ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ακ

image

Παρά το ότι η ζωή μου βρίσκεται ακόμα υπό αναστολή, δεν κατάφερα να πεθάνω, παρ’ όλα αυτά. Ίσως έχει έρθει η ώρα για να αποδεχτώ την ζωή; να επιλύσω τα προβλήματα μου και να φέρω τον εαυτό μου σε θέση να βγει στην επιφάνεια δίχως την ανάγκη να σέρνομαι με αγωνία πίσω από κάθε  επαφή; μακριά από τον τρόμο να ανακαλύπτω πως βρίσκομαι πεισματικά παγιωμένη στο ίδιο σημείο; μακριά από το άγχος να πρέπει να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά;

Και τι άλλο, το διαφορετικό μπορώ να κάνω; Προσπάθησα να διασφαλιστώ από τον πόνο εξαλείφοντας κάθε συναίσθημα,  αυτό δεν λειτούργησε, και το μικρότερο ακόμη παιχνιδάκι του αέρα κατάφερε να έχει το επάνω χέρι, μιας και βρέθηκα δίχως όπλα, αδύναμη ν’ αντισταθώ. Η ζωή είναι εδώ, τη νιώθω στο δέρμα, ανατριχιάζω, αισθάνομαι όλη την κενότητα μιας άχρηστης αντίστασης.

Και το βλέμμα καθαρίζει και σταματά, για να κοιτάξει, επάνω στον κόσμο.

Μήπως ξέφυγα;

Τι θα απογίνω; Πόσο κακό θα καταφέρω ακόμη να κάνω στον εαυτό μου;

Compagna luna, Η σύντροφος σελήνη

Μαζί, συνεργοί, θα μπορέσω άραγε να νιώσω ξανά την λαχτάρα να φέρω τους εμπόρους σε κατάσταση αδυναμίας;

 

 

Compagno Graber

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

 

 

https://compagnograber.wordpress.com/category/brigate-rosse/

Οι Brigate Rosse και τα χρόνια του μολυβιού (1975 – 1985)

Η Barbara Balzerani υπήρξε  διοικητής της ρωμαϊκής φάλαγγας των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στις οποίες εντάχθηκε το 1975, και πήρε μέρος σε αρκετές εκτελέσεις, μεταξύ των οποίων αυτή του Girolamo Minervini και στην Σφαγή της οδού Fani,  Strage di via Fani.[1]

Στην διάρκεια της απαγωγής του Aldo Moro κατέλαβε μαζί με τον Moretti, με τον οποίον εκείνο τον καιρό ήταν δεμένη συναισθηματικά, την ταξιαρχίτικη βάση της  Via Gradoli 96 στην Roma.

Ούτε η Balzerani ούτε ο Moretti ήταν παρόντες στην βάση της στιγμή της επιχείρησης των δυνάμεων ασφαλείας και έτσι σώθηκαν από την σύλληψη.

Το 1981 πήρε μέρος στην απαγωγή του στρατηγού  NATO James Lee Dozier.

Μετά την σύλληψη του Mario Moretti το 1981, προσπάθησε δίχως επιυτχία να διαχειριστεί την διάσπαση της οργάνωσης, οδηγώντας στην συνέχεια τον σχηματισμό «Brigate Rosse – Partito Comunista Combattente», ενώ στο άλλο κομμάτι,  «Brigate Rosse – Partito Guerriglia» ηγείτο ο Giovanni Senzani.

Μετά την πτώση και την κρίση των ΕΤ, η Balzerani ήταν από τους τελευταίους που συνελήφθησαν στις 19 ιουνίου 1985, μαζί με τον Gianni Pelosi. Την στιγμή της σύλληψης είχε μαζί της πιστόλι διαμετρήματος 9.

 Από την φυλακή, ανέλαβε την ευθύνη για την επιχείρηση ενάντια στον πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας Lando Conti που πραγματοποίησαν οι BR.

Καταδικάστηκε σε ισόβια.

Το 1987, μαζί με τους άλλους ιστορικούς ηγέτες των BR Renato Curcio και Mario Moretti, πήρε μέρος σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχωρήθηκε στον δημοσιογράφο της Rai Ennio Remondino, στην οποίαν οι τρεις πρώην ταξιαρχίτες συμφώνησαν στο να θεωρήσουν πως η εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία είχε πλέον ολοκληρωθεί,  στην οπτική των αλλαγών του κοινωνικού ιστού μέσα στον οποίον είχαν κινηθεί δέκα χρόνια πριν, και επίσημα επικύρωναν την οριστική παράδοση των BR και την εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα.

Στις 12 δεκεμβρίου 2006 της παραχωρήθηκε η ελευθερία με περιοριστικούς όρους.[5] Επέστρεψε οριστικά ελεύθερη, έχοντας εκτίσει την ποινή της το 2011.  Αυτή την στιγμή εργάζεται σε έναν συνεταιρισμό πληροφορικής, κι εδώ και πολλά χρόνια έχει αφιερωθεί στην λογοτεχνία.

Γραπτά της έργα

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αι

image

Είμαι εκτεθειμένη, διότι εκείνο που εφορμά επάνω μου δεν μπορώ να το αποφύγω. Όπως πάντα είναι αδύνατον λόγω της ακούσιας συνήθειας του συμβαίνειν.

Θα μπορούσα να πάω οπουδήποτε και θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς, διότι τώρα ξέρω πως συμβαίνει. Όχι, δεν υπάρχουν φιλικά χέρια που μπορούν να κατευνάσουν, να ηρεμήσουν, ούτε μάτια αγαπησιάρικα να καθησυχάσουν. Δεν υπάρχουν ούτε τα λόγια που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν και να μας κάνουν να μοιραστούμε πράγματα. Είμαι μόνη και δίχως μέτρα. Μέσα σε πολύ κόσμο και στο έλεος αυτών, τελείως.

Βασικά αυτό που συμβαίνει είναι μόνο πως, βράδιασε, όπως πάντα.

Μα που ήμουν εγώ όταν όλα αυτά συνέχιζαν να προκύπτουν, να συμβαίνουν, μέρα με την μέρα;

Γιατί μπόρεσα να καταλάβω ακόμα και για τα τείχη που έπεσαν και δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αυτό που νιώθω;

Πότε δημιουργήθηκε παρόμοια ρήξη ανάμεσα σε αυτές τις δυο αντιλήψεις;

Το σώμα και οι λόγοι που επικαλείται.

Ναι, βέβαια. Η πολιτική με τις αναγκαιότητες της και τις ατέλειωτες αναβολές. Μετά η φυλακή και η έξαρση κάθε επιθυμίας, μέχρι σημείου να υποφέρεις σαν σκυλί για την ξαφνική μυρωδιά στην μασχάλη του μπράτσου – και είσαι ζώο, δένδρο, αεράκι.

Καθαρή και αποκλειστική ευαισθησία.

Να ζεις σε έναν χρόνο που έχει ανασταλεί, έχει σταματήσει. Σαν να προχωράς μπροστά δίχως να νοιάζεσαι για το πέρασμα του χρόνου, με εκείνη την τρελή σιγουριά πως θα ξανάβρεις, μια μέρα, όλα και, κατά βάθος, να γνωρίζεις πως όλα προχωρούν δίχως εσένα.

Και τα χρόνια περνούν δίχως να διασχίζονται. Μόνο περνούν. Και δεν είναι πλέον δυνατό να κάνεις τίποτα για να αρχίσεις ξανά απ’ το σημείο κατά το οποίο η επαφή με την ζωή διασπάστηκε.

Να γερνάς δίχως να έχεις διασχίσει όλες τις εποχές, λαχταρώντας διακαώς να ανιχνεύσεις εκ νέου δρόμους καλούς για άλλες, μέχρι την απαρηγόρητη δυστυχία για το ότι δεν έζησες, παρότι ήσουν ζωντανή, ένα μέρος της ύπαρξης σου.

Μα έζησα αληθινά ή απλώς περιορίστηκα να καίω κάθε υπάρχουσα στιγμή περιμένοντας το αύριο; Και ποιος έκλεισε, ξέσκισε, έραψε ξανά με άσχημο τρόπο τραύματα και υπαγόρευσε χρόνους και κανόνες; υπήρξε κάτι έξω από εμένα; και εγώ είμαι κάτι άλλο; Και εάν ναι, που να πάω να με ψάξω?

Που είναι η ζωή; Που μπορώ να ζήσω, ποιος είναι ο κύκλος της ζωής μου;

Γιατί να όλα είναι τόσο έξω από τη θέση τους, τόσο εκτός τόπου; Και κινούνται με τέτοια ταχύτητα και αδιαφορία ώστε επανεμφανίζεται o παλιός εφιάλτης, πως δεν έχω φωνή ούτε ορατότητα και προβολή, πως δεν με βλέπουν ακριβώς όταν έχω περισσότερη ανάγκη να με ακούσουν και να με προσέξουν.

