχαν αποπάρει, δεδομένου πως οι προσπάθειες του να έρθει σε επαφή μαζί τους θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει την αστυνομία να τεθεί στα ίχνη τους, ιδίως δεδομένου ότι κάποιες ημέρες νωρίτερα είχε πέσει  “θύμα” μιας επιχείρησης της αστυνομίας μαζί με άλλα πρόσωπα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
ο Pace ήταν “περίεργος” να μάθε τις αληθινές προθέσεις των B.R. για την τύχη που θα είχε επιφυλαχθεί στον on. Moro, εξωτερικεύοντας με την ευκαιρία  “και τις ανησυχίες του Piperno” σχετικά με την κλίση που θα μπορούσε να πάρει η υπόθεση. Τους είχε, επίσης, πληροφορήσει πως είχε συναντήσει “κάποιους πολιτικούς παράγοντες” που ενδιαφέρονταν να έχουν διευκρινήσεις γύρω από το “ταξιαρχίτικο σύμπαν” και να αποκρυπτογραφήσουν το λεξιλόγιο και τα ανακοινωθέντα των B.R..
Αυτοί, απ’ την πλευρά  τους, είχαν περιοριστεί να εκδηλώσουν την γνώμη τους και δηλαδή πως υπήρχε ανάγκη “μιας πολιτικής εξαγγελίας” από πλευράς D.C., Κόμμα που οι B.R. προσδιόριζαν, εκείνη την εποχή, με το Κράτος.

Η ανησυχία του Piperno – σύμφωνα με τον Morucci – ήταν ουσιαστικά εκείνη, κοινή σε πολλούς, του να γίνει δυνατή η συνέχιση, ωστόσο, της επαναστατικής διαδικασίας; μέχρι του σημείου να είναι  ο ρόλος των B.R., αν και πολύ μακριά από τις ανάγκες του Κινήματος,  εκείνος που παράγει  “αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα του πολιτικού σκηνικού”.
Ο Morucci είχε, λοιπόν, αναφέρει στον Moretti, εκπρόσωπο της αδιάλλακτης πτέρυγας της οργάνωσης, την συνάντηση που είχε με τον Pace. Αυτός, αν και δεν εμφανίστηκε να ταράζεται πολύ, δηλώνοντας την αντίθεση του σε  κάθε διαπραγμάτευση που δεν θα ήταν ξεκάθαρου χαρακτήρα, στον δημόσιο χώρο και σε κοινή θέα, είχε επαναλάβει πως ο μοναδικός επίσημος συνομιλητής των B.R. θα έπρεπε να είναι η D.C..
Επιβεβαίωνε ο Morucci όσα είχε καταθέσει στην Επιτροπή διερεύνησης για την σφαγή της οδού Fani (δείτε πρακτικά κοινοβουλευτικής Επιτροπής Doc. XXIII, n° 5, τόμος. X, σ.621) σχετικά με τις προθεσμίες της φάσης υλοποίησης της διαχείρισης της απαγωγής του Προέδρου της D.C..
Ουσιαστικά είχε αποφασιστεί να σφίξουν οι χρόνοι (εκτελώντας την ποινή του θανάτου στις εννέα μαίου αντί στις δέκα) γιατί υπήρξαν κάποια σημάδια ενός αρχόμενου “ανοίγματος της  D.C. απέναντι στους συνομιλητές της”; ενός ανοίγματος, εν τούτοις, άκρως γενικού χαρακτήρα και ανακριβούς και, ωστόσο, μη ικανοποιητικού.

Η απελευθέρωση, πράγματι, μοναχά ενός πολιτικού κρατουμένου θα είχε φέρει σε δύσκολη θέση της οργάνωση που θα μπορούσε να βρεθεί εκτεθειμένη στον κίνδυνο να αρνηθεί, σαν ανεπαρκές, το πιθανό αντάλλαγμα εις βάρος “ενός κομουνιστή αιχμαλώτου”. Περισσότερο από μια τυπική πράξη περιλαμβάνουσα την πολιτική αναγνώριση των B.R.σαν επίσημου συνομιλητή  του Κράτους, θα επρόκειτο για μια μονόπλευρη πρωτοβουλία του ίδιου του Κράτους με σκοπό την αναζήτηση μιας αναίμακτης επίλυσης της υπόθεσης  (β. ακ. 9/3/87, φ. 169).
Πάντως ο λόγος του on. Bartolomei στο Arezzo, το πλησίασμα εκείνων των ημερών στην οικογένεια Moro του sen. Fanfani, ο οποίος είχε εμφανιστεί “άκρως ευαισθητοποιημένος να προσπαθήσει έναν δρόμο, που δεν θα ήταν εκείνος σε κυβερνητικό επίπεδο”, όλα αυτά δίχως άλλο μπορούσαν να ερμηνευτούν σαν “σημάδια μιας πολιτικής συνομιλίας”, μα τόσο γενικού χαρακτήρα ώστε να μην θεωρείται άξια προσοχής για πρακτικούς λόγους. Αυτά τα σημάδια, όμως, θα ήταν αρκετά ώστε “βάλουν σε μπελάδες” το εκτελεστικό για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως (φ. 166).
Δίχως να λάβουμε υπ όψιν πως, τότε, θα μπορούσαν να  “βρεθούν σε κατάσταση χειραγώγησης από την διαμεσολαβητική ικανότητα της D.C.”.
Πάντως, κατέληγε σε εκείνο το σημείο ο Morucci, η απόφαση του Εκτελεστικού να σκοτώσουν τον on. Moro τους είχε διαβιβαστεί από τις 3 ή 4 μαίου και από εκείνη την στιγμή η εκτέλεση είχε αναβληθεί από ημέρα σε ημέρα.

Εξηγούσε, επίσης, ο Morucci (ακ. 13/X/86) πως τόσο αυτός όσο και η Faranda είχαν ευθύς εξ αρχής εκδηλώσει την αντίθεση τους στην επιχείρηση Moro, θεωρώντας πως αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πολύ σαφές χάσμα “μεταξύ της οργανωτικής παρέμβασης και της δυναμικής της κοινωνικής σύγκρουσης”. Με άλλα λόγια η οργάνωση δεν θα έπρεπε να  “οχυρωθεί” επάνω “σε μια θέση οργανωτικού κλεισίματος”; μα θα έπρεπε να προσπαθήσει “να διαχύσει τις οργανωτικές τις παρεμβάσεις μέσα στην δυναμική της κοινωνικής σύγκρουσης”.
Παρόλα αυτά, παρέμειναν μέσα στην οργάνωση, θεωρώντας πως μόνο από μέσα θα ήταν δυνατόν να καθορίσουν ή, τουλάχιστον, κάνουν μια προσπάθεια “μετριάσουν αυτή την πλήρη tangenzialità της γραμμής που θεσπίζονταν”, συνειδητοποιώντας τις εκρηκτικές συνέπειες τις οποίες τα γεγονότα που θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν θα είχαν “στην εσωτερική δυναμική των κοινωνικών σχέσεων” της Χώρας (βλέπε πρακτικά κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την σφαγή της via Fani, Doc. XXIII, n°5, τομ. X, φ. 625).
Εφόσον η  “γραμμή” που υποστηρίζονταν από αυτούς επικρατούσε, το αποτέλεσμα θα ήταν μια ενδυνάμωση των αντιστοίχων θέσεων στους κόλπους των B.R. και εμμέσως –  σύμφωνα με τα λεγόμενα του Savasta (παρ. Ανακρ. Roma 9/2/1982) – εκείνων του Piperno και Pace, “που από τους άλλους θεωρούνταν οι αληθινοί δημιουργοί εκείνης της πολιτικής γραμμής”.

Συνεχίζεται…

ιστορία, storia

….Θα είμαστε όλοι λιγότερο ελεύθεροι όσο παραμένει όρθια μια φυλακή – – …. Saremo tutti meno liberi finché resta in piedi una prigione — LA STORIA PERDUTA

 

Ένας σύντροφος μου θύμισε αυτό το παλιό τραγούδι του κινήματος στην Μπολόνια του 77.  Δεν το θυμόμουν πια, παρά το ότι το είχα τραγουδήσει πολλές πολλές φορές. Τώρα ακούγοντας το ξανά έζησα πάλι εκείνα τα χρόνια στην Μπολόνια, τον θυμό και την ελπίδα, την θέληση για αγώνα (που δεν έφυγε ποτέ) … Στην διάρκεια της αναζήτησης στο διαδίκτυο βρήκα επίσης την έκκληση που έκαναν οι […]

via …. Saremo tutti meno liberi finché resta in piedi una prigione — LA STORIA PERDUTA

γάλλοι διανοούμενοι με ευκαιρία το Συνέδριο για την καταστολή τον σεπτέμβρη του 1977. Σας τα προτείνω και τα δυο, τραγούδι και έκκληση

Σε ένα αρχαίο Κτίριο
Σε ένα αρχαίο κτίριο στην καρδιά της πόλης σου
παλεύουμε με τον χρόνο, πεθαίνουμε, κανείς δεν το ξέρει
εάν περάσεις κοντά από αυτούς τους τοίχους,
σε παρακαλώ, άρπαξε τους ένα κομμάτι.
Εάν νομίζεις πως φοβάσαι
θυμήσου πως τώρα, ακριβώς αυτή την στιγμή
ένα αδέλφι στερείται την ελευθερία.
Tano D'Amico, La piazza di Bologna durante il convegno 09-23-77

Λέγομαι Roberto, φερόμενος BR,
με ανακάλυψαν ενώ διακινδύνευα την ζωή μου.
Δεν λιγουρευόμουν τα λεφτά,
δεν ήταν από θυμό που άρπαξα το πιστόλι.
Δεκαπέντε χρόνια στο κολέγιο, μετά η γειτονιά στο Milano,
η μπάντα των αυτόνομων και ένας τελευταίος όροφος
Μα στην συνέχεια έκοψα τα μακριά μου μαλλιά,
δεν χρησίμευαν σε τίποτα, ήταν υπερβολικά όμορφα,
δεν χρησίμευαν, ήταν πολύ όμορφα.

Το όνομα μου είναι Domenico, μα φωνάξτε με Dodi,
όταν ήμουν νεότερος χτυπούσα για λεφτά. Μόνο αργότερα έμαθα πως σύντροφος θα πει να έχεις λιγότερα χρήματα και περισσότερα να πεις.
Δεν πίνω και δεν καπνίζω, μύθος μου είναι ο Bruce Lee,
δεν θέλω να χαλαλίσω τους μυς μου εδώ πέρα,
με κοιτάζουν κατάματα μα βρίσκομαι πάντα σε επιφυλακή,
στην περίπτωση που θα βρω πόρτα ανοικτή,
στην περίπτωση που κάποια πόρτα θα είναι ανοικτή. 

Σε ένα παλιό κτίριο στην καρδιά της πόλης σου
αγωνιζόμαστε ενάντια στον χρόνο, πεθαίνουμε, κανείς δεν το ξέρει
εάν περάσεις κοντά από αυτούς τους τοίχους,
σε παρακαλώ, πάρε μαζί σου ένα κομμάτι.
Εάν νομίζεις  πως φοβάσαι
θυμήσου πως τώρα, αυτή την στιγμή ακριβώς
ένας αδελφός στερείται την λευτεριά.

Κι εγώ είμαι ο Lino, ο καλύτερος απ’ όλους,
λεν πως από μόνος μου έκανα τριάντα πέντε ληστείες.
Μα τι είναι αυτά που λέτε? Αυτή είναι μοναχά η προκαταβολή των δεκατριών χρόνων που μου κλέψατε.
Ήμουν δέκα οκτώ όταν μπήκα στην φυλακή,
και σύντομα έμαθα τον νόμο του ραβδιού,
103 φυλακές μ’ έχουν γυρίσει,
μα είμαι εδώ έτοιμος ξανά να παλέψω,
μα είμαι εδώ έτοιμος για αγώνα.

Σε ένα παλιό κτίριο στην καρδιά της πόλης σου
αγωνιζόμαστε ενάντια στον χρόνο, πεθαίνουμε, κανείς δεν το ξέρει
εάν περάσεις κοντά από αυτούς τους τοίχους,
σε παρακαλώ, πάρε μαζί σου ένα κομμάτι.
Εάν νομίζεις  πως φοβάσαι
θυμήσου πως τώρα, αυτή την στιγμή ακριβώς
ένας αδελφός στερείται την λευτεριά.

Και μετά όλοι οι άλλοι, είναι πια εκατοντάδες,
θαμμένοι στην Favignana ή στα bunker της Asinara,
μπουνιές, απομόνωση και κελιά όπου δεν μπορείς να κουνήσεις ένα δάχτυλο,
τους φοβούνται γιατί κανείς τους δεν μετάνιωσε.
Αγαπημένοι μου σύντροφοι, δεν ξέρω πως τα σκέφτεστε εσείς,
εάν συμφωνείτε, ποια είναι η πολιτική σας κρίση,
θα είναι ίσως μπανάλ, μα δεν νιώθω sarà forse banale, ma non sento ragione:
θα είμαστε όλοι λιγότερο ελεύθεροι όσο μένει στα πόδια της μια φυλακή.
θα είμαστε όλοι λιγότερο λεύτεροι όσο είναι όρθια μια φυλακή.

Σε ένα παλιό κτίριο στην καρδιά της πόλης σου
αγωνιζόμαστε ενάντια στον χρόνο, πεθαίνουμε, κανείς δεν το ξέρει
εάν περάσεις κοντά από αυτούς τους τοίχους,
σε παρακαλώ, πάρε μαζί σου ένα κομμάτι.
Εάν νομίζεις  πως φοβάσαι
θυμήσου πως τώρα, αυτή την στιγμή ακριβώς
ένας αδελφός στερείται την λευτεριά.

Έκκληση των γάλλων διανοουμένων για το συνέδριο της Bologna επάνω στην καταστολή στην Italia (5 ιουλίου 1977)

Την στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, λαμβάνει χώρα στο Βελιγράδι η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης, εμείς θέλουμε να τραβήξουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν αυτή την στιγμή στην Italia και ειδικότερα επάνω στην καταστολή που έρχεται επάνω στους εργάτες αγωνιστές και στους διαφωνούντες διανοούμενους που βρίσκονται σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες τι θα πει σήμερα, στην Ιταλία “ιστορικός συμβιβασμός”? Ο “σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο” έχει, τους τελευταίους μήνες, αποκαλύψει το πραγματικό του πρόσωπο: από την μια ανάπτυξη ενός συστήματος κατασταλτικού ελέγχου επάνω σε μιαν εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη, σχέδιο διαμερισμού του Κράτους με την χριστιανοδημοκρατία DC (τράπεζες και στρατός στην DC; αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο κομουνιστικό PCI) διαμέσου ενός πραγματικού “μοναδικού”κόμματος. Είναι ενάντια σε αυτή την κατάσταση που εξεγέρθηκαν αυτούς τους τελευταίους μήνες οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι. Πως φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση? Τι συνέβη επακριβώς? Από τον φεβρουάριο μήνα η Italia συνταράσσεται από την εξέγερση των νεαρών προλετάριων, των άνεργων και των φοιτητών, αυτών που έχει ξεχάσει ο ιστορικός συμβιβασμός και το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική της λιτότητας και των θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των Πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στην μαύρη εργασία, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ  και την απουσία από την εργασία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν πλέον τίποτα να χάσουν: “Θυσίες! Θυσίες!”, “Λάμα, μαστίγωσε μας!”, “οι κλέφτες χριστιανοδημοκράτες είναι αθώοι, είμαστε εμείς οι πραγματικοί απατεώνες!”, “Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!”. Η απάντηση της αστυνομίας της DC και του PCI υπήρξε δίχως την σκιά της αμφιβολίας: απαγόρευση κάθε διαδήλωσης στην Roma, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στην Bologna με θωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμοί ενάντια στο πλήθος. Είναι ενάντια σε αυτή την μόνιμη προβοκάτσια που το κίνημα χρειάστηκε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την CIA και από την  KGB οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: “η δική μας συνωμοσία είναι η δική μας εξυπνάδα, η δική σας είναι εκείνη που εξυπηρετεί για να χρησιμοποιήσετε το κίνημα της εξέγερσης μας για να ξεκινήσετε την escalation του τρόμου”. Πρέπει να θυμόμαστε πως:

– τριακόσιοι αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στην φυλακή στην Italia;

– οι υπερασπιστές τους  συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και άλλων εννέα στρατευμένων στην Κόκκινη Βοήθεια, Soccorso Rosso, μορφές καταστολής αυτές που είναι εμπνευσμένες από την Γερμανία;

– ποινικοποίηση των καθηγητών και των φοιτητών του Iστιτούτου Πολιτικών Επιστημών της Padova του οποίου δώδεκα κατηγορήθηκαν για “ανατρεπτική ένωση”: Guido Bianchini, Luciano Ferrari Bravo, Antonio Negri, κλπ.;

– έρευνες στους εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με την σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός δίχως προηγούμενα: η συλλογή των αποδεικτικών στοιχείων αποσπάται από ένα βιβλίο επάνω στο κίνημα της Bologna. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Facchinelli. Σύλληψη του Angelo Pasquini συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού ZUT;

–κλείσιμο του σταθμού  Radio Alice της Bologna και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice;

– εκστρατεία τύπου με σκοπό να προσδιοριστεί ο αγώνας του κινήματος και οι πολιτιστικές του εκφράσεις σαν μια συνωμοσία; προτροπή του Κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό “κυνήγι μαγισσών”.

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας σπίλωσης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους διαφωνούντες που επί του παρόντος βρίσκονται υπό διερεύνηση.
J.P. Sartre, M Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F. Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M.A. Macciocchi, C. Guillerme και άλλοι.

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – δ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

03. Οι σχέσεις των Piperno και Pace με τις BR

Στην διάρκεια των ερευνών του γενικού εισαγγελέα που ακολούθησαν την επίθεση στα γραφεία της ρωμαϊκής Επιτροπής της χριστιανοδημοκρατίας D.C. στην Piazza Nicosia η επιτροπή των ερευνητών στρέφονταν, βάσει των κατάλληλων ενδείξεων, σε ένα διαμέρισμα που βρίσκονταν στον IV όροφο ενός κτιρίου στο viale Giulio Cesare, n° 47, στο οποίο κατοικούσε η Conforto Giuliana, πρώην στρατευμένη στο διαλυμένο πλέονe P.O., η οποία  “λόγω εμπιστευτικότατων πληροφοριών”, φαίνονταν πως φιλοξενούσε ένα ζευγάρι υποτιθέμενων παρανόμων.
Στις 29 μαίου 1979, ύστερα από προσεκτικές παρακολουθήσεις, συλλαμβάνονταν σε εκείνο το σπίτι οι φυγόδικοι Morucci Valerio και Faranda Adriana, στην κατοχή των οποίων βρέθηκε ένα πραγματικό οπλοστάσιο όπως επίσης και ένας τεράστιος αριθμός ταυτοτήτων εν λευκώ, διάφορα πιστοποιητικά και άδειες, ντοκουμέντα παράνομης προέλευσης, ήδη παραποιημένα ή προς παραποίηση, σφραγίδες και άλλα εργαλεία πλαστογραφίας, αλεξίσφαιρα γιλέκα, κλπ. .
Στο υπνοδωμάτιο μιας από τις κορούλες της Conforto ανακτήθηκε μια τσάντα που περιείχε ένα “Skorpion” διαμ. 7,65, τσέχικης κατασκευής, με τον σειριακό να είναι ξυσμένος, με τα αντίστοιχα πυρομαχικά και σιγαστήρα, μια χειροβομβίδα επίσης, πυροκροτητές και άλλα.
Σε εκείνη την περίπτωση η Conforto δήλωνε  “πως φιλοξενούσε το ζευγάρι, που τυχαία είχε γνωρίσει στο Pincio, από το προηγούμενο Πάσχα και πως ποτέ δεν είχε υποψιαστεί τίποτα γύρω από την αληθινή ταυτότητα των δυο, που της παρουσιάστηκαν σαν “Enrico” και “Gabriella” όπως επίσης και γι αυτά που κατείχαν.
Όμως, στην συνέχεια, στην διάρκεια της ανάκρισης η Conforto παραδέχονταν πως για τους δυο νέους είχε “αναφερθεί” ο Piperno, συνάδελφος της στο πανεπιστήμιο της Καλαβρίας, και τους είχε παρουσιάσει σαν “ανθρώπους τίμιους και σωστούς” που εργάζονταν για λογαριασμό του “περιοδικού Metropoli ή του περιοδικού “Pre-print” συνεργαζόμενοι με τον ίδιο τον Piperno “στην πολιτική του δραστηριότητα”και σε εκείνη της ομάδας του δηλαδή τον Oreste Scalzone, Lanfranco Pace και άλλους”.
Δικάστηκαν στο αυτόφωρο από το Δικαστήριο της Roma, ο Morucci και η Faranda καταδικάστηκαν συνολικά σε επτά χρόνια κάθειρξης και  2.000.000 πρόστιμο, ενώ η Conforto αθωώθηκε για τα ποινικά αδικήματα (απόφασ. 4/7/1979 λόγω δεδικασμένου).
Από τα λεγόμενα των ενδιαφερομένων έγινε δυνατό να καθοριστεί πως στην υπόθεση εμπλέκονταν και ο Lanfranco Pace.

Αυτός πρώτος μίλησε με την γυναίκα, και στο όνομα του Piperno, παροτρύνοντας την να αποδεχτεί “και για μιαν σύντομη περίοδο ένα ζευγάρι συντρόφων” οι “θα μπορούσαν να έχουν προβλήματα με την δικαιοσύνη”.
Στην συνέχεια συναντήθηκε με τον ίδιο τον Piperno στο Πανεπιστήμιο της Aquila, η Giuliana Conforto πείστηκε κατόπιν των εγγυήσεων που αυτός της έδωσε “σχετικά με την συμπεριφορά των δυο”, να δώσει την συγκατάθεση της στην μετακίνηση στο σπίτι της του “Enrico” και της Gabriella.
Στην διάρκεια της διαδικασίας (ακρ. 20.6.79) η Conforto, αμφισβητούμενη από την Έδρα, δήλωνε πως “έχοντας μάθει από τον Piperno πως πιθανόν οι δυο να ήταν καταζητούμενοι” μιας και τα ονόματα τους βρέθηκαν από την αστυνομία “σε μιαν ύποπτη ατζέντα”, είχε συμφωνήσει μαζί τους να δώσει, σε περίπτωση ανάγκης, την εκδοχή της τυχαίας συνάντησης στο Pincio.
ο Piperno, ερωτώμενος από τον ανακριτή, μετά την έκδοση τους από την Γαλλία, έδινε μια διαφορετική εκδοχή.
Ήταν ο Pace που τον ενημέρωσε, στην διάρκεια μιας συνάντησης που έγινε στην Roma, για την φιλοξενία που συμφωνήθηκε από την Conforto για τον Morucci και την Faranda, λόγω του ενδιαφέροντος που έδειξε γι αυτούς.
Με την ευκαιρία του επιβεβαιώθηκαν αυτά, στην συνέχεια, από την ίδια την Conforto στην διάρκεια μιας συνάντησης που είχαν στην L’Aquila.
Στεναχωρέθηκε για την πρωτοβουλία του Pace, γιατί του φάνηκε πως η Conforto είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει την συμφωνημένη φιλοξενία στους Morucci και Faranda σαν “στοιχείο ανταλλαγής” για ένα δικό του ενδιαφέρον στην πιθανή της μετακίνηση στο πανεπιστήμιο της Aquila.
Σε μια αναπαράσταση με την Conforto (27/X/79 Ανακρ.) ο F. Piperno αρνούνταν όσα αυτή ανέφερε σχετικά με ένα τηλεφώνημα που αυτός θα της είχε κάνει, ζητώντας της φιλοξενία για τους δυο φίλους του. Και η Conforto απαντούσε:
“Έχω την απόλυτη βεβαιότητα πως το τηλεφώνημα παρουσίασης έγινε από τον F. Piperno”.
Ερωτώμενος ο Pace από τον ανακριτή στις 24.1.1980 παραδέχονταν πως είχε βοηθήσει τους Morucci e Faranda να βρουν προσωρινά καταλύματα, ύστερα από αίτημα της ίδιας της Faranda, στον οποίον είχε απευθυνθεί προς τα τέλη του ιανουαρίου ή τις αρχές του φεβρουαρίου του 1979, η οποία ανησυχούσε για την προσωπική της ασφάλεια και εκείνη του Morucci, μετά την απομάκρυνση τους από τις B.R.
Αφού τους τακτοποίησε για κάποιες ημέρες στην κατοικία ενός που δεν είχε σκοπό να κατονομάσει, είχε ζητήσει από τον Aurelio Candido, δημοσιογράφο της εφημερίδας “Messaggero” να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του για λίγο, λαμβάνοντας την συναίνεση αυτού.
Όμως η φιλοξενία παρατάθηκε για δυο-τρεις εβδομάδες.
Άλλο κατάλυμα του παραχωρήθηκε από κάποιο άλλο πρόσωπο που δεν προτίθονταν να κατονομάσει.
Και τέλος τους παρέπεμψε στην Giuliana Conforto, που την γνώρισε στην Cosenza το 1977, με ευκαιρία τις εργασίες ενός Συνεδρίου.
“Ήταν ένα σάββατο βράδυ” – συνέχιζε κατά λέξη ο Pace “και της ζήτησα εάν μπορούσε να μου κάνει μια χάρη εμένα και στον Franco Piperno φιλοξενώντας για κάποιο διάστημα τον Enrico και την Gabriella. Ανέφερα και το όνομα του Franco Piperno διότι η γνωριμία μου με την Conforto δεν ήταν στενή, ενώ γνώριζα πως ο Piperno ήταν φίλος της. Η  Conforto με ρώτησε ποιοι ήταν κι εγώ απάντησα πως ήταν δυο σύντροφοι φυγόδικοι, μα όχι για σοβαρά αδικήματα”.
Προσδιόριζε ο  Pace πως είχε αναφέρει στον Piperno το γεγονός μόνο μετά την συμφωνημένη φιλοξενία.
Mα ο Piperno είχε ήδη πληροφορηθεί από την Conforto στην διάρκεια μιας συνάντησης που είχε με αυτήν στο πανεπιστήμιο της Aquila.

