ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα – Gli anni della lotta armata

Για τον εκδοτικό οίκο Bietti, η ενημερωμένη έκδοση του «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata» , βγήκε πέντε χρόνια μετά την πρώτη, του Davide Steccanella.

Ο Davide γεννήθηκε το 1962, οπότε το ’68 ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού και το ’78 ήταν ένας χαριτωμένος νεαρός με ένα κεφάλι γεμάτο μπούκλες. Πώς κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερες από 500 σελίδες χωρίς να έχει άμεση μνήμη των γεγονότων; Απλό. Μάζεψε στοιχεία και πληροφορίες και μας έδωσε έναν λεπτομερή απολογισμό των γεγονότων από το ’69 έως το 2017, καθώς και μια γενναιόδωρη προσφορά των πηγών που χρησιμοποίησε.

Φαίνεται ασήμαντο, κοινότυπο, αλλά δεν είναι καθόλου, σε μια εποχή όπως αυτή στην οποία οι έμπειροι σε αυτά τα θέματα, οι γνώστες, δεν φαίνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται. Σε μια εποχή άσχετης αλήθειας, μη πραγματικής, όπου αποφεύγουν να διαπιστώσουν και να επιβεβαιώσουν τα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν στην πάντα αποτελεσματική παροιμία: «Ψέμα στο ψέμα, κάτι θα παραμείνει στο τέλος».
Κάποιος υποστήριξε ότι το βιβλίο πηγαίνει πέρα της κρίσης του συγγραφέα καθώς στερείται παρατηρήσεων, σχολίων, σαν να ήταν δυνατή μια ουδέτερη λειτουργία στην αφήγηση κοινωνικών γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του κειμένου, της αξίας του, το βλέμμα και οι επιρροές του συγγραφέα είναι πολύ παρούσες στην αφηγητική επιλογή. Γεμάτα σαράντα χρόνια από την απαγωγή Μόρο, στους εορτασμούς της μοναδικής αλήθειας που επιτρέπεται, γεμάτης διετρολογία, [ dietrologia – Στο πολιτικό και δημοσιογραφικό λεξιλόγιo υποδεικνύει, με πολεμικούς τόνους, την τάση, των αποκαλούμενων διετρολόγων dietrologi, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δεδηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους, με την αξίωση πως γνωρίζουν αυτό που πραγματικά «βρίσκεται πίσω» από κάθε ενιαίο, μοναδικό γεγονός] και δημόσια προδιαγεγραμμένη ηθική, επιβεβλημένη, ο Ντάβιντε ενδιαφέρεται για την ανακατασκευή του ιστορικού πλαισίου, της ιστορικής συγκυρίας, της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της αλληλοδιαδοχής των γεγονότων που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ξεσπάσματος του ένοπλου αγώνα στον οποίον ενεπλάκησαν χιλιάδες μαχόμενοι κομμουνιστές για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Κατανόηση η οποία θα μπορέσει να απελευθερώσει την 16η μαρτίου 1978 από την αλλοτριωμένη αφήγηση ενός ανεξήγητου, μυστηριώδους γεγονότος και σαν προερχόμενου από τον Άρη, για να το επιστρέψει και να το αποδώσει σε ένα πέρασμα, πολύ σημαντικότερο από άλλα, της μακράς ιστορίας της ταξικής σύγκρουσης εκείνων των χρόνων.

Όντως, το βιβλίο ανοίγει με αριθμούς: 269 ένοπλες ομάδες, 36.000 άνθρωποι που διερευνήθηκαν-ανακρίθηκαν, από τους οποίους 6.000 καταδικάστηκαν. Ωστόσο, η επίσημη χυδαία διαδεδομένη άποψη μιλά για μια χούφτα ψυχοπαθητικών, αιμοδιψών, ετεροκαθοδηγούμενων και, πάνω απ ‘όλα, ξένων στις ταξικές δυναμικές στις οποίες έλεγαν πως αναφέρονταν.
Αλλά κανένας κομμουνιστικός ανταρτοπόλεμος σε μια χώρα στο κέντρο της Ευρώπης δεν θα ζούσε περισσότερο από μία μέρα ούτε θα είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ αν δεν είχε τις ρίζες του ακριβώς στην καρδιά του πιο σημαντικού ταξικού αγώνα από την μεταπολεμική περίοδο.

Και ο Davide αρχίζει από εδώ. Από το εργατικό ’69 και τους φυσικούς του συμμάχους: το κίνημα των φοιτητών και των προλετάριων των αστικών προαστίων. Μια κατολίσθηση, ένα ρεύμα αέρα στο στάσιμο σενάριο που επιθυμούσε το αγκάλιασμα μεταξύ DC και PCI, [χριστιανοδημοκρατίας δηλαδή και Κκι] το οποίο έκλεινε σε ένα θανατηφόρο μπλόκο κάθε χώρο αντιπολίτευσης, αντιπαράθεσης, για να υποβαθμίσει την πολιτική δυναμική της χώρας σε θεσμικές διαμάχες.

Αυτό συνέβαινε μέσα σε χρόνια έκρηξης του πρωταγωνισμού μεγάλων κοινωνικών τμημάτων που βίωναν στον χώρο της καθημερινότητας το πως και πόσο η οργάνωση και οι αγώνες, εκτός των ορίων που επέβαλαν τα κόμματα και τα συνδικάτα, ήταν σε θέση να αντιπαρατεθούν και να εξουδετερώσουν την εκμετάλλευση, τoν μόχθο και το ραβδί των αφεντικών. Μέσα σε χρόνια συγκρούσεων στο δρόμο, στις πλατείες, εφευρετικότητα δημιουργό στόχων, εργαλείων αγώνων και οργανωμένων μορφών. Και κατακτήσεων, σε κάθε περιοχή της συνεργατικής διαβίωσης.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, η ιστορία ξετυλίγεται χρόνο με τον χρόνο. Οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, οι δομές βάσης του εργατικού κινήματος, οι πρώτες οργανώσεις και οι πρώτες ένοπλες ενέργειες, οι θεωρητικές αναφορές, οι εφημερίδες, τα έγγραφα, οι πρωταγωνιστές. Και η θέση στην ημερήσια διάταξη του επαναστατικού αγώνα που διέσχιζε την συζήτηση των κινημάτων. Και όχι μόνο εκείνων.

Για να περιγράψει το κλίμα εκείνων των ετών, ο Davide μας επισημαίνει μερικά επεισόδια που σήμερα θα ήταν αδύνατο ακόμη και να φανταστούμε. Όπως τη διακήρυξη-αυτοκαταγγελία μιας ομάδας διανοουμένων – από τον Giulio Argan και τον Paolo Mieli, μέχρι τον Sergio Saviane, τον Cesare Zavattini και άλλων – όσον αφορά το ξεκίνημα μιας έρευνας από τον εισαγγελέα του Τορίνο ενάντια σε αγωνιστές της Lotta Continua. Αυτά είναι τα λόγια τους: «Όταν οι πολίτες που κατηγορούνται από εσάς δηλώνουν ότι αν είναι αλήθεια ότι τα αφεντικά είναι κλέφτες είναι σωστό να πάμε να πάρουμε πίσω αυτό που έκλεψαν, το λέμε μαζί τους. Όταν αυτοί φωνάζουν ταξική πάλη, να οπλίσουμε τις μάζες, το φωνάζουμε μαζί τους … »   Για να επισημάνουμε πόσο η παρανομία και η ανατροπή, η εξέγερση είχαν εισέλθει πλήρως στο λεξιλόγιο του ακαδημαϊκού και καλλιτεχνικού κόσμου, τόση μεγάλη ήταν η δύναμη και έλξη εκείνου του κινήματος το οποίο ανακοίνωνε την «επανάσταση που απέτυχε» για την οποία ο Davide μιλάει.

Σελίδες μετά από σελίδες και τα γεγονότα διασταυρώνονται με τη μνήμη, μερικές φορές σε αντίθεση, σχεδόν πάντα ως εκ νέου ανακάλυψη τόσο μεγάλης γενναιοδωρίας και πλούτου. Πολλές οι αναφορές και οι μαρτυρίες που αποδίδουν σώμα και αίμα στα γυμνά χρονικά των γεγονότων. Όπως και αυτό που μιλά για τον Martinο Zicchitella, που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια μιας δράσης το ’76, του οποίου παραμένει, σαν να ήταν χθες, η εικόνα του νεκρού σώματος στο έδαφος, το γεμάτο αίματα πρόσωπο, σχεδόν ποδοπατημένο από το μικρό πλήθος των αστυνομικών που έτρεξαν κοντά του. Γράφει γι αυτόν ο Giorgio Panizzari, μαχητής σύντροφος του στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες, Nuclei Armati Proletari, αναφερόμενος στην προηγούμενη φυλάκιση του Martinο, εκεί όπου είχε ωριμάσει και ανέπτυξε την πολιτική επιλογή του: «Μας ήρθαν νέα της βίαιης συμπεριφοράς στην οποίαν υποβάλλονταν, του έγραψα μια επιστολή στην οποία ζητούσα συγγνώμη για το ότι τον έβαλα στους Nap, και μου απάντησε ότι στη ζωή είχε χτίσει πολλά, αλλά το πιο όμορφο πράγμα ήταν αυτό που κάναμε. Μην ανησυχείς, μου έγραψε, έστω κι αν αυτοί με βασανίζουν, εγώ νιώθω καλά, οπότε δεν θα με απαλλοτριώσουν από τις αποφάσεις μου «.

Έτος 1978 και ο Davide σημειώνει: Βγαίνει ο δίσκος “Jazz” των Queen, η ταινία «Εγώ και η Annie» του Woody Allen κερδίζει το Όσκαρ και η Αργεντινή το παγκόσμιο πρωτάθλημα »μέσα στο σπίτι της». Στην Ιταλία η Juventus κερδίζει το scudetto και oι Matia Bazar το Sanremo με το τραγούδι «E dirsi ciao». Το κεφάλαιο κλείνει με το σκεπτικό πως αν το ’78 ήταν το έτος της πιο εντυπωσιακής δράσης στην ιστορία του ένοπλου αγώνα, τo ’79 θα είναι αυτό της μεγαλύτερης επέκτασής του. Και αυτή η παρατήρηση δεν θα ήταν δίχως νόημα αν στέκονταν μόνο στην ανάλυση της.

Αλλά η πραγματική ιδιαιτερότητα, χρήσιμη για την αντιμετώπιση των ακόλουθων γεγονότων, αναφέρεται στη σημείωση 18 που μεταφέρει ένα άρθρο του ιστολογίου του Paolo Persichetti, Insorgenze, με τίτλο Τι διάβαζε ένας ταξιαρχίτης τον σεπτέμβριο του 1978;   Cosa leggeva un brigatista nel settembre 1978?

Πέρα από κάθε πρόθεση διδασκαλική, για όσους ενδιαφέρονταν πραγματικά να κατανοήσουν, της ύπαρξης της ιστοριογραφικής μεθόδου ανάλυσης της τεράστιας υπάρχουσας τεκμηρίωσης με την οποίαν αποσυναρμολογούνται θρύλοι, φήμες, κλισέ κοινοί τόποι και καταρρέει ολόκληρη η διετρολογική-συνωμοσιολογική σκαλωσιά, η λεπτότης είναι η είδηση της ανεύρεσης και ενός βιβλίου της Kollantaj στη βάση της οδού Monte Nevoso. Τόσο για να μην σωθεί ούτε και η κριτική για machismo από το φεμινιστικό κίνημα, κριτική που επαναλαμβάνεται παρά το γεγονός ότι στις οργανώσεις του ένοπλου αγώνα η γυναικεία παρουσία ήταν μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο αριστερό πολιτικό σχηματισμό. Επιπλέον, ένα δείγμα του επαναστατικού εργατικού και φοιτητικού διεθνισμού, πολύτιμα εργαλεία για να καταλάβουμε έναν κόσμο που έβραζε ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές εξεγέρσεις, αντιστάσεις σε δικτατορικά καθεστώτα νεοφασιστικών διαδικασιών αποαποικιοκρατίας: ένας άλλος σοσιαλισμός φαινόταν ακόμα πιθανός!

Η κουλτούρα, οι πολιτικές και αξιακές πρακτικές του επαναστατικού κινήματος μπορούν να βρεθούν μέσα σε αυτή τη βιβλιογραφία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να βοηθήσει στην εγκατάλειψη πολλών προκαταλήψεων αυτών που έχουν δημιουργήσει το δίκτυο μνήμης και που τους κάνουν να γράψουν, όπως και κάποιος σαν τον Gotor: » Αντικείμενα κοινά σε μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων: όχι αρειανών, όπως κατέστησαν σιγά σιγά στην στρεβλή και επιφυλακτική μνήμη των συντρόφων τους, καθώς σιγά σιγά αυτοί χωρίζονταν από την ανθρώπινη και πολιτική εμπειρία που τους άγγιζε χωρίς να τους κατακλύσει. Περισσότερο από τις προθέσεις, συχνά σώθηκαν από καθαρή τύχη «.

