αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – γ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Στην συνέχιση του διαλόγου γύρω από τις B.R., γίνεται όλο και πιο επίμονη η κοινή τοποθέτηση των Morucci και Faranda επάνω στην αναγκαιότητα να συνδυαστεί η  “πρακτική του ένοπλου αγώνα” με την  “κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση, conflittualità sociale” που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια και, συνεπώς, να δημιουργηθεί ένα “πλατύ μέτωπο, εκτεταμένο (MPRO) πυρήνων εν μέρει παρανόμων και εν μέρει νομίμων μέσα στην διάθεση σύγκρουσης που αναφέρθηκε, θέση σε έντονη αντίθεση με τον “ακραίο ολιγαρχισμό στην επιλογή των στόχων και στην στρατιωτική πρακτική της οργάνωσης”, είχαμε φθάσει στο σημείο της αγιάτρευτης ρήξης που είχε τονιστεί από την χειρονομία του Gallinari ο οποίος, κτυπώντας επάνω σε ένα τραπέζι της “γιάφκας” του Mogliano ένα τεύχος του “Pre-print”, στο οποίο εμφανίζονταν ένα άρθρο του Piperno με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, είχε σκληρά επιτεθεί στους δυο αντιφρονούντες, εγκαλώντας τους λέγοντας πως ήταν πάντοτε φορείς μέσα στην οργάνωση της πολιτικής γραμμής των “παλιών τους φίλων”, ξένης στα αξιώματα της ίδιας της οργάνωσης;

Όσον αφορά τον αποκαλούμενο, “χώρο Metropoli”, αποφαίνονταν ο Morucci επρόκειτο για την συμβατική επέκταση της ονομασίας μιας ομάδας ανθρώπων που δρούσαν στο Milano, της οποίας αυτός, κατά τα άλλα, δεν γνώριζε ούτε την δομή ούτε τις οργανωτικές σχέσεις και τους δεσμούς, αν και δεν μπορούσε να αποκλείσει πως αυτή ήταν διαρθρωμένη σε δυο επίπεδα, το ένα να ενδιαφέρεται για “πολιτικές δραστηριότητες”, το άλλο για » paralegal δραστηριότητες” και πως αυτό το τελευταίο θα είχε συνεισφέρει στην χρηματοδότηση του ταξιδιού του Folini στην Μέση Ανατολή, για την απόκτηση των όπλων.
Ωστόσο, από τις ΕΤ δεν εκτιμούσαν και πολύ άτομα σαν τους Scalzone, Negri, Piperno και Pace, που θεωρούνταν “πολυλογάδες, άνθρωποι που μιλούσαν για τον ένοπλο αγώνα έτσι για να μιλούν”, που αγνοούσαν την λενινιστική πειθαρχία, την αυστηρότητα μιας παράνομης οργάνωσης. Σίγουρα θα ήταν παρατραβηγμένο να υποστηρίξουμε την ενότητα και την μοναδικότητα της πολιτικής γραμμής μέσα στο  περιοδικό που είχε στηθεί, την στιγμή που ενώ ο  Scalzone είχε συνεχίσει να διατηρεί μια δική του πολιτική “υποκειμενικότητα”, πρόσωπα σαν τον Piperno και τον Pace είχαν πάψει για κάποια περίοδο να κάνουν ενεργή πολιτική δραστηριότητα, έτσι ώστε η απόσταση κάποιων χρόνων έκανε αναμενόμενο να έχει ωριμάσει σε αυτούς και να έχουν διαμορφώσει έναν τύπο θεωρητικής επεξεργασίας, απομακρυσμένο από την καθημερινότητα, από τα τρέχοντα φαινόμενα.
Με δεδομένη την συνέχεια της πολιτικής γραμμής του Scalzone αυτός, ο Morucci, ήταν σε θέση να προβλέπει μια μεγαλύτερη προσέγγιση των “δικών του πολιτικών θέσεων” με εκείνες του ίδιου του Scalzone (περισσότερο απ’ ότι με εκείνες του Piperno), μια πολιτική άποψη, ακριβώς,  “κινηματικού”τύπου.
O στόχος που έπρεπε να επιδιωχθεί, ουσιαστικά, ήταν ο ίδιος, ενώ η αναζήτηση γίνονταν κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αυτός, ο Scalzone απ’ το Κίνημα και εκείνος από τις B.R.: εκείνος, δηλαδή, που θα οδηγούσε σε μιαν ικανότητα οργάνωσης στο στρατιωτικό επίπεδο αρκετά υψηλή δίχως να χάνεται “η ικανότητα παραμονής μέσα στην κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση”.
Θα ήταν, συνεπώς, τουλάχιστον επικίνδυνο να θεωρούμε πως αυτός, ο Morucci, υπήρξε φορέας της άποψης του Piperno και Pace εντός των B.R., όταν σκεφτούμε πως οι δυο, ακριβώς λόγω του ότι “απομακρυσμένης θέσης” από την οποίαν αξιολογούσαν το φαινόμενο του ’77”, επειδή δεν είχαν εμπλακεί άμεσα, είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τις B.R. μια  “τρελαμένη μεταβλητή, variabile impazzita”, “ανεξέλεγκτη, incontrollabile”, ολοκληρωτικά αποκολλημένη από τις εσωτερικές δυναμικές του κινήματος, από μια λογική εσωτερική της κοινωνικής συγκρουσιακής διάθεσης”.
Παρόλα αυτά, μολονότι αποσυνδεδεμένες από την επαναστατική διαδικασία, οι B.R. επηρέαζαν εκείνη την διαδικασία, διαχέοντας  την δραστηριότητα της επίθεσης τους στην καρδιά του Κράτους μέσα στο φαινόμενο της κοινωνικής διαμάχης; μέχρι του σημείου να φαίνεται σκόπιμο, μάλλον απαραίτητο “να προσληφθεί” εκείνη η “ανεξάρτητη μεταβλητή” και να γίνει προσπάθεια να καταστεί αντιληπτό το πως η ίδια θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα στην ιταλική πραγματικότητα, έχοντας υπόψη, τουλάχιστον στην  “θετική” “αποδιαρθρωτική επίδραση, σαρωτική” που αυτή θα μπορούσε να έχει σε θεσμικό επίπεδο.
Να, λοιπόν, που o “αντικειμενικός στόχος” της “σύζευξης”, που εκθειάζει ο Piperno στις στήλες του “Pre-print” τελικά τεκμηριώνεται στην αποδιάρθρωση του Κράτους και στο άνοιγμα μιας επαναστατικής διαδικασίας.

Με αναφορά στο άρθρο του F. Piperno στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, που δημοσιεύτηκε στο “Pre-print” τον Δεκέμβρη του ’78,  ο Paolo Virno, συντάκτης του “Metropoli”, συνδέοντας αυτό το γραπτό detto με εκείνο που έγραψε ο ίδιος και εμφανίστηκε στο n° 1 του “Metropoli” με τον τίτλο “Piazza Nicosia, να αρχίσουμε να συζητάμε γι αυτήν”, εξηγούσε πως ο σκοπός που γράφονταν αυτά ήταν να διατυπωθεί μια εις βάθος κριτική στις  ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate rosse: επικεντρωμένη στις διαφορές της ένοπλης πάλης που αυτή υποστηρίζει “από τις λογικές του κινήματος”, που εννοούσαν με “ανώμαλο”τρόπο  πως έπρεπε να καλλιεργηθεί μια “προοπτική πολέμου μακράς διάρκειας, εμφυλίου πολέμου και αντιεξουσίας” δίχως ουσιαστικά να δίδεται απάντηση στα “βασικά προβλήματα του κινήματος”, και που έρχονταν σε αντίθεση, τελικά, με την εικόνα που οι ίδιες ήθελαν να παρουσιάζουν για τον εαυτό τους σαν “μια αντάρτικη δύναμη ριζωμένη μέσα στις λαϊκές μάζες”.
Τόσο στο άρθρο του Piperno όσο και στο δικό του, είχαν διατυπωθεί απλές κριτικές εκτιμήσεις του έργου των BR σε σχέση με τις ανάγκες  “της κοινωνικής ιταλικής πραγματικότητας”, δίχως την πρόθεση ούτε από την πλευρά του Piperno να υπογραμμιστεί τίποτα περισσότερο από “μιαν υπόθεση κομουνιστικής επανάστασης” με στόχο να κερδηθεί ένα άνοιγμα, μια θέση ανάμεσα στην “στην στρατιωτική ισχύ που έχει ξεδιπλωθεί από τον μηχανισμό των BR στην via Fani και το μαζικό κίνημα”, ούτε από την δική του πλευρά να κάνει το εγκώμιο της επίθεσης στον “σπιτονοικοκύρη” Schettini.

Αξιοσημείωτου ενδιαφέροντος, κυρίως εκείνο που αφορά την ρωμαϊκή κατάσταση, εμφανίζονται οι δηλώσεις του Canfanelli Massimo, έμπειρου στελέχους της ένοπλης πάλης και μαχητή των B.R.. Αυτός είχε μάθει από τον Andrea Morelli και από τον De Feo πληροφορίες για το λεγόμενο “σχέδιο Metropoli” και για εκείνο που οι “υποκινητές του” (Piperno, Pace, Scalzone, Virno, Castellano, Accascina και ο ίδιος De Feo) πρότειναν, δημιουργώντας μια οργάνωση ικανή ηγεμονεύσει και να κατευθύνει όλους τους υπάρχοντες σχηματισμούς που δρούσαν στον ένοπλο αγώνα, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων της οργανωμένης Αυτονομίας.
Αυτό το σχέδιο στην αρχή χρηματοδοτήθηκε μέσα από νόμιμα κανάλια και ειδικότερα μέσα από ένα κέντρο ερευνών με την ονομασία CERPET. Σε μια δεύτερη φάση, κυρίως μέσα από ληστείες που επιτέλεσε ο “ένοπλος βραχίονας” της οργάνωσης, διοικούμενος από τους Scalzone, De Feo και Morelli.
Όσον αφορά τις νόμιμες χρηματοδοτήσεις,αντίθετα, βεβαίωνε ο Canfanelli πως είχε ακούσει να λέγεται από τους Rosati, Davoli, De Feo και Morelli, πως αυτές οι ίδιες είχαν ληφθεί και διαμέσου εντολών που παραχωρήθηκαν στο CERPET από Δημόσιους Οργανισμούς, χάρη στις παροτρύνσεις πολιτικών που είχαν σχέσεις φιλίας με τους Pace και Piperno.
“Έμαθα από τους De Feo και Morelli” – συνέχιζε ο Canfanelli -” πως αυτοί είχαν πάρει μέρος στις συναντήσεις της Διεύθυνσης του Metropoli, στην διάρκεια των οποίων συζητήθηκε ο προϋπολογισμός του σχεδιασμού και των χρηματοδοτήσεων τόσο αυτών των νόμιμων όσο και εκείνων που προέρχονταν από ληστείες (β. κατ. 5/6/1982 και κατ. 2.12.1982 Ανακρ. Roma, τομ. V F.5.).
Προσθέτουμε πως κάποια από τα όπλα που απέκτησε ο Folini στην Μέση Ανατολή και διαχειρίστηκαν στο Milano ου Co.Co.Ri. είχαν φτάσει σε αυτόν την περίοδο που αυτός ήταν στρατευμένος στο M.C.R., κίνημα που είχε ξεκινήσει ο Morucci και η Faranda μετά την αποχώρηση τους από τις B.R.