Με ημερομηνία  23.1.1980 παρουσιάζονταν αυθόρμητα στον ανακριτή για να καταθέσει ο γραφίστας δημοσιογράφος της “Il Messaggero”, Aurelio Candido.
Αυτός είχε γνωρίσει τον Pace από την Stafania Rossini, εξωτερική συνεργάτιδα της εφημερίδας. Μια μέρα ο Pace τον είχε πλησιάσει ζητώντας του να φιλοξενήσει στην κατοικία του δυο φίλους που βρίσκονταν περαστικοί από την Roma, “διότι είχαν πρόβλημα στην ανεύρεση καταλύματος”.
Αν και δίστασε στο να αποδεχτεί το αίτημα, διότι δεν γνώριζε ακόμη καλά τον Pace, έδωσε την συγκατάθεση του. Η φιλοξενία παρατάθηκε για λίγες ημέρες και στο τέλος οι δυο άνθρωποι, που αυτός γνώρισε με τα ονόματα “Enrico” και “Gabriella” απομακρύνθηκαν, αφήνοντας του στο τραπέζι του studio ένα ευχαριστήριο σημείωμα μη υπογεγραμμένο και τα κλειδιά  του διαμερίσματος.
Στην συνέχεια, μετά την σύλληψη του Morucci και της Faranda, βλέποντας στην σύνταξη τις φωτογραφίες τους,  “κεραυνοβολήθηκε” αναγνωρίζοντας τα πρόσωπα που ο ίδιος φιλοξένησε.
Βιάστηκε να μιλήσει γι αυτό στον Gianfranco Spadaccia, εκφράζοντας του  “σε γενικές γραμμές, τις αμφιβολίες του σχετικά με τους ανωτέρω. Ο Spadaccia τον συμβούλευσε να σκεφτεί καλά, για να “αποφύγει άχρηστες κινδυνολογίες”.
Στην συνέχεια, τις πρώτες ημέρες του ιανουαρίου 1980 έμαθε από τον συνάδελφο του De Nardo Evangelista από την υπηρεσία “δικαστικών ειδήσεων” πως βρίσκονταν στην “λίστα της 21 Δεκεμβρίου”.
Τρομαγμένος πλησίασε ξανά τον Spadaccia για να του μιλήσει “λεπτομερώς” για το επεισόδιο της φιλοξενίας και την μεσολάβηση του Pace (λεπτομέρεια αυτή στην οποίαν δεν είχε αναφερθεί προηγουμένως, διότι του φάνηκε αμελητέα). Μαζί με τον Spadaccio, μες την καρδιά της νύχτας (μεταξύ 4 και 5 ιανουαρίου ’80), πήγε να βρει τον Marco Pannella για να τον ρωτήσει τι να κάνει. Αυτός τον συμβούλευσε να γράψει την ιστορία για αυτά που του είχαν συμβεί και να παραδώσει σε συμβολαιογράφο το ντοκουμέντο, πριν παρουσιαστεί στον Δικαστικό. Αυτό για λόγους προφύλαξης.
Ο αξιότ. Marco Pannella, παρουσιαζόμενος αυθόρμητα σε αυτή την Έδρα (ακρ. 7.4.87) την επομένη ημέρα από εκείνη της κατάθεσης του Candido, επιβεβαίωνε τις περιστάσεις, αναλαμβάνοντας την ευθύνη πως συμβούλευσε τον σύντροφο στο Κόμμα να σημειώσει όσα μπορούσε να θυμηθεί για την υπόθεση, για να παραδώσει το έγγραφο στην συνέχεια, με τις σημειώσεις σε έναν συμβολαιογράφο. Πράγματι, από πλευράς του (του Candido) δεν θα έπρεπε να γίνει αναφορά στον Δικαστικό για“υποψίες”, “εικασίες”, “υποθέσεις”, παρά μόνο για“πράγματα που γνώριζε”. Κάθε άλλο στοιχείο υποθετικό και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να αντανακλά απλές προσωπικές σκέψεις, έστω και “παράλογες”, και “πνευματώδεις” έπρεπε καταλληλότερα να εκτεθεί γραπτώς με μιαν πράξη κατοχυρωμένη.
Και πάντοτε για λόγους προφύλαξης – συνέχιζε ο ριζοσπάστης βουλευτής –  “ενάντια σε καταστάσεις αντικειμενικού κινδύνου” θα ήταν σκόπιμο, μετά, να προετοιμάσει την είδηση της εκχώρησης της γραπτής πράξης στον συμβολαιογράφο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη πως σε αυτό κατέθεσε αυτά που “εγνώριζε” και αυτά που “σκέπτονταν” για την υπόθεση για την οποίαν αυτός, ο Candido, υπήρξε εν αγνοία του πρωταγωνιστής.

Εξ αιτίας των δημοσιεύσεων στο “Metropoli” τον ιούνιο του 1979 κινουμένων σχεδίων, που σχεδίασε ο Madando Giuseppe σχετικά με την ενέδρα στην οδό Fani και για την απαγωγή του αξιοτ. Aldo Moro όπου αποκαλύπτονταν “εκ των υστέρων” μια σειρά από στοιχεία που εκείνη την εποχή ήταν τελείως άγνωστα, και ειδικότερα, η εμφάνιση του σοσιαλιστή βουλευτή, αξ. Signorile, ο Δικαστής ερευνητής αποφάσισε να προχωρήσει στην ακρόαση του.
Προσδιόριζε ο αξ. Signorile πως, πράγματι, στην διάρκεια της τελευταίας φάσης της απαγωγής του αξ. Moro, το σοσιαλιστικό κόμμα P.S.I. είχε αναπτύξει μια πολιτική γραμμή με σκοπό να καταφέρει την σωτηρία του ομήρου διαμέσου μιας αυτόνομης πράξης του Κράτους, που θα επέτρεπε μια ανταλλαγή με το πρόσωπο του αξ. Moro.
Και μέσα στην προσπάθεια  “να γίνει αντιληπτό εάν μια γραμμή αυτού του είδους μπορούσε να είναι επιδεκτική θετικών εξελίξεων”, έγινε προσπάθεια,, μέσα σε  εκείνη την συγκυρία “άλλων προσπαθειών”, να γίνει ένας συνομιλητής μιας μεσολάβησης “για μιαν πιθανή θετική αντίδραση από πλευράς των Brigate rosse”.
Είχε μιλήσει για αυτά, τότε, με τον διευθυντή του περιοδικού Espresso, Livio Zanetti, καλού του φίλου, ο οποίος, προσπαθώντας να του δείξει “την αντίθεση του σε κάθε διαπραγμάτευση”, του ανέφερε για μιαν σειρά αξιόπιστων πληροφοριοδοτών (μεταξύ των οποίων οι Franco Piperno και Oreste Scalzone), στους οποίους συνήθιζε να προστρέχει για τις υπηρεσίες που αυτοί παρείχαν, ο συνεργάτης του, μιλούσαν λοιπόν αυτοί για την ανεπάρκεια της απλής πράξης επιείκειας από πλευράς του Κράτους για να ξεκλειδώσει του πρόβλημα, και αυτό σε συνέπεια με τις θέσεις που είχαν αναλάβει οι B.R. σχετικά με την αναγκαιότητα μιας παρέμβασης που θα έκανε δυνατή μια ντε φάκτο αναγνώριση των B.R. σαν πολιτικό συνομιλητή”. Ο Piperno είχε υποστηρίξει “πως το αίτημα απελευθέρωσης δέκα τριών τουλάχιστον φυλακισμένων δεν είχε – κατά την κρίση του – μιαν απόλυτη αξία, με επικρατούσα την πολιτική σημασία που θα μπορούσε να αποδειχθεί από μιαν πράξη που θα υποδήλωνε εκείνη την εκ των πραγμάτων αναγνώριση, στην οποίαν οι B.R. φιλοδοξούσαν”.
Ο Piperno, ωστόσο, έτεινε πάντα να αποκλείει, κάθε δική του επαφή με στελέχη των B.R. “αρκούμενος να λέει πως μπορούσε να τους καταλάβει, με την έννοια πως μπορούσε να αποκρυπτογραφεί πως λειτουργούσε το νοητικό σύστημα ή καλύτερα οι κώδικες αξιών των ταξιαρχιτών”. Είχε, επίσης, επισημάνει πως η πρωτοβουλία  “του Σ.Κ.Ι. από μόνη της δεν ήταν αρκετή για να σμπλοκάρει την κατάσταση, μα πως χρειάζονταν ένα άλλο είδος παρέμβασης που να είχε χαρακτηριστικά, επίσημα ή άτυπα, μεγαλύτερης αντιπροσωπευτικότητας”.

Με την ευκαιρία είχε γίνει λόγος “για τις πιθανότητες που τότε διακινούνταν δηλαδή για τις παρεμβάσεις της  Amnesty International, του Ερυθρού Σταυρού, του Βατικανού και της ίδιας της Χριστιανοδημοκρατίας D.C. μα σε γενικές γραμμές”.
Έλεγε ο Zanetti (παρ. 26/6/79) σχετικά με την άποψη που είχε υποστηρίξει ο Piperno πως, σύμφωνα με την γνώμη του,  “οι B.R. δεν είχαν πολιτικό συμφέρον να σκοτώσουν τον Moro και πως πολλά εξαρτώνταν από εκείνο που θα μπορούσε να  “επινοηθεί” όχι τόσο από τους σοσιαλιστές του P.S.I. όσο από την χριαστιανοδημοκρατία της D.C.” που έπρεπε να πάρει και να καταστήσει δημόσια “κάποια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία”.

Λαμβάνοντας υπ όψιν πως ένα από τα θέματα που αντιμετωπίστηκαν στην διάρκεια της πρώτης συνάντησης με τον Πιπέρνο– η απελευθέρωση δεκατριών κρατουμένων – έπρεπε υποχρεωτικά να έπεται της έκδοσης, με ημερομηνία 24/4/78, του ανακοινωθέντος n° 7 που περιείχε το σχετικό αίτημα, ο Signorile δήλωνε πως η ημερομηνία της πρώτης συνάντησης  τοποθετούνταν με ευκολία μιαν ημέρα αμέσως  επόμενη της  24/4/78.
Εκτός εάν αυτό το θέμα δεν αντιμετωπίστηκε στην διάρκεια μιας δεύτερης συνάντησης που αυτός είχε με τον Piperno.
Σε αυτή την συνάντηση, στην οποίαν πήρε μέρος και ο Pace καθορίστηκε “με μεγαλύτερη ακρίβεια ο ρόλος που μπορούσε να αναληφθεί από τηνχριστιανοδημοκρατία D.C. ή από κάποιο επίσημο στέλεχος αυτής”.
Η παρέμβαση ενός αντιπροσωπευτικού παράγοντα του Κόμματος της σχετικής πλειοψηφίας, στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν, θα ήταν ικανή να προσδώσει στις B.R. μια σιωπηρή αναγνώριση σαν επίσημο συνομιλητή του Κράτους.
Οι συναντήσεις – προσδιόριζε ο Signorile – που είχε ο ίδιος με τον Piperno μπορούσαν κάλλιστα να ήταν τρεις, αντί για δυο. Πάντως αυτός θυμόταν καλά πως η τελευταία συνάντηση συνέβη “την περίοδο μεταξύ 24 απριλίου και 5 μαίου 1978 και, συνεπώς,πριν από το ανακοινωθέν n° 9” είχε τηλεφωνικά παροτρυνθεί από τον Piperno ο οποίος, ανήσυχος, είχε επιμείνει στην “αναγκαιότητα μιας επείγουσας ορατής κίνησης από πλευράς της D.C. για να σωθεί η ζωή του αξ. Moro ή τουλάχιστον για την καθυστέρηση του πιθανού προγραμματισμού των B.R.… για να διακοπεί το τελεσίγραφο” (φράση που χρησιμοποίησε ο Piperno).
Ο αξ. Signorile, αφού πληροφόρησε τον γραμματέα του Κόμματος του, απευθύνθηκε στις 6 μαίου στον sen. Amintore Fanfani για “να πάρει θέση έστω και προσεκτική, δίχως να αναφερθεί, εξάλλου, στις συζητήσεις με τον Piperno”.
Ο sen. Fanfani είχε τηλεφωνήσει στον Πρόεδρο της ομάδας των χριστιανοδημοκρατών senatori, τον Giuseppe Bartolomei, “ζητώντας του – σχετικά με  την ανακοίνωση της Αντιπροσωπείας D.C. – να κάνει μιαν αναφορά στην ανάγκη να γίνουν τα πάντα, να μην παραβλεφθεί τίποτα για να σωθεί η ζωή του αξ. Moro”.
Και την επομένη ημέρα πρακτορεία τύπου και εφημερίδες είχαν “δημοσιεύσει μιαν ανακοίνωση με αυτή την έννοια του sen. Bartolomei”.

Σύμφωνη, σχετικά με τα προηγούμενα, ήταν η κατάθεση του Προέδρου του Senato, Fanfani (κατ. 28/6/79), ο οποίος, μπροστά στην διαφαινόμενη πιθανότητα μιας ανταλλαγής μεταξύ του αξ. Moro και “ενός κομουνιστή αιχμαλώτου” και της χρησιμότητας μιας  “δικής του δημόσιας δήλωσης που θα έκανε γνωστό πως η D.C. ελάττωνε τις αντιθέσεις της σε μπροστά σε μιαν υπόθεση ανταλλαγής”, είχε απαντήσει πως “το πρόβλημα αφορούσε τις αρμόδιες Αρχές του Κράτους και πως μέσα στην δική του θεσμική λειτουργία δεν είχε σκοπό να “προκαταλάβει” την ελευθερία στην λήψη αποφάσεων τόσο της Κυβέρνησης όσο και του κόμματος της D.C.”.
Γι αυτό είχε σκεφτεί να απευθυνθεί στον αξ. Bartolomei, Πρόεδρο της ομάδας D.C. στο Senato, για να του ζητήσει μια δημόσια παρέμβαση του ικανή να παράξει “αποτέλεσμα τέτοιο ώστε η κατάσταση να μην καθιζάνει, καταρρεύσει”.
Για όλα αυτά αμέσως ενημέρωσε την Προεδρία της Δημοκρατίας “δεδομένου πως ο αξ. Signorile είχε προσθέσει πως ο δικηγόρος Giuliano Vassalli θα ήταν στην θέση να υποδείξει κάποιο πρόσωπο που θα μπορούσε πιθανόν να ανταλλαγεί με τον on. Moro”.

Την επόμενη δευτέρα (8/5/78) ο αξ. Craxi είχε ζητήσει να τον δει; με την ευκαιρία ο Γραμματέας του P.S.I. είχε εκφράσει την “μεγάλη του ανησυχία” και είχε επαναλάβει “πως ενώ εύχονταν μιαν εμβάθυνση του νομικού θέματος της ανταλλαγής, θα ήταν πάρα πολύ χρήσιμο, για να μην πούμε υποχρεωτική και επείγουσα, μια δημόσια επίδειξη αποδυναμωμένης αυστηρότητας από πλευράς D.C. γύρω από το γνωστό πρόβλημα”.
Ο sen. Fanfani είχε υποσχεθεί πως στην συνεδρίαση της Διοίκησης της D.C. – που είχε ήδη ορισθεί – θα είχε “δίχως άλλο πάρει τον λόγο για να προσκαλέσει προς  μια εμβάθυνση μιας τόσο σοβαρής περίπτωσης”.
O αξ. Bettino Craxi (κατ. 26/6/79) εξηγούσε, με την σειρά του, πως σε μια πρώτη φάση, “προσχωρώντας και αποδεχόμενος μιαν παράκληση της κυρίας Eleonora Moro” είχε συγκαλέσει τον δικ. Giannino Guiso, υπερασπιστή κάποιων ταξιαρχιτών στην δίκη που διεξάγονταν στο Torino, για να τον παρακαλέσει  “να αναλάβει επαφές με τους πελάτες του” και να αποκτήσει “στοιχεία που θα μπορούσαν να προσανατολίσουν με σκοπό μιαν θετική επίλυση της υπόθεσης”. “Μέσα από τα νέα που είχανε συλλεχθεί” στους σοσιαλιστές είχε “ωριμάσει η πεποίθηση πως δίχως ένα αντάλλαγμα η τύχη του Moro ήταν προκαθορισμένη”.
Υπήρξαν “συχνές” συναντήσεις του avv. Guiso, από τις οποίες είχαν “ληφθεί συμβουλές και αξιολογήσεις όμως κανένα στοιχείο αποφασιστικής σημασίας”.
Ο on. Craxi δήλωνε, πως είχε επίσης εξουσιοδοτήσει τον Claudio Signorile για προσεγγίσεις με στρατευμένους της λεγόμενης  “Autonomia” και αντιθέτως μάλιστα αυτός ο ίδιος είχε συναντηθεί, στις 6 μαίου 1978, με τον Lanfranco Pace που είχε όντως παρουσιαστεί χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του σαν  “υποστηριχτή του Κινήματος της Αυτονομίας”: αυτός συνοδεύτηκε στο Hotel “Raphael” όπου ο ίδιος  διέμενε από τον sen. Antonio Landolfi.
Στην διάρκεια της συζήτησης, ο Pace είχε υποστηρίξει “πως σύμφωνα με την εκτίμηση του, η κατάσταση επιδεινώνονταν και πως κάτι έπρεπε να γίνει”.
Σε ένα ξεκάθαρο του αίτημα εάν θα μπορούσε να έχει επαφές με τους ταξιαρχίτες, είχε απαντήσει πως αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο.
Και πως, εν τούτοις, θα ήταν αναγκαία “η παρέμβαση ενός εκπροσώπου της D.C.”.

Στην αναπαράσταση με τον Pace, ο Craxi προσδιόριζε πως “καταλήγοντας την κουβέντα”, είχε προσθέσει πως “για να ξεκουνήσει την D.C.” θα έπρεπε “να έχει στα χέρια… μια απόδειξη πως ο Moro ήταν ακόμα ζωντανός” και πως, γι αυτό, “θα ήταν χρήσιμο να λάβουν ένα γραπτό του on. Moro με μια φράση συμβατική “μέτρο προς μέτρο, misura per misura””.
Στην ακρόαση του από τον ανακριτή με ημερομηνία 28/6/79 ο Antonio Landolfi δήλωνε πως είχε συναντήσει “τυχαία” τον Pace στις 6 μαίου ’78 προς τις 12, στην ζώνη μεταξύ της piazza Navona και το Pantheon. Αυτός του είχε εκφράσει “την άποψη πως, εάν το P.S.I. είχε επιμείνει στην θέση εξαντλήσει κάθε προσπάθεια για να σωθεί η ζωή τουon. Moro, θα μπορούσε να γίνει δυνατή η εμφάνιση κάποιας αχτίδας”.
Τότε αυτός μιας και αυτή ήταν “η γραμμή του Κόμματος του”, τον είχε προσκαλέσει να “επιμείνει την συζήτηση με τον Γραμματέα του Κόμματος”.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας πήγαν και οι δυο τους να βρουν τον on. Craxi, που έμενε στο Hotel “Raphael”.

Ο Pace, που του παρουσιάστηκε σαν ένα γνωστό στέλεχος της ρωμαϊκής Αυτονομίας, αφού απέκλεισε πως ήταν ταξιαρχίτης, είχε επαναλάβει τις ίδιες αιτιάσεις που είχαν γίνει με εκείνον, τονίζοντας την σημασία του “ρόλου που, σύμφωνα με την κρίση του, μπορούσε να αναλάβει το P.S.I. ώστε να φθάσουμε σε μιαν λύση του προβλήματος Moro”; προσθέτοντας πως “η κατάσταση ήταν ναι σοβαρή, όμως ακόμη ακόμη δυνατή μια θετική επίλυση, εάν οι σοσιαλιστές είχαν μπορέσει να εκφράσει μιαν πρωτοβουλία ακόμη πιο ξεκάθαρη και σαφή”.
ο Craxi είχε απαντήσει πως τίθονταν δυο προβλήματα: ένα σχετικό με την απόδειξη της ύπαρξης στην ζωή του on. Moro; το άλλο αφορούσε  “την δυνατότητα να γνωρίζουμε εάν, αφού και από το Κράτος έρχονταν μια κίνηση επιείκειας, αυτό θα ήταν αρκετό ώστε να προκαλέσει μια συμπεριφορά, από πλευράς αυτών που κρατούσαν αιχμάλωτο τον αξ. Moro, θετική με σκοπό να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την σωτηρία της ζωής του”.
Και τότε δεν απέμενε άλλο να γίνει από  “την αναζήτηση ενός σημαδιού, ενός σήματος, ενός μηνύματος του τύπου “μέτρο για μέτρο””.
ο Pace είχε καταλήξει πως γι αυτόν θα ήταν πολύ δύσκολο να παράσχει διαβεβαιώσεις σχετικά με αυτά.

Συνεχίζεται..

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη πέμπτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

του Luca Barbieri

ToniNegri2.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες εδώ.

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Το 1984 ξεκινά με συνεχείς αναβολές της δίκης στην Πάντοβα και εκείνης στην Ρώμη που πλέον οδεύει προς την κατάληξη. Ιανουάριος και φεβρουάριος είναι μήνες “ψυχροί”. ΄Καταγράφεται μονάχα κάποια πολεμική γύρω από τις συνεδρίες στο Foro Italico. Στις 26 ιανουαρίου το Manifesto (“Η αδεξιότητα του dottor Calogero και η πικρή περίπτωση ενός μάρτυρα κατηγορίας”) καταγράφει μιαν ακόμη απογοήτευση σχετικά με  “κατάθεση-μαρτυρία” σε ένα άρθρο που θέτει υπό αμφισβήτηση  την μέθοδο και το έργο του ΔΚ Calogero. Μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής αποκαλύπτεται όντως να είναι ένας νέος που πάσχει από ψυχικές διαταραχές. Οι δηλώσεις του στην Έδρα προβληματίζουν τους πάντες. «”Γνωρίζετε κάποιον από αυτούς τους κατηγορούμενους, τι ήρθατε να μας πείτε?” τον ερωτά ο πρόεδρος Santiapichi. “Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω κανέναν από τους κατηγορούμενους — απαντά ο μάρτυρας — Ξέρω μόνο αυτά που έμαθα από άλλους, μάλιστα δεν θυμάμαι πολύ καλά». Ο μάρτυρας, που τον θέτουν μπροστά στα πρακτικά των δικών του ανακρίσεων φθάνει στο σημείο να τα αμφισβητεί λέγοντας πως λείπουν κάποιες διευκρινήσεις που έκανε στον Δημόσιο Κατήγορο.

Μα η ρωμαϊκή δίκη μοιάζει ατυχής για όλους τους μάρτυρες, και γι αυτούς της υπεράσπισης. Το λέει η Unità της 7 φεβρουαρίου που μιλά στους υπότιτλους για “Αντιθέσεις μετά το boomerang της μάρτυρος που καταδικάστηκε για ψευδορκία”. ο Criscuoli καταγράφει ένταση και διαχωρισμούς μεταξύ των κατηγορούμενων που μάλιστα θα σκέφτονταν να απορρίψουν, λίγους μήνες πριν την απόφαση, την έδρα. «Εκείνη της απόρριψης είναι μια κίνηση σοβαρή και ακραία: και μόνο το γεγονός πως μεταξύ των κατηγορουμένων υπάρχουν και κάποιοι που σκέφτηκαν να καταφύγουν σε αυτή την κίνηση είναι σημάδι του βαρύ κλίματος σύγχυσης στο οποίο εισέρχεται η δίκη όσο πλησιάζει προς την τελική ευθεία, στην τελική αναμέτρηση, στην ώρα που “θα έρθει ο λογαριασμός”. Στο ίδιο νούμερο η Unità δίδει σε ένα box την είδηση της αναβολής της δίκης στην Πάντοβα, “Autonomia στο βένετο, αναβολή της δίκης για τρεις μήνες”. «Όπως προβλέπονταν, η δίκη στην 7 aprile παρακλάδι βένετο, αναβλήθηκε χθες το πρωί για τον επόμενο μάη στις 7. Τρεις μήνες διακοπής, ο τεχνικός χρόνος που θεωρήθηκε απαραίτητος, από τον ΔΚ και το Κακουργιοδικείο για να συνενωθεί με την διερεύνηση για το Fronte comunista combattente, το κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο (την πιο υψηλή στρατιωτική δομή της αυτονομίας στο βένετο, trait d’union μεταξύ αυτής και των brigate rosse),  που επιλύθηκε τις προηγούμενες ημέρες από το τμήμα αναιρετικής διερεύνησης που αποδέχτηκε τελείως την έφεση του ΔΚ Calogero ενάντια στις θέσεις του ανακριτού Palombarini, εκδίδοντας 17 εντάλματα σύλληψης κατά κατηγορουμένων που προηγούμενα είχαν απαλλαγεί».

Στα τέλη του φεβρουαρίου (στις 24) οι εφημερίδες γοητεύονται από μιαν άλλη κατάθεση-μαρτυρία μοναδική: «ο Rocco Ricciardi, που οι δικηγόροι υπεράσπισης χαρακτηρίζουν σαν χαφιέ των καραμπινιέρων που έχει διεισδύσει στο κίνημα» που αποκαλύπτει (ο τίτλος είναι της Repubblica): “Είχαν αποφασίσει να πυροβολήσουν τον Carlo Fioroni, νέες κατηγορίες ενάντια στον Negri”.