Και τότε συμβαίνει.

Την ψάχνω, κοιτάζοντας επάνω, στο διάστημα ανάμεσα στις στέγες, στην μέση του μαύρου τ’ ουρανού. Υπάρχει. Ευτυχώς. Είναι μόνο μια κουκίδα, αλλά υπάρχει.

Όμορφη, ξεδιάντροπη, μακρινή, αδιάφορη, απρόσιτη.

Την ψάχνω, κοιτάζοντας επάνω, στα διαστήματα ανάμεσα στις στέγες, στην μέση του μαύρου τ’ ουρανού. Υπάρχει. Ευτυχώς. Είναι μόνο μια κουκίδα, αλλά υπάρχει.

Όμορφη, ξεδιάντροπη, μακρινή, αδιάφορη, απρόσιτη.

Και μόνο τότε ησυχάζω. Ο χαρακτήρας του επείγοντος πέρασε, το πείσμα για να καταλάβω, να συμβιβαστώ, να αμβλύνω, ν’ αποδράσω, να επιστρέψω, να νιώσω χαρά, να νιώσω πόνο.

Είναι εκεί. Πάντα βρίσκονταν εκεί, δεν βασανίζεται, δεν χαίρεται, δεν γερνά, δεν δρα, δεν ζητά, δεν δίνει, δεν θέλει. Και αν πεθάνει είναι για να αναγεννηθεί. Πάντα απ’ την αρχή.

Είναι.

Σε τέτοιο σημείο που, στον χρόνο μου μη χρόνο, πάντα ήταν σε θέση να με περιλαμβάνει στον παντοδύναμο νόμο της. Να με κάνει να μπαίνω στο χάος της το φτιαγμένο από ησυχία.

Εκεί όπου υπάρχει εκείνο το απόλυτο τίποτα που καθιστά παραπλανητική κάθε λέξη και μας αποκαλύπτει σαν όντα που δεν επικοινωνούν, γι αυτό το ουσιαστικής σημασίας που είναι ο καθένας μας.

Εκεί όπου δεν ισχύει η ανάγκη να διαφωτίσεις, να καταλάβεις, του περιττού λεξιλογίου που μπερδεύει, της πείνας γι αγάπη, του πάθους για τον κόσμο, της ζητιανιάς να είμαστε αναγνωρίσιμοι στο βλέμμα του άλλου, στα μάτια του.

Εκεί όπου τα πάντα ανάγονται στο απρόσωπο του είναι που δεν χρειάζεται το εγώ για να προσανατολιστεί.

Εκεί όπου επιτέλους είναι ελαφρότητα, μέσα στην ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα και περίσταση.

Προσγείωση, αποβίβαση.

Είμαι στην απέναντι όχθη από εκείνη που ξεκίνησα και η ανακάλυψη είναι από εκείνες που γοητεύουν. Ο κόσμος επιστρέφει  όπως ήταν στην αρχή των καιρών κι εγώ μαζί του.

Οι λόγοι και τα νοήματα εκ νέου δημιουργικά.

Προσπαθώ να ξαναγεννηθώ διασχίζοντας εκ νέου σάρκα και αίμα κάθε κομματιού μου, στην προσπάθεια να τα επαναφέρω όλα στην ζωή.

Θα έπρεπε να γυρίσω πίσω.

Γυρνώ. Μόλις γεννήθηκα. Δεν μιλώ, δεν περπατώ, δεν μετακινούμαι στον χρόνο, δεν ξέρω καν τι είναι αύριο.

Κινούμαι στο σκοτάδι της συνείδησης.

Είμαι καθαρή αίσθηση, απλά αισθάνομαι.

Γνωρίζω τι είναι απαραίτητο για να ζω και τα υπόλοιπα δεν με αφορούν, τα αφήνω στο ευεργετικό σκοτάδι του ανεξιχνίαστου και του αδικαιολόγητου.

Ξέρω πως να φτάσω στην πηγή πριν από τα πράγματα για να τα δοκιμάσω, στο σκοτάδι κάθε νοήματος, με αδηφάγες χειλάρες.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω, να προβλέψω, να προγραμματίσω.

Μόνον να ζω.

Να ζω ναι.

Τώρα.

Μπερδεμένη στο όλον.

Ο κόσμος, εκτός από την καυτή μου κοιλότητα των βασικών ικανοποιήσεων, θα μπορούσε κάλλιστα να μην είναι εκεί, να μην υπάρχει.

Και το λοιπόν γιατί ήδη προσαρμόζομαι, βάζω στο παιχνίδι χίλιες στρατηγικές, χίλιες σαγηνευτικές πανουργίες; γιατί θέλω να αρέσω, να κατακτώ, να αλλάζω ή να παραμένω;

Γιατί αρρωσταίνω μ’ αυτή την παθολογική ανασφάλειά μου που κάνει κομμάτια την εσωτερική μου ακεραιότητα εάν μου αναστέλλεται η ικανότητα να καθορίζω, να αλληλεπιδρώ, να μετατρέπω, να κατακτώ; μια γλώσσα που να μπορεί να επικοινωνεί.

Γιατί δεν είμαι πλέον τίποτα αν όχι μέσα στην παρουσία του άλλου από εμένα; Που δεν είναι τίποτα στην απουσία λόγου και ματιών στον καθρέπτη, που αναγνωρίζει και διακρίνει.

Μια και ανεπανάληπτη. Σίγουρα. Μα μόνο διότι κληρονόμησα και προσάρμοσα σ’ εμένα ένα βλέμμα ιδιαίτερο που μοιάζει ζωώδες,  δένδρο, αεράκι αυτό, εκείνο και αυτή, σε ένα δεσμό από νοήματα που δίνει έναν απολογισμό των σχέσεων μου, της ενδεχόμενης ανθρώπινης ύπαρξης μου.

Μέσα στην οποίαν στοίβαξα τα πάντα.

Συμπεριλαμβανομένης, λόγω της ανάγκης να αντιλαμβάνομαι, της συνειδητοποίησης πώς όλα θα πάνε καλά. Αλλά να είμαι εκεί, να στέκομαι με τον δικό μου τρόπο, με τον τρόπο που ήξερα και μπορούσα.

Συμπεριλαμβανομένης της επιθυμίας να με διαγράψω και να λιώσω μέσα στο ακαθόριστο χουμικό, πυκνό, θερμό και υγρό, των στιγμών της ανυπομονησίας των επιταγών της λογικής.

Συμπεριλαμβανομένης της εποχικής επέκτασης των ζωτικών μου ρυθμών όταν δεν διέσωσα και έβαλα στην άκρη, μέχρις ότου οι εποχές μου να μην αντιστοιχούν πλέον σε εκείνες μιας ιστορίας που δεν ξεκινούσε και δεν τελείωνε μαζί μου.

Συμπεριλαμβανομένης της παγωμένης αίσθησης του στείρου κενού για την αγάπη εκείνου του παιδιού στο οποίο δεν έδωσα τη δυνατότητα να αναπτυχθεί μέσα μου.

Και τώρα που ο χρόνος άλλαξε την κούρσα του, τα χέρια κινούνται στα τυφλά και το βλέμμα δεν ξέρει πλέον ν’ αναγνωρίζει.

Η ζωή είναι ακόμη αλλού.

Εκεί όπου οι λύπες και οι τύψεις μπορούν ακόμη να είναι καλοί σύντροφοι του ταξιδιού.

Εκεί όπου είναι ακόμη γιατρέψιμα τα τραύματα για την αγάπη ενός ονείρου που δεν είναι δυνατό να ονειρεύεσαι μέσα στην μοναξιά της ψυχής που δεν μολύνθηκε από τα πράγματα του κόσμου.

Εκεί όπου μπορείς να μάθεις να αναγνωρίζεις και να φοβάσαι τον σολιψισμό της λογικής τουλάχιστον τόσο όσο με εκείνον της καρδιάς.

Την κοιτώ. Ξανά η μοναδική αίσθηση που βάζει μαζί σπλάχνα και μυαλό.

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αθ

image

Η ταινία τέλειωσε.

