ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα »σάπια» μήλα – Le mele “marce”

του Fiorenzo Angoscini

Giorgio Panizzari, L’albero del peccato, Το δέντρο της αμαρτίας, Colibrì edizioni, Paderno Dugnano (Mi), μάρτιος 2017, σελ. 208, € 14,00

Εκείνη η συμπεριφορά από τον συγγραφέα σε αυτή την εγκληματολογική, την οικονομική κοινωνική και πολιτική ανασυγκρότηση επάνω στο έξω από το νόμο και περιθωριακό προλεταριάτο, είναι μια έρευνα- συνεισφορά που πραγματοποιήθηκε από το εσωτερικό, ζωντανά, σε άμεση επαφή και σε πρώτο πρόσωπο. Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να σταθούμε στο βιογραφικό του Panizzari και τη γένεση του έργου του.

Παιδί του δρόμου, δυνητικός ισοβίτης

Ο Giorgio Panizzari γεννιέται και μεγαλώνει σε μια από τις εργατικές και λαϊκές ‘barriere’, γειτονιές ‘φράγματα’ του Torino.  Νεαρός στη διάρκεια των χρόνων ’60, εκείνα του οικονομικού boom, του αυτοκινήτου εξακοσίων κυβικών, του πλυντηρίου, της τηλεόρασης αγορασμένης με ανταπόδοση που λειτουργούσε με την εισαγωγή εκατό λιρετών, όπως τα jukebox,  και όταν εξαντλούνταν ο χρόνος εισφοράς (κάποιες δεκάδες λεπτών) οι μεταδόσεις διακόπτονταν, η οθόνη γίνονταν μαύρη κι αν επιθυμούσες να συνεχίσεις να ‘απολαμβάνεις’ το θέαμα, έπρεπε να ρίξεις μέσα στην σχισμή άλλα νομίσματα. Της πλαστής ευημερίας είχαν επωφεληθεί επίσης και οι ζώνες μεσαίου-χαμηλού εισοδήματος του ιταλικού πληθυσμού. Μα όχι όλες.

Παρέμεναν αποκλεισμένοι οι συνήθεις, οι τελευταίοι από κάθε άποψη, οι δίχως εργασία, οι πρόσφατα άνεργοι, οι πολιτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Ή ακόμη και εκείνοι που δεν ήθελαν να υποβληθούν στο ζυγό μιας εργασίας αλλοτριωτικής, επαναλαμβανόμενης που θεωρούσαν άχρηστη. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι συνοικιακές άτακτες μπάντες (batterie ή «batere») που αποτελούνταν κυρίως από νέους ανθρώπους που δεν ήταν ακόμα εγγυημένοι εργαζόμενοι, που δεν μπορούσαν πλέον να «εκπαιδευτούν» λόγω της άρνησής τους, αναρχικοί με την έννοια πως ήταν αντίθετοι σε κάθε μορφή συντεταγμένης εξουσίας, σκληροί αντάρτες σε κάθε νόμο. Μικρός υπόκοσμος που «εγκληματεί» για να επιβιώσει, κάποιοι από τους συμμετέχοντες και επειδή δεν ήθελαν , και δεν μπορούσαν να αντέξουν την ιδέα της εκτέλεσης μιας εργασίας σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Ο Panizzari είναι ένας από αυτούς τους νέους περιθωριοποιημένους προλετάριους: ένας κακοποιός του δρόμου.

Κάνει ληστείες και κλοπές. Στα 15 του για πρώτη φορά περνά το κατώφλι ενός τιμωρητικού θεσμού: την φυλακή ανηλίκων Ferrante Aporti. Στη συνέχεια, το τμήμα «Παρατήρησης» δίπλα από τον Οίκο Αναμόρφωσης και, στη συνέχεια, φιλοξενείται στον Φιλανθρωπικό Οίκο για Παραμελημένους Νέους στην Pianezza, στην περιφερειακή ζώνη του Τορίνο. Από αυτό το ίδρυμα «φιλανθρωπίας» αποφασίζει να το σκάσει, έτσι, όταν τον αρπάζουν εκ νέου, χαρακτηρίζεται ως «κοινωνικά επικίνδυνος» και αποδίδεται, «για λόγους ασφαλείας» σε έναν Οίκο Αποκατάστασης: τον σωφρονιστικό του Bosco Marengo (Το), τον χειρότερο της βόρειας Ιταλίας.

Ανάμεσα σε αποφυλακίσεις, αποδράσεις και εκ νέου συλλήψεις, φθάνει στην ηλικία των 17 χρόνων (ιούνιος 1967), όταν τον συλλαμβάνουν εκ νέου, δένοντας τον με το άρθρο a 10: irrecuperabilità sociale, μη ανακτήσιμος κοινωνικά. Αποφεύγει με αυτό τον τρόπο τον εγκλεισμό του σε έναν Οίκο Ααμόρφωσης και τον στέλνουν πίσω στην «Ferrante Aporti». Αλλά η «οξυθυμία» του θεραπεύεται με την αποστολή του στο Κέντρο ψυχιατρικής Παρατήρησης των Φυλακών «Le Nuove».

Στο τορινέζικο σωφρονιστήριο γνωρίζει και συνδέεται με φιλία με τον Giuseppe Avattaneo, διοικητή ‘Caino‘ “πρώην Παρτιζάνο φόβητρο φυλάκων και κρατουμένων…Με το τέλος της Αντίστασης, ο ‘Caino’ την είχε συνεχίσει για λογαριασμό του, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει συνεργάτες των φασιστών και των ναζί, κόσμο που είχε βασανίσει Παρτιζάνους στο διαβόητο στρατόπεδο της οδού Asti, και στην συνέχεια απέδιδε δικαιοσύνη ‘εκτελώντας’ τους με την βοήθεια κάποιου άλλου Παρτιζάνου”.1 Από τα 15 μέχρι τα 20 χρόνια του, παραμένει ελεύθερος όχι περισσότερο από δυο χρόνια.

Τον απρίλιο του ’69 είναι μεταξύ των πρωταγωνιστών της πρώτης μεγάλης διαμαρτυρίας στις φυλακές, εκείνη στο Torino- φυλακή Le Nuove. Μετά την εξέγερση έρχονται οι μαζικές μεταφορές σε άλλα ιδρύματα. Ο Panizzari ύστερα από κάποιες σύντομες στάσεις σε ‘απλές’ φυλακές, αποστέλλεται στο Ποινικό Ψυχιατρικό Άσυλο του Montelupo Fiorentino (Fi). Βγαίνει, αλλά το 1970, στα 21 του, παραδίδεται από μόνος του για να ξεκαθαρίσει πως δεν ήτα ο υπεύθυνος της ληστείας μετά φόνου ενός χρυσοχόου. “Eίναι αθώος, υποστηρίζει, και υπερασπίζεται τον εαυτό του σθεναρά. Όμως οι εφημερίδες τον μετέτρεψαν σε τέρας. Η αναμέτρηση είναι άνιση. Από τη μία πλευρά η ανάμνηση ενός εύπορου από το Κούνεο, από την άλλη η παρουσία ενός χουλιγκάνου, ενός κακοποιού που έτσι κι αλλιώς πρέπει να τεθεί σε θέση να μη μπορεί να κάνει ζημιά. Για τέσσερα χρόνια ο Panizzari αγωνίζεται, σπουδάζει νομικά, προγραμματίζει και στήνει τη υπεράσπιση του, συλλέγει μάρτυρες και μαρτυρίες, αποδέχεται α υποβληθεί σε ψυχολογικά τεστ, πάντα με την ελπίδα πως η κοινωνία θα μπορέσει με αυτό τον τρόπο να πειστεί για την αλήθεια του. Mα για την κοινωνία ένας κακοποιός και επί πλέον έξυπνος είναι ανυπόφορος, είναι μια απόδειξη ενοχής”.2 Η ποινή είναι: ισόβια! “…αφού είχα εθελοντικά παραδοθεί για να με αναγκάσουν να ‘ομολογήσω’ μια ληστεία και έναν φόνο που δεν είχα διαπράξει”.3

Στην έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο η ποινή επιβεβαιώνεται. Ο Panizzari ξεκινά τις περιοδείες του στις διάφορες φυλακές της ‘Όμορφης χώρας’, από βορά προς νότο και αντιθέτως, συμπεριλαμβανομένων των νησιών. Στην φυλακή συναντά τους Adriano Sofri, Guido Viale, Pio Baldelli (‘θύματα’ διαδηλώσεων στους δρόμους και τις πλατείες και ένοχοι τέλεσης αδικημάτων άποψης, σκέψης), τον Agrippino Costa (‘να ελευθερώσουμε τον σύντροφο Costa, έκλεβε πίνακες σαν πραγματικός καλλιτέχνης‘ ), τον Fiorentino Conti (υπεύθυνο της επιτροπής φυλακών της Lotta Continua). Στην Augusta (Sr) ‘πολιτικοποιεί’ τον εφημέριο της φυλακής, Πατέρα Giardina, “…έναν συμπαθέστατο τύπο που δέχονταν να σφυρίζει την ‘Bandiera Rossa‘ σε ανταλλαγή ενός λουκάνικου κι ενός ποτηριού με κρασί”.4

Ξεκινά σχέσεις με τις πρώτες κολεκτίβες φυλακισμένων: εσωτερικές (Le Pantere Rosa) και εξωτερικές (Της γης οι κολασμένοι, I dannati della terra της LC και με τους NAP). Στο Porto Azzurro συναντά τον τορινέζο Martino Zicchitella και γνωρίζει τον ‘τορινέζο’-μετανάστη Sante Notarnicola. Όταν βρίσκεται σε ‘θεραπεία’ (1974) στην Ψυχιατρική Ποινική Κλινική της Aversa (Cs) φθάνει σε αυτόν η θλιβερή είδηση του θανάτου δυο συντρόφων του στρατευμένων στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες,  Nuclei Armati Proletari, των Luca Mantini και Giuseppe ‘Sergio’ Romeo, που σκοτώθηκαν στη διάρκεια προσπάθειας απαλλοτρίωσης μιας τράπεζας στην Φλωρεντία που είχε σχεδιάσει η οργάνωση.5

Συμμετέχει σε εξεγέρσεις και απόπειρες αποδράσεων: αυτή που ήταν η  ‘πιθανότερη’, όμως απέτυχε, εκείνη της Viterbo (μάϊος 1975, όταν βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη η απαγωγή Di Gennaro, που ήταν δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της γενικής διεύθυνσης των σωφρονιστικών ιδρυμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης) μαζί με άλλους δυο ‘nappisti’, τους Martino Zicchitella και Pietro Sofia. Όταν, ιούλιος 1977, κατέστη πλέον επίσημο το κύκλωμα των ειδικών φυλακών, είναι ήδη κρατούμενος στο νησί της Asinara (Ss) όπου είχε φθάσει από την Poggioreale (Napoli), όπου βρίσκονταν για την δίκη στους NAP, που θα του κοστίσει την ποινή των 16 χρόνων και τεσσάρων μηνών επιπλέον κάθειρξης.

Μετά την απαγωγή Moro (16 μαρτίου 1978) είναι μεταξύ των αγωνιστών των Nap, με μόνο τους Pasquale Abatangelo και Domenico Delli Veneri, που εντάσσονται στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse. Δεν περνάει ένας χρόνος και σχεδόν όλοι οι άλλοι μαχητές των Nap θα εισέλθουν στις BR. Μετά την Κόκκινη Εβδομάδα, la Settimana Rossa (19-26 αυγούστου 1978 και 21-23 σεπτεμβρίου 1978), στις 2 oκτωβρίου 1979 ξεκινάη ‘Μάχη της Αζινάρα’, la ‘Battaglia dell’Asinara’, “…μια μάχη την οποίαν ο τύπος και τα μέσα πληροφόρησης αγνόησαν με προσοχή ‘λόγω άνωθεν διαταγών’6 και όταν οι σχέσεις χειροτέρεψαν μέχρι, σχεδόν, τη ρήξη, ο Giorgio Panizzari αναγνωρίστηκε και «χρίστηκε» αντιπρόσωπος των κρατουμένων για να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντική η εκδοχή του Pasquale Abatangelo;7…προσπαθήσαμε μια επανέναρξη της διαπραγμάτευσης, καταφέρνοντας να μιλήσουμε με τον εισαγγελέα του Sassari, που είχε φθάσει άρον άρον στο νησί. O Giovanni Mossa, έτσι ονομάζονταν ο δικαστικός, έκανε την κίνηση να αποδεχτεί την συνάντηση, την αντιπαραβολή, με τον όρο να συναντήσει έναν εκπρόσωπο μας. Στείλαμε τον Giorgio Panizzari, που είχε συνηθίσει στις αδύνατες αποστολές”.

Ξανά, πάντα από το »Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα»Ancora,  ‘Correvo pensando ad Anna‘, μιλώντας για τα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τις προσωπικότητες των πολιτικών ή πολιτικοποιημένων κρατουμένων, γράφει “Δεν ξεχώριζαν διανοητικά, όπως ο Giorgio Panizzari, ο οποίος στο Palmi μπορούσε να κρατά σε απόσταση και να τα φέρνει βόλτα με ταξιαρχίτες ματαιόδοξους και γεμάτους έπαρση”.
Ο Panizzari, όπως αναγνωρίστηκε από τον Σύντροφο του, πρώτα στους Nap, και στην συνέχεια στις Brigate Rosse, ο κακοποιός, ο περιθωριακός και περιθωριοποιημένος, ήξερε να παντρεύει την ‘πρακτική με την γραμματική’, ήταν σε θέση να εκτελεί την ‘τόσο την διανοητική δουλειά όσο και την χειρονακτική’.

Ακριβώς στην καλαβρέζικη φυλακή, ο ‘ανόητος’ που προέρχονταν απ’ την τορινέζικη barriera, διασταυρώνεται με διανοούμενους και καθηγητάκους με τους οποίους πολλοί ήθελαν να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς: “Mα μπόρεσε να  ‘μην λάβει υπ όψιν, να μην κλείσει τους λογαριασμούς’, ούτε προς τον ανείπωτο Toni Negri, o oποίος στις πλάτες του κουβαλούσε ‘ιστοριούλες’ -και λογαριασμούς να ταχτοποιήσει-είχε ήδη αρκετούς και με πολλούς εκείνο τον καιρό”,8 αλλά τρυφερός δεν στάθηκε ούτε με τον ανταγωνιστή του παντοβάνου καθηγητή, Alberto Franceschini (που προέβλεπε για τον Negri το ίδιο τέλος με τον Horst Mahler, πρώην αγωνιστή της Raf που είχε φθάσει στο σημείο να συνεργαστεί με τον υπουργό Εσωτερικών…ή πως θα είχε αυτοκτονήσει, ανίκανος να αντιμετωπίσει το σκληρό βάρος της φυλακής) εκείνο τον καιρό Σύντροφο ‘του’: “εκ των υστέρων, θα μπορούσε κανείς να πει ότι o Θεϊκός Franceschini μιλούσε και για τον εαυτό του …” .9

Στη διάρκεια του 1981 οι Brigate Rosse διασπώνται σε Partito Guerriglia, Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου και Partito Comunista Combattente, Μαχόμενο Κομουνιστικό Κόμμα μετά μια έντονη μάχη, άγρια, σκληρή, έξαλλη που ξέσπασε μέσα στην ‘ειδική’ του Palmi. Ο Panizzari δεν εντάχθηκε σε κανέναν από τους δυο κορμούς. “Η προσωπική μου θέση ήταν ήδη από καιρό εκείνη που στην συνέχεια προσελήφθη από την συνιστώσα ‘Partito Guerriglia’, αλλά δεν θεωρούσα πως η πραγματική κοινωνική-πολιτική δύναμη και αυτή η πολιτική-στρατιωτική της ομάδας που στην συνέχεια προχώρησε με εκείνο το όνομα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει στο ελάχιστο τις θέσεις και τα πολιτικά προγράμματα που είχε κάνει δικά της…Παραδόξως ήταν οι σύντροφοι της συνιστώσας PCC, κι ας ήταν σε επίγνωση των θέσεων  πολύ διαφορετικών απ’ τις δικές  τους, που μου ζήτησαν να παραμείνω μαζί τους κι από θέσεις μειοψηφίας, μα πάνω απ’ όλα-το ίδιο και από την πλευρά μου- έκαναν τα πάντα ώστε να μη μου λείψει μια σχέση αμετάβλητου σεβασμού και εκτίμησης, ακόμη και μέσα στην παρουσία της πιο έντονης πολιτικής απόκλισης”.10

Πλέον ο Panizzari, είναι ένας αδέσποτος σκύλος, ένας δίχως κόμμα. Ως τελική πράξη πολιτικής στράτευσης συνοψίζει τις απόψεις σε «έξι θέσεις» (Το δέντρο της αμαρτίας, L’albero del peccato εν συντομία;) που διανέμει μέσα και έξω από τη φυλακή. Στη συνέχεια επιστρέφει στην περιοχή της προσωπικής μοναξιάς, ξεκινά έναν αγώνα ενάντια σύστημα βασανίζοντας το σώμα του. Το 1983, ενώ φιλοξενούνταν στη φυλακή της Potenza, κόβει το κάτω μέρος της γλώσσας του που προκαλεί μόνιμη αναισθητοποίηση σε ένα μέρος αυτής. Πίσω στο Palmi, για να διαμαρτυρηθεί κατά των περιορισμών της κοινωνικής ζωής στους οποίους υποβάλλονταν (όπως και όλοι οι άλλοι κρατούμενοι), τον νοέμβριο του 1984 ράβει το στόμα και τα γεννητικά του όργανα.

 

Λόγω της δραματικότητας και σκληρότητας αυτής της πρωτοβουλίας θα χρησιμοποιηθεί η άμεση μαρτυρία του: “Προμηθεύτηκα μία βελόνα για χειρουργικά ράμματα και οργανικό νήμα, και ένα βράδυ έραψα το στόμα μου σε τέσσερα σημεία πάνω από τα χείλη, μετά έραψα το δέρμα του πέους στην κορυφή με άλλα τρία σημεία. Στη συνέχεια συνέχισα την κανονική ζωή μου … είχα ράψει το στόμα και το πουλί μου για να δοκιμάσω και να ελέγξω ένα πράγμα του οποίου ήμουν πεπεισμένος: ότι θα ήταν το ίδιο πράγμα!, Δεν θα εκτιμούσα οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ ραμμένου και όχι ραμμένου σώματος … Πως το στόμα το είχα ράψει ως πηγή και κύριο όργανο της γλωσσικής επικοινωνίας, λογικής και ορθολογικής, και το πουλί σαν πηγή κύρια (αλλά όχι και μοναδική) μιας επικοινωνίας του σώματος, αυτών που ένιωθε, αυτών που επιθυμούσε … Αυτό υποστήριζα. Και σίγουρα όχι μόνο (και όχι κυρίως) λόγω των συνθηκών κράτησης στις φυλακές του Palmi”.11

Το 1993, μετά από 23 χρόνια συνεχούς φυλάκισης, κατακτά την ημιελευθερία και την εργασία σε ένα συνεταιρισμό υπολογιστών. Πάλι συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι έχει διαπράξει τρεις ληστείες τραπεζών στην ρωμαϊκή περιοχή, αθωώνεται στο Εφετείο, αλλά η ημιελευθερία έχει ανακληθεί, δεν του «επιστρέφεται» για να διαμαρτυρηθεί ξεκινά μιαν απεργία πείνας. Το 1998, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Oscar Luigi Scalfaro, του χορηγεί μερική χάρη, που ζητήθηκε γι ‘αυτόν από άλλους.