Περνούν οι μήνες, παρελεύνουν μπροστά στην έδρα οι μάρτυρες, μα λείπει αυτός, ο κυριότερος κατήγορος, ο Carlo Fioroni, “ο καθηγητάκος”. Εδώ και έναν χρόνο, απ’ την αρχή δηλαδή της δίκης, οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν να ζητούν την παρουσία του στην αίθουσα. Που είναι ο Fioroni μετά την αποφυλάκιση του το’82? Για να έχουμε απάντηση χρειάζεται να περιμένουμε τον μάρτιο του 1984 με τις ακροάσεις του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών SISDE Emanuele De Francesco και εκείνην του αρχηγού της αστυνομίας Rinaldo Coronas. “Ο αρχηγός της αστυνομίας εξηγεί πως ο Fioroni πήρε διαβατήριο για να μπορέσει να το σκάσει”, τιτλοφορεί η Corriere στις 13 μαρτίου 1984. Η υπόθεση είναι περίπλοκη, ξεκινά ήδη από το 1982 λίγες ημέρες μετά την έξοδο του από την φυλακή της Matera όταν η αστυνομία του άφησε ένα διαβατήριο “κάλυψης”. «”Του το δώσαμε — εξήγησε ο Coronas — σύμφωνα με τις οδηγίες για την προστασία των μετανιωμένων, που εκχώρησε o πρόεδρος του Κυβερνητικού συμβουλίου. Οδηγίες που αποτελούν Κρατικό μυστικό”. Είναι μια αποκάλυψη τελείως καινούργια διότι δεν είχε γίνει ποτέ γνωστό πως για τον Fioroni και για τους μετανιωμένους είχαν αποφασιστεί κανονισμοί από την προεδρία του υπουργικού Συμβουλίου». Συνεπώς μια σημαντική είδηση. Διότι επίσης, μετά από μιαν πρώτη προσπάθεια να αποδημήσει στην Ελβετία (τον σταμάτησε η ελβετική αστυνομία) ο Fioroni έκανε κανονική αίτηση για διαβατήριο που του παραχωρήθηκε από την μιλανέζικη ασφάλεια μετά την έγκριση της εισαγγελίας. Αυτού του ντοκουμέντου την κατοχή ο Fioroni την έχει ήδη από τον ιανουάριο του 1983. Από τότε του καθηγητούλη τα ίχνη χάθηκαν. Η αστυνομία, δεδομένων των πιεστικών αιτημάτων της έδρας, αρχίζει να τον ψάχνει. Όμως για τον Fioroni το μόνο που γίνεται γνωστό είναι πως στις 15 νοεμβρίου 1983 επισκέφτηκε το προξενείο του Amsterdam. «συνεπώς ο Fioroni δεν είναι δυνατόν να βρεθεί. Τι θα γίνει τώρα με τις ανακρίσεις που του έγιναν στην διάρκεια της διερεύνησης? Οι δικηγόροι υπερασπιστές ζητούν την ακύρωση τους».
η Repubblica αφιερώνει στην είδηση το επάνω μισό της σελίδας 12, “Στον Fioroni ένα πλαστό διαβατήριο. Μια μυστική συμφωνία για να εκπατριστεί”. Και στο  συνοπτικό: “ο Rinaldo Coronas εξήγησε το θρίλερ της μη διαθεσιμότητας του μετανιωμένου. Το ντοκουμέντο του δόθηκε με την έγκριση του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου εκείνου του διαστήματος. Ο πρώην τρομοκράτης στην συνέχεια απέκτησε κι ένα κανονικό. Πάντως είναι άφαντος”.

Παράξενη επέτειος εκείνη της 7 aprile 1984. Μένει πολύ λίγος ακόμη χρόνος για το τέλος του μακρύτατου τελικού κατηγορητηρίου του δημοσίου κατήγορου που θα εκθέσει τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής. Η δίκη σίγουρα δεν σεβάστηκε τις προσδοκίες: η κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους φαίνεται πλέον να έχει ξεχαστεί. Φαίνεται ξεκάθαρο, μα δεν λέγεται ούτε γράφεται ποτέ, πως το να δικάσεις ανθρώπους για δυο δολοφονίες (μια το ’72 και μια το ’75), κάποιες κλοπές και επιθέσεις είναι πράγμα διαφορετικό από το να τους δικάσεις για μιαν απόπειρα εμφυλίου πολέμου στο πλαίσιο μιας συνένωσης όλων των συνιστωσών της κόκκινης τρομοκρατίας, από το να υποστηρίζεις συνεπώς πως εντόπισες και ταυτοποίησες το κλειδί ανάγνωσης των “χρόνων του μολυβιού”. “Πέντε χρόνια μετά τις συλλήψεις η κατηγορούσα αρχή μιλά για κλεμμένα γραμματόσημα”, τιτλοφορεί το Manifesto. Η κομουνιστική εφημερίδα είναι απαισιόδοξη και εκφράζει όλους τους φόβους της με το  κύριο άρθρο του Alberto Abruzzese: “Εκείνοι της 7 aprile, πέντε χρόνια μετά”.

Η Corsera festeggia εορτάζει αυτή την πέμπτη επέτειο με ένα νορμάλ άρθρο χρονικών από την αίθουσα του Foro Italico δημοσιευμένο στις 8 απριλίου, “Από το Potere operaio στην Autonomia. Στην δίκη 7 aprile ο ΔΚ  αναπαριστά εκ νέου τα χρόνια του μολυβιού”. Οι τόνοι του κατηγορητηρίου του ΔΚ  Antonio Marini είναι ενθουσιασμένοι. «Αυτός που θα θελήσει να αναπαράξει την ιστορία των χρόνων εβδομήντα — που χαρακτηρίστηκαν  “δεκαετία του μολυβιού” ή “δεκαετία της τρέλας” — δεν θα μπορέσει να αγνοήσει την χαρά με την οποίαν το κάνει ο δημόσιος κατήγορος της δίκης 7 aprile». Η ιστορική θέση την οποίαν προτείνει ο Marini ουσιαστικά είναι εκείνη που χάραξε ο Calogero στην Padova. Ο ρωμαίος ΔΚ υπερασπίζεται τις μαρτυρίες-καταθέσεις των μετανιωμένων. «Οι αποκαλύψεις των μετανιωμένων, απαντά τώρα ο δημόσιος κατήγορος, σχηματίζουν μονάχα το πλαίσιο επάνω στο οποίο υφάνθηκε η πλοκή του κατηγορητηρίου. Κάθε δήλωση ελέγχθηκε και από τους ελέγχους αποκομίστηκαν έγκαιρες απαντήσεις, ξεκάθαρες.  Μια συνεισφορά πολύτιμη, πολυτιμότατη για την αναζήτηση της αλήθειας ήρθε και από  μαρτυρίες υπεράνω υποψίας, καθηγητές από την Πάντοβα ήρθαν στην αίθουσα να μιλήσουν για αυτά που συνέβαιναν όταν ο Negri δίδασκε στην σχολή. η Padova, λέγει ο dottor Marini, είχε γίνει μια πόλη όπου το κλίμα ήταν πυρακτωμένο, και όχι τυχαία, μετά τις συλλήψεις των ηγετών της Αυτονομίας η κόλαση τέλειωσε, επέστρεψε η ηρεμία».

Οι καταδικαστικές ποινές φθάνουν στην αίθουσα στις 14 απριλίου και στις εφημερίδες στις 15. Τα βασικά τους στοιχεία είναι: ισόβια για τον Negri, το υψηλότατο νούμερο ετών εγκλεισμού που ζητήθηκαν για τους κατηγορούμενους (649 χρόνια και 6 μήνες για 67 ανθρώπους) και η απαλλαγή από τις κατηγορίες εξέγερσης (λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων) και ένοπλης συμμορίας σχετικά με τις Brigate Rosse.

η Repubblica ανοίγει με την είδηση την σελίδα 5 της εφημερίδας: “Autonomia, 7 αιώνες φυλακής”, και με μικρότερους χαρακτήρες, σαν υπότιτλο, “Mα για όλους πέφτει η ένοπλη εξέγερση”. Επίσης: “Ολοκληρώθηκε, μετά από 13 ακροαματικές διαδικασίες, το μακρύ κατηγορητήριο. Κατάληξη βαριά: ποινές από 29 σε 2 χρόνια. Ζητήθηκαν δυο απαλλαγές και μια μείωση ποινής για έναν μετανιωμένο και μόνο”. Καμιά αναφορά στο αίτημα για ισόβια ούτε στην σύνοψη. η Gazzettino αντιθέτως στοχεύει τα πάντα στον κύριο κατηγορούμενο. “Ζητήθηκαν ισόβια για τον Negri” τιτλοφορεί στην σελίδα 4. Στους υπότιτλους: “Ο ΔΚ αντιθέτως πρότεινε την απαλλαγή της Autonomia από την κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στο Κράτος Stato”. η Gazzettino αφιερώνει στα αιτήματα του ΔΚ και την ταμπέλα που μεταφέρει μια κάρτα σύντομη των κυριότερων κατηγορουμένων, τις αντίστοιχες κατηγορίες και τα αιτήματα του ΔΚ. Και χάρη σε αυτή την κάρτα επανεμφανίζεται, και αποτελεί έκπληξη (και για τον ίδιο τον κατηγορούμενο) το όνομα του Giuseppe Nicotri, του δημοσιογράφου που είχε φυλακιστεί για τρεις μήνες το 1979 με την κατηγορία πως ήταν ένας από τους τηλεφωνητές BR στην υπόθεση Moro και που αποφυλακίστηκε τελικά.  Γι αυτόν ο ΔΚ ζητά ποινή 5 χρόνων και 6 μηνών για συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα και ανατρεπτική ένωση. η Gazzettino, με  υπογραφή του Marcello Lambertini, εξηγεί με αυτό τον τρόπο την απαλλαγή από την σοβαρότερη κατηγορία, εκείνη της ένοπλης εξέγερσης:

Το να την σκίσουν, με ένα αίτημα πλήρους απαλλαγής, θα είχε σημάνει την άμεση διαγραφή με ένα πέρασμα του σφουγγαριού όλης της κουβέντας γύρω από την ”οργάνωση”, την άρνηση πως όλοι οι κυριότεροι κατηγορούμενοι είχαν δημιουργήσει μιαν δομή της οποίας το σχέδιο ήταν να ανατρέψει τους θεσμούς, κυρίως την άρνηση εκείνης της  “ρωμαϊκής δικαιοδοσίας ” να κρίνει πως μόνον η εξέγερση δικαιολογούνταν. […] Διαίσθηση ως εκ τούτου. Από μόνη της δεν φθάνει, ειδικότερα όταν δεν υπάρχουν σίγουρες αποδείξεις και δεν αποδείχθηκε η καταλληλότητα των εργαλείων που είχαν στην διάθεση τους οι εξεγερμένοι ή οι στασιαστές.[…] Ίσως στο τέλος των χρόνων εβδομήντα πλησιάζαμε σε εκείνη την τελική φάση. Αλλά στην 7 aprile του 1979 οι συλλήψεις έβαλαν τέλος στην ανατρεπτική δραστηριότητα των κατηγορουμένων. Ο κίνδυνος δεν έγινε πραγματικότητα. Η επανάσταση δεν ξεκίνησε. 

Η Corriere della Sera με την είδηση ανοίγει την πρώτη σελίδα, υψηλά, έξι στήλες: “Ζητούνται τα ισόβια για τον Negri”. Η απαλλαγή για την εξέγερση εμφανίζεται στην σύνοψη: “Υποδεικνύεται μια ποινή 28 χρόνων για τον Scalzone, κι αυτός φυγόδικος — Ζητήθηκε η αθώωση λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων (για την κατηγορία ένοπλης συμμορίας) για τον πρώην ηγέτης της Autonomia”.
η Unità, που τώρα παρακολουθεί τις συνεδρίες στον Foro με τον Bruno Miserendino, στήνει την σελίδα επάνω σε ένα μοναδικό άρθρο: “7 aprile, πέφτει η κατηγορία για ένοπλη εξέγερση”. Στις 17 απριλίου στην Repubblica ο Giorgio Bocca επιτίθεται σκληρότατα στον σχεδιασμό του ΔΚ  Marini. “Mα είναι αλήθεια απλά κοινοί εγκληματίες ?” αναρωτιέται ο Bocca:

Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini στην δίκη 7 απρίλη είναι τόσο βαριά που έρχεται φυσικό να αναρωτηθούμε ποια εσωτερική ανάπτυξη αισθημάτων και προβλημάτων, ποιο ασυνείδητο, επίσης, μπορεί να σπρώξει έναν ιταλό δικαστή καθολικά γνωστό ωσάν πρόσωπο προσεκτικό και ισορροπημένο να ζητήσει, τι να πω, πέντε χρόνια για  τον Giuseppe Nicotri, ένοχο διότι ασχολήθηκε σαν δημοσιογράφος με τους παντοβάνους αυτόνομους, άλλα πέντε για τον professor Romano Madera, έναν πράο διανοούμενο και δέκα για τους Magnaghi ή τους Dalmaviva ή τους Balestrini, πρόσωπα κανονικότατα του ιταλικού μαξιμαλισμού. […] Η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στην εισαγωγή που ο Antonio Marini έκανε στο κατηγορητήριο του: εδώ δεν δικάζονται οι ιδέες μα οι προσωπικές ευθύνες στα συγκεκριμένα γεγονότα.  Ένα ευγενές, επώδυνο ψέμα στο οποίο η δικαιοσύνη μας υποχρεώνεται από μιαν πολιτική κοινωνία και μια κοινωνία των πολιτών που δεν έχουν το  θάρρος των ευθυνών τους.

Στις 7 μαίου αρχίζει επιτέλους η δίκη στην Πάντοβα. Κάτι πάνω από μια εβδομάδα ακροαματικών συνεδριάσεων και στην συνέχεια μια είδηση εκκωφαντική που στρέφει ξανά τους προβολείς στην πόλη: ο δικαστής που οδηγεί την δίκη,  Giuseppe Giovannella, απορρίπτεται από την Εισαγγελία της Padova. Η δίκη μπλοκάρεται, και ποιος ξέρει για πόσο. Η είδηση εμφανίζεται πρώτα στηνUnità στις 15 μαίου. “Autonomia padovana, απορρίφθηκε ο δικαστής. Παρακάμπτεται η δίκη?”. «Η είδηση – λέγει ο Michele Sartori — περιέχεται σε ένα φωνογράφημα που στάλθηκε απευθείας στον Giovannella, που εχθές το πρωί το ανέφερε ξερά στην αίθουσα […] Αν και η είδηση κυκλοφορούσε εδώ και ημέρες, η έκπληξη στην αίθουσα υπήρξε ομόφωνη, τουλάχιστον μεταξύ των παρόντων δικηγόρων. Κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες, μα στην ουσία κανείς ακόμη δεν γνωρίζει ακριβώς για ποιους λόγους η εισαγγελία έφτασε στο σημείο να απορρίψει τον πρόεδρο της Έδρας». Η αμφιβολία, εάν το αίτημα προωθήθηκε από τις πολιτικές αγωγές ή από τον δημόσιο κατήγορο, ξεδιαλύνεται σύντομα. Ήδη την επομένη ημέρα η Corriere, που τώρα παρακολουθεί την δίκη στην πόλη με τον Massimo Nava, μπορεί να αποδώσει με σιγουριά την πρωτοβουλία στον ΔΚ Pietro Calogero, και συνεπώς να τιτλοφορήσει σε πέντε στήλες στην πέμπτη σελίδα: “Padova: ο «υπόγειος πόλεμος» των δικαστικών”. «Δικαστές ενάντια δικαστών. Ο δικαστής μιας δίκης απορρίπτεται από τον δημόσιο κατήγορο.

Δεν ενθυμούμαστε τέτοιου είδους προηγούμενα στην Italia και το παλκοσένικο της Padova καθιστά την περίπτωση ακόμη ηχηρότερη και ανησυχητική μιας και πρωταγωνιστές και όλο το γαρνίρισμα ενδιαφέρουν άμεσα ένα από τα πιο περίπλοκα και αμφιλεγόμενα δικαστικά ιταλικά συμβάντα». Στο μέτρο με βεβαιότητα παρότρυνε ο Calogero μα ο αρχιεισαγγελέας Torregrossa επέβαλε ένα αυστηρό black-out στις ειδήσεις οπότε δεν καταφέραμε να μάθουμε περισσότερα. Μα η Corriere πληροφορεί για μιαν άλλη σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη: ο Calogero άσκησε έφεση στην απόφαση που στέλνει σε δίκη και υπέγραψε ο ανακριτής Palombarini για τους κατηγορούμενους της δίκης για το FCC (Fronte comunista combattente, κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο).όπως λέγει η σύνοψη του άρθρου η δίκη συνενώνει  “διοικητές και εργάτες”, μα αυτή την στιγμή τα πρόσωπα πρώτης γραμμής είναι μονάχα «ο professor Gallimberti, Serafini, Alisa Del Re (εξαιρούνται, για να καταλαβαινόμαστε οι, Toni Negri, Ferrari Bravo και άλλοι ιστορικοί ηγέτες που δικάστηκαν στην Roma διότι κατηγορήθηκαν και για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους)». Η σύγκρουση που προβλέπεται σχετίζεται ακριβώς με την θέληση του Calogero να “επαναφέρει” στην δίκη της Πάντοβα και τους ρωμαίους κατηγορούμενους. «Σύμφωνα με τον Calogero — εξηγεί πάντα η Corriere — το FCC είναι ένα είδος “ένοπλου βραχίονα” της”Autonomia” και ως εκ τούτου πρέπει να αποσταλούν σε δίκη και κάποιοι από τους ιστορικούς  ηγέτες (Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo) που αντιθέτως ο Palombarini απήλλαξε».

Από την τελική απαγγελία του κατηγορητηρίου του δημόσιου κατήγορου  Marini μέχρι την ημέρα της απόφασης περνούν σχεδόν δυο μήνες. Ημέρες κατάσπαρτες αμφιβολίες, ερωτηματικά και σιωπές. Οι εφημερίδες αναρωτιούνται για τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής και κάνουν προσεκτικές προβλέψεις για την απόφαση δεδομένης της πορείας των καταθέσεων στην διάρκεια της δίκης.  Αναρωτιέται η Corriere και αναρωτιέται η Repubblica. Η Corriere με μιαν συνέντευξη στον Marini δια χειρός Marco Nese. “ο ΔΚ  Marini: «Η πολιτική ιδεολογία δεν μπορεί να δικαιολογήσει κοινά εγκλήματα»”. «Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini δημιουργούν ξανά κλίμα πολεμικό γύρω από την δίκη 7 aprile. Τα ισόβια που ζητούνται εις βάρος του Toni Negri και τα σχεδόν συνολικά 700 χρόνια εις βάρος των υπόλοιπων 70 κατηγορουμένων δεν φαίνονται σε όλους  μια δίκαιη κατάληξη. Υπάρχουν αυτοί που κρίνουν τις ποινές υπερβολικές και ελπίζουν πως το Κακουργιοδικείο δεν θα τις εφαρμόσει, αυτοί που υποστηρίζουν πως ζητήθηκαν δίχως ένα κομματάκι αποδεικτικών στοιχείων και αυτός που, τελικά, πιστεύει πως είναι πλέον καιρός να τελειώνουμε με αυτές τις δίκες που αφορούν μιαν άσχημη περίοδο της ζωής μας, που πλέον είναι μακρινή έτη φωτός». ο Marini υποστηρίζει σθεναρά το κατηγορητήριο του και επαναλαμβάνει πως απέδειξε την αξιοπιστία των κατηγοριών του. Στην συνέντευξη η Corriere τοποθετεί δίπλα ένα άρθρο από το Παρίσι του Antonio Ferrari που μιλά για την ζωή του, για το περιβάλλον των πολιτικών εξόριστων, την εξέλιξη της δίκης, τις προσπάθειες του να πλησιάσει περιβάλλοντα της Καθολικής Εκκλησίας, τις προσπάθειες που γίνονται στην προοπτική μιας αμνηστίας, την υποστήριξη των γάλλων διανοούμενων, τις απόψεις των Pace, Piperno και Scalzone (“o Franco Piperno εκτοξεύει από το Montreal μια έκκληση στην καθολική εκκλησία”).

η Repubblica, στις 30 μαίου ’84, τις παραμονές της ημέρας που οι δικαστές θα συνεδριάσουν, αφιερώνει όλη την έβδομη σελίδα για να κάνει έναν απολογισμό ολόκληρης της δίκης. Η σελίδα, την οποίαν επιμελείται η Silvana Mazzocchi, έχει τίτλο “Μέσα σε διαρροές, μετανιωμένους και παρωδίες, μια δίκη που κράτησε έναν χρόνο”. Στους υπότιτλους: “Από αύριο οι δικαστές κεκλεισμένων των θυρών για να αποφασίσουν την τύχη του  Toni Negri και των άλλων εβδομήντα κατηγορουμένων. Ήταν οι «κακοί δάσκαλοι της εκτροπής», όπως υποστηρίζει ο ΔΚ, οι απλοί «ανατρεπτικοί” όπως δήλωσε η υπεράσπιση; «Αύριο οι δικαστές θα κλειστούν στην αίθουσα συνεδριάσεων και θα ξεκινήσει το τελετουργικό μυστικό κονκλάβιο. Θα βγει η πιο αναμενόμενη απόφαση αυτής της μετά-εξαίρεσης εποχής, μια απόφαση προορισμένη να αποτελέσει  “ένδειξη” της παρούσης δικαστικής πολιτικής, σαν “σύμβολο” υπήρξε η όλη περίπτωση, από εκείνες ακόμη τις αρχές της άνοιξης του ’79». η Repubblica σχεδιάζει κάτι σαν τελικό ισολογισμό, προσπαθεί να καταλήξει σε κάποιον απολογισμό μετά από 15 μήνες και 187 ακροαματικές διαδικασίες φτιαγμένο από εξέταση και θεώρηση επάνω στις μαρτυρίες και τις καταθέσεις («το κεφάλαιο των μετανιωμένων είναι εκείνο το πλέον αδύναμο όλης της δικαστικής διαδικασίας»), της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων τις συγκρούσεις και τις διαιρέσεις.
Υπάρχει λοιπόν μια κάποια επίγνωση πως η έκβαση της δίκης 7 aprile υπερβαίνει την αντικειμενική αξία αυτών για τα οποία έχουν προσαχθεί οι μεμονωμένοι κατηγορούμενοι. Γύρω από αυτή την καταληκτική ημερομηνία κινούνται πολλές ελπίδες και προσδοκίες: από μιαν αμνηστία για τα “χρόνια του μολυβιού” στην δικαστική πολιτική.

Η απόφαση πρώτου βαθμού καταφτάνει στις 12 ιουνίου. Την προηγούμενη ημέρα στην Padova πέθανε, ύστερα από κάποιες ημέρες σε κώμα, ο γραμματέας του  PCI Enrico Berlinguer. Η πιο βαριά ποινή, 30 χρόνια, επεβλήθη στον φυγόδικο Antonio Negri. Κάνουν επίσης εντύπωση, διότι δεν υποστηρίζονται και από συγκεκριμένα αδικήματα, οι καταδίκες των Ferrari Bravo και Emilio Vesce για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία σε 14 anni για τον καθένα. “Για την Αυτονομία του Negri πέντε αιώνες φυλακής” τιτλοφορεί η Repubblica. «Λοιπόν η Autonomia με το “A” κεφαλαίο όπως υπέθεσε ο Calogero cinque πριν πέντε χρόνια — γράφει η Silvana Mazzocchi — ήταν μια ένοπλη μπάντα και οι αγωνιστές-διανοούμενοι της, συνδικαλιστές, καθηγητές ήταν οι “κακοί δάσκαλοι” της ανατροπής των πρώτων χρόνων εβδομήντα. Και διέπραξαν ληστείες, κλοπές, επιθέσεις μέχρι και δυο δολοφονίες. Όμως δεν συνωμότησαν για να ανατρέψουν τους θεσμούς του Κράτους». Οι αθωωθέντες, όπως γράφει η Repubblica που συνενώνει τις μεμονωμένες θέσεις σε μιαν μακρά ταμπέλα, είναι δεκατέσσερις. Μεταξύ αυτών Nicotri, Ballestrini και Italo Sbrogiò. Πρέπει να πούμε πως σε όλες τις εφημερίδες στο κείμενο των άρθρων για τους αθώους δεν υπάρχει καθόλου χώρος. η Repubblica, όπως η Corriere, αφιερώνει ένα μακρύ άρθρο στην αντίδραση του Pietro Calogero. “Ήταν μια ένοπλη συμμορία και το απέδειξα. Το θεώρημα στηρίχτηκε στις αποδείξεις” είναι ο τίτλος. Στους υπότιτλους: “Μαζί με τον δικαστή της Padova Pietro Calogero, για να ακούσουμε στο radio την απόφαση του Κακουργιοδικείου της Roma”. Η εφημερίδα του Scalfari, μια από τις πιο προσεκτικές όσον αφορά την απόφαση, αφιερώνει στο θέμα και ένα βασικό άρθρο που ξεκινά στην πρώτη σελίδα, “Δεν ήταν μια σταυροφορία” και ένα box αφιερωμένο στις αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων (“Πολύ κριτικοί οι σοσιαλιστές, θετικά σχόλια από την DC και το PCI”).