Επίσης κείμενα για τον κόσμο της «νέας» τηλεόρασης των αφεντικών και των πολυεθνικών, όταν ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν ακόμα άγνωστος. Αλλά δεν υπήρχε «Η προέλευση της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους» του Ένγκελς, που ο Marco Bellocchio, Μάρκο Μπελόκιο βάζει σε κοινή θέα σε μια από τις πιο γελοίες σκηνές της ταινίας του ‘Καλημέρα νύχτα’, ‘Buongiorno notte’, στην οποία ζωγραφίζει τους ενοίκους της «φυλακής του λαού» σαν φρενιασμένους που μιλάν σαν να ουρλιάζουν συνθήματα. Είμαστε σε κατάσταση επείγουσας ανησυχίας αναμένοντας την καλλιτεχνική ελευθερία την οποίαν ο απερίγραπτος πρώην μαοϊκός σκηνοθέτης (που δεν είναι πλέον οπαδός του περίφημου κινέζικου κανόνα σύμφωνα με τον οποίο έχουν δικαίωμα λόγου μόνο όσοι έχουν κάνει έρευνα) θα χορηγήσει στον εαυτό του για το επόμενο έργο που ανακοινώθηκε για την επέτειο των σαράντα χρόνων του ’78!
Αλλά υπάρχουν και άλλα: αναλύοντας τις βιογραφίες των αγωνιστών μπορεί κανείς να διαψεύσει με βεβαιότητα την διαδεδομένη άποψη πως είχαν ενταχτεί ή πως προέρχονταν από την πολιτιστική κληρονομιά αυτών που αποχώρησαν από την FGCI [κομουνιστική νεολαία] της Emilia ή από εκείνη την μισο καθολική της σχολής κοινωνιολογίας του Trento. Από την «οικογενειακή φωτογραφία» μπορούμε να αναγνωρίσουμε την φυσιογνωμία πρωτοποριών εργοστασίων του Μιλάνο, του Τορίνο και της Γένοβας. Πρώην αγωνιστών των διαλυμένων εξωκοινοβουλευτικών ομάδων ή από το κίνημα του ’77. Τμήματα βενετικής αυτονομίας, ιδιαίτερα του Porto Marghera. Πρώην συμμετεχόντων σε διαλυμένες ένοπλες ομάδες. Συνιστώσες της ναπολιτάνικης κοινωνικής πραγματικότητας και των αστικών προαστίων. Μέχρι τους σχηματισμούς των περιοχών της επαρχίας.
Η ταινία των αναμνήσεων εξακολουθεί να τρέχει. Επίθεση στην έδρα της περιφερειακής επιτροπής της DC, στην κεντρική πλατεία Piazza Nicosia, σε απόσταση αναπνοής από τα κυριότερα κτίρια της εξουσίας. Το κτίριο καταλαμβάνεται, οι παρόντες ακινητοποιούνται, αρχεία και έγγραφα αφαιρούνται. Έξω, μια αστυνομική περιπολία της αστυνομίας που κατέφθασε στον τόπο εξουδετερώνεται, με τον θάνατο δύο από τους τρεις αστυνομικούς. Πολύ σύνθετη δράση, για τον αριθμό των συμμετεχόντων, για το μέγεθος του χώρου και τη θέση του σε μια πολύ στρατιωτικοποιημένη περιοχή. Ωστόσο, στη διετρολογική ταξινόμηση του «δεν μπορεί να έχουν κάνει τα πάντα από μόνοι τους», δεν υπερβαίνει την επίθεση της via Fani.
Και ακόμη. Όπως συνέβη ήδη για την κηδεία του Walter Alasia («οι σύντροφοι της Magneti, που ήταν πολλοί και εμείς της Breda τοποθετηθήκαμε σε δύο φτερά: ο καθένας είχε το κόκκινο γαρύφαλλο του, οι γροθιές υψώθηκαν και τραγουδήσαμε την Διεθνή, l’Internazionale «), το φέρετρο της Barbara Azzaroni, μαχήτριας της Prima Linea που σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi σε ανταλλαγή πυρών, χαιρετίζεται από ένα επιβλητικό πλήθος συντρόφων, κλειστές γροθιές και κόκκινες σημαίες. Σημάδια των καιρών προκειμένου να αποκηρύξουμε τόσα ψέμματα, τόσα παραμύθια.

Χρόνια ’80. Ενώ η διεθνής κατάσταση αλλάζει ριζικά, στο Τορίνο η Fiat ανακοινώνει 15.000 απολύσεις και 23.000 cassa integrati. Είναι η αντεπίθεση των αφεντικών, η αποφασιστική ώθηση στη βιομηχανική αναδιάρθρωση σύμφωνα με την παραγωγική δομή της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτων. [Cassa integrazione:Ταμείο συμπλήρωμα: παρέχει αποζημίωση ως αμοιβή σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασίας υπέρ των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που υφίστανται βιομηχανική κρίση σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασιακής δραστηριότητας.]

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ήταν απαραίτητο να εξαλειφθούν οριστικά οι ανταγωνιστικές συμπεριφορές και οι πρωτοπορίες που μέχρι τότε εμπόδισαν τις προσπάθειες αναδιοργάνωσης της παραγωγής και των εργασιακών δραστηριοτήτων. Η «πορεία των 40 χιλιάδων λευκών κολάρων» κλείνει την μανούβρα τανάλιας και σηματοδοτεί την «παρακμή των εργατικών αγώνων και το τέλος μιας εποχής».

Ο Giorgio Cremaschi σχολίασε ότι εκείνη η περίπτωση «άλλαξε την ιστορία του ιταλικού καπιταλισμού θέτοντας τα θεμέλια για όλα εκείνα που θα συνέβαιναν τα επόμενα 30 χρόνια». Συμπεριλαμβανομένης της κρίσης των ένοπλων ομάδων, των διασπάσεων, των προδοσιών, των αποτυχημένων προσπαθειών αναδιοργάνωσης. Συμπεριλαμβανομένης της παρακμής της στρατηγικής που οι εΤ είχαν συλλάβει και ανέπτυξαν περί της κεντρικότητας ενός επαναστατικού υποκειμένου ικανού να τεθεί στο ύψος των περιστάσεων όσον αφορά στο ζήτημα της εξουσίας και της επανένωσης όλων των άλλων προλεταριακών πρωταγωνιστών μορφών αυτής της μακράς εποχής ριζοσπαστικών αγώνων: την εργατική τάξη των μεγάλων εργοστασίων. Τα χρόνια της ήττας, στο ύψος της απόπειρας, της προσπάθειας που έγινε.

Με αυτό ασχολείται το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου που, αφού πέρασα πολλά χρόνια να σκέφτομαι περί αυτού, αφήνω πρόθυμα στον προσεκτικό αναγνώστη.
Στη μνήμη του μέλλοντος, το απόσπασμα του Samuel Beckett από το Maelstrom, που γράφτηκε από τον Salvatore Ricciardi: «Πάντα προσπάθησα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκιμάστε ξανά. Θα αποτύχεις ξανά. Θα αποτύχεις καλύτερα. »

Επειδή μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να πέσουν θα είναι σε θέση να σηκωθούν.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πως κατασκευάζεται επικοινωνιακά το »τέρας»: το γεγονός – Come si costruisce mediaticamente il “mostro”: il fatto.

Ο Εισαγγελέας της Φλωρεντίας έχει ανοίξει φάκελο σχετικά με τη Barbara Balzerani, η οποία κρίνεται ένοχη βαριάς προσβολής των θυμάτων. Ένα σμήνος από όρνεα αυτές τις μέρες απολαμβάνει να ανταγωνίζεται σε αγανάκτηση.

Πριν από 40 χρόνια, η Barbara Balzerani συμμετείχε, μαζί με εννέα άλλους ταξιαρχίτες, στην απαγωγή του Aldo Moro, στα χρόνια κατά τα οποία στην Ιταλία, σύμφωνα με υπουργικά στοιχεία, στα τέλη του 1979 επιχειρούσαν 269 οπλισμένα ακρωνύμια, 36.000 πολίτες ερευνήθηκαν για ένοπλη συμμορία 6.000 καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και καταγράφηκαν 7.866 επιθέσεις σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε, εξέτισε ολόκληρη την ποινή της, όπως και πολλοί άλλοι που συμμετείχαν σε εκείνο το εξεγερτικό φαινόμενο. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε έξι βιβλία, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία, και οι παρουσιάσεις τους ήταν οι μοναδικές της «δημόσιες» εμφανίσεις, έχοντας πάντα αποφύγει να παραχωρεί συνεντεύξεις για το παρελθόν της ως ταξιαρχίτισσα, με εξαίρεση ένα ντοκιμαντέρ πριν από πολλά χρόνια που επιμελήθηκε από την Loredana Bianconi επάνω σε ορισμένες γυναίκες που κατά την περίοδο εκείνη έλαβαν μέρος στον ένοπλο αγώνα.

Ως συνέπεια αυτού απέφυγε, όπως και άλλοι, και παρά το γεγονός ότι σαφώς της ζητήθηκε από πολλές πλευρές, να δώσει συνεντεύξεις ή οτιδήποτε άλλο για να γεμίσει τα μεγάλα μαζικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την 40η επέτειο της σφαγής στην via Fani και την απαγωγή του Moro.

Ένα post που δημοσιεύθηκε στις 9 ιανουαρίου στο δικό της κοινωνικό πίνακα μηνυμάτων FB, και το οποίο επιβεβαίωνε ουσιαστικά την επιθυμία να μην συμμετάσχει στις διάφορες εκδηλώσεις που θα είχαν αφιερωθεί σε ένα γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τις ιταλικές συνήθειες, το θυμούνται αποκλειστικά με την ευκαιρία επετείων [ για να περιπέσει στη συνέχεια στην πιο απόλυτη λήθη), παρόλα αυτά έστρεψε ξαφνικά επάνω της τα φώτα, την ξεχασμένη προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ενδιαφέρθηκαν από μια πολύ πολεμική επιστολή που στάλθηκε σε μια γνωστή εφημερίδα από έναν πρώην ταξιαρχίτη που της εύχονταν να συναντηθούν στην κόλαση. Το ενοχοποιημένο post απήγγειλε την ακόλουθη φράση «Ποιος με φιλοξενεί πέρα από τα σύνορα για τις ένδοξες μέρες, τα μεγαλεία της τεσσαρακοστής επετείου;».

Από εκείνη τη στιγμή η Barbara Balzerani κατέστη ξαφνικά για όλους τους κύριους σχολιαστές της πιο διαφορετικής προέλευσης το έμβλημα της άγριας δολοφόνου που κοροϊδεύει τα θύματα των εγκλημάτων της, ζητώντας να «πάει στην Καραϊβική» (sic!) ενώ οι συγγενείς των θυμάτων κλαιν τους νεκρούς τους. Αν και το νόημα εκείνου του post ήταν πολύ διαφορετικό, όπως θα έπρεπε να είναι προφανές στον οποιονδήποτε, υπερίσχυσε η επιθυμία να αναδημιουργήσουν ξανά μετά από 40 χρόνια το «τέρας» και η Balzerani απέφυγε περαιτέρω σχόλια, ξαναρχίζοντας να γυρίζει την Ιταλία για να παρουσιάζει το τελευταίο της μυθιστόρημα, το οποίο όμως, σε αντίθεση με άλλα, ασχολείται με ένα θέμα που δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της σαν brigatista, ταξιαρχίτισσα. Με την προσέγγιση της 16ης μαρτίου, πυροδοτείται ο εορτασμός των μέσων ενημέρωσης για την τεσσαρακοστή επέτειο, στον οποίο, όπως και άλλοι, αποφεύγει να συμμετάσχει ή να πει τα δικά της.

Την Κυριακή 11 μαρτίου ο δημοσιογράφος Purgatori νικώντας όλους στον χρόνο εκπέμποντας στο La 7 ένα αφιέρωμα σε δύο επεισόδια που πραγματικά αναπαράγει πλήρως τις συνεντεύξεις που δόθηκαν πριν από αρκετά χρόνια για ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ από τέσσερις πρώην ταξιαρχίτες που συμμετείχαν στην απαγωγή του Μόρο, ένας εκ των οποίων, μεταξύ άλλων, είχε πεθάνει 5 χρόνια πριν. Το πρόγραμμα εξαπολύει τη γενική οργή ορισμένων συγγενών των θυμάτων, αλλά όχι μόνο, για τους ταξιαρχίτες που πηγαίνουν στην τηλεόραση με την ευκαιρία της τεσσαρακοστής επετείου, αν και σε κανένα από τους τέσσερις δεν είχε ζητηθεί η άδεια να χρησιμοποιηθούν εκείνες οι παλιές συνεντεύξεις που είχαν παραχωρήσει σε μια τελείως διαφορετική περίπτωση. Αντιθέτως ένας από αυτούς, που κλήθηκε ρητά να παραχωρήσει μια καινούργια από άλλον σημαντικό δημοσιογράφο αρνήθηκε ευγενικά την πρόσκληση, ακριβώς για να αποφύγει να προκαλέσει τις προβλέψιμες και συνηθισμένες διαμάχες, πολεμικές.

Ταυτόχρονα, και από πολλές πλευρές, οι πρώην ταξιαρχίτες ωστόσο επιπλήττονταν , όχι χωρίς μια κάποια εμφανή επιχειρηματολογική ασυνέπεια, πως είναι επιφυλακτικοί μάλιστα ακόμη και συνωμοτικοί με μαφιόζικο τρόπο.

Και πάλι, η Balzerani, όπως και άλλοι, αποφεύγει να εκφράσει κάποια δημόσια γνώμη για το θέμα, αλλά όταν το κοινωνικό κέντρο CPA της Φλωρεντίας την προσκαλεί να παρουσιάσει, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, το βιβλίο της στις 16 Μαρτίου, ημερομηνία που προφανώς δεν την επέλεξε, ξεσπά μια διαμάχη και πολεμικές μόνο και μόνο επειδή προσκαλείται να παρουσιάσει, presentare, ένα βιβλίο που μιλά για κάτι άλλο, για τελείως διαφορετικά πράγματα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παραμονεύουν με κρυφά μικρόφωνα και κάμερες αποκαλύπτοντας στα τηλεοπτικά πλάνα και στο τέλος της παρουσίασης του βιβλίου κάποιον που της ζητά να εκφραστεί σχετικά με την πολεμική που διεξάγεται από τα θύματα σχετικά με το δικαίωμα λόγου και στους πρώην ταξιαρχίες.

Στην ερώτηση απαντά ότι, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των θυμάτων να εκφράζουν τις σκέψεις τους, η αφήγηση μιας συλλογικής ιστορίας δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο ούτε γι αυτούς, και για να εκφράσει μια έννοια, για την αξία της οποίας θα έλεγα ότι κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τίποτα, χρησιμοποιεί μια έκφραση που εξαπολύει ακόμη περισσότερο τη συλλογική αγανάκτηση απέναντι της. «Υπάρχει μια φιγούρα, το θύμα, που έχει γίνει ένα επάγγελμα, αυτή η περίεργη φιγούρα σύμφωνα με την οποία το θύμα έχει το μονοπώλιο του λόγου. Δεν λέω ότι δεν έχουν το δικαίωμα να λένε τη δική τους γνώμη, πόσο μάλλον, αλλά δεν έχεις μόνο εσύ το δικαίωμα, δεν είναι ότι την ιστορία μπορείς μόνο εσύ να την φτιάξεις «.