Για τον ρόλο του “Metropoli” και των κυριότερων πρωταγωνιστών του μιλούσε επίσης ο Emilio Libera – (ακρ. 25.11.1986).
Ήταν ο Seghetti που απέδωσε στους Morucci και Faranda τον ρόλο πως “είχαν παρεισφρήσει” στις B.R., σαν φορείς της πολιτικής γραμμής των Piperno και Pace. Ίσως για να σμικρύνει το μέγεθος της συνεισφοράς τους στο εσωτερικό της οργάνωσης χαρακτηρίζοντας την πολιτική τους θέση κενή αυθεντικότητας και πρωτοτυπίας και αγκυροβολημένη σε κινηματικές παραδόσεις με καλούπι poteroperaistico, με καταγωγή δηλαδή από την Εργατική Εξουσία.
Με την σειρά του ο Lombino Maurizio, αφού δήλωσε στον ανακριτή του Bergamo πως δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει εάν το περιοδικό “Metropoli” χρηματοδοτούνταν ή όχι με χρήμα, προερχόμενο από ληστείες, μπορώντας, αντιθέτως,  “να αποκλείσει το γεγονός” στην βάση αυτών που γνωρίζει γύρω από την ύπαρξη “νόμιμων και θεσμικών καναλιών” χρηματοδότησης “τουλάχιστον με το ξεκίνημα της μετατροπής του περιοδικού σε  Κέντρο Σπουδών οικονομικών-κοινωνικών”, στην ανάκριση που διεξήχθη από τον ανακριτή της Roma στις 6/5/82, μιλώντας για το περιοδικό “Metropoli” έλεγε επί λέξη: “Σχετικά με την χρηματοδότηση του περιοδικού Metropoli, μπορώ να δηλώσω πως αυτή γίνονταν με δυο τρόπους: τόσο διαμέσου των επιχειρήσεων παράνομης χρηματοδότησης (ληστείες, κλοπές, κλπ.) – η οργάνωση είχε επιβάλει τον συγκεντρωτισμό κάθε προσόδου από ληστείες που τα συντονιστικά και τα κύτταρα τους ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν – τόσο μέσα από χρηματοδοτήσεις νόμιμες και θεσμικές”.
Αυτό ήταν συνέπεια του γεγονότος πως στους κόλπους της οργάνωσης είχε έρθει να αναπαραχθεί “μέσω του σχεδιασμού” εκείνη η διπλοπροσωπία στις παρεμβάσεις που ήδη είχε χαρακτηρίσει την δραστηριότητα άλλων οργανώσεων; από την μια το στρατιωτικό επίπεδο, στεγανοποιημένο και “ομοσπονδιοποιημένο” μέρος των δομών των συντονιστικών και από την άλλη το δημόσιο και νόμιμο επίπεδο που αποτελείτο από το περιοδικό “Metropoli”.
Αντιστρόφως ο Giorgio Accascina ήδη Πρόεδρος του Συμβουλίου Διαχείρισης του Συνεταιρισμού “Linea di condotta, Γραμμή συμπεριφοράς”, που χτίστηκε τον νοέμβρη του 1978 με σκοπό να δημοσιεύσει το περιοδικό “Metropoli” και “Pre-print” δήλωνε πως της έναρξης του περιοδικού είχε προηγηθεί μια κουβέντα επάνω στον πολιτικό σχεδιασμό του ίδιου σε σχέση με τις “νέες θεματικές” που είχαν εκφραστεί  “από το κίνημα του ’77”.
Μακράν από το να αυτοπροταθεί σαν σβόλιασμα όλου του ένοπλου αγώνα στην Italia, το ζήτημα υπήρξε, αντικείμενο “θετικής κριτικής” από πλευράς της εφημερίδας, με την έννοια πως εμφάνιζε τον ένοπλο αγώνα έκφραση ιδιαίτερη και χαρακτηριστική, τυπική της ιταλικής κατάστασης, παρά φαινόμενο που προκλήθηκε από τις ανατολικές Χώρες ή υπό την διαχείριση των μυστικών υπηρεσιών.
Όσο για το ντοκουμέντο που βρέθηκε στην κατοικία του Piperno, στην via dei Coronari, n° 99, που αποδίδονταν στον Scalzone, υποστήριζε ο Accascina πως αυτό αναπαρήγαγε μόνο τις αντιλήψεις του συγγραφέα του, σίγουρα όχι εκείνες της σύνταξης και πολύ λιγότερο την δική του πρόθεση για την δρομολόγηση της εκδοτικής πρωτοβουλίας.
Δεν υπήρχε κανένας σύνδεσμος μεταξύ του “Metropoli” και του εκδοτικού οίκου “Lirici”, όπου αυτός εργάζονταν.
Ούτε πολιτικές  συναντήσεις έγιναν ποτέ στα γραφεία της via del Babuino, 96 αν και κάποιοι φίλοι, μεταξύ των οποίων και μέλη του συνεταιρισμού για να τον βρουν.
Όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις της εφημερίδας παράνομης προέλευσης ο Accascina δεν φαίνονταν να γνωρίζει κάτι όπως επίσης και για τις στρατεύσεις του Pace και των άλλων συντακτών σε ανατρεπτικούς σχηματισμούς.
Επέμενε να επαναλαμβάνει πως το “Metropoli” χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από τα χρήματα των πωλήσεων της ίδιας της εφημερίδας; και για αυτό τον λόγο παρήγαγε ένα pro-memoria που επεξηγούσε τον  “κυκλικό μηχανισμό” που χρησιμοποιήθηκε για να επιδοτήσει την εφημερίδα, διαρθρωμένο σε προκαταβολές που κατατίθονταν από τον διανομέα για κάθε τεύχος του περιοδικού, και σε πιστώσεις που παραχωρούνταν από διάφορους προμηθευτές, με συνημμένα ορισμένα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης μιας πιστοποίησης από τους επιμελητές πτώχευσης που βεβαίωνε την πτώχευση που είχε λάβει χώρα της Εταιρείας “Linea di condotta”.
Μα, παρά τις απαλλακτικές  δηλώσεις του Accascina, ο ανακριτής, υπό το πρίσμα των καταθέσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν μεταξύ των οποίων η κατάληξη πως “το σχέδιο Metropoli δεν ήταν ένα πρόγραμμα αφηρημένο ουτοπιστικό, μα η έκφραση μιας συγκεκριμένης οργάνωσης, έχοντας το πολιτικό-οικολογικό του κέντρο στην Roma και πολλές ένοπλες διαρθρώσεις, που δρούσαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες σε διάφορες ιταλικές περιοχές” και πως “μέσα στην στρατηγική προοπτική της ένωσης όλων των ένοπλων οργανώσεων που υπήρχαν στην, οι εμπνευστές του σχεδίου “Metropoli” απέδιδαν ένα θεμελιώδη ρόλο στο περιοδικό.

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – β]μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • o “Aldo” του είχε εξηγήσει πως η καινούργια οργάνωση (c.d. Metropoli) είχε σκοπό να πραγματοποιήσει “μια νέα συνάθροιση των επαναστατικών δυνάμεων εκμεταλλευόμενη τα διαθέσιμα θεσμικά πεδία και τομείς γεμίζοντας ξανά ένα ιστορικό κενό στον χώρο της Αυτονομίας-Autonomia, αποτελούμενο από την απουσία μιας κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς”.Έναν σημαντικό ρόλο θα έπρεπε να παίξει, για τον σκοπό αυτό, “το ανοιχτό στην συνεισφορά των διαφορετικών δυνάμεων ομώνυμο περιοδικό”.“Είχε μελετηθεί η διατήρηση ενός παράνομου και ένοπλου οργάνου μα υπό αμυντική σκοπιά εκτός από τους σκοπούς χρηματοδότησης.

Προσδιόριζε ο Gasser στην ακροαματική διαδικασία (ακρ. 18.3.1987), που ξεκίνησε όταν ακόμα ήταν εν ζωή οι Co.co.Ri., πως είχε λάβει σχήμα σε εποχή επόμενη της διάλυσης τους.
Είχε καταγραφεί “μια ανύψωση του επιπέδου σύγκρουσης στην Italia. Είχε προκληθεί από το είδος δράσεων που διεξάγονταν από κάποιες ένοπλες οργανώσεις όπως οι  B.R. και P.L. και μια ακραία κατάτμηση του “κινήματος της ένοπλης πάλης”, που του έλειπε εκείνη η ομοιογένεια και συνοχή χρήσιμες να του προσδώσουν την επίδραση την οφειλόμενη στην επιδίωξη των επαναστατικών στόχων”. Κατά συνέπεια το πρόβλημα που ο Scalzone έθετε ήταν εκείνο της δημιουργίας “ενός σημείου αναφοράς όλων των εμπλεκόμενων μικροτμημάτων στον ένοπλο αγώνα” διαμέσου, ακριβώς, ενός περιοδικού (“Metropoli”) προορισμένου να παράσχει “έναν χώρο πολιτικού διαλόγου” για την ανακατασκευή του ένοπλου κινήματος (ακρ. 10.11.86 f. 106)
Επιβεβαίωνε τις δηλώσεις του Costa σχετικά με τα χρήματα που δόθηκαν στον Scalzone και συντρόφους για την χρηματοδότηση του περιοδικού, επιπλέον εκείνων που ξοδεύτηκαν για την πληρωμή των όπλων που εισήχθησαν από τον Φολίνι. Μετά την διάσπαση, ανάμεσα στην ομάδα του Scalzone και τα άλλα τμήματα είχε επιφυλαχθεί μια σχέση επιχειρησιακής συνεργασίας, με αποτέλεσμα το εισόδημα από ληστείες που διαπράχθησαν από κοινού από στοιχεία των διάφορων τμημάτων, κάθε ομάδα έκανε του μεριδίου της την χρήση που ήθελε δίχως να ενδιαφέρεται για την χρήση που τα άλλα έκαναν του δικού τους.
Στην αντιπαράσταση με τον Balducchi, (ακρ. 18.3.87) ο οποίος συνέχιζε να υποστηρίζει πως ποτέ χρήματα εδόθησαν στον Scalzone ή σε άλλον για την χρηματοδότηση του περιοδικού, ο Gasser επέμενε πως έμαθε για μιαν παράδοση χρημάτων που έγινε στον Scalzone ή στον Farsi ή στον Morelli για το περιοδικό.
Η εκδοχή που έδωσε ο Gasser επεκτάθηκε στην συνέχεια από τον Sandino Sergio ο οποίος στην ανάκριση της 30/6/82 (και σε εκείνο της 1/7/82) που διεξήχθησαν από τον ΔΚ του  Milano, ανέφερε για το πρώτο ταξίδι, στο οποίο είχε πάρει μέρος, που έγινε με την βάρκα από τον Folini στον Libano το καλοκαίρι του ’78 του οποίου είχε προηγηθεί μια συνάντηση προετοιμασίας στην Roma μεταξύ του ιδίου του Folini και μαχητών των Co.co.Ri.
Το ταξίδι είχε γίνει, ακολουθώντας μια πορεία κατά μήκος των ακτών της Ελλάδας, περνώντας από την Κύπρο, μέχρι το λιμάνι της Beirut.
Πριν την άφιξη στην Κύπρο αυτός, ο Sandino, χρειάστηκε να επιστρέψει στην Ιταλία για να αρχίσει ξανά την εργασιακή του δραστηριότητα.
Όμως, λίγες ημέρες αργότερα, είχε προφτάσει στην Δαμασκό τον Folini.
Μαζί πήγαν στην Βηρυτό όπου ο”Armando” (αυτό είναι το όνομα μάχης του Folini, που επίσης φωνάζανε Corto maltese) είχε συναντήσει άραβες και παλαιστίνιους ντόπιους.
Στην συνέχεια, επέστρεψαν στην Κύπρο για να πάρουν την βάρκα η οποία είχε φτάσει με τον Folini μετά την στάση στην Citere και, φθάνοντας στην Beirut, φόρτωσαν τα όπλα, βοηθούμενοι από κάποιους παλαιστίνιους.
Από την Βηρυτό επέστρεψαν στην Κύπρο, συνεχίζοντας για Ρόδο, όπου τους έφτασε ο Balducchi, που είχε έρθει με αεροπλάνο στο τοπικό αεροδρόμιο.
Από την Ρόδο ο Balducchi έφυγε, στην συνέχεια με το αεροπλάνο για την Ρώμη και ο Sandino για το Μιλάνο.
Όλα τα όπλα πέρασαν στην διάθεση των Co.Co.Ri. και, στην συνέχεια, μοιράστηκαν μεταξύ της ομάδας που πλήθυνε τις γραμμές του Metropoli και εκείνης που συγχωνεύτηκε στην Πρώτη Γραμμή P.L.
Στις αρχές του 1979 είχε ο Folini οργανώσει ένα δεύτερο ταξίδι στον Libano για την απόκτηση ενός δεύτερου φορτίου όπλων. Το Metropoli είχε συνδράμει με συγκεκριμένο τρόπο στην χρηματοδότηση του ταξιδιού (αυτό του είχε ειπωθεί από τον ίδιο τον Folini και από τον Merendino (β.).
Εκτός από άλλες οργανώσεις, όπως οι Pac, Guerriglia rossa (ηγείτο ο Barbone), και την ομάδα του Del Giudice, της οποίας ο ίδιος ο Sandino ήταν μέλος.
Αρνούνταν, ωστόσο, αυτός ενώπιον του δικαστηρίου, (ακρ. 10/11/1986) πως τα χρήματα, προερχόμενα από ληστείες στις οποίες είχε πάρει μέρος αυτός για την ομάδα “Del Giudice” είχαν ποτέ διαρρεύσει στην χρηματοδότηση ενός περιοδικού.
Γι αυτό το δεύτερο ταξίδι του Folini στην Μέση Ανατολή μίλησετου ο Merendino Finocchiello Antonino, στην ανάκριση που έλαβε χώρα από τον ΔΚ του Milano στις 10/7/82. “Αυτό χρηματοδοτήθηκε με χρήμα προερχόμενο από ληστείες που πραγματοποιήθηκαν από την οργάνωση Co.co.Ri. Metropoli”. Τα όπλα που αποκτήθηκαν ήταν αυτόματα, πιστόλια, διάφορες χειροβομβίδες, πυρομαχικά διάφορα και εκρηκτικά.
Μεταξύ των όπλων που αποκτήθηκαν απ’ το “Metropoli” κάποια πέρασαν στα MCR. (Movimenti comunisti rivoluzionari, επαναστατικά κομουνιστικά Κινήματα) που είχαν στηθεί από τους Morucci και Faranda, μετά  την έξοδο τους από τις ΕΤ και επακριβώς:
1) ένα αυτόματο τουφέκι marca MR0 παρασκευασμένο το 1974, αριθμός μητρώου 3371;
2)  ένα τουφέκι Winchester a pompa διαμ. 6;
3) ένα αυτόματο τουφέκι tipo Colt διαμ. 227 mod. SPI, με αποξεσμένα τα στοιχεία του και δυο άδειους γεμιστήρες;
4) ένα αυτόματο τουφέκι Breda δια. 12 μητρ. SLC25548 με κομμένο το κοντάκι;
5) ένα πιστόλι δια. 22 marca (…)
6) ένα revolver δίχως μητρώο
7) όπλα και εκρηκτικό διάφορου είδους όλα κατασχεμένα από την Αστυνομία.