Τον Δεκέμβριο του 2000 συνελήφθη ξανά για μια ληστεία στο υποκατάστημα της Todi (Pg) της τράπεζας Monte dei Paschi di Siena. Σήμερα βρίσκεται σε ημιελευθερία και επιστρέφει να «διανυκτερεύει» στην φυλακή Bollate (Μι).
Εκτός από το ‘Δέντρο της Αμαρτίας’,  “L’albero del peccato” έχει γράψει “La danza degli aghi” (1986), »Ο χορός των βελονών» “…γι αυτό είναι φτιαγμένη η φυλακή , για να επιτηρεί και να τιμωρεί εκείνο που δεν εξημερώνεται, εκείνο που δεν δαμάζεται σύμφωνα με τους κανόνες του χρόνου που μας έχει δοθεί να ζήσουμε” (Rosella Simone);12 την αυτοβιογραφία του, “Libero per interposto ergastolo”, »Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη»(1990), “Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria”, »Το φύλο των αγγέλων. Στον λαβύρινθο της σεξουαλικότητας στις φυλακές» (1991): “Δέκα αληθινές ιστορίες, μεταξύ μίμησης, ανάτασης και δράματος, συνηθισμένης τρέλας εγκλεισμού, έχοντας στο κέντρο την σοβαρή, τραχιά, βασανιστική σεξουαλική- συναισθηματική στέρηση των κρατουμένων. Λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, αυνανισμός, αυτο-καταπίεση, αποξένωση και αλλοτρίωση: το σχιζοφρενικό προαύλιο της κολάσεως των «σωμάτων του εγκλήματος», καταδικασμένων επίσης και πάνω απ ‘όλα σε μια αδύνατη ετεροφυλοφιλία και σε μια ομοφυλοφιλία έτσι κι αλλιώς σε αναστολή και «απαγορευμένη». Στο παράρτημα, μια έρευνα, ένα γκάλοπ μεταξύ των κρατουμένων, και η δραματική ιστορία ενός τρανσέξουαλ κρατουμένου“. (Κέντρο Τεκμηρίωσης Μελετών και Έρευνας στον Λαϊκό Πολιτισμό, Centro di Documentazione Studi e Ricerca sulla Cultura Laica Piero Calamandrei).13

Το φυτό και οι απαγορευμένοι καρποί
Μια πρώτη έκδοση, μειωμένη και μερική σε σύγκριση με την τρέχουσα έκδοση, του « δέντρου της αμαρτίας», δόθηκε στη δημοσιότητα τον σεπτέμβριο του 1983 από την Κολεκτίβα Rebelles στο Παρίσι και τυπώθηκε στα ‘L’ateliers graphiques’ στις Βρυξέλλες. Η υπογραφή του συγγραφέα ήταν: Συλλογικότητα Κομμουνιστών Κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ουσιαστικά σχεδόν όλων των μαχητών των BR κρατούμενων στις φυλακές του Palmi (Rc). Ένα «ιπτάμενο φύλο», εισηγμένο στο εσωτερικό του βιβλίου (σίγουρα μετά την εκτύπωση του ιδίου, σχεδόν σαν τροποποίηση, προληπτική ή με καθυστέρηση;) εξηγούσε τους λόγους, τη φύση και τόνιζε τους χρόνους υλοποίησης του γραπτού. «Αυτό το γραπτό βγαίνει στον τύπο τρία χρόνια μετά τη συγγραφή του (που χρονολογείται στον δεκέμβριο του ’80 / ιανουάριο ’81) και με πρωτοβουλία της κολεκτίβας Rebelles λόγω των δυσκολιών που δημιουργήθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση στην δημοσίευσή του».

Διευκρίνιζε επίσης πως: “Από τον καιρό της εκπόνησης του »πολύ νερό κύλησε κάτω από τις γέφυρες» τόσο για το επαναστατικό κίνημα όσο και για την αντεπανάσταση. Το κέντρο της σύγκρουσης μέσα στο ιταλικό επαναστατικό κίνημα πρόσφατα μετακινήθηκε επάνω σε θέματα διαφορετικά από πολλές απόψεις σχετικά με εκείνα που επεξεργάστηκαν στο βιβλίο: η δημοσίευση του αυτούς τους μήνες θα μπορούσε ακόμη και να εννοηθεί, λανθασμένα, σαν μια θέση που έλαβε το ‘Collettivo Rebelles’ υπέρ των «υποκειμενιστικών» ρευμάτων που ακόμη εξακολουθούν να επιμένουν να θέσουν το φυλακισμένο προλεταριάτο σαν κεντρικό υποκείμενο του επαναστατικού κινήματος ή ακόμα και να χτίσουν μια εικόνα της μητροπολιτικής κοινωνίας καθ’ ομοίωσιν μιας μεγάλης φυλακής … Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξένο σε εμάς από αυτό”.

Από αυτή την σχεδόν αποστασιοποίηση από το περιεχόμενο του βιβλίου, διαισθανόμαστε πως η πραγματοποίηση, δημοσίευση και διάδοση του «εμποδίστηκε, αντιμετωπίστηκε εχθρικά», και συνάντησε, κατά πάσα πιθανότητα, ισχυρή αντίθεση στον «επαναστατικό» χώρο. Όπως θυμίσαμε νωρίτερα, στην διάρκεια του 1981, οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse διασπώνται σε δυο κορμούς : Partito Guerriglia, του οποίου κυριότεροι εκφραστές και υποστηριχτές είναι οι Renato Curcio και Alberto Franceschini (σε αυτό το ‘ρεύμα’, όπως θυμάται ο Pasquale Abatangelo στο “Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna”, εντάσσεται σχεδόν η ολότητα των κρατουμένων αγωνιστών); και Partito Comunista Combattente όπου σαν εγκυρότερα σημεία αναφοράς θα βρούμε, μεταξύ των άλλων, τους Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti. Στην συνέχεια, κάποιοι ‘guerriglieri’, ο Pasquale Abatangelo tμέσα σε αυτούς, εγκαταλείπουν την ομάδα και εντάσσονται στο PCC.

Επιστρέφοντας στις «δικαιολογίες» που συνοδεύουν από τους Rebelles το »Δέντρο», καταλήγουν ως εξής: «Θεωρούμε χρήσιμη τη δημοσίευση του ως εργαλείου για την υποστήριξη της συμμαχίας της εργατικής τάξης και των επαναστατικών οργανώσεων της με τις »περιθωριοποιημένες» προλεταριακές μάζες των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και με τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους λαούς του τρίτου Κόσμου’‘. Η δομή της δημοσίευσης χωρίζεται σε έξι κεφάλαια (διατριβές) σαφώς καθορισμένες και με επιχειρήματα: Ι) Η προέλευση και τα δομικά χαρακτηριστικά του εκτός νόμου προλεταριάτου, ΙΙ) Οι μορφές οργάνωσης, αγώνα και συνείδησης των εκτός νόμου III) Φυλακή και σωφρονιστική πολιτική, IV) Φυλακές και πολιτικό κίνημα του φυλακισμένου προλεταριάτου, V) Τέσσερις πολιτικές θέσεις, VI] Στοιχεία προγράμματος.

Γι αυτή την θεωρητική συνεισφορά μιλά και ο Pasquale Abatangelo:14

 

“Από την φυλακή του Palmi είχε βγει ένας τόμος με τίτλο ‘L’albero del peccato’, ‘Το δέντρο της αμαρτίας’, που συγκέντρωνε το υλικό μιας μεγάλης εργασίας που ξεκίνησε στην Asinara (πιθανότατα αναφέρεται στο λεγόμενο “Documentone” και σε εκείνο που θεωρείται η συνέχεια του και επέκταση: »Η μέλισσα και ο Κομουνιστής», “L’Ape e il Comunista “ n.d.a.)15στην οποίαν ο ιστορικός μετασχηματισμός των προσώπων της εγκληματικότητας προτείνονταν σαν επεξηγηματικό κλειδί της μοίρας του μητροπολιτικού προλεταριάτου”.

Μαζί με αυτές τις  επεξεργασίες υπάρχουν και άλλες δουλειές του χώρου, που νοείται ως Partito Guerriglia. Εκτός απ’ το πραγματικό ιδρυτικό μανιφέστο16  το δυνατό υποστηρικτικό κομμάτι υπογράφεται από εκείνους που θεωρούνται οι δυο πιο έγκυροι κρατούμενοι αγωνιστές: Renato Curcio και Alberto Franceschini. Ο τίτλος του είναι “Gocce di sole nella città degli spettri” »Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη», το οποίο, μετά  από ένα συντακτικό πρόλογο, έναν πρόλογο του Pio Baldelli, έχει μια σελίδα που τιτλοφορείται ‘Prima di tutto‘ , ‘Πρώτα απ’ όλα’ που μεταφέρει το απόσπασμα από τα λόγια του Marx: “…από τους χρόνους του Αδάμ το δέντρο της αμαρτίας είναι την ίδια στιγμή το δέντρο της γνώσης…17

Ο Pasquale Abatangelo το χαρακτηρίζει “Μια περαιτέρω ώθηση προς την «πολυπλοκοποίηση» του μαρξιστικού παραδείγματος προς την κατεύθυνση μιας πιο προσεκτικής εξέτασης των εποικοδοκητικών στοιχείων της ταξικής πάλης18. Μοναδικές φωνές έξω από τον χορό, σε σχέση με την πλειοψηφική τάση, Andrea Coi, Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti των Brigate Rosse-Partito Comunista Combattente οι οποίοι με τo Πολιτική και Επανάσταση, con Politica e Rivoluzione19 απευθύνουν “…μια οξεία κριτική, εμπνευσμένη από έναν σταθερό και  ‘παραδοσιακό’ μαρξισμό, των θέσεων που παρουσιάστηκαν από τους Curcio και Franceschini…” (P. Abatangelo, cit.).

Η έκδοση που δημοσιεύτηκε πρόσφατα του κειμένου του Panizzari, με πρωτοβουλία του Κέντρου Περιφερειακών Μελετών, Centro Studi Territoriali «Ddisa» του Lentini (Sr) και τη φροντίδα του Κέντρου Πρωτοβουλίας, Centro d’Iniziativa «Luca Rossi» του Μιλάνο, στη συντακτική εισαγωγή, θυμίζει πως »μια πρώτη εκδοχή του βιβλίου, αντιστοιχεί περίπου στα κεφάλαια III και IV του παρόντος τόμου «.
Ο συγγραφέας, στον πρόλογο (που συντάχθηκε το 2015, δυο χρόνια πριν τυπωθεί) τονίζει αυτά τα χαρακτηριστικά σχετικά με τις σκέψεις και τις έρευνες του, η επεξεργασία “κλείνει το 1989, μα η κυοφορία του είχε διαρκέσει μια  δεκαριά χρόνια μέσα σε τεράστιες δυσκολίες…το κείμενο που ακολουθεί έχει συνεπώς σε πρώτη φάση την αξία της μαρτυρίας…”. Αν και σταματά στο τέλος των χρόνων ογδόντα διατηρεί τα χαρακτηριστικά του, ενδιαφέροντος και ιδιαιτερότητας, πρωτοτυπίας και επικαιρότητας. Έτσι, δεν περιορίζει, δεν είναι ένα όριο, έστω και προσωρινό, αλλά η ένδειξη μιας περιόδου που καλύπτει την «χειρότερη» δεκαετία που μας έλαχε να διασχίσουμε.

Aντιμετωπίζει, εν επιγνώσει του σκοπού, τα χαρακτηριστικά του «εγκλήματος», έτσι όπως ξετυλίχτηκαν από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, τις τροποποιήσεις και την προσαρμογή στις μεταβολές των εποχών, καθώς και την εξέλιξή του. Συγκρίνει τις διάφορες σχολές σκέψης που αναπτύχθηκαν για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκληματικότητας. Από τις πιο αμβλείς και αντιδραστικές μέχρι τις «πεφωτισμένες», τις σύγχρονες με την «άνοδο των σοσιαλιστικών ιδεών» που θεωρούσαν την εγκληματικότητα »… ένα υποπροϊόν των στρεβλώσεων της εκβιομηχάνισης και της υποβάθμισης που αυτές οι στρεβλώσεις προκαλούσαν σε ορισμένες κοινωνικές τάξεις … και πως ο εγκληματίας ήταν ένα θύμα της κοινωνίας «.

Εντοπίζει και σημειώνει, την «ταξική» ποικιλομορφία του εγκλήματος: «η πατενταρισμένη πορνεία, η άμεση υλική κλοπή, η κλοπή με διάρρηξη, ο φόνος και η ληστεία, η παραβατικότητα για τις κατώτερες τάξεις, ενώ η ειδικευμένη λεηλασία, η έμμεση και εκλεπτυσμένη κλοπή, η επιδέξια αξιοποίηση του ανθρώπινου κοπαδιού, η προδοσία υψηλής τακτικής, η υπερβατική πονηράδα, τέλος, όλα τα ελαττώματα και όλα τα «αληθινά προσοδοφόρα» εγκλήματα, κομψά, που ο νόμος είναι πολύ καλά εκπαιδευμένος για να αγγίξει, παραμένουν το μονοπώλιο των ανώτερων τάξεων»..20
Τα παραδείγματα και οι σκέψεις δεν αφορούν μονάχα στο ιταλικό έδαφος, αλλά αγκαλιάζουν επίσης γηραιά και νέα ήπειρο.

Έτσι όπως έρχονται στη μνήμη μας οι διαφορετικές προσεγγίσεις των εγκληματολόγων, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές «πριν από την εποχή τους», ‘ante litteram’. Η ανάπτυξη του φαινομένου του περιθωριακού και παράνομου προλεταριάτου μπορεί να αποδοθεί σε κάποιους παράγοντες καπιταλιστικής υπερπαραγωγής: τους πολέμους,την αύξηση του πληθυσμού, την ανεργία, την υπό- εργασία, την επισφαλή και ακάλυπτη («Τρόποι παραγωγής της εγκληματικότητας»). Επιπλέον, «ο κλάδος της εκτός νόμου εργασίας, υπό την πίεση των ‘καταναλωτών χωρίς μισθό’ κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια έχει εκτοξευτεί και πολυπλοκοποιήθηκε».

Ο Panizzari, αναλύοντας αυτές τις αλλαγές κοινωνικές-οικονομικές-πολιτικές χρησιμοποιεί τα κλασικά εργαλεία του μαρξισμού τα οποία συμπληρώνει με  “μια ειλικρινή αντιμετώπιση, άμεση, αυστηρή”. Όπως θα έλεγε μια συγκεκριμένη φιλολογική μεθοδολογία 21 μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε άμεσα ‘επί τόπου’.
Έτσι, χειρίζεται τους Marx-Engels, Foucault, Marcuse, Lombroso και Beccaria όπως πολλούς άλλους ‘ειδικούς’, συγγραφείς, οικονομολόγους, και επιστήμονες του εγκλήματος. Mα, έμμεσα, συμβουλεύεται επίσης και τους  ‘συνεργούς’ πολλών επιδρομών. Και, το ‘-σώμα-corpus’ της έρευνας του επικεντρώνεται στον πιο αδύναμο και ευάλωτο του περιθωριακού προλεταριάτου, εκείνο που είναι φυλακισμένο.

Τα κεντρικά κεφάλαια, όχι μόνο τυπογραφικά, είναι αφιερωμένα στην ταυτοποίηση και ανάλυση του πως καθορίζονται αυτές οι ‘νέες’ κοινωνικές και οικονομικές φιγούρες: “Χρόνοι και μέθοδοι της εκτός νόμου εργασίας” (“…εκτός νόμου δεν είναι εκτός κοινωνίας, δεν σημαίνει ούτε καν ακοινωνικός: είναι προϊόν εξαιρετικά κοινωνικό”), καθώς και στην περιγραφή (που δεν έχει αποδυναμωθεί) από την μεγάλη μάζα των  ‘άμισθων’ (με την κλασική έννοια αυτού που, δευτερευόντως εργαζομένου, λαμβάνει ένα μισθό σε ανταλλαγή μιας παροχής,  ως επί το πλείστον χειρωνακτικής) έγκλειστης: “Το φυλακισμένο τμήμα του εκτός νόμου προλεταριάτου στην Italia και τα μακρά του χρόνια εβδομήντα”.

Αφού εξέτασε τα πιο πολιτικά πρόσφατα γεγονότα (εξεγέρσεις, αγώνες, απόπειρες απόδρασης, ιδεολογικές διασπάσεις και διαχωρισμούς, και ανθρώπινους, διαστάσεις-διαχωρισμούς και  ‘μεταμέλειες’) η τελευταία παράγραφος αυτής της πλευράς έχει τον τίτλο που σημαίνει πολλά “Και εξακολουθεί να είναι αγορά – Ed è ancora mercato”. Που ολοκληρώνεται με αυτό τον τρόπο: “…στις 31 μαρτίου 1988 το υπουργείο Δικαιοσύνης πληροφορούσε πως οι φυλακισμένοι σε κατάσταση πραγματικής κράτησης ανέρχονταν στον αριθμό των 36.179, ενώ το 1970 ήταν 35.000! Και υπενθυμίζει τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Επιτροπή έρευνας της Πρωθυπουργίας, πως το 1987 σημειώνονταν 8,3 εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι …Προφανώς, κατά τη διάρκεια του «δεύτερου οικονομικού θαύματος», όχι όλοι οι πολίτες ως εκ θαύματος διασώθηκαν! Και καμιά σωφρονιστική πολιτική, πιστεύω, μπορεί να υποκαταστήσει τα θαύματα».

Μέσα στη δουλειά του, ο Panizzari, περιγράφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεγάλων ιταλικών εγκληματικών οργανώσεων στο πεδίο δράσης του χώρου έξω από το νόμο, τις“…’τρεις αδελφές ’ ή, όπως αναφέρει η προφορική κουλτούρα τους, ‘τρεις ιππότες ενωμένοι από μια συμφωνία αίματος’”: Cosa Nostra, ‘Ndrangheta, Camorra- Κόζα Νόστρα, Ντρανγκέτα, Καμόρα. Έτσι όπως υπογραμμίζει την διαφορετικότητα της μεταμέλειας, σε σχέση με τους ‘πολιτικούς’, των συνεργατών σε αυτές τις ‘πολυεθνικές τους εγκλήματος’.

Η τρέχουσα έκδοση του “L’albero del peccato” ολοκληρώνεται με τον συγγραφέα που θυμάται μια ολόκληρη σειρά δυναμικών και  ‘αξιών’ ιδίων του εκτός νόμου για να τονίσει πως “Αυτός που μεγάλωσε μέσα στην ηθική του δρόμου, στην αργκό γλώσσα της νύχτας, στα τελετουργικά των αναμορφωτηρίων και των ανακρίσεων της αστυνομίας μπορεί πολύ σωστά να πει πως πραγματοποίησε μια πρώτη μυητική λειτουργία για την πλήρη ένταξη του σε ένα συγκεκριμένο ενήλικο κόσμο ”.


  1. Giorgio Panizzari, Libero per interposto ergastolo. Carcere minorile, riformatorio, manicomomio criminale, carcere speciale: dentro le gabbie della Repubblica, Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη. Φυλακές ανηλίκων, αναμορφωτήριο, ποινικό ψυχιατρείο, ειδικές φυλακές μέσα στα κλουβιά της Δημοκρατίας, Kaos Edizioni, Milano, gennaio 1990  
  2. Αρχείο, Archivio Franca Rame Dario Fo, Soccorso Rosso Κόκκινη Βοήθεια – 1969. Παρέμβαση της Franca Rame στην παρουσίαση του βιβλίου του Giorgio Panizzari “La danza degli aghi”, »Ο χορός των βελόνων», 22.11.1986  
  3. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  4. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  5. Βλέπε https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/  
  6. G: Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  7. Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Εκδόσεις-Edizioni Dea, Firenze, marzo-μάρτιος 2017  
  8. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  9. G. Panizzari, cit.  
  10. G. Panizzari, cit.  
  11. G. Panizzari, cit.  
  12. Giorgio Panizzari, La danza degli aghi, Ο χορός των βελόνων, Cooperativa Apache, Roma 1986 edκαι Εκδόσεις Edizioni Ddisa, Lentini (Sr) 2015  
  13. Giorgio Panizzari, Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria, Το φύλο των αγγέλων. Μέσα στον λαβύρινθο της φυλακισμένης σεξουαλικότητας, Kaos Edizioni, 1991  
  14. P. Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, cit.  
  15. Κολεκτίβα Φυλακισμένων Κομουνιστών των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Collettivo Prigionieri Comunisti delle Brigate Rosse, L’Ape e il Comunista, Η μέλισσα  και ο Κομουνιστής, Φυλακή-Carcere di Palmi 1980, Διεθνής Ανταπόκριση, Corrispondenza Internazionale, anno-έτος VI , nn. 16/17, Roma, dicembre-δεκέμβρης 1980  
  16. Brigate Rosse-Partito della Guerriglia, Tesi di fondazione del partito, Ερυθρές Ταξιαρχίες-Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου, Θέσεις ίδρυσης του κόμματος, δεκέμβρης dicembre 1981, στο Σχέδιο Μνήμης, τα γραμμένα λόγια, Progetto Memoria, Le parole scritte, Roma, 1996  
  17. R. Curcio και A. Franceschini, Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη, Διεθνής Αλληλογραφία, Gocce di sole nella città degli spettri, Corrispondenza Internazionale, έτος anno VII, παράρτημα supplemento ai nn. 20/22, Roma, dicembreδεκέμβρης 1982  
  18. P. Abatangelo, cit. 
  19. A. Coi, P. Gallinari, F. Piccioni, B. Seghetti, Politica e Rivoluzione, Πολιτική και Επανάσταση, Giuseppe Maj ΕκδότηςEditore, Milano, dicembreδεκέμβρης 1983  
  20. dαπό το “La Phalange”, ΠαρίσιParigi, 10 δεκεμβρίουdicembre 1838  
  21. Η σύγχρονη φιλολογία χωρίζεται σε δύο κύριες κατευθύνσεις: από τη μία πλευρά υπάρχει η τάση να βρίσκει, να ανοικοδομεί και να ερμηνεύει κείμενα (μελέτη της προφορικής μαρτυρίας), και από την άλλη να αναδεικνύει και να ερμηνεύει γεγονότα κάθε είδους που βοηθούν στην κατανόηση των ίδιων των κειμένων: μελέτη των πραγμάτων  

Share

TAGGED WITH →

https://www.carmillaonline.com/2017/06/14/le-mele-marce/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Από κοινωνικός αντάρτης κομμουνιστής αγωνιστής, χωρίς να χάσει την τρυφερότητα – Da ribelle sociale a militante comunista, senza perdere la tenerezza

του Fiorenzo Angoscini

annaPasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Εκδόσεις Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Παραφράζοντας τον Bertolt Brecht, και ίσως να βιάσουμε λιγάκι κάποια ερμηνεία του, στέκεται σαφές ότι «ο κομμουνισμός είναι ένα απλό πράγμα, δύσκολο να το κάνεις ’,1 θεώρηση κατάλληλη στην διήγηση της ιστορίας-εμπειρίας ζωής του Pasquale Abatangelo που καταλήγει, επίσης, να συμπίπτει με την ιστορία της γέννησης, της μικρής διάρκειας και της καθοδικής παραβολής των Ενόπλων Προλεταριακών Πυρήνων.

