ένοπλη πάλη · lotta armata

13 oκτωβρίου 1977: η Raf καταλαμβάνει ένα αεροπλάνο της Lufthansa

13 ottobre

infoaut 3.0

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014 05:51
στις 13 oκτωβρίου 1977 οι γαλλικές αρχές ενημερώνουν πως το Boein 737 της Lufthansa LH181, σε πτήση από την Palma di Maiorca προς την Γερμανία, με 86 επιβάτες και πέντε μέλη του πληρώματος, έχει καταληφθεί, βρίσκεται υπό ομηρία.

οι αεροπειρατές είναι δυο γυναίκες και δυο άνδρες, όλοι παλαιστίνιοι, ανάμεσα στους οποίους ο Capitano Mahmoud που ήταν ο leader της ομάδας. το αεροπλάνο κατευθύνεται προς το αεροδρόμιο του Fiumicino, στην Ρώμη. αφού εφοδιάζεται με καύσιμα, το boeing συνεχίζει το ταξίδι του που το φέρνει να πετάξει πάνω από πολλές Χώρες του νότου. παρά την αντίθεση των αρχών, το αεροπλάνο σταματά στην συνέχεια στο αεροδρόμιο του Dubai, απ’ όπου οι αεροπειρατές κάνουν γνωστές τις απαιτήσεις τους. κυριότερη είναι η απελευθέρωση των μαχητών της ομάδας Baader-Meinhof, που κρατούνται στην Γερμανία.

την επομένη μέρα, το αεροπλάνο κατευθύνεται στην Υεμένη, όπου εκτελείται ο κυβερνήτης και πιλότος του Boeing, διότι μίλησε στις αρχές του τόπου. το αεροπλάνο, που τώρα κυβερνά ο δεύτερος πιλότος, φθάνει τελικά στο Mogadiscio στην Somalia.

στις 19 της 17ης οκτωβρίου ξεκινά η επιχείρηση των γερμανικών δερμάτινων κεφαλών. οι πόρτες κινδύνου του αεροπλάνου τινάζονται στον αέρα και η παρέμβαση ξεκινά. η ομάδα επίθεσης χωρίζεται αμέσως στα δυο, για να αντιμετωπίσει το μπροστινό και πισινό μέρος του αεροσκάφους. δυο αεροπειρατές σκοτώνονται αμέσως, στο ξεκίνημα της επιδρομής.

στις 02:08 δυο επιπλέον ομάδες του στρατού ανατινάζουν την μπροστινή και πισινή είσοδο, ξεκινώντας να εκκενώνουν το αεροσκάφος από τους ομήρους από τσουλήθρες έκτακτης ανάγκης. η μάχη διεξάγεται κυρίως στην καμπίνα του πιλοτηρίου του αεροπλάνου, όπου είχε ήδη σκοτωθεί ο Capitano Mahmoud. ο τέταρτος και τελευταίος αεροπειρατής πέφτει νεκρός από πολλαπλά χτυπήματα πυροβόλου όπλου, που έριξε ο ίδιος ο Wegener, που διοικούσε την επιχείρηση.

όταν το blitz τελείωσε, στις 02:12, όλοι οι όμηροι είχαν ελευθερωθεί. από τους τέσσερις αεροπειρατές θα επιβιώσει μονάχα η Suhaila Andraws, κι ας ήταν χτυπημένη επτά φορές από την αντιτρομοκρατική ομάδα της γερμανίας. για περισσότερο από έναν χρόνο θα κρατηθεί φυλακισμένη στο Mogadiscio, για να αφεθεί ελεύθερη να θεραπευτεί από τα τραύματά της. κατέφυγε στη Νορβηγία, θα την βρουν μονάχα το 1993, θα εκδοθεί στην Γερμανία και θα εκτίσει ποινή 12 χρόνων.

λίγες ώρες αργότερα, το ίδιο βράδυ, έρχεται το νέο πως οι Andreas Baader, Gudrun Ensslin, Jan-Carl Raspe είχαν βρεθεί νεκροί στα κελιά τους. σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, είχαν αυτοκτονήσει στην φυλακή του Stammheim . η Irmgard Möller, μαχητής της Raf, κρατούμενη στην ίδια φυλακή, είχε τέσσερις πληγές από μαχαίρι στο στήθος όμως διασώθηκε στο νοσοκομείο, πάντα αρνήθηκε κάθετα την κρατική εκδοχή της συλλογικής αυτοκτονίας.

δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία Pubblicato in STORIA di CLASSE
Etichettato sotto1977raflufthansa

ένοπλη πάλη, lotta armata

5 σεπτεμβρίου 1977 : η απαγωγή Schleyer

infoaut 3.0

5 settembre  Παρασκευή 05 Σεπτεμβρίου 2014 05:08
5 settembre 1977: il rapimento Schleyer

στις 5 σεπτεμβρίου 1977 απάγεται στην Κολωνία ο πρόεδρος των γερμανών βιομηχάνων Hanns Martin Schleyer, έργο της Rote Armee Fraktion (RAF), ανάμεσα στις μαχητικές ομάδες της άκρας αριστεράς με την μεγαλύτερη επιρροή και από τις πιο δραστήριες στον δυτικό κόσμο. Στη διάρκεια της επίθεσης σκοτώνονται οι τρεις αστυνομικοί της φρουράς του και ο οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο ταξίδευε ο Schleyer.
Πρώην ναζιστής και στέλεχος των SS, ο Schleyer υπήρξε διαχειριστής των βιομηχανιών στο προτεκτοράτο της Boemia και Moravia στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και μέλος της χριστιανο-δημοκρατικής ένωσης της Γερμανίας (CDU).

Στις 13 oκτωβρίου, στην Palma di Maiorca, μια ομάδα τεσσάρων μαχητών της Raf πραγματοποιεί αεροπειρατεία σε αεροσκάφος Boeing 737 της Lufthansa, κρατώντας ομήρους 91 άτομα. Η Raf απαιτεί την απελευθέρωση των αρχηγών της σε αντάλλαγμα της ζωής των ομήρων του αεροσκάφους και του γερμανού βιομηχάνου.

Η γερμανική κυβέρνηση αρνείται τον προτεινόμενο εκβιασμό και, στις 17 0κτωβρίου, με μια δυναμική επιχείρηση από πλευράς της ομάδας αντιτρομοκρατίας GSG-9, επιτίθεται στο αεροπλάνο σκοτώνοντας τρεις μαχητές και τραυματίζοντας μια τέταρτη, ελευθερώνοντας τους ομήρους στην πίστα του αεροδρομίου του Mogadiscio.

Το ίδιο βράδυ οι Andreas Baader, Gudrun Ensslin, Jan-Carl Raspe και Irmgard Möller, και οι τέσσερις μαχητές της RAF, αυτοκτονούν – κατά την επίσημη εκδοχή – στην φυλακή του Stammheim. Οι Bader και Ensslin ειδικότερα θα πεθάνουν στα κελιά τους, ο Raspe αφού είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο, ενώ η Möller θα επιβιώσει βγαίνοντας οριστικά από την φυλακή το 1994. Η ίδια η Möller, τραυματισμένη από διάφορες μαχαιριές στο στήθος, θα αρνηθεί σε ένα βιβλίο την κρατική εκδοχή της »συλλογικής αυτοκτονίας».

Στις 19 οκτωβρίου, με γράμμα που στάλθηκε στην γαλλική εφημερίδα Libération, η RAF ανακοινώνει πως έδωσε τέλος, μετά από 43 ημέρες, στην ‘άθλια και διεφθαρμένη ύπαρξη’ του Hanns Martin Schleyer.
Η απαγωγή και η εκτέλεση του γερμανού βιομηχάνου ήταν το αποκορύφωμα μιας από τις βαρύτερες κρίσεις στην ιστορία της ομοσπονδιακής δημοκρατίας της Γερμανίας.

Pubblicato in STORIA di CLASSE, δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία
Etichettato sotto raf ssschleyer rapimento

 

http://www.infoaut.org/storia-di-classe/5-settembre-1977-il-rapimento-schleyer

ένοπλη πάλη, lotta armata

η βιβλιοθήκη του ταξιαρχίτη

La biblioteca del brigatista
Posted on giugno 20, 2012
Cosa leggeva un brigatista nel settembre 1978?
η βιβλιοθήκη του ταξιαρχίτη
τι διάβαζε ένας ταξιαρχίτης τον σεπτέμβρη του 1978 ;

παρά την απλότητα της ερώτησης λίγοι την έχουν θέσει στον εαυτό τους. και όμως η απάντηση θα βοηθούσε να καταλάβουμε καλύτερα την ιστορία μιας από τις σημαντικότερες πολιτικές συνιστώσες που έδωσαν ζωή στον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία ανάμεσα στα χρόνια από το 70 και 80. τα υλικά υπάρχουν, μια τεράστια τεκμηρίωση, που βρίσκεται στις χιλιάδες των ποινικών διαδικασιών και τα πρακτικά κατάσχεσης που έχουν γίνει στη διάρκεια των περισσοτέρων από 20 χρόνων ερευνών, αστυνομικών επιχειρήσεων και δικών.

θα έφτανε να πάμε να τα ψάξουμε, να τα διαβάσουμε, να τα μελετήσουμε. πόσοι το έκαναν ; εγώ γνωρίζω μόνο δυο που δούλεψαν με αυτό τον τρόπο : Marco Clementi και Miguel Gotor. στους αντίποδες, αλλά δεν πειράζει.

τι επιτυγχάνουμε με την κουβέντα στον ιστοριογραφικό μέθοδο ; αποσυναρμολογούνται πολλοί μύθοι, ιστορίες, στερεότυπα, καταρρέει ολόκληρη η συνομωσιολογική σκαλωσιά. η παρουσία ενός βιβλίου της Kollontaj μειώνει μέχρι και την φεμινιστική κριτική που κατηγορούσε τον ένοπλο αγώνα “machismo” παρά το ότι στις ένοπλες ομάδες της αριστεράς η γυναικεία παρουσία ήταν πολύ υψηλότερη από οποιονδήποτε άλλο πολιτικό , εξωκοινοβουλευτικό ή θεσμικό σχηματισμό.

στο διαμέρισμα της οδού Montenevoso 8, στο Milano, υπήρχαν βιβλία (θα ήταν ενδιαφέρον νοα μπορούσαμε να τα έχουμε ξανά στα χέρια μας για να παρατηρήσουμε τις υποσημειώσεις και τις υπογραμμίσεις, τις σημειώσεις στο περιθώριο, όμως πιθανότατα θα έχουν καταλήξει στον τεμαχιστή ή ίσως σε κάποια ντουλάπα στις υπηρεσίες της αντιτρομοκρατικής, της οποίας τα στελέχη λεηλατούσαν ασυνείδητα τις βιβλιοθήκες των συλληφθέντων μαχητών ) που χρησιμοποιούνταν σαν πηγές για την δημιουργία των γραπτών ανακοινώσεων στη διάρκεια της απαγωγής (το βιογραφικό-πολιτικό πορτρέτο του Aldo Moro ελήφθη από έναν τόμο του Aniello Coppola, που δημοσίευσε ο Feltrinelli δύο χρόνια πριν την απαγωγή) και άλλα που χρησιμοποιήθηκαν για να γραφούν οι ερωτήσεις στον φυλακισμένο. ξεχωρίζουν δυο απουσίες : δεν υπήρχε το L’origine della famiglia, della proprietà privata e dello Stato di Engels, η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του Κράτους, του Ένγκελς, το βιβλίο de chevet dell’ex maoista Marco Bellocchio, πρώην Μαοϊκού, που το κόλλησε σαν τα λάχανα στο πρωινό σε μια σκηνή βαρετή της ταινίας του [εκείνη με την μάντρα] γύρω από την απαγωγή Moro, Buongiorno notte (2003); Καλημέρα νύχτα, δεν υπήρχαν ούτε στίχοι που αποθεώνουν το καλολαδωμένο διαμέτρημα ή τα μπουκάλια από κρασί Veuve Clicquot που γέμιζαν τα ψυγεία των σπιτιών όπου κρύβονταν ο Sergio Segio.

ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η γενεαλογία της ταξιαρχίτικης πολιτικής κουλτούρας που μπορούμε να αντλήσουμε από αυτές τις αναγνώσεις. σίγουρα πρόκειται για ένα πρώτο στοιχείο που θα τοποθετούνταν σαν εργασία ανάλυσης των κειμένων. είναι η αρχή μιας πιθανής, μάλλον χρήσιμης πίστας για την έρευνα. σε κάθε περίπτωση είναι φανερό πως το οικογενειακό άλμπουμ stalino-togliattiano [ από Στάλιν και Τολιάττι] που ανακαλεί σαν εικόνα η Rossanda, για να λέμε την αλήθεια και να κάνουμε πολεμική με αυτούς που έλεγαν πως οι ταξιαρχίτες ήταν “fascisti travestiti di rosso”, “agenti provocatori sotto controllo della Cia”, φασίστες ντυμένοι στα κόκκινα ή πράκτορες προβοκάτορες κάτω από έλεγχο της Σια, δεν ήταν ακριβές.

άλλα στοιχεία που δεν ψάχτηκαν αρκετά, οι κοινωνιολογικές αποκαλύψεις πάνω στις πολιτικές βιογραφίες, μας λεν πως η προέλευση των κατηγορούμενων που προέρχονταν από τις εΤ δεν παραπέμπει στην εικόνα του Épinal για την ομάδα αυτών που έφυγαν από την Fgci της Reggio Emilia [νεολαία κομουνιστικού κόμματος] ή σε φοιτητές λιγάκι καθολικούς του πανεπιστημίου κοινωνιολογίας του Trento. υπάρχουν τα μιλανέζικα εργοστάσια, τορινέζικα και της Γένοβας. η διασπορά του Potere operaio και των άλλων σχηματισμών που δρούσαν στα ρωμαίικα προάστια. το τεράστιο κύμα του 77. κομμάτια της Αυτονομίας veneta, Porto Marghera. η ναπολετάνικη περιοχή. και ακόμη η περιφέρεια της Ρώμης των χρόνων του 80.

φτάνει να έχεις όρεξη να κάνεις έρευνα ,ελεύθερη, έξω και μακριά από τις προκαταλήψεις των πανεπιστημιακών βαρόνων, από τα αναθέματα του βασιλιά Γεώργιου και αυτών που έστησαν εκείνο το δίχτυ ελέγχου πάνω στην μνήμη που είναι η πύλη που προωθείται από το αρχείο Flamigni με τις ευλογίες της εξουσίας του Quirinale.

ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αρχική ερώτηση ; τι διάβαζαν οι ταξιαρχίτες ;
img_0197Via Montenevoso, 8: il nascondiglio segreto dietro un pannello rimosso nell’ottobre 1990 da un muratore, η κρύπτη πίσω από ένα πάνελ που αφαιρέθηκε από έναν κτίστη τον οκτώβρη του 1990.

είναι η ερώτηση στην οποία απαντά ο Miguel Gotor εξετάζοντας με τα μάτια του ιστορικού το υλικό που μάζεψαν οι ειδικοί πυρήνες του στρατηγού Dalla Chiesa μετά την εισβολή στο διαμέρισμα της via Montenevoso 8, στο Milano, την 1° οκτωβρίου 1978. εκείνη της Montenevoso ήταν μια σημαντική βάση, ένα είδος αρχείου των Brigate rosse, που είχε επιλεχθεί για να διατηρήσει και να ετοιμάσει το κείμενο στο οποίο θα έπρεπε να είχε συλλεχθεί το υλικό των ανακρίσεων (il cosiddetto “memoriale”) που το αποκάλεσαν »μνημόνιο», ‘μνημείο’, του προέδρου της Χριστιανικής Δημοκρατίας Aldo Moro. στο εσωτερικό του ζούσαν δυο στελέχη του εθνικού εκτελεστικού των Brigate rosse: ο Lauro Azzolini και ο Francesco Bonisoli, αμφότεροι “clandestini”, παράνομοι.

ο πρώτος, τριανταπεντάρης πρώην εργάτης στην Lombardini του Reggio Emilia; ο δεύτερος, εικοσιτριών χρονών και αυτός από το Reggio Emilia, είχε πάρει μέρος τον προηγούμενο μάρτη στην επιχείρηση της via Mario Fani, από όπου απήχθη ο Aldo Moro. μαζί τους βρίσκονταν από λίγες μέρες και η Nadia Mantovani, εικοσιπεντάρα, με καταγωγή από την Padova και φοιτήτρια ιατρικής, φυγάς εδώ και κάποιες εβδομάδες μιας και είχε ξεφύγει από κατ’ οίκον περιορισμό στον οποίο βρίσκονταν μετά από την πρώτη σύλληψη. το διαμέρισμα είχε εντοπιστεί τον αύγουστο και βρίσκονταν κάτω από στενή επιτήρηση για κάποιες εβδομάδες, χρόνος για να ψαρέψουν και άλλες επαφές, να ανακαλύψουν άλλες βάσεις και να γίνουν και άλλες εισβολές.

από τις εξήντα πυκνές σελίδες της έκθεσης κατάσχεσης, που ετοίμασαν οι καραμπινιέροι των ειδικών μονάδων που κατέλαβαν το διαμέρισμα στις επόμενες 5 ημέρες, πριν εκτοπιστούν και αυτοί με τρόπους μάλλον απότομους από το υψηλό προσωπικό του Σώματος που ανήκε στην μιλανέζικη εδαφική δομή που είχε στην κορυφή το στρατόπεδο Pastrengo (1), προκύπτει ένα ενδιαφέρον προφίλ της ταξιαρχίτικης βιβλιογραφίας την οποία ο Miguel Gotor (2) περιγράφει με αυτό τον τρόπο (cfr. Il memoriale della Repubblica, Einaudi 2011, pp. 51-54):

ο μακρύς κατάλογος δίνει την δυνατότητα να λάβουμε μια ραδιογραφία της καθημερινότητας των μαχητών των ερυθρών Ταξιαρχιών και να κατηγοριοποιήσουμε αντικείμενα ‘κοινά σε μια ολόκληρη γενιά νέων : όχι δεν ήταν από τον Άρη, όπως αργά κατάντησαν στην λοξή και επιφυλακτική ανάμνηση των συντρόφων τους στο δρόμο, στο μέτρο που αυτοί απομακρύνονταν από εκείνη την εμπειρία ανθρώπινη και πολιτική που τους είχε τυλίξει σαν ένα ξαφνικό κύμα, χωρίς να τους συντρίψει. παρά τις προθέσεις, συχνά σώθηκαν από καθαρή τύχη : ένα ραντεβού που απέτυχε, μια απρόοπτη αγάπη, ένα παιδί από το πουθενά, η κλήση από τον στρατό».

στη βάση οι στρατιωτικοί «βρίσκουν εκατοντάδες πυκνές δακτυλογραφημένες αναλύσεις οικονομικές και εκθέσεις του Τύπου, ιδιαίτερα γύρω από την βιομηχανική πραγματικότητα του άξονα Milano-Torino, όχι μόνο για το αυτοκίνητο αλλά και για τα χημικά και την σιδηρουργία. μηνιαία ημερολόγια που αφορούσαν τις εγκαταστάσεις της Lancia di Chiasso (μαίου και ιουνίου 1978), μάς Έκθεση Fiat Mirafiori carrozzeria e presse, καροτσερία και πρέσες, ένα έγγραφο με τίτλο La Fiat degli Agnelli, η Φίατ των Ανιέλλι, ένα πολιτικό έγγραφο για την Ansaldo, της οποίας οι εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο Milano σήμερα στεγάζουν μια έκθεση υψηλής μόδας (3).

και μετά βιβλία : όχι πολλά, καλά όμως επιλεγμένα. μια μικρή βιβλιοθήκη φορητή με πρόσφατες εκδόσεις. ένα αληθινό δείγμα επαναστατικού διεθνισμού εργατικού και φοιτητικού, που σήμερα επιβιώνει ανάμεσα στους πάγκους των βιβλιόφιλων ή στα εικονικά διαμερίσματα eBay για να επιβεβαιώσει μια αρχαία ζωτικότητα που σήμερα είναι διασκορπισμένη. χθες εργαλεία με αξία για να καταλάβουμε έναν κόσμο που βράζει ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές εξεγέρσεις, αντιστάσεις σε καθεστώτα δικτατορικά νεοφασιστικά και διαδικασίες αποαποικιοποιήσεων σε εξέλιξη με τις ελπίδες τους για δικαιοσύνη και ελπίδες για λύτρωση : ένας άλλος σοσιαλισμός έμοιαζε ακόμη εφικτός».

Il mobiletto di via Montenevoso 8, dietro il quale si celava il pannello-nascondiglio come venne fotografato dai carabinieri nei primi giorni dell’ottobre 1978, το έπιπλο πίσω από το οποίο κρυβόταν το πάνελ-κρησφύγετο όπως φωτογραφήθηκε από τους καραμπινιέρους τις πρώτες μέρες του οκτώβρη 1978.
img_0203Tupamaros, Kollontaj, Pisacane, Weather Underground, Bettelheim , Brecht, Mao…

ένοπλος αγώνας στο Iran του Bizhan Jazani, σοσιαλιστή θεωρητικού iraniano που πέθανε το 1975; La resistenza eritrea, η αντίσταση στην Ερυθραία του Piero Gamacchio βρίσκεται, μέσα σε ένα baule,
Prateria in fiamme, λιβάδι στις φλόγες, δηλαδή το πολιτικό πρόγραμμα των «Weather Underground» το κίνημα μαρξιστικής έμπνευσης στις ηνωμένες πολιτείες;
Tupamaros: ελευθερία ή θάνατος του Oscar José Dueñas Ruiz και Mirna Rugnon de Dueñas;
η επανάσταση στην Ιταλία του Carlo Pisacane, αναγεννησιακού ήρωα που η αντιαστασιακή του ανακάλυψη ξανά από τον Giaime Pintor (4) είχε επαναφέρει ξανά την μελέτη και την προσοχή των επαναστατικών ιταλικών κινημάτων με τρόπο ριζοσπαστικότερο από αυτόν η σχολαστικότητα της Συλλογής του Sapri θα είχε επιτρέψει με την φαινομενικά ακίνδυνη ψαλμωδία της.
και στη συνέχεια η έκδοση einaudiana [εκδοτικός οίκος] των Διαλόγων του Bertolt Brecht από τον Cesare Cases και το κλασικό του φεμινισμού Vassilissa: η αγάπη, το ζευγάρι, η πολιτική. ιστορία μιας γυναίκας μετά την επανάσταση της σοβιετικής ηρωίδας Aleksandra Kollontaj.
δεν λείπει η προσοχή από το θέμα των κρατικών συμμετοχών και της αναδιοργάνωσης της δημόσιας επιχείρησης [το Κράτος αφεντικό, η Κρατική αστική εξουσία], στον κόσμο της νέας τηλεόρασης [η κεραία των αφεντικών], στην πραγματικότητα των πολυεθνικών όταν ο όρος παγκοσμιοποίηση δεν είχε ακόμα εισέλθει στη μόδα [ Πολυεθνικές : όλη η εξουσία τους στην Ευρώπη, από τον Stephen Hugh-Jones, και Πολυεθνικές και μαζικές επικοινωνίες του γάλλου κοινωνιολόγου Armand Mattelart).
στο υπνοδωμάτιο, σε ένα κομοδίνο στο πλευρό του κρεβατιού, «αρκετά πορνογραφικά περιοδικά», ένα Εβδομαδιαίο παζλ, la «Lotta di classe in Urss, η ταξική πάλη στη σοβιετική ένωση με σχολιασμούς του μαρξιστή κριτικού Charles Bettelheim και τα διαλεχτά Έργα του di Mao Tse-tung.
μας κλείνει το μάτι ακόμα και «ένα βιβλίο με τίτλο Carabinieri (με ανέκδοτα)», όπως σημειώνει με ακούσια αίσθηση χιούμορ αυτός που ετοίμασε τα πρακτικά, εκείνο που σχεδιάστηκε από τον Bertellier και δημοσιεύτηκε από τους Samonà e Savelli, ίσως σαν φόρο τιμής στο σύνθημα του οποίου έγινε κατάχρηση εκείνα τα χρόνια : «una risata vi seppellirà» (5), ‘ένα γέλιο θα σας θάψει’.

υλικό και βιβλία που χρησίμευσαν σαν πηγές για να γραφούν οι ανακοινώσεις και να ετοιμαστούν οι ερωτήσεις στον Μόρο.