Από εκείνη τη στιγμή διαβάζουμε εναντίον της τα πάντα κι ακόμη περισσότερα, στα οποία ωστόσο η ενδιαφερόμενη δεν απαντά με κανένα τρόπο, της αφιερώνονται σελίδες ολόκληρες στην εφημερίδα Corriere και επεισόδια του Matrix και είναι αυτής της ώρας η είδηση ότι η Εισαγγελία της Φλωρεντίας θα έχει » ανοίξει ένα φάκελο » εναντίον της αν και, διευκρινίζουν, ελλείψει εγκλήματος, και πως ο Δήμος της Φλωρεντίας αποφάσισε να εκκενώσει το κοινωνικό κέντρο που την φιλοξένησε και ότι ο γιος του πρώην δημάρχου Conti ανακοίνωσε αγωγή εναντίον της για δυσφήμηση .

Αυτά είναι τα γεγονότα, τις κρίσεις όπως πάντα μπορεί ο καθένας να τις κάνει από μόνος του σύμφωνα με τις διαφορετικές προθέσεις του.

Davide Steccanella

από το facebook

**********************

Σχετικά με τα μεγαλεία και σχετικά με την εξουσία των θυμάτων – Sui fasti e sul potere vittimario

Το θύμα είναι ο ήρωας της εποχής μας. Το να είσαι θύμα δίνει κύρος, επιβάλλει ακρόαση, υπόσχεται και προωθεί αναγνώριση, ενεργοποιεί μια ισχυρή γεννήτρια ταυτότητας, δικαίου, αυτοεκτίμησης. Ανοσοποιεί από κάθε κριτική, εγγυάται την αθωότητα πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πώς θα μπορούσε το θύμα να είναι ένοχο και αντίθετα υπεύθυνο για κάτι; Δεν το έκανε, του έγινε, το υπέστη. Δεν δρα, πάσχει. Στο θύμα διατυπώνονται έλλειψη και διεκδίκηση, αδυναμία και αξίωση, επιθυμία να έχει και επιθυμία να είναι. Δεν είμαστε αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που έχουμε υποφέρει, υποστεί, αυτό που μπορούμε να χάσουμε, αυτό που μας πήραν «. (Daniele Giglioli, Κριτική του θύματος )

Απόλυτοι δήμιοι και απόλυτα θύματα ενορχηστρωμένα από ένα επικοινωνιακό σύστημα στο οποίο έχει ανατεθεί η διεύθυνση της ρητορικής της κοινής μνήμης, που δοκιμάστηκε για τουλάχιστον μια δεκαετία μέσα από την «τηλεόραση του πόνου», όπως την έχει ορίσει πολύ σωστά η De Luna, και μέσα στο πλαίσιο μιας διαδεδομένης κοινής λογικής που κυριαρχείται από τον ποινικό λαϊκισμό που διασχίζει την κοινωνία αγγίζοντας αριστερά και δεξιά χωρίς πλέον διάκριση. Σε αυτό το πλαίσιο μνημονεύονται και τιμώνται, σύμφωνα με τους μηχανισμούς του παραδείγματος, του προτύπου του θύματος, και της συνωμοσίας, στενού της συγγενή, τα σαράντα χρόνια του θανάτου του Μόρο και της συνοδείας του, με όχι αδιάφορες επιπτώσεις στον ιστοριογραφικό τομέα, αλλά κυρίως στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης, δηλαδή της χρήσης του παρελθόντος στην κατασκευή του παρόντος. Μεγαλεία – εορτασμοί – που σίγουρα δεν βοηθούν στην κατανόηση του παρελθόντος, που αντικαθιστούν τη μνήμη στην Ιστορία και που κατά βάθος φαίνονται να μην σέβονται αυτούς τους ίδιους που τα θεσμικά όργανα θα ήθελαν να γιορτάσουν, να τιμήσουν.

Η ιστορία διαβασμένη ολοένα και περισσότερο μέσα σε μια δικαστική οπτική – όπου οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ρόλους των δημίων και των θυμάτων – και συνωμοσιολογική – όπου λίγοι κουκλοπαίκτες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα του κόσμου μηχανοραφώντας εναντίον ανυποψίαστων και αθώων μαζών – δεν είναι ένα φαινόμενο μοναχά ιταλικό. Η άνοδος του παραδείγματος-προτύπου θυματοποίησης αντιστοιχεί στην επιβεβαίωση, την επικράτηση και την παγίωση του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντέρνου, αποτελεί την ιδεολογική του βάση, εξαλείφοντας προοδευτικά από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία, την έννοια της αντιπαλότητας, της σύγκρουσης και της διαμάχης, αποπολιτικοποιώντας και παθητικοποιώντας την. Αν και δεν είναι μοναχά ένα ιταλικό φαινόμενο, η Ιταλία έχει, με κάποιον τρόπο, προτρέξει τους χρόνους και τα στάδια, αναπτύσσοντας το ακριβώς με εκείνες τις δύο δεκαετίες παρελθόντος που πηγαίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που δεν καταφέρνει να ιστοριοποιήσει, και ιδίως με τον ένοπλο αγώνα, το πραγματικό αντικείμενο των μόνιμων εξορκισμών.

Να αφηγηθεί, μια μνήμη, κυρίαρχη πάνω σε όλες τις άλλες. Μια μνήμη που μετασχηματίστηκε ακατάλληλα αλλά όχι τυχαία σε συνώνυμο της Ιστορίας και αντικαταστάθηκε σε αυτήν. Μέχρι να την ακυρώσει, να την διαλύσει σε ιδιωτικό πόνο, στην εσωτερική και οικογενειακή διάσταση, που καταλαμβάνει το σκηνικό και ηγεμονεύει τον δημόσιο χώρο, αποκρύπτοντας τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, και μαζί τους τις συγκρούσεις που τις κινούν, οι οποίες αποτελούν το συστατικό μέρος της Ιστορίας .

Θύμα και οικογένεια του θύματος, συγγενείς, αγιοποιημένοι στο επίσημο τελετουργικό της ημέρας μνήμης, θεσμοποιημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματικοποιημένοι επικοινωνιακά, έφτασαν να ενσωματώσουν μια υψηλότερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη ταλαιπωρία, πόνο, καθίσταται απρόσβλητος, ακαταμάχητος, η κριτική καθίσταται προσβολή, βρισιά.  Αρκεί κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, αρκεί απλώς να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου ώστε να εξαπολυθεί η λογοκρισία και η δημόσια επίπληξη που προκαλείται επικοινωνιακά, που δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει η διαδικασία τερατοποίησης των κυνικών δημίων. Ο λόγος τους καθίσταται απόλυτη αξία, και απόλυτη δύναμη βέτο επί των άλλων φωνών.   Είναι κατανοητό, ανθρώπινο κυρίως, από εκείνους που έχουν υποστεί απώλεια, πένθος ή προσωπικές ταλαιπωρίες και πόνους, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας, ενός συγγενούς. Η έκφραση μίσους, εκδίκησης, πικρίας είναι κατανοητές και έχουν το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός.

Διαφορετικής φύσης και διαφορετικού νοήματος, όμως, και αντιθέτως, είναι η επιχείρηση, που λαμβάνει χώρα κάτω από τα μάτια μας σήμερα, η οποία στο θεσμικό επίπεδο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέστησε κεντρικό το ρόλο μιας τυπολογίας θύματος ειδικότερα, εκείνη του ένοπλου αγώνα των χρόνων 70-80 , τοποθετημένης σαν κεντρική φιγούρα για την ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης εκείνης της περιόδου, καταλήγοντας να ενσωματώνει το νόημά της και να γίνεται το βασικό της αφηγηματικό και αναγνωστικό κλειδί, οικοδομώντας και κρυσταλλοποιώντας γύρω από την ταυτότητά της την κρατική μνήμη, γεμίζοντας με την ιδιωτική θλίψη το κενό της θεσμικής πολιτικής – άκαμπτων και ακλόνητων και γυψοποιημένων άρχουσων τάξεων, χθες όπως σήμερα – τοποθετώντας την στο κέντρο του δημόσιου χώρου, αποδίδοντάς της το μονοπώλιο του λόγου επί της Ιστορίας.

Δεν είναι όλα τα θύματα ίσα, και προέρχονται από πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από κοινωνικούς ρόλους, από το ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν, που εξαρτάται από τη διαφοροποίηση μεταξύ αδύναμων θυμάτων και ισχυρών θυμάτων, και κατά συνέπεια από αδύναμες αναμνήσεις και ισχυρές αναμνήσεις. Από τη σκοπιά που υποθέτουμε μπορεί να αποτελέσει δύσκολο να ξεχάσουμε, στην ιδιαιτερότητα της συζήτησης που μας ενδιαφέρει εδώ, για παράδειγμα, τις πολυάριθμες σφαγές προλετάριων με τις οποίες είναι κατάσπαρτη η ρεπουμπλικάνικη ιστορία ( τους πάνω από δυο κιλά κάλλυκες που ρίχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, στις 2 δεκεμβρίου 1968, ενάντια στους εργάτες της γης της Avola, οι οποίοι ζητούσαν αύξηση μισθού και οι οποίοι πυροβολισμοί κόστισαν τη ζωή δύο ανθρώπων, για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ποιοι τους θυμούνται; Και τους 17 νεκρούς και 88 τραυματισμένους στην Piazza Fontana μόλις ένα χρόνο αργότερα, για να εγκαινιάσουν την εποχή των σφαγών εναντίον ενός ταξικού κινήματος σε άνοδο; Πώς μπορούμε να ξεχνάμε ότι το Κράτος καταδίκασε τα μέλη των οικογενειών εκείνων των θυμάτων να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα χωρίς ούτε καν να τους δώσει μια δικαστική αλήθεια;)

Το βάρος, η ορατότητα και ο σεβασμός που οφείλονται στα θύματα που έπεσαν σε μια κοινωνική σύγκρουση που διήρκησε περίπου δύο δεκαετίες εξαρτάται από τη θέση που αυτά κατέλαβαν σε εκείνη τη σύγκρουση, από το βάρος και την ερμηνεία που αποδίδεται στη συνολική ιστορία εκείνων των χρόνων.

Από την άλλη πλευρά, τα ισχυρά θύματα, που κατέχουν εξέχουσες θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, που έπαιξαν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατασκευή της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς λόγω της ταυτότητάς τους ως θυμάτων. Σε αυτά τα χρόνια σχεδόν καθημερινά εμφανίζονταν συνεντεύξεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις από τις σελίδες των μεγαλύτερων εφημερίδων εναντίον πρώην μαχητών του ένοπλου αγώνα, κάθε φορά που παρουσίαζαν βιβλία, ταινίες, για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της παρουσίας τους σε συνέδρια σπουδών ή άλλες δημόσιες πρωτοβουλίες, και εναντίον όσων απλώς πρότειναν διαφορετικά κλειδιά ανάγνωσης σε σχέση με την μόνη εγκεκριμένη ομιλία, τον μόνο εγκεκριμένο λόγο για το θέμα. Περιέργως μιλούν από τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ταυτόχρονα επαναλαμβάνουν την τελετουργική φόρμουλα «μόνο οι τρομοκράτες μιλούν, για εμάς η σιωπή».

Πόσο είναι παρόντας και δυνατός ο επηρεασμός και η εξάρτηση των «ισχυρών» θυμάτων και πόσο είναι απαραίτητη η κουλτούρα της δημόσιας μετανοίας σε σχέση με το παρελθόν και αναγκαία για να μπορείς να βλέπεις να σου αναγνωρίζεται και να νομιμοποιείται το δικαίωμα του λόγου στο παρόν, το δείχνει με σαφή τρόπο η δημόσια αποκήρυξη που ζητήθηκε και αμέσως επιτεύχθηκε , από ένα μεγάλο μέρος της πολυάριθμης ομάδας των τότε υπογραφόντων του μανιφέστου εναντίον του αστυνόμου Calabresi της 13ης ιουνίου 1971, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν αναπόσπαστα μέλη του establishment και της διανόησης. Ένα καλό παράδειγμα της λειτουργίας του θυματοποιημένου υποδείγματος και των επιπτώσεών του στη συγγραφή της ιστορίας και στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης.

Αυτές τις μέρες, με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για δεκαετίες σχετικά με το δικαίωμα στον λόγο ή μη των πρώην μαχητών των BR έχουν επαναπροωθηθεί, προτάθηκαν ξανά. Η υποχρέωση στη σιωπή των «δημίων» μεταφέρθηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως μάντρα: οι μη-μετανοούμενοι και αυτοί που δεν διαχώρισαν τη θέση τους τρομοκράτες πρέπει να σιωπήσουν. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια αντιπαράθεση και μια πολεμική για ένα γεγονός που δεν συνέβη, δηλαδή την παρουσία στην τηλεόραση πρώην μη-μετανιωμένων και μη διαχωρισμένων ταξιαρχιτών. Προσκαλεσμένοι από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κανένας από αυτούς δεν έδωσε συνεντεύξεις ούτε αποδέχτηκε να συμμετάσχει στα πολυάριθμα τηλεοπτικά προγράμματα, τόσο ώστε να έχει χρησιμοποιηθεί υλικό από ντοκυμαντέρ που έχουν ήδη δημοσιευθεί εδώ και πολύ καιρό και όχι ιταλικά για να εκθέσει την παρουσία τους. Ωστόσο ξεσπούν κραυγές ενάντια στον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Προσπαθούν να τους κάνουν να μιλήσουν, τους ψάχνουν, και στη συνέχεια να φωνάξουν για το γεγονός ότι μιλούν. Μεταξύ άλλων, αυτοί που εφορμούν ενάντια στους μη-μετανιωμένους και μη διαχωρισμένους, παραλείπουν να λένε ότι αναφέρονται σε εκείνους που εξέτισαν πολλά χρόνια στη φυλακή (και κάποιοι, περίπου είκοσι άτομα, εξακολουθούν να εκτίουν ποινές).

Εκείνοι που θα ήθελαν να σιωπήσουν τους μη μετανιωμένους ή μη διαχωρίσαντες τη θέση τους, πράγματι, ασφαλώς γνωρίζουν ότι αυτές οι δύο κατηγορίες, πέραν του θρησκευτικο-ηθικού φορτίου που οι όροι αυτοί προκαλούν και θυμίζουν για την κοινή λογική, είναι πρωτίστως νομικές κατηγορίες, από τις οποίες πάντα νομικά ακολουθεί μια τρίτη, εκείνη των αμετακίνητων – η οποία συλλέγει, πέρα από τις διάφορες θέσεις που λήφθηκαν τότε από τον καθένα, όλους εκείνους που δεν εμπίπτουν στις δύο πρώτες – με τις οποίες το ιταλικό Κράτος μέσα από τη νομοθεσία της εξαίρεσης [έκτακτης ανάγκης] έχει επιλύσει, στο δικαστικό επίπεδο, την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του 70 διανέμοντας ποινές, παρέχοντας εκπτώσεις και αθωώσεις σύμφωνα με το βαθμό συνεργασίας. Εκείνοι που δεν μετάνιωσαν και όσοι δεν διαχώρισαν τη θέση τους είναι επομένως αυτοί που δεν έχουν επωφεληθεί από τα οφέλη που παρέχονται από τους νόμους για τη μετάνοια και τη διάσταση, τον διαχωρισμό.