Είναι η ιστορία ενός «επιστρέφοντος μετανάστη», του οποίου οι παππούδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους για να παν στην Ελλάδα λόγω της φτώχειας που διανέμονταν ελεύθερα από την μοναρχία των Savoy, ενώ οι γονείς (που γεννήθηκαν στην Πάτρα) υπήρξαν μεταξύ των πολλών θυμάτων ενός εγκληματικού καθεστώτος, αποικιοκρατικού αλλά κουρελιάρικου συγχρόνως, με ευνουχισμένες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες.
Έτσι, οι ιταλοί της Ελλάδας, gli skylofraghi- οι σκυλόφραγκοι: ‘cani italiani’, »ιταλικά σκυλιά», χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την ελληνική χερσόνησο, μιας και “ Είκοσι χρόνια επιθετικής πολιτικής του φασισμού, η κατάληψη της χώρας και η συμμαχία με τους Ναζί, δεν άφηνε περιθώρια για πολλές διακρίσεις … Η ενοχή της πατρίδας καταγωγής στιγμάτιζε κάθε άνδρα και γυναίκα ιταλικής προέλευσης. Λόγω του φασισμού, αυτοί οι άνθρωποι έχασαν την αξιοπρέπεια του πολίτη, και σύντομα τα σπίτια και κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν”.

Είναι εντυπωσιακό να εξακριβώνουμε, ακόμα περισσότερο στην επιλήσμονα Ιταλία του σήμερα που επικαλύπτει με επιθετικά επίθετα τους μετανάστες, πως η περιφρόνηση, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εις βάρος των ιταλών μεταναστών ήταν κοινές και σε άλλες δυτικές χώρες: στην Ελλάδα ήταν »ιταλικά σκυλιά», στο Βέλγιο, όταν οι συμπατριώτες μας πήγαιναν να »γεμίσουν αέρια» στα ορυχεία της Βαλλονίας, στις βιτρίνες των μπαρ, καταστημάτων και δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, ξεχώριζαν πλακάτ που έγραφαν: ‘απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και ιταλούς’ . Πάντα στο τεχνητό βελγικό κράτος, αλλά και σε αυτή την πολύ πολιτισμένη Ελβετία, χρησιμοποιούσαν την απόστροφο με ένα προσβλητικό «ιταλοί, cìngali» (τσιγγάνοι). Προσθέτοντας, σε αυτή την περίπτωση, την φυλετική διάκριση σε αυτή την εθνική.

 

Η οικογένεια Abatangelo, με καταγωγή από την Puglia, με αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Italia.
Αποβιβάστηκαν στο Bari, μετακόμισαν στην Bologna “σε ένα εμπορικό τρένο επάνω που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά ζώων…βρήκαν καταφύγιο σαν τα ζώα μέσα στους στάβλους για άλογα ενός στρατιωτικού στρατοπέδου…ύστερα από έξι μήνες παραμονής στην Bologna σε εκείνες τις συνθήκες, έλαβε χώρα μια νέα μετακίνηση…προορισμός ήταν η Firenze, σε ένα παλιό στρατόπεδο που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον και είχε μετατραπεί σε κέντρο προσφύγων”.
Η οικογένεια Abatangelo, που στην αρχή αποτελούνταν από οκτώ άτομα, στην οποίαν προστέθηκαν οι Nicola και Pasquale (που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1947 και το 1950, στην Φλωρεντία ), υποχρεώθηκε να ζει για τουλάχιστον (1946-1956) μέσα σε μια κάμαρα “σε συγκατοίκηση με άλλες έξι οικογένειες, σε ένα σύνολο πενήντα ανθρώπων”.

Επιτέλους οι Abatangelo, το 1956, μετακομίζουν  “στις νέες λαϊκές κατοικίες που είχαν επ ευκαιρίας χτιστεί για τους πρόσφυγες…ήταν διαμερίσματα των σαρανταπέντε τετραγωνικών μέτρων χωρισμένων σε τρία δωμάτια, συν το μπάνιο…σε εμάς που ήμασταν δέκα έδωσαν δυο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο, που συγκοινωνούσαν με μια μικρή ταράτσα”. Αληθινά «το ελάχιστο δυνατό», αν και δεν βρισκόμασταν πλέον σε κατάσταση στρατιωτικού στρατωνισμού. Η εξαθλίωση, ανάγκασε το καλοκαίρι του 1957 την ιταλο-ελληνική οικογένεια να στείλει τον Pasquale σε ίδρυμα, στην Casa Pia del Lavoro της οδού Montedomini, όπου βρισκόταν ήδη ο Nicola.

Το οίκημα ήταν πολύ μεγάλο και φιλοξενούσε, αν μπορώ να το πω έτσι, παιδάκια, εφήβους, νεαρούς ενήλικες, ηλικιωμένους και γέρους σε αρκετά κακή κατάσταση, συχνά άρρωστους και κοντά στο θάνατο. Μέσα σε αυτό το θλιβερό περιβάλλον συγκατοικούσαν παιδιά του κανενός που προέρχονταν από ορφανοτροφεία, παιδιά ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και συντρίμμια στο τέλος της κούρσας, που είχαν απλά εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Με λίγα λόγια, όλοι οι απόβλητοι”. Προθάλαμος της φυλακής για τους νέους, του νεκροταφείου για τους ηλικιωμένους. Αυτή η δραματική, ανήμπορη αλλά ρεαλιστική μαρτυρία του συγγραφέα που, σε αυτό το «προαύλιο της κολάσεως», εξακολουθεί να παραμένει για να τελειώσει το γυμνάσιο, σχεδόν στα δεκαέξι του.

Και πριν ακόμη κλείσει τα δεκαέξι, ο Pasquale, υφίσταται την πρώτη σύλληψη (μαζί με τον Nicola και έναν ξάδελφο) με κράτηση σε φυλακές ανηλίκων. Η σύλληψη, την οποία θεωρεί άδικη, αβάσιμη, συνέπεια πρακτικών χειραγωγημένων, τον πείθει όλο και περισσότερο ότι δεν θέλει να εισέλθει »στον κύκλο της κόπωσης και της κοινωνικής πειθαρχίας ‘’.
Εν μέσω όλων αυτών των απότομων και ξαφνικών αναταραχών-ανατροπών συναντά την Άννα, την αγάπη του. Και μιλά για την εξέλιξη της σύνθετης και πολύπλοκης ζωής τους (βιαστικές εξαφανίσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, παρανομία, πολιτική στράτευση, ειδικές φυλακές με ταραχές και εξεγέρσεις, ξυλοδαρμούς, απομόνωση, απαγόρευση συνομιλιών και συναντήσεων στις φυλακές μετά από ημέρες ταξιδιού και διασχισμένα χιλιόμετρα, ή μόνο μέσω ενδοεπικοινωνίας,διαχωρισμένοι, αυτή και πολύ συχνά και τα παιδιά, από ένα γυάλινο τοίχο), αλλά σταθερή σχέση, η οποία διέσχισε σχεδόν μισό αιώνα. Περιγράφει τα συναισθήματα, τα αισθήματα, την οργή και τον πόνο τους.

Έξω από τον φράκτη του καθωσπρεπισμού κάνει τις πρώτες κλοπές και ληστείες προς όφελος »και προσωπική του χρήση». Συλλαμβάνεται, συναντά στην φυλακή έναν αγωνιστή της επαναστατικής αριστεράς, τον Luca Mantini, φιορεντίνο στρατευμένο στη Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας, που τον ‘βοηθά’ να πάει ακόμη παραπέρα, να παντρέψει την ανταρσία και την εξέγερση με τον αγώνα και να μοιραστούν τα αυθεντικά ιδανικά της αλληλεγγύης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Μαζί με τον Mantini ο οποίος, εγκαταλείπει την LC και συστήνει την Επιτροπή, Comitato George Jackson, οργανώνοντας πρωτοβουλίες υποστήριξης στους φυλακισμένους,  αρχίζει να εντοπίζει σαν ‘συνένοχη’ εκείνη την πλούσια πλευρά περιθωριακού προλεταριάτου που εποικεί τις φυλακές και που προώθησε  καλλιέργησε και ανέπτυξε το κίνημα αγώνων στις φυλακές στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, αρχές εβδομήντα, στο οποίο έχουν τις ρίζες του και ξεκινούν τη δράση οι Nuclei Armati Proletari, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ακριβώς εκείνη την περίοδο κατά την οποίαν και διάφορες φιγούρες από τους παράνομους, dagli extra-legali, αρχίζουν να γνωρίζουν προσωπικά την σκληρότητα της φυλακής, συνέπεια του κύκλου αγώνων του ’68-’69. Φοιτητές, εργάτες, διδάσκαλοι περνούν τις πύλες και τα κάγκελα των διαφόρων σωφρονιστικών κέντρων ως αποτέλεσμα συγκρούσεων με την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους, καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δράσεις μαχητικού αντιφασισμού και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

anna1Πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζουν ενότητες συγκεκριμένες που ασχολούνται με το ζήτημα του εγκλεισμού. Η πιο δραστήρια και γνωστή είναι δίχως άλλο εκείνη της LC, που αφιερώνει στον περιοδικό τύπο της μια σταθερή αρθρογραφία: ‘I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι’ . Τον ιούνιο 1972 δημοσιεύει ένα βιβλίο, Να ελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, που “συλλέγει ντοκουμέντα, γράμματα, ειδήσεις και χρονικά γραμμένα από κρατουμένους που διατήρησαν μια συνεχή πολιτική σύνδεση και δεσμό με τους εξωτερικούς πυρήνες παρέμβασης στις φυλακές της Lotta Continua”. Έναν χρόνο αργότερα διαδίδει το Αναλάβαμε την ελευθερία να αγωνιζόμαστε. Το μαζικό κίνημα των φυλακισμένων από τον ιανουάριο στον σεπτέμβριο ’73 – Ci siamo presi la libertà di lottare. Il movimento di massa dei detenuti da gennaio a settembre ‘73.2

Πάντα σε εκείνες τις αρχές των χρόνων εβδομήντα, αναφορικά μονάχα σε ιταλούς συγγραφείς, δημοσιεύτηκαν ειδικές εργασίες και στοχευμένες, που πραγματοποιήθηκαν από έναν δημοσιογράφο συγγραφέα ανεξάρτητο, από έναν κοινωνιολόγο πρώην φυλακισμένο, και πρώην φασίστα 3 ‘που μεταστράφηκε’ στην φυλακή προς την αριστερή στράτευση και από μιαν πολιτική δραστήρια αγωνίστρια. L’ “Inchiesta sulle carceri”, η »Έρευνα επάνω στις φυλακές» του Emilio Sanna, γραπτή μεταφορά μιας τηλεοπτικής μετάδοσης, Μέσα στην φυλακή, Dentro il carcere, επάνω στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα, που μεταδόθηκε σε τρία επεισόδια από το δεύτερο κανάλι Rai4 . Ο Giulio Salierno, μαζί με τον Aldo Ricci, πραγματοποιεί στη συνέχεια μια έρευνα επάνω στις ιταλικές φυλακές, που αναγνωρίστηκε σαν σημείο αναφοράς – σαν ορόσημο στην κοινωνιολογία της ποινής στην Italia5 . Tέλος ο Salierno πραγματοποιεί μια έρευνα επάνω στο υποπρολεταριάτο “για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική στο πρόβλημα της συμμαχίας μεταξύ εργατικής τάξης και ‘Lumpenproletariat’” και σπεύδει να προσδιορίσει: “Αυτή η εργασία δεν είναι και δεν θέλει να έχει καμιά συνολική απαίτηση, ούτε αντιπροσωπεύει μια τελική ανάλυση για το πρόβλημα του υποπρολεταριάτου-του οποίου αυτός ο ίδιος ο ορισμός πρέπει να αξιολογηθεί και να επαληθευτεί-αλλά απλούστατα αποτελεί μια εισαγωγή, ένα ερέθισμα, μια συμβολή στην συζήτηση και την μελέτη του ιδίου”.6

Κλείνουμε αυτό το εκδοτικό παράθυρο με την έρευνα της Irene Invernizzi,  Η φυλακή ως σχολή επανάστασης, αφιερωμένη με σημασία  ‘Στους μάρτυρες της Άττικα-Ai martiri di Attica’,7 που διευκρινίζει: “Εάν η οργάνωση και η εκπόνηση αυτού του βιβλίου είναι δικές μου, η επεξεργασία του είναι φρούτο της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας αγωνιστών της Lotta Continua οι οποίοι, ξεκινώντας από την άνοιξη 1971, έθεσαν στους εαυτούς τους το πρόβλημα της φυλακής σαν αντικείμενο πολιτικής παρέμβασης, και φυσικά πολλών κρατουμένων με τους οποίους είχαμε επαφή”. 8

anna 2Ο Abatangelo, έχοντας εισέλθει στην φυλακή ‘κακοποιός’, βγαίνει από αυτήν με μια πολιτική συνείδηση  χάρη στο  κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα και γύρω από αυτήν. Κι έτσι το καλοκαίρι του 1974 αποφασίζει, μαζί με κάποιους συντρόφους φιορεντίνους της κολεκτίβας ‘George Jackson’ να πάρει μέρος στους NAP. Μια οργάνωση ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση αλλά ήδη παρούσα στη Napoli και στη Roma. Στις 2 oκτώβρη με δεδομένη την πρώτη δημόσια δράση των νεο συσταθέντων ‘Πυρήνων’: ένα αυτοκίνητο, εξοπλισμένο με μεγάφωνο, διαδίδει ένα ακουστικό μήνυμα μπροστά, αντίστοιχα, στις φυλακές της Napoli, Milano και Roma-Rebibbia. Στο τέλος του μαγνητοφωνημένου μηνύματος τα αυτοκίνητα καταστέφονται με έκρηξη. Λίγες ημέρες αργότερα γίνεται προσπάθεια επανάληψης της πράξης μπροστά στις φυλακές Murate της Firenze. Λόγω τεχνικής βλάβης δεν υπάρχει καλό τέλος.

Mα είναι στη διάρκεια της 29 oκτωβρίου που καταγράφεται το αληθινό ‘βάπτισμα του πυρός’. Για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να αγοραστεί ένα μεγάλο φορτίο όπλων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» σε μια τράπεζα. Διάφοροι λόγοι και απρόβλεπτες καταστάσεις υποχρεώνουν τους nappisti να κατευθύνουν τη δράση της σε ένα πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που είχαν εντοπίσει και μελετήσει. Η επιλογή πέφτει επί της τραπέζης Cassa di Risparmio της Φλωρεντίας, στο κατάστημα της Piazza Leon Battista Alberti, που γνώριζε ακριβώς ο Pasquale Abatangelo διότι την είχε ληστέψει έναν χρόνο πριν.

Στο βιβλίο του ο, Abatangelo, στέκεται στον τραγικό επίλογο της προσπάθειας απαλλοτρίωσης: “Η ληστεία της Piazza Alberti και ο θάνατος των Luca Mantini και Sergio Romeo προκάλεσαν μια τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη και στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του ιταλικού ανταρτοπόλεμου μετά τον Giangiacomo Feltrinelli, και η δυναμική των γεγονότων δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μια παγίδας, μιας ενέδρας των καραμπινιέρων απέναντι μας. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η αλήθεια είναι πως πολλά εξαρτήθηκαν από την τύχη και το πείσμα μας…Mα χρειάζεται  να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε τα λάθη και να κοιτάξουμε κατάματα τα πράγματα. Έχουμε λαθέψει στη βιασύνη τόσο στην τελευταία συνάντηση, όσο και στον τομέα της ενέργειας, της δράσης. Η παρτίδα των όπλων ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά όχι τόσο ώστε να επιτρέψει μια ληστεία χωρίς μια σοβαρή και ενδελεχή έρευνα … Και δεν πέσαμε επάνω σε ενέδρα ”.

Το Rosso, εφημερίδα μέσα στο κίνημα, στην ειδική έκδοση ‘Ενάντια στην καταστολή,Contro la repressione’, του μαρτίου-απριλίου 75, είχε αφιερώσει μια ανακατασκευή (σελ. 68-73) πλούσια σε φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα και υποθέσεις ‘ευφάνταστες’ πιέζοντας πολύ και τον τίτλο: “Η ενέδρα της Firenze”. Τώρα, ο Pasquale Abatangelo, καθαρίζει το πεδίο από παρεξηγήσεις και φαντασία, την αποκαθιστώντας μια για πάντα τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των συμβάντων.

anna 3Οι NAP υπήρξαν μια οργάνωση ένοπλη αυθεντική και ιδιαίτερη, ένα ενδιαφέρον μείγμα πολιτικών αγωνιστών και πρώην ‘κακοποιών’-προλετάριων κρατουμένων-περιθωριακών, με δυο (κυρίως) υλικοτεχνικά-επιχειρησιακά κέντρα: εκείνο της Firenze, στα κέντρο βόρεια, και εκείνο της Napoli, στο  νότο. Η διάρκεια της δραστηριότητας τους, σχετικά σύντομη, ξεκινά τον οκτώβρη ’74 και τελειώνει, κατά προσέγγιση, τον ιούλιο του ’77 ,με τον θάνατο του Antonino Lo Muscio στη Roma, πρώην φυλακισμένου προλετάριου και τέκνου μιας κομουνιστικής οικογένειας του Pci. Η πολιτική-στρατιωτική δράση της οργάνωσης είναι γεμάτη, όπως ξεκαθαρίζει και μαρτυρεί ο Abatangelo, από απροσεξία, αυτοσχεδιασμό, αποδιοργάνωση και βολονταρισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές δράσεις αποτυχημένες, ή που κατέληξαν με τρόπο τραγικό, από την άποψη του υψηλού αριθμού των ανθρωπίνων ζωών που θυσιάστηκαν: Luca και Annamaria Mantini, Sergio Romeo, Giovanni Taras, Martino Zicchitella,9 Vito Principe, Tonino Lo Muscio, Alberto Buonoconto .

Ο Pasquale Abatangelo έζησε, παρά την θέληση του, όλους τους διάφορους βαθμούς εγκλεισμού: από το ίδρυμα στην σούπερ φυλακή με συμπλήρωμα το άρθρο 90 και «τις ακτίνες του θανάτου». Στη φυλακή, όπου παρέμεινε κλεισμένος συνεχώς για περισσότερα από 20 χρόνια, έγινε κομμουνιστής, υπέφερε τον πόνο του πολιτικού διαχωρισμού από τους συντρόφους του.