στο φως της ανάγνωσης των ταξιαρχίτικων ανακοινώσεων που διανέμονταν στη διάρκεια των πενηνταπέντε ημερών δεν προκαλεί εντύπωση η παρουσία της βιογραφίας του Aldo Moro γραμμένη από τον Aniello Coppola (6), από τη στιγμή που το προφίλ του πολιτικού ανδρός που περιέχεται στο δεύτερο μήνυμα έμοιαζε στους πιο προσεκτικούς παρατηρητές να έχει παρθεί ακριβώς από αυτό το βιβλίο. και ούτε προκαλεί έκπληξη, εάν αναλογιστούμε στα μέρη της ανάκρισης στην οποία ο Μόρο ήταν αναγκασμένος να απαντήσει γύρω από τις δραστηριότητες αντι αντάρτικου του Nato στην Ιταλία και στην αποκαλούμενη στρατηγική της έντασης,
η ανακάλυψη μιας έκθεσης για την «Rosa dei Venti», και ένα αντίγραφο του βιβλίου ‘το αίμα των λιονταριών’, που δημοσιεύτηκε το 1969 από τον Feltrinelli (7). ο τόμος στο πρώτο μέρος δημοσίευε μια μεγάλη ομιλία του κονγκολέζου ηγέτη Édouard-Marcel Sumbu, όμως στο εσωτερικό του έκρυβε το πολύ πιο ενδιαφέρον «Manuale delle Special Forces», »εγχειρίδιο των Ειδικών Δυνάμεων», στο οποίο συνοψίζονταν οι κυριότερες τεχνικές antiguerriglia e di sabotaggio, αντι αντάρτικου και σαμποτάζ που χρησιμοποιούσαν οι «Berretti verdi» , οι ‘πράσινοι μπερέδες’ των ηνωμένων πολιτειών στους μη συμβατικούς πολεμικούς πίνακες του ψυχρού πολέμου.

παρουσιάζει ενδιαφέρον το αντίγραφο μιας ομιλίας του ηγέτη της Φίατ Umberto Agnelli του 1976, καθώς μια ερώτηση στην οποία ο Μόρο χρειάστηκε να απαντήσει αφορούσε ακριβώς τους μηχανισμούς που οδήγησαν στην εκλογή του στις γραμμές της χΔ εκείνη την χρονιά. μια σειρά από διαπιστώσεις τυχαίες που επιβεβαιώνουν τις οργανωτικές σχέσεις που σημειώθηκαν κατά μήκος της γραμμής Roma-Milano, διαμέσου Firenze, ανάμεσα στον πυρήνα που έδρασε και διαχειρίστηκε την απαγωγή και την ανάκριση του Moro και την εκτελεστική επιτροπή την οποία στελέχωναν και οι Azzolini και Bonisoli, δηλαδή οι κατοικούντες στην via Montenevoso.

πολιτικό-πολιτιστική γενεαλογία της ταξιαρχίτικης επανάστασης : δεν υπήρχαν οι Togliatti και Zdanov, αντιθέτως δεν υπήρχε ούτε και το “l’album di famiglia”, για το οποίο έγραψε η Rossanda, αλλά τα ρεύματα του νεομαρξισμού των χρόνων του 60 του Εννιακόσια.

πρόκειται για ένα πακέτο βιβλίων πολύ μακριά από το τυπικό οπλοστάσιο του κομουνιστή αγωνιστή που είναι γραμμένος Pci, είναι περισσότερο αναγνώσματα τυπικά της νέας εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς εκείνης της δεκαετίας, με επιρροές αντικαπιταλιστικές, τριτοκοσμικές, τροτσκιστικές, μαοϊκές, από Γκεβάρα, επαναστατικές γενικότερα και ελευθεριακές, σίγουρης αντισταλινικής έμπνευσης. πολύ μακριά λοιπόν από την εικόνα του «album di famiglia» – το σταλινικό άρωμα των χρόνων του Πενήντα για το οποίο προειδοποιεί η Rossana Rossanda στη γλώσσα της δεύτερης ανακοίνωσης των εΤ μετά την απαγωγή Moro (8) – μια εικόνα εγκάρσιας συναίνεσης που διαρκεί στον χρόνο στην κοινή ιταλική γνώμη και που χρησίμευσε για να κάνει πιστευτή την άμεση σχέση και εκπόρευση των ερυθρών Ταξιαρχιών από το Κκι.

η φόρμουλα είχε διπλή προπαγανδιστική επιτυχία που θα άξιζε να την εμβαθύνουμε στην ανάπτυξη και το ρίζωμα που είχε στην εθνική συζήτηση : στην δεξιά πλευρά του Κκ, γιατί ενίσχυσε μια γενικότερη εμμονή αντικομουνιστική και επέτρεψε την τελετουργία του στερεότυπου της τολιατικής διπλοπροσωπίας ; στην αριστερά εκείνου του κόμματος, καθ’ ότι επέτρεπε την αφαίρεση, ή τουλάχιστον σε μια απροσδιόριστη οικογενειακή ατμόσφαιρα, την διάλυση του κεντρικού κόμβου της σχέσης συνάφειας πολιτιστικής και των γενεών ανάμεσα στον ποικιλόχρωμο εξωκοινοβουλευτικό χώρο, τον ένοπλο αγώνα και την πρακτική της πολιτικής βίας γενικότερα. ένας κόμβος πολύπλοκος και γλιστερός, που στένεψε όλο και περισσότερο στη διάρκεια των χρόνων χάρη επίσης σε μια σειρά από ασάφειες, επιφυλακτικότητες, παραλείψεις και κάποια επιεική συνενοχή.

οι σοβιετικοί Zdanov και Moloch των χρόνων του Πενήντα, στην πραγματικότητα δεν έχουν και πολύ σχέση και κινδυνεύουν να μετασχηματιστούν σε μια βολική δικαιολογία για να μη κοιτάξουμε κατάματα την πραγματικότητα[…].
αντίθετα μάλιστα, εκείνα τα βιβλία βρίσκονται εκεί να θυμίζουν πως εκείνη οι χούφτα νεαροί ταξιαρχίτες ήταν με τον τρόπο της, με γρανιτένια αδιαλλαξία και και τρελή συνοχή, μέσα στην κουλτούρα, στα διαβάσματα, τις πολιτικές πρακτικές και αξίες του κινήματος, σαν οι δυο πραγματικότητες να διασχίζονταν από το ίδιο σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων.

αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία αντανακλούσε ένα εξεγερτικό ανατρεπτικό συνφραζόμενο-πλαίσιο ευρωπαϊκής διάστασης. όχι κατά τύχη, δυο πυκνές σελίδες της έκθεσης συλλέγουν τα έγγραφα της γερμανικής «Rote Armee Fraktion», να επιβεβαιώνουν την στερεότητα των σχέσεων με τις Br (9): δομές της ομάδας, πρακτικά σχετικά με τη δίκη του Stammheim, δηλώσεις των κρατουμένων της οργάνωσης του 1977 ανάμεσα στις οποίες του Andreas Baader, δακτυλογραφημένα γράμματα της Ulrike Meinhof, και άλλων, μια δημοσίευση στα γερμανικά με ημερομηνία σεπτέμβριος-οκτώβριος 1977, μια καρτέλα που περιείχε έγγραφα σχετικά με την ιστορία της Raf (μνημόνια, εκθέσεις συζητήσεων, στρατηγικές αντάρτικου), δυο «κασέτες εκ των οποίων η μια ξεκινούσε με μια γυναικεία φωνή που μιλούσε γερμανικά» (10).

σημειώσεις

1. η ανάληψη της ευθύνης της έρευνας, που είχε επιπτώσεις πειθαρχικές εσωτερικές, έφερε στο φως τις δυνατές εντάσεις και αντιπαλότητες ανάμεσα σε αντίθετες φατρίες που αντιμετωπίζονταν μέσα στο Σώμα των Carabinieri και των Υπηρεσιών. η αιφνίδια εναλλαγή ανάμεσα στους άνδρες του Dalla Chiesa και εκείνων του Pastrengo ήταν μια από τις πιθανές αιτίες – εκτός εάν θέλουμε να θεωρήσουμε έγκυρη την υπόθεση που προωθείται [που δεν υποστηρίζεται όμως ακόμη από στοιχεία συγκλίνοντα τελείως ] από τον Miguel Gotor – της αποτυχίας ανακάλυψης της κρυψώνας πίσω από ένα πάνελ γύψου, που με την σειρά του καλύπτονταν από ένα μικρό έπιπλο που είχε τοποθετηθεί κάτω από το περβάζι ενός παραθύρου, στο οποίο δώδεκα χρόνια αργότερα ένας ναπολετάνος κτίστης ανακάλυψε, ενώ εκτελούσε εργασίες ανακαίνισης, τις φωτοτυπίες του χειρόγραφου του Aldo Moro μαζί με άλλα αντίγραφα φωτοτυπιών άλλων επιστολών, χρήματα και όπλα τυλιγμένα σε εφημερίδες του 1978. υλικό του οποίου η ‘εξαφάνιση’, η έλλειψη αρχειοθέτησης στις καρτέλες της δικαστικής κατάσχεσης, είχε επανειλημένα καταγγελθεί στην δικαστική έδρα και ενώπιον των δικαστικών στη διάρκεια των επόμενων χρόνων από τους ταξιαρχίτες που ζούσαν στο διαμέρισμα, Franco Bonisoli και Lauro Azzolini.

2. ο Miguel Gotor σε περισσότερες περιπτώσεις έχει αποδείξει πως έχει άποψη και αντιμετώπιση καθόλου συμβατή έναντι των ερυθρών Ταξιαρχιών και γενικότερα απέναντι στον ένοπλο Αγώνα και στους επαναστατικούς σχηματισμούς των χρόνων 70, όπως δείχνουν τα διαφορετικά βιβλία, άρθρα και δοκίμια αφιερωμένα στην απαγωγή Moro, ιδιαίτερα στην γραπτή παραγωγή του χριστιανοδημοκράτη ηγέτη [ επιστολές και μνημόνιο].

3. Acss, Λεγεώνα carabinieri του Milano, Διαδικασία κατάσχεσης από την έρευνα και κατάσχεση στην οδό Monte Nevoso στο Milano, 1° oκτωβρίου 1978, ώρα 10, pp. 8, 15-17, 22, 31, 42, 45.

4. Carlo Pisacane, Saggio su la Rivoluzione, a cura di Giaime Pintor, Einaudi, Torino 1942, Δοκίμιο πάνω στην Επανάσταση.

5. πρόκειται για τις ακόλουθες εκδόσεις : Bizhan Jazani, Lotta armata in Iran, ένοπλη πάλη στο Ιράν, Calusca, Milano 1977;
Piero Gamacchio, La resistenza eritrea, η αντίσταση στην Ερυθραία, Lerici, Cosenza 1978;
Prateria in fiamme: il programma politico dei Weather Underground, το λιβάδι στις φλόγες-το πολιτικό πρόγραμμα των Weather Underground ,Collettivo editoriale libri rossi, Milano 1977;
Oscar José Dueñas Ruiz e Mirna Rugnon de Dueñas, Tupamaros: libertà o morte, isapere edizioni, Milano-Roma 1974; ελευθερία ή θάνατος
Carlo Pisacana, La rivoluzione italiana, a cura di Aurelio Lepre, Editori Riuniti, Roma 1975; η ιταλική επανάσταση
Bertolt Brecht, Dialoghi di profughi, prefazione di Cesare Cases, Einaudi, Torino 1977; Διάλογοι προσφύγων
Aleksandra Kollontaj, Vassilissa: l’amore, la coppia, la politica: storia di una donna dopo la rivoluzione, Savelli, Roma 1978; η αγάπη, το ζευγάρι, η πολιτική
Pietro Guizzetti, Stato padrone. Le partecipazioni statali in Italia, Mondadori, Milano 1977; οι κρατικές συμμετοχές στην Ιταλία
Antonio Mutti, La borghesia di Stato: struttura e funzioni dell’impresa pubblica in Italia, G. Mazzetta, Milano 1977; η κρατική αστική τάξη : δομή και λειτουργίες της δημόσιας επιχείρησης στην Ιταλία
Francesco Siliato, L’antenna dei padroni: radiotelevisione e sistema di informazione, G. Mazzetta, Milano 1977; η κεραία των αφεντικών : ραδιοτηλεόραση και σύστημα πληροφόρησης
Stephen Hugh-Jones (a cura di), Multinazionali tutto il loro potere in Europa, Poligrafico G. Colombi, Milano 1977; Πολυεθνικές όλη τους η εξουσία στην Ευρώπη
Armand Mattelart, Multinazionali e comunicazioni di massa, prefazione di Ivano Cipriani, Editori riuniti, Roma 1977; Πολυεθνικές και μαζική επικοινωνία
Mao Tse-tung, Opere scelte, Casa editrice in Lingue Estere, Beijing 1969-75; διαλεχτά Έργα
Bertellier, Carabinieri: le più celebri barzellette sulla “Benemerita” per la prima volta raccolte e illustrate, introduzione di Sandro Medici, Savelli, Roma, Milano 1977. τα πιο διάσημα ανέκδοτα