Να υπογραμμίσουμε, σχετικά, πως ο Savasta στην ανάκριση που του έγινε από τον Ανακριτή της Roma il 15/2/1982 (vol. 5, F. 13, G. 62) ανέφερε πως ένα μέρος των όπλων του Metropoli ήρθαν στην διάθεση των B.R. μέσα από τον Morucci, που μιλούσε στο όνομα των Piperno και Pace.
“Θυμάμαι πως τον σεπτέμβρη/οκτώβρη ’78, όταν έπαιρνα μέρος στην Διοίκηση της ρωμαϊκής φάλαγγας, έμαθα από τον Morucci πως είχε φτάσει στην Ιταλία ένα φορτίο όπλων που προέρχονταν από την Μέση Ανατολή, μεταξύ των οποίων διάφορα Kalashnikov.
ο Morucci είπε πως ένα μέρος αυτών των όπλων μπορούσαν να δοθούν στην δική μας οργάνωση (B.R.), η οποία θα παραλάμβανε τα όπλα δίχως να χρειαστεί να πληρώσει χρήματα, μα με την πολιτική δέσμευση να σφίξει τις σχέσεις με τις άλλες μαχόμενες οργανώσεις που υπήρχαν στην Italia, μεταξύ των οποίων η Prima Linea και οι ένοπλες ομάδες σε τροχιά γύρω από τον χώρο του Metropoli. Αυτή η πρόταση του Morucci συζητήθηκε στη Διεύθυνση της φάλαγγας, όπου ήταν γνωστό ότι πράγματι είχε φθάσει ένα φορτίο όπλων το οποίο ήταν στη διαθεσιμότητα των Piperno, Pace και Scalzone. Μετά από ευρεία συζήτηση αποφασίστηκε να απορριφθεί η πρόταση του Morucci για να αποφευχθούν πολιτικοί περιορισμοί.

Οι περιστάσεις οι σχετικές με το αναφερθέν φορτίο όπλων του  Folini και μιας ομάδος scalzoniani που έπαιρναν μέρος στις Co.Co.Ri. επιβεβαιώνονταν από σημαντικές καταθέσεις ομολογίες που έγιναν στην δικαστική Αρχή της Roma από τους Cereda Pierangelo, Squadrani Marcello (β. ακρ. 10/11/86), Graziani Paola και Cianfanelli Massimo.
Αυτοί έδωσαν την ευκαιρία να αποκτηθούν περισσότερα γνωστικά στοιχεία για την δομή και την δραστηριότητα των “Co.Co.Ri. Metropoli” και, ειδικότερα, για τον ρόλο προσώπων σημαντικών όπως οι Ernesto Balducchi, Andrea Morelli, Domenico De Feo, Pietro Del Giudice και άλλοι.

η Granata Anna Maria, στην κατάθεση που έδωσε στον ΔΚ του Milano στις 9.3.1981 επιβεβαίωνε πως, γύρω στο δεύτερο μισό του 1978, ο Folini Maurizio αποκαλούμενος “Κόρτο μαλτέζε” ή “Armando”, μιλώντας με αυτήν και τον συγκάτοικο της  Alfredo Azzaroni, είχε δηλώσει πως ήταν φίλος με τον Oreste Scalzone.
Καυχήθηκε επίσης, γνωριμίες στον Libano και διασυνδέσεις με τον λοχαγό Gheddafi στην Libia. Αυτός είχε δείξει ενδιαφέρον στην εγκατάσταση ενός ραδιοφωνικού σταθμού ή βιβλιοπωλείου σε μια πόλη όπως η Napoli, τοποθετημένης στο κέντρο του μεσογειακού χώρου.
Ο Folini είχε προσθέσει πως το αντάλλαγμα εκείνης της χρηματοδότησης θα έπρεπε να είναι μια υλικοτεχνική υποστήριξη από πλευράς ναπολιτάνων για την αποβίβαση όπλων που αυτός ο ίδιος θα είχε μεταφέρει με την βάρκα του ή με βάρκα νοικιασμένη το καλοκαίρι του 1979. Εκείνη την ίδια περίοδο είχαν λάβει χώρα οι επαφές του Azzaroni και της Granata με τον Scalzone, αυτός πραγματοποιούσε το σχέδιο του περιοδικού “Metropoli”, στο οποίο ενδιαφέρονταν επίσης οι Domenico De Feo και Claudio Minervino.
Στην συνέχεια (20.3.81) η Granata προσδιόριζε πως η γνωριμία του Folini είχε γίνει διαμέσου του Scalzone.
Προσέθετε πως οι ναπολιτάνοι σύντροφοι, στους οποίους αυτή και ο Azzaroni είχαν απευθυνθεί για την υλικοτεχνική υποστήριξη στην διάρκεια της προβλεπόμενης εκφόρτωσης των όπλων από τον Folini στην ναπολιτάνικη ακτή, είχαν απαντήσει πως δεν είχαν σκοπό να χρησιμοποιηθούν από πρόσωπα όπως οι Scalzone και Lanfranco Pace, για τον οποίον μάλιστα, αυτό τον τελευταίο ειδικότερα, έλεγαν πως ήταν ένα “μακρύ χέρι” των B.R. στο εσωτερικό της Αυτονομίας.
Για την οργάνωση της μεταφοράς των όπλων, η Granata ανέφερε πως ξαναείδε τον Folini τον σεπτέμβρη του ’78 στο Milano και σε εκείνη την περίπτωση αυτός είχε ανακοινώσει πως η εκφόρτωση των όπλων είχε πραγματοποιηθεί.
η Granata μιλούσε επίσης και για τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Folini και Marocco για την πώληση ενός “Kala”, δηλώνοντας πως έμαθε από τον Scalzone επιβεβαίωση της μεταφοράς από πλευράς Folini του φορτίου των όπλων, το καλοκαίρι του 1978, σε μια τοποθεσία του Lazio.
η Granata κατέληγε πως είχε συναντήσει τον Folini στο “Millibar” (μαζί με τους De Feo και Scalzone, και με την ευκαιρία που της δόθηκε ζήτησε από αυτούς να πάρει μέρος στο σεμινάριο για το “Metropoli” που είχε προγραμματιστεί για εκείνο το διάστημα, μα είχε λάβει μια ξεκάθαρη άρνηση.
Με τον Folini, η Granata είχε γνωρίσει τον Andrea Morelli, φίλο του Scalzone και κάποιον Bruno Pastori, ο οποίος προετοίμαζε κάποια προσχέδια του περιοδικού “Pre-print”.

ο Azzaroni Alfredo, που ανακρίθηκε από τον εισαγγελέα του Milano στις 18.3.81, επιβεβαίωνε όλες τις δηλώσεις που ακούστηκαν νωρίτερα, προσθέτοντας πως ο Scalzone του είχε επιβεβαιώσει την στράτευση του Folini στις Co.Co.Ri., των οποίων ο ίδιος ο Scalzone υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους διοικούντες σε εθνικό επίπεδο.
Η εικόνα που περιέγραψε η Granata και ο Azzaroni, αντικατοπτρίζονταν επίσης, στις καταθέσεις που έδωσε ο Pasini Gatti Enrico, τρομοκράτης που διαχώρισε την θέση του από τον ένοπλο αγώνα.
Αυτός δήλωνε πως είχε γνωρίσει τους πρώτους μήνες του 1979 ένα πρόσωπο που το αποκαλούσαν “Κόρτο μαλτέζε”, που του είχε  πει πως ήταν σε θέση να προμηθεύσει μεγάλες ποσότητες όπλων προέλευσης κυρίως λιβυκής.
Με την ευκαιρία μια συνάντησης που έγινε (σε ένα εστιατόριο του Milano, αυτός του είχε αναφέρει πως είχε στρατευτεί στις U.C.C. , Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, για να έρθει στην συνέχεια κοντύτερα στην οργανωμένη Αυτονομία.
Είχε καυχηθεί για την φιλία του με τον Oreste Scalzone που σαν προοπτική είχε και στόχο και φιλοδοξίας του “την ένωση των γραμμών της αυτονομίας” για μια νέα ώθηση του αγώνα.
Έγινε λόγος, επίσης, για την εφημερίδα “Metropoli” και για τον σχεδιασμό που θα γίνονταν γι αυτήν, που συνοψίζονταν στην φόρμουλα “ιστία και κανόνια” με προφανή αναφορά στην διάρθρωση σε δυο επίπεδα, ένα νόμιμο και ένα άλλο “ένοπλης πάλης”.
Σχετικά με τα εισαχθέντα όπλα, ο Folini του είχε πει πως αυτά είχαν, επίσης,  “ένα πολιτικό κόστος”, έχοντας σαν προϋπόθεση του εφοδιασμού τους από πλευράς των λίβυων την διαβεβαίωση πως θα παραχωρούνταν “σε επαναστατικά κινήματα και όχι σε οργανώσεις σαν τις B.R. ή την P.L.”.

Μεγάλου ενδιαφέροντος, με σκοπό την ανακατασκευή της υπόθεσης του φορτίου των όπλων, είναι επίσης η κατάθεση που δόθηκε στον ανακριτή του Torino στις 5.3.1981 από τον Marco Donat Cattin, ήδη μαχητή της P.L. μέχρι τον οκτώβρη του 1979, όταν είχε βγει από την οργάνωση μαζί με άλλους συντρόφους, εξ αιτίας μιας συζήτησης που είχε ανάψει μεταξύ αυτών που υποστήριζαν “τον οργανωτικό λόγο” και εκείνων που επέλεγαν “μιαν άμεση σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα”.
Μιλούσε ο Donat Cattin για μια προμήθεια όπλων (ίσως μόνο για ένα “Kala”) που έγινε για την P.L. από συμμετέχοντες σε ένα τμήμα των Co.Co.Ri., του οποίου ηγούνταν ο Oreste Scalzone, όπως οι Maurizio Costa και Piergiorgio Palmero, που στην συνέχεια συνέκλιναν στην P.L. Και ήταν το “ επίπεδο που συνιστούσε τον παράνομο στρατιωτικό μηχανισμό των Co.Co.Ri. που είχε οργανώσει μια μεταφορά όπλων από τον Libano γύρω στο καλοκαίρι του 1978, όπλα που, όμως, δεν θα έπρεπε να προορίζονται ούτε για την Π.Γ. ούτε για τις Ε.Τ. μα “για μικρότερες ομάδες” σύμφωνα με μια στρατηγική “που σε μιαν ιστορική φάση έλλειψης ισορροπιών, είχε ήδη δοκιμαστεί από την Σοβιετική Ένωση στην Παλαιστίνη”. (Ο στόχος θα ήταν εκείνος του να είναι δυνατή και υπολογίσιμη μια πιο πολύπλοκη κατάσταση μέσα στο πλαίσιο του ένοπλου αγώνα).
Αν και στην συνέχεια κάποια από αυτά τα όπλα είχαν έρθει στην κατοχή των B.R. πιθανότατα “λόγω προσωπικών σχέσεων” ή λόγω της ανάγκης που κάποιοι κύκλοι των Co.Co.Ri. είχαν νιώσει ώστε να καθιερώσουν δεσμούς με άλλες ένοπλες ομάδες.

Άλλο φορτίο όπλων (συμπεριλαμβανομένων ρουκετών) αναμένονταν για το καλοκαίρι του 1979, που θα εισάγονταν πάντα από τον Folini. Κάποια από αυτά θα πέρασαν στους “συντρόφους τους προσκείμενους στον Μορούτσι” διαμέσου του Andrea Morelli.
Προσέθετε ο Donat-Cattin ότι ήταν σίγουρος πως οι Co.Co.Ri. είχαν ένα δικό τους παράνομο επίπεδο, και πως “τμήματα του εν λόγω επιπέδου” είχαν αναπαραχθεί στους κόλπους του “Metropoli” την περίοδο της αποδοχής του Scalzone και αυτών που τον ακολουθούσαν στην εκδοτική πρωτοβουλία.  Αυτό το “επίπεδο” είχε εκτελέσει πολλές ληστείες και, στην συνέχεια, θα είχε θέσει στον εαυτό του το πρόβλημα  “μιας υπερβολικής διαφοροποίησης καθηκόντων μεταξύ εκείνων που δεσμεύονταν στρατιωτικά και επιχειρησιακά και εκείνων που επιτελούσαν κυρίως πολιτική εργασία.