Εκείνοι δηλαδή που έχουν πληρώσει χωρίς έκπτωση! Θα πρέπει να το γνωρίζουν οι εξτρεμιστές που ζητούν αυστηρή δικαιοσύνη και θα επιθυμούσαν την εφαρμογή ενός είδους πολιτικής και κοινωνικής ισόβιας ποινής, τον μόνιμο αποκλεισμό τους από τους δημόσιους χώρους. Σε κάθε περίπτωση, τα θύματα των BR δεν μπορούν να πουν ότι δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τα άλλα θύματα εκείνης της εποχής, πρώτα απ ‘όλα για εκείνα των σφαγών, φαινόμενο που από τη φύση και την προέλευση του δεν είναι συγκρίσιμο με τον ένοπλο αγώνα αλλά το οποίο συνδέεται αδιανόητα, αδιακρίτως με αυτόν, σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα, φαινόμενο το οποίο στοίχισε αδιακρίτως εκατοντάδες νεκρούς οι οποίοι παρέμειναν χωρίς υπεύθυνους. Θα ήταν αρκετή, δεδομένου του χρόνου που έχει περάσει , αν όχι μια δικαστική αλήθεια, τουλάχιστον λιγάκι ιστορική αλήθεια, αλλά φαίνεται πως τα θεσμικά όργανα που έχουν εξαγριωθεί εναντίον των πρώην BR δεν νιώθουν καμία πίεση γι αυτήν.

Μένει να αναρωτηθούμε, αφού οι λογαριασμοί με τη δικαιοσύνη έχουν διευθετηθεί, και τα θύματα, στην προκειμένη περίπτωση οι νικητές, δικαιώθηκαν, προς τι η θεσμοθετημένη μνησικακία; Από πού προέρχεται και ποια είναι η λειτουργία της μνησικακίας των νικητών που παρουσιάζονται, ή τους παρουσιάζουν, με το ένδυμα των θυμάτων; Το πρότυπο θυματοποίησης και η κοινή μνήμη που με αυτό θα ήθελαν να περάσουν, αντιπροσωπεύουν την πιο πρόσφατη φόρμουλα για να απελευθερωθούν από το στενάχωρο βάρος μιας ιστορίας που τους φέρνει σε δύσκολη θέση, μιας ιστορίας που ποτέ δεν έχει αφομοιωθεί, δεν την κατάπιαν ποτέ, την οποία επιδιώκουν να ρευστοποιήσουν ως ανθρωποκτονική και ιδεολογική τρέλα, εκθιάζοντας και δοξολογώντας την απόλυτη αθωότητα από τη μια πλευρά και το απόλυτο κακό από την άλλη, σε ένα είδος infantilization, απλοποίησης της Ιστορίας, [μιλάμε για παιδισμό] και που έχει ανάγκη τη συνωμοσιολογία ώστε να διατηρηθεί χρονικό, αφήγηση, καταγραφή.

Όπως έγραψε ο Agamben πριν από 20 χρόνια, η αναγνώριση που δεν έγινε του  πραγματικά πολιτικού χαρακτήρα της σύγκρουσης εκείνων των χρόνων από τις κυρίαρχες τάξεις της εποχής και τις τρέχουσες, αφήνει την περίοδο εκείνη ως ανοιχτό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει παρελθόν. Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του θέματος. Οι συγγενείς των θυμάτων, ορισμένων θυμάτων, δεν κατέχουν το μονοπώλιο της Ιστορίας, δεν μπορούν να ενεργήσουν, όπως αποτελεσματικά συνοψίζει ο Giglioli, ως «Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιστορίας». Δεν μπορούν να σιωπήσουν εκείνους που ήταν μέρος της ιστορίας, επιβάλλοντας τους μια πρόσθετη ποινή εκτός από εκείνη που έχουν εκτίσει. Γιατί μαζί με αυτούς σιωπούν και όσους εκείνη την ιστορία προσπαθούν να την κατανοήσουν και να της δώσουν διαφορετικές αναγνώσεις από εκείνη που τίθεται από την κοινή μνήμη, έχοντας κάθε δικαίωμα να το πράξουν.

Silvia De Bernardinis

https://favacarpendiem.wordpress.com/2018/03/23/come-si-costruisce-mediaticamente-il-mostro-il-fatto/

ιστορία, storia

16 μαρτίου 1978, μια ομάδα εργατών και επισφαλών απαγάγει τον Moro. Ήταν οι Brigate rosse, οι ερυθρές Ταξιαρχίες

Σαράντα χρόνια απόσταση από το φαντασιακό που αναπαράγεται από τις συνωμοτικές αφηγήσεις το πρωινό της 16ης μαρτίου 1978 η via Fani εμφανίζεται ως ένας τόπος φάντασμα που φυλάσσεται από τις μυστικές υπηρεσίες, ένα κομμάτι πόλης που στερείται αστικής ζωής όπου περιπλανώνται μυστηριώδεις παρουσίες. Ωστόσο, η ιστορική τεκμηρίωση που έχουμε στην κατοχή μας λέει ότι η πραγματικότητα εκείνου του πρωινού είναι πολύ διαφορετική. Περίπου στις εννέα, αυτό το μικρό οικιστικό τετράγωνο της Ρώμης διέσχιζαν πολλοί περαστικοί και στο δρόμο κυκλοφορούσαν πολλά οχήματα, τόσο ώστε τις διάφορες φάσεις της δράσης των ταξιαρχιτών, προσέγγιση, επίθεση και απαγκίστρωση, παρακολούθησαν από διαφορετικές θέσεις περισσότεροι από τριάντα μάρτυρες.  Στη συντριπτική πλειοψηφία επιβεβαιώνουν την αναπαράσταση που έκαναν οι μαχητές των Ερυθρών Ταξιαρχιών που συμμετείχαν. Ακολουθεί η διήγηση εκείνου του πρωινού που ελήφθη από το κεφάλαιο 6 του βιβλίου, Κόκκινες Ταξιαρχίες, από τα εργοστάσια έως την εκστρατεία της άνοιξης, Derviveapprodi, Μάρτιος 2017, Brigate rosse, dalle fabbriche alla campagna di primavera

από Campagnadiprimavera.wordpress.com

Br frontale

Ήταν ακόμα αυγή όταν στη Ρώμη, στις 16 μαρτίου 1978, μια ομάδα δέκα ταξιαρχιτών βυθίστηκε στην κυκλοφορία για να φτάσει στον τόπο του ραντεβού. Ήταν ένας αγρότης, ένας τεχνικός, ένας βοηθός υποστήριξης, ένας τεχνίτης, ένας φοιτητής, δύο άνεργοι, ένας έμπορος και δύο εργάτες. Ανήκαν στους Φάλαγγες της Ρώμης, του Μιλάνο και του Τορίνο και ήθελαν να πραγματοποιήσουν μια άνευ προηγουμένου ένοπλη δράση: την απαγωγή του Aldo Moro ως την καλύτερη επεξήγηση μέσω παραδείγματος της «επίθεσης στην καρδιά του Kράτους». Το ραντεβού ήταν στο σταυροδρόμι μεταξύ της οδού Mario Fani και της οδού Stresa. Το σχέδιο περιλάμβανε την εξολόθρευση της συνοδείας του Moro αποτελούμενης από τρεις αστυνομικούς και δύο καραμπινιέρους: τους αστυνομικούς Raffaele Iozzino, Giulio Rivera και τον αρχηγό της συνοδείας Francesco Zizzi, τον επιλοχία Oreste Leonardi και τον λοχία Domenico Ricci (1).
Τα πάντα είχαν σχεδιαστεί σχολαστικά σε μήνες και μήνες προετοιμασίας. Αυτό το κομάντο δέκα μαχητών, ηλικίας 20 έως 32 ετών, έδειξε μια αξιοσημείωτη αποφασιστικότητα στην ολοκλήρωση μιας επιχείρησης που σηματοδότησε την ιστορία της Χώρας, μια επιχείρηση της οποίας η οικονομική επένδυση, παραδόξως, δεν ξεπέρασε τις 700.000 λιρέτες, μόλις το ισοδύναμο τριών μισθών τότε ενός μεταλλουργού (2).

Ο σχεδιασμός
Μια ταξιαρχίτισσα που βρίσκεται στην κορυφή της Via Fani θα έπρεπε να σημάνει την άφιξη του κονβόι του Moro σηκώνοντας μια δέσμη λουλουδιών και στη συνέχεια να απομακρυνθεί από τον τόπο. Ως αποτέλεσμα ένας άλλος ταξιαρχίτης, σταματημένος με το αυτοκίνητό του αμέσως μετά τη διασταύρωση με την οδό San Gemini αμέσως θα μετακινούνταν για να τοποθετηθεί μπροστά από το αυτοκίνητο που μετέφερε τον Moro και εκείνο της συνοδείας που ακολουθούσε. Στο στοπ με τη Via Stresa θα σταματούσε κανονικά. Εκείνη τη στιγμή άλλοι τέσσερις ταξιαρχίτες χωρισμένοι σε δύο υπομονάδες θα έμπαιναν σε δράση πυροβολώντας ξαφνιάζοντας για να εξαλείψουν τους αστυνομικούς που προστάτευαν τον Μόρο. Ενώ μια ταξιαρχίτισσα μεταξύ της Via Stresa και της Via Fani θα απέκλειε την πρόσβαση στο χώρο της επίθεσης (την «κατώτερη πύλη»), ένας άλλος ταξιαρχίτης έπρεπε να μπει με την όπισθεν από τη Via Stresa στη Via Fani για να φορτώσει τον όμηρο. Οι δυο τελευταίοι έπρεπε να κλείσουν την οδό Φάνι στο πάνω μέρος, επιχειρώντας στην λεγόμενη «ανώτερη πύλη», για να κρατήσουν μακριά από τη δράση όποιον έφθανε εκεί. Οι υποομάδες της ομάδας φωτιάς είχαν προκαθορισμένα καθήκοντα: η πρώτη έπρεπε να χτυπήσει τους καραμπινιέρους που συνοδεύονταν τον Μόρο, τον επιλοχία Λεονάρντι, ο οποίος θεωρούνταν επικίνδυνος λόγω της εμπειρίας του, και τον οδηγό, λοχία Ρίτσι. Η δεύτερη υποομάδα έπρεπε να επιτεθεί στην συνοδεία της Δημόσιας ασφάλειας που βρίσκονταν στο δεύτερο αυτοκίνητο (Zizzi, Iozzino και Rivera). Την ίδια στιγμή, ο οδηγός του αυτοκινήτου που ήταν σταματημένο στο stop θα κατέβαινε για να ενισχύσει την «κατώτερη πύλη». Στο τέλος της μάχης οι ταξιαρχίτες θα είχαν πάρει τον Μόρο και αμέσως θα έφευγαν από την περιοχή σε τρία αυτοκίνητα προς την ίδια κατεύθυνση. Το αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο στο στοπ θα το εγκατέλειπαν στη διασταύρωση της μάχης μαζί με ένα πέμπτο αυτοκίνητο της οργάνωσης, το οποίο χρησίμευε ως αποθεματικό, σταθμευμένο λίγο πιο μπροστά στη Via Stresa.

Το πρώτο σχέδιο
Αρχικά οι ερυθρές Ταξιαρχίες σκέφτονταν να αρπάξουν τον Μόρο μέσα στην εκκλησία της Santa Chiara, στην piazza dei Giochi Delfici. Το σχέδιο, «στο οποίο ήταν πολύ προσκολλημένος ο Morucci» (3), απορρίφθηκε επειδή ο κίνδυνος πυροδότησης μιας σύγκρουσης με τα όπλα σε μια περιοχή που έβλεπε την παρουσία ενός δημοτικού σχολείου θεωρήθηκε υπερβολικά υψηλός. Η συνοδεία στην πραγματικότητα έδειχνε να είναι πολύ επιφυλακτική και έτοιμη για άμεση αντίδραση όταν ο Μόρο ήταν έξω από το αυτοκίνητό του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας μια από τους μαχητές της οργάνωσης που μετέπειτα συμμετείχε στη δράση της via Fani είχε εισέλθει στον τόπο της λατρείας προσποιούμενη ότι ήταν μια πιστή που ήρθε να προσευχηθεί. Γονατίζοντας λίγα βήματα από τον Πρόεδρο του εθνικού Συμβουλίου της χριστιανοδημοκρατίας DC, είχε τη δυνατότητα να παρατηρήσει τη συμπεριφορά των αστυνομικών που προστάτευαν τον Μόρο. Φεύγοντας από τα έδρανα της προσευχής για να κερδίσει την έξοδο συνειδητοποίησε ότι ο αστυνομικός στην είσοδο του ναού είχε αμέσως κινήσει το χέρι του στο όπλο. Ενεργώντας σε αυτό το μέρος οι ταξιαρχίτες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.
Αν και έβαλαν κατά μέρος το αρχικό σχέδιο, όπως θα δούμε αργότερα, οι ταξιαρχίτες διατήρησαν το ίδιο κριτήριο που είχε εμπνεύσει την πρώτη τους υπόθεση της διαδρομής διαφυγής: επιλογή μιας διαδρομής έξω από τους κύριους δρόμους, από δρόμους που χρησιμοποιούνται μόνο από την τοπική κίνηση ή ακόμη και ιδιωτικούς. Η απαγκίστρωση θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί διατρέχοντας την οδό Riccardo Zandonai, ενός δρόμου κλειστού από ένα συγκρότημα κατοικιών με δύο πύλες και ένα εσωτερικό δρόμο, που θα επέτρεπε να εξαφανιστούν τα αυτοκίνητα του commando από την κοινή θέα, φτάνοντας μετά τη δεύτερη πύλη στην είσοδο με τη via della Camilluccia , «περίπου πενήντα μέτρα από το πλάτωμα μεταξύ του Γαλλικού Νεκροταφείου και της οδού dei Colli della Farnesina» και από εκεί να φθάσουν στη συνέχεια στην οδό Trionfale, ακολουθώντας μια διαδρομή αντίθετη προς εκείνη που θεωρούσαν πιθανή να ακολουθήσουν αυτοί που ίσως τους κυνηγούσαν   (4).