Βγαίνοντας, συλλαμβάνει ένα σχόλιο: ρευστό. Είναι αλήθεια. Ίσως ενάντια στις ίδιες τις προθέσεις των δημιουργών, η διήγηση δεν μπόρεσε να δώσει απαντήσεις ξεκάθαρες. Στο πως μπορείς να βγεις από ένα παρελθόν επάνω στο οποίο έχει ήδη επιβληθεί ποινή αλλά που δεν σταματά να επιστρέφει, για παράδειγμα. Για το δράμα μιας σύγκρουσης που ολοκληρώθηκε μα που ακόμη δεν έχει βρει πολιτική λύση, ούτε για την μία ούτε για την άλλη πλευρά.  Και επάνω στην μάταιη αναζήτηση ενός δικού του υποκατάστατου σε προσωπικό επίπεδο, εκείνο το οποίο μπορεί να είναι μόνο ή η συγχώρεση ή η εκδίκηση.  Μαζί πάρα πολύ και πολύ λίγο.

Από την πλευρά της η πολιτική παραχώρησε ανταμοιβές και τιμωρίες και έραψε μιαν αλήθεια χρήσιμη μόνο για να κρατά ενδεχομένως όρθιο, σχεδόν μέρα με τη μέρα, ένα παρόν φτωχό, και με καταδικασμένο εις θάνατον κάθε κριτικό πνεύμα.

Και κανείς δεν φαίνεται πλέον να γνωρίζει πως να προσανατολιστεί στο παρόν, τόσο μεγάλη η απροσεξία με την οποίαν αξιώνουν να θαφτεί σε ένα σωρό από αχρείαστα ερείπια το νόημα συγκρούσεων που μόνο μέχρι χθες κινούσαν και κατηύθυναν τους πάντες.

Έχοντας θέσει στην σοφίτα τον παλαιό δυισμό, ξεσήκωσαν το κοινό αίσθημα μέχρι σημείου να καταστήσουν μη αναπαράξιμες φωνητικά σχέσεις όπως φίλος/εχθρός, ώστε να δοθεί χώρος στις ισχυρές έννοιες της διαφορετικότητας.

Και θα υπήρχε λόγος να χαιρόμαστε εάν δεν είχε τόσο λίγο διαπεραστεί ξανά ώστε να πέσει στην αδιάφορη θολότητα του όλα είναι ίδια, ενός πλουραλισμού δίχως συγκρούσεις.

Δίχως πλέον ικανότητα διάκρισης, εορτάστηκε η νίκη μιας επανάστασης με βολές θεαματικών αλλαγών βιτρίνας και στόχο την δυνατότητα παροχής υποστήριξης σε ένα έδαφος που δεν θα είναι κατηφορικό και να προχωρήσει. Λεπτή νίκη, γιατί κανείς δεν μπορεί να επανεκκινήσει από εκεί.

Όχι ο καθηγητής που έχει κι αυτός απ’ την μεριά του κάθε δίκιο, αλλά δεν ξέρει τι να το κάνει διότι αφέθηκε να δοκιμαστεί από την μονόπλευρη σχέση με μιαν πραγματικότητα υπερβολικά απλοποιημένη για να είναι αληθινή.

Όχι η γυναίκα, από την οποίαν κανείς δεν ζητά άλλο από διαβεβαιώσεις για την εγκυρότητα ενός διορθωτικού συστήματος που είναι μέχρι και ικανό να μισοκλείσει ξανά τις πόρτες της φυλακής σε δολοφόνους, για να δώσει πίσω στην κοινωνία άτομα μισά, που τα θέλει να μην σκέφτονται, να μην επιθυμούν, υπό έλεγχο και προστασία, απονομιμοποιημένα από τον πολιτικό λόγο.

Υπερβολικά τέλειοι για να είναι και ανθρώπινοι.

Compagna luna Σύντροφος σελήνη

Και να που τα νιάτα τελειώνουν. Ξεπέρασε τα σαράντα – ακόμη πέντε χρόνια… Και -το άλλο. Και – το όνειρο της ψυχής: επιτέλους να ενσαρκωθεί! Η δίψα για την ίδια -όχι για τον κόσμο των ιδεών, δίψα του χάους χεριών και χειλιών. Η δίψα για την ίδια -μυστική. Τελευταία. Ανήκουστη. Της ίδιας που προσπαθεί: υπάρχω; Το’”άλλο”; Είναι μόνο ένα μέσο για να φτάσεις στον εαυτό σου, ο τυφλός μας κινητήρας.

Marina Cvetaeva, Έρημοι τόποι

Ξαφνικά ο συνήθης σεληνιασμός μεταμορφώνεται σε μια αληθινή σύγχυση. Δεν ξέρω πλέον να μεταφράσω σε νόημα τα λόγια των άλλων. Ούτε να αναγνωρίσω την προέλευση των θορύβων τριγύρω. Ούτε το απρόοπτο, τις ευκαιρίες της στιγμής.

Τι κάνω εγώ εδώ? Κι εδώ τι είναι?

Είναι η πρώτη φορά που ξαναβρίσκομαι »έξω», και απλούστατα συμβαίνει να έχει γίνει βράδυ.

Έξω το βράδυ.

Δεν μου συνέβαινε εδώ και πολύ πολύ καιρό. Όμως αυτό το καταλαβαίνω μόνο αφού έχω εκτίσει μέχρι κατάστασης πανικού το συναίσθημα της απώλειας.

Οι σκιές, τα φώτα, οι αντανακλάσεις.

Σαν να ήμουν, ξαφνικά, ανίκανη να κινηθώ και να κοιτάξω και να δω και να αναγνωρίσω. Τα χρόνια των περιορισμένων χώρων που κατά τρόπο αφύσικο επισκεπτόμουν πάντοτε ημέρα με έκαναν να χάσω την χρήση κάποιων αισθήσεων και, αυτή την φορά, η εκλεπτυσμένη πρακτική να οσφραίνομαι γύρω δεν φτάνει για να θυμάμαι και ν’ αναγνωρίζω.

Τι άρωμα έχει η νύχτα?

Όχι αυτό της ευφορίας της μουσκεμένης γης.

Όχι εκείνο του πανικού της άνοιξης που έρχεται.

Όχι εκείνο των υποσχέσεων αγάπης στο φυλακισμένο κορμί.

Όχι εκείνο της νοστιμιάς του ψωμιού στο σπιτικό δέμα.

Για κάποια πράγματα σαν να μην έχω πλέον αναμνήσεις – και το πραγματικό μου επιτίθεται με όλη την βία της απόλυτης αλλοτριότητας.

Ποτέ δεν ένιωσα τόσο μακριά από το να είμαι σε θέση να βλέπω πού θα έπρεπε να βρίσκομαι, ώστε να αισθάνομαι ζωντανή και στη θέση μου. Αλλά γιατί συνεχίζω να πιστεύω στη συνέχεια πως έχω ακόμη και σήμερα μια θέση;

Να είμαι μοιάζει να μην είναι αρκετό.

Η προσπάθεια για ακύρωση και επαναφορά είναι αδύνατη. Ο καθένας έχει την ιστορία του και η προσπάθεια να την απομακρύνει από επάνω του, να την αποχωριστεί πρακτικά σημαίνει να μην υπάρχει. Πως όμως να συνδυάσεις το να είσαι ολόκληρη δίχως να βρίσκεσαι συνεχώς έξω απ’ το μέτρο; Σε μια διαφορετικότητα που μοιάζει ανίκανη να επικοινωνήσει. Που προκαλεί βλέμματα δίχως ειλικρίνεια ή απαντήσεις στα όρια της κοινοτοπίας, του στερεότυπου. Σαν να αναγκάζω, κάθε φορά, τον επόμενο από μένα, τον διπλανό μου, να χρησιμοποιήσει κάθε τέχνασμα για να αυτοσυντηρηθεί θέλοντας να παραμείνει προσκολλημένος στο δικό του νόημα για τον κόσμο. Κι έτσι συμβαίνει ο λόγος να πεθαίνει.

Αλλά αυτή τη φορά δεν μπορώ να περιοριστώ να δραπετεύω και να καταφεύγω στο χρονοντούλαπο του απρόσιτου μου. Όπως έμαθα να κάνω αφού η αναμονή της συνάντησης μου με τον έξω κόσμο μετατράπηκε στην αμηχανία κάθε δύσκολης επιστροφής.

 

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αη

image

Μου ανεβαίνει μια αίσθηση δυσφορίας, ενόχλησης. Πολλοί πρώην μαχητές του ένοπλου αγώνα, με σκοπό το κέρδος και την ειρήνευση σε μιαν επίσημη αλήθεια, συναινώντας στον καθωσπρεπισμό που σώζει ψυχές και είναι στην μόδα, για να αποτραβηχτούν από την άβολη θέση αυτού που έχει χάσει, που έχει ηττηθεί, μοιάζουν όλοι χτυπημένοι από ένα περίεργο σύνδρομο έλλειψης μνήμης, αμνησίας, λησμονιάς και ανικανότητας να μιλήσουν για τον εαυτό τους και εκείνο που υπήρξαν. Σαν να είχαν κινηθεί από μιαν εξωτερική άγνωστη δύναμη, ικανή να τους εξαναγκάσει κεφάλι και καρδιά, έτσι ώστε να μην αναγνωρίζουν πλέον τον εαυτό τους σε εκείνη την πλευρά της ζωής τους που την έθεσαν μέσα σε παρένθεση.