η Unità φθάνει στην δίκη με νέο χρονογράφο. Δεν ακολουθούν την ανάγνωση της απόφασης ούτε ο Criscuoli, που παρακολούθησε όλες τις συνεδρίες στον Foro Italico,  ούτε ο Michele Sartori που αντιθέτως παρακολούθησε τις διαδικασίες στην Πάντοβα. Την σελίδα την αφιερωμένη σε αυτή την περίπτωση επιμελήθηκε ολοκληρωτικά ο Bruno Miserendino. Η εφημερίδα του PCI, μονοπωλήθηκε δικαιολογημένα από τον θάνατο του Enrico Berlinguer, υποβιβάζει το αποτέλεσμα της απόφασης στην σελίδα 16. Καταλαμβάνοντας όλη την δεξιά πλευρά της σελίδας μια ταμπέλα με τις ποινές που επιβλήθησαν, κατηγορία προς κατηγορία. Υψηλά στην σελίδα το άρθρο των χρονικών, “7 aprile, αυστηρές ποινές στους διοικούντες”, στο χαμηλό ήμισυ αντιθέτως μια ανακατασκευή της ιστορίας της δίκης: “Η δίκη για τα χρόνια του μολυβιού.Αποδράσεις, διαβατήρια, ανατροπές μέσα σε 15 μήνες με καυτές διαμάχες”. Στο πλάι ένα σύντομο σχόλιο του Luciano Violante, “Mα πόσος ακόμη χρόνος θα περάσει δίχως μεταρρυθμίσεις?”. Ο τόνος της Unità σίγουρα είναι πιο προβληματισμένος και λιγότερο τοποθετημένος απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια. Τόσο ώστε να εκθέτει στο εσωτερικό του κειμένου με τα χρονικά και αντιδράσεις και κριτικές από πλευράς σοσιαλιστών βουλευτών και της Προλεταριακής Δημοκρατίας, DP. Οι αξιολογήσεις είναι πολύ πιο προσεκτικές. Έχουν μετρήσει πολύ (το συμπεραίνουμε και από την αναπαράσταση της δίκης) τα γεγονότα που συνδέονται με την διαφυγή του Fioroni. «Να οι λίγες δυνατές αξιολογήσεις εν θερμώ μιας απόφασης τόσο πολύπλοκης: είναι εμφανές πως οι ρωμαίοι δικαστές αποδέχτηκαν σε μεγάλο βαθμό τον σχεδιασμό της κατηγορούσας αρχής που περιέχονταν στην διερεύνηση και προτάθηκε επίσης ο ΔΚ  Antonio Marini […] Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δικαστές εξέφρασαν καταδίκες αυστηρές γι αυτούς που, αν και κατηγορήθηκαν μόνον για αδικήματα συνένωσης, θεωρήθηκαν οι διοικούντες την Autonomia. Και πρόκειται για ποινές που, αναμφίβολα, θα δώσουν τόπο σε πολεμικές και αναγνώσεις διαφόρων ειδών».

η Corriere, εκτός απ’ την απλή δικαστική ειδησιογραφία, αφιερώνει μιαν ολόκληρη σελίδα, την έκτη, στα σχόλια για την ετυμηγορία. Τα άρθρα έχουν σαν τίτλο σε εννιά στήλες “Η ετυμηγορία δεν κλείνει την υπόθεση Autonomia: σκληρές διαμαρτυρίες”. Η φωνή της εφημερίδας της οδού Solferino ακούγεται διαμέσου του Leo Valiani που αφιερώνει στην υπόθεση ένα βασικό άρθρο με τίτλο “Ένα κεφάλαιο ιστορία”. Στον Marco Nese έχει εμπιστευτεί το καθήκον ν’ ακούσει τις φωνές που βρίσκονται κοντά στους κατηγορουμένους, “Η σύζυγος του Toni Negri: «Είναι μια απάτη του Κράτους». Από την Padova, ο ειδικός απεσταλμένος Antonio Ferrari παίρνει συνέντευξη στον ΔΚ Pietro Calogero. Υπότιτλοι: “Στην Padova σπάζει την σιωπή του ο δικαστής που ερεύνησε την Autonomia και βρέθηκε στην μέση καυτών κατηγοριών”. Ο τίτλος: “Calogero: «Μετά τις πικρίες είμαι ανακουφισμένος». «Αναπνέω καθαρό αέρα, οι πολεμικές με είχαν ηθικά παραμορφώσει»”. Τέλος, χαμηλά στην σελίδα, μια συνέντευξη στον Scalzone: “Scalzone: είμαι απογοητευμένος, το να τιμωρείς είναι αθέμιτο. Χρειάζεται να  ‘αποφυλακίσουμε’ την κοινωνία μας”. Πάντα ο Marco Nese χτίζει ξανά σε μιαν ολόκληρη σελίδα την ιστορία της έρευνας 7 aprile, ξεκινώντας από τις αρχικές κατηγορίες (πως ήταν ο εγκέφαλος της απαγωγής Moro) στις δικαστικές περιπέτειες.

Στις 9 και στις 14 oκτωβρίου 1984 η Corriere della Sera μνημονεύει τον Calogero. Δεν είναι πολλά τα πρόσωπα που μπορούν να καυχηθούν μιας συνέντευξης-πορτραίτου μιας φίρμας όπως ο Nantas Salvalaggio και επί πλέον δημοσιευμένης σε δυο συνέχειες. Ο τόνος είναι δραματικός. Και αυτός είναι ένας λογοτεχνικός καθαγιασμός. Tίτλος: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”. Συνοπτικά: “Μικρά συμβάντα του είχαν δώσει την ψευδαίσθηση πως ήταν ανέγγιχτος — Κι όμως κάποιος πλέον εγνώριζε”.

Το 1984 της ρωμαϊκής 7 aprile romano εδώ τελειώνει. Στην Padova ο δικαστής Giovannella, που είχε απορριφθεί, αυθόρμητα εγκαταλείπει το έργο.Είχε εκφράσει κρίσεις για τους κατηγορούμενους σε ένα δείπνο μεταξύ φίλων. Τον αντικαθιστά ο δικαστικός Euro Cera. Η πρώτη ακροαματική διαδικασία της νέας δίκης λαμβάνει χώρα στις 3 δεκεμβρίου 1984 (“Ξεκινά στην Padova η δίκη στην Autonomia. Ομαδοποιεί τα αποτελέσματα των blitz του Calogero”, Corriere della Sera της 4 δεκεμβρίου). Πρακτικά ένας ολόκληρος χρόνος χάθηκε. Και δεν μπορούμε να πούμε πως τέλειωσε κάτι.

Τα κεντρικά έτη της δικαστικής υπόθεσης της περίπτωσης 7 aprile ακολουθούνται με νέο ενδιαφέρον από πλευράς εφημερίδων. Μέσα σε καταθέσεις και μαρτυρίες στην αίθουσα, αναπαραστάσεις, απόδοση ευθυνών και κρίσεις, το όλον που επαναλήφθηκε για δυο δίκες, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπο με μιαν κάποια δόση υπερβολικού. Υπερβολή στις κατηγορίες, στους μάρτυρες, στις πολεμικές.Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση της ιταλικής τρομοκρατίας [του ιταλικού ανταρτοπόλεμου λέγω εγώ].  Το κλίμα τώρα είναι πιο χαλαρό: ανοίγουν χώροι για ελιγμούς μεγαλύτεροι. η Repubblica, μα και η Corriere, ίσως χάρη και σε μιαν αλλαγή των εμπλεκόμενων δημοσιογράφων, ακολουθούν την δίκη με μάτι περισσότερο κριτικό. Οι καταδικαστικές αποφάσεις σε πρώτο βαθμό φαίνεται να κλείνουν την υπόθεση,  να επιβεβαιώνουν την εικόνα (αν και με αλλαγμένο το μέγεθος, μειωμένο). Ένα είδος αίσιου τέλους.

9. 1985-1989: ξεθώριασμα

Το 1985 απλά ξεγλιστράει. Η υπόθεση 7 aprile, μετά τις καταδίκες στην Ρώμη μοιάζει απλά να έχει κλείσει. Η δίκη στην Πάντοβα προχωρά, κουραστικά, προς την λήξη της. Οι μεγάλες  εφημερίδες δεν ακολουθούν σταθερά τις ακροάσεις (πράγμα που κατανοητά πράττουν οι τοπικές). η Repubblica περιγράφει, με τον Guido Passalacqua, το κλίμα αδιαφορίας και μιλά, για δυο διαφορετικές ακροάσεις, και την αναδίπλωση που αρχίζει να διαφαίνεται στην δίκη. Η πρώτη είναι εκείνη του ταξιαρχίτη Antonio Savasta.

”Το σχέδιο μας – λέγει – ήταν να ηγεμονεύσουμε την Aut. Op., να την αναγκάσουμε να διασπαστεί, να φέρουμε με το μέρος μας τα στοιχεία που υποστήριζαν περισσότερο την γραμμή μας, να διαρρήξουμε τον κόμπο μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας”. Οι BR συνεπώς ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την αυτονομία σαν δεξαμενή στράτευσης, μα δεν “εμπιστεύονταν” πέρα από κάποια όρια. Οι σχέσεις διατηρούνταν σε προσωπικό επίπεδο με τον Cerica διότι ήταν αδιανόητη μια σχέση μεταξύ οργάνωσης και οργάνωσης: “εξάλλου οι BR δεν άφησαν ποτέ να εισέλθουν σύντροφοι άλλων οργανώσεων, έλεγαν ναι στον πολιτικό λόγο, όχι στην οργανωτική συζήτηση… Αλλά εγώ και ο Cerica δεν καθίσαμε ποτέ στο τραπέζι να πούμε εγώ χτυπώ αυτό κι εσύ εκείνο το άλλο”. Τέλος: “Για τις BR ήταν αδύνατον να σκεφτούν σε μιαν super οργάνωση που θα έδενε όλη την ένοπλη πάλη στην Italia…”. ο Savasta είναι ακριβής, σχεδόν κατηγορηματικός. Η κατάθεση του σίγουρα δεν είναι ευνοϊκή στο θεώρημα Calogero.Και στην συνέχεια έρχονται οι ακροάσεις των καθηγητών που έπεσαν θύματα βιαιοπραγιών, εκείνη του δημοσιογράφου Antonio Garzotto, εκείνη του Oddone Longo. Δηλώσεις που δίδουν την μαρτυρία μιας βίας παράλογης και ανορθολογικής. «Η δίκη είναι όλη εδώ, σε αυτές τις δυο ακροαματικές διαδικασίες σύμβολο. Από την μια υπάρχει η αδυναμία μιας αφετηρίας “πολιτικής διαίσθησης” που προσπαθούσε να μειώσει το όλον σε ένα και που ο Calogero ακολούθησε πεισματικά με συνέπεια ακόμη και όταν ήταν ξεκάθαρο πως το θεώρημα του έχανε κομμάτια στον δρόμο; από την άλλη, η πραγματικότητα των βιαιοπραγιών των αυτόνομων, τα γεγονότα μέσα στην χουλιγκανική οπτική τους, την καταπιεστική». Και το Manifesto με τον Alberto Ferrigolo αφιερώνει στις συνεδρίες της Πάντοβα μεγάλα άρθρα συνοπτικά. “Το τεθωρακισμένο θεώρημα. Στην Padova il superδίκη 7 aprile μέσα στην γενική αδιαφορία”, “η Autonomia υπό εξέταση. Στην δίκη της Padova οι καθηγητές διηγούνται τα θερμά χρόνια”, είναι οι τίτλοι στα μέσα ιουνίου.

Εν τω μεταξύ τον απρίλη, σχεδόν έναν χρόνο από την ημέρα της κρίσης, κατατέθηκαν τα πρακτικά με τις αιτιάσεις και τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση πρώτου βαθμού στην Roma. Η ανάγνωση τους, που έμοιαζε να ενδιαφέρει πολύ τις εφημερίδες (οι αναφορές  στην αναγκαιότητα να «περιμένουν την αιτιολογία για να δώσουν μιαν ολοκληρωμένη κρίση» αφθονούσαν), βαριεστημένα αναλαμβάνεται εκ νέου από τις εφημερίδες της 17 απριλίου 1985. Μόνο μια αναπαράσταση και ένα collage φράσεων κατά παρεκβολή από τις 1188 σελίδες. στην Repubblica: “Για 10 χρόνια ο Negri υπήρξε ο κινητήρας της ανατροπής”. στην Unità: “Negri, «ένας κύριος της ανατροπής»”. «Δεν υπήρξαν μόνο “κακοί δάσκαλοι” — γράφει ο Bruno Miserendino — “διανοούμενοι εξωπραγματικοί”, “ομιλούντα τριζόνια”, αλλά κάτι περισσότερο και πιο επικίνδυνο: ο Toni Negri και οι άλλοι ηγέτες της Autonomia  “έδωσαν ζωή σε ένα διαρθρωμένο σχέδιο ανατρεπτικό για να φέρουν τα επάνω κάτω στο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της Χώρας και να νικήσουν τους θεσμούς”. Αυτή είναι η “γυμνή και αναμφισβήτητη αλήθεια” της ιστορίας της Autonomia». ο Paroloni. “Το διαρθρωμένο ανατρεπτικό σχέδιο για τον κλονισμό του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος” ίσως θα έπρεπε να συνοδευτεί από κάποιον αναστοχασμό.

Το καλοκαίρι βγαίνει η έκθεση της  Amnesty International για την δίκη 7 aprile. Το Manifesto δημοσιεύει εκτενή αποσπάσματα στις 18 αυγούστου 1985 υπό τον τίτλο “Δίκη στην Δίκη”, με το συνοπτικό “7 aprile: οι ιταλοί δικαστές στο στόχαστρο της Amnesty International”. Μια ολόκληρη σελίδα που απαρτίζεται από ένα άρθρο περιληπτικό της Daria Lucca και ένα collage με αποσπάσματα της έκθεσης (“Carlo Fioroni, σκάνδαλο του δικαίου. Η έκθεση της Amnesty”). Όλα να συνοδεύονται από κινούμενα σχέδια του Mario Dalmaviva, ενός από τους κατηγορούμενους της 7 aprile.

Τον σεπτέμβρη, μέσα στην πιο απόλυτη αδιαφορία της πόλης (το κοινό μέσα στην τεράστια αίθουσα bunker των δυο κτιρίων απέχει), ξεκινά το κατηγορητήριο του ΔΚ Calogero για τον παντοβάνο κορμό. η Corriere della Sera θέτει λίγη τάξη και εξηγεί επιτέλους πως είναι δυνατόν τα πρόσωπα που ήδη εκρίθησαν στην Roma να δικάζονται και στην Padova. Αυτή την φορά ο τόνος δεν είναι από τους πιο καλοκάγαθους απέναντι στον Calogero. “Με ένα νέο θεώρημα για τα οπλοστάσια της Αυτονομίας ο  Calogero ζήτησε και άλλη καταδίκη για τον Toni Negri”, τιτλοφορεί στις 26 σεπτεμβρίου.

Την τρίτη ημέρα της απαγγελίας-ποταμού του κατηγορητηρίου του ο ΔΚ  Calogero εξηγεί γιατί ο Toni Negri και οι καθηγητές της ομάδας του δικάζονται δυο φορές για την Autonomia. Πρώτα στην Roma και μετά στην Padova.[…] Ενώ διεξάγονταν η δίκη, τον ιούνιο του 83, ο Calogero ξεκινούσε την τέταρτη του αντιτρομοκρατική επιχείρηση και κοινοποιούσε στον Negri μια νέα κατηγορία: κατοχή όπλων και εκρηκτικών. Κι όμως ο καθηγητής δεν βρέθηκε ποτέ να κατέχει πιστόλια, αυτόματα ή δυναμίτη.  […] Negri, Ferrari Bravo και άλλοι κατηγορούνται γι αυτή την κατοχή όπλων — εξηγεί ο δικαστής — διότι υπάρχει η βεβαιότητα πως ήταν η διοίκηση της οργάνωσης, πως αποτελούσαν την λεγόμενη “γενική διοίκηση” των πολιτικών κολλεκτίβων του βένετο, dei collettivi politici veneti. Ο νόμος περί κατοχής όπλων προβλέπει την ποινικοποίηση όχι μόνο αυτών που φυσικά τα κατέχουν μα και αυτών που έχουν την διαθεσιμότητα.

Και αφού ο  Calogero στο blitz του βρίσκει ένα οπλοστάσιο των μαχητικών κομουνιστικών Πυρήνων FCC, για την μεταβατική τους ιδιοκτησία η υπευθυνότητα είναι του Negri. η Unità χρησιμοποιεί πλήρως φράσεις και λέξεις του κατηγορητηρίου. Παρακολουθεί την δίκη πάντα ένας ενθουσιασμένος Michele Sartori που τιτλοφορεί: “λέει ο Calogero, Potere operaio ίσον ένοπλος αγώνας”.

Tα αιτήματα του ΔΚ φθάνουν στην αίθουσα στις 10 oκτωβρίου. “Ζητήθηκαν 11 χρόνια για τον καθηγητή Toni Negri” τιτλοφορεί η Corriere. “Ο ΔΚ τον θεωρεί ένοχο για κατοχή όπλων”. Και στο συνοπτικό: “Άλλες ποινές προτάθηκαν για το δεξί του χέρι Ferrari Bravo, τον βοηθό Morongiu (για αμφότερους 9 χρόνια) και το staff — Ένα νομικό τέχνασμα επέτρεψε το 83 να θέσουν εκνέου τους τρεις μεγαλύτερους κατηγορούμενους της 7 aprile στο κατηγορητήριο βένετο”. «Συνολικά το άθροισμα των ποινών που προτάθηκαν φθάνει πεντακόσια εικοσιεπτά χρόνια φυλακής για τους εκατόν είκοσι επτά κατηγορούμενους» γράφει η Repubblica, που, τιτλοφορώντας “ο Calogero κατέληξε το κατηγορητήριο του ζητώντας για την Autonomia 5 αιώνες φυλακής”, μεταφέρει την έκκληση του δικαστού στην έδρα με το οποίο ζητά επιείκεια για τους “εργάτες” και αυστηρότητα για τους “επικεφαλής”. «Μα στην συνέχεια δεν μπορεί να μην προειδοποιήσει νουθετώντας εκ νέου, υπαινισσόμενος, νομίζουμε, στην έρευνα Palombarini: “Ήδη στο παρελθόν εξακριβώθηκε πως καλή τη πίστη δεν ειδώθηκαν αυτά τα οποία θα μπορούσαν να ειδωθούν, δεν αποδόθηκε σε κάποιο γεγονός, σε ένα ντοκουμέντο η αξία της απόδειξης κι έτσι οδηγηθήκαμε πολύ εμπρός σε μιαν κατάσταση όπου οι μηχανισμοί της υπεράσπισης του κράτους οπισθοχώρησαν». Για το θέμα γράφει και η Unità που τιτλοφορεί “Autonomia veneta, ζητήθηκαν ποινές για πέντε αιώνες”.

Η απόφαση φθάνει στα τέλη ιανουαρίου 1986 και για τις θέσεις του Calogero είναι μια απόρριψη. Πρέπει καταρχήν να λάβουμε υπ όψιν μας ένα δεδομένο: αυτή η δίκη κατακτά αποτελέσματα πολύ σημαντικά. Σχεδόν μια εκατοστή άνθρωποι αναγνωρίζονται σαν υπεύθυνοι πράξεων βίας που τάραξαν την ζωή της Πάντοβα στα χρόνια Εβδομήντα. Είναι ένα γεγονός σημαντικό και κυρίως για τα θύματα. Καταδικάζονται οι υπεύθυνοι του τραυματισμού του δημοσιογράφου Toni Garzotto της Gazzettino και οι υπεύθυνοι της επίθεσης στον professor Longo και Petter. Όμως οι ιστορικοί κατηγορούμενοι της 7 aprile αθωώνονται όλοι. η Corriere δίνει την είδηση στις 31 στην πρώτη σελίδα στο μισό κάτω μέρος: “Η απόφαση για την Autonomia: απαλλάχθηκε ο Toni Negri στην Padova”. Και στο εσωτερικό: “Απαλλάχθηκαν ο Toni Negri και οι καθηγητές του” (με υπότιτλο: “Στην ανάγνωση της απόφασης το κοινό τραγούδησε την Διεθνή”). Στην πρώτη σελίδα ο Livio Sposito, που ακολουθεί την δίκη στην Πάντοβα, προσπαθεί να κάνει έναν απολογισμό. «Το θεώρημα Calogero για την Autonomia padovana δεν άντεξε την δοκιμασία του Κακουργιοδικείου […] Σαράντα επτά απαλλαγές, έντεκα κατηγορούμενοι απαλλάχθησαν λόγω αμνηστίας ή παραγραφής των αδικημάτων, οδόντα δυο καταδίκες […] Οι αριθμοί λένε λίγα. Μετρούσαν, σε αυτή την δίκη γύρω από τα θερμά χρόνια Εβδομήντα της Padova, περισσότερο τα ονόματα των κατηγορουμένων παρά οι που διατυπώθηκαν». Στο εσωτερικό το μακρύ άρθρο των χρονικών. Το συνοπτικό λέγει: “Εν μέρει αποσυναρμολογήθηκε η κατηγορητική κατασκευή του δημόσιου κατήγορου Calogero — Καταδικάστηκαν οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων βίας: οι δικαστές διαχώρισαν τις ηθικές ευθύνες από τις ποινικές”. Να σημειώσουμε μιαν αποφασιστική αλλαγή στην συμπεριφορά του Calogero που ίσως να μην παρουσιάσει ούτε έφεση. «Ίσως αφού εργάστηκε για επτά χρόνια σε μιαν δίκη σαν κι αυτήν, πλούσια σε πολεμικές, αυτός νιώθει την κούραση και σκέφτεται περισσότερο την υποψηφιότητα του στο Ανώτατο Συμβούλιο του Δικαστικού Σώματος παρά να ξαναπάρει στα χέρια του την βασανισμένη ιστορία», γράφει ο Sposito.
η Repubblica τιτλοφορεί στην πρώτη σελίδα: “ο Toni Negri αθωώθηκε από τους δικαστές της Padova”. Το άρθρο, στην σελίδα 12, είναι του Guido Passalacqua: “Για τον Negri και τους αυτόνομους μια βροχή αθωωτική”, και στον υπότιτλο “Οι δικαστές απορρίπτουν το θεώρημα Calogero”.

Μετά ο Calogero μπαίνει στην αίθουσα: για μιαν ολόκληρη ώρα, ακίνητος, θα ακούσει δίχως να κουνήσει βλεφαρίδα την κατεδάφιση όλου του θεωρήματος του που διαβάζει ο πρόεδρος  Cera […] Γίνεται αντιληπτό πως η Έδρα δεν αποδέχτηκε την ιστορική αναπαράσταση που πρότεινε ο δημόσιος κατήγορος που έβλεπε  μια αδιάλειπτη τρομοκρατική εμπειρία ξεκινώντας από το Potere Operaio, επιβεβαιωμένη και ανεπτυγμένη στην οργανωμένη εργατική Αυτονομία, στα Collettivi politici veneti και τέλος στο Fronte comunista combattente. […] Ανάμεσα στο θεώρημα Calogero και την αναπαράσταση που έκανε ο ανακριτής Palombarini (μεταξύ των δυο δικαστικών οι πολεμικές υπήρξαν σκληρές, σχεδόν άγριες) το Κακουργιοδικείο της Padova έδειξε να προτιμά την σχεδίαση του ανακριτού . […] Το σύνολο των χρόνων φυλάκισης που επιβλήθησαν, λογαριάζοντας πως επρόκειτο για 140 κατηγορουμένους και σε πολλές περιπτώσεις ποινών ενός ή δυο χρόνων είναι περίπου 200 χρόνια, ενάντια στα 525 που ζήτησε ο ΔΚ, λιγότερο από τα μισά. Οι απαλλαγές υπήρξαν σαράντα επτά ενάντια στις πέντε που ζήτησε ο ΔΚ.

η Repubblica συνοδεύει το άρθρο με μιαν ταμπέλα (“Να η απόφαση για τους κυριότερους κατηγορουμένους”) και συγκρίνει τις ποινές που ζητήθηκαν με εκείνες που επιβλήθηκαν από την απόφαση.
η Unità μιλά για την απόφαση στην πρώτη σελίδα με ένα άρθρο στο χαμηλό της μισό, “Autonomia Veneta: απαλλάχθηκε ο Negri”, του Michele Sartori. Στους υπότιτλους: “Η απόφαση απορρίπτει την θέση της κατηγορούσας αρχής του δημοσίου κατήγορου Calogero”.

Την επομένη ημέρα, πρώτη φεβρουαρίου, οι εφημερίδες ξαναπαίρνουν την είδηση και καταγράφουν τις αντιδράσεις. η Corriere della Sera τιτλοφορεί “Η αθώωση του Toni Negri χωρίζει την Padova”. Ο υπότιτλος: “Έτσι η πόλη αντιδρά στην απόφαση επάνω στα χρόνια του μολυβιού”. Στο συνοπτικό: “Σύμφωνα με τον δήμαρχο υπήρξε μια κρίση δίκαιη — Ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Torregrossa: «ο Calogero είναι ένας πολύ καλός δικαστής» – Οι διάφορες γνώμες γύρω από την ευθύνη της Autonomia — Είναι εβδομήντα τέσσερις οι εφέσεις”. η Corriere προτείνει στην συνέχεια μιαν συνέντευξη του Antonio Ferrari στον professor Angelo Ventura: “Το πικρό ξέσπασμα ενός γαμποποιημένου”. Η κρίση του καθηγητού ιστορίας, που ο Ferrari φαίνεται να συμμερίζεται πλήρως στην εισαγωγή του, είναι αυστηρή. «Είναι μια απόφαση που αντιτίθεται στην ιστορική αλήθεια και την ίδια την μαρτυρία των γεγονότων. Είναι, ακριβώς, μια ιστορική πραγματικότητα πως το Potere Operaio πρώτα και η οργανωμένη εργατική Αυτονομία στην συνέχεια ήταν o ακρογωνιαίος λίθος, μαζί, το πολιτικό όχημα του ανατρεπτικού σχεδίου της ένοπλης πάλης », λέγει ο Ventura. Σε ένα πολύ μικρό box μόλις τεσσάρων γραμμών, με τίτλο “Στο Παρίσι σιωπή του Negri, είναι γριπωμένος”, η Corriere δίδει την είδηση των μη αντιδράσεων του Negri στην απόφαση.
η Unità παίρνει αφορμή από τις δηλώσεις του δημάρχου της Padova, Settimo Gottardo, για να δημοσιεύει ένα άρθρο του Michele Sartori με τίτλο “Autonomia, η απόφαση διασπά εκ νέου την Padova. Αδικία ή ειρηνοποίηση?”. ο Sartori χαϊδεύει, κολακεύει το χριστιανοδημοκρατικό πνεύμα της πόλης η οποία, όπως στην διάρκεια των θερμών χρόνων προσποιούνταν πως δεν έβλεπε εκείνο που συνέβαινε, τώρα προσπαθεί να πετάξει τα πάντα πίσω από την πλάτη της. Όπως πάντα, για τον Sartori, η απόρριψη του θεωρήματος Calogero σημαίνει πως «όλα έγιναν, των βιαιοτήτων συμπεριλαμβανομένων, απολύτως αυθόρμητα». Στην πραγματικότητα η απόφαση δεν λέει αυτό: ο Palombarini όντως εντοπίζει, και της αποδίδει συγκεκριμένες ευθύνες, μιαν ένοπλη μπάντα στο Fronte comunista combattente. Mα ο Sartori τείνει πάντα να προσφέρει δυο δυνατότητες: μια εκ των οποίων παράλογη.