Via Fani, μια παλιά γνώριμη (το σχέδιο επίθεσης στον Pino Rauti)
Το οδικό σημείο που επιλέχθηκε στη συνέχεια για τη δράση, η διασταύρωση μεταξύ της via Fani και της via Stresa, ήταν γνωστή από δύο μαχητές της ρωμαϊκής Φάλαγγας που ήταν παρόντες το πρωί της 16ης μαρτίου 1978, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να το μελετήσουν κάτι λιγότερο από τέσσερα χρόνια νωρίτερα κατά τη διάρκεια μια έρευνας που διεξήχθη εναντίον του Pino Rauti, εξέχουσας φιγούρας της νεοφασιστικής δεξιάς της πρωτεύουσας. Τον ιούνιο του 1974, μια ομάδα μαχητών που προέρχονταν από τη ρωμαϊκή εργατική Εξουσία, Potere operaio romanο, και οι οποίοι έκαναν τα πρώτα τους βήματα στον ένοπλο αγώνα, σχεδίαζαν να επιτεθούν στον Rauti. Η δράση θεωρήθηκε ως αντίποινα της σφαγής που πραγματοποιήθηκε στις 28 του προηγούμενου μαΐου στην Piazza della Loggia της Μπρέσια, κατά τη διάρκεια μια αντιφασιστικής διαδήλωσης που κάλεσαν τα συνδικάτα και η τοπική αντιφασιστική Επιτροπή, που κόστισαν τη ζωή 8 ανθρώπων και τον τραυματισμό 102 (5). Ο φασίστας ζούσε στην οδό Stresa, κοντά στη διασταύρωση με την οδό Fani, έτσι ώστε στις 16 μαρτίου 1978 ήταν από τους πρώτους που τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα για να δώσει τον συναγερμό: στις 9.15 είπε ότι άκουσε κάποιες ριπές από αυτόματο όπλο και είδε δύο άνδρες σε στολή αξιωματικών των αεροπορικών δυνάμεων και ένα μπλε Fiat 132 που απομακρυνόταν από τον τόπο της ενέδρας (6). Παρατηρώντας τις κινήσεις του Rauti, η ομάδα είχε προσέξει ότι όταν έφευγε από το σπίτι του διέσχιζε την οδό Stresa στο σύντομο διάστημα που οδηγεί στη Via della Camilluccia, όπου λόγω ενός stop το αυτοκίνητό του αναγκάζονταν να σταματήσει. Μπροστά από το stop, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, υπήρχε μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα πίσω από την οποία ένας από τα μέλη της ομάδας θα στέκονταν με ένα τουφέκι ακριβείας Sig Sauer. Η επίθεση, η οποία είχε προγραμματιστεί στη μικρότερη λεπτομέρεια, είχε φτάσει στο επιχειρησιακό στάδιο, αλλά την προγραμματισμένη ημέρα, φτάνοντας στον τόπο συνάντησης στην συνοικία Prati, ο στρατιωτικός υπεύθυνος του κομάντο πληροφόρησε τα υπόλοιπα μέλη ότι η δράση είχε ακυρωθεί. Δεν ξέρουμε ποια ήταν η σημασία της έρευνας του 1974 στην οικονομία του σχεδίου για την απαγωγή του Μόρο, αλλά είναι γεγονός ότι τα στελέχη της ρωμαϊκής φάλαγγας ήταν ήδη πρακτικοί της περιοχής.

Η προετοιμασία

Schizzo Moretti

Το απόγευμα της 15ης μαρτίου 1978, τα απαραίτητα αυτοκίνητα για την αλλαγή των μέσων είχαν διαταχθεί κατά μήκος της επιλεγμένης διαδρομής διαφυγής, συν τα δύο φορτηγάκια που προβλεπόταν για τη μεταφόρτωση του απαχθέντος. Το μπεζ φορτηγάκι Fiat 850, furgoncino 850 Fiat color beige με διπλή πλαϊνή πόρτα (για να καλυφθεί κάθε πιθανότητα φόρτωσης του απαχθέντα και από τις δύο πλευρές), που σχεδιάστηκε για την πρώτη μεταφόρτωση που θα εκτυλίσσονταν στην Piazza Madonna del Cenacolo, κλέφτηκε από τον Bruno Seghetti στην piazza dell’Orologio (Ο Morucci στο «Memorial» του διαπράττει ένα σφάλμα μνήμης και μιλά για την Piazza San Cosimato, ένα μέρος όπου αφέθηκε μετά τη δράση). Το φορτηγάκι αυτό σταθμεύθηκε στη via Bitossi, στη γωνία της via Bernardini, δρόμο που διασχίζει κάθετα την via dei Massimi. Είναι ένα τεταρτημόριο που είναι ακόμα εξαιρετικά απομονωμένο και ήσυχο με κυρίως τοπική κυκλοφορία. Το blue Citroën Dyane, Citroën Dyane azzurra που έπρεπε να ανοίξει το δρόμο στο φορτηγάκι Fiat 850 με τον Moro φορτωμένο σταθμεύτηκε στην αριστερή πλευρά της via dei Massimi, μετά τη διασταύρωση με τη via Bitossi. Το βαν για τη δεύτερη μεταφόρτωση, πιθανώς ένα ανοιχτόχρωμο Fiat 238, Fiat 238 di colore chiaro σταθμεύτηκε στο δεύτερο τμήμα της διαδρομής διαφυγής, στην περιοχή Valle Aurelia, σε ανοιχτό χώρο μεταξύ της οδού Moricca, της οδού Gaudino και της οδού Vitelli. Και τα δύο Fiat 128 (ένα λευκό και ένα μπλε),  due Fiat 128 (una bianca ed una blu) αφέθηκαν επίσης στην οδό Fani το απόγευμα πριν από τη δράση, επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να μην μπορέσουν να τα βάλουν στη σωστή θέση το επόμενο πρωί (7). Το βράδυ της 15ης μαρτίου διανεμήθηκαν τα αλεξίσφαιρα γιλέκα, τα πανωφόρια πιλότου, τα διακριτικά, τα καπέλα και τα όπλα  (8). Ο Seghetti και ο Fiore πήγαν κάτω από το σπίτι του ανθοπώλη Antonio Spiriticchio, στην οδό Brunetti 42, για να σκάσουν τα ελαστικά του βαν Ford Transit ώστε να τον εμποδίσουν με αυτό τον τρόπο να είναι παρόν στην οδό Fani, κοντά στη γωνία με την οδό Stresa κατά τη διάρκεια της επιχείρησης. Η Braghetti, περιμένοντας στη βάση της οδού Montalcini που θα γίνει η φυλακή του Moro, έγραψε ότι δεν της είχε κοινοποιηθεί κανένα εναλλακτικό σχέδιο:

«[…] απλά ήξερα ότι έπρεπε να μείνω σπίτι και να βρίσκομαι σε ετοιμότητα. Αλλά αισθανόμουν ότι, σε περίπτωση μερικώς καταστροφικού αποτελέσματος για εμάς, κάποιος, ο Valerio Morucci ή ο Bruno Seghetti, θα είχαν φορτώσει τον Moro σε ένα αυτοκίνητο και θα τον είχαν οδηγήσει σε άλλο διαμέρισμα της οργάνωσης, λιγότερο ασφαλές από το δικό μας, αλλά όμως «υπό κάλυψη» » αρκετά ώστε να κρατήσει μια μέρα και μία νύχτα. Το επόμενο πρωί θα με συναντούσαν στο γραφείο, όπου μου είχε ειπωθεί να επιστρέψω σε όλες τις περιπτώσεις, και ο Μόρο θα έφτανε τελικά εκεί που βρίσκονταν τώρα. Όταν ο Μόρο θε είχε κρυφτεί, θα έρχονταν κάποιος από το ταξιαρχίτικο εκτελεστικό για την πλήρωση των κενών θέσεων» (9).

Η αναπληρωματική βάση
Στην πραγματικότητα, ένα τέτοιο σχέδιο υπήρχε. Η βάση ήταν αυτή της οδού Chiabrera 74 (με το παρατσούκλι «το Γραφείο»), το διαμέρισμα όπου πραγματοποιήθηκαν όλες οι συναντήσεις της Φάλαγγας κατά τη διάρκεια της απαγωγής. (10).

Η προσέγγιση
Οι ταξιαρχίτες έφτασαν στην οδό Fani από διαφορετικούς δρόμους. Το Autobianchi A112 με το οποίο ο Morucci και ο Bonisoli πήγαν στον τόπο πάρθηκε μετά από μια αλλαγή αυτοκινήτου στην περιοχή πίσω από την αγορά της οδού Andrea Doria, όπου είχαν έρθει ξεκινώντας από τη βάση της οδού Chiabrera επάνω σε ένα αυτοκίνητο  Φίατ 127.  (11). Το A112, το οποίο παρέμεινε χωρίς άτομα επάνω του, χρειάζονταν ως εφεδρικό μέσο σε περίπτωση εμφάνισης προβλήματος με τα άλλα αυτοκίνητα που προβλέπονταν για την απαγκίστρωση. Το λευκό Giardinetta Fiat 128 με διπλωματική πινακίδα φέρθηκε από τους Moretti και Balzerani γύρω στις 7.00 (12). Αφήνοντας τη βάση της Via Gradoli πέρασαν μπροστά από το σπίτι του Moro για να βεβαιωθούν ότι η συνοδεία ήταν στη θέση της, τότε το αυτοκίνητο σταθμεύτηκε με τον Moretti στο τιμόνι «στα δεξιά της οδού Fani αμέσως μετά από την οδό Sangemini, ερχόμενοι από την via Trionfale και με το ρύγχος του αυτοκινήτου προς την κατεύθυνση της τομής με την οδό Stresa » (13). Από εκείνο το σημείο παρατήρησης η είσοδος στην οδό Fani είναι ορατή, διότι μετά την οδό Sangemini ο δρόμος πηγαίνει προς τα κάτω. Οι Seghetti και Fiore από τη βάση του Borgo Pio έφτασαν με το μπλε Fiat 132 που έπρεπε να πάρει μαζί του τον Moro. Το αυτοκίνητο είχε κλαπεί τις προηγούμενες ημέρες μεταξύ των οδών Cola di Rienzo και της οδού Crescenzio. Ο Fiore κατέβηκε πρώτος και ο Seghetti τοποθετούσε το 132 στη Via Stresa στην αριστερή γωνία, λίγα μέτρα από τη διασταύρωση της via Fani, μπροστά από το μπαρ Olivetti, με τη θέση οδήγησης στραμμένη προς τα πάνω της οδού Stresa, έτοιμο να οδηγηθεί με έναν ελιγμό αναστροφής δίπλα στο Fiat 130 του Moro. Μετά τις πρώτες ριπές κατάφερε να δει τον Morucci να προσπαθεί να ξεμπλοκάρει το αυτόματο και τον οδηγό του Fiat 130 που προσπαθούσε να βρει ένα διέξοδο μέσα από επαναλαμβανόμενους ελιγμούς, οπότε έριξε τη θανατηφόρα ριπή (14). Το λευκό Fiat 128 με τον Casimirri στο τιμόνι και τον Loiacono στο πλευρό του ήταν τοποθετημένο στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, ακριβώς μπροστά από το Fiat 128 με πινακίδα διπλωματικού Σώματος, με κατεύθυνση οδήγησης στραμμένη προς τα κάτω της οδού για να μπορέσει να ενεργοποιήσει τη θέση της «ανώτερης πύλης» κατά τη στιγμή της επίθεσης (15). Οι δύο δεν ήταν τακτά μέλη και έφθασαν χωριστά επιτόπου με τη δημόσια συγκοινωνία. Το μπλε Fiat 128 βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, στο κάτω μέρος, κοντά στο στοπ «έχοντας ξεπεράσει τη διασταύρωση με την οδό Stresa και προς την αντίθετη κατεύθυνση, με τη μούρη του αυτοκινήτου στραμμένη προς την κατεύθυνση της προέλευσης των αυτοκινήτων του Moro »  (16). Μέσα σε αυτό ήταν η Balzerani, έτοιμη να βγει τη στιγμή που γίνονταν η επιχείρηση για να ενεργοποιήσει την «κατώτερη πύλη». Και ο Gallinari έφτασε επιτόπου με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την επίθεση και την πρώτη απομάκρυνση χρησιμοποιήθηκαν μόνο ιταλικά αυτοκίνητα Fiat, καθώς και ένα πιθανής συνοδείας μοντέλο Autobianchi. Από τη στιγμή της μεταφόρτωσης στην πλατεία Madonna del Cenacolo, τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνταν για τη συνέχιση της επιχείρησης, εκτός από τα φορτηγάκια που δεν βρίσκονταν στην οδό Fani, θα ήταν μόνο γαλλικά μοντέλα: ένα Citroën Dyane και ένα Ami 8. Το πράγμα σχεδιάστηκε για να βγάλει εκτός πίστας πιθανές αναφορές μαρτύρων.