Θα είναι μεταξύ των τριών αγωνιστών των ΕΠΠ, οι οποίοι θεωρώντας πως έχει εξαντληθεί η εμπειρία nappista, αρχικά θα ενταχθούν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: εκτός από τον ίδιο, ο Domenico Delli Veneri και ο Giorgio Panizzari. Στη συνέχεια, και άλλοι μαχητές, θα εφαρμόσουν την ίδια επιλογή. Στη φυλακή σπούδασε. Κείμενα ιδεολογικά και πολιτική θεωρία, αλλά και λογοτεχνία και ποίηση. Απέκτησε σημαντική κριτική ικανότητα και την πιο δύσκολη πρακτική της αυτοκριτικής. Όταν οι BR »διασπώνται’, όπως σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές (με λίγες εξαιρέσεις: Gallinari, Piccioni, Seghetti και κάποιο άλλοι του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος) προσχώρησε στο Partito Guerriglia, αλλά είναι σε θέση να καταλάβει, μετά από κάποιες δράσεις και πρωτοβουλίες »υπερβολικές»που διαπράττονται από τους συντρόφους της »συνιστώσας», πως   “το κόμμα του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου” δεν κάνει γι αυτόν : “… η περίπτωση του Giorgio Soldati, που σκοτώθηκε στο Cuneo τον δεκέμβρη του 1981, και εκείνη του Ennio Di Rocco, που στραγγαλίστηκε στο Trani τον ιούλιο του 1982, ήταν πράγματα δικά μας, και φαινόταν πως έγιναν επίτηδες για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και απώθηση ανάμεσα στους ίδιους τους υποστηρικτές της επαναστατικής πειθαρχίας… 10 Όσον αφορά τους αδύναμους, οι τιμωρίες ήταν ένα καθήκον, είχα καταδικάσει πολλές φορές, αλλά ήθελα να συνεχίσω να κρίνω με ισορροπία, επίσης και με ανθρωπιά…Και στη συνέχεια ένα απίστευτο συμβάν, στις 21 οκτωβρίου στο Torino λαμβάνει χώρα μια ληστεία σε τράπεζα, στην διάρκεια της οποίας ο εκτελεστικός πυρήνας του Partito Guerriglia σκοτώνει εν ψυχρώ δυο αστυνομικούς της Mondialpol που είχαν καθήκον φρουράς στο κατάστημα, με μόνο σκοπό να τονίσουν μια δήλωση που αβάσιμα κατηγορούσε για προδοσία τη Natalia Ligas…οι νέες μέθοδοι της «υπερβατικής κοινωνικής επικοινωνίας» … Τι σχέση είχαν όλα αυτά με το όνειδος του Τορίνο;11

O Abatangelo, όταν χρειάστηκε, ήξερε να είναι σκληρός, μα δεν έχασε ποτέ την τρυφερότητα. ‘Προλετάριος απλός’, στην φυλακή συνάντησε τους κομουνιστές και αγκάλιασε τον κομουνισμό, έμαθε την ‘άλφα βήτα’ θεωρητικά και ιδεολογικά, αλλά ποτέ δεν υπέφερε τους “κόκκινους παπάδες και τους ματαιόδοξους καθηγητάκους”. Με μια έντονη φωτογραφία της στιγμής, ακίνητη, και χωρίς λεζάντα, δίχως ανάγκη διδασκαλίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τις «μύγες αμαξάδες» ή, αν προτιμάτε, τους « γρύλους που μιλούν» μιας ορισμένης διανόησης αλαζονικής: τους θεωρητικούς σοφιστικέ.  “Αλλά τα «πλήθη» και η “αυτοκρατορία”ήταν πολύ εύθραυστες λέξεις και υδατικές για να αντέξουν το κύριο βάρος της απάντησης της εξουσίας ”. Αντιθέτως, εξέφρασε συμπάθεια και στοργή, ανθρώπινη και πολιτική εκτίμηση απέναντι στον κομουνιστή της Reggio Emilia: τον Prospero Gallinari, και εκτίμησε  “την ανθρωπιά του, την σεμνότητα του, και κυρίως το ανάστημα και το εύρος της ακλόνητης κομουνιστικής του ταυτότητας”.

anna 5Στις τελευταίες σελίδες της μαρτυρίας του θυμάται αυτούς που ήταν πάντα κοντά του, τους ‘συνενόχους’ των πρώτων κλοπών και ληστειών, τα μέλη των ομάδων από ‘εγκληματίες’ που πλέον πολεμούσαν την καθεστηκυία και αλαζονική τάξη. Υπάρχουν ‘οι καταραμένοι της γης’, οι πρώτοι σύντροφοι που συνάντησε, εκείνοι με τους οποίους ξεκίνησαν να σκέφτονται τον τρόπο να καταστρέψουν το τέρας, με τους οποίους δημιούργησαν τους NAP. Υπάρχουν και οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράστηκε της στράτευση στις Brigate Rosse, από τις ‘πρώτες’, μονολιθικές έγκυρες και επίσημες, στα χίλια ρεύματα στα οποία διαιρέθηκαν και διαλύθηκαν. Υπάρχει η ανάμνηση των νεκρών ‘του’. Για άλλη μια φορά δίχως να ξεχωρίζει την πολιτική σχέση από την προσωπική. Κυρίως υπάρχει η προσκόλληση και η αγάπη, εκτός από αυτήν στα παιδιά του, για τις γυναίκες του, την Anna “που ήταν πάντα εκεί και μεγάλωσε τα παιδιά μαςc” και για την μάνα του, “την ελληνίδα πρόσφυγα που μας γέννησε μέσα στο στρατόπεδο της via della Scala”. Και σε αυτόν τον ορισμό δεν υπάρχει γλωσσικός ρατσισμός, καμία διαφοροποίηση, διαχωρισμός, απόσταση ή υπεροχή, αλλά η αναγνώριση των μεγαλύτερων ταπεινώσεων και διακρίσεων που υπέστησαν λόγω της κατάστασης »μεταναστών που επέστρεφαν». Η δική του δύναμη και αξιοπρέπεια.

NAP: απαραίτητη βιβλιογραφία
Για την πολιτική ιστορία των Nap: καταβολές, ανάπτυξη, δράση και δίκες, είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καλά τεκμηριωμένες δυο δημοσιεύσεις, αμφότερες αποδοτέες στο περιοδικό CONTROinformazione. Η πρώτη, και σε χρονολογικούς όρους (έτος 1976) δημοσίευσης, πραγματοποιήθηκε από την συντακτική ομάδα του περιοδικού (η μεγαλύτερη συνεισφορά ήταν ενός από τα στελέχη της, Ermanno Gallo) έχει απλά τον τίτλοsi  NUCLEI ARMATI PROLETARI, Quaderno n. 1 Τετράδιο ν.1 της CONTROinformazione. Στο πρώτο μέρος συγκρίνονται οι διαφορετικές και αποκλίνουσες απόψεις (Μαρξισμός και περιθωριοποίηση) των κυριότερων μαρξιστών-λενινιστών ιδεολόγων, από τον Marx και Engels οι οποίοι στιγματίζουν και απεχθάνονται πολιτικά “Το υποπρολεταριάτο, ένα συνονθύλευμα ενστίκτων δίχως ιστορία”, στον Lenin που αφήνει περιθώρια “Το υποπρολεταριάτο, ένας πιθανός στρατιώτης της προλεταριακής εξέγερσης”, μέχρι τον πραγματιστή-ρεαλιστή Mao Tse Tung “Το υποπρολεταριάτο, μια ταξική συνιστώσα που έχει ανάγκη μιαν αυστηρή στρατηγική διοίκηση”, για να φθάσουμε στους μοντέρνους μελετητές του υποπρολεταριάτου: Frantz Fanon του I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι 12 και George Jackson13 του »μαύρος σκλάβος: μια πυροδοτημένη βόμβα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό φασισμό»,  ‘Schiavo nero: una bomba innescata contro il fascismo imperialista’. Το δεύτερο μέρος διαχωρίζει την ‘Συνέντευξη στους συντρόφους των επΠ’, l’ ‘Intervista ai compagni dei Nap’, της χρονοϊστορία των δραστηριοτήτων, τις επιχειρήσεις, τους θανάτους, τις συλλήψεις, τις βιογραφίες κάποιων μαχητών που ‘έπεσαν’.  Το ‘τετράδιο’ ολοκληρώνεται με την πρόταση της  ‘Comunicato N° 1 Ανακοίνωσης Νο 1 στη δίκη των NAP που ξεκίνησε στη Napoli στις 22 νοεμβρίου 1976’. Η L’Unità, στην έκδοση της στις 30 μαίου 1977 (σελ. 3) τους ‘αφιέρωσε’ μια δηλητηριώδη κριτική με υπογραφή Duccio Trombadori: “L’arsenale ‘teorico’ dei NAP”, »Το ‘θεωρητικό οπλοστάσιο των ΕΠΠ», γράφοντας τα εξής υπερβολικά, μεταξύ άλλων: ‘Πίσω από τις εγκληματικές ενέργειες που χτύπησαν τη χώρα μας’, καθώς και μιαν απίθανη περίληψη, μα καταπληκτικής φαντασίας: “ Μια παραληρηματική οπτική γωνία που αναθέτει ρόλους επαναστατικής πρωτοπορίας σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στοιχεία, «μη εγγυημένους», κρατουμένους – Οι φυλακές ως προνομιακός τόπος του σχηματισμού και της πάλης για να «φέρουν την επίθεση στην καρδιά του κράτους» – Τα σημεία επαφής με τον χώρο της «αυτονομίας’“. Το άλλο δημοσίευμα, που εκδόθηκε σαν συμπλήρωμα του περιοδικού, είναι μια εφημερίδα με μορφή δελτίου με τίτλο “Νότος, προλετάριοι σε εξέγερση. Να μετατρέψουμε την δίκη στους συντρόφους των N.A.P. αφετηρία ενός διαλόγου επί της ένοπλης πάλης”, που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δίκης της Napoli.

Έτσι όπως ο κύκλος αγώνων στο εσωτερικό / ενάντια στην φυλακή στις αρχές του εβδομήντα τόνωσε τη διάρθρωση των ειδικών επιτροπών εντός της «ακραίας» αριστεράς, με αποτέλεσμα την παραγωγή φυλλαδίων, βιβλίων, στηλών εφημερίδων σχετικά με την κατάσταση στις φυλακές, οι μαζικές συλλήψεις συνέπεια της ανάπτυξης και του ριζώματος των μαχόμενων οργανώσεων προς τα μισά των ίδιων χρόνων, και η δημιουργία των ειδικών φυλακών, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη διάδοση πολλών πολυγραφημένων κειμένων, ενημερωτικών δελτίων, περιοδικών, θεμάτων ειδικού περιεχομένου ενάντια στον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό . Nα σας θυμίσουμε κάποια. Ήδη το καλοκαίρι του 1975 στο Milano τυπώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο με ασυνεπή συχνότητα: »Μαχητική Αλληλεγγύη», ‘Solidarietà Militante’. Πληροφορίες της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης των Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη. Τον χειμώνα του 1976 ξεκινούν οι δημοσιεύσεις ‘Carcere Informazione’- ‘Φυλακή Πληροφορία’, σε επιμέλεια του Κέντρου  Τεκμηρίωσης-Centro di Documentazione της Pistoia μέχρι το n. 16; τα nn. 17 και 18 εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά στην Stampa Alternativa- Εναλλακτικός Τύπος έτσι όπως τα n. 19-20 (φεβρ.-μαρτ. ’79) σε συνέκδοση με το »Δίχως Φυλακές»- ‘Senza Galere’-και το ‘Φυλακή Σήμερα’  ‘Carcere Oggi…και για την ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης,  del Soccorso Rosso Milanese, της Κόκκινης Βοήθειας του Μιλάνο. Στο Livorno, η Αναρχική Κολεκτίβα ‘Niente più sbarre’ – »Όχι άλλα κάγκελα» δημοσιεύει το πολυγραφημένο ομώνυμο το οποίο, στο τελευταίο νούμερο που ανακτήθηκε (ιανουάριος 1979) μετατρέπεται σε Bollettino-Δελτίο της Αναρχικής κολεκτίβας του Livorno. Στο Torino, η επιτροπή ‘Ενάντια στα δεσμά»- ‘Controsbarre’ διανέμει το  ‘Δελτίο πληροφόρησης από τις φυλακές’, που στην συνέχεια (νοέμ.-δεκ. 1977) θα δημοσιεύει το ‘ονομάζουμε κομουνιστική…μια κοινωνία Δίχως Φυλακές’, εφημερίδα του κομουνιστικού προλεταριάτου υπό κράτηση. Μονογραφικό νούμερο είναι το ‘Φυλακή και ταξικός αγώνας’ του μαίου 1976, πολυγραφημένο σε συνεργασία ανάμεσα στην τορινέζικη ενότητα της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη, την Μιλανέζικη Κόκκινη Βοήθεια και την ΄Μαχητική Αλληλεγγύη’ -‘Solidarietà Militante’ του Trento. Δυο τελευταίες αναφορές: τον νοέμβρη του 1976, σε επιμέλεια τους μιλανέζικου Soccorso Rosso, τυπώνεται, για τις Εκδόσεις- Edizioni Ghisoni, το »δεν αρκούν οι φυλακές για να μας κρατήσουν κλεισμένους…»“non bastano le galere per tenerci chiusi…” και, τον οκτώβρη 1978, Speciale Asinara. La settimana rossa. Ειδικό τεύχος Αζινάρα 19-26 αυγούστου, 21-23 σεπτεμβρίου 1978, Εκδόσεις Edizioni Anarchismo, Catania. Στις αρχές των χρόνων ογδόντα ξεκινούν, στο Milano, οι δημοσιεύσεις του »Δελτίου» “Il Bollettino” του Συντονιστικού των Επιτροπών ενάντια στην Καταστολή.

I NAP. Storia politica dei Nuclei Armati Proletari e requisitoria del Tribunale di Napoli, a cura del Soccorso Rosso Napoletano, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1976   πολιτική ιστορία των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και κατηγορητήριο του Δικαστηρίου της Νάπολι, σε επιμέλεια της Ναπολιτάνικης Κόκκινης Βοήθειας, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο, 1976
CHI PROCESSA CHI! Non si può processare la rivoluzione, Collettivo di Controinformazione Napoletano, Napoli, s.i.d.   ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ΠΟΙΟΝ! Δεν μπορείτε να δικάσετε την επανάσταση, Ναπολιτάνικη Κολεκτίβα Αντιπληροφόρησης
Criminalizzazione e lotta armata, Quaderni d’informazione politica 1, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, s.i.d.   Ποινικοποίηση και ένοπλος αγώνας, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 1, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο
Processo allo stato, Quaderni d’informazione politica 2. Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1977   Δίκη στο κράτος, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 2
Processo alla rivoluzione. La parola ai NAP, Quaderni d’informazione politica 3, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1978   Δίκη στην επανάσταση. Ο λόγος στους ΕΠΠ, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 3
Alessandro Silj, “Mai più senza fucile!”, Alle origini dei NAP e delle BR, Vallecchi, Firenze, 1977   »Ποτέ πια δίχως τουφέκι!», Στις καταβολές των ΕΠΠ και των ΕΤ
Franca Rame, Non parlarmi degli archi, parlami delle tue galere, Alberto Buonoconto 7.8.1953/20.12.1980, F.R. Edizioni, Milano, 1984   Μη που μιλάς για αψίδες, μίλα μου για τις φυλακές σου
Rossella Ferrigno, Nuclei Armati Proletari. Carceri, protesta, lotta armata, La Città del Sole, Napoli, 2008 Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Φυλακές, διαμαρτυρία, ένοπλη πάλη, Η Πόλη του Ήλιου, Νάπολι
Roberto Silvi, La memoria e l’oblio, Colibrì edizioni, Milano, 2009   Η μνήμη και η λήθη
Valerio Lucarelli, Vorrei che il futuro fosse oggi. Nuclei Armati Proletari. Ribellione, rivolta e lotta armata, Ancora del Mediterraneo, s.i.l., 2010  Θα ήθελα το  μέλλον να ήταν σήμερα. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ανταρσία, εξέγερση και ένοπλη πάλη


  1. Bertolt Brecht, “Lode del comunismo” »Έπαινος του κομουνισμού», (1933) in “Poesie e canzoni”, »Ποιήματα και τραγούδια», Einaudi, Torino, 1975  
  2. a cura della Commissione carceri di Lotta Continua, από την Επιτροπή φυλακές της οργάνωσης, Edizioni Lotta Continua, νοέμβριος 1973  
  3. Giulio Salierno, Autobiografia di un picchiatore fascista, Αυτοβιογραφία ενός φασίστα τραμπούκου, Einaudi,Torino, 1976  
  4. Emilio Sanna, Inchiesta sulle carceri, Έρευνα για τις φυλακές, De Donato, Bari, luglio 1970  
  5. Aldo Ricci, Giulio Salierno, Il carcere in Italia, Η φυλακή στην Ιταλία, Einaudi, Torino, 1971  
  6. Giulio Salierno, Il sottoproletariato in Italia. Per un approccio politico e metodologico al problema dell’alleanza tra classe operaia e ‘Lumpenproletariat, Το υποπρολεταριάτο στην Ιταλία. Για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο, ‘Edizioni Samonà e Savelli, Roma, 1972  
  7. Φυλακή του Κράτους της New York όπου εξ αιτίας της δολοφονίας, που έγινε στις 21 αυγούστου στην φυλακή του San Quintino, του George Jackson αγωνιστή του Black Panther Party, στις 9 σεπτεμβρίου 1971 ξέσπασε μια εξέγερση που κατέστειλε η παρέμβαση  500 πολιτοφυλάκων των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων USA, με αποτέλεσμα 40 θύματα και 200 τραυματίες. Ενώ πολλοί από τους επιζήσαντες εξεγερμένους χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν  
  8. Irene Invernizzi, Il carcere come scuola di rivoluzione, Η φυλακή σαν σχολείο της επανάστασης, Einaudi, Torino, 1973  
  9. Memoriale redatto da Martino Zicchitella, Αναμνήσεις που συγκεντρώθηκαν από τον Martino Zicchitella, Anarchismo, Χρόνος II- ν. 10/11, Edizioni La Fiaccola, 1976  
  10. Soldati και Di Rocco, βασανίστηκαν άγρια και ‘μίλησαν’ αλλά στη συνέχεια ανακάλεσαν. Βρίσκονταν στην ‘ενότητα’ με τους μη μετανιωμένους, ούτε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους, nda  
  11. Γύρω από την δημιουργία του Partito Guerriglia, για το ιδρυτικό του μανιφέστο, για τα επόμενα που επεξεργάστηκαν και παρήχθησαν στη φυλακή: ‘Il documentone, το μεγάλο ντοκουμέντο’, ‘L’ape e il comunista, η μέλισσα και ο κομουνιστής’, ’Forzare l’orizzonte, εξαναγκάζοντας τον ορίζοντα’, ‘La volpe e l’uva, η αλεπού και τα σταφύλια’, ‘Gocce di sole nella città degli spettri, σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη’, ‘Wkhy’, ‘Politica e rivoluzione, πολιτική και επανάσταση’, θα επιστρέψουμε ευρύτερα στο επόμενο άρθρο, εκείνο που παίρνει έναυσμα από την αναβίωση, διευρυμένη και αναθεωρημένη από τον Giorgio Panizzari, του ‘L’albero del peccato, το δέντρο της αμαρτίας’  
  12. Franzt Fanon, I dannati della terra, Της γης οι κολασμένοι, Einaudi, Torino, 1962  
  13. I fratelli di Soledad. Lettere dal carcere di George Jackson, Τ’ αδέλφια της Soledad. Επιστολές από την φυλακή του George Jackson, Einaudi, Torino, 1971; G. Jackson, Col sangue agli occhi. Il ‘fascismo americano’ e altri scritti, Με αίμα στα μάτια. Ο ‘αμερικανικός φασισμός’ και άλλα γραπτά, Einaudi, Torino, 1972. Το βιβλίο μεταφέρει αυτή την αφιέρωση με σημασία: “Ai giovani comunisti. Ai loro padri. D’ora in poi criticheremo l’ingiustizia con le armi”, »Στους νεαρούς κομουνιστές. Στους πατεράδες τους. Από εδώ και μπρος θα κριτικάρουμε την αδικία με τα όπλα»  

https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/

http://www.militant-blog.org/?p=14476#more-14476

http://contropiano.org/eventi/napoli-correvo-pensando-ad-anna

ιστορία, storia

Τα συναισθήματα της καρδιάς, η ψυχρότητα της λογικής, η πραγματικότητα των γεγονότων. – Le emozioni del cuore, la freddezza della ragione, la realtà dei fatti.

του Fiorenzo Angoscini

brigate rosseMarco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, Brigate Rosse. Dalle fabbriche alla ‘campagna di primavera’, Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’, Τόμος I, DeriveApprodi, Roma, φεβρουάριος 2017, σελ. 550, € 28,00

Η εργασία των Marco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, διαφέρει λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων που συμβουλεύτηκαν. Του μεγάλο υλικού που αναλύθηκε και των διαφόρων και διαφορετικών αρχείων. Της ανάγνωσης των εκθέσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών της έρευνας για την υπόθεση Moro, της μελέτης των νομικών εγγράφων, των ερευνών και των διαφόρων εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικών με τις πολλές δίκες που σχετίζονται με την απαγωγή και την εκτέλεση του χριστιανοδημοκράτη παράγοντα. Της διαθεσιμότητας αδημοσίευτων συζητήσεων με μαχητές πρωταγωνιστές της ένοπλης εμπειρίας, του διαδεδομένου ανταρτοπόλεμου, του αγώνα στις φυλακές και των σφαγών που διαπράχθησαν σε μερικές από αυτές:Le Murate και Alessandria, καθώς και για τις νέες λεπτομέρειες που επισημαίνονται, την επισήμανση (μνήμες, αναμνήσεις) αφαιρεθέντων ιδιαιτεροτήτων. Της διάψευσης μιας πρόσφατης συνωμοσιολογίας με πολλαπλές παρουσίες, ποικίλες και ετερογενείς κατά τις διάφορες φάσεις της επιχείρησης στην οδό Fani. Των μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι διαψεύδουν τους εαυτούς τους, μοτοσικλετών που μεταφέρουν άγνωστους shooters φαντάσματα και πολλά άλλα.
Επιπλέον, η αναπαράσταση και η ανακατασκευή τους ευνοεί την ανάκτηση και την αναδιάταξη της μνήμης.Της συλλογικής και της ατομικής: μας, της δικής μας, του καθενός από εμάς.