Η απόφαση της Padova κάνει θόρυβο. Μα στα πόδια της υπάρχει ακόμη η απόφαση του 1984 της Roma. Στο τεράστιο άνοιγμα απόψεων μεταξύ των δυο Εδρών ο καθένας, κατηγορούμενοι, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, μπορεί να θέσει ότι θέλει: σύγκρουση μεταξύ δικαστών, θέληση ειρηνοποίησης, τοπικές συγκυρίες και τοπικό περιβάλλον και πλαίσιο ενάντια στην εθνική πολιτική. Σε τελική ανάλυση η δίκη “7 aprile” είναι εκείνη της Ρώμης.

Με το 1987 αρχίζει η δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού. Με την ευκαιρία οι ριζοσπάστες, που πλέον έχουν κάνει την 7 aprile ένα από τα πολλά άλογα μάχης τους, καλούν για τις 22 ιανουαρίου μια συνέντευξη τύπου. Εκτός απ’ τον Pannella μιλούν και κάποιοι από τους κατηγορούμενους πρωταγωνιστές της δίκης, που βρίσκονται τώρα ελεύθεροι αναμένοντας την κρίση του εφετείου: Vesce, Tommei, Castellano, Funaro. Το σχόλιο της Corriere στην ριζοσπαστική πρωτοβουλία, εκφρασμένο στο άρθρο “Πρέπει να μηδενίσετε την δίκη 7 απρίλη. Κατηγορούμενοι εναντίον δικαστών, ΚΚΙ και χρονογράφοι” είναι ανελέητο και φθάνει στο σημείο να συμπεριλάβει όλους και όλα. Δικαιολογούν την όχι και πολύ καλόβολη συμπεριφορά οι δηλώσεις του Pannella στον τύπο. «Ενάντια στους “δικαστικούς ρεπόρτερ ανίκανους να εκτελέσουν το καθήκον τους ελεγκτών δύσπιστων προς τους δικαστές”, επιτέθηκε ο Marco Pannella, που δεν προσέχει, δεν τον νοιάζει η αντιδημοτικότητα των θέσεων του για τι κοινό που είχε ζητήσει, στο οποίο απευθύνονταν δηλαδή, τους δημοσιογράφους. Τους ρεπόρτερ που παρακολουθούσαν την έρευνα της Πάντοβα και της Ρώμης στον Νέγρι και τους συντρόφους τους χαρακτήρισε  “δολοφόνους, killers επί πληρωμή” και “μεταφορείς μιας ιδεολογίας επαίσχυντης και πρόστυχης” που έφτασε στο σημείο να προκαλέσει την λανθασμένη άποψη γύρω από την πραγματική συνοχή και συνέπεια των αποδεικτικών στοιχείων και στον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας  Sandro Pertini, που έστειλε στους δικαστές τηλεγράφημα αλληλεγγύης». Ένας λοιπόν πολύ ωραίος τρόπος να ξεκινάς μιαν συνέντευξη τύπου. Τόσο έτσι ώστε η πρωτοβουλία αναγνωρίστηκε σαν προσπάθεια να «περιμαζέψουν μερικές κομματικές ταυτότητες επί πλέον ώστε να μην φτάσουν στο σημείο να κηρύξουν forfeit από την πολιτική σκηνή, να μην εξαφανιστούν δηλαδή». Και οι παρεμβάσεις των κατηγορουμένων, οι οποίοι αντί να «συμμορφωθούν με το θόλωμα της μνήμης όλων» για να κερδίσουν μειώσεις στις ποινές τους «δυναμώνουν το πυρ και ζητούν να μηδενιστεί η προηγούμενη δίκη».
Κάτι σημαντικό και καινούριο στο εφετείο είναι η “διαθεσιμότητα” του Fioroni που θα αναγκαστεί να καταθέσει στην αίθουσα. Η είδηση, που εμφανίζεται στις 31 ιανουαρίου, δίδεται σαν σημείο υπέρ των κατηγορουμένων. »ο Fioroni θα πρέπει να επιβεβαιώσει στην αίθουσα τις κατηγορίες του”, γράφει η Corriere.

Στις 3 απριλίου για τον Negri πέφτει η κατηγορία που αφορά την δολοφονία του Carlo Saronio. Στο κατηγορητήριο ο γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi ζητά όντως, γι αυτή την κατηγορία, την απαλλαγή. “ο Negri δεν έχει σχέση με το έγκλημα Saronio. Ο δκ Il pg ανακοινώνει αίτηση απαλλαγής” τιτλοφορεί η Corriere στις 4 απρίλη. Στο άρθρο γίνεται και κάποια αναφορά για διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη για την επιστροφή στην πατρίδα του παντοβάνου καθηγητή.  «Η είδηση, υπό το φως των κεριών, δεν θα έπρεπε να είναι καθοριστική για την υπό διακυμάνσεις διαπραγμάτευση την οποία, εδώ και λίγο χρόνο, ο πρώην ριζοσπάστης βουλευτής από το παρισινό του καταφύγιο έστησε έμμεσα με τις ιταλικές αρχές για μιαν πιθανή επιστροφή του στην πατρίδα». Παραμένει όντως όρθια η κατηγορία για την ληστεία του Argelato και εκείνες για τα συνενωτικά αδικήματα.

Φθάνουμε στην 8 ιουνίου του 1987. Ουδείς, ίσως εκτός από τους ίδιους τους κατηγορούμενους, από την δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού περιμένει εκείνο που πραγματικά συμβαίνει. Από τις αντιδράσεις φαίνεται πως οι εφημερίδες πιάνονται απροετοίμαστες. Ίσως κάτι περιμένανε. Κάποιες μικρορυθμίσεις προς το καλύτερο, κάποιες αναπροσαρμογές, μιλάμε για τσιμπήματα. Μα όχι έναν σεισμό. Η ποινή για τον Toni Negri μειώνεται από τα τριάντα  σε μοναχά 12 χρόνια. Παραμένουν όρθιες μόνον οι κατηγορίες για ένοπλη συμμορία και συνεργία στην ληστεία του Argelato όπου σκοτώθηκε ο δεκανέας  Lombardini. Πέφτει για όλους η κατηγορία σχετικά με την απαγωγή Saronio που τώρα η εισαγγελία λέγει πως είναι έργο μοναχά του Fioroni και Casirati και επίσης εκείνη που αφορά την απόπειρα απαγωγής  Duina. Απαλλάσσονται, αν και με την φόρμουλα των αμφιβολιών:, Emilio Vesce, Jaroslav Novak, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno, Lucio Castellano. Οι δημοσιογράφοι Giuseppe Nicotri και Nanni Balestrini, αθωωθέντες στον πρώτο βαθμό λόγω αμφιβολιών, τώρα αθωώνονται με πλήρη φόρμουλα. Στο σύνολο τα χρόνια φυλάκισης είναι κάτι παραπάνω από εκατό.
η Repubblica αφιερώνει στην απόφαση δυο ολόκληρες σελίδες, την 16 και 17, και ένα βασικό άρθρο του Giorgio Bocca που ξεκινά στην πρώτη σελίδα με τίτλο “Εκείνοι οι δάσκαλοι της βίας”. ο Bocca, όπως μερικά είδαμε, υπήρξε ένας από τους πιο κριτικούς μάρτυρες όλης της υπόθεσης. Το “τελευταίο” του editorial στην 7 aprile έχει για όλους: δικαστές, πολιτικούς και κατηγορούμενους:

Όποιος παρακολούθησε την υπόθεση μέσα στα χρόνια με θέληση να καταλάβει σκέφτεται πως αυτή η απόφαση υπαγορεύεται από την λογική και πως είναι σύμφωνη με ένα Κράτος δικαίου. Μα αυτός που γράφει νιώθει από αυτήν απελευθερωμένος από την δέσμευση του εγγυητή και μπορεί να πει πως αυτοί οι άνθρωποι και ο τρόπος τους να κάνουν πολιτική από ανέκαθεν του ήταν ξένοι και κάποιες φορές και μισητοί. Mε διαγεγραμμένες τις πιο ρητές αδικίες και και τους διωγμούς εναντίον τους, μπορεί να παραμείνει η αρνητική κρίση για μιαν ομάδα διανοουμένων που πίστεψε πως μπορούσε να ηγηθεί του κινήματος της μεγάλης αμφισβήτησης, που χρησιμοποίησε τα προνόμια, τα τερτίπια, τις συνενοχές της κουλτούρας για να παραμείνει επί μακρόν αλαζονικά απειλητική και ατιμώρητη […] ο τρόπος τους με τον οποίον πετούσαν την πέτρα και τραβούσαν πίσω το χέρι (και που το πλήρωσαν στην συνέχεια ακριβά), που έκαναν εφημερίδες όπως Rosso, Autonomia, Senza Tregua, που έστελναν στο σφαγείο νεαρούς αδαείς και αφελείς που τους γέμιζαν με ασυναρτησίες και απερισκεψία, κάποιες φορές αιματηροί, οργισμένα εκείνα τα χρόνια της κρίσης όταν αντιθέτως ήταν αναγκαία η χρήση του σωστού λόγου και ανάλυσης. Γιατί λέμε πως αυτή η απόφαση είναι λογική και σύμφωνη με ένα κράτος δικαίου? Διότι βάζει τέλος στην ιερά εξέταση της πολιτικής μυθιστοριογραφίας, που βασίστηκε σε αόριστες ενδείξεις, μανιχαϊστική, που είχε την ψευδαίσθηση πως θα εξορκίσει τα χρόνια του μολυβιού με μαζικές καταδίκες, με καθολικές δαιμονοποιήσεις […] Μια καθολική θεωρία, μια ολοκληρωμένη τοιχογραφία, μια cappella Sistina με την παγκόσμια κρίση της επί της τρομοκρατίας. 

Το χρονικό της απόφασης εμπιστεύτηκε στον Franco Scottoni και συνοδεύτηκε από μια ταμπέλα, “Έτσι το Εφετείο μετέτρεψε τις πρώτες αποφάσεις”, που επισημαίνει τις αθωώσεις και τις μειώσεις ποινών. “Για τον Negri και συντρόφους μια  maxiέκπτωση ποινής” είναι ο τίτλος. Να σημειωθεί, όπως γράφει ο Scottoni, πως «ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi επιφυλάχθηκε να σχολιάσει την απόφαση όμως παρατήρησε πως, ουσιαστικά, το θεώρημα Calogero άντεξε». Ένα σχόλιο που έρχεται σε αντίθεση με όλες τις ερμηνείες της απόφασης. Τόσο ώστε στην διπλανή σελίδα η Repubblica τιτλοφορεί μέσα σε εισαγωγικά σε όλη την σελίδα “Κατέρρευσε το θεώρημα Calogero”. η Silvana Mazzocchi φτιάχνει ένα collage απόψεων. Στον υπότιτλο: “Ευχαριστημένος? Δεν θα ήξερα να σας πω. Έπραξα ένα είδος αφαίρεσης, δήλωσε ο ανακριτής της έρευνας, Giovanni Palombarini. Τώρα πρέπει να περιμένουμε την αιτιολόγηση, λέγει ένα μέλος της έδρας που αποφάσισε τις καταδίκες σε πρώτο βαθμό”. η Mazzocchi προτείνει μια ερμηνεία της απόφασης. Σχεδόν μια πέτρα επάνω από «χρόνια που πλέον χαρακτηρίζονται απ’ όλους “του μολυβιού” και που προκάλεσαν άγχος και αγωνία,  και φόβο. Χρόνια που πρότειναν την κατάσταση εξαίρεσης και τους νόμους της που δεν σεβάστηκαν πάντα το δίκαιο. Χρόνια που μόνον πρόσφατα επέτρεψαν κανόνες εμπνευσμένους στην ανεκτικότητα και παρήγαγαν αποφάσεις πιο γαλήνιες».

Να σημειώσουμε επίσης ένα σχόλιο του Luigi Ferrajoli, καθηγητού φιλοσοφία δικαίου στο πανεπιστήμιο του Camerino, που στέκονταν πάντα κριτικός σε όλο τον σχεδιασμό της έρευνας: «η απόφαση είναι θετική διότι αποκήρυξε μια μέθοδο και μια κουλτούρα δικαστική Ιεράς Εξέτασης. Ηττήθηκε η δικαστική προσέγγιση ιστοριογραφική και επαγωγική ίδια των χρόνων εξαίρεσης>>. Στο χαμηλό μισό της σελίδας τέλος ένα τελευταίο κομμάτι, αυτή την φορά απ’ το Παρίσι: “Και τώρα απ’ το Παρίσι οι έχοντες καταφύγει εκεί ζητούν μιαν αμνηστία”.
η Corriere della Sera στην πρώτη σελίδα μιλά για “Εκπληκτική απόφαση στην δίκη 7 aprile ενάντια στην Autonomia”, με υπότιτλο: “Έκπτωση στην έφεση για τον Negri. Δεν ήθελε το κόκκινο πραξικόπημα”. Και στην σύνοψη: “Έπεσε η κατηγορία εξέγερσης ενάντια στο Κράτος, παρέμεινε εκείνη της ένοπλης συμμορίας — Στον καθηγητή μειώθηκε η ποινή από 30 στα 12 χρόνια — Aθώος ο Vesce”. Τίτλος όχι ακριβώς πετυχημένος δεδομένου ότι η κατηγορία της ένοπλης εξέγερσης είχε πέσει, αν και τότε λόγω αμφιβολιών, ήδη από τον πρώτο βαθμό. Στην πρώτη σελίδα και ένα σχόλιο, με τίτλο “Οι δυο αλήθειες” με το οποίο υποστηρίζεται πως πάντως ιστορική αλήθεια είναι εκείνη του θεωρήματος Calogero και πως η απόφαση εξηγείται με την λογική της πολιτικής.

Η απόφαση του εφετείου ενάντια στα στελέχη της Autonomia operaia επιβεβαιώνει τον κανόνα της αυξανόμενη ψαλίδας, με το πέρασμα του χρόνου, μεταξύ ιστορικής αλήθειας και δικαστικής αλήθειας, οι οποίες υποχρεωτικά υπακούουν σε αναγκαιότητες και κριτήρια διαφορετικά […] Η οριστική κρίση, εκείνη που περισσότερο μετρά για την συνείδηση της Χώρας, περνά  τώρα στην ιστορία η οποία, διαφορετικά από την δικαιοσύνη, προσδιορίζει και εμβαθύνει τα γεγονότα με το πέρασμα του χρόνου. Και η ιστορική αλήθεια θεμελιώνεται επάνω σε μιαν εντυπωσιακή συγκομιδή ντοκουμέντων, τα οποία μαρτυρούν δίχως καμίαν πιθανότητα αμφιβολίας πως το Potere Operaio και συνεπώς η Autonomia operaia, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα ανοικτά δεδηλωμένο, έχτισαν μιαν πολικο-στρατιωτική οργάνωση για να σχηματίσουν το “ένοπλο κόμμα, partito combattente”, ακολουθώντας τον δρόμο της εξέγερσης, αντιλαμβανόμενη αυτήν σαν εμφύλιο πόλεμο μακράς περιόδου, ασκώντας την ένοπλη πάλη και την τρομοκρατία. 

Στο εσωτερικό, στην σελίδα 9, δυο άρθρα. Το χρονικό της απόφασης, με υπογραφή Paolo Menghini, “Μια ένοπλη συμμορία επικίνδυνων καυγατζήδων”, μια ταμπέλα που συνοψίζει τις καταδίκες των δυο αποφάσεων για εικοσιπέντε κατηγορούμενους και μια συνέντευξη στον Scalzone με τίτλο “Negri και Scalzone: Σημαντικός σταθμός μα λύση είναι η αμνηστία”. Για την Corriere το «θεώρημα Calogero μοιάζει να αντέχει μόνο σαν γενικός συλλογισμός, όμως δυσανάλογος με τις πραγματικές ευθύνες των κατηγορουμένων. […] ο Toni Negri δεν είναι πλέον εκείνος ο μεγάλος στρατάρχης της τρομοκρατίας που αυτά τα χρόνια από πολλές πλευρές ειπώθηκε».

Αμήχανη η Unità. “7 aprile Καταδίκες μειωμένες κατά το ήμισυ στο εφετείο” ο τίτλος της σελίδας αφιερωμένης στην απόφαση. Ο υπότιτλος: “ο Negri ένοχος ληστείας και ένοπλης συμμορίας”. Στη σύνοψη: “Επιβεβαιώθηκαν πολλές από τις καταδικαστικές αποφάσεις για ένοπλη συμμορία και εκείνη που επιβλήθηκε στον Toni Negri για την συνεργία στην θανατηφόρα ληστεία του Argelato. Μια απόφαση κατά τα άλλα ισορροπημένη εκείνη που εκδόθηκε εχθές, μετά από επτά ημέρες συμβουλίου”. Η απόφαση του εφετείου αναγνώστηκε από την Unità σαν μια ουσιαστική επιβεβαίωση εκείνης πρώτου βαθμού. Καμία αναφορά, εκτός από εκείνη μέσα στο κείμενο των χρονικών του Giancarlo Perciaccante, στις αθωώσεις. Στο βάθος της σελίδας μια ιστορική αναπαράσταση του Wladimiro Settimelli: “Οι κακοί δάσκαλοι των χρόνων του μολυβιού. Από το Potere operaio στην εξέγερση”. Διαβάζοντας το άρθρο του Settimelli φαίνεται σαν η απόφαση του εφετείου να μην άλλαξε τίποτα. Αυτή είναι η επίθεση του κομματιού: «Τα σκοτεινά χρόνια, τα “χρόνια του μολυβιού”, με τις ημέρες τρόμου και μίσους εξεγερτικού. Δεκάδες ζωές που έσβησαν παράλογα για να “χτυπήσουν στην καρδιά το Κράτος”, δολοφονώντας απλά έναν δεκανέα των καραμπινιέρων, έναν αστυνομικό της  “αστυνομία Δρόμων”, ένα δεσμοφύλακα, έναν κομουνιστή εργάτη». Όλα μαζί, και όλα να αποδίδονται στον Negri και στους πρώην του Potere operaio. Από τις δεκάδες των ζωών που έσβησαν, τον Negri η εισαγγελία κατηγόρησε για μια, και η δολοφονία ήταν, μέσα σε εισαγωγικά, ένα “λάθος”, και όχι μια πράξη για να “χτυπηθεί το Κράτος στην καρδιά του”, στρατηγική των Brigate Rosse, σίγουρα όχι της Autonomia. Αγγίζουν το γελοίο αποδίδοντας σε έναν άνθρωπο που αναγνωρίστηκε ένοχος συνεργίας σε μια δολοφονία που έλαβε χώρα το 71 την ευθύνη των “χρόνων του μολυβιού”. «Mα η  7 απρίλη 1979 έφθασε στο τέλος της με διαταγή του παντοβάνου δικαστή Pietro Calogero, το περίφημο blitz ενάντια στην Autonomia operaia. Έτσι ξεπηδούν στο φως του ήλιου, τα ονόματα των Toni Negri, Oreste Scalzone, Emilio Vesce, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno και των άλλων που είχαν μετατρέψει το Potere operaio σε μιαν ανατρεπτική ομάδα στην οποίαν έπαιρναν μέρος, σε διάφορα επίπεδα, οι Franco Piperno, Carlo Fioroni και τουλάχιστον άλλα πενήντα πρόσωπα μικρότερης σημασίας».

Αντικειμενικά, με αυτά τα λόγια γραμμένα την επομένη της απόφασης που αθώωσε από την κατηγορία της ένοπλης συμμορίας Alberto Magnaghi, Emilio Vesce και Luciano Ferrari Bravo, ο Settimelli κινδυνεύει την καταγγελία για δυσφήμηση.

Και μετά η τελευταία πινελιά. Σύμφωνα με την απόφαση υπάρχουν κάποιοι κατηγορούμενοι που πέρασαν μέσα στα κάγκελα χρόνια προληπτικής φυλάκισης (Vesce και Ferrari Bravo πάνω από 5) που δεν θα περίμεναν η Unità να μην ξοδέψει μια λέξη επάνω σε αυτό, αντιθέτως, ανάμεσα σε μια γραμμή και μιαν άλλην, χώνει μια φράση του τύπου «από την ομάδα, πάντως, λίγοι κατέληξαν στην φυλακή ή παρέμειναν εκεί μέσα επί μακρόν» κάνοντας να εννοηθεί πως πριν απ’ όλα, όπως δηλώθηκε νωρίτερα σε σχέση με το Potere operaio “κινητήρα” της εξέγερσης, ήταν όλοι ένοχοι και συνεπώς στο τέλος κανείς δεν πλήρωσε όσο θα έπρεπε να είχε πληρώσει. Να σημειώσουμε τέλος την ταμπέλα  (που παραθέτω εδώ κάτω) αφιερωμένη στην απόφαση, με τίτλο “Οι ποινές που επιβλήθησαν στους κυριότερους κατηγορούμενους” στην οποίαν οι απαλλαγές λόγω έλλειψης στοιχείων σημειώνονται με το “insuffic.prove” και όχι με τον όρο “assoluzione” που ήταν, ίσως, περισσότερο επεξηγηματικός και σημαντικός. Για να γίνει μια σύγκριση, στην ταμπέλα της Repubblica χρησιμοποιείται ο όρος “απαλλάχθηκε, assolto”, σε εκείνη της Corriere “απαλλάχθηκε λόγω έλλειψης αποδείξεων, assol.insuf.prove”.

(15 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

αυτονομία, autonomia

29 marzo 1955: nasce Laura Bartolini

O capitano! Mio capitano!…
favacarpendiem.wordpress.com

29 marzo 1955: nasce Laura Bartolini

03Laura_Bartolini

Laura Bartolini nacque a Bologna il 29 Marzo 1955, ed era militante di una formazione autonoma.

Era la sorella di Claudio Bartolini, militante dell’Autonomia, che era stato condannato a 14 anni per la rapina di Argelato, rapina ad un portavalori durante la quale era morto un brigadiere dei carabinieri (secondo i giudici, il mandante dell’azione era Toni Negri).

Il 14 dicembre 1984, sempre a Bologna, Laura Bartolini venne uccisa durante un esproprio ad una gioielleria. Nell’ambito della colluttazione, il gioielliere reagì sparando. La ragazza venne colpita da due proiettili, uno al petto e uno alla schiena, che la uccisero. La complice rimase anche lei ferita durante la rapina. E’ probabile che vi fossero altri due complici ai quali le due giovani avrebbero dovuto aprire la porta, non appena ottenute le chiavi della cassaforte.

Il 15 dicembre 1984, un corteo percorse le strade di Bologna, e, deviando dal percorso prefissato, passò davanti all’Istituto di Medicina Legale, in via Irnerio, per rendere omaggio a Laura Bartolini, morta il giorno precedente.

Nei giorni successivi sui muri dell’Università e su quelli di Medicina legale, comparvero delle scritte: “Laura è con noi. Pagherete caro, pagherete tutto”.

Il 15 dicembre 1984 il sostituto Procuratore Alberto Candi emise nei confronti del gioielliere una comunicazione giudiziaria per eccesso colposo di legittima difesa, comunicazione che però non avrà alcun seguito.

Manifesto_Laura

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη τέταρτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte

του Luca Barbieri

GliInvisibili.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Περνά και ο σεπτέμβρης. Η αληθινή δίκη αναμένεται για τις αρχές του 1982. Στα τέλη οκτώβρη η Repubblica παίρνει συνέντευξη στον Palombarini. Ένα άρθρο μεγάλο μια ολόκληρη σελίδα που δημοσιεύεται στις 30 oκτωβρίου με έναν τίτλο αρκετά ουδέτερο: “Εκείνο που σκέφτομαι για την Αυτονομία και εκείνο που σκέφτομαι για τον Calogero, για τον Toni Negri και για την 7 απρίλη”. Παίρνει την συνέντευξη ο Enrico Filippini ο οποίος παρατηρεί στον Palombarini πως μέρος της κοινής γνώμης και μέρος του τύπου θεωρεί ακόμη τον Negri και μέρος των άλλων συλληφθέντων σαν εγκέφαλο των  BR. «Η εντύπωση σας μου φαίνεται σωστή — απαντά ο Palombarini — αλλά δεν μου προκαλεί έκπληξη. Δεν πρέπει να ξεχνάτε με πόση σιγουριά, για ολόκληρο το 1979, κάποιοι άνθρωποι υποδεικνύονταν σαν εκείνους που οργάνωναν και διοικούσαν τις ερυθρές Ταξιαρχίες, και πόσο επιτακτικά και με πλούτο λεπτομερειών μεγάλο μέρος των οργάνων επικοινωνίας, τυπωμένων ή ομιλούντων, δήλωνε το βάσιμο αυτής της υπόθεσης κατηγορίας. Αυτό όλο είχε τις συνέπειες του που είναι κατανοητές: το πιο σοβαρό πολιτικό έγκλημα μετά τον πόλεμο στην Ευρώπη, η απαγωγή και η δολοφονία του αξιότιμου Moro, δεν είχαν πλέον μυστήρια. Για τον κόσμο ήταν το τέλος ενός εφιάλτη…». Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι εφημερίδες δίδουν μεγάλο χώρο στις απόψεις που εδώ και δυο χρόνια βρίσκονται σε καθημερινή αντίθεση με εκείνες του δημόσιου κατήγορου Calogero.