Η έφοδος, η επίθεση
Via Fani, λίγο μετά τις 9.00. Η «Marzia» (όνομα μάχης της Rita Algranati) είδε τα δύο αυτοκίνητα να φτάνουν μαζί με τον Moro και τη συνοδεία (Fiat 131 και ένα Alfa Romeo). Ειδοποίησε τους συντρόφους της για την άφιξη του στόχου με τη συμφωνημένη χειρονομία – την κίνηση ενός μπουκέτου λουλουδιών – και άφησε τη θέση της επάνω σε μία Vespa 50. Ο «Maurizio» (Mario Moretti) μπήκε με το αυτοκίνητό του όπως αναμενόταν [ένα Fiat 128 Giardinetta με διπλωματική Πινακίδα) στην λωρίδα, τοποθετώντας το αυτοκίνητο στην κορυφή της πομπής του Moro η οποία έφτασε εν τω μεταξύ. Κατεβαίνοντας προς την οδό Fani, βρήκε μπροστά του ένα Fiat 500, κινούμενο αργά. Πριν από τα αυτοκίνητα της συνοδείας, που συνήθιζαν να ταξιδεύουν με μικρή ταχύτητα, αποφασίσουν να προσπεράσουν και τα δύο, ο «Maurizio» έκανε τον ελιγμό προσπέλασης και το ίδιο έκαναν τα δύο Κρατικά αυτοκίνητα. Αυτή η κίνηση ίσως διευκόλυνε την επιτυχία της δράσης: η φυσικότητα αυτής της προσπέρασης εξαπάτησε την συνοδεία, διαλύοντας την υποψία για την πραγματική λειτουργία που θα έπαιζε η Giardinetta κάποια στιγμή αργότερα. Το αποτέλεσμα έκπληξη, αιφνιδιασμός ήταν καθοριστικό (17). Φτάνοντας στο στοπ ο «Maurizio» σταμάτησε, όπως και το Fiat 131 και η Alfa Romeo. Αμέσως οι τέσσερις ταξιαρχίτες σε αναμονή, οι «Matteo» (Valerio Morucci), «Marcello» (Raffaele Fiore), «Giuseppe» (Prospero Gallinari) και «Luigi» (Franco Bonisoli) » άνοιξαν πυρ, ενώ η ταξιαρχίτισσα που της είχε ανατεθεί η «κατώτερη πύλη», η « Sara » (Barbara Balzerani) σταματούσε με ένα αυτόματο ένα Fiat 500 που μόλις έφτασε από το κάτω μέρος της οδού Fani οδηγημένο, αυτό μαθεύτηκε στη συνέχεια, από τον αστυνομικό Giovanni Intrevado, εκείνη τη στιγμή εκτός υπηρεσίας. Ταυτόχρονα, στο επάνω μέρος του δρόμου σχηματίζονταν η «ανώτερη πύλη»: ο «Camillo» (Alessio Casimirri) και ο «Otello» (Alvaro Loiacono) – που είχε καλύψει το πρόσωπο του με μια κουκούλα τύπου «mephisto» επειδή στο παρελθόν είχε συλληφθεί και το πρόσωπό του ήταν γνωστό στην φωτοσήμανση – μπλόκαραν με ένα Fiat 128 κάθε πρόσβαση οπλισμένοι με τουφέκι M1 Winchester. Οι πρώτες βολές έπληξαν τον οδηγό της Alfetta που πήδηξε προς τα εμπρός για να την καρφώσει επάνω στο 131. Ο λοχίας Ricci, οδηγώντας το 131, άρχισε να κορνάρει στο αυτοκίνητο του «Maurizio» που ήταν σταματημένο μπροστά από το δικό του για να φύγει. Εν τω μεταξύ, το αυτόματο που έπρεπε να πυροβολήσει τον Ricci είχε κολλήσει (18), έτσι όπως μπλόκαρε και το άλλο που λίγες στιγμές πριν είχε σκοτώσει τον επιλοχία Λεονάρντι. Ο Ricci είχε τον χρόνο να επιχειρήσει έναν ελιγμό απελπισίας για να οδηγήσει σε ασφάλεια το αυτοκίνητο, προσπαθώντας να περάσει απ’τα δεξιά του 128. Για να εμποδίσει αυτή την προσπάθεια ο «Maurizio», αντί να κατέβει από το αυτοκίνητο όπως είχε σκοπό για να ενισχύσει την «κατώτερη πύλη», έμεινε στο αμάξι πιέζοντας το πόδι στο φρένο και εμποδίζοντας έτσι το 131 να ελευθερωθεί από τη λαβή στην οποία είχε καταλήξει. Στη συνέχεια, και ο Ricci δέχτηκε κάποιες σφαίρες. Εν τω μεταξύ, μπλόκαρε επίσης ένα τρίτο αυτόματο, το οποίο πυροβολούσε ενάντια στην Alfetta και αυτό επέτρεψε σε ένα μέλος της συνοδείας, τον αστυνομικό Iozzino, πιθανότατα ήδη τραυματισμένο, να κατέβει και να δοκιμάσει μια αντίδραση. Πυροβόλησε προς έναν ταξιαρχίτη, αλλά χτυπήθηκε επανειλημμένα και έπεσε (19). Όταν έπαψαν οι πυροβολισμοί, ο «Maurizio» κατέβηκε από το 128 και πήρε τον Moro μαζί με τον Matteo από το 131 (σύμφωνα με το σχέδιο έπρεπε μόνο ο «Matteo» να το κάνει) και έπειτα τον μετέφεραν στο αυτοκίνητο που γυρνούσε με την όπισθεν από τη via Stresa που οδηγούσε ο «Claudio» [Bruno SeghettiQ (20).

Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η δεύτερη φάση της επιχείρησης, η φυγή, της οποίας ο σχεδιασμός είχε ανατεθεί στη ρωμαϊκή Φάλαγγα που είχε επεξεργαστεί μια διαδρομή έξω από τους κύριους δρόμους, σε δρόμους με μικρή κίνηση, δρομάκια, ιδιωτικούς δρόμους.

1/συνεχίζεται

Note, Σημειώσεις

1 Ο επιλοχίας Oreste Leonardi, ο λοχίας Domenico Ricci, οι αστυνομικοί Raffaele Iozzino και Giulio Rivera πέθαναν στην οδό Fani. Ο επικεφαλής συνοδείας Francesco Zizzi νοσηλεύτηκε σοβαρά τραυματισμένος, αλλά κατέληξε στις 12.35 στο Gemelli Polyclinic. Βλ. Δείτε την ιατρική έκθεση στην Επιτροπή Moro 1, τομ. 30, σελ. 327, f.to Giuliano Pelosi. Ο Mario Moretti, ο Bruno Seghetti και η Barbara Balzerani έχουν ανακατασκευάσει τις στιγμές της απαγωγής με τους συντάκτες του βιβλίου την στιγμή της απαγωγής στη διάρκεια μιας σειράς συνομιλιών μεταξύ του 2010 και του 2016.

2 Valerio Morucci, Memorial Morucci, ACS, MIGS, φάκελος 20, σ. 34: «Το κόστος της δράσης στην οδό Fani, εξαιρουμένου του κόστους του διαμερίσματος στην οδό Montalcini, που ήδη ανήκε στις Κόκκινες ταξιαρχίες, μπορεί να φτάσει περίπου στις 700.000 λίρες. Αυτό προκύπτει εν μέρει από το σημείωμα, που βρέθηκε στην οδό Gradoli στο όνομα του Fritz. Το σημείωμα αυτό δείχνει τα έξοδα που έγιναν για τις σειρήνες, τις τσιμπίδες, τις τσάντες, τα αδιάβροχα, τους μπερέδες και τα υπόλοιπα που χρειάστηκαν για τη δράση ». Fritz ήταν το συμβατικό όνομα που υποδείκνυε τον Moro μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν στην απαγωγή.

3 Barbara Balzerani, συνομιλία με τους συγγραφείς.

4 Ακολουθεί η λεπτομερής αφήγηση του σχεδίου από τον Valerio Morucci, Memorial, op. cit., σελ. 22: «Το αυτοκίνητο με το Moro και εκείνο υποστήριξης θα έπρεπε να διασχίσει την οδό Zandonai, ο οποίος είναι ένας αδιέξοδος δρόμος (ή καλύτερα, ο οποίος έχει ένα τυφλό τέλος μετά από μία ή δύο πλευρικές διασταυρώσεις). Στο τέλος της οδού Zandonai υπάρχει ένα συγκρότημα κατοικιών με ηλεκτρική μεταλλική συρόμενη πόρτα που επέτρεπε τη διέλευση μέσα στο συγκρότημα και την επόμενη έξοδο στη via della Camilluccia, περίπου πενήντα μέτρα από το πλάτωμα μεταξύ του γαλλικού Νεκροταφείου και της οδού Colli della Farnesinaν. Για την πρόσβαση στο residence φτιάχτηκε ένα ψεύτικο κλειδί, που προέρχονταν από ένα κλειδί λουκέτο τηλεφώνου. Το κλειδί χρειάζονταν για να ανοίξει η αυτόματη πόρτα του συγκροτήματος. Μόλις θα ξεπερνούσαμε, με τα δύο αυτοκίνητα, την είσοδο του συγκροτήματος από την πλευρά της οδού Zandonai, η πύλη θα έκλεινε αυτόματα εμποδίζοντας τη διέλευση των διωκτών, και θα φτάναμε (μόλις βγαίναμε από την άλλη πύλη του residence) διασχίζοντας την οδό della Camilluccia, στην οδό Trionfale, σε μια κατεύθυνση αντίθετη προς την προβλεπόμενη (από οποιονδήποτε μας καταδίωκε, και που λογικά θα υπήρχε) οδό Zandonai, οδό del Nuoto, οδό Nemea, συνεχίζοντας μέχρι το ponte Milvio».

5 Συνoμιλία με τον Bruno Seghetti στις 3 μαΐου 2016. Πρόκειται για τον πολιτικό χώρο ο οποίος τους επόμενους μήνες θα είχαν οδηγήσει σε συντομογραφίες όπως οι Fca (ένοπλοι κομμουνιστικοί Σχηματισμοί) και Lapp (ένοπλος αγώνας για την προλεταριακή εξουσία) που λειτουργούσε υπό τη σκιά της κομμουνιστικής Επιτροπής centocelle (Cococe).

6 Σε μια κοινοβουλευτική επερώτηση, την ν. 3-02549, που κατατέθηκε στις 17 μαρτίου 1978 στην Κάμερα των αντιπροσώπων, ο Pino Rauti δήλωσε ότι ήταν μάρτυρας μετά τη λήξη των πυροβολισμών της «διαφυγής» ενός αυτοκινήτου με υψηλή ταχύτητα κατά μήκος της via Stresa, ενός αυτοκινήτου στο οποίο στη συνέχεια – όπως έγινε γνωστό αμέσως μετά – ο αξιότιμος Moro είχε «φορτωθεί», και στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκε για τη δυσκολία που αντιμετώπισε όταν προσπάθησε να έρθει σε επαφή με το 113 και την αίθουσα επιχειρήσεων της αστυνομίας , φραγμένη από τις πολυάριθμες κλήσεις που κατέφθαναν εκείνη τη στιγμή.

7 Για το μπλε Fiat 128 ο Valerio Morucci παρέχει μια διαφορετική εκδοχή, όπως μπορείτε να διαβάσετε περαιτέρω, V. Morucci, Memorial, cit., σ. 27.

8 Επίσης, σελ. 28, «Κάθε μέλος του πυρήνα έφτασε στην οδό Fani οπλισμένο με το προσωπικό του πυροβόλο όπλο και το αυτόματο. Στους δύο μη τακτικούς συμμετέχοντες στη δράση τα όπλα παραδόθηκαν το ίδιο το πρωί της 16ης μαρτίου (από τον Σεγκέτι) ». Η εκδοχή αυτή επιβεβαιώνεται και από τα υπόλοιπα στελέχη της ενέργειας.

9 Η Anna Laura Braghetti με την Paola Tavella στο, Il prigioniero, ο κρατούμενος, Feltrinelli 2003 (prima edizione, πρώτη έκδοση Mondadori1998), σελ. 8-9.

10 Συνομιλία του Bruno Seghetti με τους συγγραφείς.

11 Συγκεκριμένα, δείτε την ανακατασκευή του Valerio Morucci: «Μετακινηθήκαμε με το 127 λευκό, το οποίο είχα εγώ, με πινακίδα και έγγραφα που αντιγράφτηκαν από ένα αυτοκίνητο που ανήκε στις εμπορικές υπηρεσίες της SIP. Τα πρώτα νούμερα της πινακίδας ήταν R2 … Με αυτό το αυτοκίνητο φτάσαμε στην περιοχή πίσω από την αγορά στη via Andrea Doria. Εδώ αφήσαμε το 127, πήραμε το A 112 με το οποίο πήγαμε κατευθείαν στην οδό Stresa «, V. Morucci, op. cit., σελ. 27.

12 Ο Valerio Morucci αναφέρει μια αντιφατική έκδοση διορθωμένη από την Balzerani: «Το n. 1 (ο Moretti) έφτασε στη via Fani με το μπλε Fiat 128 μαζί με την Barbara Balzerani και ανέβηκε με τα πόδια, χωρίς να κάνει κανένα νόημα και χωρίς να δείχνει ότι γνωρίζει τους άλλους, όλη την οδό Fani ελέγχοντας ότι όλα τα στελέχη του πυρήνα ήταν παρόντα », Valerio Morucci, Memorial, σελ. 27.

13 Barbara Balzerani, συνομιλία με τους συγγραφείς.

14 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς.

15 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς. Μια ανάλογη αναπαραγωγή έγινε από τον Valerio Morucci, Memoriale, σελ. 29.

16 Οι κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων η τελευταία, για να εξηγήσει την επιτυχία της επίθεσης των Ταξιαρχιών έχουν κατά την κρίση μας, υπερεκτιμήσει την επίδραση του όγκου φωτιάς που προήλθε από ένα εκ των τεσσάρων αυτομάτων όπλων, το τελευταίο στην κορυφή, παρά την ανακρίβεια των πυροβολισμών από αυτό. Υποτέθηκε ότι, αυτή η λεπτομέρεια, θα αποδείκνυε την παρουσία στο κομάντο ενός επαγγελματία shooter, ενός «superkiller», του οποίου η ταυτότητα από καιρό σε καιρό έχει αποδοθεί στις Υπηρεσίες, στο οργανωμένο έγκλημα ή την γερμανική RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός). Το γεγονός ότι στην τελική φάση της επίθεσης, όταν οι τρεις πρώτοι ταξιαρχίτες είχαν σταματήσει το πυρ, το τέταρτο στέλεχος της ανώτερης υπο-ομάδας είχε οδηγήσει πίσω την Alfetta, οδηγώντας την στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, όπου συνέχισε να πυροβολεί με το όπλο του, έχει επίσης οδηγήσει στην υπόθεση της παρουσίας ενός πέμπτου σκοπευτή μάλιστα «εκπαιδευμένου σε crossfire». Αντίθετα, στοιχεία όπως το φαινόμενο αιφνιδιασμός, το καμουφλάζ του Fiat 128 Giardinetta με διπλωματικές πινακίδες που μπλόκαρε το στοπ, το καμουφλάζ των τεσσάρων ανδρών του πυρήνα της φωτιάς [ντυμένοι αεροπόροι] έχουν υποτιμηθεί.

17 R. Fiore, L’ultimo brigatista, ο τελευταίος ταξιαρχίτης, με τον A. Grandi, Rizzoli, Milano 2007, σ. 121.

18 Μια λιμνούλα αίματος βρέθηκε στο κάθισμα όπου κάθονταν ο αστυνομικός.