Οι συγγραφείς έχουν σημαντικά «προηγούμενα» σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα.

Ο Clementi, πριν δέκα χρόνια, πραγματοποίησε μια “Storia delle Brigate Rosse”;1 »Ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών», πριν χρόνια είχε δημοσιεύσει μια μελέτη που θα μπορούσαμε να ορίσουμε πως σχετίζεται με το σχέδιο ‘Victor’, δηλαδή πως να εξουδετερώσουν ανθρωπίνως, πολιτικά, προσωπικά και πνευματικά τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των χριστιανοδημοκρατών της DC, il presidente del Consiglio Nazionale DC, σε περίπτωση που αυτός είχε απελευθερωθεί.2
Το σχέδιο που θα εισέρχονταν σε δράση σε περίπτωση θανάτωσης του ομήρου, είχε επονομαστεί ‘Mike’.
Απλούστερα, προέβλεπε να ενημερωθεί μια ολόκληρη σειρά από θεσμικά στοιχεία, δικαστικά και πολιτικά, άμεση απομόνωση του τόπου όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, απαγόρευση του ιδίου στους συγγενείς, την δημιουργία μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας ασφαλείας μπροστά από το studio και το σπίτι του Moro, παρέχοντας τις πληροφορίες στον τύπο και την τηλεόραση ως αμφιβόλου αξιοπιστίας.

O Persichetti, μαζί με τον Oreste Scalzone, έγραψε το βιβλίο “Il nemico inconfessabile”3 »Ο ανήθικος εχθρός» και, σχεδόν καθημερινά στο ‘Insorgenze.net’ διεξάγει μια συστηματική προσέγγιση επίμονης διάψευσης και διόρθωσης ειδήσεων … ψευδών και παραπλανητικών. Όσον αφορά εκδηλώσεις και γεγονότα που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη και τους αγωνιστές της, την καταστολή, τα βασανιστήρια, τις κρατικές »δολοφονίες», την πολιτική και τον πολιτισμό.

Τέλος, η Santalena, εκπόνησε μια διδακτορική διατριβή έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Grenoble επάνω στην , «La gauche révolutionnaire et la question carcérale: une approche des années 70 italiennes», »Επαναστατική αριστερά και το ζήτημα των φυλακών: μια προσέγγιση στα ιταλικά χρόνια 70», (8 δεκεμβρίου, 2014) με σαφή κεφάλαια: «Από τις φασιστικές φυλακές, στις φυλακές σε εξέγερση (1969-1973)» «Από τη μεταρρύθμιση στην αντιμεταρρύθμιση: μεταξύ καταπίεσης και καταστολής, ένοπλου αγώνα και απόδρασης (1974-1977)», «Οι φυλακές στο κέντρο της σύγκρουσης: ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και τη διαχείριση έκτακτης ανάγκης της αντιτρομοκρατίας (1977-1987)

Λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες

Εμβαθύνοντας στην ανάγνωση συναντούμε κάποιες λεπτομέρειες, ή ιδιαιτερότητες, αν όχι άγνωστες, σίγουρα δεν είναι γνωστές. Έτσι, μαθαίνουμε ότι την 9η του Μάη 1978 το πρωί, ο χώρος όπου θα βρεθεί στη Via Caetani (στα μισά του δρόμου μεταξύ της εθνικής έδρας των Χριστιανοδημοκρατών και εκείνης του PCI) το Renault 4 χρώμα αμάραντο έχοντας στο εσωτερικό του το άψυχο σώμα του Moro, είχε καταληφθεί το προηγούμενο βράδυ από τον Bruno Seghetti που είχε σταθμεύσει εκεί το προσωπικό του αυτοκίνητο, ένα Renault 6 πράσινου χρώματος. Αυτό γίνεται για να αποφευχθούν εμπόδια και ατυχήματα της τελευταίας στιγμής. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχε η σιγουριά ότι ο τόπος που έχει επιλεγεί για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιούνταν για την τελευταία μεταφορά, και την επακόλουθη ανακάλυψη του άψυχου σώματος του χριστιανοδημοκράτη βουλευτή δεν θα εμποδίζονταν από την παρουσία άλλων οχημάτων που θα ήταν σταθμευμένα παράκαιρα στη θέση του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν εξετάστηκε επαρκώς είναι η δράση που ανέλαβε ο Fulvio Croce, πρόεδρος του Συμβουλίου της Τάξης των Δικηγόρων του Τορίνο, διορισμένος δικηγόρος από τον Πρόεδρο του κακουργιοδικείου του Τορίνο, το οποίο έπρεπε να κρίνει (μάιος 1976 ) τον λεγόμενο «ιστορικό πυρήνα» (χαρακτηρισμό που ανέκαθεν αρνήθηκαν οι κατηγορούμενοι) της μαχόμενης κομμουνιστικής οργάνωσης, αφού οι μαχητές των BR είχαν αποπέμψει τους δικηγόρους της εμπιστοσύνης τους, προειδοποιώντας το δικαστήριο να μην διορίσει άλλους αυτεπάγγελτα και είχαν, προς στιγμήν, καταφέρει να κλονίσουν τους κλασικούς μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας, διεκδικώντας για τους εαυτούς τους το δικαίωμα στην άμυνα, να ήθελαν να υπερασπιστούν μόνοι τους εαυτούς τους δηλαδή, για να διεξάγουν την λεγόμενη »δίκη ανταρτοπόλεμου 4» και να ‘τινάξουν στον αέρα’ την διαδικασία.

br-processo

Παρά την αποδοχή των υψηλότερων αιτιολογήσεων του κράτους, αναθέτοντας την τεχνική υπεράσπιση σε οκτώ άλλους δικηγόρους της τορινέζικης τάξης, ο πρόεδρος της εγκληματολογικής ένωσης, εκμεταλλευόμενος την αναβολή για την 16η σεπτεμβρίου 1976 – σε αναμονή για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξαργυρώσει μια σύγκρουση εδαφικής δικαιοδοσίας μεταξύ Τορίνο και Μιλάνο – μακριά από τη βοή των μέσων ενημέρωσης, έγινε υποστηρικτής και προαγωγός της προτεινόμενης θέσπισης ενός «μικρού νόμου» (όπως την αποκαλούσε σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εθνικού δικανικού Συμβουλίου) ad hoc που θα επέτρεπε στους κατηγορούμενους που το επιθυμούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους μόνοι τους.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για τη δημιουργία του δικαστηρίου, της έδρας για τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από τον ορισμό «τεχνικών υπερασπιστών, δικηγόρων», συναντήθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον εντοπισμό των λαϊκών ενόρκων, λόγω της απόρριψης να αποδεχθούν πολλών από αυτούς. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο ανέλαβαν δράση κορυφαία στελέχη του τορινέζικου Κκι, με τον Giuliano Ferrara να ηγείται, που υποστηρίζονταν ανεπίσημα από δύο εισαγγελείς, τους Luciano Violante και Gian Carlo Caselli ο οποίος, σύμφωνα με τον βουλευτή και μέλος του Κκι τουΤορίνο Saverio Vertone, «Συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ομοσπονδιακής επιτροπής. Ίσως, αλλά δεν είμαι σίγουρος, επίσης, έπαιρνε το λόγο στις συναντήσεις της γραμματείας …» Ενώ ο ελεφαντίνος ( G Ferrara) συμμετείχε σε κάποιες συναντήσεις με ενόρκους της μάξι-δίκης εναντίον των ταξιαρχιτών για να τους πείσει να μην εγκαταλείψουν την ανάθεση» (Μ. Caprara).

Πάντα ο Ferrara, αναλάμβανε την ευθύνη του Pci για την δημιουργία του κατάπτυστου ερωτηματολόγιου ενάντια στην τρομοκρατία, στην ερώτηση ν. 5, καλούσε στην καταγγελία.» [έψαχνε άμεσα καταδότες]… τότε φυσικά προσφέραμε ένα χεράκι, πέρα από το χέρι που έδινε το Κράτος. Το Κράτος πρόσφερε την προστασία του, εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την δική μας. (…) Για παράδειγμα σπίτια. Ρωτούσαμε: «Πες μας ποια είναι τα προβλήματά σου, αν είσαι φοβισμένος. Να ξέρεις πως εμείς είμαστε εδώ». Διαμέσου ενός «έγκυρου» διοικητικού του στελέχους, του G. Ferrara, το Κκι γίνονταν Κράτος.

Πριν από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τις στρατεύσεις στο Pci

Ήδη αμέσως μετά την Απελευθέρωση σχηματίστηκαν, δομήθηκαν ομάδες και οργανώσεις Κομουνιστικές που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα. Με διάφορες μορφές και τρόπους. Από το Κίνημα Αντίστασης Παρτιζάνικης-Κίνημα Προλεταριακής Ενότητας, Movimento Resistenza Partigiana-Movimento di Unità Proletaria του Carlo Andreoni, του οποίου, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν κάποιες ασαφείς γραμμές,  στο »IX Τμήμα Ερυθρός Αστέρας παράνομη ταξιαρχία ‘808’, “IX Divisione Stella Rossa Brigata clandestina ‘808’ “ του Armando Valpreda,5 προέδρου της Ένωσης παρτιζάνων Anpi στο Asti, μεταξύ των υποκινητών της εξέγερσης στην Santa Libera,6 μέχρι και εκείνη την ομάδα των καλών παιδιών που συναντιούνταν στο  Σπίτι του Λαού, presso la Casa del Popolo της Lambrate (Mi) για να χτίσουν την ‘Κόκκινη Φτερωτή’, ‘Volante Rossa’.7 Για να φθάσουμε σε εκείνους τους αγωνιστές απ’ την Εμίλια,  (παράνομους και φαινομενικά δίχως ενωτική οργάνωση) που έσπειραν στις επαρχίες του Ρέτζιο, της Μόντενα, της Φερράρα και της Μπολόνια πολλές ένοπλες ενέργειες, κυρίως εξολόθρευση φασιστών και συνεργών τους.

Σε πιο κοντινά χρόνια στην δεύτερη κόκκινη διετία (1968-1969) υπάρχουν εμπειρίες αντίστασης και ένοπλης επίθεσης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προπαιδευτικές στην πιο σημαντική (για διάρκεια, νούμερο αγωνιστών και δράσεων) οργάνωση που ‘επωμίστηκε το ντουφέκι’ και για την οποίαν  ‘γίνεται λόγος’ στο βιβλίο.
Μιλάμε για την τορινέζικη ομάδα που αποτελείτο από τους Piero Cavallero, Danilo Crepaldi, Sante Notarnicola,8Adriano Rovoletto, όλοι αγωνιστές τους εργατίστικου Κκι των προλεταριακών ‘Barriere’ , ‘Φραγμάτων’, του Torino. “Ήδη το 1959 είχαμε πραγματοποιήσει την πρώτη μας δράση και προχωρήσαμε μέχρι το 1967, στιγμή της σύλληψης μας. Ο Piero ήταν ο συντονιστής των ενοτήτων Pci του ‘Φράγματος του Milano’ , μιας λαϊκής περιφέρειας με σχεδόν 70.000 κατοίκους. Εγώ, ήμουν γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κόμματος (Fgci) στην Biella και αριθμούσαμε περίπου 3.000 εγγεγραμμένους. Στις αρχές των χρόνων εξήντα είχαμε αντιληφθεί πως δεν ήμασταν πλέον συντονισμένοι με το ‘κόμμα’. Χωμένο μες τον γύψο, κονφορμιστικό και όχι πια ‘επαναστατικό’9 .

Μια άλλη ένωση αγωνιστών εγγεγραμμένων στο Pci, ενότητα “Rino Mandoli” του Ponte Carrega στην Genova, που είδε  ‘την ώρα του τουφεκιού’, είναι εκείνη που χυδαία και από τα μέσα ενημέρωσης βαπτίστηκε  XXII Ottobre, δραστήρια στην Γένοβα από τις 22 οκτώβρη 1969 (ημερομηνία σχηματισμού της) μέχρι τις 26 μαρτίου 1971, ημέρα της ληστείας στον ταχυδρόμο της κατασκευαστικής εταιρείας Iacp. Στην πραγματικότητα, αυτός που υποδεικνύεται σαν ένας από τους ιδρυτές της περιπόλου νέων παρτιζάνων, ο Mario Rossi, αν και με επιφυλάξεις, με μεγάλη σύνεση και επιφυλακτικότητα, επισημαίνει: “Συμμεριζόμασταν τις θέσεις των Gap, γίναμε στην πράξη η ομάδα Gap της Γένοβας, καθώς υπήρχαν ήδη στο Μιλάνο και το Tρέντο. Όμως, το είπα και το επαναλαμβάνω, ήμασταν πάντα αυτόνομοι από τους άλλους σχηματισμούς που δημιουργούνταν ή που ήδη ήταν δραστήριοι αλλού ”.10

Η εμπειρία του Rossi, και η ανάγνωση του βιβλίου των Clementi-Persichetti-Santalena, μας προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε και μιαν άλλη πτυχή, που σχετίζεται με τους μαχητές των πρώτων ένοπλων ομάδων, αλλά και των Ερυθρών Ταξιαρχιών: την προέλευσή τους, την ένταξη και την πολιτική δράση τους.

Από την μαρτυρία που συνέλεξε η Donatella Alfonso (δημοσιογράφος της εφημερίδας “La Repubblica”) ο Rossi επαναλαμβάνει,
Εγώ, στην πραγματικότητα, αισθάνομαι ακόμα ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας του εξήντα … Εκείνα τα χρόνια εκεί σου τύχαινε να παρακολουθείς το κόμμα, να παίρνεις μέρος στις διαδικασίες του, ιδίως στο χώρο εργασίας, στις ενότητες του εργοστασίου, γιατί αισθανόσουν τον σφυγμό του εργάτη που ήταν αυτός που σου δίδασκε να δουλεύεις και μετά να σκέφτεσαι … (Εμείς) ήμασταν όλοι σφυρηλατημένοι και με την 30 ιουνίου του ’60, όταν η Γένοβα απέρριψε την συνέδριο του φασιστικού Msi. Ήμασταν όλοι εκεί, και η τελευταία φορά που είδα πραγματικά το κομμουνιστικό Κόμμα στην πλατεία ήταν εκείνη η ημέρα, με τους παρτιζάνους και τους εργάτες του λιμανιού με το γάντζο στο χέρι”.

Στην ανακατασκευή των πολιτικών του επιλογών, αποκαλύπτει επίσης μια εμβληματική ιδιαιτερότητα, “…ένα άλλο γεγονός για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ για να μην φέρω σε δύσκολη θέση κανέναν, όμως εγώ συνέχισα να έχω την ταυτότητα του PCI: μέχρι το θάνατό του, ένας παλιός σύντροφος της Γένοβας μου την ανανέωνε κάθε χρόνο, ακόμα και όταν ήμουν στη φυλακή … Ακούγεται τρελό, αλλά εγώ ποτέ δεν αποβλήθηκα από το κομμουνιστικό Κόμμα ”.

feltrinelliΑυτές οι δυο ‘μικρότερες’ οργανώσεις και προηγούμενες του ξεδιπλώματος των BR και των άλλων οργανώσεων με εθνική δομή αν και με ανομοιογενή διανομή (Nuclei Armati Proletari Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και Πρώτη Γραμμή Prima Linea) μαζί με τις Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης  Gruppi d’ Azione Partigiana που σχηματίστηκαν από τον Giangiacomo Feltrinelli (έδρασαν στο Trento, Milano και Genova, οι μαχητές των οποίων κατά πλειοψηφία, και ουσιαστικά, συνέκλιναν στις Brigate Rosse μετά τον θάνατο του εκδότη,14 μαρτίου 1972) υπήρξαν ένα σύνολο πολλών ‘εγγεγραμμένων’ στο Κόμμα (Στις έρευνες για τους Gap διερευνήθηκαν οι G.B. Lazagna, Marisa και Vittorio Togliatti, nipoti del Migliore, εγγόνια του Καλύτερου, κι άλλοι ακόμη ‘πλησιέστεροι’ στο Κκι) που κινήθηκαν συλλογικά, αλλά υπάρχουν επίσης και συμπτωματικές ατομικότητες η σύντροφοι ημι-οργανωμένοι, με προσωπικές επαφές. Ο μιλανέζος εκδότης δανείζει το πιστόλι του  (ένα Colt Cobra) στην Monika Ertl, όνομα μάχης ‘Imilla’, όταν την πρώτη απριλίου 1971, στο Αμβούργο, σκοτώνει τον Roberto Quintanilla Pereira, εκπρόσωπο της κυβέρνησης της Βολιβίας στην Γερμανία και δολοφόνου του Ernesto Che Guevara.11

Ο Clementi και οι συνεργάτες συγγραφείς μας θυμίζουν την περίπτωση της Maria Elena Angeloni, της θείας του Carlo Giuliani, που τινάχτηκε στον αέρα – μαζί με τον κύπριο αγωνιστή Georgios Christou Tsdikouris – από το αυτοκίνητο βόμβα που οδηγούσαν προς την πρεσβεία των ηνωμένων πολιτειών στην Αθήνα (2 σεπτεμβρίου 1970) που ήταν γραμμένη στην ενότητα 25 Aπριλίου του μιλανέζικου Pci. “Στην κηδεία της Elena, στο Milano, για την ελληνική Αντίσταση ήταν εκεί η Melina Mercouri. Υπάρχουν οι σύντροφοι, οι φίλοι, οι αγωνιστές του Pci. Ατομικά. το Κόμμα δεν ήταν εκεί. Αν και επίσημα υποστηρίζει την Αντίσταση. Ο γραμματέας της ενότητας 25 απρίλη υποχρεώθηκε από την Ομοσπονδία να καταστρέψει το μητρώο της ταυτότητας της Elena”.12

Ένα άλλο παράδειγμα που επισημαίνεται στις «Ερυθρές Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’ είναι εκείνο του Angelo Basone, εργάτη στις πρέσες του Mirafiori, συνδικαλιστικού εκπροσώπου και επικεφαλής της ενότητας του εργοστασίου του Κκι, που ποτέ δεν αποβλήθηκε από το κόμμα, ο οποίος βρίσκονταν στον κατάλογο των 61 εργατών που θα απολύονταν και γνωστού και αναγνωρισμένου αγωνιστή της οργάνωσης με το πεντάκτινο αστέρι. Καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία, πολιτικού κρατουμένου στις ειδικές φυλακές.

Εκείνες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι πολιτικές βιογραφίες κάποιων κομμουνιστών αγωνιστών (αγωνιστών του κομμουνιστικού Κόμματος), οι οποίοι έχουν αναλάβει τον ένοπλο αγώνα. Πολιτικοί αγωνιστές με τα όλα τους, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ενότητας, συνέβαλαν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, παρενέβαιναν στα συνέδρια του κόμματος, διοργάνωναν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συνέτασσαν και διένειμαν φυλλάδια, μοίραζαν τον τύπο: την εφημερίδα «L’Unita», τα εβδομαδιαία «Νέοι Δρόμοι,Vie Nuove » και «Εμείς οι γυναίκες,‘Noi Donne ». Δεν έπαιζαν να κάνουν τα στρατιωτάκια.

Η πιο σημαντική, ίσως, είναι η συνεπής πορεία-τροχιά που σχεδιάστηκε από τον Prospero Gallinari. Ήδη στρατευμένος στο Reggio Emilia, της οργάνωσης νεολαίας του κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1968 με διπλή κάρτα-ταυτότητα, ακόμα και αυτή του Κόμματος13 όταν και εκδιώχθηκε (1969) για απείθεια, συμμετέχει στις συνεδριάσεις της «Πολιτικής Συλλογικότητας Εργάτες-Φοιτητές, ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, που ονομάστηκε« Ομάδα του διαμερίσματος», ‘Gruppo dell’appartamento’ ( μετά Προλεταριακή Αριστερά του Βασιλιά-CPM, Sinistra Proletaria di Re). Μετά από μια ατυχή (έτσι την χαρακτηρίζει στην αυτοβιογραφία του) εμπειρία (1971-1972) στο Superclan του Corrado Simioni, παίρνει επισήμως μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, γενόμενος ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της μαχητές.