6. Aniello Coppola, Moro, Feltrinelli, Milano 1976.

7. É-M. Sumbu, Il sangue dei leoni: appello politico a tutto il popolo congolese per una riscossa in massa contro la reazione Kinshasa. Discorso al Congresso culturale dell’Avana. Cultura e indipendenza nazionale. Manuale delle Special forces, Feltrinelli, Milano 1969. το αίμα των λιονταριών : πολιτική έκκληση σε όλο τον κονγκολέζικο λαό για μαζικό ξεσηκωμό ενάντια στην αντίδραση Kinshasa. ομιλία στο πολιτιστικό Κονγκρέσο της Αβάνα. πολιτισμός και εθνική ανεξαρτησία. Εγχειρίδιο των Ειδικών δυνάμεων

8. Per l’espressione si veda Rossana Rossanda, Discorso sulla Dc, in il manifesto 28 marzo 1978, p. 1, e Id., L’album di famiglia, ivi, 2 aprile 1978, pp.1-2. Sul dibattito di quei giorni si rinvia a Gotor, Processo all’album di famiglia, pp. 53-58. για την έκφραση μπορείτε να δείτε Rossana Rossanda, Ομιλία για την χΔ στην εφημερίδα il manifesto , 28 μαρτίου 1978, το οικογενειακό άλμπουμ, το ίδιο, 2 απριλίου 1978. για την συζήτηση εκείνων των ημερών γίνεται αναφορά στον Gotor, Δίκη στο οικογενειακό άλμπουμ, σελίδες 53-58

9. Sul processo, iniziato il 21 maggio 1975, cfr. Aust, Rote Armee Fraktion, pp. 283-370. για την δίκη, που ξεκίνησε στις 21 μαίου 1975.

10. ACSS, Legione carabinieri di Milano, Processo verbale di perquisizione e sequestro di via mOntenevoso di Milano, 1° ottobre-5 ottobre 1978, ore 10, a firma Giovanni Scirocco e altri, ff. 7, 33-34. 39, 41, 49. 56, 58, 60 anche per le seguenti citazioni. λεγεώνα καραμπινιέρων του Μιλάνο, πρακτικά έρευνας και κατάσχεσης στην οδό Μόντε Νεβόζο του Μιλάνο, 1η οκτωβρίου – 5 οκτωβρίου 1978, ώρα 19, με υπογραφή Scirocco και άλλοι.

ένοπλη πάλη, lotta armata

χρόνια 70 : ‘θα ονομαστούμε η κόκκινη Ταξιαρχία’

Anni 70: “Ci chiameremo la Brigata rossa”
Posted on marzo 16, 2009
Libri – Qui Brigate rosse – Il racconto, le voci, Vincenzo Tessandori, Baldini Castoldi Dalai (pp. 782, e22) marzo 2009
χρόνια 70 : ‘θα ονομαστούμε η κόκκινη Ταξιαρχία’
βιβλία – εδώ ερυθρές ταξιαρχίες – η διήγηση, οι φωνές.

ο Vincenzo Tessandori, για χρόνια απεσταλμένος της Stampa, βάζει το μαύρο στο άσπρο ‘μια προσέγγιση-χρονικό κοντινό’ της γέννησης, της ανάπτυξης και της ήττας των Brigate rosse. ανακατασκευάζει τις δράσεις, τα σχέδια, την κρίση της ομάδας με μια προσοχή στη μεθοδολογία : »προσπάθησα να αφήσω έξω από αυτές τις σελίδες την πλημμύρα που ονομάστηκε ‘συνομωσιολογία’, που σίγουρα έχει μια δική της γοητεία και ένα δυνατό άρωμα, που δεν την δικαιολογεί όμως με τίποτα».

μια ταβέρνα στα βουνά του Reggiano με τον Curcio & C. εδώ γεννιούνται σύμβολο και το πρώτο όνομα των μελλοντικών εΤ
του Vincenzo Tessandori

η γέννηση της οργάνωσης αποφασίστηκε αλλού, στα βουνά του Reggiano. εκείνος ο τόπος μου παρουσιάστηκε από τον Tonino Loris Paroli «Pippo», έναν εργάτη από το Reggio Emilia, έναν από την φάλαγγα Mara Cagol, που έμεινε κλεισμένος στη φυλακή για δεκαέξι χρόνια, όχι όμως για εγκλήματα αίματος, που στη συνέχεια έγινε αξιόλογος ζωγράφος. εκθέτει την διήγηση του στην La Stampa στις 24 oκτωβρίου 1991: «η συνάντηση έγινε στο “da Gianni”, στην Costaferrata di Casina, στους ξινούς λόφους έξω από το Reggio, σε 650, μπροστά από τα ευγενή υπολείμματα του κάστρου της Matilde di Canossa. πράσινο και ηρεμία, οικογενειακή ατμόσφαιρα, κουζίνα ελκυστική, λαμπρούσκο εύθυμο και ειλικρινές ; και η επανάσταση έχει της υγιείς ανάγκες της.
cop-br-4-cm«διότι ανάμεσα σε συγκεντρώσεις, συζητήσεις, δημόσιους διαλόγους, σχεδιασμούς, συγκρίσεις, καυγάδες, προσευχές, ντελίριο, ανάλυση, διατριβές, συνελεύσεις, τραγούδια, συνθέσεις, κατηγορίες, αντεκλήσεις, σεμινάρια, σχέδια, οράματα, όνειρα και ουτοπίες το καλοκαίρι του 1970, ήταν μια απομακρυσμένη εποχή, στο εστιατόριοu “da Gianni” γεννήθηκαν Brigate rosse. όλα παρέμειναν όπως τότε. ο Tonino Loris Paroli, που σήμερα έχει 47 χρόνια, εκείνες τις μέρες ήταν εκεί και έχει ανάμνηση σαφή. […] “επρόκειτο για πραγματικό συνέδριο, διήρκησε από τη δευτέρα μέχρι το σάβατο”. υπήρχαν οι σκληροί του Reggio, εκείνοι του ‘διαμερίσματος’ και υπήρχε και η ‘προλεταριακή αριστερά’ σχεδόν στο σύνολο της, οι σύντροφοι είχαν έρθει από το Milano, το Trento, την Genova, δυο από Torino.” όπως ο Curcio και η Cagol, όπως ο Franceschini και ο Prospero Gallinari, στο τέλος του σεμιναρίου και αυτός θα διάλεγε την παρανομία. είναι μέρος της ‘ιστορικής ομάδας’ της οργάνωσης και το 1975 συλλαμβάνεται στο Torino, όπου είχε μετακομίσει για να εκτελεί δουλειά στο ‘μαζικό μέτωπο’.

«είναι ο πρώτος κόκκινος ταξιαρχίτης ελεύθερος με ‘τέλος ποινής […] καταδικάστηκε σε τριάντα χρόνια : “λίγο για τα πεπραγμένα των εΤ, κυρίως για τις προσβολές προς τους δικαστικούς στη διάρκεια των δικών’, εξηγεί. τα κάγκελα των φυλακών θα έπρεπε να ανοίξουν μετά το Δυο χιλιάδες, όμως η εισαγγελία του Μιλάνο αναγνώρισε την συνέχιση των αδικημάτων. του αρέσει να γελά, έχει χαρακτήρα εξωστρεφή των αγροτών της Εμίλια : »έμεινα δεκαέξι χρόνια στο ψυγείο», κάνει πλάκα, αμέσως όμως επισημαίνει : »δεν υπήρξαν πολιτικές αγωγές εναντίον μου, τέλος πάντων, δεν τραυμάτισα ούτε σκότωσα». όταν τον συνέλαβαν οι εΤ είχαν σκοτώσει μίνο έναν άνθρωπο, στην Πάντοβα : »επρόκειτο για ατύχημα και, πάντως, κανείς δεν αρνήθηκε το γεγονός. ένα χαρακτηριστικό της οργάνωσης ήταν πως αναλάμβανε αμέσως την ευθύνη των πάντων, ακόμη και για πράγματα που θα μπορούσαν να είναι επιβλαβή. τέλος πάντων, όπως είπε κάποιος, η αλήθεια είναι επαναστατική. ειλικρινά δεν γνωρίζω εάν σε διαφορετικές καταστάσεις θα είχα πυροβολήσει ή όχι».

«εκείνο το καλοκαίρι ήταν ζεστό. οι σύντροφοι, γύρω στους εβδομήντα, στεγάστηκαν σε πολλά σπίτια του χωριού. είχαν ζητήσει βοήθεια και από τον εφημέριο, don Emilio Manfredi, σαρανταεννέα χρονών τότε. »όμως στη συνέχεια άφησαν το σπίτι του», θυμάται ο ιερέας. »για εκείνες τις συναντήσεις θα ενημερώνονταν και οι καραμπινιέροι, ο αστυνόμος πληροφορήθηκε εάν ενοχλούσαν, στη συνέχεια δεν καταπιάστηκε άλλο με το θέμα. Mah!, και να σκεφτείτε πως ανάμεσα τους υπήρχαν όλοι εκείνοι για τους οποίους θα γίνονταν κουβέντα όλα τα επόμενα χρόνια. με κάθε τρόπο, σοβαρά παιδιά, πολύ σοβαρά, ολιγόλογα, μερικές φορές βρίσκονταν όλοι μαζί, άλλες χωρίζονταν σε ομάδες, στα δάση και στα χωράφια».

” κατά καιρούς οι συζητήσεις έμοιαζαν καυγάδες. όταν όμως μιλούσε ο πλάκωνε σιωπή. αντιθέτως, η Mara, η γυναίκα του, δεν ήταν ομιλητική : έκανε μόνο μια μισή παρέμβαση. »γύρω στη μια, όλοι στου “da Gianni”, εξαντλημένοι : από την κούραση για την ετοιμασία της επανάστασης, από τις μακριές ώρες που περνούσαμε στον ήλιο και τις βόλτες στους λόφους που κάποιοι τις ζούσαν λες και ήταν πορείες διαμέσου της Sierra Madre παρέα με τον Fidel, τον Camillo Cienfuegos αλλά, κυρίως, με τον Che. το ημερολόγιο του Τσε από την Bolivia ήταν ένα best-seller και το μικρό εγχειρίδιο του βραζιλιάνου Κάρλος Μαριγκέλλα, il Piccolo manuale del guerrigliero urbano, del brasiliano Carlos Marighella, ήταν ένα ιερό κείμενο. »η ζούγκλα μας, λέγαμε, θα ήταν η μητρόπολη και όχι το δάσος του Vietnam.” πιο μπροστά, σε έναν από εκείνους τους στενούς λαιμούς δίχως ηχώ, οι Loris, Renato και Mara θα δοκίμαζαν τα πρώτα τους όπλα. οι συζητήσεις, των μελλοντικών ταξιαρχιτών ξεκινούσαν από την κρίση της άκρας αριστεράς, μετά την απόπειρα στην πλατεία Fontana.

έμπαιναν θορυβώδεις στο μαγαζί και αμέσως ο τόνος στις κουβέντες ξεθώριαζε. εκεί τους περίμεναν ο Gianni Incerti και η γυναίκα του Anna. “όμως ναι, μας είχαν πει πως είχαν έρθει για λόγους σπουδών και όντως έδιναν την εντύπωση πως επρόκειτο για φοιτητές. όμως μετά από καμιά δυο τρεις μέρες αρχίσαμε να αμφιβάλουμε λιγάκι , ‘δεν μας τα λεν καλά’, ειπώθηκε. μετά το φαγητό μαζεύονταν στο σαλόνι, κλείνανε τα παράθυρα, μιλούσανε μόνοι τους, από κοντά, με χαμηλή φωνή». όμως στο γεύμα και στο δείπνο ήταν στιγμές χαράς συλλογικής.[…] θυμάται η Anna πως το μενού ήταν ‘δυνατό’. »αμέσως μετά το τραγούδι στην Bella έφταναν τα μικτά ορεκτικά : δικά μας σαλάμια, λουκάνικα, ωμό χοιρομέρι παστό, θανατηφόρα και ένα αφρώδες κρασί που έκανε και την ανάμνηση του Λένιν να χλωμιάζει. στη συνέχεια τα πρώτα πιάτα : τορτελίνι με σέσκουλα σπιτικά, λαζάνια, κανελόνια, ζωμό με cappelletti .