Έτσι συνέχιζε ο  Donat-Cattin:
“H πολιτική εργασία που διεξήγαγε αυτή η οργάνωση ήταν ακραία έντονη και ποικίλη, με την έννοια πως περιείχε επαφές με πολλούς χώρους και παρήγαγε πολλές πρωτοβουλίες τουλάχιστον σε επίπεδο σχεδίων… ”
“είχαν δημοσιευτεί περιοδικά και εφημερίδες και από τον Scalzone και από τους συντρόφους που ήταν κοντύτερα σε αυτόν είχε καλλιεργηθεί” το σχέδιο ενός μεγάλου περιοδικού που θα έπρεπε να γίνει ο πόλος έλξης και αναφοράς ενός μεγάλου χώρου της αριστεράς, που θα πήγαινε πέρα “από εκείνον της Αυτονομίας-Autonomia”.
Η οργάνωση στην συνέχεια διαλύθηκε, σε τέσσερα μέρη: το πρώτο με επικεφαλής τους Thomas, Palmero και άλλους, που υποστήριζαν την αναγκαιότητα μια οργάνωσης πιο αυστηρά παράνομης, εισήλθε στην P.L., ακολουθούμενο τον σεπτέμβρη του ’79 από την ομάδα του Costa,
Το δεύτερο που αποτελούνταν από τους (…), είχε εισρεύσει στο ήδη υπάρχον “Κέντρο Κομουνιστικής Πρωτοβουλίας, Centro di Iniziativa Comunista”που δρούσε στην Padova,
το τρίτο “παρέμεινε συνδεδεμένο με τον Scalzone και το σχέδιο Metropoli” και καλλιεργούσε “μια προοπτική γενικής πολιτικής καθοδήγησης ολόκληρου του κινήματος (συμπεριλαμβάνοντας τις ένοπλες συνιστώσες του) παρά την συγκρότηση μιας αυτοτελούς οργάνωσης  (έπαιρνε μέρος ο Del Giudice, leader κοινωνικού κέντρου “Lenin” του Sesto S. Giovanni),
η τέταρτη, δίχως συγκεκριμένη χροιά, περιλάμβανε πρόσωπα από Milano και Torino.
Και αυτούς της  P.L. είχε πλησιάσει ο Scalzone για να παρέμβει σε μια συνάντηση όπου θα γίνονταν συζήτηση για την δημιουργία του περιοδικού στο οποίο θα μπορούσαν να αναγνωριστούν και να εκπροσωπηθούν από αυτό “όλες οι δυνάμεις που ασκούσαν την ένοπλη πάλη”.
ο Scalzone μιλούσε γι αυτό το περιοδικό σαν μια πρόταση της ομάδας του προς τις άλλες ομάδες. Μα την πρόσκληση την αρνήθηκε η P.L. που υποπτεύονταν προσπάθειες ηγεμονισμού της ένοπλης πάλης από πλευράς του ίδιου του Scalzone.

Mε την σειρά του, ο Valerio Morucci επιβεβαίωνε (ακρ. 13.X.86) πως είχε ακριβώς από τον Scalzone λάβει την πρόταση μιας προμήθειας όπλων, πρόταση που αυτός γύρισε προς την Διοίκηση των φαλαγγών, μα που δεν έγινε αποδεκτή, διότι εκείνο τον καιρό οι B.R. θεωρούσαν άκρως επικίνδυνο “να αποκτήσουν όπλα περνώντας μέσα από πολιτικές επαφές με άλλες ομάδες που δεν είχαν μαζί τους στενή πολιτική ενότητα, δηλαδή πλήρη ταύτιση πολιτική, ενοποίησης στην πραγματικότητα”.
Και θα είναι ακριβώς ο Gigetto Dell’Aglio που επισημαίνει πως “με την απόκτηση εκείνων των όπλων ο Scalzone πίστευε πως θα αποκτήσει μια δυναμική θέση κύρους σχετικά με άλλες ένοπλες οργανώσεις  (B.R.-P.L.) των οποίων τις πολιτικές θέσεις θα μπορούσε ευκολότερα να επηρεάσει, σαν πρόσχημα για να πραγματοποιήσει αυτό που περισσότερο είχε στην καρδιά του:
“να αναλάβει την πολιτική διεύθυνση όλου του πανοράματος της ένοπλης πάλης στην Italia”. Η πολιτική του συμπεριφορά ήταν μήτρας “θεσμικής”, με την έννοια της δυνατότητας χρήσης νόμιμων μηχανισμών πληροφόρησης για να δημιουργήσει την “Αντιεξουσία- Contropotere” μιας οργάνωσης με όρους “Κράτους” εν Κράτη.
Από εδώ “η μέγιστη σημασία” που αποδίδονταν στον ρόλο του περιοδικού “Metropoli”.

Από το 1977 ακόμη – έλεγε ο Morucci – γίνονταν λόγος, με τον Lanfranco Pace για την δημιουργία ενός περιοδικού θεωρητικού-πρακτικού εθνικού χαρακτήρα. Γι αυτό τον σκοπό είχε ανιχνευτεί μια παλιά εφημερίδα της αριστεράς, με όνομα  “Tempi moderni, μοντέρνοι Καιροί” όμως το σχέδιο δεν βρήκε λιμάνι λόγω διαφωνιών που εμφανίστηκαν σχετικά με τον πολιτικό καθορισμό και σχεδιασμό του ίδιου του περιοδικού.
Στην συνέχεια, μέσα στο ’78, η ιδέα επανήλθε μετά από την “ριζική μεταστροφή του πολιτικού ορίζοντα παρέμβασης” λόγω της τεράστιας εισόδου νέων υποκειμένων στο έδαφος της κοινωνικής διένεξης”, εξ ου η αναγκαιότητα που απ’ όλους έγινε αισθητή να γίνει εμβάθυνση “της θεωρητικής επεξεργασίας” και, συνεπώς, να δρομολογηθεί ένα περιοδικό. Μα και μέσα σε αυτή την προοπτική ήρθαν να οριοθετηθούν δυο βασικές τάσεις: εκείνη της οποίας ηγείτο ο Toni Negri που αποσκοπούσε στην “ενίσχυση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών αυτής της νέας υποκειμενικότητας” “δηλαδή του νεανικού προλεταριάτου”, θεωρώντας πως από μόνα τους αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν “εκρηκτικά… αντικρατικά, και πως, συνεπώς, θα είχαν οδηγήσει αυτές τις υποκειμενικότητες “να πέσουν επάνω στους θεσμούς, να τους χτυπήσουν”, και από την άλλη να θέσουν “ένα θέμα μεγαλύτερης επιλεκτικότητας”, “μιας θεωρητικής εμβάθυνσης …. επιλογής της συνέχισης” που θα εκφράζονταν από αυτές τις υποκειμενικότητες, άξιες περαιτέρω ανάπτυξης, “με την μετάγγιση εκείνων της απλής αυθόρμητης και άγριας ανταρσίας”.
Η δυσκολία στην σύνθεση αυτών των δυο τάσεων είχε περιορίσει τον χώρο πρωτοβουλίας σε λίγα υποκείμενα που συνδέονταν μεταξύ τους με »μιαν συνέχεια φιλική»παρά με  “μιαν πολιτική συνέχεια”, αρχίζοντας ξανά ορισμένοι από αυτούς την πολιτική δραστηριότητα μετά τις “σπίθες του ’77”, (όπως ο Piperno, που τα προηγούμενα χρόνια είχε ξαναρχίσει την διδασκαλία στην Καλαβρία και ο Pace που δραστηριοποιούνταν ανάμεσα  “στις έρευνες του CERPET” και “τις παρτίδες poker μέχρι την 5η πρωινή”) με την κίνηση της προσπάθειας να αναλυθεί το κοινωνικό φαινόμενο που προήλθε από τις κινήσεις και τις προτάσεις του ’77, “αντλώντας από τις ενδείξεις θεωρητικού χαρακτήρα για την έναρξη μιας πολιτικής δραστηριότητας μέσα στην νέα κοινωνική διαμάχη”.

Όλη αυτή η προσπάθεια που τέθηκε σε εφαρμογή από τον ίδιο τον Morucci, ήδη το ’77, για να συμπεριληφθούν οι B.R. στην εκδοτική και συντακτική πρωτοβουλία, στην παραδοχή πως το νέο περιοδικό, αν και δεν μπορούσε προφανώς να προτείνει ολοκληρωτικά τις πολιτικές γραμμές της οργάνωσης, θα μπορούσε, ωστόσο, να καταστεί φορέας μιας θεωρητικής επεξεργασίας” τείνουσας σε “μια μεγαλύτερη πολιτική συσπείρωση”, “σε μιαν μεγαλύτερη προσοχή προς τα οργανωτικά προβλήματα”, της “επιλογής των στόχων” και, συνεπώς, στην δημιουργία ενός πολιτικού χώρου μέσα στο κίνημα που θα μπορούσε να έχει επιτρέψει στις B.R. “να ριζώσουν, να ταυτιστούν και να ενσωματωθούν, να αναπτυχθούν, να αλιεύσουν νέα μέλη  με μια κριτική προς τον αυθορμητισμό, που θα μπορούσε να είχε θέσει με τρόπο αιχμηρό  “το πρόβλημα της επιλογής των στόχων”, της  “αναγκαιότητας να δοθεί μια οργανωμένη δομή στις ανάγκες που εκφράζονταν από το νέο κοινωνικό υποκείμενο, δεν είχε ευτυχή κατάληξη. Οι B.R. μην έχοντας ποτέ αποδεχτεί  “να οδηγήσουν την πολιτική τους γραμμή υπό μεταμφίεση” είχαν δηλώσει πως ήταν αντίθετοι στην πρόταση του Morucci, θεωρώντας πως το περιοδικό, αν και θα άγγιζε έναν πιο υψηλό αριθμό αναγνωστών, θα κατέληγε στο σημείο να αντιπροσωπεύει και να προτείνει μια πολιτική γραμμή διαφορετική από εκείνη των B.R.

Παρομοίως αντίθετοι είχαν εκφραστεί σε ανάλογη πρόταση που προώθησε ο Morucci τον αύγουστο του ’78, στην διάρκεια συναντήσεων της Διεύθυνσης των φαλαγγών που έλαβαν χώρα στο Mogliano.
Είχε, πράγματι, επαναληφθεί η συζήτηση σχετικά με το παλιό σχέδιο να δρομολογηθεί ένα περιοδικό  “θεωρητικού, κριτικού, στοχαστικού”χαρακτήρα.
Ήταν ο Pace που μίλησε γι αυτό σε εποχή επόμενη στην έξοδο του από τις B.R., στην διάρκεια μιας συνάντησης στην οποίαν είχε προβάλει την πρόταση μιας συνέντευξης στις B.R. για λογαριασμό ενός ξένου τηλεοπτικού δικτύου (ABC ή NBC).
Όμως η μη διαθεσιμότητα της οργάνωσης να  “διατηρήσει παρατεταμένες πολιτικές σχέσεις ” με όποιον δεν μοιράζονταν “ολοκληρωτικά” την πολιτική της γραμμή, είχε δοθεί προς ενημέρωση με ακλόνητη σταθερότητα.

Συνεχίζεται

http://www.archivio900.it/it/documenti/doc.aspx?id=411

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – α]μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

01. Nota introduttiva εισαγωγικό σημείωμα

REPUBBLICA ITALIANA Ιταλική Δημοκρατία
IN NOME DEL POPOLO ITALIANO Στο όνομα του Ιταλικού Λαού

LA CORTE DI ASSISE DI ROMA Το Κακουργιοδικείο της Ρώμης
(16 maggio 1986) 16 μαίου 1986

DELLA SENTENZA DEL PROCESSO “METROPOLI” Για την απόφαση της δίκης »Μetropoli»

Presidente: Dott. SEVERINO SANTIAPICHI; Πρόεδρος
Giudice: Dott. FERNANDO ATTOLICO; Δικαστής
Pubblico Ministero: Dott. ANTONIO MARINI; Δημόσιος Κατήγορος
Segretario: Pietro DI GIOVANNANTONIO. Γραμματέας

Giudici popolari: Λαϊκοί δικαστές
Sig. MAUR0 BONAVENTURA;
Sig. ENRICO GIARE;
Sig. ANTONIO POCHESCI;
Sig. MARINO CECCARINI;
Sig. GUALTIERO RONDINARA;
Sig. MAURO DI BARTOLOMEIS.