Ο Mario Moretti, όταν πεθαίνει ο Gallinari, τον θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Το όνομα μάχης του Prospero ήταν Ιωσήφ, Giuseppe, και σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Το είχε επιλέξει με πολύ ειρωνεία αλλά για έναν παλιό κομμουνιστή εκείνο το όνομα σημαίνει κάτι. Ο Prospero είναι ένας από τους συντρόφους της εμπιστοσύνης και της γραμμής, είναι αυτός που οδηγεί την πολιτική μάχη μαζί με τον Morucci στη ρωμαϊκή φάλαγγα. O Prospero είναι o μαρξισμός-λενινισμός, όλα όσα μας συμβαίνουν, άνοδοι και πτώσεις, αυτός τα διαβάζει υπό το πρίσμα, υπό το φως της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, την πρωτοπορία και τις μάζες. Πιστεύει ότι εκεί υστερούμε. Έρχεται από την εμπειρία της Εμίλια, γι ‘αυτόν το κόμμα είναι το παν, η πολιτική συνέπεια είναι τα πάντα, και έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση της ηθικής. Ο καθένας ζει την ήττα με διαφορετικό τρόπο … γι ‘αυτόν, αν τα πράγματα επιστρέφουν πάλι στα μαρξιστικά-λενινιστικά παραδείγματα όλα καλά, και από εκεί δεν μετακινείται ακόμη και αν τον πυροβολήσεις. Όταν οι Br έχουν εξαντληθεί, ελπίζει σε μια συνέχεια σε κάτι άλλο που δεν είναι οι Br. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έχει νόημα, και του το είπα, πάντα με το μεγάλο σεβασμό που έχω για αυτόν. Ο Prospero είναι ένας από εκείνους με τους οποίους καταλαβαινόμασταν, είναι από ατσάλι, ατσάλινος ακριβώς, έτσι είναι φτιαγμένος, είναι ένας παλιός αγρότης του κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Prospero είναι σημαντικότατος. Ciao, Prospero, Γεια σου ”.14

Και ο Andrea Colombo,15 σε μιαν άλλη προοπτική και οπτική, του απονέμει τις τιμές της Πολιτικής: “ Ο Prospero Gallinari ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Πολλοί το ξέρουν μα λίγοι θα το γράψουν. Αντιθέτως είναι καλό να ειπωθεί. Ήταν γενναιόδωρος, αλτρουιστής, θαρραλέος. Ήταν ένας γι αυτούς που λέμε πως έχουν ‘μεγάλη καρδιά’…Ήταν ένας άνθρωπος άλλων καιρών. Ένας στρατευμένος κομουνιστής από εκείνους που για δυο αιώνες έφτιαξαν την ιστορία. Ένας παρτιζάνος που τυχαία γεννήθηκε όταν ο πόλεμος είχε  τελειώσει. Από παιδί περπατούσε χιλιόμετρα για να πάει να διαβάσει την l’Unità στο bar του κοντινότερου χωριού στο αγρόκτημα όπου είχε μεγαλώσει. Όταν πλέον μεγάλωσε εξακολούθησε να είναι εκείνο το αγόρι. Μαζί μας, παιδιά του κινήματος, που στα χρόνια ’70 το Pci το μισούσαμε και το πολεμούσαμε είχε πολύ λίγα κοινά. Εγώ – μου είπε μια φορά – υπήρξα πάντα ένας αγωνιστής του ιταλικού κομουνιστικού Κόμματος και, αν και θα σου φανεί παράξενο, σε όλες τις  άλλες  οργανώσεις στις οποίες πήρα μέρος πάντα εκπροσωπούσα την μετριοπαθή πτέρυγα’ “.

Η συγκρότηση των BR                                                                                                                    

Οι συντάκτες αυτού του πρώτου τόμου, τον οποίον θα ακολουθήσουν και άλλοι, έχουν ανακατασκευάσει με λεπτομέρειες το πώς, και πότε, συγκροτήθηκε η πρώτη και πιο σημαντική, μεταπολεμική ιταλική ένοπλη οργάνωση με μια μεγάλη διακλάδωση σχεδόν σε όλη την εθνική επικράτεια. Ποιες ήταν οι οργανώσεις, συλλογικότητες και πολιτικές επιτροπές που συνέβαλαν στην ίδρυσή της. Νωρίτερα υπογραμμίσαμε το πως αυτό το έργο είναι βοήθεια και ενθάρρυνση για την ανάκτηση της μνήμης, και για τον λόγο αυτό το θεωρούμε χρήσιμο κείμενο και θεμελιώδες.

Από το Trento, μια ουσιαστική συμβολή παρείχαν η Margherita Cagol και ο Renato Curcio οι οποίοι, στη συνέχεια, μαζί με τον Mauro Rostagno (Κίνημα για ένα Αρνητικό Πανεπιστήμιο,Movimento per una Università Negativa) «μετανάστευσαν» στη Βερόνα, προκειμένου να έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική ανάσα, όπου συνεργάστηκαν με το «Κέντρο πληροφόρησης,Centro d’informazione»που δημοσίευε το περιοδικό »Πολιτική Εργασία, Lavoro Politico» που διηύθυνε ο Walter Peruzzi. Στη συνέχεια, σχεδόν το σύνολο της συντακτικής ομάδας προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας, το οποίο στη συνέχεια χωρίζεται σε «μαύρη γραμμή» και «κόκκινη γραμμή».

Ο Curcio και η ‘Mara’ προσχώρησαν σε αυτή την τελευταία, μέχρις ότου, αύγουστος 1969, αποβλήθησαν μαζί με τον Peruzzi και τον ‘τρεντίνο’ Duccio Berio. Από την Verona μετακόμισαν στο Milano, και συνάντησαν τους Συντρόφους της Πολιτικής Μητροπολιτικής Κολεκτίβας, i Compagni del Collettivo Politico Metropolitano (που έγινε στην συνέχεια Sinistra Proletaria, Προλεταριακής Αριστερά), τους συντρόφους των αυτόνομων συνδικαλιστικών ομάδων Cub στα εργοστάσια Pirelli, Alfa, Sit-Siemens, Marelli, όπως και τα μέλη των Ομάδων Μελέτης, dei Gruppi di Studio των εργοστασίων Sit και της Ibm. Αυτή η τελευταία ομάδα, έναν χρόνο αργότερα περίπου, πραγματοποιεί μια σημαντική εργασία έρευνας επί της πολυεθνικής των ηνωμένων πολιτειών: “IBM, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και σύγχρονο προλεταριάτο”.16 Αλλά και στις συνοικίες της περιφερειακής ζώνης επίσης υπάρχουν ‘αυτόνομες’ πραγματικότητες που αρχίζουν μια κάποια πολιτική κριτική: ιπτάμενα συλλαλητήρια, διάδοση υλικού προπαγάνδας και στρατιωτική προπαγάνδα, κυρίως εμπρησμούς αυτοκινήτων φασιστών, επιστατών και ηγετίσκων των εργοστασίων.

Ιδιαίτερα ριζωμένη, στην συνοικία ,  Lorenteggio-Giambellino, είναι η »Προλεταριακή Ομάδα Ιούλιος ’60»,  il “Gruppo Proletario Luglio ’60” αυτόνομη κομουνιστική. Ψυχή και μέλη σε αυτό τον οργανισμό είναι όλοι (μια εκατοστή) πρώην αγωνιστές εγγεγραμμένοι στην ενότητα συνοικίας του Pci, με το όνομα του παρτιζάνου ‘Giancarlo Battaglia’. Παρτιζάνοι είναι ο ιστορικός αγωνιστής του συνοικιακού διαμερίσματος: ο Gino Montemezzani, ένας από τους λίγους μαοϊκούς που συνάντησε προσωπικά τον Mao Tse Tung,17 και ο Giacomo ‘Lupo’ Cattaneo, στην συνέχεια κομουνιστής μαχόμενος στις Brigate Rosse. Στην επιτροπή “Luglio ’60” στελέχη επίσης είναι οι εννέα αδελφοί Morlacchi,18 παιδιά μιας ‘κομουνιστικής οικογένειας’. Έξι από αυτούς θα διωχθούν για σύσταση και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία: τις BR. Ο Pierino, εκτός από το ότι ήταν ένας από τους προαγωγούς της οργάνωσης υπήρξε επίσης στην πρώτη εκτελεστική επιτροπή με τους Curcio, Cagol και Moretti.

Στο Reggio Emilia, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, »Πολιτική Κολεκτίβα Εργάτες-Φοιτητές», προέρχονταν από το Pci και την οργάνωση νεολαίας του Fgci, και μαζί με τους οργανισμούς που αναφέραμε νωρίτερα, μαζί με μια ομάδα συντρόφων από το Borgomanero (No) και μιαν της περιοχής Lodi-Casalpusterlengo (τότε επαρχία του Milano) βρέθηκαν να συζητούν και να διαλέγονται, στα τέλη δεκεμβρίου 1969 στο πανδοχείο ‘Stella Maris’ του Chiavari (Ge) και, μετά, στο ‘ιδρυτικό συνέδριο’ σε εκείνο το σεμινάριο-διάσκεψη τριών ημερών που διεξήχθη στο εστιατόριο ‘Da Gianni’, frazione Costaferrata, στην ζώνη των Απεννίνων της επαρχίας του Ρέτζιο Εμίλια τον αύγουστο του 1970. Έτσι, ουσιαστικά, συστήνονται οι Brigate Rosse.

Μνήμη και λήθη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η μνήμη είναι ένα συλλογικό γρανάζι. Αλλά είναι επίσης ένα «ανατρεπτικό» εργαλείο. Οι τρεις ερευνητές, συγγραφείς αυτής της σύνθετης ανθρώπινης ανασυγκρότησης, ιστορικής και πολιτικής μας προσφέρουν την ευκαιρία να συνδυάσουμε τις δύο ενέργειες. Τα επεισόδια, σε αυτό τον πρώτο τόμο, είναι πολλά, κάποια μας έχουν πλήξει ιδιαίτερα. Θυμόμαστε εκείνα που αισθανόμαστε ότι έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Εκείνο με το μεγαλύτερο εύρος και «βάρος», από κάθε άποψη, αναφέρεται στο διαβόητο (αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) σκάνδαλο Lockheed. Οι συγγραφείς μας το θυμίζουν 19 με ακρίβεια. “Το σκάνδαλο Lockheed γεννήθηκε από τις αποκαλύψεις της εξεταστικής Επιτροπής των ΗΠΑ με επικεφαλής τον γερουσιαστή Frank Church, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία Lockheed είχε πληρώσει δωροδοκίες σε πολλές χώρες για να πουλήσει την πολεμική παραγωγή στους εθνικούς στρατούς. Όσον αφορούσε την Ιταλία, επρόκειτο για μίζες για την απόκτηση 14 αεροπλάνων C-130 που αγοράστηκαν από  την ιταλική κυβέρνηση ανάμεσα στο 1972 και το 1974, αεροπλάνων F-104S και τεθωρακισμένων Leopard. Δίπλα στον Gui (Υπουργό των Εσωτερικών και moroteo, nda) ενεπλάκη και ο υπουργός Άμυνας Mario Tanassi ενώ, πάντοτε σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ηνωμένων πολιτειών, πίσω από κάποια κωδικοποιημένα ονόματα (Antelope Cobbler και Pun) κρύβονταν ένας πρώην πρωθυπουργός…Το όνομα με κωδικό ‘Antelope’, σύμφωνα με τις αμερικανικές αποκαλύψεις, υποδείκνυε έναν πρωθυπουργό των χρόνων από το 1965 μέχρι το 1970, συμπεριλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός από τον Moro (1963-1968), την λεγόμενη παραθαλάσσια κυβέρνηση του Giovanni Leone (ιούνιος-νοέμβριος 1968) και εκείνη του Mariano Rumor (δεκέμβριος 1968-ιούλιος 1970). Οι τρεις θα διαψεύσουν κάθε ανάμιξη και στις 29 απριλίου ο πρεσβευτής των ηνωμένων πολιτειών σημείωσε πως, κάνοντας το, είχαν δώσει την εντύπωση πως έκριναν ένοχο ο ένας τον άλλον”.

Repubblica MoroΑπό την στιγμή που δεν συμμεριζόμαστε, ούτε αγκαλιάζουμε, κανέναν τύπο συνωμοσιολογικής θεωρίας, αμέσως προσδιορίζουμε πως δεν αποδίδουμε σε κανέναν από τους προαναφερθέντες συγκεκριμένες αστοχίες και ακριβείς ενοχές, όμως θυμόμαστε…Θυμόμαστε λοιπόν και υπενθυμίζουμε πως την πέμπτη 16 μαρτίου 1978, την ημέρα της απαγωγής Moro, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “La Repubblica” υπήρχε αυτό  το ‘box’: “Antelope Cobbler είναι ο Aldo Moro?” που παρέπεμπε σε ένα εσωτερικό άρθρο: “Antelope Cobbler? Απλούστατο Aldo Moro, πρόεδρος της DC”.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο επειδή δεν είναι απαραίτητο. Σημειώνουμε ότι η είδηση θα μπορούσε να διερευνηθεί, επαληθευτεί, επιβεβαιωθεί, διαψευσθεί. Όπως όλη υπόθεση των λεγόμενων «ιπτάμενων φέρετρων», έτσι είχαν επίσης αποκαλεστεί τα αεροπλάνα Lockheed F-104, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις καταδίκες «μόνο» των Tanassi (Psdi), του προσωπικού γραμματέα του, των ιταλών εκπροσώπων της Lockheed και του τότε προέδρου της Finmeccanica (με κρατική συμμετοχή). Δεν γνωρίζουμε πώς τελείωσε, πως κατέληξε η ψευδής (;) κατηγορία της εφημερίδας που διευθύνονταν από τον Eugenio Scalfari κατά του Moro.

Με την ανακατασκευή τους, οι Clementi, Persichetti, Santalena, μας βοηθούν να καθορίσουμε ξανά τους χρόνους και τους τρόπους με τους οποίους έχουν συσταθεί οι ειδικές φυλακές, την ‘κόκκινη εβδομάδα’ της Asinara, τις μάχες στις Pianosa και Saluzzo, την απεργία πείνας στην Nuoro, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεπεράσουν οι κρατούμενοι και να διαλύσουν τα απάνθρωπα οχυρά: Kampi. Στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την κατασκευή και τα εγκαίνια της πρώτης γυναικείας υπέρ-φυλακής: εκείνη της Voghera και την διαδήλωση-με ζωώδεις επιθέσεις και ξύλο στους μετέχοντες-του ιουλίου 1983, για την εξουδετέρωση της. Την ‘ελευθερία κινήσεων’ που παραχωρήθηκε στον Carlo Alberto Dalla Chiesa και στον ειδικό αντιτρομοκρατικό πυρήνα του. Την εισαγωγή της συστηματικής χρήσης των βασανιστηρίων ενάντια στους συλληφθέντες για να τους κάνουν να μιλήσουν.
Ήδη από το 1975, με τον Alberto Buonoconto, μετά τους Enrico Triaca, Cesare Di Lenardo, Paola Maturi, Sandro Padula, Emanuela Frascella, δυστυχώς πολλούς άλλους.

Είναι ακριβώς στην θεσμοθέτηση αυτής της σκληρής πρακτικής και στις πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι συντάκτες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα αφιερώσουν εμβαθύνσεις και αρκετό χώρο στους επόμενες τόμους. Χωρίς να παραμελούνται η απαγωγή D’Urso, Dozier και οι τέσσερις απαγωγές της ‘εκστρατείας της άνοιξης’: Cirillo, Taliercio, Sandrucci και Πέτσι. Δεν παραμελούν τη γέννηση του Κόμματος Guerilla, del Partito Guerriglia, της απομάκρυνσης της φάλλαγγας Walter Αlasia, της αναγγελίας της στρατηγικής υποχώρησης και του τέλος μιας εμπειρίας.                                                       Έτσι όπως και για την σφαγή της Via Fracchia στη Γένοβα και την εκτέλεση του Roberto Serafini και του Walter Pezzoli στο Μιλάνο.                                                                               “La storia continua, Η ιστορία συνεχίζεται”.20

N. B. Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις συνεισφορές που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη, τη φυλακή, το εκτός νόμου προλεταριάτο, που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας ως παράδειγμα από πολλές πρόσφατες δημοσιεύσεις. Εκτός από αυτήν των Clementi-Persichetti-Santalena, οι επόμενες θα είναι η αυτοβιογραφία του Pasquale Abatangelo «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna» και «Το Δέντρο της αμαρτίας», “L’albero del peccato”, που δημοσιεύθηκε χάρη στον Giorgio Panizzari, ενημερωμένο και σημαντικά ενισχυμένο σε σχέση με την έκδοση του 1983, που διατέθηκε με την υπογραφή της «Κολεκτίβας κομμουνιστών κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ‘Collettivo prigionieri comunisti delle Brigate Rosse’. (F.A.)


  1. Marco Clementi, Storia delle Brigate Rosse, Odradek Edizioni, Roma, 2007  ↩
  2. Marco Clementi, La ‘pazzia’ di Aldo Moro, Odradek Edizioni, Roma, 2001  ↩
  3. Paolo Persichetti-Oreste Scalzone, Il nemico inconfessabile. Sovversione sociale, lotta armata e stato di emergenza in Italia dagli anni settanta ad oggi, Odradek Edizioni, Roma, 1999  ↩
  4. Jacques M. Verges, Strategia del processo politico, Einaudi, Torino, 1969  ↩
  5. Στο δοκίμιο της Laurana Lajolo, Οι αντάρτες της Santa Libera. Ιστορία μιας παρτιζάνικης εξέγερσης. Αύγουστος 1946-I ribelli di Santa Libera. Storia di un’ insurrezione partigiana. Agosto 1946, ο leader των ξεσηκωμένων, ‘Armando’, “…μαζί με κάποιους συντρόφους, σχημάτισε, μετά την απελευθέρωση, μια παράνομη ομάδα με το όνομα ‘808’ προς  τιμής ενός ισχυρού εκρηκτικού και ο οποίος, μπροστά στην προοδευτική συμπεριφορά επιείκειας των δικαστών απέναντι στους φασίστες, αποφάσισε να αναλάβει το καθήκον να αποδώσει δικαιοσύνη.”  ↩
  6. Alice Diacono, Η παρτιζάνικη εξέγερση της Santa Libera [αύγουστος 1946] και το δύσκολο πέρασμα από τον φασισμό στην δημοκρατία, ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 / L’insurrezione partigiana di Santa Libera (agosto 1946) e il difficile passaggio dal fascismo alla democrazia, anno accademico 2009-2010, Giovanni Rocca (Primo), Ένας στρατός ρακένδυτων στην υπηρεσία της ελευθερίας – Un esercito di straccioni al servizio della libertà, Art pro Arte, Canelli (Cn), 1984; Laurana Lajolo, I ribelli di Santa Libera. Storia di un’insurrezione partigiana. Agosto 1946, Edizioni Gruppo Abele, Torino, marzo 1995; Giovanni Gerbi, I giorni di Santa Libera, Οι ημέρες της Santa Libera, οκτώ επεισόδια στην εκπομπή “ L’eco del lunedì”, εβδομαδιαία, settimanale di Asti, οκτώβριος-νοέμβριος 1995; Marco Rossi, Ribelli senza congedo. Rivolte partigiane dopo la Liberazione. 1945-1947, Αντάρτες δίχως άδεια. Παρτιζάνικες εξεγέρσεις μετά την Απελευθέρωση. Edizioni Zero in condotta, Milano, 2009; Claudia Piermarini, I soldati del popolo. Arditi, partigiani e ribelli: dalle occupazioni del biennio 1919-20 alle gesta della Volante Rossa, storia eretica delle rivoluzioni mancate in Italia- Οι στρατιώτες του λαού. Arditi, αντάρτες και επαναστάτες: από τις καταλήψεις της διετίας 1919-1920 στα κατορθώματα της Κόκκινης Φτερωτής, αιρετική ιστορία των αποτυχημένων επαναστάσεων στην Ιταλία, Red Star Press, Roma, giugno 2013  ↩
  7. Cesare Bermani, La Volante Rossa. Storia e mito di ‘un gruppo di bravi ragazzi’, Η Κόκκινη Φτερωτή. Ιστορία και μύθος »μιας ομάδας καλών παιδιών», Colibrì Edizioni, Milano, 2009; Carlo Guerriero-Fausto Rondelli, La Volante Rossa, Datanews, Roma, 1996; Massimo Recchioni, Ultimi fuochi di Resistenza. Storia di un combattente della Volante Rossa, Τελευταίες φωτιές Αντίστασης. Ιστορία ενός μαχητή της Κόκκινης Φτερωτής, DeriveApprodi, Roma, 2009; M. Recchioni, Il tenente Alvaro, la Volante Rossa e i rifugiati politici italiani in Cecoslovacchia, Ο υπολοχαγός Αλβάρο, η Κόκκινη Φτερωτή και οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία, DeriveApprodi, Roma, 2011; Francesco Trento, La guerra non era finita. I partigiani della Volante Rossa, Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι παρτιζάνοι  της Κόκκινης Φτερωτής, Edizioni Laterza, Roma-Bari, 2014  ↩
  8. Sante Notarnicola, L’evasione impossibile, Η αδύνατη απόδραση, Feltrinelli, 1972  ↩
  9. Da una conversazione con Sante Notarnicola, Από μια κουβέντα με τον Σάντε Νοταρνικόλα, 14 aprile 2017  ↩
  10. Donatella Alfonso, Animali di periferia. Le origini del terrorismo tra golpe e resistenza tradita. La storia inedita della banda XXII Ottobre, Ζώα της περιφέρειας. Οι καταβολές της τρομοκρατίας ανάμεσα στο πραξικόπημα και την προδομένη αντίσταση. Η ανέκδοτη ιστορία της μπάντας 22 Οκτώβρη, Castelvecchi Rx, Roma, 2012  ↩
  11. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl, Το κορίτσι που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Η ιστορία της Μόνικα Έρτλ, casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  ↩
  12. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Κι ας είμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  ↩
  13. Prospero Gallinari, Un contadino nella metropoli. Ricordi di un militante delle Brigate Rosse, Αναμνήσεις ενός μαχητή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Bompiani Overlook, Milano, 2006  ↩
  14. Mario Moretti, Per Prospero, Για τον Πρόσπερο,14 gennaio 2013  ↩
  15. Gli Altri online, 14 gennaio 2013  ↩
  16. Sapere Edizioni, Milano, 1973  ↩
  17. Gino Montemezzani, Come stai compagno Mao?, Πως είσαι σύντροφε Μάο; Edizioni LiberEtà, Roma, 2006  ↩
  18. Manolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, H φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει. Agenzia X, Milano, 2007  ↩
  19. nn.14 e 15, σελ. 149  ↩
  20. P. Gallinari, Un contadino nella metropoli, Ένας αγρότης στην μητρόπολη, cit.  ↩

https://www.carmillaonline.com/2017/04/26/le-emozioni-del-cuore-la-d-della-ragione-la-realta-dei-fatti/