Η γυναίκα βρίσκεται στη δύσκολη θέση αυτής που πιέζεται να δώσει εξηγήσεις απλοποιημένες – υπερβολικά απλοποιημένες, για να σημαίνουν οτιδήποτε. Στη συνέχεια αναφέρει κάτι για πολιτικές καταστάσεις και συνθήκες. Κι εδώ ο διάλογος, που φαίνονταν να έχει κατακτήσει έδαφος για μιαν περισσότερο υποφερτή μορφή επικοινωνίας, ναυαγεί με θόρυβο μεγάλο, τρανταχτά, είναι τόσο μεγάλη η έλλειψη διαθεσιμότητας του καθηγητή να ακούσει και μόνο να αναφέρεται η λέξη »πολιτική». Να ακούσει πως εκείνη η σφαίρα από το πιστόλι που τον χτύπησε στο κεφάλι του ήρθε διαμέσου και εξ αιτίας της αντίθετης θέσης του στα χαρακώματα του πολέμου στον οποίον και αυτός είχε πάρει μέρος, και πολέμησε.

Ίσως με διαφορετικά όπλα, όχι όμως δίχως αρμοδιότητα και ευθύνη.

Όπως πάντα, χάρη ακριβώς στην αποτελεσματικότητα των εικόνων, ενσωματώνεται η θεωρία της ασυνέπειας των κινήτρων εκείνου του πυροβολισμού, η έλλειψη συνοχής στην αιτιολόγηση των κινήτρων εκείνου του χτυπήματος. Όλη η σχέση ανάμεσα στους δυο μειώνεται σε εκείνο τον πυροβολισμό, του οποίου ο θόρυβος καλύπτει κάθε άλλη δυνατότητα λόγου μέχρι του σημείου να διασταλεί στο απίθανο και στο παράλογο, δίχως καμία λογική.

Ο καθηγητής, που επίσης προσπάθησε και θέλησε να μιλήσουν, δεν είναι σε θέση να υποφέρει το γεγονός πως αυτή έχει μιαν άποψη διαφορετική από την δική του.

Πάντως μιαν άποψη. Κατανοητή, ακόμη και πριν τεθεί υπό κρίση.

Δεν θέλει λοιπόν να συζητήσουν. Θέλει να συνεχίσει τον δικό του μονόλογο και επιτέλους να εκδικηθεί, καθιστώντας την δυνάστη του στην σιωπηλή αποδοχή των μη εξηγήσεων που ήδη έχουν δοθεί. Δεν μπορεί να αποδεχτεί εκείνες της γυναίκας. Αλλού πρέπει να ψαχτούν αυτές οι εξηγήσεις. Στην εγκληματική τρέλα, στην ενσάρκωση του απόλυτου κακού, στο ντελίριο παντοδυναμίας κάποιων αγγέλων εξολοθρευτών.

Αλλού, έξω από τα νοητά νήματα μιας σύγκρουσης πολιτικής φύσεως.

Αρχίζει να ξεφτίζει μέσα μου το αίσθημα ενόχλησης για την αφασία της γυναίκας.

Δεν μπορεί να μιλήσει, ίσως όχι γιατί δεν ξέρει, αλλά διότι δεν πρέπει. Δεν προβλέπεται να έχει δικαίωμα λόγου και αν κάποια στιγμή το είχε, της το έκοψαν.

Γιατί? Διότι η κοινωνική βεντέτα για την ενοχή της είναι η ποινή στην σιωπή, μεγάλη είναι γι αυτήν η Άθλια νομιμοποίηση να χρησιμοποιεί λόγο συνεπή που να μπορεί να δίνει νόημα στο παράλογο.

Δεν πρέπει να μιλά. Πρέπει μονάχα να της μιλούν και να παρέχει μιαν εικόνα εξυπηρετική ώστε να κατευνάζεται η ανησυχία που προέρχεται από μια μνήμη υπερβολικά κατεστραμμένη για να συναινέσει στην ειλικρίνεια μιας διαρκούς επιβεβαίωσης, καθησύχασης. Non deve parlare.

Δεν πρέπει να μιλά. Πρέπει μόνο να της μιλούν και να παρέχει μια εικόνα συμβιβαστική, μια εικόνα που να εξυπηρετεί την ανακούφιση του άγχους που πηγάζει από μια πολύ κατεστραμμένη μνήμη η οποία δεν μπορεί να αποδεχτεί την ειλικρίνεια μιας ανθεκτικής παρηγοριάς.

Μα γιατί δεν πήγα ξανά να ατενίσω τα πετάγματα και τις βόλτες των γλάρων στον Τίβερη;

Μα είναι δυνατόν ορισμένη δικιά μας κινηματογραφία να είναι τόσο υπόδουλη ώστε να μην είναι σε θέση να παράξει άλλο πέρα από τα συνηθισμένα cliché περί αδιαμφισβήτητης αθωότητας ή ενοχής; και να μην μπορεί να θέσει κάποια ερωτήματα επιπλέον; Έχοντας συνθλιβεί ανάμεσα στην εκδοχή της »παλιάς» αριστεράς που τσάκισε εν τη γενέσει μιαν έτσι κι αλλιώς καθυστερημένη δεύτερη σκέψη επάνω στο μαξιμαλιστικό λατρεμένο κρατισμό της και σε εκείνη την »νέα», ανίκανη να επιλύσει τις ασάφειες της διπρόσωπης σχέσης-υποστήριξης με τις ένοπλες πρακτικές, βγάζει προς τα έξω μιαν αλήθεια ελλιπή και μονής κατεύθυνσης.  Που δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Ούτε στο να καθησυχάσει από τους εφιάλτες ενός παρελθόντος που αντιστέκεται να λιώσει σε μιαν αφήγηση τόσο τετριμμένη.

Κι έτσι συνεχίζουν να κάνουν και στον κινηματογράφο. Γιατί; Για να πουν ότι στους πρώην »τρομοκράτες», που έφτασαν πια να θεωρούνται »καρναβάλια», πρέπει να αφαιρείται ο λόγος; Αυτό είναι όλο;

Αρχίζω να νιώθω συμπάθεια για αυτήν την σκηνογραφική μου συντρόφισσα. Έχει προφέρει λίγες λέξεις κι εάν δεν χρησιμοποιήθηκαν ώστε να γίνει κατανοητή, δεν μπόρεσαν ούτε να εξυπηρετήσουν την συνηθισμένη πράξη αποστασίας, αποκήρυξης. Και παρόλα αυτά καταφέρνει να κλέψει την παράσταση.

Ίσως ακριβώς με την σιωπή της, καταφέρνει να επιβάλλει ένα είδος επίπονης αξιοπρέπειας. Εκείνη με την οποίαν προσπαθεί, μέρα με την μέρα, να διατρέξει την νέα της ζωή. Ζωή προφανώς ραγισμένη και δίχως εκείνη την ελάχιστη προϋπόθεση βιωσιμότητας που μόνο η πολλαπλότητα επιλογών μπορεί να επιτρέψει.

Εισήχθη ξανά, σαν κι εμένα, σε χρόνο part-time στον κόσμο των »ελεύθερων». Σαν κι εμένα ζει την καθημερινή επαφή με τους άλλους, τακτοποιώντας από μόνη της την αλυσίδα που την κρατά δεμένη στην φυλακή, στην διαδοχή ωραρίων, διαδρομών, απαγορεύσεων, συμπεριφορών.

Σαν κι εμένα πρέπει να προσέχει το είναι της σάρκα και αίμα για ένα ένταλμα που την κάνει να μοιάζει με μιαν μισοζώντανη, με ένα παρελθόν ανεκδιήγητο, ένα παρόν φτωχοποιημένο, ένα μέλλον ανύπαρκτο.

Όπως συμβαίνει και σ’ εμένα κάθε βράδυ χτυπά ένα κουδουνάκι για να την ξανακλείσουν μέσα. Συνθήκη αυτή για να επιστρέψει έξω την επόμενη ημέρα. Και πάλι απ’ την αρχή.

Δεν μπορεί να κάνει σχέδια, να προγραμματίσει τίποτα, εκτός από εκείνο τον ελεγχόμενο χρόνο μεταξύ εξόδου και επιστροφής στην φυλακή. Δεν φέρει τα εμφανή σημάδια μιας διαφορετικότητας που μόνον αυτή μπορεί να γνωρίζει και που κανονίζει τον αυτοπεριορισμό των ίδιων της των επιθυμιών.