Τον δεκέμβρη να επισημάνουμε μια πολεμική που φιλοξενείται από τις στήλες της Unità. Στις 22 ο Ibio Paolucci που παρακολουθεί από την αρχή την έρευνα, κάτω από τους υπότιτλους “Μια δίκη που ήρθε πλέον η ώρα να ξεκινήσει”, δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο “Κάποια πράγματα για την επτά απριλίου”. Την πηγή έμπνευσης ο Paolucci την παίρνει από μια παρέμβαση του Scalzone ο οποίος, φυγόδικος, με αφορμή την επέτειο της 21 δεκεμβρίου, δημοσίευσε μια παρέμβαση στο περιοδικό Metropoli, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο μιας δικαστικής διερεύνησης με την σειρά του ύποπτο πως εκπροσωπεί στον τύπο ημιεπίσημα τις ΕΤ, ζητώντας λευτεριά «για εκατοντάδες προλετάριους ένοχους για κάποιαν ληστεία τραπέζης». Αλλά μαζί με τον Scalzone, ο Paolucci νιώθει την υποχρέωση να απαντήσει και στους Massimo Cacciari και Stefano Rodotà οι οποίοι στο περιοδικό Politica ed Economia, που πρόσκειται στο ΚΚΙ, δημοσίευσαν δυο παρεμβάσεις που στοχεύουν την προσοχή κυρίως στην περίπτωση του  Alberto Magnaghi που κατηγορούνταν μονάχα από την μαρτυρία του Fioroni που αναφέρονταν μάλιστα στο 1971. «Mα λοιπόν — σκέφτεται ο Paolucci — θα πρέπει να ξεχάσουμε τα παρασκήνια της σφαγής της  Piazza Fontana μόνον διότι εκείνες οι βόμβες έσκασαν δώδεκα χρόνια νωρίτερα? Μια πέτρα επάνω και στις συνενοχές των στρατηγών των μυστικών υπηρεσιών SID και του γενικού επιτελείου άμυνας και των ανθρώπων της τότε κυβέρνησης?». Η απάντηση των Cacciari και Rodotà, δημοσιευμένη στις 30 δεκεμβρίου 1981, είναι πολύ σκληρή.Είναι ίσως η πρώτη φορά που η Unità φιλοξενεί (ή μήπως είναι υποχρεωμένη να φιλοξενήσει) παρεμβάσεις τόσο αντίθετες με το “θεώρημα Calogero” που θεωρείται και από τους δυο «μια υπόθεση αθροιστική». Η μεγάλη παρέμβαση, πλούσια σε συγκεκριμένες αναφορές στις πράξεις και τα έγγραφα, σαρώνει από την κατάσταση του Magnaghi σε εκείνη κάποιων παντοβάνων κατηγορούμενων (Bianchini, Serafini, Del Re). «Και δεν θα έπρεπε, λοιπόν ναι,  — καταλήγει η παρέμβαση — “να ντρεπόμαστε” που κατηγορίες σχηματίστηκαν με τέτοιον τρόπο ώστε να παρατείνουν επ’ αόριστον τους όρους και τις ημερομηνίες της προληπτικής φυλάκισης, για να κρατήσουν κόσμο στην φυλακή πέρα από κάθε λογικό όριο, τέλος πάντων, ώστε να εκτίσει την ποινή προληπτικά?». Στο περιθώριο βέβαια ο Paolucci διατηρεί για τον εαυτό του την δυνατότητα να μπορεί να πει τον τελευταίο λόγο. Τα όσα είπαν οι Cacciari και Rodotà για τον Paolucci είναι απαράδεκτα. «Άλλο είναι, όντως, να προκαλεί ανησυχίες, καθόλα νόμιμες, το  κατηγορητήριο; άλλο είναι να χαμηλώνει ο τόνος της κουβέντας από την κριτική στην προσβολή […] πρόκειται πάντα για ένα κατηγορητήριο που αξίζει σεβασμό». Να λοιπόν: οι Cacciari και Rodotà προσβάλουν (μα που και πως?) οπότε δεν μιλάω άλλο.

Μεταξύ του 1981 και του 1982, ακριβώς όπως είχε γίνει ένα χρόνο πριν με την απαγωγή D’Urso, τα χρονικά επιστρέφουν να διασταυρώνουν την 7 aprile και τις BR. Η φυσική γειτνίαση των φυλακισμένων έχει πλέον μετατραπεί σε ένα αναπόσπαστο κουβάρι. Όπου υπάρχουν οι BR υπάρχει η Autonomia και συνεπώς η 7 aprile. Στις 17 δεκεμβρίου 1981 απαγάγεται στην Verona ο αμερικανός στρατηγός James Lee Dozier. Η απαγωγή ολοκληρώνεται στην Padova στις 28 ιανουαρίου 1982 όταν μια ομάδα των NOCS, χάρη στην υπόδειξη ενός μετανιωμένου, εισβάλει σε μια γιάφκα στην οδό Pindemonte και ελευθερώνει τον στρατηγό. Η εξίσωση είναι γρήγορη και ξεκάθαρη: Padova=Autonomia. Αναδύεται η υποψία. Για κάποιους (l’Unità για παράδειγμα) είναι μια επιβεβαίωση, για άλλους μια σύμπτωση που πρέπει να αποδειχθεί. Γεγονός είναι πως οι ομολογίες του Antonio Savasta, ενός από τους ταξιαρχίτες του commando, οδηγούν στην φυλακή και πολλούς αγωνιστές ή πρώην αγωνιστές του χώρου της Αυτονομίας. Η υποψία κυκλοφορεί ήδη από τις αρχές ιανουαρίου όταν εξ αιτίας της σύλληψης τεσσάρων αυτόνομων κατάσχονται «έγγραφα με περιεχόμενο σίγουρα παράνομο, μα δίχως (έτσι τουλάχιστον φαίνεται) αναφορές σε συγκεκριμένες τρομοκρατικές ενέργειες». Το γράφει η εφημερίδα il Gazzettino στις 2 ιανουαρίου του 1982 που τιτλοφορεί “η Autonomia έχει έναν ενεργό ένοπλο βραχίονα που δρα σε σχέση με τις Brigate Rosse”. «Σύμφωνα με τους καραμπινιέρους, κάποιοι από αυτούς τους αυτόνομους δεύτερου επιπέδου,  (που δεν είχαν τελείως καεί από την έρευνα του Calogero) μόλις αποφυλακίστηκαν απομακρύνθηκαν από το κίνημα.Και αυτοί ακριβώς έσφιξαν δεσμούς με τις ερυθρές ταξιαρχίες». Η επιβεβαίωση στις υποψίες των αρχών του έτους έρχεται με τις ομολογίες του Antonio Savasta. Η πιο σημαντική σύλληψη σχετική με τις αποκαλύψεις του είναι εκείνη του Fausto Schiavetto, ερευνητού στου Ινστιτούτου ιστορίας των Πολιτικών Επιστημών. Η σύλληψη του ερμηνεύεται σαν μια επιπλέον απόδειξη της σύνδεσης  7 aprile- BR. Μάλιστα γίνεται λόγος για μια νέα διερεύνηση. Μιλούν στην Unità της 11 φεβρουαρίου. “Από τις έρευνες επάνω στην απαγωγή Dozier γεννιέται μια νέα έρευνα στην Padova”, υπότιτλοι στο άρθρο “Autonomia, ανοίγει εκ νέου το κεφάλαιο”. Στην σύνοψη: “Οι ομολογίες πολλών μετανιωμένων έφεραν ξανά στο προσκήνιο πρόσωπα ήδη εμπλεκόμενα στην 7 aprile. Ποιες ήταν οι σχέσεις με τις BR?”. «Μια φωνή που διαχέεται στην Padova εξηγεί το πως οι δικαστές θα είχαν αρχίσει ξανά να εμβαθύνουν τις στενές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις BR και την οργανωμένη Αυτονομία». Η σχέση μεταξύ BR και 7 aprile συγκροτείται από την σύλληψη του Schiavetto. Αυτό είναι το πορτρέτο του και ο ρόλος που είχε στην έρευνα 7 aprile όπως το διηγείται ο Michele Sartori:

ο Fausto Schiavetto, 37 χρονών, υπήρξε επί μακρόν στρατευμένος στο κομουνιστικό Κόμμα: επαρχιακός γραμματέας της νεολαίας του κόμματος FGCI στα τέλη των χρόνων εβδομήντα, στην συνέχεια δημοτικός σύμβουλος. Στις πολιτικές Επιστήμες είχε πάρει το δίπλωμα του, και παρέμεινε στην σχολή ως καθηγητής, εγκαταλείποντας προοδευτικά το κόμμα και πλησιάζοντας την ομάδα Negri, στην οποίαν πλέον παραμένει μόνιμα μέχρις ότου ξεσπά η έρευνα 7 aprile.  Εκείνη την διερεύνηση το όνομα του την διατρέχει πολλές φορές: η χωρισμένη του γυναίκα μαρτυρεί για πολλές συναντήσεις οργανωτικές της κορυφής των αυτόνομων στο σπίτι τους, και αναφέρει και σχέσεις του Schiavetto με τον Daniele Pifano. O ανακριτής (Palombarini, σημειώνει μια ) αντιθέτως τον είχε ακούσει μόνο σαν μάρτυρα υπεράσπισης άλλων καθηγητών των πολιτικών επιστημών που είχαν συλληφθεί. […] Ένας από τους φύλακες του Dozier θα είχε αναφέρει πως ναι, σχετικά με αυτά που εγνώριζε, όλο εκείνο το υλικό παρέχονταν στις BR από  τους υπεύθυνους του τομέα  “αντιπληροφόρησης” της Αυτονομίας της Πάντοβα. Ονόματα, κανένα. […] Εάν τα λόγια έχουν κάποιο νόημα, αυτό σημαίνει πως υπάρχει μια ευρεία δομή που είναι και παραμένει αυτόνομη. Όμως χτυπιέται περνώντας διαμέσου των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Οι οποίες για να την γνωρίζουν με τόσην ακρίβεια θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς να διατηρούσαν με αυτήν στενές σχέσεις και όχι περιστασιακές.

Μια κουβέντα που κυλά ομαλά. Οι κατηγορούμενοι της 7 απρίλη συνδέονται με την απαγωγή Dozier. Η σύλληψη του Schiavetto (ο οποίος, πρέπει να γνωρίζουμε, στην δίκη θα αθωωθεί) το 1982 για την Unità είναι μια απόδειξη. Οπότε το θεώρημα Calogero βρίσκει μιαν ακόμη επιβεβαίωση.

Στις 4 φεβρουαρίου, δίχως πολλές φανφάρες, ο Carlo Fioroni αφήνει την φυλακή της Matera όπου βρίσκονταν έγκλειστος για τον θάνατο του Carlo Saronio. Γιατί να γίνει λόγος εξάλλου? Διότι οι εφημερίδες, και κυρίως η Unità και η Corriere, είχαν πάντοτε υποστηρίξει την αξιοπιστία της ομολογίας του, απ’ όπου κατάγεται το blitz της 21 δεκεμβρίου 1979, με την επιχειρηματολογία πως αυτή δεν μπορούσε να είναι “ενδιαφερόμενη”, να έχει συμφέρον δηλαδή, διότι τότε δεν είχαν ακόμη προβλεφθεί εκπτώσεις ποινής για τους “μετανιωμένους”. La legge Cossiga infatti venne dopo le confessioni rilasciate nel dicembre del ’79. Στον Fioroni πάντως εφαρμόστηκε, σε δεύτερο βαθμό, μια ουσιαστική έκπτωση ποινής. Τα 27 χρόνια μειώθηκαν σε 10 και τέλος σε 7 με την αμνηστία των τελευταίων 3 χρόνων. Είναι ενδιαφέρον να δούμε το πως οι εφημερίδες διηγούνται αυτή την αποφυλάκιση. Πρώτη απ’ όλες η Corsera που στις 5 φεβρουαρίου αφιερώνει στην είδηση ένα άρθρο στα χαμηλά της πέμπτης σελίδας. Το τίτλος εντυπωσιάζει διότι δεν κάνει καμία αναφορά στην 7 aprile ούτε στην απαγωγή Saronio: “Ελεύθερος από εχθές ο Fioroni (υπόθεση Feltrinelli) ο πρώτος μετανιωμένος της ιταλικής τρομοκρατίας”. Και στον υπότιτλο “μετά από επτά χρόνια στο σωφρονιστικό ίδρυμα προστατεύεται από αστυνομικούς”. Ο ρόλος του Fioroni στην περίπτωση Feltrinelli είναι ίσως το πιο ανούσιο πράγμα που θα μπορούσε να ειπωθεί για λογαριασμό του. η Repubblica αφιερώνει στον Fioroni το άνοιγμα της έβδομης σελίδας, “ο Fioroni επιστρέφει στην ελευθερία, υπήρξε ο πρώτος των μετανιωμένων”, και μια μικρή συνέντευξη, “Δεν το περίμενα”, στην οποίαν ο  “καθηγητάκος” επιβεβαιώνει τους ηθικούς και πολιτικούς λόγους στην βάση της μετάνοιας του. ο Fabrizio Ravelli την απελευθέρωση του Fioroni την διαβάζει με αυτό τον τρόπο: «ο Fioroni επιστρέφει ελεύθερος με ένα μέτρο που έχει την βαρύτητα ενός μηνύματος που στέλνεται στην γενιά των μετανιωμένων. Δύσκολα θα ξανά ακούσουμε να μιλούν για αυτόν. Αφήνει πίσω του τα τέσσερα κελιά που είχαν τροποποιηθεί σε διαμέρισμα στην ειδική ακτίνα της φυλακής της Matera και ξεκινά μιαν ύπαρξη  “κυνηγημένου”. Κανείς δεν ομιλεί πλέον γι αυτόν, το πιθανότερο είναι πως τους παρείχαν τα μέσα για να το σκάσει από το αμείλικτο κυνήγι που από τα σήμερα και στην συνέχεια το ένοπλο κόμμα θα εξαπολύσει εναντίον του». η Unità δημοσιεύει την είδηση στην δεύτερη σελίδα με μιαν έκδοση ολοκληρωτικά αφιερωμένη στις εξελίξεις της απαγωγής Dozier κάτω από τους υπότιτλους “Κι άλλα κτυπήματα στην τρομοκρατική εκτροπή, νέες συλλήψεις, μετά την επιχείρηση Dozier και την ανακάλυψη και άλλων γιαφκών”. Το άρθρο, “Επιστρέφει ελεύθερος ο Carlo Fioroni, ο πρώτος που συνεργάστηκε με την δικαιοσύνη”, μιλά  ξανά για τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις του μετανιωμένου για την δίκη 7 aprile.

Στις 7 ιουνίου 1982 στην Roma θα έπρεπε να ξεκινήσει η ακροαματική φάση της δίκης 7 aprile. Η δίκη θα πρέπει να διεξαχθεί μπροστά στο πρώτο Κακουργιοδικείο ταυτόχρονα με την δίκη των ταξιαρχιτών υπεύθυνων της δολοφονίας του Aldo Moro. Οι δυο διαδικασίες θα έπρεπε να διεξάγονται εναλλάξ μέρα παρά μέρα μπροστά στην ίδια δικαστική έδρα. Οι κατηγορούμενοι της ομάδας 7 aprile διαμαρτύρονται παραπονούμενοι για τον κίνδυνο πρόκλησης σύγχυσης που αυτή η αλληλεπικάλυψη θα μπορούσε να γεννήσει στην κοινή γνώμη και η έδρα προσανατολίζεται πράγματι για μιαν αναβολή στο νοέμβρη της δίκης. Οι κοντινές στην έναρξη της ακρόασης ημέρες προσφέρουν έτσι κι αλλιώς στις εφημερίδες την ευκαιρία για να αφιερώσουν μεγάλο χώρο με δουλειές που ξεδιπλώνουν, σχεδόν συνολικά, τις κατηγορίες στους εναγόμενους.  η  Gazzettino σε αυτή την αναπαράσταση αφιερώνει μάλιστα ένα ειδικό αφιέρωμα δημοσιευμένο σε δυο συνέχειες στις 4 και 5 ιουνίου 1982. Δυο σελίδες που κάνουν εντύπωση διότι δίδουν χώρο αποκλειστικά στις θέσεις που εκτίθενται στην παραπομπή σε δίκη από τον δικαστή Francesco Amato. Το πρώτο μέρος, εκείνο της 4 ιουνίου, παρουσιάζει ένα “γενικό” πλάνοτου κατηγορητηρίου σε εννέα στήλες, με υπογραφή του Enzo Iacopino, υπό τον τίτλο: “ο Toni Negri ήταν ο ηγέτης μιας ένοπλης συμμορίας που έσπερνε μίσος και στόχευε στον εμφύλιο πόλεμο”. Στο μέσον ψηλά στην σελίδα μια κάρτα, με τον έλεγχο των αδικημάτων, “όλα τα αδικήματα, έγκλημα προς έγκλημα”, και στο βάθος η κάρτα εννέα κατηγορουμένων. Εννέα φωτογραφίες  (Negri, Bignami, Monferdin, Vesce, Ferrari Bravo, Gavazzeni, Maesano, Strano, Scalzone) και μια μικρή στήλη που παρουσιάζει για τον καθένα τις κυριότερες κατηγορίες. Όλα υπό τον τίτλο: “Τα πιο γνωστά πρόσωπα μιας συνωμοσίας που ήθελε να καταστρέψει την Repubblica”. Στο εσωτερικό χαμηλά που είναι αφιερωμένο στους κατηγορούμενους μια κάρτα για τους δικαστές της έδρας, “ο Santiapichi, μια εγγύηση για Κράτος και κατηγορούμενους”.

Η επόμενη συνέχεια του αφιερώματος του Gazzettino, δημοσιευμένη στις 5 ιουνίου, επικεντρώνει αντιθέτως την προσοχή, με άρθρα που λειτουργούν σαν “κάρτες εμβάθυνσης”, επάνω σε μεμονωμένα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι εναγόμενοι. Ο τίτλος στην κεφαλή, σε εννέα στήλες, αναφορικά με το άρθρο για την ληστεία του Argelato: “Σκότωναν λέγοντας: «Είμαστε αυτόνομοι»”. Ο υπότιτλος είναι: “Οι επιχειρήσεις της μπάντας του Toni Negri: η δολοφονία του Argelato του δεκανέα Andrea Lombardini”. Ψηλά  στην σελίδα και το σχόλιο του Enzo Iacopino: “Απειλούν την ελευθερία” (να σημειωθεί η χρήση του παρόντος για πρόσωπα που εδώ και τρία χρόνια κρατούνται στην φυλακή). «Έσπερναν βακίλους θανάτου. Το έκαναν για πολλά χρόνια με μια escalation που, για όσον τους αφορά, κατέληξε με την δολοφονία του Carlo Saronio. […] Είναι επίσης σε ανθρώπους σαν κι αυτούς που ο καθένας από εμάς οφείλει την μείωση των προσωπικών χώρων ελευθερίας που καθορίστηκε από μιαν νομοθεσία εξαίρεσης-έκτακτης ανάγκης που κατέστη απαραίτητη από την πρακτική του μίσους, όνειρο και προορισμός του Toni Negri και της μπάντας του. Ναι, εκτός απ’ τα πολλά πένθη, σε αυτούς οφείλουμε και αυτό». Στην μέση και χαμηλά της σελίδας ανακατασκευάζονται άλλα τρία επεισόδια για τα οποία κατηγορείται ο Negri: η επίθεση στην Face-Standard (“Δισεκατομμύρια ζημιών εξ αιτίας του κόκκινου τρόμου”), ο θάνατος του Saronio (“Όταν ο σύντροφος σκότωσε τον σύντροφο”), και μια λίστα απαγωγών, μεταξύ των οποίων μια για τον Eugenio Cefis, και επιθέσεις που, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, το Potere operaio θα είχε σχεδιάσειa (“Montedison, δημοσιογράφοι και καθηγητές στο σκόπευτρο των «εργατών» του Negri”). Δυο μικρές στήλες αφιερώνονται επίσης στον “Fioroni: ο πρώτος μεταξύ των μεγάλων μετανιωμένων” και “Piperno και Pace, δυο απουσίες ανησυχητικές”.

η Corriere della Sera βγαίνει στο θέμα στις 6 ιουνίου  υποδεικνύοντας ήδη στο συνοπτικό πως “προβλέπεται η αναβολή για το φθινόπωρο μετά από μια ή δυο ακροαματικές διαδικασίες”. Το αφιέρωμα αποτελείται από ένα άρθρο, με τίτλο σε έξι στήλες, του Paolo Graldi, “Στο κακουργοδικείο ο Negri και άλλοι 71 της 7 aprile”, και ένα σχόλιο του Giancarlo Pertegato (χρονογράφου ο οποίος μαζί με τον Antonio Ferrari διηγήθηκε την αυγή της έρευνας) που αναρωτιέται: “Η στρατιά της τρομοκρατίας είχε ένα γενικό επιτελείο?”. ο Pertegato διαπιστώνει τις θετικές συνέπειες της έρευνας (η εξαφάνιση του ανατρεπτικού φαινομένου από την Padova) και αναρωτιέται εάν θα γίνει δυνατό να αποδειχθεί πως η Autonomia operaia ήταν πραγματικά μια οργάνωση με έναν διευθυντικό εγκέφαλο.

η Unità, που τις προηγούμενες ημέρες αγνόησε πως η προθεσμία πλησίαζε, δημοσιεύει στις 8 ιουνίου ένα σύντομο άρθρο του Sergio Criscuoli, “Ξεκίνησε και αμέσως ανεβλήθη η δίκη της 7 aprile”. “Αίθουσα γεμάτη δικηγόρους, κλουβιά των κατηγορουμένων έρημα”, είναι ο υπότιτλος.

Και στην συνέχεια, προαναγγελθέντος, η αναβολή για τις 9 Νοεμβρίου. Μα η ιστορία που διηγούμαστε είναι ένα είδος  “ατέλειωτης ιστορίας” (που δεν οριοθετείται στον χρόνο και ίσως ούτε και στον χώρο). Τον νοέμβρη η Έδρα, υπερφορτωμένη από την εργασία της δίκης Moro, επιλέγει μιαν επί πλέον τεχνική αναβολή για την άνοιξη του 1983. Η περίπτωση ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί: για πρώτη φορά ο professor Antonio Negri εμφανίζεται πίσω από τα κάγκελα σε μιαν αίθουσα bunker. Η δεύτερη αναβολή προκαλεί απογοήτευση.η  Gazzettino, που δείχνει να στοχεύει πολύ στο θεώρημα Calogero (επίσης διότι η δίκη Moro θα είχε δείξει μιαν συγκεκριμένη «ιστορική ιδεολογική συνέχεια και συνάφεια» ανάμεσα στην Autonomia και τις BR) είχε αποστείλει στην περιοχή τον Giampiero Rizzon. η Lietta Tornabuoni, που ακολουθεί αυτή την σύντομη εμφάνιση για την εφημερίδα la Stampa του Torino, αντιθέτως καταγράφει μιαν σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που θα μεταφερθεί επίσης στην συνέχεια και από άλλους μάρτυρες της επανέναρξης της δίκης. Γεγονός είναι πως αυτή που ανακοινώθηκε στην αρχή σαν η  “δίκη του αιώνα”, δεν έχει τίποτα που να προκαλεί εντύπωση. Πίσω από τα κάγκελα, οι κατηγορούμενοι, περισσότερο από στρατηγικός εγκέφαλος της ιταλικής τρομοκρατίας, μοιάζουν μοναχά σαν άνθρωποι εκτός τόπου. η Tornabuoni καταγράφει αυτό το είδος απογοήτευσης σε ένα κομμάτι, “Τα χαμένα χρόνια της 7 aprile”, δημοσιευμένο στις 10 νοεμβρίου 1982. «Με την αναγγελία της έναρξης κανείς δεν φωνάζει, κανείς δεν διαμαρτύρεται πίσω από τα κάγκελα, ανάμεσα σε εκείνα τα συζητήσιμα πρόσωπα, πρόσωπα που ταιριάζουν στο πανεπιστήμιο, στο βιβλιοπωλείο ή στο σεμινάριο, ανάμεσα σε εκείνες τις γενειάδες που γκριζάρισαν λιγάκι,  με τα κοτλέ τους ρούχα, εκείνες τις πρόωρες φαλάκρες». Οι γνώμες που εκθέτονται από την Tornabuoni μεταφέρουν μιαν αίσθηση “αποστράτευσης”, ενός δραστικού ξεφουσκώματος της δίκης. όπως εκείνη του Marco Boato: «Μια παρόμοια ιδέα κατέρρευσε, του Negri και των άλλων σαν ιδεολόγων ή εγκεφάλων των BR δεν γίνεται πλέον λόγος εδώ και κάποιο διάστημα […] Φυσικά για τους θεσμούς είναι πολύ ντροπιαστικό να πρέπει να φέρουν στο φως το ξεφούσκωμα αυτής της ιστορίας…». η Tornabuoni καταλήγει με αυτό τον τρόπο: «Εάν οι ιστορικές πολιτικές δίκες έβλεπαν στην κοινή γνώμη τον ανταγωνισμό μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών, αυτή η υπόθεση πλήγωσε την ιταλική αριστερά χωρίζοντας το PCI από όλες τις άλλες ομάδες ή κόμματα. Έχοντας γίνει σήμερα λιγότερο αποδεικτικοί, και οι κομουνιστές εκφράζουν την λύπη τους για την αναβολή: σχεδόν τέσσερα χρόνια προληπτικής φυλάκισης είναι μια απρέπεια, προειδοποιεί η Amnesty International, και η “περίπτωση 7 aprile” πρέπει απλούστατα να ξαναγίνει η “δίκη 7 aprile”».