19 Συζήτηση των συγγραφέων με τον Mario Moretti από το 2010 έως το 2014. Ένα σχέδιο της επιχείρησης της οδού Fani που έφτιαξε ο Moretti βρίσκεται στα πρκτικά της δεύτερης Επιτροπής έρευνας για την υπόθεση Μόρο. Άλλοι τρεις μαχητές είχαν βασικό ρόλο στην απαγωγή: η «Alexandra» (Adriana Faranda), η οποία εκτός από τις προπαρασκευαστικές φάσεις, την «έρευνα» και την υλικοτεχνική υποστήριξη, ήταν μαζί με τον Morucci «η ταχυδρόμος» που παρέδωσε τα Ανακοινωθέντα της οργάνωσης και τα γράμματα του Moro. Η «Camilla» (Anna Laura Braghetti), κάτοχος του διαμερίσματος στην οδό Montalcini 8, όπου ο Moro φυλακίστηκε τις 55 ημέρες της απαγωγής και ο «Gullive» (Germano Maccari), ο «τέταρτος άνδρας» που συμμετείχε στην εφοδιαστική της απαγωγής, φυλούσε το διαμέρισμα κατά τη διάρκεια των 55 ημερών ερμηνεύοντας το ρόλο του συζύγου της Braghetti, και έλαβε μέρος στην εκτέλεση του Προέδρου Dc στο γκαράζ του σπιτιού.

20 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς.

https://campagnadiprimavera.wordpress.com/2018/03/16/16-marzo-1978-un-gruppo-di-operai-e-precari-rapisce-moro-erano-le-brigate-rosse/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η Barbara Balzerani και το κάλεσμα του δάσους, e il richiamo della foresta

Stampa

 

1054

Η ανασκόπηση του Militant A (μέλους του συγκροτήματος Assalti frontali) στο βιβλίο της Barbara Balzerani “L’ho sempre saputo”, »Το γνώριζα πάντα» (Derive e approdi).

Barbara Balzerani και το κάλεσμα του δάσους

Βγαίνει αυτές τις ημέρες το καινούργιο βιβλίο της Barbara Balzerani, “L’ho sempre saputo”, που δημοσιεύεται από τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi. Η Barbara Balzerani, την οποίαν για χρόνια αποκαλούσαν “primula rossa” των ερυθρών Ταξιαρχιών, άπιαστη, έρχεται με αυτή τη δουλειά στο έκτο έργο της και για εμάς το να διαβάσουμε τις σελίδες της είναι και το να ψάχνουμε ένα σημάδι, ένα συναίσθημα, μια συγκίνηση, που να μας λέει κάποια πράγματα για εκείνο το γλυκό πρόσωπο που αναστάτωνε τα καλά σαλόνια της ιταλικής μπουρζουαζίας και έβαζε φωτιά στην επανάσταση των χρόνων εβδομήντα. Και ενώ όλοι οι σύντροφοι της συλλαμβάνονταν, χρόνο με τον χρόνο, αυτή κατάφερνε πάντα να ξεφεύγει και να αντεπιτίθεται την ώρα που ο κόσμος άλλαζε, κι εμείς οι νεαροί εξεγερμένοι που γεννιόμασταν μέσα στα χρόνια ογδόντα την γνωρίζαμε από τις φωτογραφίες που έδινε η αστυνομία στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και σκεφτόμασταν: “Δεν θα την πιάσουνε ποτέ”… “ποιος ξέρει πόσες επιχειρήσεις, πόσα πράγματα θα καταφέρει ακόμη να κάνει”… αντιθέτως μια μέρα την συνέλαβαν και υπήρξαν περισσότερα από είκοσι χρόνια φυλάκισης γι αυτήν. Σήμερα, στο 2017, διπλωματούχος στην φιλοσοφία και στην συνέχεια στην ανθρωπολογία, μας μεταφέρει σε ένα ταξίδι, διαμέσου της σκοτεινότητας του καιρού μας συνοδεύει στις απαρχές, στην προέλευση του ανθρώπινου είδους, στην αναζήτηση των χαμένων αρχέγονων ενστίκτων, όταν ο άνθρωπος ζούσε σε επαφή με την φύση με τρόπο αρμονικό και οργάνωνε τη ζωή σε κοινότητα, με την ανταλλαγή και την αλληλεγγύη. Το βιβλίο “L’ho sempre saputo”, »πάντα ήξερα» θυμίζει το »κάλεσμα του δάσους»,  “Il richiamo della foresta” στην κεντρική, βαθύτατη ιδέα του, μα εδώ δεν υπάρχει μια ελεύθερη ζωή όπου να καταφύγεις αφού αποδράσεις βρίσκοντας ξανά τα ένστικτα σου, ο λύκος της Barbara είναι φυλακισμένος στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο και ουρλιάζει ενάντια στην μυθική “πρόοδο”.

Η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέσα από σελίδες που φαίνονται να προδιαγράφουν ένα μυθιστόρημα, για να περάσουν στη συνέχεια σε στιγμές που μοιάζουν πανεπιστημιακά κείμενα, παίρνουν φωτιά με επιθέσεις ενάντια στους υπεύθυνους της καταστροφής, για να επιστρέψουν στην οικεία διάσταση μιας σχέσης. ΄Βρισκόμαστε μέσα σ’ ένα κελί, πίσω από σιδερένια κάγκελα, η Barbara είναι εκεί. Πως κατέληξε εκεί; Το πρώτο κεφάλαιο μιλά για τις μάχες των χρόνων ’60, ταραχώδεις μέρες, πικετοφορίες, διαδηλώσεις ενάντια στους Yankee, χέρια δυνατά που δείχνουν το δρόμο, όπλα, μια εποχή εξέγερσης, όχι ένας ακριβής λόγος, μα μια πρωταρχική γνώση προς πια πλευρά να σταθείς, με ποιους θα είσαι, ποιους θα υποστηρίζεις. Η συγγραφέας δεν είναι μόνη, μαζί της υπάρχει μια γυναίκα, έτσι την αποκαλεί, »Η γυναίκα», δεν ξέρουμε το όνομα αλλά γνωρίζουμε την κοινωνική προέλευση: “Η γυναίκα” ανήκει σε μια γη αρχαία, σε ένα χωριό, ένα προάστιο, ένα κόσμο από εκείνους που βρίσκονται από κάτω, ανθρώπων που τους εκμεταλλεύονται και τους λεηλατούν, για να ζήσει γίνεται διεθνής μεταφορέας ναρκωτικών ώσπου την αρπάζουν, την τσιμπάνε. Εκτός απ’ τις δυο πρωταγωνίστριες στο κελί υπάρχει και κάποιος άλλος, μια παρουσία. “Η γυναίκα” υπενθυμίζει την τελευταία της εγκυμοσύνη, διηγείται με μια συγκλονιστική δύναμη για το όταν είχε στην κοιλιά της ένα κουτάβι που κολυμπούσε στο αμνιακό υγρό και για εννιά μήνες, ενώ το θαύμα της ζωής ολοκληρώνονταν και το ανθρώπινο είδος αναπαράγονταν, εκείνο το κορμάκι μετέδιδε οράματα, ιστορίες της Αφρικής, από τις απαρχές και την γένεση, που ταρακουνούν τα θεμέλια και θέτουν υπό αμφισβήτηση “όλα εκείνα που νόμιζα πως ήξερα”.

Τα νεογέννητα έχουν μια αρχική γνώση, μια μνήμη που παραδίδεται στο DNA, τις πρώτες μέρες της ζωής ξέρουν να περπατούν αλλά αμέσως το ξεχνούν, έχουν το ένστικτο να αρ παχτούν σαν να ψάχνουν ένα κλαδί, σαν να νιώθουν πως πέφτουν στο κενό ενθυμούμενα τον καιρό κατά τον οποίο κοιμόντουσαν στα δέντρα. Έτσι, μέσα στην στενότητα του κελιού, στις μακριές ημέρες που περνούνε μαζί, η  “γυναίκα” εκμυστηρεύεται στην συντρόφισσα της τις ενέργειες που ξεχάστηκαν και της μετέδωσε η κοιλιά, τα σήματα, τις φωνές που μιλούσαν για τα πράγματα που υπήρχαν “πριν”, γι αυτό που υπήρχε »πριν», όταν ο άνθρωπος δεν είχε μολυνθεί από τον εαυτό του. Είναι μια trance, μια έκσταση, ένα τέχνασμα αφηγηματικό για να μας πει μέσα σε εκατό σελίδες πως η βιομηχανική επανάσταση κατέστρεψε πολιτισμούς που ήταν σοφοί και εκείνη η σοφία που εξολοθρεύτηκε και ξεχάστηκε ήταν σημαντική και δίχως αυτήν προκαλέσαμε θανατηφόρα λάθη, μοιραία. Η δυτική ιδέα σύμφωνα με την οποίαν εάν δεν έχεις διασχίσει τους μοντέρνους καιρούς είσαι ένας πρωτόγονος, εννοώντας για πρωτόγονο κάτι αρνητικό, κάποιον οπισθοδρομικό, υπήρξε μια καταστροφή. Και η Barbara μπαίνει στο παιχνίδι. Ο δρόμος της απελευθέρωσης είναι πολύπλοκος, μας λέει, ακόμη κι όταν αυτή τα έπαιξε όλα, την ζωή, την δική της και εκείνη των άλλων, το έκανε μέσα στην ψευδαίσθηση πως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα έφερνε την ευτυχία και πως ο κομουνισμός ήταν το τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης. Μα ίσως εκείνη η ιδέα του τελευταίου σταδίου ήταν αδύνατη διότι  “η ανάπτυξη” υπήρξε μια καταστροφή, και χρειάζεται να επιστρέψουμε στο πρώτο στάδιο, στην ξεχασμένη αρχή, για να βρούμε ξανά οξυγόνο και επαναστατική ελπίδα.

https://www.infoaut.org/culture/barbara-balzerani-e-il-richiamo-della-foresta

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πάντα το ήξερα, L’ ho sempre saputo

L’ho sempre saputo

Η συνάντηση δυο γυναικών στο κελί μιας φυλακής. Οι δυο ακτές τις Μεσογείου διαχωρίζουν τη μοίρα τους, και όχι μόνο λόγω του διαφορετικού χρώματος του δέρματος. Η μια εκτίει μια ένοπλη απόπειρα κομουνισμού, η άλλη την αδύνατη απόδραση από την δυστυχία. Τις δένει η αφήγηση του ταξιδιού μιας κόρης που ακόμη δεν γεννήθηκε εκεί που αφήνει το ίχνος του η διαδρομή το ανθρώπινο μονοπάτι που έφερε τις δυο γυναίκες να μοιράζονται τους τέσσερις τοίχους εκείνου του κελιού. Με αναλαμπές μνήμης οραματικής οι δυο γυναίκες διατρέχουν τις παραπλανήσεις του «πολιτισμού των λευκών», που επιβλήθηκε σαν ανώτερος με το σπαθί, το σταυρό και την αγορά. «Μοναδικό μοντέλο» που έχει επαινεθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε όλες τις παραδόσεις του πλανήτη. Μια συντριπτική κριτική για την ύπαρξη εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων υποταγμένων από τους κανόνες ενός οικονομικού συστήματος όλο και πιο ανόητου και παράλογου και παραγωγού μόνιμου παγκόσμιου πολέμου.

 

AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Barbara Balzerani

Barbara Balzerani

Η Barbara Balzerani στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα στρατεύεται στην οργάνωση Potere operaio, στην συνέχεια στις Brigate rosse, όντας στέλεχος της στρατηγικής διοίκησης της οργάνωσης. Στο τέλος μιας μακράς φυγοδικίας συνελήφθη και εξέτισε είκοσι πέντε χρόνια φυλάκισης. Εκτός από τους τόμους παρόντες στον κατάλογο DeriveApprodi, είναι επίσης συγγραφέας και του βιβλίου La sirena delle cinque ,  η σειρήνα των πέντε (Jaca Book, 2003).

http://www.deriveapprodi.org/2017/09/lho-sempre-saputo/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ακ

image

Παρά το ότι η ζωή μου βρίσκεται ακόμα υπό αναστολή, δεν κατάφερα να πεθάνω, παρ’ όλα αυτά. Ίσως έχει έρθει η ώρα για να αποδεχτώ την ζωή; να επιλύσω τα προβλήματα μου και να φέρω τον εαυτό μου σε θέση να βγει στην επιφάνεια δίχως την ανάγκη να σέρνομαι με αγωνία πίσω από κάθε  επαφή; μακριά από τον τρόμο να ανακαλύπτω πως βρίσκομαι πεισματικά παγιωμένη στο ίδιο σημείο; μακριά από το άγχος να πρέπει να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά;

Και τι άλλο, το διαφορετικό μπορώ να κάνω; Προσπάθησα να διασφαλιστώ από τον πόνο εξαλείφοντας κάθε συναίσθημα,  αυτό δεν λειτούργησε, και το μικρότερο ακόμη παιχνιδάκι του αέρα κατάφερε να έχει το επάνω χέρι, μιας και βρέθηκα δίχως όπλα, αδύναμη ν’ αντισταθώ. Η ζωή είναι εδώ, τη νιώθω στο δέρμα, ανατριχιάζω, αισθάνομαι όλη την κενότητα μιας άχρηστης αντίστασης.

Και το βλέμμα καθαρίζει και σταματά, για να κοιτάξει, επάνω στον κόσμο.

Μήπως ξέφυγα;

Τι θα απογίνω; Πόσο κακό θα καταφέρω ακόμη να κάνω στον εαυτό μου;

Compagna luna, Η σύντροφος σελήνη

Μαζί, συνεργοί, θα μπορέσω άραγε να νιώσω ξανά την λαχτάρα να φέρω τους εμπόρους σε κατάσταση αδυναμίας;

 

 

Compagno Graber

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

 

 

https://compagnograber.wordpress.com/category/brigate-rosse/

Οι Brigate Rosse και τα χρόνια του μολυβιού (1975 – 1985)

Η Barbara Balzerani υπήρξε  διοικητής της ρωμαϊκής φάλαγγας των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στις οποίες εντάχθηκε το 1975, και πήρε μέρος σε αρκετές εκτελέσεις, μεταξύ των οποίων αυτή του Girolamo Minervini και στην Σφαγή της οδού Fani,  Strage di via Fani.[1]

Στην διάρκεια της απαγωγής του Aldo Moro κατέλαβε μαζί με τον Moretti, με τον οποίον εκείνο τον καιρό ήταν δεμένη συναισθηματικά, την ταξιαρχίτικη βάση της  Via Gradoli 96 στην Roma.