SENTENZA contro: Απόφαση ενάντια σε
1) PIPERNO FRANCESCO γεννημένο στο Catanzaro στις 5.1.1942
κάτ. Campo dei Fiori n. 42 Roma.
LATITANTE CONTUMACE Φυγόδικο

2) PACE LANFRANCO γεννημένο στο Fagnano Alto στις 1.1.1947
κάτ, via Pisa n. 20 Roma
LATITANTE CONTUMACE Φυγόδικο

Και άλλους

Η δίκη “Metropoli” ξεκινά στις 26 ιουνίου 1986, προετοιμασμένη από μιαν διερεύνηση του δικαστού Amato μεγάλη 1018 σελίδες που παρουσιάστηκε στις 31 μαρτίου 1981. Η δίκη ασχολείται ουσιαστικά με τις σχέσεις ανάμεσα στο σχέδιο του περιοδικού “Metropoli” και κάποιων από τους συντάκτες του, ειδικότερα των Pace και Piperno, με την οργάνωση Brigate Rosse, υποθέτοντας συνεπώς πως μεταξύ του Potere Operaio-Εργατικής Εξουσίας του οποίου οι δυο υπήρξαν ηγετικά στελέχη, της Εργατικής Αυτονομίας-Autonomia Operaia και των Ερυθρών Ταξιαρχιών-BR υπήρξε μια στενή σύνδεση, μια προσπάθεια  ένωσης μάλλον όλων των ένοπλων σχηματισμών.
Ο ρόλος που έπαιξαν οι Piperno και Pace στην διάρκεια της απαγωγής Moro, οι επαφές με τους σοσιαλιστές και με τον Morucci, η προσπάθεια να βρεθεί μια μεσολάβηση για την διαπραγμάτευση, ερμηνεύονταν,  αν και ήταν γνωστές οι διαφορές ανάμεσα τους, σαν μια συμφωνία και μια προσπάθεια να ανατραπεί το Κράτος. Οι ‘αποδείξεις ’ βρίσκονταν στα άρθρα που γράφτηκαν στο περιοδικό και σε δημοσιεύματα συνδεδεμένα με αυτό.
Στις 9 φεβρουαρίου 1984 ο δικαστής Imposimato είχε ολοκληρώσει μια δεύτερη έρευνα για την “υπόθεση Metropoli”. Μέσα από καταθέσεις μετανιωμένων ο δικαστής ήταν πεπεισμένος πως μπορούσε να αποδείξει πως οι Piperno και Pace ήταν μεταξύ των υποκινητών της απαγωγής Moro, που είχαν δράσει για να υποχρεώσουν το Κράτος να υποκύψει στον εκβιασμό των BR, και πως είχαν την πρόθεση να ηγεμονεύσουν επί όλων των ένοπλων οργανώσεων.
Η δίκη εισέρχεται στην ακροαματική διαδικασία μόνο το φθινόπωρο του 1986, πρόεδρος ο Severino Santiapichi. Οι μάρτυρες, Morucci, Franceschini, Azzolini, Bonisoli, Faranda, οι μετανιωμένοι Savasta και Fioroni, ο δημοσιογράφος Bocca, ακούστηκαν μέχρι την άνοιξη του 1987. Κάποιοι συνέχισαν να εξηγούν την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών και την σχέση που αυτές είχαν με τους “θεωρητικούς” του κινήματος, άλλοι μίλησαν για όσα γνώριζαν γύρω από τους Pace και Piperno και για τις προσπάθειες τους στην διάρκεια της απαγωγής.
Στις 21 ιουλίου 1987 η Έδρα εξέδωσε την απόφαση. Από την αρχική κατηγορία ποινικής ευθύνης για τον θάνατο της συνοδείας του Μόρο, φθάσαμε, με άσκηση κριτικής της διερεύνησης για ελλείψεις και υπερβολές, σε μιαν καταδίκη για ανατρεπτικές δραστηριότητες. Οι  ‘συγκεκριμένες πράξεις’ δεν επιδείκνυαν μια διασύνδεση μεταξύ του σχεδίου “Metropoli” και των Brigate Rosse.

02. Progetto “Metropoli” το Σχέδιο

Στην κατοικία του Piperno, στην via dei Coronari, n° 99 και στην έδρα του Συνεταιρισμού “Linea di Condotta”, εκδοτικού οίκου του περιοδικού “Metropoli”, και του “Pre-print” βρέθηκαν δυο φωτοαντίγραφα ενός “υπομνήματος για την συζήτηση επάνω στην εφημερίδα” με ημερομηνία 10 μαρτίου 1977, που περιείχε πολλές χειρόγραφες διορθώσεις.
Στο ντοκουμέντο υποστηρίζονταν η αναγκαιότητα μιας εξέτασης πέρα από την αυτονομία όπως επίσης και “σχεδιασμού πέρα από την εξουσία”, για την επιστροφή στην συνέχεια στην εργατική εξουσία σαν προσδιορισμού μιας “μεγάλης τακτικής” του γενικότερου στρατηγικού σχεδιασμού “κομουνιστικής απελευθέρωσης, liberazione comunista”, προσθέτοντας πως “η εφημερίδα πρέπει να είναι μέσα στο κίνημα, και γι αυτό είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί μια πολιτική συμφωνία μεταξύ του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού οργανισμών, τμημάτων και ομάδων που συνθέτουν την εργατική αυτονομία”.
Διακρίνεται η αυτονομία σε “οργανωμένη” και “διάχυτη”, προσφέρεται ένας ακριβής ορισμός “της οργανωμένης αυτονομίας” εννοούμενης ως “σύνολο κομουνιστικών επαναστατικών τμημάτων που τοποθετούνται στο εσωτερικό κάποιων βασικών διακρίσεων που έχουν μια πολλαπλότητα μορφών, από την επίσημη σύνθετη οργάνωση σε ένα δίκτυο συντονισμένο και ενοποιημένο επιτροπών, στην μαχόμενη ομάδα ”.
“Κοινό στοιχείο είναι η συμφωνία των τμημάτων με τα στρατηγικά περιεχόμενα της αυτονομίας της τάξης σαν θεμέλιο της κομουνιστικής προοπτικής του επαναστατικού σχεδιασμού”
Στην χρηματοδότηση της εφημερίδας θα είχαν φροντίσει οι συνιστώσες που αντιπροσωπεύονταν στην σύνταξη.
Η πολιτική συμφωνία ανάμεσα στο μεγαλύτερο δυνατό νούμερο οργανισμών, τμημάτων και οργανωμένων ομάδων έπρεπε να “υλοποιηθεί “σε μια μορφή αποτελεσματικής συνεργασίας , (συνεπώς, όχι μόνο αλληλεγγύης και υποστήριξης) στο πεδίο της αρχικής χρηματοδότησης του σχεδίου και της δέσμευσης των συντρόφων” (στην συντακτικής εργασία, και σε εκείνην “άνωθεν”, και “κάτωθεν ”, αυτής).
Η πρωτοβουλία υλοποιούνταν με την έξοδο του Περιοδικού Metropoli και του παραρτήματος του “Pre-print”.
Προσέφεραν το έργο τους σαν “συντάκτες”, οι Piperno, Pace, Scalzone, Zagato, Maesano, Virno, Castellano και De Feo.
Το περιεχόμενο και νόημα πολλών άρθρων (που εξυμνούσαν τον ένοπλο αγώνα, την χρήση της βίας για να κομματιαστεί το σύστημα και να “διευρυνθούν οι ρωγμές” που θα δημιουργούνταν “στην καρδιά του Κράτους”, ΄καθιστούσε εύλογο να θεωρηθεί πως “η κύρια λειτουργία τόσο του “Metropoli” όσο και του “Pre-print” ήταν εκείνη της “διάδοσης” του αντιθεσμικού προγράμματος, να υποστηρίζει, συνδέει, συγκεντρώνει τις διάφορες ένοπλες ομάδες και μη, που αποτελούσαν και τροφοδοτούσαν στην Ιταλία την εξέγερση, την πολιτική βία σε όλα τα επίπεδα, την τρομοκρατία.
Φτάνει να σταθούμε σε δυο από τα σημαντικότερα γραπτά.

Εκείνο με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο” του Franco Piperno, στο οποίο μεταξύ άλλων, διαβάζουμε:
“Η περίπτωση Moro σημάδεψε, όντως, από πολλές  απόψεις, το υψηλότερο σημείο και, την ίδια στιγμή, τα όρια της τρομοκρατίας. Αυτή σήμερα είναι υποχρεωμένη να διαλέξει – ή σταθεροποιείται και, ίσως τελειοποιείται σαν διαχωρισμένη πρακτική λαϊκό-εκτελεστική, με μορφές, χρόνους και στόχους σχεδόν ιδιωτικούς, για παράδειγμα επιμένοντας στην έμμονη θεματική της απελευθέρωσης των φυλακισμένων.  Σε αυτή την περίπτωση, όπως ήδη έχει συμβεί σε άλλες χώρες, το  φαινόμενο της πολιτικής βίας θα φθάσει στο σημείο να τοποθετείται μέσα στην ποικίλη σοφιστική ηθικολογία της κοινωνικής δυσανεξίας του ύστερου καπιταλισμού – ένα από τα κοινωνικά κόστη που καθημερινά πληρώνει η κυριαρχία, ή ακόμη καλύτερα, επιβαρύνει με αυτό την κοινωνία για την επιβίωση της  – ή αυτή διατρυπά με μορφές ανταρτοπόλεμου στην κυριολεξία – ακολουθώντας συνειδητά το ρίζωμα της μέσα στον νέο αυθορμητισμό. Αυτό, όμως, συνεπάγεται μια βαθιά αναδιάρθρωση της στρατιωτικής οργάνωσης, της οποίας η ικανότητα να διαρκεί και να εξαπλώνεται ανατίθεται στις  “κοινωνικές συνενοχές” περισσότερο παρά στην αυτάρκεια της ίδιας της οργάνωσης.
Είναι αυτονόητο ότι μια επιτυχία σε αυτό το επίπεδο θα είχε ως αποτέλεσμα ένα άλμα στην επιθετική ικανότητα του ένοπλου αγώνα”. “Δεν μπορούμε, πράγματι, να ξεχάσουμε πως  “η απαλλοτρίωση του αγώνα” και της μαζικής πρωτοβουλίας παρεμβαίνει εκεί όπου το κίνημα συγκρούεται ενάντια σε εμπόδια που δεν καταφέρνει να μετακινήσει με δράσεις επαρκείς”, και, ανώφελα χορτασμένο του καλού του δικαιώματος, δεν εξοπλίζεται για να το επιβάλλει, έτσι ώστε η ένταση του καταναλώνεται σε έναν άδειο “καταναγκασμό επανάληψης”, που είναι μοναχά ο πρόλογος ανικανότητας και παθητικότητας.
Να λοιπόν το να παντρέψουμε την τρομερή ομορφιά εκείνης της 12ης μαρτίου 1977 στους δρόμους της Ρώμης με την γεωμετρική ισχύ που ξεδιπλώθηκε στην via Fani καθίσταται η στενή πύλη διαμέσου της οποίας μπορεί να μεγαλώσει ή να χαθεί η επαναστατική διαδικασία”.

Και εκείνο με τίτλο “Piazza Navona, ας ξεκινήσουμε να μιλάμε γι αυτήν” του Paolo Virno (n° 1 του “Metropoli”) στο οποίο μεταξύ άλλων ο συντάκτης, σημειώνοντας πως η επιχείρηση της Piazza Nicosia [κατάληψη των γραφείων του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος] είχε αποτελέσει “ένα σημείο καμπής” “σχετικά με όλη την πολιτικο-στρατιωτική εμπειρία των B.R., συμπεριλαμβανομένης και της via Fani”, με την έννοια  “του περάσματος, που επιδιώχθηκε συνειδητά, από ένα τρομοκρατικό επιχειρησιακό μοντέλο σε ένα μοντέλο ανταρτοπόλεμου” διατύπωνε επιφυλάξεις για την συνάφεια της βλαστάνουσας “μορφής-ανταρτοπόλεμου” σε σχέση με τους στόχους που έπρεπε να επιδιωχθούν.
” (…) αναφερόμενοι αυστηρότερα στις ποιότητες των εξεγερτικών συμπεριφορών της ζωντανής εργασίας, ενισχύοντας την επίδραση τους και διασφαλίζοντας τους “τις συμβατικές δυνάμεις”, η ένοπλη πρωτοβουλία προχωρά γραμμικά σε ένα έργο αποσταθεροποίησης του συστήματος των κομμάτων. Η ”αυτονομία του πολιτικού” είναι, να το πούμε έτσι, η πιο αληθινή της προϋπόθεση. Η χριστιανοδημοκρατία D.C. δεν χτυπήθηκε ωσάν διάρθρωση της σχέσης παραγωγής, από αυτήν ευρέως νομιμοποιημένη, μα σαν  “πλεονασμός της Εξουσίας, σαν αστικό Κόμμα, σαν εκλογική Μηχανή”.
Σε αυτό το σημείο, παρατηρούσε ο συντάκτης, πως μεγαλύτερη πολιτική αποτελεσματικότητα είχε “η εκτέλεση του αφεντικού της casa Schittini”, παρά το ότι είχε απαιτήσει αυτή η επιχείρηση “μια οργανωτική ανάληψη υποχρεώσεων πολύ μικρότερη από εκείνην της Piazza Nicosia”.
Σε αυτήν, είναι αλήθεια, είχε εισαχθεί ένα “κριτήριο μέτρου” της πολιτικής αποτελεσματικότητας της ένοπλης δράσης, “συνιστώσα μέτρησης που δόθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την ενδυνάμωση του κινήματος για κατάληψη σπιτιών” και, γενικότερα, από τα υλικά επιτεύγματα…οικονομικά, κανονιστικά, που κατακτήθηκαν από προλεταριακά στρώματα με την συνδρομή της αντάρτικης πρωτοβουλίας.