Είναι καταδικασμένη σε ένα άγριο είδος περιθωριοποίησης και, την ίδια στιγμή, στην επιτυχία του πειράματος που ενσαρκώνει, σε ένα παιχνίδι πειραγμένο που την φυλακίζει σε ένα κάτεργο μόνο πιο μεγάλο και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί με τους ανεπαρκείς της πόρους.

Είναι κουρασμένη και δίχως αυταπάτες. Ξέρει πως όλες οι ελαφρύνσεις που της έχουν αποδοθεί μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν. Μα δεν είναι αυτό που φοβάται περισσότερο, έτσι ώστε να το διακινδυνεύσει για μιαν στιγμή ελευθερίας που αποφασίζει να αρπάξει για τον εαυτό της.

Δεν γυρνά στην φυλακή για να κρυφτεί επειδή εκείνο είναι το μοναδικό της μέρος αφότου ο κόσμος της απηύθυνε ερωτήσεις στις οποίες δεν ήξερε να απαντήσει.

Επιστρέφει διότι το σύνορο ανάμεσα στην φυλακή-φυλακή και εκείνη που είναι μισή φυλακή μπορεί να περάσει διαμέσου μιας πράξης ελευθερίας που την κάνει ακόμη ικανή να αποφασίζει και να αποτραβιέται απ’ τον εκβιασμό. Στην κατάσταση που βρίσκεται έχει πραγματικά λίγα να χάσει και δεν θα κάτσει να χάσει για μια κεφαλιά .

Στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει. Παρά την ακραία δυσκολία να ζει κάποιος που βρίσκεται στις ίδιες συνθήκες με αυτήν, κανείς δεν παραιτείται από αυτό το φειδωλό διάστημα ελευθερίας.

Γιατί; Γιατί όλα είναι καλύτερα από την φυλακή; Η αλλιώς γιατί;

Νομίζω πως ξέρω. Επειδή σε εκείνο το σύνορο περνώ κάθε μέρα.

Τώρα ξέρω πως εάν κάποιος μπορεί να ανεχθεί χρόνια εγκλεισμού, αυτό συμβαίνει διότι η αναμονή της μέρας κατά την οποίαν θα ξαναβάλει πόδι έξω από την φυλακή είναι που τον κάνει να αντέχει. Κι αυτό ακόμη και όταν είναι δύσκολο να πιστέψει πως θα συμβεί σε χρόνους που μπορεί να φανταστεί, ακόμη και όταν δεν το ομολογεί ούτε στον εαυτό του.

Μετά συμβαίνει εκείνη η μέρα να έρθει. Αλλά μπορεί επίσης να συμβεί, ξαφνικά, να πάρουν φωτιά και να καούν όλες οι προσδοκίες που τρέφονταν για χρόνια και χρόνια. Ο αποπροσανατολισμός είναι τέτοιος που σε κάνει να νιώσεις μέσα σε μια αληθινή παγίδα στην οποίαν δεν ξέρεις πως να προχωρήσεις αλλά ούτε προς τα πίσω μπορείς να κατευθυνθείς.  Συνεχίζεις να τριγυρίζεις δίχως να καταφέρνεις να σπάσεις τον φαύλο κύκλο, διότι το μοναδικό ευέλικτο σημείο, εύχρηστο, διαχειρίσιμο είναι εκείνο που επιτρέπει να γυρίσεις στην πρότερη έγκλειστη ζωή.

Μα θα μπορούσε να είναι ακόμα υποφερτή αφού έχει καταναλωθεί κάθε προσδοκία ζωής και μέλλοντος;

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αζ

image

Μόνον μια ταινία

Τους καιρούς κατά τους οποίους μου διδάξατε τα βασικά στοιχεία των γραμμάτων και των επιστημών, ένας τύπος που τον αναγνώρισαν ένοχο ενός εγκλήματος αληθινού ή ψεύτικου είχε καεί στην Bruges, και ένας συγκάτοικος μου διηγήθηκε το μαρτύριο  […]. Για να αυξηθεί το ενδιαφέρον του θεάματος είχε δεθεί στον στύλο με μιαν μακριά αλυσίδα, πράγμα που του επέτρεπε να τρέχει έρμαιο στις φλόγες μέχρι που έπεσε με το πρόσωπο επάνω στο έδαφος, ή για να το πούμε καλύτερα, επάνω στην καρβουνιά. Εγώ πολύ συχνά έλεγα στον εαυτό μου πως μια παρόμοια φρικαλεότητα θα μπορούσε να χρησιμεύσει για να συμβολίσει την κατάσταση ενός ανθρώπου που αφέθηκε σχεδόν ελεύθερος.

Marguerite Yourcenar, Το έργο στα μαύρα

Δεν είχες ποτέ ξεχάσει την αγροτική σου καταγωγή. Είχες γίνει εργάτρια με το ζόρι αλλά διατηρούσες επίσης την τέχνη να τρατάρεις με τον καλύτερο τρόπο εκείνη την »τρελή γη» που είχες βρει στο χωριό όπου είχες μεταναστεύσει και όπου με έφερες στον κόσμο. Πως τα είχες καταφέρει να γεννήσεις κάτι καλό σε εκείνο τον τόσο ακατάλληλο στην ζωή τόπο, παρέμεινε πάντα ένα μυστήριο για μένα.  Και ίσως επειδή εγώ ήρθα στην ζωή μες τα δηλητήρια των καμινάδων, με γοήτευε εκείνη η γνώση σου, όπως τότε που με πήγαινες, στην κοντινή εξοχή, να μαζέψουμε το σιτάρι που είχε απομείνει στην γη μετά την συγκομιδή. Σαν να με μετέφερες στην άλλη μεριά του γνωστού κόσμου, εκχωρώντας μου την απόλαυση να μπερδεύομαι μέσα σε έναν ζωτικό κύκλο προηγούμενο κάθε επαναδιατύπωσης της αίσθησης και του νοήματος. Σε εκείνα τα απογεύματα μαζί σου χρεωστώ την ευχαρίστηση να περπατώ ξυπόλητη και την συνήθεια να οσμίζομαι για να ξεχωρίζω και να αγγίζω για να διαλέγω και να ακούω για να καταλαβαίνω. Αλλά σου χρωστώ επίσης όλο τον κόπο του να είμαι πάντοτε επιφυλακτική για όλα αυτά και να δυσπιστώ.

Να πάει; Να μην πάει; Μια χούφτα μέρες άδειας εξόδου από την φυλακή και αυτή πρέπει ν’ αποφασίσει εάν αφαιρέσει χρόνο από την περιπλάνηση της εκείνα τα λίγα απογεύματα που έχει στην διάθεση της για να πάει να κλειστεί μέσα σε έναν κινηματογράφο. Την φρενάρει, κυρίως ο φόβος να περάσει ένα άσχημο απόγευμα, λόγω της ταινίας για την οποίαν γίνεται λόγος.

Να πάει; Αφού επιβεβαίωσε μιαν φιλική παρουσία η οποία, στην ανάγκη, θα της κρατήσει το χέρι, τελικά πήγε.

Στο πρόγραμμα η παρουσίαση της σκηνικής συνάντησης ανάμεσα σε μιαν »πρώην τρομοκράτισσα» και ένα από τα θύματα της και, στην διάρκεια, μια άλλη παραμορφωμένη διήγηση της ιστορίας της.

Εξάλλου ο καθένας, επίσης και ανάμεσα στους πρώην συντρόφους της του παλιού καιρού, έκανε μια. Σχεδόν ποτέ να την συμμερίζεται πλήρως. Κάποιες φορές καθόλου.

Εκείνη κατά βάθος δεν ήταν παρά μόνο μια ταινία, αν και την σκέφτηκαν, την πραγματοποίησαν και στην συνέχεια την είδαν, κυρίως άνθρωποι της αριστεράς.

Ιδού το σημείο.

Κουράγιο, λοιπόν, πάμε να γίνουμε κομμάτια.

Λίγα φωτογράμματα, τρέχουν λίγες εικόνες και ήδη εμφανίζεται το νήμα που συνδέει μια διήγηση που έχει σκληρυνθεί μέσα στον παραλογισμό γεγονότων που τέθηκαν θεληματικά στην σκηνή σε ένα κενό πλαίσιο και που έχουν απλοποιηθεί σε ένα χτυπητό ενώπιος ενωπίω ανάμεσα στους δυο πρωταγωνιστές. Αυτός, ειδικός στην πολιτική αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων που έγινε καθηγητής και αυτή, εκείνη που τον πυροβόλησε, κρατούμενη σε ημερήσια έξοδο για εργασία.