ιστορία, storia

ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate rosse, μια ιστορία που έρχεται από μακριά. Το βιβλίο του Salvatore Ricciardi

Posted on luglio 4, 2011, ιούλιος 2011

Κριτικές – Ανήσυχη αργή κίνηση μιας επίθεσης στον ουρανό: Maelstrom, Σκηνές από την ταξική πάλη στην Ιταλία από το 1960 στο 1980, του Salvatore Ricciardi, DeriveApprodi 2011

Marco Clementi
il manifesto 3 ιουλίου 2011

To Maelstrom του Salvatore Ricciardi, είναι ένα άλμα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας ειδωμένη με τα μάτια αυτού ο οποίος, για μια δεκαπενταετία, προσπάθησε να αλλάξει τις θεσμικές και οικονομικές διαρθρώσεις της. Ο υπότιτλος είναι επεξηγηματικός: πρόκειται για «σκηνές εξέγερσης και αυτοοργάνωσης ταξικές στην Italia από το 1960 στο 1980» (DeriveApprodi, σελ. 369, euro 22). Ο Ricciardi υπήρξε ένας αγωνιστής των ερυθρών Ταξιαρχιών, Brigate rosse, αλλά το δικό του δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο αναμνήσεων επάνω στην ένοπλη οργάνωση, «εκδοχή του μαχητή» που διηγείται υποκειμενικά την πορεία του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανακατασκευάσει, υφαίνοντας ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, την πορεία, την διαδρομή τουλάχιστον δύο γενεών, βρίσκοντας στη δεκαετία του Εξήντα τις πρώτες ενδείξεις, τους προδρόμους για εκείνο που επρόκειτο να συμβεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, κάτι που αποφεύγεται πάρα πολύ συχνά από εκείνους που έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «μολυβένια χρόνια». Σε πολλές έρευνες η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων πραγματικά θυσιάστηκε στο όνομα αναπαραστάσεων και ανακατασκευών που περνούσαν από το ένα αιματηρό γεγονός στο άλλο περιοριζόμενες στην ανάλυση της προσωπικής ώθησης και χρησιμοποιώντας μια κατηγορία, εκείνη της πολιτικής βίας, που τίποτα το ιστορικό έχει και ελάχιστο κοινωνιολογικό. Το Maelstrom αντιθέτως τρέχει επάνω σε μια διπλή τροχιά, εκείνη της εμπειρίας στις φυλακές, που συνδέεται με την απαγωγή του δικαστή d’Urso που έφεραν εις πέρας οι Br το 1980 και στην εξέγερση που επακολούθησε στην «ειδική» του Trani, την φυλακή υψίστης ασφαλείας, συνδέεται επίσης με τους κοινωνικούς αγώνες που άγγιξαν την Italia ξεκινώντας από την κρίση του λεγομένου οικονομικού boom. Κρίση στην οποία η άρχουσα τάξη δεν βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει και η οποία πυροδότησε μια σειρά φαινομένων άνευ προηγουμένου που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας, από τον συνδικαλισμό βάσης στις φοιτητικές εξεγέρσεις, μέχρι την περίοδο των σφαγών, που σημαδεύτηκαν από τον τραγικό δεκέμβρη 1969. Ήταν η απώλεια της αθωότητας, αναρωτιέται ο Ricciardi; Η απάντηση είναι άμεση: «στην χώρα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε ίχνος αθωότητας. Μετά την σφαγή του πολέμου μας παρουσίασαν την άλλη σκηνή, εκείνη της ανοικοδόμησης . Ο εγωιστικός καριερισμός, η αποθησαύριση δίχως φόβο, το κέρδος επί των νεκρών, το μαύρο χρηματιστήριο, η πείνα και η υπερεκμετάλλευση, ο πλουτισμός επάνω στις πλάτες αλλονών (…). Αυτό ήταν εκείνο που οι προηγούμενες γενιές μας είχαν αφήσει κληρονομιά. Που βρίσκονταν η αθωότητα;

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποίαν ο συγγραφέας αναποδογυρίζει την σημασία όρων και εννοιών που έχουν μπει σήμερα στο συλλογικό φαντασιακό με μιαν συγκεκριμένη άποψη-έννοια. Για παράδειγμα, η «μνήμη» για έναν φυλακισμένο είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί: «stop στις σκέψεις για το παρελθόν, κι εάν έχεις στις πλάτες μια μακρά ποινή ή τα ισόβια, και σε εκείνες για το μέλλον». Η  «σύγκρουση του πολιτισμού», έκφραση που έγινε διάσημη χάρη στο βιβλίο του Samuel Huntigton, φαίνεται από τον Ricciardi σαν η αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που τον εκμεταλλεύονταν και αυτού που εκμεταλλεύονταν τους άλλους. Και η έκφραση «λευκοί θάνατοι», που χρησιμοποιείται για τους πεσόντες στην δουλειά, αντιστρέφεται. Η ανάμνηση ενός νεότατου συναδέλφου που έπεσε από μια σκαλωσιά, το ξερό χτύπημα που του σπάει την πλάτη και το αίμα που απλώνεται στην γη (που μιας και βγήκε δεν ξαναμπαίνει μέσα), δίνουν μια αίσθηση θυμού ακούγοντας την έκφραση αυτή: πρόκειται για την υποκρισία αυτού που θέλει να γλυκάνει το συμβάν, ενώ η αλήθεια είναι πως είναι άνθρωποι σκοτωμένοι, «δολοφονημένοι».  Και στην έννοια των αντίθετων εξτρεμισμών ασκείται κριτική. Τι να λέμε «κόκκινοι» και «μαύροι»: εκείνα τα χρόνια, για τον συγγραφέα, διακυβεύονταν η προλεταριακή επανάσταση, η νίκη επί του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας, δίχως τις φυλακές, το επιλεκτικό σχολείο, τους θανάτους στην εργασία, τις ιεραρχίες και τους πολέμους. Οι «μαύροι», οι φασίστες, εισήλθαν σε αυτή την δυναμική «με τον ίδιο ρόλο που έχουν οι μπράβοι στις εισόδους των ντισκοτέκ: να την πέφτουν βίαια σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες και την καθεστηκυία τάξη, στις ιεραρχίες και στην ιδιοκτησία». Από την Piazza Statuto στους νεκρούς της Reggio Emilia, από την σφαγή της piazza Fontana στην βόμβα στον σταθμό της Bologna, το βιβλίο διατρέχει τα δάκρυα που έχυσε και τα βάσανα που υπέστη η Ιταλία με την απόσπαση του μελετητή, δίχως να ψάχνει δικαιολογίες για τις επιλογές του συγγραφέα, την στράτευση του στον ανταρτοπόλεμο, την παραβολή πρώτα ανοδική και στη συνέχεια ανελέητα καθοδική και πτωτική της οργάνωσης στην οποίαν ανήκε.  Ο Ricciardi όμως δεν διηγείται την ιστορία των Br, αλλά την τοποθετεί μέσα στην ιταλική, αποφεύγοντας να πέσει μέσα στην παγίδα που έχει στηθεί στους ιταλούς αναγνώστες από την συνομωσιολογία, την σκευωρία, η οποία βλέπει σε εκείνη την ένοπλη οργάνωση το εκτελεστικό χέρι μιας μεγάλης συνωμοσίας με σκοπό να σταματήσει την είσοδο του Κκι στην κυβέρνηση. Κι όμως το Partito comunista italiano σε εκείνη την κυβέρνηση είχε υπάρξει, από το 1944 μέχρι το 1947, είχε συνεισφέρει στην ανοικοδόμηση της χώρας, είχε κυβερνήσει πόλεις και επαρχίες, υποστηρίξει, τέλος, κυβερνήσεις της χριστιανοδημοκρατίας στα χρόνια Εβδομήντα με αντάλλαγμα της προεδρίας κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και όχι γιατί υπήρχαν οι Brigate rosse αλλά διότι, όπως είπε σε περισσότερες από μια φορές ο Aldo Moro, από τις κάλπες του 1976 είχαν εξέλθει δυο νικητές, η Dc και το Pci. Δεν επρόκειτο για τον ιστορικό συμβιβασμό του Μπερλιγκουέρ, που ο Ricciardi τον βλέπει σαν το «σημείο κατάληξης μιας στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το Κκι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου», αλλά για μια ρεαλιστική οπτική της πολιτικής πραγματικότητας.  Οι Χριστιανοδημοκράτες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν μόνοι τους και μόνο η υποστήριξη των κομμουνιστών, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται εκτός κυβέρνησης, θα είχαν εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα στις πολιτικές των θυσιών σε μια χώρα με διψήφιο πληθωρισμό. Ο ταξιαρχισμός προσπάθησε να χωρέσει σε αυτή τη διαλεκτική με την απαγωγή του Άλντο Μόρο, αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό μιας διαπραγμάτευσης με τα κόμματα της πλειοψηφίας, τα οποία βρέθηκαν ενωμένα στο να καταστήσουν αβλαβή τα λόγια που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης έγραφε από την λεγόμενη «φυλακή του λαού ». Ήταν μια σημαντική πολιτική ήττα για τις ερυθρές Ταξιαρχίες και η εκτέλεση του ομήρου κατάφερε, ίσως, να καθυστερήσει την αποσάθρωση της οργάνωσης για ένα-δύο χρόνια. Για τον Ricciardi, το 1967 είναι το εκπληκτικό έτος, è l’anno mirabilis. Γιατί δολοφονήθηκε ο Τσε, επειδή το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο των έξι Ημερών, γιατί στην Ελλάδα μια χούφτα συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατία, με την ίδρυση ενός τρομοκρατικού καθεστώτος, αν και δεν ήταν φασιστικό, και στις 2 Ιουνίου η αστυνομία στο Δυτικό Βερολίνο σκότωσε τον φοιτητή Benno Ohnesorg κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για την επίσκεψη του πέρση πραξικοπηματία Reza Pahlavi, Ρεζά Παχλαβί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει πλήρεις απαντήσεις σε όλα αυτά και συνθήματα που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σημαίες καθίστανται φθαρμένα. Όταν ο νεαρός Ricciardi ανακάλυψε την απάτη του ψευδή μύθου της προδομένης Αντίστασης, η απογοήτευσή του ήταν τεράστια. Διάβασε αρκετές φορές με άλλους συντρόφους ότι το PCI, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν θέλησε να φέρει εις πέρας μια κοινωνική επανάσταση, αλλά να συνεργαστεί με άλλες αντι-φασιστικές δυνάμεις για τη γέννηση μιας νέας Ιταλίας. Ήταν όλα αλήθεια: κανείς δεν θέλησε ποτέ να μετατρέψει τον αγώνα εκείνο σε κάτι διαφορετικό, να κάνει ότι ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, και ο μύθος που γεννήθηκε με το ξέσπασμα του ψυχρού πολέμου οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στην επιλογή να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση : μια όμορφη ιστορία να λέγεται στους νέους, τίποτα περισσότερο. Οι απαντήσεις, ως εκ τούτου, ήρθαν από το εξωτερικό: στο Viet-Nam οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια απροσδόκητη αντίσταση, ενώ στην Κίνα, ο Μao Tze Dong ξεκινά την πολιτιστική επανάσταση. Αυτό όλο μεταφράστηκε στην Ιταλία στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας από το σύστημα του κεφαλαίου και στην απομάκρυνση από την πολιτική του κομμουνιστικού Κόμματος. Όλα τέθηκαν σε κίνηση και γεννήθηκαν, από εκεί και μέσα σε μερικά χρόνια, πολλές οργανώσεις, κάποιες ένοπλες, άλλες όχι. Ο Ricciardi σημειώνει μόνο πως ανάμεσα στην σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο ανάπτυξη των ερυθρών Ταξιαρχιών και την απότομη πτώση τους πέρασαν μερικά χρόνια, αλλά έμοιαζαν δεκαετίες.   Το κράτος αντέδρασε με μια ειδική νομοθεσία και, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις που κρίθηκαν από το δικαστικό σώμα, με τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι πρώτες καταδόσεις, το φαινόμενο της μετάνοιας και του διαχωρισμού, μια «διάρροια διαχωρίσεων» τις αποκαλεί ο Ricciardi. Ήταν ο διαχωρισμός, η διάσταση, που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην οργάνωση, αφαιρώντας με τους πρωταγωνιστές και τις επιμέρους ιστορίες, που κομμάτι κομμάτι κατεδάφισαν την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη εκείνης της εμπειρίας. Και για να πει όχι σε όλα αυτά ο Salvatore Ricciardi αισθάνθηκε την ανάγκη να συνθέσει την δική του βιογραφία, αλλά τοποθετώντας την προσεκτικά μέσα στο αποτέλεσμα μιας έρευνας σχετικά με το παρελθόν του και εκείνο της χώρας του.

 

Link
Anni Settanta
Lotta armata
Recensioni

Brigate rosse, una storia che viene da lontano. Il libro di Salvatore Ricciardi

ιστορία, storia

Brigate Rosse, μια ιστορία μέσα στην εργατική βία των χρόνων εβδομήντα – una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

Posted on maggio 20, 2017, μάϊος 20, 2017

Από το blog Campagna di primavera ανακαλούμε αυτή την κριτική του Ugo Maria Tassinari στον τόμο “Brigate rosse, από τα εργοστάσια στην εκστρατεία της άνοιξης”

Είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο: ο τόμος που παρουσίασε ένας από τους συγγραφείς, στον αυτοδιαχειριζόμενο χώρο των φοιτητών της Αρχιτεκτονικής στη Νάπολη στις 18 μαΐου του τρέχοντος έτους, είναι ο πρώτος μιας τριλογίας που έχει ως στόχο να είναι το οριστικό έργο για την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Φιλοδοξία που δεν είναι εξωπραγματική: επειδή η ομάδα έχει τα προσόντα, την ποιότητα και είναι καλά εξοπλισμένη. Ο Marco Clementi, ερευνητής της Ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης στο Arcavacata, έχει ήδη δημοσιεύσει εργασίες σχετικά με την «τρέλα του Μόρο» και την «ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών».  Η Elena Santalena διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Grenoble-Alpes, όπου συνεργάζεται με το Laboratoire Universitaire Histoire Cultures Italie Εurope. Μελετά τα χρόνια της εξέγερσης στην Ιταλία, το θέμα των φυλακών, τα ένοπλα κινήματα και διαμαρτυρίας. Ο Paolo Persichetti είναι πρώην ταξιαρχίτης της τελευταίας γενιάς: η καταδίκη του για τις οργανώσεις Br-UCC και η έκδοση του από τη Γαλλία ( μοναδική περίπτωση περισσότερο παρά σπάνια), έχουν καταστείλει μια πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα στο Παρίσι 8. Οι τρεις έχουν συνδυάσει με σύνεση προφορικές πηγές (με αποκλειστικές συνεντεύξεις με μερικούς από τους ηγέτες της κυριότερης ιταλικής ένοπλης ομάδας) και αρχειακές εργασίες (με σχολαστική εξέταση από τα πολλά έγγραφα της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα) και κάνοντας με αυτόν τον τρόπο να μιλήσουν «φύλακες και ληστές» κατάφεραν να μας δώσουν πίσω μια ισχυρή από κοινού άποψη.
Από αυτή την έντονη δραστηριότητα αναδύεται ένα ενδιαφέρον γεγονός: οι αναλύσεις και οι ερευνητικές υποθέσεις που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία σε πραγματικό χρόνο σε μια εποχή που η αστυνομία, οι δυνάμεις της τάξης δεν μπορούσαν να επικαλεστούν, να επωφεληθούν της βοήθειας ούτε πληροφοριοδοτών (ο μοναδικός, ο γραφικός αδελφός Mitra-Πολυβόλο, κάηκε για να συλληφθούν οι Curcio και Franceschini ), ούτε μετανοούντων επιδεικνύουν μια ικανότητα γνώσης και κατανόησης σημαντικά υψηλότερη των αποτελεσμάτων που ελήφθησαν στον αγωνιστικό χώρο και για τις τρέχουσες ιδέες γύρω από την ποιότητα της δικής μας intelligence
Το κύριο πλεονέκτημα του πρώτου τόμου, ο οποίος καλύπτει τα έτη από το 1970 στο 1978, από την γέννηση στην ακμή της απαγωγής Μόρο, όμως, είναι άλλο. Μέσα από μια ακριβή ανακατασκευή της θεωρητικής επεξεργασίας και της μαχητικής πρακτικής των πρώτων ερυθρών Ταξιαρχιών επιστρέφεται στο φαινόμενο η αληθινή του πραγματικότητα: δηλαδή, το ότι δεν υπήρξε μια εγκληματική συμμορία ή ένα φάντασμα που κινούσε μια κάποια ξένη δύναμη ή σκοτεινή αλλά μια οργάνωση που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην κοινωνική σύγκρουση των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα, όταν η εργατική βία στα εργοστάσια, οι ξυλοδαρμοί των επιστατών και των απεργοσπαστών και το σαμποτάρισμα της παραγωγής, ήταν πράγματα διαδεδομένα και καθημερινά. Σε αντίθεση με τις άλλες επαναστατικές ομάδες, που επεκτείνουν τους αγώνες από τις γειτονιές στις φυλακές, από τους στρατώνες στο ψυχιατρεία, οι ερυθρές Ταξιαρχίες επικεντρώνουν τα πρώτα χρόνια τις δραστηριότητες τους στα εργοστάσια του βιομηχανικού τριγώνου. Στη συνέχεια, «με την αποτυχία των εμπειριών των πολιτικών εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που γεννήθηκαν στην διετία 1968-1969, ο ένοπλος αγώνας έγινε, στα μέσα της δεκαετίας του Εβδομήντα, μια επιλογή που κατέκτησε μεγάλα τμήματα του κινήματος. Οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρξαν, απλά, μέρος εκείνης της διαδικασίας”.

Brigate Rosse, una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tiocfaidh ár lá – Παρουσίαση του Bomber Renegate με τον συγγραφέα Michael Dickson – Presentazione di Bomber Renegade con l’autore Michael Dickson

 

H πιο πρόσφατη ιστορία της ιρλανδικής σύγκρουσης από την φωνή του τελευταίου κρατουμένου του IRA. Από την στρατιωτική στολή στην μιμητική και την κουκούλα, μέσα από τις κερκίδες του Celtic Park.

Για να μιλήσουμε για τον Michael «Dixie» Dickson προτιμούμε να ξεκινήσουμε από το τέλος της ιστορίας που έγραψε και πρωταγωνίστησε, και έτσι από τις τελευταίες γραμμές του εξωφύλλου, όπου διαβάζουμε ότι αυτή τη στιγμή «δραστηριοποιείται στην διοργάνωση συναυλιών και αγωνιστικών αθλητικών εκδηλώσεων και είναι μια φιγούρα, σημείο αναφοράς του ευρωπαϊκού οπαδικού αντιφασιστικού δικτύου». Υποστηρίζοντας και ασκώντας τον μαχητικό αντιρατσισμό και αντιφασισμό, όπως λέει προς το τέλος του βιβλίου, μέσα στις τάξεις του οποίου είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε.