Ούτε η Balzerani ούτε ο Moretti ήταν παρόντες στην βάση της στιγμή της επιχείρησης των δυνάμεων ασφαλείας και έτσι σώθηκαν από την σύλληψη.

Το 1981 πήρε μέρος στην απαγωγή του στρατηγού  NATO James Lee Dozier.

Μετά την σύλληψη του Mario Moretti το 1981, προσπάθησε δίχως επιυτχία να διαχειριστεί την διάσπαση της οργάνωσης, οδηγώντας στην συνέχεια τον σχηματισμό «Brigate Rosse – Partito Comunista Combattente», ενώ στο άλλο κομμάτι,  «Brigate Rosse – Partito Guerriglia» ηγείτο ο Giovanni Senzani.

Μετά την πτώση και την κρίση των ΕΤ, η Balzerani ήταν από τους τελευταίους που συνελήφθησαν στις 19 ιουνίου 1985, μαζί με τον Gianni Pelosi. Την στιγμή της σύλληψης είχε μαζί της πιστόλι διαμετρήματος 9.

 Από την φυλακή, ανέλαβε την ευθύνη για την επιχείρηση ενάντια στον πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας Lando Conti που πραγματοποίησαν οι BR.

Καταδικάστηκε σε ισόβια.

Το 1987, μαζί με τους άλλους ιστορικούς ηγέτες των BR Renato Curcio και Mario Moretti, πήρε μέρος σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχωρήθηκε στον δημοσιογράφο της Rai Ennio Remondino, στην οποίαν οι τρεις πρώην ταξιαρχίτες συμφώνησαν στο να θεωρήσουν πως η εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία είχε πλέον ολοκληρωθεί,  στην οπτική των αλλαγών του κοινωνικού ιστού μέσα στον οποίον είχαν κινηθεί δέκα χρόνια πριν, και επίσημα επικύρωναν την οριστική παράδοση των BR και την εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα.

Στις 12 δεκεμβρίου 2006 της παραχωρήθηκε η ελευθερία με περιοριστικούς όρους.[5] Επέστρεψε οριστικά ελεύθερη, έχοντας εκτίσει την ποινή της το 2011.  Αυτή την στιγμή εργάζεται σε έναν συνεταιρισμό πληροφορικής, κι εδώ και πολλά χρόνια έχει αφιερωθεί στην λογοτεχνία.

Γραπτά της έργα

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αι

image

Είμαι εκτεθειμένη, διότι εκείνο που εφορμά επάνω μου δεν μπορώ να το αποφύγω. Όπως πάντα είναι αδύνατον λόγω της ακούσιας συνήθειας του συμβαίνειν.

Θα μπορούσα να πάω οπουδήποτε και θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς, διότι τώρα ξέρω πως συμβαίνει. Όχι, δεν υπάρχουν φιλικά χέρια που μπορούν να κατευνάσουν, να ηρεμήσουν, ούτε μάτια αγαπησιάρικα να καθησυχάσουν. Δεν υπάρχουν ούτε τα λόγια που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν και να μας κάνουν να μοιραστούμε πράγματα. Είμαι μόνη και δίχως μέτρα. Μέσα σε πολύ κόσμο και στο έλεος αυτών, τελείως.

Βασικά αυτό που συμβαίνει είναι μόνο πως, βράδιασε, όπως πάντα.

Μα που ήμουν εγώ όταν όλα αυτά συνέχιζαν να προκύπτουν, να συμβαίνουν, μέρα με την μέρα;

Γιατί μπόρεσα να καταλάβω ακόμα και για τα τείχη που έπεσαν και δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αυτό που νιώθω;

Πότε δημιουργήθηκε παρόμοια ρήξη ανάμεσα σε αυτές τις δυο αντιλήψεις;

Το σώμα και οι λόγοι που επικαλείται.

Ναι, βέβαια. Η πολιτική με τις αναγκαιότητες της και τις ατέλειωτες αναβολές. Μετά η φυλακή και η έξαρση κάθε επιθυμίας, μέχρι σημείου να υποφέρεις σαν σκυλί για την ξαφνική μυρωδιά στην μασχάλη του μπράτσου – και είσαι ζώο, δένδρο, αεράκι.

Καθαρή και αποκλειστική ευαισθησία.

Να ζεις σε έναν χρόνο που έχει ανασταλεί, έχει σταματήσει. Σαν να προχωράς μπροστά δίχως να νοιάζεσαι για το πέρασμα του χρόνου, με εκείνη την τρελή σιγουριά πως θα ξανάβρεις, μια μέρα, όλα και, κατά βάθος, να γνωρίζεις πως όλα προχωρούν δίχως εσένα.

Και τα χρόνια περνούν δίχως να διασχίζονται. Μόνο περνούν. Και δεν είναι πλέον δυνατό να κάνεις τίποτα για να αρχίσεις ξανά απ’ το σημείο κατά το οποίο η επαφή με την ζωή διασπάστηκε.

Να γερνάς δίχως να έχεις διασχίσει όλες τις εποχές, λαχταρώντας διακαώς να ανιχνεύσεις εκ νέου δρόμους καλούς για άλλες, μέχρι την απαρηγόρητη δυστυχία για το ότι δεν έζησες, παρότι ήσουν ζωντανή, ένα μέρος της ύπαρξης σου.

Μα έζησα αληθινά ή απλώς περιορίστηκα να καίω κάθε υπάρχουσα στιγμή περιμένοντας το αύριο; Και ποιος έκλεισε, ξέσκισε, έραψε ξανά με άσχημο τρόπο τραύματα και υπαγόρευσε χρόνους και κανόνες; υπήρξε κάτι έξω από εμένα; και εγώ είμαι κάτι άλλο; Και εάν ναι, που να πάω να με ψάξω?

Που είναι η ζωή; Που μπορώ να ζήσω, ποιος είναι ο κύκλος της ζωής μου;

Γιατί να όλα είναι τόσο έξω από τη θέση τους, τόσο εκτός τόπου; Και κινούνται με τέτοια ταχύτητα και αδιαφορία ώστε επανεμφανίζεται o παλιός εφιάλτης, πως δεν έχω φωνή ούτε ορατότητα και προβολή, πως δεν με βλέπουν ακριβώς όταν έχω περισσότερη ανάγκη να με ακούσουν και να με προσέξουν.

Και τότε συμβαίνει.

Την ψάχνω, κοιτάζοντας επάνω, στο διάστημα ανάμεσα στις στέγες, στην μέση του μαύρου τ’ ουρανού. Υπάρχει. Ευτυχώς. Είναι μόνο μια κουκίδα, αλλά υπάρχει.

Όμορφη, ξεδιάντροπη, μακρινή, αδιάφορη, απρόσιτη.

Την ψάχνω, κοιτάζοντας επάνω, στα διαστήματα ανάμεσα στις στέγες, στην μέση του μαύρου τ’ ουρανού. Υπάρχει. Ευτυχώς. Είναι μόνο μια κουκίδα, αλλά υπάρχει.

Όμορφη, ξεδιάντροπη, μακρινή, αδιάφορη, απρόσιτη.

Και μόνο τότε ησυχάζω. Ο χαρακτήρας του επείγοντος πέρασε, το πείσμα για να καταλάβω, να συμβιβαστώ, να αμβλύνω, ν’ αποδράσω, να επιστρέψω, να νιώσω χαρά, να νιώσω πόνο.

Είναι εκεί. Πάντα βρίσκονταν εκεί, δεν βασανίζεται, δεν χαίρεται, δεν γερνά, δεν δρα, δεν ζητά, δεν δίνει, δεν θέλει. Και αν πεθάνει είναι για να αναγεννηθεί. Πάντα απ’ την αρχή.

Είναι.

Σε τέτοιο σημείο που, στον χρόνο μου μη χρόνο, πάντα ήταν σε θέση να με περιλαμβάνει στον παντοδύναμο νόμο της. Να με κάνει να μπαίνω στο χάος της το φτιαγμένο από ησυχία.

Εκεί όπου υπάρχει εκείνο το απόλυτο τίποτα που καθιστά παραπλανητική κάθε λέξη και μας αποκαλύπτει σαν όντα που δεν επικοινωνούν, γι αυτό το ουσιαστικής σημασίας που είναι ο καθένας μας.

Εκεί όπου δεν ισχύει η ανάγκη να διαφωτίσεις, να καταλάβεις, του περιττού λεξιλογίου που μπερδεύει, της πείνας γι αγάπη, του πάθους για τον κόσμο, της ζητιανιάς να είμαστε αναγνωρίσιμοι στο βλέμμα του άλλου, στα μάτια του.

Εκεί όπου τα πάντα ανάγονται στο απρόσωπο του είναι που δεν χρειάζεται το εγώ για να προσανατολιστεί.

Εκεί όπου επιτέλους είναι ελαφρότητα, μέσα στην ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα και περίσταση.

Προσγείωση, αποβίβαση.

Είμαι στην απέναντι όχθη από εκείνη που ξεκίνησα και η ανακάλυψη είναι από εκείνες που γοητεύουν. Ο κόσμος επιστρέφει  όπως ήταν στην αρχή των καιρών κι εγώ μαζί του.

Οι λόγοι και τα νοήματα εκ νέου δημιουργικά.

Προσπαθώ να ξαναγεννηθώ διασχίζοντας εκ νέου σάρκα και αίμα κάθε κομματιού μου, στην προσπάθεια να τα επαναφέρω όλα στην ζωή.

Θα έπρεπε να γυρίσω πίσω.

Γυρνώ. Μόλις γεννήθηκα. Δεν μιλώ, δεν περπατώ, δεν μετακινούμαι στον χρόνο, δεν ξέρω καν τι είναι αύριο.

Κινούμαι στο σκοτάδι της συνείδησης.

Είμαι καθαρή αίσθηση, απλά αισθάνομαι.

Γνωρίζω τι είναι απαραίτητο για να ζω και τα υπόλοιπα δεν με αφορούν, τα αφήνω στο ευεργετικό σκοτάδι του ανεξιχνίαστου και του αδικαιολόγητου.

Ξέρω πως να φτάσω στην πηγή πριν από τα πράγματα για να τα δοκιμάσω, στο σκοτάδι κάθε νοήματος, με αδηφάγες χειλάρες.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω, να προβλέψω, να προγραμματίσω.

Μόνον να ζω.

Να ζω ναι.

Τώρα.

Μπερδεμένη στο όλον.

Ο κόσμος, εκτός από την καυτή μου κοιλότητα των βασικών ικανοποιήσεων, θα μπορούσε κάλλιστα να μην είναι εκεί, να μην υπάρχει.

Και το λοιπόν γιατί ήδη προσαρμόζομαι, βάζω στο παιχνίδι χίλιες στρατηγικές, χίλιες σαγηνευτικές πανουργίες; γιατί θέλω να αρέσω, να κατακτώ, να αλλάζω ή να παραμένω;

Γιατί αρρωσταίνω μ’ αυτή την παθολογική ανασφάλειά μου που κάνει κομμάτια την εσωτερική μου ακεραιότητα εάν μου αναστέλλεται η ικανότητα να καθορίζω, να αλληλεπιδρώ, να μετατρέπω, να κατακτώ; μια γλώσσα που να μπορεί να επικοινωνεί.

Γιατί δεν είμαι πλέον τίποτα αν όχι μέσα στην παρουσία του άλλου από εμένα; Που δεν είναι τίποτα στην απουσία λόγου και ματιών στον καθρέπτη, που αναγνωρίζει και διακρίνει.

Μια και ανεπανάληπτη. Σίγουρα. Μα μόνο διότι κληρονόμησα και προσάρμοσα σ’ εμένα ένα βλέμμα ιδιαίτερο που μοιάζει ζωώδες,  δένδρο, αεράκι αυτό, εκείνο και αυτή, σε ένα δεσμό από νοήματα που δίνει έναν απολογισμό των σχέσεων μου, της ενδεχόμενης ανθρώπινης ύπαρξης μου.

Μέσα στην οποίαν στοίβαξα τα πάντα.

Συμπεριλαμβανομένης, λόγω της ανάγκης να αντιλαμβάνομαι, της συνειδητοποίησης πώς όλα θα πάνε καλά. Αλλά να είμαι εκεί, να στέκομαι με τον δικό μου τρόπο, με τον τρόπο που ήξερα και μπορούσα.

Συμπεριλαμβανομένης της επιθυμίας να με διαγράψω και να λιώσω μέσα στο ακαθόριστο χουμικό, πυκνό, θερμό και υγρό, των στιγμών της ανυπομονησίας των επιταγών της λογικής.

Συμπεριλαμβανομένης της εποχικής επέκτασης των ζωτικών μου ρυθμών όταν δεν διέσωσα και έβαλα στην άκρη, μέχρις ότου οι εποχές μου να μην αντιστοιχούν πλέον σε εκείνες μιας ιστορίας που δεν ξεκινούσε και δεν τελείωνε μαζί μου.

Συμπεριλαμβανομένης της παγωμένης αίσθησης του στείρου κενού για την αγάπη εκείνου του παιδιού στο οποίο δεν έδωσα τη δυνατότητα να αναπτυχθεί μέσα μου.

Και τώρα που ο χρόνος άλλαξε την κούρσα του, τα χέρια κινούνται στα τυφλά και το βλέμμα δεν ξέρει πλέον ν’ αναγνωρίζει.

Η ζωή είναι ακόμη αλλού.

Εκεί όπου οι λύπες και οι τύψεις μπορούν ακόμη να είναι καλοί σύντροφοι του ταξιδιού.

Εκεί όπου είναι ακόμη γιατρέψιμα τα τραύματα για την αγάπη ενός ονείρου που δεν είναι δυνατό να ονειρεύεσαι μέσα στην μοναξιά της ψυχής που δεν μολύνθηκε από τα πράγματα του κόσμου.

Εκεί όπου μπορείς να μάθεις να αναγνωρίζεις και να φοβάσαι τον σολιψισμό της λογικής τουλάχιστον τόσο όσο με εκείνον της καρδιάς.

Την κοιτώ. Ξανά η μοναδική αίσθηση που βάζει μαζί σπλάχνα και μυαλό.

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13