Όμως η υπόθεση που τους ενώνει θα μπορούσε να είναι μιας οποιασδήποτε άλλης φύσεως. Αντιλαμβανόμαστε μονάχα το εξαιρετικά τραυματικό συστατικό, στοιχείο.

Εμφανίζονται αμφότεροι σαν αποξενωμένοι. Αυτή σχεδόν ξεθωριασμένη, είναι ελάχιστα παρούσα και σαν εξαναγκασμένη, στους τρόπους και τις σχέσεις με ότι βρίσκεται γύρω της. Αυτός, χειρονομίες με ξεσπάσματα, σπασμωδικές, και ποταμοί από λόγια, μοιάζει να καταναλώνει σε έναν φετιχοποιημένο σολιψισμό την αναζήτηση ενός σημαδιού με το οποίο να αντιμετωπίσει την σοβαρή αίσθηση απώλειας την οποίαν έχει υποστεί. Και οι δυο μοιάζουν να μην βρίσκονται εκεί, σαν να ζούνε σε μιαν άλλη σάρωση του χρόνου.

Συναντιούνται, αλλά δεν βλέπονται. Αυτή διότι δεν τον αναγνωρίζει, αυτός διότι δεν αφήνει να αναγνωριστεί. Καμία πιθανότητα ανταλλαγής στα βλέμματά τους που κοιτούν μοναχά μιαν εικόνα αντανάκλασης της μιας στον άλλον.

Τι συμβαίνει; Γιατί μιλούν ο καθένας για τον εαυτό του; Μα ποιο είναι το λεξιλόγιο που γίνεται αντιληπτό μέσα σε τόσο μεγάλο μπέρδεμα εικόνων? Αυτό που δεν λέγεται για την συγκυρία που τους έκανε να συναντηθούν χρόνια πριν, εμποδίζει την συνάντηση του σήμερα και όλα τυλίγονται στην παρανόηση, στην ασάφεια.

O καθηγητής παροτρύνει, φαίνεται να θέλει να καταλάβει και να διαλύσει έτσι τον εφιάλτη που τον βασανίζει. Όμως το δικό του δεν είναι αληθινό ενδιαφέρον να μάθει. Μοιάζει να μην είναι σε θέση να αναγνωρίσει πως έχει μπροστά του κάτι που δεν μοιάζει στην ενσάρκωση των φαντασμάτων του. Φαντάσματα που έχουν διαμορφωθεί επί χρόνια και ζορισμένα μέσα στην ηχολαλιά των τόσο αφηρημένων »γιατί» ώστε να εξυπηρετούν μονάχα στην τελετουργική απομάκρυνση από επάνω του κάθε κατανοητού συνδέσμου με όσα του συνέβησαν.

Μοιάζει με την ενσαρκωμένη αθωότητα, εμφανίζεται σαν απόλυτα διαχωρισμένος με όλο αυτό τον συνδυασμό πραγμάτων που επέδρασαν σε αυτόν και σε πολλούς άλλους, το κατεξοχήν θύμα μιας παράλογης μοίρας.

Είναι σίγουρος πως όσα του έλαχε να ζήσει θα μπορούσαν να είχαν συμβεί αδιακρίτως σε οποιονδήποτε άλλον.

Γιατί; Δεν αναπολεί, δεν λέει, αυτός στον οποίον σίγουρα δεν λείπουν οι λέξεις, ποια ήταν η ζωή του στη συνέχεια, για παράδειγμα, και γιατί τώρα κάνει ένα άλλο επάγγελμα, δεν πηγαίνει στην αναζήτηση των αιτιών. Με μασκαρεμένες ερωτήσεις που αξιώνουν τις μη απαντήσεις, ψάχνει μόνο να του επιβεβαιώσουν πως εξ αιτίας καθαρού, πεντακάθαρου ατυχήματος σκόνταψε σε έναν μηχανισμό ξένον προς αυτόν και δίχως καμία απολύτως σχέση με την κοινωνική του ύπαρξη.

Αυτή προσπαθεί να πει κάτι. Γι αυτήν και για το πως μπόρεσε να συμβεί αυτό το κάτι.

Φαίνεται να μην γνωρίζει, μοιάζουν όλα πολύ μπανάλ, συμπτωματικά.

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αστ

image

Μα ποια ήταν; Παντρεμένη με παιδιά, είχε ένα σπίτι και μια δουλειά. Δεν αντιστοιχούσε λοιπόν σε εκείνο το cliché απελπισίας που πολλές όμορφες ψυχές θέλησαν να ράψουν επάνω τους. Ήταν μια »της διπλανής πόρτας», μια από τις πολλές που έφτιαξαν και αποτελούσαν τις ερυθρές Ταξιαρχίες.

Είχε όλες τις ευκαιρίες να επιλέξει κι εκείνη που είχε κάνει δεν ήταν με τίποτα η μοναδική δυνατότητα. Της κόστισε λοιπόν, το είχε σκεφτεί καλά, θα είχε συζητήσει βαθύτατα με τον σύντροφό της, ήξερε πολύ καλά πόσα είχε να χάσει. Ύστερα αποφάσισε και δεν το ξανασκέφτηκε ποτέ, δεν επέστρεψε ποτέ στην σκέψη της απόφασης που πήρε.

Αγαπημένη! Που δεν ένιωθε απαξιωτικό να φορέσει την ποδιά της για να καθαρίσει μέσα στο τόσο φιλόξενο κελί -σπίτι και που καμιά σούπερ στρατηγική αντί-ανταρτοπόλεμου των υπέρ ειδικών της υπέρ φυλακής είχε καταφέρει να λυγίσει μπροστά στην αλαζονεία των μίζερων αιτιολογήσεων των νικητών.

Στις επόμενες διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις-αποκαταστάσεις [των γεγονότων], φιγούρες σαν τη δική της είναι παραφωνία, »τσιρίζουν» σε τέτοιο βαθμό που δεν βρίσκουν θέση να σταθούν. Και παρόλα αυτά είναι αυτές ακριβώς που φτιάχνουν την μεγαλοσύνη της ταξιαρχίτικης ιστορίας, που καμιά από τις πολλές άλλες μιζεριές μπορεί να καταφέρει να καταστήσει λιγότερο μοναδική.

Vae victis! Αλίμονο στους ηττημένους! Είναι. Μες τη σκόνη και στις αλυσίδες. Μπορούσε να είναι στον λογαριασμό.

Αλλά πως να αντιμετωπιστεί η αφαίρεση του νοήματος; πως να αντιμετωπίσεις την άρνηση των αιτιολογήσεων των γεγονότων;

Μέσα στην ψυχαναγκαστική επανάληψη μικροσκοπικών διατυπώσεων, από αυτές που διώχνουν τα φαντάσματα, με τις οποίες εξολοθρεύονται οι ερυθρές Ταξιαρχίες, λοιδορείται η ένταξη τους στο κίνημα, μάλιστα αποκόπτωνται τεχνητά με το πλαίσιο κοινωνικής σύγκρουσης μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και μαζί με το οποίο έπαψαν να ζουν, παρακολουθούμε ένα ανησυχητικό φαινόμενο έλλειψης κάθε νήματος συλλογιστικής.

Το θέμα, ο συλλογισμός φαίνεται να διαφεύγει από την λογική για να καταπλεύσει στο καθαρό συναίσθημα, με όλα τα νεύρα να αποκαλύπτονται.

Η ανάλυση του φαινομένου αργοπορεί ανάμεσα στην εγκληματική ψυχανάλυση, συνομωσιολογικές έρευνες, ψυχισμό οικείο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποσύνδεση των σχέσεων του τυχαίου. Λίγο απ’ όλα, εκτός της λαϊκότητας ενός κριτικού στοχασμού και προβληματισμού δίχως προκαταλήψεις.

Μα τι έκανε σ’ εκείνη την ευημερούσα και εργατική Ιταλία, ενωμένη στο απόγειο του »κινήματος» των μεταρρυθμίσεων υπέρ μιας δημοκρατίας που βρίσκονταν πάντα σε κίνδυνο, με το πιο δυνατό κομουνιστικό Κόμμα και συνδικάτο στην Ευρώπη, εκείνη η κομουνίστρια που ζούσε σε ένα χωριουδάκι και μάχονταν σε μιαν οργάνωση ανταρτοπόλεμου όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες; Πως εξηγείται το κοινωνικό ρίζωμα του κομουνιστικού ένοπλου αγώνα μέσα σε μιαν κοινοβουλευτική δημοκρατία ώριμου καπιταλισμού, συνεπώς έξω από την αντιστασιακή παράδοση και υπόθεση ξεχωριστή και διαφορετική από τα εθνικιστικά αντάρτικα όπως και αυτά του τρίτου κόσμου; Μπορούμε να ειρωνευτούμε για την συνοχή εκείνου του ριζώματος, αλλά παραμένει το γεγονός πως επρόκειτο για μιαν μαχητική παράνομη εμπειρία που διήρκησε περισσότερο από μιαν δεκαετία. Και τότε κάθε εύκολη ειρωνεία αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. Απλά, αυτός που ειρωνεύεται δεν θέλει να καταλάβει. Είναι πιο εύκολο να αποβάλλεις την απόλυτη διαφορετικότητα και να μην διακινδυνεύσεις μια σύγκριση που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση περισσότερα πράγματα απ’ ότι μια πολιτική διακήρυξη και ακόμη περισσότερα από την ευθύνη γύρω από τις εκβάσεις εκείνης της κοινωνικής σύγκρουσης.