[…] «έτσι για μέρες. οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν ειχαν ακόμη επίσημα γεννηθεί, όμως κάποιο έψαχναν ήδη να βρουν σύμβολο και ακρωνύμιο για την μέλλουσα οργάνωση». σκεφτήκαμε το αστέρι. θυμάται ο Franceschini: «σαν σύμβολο διαλέξαμε εκείνο των ουρουγουανών Τουπαμάρος. δεν καταφέρναμε όμως να το φτιάξουμε σωστά, μας έβγαινε συνέχεια ασύμμετρο, κι έτσι μια μέρα πρότεινα : “γιατί δεν το αφήνουμε έτσι ;» αποφασίσαμε να το εγγράψουμε μέσα σε κύκλο και, για το σχέδιο χρειαζόμασταν κάτι εύκολο, εύχρηστο : σκεφτήκαμε στο νόμισμα των 100 λιρών, έτσι γεννήθηκε το ‘σήμα κατατεθέν μας’

έπρεπε να βρούμε όνομα στην ομάδα μας. μια μέρα του σεπτέμβρη του 1970, ενώ στο Μιλάνο επέστρεφε με το 500ράκι και τον άντρα της Renato Curcio, σκεφτόμενη με δυνατή φωνή γύρω από την ονομασία της ομάδας, η Margherita Cagol παρατήρησε πως ‘η πρώτη αντάρτικη δράση στην Ευρώπη’ ήταν η απελευθέρωση του Andreas Baader, στην Γερμανία, από μέρους της Raf, la Frazione Armata Rossa. «στην δικιά μας περίπτωση Αρμάδα μου φαίνεται υπερβολικό. όμως Ταξιαρχία μου αρέσει : ερυθρή ταξιαρχία». Ma brigata mi piace: brigata rossa.»

ένοπλη πάλη, lotta armata · διεθνισμός, internazionalismo

Αλγέρι, λιμάνι των επαναστάσεων [4] α] μέρος

Leila Khaled 1969-2006Algeri, porto delle rivoluzioni (4)
autor dementio memoriae
Di ambasciatori e di aeroplani presi in prestito
Αλγέρι, λιμάνι των επαναστάσεων [4]

Η απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων σε αντάλλαγμα προσωπικοτήτων που συνελλήφθησαν από αντάρτικες οπλισμένες ομάδες, όπως η περίπτωση των banidos [εξόριστοι] βραζιλιάνων που αποβιβάστηκαν στο Αλγέρι που διηγηθήκαμε σε προηγούμενο κείμενο, ήταν μια μορφή δράσης που βρήκε το απώγειο της το 1970. Όπως είπαμε, στις 4 σεπτεμβρίου 1969, στην Βραζιλία, απήχθη ο πρέσβης των ηνωμένων πολιτειών Charles Burke Elbrick, για του οποίου την απελευθέρωση αφέθησαν ελεύθεροι 15 πολιτικοί κρατούμενοι. Η ενέργεια ελήφθη σαν υπόδειγμα και επανελήφθη από αρκετές ομάδες ένοπλες, που την θεώρησαν μορφή αγώνα ικανού να εκφράζει συμβολικά τη ριζοσπαστικότητα της σύγκρουσης με την εξουσία, τοπική και διεθνή, και την ίδια στιγμή να κατακτάται η ελευθερία πολιτικών κρατουμένων.
Μια συνοπτική ανασκόπηση μας αποδίδει τις διαστάσεις του φαινομένου :

– 1 μαρτίου 1970, Γουατεμάλα : Alberto Fuentes Mohr, υπουργός εξωτερικών, απήχθη από τις Fuerzas Armadas Rebeldes (FAR), Ένοπλες Εξεγερμένες Δυνάμεις και ανταλλάχθηκε με έναν πολιτικό κρατούμενο.

– 6 μαρτίου 1970, Γουατεμάλα : Sean Michael Holly, διπλωμάτης USA, απήχθη από τις FAR και ανταλλάχθηκε με 2 πολιτικούς κρατούμενους, που αφέθησαν από Costa Rica και Messico.

– 16 μαρτίου 1970, Βραζιλία : Nobuo Okuchi, γιαπωνέζος σύμβουλος στο San Paolo, απήχθη από την Vanguarda Popular Revolucionaria (VPR), Λαϊκή Επαναστατική Πρωτοπορία, και ανταλλάχθηκε με πέντε πολιτικούς κρατούμενους, που αφέθησαν στην Χιλή.

– 24 μαρτίου 1970, Δομινικανή Δημοκρατία : ο συνταγματάρχης Donald Crowley, ακόλουθος USA, απαγάγεται και ανταλλάσεται με 20 πολιτικούς κρατούμενους, που αφήνονται στο Μεξικό.

– 28 μαρτίου 1970, Αργεντινή : Joaquin Waldemar Sanchez, διπλωμάτης της Paraguay, απήχθη στο Buenos Aires από τις Fuerzas Argentinas de Liberación (FAL), Αργεντινές Δυνάμεις για την Απελευθέρωση. Ελευθερώνεται άνευ όρων στη συνέχεια για ανθρωπιστικούς λόγους. Οι αντάρτες ζητούσαν από την κυβέρνηση να αναγνωρίσει πως κρατούσε και βασάνιζε δύο μαχητές. Σε αντίποινα, μια ομάδα της άκρας δεξιάς Mano, που περιλαμβάνει έναν επιθεωρητή της αστυνομίας, προσπαθεί να απαγάγει τον σοβιετικό διπλωμάτη Jurij Pivowarov.

– 31 μαρτίου 1970, Γουατεμάλα : ο κόντης Karl von Spreti, γερμανός πρέσβης, απαγάγεται από τις FAR και εκτελείται στις 5 απριλίου μιας και η ανταλλαγή με τους πολιτικούς κρατουμένους απορρίφθηκε.

– 29 μαίου 1970, Αργεντινή : απαγωγή του πρώην αργεντινού προέδρου στρατηγού Pedro Aramburu, που εκτελείται στη συνέχεια στις 6 ιουλίου από τους Montoneros.

– 12 ιουνίου 1970, Βραζιλία : ο Ehrenfried von Holleben γερμανός πρέσβης, απήχθη και ανταλλάχθηκε με 40 κρατουμένους που αφέθησαν στην Algeria (xxx);
– 10 ιουλίου 1970, Κολομβία : Fernando Londoño, πρώην υπουργός εσωτερικών, απαγάγεται και ελευθερώνεται 10 μέρες μετά.

– 21 ιουλίου 1970, Βολιβία : δύο γερμανοί τεχνικοί απαγάγονται από το Ejército de Liberaciòn Nacional (ELN) , Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός, στην Teoponte, ανταλλάσονται με 10 πολιτικούς κρατούμενους που αφήνονται στην Cile.

– 28 ιουλίου 1970, Ουρουγουάη : Dan Mitrione, αξιωματούχος της CIA, απαγάγεται από τους Tupamaros (Movimiento Liberacion Nacional-T), Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης, και εκτελείται μετά την άρνηση διαπραγματεύσεων από την κυβέρνηση στις 10 αυγούστου.

– 31 ιουλίου 1970, Ουρουγουάη : ο Aloisio Dias Gomide, πρέσβης της Brasile απαχθής από τους Tupamaros ελευθερώνεται στις 21 φεβρουαρίου 1971.

– 7 αυγούστου 1970, Ουρουγουάη : ο Claude Fly, σύμβουλος USA, απαγάγεται από τους Tupamaros αντιμετωπίζει καρδιακό πρόβλημα; οι Tupamaros στη συνέχεια απαγάγουν έναν ειδικό καρδιολόγο ο οποίος το επιβεβαιώνει , έτσι αφήνουν και τους δύο στις 2 μαρτίου 1971.

– 5 οκτωβρίου 1970, Καναδάς : ο James Cross, βρεταννός πρέσβης, απαγάγεται στο Montreal από το Front de Libération du Québec (FLQ), Μέτωπο Απελευθέρωσης του Κεμπέκ, που ζητά την απελευθέρωση 5 πολιτικών κρατουμένων στην Cuba ή στην Algeria; θα ελευθερωθεί στις 5 δεκεμβρίου.

– 10 οκτωβρίου 1970, Καναδάς : Pierre Laporte, υπουργός Μεταφορών, απαγάγεται από το FLQ και εκτελείται στις 17 οκτωβρίου.

– 1 δεκεμβρίου 1970, Ισπανία : ο Eugen Beihl, επίτιμος πρόξενος γερμανός στο San Sebastian, γίνεται στόχος της πρώτης απαγωγής της βασκικής οργάνωσης Euzkadi Ta Askatasuna (ETA) σε απάντηση για την δίκη στο Burgos; ελευθερώνεται, δίχως όρους, στην Δυτική Γερμανία στις 24 δεκεμβρίου.

– 7 δεκεμβρίου 1970, Βραζιλια : Giovanni Bucher, ελβετός πρέσβης, απαγάγεται από την Vanguardia Popular Revolucionària (VPR), Λαϊκή Επαναστατική Πρωτοπορία, και ανταλλάσεται με 70 πολιτικούς κρατούμενους που αφήνονται στην Χιλή.

– 8 ιανουαρίου 1971, Ουρουγουάη : ο Geoffrey Jackson, βρεταννός πρέσβης απαγάγεται από τους Τουπαμάρος, ελευθερώνεται στις 9 σεπτεμβρίου.
couvertureΌχι πως οι δράσεις απαγωγείς άρχιζαν ή τελείωναν εδώ [αυτή η λίστα δεν έχει εξαντληθεί, αναφέρθηκαν ειδικότερα οι περιπτώσεις που έκαναν διεθνώς μεγαλύτερη εντύπωση] : οι ουρουγουανοί Τουπαμάρος είχαν ήδη εγκαινιάσει τη μέθοδο στις 8 αυγούστου 1968 αρπάζοντας τον Ulysses Pereira Reverbel. Με την απαγωγή ‘ανθρώπων-κλειδιά του καθεστώτος, μπάτσων της καταστολής και ξένων εκπροσώπων’, οι Τουπαμάρος στόχευαν κυρίως να τους κατηγορήσουν δημόσια, να εξασφαλίσουν έγγραφα και πληροφορίες, «los chanchos» , τα γουρούνια, ήταν το όνομα που δόθηκε στην επιχειρησιακή γραμμή που υιοθετήθηκε με αυτά τα κριτήρια το 1970, σύμφωνα με την οποία οργάνωσαν εκείνες που ονομάστηκαν ‘φυλακές του λαού’ στις οποίες κατάφερναν να κρατήσουν επί μακρόν τους ομήρους. Η απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων διαμέσου ανταλλαγής δεν είχε ρόλο κυρίαρχο εν προκειμένω, μιας και οι Τουπαμάρος καταφέρνουν να οργανώσουν μαζικές αποδράσεις από τις φυλακές του καθεστώτος. Η περίπτωση της απαγωγής του Dan Mitrione, πράκτορα της CIA, παραμένει πιθανότατη η γνωστότερη (και τίθεται στη σκηνή στο film του Costa-Gavras «Stato d’assedio» , ‘υπό κατάσταση πολιορκίας’, με τον Yves Montand, και αποκαλύπτει στον κόσμο την ανάμιξη των βορειοαμερικανών στη συστηματική οργάνωση των βασανιστηρίων.

Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέραμε πιο πάνω, οι αντιδράσεις των τοπικών αρχών χωρίζονταν στις δύο κλασσικές κατηγορίες των ‘γερακιών’ υποστηρικτών σκληρής καταστολής, και ‘περιστεριών’ που ήταν υπέρ των διαπραγματεύσεων, συχνά για λόγους τακτικής, σε δύσκολη θέση και αμήχανοι στη σχέση τους με τις ξένες δυνάμεις των οποίων τους εκπροσώπους δεν είχαν καταφέρει να προστατεύσουν. Από τα γενικότερα αποτελέσματα φαίνεται πως η περίπτωση των γερακιών, ΄δηλαδή με την αποδοχή διαπραγματεύσεων οι επιχειρήσεις αυξάνονται, είναι αβάσιμη. Η ήττα των αντάρτικων οργανώσεων ήταν όντως ανεξάρτητη από τις Κρατικές αιτιάσεις οι οποίες ανέφεραν πως ‘με τους τρομοκράτες δεν διαπραγματευόμαστε’.

Στα 1970 υπήρξε λοιπόν αυτή η πυρκαγιά απαγωγών διπλωματών, η οποία, αν και όχι συντονισμένη και που δεν επανελήφθησαν τα επόμενα χρόνια, διαβάζεται και πλαισιώνεται σαν παγκόσμιο δημόσιο πρόβλημα. Για τον διπλωμάτη ισχύει η αρχή της αμοιβαιότητας στις διπλωματικές σχέσεις, ‘αυτό που κάνεις στον εκπρόσωπό μου εγώ μπορώ να το κάνω στον δικό σου’.
Οι ενέργειες είχαν παγκόσμια απήχηση, και όπως άλλες εφημερίδες, έτσι και η le Nouvel Observateur τις έκαναν πρωτοσέλιδο, τονίζοντας πως ένας από τους στόχους που κατάφεραν τα διάφορα κινήματα ήταν εκείνος του να παρουσιάσουν την ύπαρξη τους, εκεί όπου το δικαίωμα στην εθνική ύπαρξη-επιβίωση [του βασικού λαού, αυτού του Κεμπέκ ή του παλαιστινιακού] ή της πολιτικής ύπαρξης-επιβίωσης [στις χώρες της Λατινικής Αμερικής] απαγορεύεται. Αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να διαπραγματευτούν,
τα μαχητικά κινήματα δυναμιτίζουν την νομιμότητα τους, αποδεικνύοντας πως το δίκαιο είναι ζήτημα ισορροπίας δυνάμεων. Η ανάλυση του γαλλικού περιοδικού, που αναπτύσσεται σε αριστερή προοπτική [του είδους, με το ένοπλο αγώνα εντάξει, φτάνει να μην γίνεται εδώ] δεν στέκεται στην θεώρηση πως η απαγωγή ομήρων είναι απλή πράξη διεθνούς προπαγάνδισης. Πάνω στο παράδειγμα της ‘πρώτης’ απαγωγής – εκείνης του πρέσβη ΗΠΑ στην Βραζιλία – αναρωτιέται εάν η άγρια καταστολή που επακολούθησε, διαλύοντας τις οργανώσεις, και αποδεκατίζοντας τα στελέχη, διοικητές και μαχητές, ξεκινώντας με την δολοφονία του Carlos Marighella, δεν είχε κόστος πολύ υψηλό, είτε από βολονταρισμό, ή από ανυπομονησία να κατακτηθεί μια τακτική επιτυχία η οποία τελικά απέφερε μια στρατηγική ήττα.
cause du peuple 1971Η εσωτερική συζήτηση στα κινήματα, λέει η NouvelObs, σε ότι αφορά την πολιτική προετοιμασία των δράσεων, η δυνατότητα να τις καταστήσεις πολιτικά επικερδείς, καθώς εκεί που υπάρχει ένα καθεστώς αστυνομικής και στρατιωτικής βίας, ή ένοπλη δράση είναι από μόνη της απαραίτητη και επαρκής, όντας ανυπόφορη για το καθεστώς.
Όπως για την Βραζιλία, το ίδιο ισχύει και για τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Ασίας, Της Αφρικής, της Ευρώπης [η αναφορά γίνεται για την Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα, χώρες που εκείνη τη στιγμή κυβερνούνται από δικτατορικά καθεστώτα], όπως και για την Παλαιστίνη : η ερώτηση που τίθεται δεν αφορά στην ανάγκη ή την καταλληλότητα της ένοπλης δράσης, αλλά της αναγκαιότητας-καταλληλότητας να εμπλέξεις σημαντικούς πόρους σε ενέργειες που απευθύνονται στον ‘εξωτερικό’ κόσμο, που δεν κινητοποιούν στο εσωτερικό, που λίγο συμβάλλουν στην πολιτικοποίηση του λαού. Σε χώρες όπου το καθεστώς δεν βασίζεται μόνο στην αστυνομική και στρατιωτική βία, στο Κεμπέκ, στις ΗΠΑ και στις αστικές δημοκρατίες γενικότερα, η ένοπλη δράση δεν επαρκής από μόνη της, άλλες μορφές δράσης και οργάνωσης πρέπει να προηγούνται και να την συνοδεύουν. Στις ΗΠΑ, οι επιθέσεις με εκρηκτικά των παράνομων ομάδων δεν καταφέρνουν να αποδείξουν πως το Κράτος είναι ήδη φασιστικό, η παρανομία δικαιολογείται μόνο όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος να κινητοποιήσεις τις μάζες, και οι αστικές δημοκρατίες έχουν τη δυνατότητα και το λούσο της ανοχής και ανεκτικότητας στην καταπίεση και στην επιλεκτική καταστολή, που, παρότι δυσφημίζει το Κράτος για την αστυνομική αυθαιρεσία και την παραβίαση των νόμων του, παραμένει ξεχωριστή από τη γενικευμένη καταστολή και καταπίεση. Οι ΗΠΑ, διαχωρίζει το άρθρο που υπογράφει ο Michel Bosquet (ήταν το ψευδώνυμο του André Gorz ενός διανοούμενου στενά δεμένου με την ιταλική ‘νέα αριστερά’ , όπως και με τους Sartre και Marcuse: δες το αφιέρωμα του Yann Moulier), δεν συγκρίνονται με την Γαλλία : εάν στην Αμερική για την καταφυγή στα εκρηκτικά υπάρχει το κίνητρο της απόγνωσης των αγωνιστών για την κινητοποίηση μιας εργατικής τάξης που ‘ενσωματώθηκε στο σύστημα’, στην Γαλλία οι επαναστάτες αγωνιστές δεν έχουν ανάγκη ούτε εκρηκτικών ούτε απαγωγών για να πιστοποιήσουν την ύπαρξη τους.
Στην Γαλλία είναι οι ίδιοι οι εργάτες που απαγάγουν τα αφεντικά τους : το άρθρο ανακαλεί το επεισόδιο στις 14 μαίου 1968, όταν οι εργάτες της Sud-Aviation στη Nantes-Bouguenais κλείδωσαν τον διευθυντή τους και ξέσπασε ένα κίνημα δίχως προηγούμενα, και εκείνο το παρόμοιο που συνέβη στη Ferodo, υποδεικνύοντας τα σαν παραδειγματικές δράσεις διότι όχι παράνομες αλλά μαζικές, που μπορούν άμεσα να τις μιμηθούν οι εργάτες. Αυτές οι δράσεις είναι δυνατές, καταλήγει, διότι η Γαλλία είναι αστική δημοκρατία που δεν μπορεί να επιτρέψει γενικευμένη καταστολή.
Να ‘συνοδέψει’ αυτές τις δράσεις υπήρξε η Gauche Prolétarienne, Προλεταριακή Αριστερά, της οποίας η εφημερίδα La Cause du Peuple, η Αριστερά του Λαού, εξαπολύει : ‘Να πάρουμε ομήρους τα αφεντικά είναι δικαιοσύνη’, ‘Έχουμε δίκιο να απαγάγουμε τα αφεντικά’ .[στις φωτογραφίες πρωτοσέλιδα του 1971 και του 1969].
cause du peuple 1969Operai Ignis Trento mettono fascisti alla gogna 30.7.1970
Στην Ιταλία, στις 30 ιουλίου 1970, στις εγκαταστάσεις Ignis di Gardolo ύστερα από επεισόδιο όπου μια ομάδα φασιστών επιτέθηκε σε εργάτες τραυματίζοντας με μαχαίρια δύο από αυτούς, εργαζόμενοι και φοιτητές συλλαμβάνουν δύο στελέχη του φασιστικού κόμματος Movimento Sociale Italiano (MSI),
Τους Andrea Mitolo και Gastone Del Piccolo, υποχρεώνουν να βαδίσουν μέχρι το Τρέντο με τα χέρια δεμένα πίσω από το σβέρκο και μια καρτέλα κρεμασμένη στο λαιμό με την επιγραφή : ‘Είμαστε φασίστες, Σήμερα μαχαιρώσαμε τρεις εργάτες της Igniς Αυτή είναι η πολιτική μας υπέρ των εργατών’.
Ένας αγωνιστής της Lotta Continua, που τον έψαχναν για το επεισόδιο, βρήκε καταφύγιο στους χώρους του κινήματος στην Γερμανία.

Στην ίδια την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ούτε απαγωγές ούτε διαπομπεύσεις, όμως στις 14 μαίου 1970 ελευθερώνεται από την φυλακή με μια μαχητική δράση ο Andreas Baader; η επιστολή ανάληψης ευθύνης που στάλθηκε στην «Agit 883», ένα κινηματικό περιοδικό, θεωρείται το πρώτο δημόσιο κείμενο στην ιστορία της Rote Armee Fraktion (RAF).
Μόνο μέσα στο 1975, il Movimento 2 Giugno, Κίνημα 2 Ιουνίου, θα απαγάγει τον Peter Lorenz, διοικητικό στέλεχος της CDU (democrazia cristiana), χριστιανικής δημοκρατίας του Βερολίνου, καταφέρνοντας την απελευθέρωση δύο διαδηλωτών και 5 guerriglieri, ανταρτών, που θα μεταφερθούν στην τότε Sud-Yemen, Νότια Υεμένη.
Σε εκείνη που παραμένει η μια και μοναδική επιχείρηση απαγωγής που τελείωσε με την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Στον λογαριασμό εισέρχεται και η Αλγερία – με την Λιβύη και την Σομαλία – σαν πιθανό τόπο απελευθέρωσης, δίχως άμεσες επαφές, καθώς από την μια μεριά για τους μαχητές που εμπλέκονται ο τόπος προορισμού είναι αδιάφορος [εάν το Κράτος δέχεται την ανταλλαγή, μπορεί επίσης να τακτοποιήσει και τα διαδικαστικά της απελευθέρωσης] και από την άλλη στην τότε στην Δημοκρατική και Λαϊκή Ρεπούμπλικα της Υεμένης συνυπολόγιζαν στην υποστήριξη ενός παλαιστίνιου διοικητή.
Είναι του 1972 η πρώτη πολιτική απαγωγή, που διήρκεσε 40 λεπτά, από την πλευρά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, που τοποθετείται ακόμη στη λογική των εργατικών αγώνων : το διοικητικό στέλεχος της Sit-Siemens Idalgo Macchiarini συλλαμβάνεται και φωτογραφείται με μια καρτέλα και ένα πιστόλι που τον σημαδεύει [3 μαρτίου].
Σχεδόν ταυτόχρονα στην Γαλλία [8 μαρτίου 1972] η Nouvelle Résistance Populaire (NRP, Νέα Λαϊκή Αντίσταση, που προέρχεται από την Gauche Prolétarienne, που είχε επίσημα απαγορευτεί) απαγάγει τον Robert Nogrette, αρχηγό προσωπικού στη Renault; η Lotta Continua χειροκροτεί την πράξη : «η απαγωγή διευθυντών της Sit-Siemens και της Renault: η επαναστατική δικαιοσύνη αρχίζει – Ζήτω η επαναστατική δικαιοσύνη» έχει σαν τίτλο η καθημερινή εφημερίδα «Processo Valpreda», και εκείνο το άρθρο κοστίζει 11 εντάλματα σύλληψης ενάντια σε στελέχη της LC.