“Η δίκη σε λίστα αναμονής. Νέα ακροαματική διαδικασία αναβολή της 7 aprile στην Roma”, τιτλοφορεί η Unità της 10 νοεμβρίου. Να σημειώσουμε πως εδώ και πολύ καιρό η εφημερίδα του PCI παραπονιέται για την καθυστέρηση της δίκης. Ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός πως τα κακουργοδικεία στην Roma είναι μονάχα τρία και όλα κατειλημμένα με σημαντικές δίκες. Το PCI, σημειώνει εδώ και καιρό η Unità, έχει υπογράψει μια πρόταση νόμου για την δημιουργία μιας τέταρτης έδρας. ο Sergio Criscuoli καταγράφει και νέες πολεμικές μεταξύ κατηγορουμένων και PCI:

”Εάν η δίκη δεν ξεκινά ζητούμε την αποφυλάκιση με εγγύηση για όλους τους φυλακισμένους κρατουμένους ”, επάνω σε αυτό το σύνθημα έχτισαν όλοι τα λόγια τους, στα οποία η δίκαιη διαμαρτυρία για την απίστευτη αλυσίδα αναβολών συνοδεύεται από τις πλέον κοινότοπες υπερασπιστικές θέσεις σύμφωνα με τις οποίες η απαγγελία κατηγορίας για την  7 aprile θα ήταν μια υπερβολή, θα ήταν στημένη, μια προσπάθεια δηλαδή να δικαστούν οι ιδέες, που φυσικά προωθούσε το ΚΚΙ. Οι συνήθεις επιθέσεις στο κομουνιστικό κόμμα προτείνονται ξανά με τρόπο προσωποποιημένο και  σαφή. Οι κατηγορούμενοι θυμώνουν με το “Τμήμα για τα προβλήματα του Κράτους” του PCI, ανακαλώντας στην μνήμη του χρονογράφου τους χρόνους κατά τους οποίους μπάντες ένοπλων αυτόνομων, μεταξύ επιθέσεων με πυροβολισμούς και μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης τριγυρνούσαν γράφοντας στους τοίχους το όνομα του συντρόφου  Pecchioli con la kappa, με κ δηλαδή

Η απόφαση προκαλεί πάντως και μεγάλες πολεμικές, τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά. Εξοργίζεται ο Giorgio Bocca στην Repubblica της 11 νοεμβρίου, σε ένα λακωνικό σχόλιο με τίτλο “Η δίκη της 7 aprile”. «Η αναβολή της δίκης 7 aprile είναι το  τελευταίο μιας ντροπιαστικής σειράς, αν και μπορεί να γυρίσει υπέρ των κατηγορουμένων και της δικαιοσύνης. Ντροπιαστική λόγω του ότι ένα πολιτισμένο Κράτος δεν κρατά στην φυλακή τους πολίτες του για τρία χρόνια δίχως να τους δικάσει, και δεν τους κρατά ενώ την ίδια ώρα ελευθερώνει τους σίγουρα ενόχους όπως εκείνον τον Fioroni, που σήμερα εξαφανίστηκε στο πουθενά, που απήγαγε και σκότωσε τον καλύτερο του φίλο». ο Bocca υποστηρίζει πως, σχετικά με εκείνη των ταξιαρχιτών, αυτή της “7 aprile” είναι «μια άλλη ιστορία, μια άλλη ανθρωπότητα». «Το μοναδικό ανατρεπτικό σχέδιο ή ο εγκέφαλος της τρομοκρατίας υπήρξαν στην καλύτερη των περιπτώσεων μια εξαναγκαστική ερμηνεία, μια υπερβολή κάτι θεληματικό, μια επιθυμία, σίγουρα όχι αξιέπαινη, των κομμάτων για να λυγίσουν την δικαιοσύνη προς δικό τους όφελος, σύμφωνα με τα συμφέροντα τους». Εξοργίζεται για την εκ νέου αναβολή της δίκης ξανά η Unità. Ταυτόχρονα με εκείνο του Bocca βγαίνει ένα άρθρο με υπογραφή του Ibio Paolucci με τίτλο “Σκανδαλώδεις καθυστερήσεις για την δίκη 7 aprile”, και στον υπότιτλο “Ενώ συνεχίζεται μια παράλογη πολεμική με το PCI”. «Ανυπόφοροι και σκανδαλώδεις: δεν βρίσκουμε άλλα επίθετα για να χαρακτηρίσουμε τους χρόνους της καθυστέρησης στην έναρξη της δίκης αποκαλούμενης 7 aprile», γράφει ο Paolucci. Μα γιατί είναι σκανδαλώδης αυτή η καθυστέρηση?

Έχει επιτευχθεί μια κατάσταση εξευτελιστική για ένα κράτος δικαίου. Με εκείνη την δίκη “σε λίστα αναμονής” , οι κατηγορούμενοι μπορούν να επιβεβαιώσουν πως αυτή η δίκη, δεν είναι επιθυμητή, πως θέλουν να την “θάψουν κάτω από την άμμο” και να την  “κρύψουν” για να προστεθεί στην συνέχεια πως πρόκειται για μιαν δίκη “σχεδόν δίχως συγκεκριμένα αδικήματα” (και αντιθέτως υπάρχουν δεκάδες και δεκάδες, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών), καρπός (το λέει ο prof. Antonio Negri) “σκευωριών οργανωμένων από τις μυστικές υπηρεσίες, από την αντιδραστική δικαιοσύνη, από τον διαπλεκόμενο τύπο και από τις πολιτικές δυνάμεις του ιστορικού συμβιβασμού Επί πλέον αυτή η κατάσταση που έχει βαλτώσει, επιτρέπει στον εκπρόσωπο των κατηγορουμένων να επιρρίψει ευθύνες ενάντια σε ένα νομικό της πολιτικής αγωγής, τον Fausto Tarsitano που απλώς τελεί το καθήκον του δικηγόρου (του οποίου εδώ στο πλάι δημοσιεύουμε μιαν επιστολή απάντησης) και ενάντια στο κόμμα μας, που εκείνης της  »συνωμοσίας” θα ήταν ο μεγάλος σκηνοθέτης».

Εκείνη του Tarsitano, δικηγόρου ναι της πολιτικής αγωγής, μα εκείνο που ίσως μετρά περισσότερο, στελέχους του PCI, είναι μια φιγούρα που θα είναι αντικείμενο πολεμικών από πλευράς υπεράσπισης για όλη την διάρκεια της δίκης.

To 1981 και το 1982 αντιπροσωπεύουν ένα είδος κρανίου τόπο. Μια ολίσθηση που έχει παραχθεί από τις συνεχείς αναβολές της δίκης και από την προληπτική φυλάκιση. Η προσοχή των εφημερίδων, απόντων των σημαντικών ειδήσεων, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται. Είναι δυο χρονιές που σφίγγονται μεταξύ δυο χρονικών: εκείνου της διερευνητικής φάσης (’79 και ’80) και εκείνου της δίκης (’83-’84). Παράθυρα ανοίγονται σπασμωδικά ταυτόχρονα με την κατάθεση των δικαστικών εγγράφων. Το χρονικό όμως μοιάζει αρτηριοσκληρωτικό, ακραία παθητικό. ο Calogero σέρνει την αμφιβολία πως ο Negri και η 7 aprile μπορούν να συνδεθούν εκ νέου με την απαγωγή Moro? Έτσι είναι. Ξεχνώντας τον Peci και όλα τα υπόλοιπα. Τα στοιχεία που εξυψώνονται είναι μόνο εκείνα που επιβεβαιώνουν την αρχική εικόνα. Τα κατηγορητήρια παρέχουν πλέον τα σωστά λόγια που πρέπει να περιληφθούν. Είναι κομμάτια που κατά τα άλλα θεωρούνται εύκολα. Όχι γιατί δεν υπάρχει πολύ διάβασμα που θα προκαλέσει κούραση. Μα διότι πλέον είναι γνωστό τι πρέπει να ψαχτεί  μέσα σ’ εκείνες τις χιλιάδες σελίδες.

8. 1983 — 1984: η δίκη

Το 1983 είναι η χρονιά κατά την οποίαν ξεκινά, επί τέλους, η δίκη 7 aprile. Mα υπάρχει ακόμη χρόνος για μιαν mini αναβολή. Η έναρξη των ακροάσεων ορίσθηκε για τις 24 φεβρουαρίου αλλά η ημερομηνία θα αναβληθεί για τις 7 μαρτίου λόγω της έναρξης στο Milano μιας ανάλογης δίκης στην Autonomia που βλέπει εμπλεκόμενους, αν όχι τους κατηγορουμένους (στους οποίους δεν παραχωρήθηκε η άδεια μεταφοράς) τουλάχιστον τους δικηγόρους. Η προσοχή, παρότι είναι γνωστή ήδη η προβλεπόμενη αναβολή για τα μέσα του μαρτίου, είναι υψηλή.  Οι τίτλοι των μεγάλων εφημερίδων είναι πάντως αρκετά ουδέτεροι, και φέρονται να καταγράφουν περισσότερο την πολυπλοκότητα της υπόθεσης παρά ένα θόρυβο που πλέον τέτοιος δεν υπάρχει. η Corriere della Sera κάνει λόγο στις 24 φεβρουαρίου, με την πένα του Antonio Ferrari, στην σελίδα 7. Ένα άρθρο σε επτά στήλες πλαισιωμένο από μιαν μεγάλη foto του Toni Negri. “Πως γεννήθηκε η Autonomia Operaia στην Padova”, είναι ο τίτλος. Ο  υπότιτλος: “Η δίκη επτά απρίλη ύστερα από σχεδόν τέσσερα χρόνια από τις πρώτες συλλήψεις των leader της άκρας αριστεράς”. Να καταγράψουμε πως σχεδόν το ένα τρίτο της μεγάλης σύνοψης (αντίθετα από το άρθρο που συμπυκνώνει το άρθρο  σε λίγες γραμμές) θυμίζει πως “Ο παντοβάνος ανακριτής Giovanni Palombarini, αντιθέτως, θεώρησε τις ενδείξεις ανεπαρκείς ώστε να υποδειχθεί η ύπαρξη της ένοπλης συμμορίας που ο δημόσιος κατήγορος εντόπισε”. Όπως συνέβη και τον προηγούμενο νοέμβρη ο Ferrari καταγράφει μια κάποια αποξένωση: «Ο χρόνος φαίνεται να έχει μειώσει το μεγάλο ζήτημα, που άνοιξε η 7 aprile του ’79, σε μιαν απλή διαλεκτική άσκηση: ωσάν η πολεμική για τον εγγυητισμό να είναι η μοναδική ψυχή της δίκης, ωσάν η συζήτηση να πρέπει να παραμείνει στον αέρα, μετέωρη, και να μην κατέβει στα συγκεκριμένα επεισόδια: στις νύχτες με τις φωτιές, στις επιθέσεις, στις ληστείες, στις απόπειρες απαγωγής, στα κρυμμένα σε αποθήκες όπλα, στις κλοπές ταυτοτήτων. Υπάρχει ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στην πολεμική και την πραγματικότητα».

Όμως το μεγάλο τσίρκο της πληροφόρησης είναι κινητοποιημένο. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα είδος κυκλώματος. Αναπτύσσονται μηχανισμοί και απεσταλμένοι, μα στην συνέχεια η πλατεία για το κοινό (με την γελοία ιδιαιτερότητα πως οι τρεις πρώτες σειρές αφήνονται κενές για λόγους ασφάλειας) αποκαλύπτεται κενή. Ίσως τον κόσμο δεν τον ενδιαφέρει πλέον το θέμα και οι εφημερίδες προσαρμόζονται. ο Paolo Guzzanti, απεσταλμένος για την Repubblica, καταγράφει όλο αυτό στις 25 φεβρουαρίου του’83. Το άρθρο, έχει τίτλο: “Επιτέλους έφθασε η μέρα του Toni Negri και των φίλων του”. Ο υπότιτλος: “Ήρεμος, κομψός, άσπροι οι κρόταφοι, ένα χαμόγελο αμήχανο” αναφέρεται στον Negri. Ένα πορτρέτο για το στυλ του πρωταγωνιστή που ξεκινά από την ενδυμασία και φθάνει στις εκτιμήσεις του κατά πόσον οι κατηγορούμενοι είναι αστοί ή προλετάριοι. Όλοι καλοντυμένοι, κι ένας, ο Negri ακριβώς, που είναι και υποψήφιος στις επόμενες πολιτικές εκλογές. «Τα τελευταία “click” των φωτογράφων ακολουθούν τα “zip” των φερμουάρ. Μεγάλες τσάντες και μηχανήματα στην πλάτη, οι κυνηγοί εικόνων προχωρούν προς την έξοδο. […] Μα το  πάθος, το δράμα, δεν ειδώθηκε».
Στις 26 φεβρουαρίου, όταν καταγράφεται η νέα αναβολή (“Ανεβλήθη για της 7 μαρτίου η δίκη ενάντια στον Negri” στην Corriere σε έξι στήλες) και η εφημερίδα της via Solferino βουτά στην ατμόσφαιρα. «Εκείνα τα ζωγραφισμένα και αδιαπέραστα κλουβιά, αυτά τα κάγκελα που καθιστούν ομιχλώδη τα εσωτερικά, και όπου τα πρόσωπα μοιάζουν καθαρά και οι φωνές φυσικές που συγκρατούνται από το μέταλλο παραμένουν μια εικόνα ανυπόφορη, διότι είναι επίσης η εικόνα μιας δικαιοσύνης που παρουσιάζεται στο  ραντεβού με τους κατηγορούμενους σε τέσσερα χρόνια απόσταση από την σύλληψη τους» γράφει Graldi στο κομμάτι με το ρεπορτάζ. Στον Ferrari το καθήκον να καταγράψει ξανά την απογοήτευση (το άρθρο έχει τίτλο “Λίγοι θεατές, κάποιες αψιμαχίες”): «Είναι μια δίκη που έχει σμικρυνθεί, αυτή της 7 aprile, ενάντια στους αρχηγούς της οργανωμένης Autonomia operaia, με άρωμα τρομοκρατίας. Σμικρύνθηκε γιατί δεν είναι όπως πριν. Στην θέση του πάθους και των πολεμικών μπήκε η σιωπή, ή μια γενικευμένη απουσία. […] Απέχει η προσοχή της κοινής γνώμης, που μοιάζει κουρασμένη γι αυτές τις υποθέσεις πολιτικό-δικαστικές, μακρές και δυσκίνητες».

Στις 7 μαρτίου, επιτέλους, ξεκινά η πραγματική δίκη.Eπαναλαμβάνεται και καταγράφεται μια αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στην σοβαρότητα των κατηγοριών και της ατμόσφαιρας στην αίθουσα. Το bunker του Foro Italico φρουρείται ακόμη και με ένα αμφίβιο θωρακισμένο και από ελικόπτερα που πετούν στον ουρανό. Τα metal detector στην είσοδο συλλαμβάνουν κάθε μεταλλικό αντικείμενο. Οι δημοσιογράφοι, η Rossanda, η Tornabuoni, Graldi, καταγράφουν τις πρώτες δικαστικές αψιμαχίες. Διαβάζοντας το άρθρο της Corriere, “Το κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη της Roma ενάντια στον Negri και άλλους 70 αυτόνομους κατηγορούμενους”, θαμμένο στο βάθος της έβδομης σελίδας, η δίκη του αιώνα είναι μια θανάσιμη ανία. Η μοναδική εφημερίδα που καταφέρνει να δώσει ζωντανή μιαν ημέρα στην οποίαν έτσι κι αλλιώς θέλει αποδώσει μεγάλη προσοχή είναι το Manifesto, που επικεντρώνει το  βλέμμα του στην απρόοπτη σύνταξη σαν πολιτική αγωγή του Ιταλικού Κράτους. Το γεγονός διηγείται ένας νεότατος Gianni Riotta (“Το κράτος ζητά και τις ζημιές από τους κατηγορούμενους για επανάσταση”). «Η μεγάλη δίκη για την μεγάλη ένοπλη επανάσταση ενάντια στις εξουσίες του κράτους καθίσταται μικρή μικρή, σαν λεπτοδουλειά, σαν σχολαστική λογιστική κατάσταση, έκθεση. Γιατί το κράτος νιώθει την ανάγκη να συσταθεί σαν πολιτική αγωγή? Διότι έχει ένα “αντικειμενικό δικαίωμα” και συνεπώς θέλει να κυνηγήσει τους κατηγορούμενους για τις επιταγές  “εκατό εκατομμυρίων” που έδωσε στα θύματα της τρομοκρατίας». Συστήνονται λοιπόν πολιτική αγωγή ενάντια στους κατηγορούμενους της 7 aprile «η προεδρία του υπουργικού συμβουλίου, το υπουργείο οικονομικών, των εσωτερικών και της δικαιοσύνης». Εκτός απ’ τον Riotta, όπως ειπώθηκε, το Manifesto τοποθετεί την Rossanda, έκπληκτη από την ανάγνωση των απαγγελιών κατηγορίας:

Υπάρχει απ’ όλα. Όχι, λείπει ο βιασμός, πρέπει να ξεχάστηκαν, το παρέβλεψαν. Η αίθουσα θα έπρεπε να ακούει κεραυνοβολημένη και αντιθέτως ακούει απόμακρη, δίχως να πιστεύει στ’ αυτιά της, την διαπερνά μια δυσφορία. […] Παράξενο που, αφού πληροφορηθήκαμε πως εκείνη η χούφτα διανοουμένων κατηγορήθηκαν ούτε λίγο ούτε πολύ και για ένοπλη επανάσταση και εμφύλιο πόλεμο, ούτε ένας από αυτούς ή ένας δικηγόρος υπεράσπισης ή ένας καραμπινιέρος δεν μπορεί να πει: “Συγνώμη, κύριε πρόεδρε, για ποιον εμφύλιο πόλεμο μιλάτε? Ποια επανάσταση? Που? Πότε?”. […] Όλο και λιγότερο, μέσα σε αυτόν τον ανοιξιάτικο ήλιο, πιστεύω πως εδώ υπάρχει η θέληση να γίνει η γιορτή στην Autonomia. Αυτήν προσπαθεί να την κάνει ο Spataro στο Milano, ο Calogero στην Padova. Εδώ, στον Foro Italico, στην σκηνή βρίσκεται το θεώρημα του μοναδικού ανατρεπτικού εγκεφάλου που σκηνοθέτησε τα πάντα στην Italia.

Και η Silvana Mazzocchi, που παρακολουθεί τώρα την δίκη για την Repubblica, μιλά για την σύσταση σαν πολιτική αγωγή του Κράτους. “Το Κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη 7 aprile. «Δέχτηκε μιαν θεσμική ζημιά»” τιτλοφορεί στην σελίδα 14. η Mazzocchi μιλά για μάχη καθαρά συμβολική: «Στην υπόθεση 7 aprile, περισσότερο απ ότι σε άλλες, η διαδικαστική μάχη που χαρακτηρίζει κάθε ξεκίνημα δίκης, φάνηκε από τις πρώτες στιγμές κυρίως συμβολική. […] Κάνει εντύπωση πως, στην αίθουσα όπου τελείται μια από τις πιο μεγάλες δίκες αυτής της δικαστικής εποχής, που ορίζεται τουλάχιστον από τους πάντες μια δίκη με πολιτικά κίνητρα, γίνεται λόγος σε αυτή την φάση περισσότερο για υλικές ζημιές, για  αποζημιώσεις και για χρήμα κι όχι για κινδύνους επανάστασης,  ένοπλων συμμοριών ή τρομοκρατίας, που επίσης είναι έννοιες εμπνευσμένες από την μεγάλη διάταξη παραπομπής στην δίκη».

Πρέπει να πούμε πως οι εφημερίδες στην αρχή ακολουθούν την δίκη με μεγάλη σχολαστικότητα. Η 7 aprile επιστρέφει λοιπόν να είναι συνεχής παρουσία στις εφημερίδες. Πρόκειται όμως σχεδόν για ένα ρεπορτάζ σχεδόν αφηρημένο. Ακόμη λιγότερη σημασία δίδεται όταν είναι καθημερινό. Μιλάμε για μιαν στείρα έκθεση ανταλλαγής διατυπώσεων δίχως κανένα σχόλιο, δίχως καμιά πρωτότυπη πρόταση, μιαν επαλήθευση, μια τρίτη φωνή.  Από τις πολλές γραμμένες δημοσιογραφικές αναφορές προτείνεται ένα πλάνο επικεντρωμένο στους κατηγορούμενους και στα πιο ανάγλυφα γεγονότα, τα πιο σημαντικά.

Η δίκη είναι, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, βαρετή. Οι μοναδικές εξάρσεις χρήσιμες για το ρεπορτάζ προέρχονται από τις ακροάσεις των σημαντικότερων κατηγορουμένων. η Corriere della Sera τους ακολουθεί με τον Marco Nese. Και πρέπει να πούμε πως αυτή, μετά από τέσσερα χρόνια, είναι η πρώτη ευκαιρία που δίδεται στους Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και άλλους να μιλήσουν, να ακουστεί από το κοινό η φωνή τους, να έχουν ένα πρόσωπο στην εφημερίδα συνεπώς να βγουν από την σκιά  του Toni Negri κάτω από την οποίαν βρίσκονταν μέχρι εκείνη την στιγμή. Ο πρώτος μεγάλος κατηγορούμενος που απάντησε στις ερωτήσεις των δικαστών είναι ο Luciano Ferrari Bravo. “o Ferrari Bravo στους δικαστές : «Γιατί σύμφωνα με εμένα ήταν ένα λάθος η ποινικοποίηση της Autonomia»” ο τίτλος της Corriere στις 4 μαίου. ο Ferrari Bravo (φυσικά χαρακτηρίζεται με βάση της σχέσης του με τον Negri, συνεπώς στους υπότιτλους “Ο βοηθός του Negri…”) εκθέτει στην ανάκριση εκείνη που είναι η ερμηνεία του για την ιταλική τρομοκρατία και για τις συνέπειες που η 7 aprile θα είχε επί αυτής. Είναι μια εξήγηση που θα αναδυθεί ξανά πολλές φορές (κυρίως στην Gazzettino της οποίας ο Ferrari Bravo στα χρόνια Ενενήντα θα γίνει ένας από τους προτιμώμενους συνεντευξιαζόμενους) και που αναφέρεται με καθαρότητα και απλότητα:

Ο θάνατος του Tobagi — υποστηρίζει ο Ferrari Bravo — έγινε όταν εμείς της Autonomia βρισκόμασταν στην φυλακή και δεν μπορούσαμε πλέον να επιτελέσουμε εκείνο τον ρόλο ελέγχου και φρένου σε μιαν μεγάλη ζώνη νεαρών […] Στην πραγματικότητα οι πρώτοι νεκροί από την τρομοκρατία έγιναν το 1980, ύστερα από την εξάλειψη της δικής μας πολιτικής διαμεσολάβησης: εάν εξετάσουμε πως πήγαν τα πράγματα στο Veneto, θα δούμε πως η φάλαγγα των Brigate Rosse έβαλε πόδι μετά την σύλληψη μας. το PCI οδήγησε μια πολιτική μάχη ενάντια σε εμάς και το Κράτος δεν μπόρεσε να καταλάβει τι συνέβαινε […] Το σημείο εκκίνησης για να γίνουν αντιληπτά τα επεισόδια τρομοκρατίας είναι το  1977 όταν αναπτύχθηκε ένα μεγάλο και διαρθρωμένο νεανικό Κίνημα. οι Brigate rosse μελέτησαν καλά το φαινόμενο και όταν απήγαγαν τον Aldo Moro κατά την γνώμη μου δεν είχαν σαν στόχο να νικήσουν το ιμπεριαλιστικό Κράτος και να χτυπήσουν τον ιστορικό συμβιβασμό.  Σκοπός τους ήταν να ανυψώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης για να παρασύρουν μαζί τους όλους εκείνους του Κινήματος. οι BR ήθελαν να επιβάλουν την ηγεσία τους σε όλες τις ομάδες.

Στις 11 μαίου είναι η ώρα του Emilio Vesce (“Στην δίκη 7 aprile ο Vesce δηλώνει: «Είμαι ένας ανατρεπτικός μα δεν έκανα ποτέ να χυθεί μια σταγόνα αίμα», πάντα στην Corriere). «Σαν να παρέδιδε μάθημα, ο Vesce ξεσκονίζει τον Marcuse, την “φωτισμένη” σκέψη του, ανακαλεί τον γαλλικός μάη και το μεγάλο όνειρο του τότε, εκείνο της “σύνδεσης των αγώνων των φοιτητών με εκείνους των εργατών”». Πρέπει να πούμε πως το καθήκον να συνοψίσουμε σε άρθρα των 50-60 γραμμών το  πολύ ανακρίσεις τόσο μεγάλες σε μέγεθος (μπορούν να διαβαστούν εξ ολοκλήρου σε δυο βιβλία που υποδεικνύονται στην βιβλιογραφία) είναι επιχείρηση πραγματικά απίθανη. Ο χρονογράφος όντως δεν καταφέρνει να μεταγγίσει στο κομμάτι την αίσθηση του παραλόγου που συλλέγεται στα πρακτικά. Οι αποδείξεις και οι ενδείξεις γι αυτούς τους δυο κατηγορούμενους είναι πράγματα και γραπτά τόσο ασήμαντα που είναι αδύνατον να εξηγηθούν σε λίγες σειρές.  Έτσι ο χρονογράφος σίγουρα είναι αναγκασμένος όπου μπορεί να κάνει μιαν αναφορά και αλλού να κάνει ένα collage των καλύτερων παραθέσεων και εκείνων που πολιτικά είναι οι σημαντικότερες. Τίποτα περισσότερο και ειλικρινά θα ήταν άδικο να περιμένουμε περισσότερα, να έχουμε μεγαλύτερες απαιτήσεις δηλαδή. Όμως το αποτέλεσμα που έχουμε είναι εκείνο του να βρισκόμαστε μπροστά σε ανθρώπους, τους κατηγορούμενους,  “έξω απ’τον κόσμο”,  που τους αποδίδουν ένοπλη εξέγερση και επανάσταση και οι οποίοι ξεκινούν να συζητούν για τον Marcuse, το ’68, το σοσιαλιστικό PSIUP και για τις διάφορες φάσεις της ζωής του κινήματος  δίχως να έχουν την πλήρη κατανόηση της σοβαρότητας των κατηγοριών που τους απευθύνονται.