Στην φυλακή άκουσα να μου απαντά ένας αγωνιστής παλιά κοπής του πρώην Κκι, κατά τα άλλα διόλου παράλογος, πως η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην δική μας ήττα και την δική τους (με την παραδοχή πως υπήρξε, μιας κι εγώ επέμενα πολύ…) βρίσκονταν κυρίως στην άμεση ορατότητα ενός γεγονότος βαθιά συμβολικού: εμείς βρισκόμασταν όλοι στην φυλακή.

Δεν υπήρξε ποτέ νωρίτερα σαφέστερη δήλωση της αναγκαιότητας για εκείνη την πολιτική πλευρά να επιλύσει τις δραματικές πληγές εκείνων των χρόνων με παραδειγματικό τρόπο. Ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να απαιτεί μια πίστωση αξιοπιστίας στην προσπάθεια συγκράτησης ενός ταξικού κινήματος που ακριβώς δεν ήθελε να ξέρει τίποτα για ιστορικούς συμβιβασμούς και πολιτική θυσιών. Ακραία κυνική συνέπεια όλων αυτών που, έχοντας εισέλθει χθες σε πορεία σύγκρουσης με οποιονδήποτε δεν είχε πάθει ηλεκτροπληξία από την υπεράνω κάθε υποψίας δήλωση πως η εμπορευματική παραγωγή είναι »καλή από μόνη της, έτσι κι αλλιώς», σήμερα εμπιστεύονταν τον προβληματισμό και την μνήμη εκείνης της σύγκρουσης στα πρακτικά των δικαστηρίων. Κι έτσι μια ένοπλη εμπειρία αναμφίβολα μειοψηφική και χαμένη αλλά δυνατά ενδεικτική του επιπέδου απουσίας διαχείρισης των κοινωνικών αντιθέσεων που την είχαν δημιουργήσει, μετατράπηκε σε αποκλειστικό πρόβλημα κοινωνικής τάξης, που έπρεπε να δικαστεί, να θαφτεί κάτω από αιώνες φυλάκισης και να τοποθετηθεί ιστορικά έξω από κάθε κατανοητή πολιτική δυναμική.

Ο μοναδικός καλός ταξιαρχίτης, μετά από το νεκρό ταξιαρχίτη, έπρεπε να μοιάζει με μιαν φιγούρα διφορούμενη, κόρη κανενός, καθοδηγούμενη από άλλους και, κυρίως, απομονωμένη από τα μαζικά κινήματα.

Μοιάζει να έχουν περάσει αιώνες, κι όμως μοναχά εχθές (ή προχθές?) σε κάθε κλίκα της δικής μας άτολμης και φειδωλής αριστεράς αρέσκονταν να χαλαρώνουν επάνω σε παρτιζάνικες εμπειρίες οι οποίες, αντιθέτως, είχανε από την μεριά τους όχι μόνο το δίκιο των σκοπών αλλά κυρίως την αποδοχή των μαζών.

Θυμάσαι, ξεχασιάρη σύντροφε; θυμάσαι τις μαρτυρίες των μαχητών εκείνου του άλλου πολέμου  (του νικηφόρου), εκείνων που πήγαιναν μονάχοι τους στις επιχειρήσεις και που, πυροβολώντας και με τα δυο χέρια, από μόνοι τους καλύπτονταν υποχωρώντας; θυμάσαι για την αποθάρρυνση τους εξ αιτίας των ελλείψεων βοηθητικών και στις ακόμη μεγαλύτερες ελλείψεις από μέσα, για την αφάνεια των άλλων και των μαζών που συναινούσαν μαζί τους αλλά αδρανούσαν; για τις συνεχείς διαφυγές τους, και πως έπρεπε διαρκώς να κοιτούν πίσω τους; θυμάσαι που ερωτούσαν τον υπεύθυνο διοικητή τους, όταν επιτέλους τον συναντούσαν, που να ήτανε το κόμμα. Μήπως θυμάσαι την απάντηση; “Το κόμμα είσαι συ, σύντροφε.» Και μετά δρόμο.

Θα είχε νιώσει μόνος και ξεριζωμένος εκείνος ο σύντροφος που ίσως είχε πολεμήσει σε συνθήκες ακόμη δυσκολότερες από εκείνες που εγώ γνώρισα;

Σίγουρα δεν αμφέβαλε ποτέ για το πολύ δυνατό πολιτικό δεσμό ανάμεσα στην δράση του και ένα πιο πλατύ κίνημα αγώνα, αλλιώς κανείς δεν θα του είχε δώσει το θάρρος της μοναξιάς στο έργο ν’ αδράξει ένα όπλο και να το χρησιμοποιήσει ενάντια στον εχθρό. Μοναξιά προσωπική, που δεν μοιράζεται ποτέ μέχρι βάθους με κανέναν άλλον.

Μεγαλοσύνη, μεγαλοσύνη μιας ιστορίας και των πρωταγωνιστών της που, αν αποτραβηχτούν από συγκεκριμένη εικονογραφία αγιοποιητική (ή, αντιστρόφως, από την δαιμονοποίηση της προκατάληψης) και επιστραφούν στην ευφυία των γεγονότων, μπορούν πραγματικά να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε. Να καταλάβουμε, για παράδειγμα, τους δεσμούς και τις ασυνέχειες των διαφορετικών πολιτικών εμπειριών που σημάδεψαν αυτό τον αιώνα με απόπειρες επίθεσης στον ουρανό, πριν μια αμφίβολη συνειδησιακή κρίση ανάμεσα στο καλό και το κακό εμποδίσει ολοκληρωτικά την άσκηση της ιστορικής κριτικής.

Να καταλάβουμε για να αναθερμάνουμε τον αυτοστοχασμό αυτής της κοινωνίας για τον εαυτό της έτσι ώστε η ψευδαίσθηση πως μπορεί να διώξει από πάνω της τις αντιθέσεις να μην την αναγκάζει να ανατρέχει σε όλο και περισσότερες φυλακές, περισσότερα γκέτο, περισσότερα σύνορα, περισσότερους αποκλεισμούς.

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αε

image

Τα χρόνια περνούν δίχως ν’ αφήνουν σημαντικά ίχνη. Πάντα περιμένεις κάτι, σε έναν χρόνο που δεν είναι ποτέ παρών. Που κάποιες φορές τρέχει και γλιστράει μακριά και, σχεδόν πάντα, παραμένει ανεπανόρθωτα σταματημένος. Σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται να σου ανήκει όπως πάντα όταν η ζωή βιώνεται αλλού.

Μετά από μάταιες απόπειρες να αντλήσει μιαν αίσθηση από την ματαιότητα των στερήσεών της, βρίσκεται, ένα απόγευμα, να παρακολουθεί την προβολή μιας ταινίας. Είναι η ιστορία ενός νεαρού νευροψυχίατρου παίδων και του μεγάλου του καρπουζιού.

Η συναισθηματική επίδραση είναι πολύ δυνατή. Οι δεσμοί με την δυσκολία της ζωής των φοβερών μικρών της πολλά πολλά χρόνια πίσω, είναι ακόμη σάρκα και αίμα.

Τα έχει ακόμη όλα εκεί μπροστά της, όπως εκείνη την πρώτη ημέρα που η απόφαση να μην κλείσει βιαστικά την πόρτα πίσω της βλέποντάς τα, υπήρξε ένα με την αδυναμία της να κοιτάξει αλλού.

Την είχαν προσλάβει σε ένα »ειδικό σχολείο» για να διδάσκει σε παιδάκια άλλο τόσο »ειδικά» και, μέρα με την μέρα, έβλεπε να χρεοκοπεί κάθε προσπάθεια να διατηρηθεί στην θέση της και να μην εξουδετερωθεί από την πιο απόλυτη εμπάθεια.

Πολύ λίγο επαγγελματικά, δεν έκανε άλλο από το να συνεχίζει να ψάχνει τον εαυτό της στα μάτια τους, όπου το να εισέρχεται εκεί σήμαινε να κάνει περισσότερο από έναν γύρους στην κόλαση και να αγωνίζεται με το διπλό ένστικτο να θέτει αποστάσεις και να αντιμετωπίζει μαζί το κοινό πρόσωπο του τέρατος.

