ιστορία, storia

ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate rosse, μια ιστορία που έρχεται από μακριά. Το βιβλίο του Salvatore Ricciardi

Posted on luglio 4, 2011, ιούλιος 2011

Κριτικές – Ανήσυχη αργή κίνηση μιας επίθεσης στον ουρανό: Maelstrom, Σκηνές από την ταξική πάλη στην Ιταλία από το 1960 στο 1980, του Salvatore Ricciardi, DeriveApprodi 2011

Marco Clementi
il manifesto 3 ιουλίου 2011

To Maelstrom του Salvatore Ricciardi, είναι ένα άλμα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας ειδωμένη με τα μάτια αυτού ο οποίος, για μια δεκαπενταετία, προσπάθησε να αλλάξει τις θεσμικές και οικονομικές διαρθρώσεις της. Ο υπότιτλος είναι επεξηγηματικός: πρόκειται για «σκηνές εξέγερσης και αυτοοργάνωσης ταξικές στην Italia από το 1960 στο 1980» (DeriveApprodi, σελ. 369, euro 22). Ο Ricciardi υπήρξε ένας αγωνιστής των ερυθρών Ταξιαρχιών, Brigate rosse, αλλά το δικό του δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο αναμνήσεων επάνω στην ένοπλη οργάνωση, «εκδοχή του μαχητή» που διηγείται υποκειμενικά την πορεία του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανακατασκευάσει, υφαίνοντας ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, την πορεία, την διαδρομή τουλάχιστον δύο γενεών, βρίσκοντας στη δεκαετία του Εξήντα τις πρώτες ενδείξεις, τους προδρόμους για εκείνο που επρόκειτο να συμβεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, κάτι που αποφεύγεται πάρα πολύ συχνά από εκείνους που έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «μολυβένια χρόνια». Σε πολλές έρευνες η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων πραγματικά θυσιάστηκε στο όνομα αναπαραστάσεων και ανακατασκευών που περνούσαν από το ένα αιματηρό γεγονός στο άλλο περιοριζόμενες στην ανάλυση της προσωπικής ώθησης και χρησιμοποιώντας μια κατηγορία, εκείνη της πολιτικής βίας, που τίποτα το ιστορικό έχει και ελάχιστο κοινωνιολογικό. Το Maelstrom αντιθέτως τρέχει επάνω σε μια διπλή τροχιά, εκείνη της εμπειρίας στις φυλακές, που συνδέεται με την απαγωγή του δικαστή d’Urso που έφεραν εις πέρας οι Br το 1980 και στην εξέγερση που επακολούθησε στην «ειδική» του Trani, την φυλακή υψίστης ασφαλείας, συνδέεται επίσης με τους κοινωνικούς αγώνες που άγγιξαν την Italia ξεκινώντας από την κρίση του λεγομένου οικονομικού boom. Κρίση στην οποία η άρχουσα τάξη δεν βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει και η οποία πυροδότησε μια σειρά φαινομένων άνευ προηγουμένου που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας, από τον συνδικαλισμό βάσης στις φοιτητικές εξεγέρσεις, μέχρι την περίοδο των σφαγών, που σημαδεύτηκαν από τον τραγικό δεκέμβρη 1969. Ήταν η απώλεια της αθωότητας, αναρωτιέται ο Ricciardi; Η απάντηση είναι άμεση: «στην χώρα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε ίχνος αθωότητας. Μετά την σφαγή του πολέμου μας παρουσίασαν την άλλη σκηνή, εκείνη της ανοικοδόμησης . Ο εγωιστικός καριερισμός, η αποθησαύριση δίχως φόβο, το κέρδος επί των νεκρών, το μαύρο χρηματιστήριο, η πείνα και η υπερεκμετάλλευση, ο πλουτισμός επάνω στις πλάτες αλλονών (…). Αυτό ήταν εκείνο που οι προηγούμενες γενιές μας είχαν αφήσει κληρονομιά. Που βρίσκονταν η αθωότητα;

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποίαν ο συγγραφέας αναποδογυρίζει την σημασία όρων και εννοιών που έχουν μπει σήμερα στο συλλογικό φαντασιακό με μιαν συγκεκριμένη άποψη-έννοια. Για παράδειγμα, η «μνήμη» για έναν φυλακισμένο είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί: «stop στις σκέψεις για το παρελθόν, κι εάν έχεις στις πλάτες μια μακρά ποινή ή τα ισόβια, και σε εκείνες για το μέλλον». Η  «σύγκρουση του πολιτισμού», έκφραση που έγινε διάσημη χάρη στο βιβλίο του Samuel Huntigton, φαίνεται από τον Ricciardi σαν η αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που τον εκμεταλλεύονταν και αυτού που εκμεταλλεύονταν τους άλλους. Και η έκφραση «λευκοί θάνατοι», που χρησιμοποιείται για τους πεσόντες στην δουλειά, αντιστρέφεται. Η ανάμνηση ενός νεότατου συναδέλφου που έπεσε από μια σκαλωσιά, το ξερό χτύπημα που του σπάει την πλάτη και το αίμα που απλώνεται στην γη (που μιας και βγήκε δεν ξαναμπαίνει μέσα), δίνουν μια αίσθηση θυμού ακούγοντας την έκφραση αυτή: πρόκειται για την υποκρισία αυτού που θέλει να γλυκάνει το συμβάν, ενώ η αλήθεια είναι πως είναι άνθρωποι σκοτωμένοι, «δολοφονημένοι».  Και στην έννοια των αντίθετων εξτρεμισμών ασκείται κριτική. Τι να λέμε «κόκκινοι» και «μαύροι»: εκείνα τα χρόνια, για τον συγγραφέα, διακυβεύονταν η προλεταριακή επανάσταση, η νίκη επί του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας, δίχως τις φυλακές, το επιλεκτικό σχολείο, τους θανάτους στην εργασία, τις ιεραρχίες και τους πολέμους. Οι «μαύροι», οι φασίστες, εισήλθαν σε αυτή την δυναμική «με τον ίδιο ρόλο που έχουν οι μπράβοι στις εισόδους των ντισκοτέκ: να την πέφτουν βίαια σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες και την καθεστηκυία τάξη, στις ιεραρχίες και στην ιδιοκτησία». Από την Piazza Statuto στους νεκρούς της Reggio Emilia, από την σφαγή της piazza Fontana στην βόμβα στον σταθμό της Bologna, το βιβλίο διατρέχει τα δάκρυα που έχυσε και τα βάσανα που υπέστη η Ιταλία με την απόσπαση του μελετητή, δίχως να ψάχνει δικαιολογίες για τις επιλογές του συγγραφέα, την στράτευση του στον ανταρτοπόλεμο, την παραβολή πρώτα ανοδική και στη συνέχεια ανελέητα καθοδική και πτωτική της οργάνωσης στην οποίαν ανήκε.  Ο Ricciardi όμως δεν διηγείται την ιστορία των Br, αλλά την τοποθετεί μέσα στην ιταλική, αποφεύγοντας να πέσει μέσα στην παγίδα που έχει στηθεί στους ιταλούς αναγνώστες από την συνομωσιολογία, την σκευωρία, η οποία βλέπει σε εκείνη την ένοπλη οργάνωση το εκτελεστικό χέρι μιας μεγάλης συνωμοσίας με σκοπό να σταματήσει την είσοδο του Κκι στην κυβέρνηση. Κι όμως το Partito comunista italiano σε εκείνη την κυβέρνηση είχε υπάρξει, από το 1944 μέχρι το 1947, είχε συνεισφέρει στην ανοικοδόμηση της χώρας, είχε κυβερνήσει πόλεις και επαρχίες, υποστηρίξει, τέλος, κυβερνήσεις της χριστιανοδημοκρατίας στα χρόνια Εβδομήντα με αντάλλαγμα της προεδρίας κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και όχι γιατί υπήρχαν οι Brigate rosse αλλά διότι, όπως είπε σε περισσότερες από μια φορές ο Aldo Moro, από τις κάλπες του 1976 είχαν εξέλθει δυο νικητές, η Dc και το Pci. Δεν επρόκειτο για τον ιστορικό συμβιβασμό του Μπερλιγκουέρ, που ο Ricciardi τον βλέπει σαν το «σημείο κατάληξης μιας στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το Κκι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου», αλλά για μια ρεαλιστική οπτική της πολιτικής πραγματικότητας.  Οι Χριστιανοδημοκράτες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν μόνοι τους και μόνο η υποστήριξη των κομμουνιστών, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται εκτός κυβέρνησης, θα είχαν εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα στις πολιτικές των θυσιών σε μια χώρα με διψήφιο πληθωρισμό. Ο ταξιαρχισμός προσπάθησε να χωρέσει σε αυτή τη διαλεκτική με την απαγωγή του Άλντο Μόρο, αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό μιας διαπραγμάτευσης με τα κόμματα της πλειοψηφίας, τα οποία βρέθηκαν ενωμένα στο να καταστήσουν αβλαβή τα λόγια που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης έγραφε από την λεγόμενη «φυλακή του λαού ». Ήταν μια σημαντική πολιτική ήττα για τις ερυθρές Ταξιαρχίες και η εκτέλεση του ομήρου κατάφερε, ίσως, να καθυστερήσει την αποσάθρωση της οργάνωσης για ένα-δύο χρόνια. Για τον Ricciardi, το 1967 είναι το εκπληκτικό έτος, è l’anno mirabilis. Γιατί δολοφονήθηκε ο Τσε, επειδή το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο των έξι Ημερών, γιατί στην Ελλάδα μια χούφτα συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατία, με την ίδρυση ενός τρομοκρατικού καθεστώτος, αν και δεν ήταν φασιστικό, και στις 2 Ιουνίου η αστυνομία στο Δυτικό Βερολίνο σκότωσε τον φοιτητή Benno Ohnesorg κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για την επίσκεψη του πέρση πραξικοπηματία Reza Pahlavi, Ρεζά Παχλαβί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει πλήρεις απαντήσεις σε όλα αυτά και συνθήματα που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σημαίες καθίστανται φθαρμένα. Όταν ο νεαρός Ricciardi ανακάλυψε την απάτη του ψευδή μύθου της προδομένης Αντίστασης, η απογοήτευσή του ήταν τεράστια. Διάβασε αρκετές φορές με άλλους συντρόφους ότι το PCI, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν θέλησε να φέρει εις πέρας μια κοινωνική επανάσταση, αλλά να συνεργαστεί με άλλες αντι-φασιστικές δυνάμεις για τη γέννηση μιας νέας Ιταλίας. Ήταν όλα αλήθεια: κανείς δεν θέλησε ποτέ να μετατρέψει τον αγώνα εκείνο σε κάτι διαφορετικό, να κάνει ότι ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, και ο μύθος που γεννήθηκε με το ξέσπασμα του ψυχρού πολέμου οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στην επιλογή να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση : μια όμορφη ιστορία να λέγεται στους νέους, τίποτα περισσότερο. Οι απαντήσεις, ως εκ τούτου, ήρθαν από το εξωτερικό: στο Viet-Nam οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια απροσδόκητη αντίσταση, ενώ στην Κίνα, ο Μao Tze Dong ξεκινά την πολιτιστική επανάσταση. Αυτό όλο μεταφράστηκε στην Ιταλία στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας από το σύστημα του κεφαλαίου και στην απομάκρυνση από την πολιτική του κομμουνιστικού Κόμματος. Όλα τέθηκαν σε κίνηση και γεννήθηκαν, από εκεί και μέσα σε μερικά χρόνια, πολλές οργανώσεις, κάποιες ένοπλες, άλλες όχι. Ο Ricciardi σημειώνει μόνο πως ανάμεσα στην σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο ανάπτυξη των ερυθρών Ταξιαρχιών και την απότομη πτώση τους πέρασαν μερικά χρόνια, αλλά έμοιαζαν δεκαετίες.   Το κράτος αντέδρασε με μια ειδική νομοθεσία και, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις που κρίθηκαν από το δικαστικό σώμα, με τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι πρώτες καταδόσεις, το φαινόμενο της μετάνοιας και του διαχωρισμού, μια «διάρροια διαχωρίσεων» τις αποκαλεί ο Ricciardi. Ήταν ο διαχωρισμός, η διάσταση, που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην οργάνωση, αφαιρώντας με τους πρωταγωνιστές και τις επιμέρους ιστορίες, που κομμάτι κομμάτι κατεδάφισαν την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη εκείνης της εμπειρίας. Και για να πει όχι σε όλα αυτά ο Salvatore Ricciardi αισθάνθηκε την ανάγκη να συνθέσει την δική του βιογραφία, αλλά τοποθετώντας την προσεκτικά μέσα στο αποτέλεσμα μιας έρευνας σχετικά με το παρελθόν του και εκείνο της χώρας του.

 

Link
Anni Settanta
Lotta armata
Recensioni

Brigate rosse, una storia che viene da lontano. Il libro di Salvatore Ricciardi

ιστορία, storia

Brigate Rosse, μια ιστορία μέσα στην εργατική βία των χρόνων εβδομήντα – una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

Posted on maggio 20, 2017, μάϊος 20, 2017

Από το blog Campagna di primavera ανακαλούμε αυτή την κριτική του Ugo Maria Tassinari στον τόμο “Brigate rosse, από τα εργοστάσια στην εκστρατεία της άνοιξης”

Είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο: ο τόμος που παρουσίασε ένας από τους συγγραφείς, στον αυτοδιαχειριζόμενο χώρο των φοιτητών της Αρχιτεκτονικής στη Νάπολη στις 18 μαΐου του τρέχοντος έτους, είναι ο πρώτος μιας τριλογίας που έχει ως στόχο να είναι το οριστικό έργο για την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Φιλοδοξία που δεν είναι εξωπραγματική: επειδή η ομάδα έχει τα προσόντα, την ποιότητα και είναι καλά εξοπλισμένη. Ο Marco Clementi, ερευνητής της Ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης στο Arcavacata, έχει ήδη δημοσιεύσει εργασίες σχετικά με την «τρέλα του Μόρο» και την «ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών».  Η Elena Santalena διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Grenoble-Alpes, όπου συνεργάζεται με το Laboratoire Universitaire Histoire Cultures Italie Εurope. Μελετά τα χρόνια της εξέγερσης στην Ιταλία, το θέμα των φυλακών, τα ένοπλα κινήματα και διαμαρτυρίας. Ο Paolo Persichetti είναι πρώην ταξιαρχίτης της τελευταίας γενιάς: η καταδίκη του για τις οργανώσεις Br-UCC και η έκδοση του από τη Γαλλία ( μοναδική περίπτωση περισσότερο παρά σπάνια), έχουν καταστείλει μια πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα στο Παρίσι 8. Οι τρεις έχουν συνδυάσει με σύνεση προφορικές πηγές (με αποκλειστικές συνεντεύξεις με μερικούς από τους ηγέτες της κυριότερης ιταλικής ένοπλης ομάδας) και αρχειακές εργασίες (με σχολαστική εξέταση από τα πολλά έγγραφα της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα) και κάνοντας με αυτόν τον τρόπο να μιλήσουν «φύλακες και ληστές» κατάφεραν να μας δώσουν πίσω μια ισχυρή από κοινού άποψη.
Από αυτή την έντονη δραστηριότητα αναδύεται ένα ενδιαφέρον γεγονός: οι αναλύσεις και οι ερευνητικές υποθέσεις που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία σε πραγματικό χρόνο σε μια εποχή που η αστυνομία, οι δυνάμεις της τάξης δεν μπορούσαν να επικαλεστούν, να επωφεληθούν της βοήθειας ούτε πληροφοριοδοτών (ο μοναδικός, ο γραφικός αδελφός Mitra-Πολυβόλο, κάηκε για να συλληφθούν οι Curcio και Franceschini ), ούτε μετανοούντων επιδεικνύουν μια ικανότητα γνώσης και κατανόησης σημαντικά υψηλότερη των αποτελεσμάτων που ελήφθησαν στον αγωνιστικό χώρο και για τις τρέχουσες ιδέες γύρω από την ποιότητα της δικής μας intelligence
Το κύριο πλεονέκτημα του πρώτου τόμου, ο οποίος καλύπτει τα έτη από το 1970 στο 1978, από την γέννηση στην ακμή της απαγωγής Μόρο, όμως, είναι άλλο. Μέσα από μια ακριβή ανακατασκευή της θεωρητικής επεξεργασίας και της μαχητικής πρακτικής των πρώτων ερυθρών Ταξιαρχιών επιστρέφεται στο φαινόμενο η αληθινή του πραγματικότητα: δηλαδή, το ότι δεν υπήρξε μια εγκληματική συμμορία ή ένα φάντασμα που κινούσε μια κάποια ξένη δύναμη ή σκοτεινή αλλά μια οργάνωση που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην κοινωνική σύγκρουση των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα, όταν η εργατική βία στα εργοστάσια, οι ξυλοδαρμοί των επιστατών και των απεργοσπαστών και το σαμποτάρισμα της παραγωγής, ήταν πράγματα διαδεδομένα και καθημερινά. Σε αντίθεση με τις άλλες επαναστατικές ομάδες, που επεκτείνουν τους αγώνες από τις γειτονιές στις φυλακές, από τους στρατώνες στο ψυχιατρεία, οι ερυθρές Ταξιαρχίες επικεντρώνουν τα πρώτα χρόνια τις δραστηριότητες τους στα εργοστάσια του βιομηχανικού τριγώνου. Στη συνέχεια, «με την αποτυχία των εμπειριών των πολιτικών εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που γεννήθηκαν στην διετία 1968-1969, ο ένοπλος αγώνας έγινε, στα μέσα της δεκαετίας του Εβδομήντα, μια επιλογή που κατέκτησε μεγάλα τμήματα του κινήματος. Οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρξαν, απλά, μέρος εκείνης της διαδικασίας”.

Brigate Rosse, una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tiocfaidh ár lá – Παρουσίαση του Bomber Renegate με τον συγγραφέα Michael Dickson – Presentazione di Bomber Renegade con l’autore Michael Dickson

 

H πιο πρόσφατη ιστορία της ιρλανδικής σύγκρουσης από την φωνή του τελευταίου κρατουμένου του IRA. Από την στρατιωτική στολή στην μιμητική και την κουκούλα, μέσα από τις κερκίδες του Celtic Park.

Για να μιλήσουμε για τον Michael «Dixie» Dickson προτιμούμε να ξεκινήσουμε από το τέλος της ιστορίας που έγραψε και πρωταγωνίστησε, και έτσι από τις τελευταίες γραμμές του εξωφύλλου, όπου διαβάζουμε ότι αυτή τη στιγμή «δραστηριοποιείται στην διοργάνωση συναυλιών και αγωνιστικών αθλητικών εκδηλώσεων και είναι μια φιγούρα, σημείο αναφοράς του ευρωπαϊκού οπαδικού αντιφασιστικού δικτύου». Υποστηρίζοντας και ασκώντας τον μαχητικό αντιρατσισμό και αντιφασισμό, όπως λέει προς το τέλος του βιβλίου, μέσα στις τάξεις του οποίου είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε.

Διαβάζοντας αυτό το συμπέρασμα και γυρνώντας ξανά στις πρώτες σελίδες φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε με μια μαχητική έκδοση του sliding doors. Στα 16 του όντως ο Dixie βρίσκονταν στο σώμα του βρετανικού στρατού που επιδίδονταν στην κατασκευή έργων υποδομής και υποστήριξης των δραστηριοτήτων μάχης, δραστηριοποιούμενος λίγα χρόνια αργότερα για λογαριασμό της Αυτής Μεγαλειότητας στα νησιά Φώκλαντ που μόλις απελευθερώθηκαν από τους Βρετανούς. Πιθανώς αυτή θα ήταν η ζωή του αν λόγω του πάθους του για το ποδόσφαιρο που του μεταδόθηκε από την καθολική πλευρά της οικογένειας και λόγω μιας αλληλουχίας γεγονότων δεν βρίσκονταν το 1982 – ενώ ήταν ακόμα στο στρατό – στο Celtic Park για να ακούσει τα αντάρτικα τραγούδια, the rebel songs, που τραγουδούσαν με θυμό οι ρεπουμπλικάνοι οπαδοί ενάντια στους άγγλους (δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τον θάνατο του Bobby Sands και των άλλων hunger strikers, απεργών πείνας στις φυλακές Maze).

Από εκεί, το βήμα να αγοράσει την Republican news, τις Ρεπουμπλικανικές ειδήσεις, να μπει σε μια μπάντα, marching band, να βρεθεί να συζητά για το «πράσινο βιβλίο» με τους εθελοντές του Irish Republican Army, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού και φυσικά να οργανώσει την πιο σημαντική επίθεση που ο IRA είχε πραγματοποιήσει έξω από τα ιρλανδικά ή βρετανικά σύνορα, φαίνεται μικρό. Και στο Bomber Renegade η αφήγηση δεν αφήνει περιθώρια για πάρα πολλές σκέψεις και προβληματισμούς σε σχέση με την επιλογή να ακολουθήσει τον δρόμο του ένοπλου αγώνα, με όλα αυτά που θα μπορούσαν να προκύψουν και που όντως προέκυψαν, από την παρανομία στην έκδοση στη φυλακή, και στην απόδραση και πάλι ξανά στη φυλακή. Μοιάζει μάλλον η φυσική συνέπεια μιας ανάληψης ευθύνης σε σχέση με το γεγονός ότι κατείχε τις ικανότητες – που αποκτήθηκαν στο βρετανικό στρατό και που μπορούσαν να τεθούν στην υπηρεσία του IRA εναντίον εκείνου του ίδιου στρατού – και πως έτυχε να ζει σε μια εποχή που η διαδικασία ειρήνευσης ήταν ακόμη πολύ μακριά.

Άλλωστε η ιστορία του Dixie μπορεί να είναι σε μεγάλες γραμμές εκείνη πολλών αγωνιστών οι οποίοι, αν και δεν προέρχονταν από συνήθη ιστορικά ή προηγούμενα πολιτικά χαρακτηριστικά ή συγκυρίες, ήρθαν κοντά σε ένα ιδανικό, πολιτικοποιήθηκαν και έφτασαν μέχρι την παρανομία και την συμμετοχή και δέσμευση σε οργανώσεις που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα, προκαλώντας ένα κύκλωμα «αυτο-αναπαραγωγής» μαχητών έξω από τα παραδοσιακά κυκλώματα. Αν αντικατασταθεί η βασική αιτία του πάθους για την Σέλτικ με μια δουλειά στο εργοστάσιο ή τη φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, μπορούμε να βρεθούμε να μιλάμε για έναν αγωνιστή ή μια αγωνίστρια των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της RAF ή της ETA, χωρίς καν να μετακινηθούμε πάρα πολύ στο χρόνο. Αλλάζουν τα «μέρη», »οι χώροι» και οι «περιπτώσεις», αλλά παραμένει η ανάγκη για κοινωνικότητα και συμμετοχή καταπιεσμένη και υπό καταστολή στην οποία αντιδρούν ριζοσπαστικοποιώντας τις δικές τους μορφές μαχητικότητας και στράτευσης, σε έναν ορθό κύκλο (για εμάς ορθό, για την εξουσία λίγο λιγότερο) που απαντά σε δυναμικές που θεωρούνται «χαρακτηριστικές», »συγκεκριμένες».

Σε εκείνες τις δεκαετίες, σε μεγάλο μέρος της Βόρειας Ιρλανδίας η καθημερινή ζωή ήταν οι εγκλεισμοί χωρίς δίκη, η καταστολή του στρατού, της RUC και της SAS, τα αντίποινα από τους νομιμόφρονες παραστρατιωτικούς, οι εν ψυχρώ δολοφονίες, οι απεργίες πείνας στα «μπλοκ H», η ποινικοποίηση των πολιτικών κρατουμένων και η ζωή σε κατάσταση συνεχούς πολιορκίας. Εν τω μεταξύ, όμως, ο IRA έδειχνε στη Βρετανία πως είναι ένας άξιος εχθρός, με μιαν οργάνωση, έναν εξοπλισμό και μια δυνατότητα να υλοποιήσει δράσεις που τίναζαν στον αέρα τις ασφάλειες (όπως και τους μηχανισμούς ασφαλείας) μιας ολόκληρης υπερδύναμης και ενστάλαζαν στους ρεπουμπλικάνους την εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι ήταν ένας πόλεμος που θα μπορούσαν να κερδίσουν. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μέσα σε αυτή την συγκυρία δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι η μετάβαση από την ευαισθητοποίηση προς τον ρεπουμπλικανικό αγώνα στην πολιτικοποίηση και στη συνέχεια στην ένταξη και την στράτευση μπορούσε να είναι πολύ γρήγορη και κυρίως σε μεγάλη κλίμακα, με αποτέλεσμα την εισροή νέων εθελοντών ανάλογη με τις επιθέσεις που υφίσταντο οι ρεπουμπλικάνοι.

Η αποστολή που ανατέθηκε στην ομάδα του Dixie τοποθετείται ακριβώς στο έργο αποσταθεροποίησης της βρετανικής εξουσίας: ο στόχος της επίθεσης ήταν να στείλει ένα μήνυμα, ότι δηλαδή ο Ira θα μπορούσε να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος συνδεδεμένο άμεσα ή έμμεσα με το Ηνωμένο Βασίλειο και που από τον Πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη που υπηρετούσε σε μια απομακρυσμένη στρατιωτική βάση στη Γερμανία, κανείς δεν μπορούσε να αισθάνεται ασφαλής. Όπως μπορούμε να διαβάσουμε από έναν ιστό του πρακτορείου Reuters στο οποίον παρατίθεται η ανάληψη ευθύνης του IRA για την επίθεση στο Osnabruck, ο στόχος έχει επιτευχθεί.

«Σε μιαν ανακοίνωση ανάληψης ευθύνης για την επίθεση που δρομολογήθηκε εναντίον των βρετανικών δυνάμεων στη Γερμανία την παρασκευή 28 Ιουνίου, Oglaigh na Eireann (ο IRA, δηλαδή) υποστήριξε πως η επίθεση, η πρώτη αυτού του είδους που αναπτύχθηκε εκτός Βρετανίας ή από τις Έξι Κομητείες, πραγματοποιήθηκε από μία από τις μονάδες της. […] Οι όλμοι χτύπησαν στην καρδιά του βρετανικού στρατού στη Γερμανία. Οι στρατώνες Κεμπέκ στο Osnabrueck είναι η μεγαλύτερη βρετανική στρατιωτική φρουρά στη Γερμανία που περιέχει 10.700 στρατιώτες και τις οικογένειές τους, και βρίσκεται στα βορειοδυτικά της χώρας. Οι όλμοι εκτοξεύτηκαν από το πίσω μέρος ενός Ford Transit σταθμευμένου λίγο έξω από την είσοδο νωρίτερα από τις 19:00, σχεδόν επτά χρόνια από μιαν άλλη βομβιστική επίθεση του IRA, τον ιούνιο του 1989. Τα μέτρα ασφαλείας παραβιάστηκαν από τους εθελοντές του Ira που κατάφεραν να τοποθετήσουν ακόμη πέντε εκρηκτικά φορτία μέσα στο εκτεταμένο συγκρότημα. […] Κτήρια, οχήματα, συμπεριλαμβανομένων αυτοκινήτων και τεθωρακισμένων οχημάτων ενεπλάκησαν στην έκρηξη. […] Μετά την επίθεση, ανώτεροι βρετανοί αξιωματικοί φέρονται να έχουν εκφράσει την όλο και μεγαλύτερη ανησυχία τους πως οι μονάδες του IRA έχουν την ικανότητα και την αποφασιστικότητα να οδηγήσουν μια μεγάλη εκστρατεία επιθέσεων, μεταβάλλοντας τις μεθόδους και τις θέσεις » .

Χρόνια αργότερα, υπό το φως των δικαστικών και προσωπικών γεγονότων που πέρασε και παρά το γεγονός της ειρηνευτικής διαδικασίας και πως οι εσωτερικές και διεθνείς πολιτικές ισορροπίες έχουν αλλάξει την πορεία της ιρλανδικής ρεπουμπλικάνικης ιστορίας, ο Dixie εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι αν επέστρεφε πίσω πάλι θα το έκανε: «Όταν γεννήθηκα, στη δεκαετία του Εξήντα, οι άνθρωποι στη Βόρειο Ιρλανδία είχαν συνηθίσει να χτυπιούνται, να ταπεινώνονται, να φυλακίζονται, να υποβάλλονται σε διακρίσεις. Αλλά όταν οι Provisionals άρχισαν να ρίχνουν τους πρώτους πυροβολισμούς, ο φόβος άρχισε να ξεθωριάζει και το θάρρος να εξαπλώνεται. Κάποιοι μπορεί να πιστεύουν ότι ήταν η λάθος μέθοδος, πως ήταν βία κατά της βίας, αλλά νομίζω ότι ήταν η συγκυρία, οι συνθήκες που μας έφεραν σε αυτόν τον δρόμο, δεν είχαμε άλλο τρόπο για να ακουστεί η φωνή μας. Με τη δύναμη του IRA μπορούσαμε να αναγκάσουμε όλους να έλθουν σε συμβιβασμούς μαζί μας […] Στόχος μας ήταν να ενώσουμε την Ιρλανδία, όσο υπήρχε ο πόλεμος ήταν πιο εύκολο να αισθανόμαστε εμπλεκόμενοι, τώρα χωρίς το στοιχείο αυτό έχει είναι μια πιο δύσκολη δουλειά αυτή που πρέπει να κάνουμε και είναι όλα μέσα στην κοινότητα [αυτά που πρέπει να γίνουν]». Και είναι ίσως μέσα σε αυτή την έννοια που πρέπει να διαβαστεί η υποστήριξή του προς την ειρηνευτική διαδικασία και η τρέχουσα πεποίθηση ότι το Σιν Φέιν, Sinn Féin είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να επιτύχει μια ενωμένη Ιρλανδία, έστω και αν ο ίδιος επέλεξε να μην παίρνει πλέον μέρος σε αυτό.

Για τη σημερινή ζωή του, στο βιβλίο διαβάζουμε «Συνεχίζω την πολιτική μου δραστηριότητα πολεμώντας τον ρατσισμό και τον φασισμό, σημαντικά ζητήματα για μένα όσο και ο αγώνας για μια ενωμένη Ιρλανδία, ιδιαίτερα σε μια χώρα που έχει δει, κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, εκατομμύρια από τους πολίτες της να την εγκαταλείπουν και να αντιμετωπίζονται σαν τα σκυλιά στην Αγγλία» και το κάνει αυτό υποστηρίζοντας επίσης τους αντιφασίστες οπαδούς ομάδων όπως η Σέλτικ και η St. Pauli του Αμβούργου, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, των εκστρατειών διεθνούς αλληλεγγύης για την απελευθέρωσή του στις ημέρες κατά τις οποίες βρίσκονταν στη φυλακή.

Υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους επιλέξαμε να κάνoυμε την παρουσίαση του Bomber Renegade το «1ο Μέρος» του Achtung Banditen, του φεστιβάλ που εδώ και πέντε εκδόσεις έχει ως στόχο να φέρει ξανά στην ημερήσια διάταξη τον αντι-φασισμό και την παρτιζάνικη αντίσταση. Ο πρώτος είναι γιατί μοιραζόμαστε με τον Dixie και τους αγωνιστές AFA της Ιρλανδίας στους οποίους βρίσκεται κοντά, τα ιδανικά και την αντι-φασιστική πρακτική. Ο δεύτερος οφείλεται στο γεγονός ότι η ιστορία του Dixie στο σύνολό της, από τα ρεπουμπλικανικά ιδανικά πολέμου ενάντια στην αγγλική καταπίεση, στα γεγονότα της φυλακής, στην απόδραση, στις διεθνείς πρωτοβουλίες αλληλεγγύης μας αφηγείται μια ιστορία αντίστασης, κάποια δεκαετία μακριά από την δική μας Αντίσταση. Ο τρίτος είναι για να εμποδίσουμε στην Casapound την περιττή και θλιβερή προσπάθεια να θέλει να ξαναδιαβάσει τα γεγονότα της ιρλανδικής ρεπουμπλικάνικης ιστορίας με άποψη (νεο) φασιστική και υπερεθνικιστική, όπως πολύ συχνά προσπαθούν επίσης να κάνουν για άλλα κομμάτια της ιστορίας «μας», για σύμβολα και αναφορές που ανήκουν σε όλους, εκτός από το (νεο) φασισμό.

Η παρουσίαση, η οποία διοργανώθηκε από τους υποστηρικτές της συλλογικότητας Achtung Banditen από την Atletico San Lorenzo, θα πραγματοποιηθεί σήμερα στις 19 στο Sally Brown (Via degli Etruschi, 3 – San Lorenzo). Θα ακολουθήσει λαϊκό δείπνο με tipico Bacon και ιρλανδικό Cabbage, Traditional irish music session με τους Red Pack και ska punk oi rocksteady dj set.

Την επόμενη εβδομάδα σας περιμένουμε για το «Μέρος ΙΙ» της προσέγγισης στο Achtung Banditen, Σάββατο, 8 του Απρίλη στις 18, για την παρουσίαση του «Αθλητισμός και Προλεταριάτο, μια ιστορία του αθλητικού Τύπου, αθλητές και ταξική πάλη», “Sport e Proletariato, una storia di stampa sportiva, atleti e lotta di classe”, με απεριτίφ και Dj set από το Radio Tower reggae sound system στο El Chiringuito Libre (Largo Beato Placido Ricciardi – San Paolo)

 

Προς #AchtungBanditen 24 απριλίου – 5 μαίου 2017.

#ABF17

2308 letture totali 38 letture oggi
ιστορία, storia

27 μαρτίου 1978: ο Μόρο και οι εΤ. Σκέψεις από το κίνημα – 27 marzo 1978: Moro e le Br. Riflessioni dal movimento

Στις 16 μαρτίου 1978, οι ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν ξεκινήσει ένα νέο κύκλο επιθέσεων ενάντια στο Κράτος και ένοπλης προπαγάνδας,δηλαδή τη λεγόμενη «εκστρατεία της άνοιξης», εκείνη που θα παραμείνει η πιο συγκλονιστική δράση τους, η απαγωγή του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών Άλντο Μόρο. Από την απαγωγή μέχρι την εκτέλεση του Moro είχαν περάσει 55 ημέρες, κατά τις οποίες στην πολιτική συζήτηση, μέσα και έξω από τους Θεσμούς, οι αναλύσεις, οι υποθέσεις και τα σχόλια ήταν τα πιο ποικιλόμορφα.

 

moro2

Στις 25 Μαρτίου, βρέθηκε η δεύτερη ανακοίνωση των BR, και τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 29 μαρτίου, η τρίτη. Τα συνθήματα και οι στόχοι ήταν περισσότερο ή λιγότερο οι ίδιοι με τις επακόλουθες ανακοινώσεις: να χτυπηθεί το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών (SIM), να οργανωθεί το Επιθετικό Κίνημα Προλεταριακής Αντίστασης και να χτιστεί το μαχόμενο κομμουνιστικό Κόμμα, οδηγώντας τον πόλεμο της επαναστατικής τάξης. Βρίσκει χώρο, στο κάτω μέρος του ανακοινωθέντος n. 2, ένας χαιρετισμός στους συντρόφους Fausto και Iaio συντρόφους, που σκοτώθηκαν στο Μιλάνο δύο ημέρες μετά την απαγωγή Μόρο.

Μέσα στο κίνημα πολλοί αμφισβήτησαν, αναρωτήθηκαν και εκφράστηκαν, μίλησαν για το τι συνέβαινε, μίλησαν σχετικά με τις συνέπειες της ενέργειας των ταξιαρχιτών σε σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, τους αγώνες των εργαζομένων και των φοιτητών, σχετικά με τις διαφορές μεταξύ του «ένοπλου κόμματος» και του «ένοπλου κινήματος».

Στο νούμερο 27 – 28 του απριλίου 1978, στο περιοδικό Rosso, μεταφέρεται η απομαγνητοφώνηση ορισμένων τμημάτων μιας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο Radio Sherwood (όταν ήταν ακόμη Radio Sherwood …) το ίδιο βράδυ της απαγωγής Μόρο. Η σαφήνεια των παρεμβάσεων μαρτυρεί την διαύγεια με την οποία το κίνημα ήταν σε θέση να προσδιορίσει άμεσα τα κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με τον ταξιαρχίτικο σχεδιασμό, τα όρια και τους κινδύνους του. Ας παραθέσουμε δύο σημαντικά αποσπάσματα:

Το νέο στοιχείο που προκύπτει από το σημερινό γεγονός και που ασκεί το σύνθημα «να φέρουμε την επίθεση στην καρδιά του κράτους», αλλά που απομακρύνει ακόμα περισσότερο την πολιτική και τη θεωρία των BR από το κίνημα, είναι η μεταφορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, η σχέση μεταξύ της ένοπλης οργάνωσης και του Κράτους. Ο Moro και η σημερινή πολιτική τάξη, ως έκφραση που πραγματοποιήθηκε της ανασύνθεσης της κυριαρχίας, δέχονται χτύπημα από τις ΕΤ. […] Οι ΕΤ αναλαμβάνουν πλήρως, ακόμη και εντός των ορίων της διαμόρφωσης και της εκπροσώπησης τους, την κατάσταση λειτουργίας του εργατικού Κράτους που μάχεται με γενναιότητα εναντίον του καπιταλιστικού Κράτους. […] Στο καπιταλιστικό κράτος αντιπαραθέτουν το Αντικράτος. Η σχέση μεταξύ κόμματος και κινήματος, μεταξύ πρωτοποριών και κινήματος αντιμετωπίζεται και ασκείται με όρους εγχειριδίου χρήσης, είναι η λενινιστική θεωρητική ως «νεκρή γνώση» και όχι η ζωντανή λενινιστική ανάγνωση (αυτή που μετράει στην προκειμένη περίπτωση). Έτσι, η νοημοσύνη, η στρατηγική, η πρόβλεψη, η λενινιστική φαντασία είναι όλη μέσα στο κόμμα και έξω από την τάξη.

Αυτή η επιχείρηση φέρνει σε ριζική κρίση τη σχέση ανάμεσα στο ένοπλο κίνημα και το «ένοπλο κόμμα». Αυτή η κρίση θα αναγκάσει το κίνημα να αντιμετωπίσει αποφασιστικά το πρόβλημα, το οποίο πολύ συχνά έχει υποτιμήσει. Δηλαδή το πρόβλημα της ύπαρξης μέσα του μιας οργάνωσης που θέτει τον εαυτό της εντελώς εκτός των χρόνων ανάπτυξης και αυτο-οργάνωσης του κινήματος, και που ενώ θέτει ως έδαφος σύγκρισης και αντιπαράθεσης το επίπεδο του ένοπλου αγώνα και του «εμφυλίου πολέμου» , το προτείνει ως μια ανάλυση της πολιτικής φάσης, και της τακτικής και της στρατηγικής της οργάνωσης, εντελώς διαφορετικής από εκείνη που έχει κάνει δική του το κίνημα, κλειστή σε οποιαδήποτε διαλεκτική αντιπαράθεση με αυτή την τελευταία. […] Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κινήματος και του κόμματος έχει ως εξής: το κίνημα, ή μάλλον οι οργανωμένες κινήσεις του, σε κάθε άλμα που επιχειρούν, κάθε φορά που αναγκάζονται να επιχειρήσουν σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο γνωρίζουν πολύ καλά και προσέχουν αυτά τα βήματα να συνδέονται πραγματικά και με ακρίβεια με το πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί συνολικά. Οι BR αντιθέτως αγνοούν αυτό το πρόβλημα, ή τουλάχιστον το υποβαθμίζουν και το υποτιμούν βαριά, θεωρώντας δεδομένη την συνέχιση των τρεχόντων επιπέδων του κινήματος. Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχει μια πραγματική κρίση του κινήματος. Μια κρίση που μπορεί και πρέπει να έχει, να βρει διεξόδους προς τα εμπρός, και υψηλότερες.

 

 

Pubblicato in STORIA di CLASSE,  Δημοσιεύτηκε στην ΤΑΞΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ
ιστορία, storia

PRIMA LINEA Πρώτη Γραμμή

Ιστορικά στοιχεία PRIMA LINEA

Οι απαρχές, η καταγωγή

Στην διάρκεια των χρόνων Εβδομήντα στην Ιταλία βαθαίνει η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση. Στην διάχυτη θέληση ριζικού μετασχηματισμού, σε κομουνιστική κατεύθυνση, της κοινωνίας, κάποιοι τομείς του Κράτους απαντούν με την τρομοκρατία της στρατηγικής της έντασης. Βόμβες και απειλές πραξικοπήματος εμφανώς αποσταθεροποιητικές, που στοχεύουν στην πραγματικότητα να σταθεροποιήσουν μιαν εξουσία που έχανε την αξιοπιστία της στα μάτια μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, το Κκι, που προχωρά δυνατά στις δημοτικές εκλογές του 1975 αυξάνοντας εντυπωσιακά τα ποσοστά του και ακόμη περισσότερο στις πολιτικές του 1976, απογοητεύει  τις προσδοκίες μιας πλευράς των εκλογέων του, η οποία θεωρεί μια προδοσία τον ιστορικό συμβιβασμό, την πολιτική εθνικής αλληλεγγύης και την υπεράσπιση των αστικών θεσμών, τις εκκλήσεις για θυσίες και την λιτότητα.

Μέσα στα ίδια χρόνια πολλαπλασιάζονται στον κόσμο οι νικηφόρες εκβάσεις των ανταρτοπολέμων, των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης ενάντια στην αποικιοκρατία, ενώ το δραματικό πραξικόπημα στην Χιλή του 1973 σε μεγάλο μέρος της επαναστατικής αριστεράς μοιάζει σαν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας μιας ειρηνικής οδού για την κατάκτηση της εξουσίας από πλευράς των λαϊκών μαζών.

Μέσα στα δεύτερα μισά της δεκαετίας λαμβάνει χώρα η οριστική διάλυση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων. Η  Lotta continua διαλύεται με ανεπίσημο τρόπο το φθινόπωρο του 1976. Ένας αριθμός όλο και μεγαλύτερος νέων πείθεται πως η χρήση του ένοπλου αγώνα είναι απαραίτητη για να συγκεκριμενοποιηθεί και πραγματοποιηθεί εκείνη η επιθετική προέλαση η οποία, τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε κληρονομιά όλης της πιο ριζοσπαστικής αριστεράς, και εκφράζονταν μέσα από την σκληρότητα των συνθημάτων που φωνάζοντας στις πορείες.   Εάν οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse εκφράζουν το παράδειγμα της συγκεντρωτικής οργάνωσης, που έχει σκοπό να οικοδομήσει ένα κόμμα σε συνέχεια με την μαρξιστική λενινιστική θεωρία και την πράξη, σε συνέχεια με την ιστορία του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος, άλλα τμήματα υποστηρίζουν την υπόθεση ενός διάχυτου ανταρτοπόλεμου σε στενή επαφή με τους μαζικούς αγώνες. Όχι το ένοπλο κόμμα, συνεπώς, μα το ένοπλο κίνημα. Επισφαλείς, δίχως σπίτι, εργαζόμενοι τους οποίους η αναδιάρθρωση απέβαλε από τους παραγωγικούς κύκλους, νέοι γκετοποιημένοι στις hinterland των πόλεων που διεκδικούν τις ανάγκες τους. Ο «κοινωνικός εργάτης» σύμφωνα με την θεωρία του Toni Negri, o οποίος αμφισβητεί έντονα και τίθεται αντιμέτωπος στην συμμαχία Dc-Pci, των χριστιανοδημοκρατών με τους κομουνιστές δηλαδή, σε σημείο να συγκρούεται, ακόμη και σωματικά στις πλατείες, με τις ιστορικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος.

Γεννιέται κατ’ αυτό τον τρόπο ένας χώρος που σχηματίζεται από αγωνιστές που φεύγουν από την Lotta continua σε διάφορες δόσεις μέσα στο 1974, μετά την «στροφή προς  την νομιμοφροσύνη» του προηγούμενου χρόνου, με την οποίαν η ομάδα αποκηρύσσει τις εκκλήσεις στην επαναστατική βία ενάντια στο  Κράτος. Σε αυτούς συνενώνονται ορφανά της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οι οποίοι συγκλίνουν στην εργατική Αυτονομία, Autonomia operaia, η οποία γίνεται ένα είδος καταφυγίου των πιο ριζοσπαστικών θέσεων. Εργοστασιακές επιτροπές, Επιτροπές του τριτογενούς τομέα, των συνοικιών, οι οποίες θεωριτικοποιούν τον μαζικό εξοπλισμό και λαμβάνουν μέρος σε ευρέως διαδεδομένες πρακτικές μάχης. Μέσα σε αυτή την συγκυρία δημιουργούνται οι κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική Εξουσία, i Comitati comunisti per il Potere operaio και, το 1975, ο χώρος και το περιοδικό »Χωρίς ανακωχή»,  «Senza tregua», που συνενώνει αυτούς που πήραν μέρος στο Εξήντα οκτώ και στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, μα και νεότατους που πλησιάζουν στην πολιτική, που έλκονται μερικές φορές από τον μύθο της προδομένης Αντίστασης. Αυτός ο χώρος εκφράζεται με ένα διπλό επίπεδο, νόμιμο και παράνομο. Ενώ στην εφημερίδα διεξάγεται η συζήτηση για τον μαζικό εξοπλισμό,εργατικών πολιτοφυλακών, μιας διαδρομής προλεταριακής οργάνωσης μέσα σε ένα πλαίσιο εμφυλίου πολέμου μακράς διάρκειας, υπάρχουν καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, δράσεις αυτοχρηματοδότησης, εισβολές στις ενώσεις των βιομηχάνων, τραυματισμοί διοικητικών στελεχών εργοστασίων.

Τον οκτώβρη του 1976 στο Salò, στην επαρχία της Brescia, στο εσωτερικό της «Senza Tregua» λαμβάνει χώρα εκείνο που ονομάστηκε »πραξικόπημα από τους λοχίες», «golpe dei sergenti». Τα μεσαία στελέχη, που προέρχονταν από την Lotta continua, αναλαμβάνουν την ομάδα εκδιώκοντας τους «διανοούμενους», πρώην του Potere operaio, που διευθύνουν το περιοδικό. Μετά από μια περίοδο αναστολής, οι δημοσιεύσεις αρχίζουν ξανά σαν «Δεύτερη σειρά».

Στο περιβάλλον των στρατευμένων που εκδιώχτηκαν σχηματίζονται οι μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, le Unità comuniste combattenti (Ucc) και οι επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές, Comitati comunisti rivoluzionari (Cocori).

Η γέννηση

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ένα ακριβές σημείο για το ξεκίνημα της οργάνωσης. Η επονομασία Prima linea εμφανίζεται στις 30 νοεμβρίου 1976 στην ανάληψη ευθύνης της εισβολής στο Torino στην έδρα της Ένωσης διευθυντικών στελεχών απ’ όπου παίρνουν μαζί τους οι εισβολείς τα αρχεία του συνδέσμου. Στο φυλλάδιο μεταξύ άλλων διαβάζουμε: η Prima linea δεν είναι ένας καινούργιος μαχόμενος κομουνιστικός πυρήνας, μα η συνένωση διάφορων αντάρτικων πυρήνων οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν δράσει κάτω από διάφορες ονομασίες.  η Prima linea δεν είναι η απόρροια άλλων ένοπλων οργανώσεων όπως οι Br και οι Nap. Η μοναδική διεύθυνση που αναγνωρίζουμε είναι οι εσωτερικές [στα εργοστάσια] πορείες, οι άγριες απεργίες, τα σαμποτάζ, οι αχρηστεύσεις των εχθρικών πρακτόρων, η αυθόρμητη ευφορία, η extraπαράνομη συγκρουσιακή κατάσταση.

Το ενεργό στρατευμένο σώμα στα προηγούμενα χρόνια με διάφορες επονομασίες είναι εκείνο που έχει σημείο αναφοράς την «Senza Tregua». Ανάμεσα στο 1976 και το 1977 διάφορα μέλη της μελλοντικής πολιτικής-στρατιωτικής κορυφής της οργάνωσης καταλήγουν προσωρινά στην φυλακή. Σε αυτή την φάση, που στην συνέχεια ονομάστηκε pre-Prima linea, της αποδόθηκε, μεταξύ άλλων, η θανάσιμη ενέδρα στον επαρχιακό σύμβουλο του φασιστικού Msi Enrico Pedenovi, in risposta all’omicidio da parte dei neofascisti di Gaetano Amoroso, il 27 aprile 1976 στο Milano. Μια επιχείρηση που απολαμβάνει την συναίνεση μεγάλου τομέα της επαναστατικής αριστεράς.

η Prima linea συστήνεται επίσημα σε ένα συνέδριο στο San Michele a Torri, κοντά στο Scandicci, τον απρίλη του 1977. Παίρνουν μέρος μια τριανταριά αντιπρόσωποι από το Milano, Bergamo, Torino, Firenze, Napoli. Ο προαγωγός πυρήνας προέρχεται σε μεγάλο μέρος από το Sesto San Giovanni. Oνομάζονταν το Στάλινγκραντ της Ιταλίας.Πρώτα για όσα είχε συνεισφέρει στην Αντίσταση, μετά στους εργατικούς αγώνες. Δυνατές είναι οι πραγματικότητες από το Μπέργκαμο και το Τορίνο. Ένα Καταστατικό 31 άρθρων ανακοινώνει τις αρχές εκείνης που ορίζεται μια «εθελοντική οργάνωση μαχητών για τον κομουνισμό». Χαρακτηρίζονταν από δυο ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο είναι ένα δίκτυο υποστήριξης και ώθησης στις παράνομες συμπεριφορές και στην προλεταριακή μάχη, αποτελούμενο από Ronde και Squadre, Περιπολίες και Ομάδες, οι οποίες λαμβάνουν διάφορες επωνυμίες (Squadre armate proletarie, territoriali, operaie – ένοπλες προλεταριακές Ομάδες, εδαφικές, εργατικές) και πραγματοποιούν σαμποτάζ, πυρπολήσεις, απαλλοτριώσεις, επιθέσεις σε επικεφαλής τμημάτων στα εργοστάσια. Το δεύτερο είναι μια δομή συγκεντρωτική στης οποίας την κεφαλή υπάρχει μια εθνική Διοίκηση, un Comando nazionale, η οποία πρέπει να δίνει αναφορά για τις δραστηριότητες της στην Διάσκεψη της οργάνωσης.

Το ξεκίνημα, στο κίνημα

η Prima linea κινεί τα πρώτα βήματα της μέσα σε μια διαδρομή συνδεδεμένη με το ανομοιογενές κίνημα του Εβδομήντα επτά, στοχεύοντας να ανυψώσει τα επίπεδα σύγκρουσης. Ήδη στο όνομα προσδιορίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά.Η οργάνωση θέλει να βρίσκεται στην κορυφή της ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος. Η πρώτη γραμμή είναι όντως εκείνη των ομάδων περιφρούρησης στις πορείες. Σε ένα ντοκουμέντο με ημερομηνία 1977 διαβάζουμε: Οι ημέρες του μάρτη υπήρξαν ένα μεγάλο μάθημα: από αντικειμενικές συνθήκες που τυποποιούσαν ανάγκες και χαρακτήρες πολιτικούς του προλεταριάτου περάσαμε στον μαζικό αγώνα ενάντια στο Κράτος. Σε αυτόν κατέστησαν σαφείς οι διαφορετικές πολιτικές υποθέσεις και παραδοχές που ζουν μέσα στον επαναστατικό χώρο μεταξύ των μαχομένων οργανώσεων. […] To πολιτικό ζήτημα και η ανάγκη που αναπτύχθηκε αυτούς τους μήνες, η αναζήτηση ξεκάθαρων απαντήσεων, ενός διαυγούς σχεδιασμού προοπτικής και οργάνωσης, επιβάλει να να διαρρήξουμε όλες τις επί μέρους αντιλήψεις: από την αυτόνομη μέχρι την ένοπλη, να εξαπολύσουμε την πολιτική μάχη, να ελέγξουμε ξανά και να συγκρίνουμε πολιτικές προτάσεις με την επαναστατική ένταση που ζει μέσα στο προλεταριάτο και στην εργατική τάξη.

Την άνοιξη του 1977 το κλίμα στην Ιταλία είναι αυτό. Το επίπεδο της βίας στις πλατείες πολύ υψηλό. Οι διαδηλωτές χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα κι έχουμε πεσόντες και από τις δυο πλευρές. Στις 11 μαρτίου στην Bologna δολοφονείται από έναν καραμπινιέρο ο Francesco Lorusso, στρατευμένος στην Lotta continua. Την επόμενη ημέρα στην Roma και στην Bologna ξεσπούν σκληρές συγκρούσεις. Τις ίδιες ώρες στο Torino σκοτώνεται σε αντίποινα ο ταξίαρχος του πολιτικού Γραφείου της Ασφάλειας Giuseppe Ciotta. Σύντροφοι, δεν είναι πλέον καιρός για παραδειγματικές ενέργειες και προπαγάνδας. Η κήρυξη πολέμου του Κράτους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στο επίπεδο του πολέμου που εξελίσσεται πρέπει να επαληθευθούν σήμερα, αμέσως, οι μαχόμενοι σχηματισμοί: αυτός που απομακρύνει από αυτή την πρακτική την δική του οργάνωση δεν έχει δικαίωμα λόγου μέσα στον μαχόμενο χώρο. Η αξίωση είναι των μαχόμενων κομουνιστικών Ταξιαρχιών, του χώρου της Πρώτης Γραμμής –  Brigate comuniste combattenti, area Prima linea. Στις 21 απριλίου στην Roma και στις 14 μαίου στο Milano στην διάρκεια πορειών σκοτώνονται δυο αστυνομικοί. Στις 12 μαίου στη Roma σκοτώνεται μια διαδηλώτρια, η Giorgiana Masi, χτυπημένη από αστυνομικούς με πολιτικά. Το φθινόπωρο αρχίζει η ύφεση του κινήματος. Πολλοί νέοι αρχίζουν να δίνουν τροφή στις γραμμές των ένοπλων οργανώσεων. Στην αρχή η Pl δρα κυρίως μέσα σε μια οπτική υποστήριξης του αγώνα στα εργοστάσια και στην προλεταριακή μάχη, με πυρπολήσεις, τραυματισμούς τμηματαρχών και διευθυντών, μα πραγματοποιεί δράσεις και μέσα στον κοινωνικό χώρο, ενάντια στην μαύρη εργασία και την ακρίβεια, και με επιθέσεις στην Χριστιανοδημοκρατία και στις δυνάμεις της αστυνομίας. Οι αγωνιστές και μαχητές, μεταξύ των οποίων και πολλοί νεότατοι, συχνά κινούνται μέσα σε διπλή ζωή. Είναι παράνομοι κατά τα μισά, με ένα πεδίο πολιτικής απασχόλησης δημόσιο και ένα παράνομο. Δεν έχουν βάσεις, φυλάγουν τα όπλα στο σπίτι και τα επιδεικνύουν στις πορείες.

Η ένοπλη πάλη θεωρείται παροδική, αναστρέψιμη, μια αναγκαιότητα κάποιες ιστορικές στιγμές για να προκληθούν οι μάζες σε μιαν επίθεση για να προσβάλουν τις διάφορες διαρθρώσεις της καπιταλιστικής διοίκησης. Θεωρείται θεμελιώδης μια άμεση σχέση μεταξύ μαζών και οργάνωσης, ώστε μέσα στην τάξη να αναπτυχθεί παράλληλα ο διάλογος επάνω στην μαχόμενη προλεταριακή οργάνωση και επάνω στο κόμμα […]. Η διαδικασία χτισίματος του προλεταριακού στρατού σε μια χώρα προωθημένου καπιταλισμού  περνά μέσα από την πλέξη μεταξύ μαχόμενης οργάνωσης και οργάνων εξουσίας της τάξης.

Ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση

Σύμφωνα με την Prima linea το Κράτος δεν έχει μια μόνο «καρδιά». Ο στόχος συνεπώς δεν είναι εκείνος της κατάκτησης της εξουσίας, μα μια προοδευτική του αποδιάρθρωση και διάλυση και η δημιουργία μιας ριζωμένης και διάχυτης  αντιεξουσίας. Το 1977 η οργάνωση γράφει: Εάν το Κράτος αντιπροσωπεύει την κεντρική ανάληψη της ρύθμισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάθε πράγμα είναι μέρος του Κράτους, όλη η κοινωνική ζωή γίνεται Κράτος, βίαιη διαχείριση των αναγκών του κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση της διοίκησης είναι η πηγή της νομιμοποίησης για την ίδια την διοίκηση. […] Η εργατική τάξη αρχίζει ακριβώς σε αυτούς τους μήνες να εκφράζει αγώνες προσανατολισμένους ρητώς ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση κι ενάντια στην παραγωγή σαν εργαλείο διοίκησης. […] Αυτό το πολιτικό άλμα είναι θεμελιώδες διότι επιτρέπει μια γενίκευση των πολιτικών ενδείξεων και κατευθύνσεων μάχης, πρωτοβουλίας αγώνα, από την μαχόμενη οργάνωση στο προλετάριο στέλεχος που μάχεται και στα όργανα του αγώνα των μαζών.

Τα μέλη της Pl παραβαίνουν συχνά τους κανόνες ενός παράνομου σχηματισμού. Κάποιες είναι ομάδες φίλων που συναντιούνται στις ταβέρνες με τις οικογένειες, βλέπουν τους εαυτούς τους και αυτοχαρακτηρίζονται σαν τους επαναστάτες εκτός νόμου των ταινιών western, έτσι ώστε να αυτοαποκαλούνται Mucchio selvaggio, wild Bunch, άγριο Κοπάδι. Τον ιούλιο του 1977 βρίσκονται στην θέση να λογαριαστούν με το πρώτο πένθος. o Romano Tognini δέχεται χτύπημα θανατηφόρο στην διάρκεια απαλλοτρίωσης ενός οπλοπωλείου στην Tradate, που στην συνέχεια θα υποστεί μεγάλες ζημιές με εκρηκτικά για αντίποινα.

Στις 2 δεκεμβρίου 1977 μια Squadra, που υποστηρίζονταν από την Pl, τραυματίζει μέσα στο studio του τον «ηλεκτρολόγο του Collegno», τον γιατρό του φρενοκομείου, ο οποίος είχε μείνει ατιμώρητος, παρά το ότι είχε καταδικαστεί για τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβάλει τους τροφίμους, τους έγκλειστους. Πολλοί χειροκροτούν την πράξη.

Παραμονή Χριστουγέννων η  Prima linea επιτίθεται στο σωφρονιστικό ίδρυμα Le Vallette που βρίσκονταν ακόμη υπό κατασκευή. Η φυλακή, η καταστολή, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων έχουν ρόλο κεντρικό σε όλη την ιστορία της ομάδας. Αποδράσεις για τις οποίες έγιναν απόπειρες, και άλλες με επιτυχή κατάληξη, τραυματισμοί και εκτελέσεις δικαστικών, τεχνικών, ανθρωποφυλάκων, εκρηκτικά ενάντια σε  φυλακές. Στις αρχές του  1978 δημιουργείται μια ενοποιημένη διοίκηση των δυο κυριότερων ένοπλων «movimentiste, κινηματικών » οργανώσεων, Prima linea και Formazioni comuniste combattenti (Fcc), μαχόμενοι κομουνιστικοί Σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 1977 από μια διάσπαση των κομουνιστικών Ταξιαρχιών, Brigate comuniste, που δρούσαν στον παράνομο χώρο που σχηματίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso». Η εμπειρία διαρκεί λίγους μήνες, στη διάρκεια των οποίων διαπράττονται κάποιοι τραυματισμοί και μια στρατιωτική άσκηση στην Γαλλία που είχε οργανωθεί από τους βάσκους της Eta. Τον μάρτιο του ίδιου χρόνου, οι Brigate rosse απαγάγουν τον Aldo Moro. η Prima linea δεν επικροτεί την ενέργεια, δεν την εγκρίνει, την οποίαν θεωρεί ασύνδετη σχετικά με το  κίνημα και διαλυτική, διασπαστική, πως αποδιαρθρώνει το κίνημα καθώς και το Κράτος. Εκείνη την περίοδο ανυψώνει ωστόσο το δικό της επίπεδο στρατιωτικής σύγκρουσης, χάρη και σε μια προμήθεια βαρέων όπλων που προέρχονταν από τον Λίβανο.

Ανεβάζει τον πήχη

Στις 11 οκτωβρίου 1978 για πρώτη φορά η Pl αναλαμβάνει επίσημα την ευθύνη μιας εκτέλεσης. Το θύμα είναι ο Alfredo Paolella, καθηγητής εγκληματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Napoli, σύμβουλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αποστολή την εγκληματολογική παρατήρηση στην φυλακή του Poggioreale.

Mα η δράση που δημιούργησε τον μεγαλύτερο θόρυβο θόρυβο έγινε στις 29 ιανουαρίου 1979, όταν στο Milano χτυπήθηκε θανατηφόρα ο Emilio Alessandrini. Είναι ένας δικαστικός που θεωρείται δημοκρατικός, έχει κατευθύνει προς τους νεοφασίστες τις έρευνες για την σφαγή της piazza Fontana, φέρνοντας στο φως τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών και τις θεσμικές συγκαλύψεις. Γαι την Prima linea ο Alessandrini αντιπροσωπεύει την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης. Ανήκει στον τομέα δικαστικών που βρίσκονται μέσα σ εκείνη την αριστερά που  «έγινε Κράτος», διαχειρίζεται τους νόμους της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, της κατάστασης εξαίρεσης, εξορθολογίζει τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης για να ξαναδώσει αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα στον μηχανισμό της εξουσίας. ο Alessandrini διερευνούσε τα κινήματα και τις ένοπλες οργανώσεις , έπρεπε να αναλάβει την διεύθυνση ενός τμήματος της Αντιτρομοκρατικής στο δικαστήριο του Μιλάνο, να πραγματοποιήσει μια τράπεζα δεδομένων και να συντονίσει μια έρευνα επάνω στην πολιτική βία. Είναι μια περίοδος μεγάλων ρήξεων μέσα στην αριστερά. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Brigate rosse έχουν χτυπήσει τον συνδικαλιστή του κομουνιστικού Κόμματος Guido Rossa. Πολλοί αγωνιστές νιώθουν αποπροσανατολισμένοι.

Το Pci, από την πλευρά του, συνεργάζεται δραστικά με το Κράτος, ακόμη και με την δική του ερευνητική εργασίας. Τον φεβρουάριο του 1979 στο Torino μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατικό που προκαλεί αμηχανία σε διάφορα περιβάλλοντα. η Prima linea αποφασίζει να δώσει μιαν απάντηση. Στις 28 φεβρουαρίου, μετά από μια σήμανση, οι σύντροφοι του κομάντο αιφνιδιάζονται μέσα σε ένα bar από κάποιους αστυνομικούς. Υπάρχει μια συμπλοκή, πυροβολισμοί, ριπές αυτομάτων. Σκοτώνονται δυο μαχητές, η Barbara Azzaroni και ο Matteo Caggegi. Στην κηδεία παίρνουν μέρος μεγάλα τμήματα του κινήματος. Η συγκίνηση είναι μεγάλη, όπως και η επιθυμία για εκδίκηση.

η Prima linea πραγματοποιεί δυο ενέργειες αντιποίνων. Στις 9 marzo μαρτίου στήνει μια ενέδρα σε ένα περιπολικό. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ατυχώς ένας νεαρός περαστικός. Στις 18 ιουλίου χτυπιέται ο ιδιοκτήτης του μπαρ Carmine Civitate, με βάση την λανθασμένη πεποίθηση πως ήταν ο υπεύθυνος της παρέμβασης της αστυνομίας.

Αυτή η τραγική αλυσίδα γεγονότων προκαλεί μια μακρά εσωτερική συζήτηση. Στην Διάσκεψη της οργάνωσης τον σεπτέμβρη του 1979, στην Bordighera, στην επαρχία της Imperia, αναπτύσσεται μια πολιτική μάχη ανάμεσα σε δυο θέσεις. Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν απαραίτητο να επιστρέψουν στις ρίζες τους, στο ρίζωμα μέσα στις ζωτικές περιοχές τους και να ασκήσουν τον διάχυτο πόλεμο και αυτούς αντιθέτως που θεωρούν πως πρέπει να αυξήσουν την ένταση της σύγκρουσης με τους θεσμικούς μηχανισμούς. O κόμπος δεν λύνεται. Αποφασίζεται μια οργανωτική αναδιάρθρωση, με την δημιουργία ενός εθνικού Εκτελεστικού, μα εμφανίζεται και μια πρώτη διάσπαση. Κάποιοι μαχητές,πεπεισμένοι πως η κατάσταση απαιτεί μια οπισθοχώρηση, στήνουν την ομάδα Για τον κομουνισμό, Per il comunismo. Σύντομα καταφεύγουν στο Παρίσι, όπου συλλαμβάνονται και εκδίδονται.

H οργάνωση εξαπολύει μια εκστρατεία επικεντρωμένη στο εργοστάσιο, αντικείμενο πολύ σκληρών αναδιαρθρώσεων. Το σύνθημα είναι Να χτυπήσουμε την διοίκηση της επιχείρησης,  Colpire il comando d’impresa. Τον σεπτέμβρη του 1979 η Prima linea σκοτώνει στο Torino τον Carlo Ghiglieno, μηχανικό υπεύθυνο του Τμήματος σχεδιασμού και πρόεδρο της Επιτροπής που οδηγεί τον κλάδο εφοδιασμού της Fiat. Σε απάντηση στις επανειλημμένες επιθέσεις που ασκούν οι διάφορες μαχόμενες ομάδες ενάντια σε διοικούντες και στην αλληλεγγύη της οποίας απολαμβάνουν μεταξύ των εργατών οι ένοπλες οργανώσεις, η εταιρεία υιοθετεί μα σκληρή γραμμή. Τον οκτώβρη, μετά από διαβουλεύσεις με τα συνδικάτα, απολύονται 61 operai, στους οποίους η εταιρεία προσάπτει μια συμπεριφορά «ανατρεπτική, eversivo». Η μαζική κινητοποίηση που επακολουθεί είναι δυναμική και αποφασιστική. Την επόμενη χρονιά η Fiat ανακοινώνει σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες απολύσεις, που στην συνέχεια μετατρέπονται σε cassa integrazione [απόλυση με ταμείο αρωγής, ή και μείωση του χρόνου εργασίας με παράλληλη μείωση αποδοχών, μάλλον αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘διαθεσιμότητα’]για περίπου είκοσι τρεις χιλιάδες εργαζομένους.  Ύστερα από 35 ημέρες αγώνα, στις 14 οκτωβρίου γίνεται εκείνη που αποκαλέστηκε «πορεία των σαράντα χιλιάδων, marcia dei quarantamila». Υπάλληλοι Fiat, άσπροι γιακάδες, τμηματάρχες και στελέχη που ζητούν το τέλος των μπλόκων των εργοστασίων και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην δουλειά. Το συνδικάτο αποδέχεται μια άνευ όρων παράδοση.

Στις 11 δεκεμβρίου 1979 μια ομάδα της Pl καταλαμβάνει στρατιωτικά στο Torino την Σχολή εταιρικής εκπαίδευσης της Fiat, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι  manager. Σχεδόν διακόσιοι φοιτητές μαζεύονται στο auditorium, όπου ένας μαχητής εξηγεί πως το ινστιτούτο δέχτηκε επίθεση μιας και είναι κέντρο νευραλγικής σημασίας στον μηχανισμό διοίκησης της εταιρείας. Η εισβολή ολοκληρώνεται με τον τραυματισμό στις γάμπες πέντε καθηγητών, εκ των διοικητικών στελεχών του εργοστασίου Olivetti, και πέντε φοιτητών. Τρεις ημέρες μετά, στις 14 δεκεμβρίου 1979, ένας πυρήνας της οργάνωσης αιφνιδιάζεται την ώρα που ετοίμαζε μιαν επίθεση ενάντια σε ένα εργοστάσιο στο Rivoli. Στην μάχη που ακολουθεί οι καραμπινιέροι σκοτώνουν τον νεαρό μαχητή Roberto Pautasso.

Στις 5 φεβρουαρίου 1980, σε μιαν εκστρατεία για την ποιότητα ζωής και την υγεία, στην Monza εκτελείται ο μηχανικός Paolo Paoletti, που θεωρείται μεταξύ των υπευθύνων για την καταστροφή που συνέβη στο Seveso το 1976, όταν από την εταιρεία χημικών Icmesa ξέφυγε ένα νέφος διοξίνης υψηλής τοξικότητας.

Στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνεται ο δικαστής Guido Galli, καθηγητής, μέλος της επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την μεταρρύθμιση του ποινικού Κώδικα και συνεργάτη του Ινστιτούτου Πρόληψης και άμυνας. Ανήκει στην ρεφορμιστική συνιστώσα των μιλανέζων δικαστικών, που προσδιορίζεται σαν εργαλείο καταστολής του ανταγωνισμού. Συνεχίζεται η εκστρατεία των κομουνιστικών οργανώσεων για την αποδιοργάνωση της δικαστικής εξουσίας και μαζί με αυτήν του σχεδίου αναδιοργάνωσης των στοιχείων διοίκησης στην χώρα μας. […] Σκοπός είναι να παραχθεί μια παρέμβαση κατά την οποίαν το καπιταλιστικό στρατόπεδο να βγει από αυτή την φάση βαρέως αποδυναμωμένο, αποδιοργανωμένο και αποσταθεροποιημένο, κι επάνω σε αυτή την παρέμβαση να αναπτυχθεί με σταθερό τρόπο το επαναστατικό προλεταριακό στρατόπεδο.

Οι μετανιωμένοι και η κατάρρευση

Στις αρχές του 1980 η Prima linea βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να λογαριαστεί με τους καταδότες, ένα πρόβλημα που λίγο αργότερα θα συνεισφέρει με αποφασιστικό τρόπο στο γρήγορο τέλος της ομάδας. ο William Waccher, ένας νεαρός του δικτύου της οργάνωσης, τον οποίον ακολουθούσε ένα ένταλμα σύλληψης, παραδίδεται στους ερευνητές και συνεργάζεται με τους δικαστές. Ο ρόλος του και οι καταθέσεις του είναι οριακές, μα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει και το γεγονός μοιάζει απαράδεκτο. Χτυπιέται θανάσιμα από έναν πυρήνα του εθνικού Εκτελεστικού στις 7 φεβρουαρίου έξω από το Milano. Οι υποδείξεις του Waccher στις αρχές θα είχαν επιτρέψει την ταυτοποίηση του «comandante Alberto», δηλαδή του Marco Donat Cattin, μα θα παραμείνουν δίχως συνέπειες. Είναι ο Patrizio Peci, μετανιωμένος των Br, που αποκαλύπτει λίγο αργότερα την ταυτότητα του γιου του χριστιανοδημοκράτη σενατόρε, που καταφέρνει να το σκάσει στην Γαλλία. Οι πολεμικές που προκλήθηκαν από την υπόθεση αναγκάζουν τον ισχυρό πολιτικό άνδρα να παραιτηθεί από την θέση του αντιπροέδρου του κόμματος. Πάντα ο Peci δίδει και το όνομα του Roberto Sandalo ο οποίος, αμέσως με την σύλληψη του, ξεκινά μια ομολογία ποταμό. Κατηγορούμενος για διάφορες εκτελέσεις, ύστερα από δυο χρόνια στην φυλακή βγαίνει χάρη στο νόμο για τους μετανιωμένους, που εγκρίθηκε τον μάη του 1982. Συλλαμβάνεται εκ νέου το 2002 για ληστεία και το 2008 για επιθέσεις ενάντια σε τζαμιά και ισλαμικά πολιτιστικά κέντρα.

η Prima linea συνεχίζει τις δράσεις. Στις 2 μαίου 1980 τραυματίζεται βαριά ο Sergio Lenci, πανεπιστημιακός καθηγητής και αρχιτέκτων, δημιουργός του σχεδίου αναδιάρθρωσης της φυλακής της Rebibbia, που χαρακτηρίζεται «τεχνικός της μάχης ενάντια στον αστικό ανταρτοπόλεμο». Στις 26 ιουνίου πραγματοποιείται μια θεαματική πρωτοβουλία προπαγάνδας στο τρένο Susa-Torino, με την διανομή φυλλαδίων που υποκινούν στον ένοπλο αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο.

Τον αύγουστο του 1980 η ηγεσία της Πρώτης γραμμής συζητά για την νέα κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από τις αλυσιδωτές συλλήψεις και την ρήξη της εσωτερικής αλληλεγγύης, με την εξάπλωση της μάστιγας της μεταμέλειας. Δεν κατακτάται κάποια συμφωνία και λίγο αργότερα κάποιοι μαχητές βγαίνουν από την οργάνωση. Τον οκτώβρη συλλαμβάνεται ο Michele Viscardi. Αμέσως ξεκινά να μιλά συνοδεύοντας τους καραμπινιέρους γυρίζοντας όλη την Ιταλία. Μπαίνει σε κίνηση μια αλυσίδα που ταχύτατα οδηγεί στην διάλυση της οργάνωσης.

Τον απρίλιο του 1981 επικυρώνεται το ξεπέρασμα της Prima linea και ο σχηματισμός ενός οργανωμένου Πόλου, σημείου αναφοράς για τους μαχητές που αναζητούνται. Από τις στάχτες της οργάνωσης το 1981 γεννιούνται οι οργανωμένοι Κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση, i Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) και ο Πυρήνας των κομουνιστών, Nucleo di comunisti που στήθηκε στα πόδια του από τον φυγόδικο Sergio Segio, τον «comandante Sirio».

Οι δυο ομάδες περιορίζονται σε ληστείες χρηματοδότησης, σε δράσεις ενάντια στην καταστολή και για την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Στις 3 ιανουαρίου 1982, συνεργαζόμενες, πραγματοποιούν μιαν επιχείρηση εντυπωσιακή. Ένα κομάντο οδηγούμενο από τονi Sergio Segio ελευθερώνει από την φυλακή του Rovigo τέσσερις κρατούμενες, μεταξύ των οποίων την σύντροφο του Susanna Ronconi. Από συγκοπή, πεθαίνει ατυχώς ένας περαστικός, ένας συνταξιούχος εγγεγραμμένος στο Pci. Λίγες μέρες μετά ο Lucio Di Giacomo, ένας από τους συμμετέχοντες στην απόδραση, σκοτώνεται σε μάχη με τους καραμπινιέρους. Ο Πυρήνας και οι Colp σύντομα διαμελίζονται από τις συλλήψεις.

Η διάλυση και ο διαχωρισμός, η διάσταση

Το 1982 ξεκινά η εποχή των maxiδικών. η Prima linea είναι η ένοπλη ιταλική οργάνωση με τον μεγαλύτερο αριθμό παραπεμφθέντων: 923, μεταξύ των οποίων 201 γυναίκες. στην Pl και στοις δομές με αυτήν συνδεδεμένες ανάγονται εκατοντάδες επιχειρήσεων. 23 με κατάληξη τον θάνατο, συνέπειες θανατηφόρες δηλαδή, εκτός από έναν αστυνομικό που σκοτώθηκε από μια ομάδα αποχωρησάντων. 11 είναι ακουσίως νεκροί, όχι εκ προμελέτης.

Το οριστικό κλείσιμο της εμπειρίας, μετά από μια διαδρομή συζητήσεων μεταξύ των φυλακισμένων μαχητών, ανακοινώνεται στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Torino τον ιούνιο του 1983. Στο ντοκουμέντο Sarà che nella testa avete un maledetto muro, Θα είναι που στο κεφάλι σας έχετε έναν καταραμένο τοίχο, που γράφτηκε στην φυλακή Le Vallette και θεωρείται το τελευταίο της Prima linea, δηλώνεται δίχως πλέον καμία νομιμοποίηση η πρακτική του ένοπλου αγώνα για τον κομουνισμό στην Italia. Οπότε ασκείται κριτική στην διάσταση των κατηγορουμένων της 7 απρίλη, del 7 aprile που βρίσκονται έγκλειστοι στην φυλακής της Rebibbia, η οποία βασίζεται επάνω σε μιαν «κατάλυση της μνήμης, ablazione di memoria» και επάνω σε μιαν  «άρνηση της υπευθυνότητας» και «irriducibilismo continuista, [μη μεταμέλεια που οδηγεί στην συνέχιση…]» αυτού που δεν θεωρεί τελειωμένη την μαχόμενη εμπειρία.

Επισημοποιημένης της διάλυσης, σχεδόν όλοι οι πρώην μαχητές της Prima linea ξεκινούν την διαδρομή της διάστασης [διαχωρίζουν την θέση τους από  τον ένοπλο αγώνα], της κοινωνικής επανένταξης, της διαπραγμάτευσης με το  Κράτος, δημιουργώντας τις λεγόμενες Aree omogenee, τους ομοιογενείς Χώρους σε κάποια ανδρικά και γυναικεία τμήματα των μεγάλων μητροπολιτικών συγκροτημάτων εγκλεισμού. Θέσεις που συμβάλλουν στην διάρρηξη της αλληλεγγύης, ξεσκίζουν την κοινότητα των πολιτικών κρατουμένων, που εκείνα τα χρόνια υποβάλλονται σε σκληρές συνθήκες κράτησης με την εφαρμογή του άρθρου 90 της μεταρρύθμισης του 1975, η οποία είχε αναστείλει το φυσιολογικό καθεστώς φυλάκισης αφήνοντας χώρο σε απαγορεύσεις, περιορισμούς, συνομιλίες με τζάμια και ενδοεπικοινωνία. Οι διασπαστικές συνέπειες της διάστασης υπεισέρχονται μέσα σε ένα κλίμα που στις ειδικές φυλακές υψίστης ασφαλείας είχε ήδη καταστεί πολύ βαρύ εξ αιτίας του φαινομένου της μεταμέλειας και είχε οδηγήσει τον δεκέμβρη του 1981 και τον ιούλιο του 1982 στην εκτέλεση από πλευράς των φυλακισμένων του χώρου των ταξιαρχιτών του Giorgio Soldati, πρώην μαχητή της Pl, και του Br Ennio Di Rocco, που είχαν θεωρηθεί καταδότες. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών που διαχώρισαν την θέση τους και κρατουμένων που αρνούνται τον διάλογο με το Κράτος είναι σκληρή.

Και ένα μέρος της εξωτερικής στην φυλακή ανταγωνιστικής αριστεράς οδηγεί έναν δριμύ αγώνα ενάντια στην διάσταση, θεωρώντας πως πολεμά και εκκαθαρίζει όλον τον ταξικό αγώνα, πέρα από την μαχόμενη πρακτική. Για αντίθετους λόγους, λόγω δηλαδή της επιμονής και της εμμονής στον «τρομοκρατικό κίνδυνο, pericolo terrorista», μεγάλα τμήματα του Κράτους και του δικαστικού σώματος αντιτίθεται στην διάλυση του ποινικού και δικαστικού μηχανισμού της εξαίρεσης, της κατάστασης έκτακτης ανάγκης δηλαδή, του σκληρού καθεστώτος μεταχείρισης μέσα στις ειδικές φυλακές, και της εξάπλωσης για τους εν διαστάσει της νομοθεσίας επιβράβευσης που προβλέπονταν για τους μετανιωμένους.

Οι κρατούμενοι στους ομοιογενείς Χώρους συνεχίζουν τον διάλογο με τους θεσμούς, μέσα σε μια διαδρομή που αποκαλούν  «συγκρουσιακής-εμπόλεμης διαμεσολάβησης, mediazione conflittuale». Τον ιούνιο του 1984 η Prima linea παραδίδει τα όπλα που της είχαν απομείνει στον καρδινάλιο του Milano, Carlo Maria Martini, που είχε εμφανιστεί ανοιχτός στο θέμα της κοινωνικής συμφιλίωσης.

Το 1986 ψηφίζεται ο νόμος 663, που αποκαλείται Legge Gozzini, ο οποίος προβλέπει εναλλακτικά μέτρα στον εγκλεισμό εισάγοντας μια λογική βασισμένη στο διωνυμικό βραβείο-τιμωρία,  premio-punizione σε σχέση με την συμπεριφορά του έγκλειστου. Τον φεβρουάριο του 1987 έρχεται να αποδώσει καρπούς η μακρά διαδικασία του νόμου n. 34, που παραχωρεί εκπτώσεις στις ποινές σε αυτούς που διαχωρίζουν την θέση τους από την ένοπλη πάλη. Αυτοί οι δυο νόμοι, σε συνδυασμό, επιτρέπουν στους εν διαστάσει να αφήσουν προοδευτικά την φυλακή, ενώ οι φυλακισμένοι που αρνούνται κάθε μορφή διάστασης και πολιτικής λύσης, που αποκαλούνται αμετανόητοι «irriducibili, αμείωτοι», παραμένουν ακόμη επί μακρόν στις ειδικές φυλακές.

η Κάρτα είναι από το βιβλίο: Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Roma, DeriveApprodi 2015.

http://www.sebbenchesiamodonne.it/scheda-storica-prima-linea/

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη πέμπτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

του Luca Barbieri

ToniNegri2.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες εδώ.

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Το 1984 ξεκινά με συνεχείς αναβολές της δίκης στην Πάντοβα και εκείνης στην Ρώμη που πλέον οδεύει προς την κατάληξη. Ιανουάριος και φεβρουάριος είναι μήνες “ψυχροί”. ΄Καταγράφεται μονάχα κάποια πολεμική γύρω από τις συνεδρίες στο Foro Italico. Στις 26 ιανουαρίου το Manifesto (“Η αδεξιότητα του dottor Calogero και η πικρή περίπτωση ενός μάρτυρα κατηγορίας”) καταγράφει μιαν ακόμη απογοήτευση σχετικά με  “κατάθεση-μαρτυρία” σε ένα άρθρο που θέτει υπό αμφισβήτηση  την μέθοδο και το έργο του ΔΚ Calogero. Μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής αποκαλύπτεται όντως να είναι ένας νέος που πάσχει από ψυχικές διαταραχές. Οι δηλώσεις του στην Έδρα προβληματίζουν τους πάντες. «”Γνωρίζετε κάποιον από αυτούς τους κατηγορούμενους, τι ήρθατε να μας πείτε?” τον ερωτά ο πρόεδρος Santiapichi. “Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω κανέναν από τους κατηγορούμενους — απαντά ο μάρτυρας — Ξέρω μόνο αυτά που έμαθα από άλλους, μάλιστα δεν θυμάμαι πολύ καλά». Ο μάρτυρας, που τον θέτουν μπροστά στα πρακτικά των δικών του ανακρίσεων φθάνει στο σημείο να τα αμφισβητεί λέγοντας πως λείπουν κάποιες διευκρινήσεις που έκανε στον Δημόσιο Κατήγορο.

Μα η ρωμαϊκή δίκη μοιάζει ατυχής για όλους τους μάρτυρες, και γι αυτούς της υπεράσπισης. Το λέει η Unità της 7 φεβρουαρίου που μιλά στους υπότιτλους για “Αντιθέσεις μετά το boomerang της μάρτυρος που καταδικάστηκε για ψευδορκία”. ο Criscuoli καταγράφει ένταση και διαχωρισμούς μεταξύ των κατηγορούμενων που μάλιστα θα σκέφτονταν να απορρίψουν, λίγους μήνες πριν την απόφαση, την έδρα. «Εκείνη της απόρριψης είναι μια κίνηση σοβαρή και ακραία: και μόνο το γεγονός πως μεταξύ των κατηγορουμένων υπάρχουν και κάποιοι που σκέφτηκαν να καταφύγουν σε αυτή την κίνηση είναι σημάδι του βαρύ κλίματος σύγχυσης στο οποίο εισέρχεται η δίκη όσο πλησιάζει προς την τελική ευθεία, στην τελική αναμέτρηση, στην ώρα που “θα έρθει ο λογαριασμός”. Στο ίδιο νούμερο η Unità δίδει σε ένα box την είδηση της αναβολής της δίκης στην Πάντοβα, “Autonomia στο βένετο, αναβολή της δίκης για τρεις μήνες”. «Όπως προβλέπονταν, η δίκη στην 7 aprile παρακλάδι βένετο, αναβλήθηκε χθες το πρωί για τον επόμενο μάη στις 7. Τρεις μήνες διακοπής, ο τεχνικός χρόνος που θεωρήθηκε απαραίτητος, από τον ΔΚ και το Κακουργιοδικείο για να συνενωθεί με την διερεύνηση για το Fronte comunista combattente, το κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο (την πιο υψηλή στρατιωτική δομή της αυτονομίας στο βένετο, trait d’union μεταξύ αυτής και των brigate rosse),  που επιλύθηκε τις προηγούμενες ημέρες από το τμήμα αναιρετικής διερεύνησης που αποδέχτηκε τελείως την έφεση του ΔΚ Calogero ενάντια στις θέσεις του ανακριτού Palombarini, εκδίδοντας 17 εντάλματα σύλληψης κατά κατηγορουμένων που προηγούμενα είχαν απαλλαγεί».

Στα τέλη του φεβρουαρίου (στις 24) οι εφημερίδες γοητεύονται από μιαν άλλη κατάθεση-μαρτυρία μοναδική: «ο Rocco Ricciardi, που οι δικηγόροι υπεράσπισης χαρακτηρίζουν σαν χαφιέ των καραμπινιέρων που έχει διεισδύσει στο κίνημα» που αποκαλύπτει (ο τίτλος είναι της Repubblica): “Είχαν αποφασίσει να πυροβολήσουν τον Carlo Fioroni, νέες κατηγορίες ενάντια στον Negri”.

Περνούν οι μήνες, παρελεύνουν μπροστά στην έδρα οι μάρτυρες, μα λείπει αυτός, ο κυριότερος κατήγορος, ο Carlo Fioroni, “ο καθηγητάκος”. Εδώ και έναν χρόνο, απ’ την αρχή δηλαδή της δίκης, οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν να ζητούν την παρουσία του στην αίθουσα. Που είναι ο Fioroni μετά την αποφυλάκιση του το’82? Για να έχουμε απάντηση χρειάζεται να περιμένουμε τον μάρτιο του 1984 με τις ακροάσεις του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών SISDE Emanuele De Francesco και εκείνην του αρχηγού της αστυνομίας Rinaldo Coronas. “Ο αρχηγός της αστυνομίας εξηγεί πως ο Fioroni πήρε διαβατήριο για να μπορέσει να το σκάσει”, τιτλοφορεί η Corriere στις 13 μαρτίου 1984. Η υπόθεση είναι περίπλοκη, ξεκινά ήδη από το 1982 λίγες ημέρες μετά την έξοδο του από την φυλακή της Matera όταν η αστυνομία του άφησε ένα διαβατήριο “κάλυψης”. «”Του το δώσαμε — εξήγησε ο Coronas — σύμφωνα με τις οδηγίες για την προστασία των μετανιωμένων, που εκχώρησε o πρόεδρος του Κυβερνητικού συμβουλίου. Οδηγίες που αποτελούν Κρατικό μυστικό”. Είναι μια αποκάλυψη τελείως καινούργια διότι δεν είχε γίνει ποτέ γνωστό πως για τον Fioroni και για τους μετανιωμένους είχαν αποφασιστεί κανονισμοί από την προεδρία του υπουργικού Συμβουλίου». Συνεπώς μια σημαντική είδηση. Διότι επίσης, μετά από μιαν πρώτη προσπάθεια να αποδημήσει στην Ελβετία (τον σταμάτησε η ελβετική αστυνομία) ο Fioroni έκανε κανονική αίτηση για διαβατήριο που του παραχωρήθηκε από την μιλανέζικη ασφάλεια μετά την έγκριση της εισαγγελίας. Αυτού του ντοκουμέντου την κατοχή ο Fioroni την έχει ήδη από τον ιανουάριο του 1983. Από τότε του καθηγητούλη τα ίχνη χάθηκαν. Η αστυνομία, δεδομένων των πιεστικών αιτημάτων της έδρας, αρχίζει να τον ψάχνει. Όμως για τον Fioroni το μόνο που γίνεται γνωστό είναι πως στις 15 νοεμβρίου 1983 επισκέφτηκε το προξενείο του Amsterdam. «συνεπώς ο Fioroni δεν είναι δυνατόν να βρεθεί. Τι θα γίνει τώρα με τις ανακρίσεις που του έγιναν στην διάρκεια της διερεύνησης? Οι δικηγόροι υπερασπιστές ζητούν την ακύρωση τους».
η Repubblica αφιερώνει στην είδηση το επάνω μισό της σελίδας 12, “Στον Fioroni ένα πλαστό διαβατήριο. Μια μυστική συμφωνία για να εκπατριστεί”. Και στο  συνοπτικό: “ο Rinaldo Coronas εξήγησε το θρίλερ της μη διαθεσιμότητας του μετανιωμένου. Το ντοκουμέντο του δόθηκε με την έγκριση του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου εκείνου του διαστήματος. Ο πρώην τρομοκράτης στην συνέχεια απέκτησε κι ένα κανονικό. Πάντως είναι άφαντος”.

Παράξενη επέτειος εκείνη της 7 aprile 1984. Μένει πολύ λίγος ακόμη χρόνος για το τέλος του μακρύτατου τελικού κατηγορητηρίου του δημοσίου κατήγορου που θα εκθέσει τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής. Η δίκη σίγουρα δεν σεβάστηκε τις προσδοκίες: η κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους φαίνεται πλέον να έχει ξεχαστεί. Φαίνεται ξεκάθαρο, μα δεν λέγεται ούτε γράφεται ποτέ, πως το να δικάσεις ανθρώπους για δυο δολοφονίες (μια το ’72 και μια το ’75), κάποιες κλοπές και επιθέσεις είναι πράγμα διαφορετικό από το να τους δικάσεις για μιαν απόπειρα εμφυλίου πολέμου στο πλαίσιο μιας συνένωσης όλων των συνιστωσών της κόκκινης τρομοκρατίας, από το να υποστηρίζεις συνεπώς πως εντόπισες και ταυτοποίησες το κλειδί ανάγνωσης των “χρόνων του μολυβιού”. “Πέντε χρόνια μετά τις συλλήψεις η κατηγορούσα αρχή μιλά για κλεμμένα γραμματόσημα”, τιτλοφορεί το Manifesto. Η κομουνιστική εφημερίδα είναι απαισιόδοξη και εκφράζει όλους τους φόβους της με το  κύριο άρθρο του Alberto Abruzzese: “Εκείνοι της 7 aprile, πέντε χρόνια μετά”.

Η Corsera festeggia εορτάζει αυτή την πέμπτη επέτειο με ένα νορμάλ άρθρο χρονικών από την αίθουσα του Foro Italico δημοσιευμένο στις 8 απριλίου, “Από το Potere operaio στην Autonomia. Στην δίκη 7 aprile ο ΔΚ  αναπαριστά εκ νέου τα χρόνια του μολυβιού”. Οι τόνοι του κατηγορητηρίου του ΔΚ  Antonio Marini είναι ενθουσιασμένοι. «Αυτός που θα θελήσει να αναπαράξει την ιστορία των χρόνων εβδομήντα — που χαρακτηρίστηκαν  “δεκαετία του μολυβιού” ή “δεκαετία της τρέλας” — δεν θα μπορέσει να αγνοήσει την χαρά με την οποίαν το κάνει ο δημόσιος κατήγορος της δίκης 7 aprile». Η ιστορική θέση την οποίαν προτείνει ο Marini ουσιαστικά είναι εκείνη που χάραξε ο Calogero στην Padova. Ο ρωμαίος ΔΚ υπερασπίζεται τις μαρτυρίες-καταθέσεις των μετανιωμένων. «Οι αποκαλύψεις των μετανιωμένων, απαντά τώρα ο δημόσιος κατήγορος, σχηματίζουν μονάχα το πλαίσιο επάνω στο οποίο υφάνθηκε η πλοκή του κατηγορητηρίου. Κάθε δήλωση ελέγχθηκε και από τους ελέγχους αποκομίστηκαν έγκαιρες απαντήσεις, ξεκάθαρες.  Μια συνεισφορά πολύτιμη, πολυτιμότατη για την αναζήτηση της αλήθειας ήρθε και από  μαρτυρίες υπεράνω υποψίας, καθηγητές από την Πάντοβα ήρθαν στην αίθουσα να μιλήσουν για αυτά που συνέβαιναν όταν ο Negri δίδασκε στην σχολή. η Padova, λέγει ο dottor Marini, είχε γίνει μια πόλη όπου το κλίμα ήταν πυρακτωμένο, και όχι τυχαία, μετά τις συλλήψεις των ηγετών της Αυτονομίας η κόλαση τέλειωσε, επέστρεψε η ηρεμία».

Οι καταδικαστικές ποινές φθάνουν στην αίθουσα στις 14 απριλίου και στις εφημερίδες στις 15. Τα βασικά τους στοιχεία είναι: ισόβια για τον Negri, το υψηλότατο νούμερο ετών εγκλεισμού που ζητήθηκαν για τους κατηγορούμενους (649 χρόνια και 6 μήνες για 67 ανθρώπους) και η απαλλαγή από τις κατηγορίες εξέγερσης (λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων) και ένοπλης συμμορίας σχετικά με τις Brigate Rosse.

η Repubblica ανοίγει με την είδηση την σελίδα 5 της εφημερίδας: “Autonomia, 7 αιώνες φυλακής”, και με μικρότερους χαρακτήρες, σαν υπότιτλο, “Mα για όλους πέφτει η ένοπλη εξέγερση”. Επίσης: “Ολοκληρώθηκε, μετά από 13 ακροαματικές διαδικασίες, το μακρύ κατηγορητήριο. Κατάληξη βαριά: ποινές από 29 σε 2 χρόνια. Ζητήθηκαν δυο απαλλαγές και μια μείωση ποινής για έναν μετανιωμένο και μόνο”. Καμιά αναφορά στο αίτημα για ισόβια ούτε στην σύνοψη. η Gazzettino αντιθέτως στοχεύει τα πάντα στον κύριο κατηγορούμενο. “Ζητήθηκαν ισόβια για τον Negri” τιτλοφορεί στην σελίδα 4. Στους υπότιτλους: “Ο ΔΚ αντιθέτως πρότεινε την απαλλαγή της Autonomia από την κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στο Κράτος Stato”. η Gazzettino αφιερώνει στα αιτήματα του ΔΚ και την ταμπέλα που μεταφέρει μια κάρτα σύντομη των κυριότερων κατηγορουμένων, τις αντίστοιχες κατηγορίες και τα αιτήματα του ΔΚ. Και χάρη σε αυτή την κάρτα επανεμφανίζεται, και αποτελεί έκπληξη (και για τον ίδιο τον κατηγορούμενο) το όνομα του Giuseppe Nicotri, του δημοσιογράφου που είχε φυλακιστεί για τρεις μήνες το 1979 με την κατηγορία πως ήταν ένας από τους τηλεφωνητές BR στην υπόθεση Moro και που αποφυλακίστηκε τελικά.  Γι αυτόν ο ΔΚ ζητά ποινή 5 χρόνων και 6 μηνών για συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα και ανατρεπτική ένωση. η Gazzettino, με  υπογραφή του Marcello Lambertini, εξηγεί με αυτό τον τρόπο την απαλλαγή από την σοβαρότερη κατηγορία, εκείνη της ένοπλης εξέγερσης:

Το να την σκίσουν, με ένα αίτημα πλήρους απαλλαγής, θα είχε σημάνει την άμεση διαγραφή με ένα πέρασμα του σφουγγαριού όλης της κουβέντας γύρω από την ”οργάνωση”, την άρνηση πως όλοι οι κυριότεροι κατηγορούμενοι είχαν δημιουργήσει μιαν δομή της οποίας το σχέδιο ήταν να ανατρέψει τους θεσμούς, κυρίως την άρνηση εκείνης της  “ρωμαϊκής δικαιοδοσίας ” να κρίνει πως μόνον η εξέγερση δικαιολογούνταν. […] Διαίσθηση ως εκ τούτου. Από μόνη της δεν φθάνει, ειδικότερα όταν δεν υπάρχουν σίγουρες αποδείξεις και δεν αποδείχθηκε η καταλληλότητα των εργαλείων που είχαν στην διάθεση τους οι εξεγερμένοι ή οι στασιαστές.[…] Ίσως στο τέλος των χρόνων εβδομήντα πλησιάζαμε σε εκείνη την τελική φάση. Αλλά στην 7 aprile του 1979 οι συλλήψεις έβαλαν τέλος στην ανατρεπτική δραστηριότητα των κατηγορουμένων. Ο κίνδυνος δεν έγινε πραγματικότητα. Η επανάσταση δεν ξεκίνησε. 

Η Corriere della Sera με την είδηση ανοίγει την πρώτη σελίδα, υψηλά, έξι στήλες: “Ζητούνται τα ισόβια για τον Negri”. Η απαλλαγή για την εξέγερση εμφανίζεται στην σύνοψη: “Υποδεικνύεται μια ποινή 28 χρόνων για τον Scalzone, κι αυτός φυγόδικος — Ζητήθηκε η αθώωση λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων (για την κατηγορία ένοπλης συμμορίας) για τον πρώην ηγέτης της Autonomia”.
η Unità, που τώρα παρακολουθεί τις συνεδρίες στον Foro με τον Bruno Miserendino, στήνει την σελίδα επάνω σε ένα μοναδικό άρθρο: “7 aprile, πέφτει η κατηγορία για ένοπλη εξέγερση”. Στις 17 απριλίου στην Repubblica ο Giorgio Bocca επιτίθεται σκληρότατα στον σχεδιασμό του ΔΚ  Marini. “Mα είναι αλήθεια απλά κοινοί εγκληματίες ?” αναρωτιέται ο Bocca:

Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini στην δίκη 7 απρίλη είναι τόσο βαριά που έρχεται φυσικό να αναρωτηθούμε ποια εσωτερική ανάπτυξη αισθημάτων και προβλημάτων, ποιο ασυνείδητο, επίσης, μπορεί να σπρώξει έναν ιταλό δικαστή καθολικά γνωστό ωσάν πρόσωπο προσεκτικό και ισορροπημένο να ζητήσει, τι να πω, πέντε χρόνια για  τον Giuseppe Nicotri, ένοχο διότι ασχολήθηκε σαν δημοσιογράφος με τους παντοβάνους αυτόνομους, άλλα πέντε για τον professor Romano Madera, έναν πράο διανοούμενο και δέκα για τους Magnaghi ή τους Dalmaviva ή τους Balestrini, πρόσωπα κανονικότατα του ιταλικού μαξιμαλισμού. […] Η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στην εισαγωγή που ο Antonio Marini έκανε στο κατηγορητήριο του: εδώ δεν δικάζονται οι ιδέες μα οι προσωπικές ευθύνες στα συγκεκριμένα γεγονότα.  Ένα ευγενές, επώδυνο ψέμα στο οποίο η δικαιοσύνη μας υποχρεώνεται από μιαν πολιτική κοινωνία και μια κοινωνία των πολιτών που δεν έχουν το  θάρρος των ευθυνών τους.

Στις 7 μαίου αρχίζει επιτέλους η δίκη στην Πάντοβα. Κάτι πάνω από μια εβδομάδα ακροαματικών συνεδριάσεων και στην συνέχεια μια είδηση εκκωφαντική που στρέφει ξανά τους προβολείς στην πόλη: ο δικαστής που οδηγεί την δίκη,  Giuseppe Giovannella, απορρίπτεται από την Εισαγγελία της Padova. Η δίκη μπλοκάρεται, και ποιος ξέρει για πόσο. Η είδηση εμφανίζεται πρώτα στηνUnità στις 15 μαίου. “Autonomia padovana, απορρίφθηκε ο δικαστής. Παρακάμπτεται η δίκη?”. «Η είδηση – λέγει ο Michele Sartori — περιέχεται σε ένα φωνογράφημα που στάλθηκε απευθείας στον Giovannella, που εχθές το πρωί το ανέφερε ξερά στην αίθουσα […] Αν και η είδηση κυκλοφορούσε εδώ και ημέρες, η έκπληξη στην αίθουσα υπήρξε ομόφωνη, τουλάχιστον μεταξύ των παρόντων δικηγόρων. Κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες, μα στην ουσία κανείς ακόμη δεν γνωρίζει ακριβώς για ποιους λόγους η εισαγγελία έφτασε στο σημείο να απορρίψει τον πρόεδρο της Έδρας». Η αμφιβολία, εάν το αίτημα προωθήθηκε από τις πολιτικές αγωγές ή από τον δημόσιο κατήγορο, ξεδιαλύνεται σύντομα. Ήδη την επομένη ημέρα η Corriere, που τώρα παρακολουθεί την δίκη στην πόλη με τον Massimo Nava, μπορεί να αποδώσει με σιγουριά την πρωτοβουλία στον ΔΚ Pietro Calogero, και συνεπώς να τιτλοφορήσει σε πέντε στήλες στην πέμπτη σελίδα: “Padova: ο «υπόγειος πόλεμος» των δικαστικών”. «Δικαστές ενάντια δικαστών. Ο δικαστής μιας δίκης απορρίπτεται από τον δημόσιο κατήγορο.

Δεν ενθυμούμαστε τέτοιου είδους προηγούμενα στην Italia και το παλκοσένικο της Padova καθιστά την περίπτωση ακόμη ηχηρότερη και ανησυχητική μιας και πρωταγωνιστές και όλο το γαρνίρισμα ενδιαφέρουν άμεσα ένα από τα πιο περίπλοκα και αμφιλεγόμενα δικαστικά ιταλικά συμβάντα». Στο μέτρο με βεβαιότητα παρότρυνε ο Calogero μα ο αρχιεισαγγελέας Torregrossa επέβαλε ένα αυστηρό black-out στις ειδήσεις οπότε δεν καταφέραμε να μάθουμε περισσότερα. Μα η Corriere πληροφορεί για μιαν άλλη σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη: ο Calogero άσκησε έφεση στην απόφαση που στέλνει σε δίκη και υπέγραψε ο ανακριτής Palombarini για τους κατηγορούμενους της δίκης για το FCC (Fronte comunista combattente, κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο).όπως λέγει η σύνοψη του άρθρου η δίκη συνενώνει  “διοικητές και εργάτες”, μα αυτή την στιγμή τα πρόσωπα πρώτης γραμμής είναι μονάχα «ο professor Gallimberti, Serafini, Alisa Del Re (εξαιρούνται, για να καταλαβαινόμαστε οι, Toni Negri, Ferrari Bravo και άλλοι ιστορικοί ηγέτες που δικάστηκαν στην Roma διότι κατηγορήθηκαν και για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους)». Η σύγκρουση που προβλέπεται σχετίζεται ακριβώς με την θέληση του Calogero να “επαναφέρει” στην δίκη της Πάντοβα και τους ρωμαίους κατηγορούμενους. «Σύμφωνα με τον Calogero — εξηγεί πάντα η Corriere — το FCC είναι ένα είδος “ένοπλου βραχίονα” της”Autonomia” και ως εκ τούτου πρέπει να αποσταλούν σε δίκη και κάποιοι από τους ιστορικούς  ηγέτες (Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo) που αντιθέτως ο Palombarini απήλλαξε».

Από την τελική απαγγελία του κατηγορητηρίου του δημόσιου κατήγορου  Marini μέχρι την ημέρα της απόφασης περνούν σχεδόν δυο μήνες. Ημέρες κατάσπαρτες αμφιβολίες, ερωτηματικά και σιωπές. Οι εφημερίδες αναρωτιούνται για τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής και κάνουν προσεκτικές προβλέψεις για την απόφαση δεδομένης της πορείας των καταθέσεων στην διάρκεια της δίκης.  Αναρωτιέται η Corriere και αναρωτιέται η Repubblica. Η Corriere με μιαν συνέντευξη στον Marini δια χειρός Marco Nese. “ο ΔΚ  Marini: «Η πολιτική ιδεολογία δεν μπορεί να δικαιολογήσει κοινά εγκλήματα»”. «Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini δημιουργούν ξανά κλίμα πολεμικό γύρω από την δίκη 7 aprile. Τα ισόβια που ζητούνται εις βάρος του Toni Negri και τα σχεδόν συνολικά 700 χρόνια εις βάρος των υπόλοιπων 70 κατηγορουμένων δεν φαίνονται σε όλους  μια δίκαιη κατάληξη. Υπάρχουν αυτοί που κρίνουν τις ποινές υπερβολικές και ελπίζουν πως το Κακουργιοδικείο δεν θα τις εφαρμόσει, αυτοί που υποστηρίζουν πως ζητήθηκαν δίχως ένα κομματάκι αποδεικτικών στοιχείων και αυτός που, τελικά, πιστεύει πως είναι πλέον καιρός να τελειώνουμε με αυτές τις δίκες που αφορούν μιαν άσχημη περίοδο της ζωής μας, που πλέον είναι μακρινή έτη φωτός». ο Marini υποστηρίζει σθεναρά το κατηγορητήριο του και επαναλαμβάνει πως απέδειξε την αξιοπιστία των κατηγοριών του. Στην συνέντευξη η Corriere τοποθετεί δίπλα ένα άρθρο από το Παρίσι του Antonio Ferrari που μιλά για την ζωή του, για το περιβάλλον των πολιτικών εξόριστων, την εξέλιξη της δίκης, τις προσπάθειες του να πλησιάσει περιβάλλοντα της Καθολικής Εκκλησίας, τις προσπάθειες που γίνονται στην προοπτική μιας αμνηστίας, την υποστήριξη των γάλλων διανοούμενων, τις απόψεις των Pace, Piperno και Scalzone (“o Franco Piperno εκτοξεύει από το Montreal μια έκκληση στην καθολική εκκλησία”).

η Repubblica, στις 30 μαίου ’84, τις παραμονές της ημέρας που οι δικαστές θα συνεδριάσουν, αφιερώνει όλη την έβδομη σελίδα για να κάνει έναν απολογισμό ολόκληρης της δίκης. Η σελίδα, την οποίαν επιμελείται η Silvana Mazzocchi, έχει τίτλο “Μέσα σε διαρροές, μετανιωμένους και παρωδίες, μια δίκη που κράτησε έναν χρόνο”. Στους υπότιτλους: “Από αύριο οι δικαστές κεκλεισμένων των θυρών για να αποφασίσουν την τύχη του  Toni Negri και των άλλων εβδομήντα κατηγορουμένων. Ήταν οι «κακοί δάσκαλοι της εκτροπής», όπως υποστηρίζει ο ΔΚ, οι απλοί «ανατρεπτικοί” όπως δήλωσε η υπεράσπιση; «Αύριο οι δικαστές θα κλειστούν στην αίθουσα συνεδριάσεων και θα ξεκινήσει το τελετουργικό μυστικό κονκλάβιο. Θα βγει η πιο αναμενόμενη απόφαση αυτής της μετά-εξαίρεσης εποχής, μια απόφαση προορισμένη να αποτελέσει  “ένδειξη” της παρούσης δικαστικής πολιτικής, σαν “σύμβολο” υπήρξε η όλη περίπτωση, από εκείνες ακόμη τις αρχές της άνοιξης του ’79». η Repubblica σχεδιάζει κάτι σαν τελικό ισολογισμό, προσπαθεί να καταλήξει σε κάποιον απολογισμό μετά από 15 μήνες και 187 ακροαματικές διαδικασίες φτιαγμένο από εξέταση και θεώρηση επάνω στις μαρτυρίες και τις καταθέσεις («το κεφάλαιο των μετανιωμένων είναι εκείνο το πλέον αδύναμο όλης της δικαστικής διαδικασίας»), της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων τις συγκρούσεις και τις διαιρέσεις.
Υπάρχει λοιπόν μια κάποια επίγνωση πως η έκβαση της δίκης 7 aprile υπερβαίνει την αντικειμενική αξία αυτών για τα οποία έχουν προσαχθεί οι μεμονωμένοι κατηγορούμενοι. Γύρω από αυτή την καταληκτική ημερομηνία κινούνται πολλές ελπίδες και προσδοκίες: από μιαν αμνηστία για τα “χρόνια του μολυβιού” στην δικαστική πολιτική.

Η απόφαση πρώτου βαθμού καταφτάνει στις 12 ιουνίου. Την προηγούμενη ημέρα στην Padova πέθανε, ύστερα από κάποιες ημέρες σε κώμα, ο γραμματέας του  PCI Enrico Berlinguer. Η πιο βαριά ποινή, 30 χρόνια, επεβλήθη στον φυγόδικο Antonio Negri. Κάνουν επίσης εντύπωση, διότι δεν υποστηρίζονται και από συγκεκριμένα αδικήματα, οι καταδίκες των Ferrari Bravo και Emilio Vesce για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία σε 14 anni για τον καθένα. “Για την Αυτονομία του Negri πέντε αιώνες φυλακής” τιτλοφορεί η Repubblica. «Λοιπόν η Autonomia με το “A” κεφαλαίο όπως υπέθεσε ο Calogero cinque πριν πέντε χρόνια — γράφει η Silvana Mazzocchi — ήταν μια ένοπλη μπάντα και οι αγωνιστές-διανοούμενοι της, συνδικαλιστές, καθηγητές ήταν οι “κακοί δάσκαλοι” της ανατροπής των πρώτων χρόνων εβδομήντα. Και διέπραξαν ληστείες, κλοπές, επιθέσεις μέχρι και δυο δολοφονίες. Όμως δεν συνωμότησαν για να ανατρέψουν τους θεσμούς του Κράτους». Οι αθωωθέντες, όπως γράφει η Repubblica που συνενώνει τις μεμονωμένες θέσεις σε μιαν μακρά ταμπέλα, είναι δεκατέσσερις. Μεταξύ αυτών Nicotri, Ballestrini και Italo Sbrogiò. Πρέπει να πούμε πως σε όλες τις εφημερίδες στο κείμενο των άρθρων για τους αθώους δεν υπάρχει καθόλου χώρος. η Repubblica, όπως η Corriere, αφιερώνει ένα μακρύ άρθρο στην αντίδραση του Pietro Calogero. “Ήταν μια ένοπλη συμμορία και το απέδειξα. Το θεώρημα στηρίχτηκε στις αποδείξεις” είναι ο τίτλος. Στους υπότιτλους: “Μαζί με τον δικαστή της Padova Pietro Calogero, για να ακούσουμε στο radio την απόφαση του Κακουργιοδικείου της Roma”. Η εφημερίδα του Scalfari, μια από τις πιο προσεκτικές όσον αφορά την απόφαση, αφιερώνει στο θέμα και ένα βασικό άρθρο που ξεκινά στην πρώτη σελίδα, “Δεν ήταν μια σταυροφορία” και ένα box αφιερωμένο στις αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων (“Πολύ κριτικοί οι σοσιαλιστές, θετικά σχόλια από την DC και το PCI”).

η Unità φθάνει στην δίκη με νέο χρονογράφο. Δεν ακολουθούν την ανάγνωση της απόφασης ούτε ο Criscuoli, που παρακολούθησε όλες τις συνεδρίες στον Foro Italico,  ούτε ο Michele Sartori που αντιθέτως παρακολούθησε τις διαδικασίες στην Πάντοβα. Την σελίδα την αφιερωμένη σε αυτή την περίπτωση επιμελήθηκε ολοκληρωτικά ο Bruno Miserendino. Η εφημερίδα του PCI, μονοπωλήθηκε δικαιολογημένα από τον θάνατο του Enrico Berlinguer, υποβιβάζει το αποτέλεσμα της απόφασης στην σελίδα 16. Καταλαμβάνοντας όλη την δεξιά πλευρά της σελίδας μια ταμπέλα με τις ποινές που επιβλήθησαν, κατηγορία προς κατηγορία. Υψηλά στην σελίδα το άρθρο των χρονικών, “7 aprile, αυστηρές ποινές στους διοικούντες”, στο χαμηλό ήμισυ αντιθέτως μια ανακατασκευή της ιστορίας της δίκης: “Η δίκη για τα χρόνια του μολυβιού.Αποδράσεις, διαβατήρια, ανατροπές μέσα σε 15 μήνες με καυτές διαμάχες”. Στο πλάι ένα σύντομο σχόλιο του Luciano Violante, “Mα πόσος ακόμη χρόνος θα περάσει δίχως μεταρρυθμίσεις?”. Ο τόνος της Unità σίγουρα είναι πιο προβληματισμένος και λιγότερο τοποθετημένος απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια. Τόσο ώστε να εκθέτει στο εσωτερικό του κειμένου με τα χρονικά και αντιδράσεις και κριτικές από πλευράς σοσιαλιστών βουλευτών και της Προλεταριακής Δημοκρατίας, DP. Οι αξιολογήσεις είναι πολύ πιο προσεκτικές. Έχουν μετρήσει πολύ (το συμπεραίνουμε και από την αναπαράσταση της δίκης) τα γεγονότα που συνδέονται με την διαφυγή του Fioroni. «Να οι λίγες δυνατές αξιολογήσεις εν θερμώ μιας απόφασης τόσο πολύπλοκης: είναι εμφανές πως οι ρωμαίοι δικαστές αποδέχτηκαν σε μεγάλο βαθμό τον σχεδιασμό της κατηγορούσας αρχής που περιέχονταν στην διερεύνηση και προτάθηκε επίσης ο ΔΚ  Antonio Marini […] Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δικαστές εξέφρασαν καταδίκες αυστηρές γι αυτούς που, αν και κατηγορήθηκαν μόνον για αδικήματα συνένωσης, θεωρήθηκαν οι διοικούντες την Autonomia. Και πρόκειται για ποινές που, αναμφίβολα, θα δώσουν τόπο σε πολεμικές και αναγνώσεις διαφόρων ειδών».

η Corriere, εκτός απ’ την απλή δικαστική ειδησιογραφία, αφιερώνει μιαν ολόκληρη σελίδα, την έκτη, στα σχόλια για την ετυμηγορία. Τα άρθρα έχουν σαν τίτλο σε εννιά στήλες “Η ετυμηγορία δεν κλείνει την υπόθεση Autonomia: σκληρές διαμαρτυρίες”. Η φωνή της εφημερίδας της οδού Solferino ακούγεται διαμέσου του Leo Valiani που αφιερώνει στην υπόθεση ένα βασικό άρθρο με τίτλο “Ένα κεφάλαιο ιστορία”. Στον Marco Nese έχει εμπιστευτεί το καθήκον ν’ ακούσει τις φωνές που βρίσκονται κοντά στους κατηγορουμένους, “Η σύζυγος του Toni Negri: «Είναι μια απάτη του Κράτους». Από την Padova, ο ειδικός απεσταλμένος Antonio Ferrari παίρνει συνέντευξη στον ΔΚ Pietro Calogero. Υπότιτλοι: “Στην Padova σπάζει την σιωπή του ο δικαστής που ερεύνησε την Autonomia και βρέθηκε στην μέση καυτών κατηγοριών”. Ο τίτλος: “Calogero: «Μετά τις πικρίες είμαι ανακουφισμένος». «Αναπνέω καθαρό αέρα, οι πολεμικές με είχαν ηθικά παραμορφώσει»”. Τέλος, χαμηλά στην σελίδα, μια συνέντευξη στον Scalzone: “Scalzone: είμαι απογοητευμένος, το να τιμωρείς είναι αθέμιτο. Χρειάζεται να  ‘αποφυλακίσουμε’ την κοινωνία μας”. Πάντα ο Marco Nese χτίζει ξανά σε μιαν ολόκληρη σελίδα την ιστορία της έρευνας 7 aprile, ξεκινώντας από τις αρχικές κατηγορίες (πως ήταν ο εγκέφαλος της απαγωγής Moro) στις δικαστικές περιπέτειες.

Στις 9 και στις 14 oκτωβρίου 1984 η Corriere della Sera μνημονεύει τον Calogero. Δεν είναι πολλά τα πρόσωπα που μπορούν να καυχηθούν μιας συνέντευξης-πορτραίτου μιας φίρμας όπως ο Nantas Salvalaggio και επί πλέον δημοσιευμένης σε δυο συνέχειες. Ο τόνος είναι δραματικός. Και αυτός είναι ένας λογοτεχνικός καθαγιασμός. Tίτλος: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”. Συνοπτικά: “Μικρά συμβάντα του είχαν δώσει την ψευδαίσθηση πως ήταν ανέγγιχτος — Κι όμως κάποιος πλέον εγνώριζε”.

Το 1984 της ρωμαϊκής 7 aprile romano εδώ τελειώνει. Στην Padova ο δικαστής Giovannella, που είχε απορριφθεί, αυθόρμητα εγκαταλείπει το έργο.Είχε εκφράσει κρίσεις για τους κατηγορούμενους σε ένα δείπνο μεταξύ φίλων. Τον αντικαθιστά ο δικαστικός Euro Cera. Η πρώτη ακροαματική διαδικασία της νέας δίκης λαμβάνει χώρα στις 3 δεκεμβρίου 1984 (“Ξεκινά στην Padova η δίκη στην Autonomia. Ομαδοποιεί τα αποτελέσματα των blitz του Calogero”, Corriere della Sera της 4 δεκεμβρίου). Πρακτικά ένας ολόκληρος χρόνος χάθηκε. Και δεν μπορούμε να πούμε πως τέλειωσε κάτι.

Τα κεντρικά έτη της δικαστικής υπόθεσης της περίπτωσης 7 aprile ακολουθούνται με νέο ενδιαφέρον από πλευράς εφημερίδων. Μέσα σε καταθέσεις και μαρτυρίες στην αίθουσα, αναπαραστάσεις, απόδοση ευθυνών και κρίσεις, το όλον που επαναλήφθηκε για δυο δίκες, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπο με μιαν κάποια δόση υπερβολικού. Υπερβολή στις κατηγορίες, στους μάρτυρες, στις πολεμικές.Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση της ιταλικής τρομοκρατίας [του ιταλικού ανταρτοπόλεμου λέγω εγώ].  Το κλίμα τώρα είναι πιο χαλαρό: ανοίγουν χώροι για ελιγμούς μεγαλύτεροι. η Repubblica, μα και η Corriere, ίσως χάρη και σε μιαν αλλαγή των εμπλεκόμενων δημοσιογράφων, ακολουθούν την δίκη με μάτι περισσότερο κριτικό. Οι καταδικαστικές αποφάσεις σε πρώτο βαθμό φαίνεται να κλείνουν την υπόθεση,  να επιβεβαιώνουν την εικόνα (αν και με αλλαγμένο το μέγεθος, μειωμένο). Ένα είδος αίσιου τέλους.

9. 1985-1989: ξεθώριασμα

Το 1985 απλά ξεγλιστράει. Η υπόθεση 7 aprile, μετά τις καταδίκες στην Ρώμη μοιάζει απλά να έχει κλείσει. Η δίκη στην Πάντοβα προχωρά, κουραστικά, προς την λήξη της. Οι μεγάλες  εφημερίδες δεν ακολουθούν σταθερά τις ακροάσεις (πράγμα που κατανοητά πράττουν οι τοπικές). η Repubblica περιγράφει, με τον Guido Passalacqua, το κλίμα αδιαφορίας και μιλά, για δυο διαφορετικές ακροάσεις, και την αναδίπλωση που αρχίζει να διαφαίνεται στην δίκη. Η πρώτη είναι εκείνη του ταξιαρχίτη Antonio Savasta.

”Το σχέδιο μας – λέγει – ήταν να ηγεμονεύσουμε την Aut. Op., να την αναγκάσουμε να διασπαστεί, να φέρουμε με το μέρος μας τα στοιχεία που υποστήριζαν περισσότερο την γραμμή μας, να διαρρήξουμε τον κόμπο μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας”. Οι BR συνεπώς ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την αυτονομία σαν δεξαμενή στράτευσης, μα δεν “εμπιστεύονταν” πέρα από κάποια όρια. Οι σχέσεις διατηρούνταν σε προσωπικό επίπεδο με τον Cerica διότι ήταν αδιανόητη μια σχέση μεταξύ οργάνωσης και οργάνωσης: “εξάλλου οι BR δεν άφησαν ποτέ να εισέλθουν σύντροφοι άλλων οργανώσεων, έλεγαν ναι στον πολιτικό λόγο, όχι στην οργανωτική συζήτηση… Αλλά εγώ και ο Cerica δεν καθίσαμε ποτέ στο τραπέζι να πούμε εγώ χτυπώ αυτό κι εσύ εκείνο το άλλο”. Τέλος: “Για τις BR ήταν αδύνατον να σκεφτούν σε μιαν super οργάνωση που θα έδενε όλη την ένοπλη πάλη στην Italia…”. ο Savasta είναι ακριβής, σχεδόν κατηγορηματικός. Η κατάθεση του σίγουρα δεν είναι ευνοϊκή στο θεώρημα Calogero.Και στην συνέχεια έρχονται οι ακροάσεις των καθηγητών που έπεσαν θύματα βιαιοπραγιών, εκείνη του δημοσιογράφου Antonio Garzotto, εκείνη του Oddone Longo. Δηλώσεις που δίδουν την μαρτυρία μιας βίας παράλογης και ανορθολογικής. «Η δίκη είναι όλη εδώ, σε αυτές τις δυο ακροαματικές διαδικασίες σύμβολο. Από την μια υπάρχει η αδυναμία μιας αφετηρίας “πολιτικής διαίσθησης” που προσπαθούσε να μειώσει το όλον σε ένα και που ο Calogero ακολούθησε πεισματικά με συνέπεια ακόμη και όταν ήταν ξεκάθαρο πως το θεώρημα του έχανε κομμάτια στον δρόμο; από την άλλη, η πραγματικότητα των βιαιοπραγιών των αυτόνομων, τα γεγονότα μέσα στην χουλιγκανική οπτική τους, την καταπιεστική». Και το Manifesto με τον Alberto Ferrigolo αφιερώνει στις συνεδρίες της Πάντοβα μεγάλα άρθρα συνοπτικά. “Το τεθωρακισμένο θεώρημα. Στην Padova il superδίκη 7 aprile μέσα στην γενική αδιαφορία”, “η Autonomia υπό εξέταση. Στην δίκη της Padova οι καθηγητές διηγούνται τα θερμά χρόνια”, είναι οι τίτλοι στα μέσα ιουνίου.

Εν τω μεταξύ τον απρίλη, σχεδόν έναν χρόνο από την ημέρα της κρίσης, κατατέθηκαν τα πρακτικά με τις αιτιάσεις και τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση πρώτου βαθμού στην Roma. Η ανάγνωση τους, που έμοιαζε να ενδιαφέρει πολύ τις εφημερίδες (οι αναφορές  στην αναγκαιότητα να «περιμένουν την αιτιολογία για να δώσουν μιαν ολοκληρωμένη κρίση» αφθονούσαν), βαριεστημένα αναλαμβάνεται εκ νέου από τις εφημερίδες της 17 απριλίου 1985. Μόνο μια αναπαράσταση και ένα collage φράσεων κατά παρεκβολή από τις 1188 σελίδες. στην Repubblica: “Για 10 χρόνια ο Negri υπήρξε ο κινητήρας της ανατροπής”. στην Unità: “Negri, «ένας κύριος της ανατροπής»”. «Δεν υπήρξαν μόνο “κακοί δάσκαλοι” — γράφει ο Bruno Miserendino — “διανοούμενοι εξωπραγματικοί”, “ομιλούντα τριζόνια”, αλλά κάτι περισσότερο και πιο επικίνδυνο: ο Toni Negri και οι άλλοι ηγέτες της Autonomia  “έδωσαν ζωή σε ένα διαρθρωμένο σχέδιο ανατρεπτικό για να φέρουν τα επάνω κάτω στο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της Χώρας και να νικήσουν τους θεσμούς”. Αυτή είναι η “γυμνή και αναμφισβήτητη αλήθεια” της ιστορίας της Autonomia». ο Paroloni. “Το διαρθρωμένο ανατρεπτικό σχέδιο για τον κλονισμό του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος” ίσως θα έπρεπε να συνοδευτεί από κάποιον αναστοχασμό.

Το καλοκαίρι βγαίνει η έκθεση της  Amnesty International για την δίκη 7 aprile. Το Manifesto δημοσιεύει εκτενή αποσπάσματα στις 18 αυγούστου 1985 υπό τον τίτλο “Δίκη στην Δίκη”, με το συνοπτικό “7 aprile: οι ιταλοί δικαστές στο στόχαστρο της Amnesty International”. Μια ολόκληρη σελίδα που απαρτίζεται από ένα άρθρο περιληπτικό της Daria Lucca και ένα collage με αποσπάσματα της έκθεσης (“Carlo Fioroni, σκάνδαλο του δικαίου. Η έκθεση της Amnesty”). Όλα να συνοδεύονται από κινούμενα σχέδια του Mario Dalmaviva, ενός από τους κατηγορούμενους της 7 aprile.

Τον σεπτέμβρη, μέσα στην πιο απόλυτη αδιαφορία της πόλης (το κοινό μέσα στην τεράστια αίθουσα bunker των δυο κτιρίων απέχει), ξεκινά το κατηγορητήριο του ΔΚ Calogero για τον παντοβάνο κορμό. η Corriere della Sera θέτει λίγη τάξη και εξηγεί επιτέλους πως είναι δυνατόν τα πρόσωπα που ήδη εκρίθησαν στην Roma να δικάζονται και στην Padova. Αυτή την φορά ο τόνος δεν είναι από τους πιο καλοκάγαθους απέναντι στον Calogero. “Με ένα νέο θεώρημα για τα οπλοστάσια της Αυτονομίας ο  Calogero ζήτησε και άλλη καταδίκη για τον Toni Negri”, τιτλοφορεί στις 26 σεπτεμβρίου.

Την τρίτη ημέρα της απαγγελίας-ποταμού του κατηγορητηρίου του ο ΔΚ  Calogero εξηγεί γιατί ο Toni Negri και οι καθηγητές της ομάδας του δικάζονται δυο φορές για την Autonomia. Πρώτα στην Roma και μετά στην Padova.[…] Ενώ διεξάγονταν η δίκη, τον ιούνιο του 83, ο Calogero ξεκινούσε την τέταρτη του αντιτρομοκρατική επιχείρηση και κοινοποιούσε στον Negri μια νέα κατηγορία: κατοχή όπλων και εκρηκτικών. Κι όμως ο καθηγητής δεν βρέθηκε ποτέ να κατέχει πιστόλια, αυτόματα ή δυναμίτη.  […] Negri, Ferrari Bravo και άλλοι κατηγορούνται γι αυτή την κατοχή όπλων — εξηγεί ο δικαστής — διότι υπάρχει η βεβαιότητα πως ήταν η διοίκηση της οργάνωσης, πως αποτελούσαν την λεγόμενη “γενική διοίκηση” των πολιτικών κολλεκτίβων του βένετο, dei collettivi politici veneti. Ο νόμος περί κατοχής όπλων προβλέπει την ποινικοποίηση όχι μόνο αυτών που φυσικά τα κατέχουν μα και αυτών που έχουν την διαθεσιμότητα.

Και αφού ο  Calogero στο blitz του βρίσκει ένα οπλοστάσιο των μαχητικών κομουνιστικών Πυρήνων FCC, για την μεταβατική τους ιδιοκτησία η υπευθυνότητα είναι του Negri. η Unità χρησιμοποιεί πλήρως φράσεις και λέξεις του κατηγορητηρίου. Παρακολουθεί την δίκη πάντα ένας ενθουσιασμένος Michele Sartori που τιτλοφορεί: “λέει ο Calogero, Potere operaio ίσον ένοπλος αγώνας”.

Tα αιτήματα του ΔΚ φθάνουν στην αίθουσα στις 10 oκτωβρίου. “Ζητήθηκαν 11 χρόνια για τον καθηγητή Toni Negri” τιτλοφορεί η Corriere. “Ο ΔΚ τον θεωρεί ένοχο για κατοχή όπλων”. Και στο συνοπτικό: “Άλλες ποινές προτάθηκαν για το δεξί του χέρι Ferrari Bravo, τον βοηθό Morongiu (για αμφότερους 9 χρόνια) και το staff — Ένα νομικό τέχνασμα επέτρεψε το 83 να θέσουν εκνέου τους τρεις μεγαλύτερους κατηγορούμενους της 7 aprile στο κατηγορητήριο βένετο”. «Συνολικά το άθροισμα των ποινών που προτάθηκαν φθάνει πεντακόσια εικοσιεπτά χρόνια φυλακής για τους εκατόν είκοσι επτά κατηγορούμενους» γράφει η Repubblica, που, τιτλοφορώντας “ο Calogero κατέληξε το κατηγορητήριο του ζητώντας για την Autonomia 5 αιώνες φυλακής”, μεταφέρει την έκκληση του δικαστού στην έδρα με το οποίο ζητά επιείκεια για τους “εργάτες” και αυστηρότητα για τους “επικεφαλής”. «Μα στην συνέχεια δεν μπορεί να μην προειδοποιήσει νουθετώντας εκ νέου, υπαινισσόμενος, νομίζουμε, στην έρευνα Palombarini: “Ήδη στο παρελθόν εξακριβώθηκε πως καλή τη πίστη δεν ειδώθηκαν αυτά τα οποία θα μπορούσαν να ειδωθούν, δεν αποδόθηκε σε κάποιο γεγονός, σε ένα ντοκουμέντο η αξία της απόδειξης κι έτσι οδηγηθήκαμε πολύ εμπρός σε μιαν κατάσταση όπου οι μηχανισμοί της υπεράσπισης του κράτους οπισθοχώρησαν». Για το θέμα γράφει και η Unità που τιτλοφορεί “Autonomia veneta, ζητήθηκαν ποινές για πέντε αιώνες”.

Η απόφαση φθάνει στα τέλη ιανουαρίου 1986 και για τις θέσεις του Calogero είναι μια απόρριψη. Πρέπει καταρχήν να λάβουμε υπ όψιν μας ένα δεδομένο: αυτή η δίκη κατακτά αποτελέσματα πολύ σημαντικά. Σχεδόν μια εκατοστή άνθρωποι αναγνωρίζονται σαν υπεύθυνοι πράξεων βίας που τάραξαν την ζωή της Πάντοβα στα χρόνια Εβδομήντα. Είναι ένα γεγονός σημαντικό και κυρίως για τα θύματα. Καταδικάζονται οι υπεύθυνοι του τραυματισμού του δημοσιογράφου Toni Garzotto της Gazzettino και οι υπεύθυνοι της επίθεσης στον professor Longo και Petter. Όμως οι ιστορικοί κατηγορούμενοι της 7 aprile αθωώνονται όλοι. η Corriere δίνει την είδηση στις 31 στην πρώτη σελίδα στο μισό κάτω μέρος: “Η απόφαση για την Autonomia: απαλλάχθηκε ο Toni Negri στην Padova”. Και στο εσωτερικό: “Απαλλάχθηκαν ο Toni Negri και οι καθηγητές του” (με υπότιτλο: “Στην ανάγνωση της απόφασης το κοινό τραγούδησε την Διεθνή”). Στην πρώτη σελίδα ο Livio Sposito, που ακολουθεί την δίκη στην Πάντοβα, προσπαθεί να κάνει έναν απολογισμό. «Το θεώρημα Calogero για την Autonomia padovana δεν άντεξε την δοκιμασία του Κακουργιοδικείου […] Σαράντα επτά απαλλαγές, έντεκα κατηγορούμενοι απαλλάχθησαν λόγω αμνηστίας ή παραγραφής των αδικημάτων, οδόντα δυο καταδίκες […] Οι αριθμοί λένε λίγα. Μετρούσαν, σε αυτή την δίκη γύρω από τα θερμά χρόνια Εβδομήντα της Padova, περισσότερο τα ονόματα των κατηγορουμένων παρά οι που διατυπώθηκαν». Στο εσωτερικό το μακρύ άρθρο των χρονικών. Το συνοπτικό λέγει: “Εν μέρει αποσυναρμολογήθηκε η κατηγορητική κατασκευή του δημόσιου κατήγορου Calogero — Καταδικάστηκαν οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων βίας: οι δικαστές διαχώρισαν τις ηθικές ευθύνες από τις ποινικές”. Να σημειώσουμε μιαν αποφασιστική αλλαγή στην συμπεριφορά του Calogero που ίσως να μην παρουσιάσει ούτε έφεση. «Ίσως αφού εργάστηκε για επτά χρόνια σε μιαν δίκη σαν κι αυτήν, πλούσια σε πολεμικές, αυτός νιώθει την κούραση και σκέφτεται περισσότερο την υποψηφιότητα του στο Ανώτατο Συμβούλιο του Δικαστικού Σώματος παρά να ξαναπάρει στα χέρια του την βασανισμένη ιστορία», γράφει ο Sposito.
η Repubblica τιτλοφορεί στην πρώτη σελίδα: “ο Toni Negri αθωώθηκε από τους δικαστές της Padova”. Το άρθρο, στην σελίδα 12, είναι του Guido Passalacqua: “Για τον Negri και τους αυτόνομους μια βροχή αθωωτική”, και στον υπότιτλο “Οι δικαστές απορρίπτουν το θεώρημα Calogero”.

Μετά ο Calogero μπαίνει στην αίθουσα: για μιαν ολόκληρη ώρα, ακίνητος, θα ακούσει δίχως να κουνήσει βλεφαρίδα την κατεδάφιση όλου του θεωρήματος του που διαβάζει ο πρόεδρος  Cera […] Γίνεται αντιληπτό πως η Έδρα δεν αποδέχτηκε την ιστορική αναπαράσταση που πρότεινε ο δημόσιος κατήγορος που έβλεπε  μια αδιάλειπτη τρομοκρατική εμπειρία ξεκινώντας από το Potere Operaio, επιβεβαιωμένη και ανεπτυγμένη στην οργανωμένη εργατική Αυτονομία, στα Collettivi politici veneti και τέλος στο Fronte comunista combattente. […] Ανάμεσα στο θεώρημα Calogero και την αναπαράσταση που έκανε ο ανακριτής Palombarini (μεταξύ των δυο δικαστικών οι πολεμικές υπήρξαν σκληρές, σχεδόν άγριες) το Κακουργιοδικείο της Padova έδειξε να προτιμά την σχεδίαση του ανακριτού . […] Το σύνολο των χρόνων φυλάκισης που επιβλήθησαν, λογαριάζοντας πως επρόκειτο για 140 κατηγορουμένους και σε πολλές περιπτώσεις ποινών ενός ή δυο χρόνων είναι περίπου 200 χρόνια, ενάντια στα 525 που ζήτησε ο ΔΚ, λιγότερο από τα μισά. Οι απαλλαγές υπήρξαν σαράντα επτά ενάντια στις πέντε που ζήτησε ο ΔΚ.

η Repubblica συνοδεύει το άρθρο με μιαν ταμπέλα (“Να η απόφαση για τους κυριότερους κατηγορουμένους”) και συγκρίνει τις ποινές που ζητήθηκαν με εκείνες που επιβλήθηκαν από την απόφαση.
η Unità μιλά για την απόφαση στην πρώτη σελίδα με ένα άρθρο στο χαμηλό της μισό, “Autonomia Veneta: απαλλάχθηκε ο Negri”, του Michele Sartori. Στους υπότιτλους: “Η απόφαση απορρίπτει την θέση της κατηγορούσας αρχής του δημοσίου κατήγορου Calogero”.

Την επομένη ημέρα, πρώτη φεβρουαρίου, οι εφημερίδες ξαναπαίρνουν την είδηση και καταγράφουν τις αντιδράσεις. η Corriere della Sera τιτλοφορεί “Η αθώωση του Toni Negri χωρίζει την Padova”. Ο υπότιτλος: “Έτσι η πόλη αντιδρά στην απόφαση επάνω στα χρόνια του μολυβιού”. Στο συνοπτικό: “Σύμφωνα με τον δήμαρχο υπήρξε μια κρίση δίκαιη — Ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Torregrossa: «ο Calogero είναι ένας πολύ καλός δικαστής» – Οι διάφορες γνώμες γύρω από την ευθύνη της Autonomia — Είναι εβδομήντα τέσσερις οι εφέσεις”. η Corriere προτείνει στην συνέχεια μιαν συνέντευξη του Antonio Ferrari στον professor Angelo Ventura: “Το πικρό ξέσπασμα ενός γαμποποιημένου”. Η κρίση του καθηγητού ιστορίας, που ο Ferrari φαίνεται να συμμερίζεται πλήρως στην εισαγωγή του, είναι αυστηρή. «Είναι μια απόφαση που αντιτίθεται στην ιστορική αλήθεια και την ίδια την μαρτυρία των γεγονότων. Είναι, ακριβώς, μια ιστορική πραγματικότητα πως το Potere Operaio πρώτα και η οργανωμένη εργατική Αυτονομία στην συνέχεια ήταν o ακρογωνιαίος λίθος, μαζί, το πολιτικό όχημα του ανατρεπτικού σχεδίου της ένοπλης πάλης », λέγει ο Ventura. Σε ένα πολύ μικρό box μόλις τεσσάρων γραμμών, με τίτλο “Στο Παρίσι σιωπή του Negri, είναι γριπωμένος”, η Corriere δίδει την είδηση των μη αντιδράσεων του Negri στην απόφαση.
η Unità παίρνει αφορμή από τις δηλώσεις του δημάρχου της Padova, Settimo Gottardo, για να δημοσιεύει ένα άρθρο του Michele Sartori με τίτλο “Autonomia, η απόφαση διασπά εκ νέου την Padova. Αδικία ή ειρηνοποίηση?”. ο Sartori χαϊδεύει, κολακεύει το χριστιανοδημοκρατικό πνεύμα της πόλης η οποία, όπως στην διάρκεια των θερμών χρόνων προσποιούνταν πως δεν έβλεπε εκείνο που συνέβαινε, τώρα προσπαθεί να πετάξει τα πάντα πίσω από την πλάτη της. Όπως πάντα, για τον Sartori, η απόρριψη του θεωρήματος Calogero σημαίνει πως «όλα έγιναν, των βιαιοτήτων συμπεριλαμβανομένων, απολύτως αυθόρμητα». Στην πραγματικότητα η απόφαση δεν λέει αυτό: ο Palombarini όντως εντοπίζει, και της αποδίδει συγκεκριμένες ευθύνες, μιαν ένοπλη μπάντα στο Fronte comunista combattente. Mα ο Sartori τείνει πάντα να προσφέρει δυο δυνατότητες: μια εκ των οποίων παράλογη.

Η απόφαση της Padova κάνει θόρυβο. Μα στα πόδια της υπάρχει ακόμη η απόφαση του 1984 της Roma. Στο τεράστιο άνοιγμα απόψεων μεταξύ των δυο Εδρών ο καθένας, κατηγορούμενοι, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, μπορεί να θέσει ότι θέλει: σύγκρουση μεταξύ δικαστών, θέληση ειρηνοποίησης, τοπικές συγκυρίες και τοπικό περιβάλλον και πλαίσιο ενάντια στην εθνική πολιτική. Σε τελική ανάλυση η δίκη “7 aprile” είναι εκείνη της Ρώμης.

Με το 1987 αρχίζει η δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού. Με την ευκαιρία οι ριζοσπάστες, που πλέον έχουν κάνει την 7 aprile ένα από τα πολλά άλογα μάχης τους, καλούν για τις 22 ιανουαρίου μια συνέντευξη τύπου. Εκτός απ’ τον Pannella μιλούν και κάποιοι από τους κατηγορούμενους πρωταγωνιστές της δίκης, που βρίσκονται τώρα ελεύθεροι αναμένοντας την κρίση του εφετείου: Vesce, Tommei, Castellano, Funaro. Το σχόλιο της Corriere στην ριζοσπαστική πρωτοβουλία, εκφρασμένο στο άρθρο “Πρέπει να μηδενίσετε την δίκη 7 απρίλη. Κατηγορούμενοι εναντίον δικαστών, ΚΚΙ και χρονογράφοι” είναι ανελέητο και φθάνει στο σημείο να συμπεριλάβει όλους και όλα. Δικαιολογούν την όχι και πολύ καλόβολη συμπεριφορά οι δηλώσεις του Pannella στον τύπο. «Ενάντια στους “δικαστικούς ρεπόρτερ ανίκανους να εκτελέσουν το καθήκον τους ελεγκτών δύσπιστων προς τους δικαστές”, επιτέθηκε ο Marco Pannella, που δεν προσέχει, δεν τον νοιάζει η αντιδημοτικότητα των θέσεων του για τι κοινό που είχε ζητήσει, στο οποίο απευθύνονταν δηλαδή, τους δημοσιογράφους. Τους ρεπόρτερ που παρακολουθούσαν την έρευνα της Πάντοβα και της Ρώμης στον Νέγρι και τους συντρόφους τους χαρακτήρισε  “δολοφόνους, killers επί πληρωμή” και “μεταφορείς μιας ιδεολογίας επαίσχυντης και πρόστυχης” που έφτασε στο σημείο να προκαλέσει την λανθασμένη άποψη γύρω από την πραγματική συνοχή και συνέπεια των αποδεικτικών στοιχείων και στον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας  Sandro Pertini, που έστειλε στους δικαστές τηλεγράφημα αλληλεγγύης». Ένας λοιπόν πολύ ωραίος τρόπος να ξεκινάς μιαν συνέντευξη τύπου. Τόσο έτσι ώστε η πρωτοβουλία αναγνωρίστηκε σαν προσπάθεια να «περιμαζέψουν μερικές κομματικές ταυτότητες επί πλέον ώστε να μην φτάσουν στο σημείο να κηρύξουν forfeit από την πολιτική σκηνή, να μην εξαφανιστούν δηλαδή». Και οι παρεμβάσεις των κατηγορουμένων, οι οποίοι αντί να «συμμορφωθούν με το θόλωμα της μνήμης όλων» για να κερδίσουν μειώσεις στις ποινές τους «δυναμώνουν το πυρ και ζητούν να μηδενιστεί η προηγούμενη δίκη».
Κάτι σημαντικό και καινούριο στο εφετείο είναι η “διαθεσιμότητα” του Fioroni που θα αναγκαστεί να καταθέσει στην αίθουσα. Η είδηση, που εμφανίζεται στις 31 ιανουαρίου, δίδεται σαν σημείο υπέρ των κατηγορουμένων. »ο Fioroni θα πρέπει να επιβεβαιώσει στην αίθουσα τις κατηγορίες του”, γράφει η Corriere.

Στις 3 απριλίου για τον Negri πέφτει η κατηγορία που αφορά την δολοφονία του Carlo Saronio. Στο κατηγορητήριο ο γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi ζητά όντως, γι αυτή την κατηγορία, την απαλλαγή. “ο Negri δεν έχει σχέση με το έγκλημα Saronio. Ο δκ Il pg ανακοινώνει αίτηση απαλλαγής” τιτλοφορεί η Corriere στις 4 απρίλη. Στο άρθρο γίνεται και κάποια αναφορά για διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη για την επιστροφή στην πατρίδα του παντοβάνου καθηγητή.  «Η είδηση, υπό το φως των κεριών, δεν θα έπρεπε να είναι καθοριστική για την υπό διακυμάνσεις διαπραγμάτευση την οποία, εδώ και λίγο χρόνο, ο πρώην ριζοσπάστης βουλευτής από το παρισινό του καταφύγιο έστησε έμμεσα με τις ιταλικές αρχές για μιαν πιθανή επιστροφή του στην πατρίδα». Παραμένει όντως όρθια η κατηγορία για την ληστεία του Argelato και εκείνες για τα συνενωτικά αδικήματα.

Φθάνουμε στην 8 ιουνίου του 1987. Ουδείς, ίσως εκτός από τους ίδιους τους κατηγορούμενους, από την δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού περιμένει εκείνο που πραγματικά συμβαίνει. Από τις αντιδράσεις φαίνεται πως οι εφημερίδες πιάνονται απροετοίμαστες. Ίσως κάτι περιμένανε. Κάποιες μικρορυθμίσεις προς το καλύτερο, κάποιες αναπροσαρμογές, μιλάμε για τσιμπήματα. Μα όχι έναν σεισμό. Η ποινή για τον Toni Negri μειώνεται από τα τριάντα  σε μοναχά 12 χρόνια. Παραμένουν όρθιες μόνον οι κατηγορίες για ένοπλη συμμορία και συνεργία στην ληστεία του Argelato όπου σκοτώθηκε ο δεκανέας  Lombardini. Πέφτει για όλους η κατηγορία σχετικά με την απαγωγή Saronio που τώρα η εισαγγελία λέγει πως είναι έργο μοναχά του Fioroni και Casirati και επίσης εκείνη που αφορά την απόπειρα απαγωγής  Duina. Απαλλάσσονται, αν και με την φόρμουλα των αμφιβολιών:, Emilio Vesce, Jaroslav Novak, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno, Lucio Castellano. Οι δημοσιογράφοι Giuseppe Nicotri και Nanni Balestrini, αθωωθέντες στον πρώτο βαθμό λόγω αμφιβολιών, τώρα αθωώνονται με πλήρη φόρμουλα. Στο σύνολο τα χρόνια φυλάκισης είναι κάτι παραπάνω από εκατό.
η Repubblica αφιερώνει στην απόφαση δυο ολόκληρες σελίδες, την 16 και 17, και ένα βασικό άρθρο του Giorgio Bocca που ξεκινά στην πρώτη σελίδα με τίτλο “Εκείνοι οι δάσκαλοι της βίας”. ο Bocca, όπως μερικά είδαμε, υπήρξε ένας από τους πιο κριτικούς μάρτυρες όλης της υπόθεσης. Το “τελευταίο” του editorial στην 7 aprile έχει για όλους: δικαστές, πολιτικούς και κατηγορούμενους:

Όποιος παρακολούθησε την υπόθεση μέσα στα χρόνια με θέληση να καταλάβει σκέφτεται πως αυτή η απόφαση υπαγορεύεται από την λογική και πως είναι σύμφωνη με ένα Κράτος δικαίου. Μα αυτός που γράφει νιώθει από αυτήν απελευθερωμένος από την δέσμευση του εγγυητή και μπορεί να πει πως αυτοί οι άνθρωποι και ο τρόπος τους να κάνουν πολιτική από ανέκαθεν του ήταν ξένοι και κάποιες φορές και μισητοί. Mε διαγεγραμμένες τις πιο ρητές αδικίες και και τους διωγμούς εναντίον τους, μπορεί να παραμείνει η αρνητική κρίση για μιαν ομάδα διανοουμένων που πίστεψε πως μπορούσε να ηγηθεί του κινήματος της μεγάλης αμφισβήτησης, που χρησιμοποίησε τα προνόμια, τα τερτίπια, τις συνενοχές της κουλτούρας για να παραμείνει επί μακρόν αλαζονικά απειλητική και ατιμώρητη […] ο τρόπος τους με τον οποίον πετούσαν την πέτρα και τραβούσαν πίσω το χέρι (και που το πλήρωσαν στην συνέχεια ακριβά), που έκαναν εφημερίδες όπως Rosso, Autonomia, Senza Tregua, που έστελναν στο σφαγείο νεαρούς αδαείς και αφελείς που τους γέμιζαν με ασυναρτησίες και απερισκεψία, κάποιες φορές αιματηροί, οργισμένα εκείνα τα χρόνια της κρίσης όταν αντιθέτως ήταν αναγκαία η χρήση του σωστού λόγου και ανάλυσης. Γιατί λέμε πως αυτή η απόφαση είναι λογική και σύμφωνη με ένα κράτος δικαίου? Διότι βάζει τέλος στην ιερά εξέταση της πολιτικής μυθιστοριογραφίας, που βασίστηκε σε αόριστες ενδείξεις, μανιχαϊστική, που είχε την ψευδαίσθηση πως θα εξορκίσει τα χρόνια του μολυβιού με μαζικές καταδίκες, με καθολικές δαιμονοποιήσεις […] Μια καθολική θεωρία, μια ολοκληρωμένη τοιχογραφία, μια cappella Sistina με την παγκόσμια κρίση της επί της τρομοκρατίας. 

Το χρονικό της απόφασης εμπιστεύτηκε στον Franco Scottoni και συνοδεύτηκε από μια ταμπέλα, “Έτσι το Εφετείο μετέτρεψε τις πρώτες αποφάσεις”, που επισημαίνει τις αθωώσεις και τις μειώσεις ποινών. “Για τον Negri και συντρόφους μια  maxiέκπτωση ποινής” είναι ο τίτλος. Να σημειωθεί, όπως γράφει ο Scottoni, πως «ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi επιφυλάχθηκε να σχολιάσει την απόφαση όμως παρατήρησε πως, ουσιαστικά, το θεώρημα Calogero άντεξε». Ένα σχόλιο που έρχεται σε αντίθεση με όλες τις ερμηνείες της απόφασης. Τόσο ώστε στην διπλανή σελίδα η Repubblica τιτλοφορεί μέσα σε εισαγωγικά σε όλη την σελίδα “Κατέρρευσε το θεώρημα Calogero”. η Silvana Mazzocchi φτιάχνει ένα collage απόψεων. Στον υπότιτλο: “Ευχαριστημένος? Δεν θα ήξερα να σας πω. Έπραξα ένα είδος αφαίρεσης, δήλωσε ο ανακριτής της έρευνας, Giovanni Palombarini. Τώρα πρέπει να περιμένουμε την αιτιολόγηση, λέγει ένα μέλος της έδρας που αποφάσισε τις καταδίκες σε πρώτο βαθμό”. η Mazzocchi προτείνει μια ερμηνεία της απόφασης. Σχεδόν μια πέτρα επάνω από «χρόνια που πλέον χαρακτηρίζονται απ’ όλους “του μολυβιού” και που προκάλεσαν άγχος και αγωνία,  και φόβο. Χρόνια που πρότειναν την κατάσταση εξαίρεσης και τους νόμους της που δεν σεβάστηκαν πάντα το δίκαιο. Χρόνια που μόνον πρόσφατα επέτρεψαν κανόνες εμπνευσμένους στην ανεκτικότητα και παρήγαγαν αποφάσεις πιο γαλήνιες».

Να σημειώσουμε επίσης ένα σχόλιο του Luigi Ferrajoli, καθηγητού φιλοσοφία δικαίου στο πανεπιστήμιο του Camerino, που στέκονταν πάντα κριτικός σε όλο τον σχεδιασμό της έρευνας: «η απόφαση είναι θετική διότι αποκήρυξε μια μέθοδο και μια κουλτούρα δικαστική Ιεράς Εξέτασης. Ηττήθηκε η δικαστική προσέγγιση ιστοριογραφική και επαγωγική ίδια των χρόνων εξαίρεσης>>. Στο χαμηλό μισό της σελίδας τέλος ένα τελευταίο κομμάτι, αυτή την φορά απ’ το Παρίσι: “Και τώρα απ’ το Παρίσι οι έχοντες καταφύγει εκεί ζητούν μιαν αμνηστία”.
η Corriere della Sera στην πρώτη σελίδα μιλά για “Εκπληκτική απόφαση στην δίκη 7 aprile ενάντια στην Autonomia”, με υπότιτλο: “Έκπτωση στην έφεση για τον Negri. Δεν ήθελε το κόκκινο πραξικόπημα”. Και στην σύνοψη: “Έπεσε η κατηγορία εξέγερσης ενάντια στο Κράτος, παρέμεινε εκείνη της ένοπλης συμμορίας — Στον καθηγητή μειώθηκε η ποινή από 30 στα 12 χρόνια — Aθώος ο Vesce”. Τίτλος όχι ακριβώς πετυχημένος δεδομένου ότι η κατηγορία της ένοπλης εξέγερσης είχε πέσει, αν και τότε λόγω αμφιβολιών, ήδη από τον πρώτο βαθμό. Στην πρώτη σελίδα και ένα σχόλιο, με τίτλο “Οι δυο αλήθειες” με το οποίο υποστηρίζεται πως πάντως ιστορική αλήθεια είναι εκείνη του θεωρήματος Calogero και πως η απόφαση εξηγείται με την λογική της πολιτικής.

Η απόφαση του εφετείου ενάντια στα στελέχη της Autonomia operaia επιβεβαιώνει τον κανόνα της αυξανόμενη ψαλίδας, με το πέρασμα του χρόνου, μεταξύ ιστορικής αλήθειας και δικαστικής αλήθειας, οι οποίες υποχρεωτικά υπακούουν σε αναγκαιότητες και κριτήρια διαφορετικά […] Η οριστική κρίση, εκείνη που περισσότερο μετρά για την συνείδηση της Χώρας, περνά  τώρα στην ιστορία η οποία, διαφορετικά από την δικαιοσύνη, προσδιορίζει και εμβαθύνει τα γεγονότα με το πέρασμα του χρόνου. Και η ιστορική αλήθεια θεμελιώνεται επάνω σε μιαν εντυπωσιακή συγκομιδή ντοκουμέντων, τα οποία μαρτυρούν δίχως καμίαν πιθανότητα αμφιβολίας πως το Potere Operaio και συνεπώς η Autonomia operaia, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα ανοικτά δεδηλωμένο, έχτισαν μιαν πολικο-στρατιωτική οργάνωση για να σχηματίσουν το “ένοπλο κόμμα, partito combattente”, ακολουθώντας τον δρόμο της εξέγερσης, αντιλαμβανόμενη αυτήν σαν εμφύλιο πόλεμο μακράς περιόδου, ασκώντας την ένοπλη πάλη και την τρομοκρατία. 

Στο εσωτερικό, στην σελίδα 9, δυο άρθρα. Το χρονικό της απόφασης, με υπογραφή Paolo Menghini, “Μια ένοπλη συμμορία επικίνδυνων καυγατζήδων”, μια ταμπέλα που συνοψίζει τις καταδίκες των δυο αποφάσεων για εικοσιπέντε κατηγορούμενους και μια συνέντευξη στον Scalzone με τίτλο “Negri και Scalzone: Σημαντικός σταθμός μα λύση είναι η αμνηστία”. Για την Corriere το «θεώρημα Calogero μοιάζει να αντέχει μόνο σαν γενικός συλλογισμός, όμως δυσανάλογος με τις πραγματικές ευθύνες των κατηγορουμένων. […] ο Toni Negri δεν είναι πλέον εκείνος ο μεγάλος στρατάρχης της τρομοκρατίας που αυτά τα χρόνια από πολλές πλευρές ειπώθηκε».

Αμήχανη η Unità. “7 aprile Καταδίκες μειωμένες κατά το ήμισυ στο εφετείο” ο τίτλος της σελίδας αφιερωμένης στην απόφαση. Ο υπότιτλος: “ο Negri ένοχος ληστείας και ένοπλης συμμορίας”. Στη σύνοψη: “Επιβεβαιώθηκαν πολλές από τις καταδικαστικές αποφάσεις για ένοπλη συμμορία και εκείνη που επιβλήθηκε στον Toni Negri για την συνεργία στην θανατηφόρα ληστεία του Argelato. Μια απόφαση κατά τα άλλα ισορροπημένη εκείνη που εκδόθηκε εχθές, μετά από επτά ημέρες συμβουλίου”. Η απόφαση του εφετείου αναγνώστηκε από την Unità σαν μια ουσιαστική επιβεβαίωση εκείνης πρώτου βαθμού. Καμία αναφορά, εκτός από εκείνη μέσα στο κείμενο των χρονικών του Giancarlo Perciaccante, στις αθωώσεις. Στο βάθος της σελίδας μια ιστορική αναπαράσταση του Wladimiro Settimelli: “Οι κακοί δάσκαλοι των χρόνων του μολυβιού. Από το Potere operaio στην εξέγερση”. Διαβάζοντας το άρθρο του Settimelli φαίνεται σαν η απόφαση του εφετείου να μην άλλαξε τίποτα. Αυτή είναι η επίθεση του κομματιού: «Τα σκοτεινά χρόνια, τα “χρόνια του μολυβιού”, με τις ημέρες τρόμου και μίσους εξεγερτικού. Δεκάδες ζωές που έσβησαν παράλογα για να “χτυπήσουν στην καρδιά το Κράτος”, δολοφονώντας απλά έναν δεκανέα των καραμπινιέρων, έναν αστυνομικό της  “αστυνομία Δρόμων”, ένα δεσμοφύλακα, έναν κομουνιστή εργάτη». Όλα μαζί, και όλα να αποδίδονται στον Negri και στους πρώην του Potere operaio. Από τις δεκάδες των ζωών που έσβησαν, τον Negri η εισαγγελία κατηγόρησε για μια, και η δολοφονία ήταν, μέσα σε εισαγωγικά, ένα “λάθος”, και όχι μια πράξη για να “χτυπηθεί το Κράτος στην καρδιά του”, στρατηγική των Brigate Rosse, σίγουρα όχι της Autonomia. Αγγίζουν το γελοίο αποδίδοντας σε έναν άνθρωπο που αναγνωρίστηκε ένοχος συνεργίας σε μια δολοφονία που έλαβε χώρα το 71 την ευθύνη των “χρόνων του μολυβιού”. «Mα η  7 απρίλη 1979 έφθασε στο τέλος της με διαταγή του παντοβάνου δικαστή Pietro Calogero, το περίφημο blitz ενάντια στην Autonomia operaia. Έτσι ξεπηδούν στο φως του ήλιου, τα ονόματα των Toni Negri, Oreste Scalzone, Emilio Vesce, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno και των άλλων που είχαν μετατρέψει το Potere operaio σε μιαν ανατρεπτική ομάδα στην οποίαν έπαιρναν μέρος, σε διάφορα επίπεδα, οι Franco Piperno, Carlo Fioroni και τουλάχιστον άλλα πενήντα πρόσωπα μικρότερης σημασίας».

Αντικειμενικά, με αυτά τα λόγια γραμμένα την επομένη της απόφασης που αθώωσε από την κατηγορία της ένοπλης συμμορίας Alberto Magnaghi, Emilio Vesce και Luciano Ferrari Bravo, ο Settimelli κινδυνεύει την καταγγελία για δυσφήμηση.

Και μετά η τελευταία πινελιά. Σύμφωνα με την απόφαση υπάρχουν κάποιοι κατηγορούμενοι που πέρασαν μέσα στα κάγκελα χρόνια προληπτικής φυλάκισης (Vesce και Ferrari Bravo πάνω από 5) που δεν θα περίμεναν η Unità να μην ξοδέψει μια λέξη επάνω σε αυτό, αντιθέτως, ανάμεσα σε μια γραμμή και μιαν άλλην, χώνει μια φράση του τύπου «από την ομάδα, πάντως, λίγοι κατέληξαν στην φυλακή ή παρέμειναν εκεί μέσα επί μακρόν» κάνοντας να εννοηθεί πως πριν απ’ όλα, όπως δηλώθηκε νωρίτερα σε σχέση με το Potere operaio “κινητήρα” της εξέγερσης, ήταν όλοι ένοχοι και συνεπώς στο τέλος κανείς δεν πλήρωσε όσο θα έπρεπε να είχε πληρώσει. Να σημειώσουμε τέλος την ταμπέλα  (που παραθέτω εδώ κάτω) αφιερωμένη στην απόφαση, με τίτλο “Οι ποινές που επιβλήθησαν στους κυριότερους κατηγορούμενους” στην οποίαν οι απαλλαγές λόγω έλλειψης στοιχείων σημειώνονται με το “insuffic.prove” και όχι με τον όρο “assoluzione” που ήταν, ίσως, περισσότερο επεξηγηματικός και σημαντικός. Για να γίνει μια σύγκριση, στην ταμπέλα της Repubblica χρησιμοποιείται ο όρος “απαλλάχθηκε, assolto”, σε εκείνη της Corriere “απαλλάχθηκε λόγω έλλειψης αποδείξεων, assol.insuf.prove”.

(15 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

ιστορία, storia

7 ιανουαρίου 1978: Accalarentia

Roma, 7 Ιανουαρίου του 1978, ώρα 18,20: πέντε στρατευμένοι του φασιστικού Μετώπου της Νεολαίας, del Fronte della Gioventù βγαίνουν από τα γραφεία του νεοφασιστικού κόμματος Msi της οδού Acca Larentia 28, στην συνοικία Appio Latino, αφήνοντας ένα σημείωμα στο τραπέζι «Είμαστε στο Prati, θα τα πούμε αύριο».
η Acca Larentia είναι θλιβερά περίφημη εκείνα τα χρόνια, για τις πολλές επιθέσεις τραμπουκισμού που τις περισσότερες φορές ξεκινούσαν από εκείνη την έδρα.
Έξω, αναμένουν τους νεοφασίστες, μια ομάδα πέντ έξι συντρόφων που, μόλις βλέπουν να ανοίγει η πόρτα, ανοίγουν αμέσως πυρ.
ο Franco Bigonzetti, φοιτητής  20 χρονών, πέφτει αμέσως νεκρός; τρεις καταφέρνουν να το σκάσουν μπαίνοντας ξανά στα γραφεία, που έχουν θωρακισμένη πόρτα. Ο τελευταίος, Francesco Ciavatta, δεκαοκτώ χρονών, τραυματίζεται και προσπαθεί να διαφύγει μέσα από μια σκάλα που βρίσκεται στα πλευρά των γραφείων. Χτυπιέται όμως εκ νέου στην πλάτη και θα πεθάνει στο ασθενοφόρο.
Λίγες μέρες μετά την επίθεση για την δράση ανέλαβε την ευθύνη με κασέτα, που βρέθηκε δίπλα σε μιαν αντλία βενζίνης, ένας νεαρός με την φωνή του παραποιημένη στο όνομα των Ένοπλων Πυρήνων Eδαφικής Αντιεξουσίας», «Nuclei Armati di Contropotere Territoriale».

« Μια ένοπλη ομάδα, ύστερα από ένα προσεγμένο έργο αντιπληροφόρησης και ελέγχου στον υπόνομο της via Acca Larenzia, χτύπησε τους μαύρους ποντικούς ακριβώς την στιγμή εξέρχονταν για να πράξουν μιαν ακόμη δράση τραμπουκισμού. Να μην έχουν ψευδαισθήσεις οι camerati, η λίστα είναι ακόμα μεγάλη. Εδώ και πολύ καιρό οι τραμπουκισμοί τους ματώνουν τους δρόμους της Ιταλίας υπό την προστασία του δικαστικού σώματος και των έξι κομμάτων που έχουν συμφωνήσει. Αυτή η συνενοχή εξασφαλίζει στους φασίστες από τις φυλακές της μπουρζουαζίας, αλλά όχι από την προλεταριακή δικαιοσύνη, που δεν θα δώσει ποτέ καμιάν ανακωχή.  Χτυπήσαμε σκληρά και σίγουρα όχι τυχαία, τα μαύρα ψοφίμια είναι γνωστοί τραμπούκοι που έχουν εκπαιδευτεί στην χρήση των όπλων»

Τις επόμενες ώρες του αντιφασιστικού raid εκατοντάδες ρωμαίοι φασίστες (μεταξύ άλλων είναι παρόντες  Gianfranco Fini, Maurizio Gasparri, Francesca Mambro και Valerio Fioravanti) συγκεντρώνονται στον τόπο. Μια τηλεκάμερα του καναλιού Tg1 ξεκινά να κάνει λήψη στην είσοδο των γραφείων, επικεντρώνοντας στα πρόσωπα των νεαρών φασιστών, που επιτίθενται στον δημοσιογράφο, προκαλώντας έτσι μιαν επίθεση από τις αστυνομικές δυνάμεις.
Μέσα στο χάος που δημιουργείται από πυκνή ρίψη δακρυγόνων, μέσα από τις γραμμές των νεοφασιστών ξεπροβάλλουν σιδερολοστοί και πιστόλια, κάποιοι πυροβολούν.
O αρχηγός των Carabinieri Edoardo Sivori στοχεύει σε ανθρώπινο ύψος, αλλά το όπλο παθαίνει εμπλοκή. Παίρνει από τα χέρια ενός υφιστάμενού του ένα άλλο όπλο και πυροβολεί με εκείνο, βρίσκοντας κατά πρόσωπο τον δεκαεννιάχρονο  Stefano Recchioni, που θα πεθάνει στο νοσοκομείο δυο ημέρες αργότερα, προκαλώντας την οργή των νεοφασιστών που θα δώσουν ζωή σε ένα τριήμερο συγκρούσεων και ανταρτοπόλεμο σε πολλές ιταλικές πόλεις.
Aπό τους πέντε κατηγορούμενους η Daniela Dolce ακόμη φυγοδικεί, ο Mario Scrocca θα αυτοκτονήσει στην φυλακή, ενώ οι Fulvio Turrini, Cesare Cavallari και Francesco de Martiis θα απαλλαγούν λόγω έλλειψης στοιχείων.
Και μέσα στην καλύτερη ιταλική παράδοση ο comandante Sivori θα καταδικαστεί λόγω «υπερβολής σε νόμιμη άμυνα».

Η δικαστική υπόθεση συνδεδεμένη με την Acca Larentia θα κρατήσει πολύ και δίχως επίλυση: οι μοναδικοί που κατηγορήθηκαν για την διπλή εκτέλεση είναι πέντε στρατευμένοι στην Lotta Continua, σύμφωνα με τις αμφίβολες αποκαλύψεις της Livia, πρώην ερυθροταξιαρχίτισσα br μετανιωμένη που δήλωσε πως τους είδε να παίρνουν μέρος σε συγκέντρωση όπου αποφασίζονταν η υπογραφή ανάληψης ευθύνης για το raid.

Η επίθεση της 7ης ιανουαρίου θα έχει μια επιπλέον συνέχεια: στις 28 φεβρουαρίου, επέτειος του θανάτου του έλληνα φασίστα Mikis Mantakas, κάποια μέλη των νεοφασιστών Nar, που οδηγούσε ο Valerio Fioravanti, αποφασίζουν να εκδικηθούν. Mε κάποια αυτοκίνητα πλησιάζουν στην Piazza S.Giovanni Bosco, τόπο όπου βρίσκονται, στέκι για πολλούς συντρόφους της περιοχής. Εισβάλλουν στην πλατεία, ανοίγοντας πυρ. Χτυπιέται στον θώρακα ο Roberto Scialabba, αγωνιστής της Lotta Continua 24 χρόνων, που στην συνέχεια εκτελείται εν ψυχρώ, την ώρα που είναι ξαπλωμένος κατά γης, από τον ίδιο τον Fioravanti με δυο πυροβολισμούς στο σβέρκο.Λίγες ώρες αργότερα οι Nar θα αναλάβουν την ευθύνη της επίθεσης με τηλεφώνημα στην εφημερίδα Messaggero, δηλώνοντας πως εκδικήθηκαν την Acca Larentia.

10 ιανουαρίου 1978, 93.400 Radio Onda Rossa – «Σύντροφοι, δεν πρέπει να σκανδαλιζόμαστε, είναι άχρηστο να στεκόμαστε εκεί να μεταμφιεζόμαστε: βρισκόμαστε μπροστά σε μια στιγμή αντιφασισμού»