Οι Ετ συνεχίζουν το 1973, αρπάζουν τον Bruno Labate, του φασιστικού συνδικάτου CISNAL, που τον αφήνουν δεμένο μπροστά στα κάγκελα της FIAT (12 φεβρουαρίου), στη συνέχεια Michele Mincuzzi, διοικητή της Alfa Romeo (28 ιουνίου). Μόνο με τον Ettore Amerio, διευθυντή προσωπικού της FIAT, η απαγωγή, τον δεκέμβρη του 1973 θα είναι μακρά : οκτώ ημέρες, κι εκεί όμως δίχως απειλή θανάτου η αναζήτηση λύτρων.
Για πρώτη φορά ανταλλαγή θα ζητηθεί με την απαγωγή του γενοβέζου δικαστή Mario Sossi (18 απριλίου-23 μαίου 1974). Οι Brigate Rosse, που θα τον αποκαλέσουν πολιτικό κρατούμενο, ζητούν την απελευθέρωση «8 συντρόφων, που πρέπει να απελευθερωθούν σε μια από τις ακόλουθες χώρες όλοι μαζί : Cuba, Corea del Nord, Algeria». Η παράνομη οργάνωση δεν είχε κανενός είδους επαφή με όργανα ή εκπροσώπους αυτών των χωρών, θεωρώντας πως είναι δουλειά του Κράτους να οργανώσει το θέμα.
Μια επαφή με την Αλγερία έγινε, το 1978, με τον Francesco Cossiga, υπουργό Εσωτερικών στη διάρκεια της απαγωγής του Moro: «Ρωτήσαμε εάν υπήρχαν χώρες διαθέσιμες να φιλοξενήσουν τους τρομοκράτες σε ένα είδος ‘εξορίας’. Ζητήσαμε από την Algeria, μόνο όμως υποθετικά, διότι εγώ από την πρώτη στιγμή ήμουν αντίθετος σε οποιαδήποτε υπόθεση διαπραγμάτευσης.»
Ο ίδιος ο Aldo Moro ήταν ξεκάθαρος όσον αφορά την διαδικασία ανταλλαγής των 13 φυλακισμένων μαχητών στην Italia, με ένα γράμμα από την φυλακή :
«(…) αφού πρόκειται για πρόσωπα που έχουν δοκιμαστεί από μακροχρόνια κράτηση, που αξίζουν κάποια ανθρωπιστική αναγνώριση (εγώ αρχίζω να καταλαβαίνω τι σημαίνει φυλάκιση) και που τελικά εξουδετερώνονται από το γεγονός πως θα είναι διασκορπισμένοι σε ξένο έδαφος που, εάν υπάρχει καλή θέληση, μια και υπάρχει η φιλία μας με πολλές Χώρες (πχ. Algeria) δεν θα πρέπει να είναι δύσκολο να βρεθεί.»

Dirotta su Cuba! Αεροπειρατεία στην Κούβα!

Επικαλείται λοιπόν η Αλγερία επανειλημμένα σαν πιθανός προορισμός σε περίπτωση απελευθέρωσης πολιτικών κρατουμένων σε ανταλλαγή με κάποιον όμηρο, εκ των πραγμάτων όμως δεν επαναλήφθηκε πλέον άλλη απόβαση σαν εκείνη των βραζιλιάνων του ιουνίου του ’70.

Το φαινόμενο όμως διασταυρώνεται με ένα άλλο, διεθνών διαστάσεων περισσότερο εμφανών σε διάρκεια και προβολή : εκείνο της ‘παράνομης σύλληψης αεροσκαφών’.
Ο ακριβής ορισμός είναι εκείνος της Συνθήκης της Aja του δεκεμβρίου 1970, και λειτουργεί σαν αντίβαρο στην επιτυχία του δημοσιογραφικού ονόματος : του skyjack, η ‘απαγωγή στον ουρανό’ (που επινοήθηκε από το hijack και sky). Οι αεροπειρατεskyίες, που κορυφώνονται ποσοτικά την περίοδο 1968-1972 [362 επεισόδια με ποσοστό μιας κάθε 5,6 ημέρες], εξαπλώνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, και η διαταγή ‘οδήγησε το αεροπλάνο στην Κούβα’ ταχύτατα μετατρέπεται σε διεθνές δημόσιο σύνθημα.

Τα αμερικανικά αεροπλάνα ήταν εφοδιασμένα με σχέδια πτήσης για Κούβα, τα πληρώματα εκπαιδευμένα να δέχονται τις απειλές, γελοιογραφίες και ανέκδοτα άνθιζαν καθημερινά, και το φαινόμενο μαίνονταν επίσης σαν νέο αντικείμενο για την επιστημονική έρευνα : για το οικονομικό ενδιαφέρον των εταιρειών που έπρεπε να προστατευτούν τεχνικά τα συμφέροντα τους, το κατασταλτικό των Κρατών που έπρεπε να επεκτείνουν αποτελεσματικά τα νομικά τους δίκτυα, το πολιτικό των κυβερνήσεων όσον αφορά την αντίληψη των κοινωνικών δυναμικών. Συζητείτο σοβαρά η κοινωνική ‘μόλυνση’ από τον ‘ιό’ των αεροπειρατεSimpatizzanti di Minichiello ad Avellinoιών, προχωρώντας σε κάθε είδους κατηγοριοποίηση, κατάταξη και ερμηνεία των επεισοδίων.Η βασική διαφοροποίηση ήταν ανάμεσα σε αεροπειρατείες με σκοπό την μεταφορά ή τον εκβιασμό, και κάθε κατηγορία δημιουργούσε τους λαϊκούς της μύθους : έτσι η περίπτωση του ‘φαντάσματος’ D. B. Cooper, που, αφού κατάφερε λύτρα 200.000 δολαρίων σε νομίσματα μικρής κοπής, έπεσε με το αλεξίπτωτο με αποτέλεσμα να μη βρεθεί ποτέ, ή επίσης, το ρεκόρ μακρύτερης απόστασης
που έφερε ο πρώην ιταλο-αμερικάνος marine Raffaele Minichiello, ο οποίος μεταφέρθηκε από την California μέχρι την Roma. (Στη φωτογραφία, συμπαθούντες στο Avellino, από τα αρχεία της l’Unità).

Στο περίφημο επαναστατικό του εγχειρίδιο «Steal this book» (1971, Pirate Editions) ο Abbie Hoffmann, αφού συζητά διάφορες μεθόδους και κόλπα για να ταξιδεύεις δωρεάν, εξηγεί κάποιες τεχνικές αεροπειρατείας, που παρουσιάζει σαν δυνατότητες και επιλογές ‘one-way ride’. Είναι ένας δυνατός τρόπος να ταξιδεύεις, το skyjacking. Και σίγουρα, κάνοντας μια φορά την αρχή, είναι καλύτερα να συνεχίσεις μέχρι τέλους, σε μια εχθρική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες χώρα, θυμίζει ο Hoffmann, «Nonetheless, skyjacking appears to be the cheapest, fastest way to get away from it all».

Αυτό που ευχάριστα ξεχνιέται, είναι το γεγονός πως στην πραγματικότητα το φαινόμενο ξεκίνησε με ανάποδο τρόπο : οι αεροπειρατείες ξεκίνησαν από την Κούβα, και οι αεροπειρατές δεν γίνονταν αποδεκτοί σαν πειρατές, αλλά σαν ήρωες του αντικομουνισμού. Η κυβέρνηση Κένεντυ, απελπισμένη του γεγονότος πως στα 60 μίλια από τις ακτές της υπήρχε το κομουνιστικό νησί, ήταν έτοιμη για οτιδήποτε θα ηχούσε σαν προπαγανδιστική νίκη, και η αεροπειρατεία κουβανέζικων αεροπλάνων έμοιαζε τέτοια, ώστε να αποδέχεται τους πειρατές, να τους συγχωρεί και να επιτρέπει στα αμερικανικά δικαστήρια να παραχωρούν τα κατασχεμένα αεροπλάνα σε επιχειρήσεις ή πρόσωπα στα οποία η Κούβα χρωστούσε χρήματα.
Khider_-_Lacheraf_-_Aït_Ahmed_-_Boudiaf_-_Ben_BellaΚάνοντας έτσι μετατρέπει όμως στα μάτια του κόσμου την αεροπειρατεία σε αδίκημα- ασήμαντο, και είναι δύσκολο να φανταστούμε αυτό το φαινόμενο και τις επίσης πρόσφατες εξελίξεις δίχως αυτό το προηγούμενο.
Εξάλλου οι αεροπειρατείες γεννήθηκαν μετά τον πόλεμο ακριβώς σε αντικομουνιστική συνάρτηση, από το 1947 και μετά μετρώνται πάνω από είκοσι πολιτικά αεροπλάνα από τις χώρες της ανατολής που οδηγούνται στην ευρώπη της δύσης που παρείχαν άσυλο στους πειρατές.

Όσον αφορά τους αλγερινούς, έζησαν ένα κραυγαλέο ιστορικό προηγούμενο : στις 22 οκτωβρίου 1956, ένα DC-3 της εταιρείας Air Atlas που μετέφερε πέντε διοικητικά στελέχη του Fronte di Liberazione Nazionale algerino, αλγερινό Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης, από το Rabat, όπου είχαν μια μακρά συζήτηση με τον Sultano του Marocco Mohammed V, στο Tunisi, καταλαμβάνεται από γάλλους στρατιωτικούς, που συλλαμβάνουν και κρατούν φυλακισμένους για έξι ολόκληρα χρόνια τους Hocine Aït Ahmed, Mohamed Khider, Mohamed Boudiaf, Mostafa Lacheraf και Ahmed Ben Bella (στην φωτογραφία).
Αυτός ο τελευταίος τέσσερα χρόνια νωρίτερα απέδρασε από τη φυλακή της Blida, όπου κρατούνταν σαν μέλος του παράνομου σχηματισμού Organisation Spéciale, και επτά χρόνια αργότερα θα είναι ο πρώτος Πρόεδρος εκλεγμένος της Repubblica Algerina Democratica και Popolare, Λαϊκής Αλγερινής Δημοκρατίας. Το επεισόδιο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η πρώτη ‘πολιτική’ αεροπειρατεία με όλη τη σημασία της λέξης, όμως το να καταφεύγει ένα Κράτος σε παρόμοιες μεθόδους δεν ήταν καθόλου δεδομένο και έδωσε τόπο σε συζητήσεις και διενέξεις. Παρόλα αυτά, ο πρόεδρος του γαλλικού Συμβουλίου Guy Mollet ενέκρινε την πράξη και δέχτηκε μοναχά την παραίτηση του Alain Savary, ενώ ο François Mitterrand, που 25 χρόνια μετά θα είναι ο Πρόεδρος της Γαλλίας, Presidente della Francia, εξέφρασε κάποιες αμφιβολίες αλλά παρέμεινε.
Ο πολιτικός χαρακτήρας των αεροπειρατειών στην Κούβα από τις ΗΠΑ δεν είχε στοιχεία πολιτικά ξεκάθαρα, σίγουρα επρόκειτο για πρόσωπα που ήθελαν να πάνε στην Κούβα με την επιθυμία να ζήσουν μια καλύτερη ζωή, ή να καταφύγουν εκεί διότι κυνηγημένοι, ποτέ όμως από οργανωμένες ομάδες που αξίωναν δημόσια το γεγονός.
Οι skyjackers που έφταναν στην Cuba δεν γίνονταν όμως δεκτοί σαν ήρωες.
Συλλαμβάνονταν, και οι συνθήκες διαβίωσής τους μπορούσαν να χειροτερεύσουν δραματικά. Είναι όντως φυσικό πως η άμυνα του μικρού επαναστατημένου νησιού, κυριολεκτικά κάτω από την βολή της πρώτης παγκόσμιας δύναμης, έπρεπε να αποτρέψει οποιαδήποτε διείσδυση, και έτσι οι άγνωστοι πειρατές των αιθέρων που αποβιβάζονταν ανακρίνονταν επί μακρόν, ελέγχονταν διεξοδικά. Μπορούμε να φανταστούμε πως η συμπεριφορά προς εκείνους που δυνητικά θα μπορούσαν να είναι κατάσκοποι δεν ήταν από τις καλύτερες.
Μας υπενθυμίζεται οι περίπτωση των τριών βραζιλιάνων πειρατών που κατέληξαν σε παρόμοια συμπεριφορά από τον Fernando Gabeira , που τον έχουμε ήδη αναφέρει στο (O crepusculo do macho), και μας ανασκευάζει η Denise Rollemberg:

Τρεις νεαροί που υποστηρίζουν τον ένοπλο αγώνα, για να αποδείξουν την δέσμευση τους στην λατινοαμερικανική επανάσταση, καταλαμβάνουν ένα αεροπλάνο των βραζιλιάνικων αερογραμμών και το οδηγούν στην Κούβα, σύμβολο όλων των ιδανικών τους. Εκεί, υποβάλλονται στη μοίρα όλων των αεροπειρατών που αποβιβάζονταν δίχως την κάλυψη γνωστής οργάνωσης που αναγνωρίζονταν από τις κουβανικές αρχές, και δίχως την προβλεπόμενη εξουσιοδότηση της κυβέρνησης : συνελήφθησαν.
Δίχως να αντιλαμβάνονται ακριβώς την κατάσταση που βρίσκονταν, προσφέρθηκαν να εργαστούν, ήθελαν να υπηρετήσουν τον σοσιαλισμό. Τους μετέφεραν λοιπόν οι κουβανοί σε ένα λατομείο, όπου αυτοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους στο σκληρό καθήκον, για την δόξα της επανάστασης. Με τον καιρό, αρχίζουν να βρίσκουν παράξενο πως οι άλλοι εργαζόμενοι κριτικάρουν σκληρά το σύστημα, μέχρι να αντιληφθούν με έκπληξη πως όλοι τους βρίσκονται φυλακισμένοι. Μόνο έτσι καταλαβαίνουν σε ποια κατάσταση βρισκόντουσαν, που μάλιστα χειροτέρευσε όταν πρότειναν την κατασκευή αγάλματος για τον σύντροφο Τρότσκι, από πέτρα. Πέφτουν έτσι λοιπόν σε πλήρη απαξίωση, δίχως την άδεια να φύγουν από την χώρα, δίχως έγγραφα, δίχως εισιτήρια. Μπόρεσαν να αφήσουν το νησί μήνες αργότερα, χάρη στην παρέμβαση άλλων μαχητών που είχαν φτάσει στην Κούβα για να εκπαιδευτούν στο αντάρτικο και εγγυήθηκαν πως δεν επρόκειτο για κατασκόπους ή κάτι παρόμοιο. Στα όνειρα των ‘πιλότων’, αυτό το παρατσούκλι τους είχαν δώσει οι μαχητές, η ‘ευπρόσδεκτη χώρα’ των επαναστατών της Λατινικής Αμερικής είχε μεταμορφωθεί σε έναν εφιάλτη. [D. Rollemberg “Exílio. Refazendo identidades.” Revista da Associação Brasileira de História Oral, Rio de Janeiro, 1999]

Τους skyjackers στην Cuba (και στη συνέχεια στο Αλγέρι, όπως θα δούμε) τους συνάντησε ο Eldridge Cleaver, που διηγείται πως οι ίδιοι οι κουβανοί τον ρωτούσαν συνεχώς για να έχουν πληροφορίες γύρω από τους αεροπειρατές που είχαν αποβιβαστεί , λέγοντας του να τους αποφεύγει, μάλιστα θεωρούσε πως τους κρατούσαν φυλακισμένους διότι με αυτό τον τρόπο θα είχαν καλύτερα εκτιμήσει την ζωή στην Κούβα.
Με τους αφροαμερικάνους αεροπειρατές έσφιξε σχέσεις όλο και στενότερες, και έφτασε στο σημείο να τους ‘βαπτίσει’ (ναι, στο όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος) σαν μέλη του Black Panther Party κάνοντας με αυτούς σύσκεψη στο σπίτι του, όπου είχαν μάλιστα ένα πιστόλι και δύο kalashnikov. Η κριτική που μοιράζονταν αφορούσε τον ρατσισμό των κουβανών, και η αδιαλλαξία της μικρής ομάδας κινδύνεψε να φέρει την ένταση με τις τοπικές αρχές στα άκρα : ο Cleaver διηγείται πως κάποια στιγμή ετοίμασαν διαθήκη και τελευταία βούληση, στέλνοντας την ταινία στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού αποφάσισαν να εμποδίσουν τους Κουβανούς να ‘πιάσουν’ τον Raymond Johnson, έναν αφροαμερικάνο αεροπειρατή που μεταξύ άλλων δεν δίσταζε να καταγγείλει σε εφημερίδα των ηνωμένων πολιτειών την καταπίεση, την ρατσιστική διάκριση και τις συνθήκες ζωής στην Κούβα, (Miami Herald, 26.6.1969).
damnatio 1
συνεχίζεται

ένοπλη πάλη, lotta armata

Στην κηδεία του Gallinari η ‘πιο ευτυχισμένη και πιο αγαπημένη’ γενιά

funerali_gallinari_fotogramma_8_jpg

 

gallinari_manette255b4255d

PER SALUTARE PROSPERO PRENDO DAL BLOG DI FRANCOSENIA.BLOGSPOT.IT QUESTA STUPENDA CITAZIONE DI CAMUS για να αποχαιρετήσουμε τον Πρόσπερο παίρνω από το μπλογκ Francosenia αυτή την πανέμορφη φράση του Καμύ

“Due razze di uomini. L’una uccide e paga, anche con la vita. ‘Δύο είδη ανθρώπων. Το πρώτο σκοτώνει και πληρώνει, και με τη ζωή του. Το άλλο
δικαιολογεί χιλιάδες εγκλήματα και δέχεται να λαμβάνει και τιμητικές διακρίσεις’
L’altra giustifica migliaia di crimini ed accetta di ricavarne onori” Albert Camus

Mario Gamba
il manifesto 20 gennaio 2013

Al funerale di Gallinari la generazione «più felice e più cara»

 

Είπαν γι αυτόν πως ήταν ένας επαναστάτης άλλων καιρών. Εξ αιτίας της συνέχειας με την εξεγερτική κομουνιστική παράδοση, καλλιεργημένη στο Reggio Emilia, την πόλη του, αν και αυτός ζούσε στην ύπαιθρο. Τον είπαν σταλινικό και πως δεν θα δίσταζε να εξοντώσει έναν ανατρεπτικό της γενιάς του ’77, προφανώς ‘δημιουργικό’ ή ελευθεριακό ή υποστηρικτή του κοινωνικού εργάτη και της μη-εργασίας, εάν του εζητείτο. Σίγουροι; Μάλιστα κάποιοι του έκαναν και ερωτήσεις πάνω σε αυτά τα θέματα, πρώτα, στη διάρκεια και μετά την εμπειρία του με τις Br. Κυρίως στη διάρκεια. Διότι είναι αναμφισβήτητη η ανάπτυξή του η πολιτική στη σκιά των μεγάλων αφηγήσεων της αντίστασης και του κομουνισμού, είναι όμως επίσης αναμφισβήτητη η είσοδός του στην ένοπλη επαναστατική εμπειρία στο χωνευτήρι των νέων αγώνων και της καινούργιας κουλτούρας από το ’68 και μετά.
Ο Prospero Gallinari είχε σίγουρα σχέσεις και επαφές με πολλούς τύπους ανθρώπων από το εξηνταοκτώ και μετά. Και αυτό που είναι σίγουρο είναι επίσης πως δίχως αυτό το τεράστιο κύμα εκείνων των χρόνων, δίχως τις όψεις και τις αποχρώσεις, με τόσα χνάρια και αποτυπώματα ελευθεριακά εμφανέστατα, εκείνων των χρόνων, δεν θα του ήρθε σίγουρα στο νου να κτυπήσει, με τα όπλα στο χέρι, την ‘καρδιά του κράτους’. Τώρα είναι εδώ, σε μια κάσα τυλιγμένη με ύφασμα κόκκινο και το σφυροδρέπανο. Σε λίγες μέρες θα βρίσκεται σε ένα δοχείο με στάχτες που θα χαθούν στον άνεμο όπως εκείνες του πατέρα του εργάτη στις κατασκευές της Riff Raff του Ken Loach, αλλά θαμμένες στον οικογενειακό τάφο. Στο κοιμητήριο του Coviolo, περιοχή Reggio, η παράδοση του τελευταίου χαιρετισμού είναι ναι, ίσως, αυτή άλλων καιρών. όπως τότε που συνόδευαν τους νεκρούς της Reggio Emilia στα 1960, εκείνοι που ο Fausto Amodei καλούσε να ‘βγουν από τον λάκκο’, και οι νεκροί νεαροί, χρόνια μετά, στα χρόνια της χρυσής Ορδής, όπως την αποκάλεσε ο Nanni Balestrini και ο Primo Moroni, φοιτητές του Ms, [φοιτητικό Κίνημα, οργάνωση της επαναστατικής αριστεράς] σαν τον Roberto Franceschi, αναρχικοί όπως ο Franco Serantini. Χαιρετισμός με κλειστή γροθιά.
Λοιπόν ναι. Μπορούμε και να νιώθουμε αμηχανία, να σκεφτούμε πως πρέπει ν’ αφήσουμε στην άκρη κάθε ρητορική. Θέλατε όμως να είμαστε απόντες από αυτή την κηδεία ενός επαναστάτη μαχητή; θέλατε να λείψουν εκείνα τα δάκρυα που αναπόφευκτα κάποια στιγμή κύλησαν στα μάγουλά μας ; Συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν ένας σύντροφός  διαβάζει μια συλλογική ανάμνηση : ‘….σε ηρεμούσε στο τέλος κάθε κουβέντας….η αίσθηση πως μόλις είχες δεχτεί πράγματα και η βεβαιότητα πως ο Gallo είχε δεχτεί κάτι…’        Είναι ένα συνέδριο ερυθροταξιαρχίτικο αυτή η τελετή τόσο λαϊκή και τόσο διάπυρη; Είναι εδώ πολλοί σύντροφοι στα όπλα [και δεν είναι ο τρόπος του λέγειν] ακόμη και αυτοί που διαφωνούσαν με αυτόν. Curcio, Balzerani, Senzani, Fiore, Seghetti. Ιστορίες και μοίρες διαφορετικές απ’ την δική του, κάποιες ακόμη πιο βασανισμένες απ’ τη δική του, που απλά, το 1988 είχε υπογράψει ένα ντοκουμέντο που αναγνώριζε τελειωμένη και νικημένη την ένοπλη πάλη. Και στη συνέχεια έζησε ήρεμος, όσο είναι δυνατό σε έναν άνθρωπο που δέχτηκε ριπή από αυτόματο στο κεφάλι και γλύτωσε από διάφορα εμφράγματα.
Υπάρχει όμως πολύς κόσμος εδώ στο κοιμητήριο, τουλάχιστον χίλιοι άνθρωποι. Όχι όλοι πρώην ταξιαρχίτες. Υπάρχουν μεγάλοι και νεότεροι, φίλοι απ’ την περιοχή, παιδιά απ’ τα κοινωνικά κέντρα, αγωνιστές της αριστεράς δίχως παρωπίδες που ήρθαν από κοντά και μακριά. Μονάχα ένα μικρό πανò κόκκινο : «La rivoluzione è un fiore che non muore». ‘Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει’. Στιγμή έντασης, τεταμένη, όπως στην Γερμανία την άνοιξη, τελευταίο επεισόδιο εκείνης της ταινίας με δέκα υπογραφές, Fassbinder, SchlSchlöndorff, Kluge, Reitz μεταξύ άλλων, η κηδεία των Andreas Baader, Gudrun Ensslin και Jan Raspe, οι τρεις ‘αυτοκτονίες’ του Stammeim. Όχι όμως. Οι πράκτορες της αστυνομίας κρατιούνται σε απόσταση, τριγυρίζουν, ρίχνουν ματιές. Οι φίλοι και οι σύντροφοι του Prospero μαζεύονται ήσυχοι και συγκινημένοι να τον τιμήσουν. Ο καθένας με τον τρόπο του, άλλος επιγραμματικά, άλλος με μικρές ομιλίες. Tonino Paroli: ‘μη μας αποκαλείται τρομοκράτες, ποτέ δεν υπήρξαμε τέτοιοι’. Oreste Scalzone: «ο Prospero ένοιωθε την ιδιότητα του μέλους αλλά όχι σαν ένας Rodomonte». Sante Notarnicola: «θα ήθελα να θυμίσω τη γενιά του ’50 και ’60, την πιο αγνή, την πιο δυστυχισμένη, την πιο αγαπημένη». Πρόσωπα σημαδεμένα από τον χρόνο και τις απογοητεύσεις που καίνε. Εάν θέλετε, ναι. Πόσα τέτοια δεν θα βρείτε όμως να γυρνάνε στους δρόμους, για μια χαμένη αγάπη, για ένα φλέρτ που έληξε άδοξα. Και η επανάσταση είναι μια τεράστια αγάπη, ένα φλέρτ πολύ δυνατό. Πάντα να ψάχνουμε, εμείς, να τελειώσει καλύτερα.