Μέχρι να αγγίζουν αμοιβαία την ψυχή.

Μεταξύ των άλλων, υπήρχε αυτός. Γύρω στα έξι. Κλινική εικόνα: αυτιστικό σύνδρομο. Πανέμορφος και τελείως κλεισμένος στο απρόσιτο οχυρό του.

Θυμωσιάρης με τους άλλους τουλάχιστον όσο και με τον εαυτό του, πάντα σε φυγή, εκτοξεύοντας πάντα αγωνιώδεις κραυγές.

Το πρωί, η πρώτη αποστολή ήταν ο καθαρισμός του, βλέποντας πως τα έκανε όλα επάνω του. Τίποτα δυσκολότερο. Κάτι σαν χέλι που ουρλιάζει και κλοτσά, που αντιτάσσει επίπονη αντίσταση και μόνο αν το αγγίξεις.

Κάθε φορά η ίδια επώδυνη μάχη σώμα με σώμα.

Όμως μετά συνέβαινε. Αφού είχε πλυθεί, σαν να του είχαν κάνει μάγια, για κάποια δευτερόλεπτα εγκαταλείπονταν, άφηνε να τον χαϊδέψει, τα μάτια του μαλάκωναν και την κοιτούσε. Ή τουλάχιστον σε αυτήν άρεσε να σκέφτεται πως έτσι ήταν.

Στην διάρκεια της ημέρας, μετά, προσπαθούσε ανά διαστήματα να ξαναβρεί εκείνη την φευγαλέα κατανόηση, δίχως ποτέ να το επιτυγχάνει. Αυτός επέστρεφε, όχι χωρίς μιαν κάποια αποφασιστικότητα, να την κρατά σε απόσταση, μάλλον, χειρότερα, να μην την κρατά καθόλου, αφήνοντάς την να ζητιανεύει ένα μοναδικό του νεύμα επίγνωσης της παρουσίας της σε εκείνο τον κόσμο παιδικών απολιθωμένων συναισθημάτων.

Κι όμως εκείνο το παιδάκι το αγάπησε βαθύτατα, έτσι που μπορούμε ν’αγαπήσουμε μόνο ένα κομμάτι του εαυτού μας, εκείνο το κοντύτερο στο τέρμα, το βαθύτερο, το πιο τρομερό, το πιο κρυμμένο και, ίσως, το πιο αυθεντικό. Στα μάτια του, εκείνες τις λίγες στιγμές στις οποίες επέτρεπε στο βλέμμα του να ελευθερωθεί απ’ το κενό, της φαίνονταν να αντιλαμβάνεται ακόμη και ειρωνεία. Τόσο σαφής έπρεπε να του φαίνεται το αίτημα της για βοήθεια, μετάγγιση αντοχής.

Ακριβώς σε αυτόν! Ποιος ξέρει; Ίσως ακριβώς αυτός, δίχως να έχει την παραμικρή κυριαρχία, γνώριζε καλύτερα από πολλούς άλλους για δύναμη και ευθραυστότητα.

Βρίσκομαι ακόμη καθισμένη στην θέση μου, στην αίθουσα του θεάτρου της φυλακής. Ο νεαρός γιατρός μιλά σε μιαν μικρή ασθενή για την ευγνωμοσύνη του επειδή η επώδυνη αναζήτησή της τον είχε αναγκάσει να συνεχίσει να ψάχνει έναν βάσιμο λόγο για να σηκώνεται κάθε πρωί.

Σαν μια μαχαιριά με κατακλύζει η έλλειψη νοήματος : τι κάνω εγώ εδώ πέρα?

Μια επαναστάτρια εξ επαγγέλματος.

Μέσα σε όλο αυτό που είναι κοινωνικό υπάρχει η δύναμη. Μονάχα η ισορροπία μηδενίζει την δύναμη. Εάν έχουμε επίγνωση των λόγων της κοινωνικής ανισορροπίας, χρειάζεται να κάνουμε αυτό που βρίσκεται στο χέρι μας για να προσθέσουμε βάρος στο ελαφρύτερο ζύγι. Κι αν το βάρος ήταν το κακό, ίσως εάν το χειριστούμε με αυτή την πρόθεση να μην μας λεκιάσει. Όμως χρειάζεται να έχουμε συλλάβει την ισορροπία, και να ήμαστε πάντοτε σε ετοιμότητα να αλλάξουμε πλευρά, όπως η Δικαιοσύνη, αυτή η »φυγάς από το στρατόπεδο των νικητών”.

Simone Weil, Τετράδια

Η ανικανότητα να συμβιβαστώ. Πριν ακόμη με ρωτήσεις ποιο είναι το καλύτερο για μένα, να εξαντληθώ στην αντίσταση ενάντια στον εαυτό μου.

Γλιστρούν μπροστά μου όλες, οι γυναίκες της οικογένειάς μου. Τουλάχιστον τρεις γενιές. Και αναγνωρίζω τα σημάδια μιας γενεαλογίας που κάνει την διαφορετικότητά τους να προέρχεται όλη από εκείνη που έθεσε σε κίνηση την αλληλουχία. Πόσο ακόμη, γιατί πρέπει το ανείπωτο μιας πρωτόγνωρης συμμαχίας να δύναται να τεθεί σε λόγια;

Ποιος ξέρει γιατί, ανάμεσα στις πολλές, γυρίζει στο μυαλό της εκείνο το ηλιακό της πρόσωπο.

“Κυρία φύλακας, γιατί δεν προσπαθείς να βάλεις ένα χεράκι στην στολή…;!”

Γνωστή σε εκείνο το είδος λάκκου των λεόντων της φυλακής της Voghera, με εκείνη την καλοκάγαθη έκφραση και την ειρωνική της εξυπνάδα που την βοηθούσε να αντέχει επί πολλά χρόνια μια δύσκολη καθημερινότητα. Και όχι μόνον εξ αιτίας εκείνων των άψυχων σοκαριστικών στολών. Ακόμη χειρότερα λόγω εκείνων των αμφιβόλων προοπτικών και του κανιβαλισμού ανάμεσα στις γραμμές εκείνου του στρατού τους που είχε υποστεί πανωλεθρία.

Ο άντρας της σε άλλη φυλακή και συνομιλίες ούτε να το συζητάμε, irriducibilità “oblige”, άκαμπτη στάση, »υποχρεωτικά» αμετανόητοι. Τα παιδιά να μεγαλώνουν μακριά, με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία να ζουν την κατάσταση εξαίρεσης μιας οικογένειας κατακερματισμένης στην οποίαν αυτή, η μητέρα, δεν είχε περιοριστεί να είναι η γυναίκα του ταξιαρχίτη, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο την ζημιά ανεπανόρθωτη. Τι να απαντήσεις στην ερώτησή τους για την κανονικότητα που τους αρνούνταν; στην υποκείμενη επίπληξη για την παρατεταμένη απουσία;

Ύστερα από την άφιξη μιας επιστολής ή μετά από μιαν επίσκεψη ιδιαίτερα δύσκολη, στο πρόσωπό της αποτυπώνονταν όλη η σύγχυση εξ αιτίας της αδυναμίας της να κατορθώσει να της βγουν συγκεκριμένοι λογαριασμοί, και να διασφαλίσει τον τρόπο που ήδη εδώ και χρόνια είχε μάθει να δοσολογεί την σοφή της ορθολογικότητα ούτως ώστε να μπορεί να κρατάει μακριά τις ψεύτικες εναλλακτικές που της προσφέρονταν και μέσα στις οποίες είχαν υποπέσει πολλές άλλες συντρόφισσες.

Και μόνο κάποια που βρέθηκε, σε εκείνη την φυλακή-εργαστήριο, μπορεί να καταλάβει πόσο δύσκολο μπορούσε να είναι να βρεθεί το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στο να αποτραβιέσαι από την λογική μιας παράλογης καθημερινότητας και να μην παραδίδεσαι στα βασικά.  Σε αυτό δεν υπήρχε άλλη που να της μοιάζει, όπως και στο να μπορεί να θέτει μαζί την ετοιμασία και την χαρά ενός πιάτου ριζότο να προσφέρει στην σύντροφο με την οποίαν θα γευματίσουν παρέα με την σταθερότερη έλλειψη διαθεσιμότητας να διαπραγματεύεται και να εμπορεύεται την ταυτότητα, την ιστορία της, τους συντρόφους της.

Όλα αυτά μαζί με την απλούστατη ευθύτητα της οποίας μόνον κάποια πρόσωπα είναι ικανά.

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13