το “Metropoli”, συνεπώς, παρουσιάζονταν στον κόσμο της εξέγερσης, σαν μια ένοπλη οργάνωση σε εθνικό επίπεδο που είχε σαν ηγεσία τους Piperno, Scalzone, Pace (v. dich. int. Enzo Pasini Gatti).

Θα πει ο Marco Barbone (ακρόαση 14/X/80) πως το ενδιαφέρον που είχε προκληθεί σε αυτόν από ένα άρθρο που εμφανίστηκε στο περιοδικό “Pre-print” με υπογραφή του Oreste Scalzone επάνω στην “μαχόμενη μονοδιαστασιμότητα των οργανωμένων μικροτμημάτων”, όπου επισκιάζονταν η υπόθεση μιας  “πιθανής οργάνωσης, στην οποίαν θα συζούσαν διάφορα επίπεδα, μεταξύ των οποίων το κοινωνικό των δημόσιων διασκορπισμένων αγώνων και εκείνο το παράνομο… με σκοπό την αποδόμηση του Κράτους”, τον είχε σπρώξει να έρθει σε επαφή, “μέσω ενός στρατευμένου του Pio, κάποιον από το περιβάλλον του Metropoli”. Με αυτό τον τρόπο γνώρισε τον De Feo, από τον οποίον έμαθε στην πραγματικότητα πως το περιοδικό “Metropoli” ήταν η νόμιμη βιτρίνα της οργάνωσης, που χαρακτηρίζονταν, επίσης, από ένα παράνομο επίπεδο προσώπων που είχαν στόχο να πραγματοποιήσουν μια σειρά ένοπλων αναίμακτων δράσεων, όπως ληστείες για αυτοχρηματοδότηση ή πρωτοβουλίες  (…) που κατατάσσονταν σε ένα σχέδιο απελευθέρωσης κρατουμένων που έπρεπε να προωθήσουν.
Του είχε, επίσης, αναφέρει ο De Feo για μιαν διακίνηση όπλων.

Εδώ και κάποιον χρόνο, τον δεκέμβρη του ’79, έλαβε χώρα μια συνάντηση σε ένα ευαγγελικό Κέντρο στο Milano, όπου πήραν μέρος, μετά από πρόσκληση του De Feo, o Barbone και ο Daniele Laus, εκπροσωπώντας την “Guerriglia Rossa”, »Κόκκινο Ανταρτοπόλεμο», παρόντες άλλα τέσσερα στελέχη – σύμφωνα με τα λεγόμενα τους – “του πυρήνα συντονισμού του Metropoli”. Σε αυτήν προτάθηκε στον Barbone και στην ομάδα του να διαπράξουν κάποιες ληστείες για να χρηματοδοτήσουν το περιοδικό και να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές ανάγκες των κρατουμένων και, τελικά, να εισέλθουν στην οργάνωση τους.
ο Barbone και οι δικοί του άδραξαν την ευκαιρία για να θέσουν το ζήτημα της αναγκαιότητας να εμπλουτίσουν και να καλυτερεύσουν, τον εξοπλισμός τους και, για τον σκοπό αυτό, δεν είχαν διστάσει να ζητήσουν δανεικά (λαμβάνοντας τα) από “εκείνους του Metropoli” ένα αυτόματο AK 47 Kalashinskov, ένα πιστόλι διαμετρήματος 9 και ένα revolver διαμ. 38. Αυτά τα όπλα στην συνέχεια, από την “guerriglia rossa” χρησιμοποιήθηκαν για να τελέσουν ληστείες τραπέζης – (βλέπε καταθέσεις του Barbone, (ακρ., 15.X.80).

Συνέχιζε ο Barbone σχετικά με τις συζητήσεις που είχε με τον De Feo:
“Εγώ και ο Laus του λέγαμε πως μας φαίνονταν υπερβολική η τιμή που πληρώθηκε από το Metropoli για εκείνο το σχέδιο, αναφερόμενοι στις πολλές συλλήψεις που είχαν πραγματοποιηθεί στον χώρος της σύνταξης του περιοδικού, επειδή η Δικαστική Αρχή είχε εντοπίσει αυτήν σαν όργανο του ένοπλου Κόμματος”. “Εννοούσαμε τις συλλήψεις των Virno, Castellano, Scalzone, Maesano, Piperno και Pace”. “Η απάντηση του De Feo ήταν πως πράγματι το κόστος υπήρξε υψηλό μα πως εκείνη ήταν η ιστορική στιγμή που έπρεπε να προσπαθήσουν να πραγματοποιήσουν, εν τούτοις, το σχέδιο τους”.
Σχετικά με τις “διασπάσεις” της ρωμαϊκής φάλαγγας των B.R., με την έξοδο του Morucci και της Faranda, ο De Feo του είχε εκμυστηρευτεί πως από την πλευρά του “Metropoli” υπήρξε μια προσπάθεια μεσολάβησης μεταξύ των morucciani από την μια πλευρά και τις B.R. από την άλλη. Ένα στέλεχος του “Metropoli” είχε συναντηθεί σε ένα ρωμαϊκό bar με τους εκπροσώπους των ΕΤ και πως διαμέσου αυτού είχε γίνει προσπάθεια να επιστραφούν τα όπλα που ο Morucci είχε “εσφαλμένα” πάρει μαζί του.
Αυτός, έχοντας δείξει πως ταλαντεύεται, είχε απειληθεί από τον ταξιαρχίτη.
Από εκείνες τις συζητήσεις – συνέχιζε ο Barbone – “συμπεραίναμε πως η ομάδα του Metropoli, επωφελούμενη και εισερχόμενη μέσα σε διαδικασίες αποσύνθεσης ή ανασύνθεσης οργανωτικής που βρίσκονταν σε εξέλιξη τόσο στις B.R. όσο και στην Πρώτη Γραμμή P.L. είχε προσπαθήσει να θέσει τον εαυτό της σαν ηγεμονική ομάδα της μιας και της άλλης δομής, έστω και μόνο σε ιδεολογικό επίπεδο.
Μέχρι του σημείου που είχε καταστεί σαφές πως οι “Minervino, De Feo και οι άλλοι του “Metropoli” αποτελούσαν  “μόνο το μιλανέζικο παράρτημα (και πιθανότατα δεν το εξαντλούσαν) ενός εκτενέστερου σχεδίου του οποίου οι ίδιοι… είχαν μιλήσει και που προχωρούσε, και είχε προωθηθεί, από πρόσωπα σημαντικά όπως, ακριβώς, οι συλληφθέντες συντάκτες στην ρωμαϊκή έρευνα”

ο De Feo – επισήμαινε επί πλέον ο Barbone στην κατάθεση που έδωσε στον Δημόσιο Κατήγορο της Padova στις 19.5.1981 “μιλούσε για το περιοδικό “Metropoli” σαν ένα πολιτικό εργαστήρι καθορισμού των νέων γραμμών του εξεγερτικού και ανατρεπτικού προγράμματος.
…Επάνω στηνAutonomia και σαν σημείο αναφοράς μιας πλατιάς οργάνωσης που χτίζονταν, της οποίας η παράνομη δομή έπρεπε να είχε κυρίως καθήκοντα οργανωτικά υλικοτεχνικά σχετικά με την χρηματοδότηση. όμως, απορρίφθηκε από τον Barbone και τους δικούς του η πρόσκληση να εισέλθουν στην οργάνωση του Metropoli, μιας και αυτοί δεν αποκόμισαν μια θετική εντύπωση για τον De Feo κάτω από το προφίλ των ικανοτήτων πολιτικής διοίκησης και έχοντας αποκομίσει, επιπλέον, την εντύπωση πως τελικά το να καταταχθούν θα μπορούσε να έχει σαν σκοπό μοναχά την χρησιμοποίηση τους για την πραγματοποίηση ληστειών για την χρηματοδότηση της εφημερίδας.

Μα επιστρέφοντας στην διάσπαση που συνέβη σχετικά με τις Κομουνιστικές Επαναστατικές Επιτροπές  Co.Co.Ri. , θα εξηγήσει ο Costantini, στην ακροαματική διαδικασία της 27/X/80, τις αιτίες που την είχαν προκαλέσει. Στην διάρκεια της συζήτησης που διεξήχθη στους κόλπους αυτής της οργάνωσης στην συνέχεια της εκτέλεσης του αξιοτ. Moro, το φθινόπωρο του 1978, ήρθαν να διαφανούν διάφορες πολιτικές γραμμές.
ήδη το καλοκαίρι είχε αποφασιστεί σε επίπεδο Διοίκησης να “εξέλθουν” με ένα νέο περιοδικό, του οποίου το πρώτο νούμερο είχε ονομαστεί “Pre-print”.
Είχε συζητηθεί, σχετικά, εάν θα έπρεπε να αναπτυχθεί η κουβέντα γύρω από την συνηθισμένη δομή διαρθρωμένη σε δυο επίπεδα, ένα νόμιμο, το άλλο παράνομο, ή να “ενδυναμωθεί” ο τρέχον κεντρικός μηχανισμός. ο  Scalzone είχε εντοπίσει την δυνατότητα να δοθεί περισσότερο εύρος σε παρεμβάσεις πολιτικού χαρακτήρα. Η υπόθεση “Metropoli” ήταν εμπνευσμένη με σκοπό να συμπεριλάβει ένα τόξο δυνάμεων, μέσα στις αριστερές, όσο το δυνατόν πλατύτερο, ξεκινώντας από “καταστάσεις κινημάτων αγώνα”, για να αποφευχθούν “αποδράσεις προς τα εμπρός (οργανώσεων όπως οι B.R. και P.L.) και να φθάσει σε ένα είδος  “ομοσπονδίας,  “συγκεκριμένης δράσης” εισηγμένης σε “ένα μοναδικό πολιτικό σχεδιασμό”
Έπρεπε να είναι η εφημερίδα “μέσα σε έναν χώρο πολιτικής συζήτησης” ηγεμονευμένη από τις CO.CO.RI. για να επηρεάζει, έχοντας συγχρόνως πολιτικές δραστηριότητες, έναν διάλογο πιο ολοκληρωμένο ένοπλης πάλης στην Ιταλία”.
Μα πλέον οι άλλες οργανώσεις είχαν σχεδιάσει την πολιτική τους γραμμή (τροφοδοτώντας μια σταθερή κατάσταση επιθετικότητας ενάντια στο Κράτος), επιδεικνύοντας την δική τους “δύναμη πυρός”, την “εκρηκτική δύναμη αφανισμού” των ένοπλων πρωτοβουλιών τους.
Το νούμερο μηδέν του “Pre-print” είχε, με αυτό τον τρόπο, δημοσιευτεί με το χρήμα που προέρχονταν από ληστείες που πραγματοποιήθηκαν από τους ένοπλους μηχανισμούς των Co.Co.Ri., πριν φθάσουμε στην διάλυση τους. Της σύνταξης του εν τη γενέσει περιοδικού έπαιρναν μέρος αγωνιστές αυτής της δομής που είχαν πάρει μέρος σε ενέργειες χρηματοδότησης (Morelli, Farsi, Zagato). Προσδιόριζε ο Costantini πως εκείνο το πρώτο τεύχος της εφημερίδας είχε κοστίσει αρκετά εκατομμύρια επειδή, “παρά την ροή χρήματος που έφτανε στον Scalzone, αυτός είχε τρύπια χέρια” και έδιδε χρήματα σε όλους, “σε έναν για κάποιο φυλλάδιο”, “σε άλλον για μιαν αφίσα, σε άλλον “για κάτι άλλο… ”
Παρόλα αυτά αυτός συνέχιζε να τραβά το ενδιαφέρον των B.R. και P.L σε εκείνο το καινούργιο διάστημα, επάνω στο οποίο θα έπρεπε να ξαναρχίσει ο πολιτικός διάλογος σε διάφορα επίπεδα, νόμιμος και παράνομος.
Από εδώ η σημασία της απόκτησης όπλων που μπήκαν στην Ιταλία από τον Folini και ελήφθησαν από την οργάνωση το φθινόπωρο του 1978, αυτά θα χρησιμοποιούνταν για  “να αποκτήσει αξιοπιστία” και να δοθεί σε αυτήν“μια μεγαλύτερη βαρύτητα” μέσα στο ανατρεπτικό ιταλικό πανόραμα.
Άλλη σημαντική συνεισφορά στην ανακατασκευή της υπόθεσης “Metropoli” έρχονταν από τον Balducchi Ernesto, leader του στρατιωτικού πυρήνα, αποφασισμένου να αναλάβει εκ νέου, μετά την διάλυση των Co.Co.Ri., “μια συζήτηση πολιτικής παρέμβασης σε επίπεδων κολεκτίβων στην επικράτεια.
Από την περίοδο ακόμη του συνεδρίου της Bologna το 1977, θα πει ο Balducchi στην ακροαματική διαδικασία, στις 24.2.87, σε συναντήσεις συντονισμού του χώρου της Αυτονομίας, τονίζονταν η αντίληψη “χτισίματος ενός ενωτικού οργάνου, που θα εξέφραζε την τάση” την πιο ριζοσπαστική που το κίνημα ζούσε εκείνη την στιγμή”, ένα όργανο τύπου που θα συγκέντρωνε τις περιπτώσεις των διαφόρων ομάδων, που σε αυτό θα μπορούσαν να απευθύνονται, να παραπέμπονται σε αυτό”.
Στην διάρκεια της συζήτησης το θέμα ήρθε σε έντονη αντιδιαστολή από όσους θεωρούσαν πως δεν ήταν απαραίτητη “μια δομή που θα συνέθετε” το νέο επίπεδο της σύγκρουσης, μα πως αρκούσε ένα ενωτικό “επίπεδο συνείδησης”. Μια εκδοτική πρωτοβουλία ενωτική υποψήφια ενός ευρύτερου χώρου συναίνεσης θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από μόνη της. Το πολύ οι Co.Co.Ri. θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν ένα “δικό τους” εκδοτικό όργανο ανοιχτό ίσως σε εξωτερικές συνεργασίες, εάν το είχαν θεωρήσει χρήσιμο και παραγωγικό με τους στόχους τους.
Επιβεβαίωνε ο Balducchi την πραγματοποιηθείσα απόκτηση όπλων από πλευράς της οργάνωσης, που είχαν εισέλθει στην χώρα από τον Folini από Χώρες της Μέσης Ανατολής.
Είχε θεωρηθεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά απαραίτητο να εξοπλιστούν με  “βαρύ οπλισμό” για να  “ανυψώσουν την δύναμη πυρός”. Είχε διατεθεί ένα σημαντικό ποσό (γύρω στα 60 εκατομμύρια) και από τον ίδιο τον Balducchi είχε διατυπωθεί επίσης ότι χρειάζονταν για την μεταφορά του stock των όπλων από το Otranto στο Fiumicino και από εκεί στο Milano, όπου είχαν παραμείνει φυλαγμένα στην κατοικία του Costantini.
Στην συνέχεια, μετά την διάσπαση που έλαβε χώρα στους κόλπους των CO.CO.RI., οι διάφορες ομάδες πήραν τα όπλα που τους αναλογούσαν, πηγαίνοντας να τα παραλάβουν απευθείας από την αποθήκη όπου φυλάσσονταν για δυο περίπου μήνες.
Προσέθετε ο  Balducchi πως εάν χρήματα που προέρχονταν από ληστείες, είχαν ξοδευτεί από τον πυρήνα του για την απόκτηση όπλων, σίγουρα δεν είχαν ξοδευτεί για να χρηματοδοτήσουν ένα περιοδικό, αλλά αν μη τι άλλο για την απόκτηση φυλλαδίων, εντύπων, κλπ.
Εξάλλου, από την στιγμή της διάλυσης των Co.Co.Ri. αυτός και οι δικοί του ούτε καν γνώριζαν πως βρίσκονταν ήδη σε δραστηριότητα η σύνταξη του “Metropoli”.
Προς επιβεβαίωση του διπλού επιπέδου στο οποίο κινούνταν η οργάνωση των Co.Co.Ri. ήρθαν να βοηθήσουν οι δηλώσεις του Costa, ο οποίος των Co.Co.Ri. υπήρξε ένας από τους ιδρυτές (ακρ. 27/X/86).
Στο Milano η οργάνωση εκτελούσε  “μια δημόσια πολιτική δραστηριότητα, συνδικαλιστικής αγκιτάτσιας, δημόσιας πολιτικής πρότασης” έστω κι αν ήταν εξτρεμιστικού τύπου, υποστηριζόμενη “από μια δομή στρατιωτικού τύπου.
Ενεργούσε σαν “ομόλογη” η ρωμαϊκή ομάδα, έχοντας μια διαφορετική διαμόρφωση, που έφτασε στο σημείο της διάλυσης μέσα στο 1978 συμπίπτοντας με τα γεγονότα της via FANI, καταβάλλοντας με ακανόνιστο τρόπο την συνεργασία της με τρόπο “υποστηρικτικό στην μιλανέζικη ομάδα, (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της εισαγωγής των όπλων από τον Λίβανο).
Στην στρατιωτική ομάδα έπαιρναν μέρος οι Costantini, Balducchi, Palmero, Farsi, Gasser και άλλοι.
Η Διοίκηση, σχηματισμένη μεταξύ άλλων από τους Scalzone, Del Giudice, Morelli, είχε καθήκον  “διαλόγου και πολιτικής κατεύθυνσης”. Ήταν “μια δομή συντεταγμένη”.
Αυτός, ο Costa, είχε στην διάθεση του το χρήμα, που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση όπλων, να χρηματοδοτηθούν οι “στρατιωτικές”επιχειρήσεις, να αμειφθούν τα έμμισθα στελέχη του στρατιωτικού πυρήνα.
Θύμιζε πως, από την στιγμή που συνέβη η πράξη διάσπασης των Co.co.Ri παραδόθηκε στον Scalzone “σαν αποζημίωση” το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων που προήλθε από ληστείες, που αυτός είχε ζητήσει για το περιοδικό.
Πάντως ανάμεσα στην ομάδα του Scalzone και εκείνη την αμιγώς στρατιωτική, είχε επέλθει μια σιωπηρή συμφωνία, οπότε αυτός δεν θα είχε προβάλει αντίθεση στην εισαγωγή των όπλων από τον Λίβανο, με την προϋπόθεση να μην του τοποθετούνταν εμπόδια για την έναρξη λειτουργίας του περιοδικού. Αυτός σκέφτονταν, μέσα από ένα εκδοτικό όργανο, να χτίσει, έναν νέο επαναστατικό κόμμα της αριστεράς”, το οποίο βασικά θα μπορούσε να έχει απορροφήσει όλα τα “οπλισμένα τμήματα” από τις ένοπλες ομάδες της τρομοκρατίας στα πιο εξτρεμιστικά νόμιμα τμήματα”.
Πάντως, με την πράξη της διάσπασης, εκτός από τα χρήματα που αναφέρθηκαν, η ομάδα του Scalzone πήρε μαζί της τρία αυτόματα τουφέκια, κάποια κοντά όπλα (περίστροφα, κλπ.), που ουσιαστικά αποσύρθηκαν από τους Farsi και Morelli.
Ένας άλλος μαχητής των Co.co.Ri, Gasser Alberto, μιλώντας για ληστείες και δράσεις αφοπλισμού που έπραξε με τους Palmero, Balducchi, και άλλα στελέχη που στην συνέχεια εισήλθαν στο “Metropoli”, στέκονταν λεπτομερώς στο θέμα της εισαγωγής των όπλων από την Μέση Ανατολή. Είχαν πάρει μέρος στην επιχείρηση οι Folini, Costa Maurizio, Balducchi Ernesto, Palmero Piergiorgio και άλλοι μιλανέζοι.
Τα όπλα είχαν φθάσει με την βάρκα του Folini στο Otranto και  από εδώ είχαν μεταφερθεί με την ίδια βάρκα, οδικώς, στο Fiumicino.
Σε αυτό τον τόπο αποσύρθηκαν από τον ίδιο, από κάποιον “Giovanni”, και από τους Balducchi, Palmero, “Ilario ” (Andrea Morelli) στρατιωτικό αρχηγό του »σχεδίου Metropoli” και δυο μαχητών από τις ρωμαϊκές φάλαγγες και μεταφέρθηκαν μέσα σε μεγάλες τσάντες στον σταθμό Termini, απ’ όπου όλα στην συνέχεια έφυγαν για το Milano. Τρεις ήταν οι επιχειρήσεις μεταφοράς, μεταξύ Roma, Ostia και Milano, των όπλων, που περιλάμβαναν: 15 αυτόματα Kalasnikov, ένα τουφέκι ακριβείας MI, col. 33 ένα Fal εκτοξευτήρα χειροβομβίδων, γύρω στις 90 χειροβομβίδες τύπου ananas, γύρω στις εβδομήντα χειροβομβίδες λείες, εκτοξευτήρα χειροβομβίδων “energe”, ένα bazooka, δυο πιστόλια Browing διαμ. 9, μια σημαντική ποσότητα πολεμοφοδίων, δυναμίτη και πυροκροτητή.
Τα όπλα στην συνέχεια διαχωρίστηκαν ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα που σχηματίστηκαν από τις διασπάσεις της Οργάνωσης: ένα μέρος συμπτύχθηκε γύρω από τον Scalzone “Ilario”, “Aldo” και άλλους, δεσμευμένους στην πραγματοποίηση του περιοδικού “Metropoli”; ένα άλλο μέρος γύρω από τον Maurizio Costa, που στην συνέχεια εντάχθηκε στην Πρώτη Γραμμή P.L.
Μετά τις διασπάσεις ο Gasser είχε σχέσεις με τους “Aldo” “Ilario ” και Scalzone.

Συνεχίζεται

http://www.archivio900.it/it/documenti/doc.aspx?id=411

ιστορία

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΚΩΧΗ Ιστορία των Κομουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία SENZA TREGUA Storia dei Comitati Comunisti per il potere operaio (1975 ­ 1976)

Στην Ιταλία το ιστοριογραφικό ενδιαφέρον για τα ανταγωνιστικά κινήματα που διαπότισαν την κοινωνία στα χρόνια του Εβδομήντα συνετρίβη ανάμεσα στο revival του εξήντα οκτώ, την απαγωγή Μόρο και τις συνωμοσιολογικές υποθέσεις που ακολούθησαν. Όλα τα υπόλοιπα εκείνης της ιστορίας εξαφανίστηκαν από ανακατασκευές κατά προσέγγιση ή πολύ προσωπικές.
Αυτό το βιβλίο εξετάζει μια από τις αρκετές οργανωμένες εμπειρίες που πρωταγωνίστησαν εκείνη την μακρά περίοδο αγώνων: τις κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία.
Είναι μια σύντομη ιστορία (διαδραματίζεται από το 1975 στο 1976) αλλά απολύτως υποδειγματική για τα περιεχόμενα και την πολιτική πρακτική που εξέφρασε.


Η γνωριμία του θεωρούμε πως είναι θεμελιώδης για αυτόν που ενδιαφέρεται για εκείνη την περίοδο της ιταλικής ιστορίας: για την γέννηση της ομάδας, για τα πολιτικά και οργανωτικά θέματα που εισήγαγε στο επαναστατικό κίνημα της περιόδου, για τις εξελίξεις που ακολούθησαν με την διάλυση της ομάδας.
Το βιβλίο χρησιμοποιεί αφθονία από είδη πηγών, η αναπαράσταση όμως βασίζεται κυρίως στην εξέταση εγγράφων όπως περιοδικά, φυλλάδια και μανιφέστα στα οποία συγγραφείς είναι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης.