Διαβάζοντας αυτό το συμπέρασμα και γυρνώντας ξανά στις πρώτες σελίδες φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε με μια μαχητική έκδοση του sliding doors. Στα 16 του όντως ο Dixie βρίσκονταν στο σώμα του βρετανικού στρατού που επιδίδονταν στην κατασκευή έργων υποδομής και υποστήριξης των δραστηριοτήτων μάχης, δραστηριοποιούμενος λίγα χρόνια αργότερα για λογαριασμό της Αυτής Μεγαλειότητας στα νησιά Φώκλαντ που μόλις απελευθερώθηκαν από τους Βρετανούς. Πιθανώς αυτή θα ήταν η ζωή του αν λόγω του πάθους του για το ποδόσφαιρο που του μεταδόθηκε από την καθολική πλευρά της οικογένειας και λόγω μιας αλληλουχίας γεγονότων δεν βρίσκονταν το 1982 – ενώ ήταν ακόμα στο στρατό – στο Celtic Park για να ακούσει τα αντάρτικα τραγούδια, the rebel songs, που τραγουδούσαν με θυμό οι ρεπουμπλικάνοι οπαδοί ενάντια στους άγγλους (δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τον θάνατο του Bobby Sands και των άλλων hunger strikers, απεργών πείνας στις φυλακές Maze).

Από εκεί, το βήμα να αγοράσει την Republican news, τις Ρεπουμπλικανικές ειδήσεις, να μπει σε μια μπάντα, marching band, να βρεθεί να συζητά για το «πράσινο βιβλίο» με τους εθελοντές του Irish Republican Army, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού και φυσικά να οργανώσει την πιο σημαντική επίθεση που ο IRA είχε πραγματοποιήσει έξω από τα ιρλανδικά ή βρετανικά σύνορα, φαίνεται μικρό. Και στο Bomber Renegade η αφήγηση δεν αφήνει περιθώρια για πάρα πολλές σκέψεις και προβληματισμούς σε σχέση με την επιλογή να ακολουθήσει τον δρόμο του ένοπλου αγώνα, με όλα αυτά που θα μπορούσαν να προκύψουν και που όντως προέκυψαν, από την παρανομία στην έκδοση στη φυλακή, και στην απόδραση και πάλι ξανά στη φυλακή. Μοιάζει μάλλον η φυσική συνέπεια μιας ανάληψης ευθύνης σε σχέση με το γεγονός ότι κατείχε τις ικανότητες – που αποκτήθηκαν στο βρετανικό στρατό και που μπορούσαν να τεθούν στην υπηρεσία του IRA εναντίον εκείνου του ίδιου στρατού – και πως έτυχε να ζει σε μια εποχή που η διαδικασία ειρήνευσης ήταν ακόμη πολύ μακριά.

Άλλωστε η ιστορία του Dixie μπορεί να είναι σε μεγάλες γραμμές εκείνη πολλών αγωνιστών οι οποίοι, αν και δεν προέρχονταν από συνήθη ιστορικά ή προηγούμενα πολιτικά χαρακτηριστικά ή συγκυρίες, ήρθαν κοντά σε ένα ιδανικό, πολιτικοποιήθηκαν και έφτασαν μέχρι την παρανομία και την συμμετοχή και δέσμευση σε οργανώσεις που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα, προκαλώντας ένα κύκλωμα «αυτο-αναπαραγωγής» μαχητών έξω από τα παραδοσιακά κυκλώματα. Αν αντικατασταθεί η βασική αιτία του πάθους για την Σέλτικ με μια δουλειά στο εργοστάσιο ή τη φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, μπορούμε να βρεθούμε να μιλάμε για έναν αγωνιστή ή μια αγωνίστρια των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της RAF ή της ETA, χωρίς καν να μετακινηθούμε πάρα πολύ στο χρόνο. Αλλάζουν τα «μέρη», »οι χώροι» και οι «περιπτώσεις», αλλά παραμένει η ανάγκη για κοινωνικότητα και συμμετοχή καταπιεσμένη και υπό καταστολή στην οποία αντιδρούν ριζοσπαστικοποιώντας τις δικές τους μορφές μαχητικότητας και στράτευσης, σε έναν ορθό κύκλο (για εμάς ορθό, για την εξουσία λίγο λιγότερο) που απαντά σε δυναμικές που θεωρούνται «χαρακτηριστικές», »συγκεκριμένες».

Σε εκείνες τις δεκαετίες, σε μεγάλο μέρος της Βόρειας Ιρλανδίας η καθημερινή ζωή ήταν οι εγκλεισμοί χωρίς δίκη, η καταστολή του στρατού, της RUC και της SAS, τα αντίποινα από τους νομιμόφρονες παραστρατιωτικούς, οι εν ψυχρώ δολοφονίες, οι απεργίες πείνας στα «μπλοκ H», η ποινικοποίηση των πολιτικών κρατουμένων και η ζωή σε κατάσταση συνεχούς πολιορκίας. Εν τω μεταξύ, όμως, ο IRA έδειχνε στη Βρετανία πως είναι ένας άξιος εχθρός, με μιαν οργάνωση, έναν εξοπλισμό και μια δυνατότητα να υλοποιήσει δράσεις που τίναζαν στον αέρα τις ασφάλειες (όπως και τους μηχανισμούς ασφαλείας) μιας ολόκληρης υπερδύναμης και ενστάλαζαν στους ρεπουμπλικάνους την εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι ήταν ένας πόλεμος που θα μπορούσαν να κερδίσουν. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μέσα σε αυτή την συγκυρία δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι η μετάβαση από την ευαισθητοποίηση προς τον ρεπουμπλικανικό αγώνα στην πολιτικοποίηση και στη συνέχεια στην ένταξη και την στράτευση μπορούσε να είναι πολύ γρήγορη και κυρίως σε μεγάλη κλίμακα, με αποτέλεσμα την εισροή νέων εθελοντών ανάλογη με τις επιθέσεις που υφίσταντο οι ρεπουμπλικάνοι.

Η αποστολή που ανατέθηκε στην ομάδα του Dixie τοποθετείται ακριβώς στο έργο αποσταθεροποίησης της βρετανικής εξουσίας: ο στόχος της επίθεσης ήταν να στείλει ένα μήνυμα, ότι δηλαδή ο Ira θα μπορούσε να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος συνδεδεμένο άμεσα ή έμμεσα με το Ηνωμένο Βασίλειο και που από τον Πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη που υπηρετούσε σε μια απομακρυσμένη στρατιωτική βάση στη Γερμανία, κανείς δεν μπορούσε να αισθάνεται ασφαλής. Όπως μπορούμε να διαβάσουμε από έναν ιστό του πρακτορείου Reuters στο οποίον παρατίθεται η ανάληψη ευθύνης του IRA για την επίθεση στο Osnabruck, ο στόχος έχει επιτευχθεί.

«Σε μιαν ανακοίνωση ανάληψης ευθύνης για την επίθεση που δρομολογήθηκε εναντίον των βρετανικών δυνάμεων στη Γερμανία την παρασκευή 28 Ιουνίου, Oglaigh na Eireann (ο IRA, δηλαδή) υποστήριξε πως η επίθεση, η πρώτη αυτού του είδους που αναπτύχθηκε εκτός Βρετανίας ή από τις Έξι Κομητείες, πραγματοποιήθηκε από μία από τις μονάδες της. […] Οι όλμοι χτύπησαν στην καρδιά του βρετανικού στρατού στη Γερμανία. Οι στρατώνες Κεμπέκ στο Osnabrueck είναι η μεγαλύτερη βρετανική στρατιωτική φρουρά στη Γερμανία που περιέχει 10.700 στρατιώτες και τις οικογένειές τους, και βρίσκεται στα βορειοδυτικά της χώρας. Οι όλμοι εκτοξεύτηκαν από το πίσω μέρος ενός Ford Transit σταθμευμένου λίγο έξω από την είσοδο νωρίτερα από τις 19:00, σχεδόν επτά χρόνια από μιαν άλλη βομβιστική επίθεση του IRA, τον ιούνιο του 1989. Τα μέτρα ασφαλείας παραβιάστηκαν από τους εθελοντές του Ira που κατάφεραν να τοποθετήσουν ακόμη πέντε εκρηκτικά φορτία μέσα στο εκτεταμένο συγκρότημα. […] Κτήρια, οχήματα, συμπεριλαμβανομένων αυτοκινήτων και τεθωρακισμένων οχημάτων ενεπλάκησαν στην έκρηξη. […] Μετά την επίθεση, ανώτεροι βρετανοί αξιωματικοί φέρονται να έχουν εκφράσει την όλο και μεγαλύτερη ανησυχία τους πως οι μονάδες του IRA έχουν την ικανότητα και την αποφασιστικότητα να οδηγήσουν μια μεγάλη εκστρατεία επιθέσεων, μεταβάλλοντας τις μεθόδους και τις θέσεις » .

Χρόνια αργότερα, υπό το φως των δικαστικών και προσωπικών γεγονότων που πέρασε και παρά το γεγονός της ειρηνευτικής διαδικασίας και πως οι εσωτερικές και διεθνείς πολιτικές ισορροπίες έχουν αλλάξει την πορεία της ιρλανδικής ρεπουμπλικάνικης ιστορίας, ο Dixie εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι αν επέστρεφε πίσω πάλι θα το έκανε: «Όταν γεννήθηκα, στη δεκαετία του Εξήντα, οι άνθρωποι στη Βόρειο Ιρλανδία είχαν συνηθίσει να χτυπιούνται, να ταπεινώνονται, να φυλακίζονται, να υποβάλλονται σε διακρίσεις. Αλλά όταν οι Provisionals άρχισαν να ρίχνουν τους πρώτους πυροβολισμούς, ο φόβος άρχισε να ξεθωριάζει και το θάρρος να εξαπλώνεται. Κάποιοι μπορεί να πιστεύουν ότι ήταν η λάθος μέθοδος, πως ήταν βία κατά της βίας, αλλά νομίζω ότι ήταν η συγκυρία, οι συνθήκες που μας έφεραν σε αυτόν τον δρόμο, δεν είχαμε άλλο τρόπο για να ακουστεί η φωνή μας. Με τη δύναμη του IRA μπορούσαμε να αναγκάσουμε όλους να έλθουν σε συμβιβασμούς μαζί μας […] Στόχος μας ήταν να ενώσουμε την Ιρλανδία, όσο υπήρχε ο πόλεμος ήταν πιο εύκολο να αισθανόμαστε εμπλεκόμενοι, τώρα χωρίς το στοιχείο αυτό έχει είναι μια πιο δύσκολη δουλειά αυτή που πρέπει να κάνουμε και είναι όλα μέσα στην κοινότητα [αυτά που πρέπει να γίνουν]». Και είναι ίσως μέσα σε αυτή την έννοια που πρέπει να διαβαστεί η υποστήριξή του προς την ειρηνευτική διαδικασία και η τρέχουσα πεποίθηση ότι το Σιν Φέιν, Sinn Féin είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να επιτύχει μια ενωμένη Ιρλανδία, έστω και αν ο ίδιος επέλεξε να μην παίρνει πλέον μέρος σε αυτό.

Για τη σημερινή ζωή του, στο βιβλίο διαβάζουμε «Συνεχίζω την πολιτική μου δραστηριότητα πολεμώντας τον ρατσισμό και τον φασισμό, σημαντικά ζητήματα για μένα όσο και ο αγώνας για μια ενωμένη Ιρλανδία, ιδιαίτερα σε μια χώρα που έχει δει, κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, εκατομμύρια από τους πολίτες της να την εγκαταλείπουν και να αντιμετωπίζονται σαν τα σκυλιά στην Αγγλία» και το κάνει αυτό υποστηρίζοντας επίσης τους αντιφασίστες οπαδούς ομάδων όπως η Σέλτικ και η St. Pauli του Αμβούργου, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, των εκστρατειών διεθνούς αλληλεγγύης για την απελευθέρωσή του στις ημέρες κατά τις οποίες βρίσκονταν στη φυλακή.

Υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους επιλέξαμε να κάνoυμε την παρουσίαση του Bomber Renegade το «1ο Μέρος» του Achtung Banditen, του φεστιβάλ που εδώ και πέντε εκδόσεις έχει ως στόχο να φέρει ξανά στην ημερήσια διάταξη τον αντι-φασισμό και την παρτιζάνικη αντίσταση. Ο πρώτος είναι γιατί μοιραζόμαστε με τον Dixie και τους αγωνιστές AFA της Ιρλανδίας στους οποίους βρίσκεται κοντά, τα ιδανικά και την αντι-φασιστική πρακτική. Ο δεύτερος οφείλεται στο γεγονός ότι η ιστορία του Dixie στο σύνολό της, από τα ρεπουμπλικανικά ιδανικά πολέμου ενάντια στην αγγλική καταπίεση, στα γεγονότα της φυλακής, στην απόδραση, στις διεθνείς πρωτοβουλίες αλληλεγγύης μας αφηγείται μια ιστορία αντίστασης, κάποια δεκαετία μακριά από την δική μας Αντίσταση. Ο τρίτος είναι για να εμποδίσουμε στην Casapound την περιττή και θλιβερή προσπάθεια να θέλει να ξαναδιαβάσει τα γεγονότα της ιρλανδικής ρεπουμπλικάνικης ιστορίας με άποψη (νεο) φασιστική και υπερεθνικιστική, όπως πολύ συχνά προσπαθούν επίσης να κάνουν για άλλα κομμάτια της ιστορίας «μας», για σύμβολα και αναφορές που ανήκουν σε όλους, εκτός από το (νεο) φασισμό.

Η παρουσίαση, η οποία διοργανώθηκε από τους υποστηρικτές της συλλογικότητας Achtung Banditen από την Atletico San Lorenzo, θα πραγματοποιηθεί σήμερα στις 19 στο Sally Brown (Via degli Etruschi, 3 – San Lorenzo). Θα ακολουθήσει λαϊκό δείπνο με tipico Bacon και ιρλανδικό Cabbage, Traditional irish music session με τους Red Pack και ska punk oi rocksteady dj set.

Την επόμενη εβδομάδα σας περιμένουμε για το «Μέρος ΙΙ» της προσέγγισης στο Achtung Banditen, Σάββατο, 8 του Απρίλη στις 18, για την παρουσίαση του «Αθλητισμός και Προλεταριάτο, μια ιστορία του αθλητικού Τύπου, αθλητές και ταξική πάλη», “Sport e Proletariato, una storia di stampa sportiva, atleti e lotta di classe”, με απεριτίφ και Dj set από το Radio Tower reggae sound system στο El Chiringuito Libre (Largo Beato Placido Ricciardi – San Paolo)

 

Προς #AchtungBanditen 24 απριλίου – 5 μαίου 2017.

#ABF17

2308 letture totali 38 letture oggi
ιστορία, storia

27 μαρτίου 1978: ο Μόρο και οι εΤ. Σκέψεις από το κίνημα – 27 marzo 1978: Moro e le Br. Riflessioni dal movimento

Στις 16 μαρτίου 1978, οι ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν ξεκινήσει ένα νέο κύκλο επιθέσεων ενάντια στο Κράτος και ένοπλης προπαγάνδας,δηλαδή τη λεγόμενη «εκστρατεία της άνοιξης», εκείνη που θα παραμείνει η πιο συγκλονιστική δράση τους, η απαγωγή του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών Άλντο Μόρο. Από την απαγωγή μέχρι την εκτέλεση του Moro είχαν περάσει 55 ημέρες, κατά τις οποίες στην πολιτική συζήτηση, μέσα και έξω από τους Θεσμούς, οι αναλύσεις, οι υποθέσεις και τα σχόλια ήταν τα πιο ποικιλόμορφα.

 

moro2

Στις 25 Μαρτίου, βρέθηκε η δεύτερη ανακοίνωση των BR, και τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 29 μαρτίου, η τρίτη. Τα συνθήματα και οι στόχοι ήταν περισσότερο ή λιγότερο οι ίδιοι με τις επακόλουθες ανακοινώσεις: να χτυπηθεί το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών (SIM), να οργανωθεί το Επιθετικό Κίνημα Προλεταριακής Αντίστασης και να χτιστεί το μαχόμενο κομμουνιστικό Κόμμα, οδηγώντας τον πόλεμο της επαναστατικής τάξης. Βρίσκει χώρο, στο κάτω μέρος του ανακοινωθέντος n. 2, ένας χαιρετισμός στους συντρόφους Fausto και Iaio συντρόφους, που σκοτώθηκαν στο Μιλάνο δύο ημέρες μετά την απαγωγή Μόρο.

Μέσα στο κίνημα πολλοί αμφισβήτησαν, αναρωτήθηκαν και εκφράστηκαν, μίλησαν για το τι συνέβαινε, μίλησαν σχετικά με τις συνέπειες της ενέργειας των ταξιαρχιτών σε σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, τους αγώνες των εργαζομένων και των φοιτητών, σχετικά με τις διαφορές μεταξύ του «ένοπλου κόμματος» και του «ένοπλου κινήματος».

Στο νούμερο 27 – 28 του απριλίου 1978, στο περιοδικό Rosso, μεταφέρεται η απομαγνητοφώνηση ορισμένων τμημάτων μιας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο Radio Sherwood (όταν ήταν ακόμη Radio Sherwood …) το ίδιο βράδυ της απαγωγής Μόρο. Η σαφήνεια των παρεμβάσεων μαρτυρεί την διαύγεια με την οποία το κίνημα ήταν σε θέση να προσδιορίσει άμεσα τα κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με τον ταξιαρχίτικο σχεδιασμό, τα όρια και τους κινδύνους του. Ας παραθέσουμε δύο σημαντικά αποσπάσματα:

Το νέο στοιχείο που προκύπτει από το σημερινό γεγονός και που ασκεί το σύνθημα «να φέρουμε την επίθεση στην καρδιά του κράτους», αλλά που απομακρύνει ακόμα περισσότερο την πολιτική και τη θεωρία των BR από το κίνημα, είναι η μεταφορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, η σχέση μεταξύ της ένοπλης οργάνωσης και του Κράτους. Ο Moro και η σημερινή πολιτική τάξη, ως έκφραση που πραγματοποιήθηκε της ανασύνθεσης της κυριαρχίας, δέχονται χτύπημα από τις ΕΤ. […] Οι ΕΤ αναλαμβάνουν πλήρως, ακόμη και εντός των ορίων της διαμόρφωσης και της εκπροσώπησης τους, την κατάσταση λειτουργίας του εργατικού Κράτους που μάχεται με γενναιότητα εναντίον του καπιταλιστικού Κράτους. […] Στο καπιταλιστικό κράτος αντιπαραθέτουν το Αντικράτος. Η σχέση μεταξύ κόμματος και κινήματος, μεταξύ πρωτοποριών και κινήματος αντιμετωπίζεται και ασκείται με όρους εγχειριδίου χρήσης, είναι η λενινιστική θεωρητική ως «νεκρή γνώση» και όχι η ζωντανή λενινιστική ανάγνωση (αυτή που μετράει στην προκειμένη περίπτωση). Έτσι, η νοημοσύνη, η στρατηγική, η πρόβλεψη, η λενινιστική φαντασία είναι όλη μέσα στο κόμμα και έξω από την τάξη.

Αυτή η επιχείρηση φέρνει σε ριζική κρίση τη σχέση ανάμεσα στο ένοπλο κίνημα και το «ένοπλο κόμμα». Αυτή η κρίση θα αναγκάσει το κίνημα να αντιμετωπίσει αποφασιστικά το πρόβλημα, το οποίο πολύ συχνά έχει υποτιμήσει. Δηλαδή το πρόβλημα της ύπαρξης μέσα του μιας οργάνωσης που θέτει τον εαυτό της εντελώς εκτός των χρόνων ανάπτυξης και αυτο-οργάνωσης του κινήματος, και που ενώ θέτει ως έδαφος σύγκρισης και αντιπαράθεσης το επίπεδο του ένοπλου αγώνα και του «εμφυλίου πολέμου» , το προτείνει ως μια ανάλυση της πολιτικής φάσης, και της τακτικής και της στρατηγικής της οργάνωσης, εντελώς διαφορετικής από εκείνη που έχει κάνει δική του το κίνημα, κλειστή σε οποιαδήποτε διαλεκτική αντιπαράθεση με αυτή την τελευταία. […] Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κινήματος και του κόμματος έχει ως εξής: το κίνημα, ή μάλλον οι οργανωμένες κινήσεις του, σε κάθε άλμα που επιχειρούν, κάθε φορά που αναγκάζονται να επιχειρήσουν σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο γνωρίζουν πολύ καλά και προσέχουν αυτά τα βήματα να συνδέονται πραγματικά και με ακρίβεια με το πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί συνολικά. Οι BR αντιθέτως αγνοούν αυτό το πρόβλημα, ή τουλάχιστον το υποβαθμίζουν και το υποτιμούν βαριά, θεωρώντας δεδομένη την συνέχιση των τρεχόντων επιπέδων του κινήματος. Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχει μια πραγματική κρίση του κινήματος. Μια κρίση που μπορεί και πρέπει να έχει, να βρει διεξόδους προς τα εμπρός, και υψηλότερες.

 

 

Pubblicato in STORIA di CLASSE,  Δημοσιεύτηκε στην ΤΑΞΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