Στα τέλη του μαίου όλοι οι προβολείς ανάβουν ξανά, είναι η σειρά του professor Negri, και η 7 aprile επιστρέφει στην πρώτη σελίδα. Η πρώτη ανάκριση λαμβάνει χώρα στις 25 μαίου. “ο Negri διηγείται την δική του αλήθεια για την Autonomia” ο τίτλος της Corriere στην πρώτη σελίδα την επόμενη ημέρα. “Κύριο θέμα της ακροαματικής διαδικασίας ο δεσμός μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων και BR – «Μέχρι το ’74 είχα τρεις ή τέσσερις συναντήσεις με τον Curcio. Οι συζητήσεις ήταν γύρω από την πολιτική στρατηγική» – «Δεν έχω τίποτα κοινό με τους ζοφερούς εκπροσώπους της τρομοκρατίας»”, λέγει συνοπτικά. Το άρθρο αφιερώνει στον κατηγορούμενο ένα πορτραίτο και στην συνέχεια ξεκινά με το collage από αναφορές και ανταλλαγές διατυπώσεων με τον πρόεδρο της Έδρας. «ο Negri — καταλήγει ο Marco Nese — έκανε έναν μονόλογο ενός τετάρτου της ώρας που κάποιος χαρακτήρισε “ένα μάθημα του καθηγητού για το ’68. Άλλοι, πιο κακόβουλοι, μίλησαν για μιαν “πρώτη αγόρευση” (ο Negri είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές με τις λίστες των ριζοσπαστών)».
Πολύ πιο ενδιαφέρουσα και ζωντανή η δεύτερη ημέρα της ανάκρισης. Οι ερωτήσεις των δικαστών οδηγούν τον Negri να αναπαραστήσει τις επαφές με τον Giangiacomo Feltrinelli και με τον Renato Curcio. “ο Negri: οι διάλογοι μου με τους  Feltrinelli και Curcio”, τιτλοφορεί η Corriere στην δεύτερη σελίδα. Στην σύνοψη μια περίληψη της ανάκρισης: “ο καθηγητής, ανακαλώντας στην μνήμη του τις σχέσεις με τον εκδότη, μίλησε για την στράτευση του με την κουλτούρα της αριστεράς — «Κι όμως δεν πέθανε από την κουλτούρα», αντιγυρίζει ο πρόεδρος Santiapichi – «Πρότεινε το άμεσο πέρασμα στην ένοπλη πάλη, μια οπτική από  την οποίαν βρισκόμουν πολύ μακριά – συνέχισε ο κατηγορούμενος — μόνο ένας τρελός θα πάει να βάλει μια βόμβα στον στύλο» – Όταν το ’73 οι ταξιαρχίτες είπαν πως ήταν απαραίτητη η επίθεση στο Κράτος «οι δρόμοι μας χώρισαν»”. ο Nese καταγράφει έναν μεγαλύτερο εκνευρισμό από πλευράς Negri, τα γελάκια του που εμβολίζουν τις σημαντικότερες φράσεις, τα επιφωνήματα όπως «Oh, Χριστέ, Θεέ» και τις αντεγκλήσεις με τους δικαστές («Mα αν ήμουν ταξιαρχίτης θα σας το λεγα » αναφωνεί ο Negri).

Η ανάκριση συνεχίζεται. Στις εφημερίδες της πρώτης ιουνίου ήρθε ο καιρός να ακολουθηθεί η διεθνής πίστα και να ελεγχθούν οι δηλώσεις του Fioroni. “Στην δίκη ο παντοβάνος καθηγητής αντέκρουσε τις κατηγορίες διασυνδέσεων με τους παλαιστινίους αντάρτες” είναι ο υπότιτλος στο άρθρο “Negri: ήταν ο Fioroni υπέρ του ένοπλου αγώνα όχι εγώ” δημοσιευμένο στην Corriere. Μεταξύ των ζεστών θεμάτων: μια επιστολή του ’71 που θα έκαναν δυνατή την υπόθεση μιας σχέσης μεταξύ Potere operaio και τους παλαιστινίους αντάρτες για την παρακολούθησε ενός σεμιναρίου «α.» που οι ερευνητές ερμηνεύουν σαν «ανταρτοπόλεμο», και οι μαρτυρίες του Fioroni μεταξύ των οποίων εκείνη σύμφωνα με την οποίαν ο Negri «είχε ένα προνομιακό κανάλι  με τον Gheddafi». Στις διασυνδέσεις με τους παλαιστινίους τρυπώνει το κομμάτι της Unità που παρακολουθεί την δίκη με τον Sergio Criscuoli. “Μια κάρτα από την Beirut: «Αγαπητέ Toni, για το σεμινάριο α. όλα είναι έτοιμα» τιτλοφορεί η εφημερίδα του PCI. Σε σχέση με την Corriere, η Unità δίδει μεγαλύτερη σημασία σε αυτή την αναφορά, υποδεικνύει μιαν μεγαλύτερη ασάφεια του Negri (που λέει πως δεν θυμάται) και μιλά αντιθέτως, σχετικά λίγο για τον Fioroni.
Η έβδομη ακρόαση του Negri ανάβει αρκετά. “ο Negri προσβάλει τους μετανιωμένους και παραθέτει Brecht”, είναι ο περίεργος τίτλος της Unità που προσεγγίζει δυο γεγονότα όχι πολύ ομοιόμορφα. ο Criscuoli μεταφέρει μια περίληψη σχεδόν στενογραφική κάποιων ανταλλαγών σχολίων μεταξύ του Negri και του Προέδρου και προσθέτει εκεί πάνω στην κεφαλή μια ανασκόπηση των προσβολών που μοίρασε ο Negri στα κείμενα: «Borromeo, Borromeo…τον ξαναείδα εδώ μετά  από επτά χρόνια σαν το ηλίθιο φάντασμα ενός ζωντανού προσώπου […] ο Fioroni είναι ένας μανιακός, ένας πράκτορας προβοκάτορας, ένας καϋμενούλης».

Η δίκη συνεπώς άρχισε πραγματικά και φαίνεται να εισέρχεται σε ζωντανή φάση. Μα ο Calogero σταμάτησε? Την Πέμπτη 23 ιουνίου  1983 ξεσπά ένα ακόμη blitz. Θα περάσει στην ιστορία και στα χρονικά σαν το “εκλογικό blitz” διότι λαμβάνει χώρα ακριβώς παραμονές των πολιτικών εκλογών που στις 26 ιουνίου είδαν την εκλογή στο Κοινοβούλιο του Negri. η Repubblica αφιερώνει στην επιδρομή ένα άρθρο στην σελίδα 15, με υπογραφή Roberto Bianchin, που πλέον ακολουθεί τα γεγονότα στην Πάντοβα. “Πήρε μπρος η 7 aprile bis”, ο τίτλος της εφημερίδας του Scalfari, μα στην πραγματικότητα πρόκειται για το έβδομο blitz στον κύκλο τεσσάρων χρόνων:

Ο δικαστής υπέγραψε σαράντα ένα εντάλματα σύλληψης και έναν απροσδιόριστο αριθμό δικαστικών ειδοποιήσεων.Ο μισός αριθμός αφορούσε παλιούς κατηγορούμενους της 7 aprile ’79 ήδη φυλακισμένους, όπως οι  Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και το άλλο μισό επανέφερε στα κάγκελα στελέχη της Αυτονομίας που είχαν συλληφθεί πριν τέσσερα χρόνια και που στο μεταξύ είχαν βγει λόγω παρέλευσης των όρων ή για λόγους υγείας όπως οι Marzio Sturaro, Luciano Mioni, Alberto Galeotto, Susanna Scotti και πολλοί άλλοι. Αντιθέτως κάποιοι φυγοδικούν όπως  Alisa Del Re, που εδώ και πολύ καιρό είχε καταφύγει στο Παρίσι, οι Pietro Despali, Gianfranco Pancino. […] Επί πλέον τα νέα εντάλματα σύλληψης ανοίγουν ξανά τους όρους της προληπτικής φυλάκισης για πολλούς κατηγορούμενους που ήδη έχουν περάσει, για τα ίδια αδικήματα, διάφορα χρόνια στην φυλακή αναμένοντας να δικαστούν. […] Στον καθηγητή ο Calogero δεν προσάπτει πλέον την ένοπλη εξέγερση, για την οποίαν ήδη κατηγορείται, μα τον κατηγορεί, μαζί με άλλους, για κατοχή όπλων (εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις στο Veneto από το ’78 και μετά και άλλα που θα τους παρείχε το Rosso) με σκοπό να ανατρέψουν την Κρατική νομοθεσία και τάξη με το επιβαρυντικό στοιχείο πως έδρασαν με πολλούς άλλους.

Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων παραπονιούνται πως το blitz θα ήταν καρπός μόνον μιας νέας ερμηνείας γνωστών ήδη συμβάντων και ήδη στην βάση άλλων επιχειρήσεων.

Περνούν οι σπουδαίες ακροάσεις και οι “προβολείς ” σβήνουν. Στα τέλη ιουνίου ο Toni Negri, υποψήφιος στην Camera στις λίστες των radicali, εκλέγεται στο Κοινοβούλιο με δεκαπέντε χιλιάδες σταυρούς προτίμησης οπότε αποφυλακίζεται. Η δέσμευση που ο Toni Negri ανέλαβε με τους εκλογείς είναι εκείνη του να προωθήσει μιαν υπέρβαση της νομοθεσίας εξαίρεσης και να πολεμήσει ενάντια στην χυδαιότητα της προληπτικής φυλάκισης. Όμως η εισαγγελία ζητά από το Κοινοβούλιο τόσο την εξουσιοδότηση να προχωρήσει εναντίον του βουλευτού όσο και την σύλληψη του. Στα μέσα του σεπτέμβρη η  Camera παραχωρεί αμφότερες τις εξουσιοδοτήσεις και του Negri χάνονται τα ίχνη. Τώρα ο κατηγορούμενος Toni Negri είναι φυγόδικος.

Το φθινόπωρο του 1983 περνά μέσα σε “μικρότερες” ακροάσεις-ανακρίσεις και την επανεμφάνιση των παλαιών κατηγοριών.  “ο Negri κατηγορείται για την δολοφονία Campanile” τιτλοφορεί η Corsera στις 12 oκτωβρίου (“Nέες κατηγορίες για τον φυγόδικο βουλευτή και στην δίκη 7 aprile” λέγουν οι υπότιτλοι). Η κατηγορία εμφανίστηκε όπως θα θυμηθούμε και στην περίοδο του blitz στις 21 δεκεμβρίου ’79 μα στην συνέχεια αποσιωποιήθηκε. Οι  “νέες κατηγορίες” είναι καρπός της κατάθεσης στην αίθουσα στην Roma της Caterina Pilenga. Η αίθουσα του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται τόπος  “ενθυμήσεων”. Δεν επανεμφανίζεται μονάχα η ιστορία του Potere operaio, μα και η ατμόσφαιρα που βιώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Padova. Στις 23 νοεμβρίου στις εφημερίδες εμφανίζεται η μαρτυρία του καθηγητού  Severino Galante. “Έτσι η Αυτονομία τρομοκρατούσε το Πανεπιστήμιο”, τιτλοφορεί η Corriere, που γράφει:

“Μας κάνει να ζήσουμε ξανά  “τα χρόνια του μολυβιού” στην Πάντοβα ο καθηγητής Severino Galante, καθηγητής της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων στην ίδια σχολή του Toni Negri και δημοτικός σύμβουλος του PCI. ο Galante κατέθεσε στην δίκη 7 aprile […] Ήταν διαδεδομένη άποψη στο Πανεπιστήμιο — είπε ο καθηγητής — πως ο Toni Negri ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Autonomia […] Σε μιαν περίπτωση ο Galante άκουσε  τον συνάδελφο του Sabino Acquaviva να δηλώνει: “ο Negri είναι ο αρχηγός του αστικού ανταρτοπόλεμου” […] “Είδα με τα μάτια μου τον καθηγητή Luciano Ferrari Bravo και την συνάδελφο Alisa Del Re ενώ εκπονούσαν μαζί με τους φοιτητές αφίσες που περιείχαν απειλές, εκφοβισμούς ή απλή προπαγάνδα”.

Τον νοέμβρη φθάνει στην αίθουσα ο πιο σημαντικός μάρτυρας, ο συνδικαλιστής της κομουνιστικής CGIL και στρατευμένος στο PCI Antonio Romito. Η δική του, δεδομένης της απουσίας του Fioroni, είναι μια από τις κυριότερες μαρτυρίες της δίκης. Το αποτέλεσμα είναι μια μισή άρνηση όσων δήλωσε στην διάρκεια των ανακρίσεων του Calogero. “7 aprile: μάρτυρας σε πολεμική με τον Calogero”, τιτλοφορεί η Corriere. «Ο “σούπερ μάρτυρας” Antonio Romito, ο άνθρωπος επάνω στης δηλώσεις του οποίου ο παντοβάνος δικαστής Pietro Calogero έχτισε την έρευνα 7 aprile, συνεχίζει να είναι πολύ αόριστος στην διήγηση του. […] ο Romito έκανε και δηλώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν στην τελική εκτίμηση της υπόθεσης 7 aprile. Σύμφωνα με τον Romito, όντως, παρότι παραμένουν έγκυρα τα περιεχόμενα των πρακτικών από τις ανακρίσεις που συνέταξε ο dottor Calogero, παρόλα αυτά πρέπει να τους δοθεί ένα νέο κλειδί ανάγνωσης, διότι, γράφοντας τα,  “ξέφυγε πολύ μπροστά στα σχήματα”».

Πρακτικά ο μάρτυρας κλειδί της 7 aprile λέει πως ερμηνεύτηκε κακώς, ή καλύτερα “παρερμηνεύτηκε”. Η απομυθοποίηση της μαρτυρίας περνά μέσα από την ανάμνηση συγκεκριμένων γεγονότων. «Είπε πως άκουσε, στο συνέδριο της Rosolina, τον Negri και τον Piperno να εκφράζουν απόψεις θετικές σχετικά με τις απαγωγές του Sossi και του Amerio. “Mα οι απαγωγές έγιναν ένα χρόνο μετά το συνέδριο!”, φώναξαν μέσα απ’ το κλουβί. Τότε ο Romito είπε πως άκουσε τα σχόλια των δυο leaders σε κάποιαν άλλη περίπτωση». Είναι λίγες γραμμές μα και η Corriere μετά τον μάρτυρα Romito περιγράφει το όλον με τόνους σουρεαλιστικούς και δύσπιστους. Και μετά, σαν να μην έφτανε η αρχή, υπάρχουν οι άμεσες αντιπαραθέσεις με τους κατηγορούμενους. “Ίσως δεν θυμάμαι καλά τραυλίζει στον Dalmaviva ο μάρτυρας του Calogero”, τιτλοφορεί το Manifesto στις 24 νοεμβρίου. ο Romito, που χαρακτηρίζεται από το Manifesto «καλογερική φάλαγγα της κατηγορούσας αρχής», μπροστά σε έναν κατηγορούμενο που τον προτρέπει προχωρά με τα “λένε” και τα  “δεν θυμάμαι καλά”.

Πιθανότατα ο Sergio Criscuoli της Unità παρακολούθησε μιαν διαφορετική ακροαματική διαδικασία. Το άρθρο, πολύ σύντομο και επιφυλακτικό μα στην κεφαλή της σελίδας 5, έχει τίτλο “Ο μάρτυρας  Romito πρόσωπο με πρόσωπο με τρεις κατηγορούμενους της 7 aprile επιβεβαιώνει όλες τις καταθέσεις του”. Δεν υπάρχει ούτε λέξη γύρω από τους ενδοιασμούς και τις δυσκολίες που οι άλλες εφημερίδες εκθέτουν. Γράφει ο Criscuoli: «Το βήμα του είναι αποφασιστικό, λίγο θυμωμένο, στο πρόσωπο του έχει τις ρυτίδες της πίκρας. Ύστερα από τέσσερα χρόνια απειλών, ανησυχιών, τις ψυχικές έγνοιες της συζύγου και των παιδιών, περιφερόμενος στην Ιταλία και στο εξωτερικό κάτω από την προστασία των συντρόφων του συνδικάτου και του ΚΚΙ, η στράτευση του για την δικαιοσύνη τελείωσε […] ο Romito επιβεβαιώνει μέχρι το τελευταίο κόμμα την κατάθεση του […] Στην συνέχεια ο μάρτυρας τίθεται σε αναπαράσταση τόσο με τον Lauso Zagato όσο και με τον Gianni Sbrogiò: και στις δυο περιπτώσεις απορρίπτει τις αιτιάσεις των κατηγορουμένων, επιβεβαιώνοντας όλες τις δηλώσεις του».
Πιο ουδέτερη η Repubblica που τιτλοφορεί στα βάθος της σελίδας 13 “Romito και Dalmaviva πρόσωπο με πρόσωπο” που όμως αναφέρει για τις δυσκολίες του Romito στην διάρκεια των άμεσων αντιπαραθέσεων με τους κατηγορουμένους.

Όσον αφορά τον παντοβάνο κορμό η πορεία πλησιάζοντας την δίκη, της οποίαν η έναρξη είναι ορισμένη για τις 19 δεκεμβρίου είναι διάσπαρτη με αναπαραστάσεις και παλιές-νέες αποκαλύψεις. Μα, ενώ οι εθνικές εφημερίδες είναι ακόμη όλες επικεντρωμένες στον ρωμαϊκό κορμό, είναι η il Gazzettino που μετακινεί σταδιακά την προσοχή στα θέματα που θα συζητηθούν στην Padova. Το κάνει ο Gabriele Coltro που από το 1983 θα ακολουθήσει σταθερά την δίκη. Ανάμεσα στους κυριότερους “σταθμούς” προσέγγισης σημειώνεται η είδηση (Gazzettino, 18 νοεμβρίου) πως “Και η il Gazzettino ζημιωμένη στην μεγάλη δίκη”, σχετικά με μια εισβολή που συνέβη στις 25 οκτωβρίου του 1976 στην σύνταξη της Πάντοβα της εφημερίδας από μιαν τριανταριά αυτόνομους. Η δίκη στην πόλη είναι «ένα γιγάντιο puzzle», η γραμματεία του δικαστηρίου στην πόλη είναι βυθισμένη στην δουλειά.  «Ένα πραγματικό βουνό διαταγμάτων παράθεσης να σταλθούν στους 95 τρέχοντες κατηγορούμενους, στους αντίστοιχους δικηγόρους, στους πάνω από  250 μεταξύ μαρτύρων και ζημιωθέντων πλευρών». Μια από τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις (που θα εμφανιστεί τον δεκέμβρη και σε μιαν από τις ακροαματικές διαδικασίες στην Ρώμη) θα έρθει από τον κατηγορούμενο Roberto Sandalo, έναν «big» της ιταλικής τρομοκρατίας. Δυο τα σημαντικά γεγονότα στα οποία μπορεί να καταθέσει. Κυρίως η εκτέλεση δυο φασιστών το 1974 στην via Zabarella (μα οι εκδοχές που απολαμβάνουν μιας κάποιας αξιοπιστίας είναι μάλιστα τρεις). «Η δεύτερη αποκάλυψη που έγινε στους δικαστές από τον Roberto Sandalo, αφορά το σχέδιο μιας επίθεσης στον αναπληρωτή εισαγγελέα Pietro Calogero, δημόσιο κατήγορο στην μεγάλη δίκη που θα ξεκινήσει στις 19 δεκεμβρίου που μας έρχεται. Ενάντια στο αυτοκίνητο του δικαστού ένα commando θα έπρεπε να ρίξει χτύπημα με bazooka». Το σχέδιο στην συνέχεια θα παρέμεινε στα χαρτιά διότι κόπηκε από πλευράς του εθνικού εκτελεστικού της Prima Linea.

Τον δεκέμβρη ξεκινά (κι εδώ ψεύτικη εκκίνηση) η δίκη για τον κορμό της Πάντοβα. Μια άριστη ευκαιρία για να ενωθούν οι δυο διαδικασίες σε ένα ενιαίο τμήμα της εφημερίδας. όπως κάνει η Corriere που στις 20 δεκεμβρίου συνενώνει κάτω από τον ίδιο τίτλο και ίδιους υπότιτλους (με διαφορετικά συνοπτικά όμως) τις δυο ανταποκρίσεις από Padova και από Roma. Ο τίτλος αναφέρεται στην έναρξη της νέας δίκης, “Ξεκίνησε στην Padova η δίκη στην Autonomia”. Ο υπότιτλος, “Στην 7 aprile ο Sandalo αποκαλύπτει το σχέδιο μιας επίθεσης στον Calogero”. Κι επίσης: “Η καινούργια και τεράστια αίθουσα-bunker όμως ήταν άδεια: από τους 95 κατηγορούμενους παρουσιάστηκαν 5; απών το κοινό”. «Άνοιξε με μιαν απεργία. Δεν απήργησαν οι άνθρωποι της δικαιοσύνης ή τα θύματα μιας δεκαετίας τρόμου, αυτομόλησαν, με αποφασιστικότητα, oι κατηγορούμενοι, οι συγγενείς των κατηγορουμένων, οι υποστηριχτές  […] Έτσι στο τεράστιο bunker, σκοτεινό από τα φώτα neon, που χτίστηκε σε χρόνο ρεκόρ στην εξοχή της Padova (κόστος: 9 δις) ακριβώς στην πλάτη της φυλακής, και διπλάσιο από εκείνο της Roma, στο Foro Italico, ήταν σχεδόν έρημο. Άδειο ένα απ’ τα κλουβιά, άδεια η πλατιά περιφραγμένη σκάλα για τους ελεύθερους κατηγορούμενους, άδειο το μεγάλο τετράγωνο προορισμένο για το κοινό. Τους μετρήσαμε: υπήρχαν δέκα άνθρωποι». Και μιας και η πρώτη ημέρα δίκης περνά μέσα στις χρονοβόρες διαδικασίες η Corriere συνοψίζει την περίπλοκη δικαστική παντοβάνα περίπτωση: «Η τρέχουσα ακροαματική διαδικασία, συνενώνει, όπως είναι γνωστό, τρεις έρευνες, που συντονίζει ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero: η πρώτη ανέρχεται στο 1977, η δεύτερη στην περίφημη 7 aprile 1979 (που αποκεφαλίστηκε από τους VIP, δικηγόροι στην Roma), η τρίτη στο άλλο blitz του Calogero της11 μαρτίου 1980. Παραμένουν απ έξω άλλες δυο: το dossier της Quaresima-Σαρακοστής 1982, που συνενώνει τις γαμποποιήσεις (στον δημοσιογράφο Garzotto και στον professor Ventura) και τους τραυματισμούς των καθηγητών Petter, Marone, Trovato, Cillo, Tarantello, Lucarello, Molinari, κλπ, τις βραδιές με τις φωτιές τις επιθέσεις στα γραφεία DC στην πόλη και έξω; και μετά το τελευταίο blitz της 23 του περασμένου ιουνίου κατά το οποίο ο Calogero προσαρμόζει τον στόχο του περίφημου “θεωρήματος του” και, παίρνοντας ξανά τις παλιές κατηγορίες, τις χωρίζει σύμφωνα με τις ιστορικές περιόδους και τις πολιτικές ονομασίες. Είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μισό των προσωπικοτήτων που εμπλέκονται σε αυτές τις μελλοντικές δίκες βρίσκεται ήδη στον έλεγχο των τρεχόντων κατηγορουμένων. Γιατί λοιπόν να μην τους ενώσει όλους σε μια δίκη?» Εκείνο λοιπόν που όντως περιμένουμε, καταλήγει ο Gino Fantin, είναι η αναβολή. Το άλλο άρθρο που δημοσιεύεται από την Corriere αφορά αντιθέτως των ρωμαϊκό κορμό. “Στην Roma ανακρίθηκε και ο Carlo Casirati (υπόθεση Saronio) — Ανάμεσα στα πολλά «δεν θυμάμαι» μίλησε για τις συναντήσεις με τον Negri που θα του είχε κάνει «πλύση εγκεφάλου»”, είναι η σύνοψη. Και η μαρτυρία στην αίθουσα του Casirati, μετά από αυτήν του Romito, τέλος πάντων, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. «Πριν τρία χρόνια έκανε στον μιλανέζο δικαστή Spataro μιαν διήγηση πλούσια σε λεπτομέρειες. Σήμερα, στην δίκη 7 aprile, δεν θυμάται πλέον τίποτα διότι “πέρασε πολύς καιρός”. ο Carlo Casirati είναι ένας ακόμη μετανιωμένος που — αφού έλαβε τα οφέλη από τον νόμο (είναι ελεύθερος παρότι καταδικασμένος για την απαγωγή Saronio) — έχασε την μνήμη. Ή διατηρεί αναμνήσεις πολύ γενικού χαρακτήρα».

η Repubblica συνενώνει τις δυο ειδήσεις στην σελίδα 17. Η τιμητική θέση ανήκει στην κατάθεση του Casirati. “«Mου προτάθηκαν ληστείες ». Mα η επαφή του ήταν πάντα ο Fioroni”, ο τίτλος. «Όταν εισέρχεται ο Carlo Casirati στην αίθουσα της 7 aprile οι κατηγορούμενοι βγαίνουν συμβολικά απ’ τα κλουβιά για να “διαμαρτυρηθούν ενάντια σε εκείνον που απήγαγε τον φίλο”». Και για την Silvana Mazzocchi, που έγραψε το κείμενο, ο Casirati «μοιάζει μπερδεμένος και ενοχλημένος». Αυτό που προσλαμβάνουμε από την ανάκριση είναι πως η “σαφής” επαφή του (δηλαδή το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο μίλησε για εγκληματικές πράξεις ) ήταν ο Carlo Fioroni. Την πρώτη ακρόαση στην Πάντοβα παρακολούθησε ο Roberto Bianchin (“Μόνο πέντε κατηγορούμενοι στο bunker στην Padova”). η Repubblica περιγράφει και τις εντάσεις στην διάρκεια της παραμονής. «Να ζωντανέψει την παραμονή υπήρξε ένα raid των “κομουνιστικών πυρήνων” ενάντια στην “Ward-Glass”, το εργοστάσιο που παρείχε τα αλεξίσφαιρα τζάμια για τα κλουβιά των κατηγορουμένων, και εμφανίστηκαν συνθήματα που έλεγαν”εδώ κατοικεί ο προβοκάτορας χαφιές υπηρέτης του Calogero και του PCI” στους τοίχους των σπιτιών κάποιων μαρτύρων όπως οι Antonio Romito, Gianni Canova, Antonio Temil, των καθηγητών Severino Galante και Angelo Ventura».

(13 – CONTINUA) 13 – ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte