ένοπλη πάλη, lotta armata

2 σεπτεμβρίου 1970: η αποτυχημένη απόπειρα του Superclan ενάντια στην πρεσβεία ΗΠΑ στην Αθήνα

2 settembre
Tρίτη 02 Σεπτεμβρίου 2014 05:07

2 σεπτεμβρίου 1970: η αποτυχημένη απόπειρα του Superclan ενάντια στην πρεσβεία ΗΠΑ στην Αθήνα
infoaut

Τετάρτη 2 σεπτεμβρίου, Αθήνα : ένα Volkswagen γαλάζιο με σουηδικές πινακίδες, μέσα στο οποίο βρίσκονται ένας νεαρός και μια κοπέλα, μετά από αρκετούς γύρους γύρω από το τετράγωνο όπου έχει την έδρα της η αμερικανική πρεσβεία στην Ελλάδα, παρκάρει μπροστά στο κτίριο, κοντά σε πολλά άλλα αυτοκίνητα. Οι δυο επιβαίνοντες πριν κατέβουν παραμένουν για λίγο στο αμάξι, στη συνέχεια, ακριβώς τη στιγμή που ανοίγουν οι πόρτες, ακούγεται μια γερή έκρηξη, και οι φλόγες τυλίγουν το αυτοκίνητο.

Οι νέοι στο εσωτερικό του ταυτοποιούνται από έναν υπάλληλο του ξενοδοχείου στο οποίο φιλοξενήθηκαν : είναι η Maria Angeloni, από το Μιλάνο 31 χρόνων, και ο Γιώργος Τσεκούρης, κύπριος με σουηδικό διαβατήριο, 25 χρόνων.

Πρόσφατα ο Alberto Franceschini αναγνώρισε στην Maria Angeloni και στον Giorgio Tsekouris δυο μέλη του περίφημου Superclan, δομή υπερπαράνομη που οδηγούσε ο Corrado Simioni, με έδρα το Παρίσι και την πρόθεση να συντονίζει τις αντάρτικες οργανώσεις σε διεθνές επίπεδο : ο Σιμιόνι, που είχε σχεδιάσει την επίθεση στην πρεσβεία, έχοντας προβλέψει την παρουσία μιας γυναίκας, είχε αρχικά απευθυνθεί στην Mara Cagol, ζητώντας της να πάρει μέρος και, μετά την δική της άρνηση, είχε βρει τελικά σαν εθελόντρια την Maria Angeloni.

Η φιγούρα του Corrado Simioni, ιδρυτή του Superclan, είναι ιδιαίτερα αντιφατική : ένας από τους κυριότερους ερευνητές του Luigi Pirandello, ξεκινά την πολιτική του δράση στρατευμένος στις γραμμές του νεανικού σοσιαλιστικού Κινήματος με τον Bettino Craxi, από τον οποίον εκδιώκεται για ‘ηθική αναξιότητα’. Το 1969 ιδρύει, μαζί με τον Curcio, το Collettivo Politico Metropolitano, μητροπολιτική πολιτική κολλεκτίβα, στη συνέχεια όμως οι σχέσεις με τον Curcio και τις νεογέννητες Brigate Rosse σιγά σιγά χειροτερεύουν, για εμφανείς πολιτικές διαφορές.

Η ενέργεια στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα σημαδεύει όντως την οριστική ρήξη των σχέσεων ανάμεσα στο Superclan και τις Brigate Rosse. ο Curcio, σε μια συνέντευξη που έδωσε στο βιβλίο  ‘με ξεσκέπαστο πρόσωπο’, «A viso aperto» του Mario Sciajola λέει: «όλα ξεκίνησαν από μια διαμάχη εξουσίας στο συνέδριο του Pecorile. Ο Corrado Simioni έφτασε εκεί με την πρόθεση να κατακτήσει μια ηγεμονική θέση στο εσωτερικό της προλεταριακής αριστεράς που αγωνιούσε : αναφέρθηκε σε μια σκληρή ομιλία, και υποστήριξε πως η ομάδα περιφρούρησης έπρεπε να στρατιωτικοποιηθεί ακόμη περισσότερο.

Η προσπάθειά του δεν πέτυχε, όμως επιστρέφοντας στο Μιλάνο δεν το έβαλε κάτω : πρότεινε επιθέσεις αδιανόητες για μια οργάνωση που βρίσκονταν ακόμη μέσα σε ένα πολύ πλατύ κίνημα και, στην πραγματικότητα, ανοικτή στους πάντες. Οι Margherita, Franceschini κι εγώ συμφωνήσαμε στην κρίση πως οι ιδέες του ήταν επικίνδυνες και απερίσκεπτες. Αποφασίσαμε έτσι να τον απομονώσουμε μαζί με τους συντρόφους που βρίσκονταν κοντά του, τους Duccio Berio και Vanni Mulinaris: Τους κρατήσαμε έξω από την κουβέντα για την γέννηση των ερυθρών Ταξιαρχιών και δεν τους πληροφορήσαμε για την πρώτη μας ενέργεια, εκείνη εναντίον του αυτοκινήτου του Pellegrini.

Ο Simioni μάζεψε μια ομάδα μιας δεκάδας συντρόφων, ανάμεσα στους οποίους και οι Prospero Gallinari και Francoise Tusher, εγγονός του διάσημου Abbé Pierre: απομακρύνθηκαν από το κίνημα υποστηρίζοντας πως πλέον δεν ήταν άλλο από αδέσποτα σκυλιά. Υπήρχαν όμως κοινοί φίλοι που μας κρατούσαν πληροφορημένους για τις συζητήσεις τους και γνωρίζαμε για το σχέδιό τους να δημιουργήσουν μια κλειστή και σίγουρη δομή, υπέρ-παράνομη, που να μπορεί να μπει σε δράση σαν ένοπλη ομάδα σε μια δεύτερη στιγμή : όταν εμείς, αποδιοργανωμένοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις τους θα είχαμε όλοι συλληφθεί».

Λόγω ακριβώς αυτών των περιστάσεων η φιγούρα της Maria Angeloni, συντρόφισσας που έπεσε στη διάρκεια μιας επίθεσης, για πολλά χρόνια θα ξεχαστεί ή θα περιέλθει στη σιωπή, για να επιστρέψει και να την ενθυμούμαστε περισσότερο από τριάντα χρόνια αργότερα, όταν ο εγγονός της, Carlo Giuliani, θα σκοτωθεί από έναν καραμπινιέρο στη διάρκεια του G8 στη Genova 2001.

Pubblicato in STORIA di CLASSE, δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία

 

http://www.infoaut.org/storia-di-classe/2-settembre-1970-fallito-attentato-del-superclan-allambasciata-usa-di-atene

ένοπλη πάλη, lotta armata

χρόνια 70 : ‘θα ονομαστούμε η κόκκινη Ταξιαρχία’

Anni 70: “Ci chiameremo la Brigata rossa”
Posted on marzo 16, 2009
Libri – Qui Brigate rosse – Il racconto, le voci, Vincenzo Tessandori, Baldini Castoldi Dalai (pp. 782, e22) marzo 2009
χρόνια 70 : ‘θα ονομαστούμε η κόκκινη Ταξιαρχία’
βιβλία – εδώ ερυθρές ταξιαρχίες – η διήγηση, οι φωνές.

ο Vincenzo Tessandori, για χρόνια απεσταλμένος της Stampa, βάζει το μαύρο στο άσπρο ‘μια προσέγγιση-χρονικό κοντινό’ της γέννησης, της ανάπτυξης και της ήττας των Brigate rosse. ανακατασκευάζει τις δράσεις, τα σχέδια, την κρίση της ομάδας με μια προσοχή στη μεθοδολογία : »προσπάθησα να αφήσω έξω από αυτές τις σελίδες την πλημμύρα που ονομάστηκε ‘συνομωσιολογία’, που σίγουρα έχει μια δική της γοητεία και ένα δυνατό άρωμα, που δεν την δικαιολογεί όμως με τίποτα».

μια ταβέρνα στα βουνά του Reggiano με τον Curcio & C. εδώ γεννιούνται σύμβολο και το πρώτο όνομα των μελλοντικών εΤ
του Vincenzo Tessandori

η γέννηση της οργάνωσης αποφασίστηκε αλλού, στα βουνά του Reggiano. εκείνος ο τόπος μου παρουσιάστηκε από τον Tonino Loris Paroli «Pippo», έναν εργάτη από το Reggio Emilia, έναν από την φάλαγγα Mara Cagol, που έμεινε κλεισμένος στη φυλακή για δεκαέξι χρόνια, όχι όμως για εγκλήματα αίματος, που στη συνέχεια έγινε αξιόλογος ζωγράφος. εκθέτει την διήγηση του στην La Stampa στις 24 oκτωβρίου 1991: «η συνάντηση έγινε στο “da Gianni”, στην Costaferrata di Casina, στους ξινούς λόφους έξω από το Reggio, σε 650, μπροστά από τα ευγενή υπολείμματα του κάστρου της Matilde di Canossa. πράσινο και ηρεμία, οικογενειακή ατμόσφαιρα, κουζίνα ελκυστική, λαμπρούσκο εύθυμο και ειλικρινές ; και η επανάσταση έχει της υγιείς ανάγκες της.
cop-br-4-cm«διότι ανάμεσα σε συγκεντρώσεις, συζητήσεις, δημόσιους διαλόγους, σχεδιασμούς, συγκρίσεις, καυγάδες, προσευχές, ντελίριο, ανάλυση, διατριβές, συνελεύσεις, τραγούδια, συνθέσεις, κατηγορίες, αντεκλήσεις, σεμινάρια, σχέδια, οράματα, όνειρα και ουτοπίες το καλοκαίρι του 1970, ήταν μια απομακρυσμένη εποχή, στο εστιατόριοu “da Gianni” γεννήθηκαν Brigate rosse. όλα παρέμειναν όπως τότε. ο Tonino Loris Paroli, που σήμερα έχει 47 χρόνια, εκείνες τις μέρες ήταν εκεί και έχει ανάμνηση σαφή. […] “επρόκειτο για πραγματικό συνέδριο, διήρκησε από τη δευτέρα μέχρι το σάβατο”. υπήρχαν οι σκληροί του Reggio, εκείνοι του ‘διαμερίσματος’ και υπήρχε και η ‘προλεταριακή αριστερά’ σχεδόν στο σύνολο της, οι σύντροφοι είχαν έρθει από το Milano, το Trento, την Genova, δυο από Torino.” όπως ο Curcio και η Cagol, όπως ο Franceschini και ο Prospero Gallinari, στο τέλος του σεμιναρίου και αυτός θα διάλεγε την παρανομία. είναι μέρος της ‘ιστορικής ομάδας’ της οργάνωσης και το 1975 συλλαμβάνεται στο Torino, όπου είχε μετακομίσει για να εκτελεί δουλειά στο ‘μαζικό μέτωπο’.

«είναι ο πρώτος κόκκινος ταξιαρχίτης ελεύθερος με ‘τέλος ποινής […] καταδικάστηκε σε τριάντα χρόνια : “λίγο για τα πεπραγμένα των εΤ, κυρίως για τις προσβολές προς τους δικαστικούς στη διάρκεια των δικών’, εξηγεί. τα κάγκελα των φυλακών θα έπρεπε να ανοίξουν μετά το Δυο χιλιάδες, όμως η εισαγγελία του Μιλάνο αναγνώρισε την συνέχιση των αδικημάτων. του αρέσει να γελά, έχει χαρακτήρα εξωστρεφή των αγροτών της Εμίλια : »έμεινα δεκαέξι χρόνια στο ψυγείο», κάνει πλάκα, αμέσως όμως επισημαίνει : »δεν υπήρξαν πολιτικές αγωγές εναντίον μου, τέλος πάντων, δεν τραυμάτισα ούτε σκότωσα». όταν τον συνέλαβαν οι εΤ είχαν σκοτώσει μίνο έναν άνθρωπο, στην Πάντοβα : »επρόκειτο για ατύχημα και, πάντως, κανείς δεν αρνήθηκε το γεγονός. ένα χαρακτηριστικό της οργάνωσης ήταν πως αναλάμβανε αμέσως την ευθύνη των πάντων, ακόμη και για πράγματα που θα μπορούσαν να είναι επιβλαβή. τέλος πάντων, όπως είπε κάποιος, η αλήθεια είναι επαναστατική. ειλικρινά δεν γνωρίζω εάν σε διαφορετικές καταστάσεις θα είχα πυροβολήσει ή όχι».

«εκείνο το καλοκαίρι ήταν ζεστό. οι σύντροφοι, γύρω στους εβδομήντα, στεγάστηκαν σε πολλά σπίτια του χωριού. είχαν ζητήσει βοήθεια και από τον εφημέριο, don Emilio Manfredi, σαρανταεννέα χρονών τότε. »όμως στη συνέχεια άφησαν το σπίτι του», θυμάται ο ιερέας. »για εκείνες τις συναντήσεις θα ενημερώνονταν και οι καραμπινιέροι, ο αστυνόμος πληροφορήθηκε εάν ενοχλούσαν, στη συνέχεια δεν καταπιάστηκε άλλο με το θέμα. Mah!, και να σκεφτείτε πως ανάμεσα τους υπήρχαν όλοι εκείνοι για τους οποίους θα γίνονταν κουβέντα όλα τα επόμενα χρόνια. με κάθε τρόπο, σοβαρά παιδιά, πολύ σοβαρά, ολιγόλογα, μερικές φορές βρίσκονταν όλοι μαζί, άλλες χωρίζονταν σε ομάδες, στα δάση και στα χωράφια».

” κατά καιρούς οι συζητήσεις έμοιαζαν καυγάδες. όταν όμως μιλούσε ο πλάκωνε σιωπή. αντιθέτως, η Mara, η γυναίκα του, δεν ήταν ομιλητική : έκανε μόνο μια μισή παρέμβαση. »γύρω στη μια, όλοι στου “da Gianni”, εξαντλημένοι : από την κούραση για την ετοιμασία της επανάστασης, από τις μακριές ώρες που περνούσαμε στον ήλιο και τις βόλτες στους λόφους που κάποιοι τις ζούσαν λες και ήταν πορείες διαμέσου της Sierra Madre παρέα με τον Fidel, τον Camillo Cienfuegos αλλά, κυρίως, με τον Che. το ημερολόγιο του Τσε από την Bolivia ήταν ένα best-seller και το μικρό εγχειρίδιο του βραζιλιάνου Κάρλος Μαριγκέλλα, il Piccolo manuale del guerrigliero urbano, del brasiliano Carlos Marighella, ήταν ένα ιερό κείμενο. »η ζούγκλα μας, λέγαμε, θα ήταν η μητρόπολη και όχι το δάσος του Vietnam.” πιο μπροστά, σε έναν από εκείνους τους στενούς λαιμούς δίχως ηχώ, οι Loris, Renato και Mara θα δοκίμαζαν τα πρώτα τους όπλα. οι συζητήσεις, των μελλοντικών ταξιαρχιτών ξεκινούσαν από την κρίση της άκρας αριστεράς, μετά την απόπειρα στην πλατεία Fontana.

έμπαιναν θορυβώδεις στο μαγαζί και αμέσως ο τόνος στις κουβέντες ξεθώριαζε. εκεί τους περίμεναν ο Gianni Incerti και η γυναίκα του Anna. “όμως ναι, μας είχαν πει πως είχαν έρθει για λόγους σπουδών και όντως έδιναν την εντύπωση πως επρόκειτο για φοιτητές. όμως μετά από καμιά δυο τρεις μέρες αρχίσαμε να αμφιβάλουμε λιγάκι , ‘δεν μας τα λεν καλά’, ειπώθηκε. μετά το φαγητό μαζεύονταν στο σαλόνι, κλείνανε τα παράθυρα, μιλούσανε μόνοι τους, από κοντά, με χαμηλή φωνή». όμως στο γεύμα και στο δείπνο ήταν στιγμές χαράς συλλογικής.[…] θυμάται η Anna πως το μενού ήταν ‘δυνατό’. »αμέσως μετά το τραγούδι στην Bella έφταναν τα μικτά ορεκτικά : δικά μας σαλάμια, λουκάνικα, ωμό χοιρομέρι παστό, θανατηφόρα και ένα αφρώδες κρασί που έκανε και την ανάμνηση του Λένιν να χλωμιάζει. στη συνέχεια τα πρώτα πιάτα : τορτελίνι με σέσκουλα σπιτικά, λαζάνια, κανελόνια, ζωμό με cappelletti .

[…] «έτσι για μέρες. οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν ειχαν ακόμη επίσημα γεννηθεί, όμως κάποιο έψαχναν ήδη να βρουν σύμβολο και ακρωνύμιο για την μέλλουσα οργάνωση». σκεφτήκαμε το αστέρι. θυμάται ο Franceschini: «σαν σύμβολο διαλέξαμε εκείνο των ουρουγουανών Τουπαμάρος. δεν καταφέρναμε όμως να το φτιάξουμε σωστά, μας έβγαινε συνέχεια ασύμμετρο, κι έτσι μια μέρα πρότεινα : “γιατί δεν το αφήνουμε έτσι ;» αποφασίσαμε να το εγγράψουμε μέσα σε κύκλο και, για το σχέδιο χρειαζόμασταν κάτι εύκολο, εύχρηστο : σκεφτήκαμε στο νόμισμα των 100 λιρών, έτσι γεννήθηκε το ‘σήμα κατατεθέν μας’

έπρεπε να βρούμε όνομα στην ομάδα μας. μια μέρα του σεπτέμβρη του 1970, ενώ στο Μιλάνο επέστρεφε με το 500ράκι και τον άντρα της Renato Curcio, σκεφτόμενη με δυνατή φωνή γύρω από την ονομασία της ομάδας, η Margherita Cagol παρατήρησε πως ‘η πρώτη αντάρτικη δράση στην Ευρώπη’ ήταν η απελευθέρωση του Andreas Baader, στην Γερμανία, από μέρους της Raf, la Frazione Armata Rossa. «στην δικιά μας περίπτωση Αρμάδα μου φαίνεται υπερβολικό. όμως Ταξιαρχία μου αρέσει : ερυθρή ταξιαρχία». Ma brigata mi piace: brigata rossa.»