Αυτή η ιστορία της  «Senza tregua» δεν περιορίζεται μόνο στην περίοδο κατά την οποίαν αυτή η ομάδα γεννιέται και πεθαίνει, αλλά πηγαίνει πίσω στον χρόνο, μέχρι την προέλευση των συνιστωσών οι οποίες της έδωσαν ζωή, που είναι βασικά δυο: αυτή που προέρχεται από την «Lotta continua» ‘συνεχής Αγώνας’ και εκείνη που προέρχεται από την «Potere operaio» ‘εργατική Εξουσία’.
Τα χρόνια Εβδομήντα μπήκαν στο αρχείο με βιασύνη, για να μη πούμε πως αφαιρέθηκαν, αλλά παρόλο το ότι φαίνονται ήδη πολύ μακρινά, είναι αντιθέτως ακόμη σχετικά πρόσφατα. Αυτή η νέα συνεισφορά του Emilio Mentasti τα αντιμετωπίζει νικώντας πολλούς κοινούς τόπους, και δίχως να χαρίζεται σε κανέναν δίνει τον λόγο στα ντοκουμέντα, τα οποία από την φύση τους  δεν προσφέρονται εύκολα προς χειραγώγηση αν και δίνουν τροφή σε διάφορες ερμηνείες των πολιτικών επεξεργασιών αυτών που τις παρήγαγαν.
Εισαγωγή

Tα χρόνια Εβδομήντα υπήρξαν η τελευταία περίοδος όπου φάνηκε δυνατό να χτιστεί στην Ιταλία η ιστορική εναλλακτική στην καπιταλιστική κοινωνία. Από τότε ένα πέπλο ασάφειας, άγνοιας και φόβου έπεσε σε όλο αυτό που διέτρεξε εκείνη την περίοδο, η οποία όχι τυχαία ονομάστηκε »τα χρόνια του μολυβιού», μέταλλο βαρύ, γκρίζο, εύπλαστο και γι αυτό διφορούμενο. Η σημασία που έχει το να γράψουμε για εκείνα τα χρόνια ως εκ τούτου δεν βρίσκεται μόνο στο να σκεφτούμε το πόσο ευχάριστες ήταν οι ιδέες που προωθούνταν ή για το γεγονός πως ήταν πραγματικά δυνατή μια αλλαγή, αλλά στο να καταλάβουμε πως, αντίθετα από αυτό που μας προτείνουν, τότε υπήρχε η επίγνωση μιας έντασης ανάμεσα σε αυτό που »είναι» και αυτό που »θα έπρεπε να είναι», διαστάσεις ανταγωνιστικές μεταξύ τους αλλά όχι γι αυτό λιγότερο αληθινές, αντιθέτως είναι ακριβώς μέσα την διαλεκτική που αναπτύσσονται οι πραγματικές αντιθέσεις.Μόνο αποδεχόμενοι αυτές τις δυο διαστάσεις μπορούμε να υποστηρίξουμε την δυναμική σαν ιστορική δυνατότητα και την πραγματοποίησή της σαν ιστορικό γεγονός: να φανταστούμε μιαν κοινωνία πιο ελεύθερη και δίκαιη φαίνονταν σαν πιθανή εναλλακτική οπότε και πραγματική. Το να καταργούμε αυτό το δυνητικό μέγεθος σημαίνει να καταστέλλουμε την ιστορία και γι αυτό το ζήτημα καθίσταται πολιτικό. Η πραγματικότητα που εμφανίζεται σήμερα μπροστά μας είναι εκείνη κατηγοριών σκέψης που έγιναν εναλλάξιμες με τα αντίθετά τους, έτσι ώστε συχνά να ταυτοποιούνται με αυτά, απορρίπτοντας και ξεχνώντας έτσι την ιστορική πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο τους αρνούνται οι φρίκες του φασισμού, παραποιείται η ιδέα του σοσιαλισμού, ξεχνιούνται οι συνθήκες που θεμελιώνουν την δημοκρατία, χάνεται το περιεχόμενο της ελευθερίας. Αυτή η ισοπέδωση επιτρέπει να μπερδεύουμε δικτατορίες με δημοκρατίες, πόλεμο με ειρήνη, αλλοτρίωση με καλή διαβίωση και πρόοδο. Οι παλιές ιστορικές έννοιες αναιρούνται από νέους επιβαλλόμενους ορισμούς, που εξυπηρετούν να μετατρέψουν το ψεύτικο σε αλήθεια.

Σε έναν κόσμο που προβάλλεται να ολοκληρώνει την κατάκτηση της φύσης, η προοδευτική ορθολογικότητα δεν ξέρει τι να τον κάνει τον ιστορικό λόγο-αιτία. Ο αγώνας ενάντια στην ιστορία είναι μέρος εκείνου ενάντια στον νου στον οποίον θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ικανότητες και δυνάμεις φυγόκεντρες, σε θέση να εμποδίσουν την ολοκληρωτική ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινωνία. Να θυμόμαστε το παρελθόν μπορεί να κάνει δυνατή την προαγωγή επικίνδυνων διαισθήσεων και η εγκατεστημένη κοινωνία μοιάζει να φοβάται τα ανατρεπτικά περιεχόμενα της μνήμης. Το να θυμόμαστε είναι ένας τρόπος να διαχωριζόμαστε από τα γεγονότα όπως είναι, ένας τρόπος »μεσολάβησης» που σπάει για λίγες στιγμές την πανταχού παρούσα εξουσία των δεδομένων συμβάντων. Η μνήμη υπενθυμίζει τον τρόμο και την ελπίδα των χρόνων που πέρασαν, η θύμηση κάνει έτσι ώστε στο άτομο να επικρατήσουν οι φοβίες και οι προσδοκίες της ανθρωπότητας, ούτως ώστε ο καθένας να μπορέσει να βρει το καθολικό στο συγκεκριμένο.
Το πρόβλημα μιας ανθρωπότητας δίχως μνήμη δεν είναι δια τούτο συνδεδεμένο με την κατάπτωση της σύγχρονης κοινωνίας αλλά αντιθέτως είναι συνδεδεμένο με την πρόοδο της ιδίας. Αυτή χαρακτηρίζεται για την αρχή του ορθολογισμού και εκκαθαρίζει την ανάμνηση, τον χρόνο και την μνήμη ως παράλογα υπολείμματα.

Ο προοδευτικός ορθολογισμός της βιομηχανικής προηγμένης κοινωνίας, προβλέπει στην συνέχεια το αδύνατο της μνήμης: εάν ήμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε το παρελθόν σαν παρόν, εάν καταφέρνουμε να συνδεθούμε με αυτό, εξουδετερώνουμε τον ορθολογισμό της σκέψης από πλευράς της κατεστημένης πραγματικότητας. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και να πολεμήσουμε το κλείσιμο προς άλλες συζητήσεις και πιθανές συμπεριφορές, μπορούν να αναπτυχθούν έννοιες που τινάζουν την σταθερότητα μιας κλειστής κοινωνίας στον εαυτό της. Να έχουμε ιστορική συνείδηση σημαίνει να παρέχουμε στην κριτική μας σκέψη  ένα μέτρο σύγκρισης που ψάχνει στην ιστορία του ανθρώπου τα κριτήρια της αλήθειας και του ψεύδους, της προόδου και την κατάπτωσης, οπισθοδρόμησης. Το να συνδέουμε το παρελθόν με το παρόν φέρνει στο φως τους παράγοντες που παρήγαγαν τα γεγονότα, που καθόρισαν τον τρόπο ζωής, που αποφάσισαν ποιος είναι το αφεντικό και ποιος ο υπηρέτης; προβάλει τα όρια του παρόντος και τις δυνατότητες εναλλακτικών.

Η απόκτηση αυτής της κριτικής συνείδησης σημαίνει παραβίαση αυτού του κλειστού σύμπαντος της ομιλίας και της απολιθωμένης δομής της.

Έτσι γράφει ο Marcuse:Το κομουνιστικό Manifesto παρέχει ένα κλασικό παράδειγμα. Σε αυτό ο καθένας από τους δυο όρους κλειδιά, μπουρζουαζία και προλεταριάτο, διέπει αντιφατικά κατηγορήματα. Η μπουρζουαζία είναι το υποκείμενο της τεχνικής προόδου, της απελευθέρωσης, της κατάκτησης της φύσης, της δημιουργίας κοινωνικού πλούτου, και της διαστροφής και καταστροφής αυτών των αποτελεσμάτων. Με παρόμοιο τρόπο, το προλεταριάτο κρατά τα χαρακτηριστικά της ολοκληρωτικής καταπίεσης και της ολοκληρωτικής ήττας της καταπίεσης. (Herbert Marcuse, O άνθρωπος σε μια διάσταση, 1967, Einaudi).

Αυτό το βιβλίο ασχολείται με την ιστορία Των κομουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία, πολιτικού σχηματισμού που έδρασε στην Ιταλία μεταξύ του 1975 και του 1976.

«Senza tregua» , »Χωρίς ανακωχή» ήταν το περιοδικό των Επιτροπών, έτσι η ομάδα ονομάζονταν με αυτό τον τρόπο με το ίδιο όνομα. Ο σχηματισμός είχε έναν ρόλο μεγάλης σημασίας στο ανταγωνιστικό κίνημα εκείνων των χρόνων και γι αυτό, δεδομένης της διεισδυτικότητας εκείνου του κινήματος σε ολόκληρη την ιταλική κοινωνία που την διαπερνούσαν δυνατά οι αγώνες εκείνων των χρόνων. Η περίοδος κατά την οποίαν δρα η Senza tregua βλέπει την ορμητική ανάδυση του χώρου της εργατικής Αυτονομίας και την κρίση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων και όχι τυχαία οι κομουνιστικές Επιτροπές σχηματίζονται από εξερχόμενους από την Lotta continua και το Potere operaio, κουβαλώντας μαζί τους θέματα όπως: ισονομία, άρνηση της ανάθεσης, εργατική αυτονομία και κεντρικότητα, οικονομικός μετασχηματισμός για μια νέα πειθαρχία στα εργοστάσια, όχι στον ρεφορμισμό, προλεταριακή δικαιοσύνη και εργατικά διατάγματα, οργάνωση σαν πρόβλημα του κινήματος.

Για εκείνους που κάνουν την επιλογή να πάρουν μέρος στις κομουνιστικές Επιτροπές δεν υπάρχει μια ρήξη ανάμεσα στους πολιτικούς αγώνες του ’68 και αυτά που συμβαίνουν στα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με την οπτική τους η περίοδος πρέπει να ερμηνευτεί σαν μια μακρά ενωτική μάχη, σύμφωνα με τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, το ’68 δείχνει καθαρά πως η ιταλική άρχουσα τάξη, τόσο των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας όσο και εκείνη την »ιστορικής» αριστεράς, διασχίζεται από μια βαθύτατη κρίση, και πως στην Ιταλία υπάρχει μια ισχυρή δυνατότητα να γίνει προσπάθεια για επαναστατικό δρόμο από εργατικής και φοιτητικής πλευράς.

Πραγματικά περιστατικά όπως η εκτέλεση Pedenovi στο Milano, οι πρώτες γαμποποιήσεις επιστατών, η δημιουργία της μαχητικής κομουνιστικής οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, δεν είναι μόνο παράνομες και βίαιες πράξεις, αλλά αντιπροσωπεύουν την επεξήγηση ενός πολιτικού σχεδιασμού πλατύτερου που θα καταστεί περισσότερο ορατό τα επόμενα χρόνια: η ιδέα πως στον νόμιμο αγώνα πρέπει να ενωθεί ο παράνομος ούτως ώστε να φαντάζει η αμφίδρομη φύση, η διπλή κατεύθυνση της αγωνιστικότητας και της δέσμευσης που πρέπει να είναι πολιτική και στρατιωτική ταυτόχρονα, η αναγκαιότητα να ανυψωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, και ακόμη, η άρνηση του ένοπλου αγώνα και της παρανομίας σαν στρατηγικές στιγμές της επαναστατικής πράξης για να παραμείνει πεισματικά μέσα στο κίνημα, όλα αυτά είναι μέρος εκείνου του σχεδιασμού.

Μεταξύ των σχηματισμών στο εσωτερικό του χώρου της εργατικής Αυτονομίας, οι κομουνιστικές Επιτροπές-Comitati comunisti είναι ανάμεσα στους λίγους που παραμένουν πιστοί στην ιδέα της εργατικής κεντρικότητας, στην αναγκαιότητα επομένως να χτιστούν Επιτροπές στα εργοστάσια και στα τμήματα αυτών για να φτάσουν να υπάρχουν εργατικοί πόλοι σε θέση να δημιουργούν εργατική επαναστατική οργάνωση, εκείνη που πρέπει να διατάσσει τους δικούς της νόμους, ανεξάρτητα από εκείνους των αστών.

η Senza tregua είναι σημαντική επίσης για τις επιλογές που θα κάνουν οι πρωταγωνιστές της μετά το τέλος της. Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στο τέλος της εμπειρίας των κομουνιστικών Επιτροπών που θα χωριστούν σε τουλάχιστον τρεις οργανωτικές στιγμές διαφορετικές: Prima linea, Comitati comunisti rivoluzionari και Unità combattenti comuniste – Πρώτη Γραμμή, επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές και μαχητικές κομουνιστικές Μονάδες. Και οι τρεις με οργανωτικές διαδικασίες διαφορετικές, μα με την ιδέα πως η επαναστατική διαδικασία δεν μπορεί παρά να είναι βίαιη, πως το επίπεδο βίας που θα εκφραστεί πρέπει να είναι άμεσα εμφανές, πως η επιλογή της ένοπλης πάλης είναι μια επιλογή που δεν αναβάλλεται για αργότερα. Σίγουρα δεν είναι κάτι το καινούργιο, οι Brigate rosse ζουν και πολύ καλά μάλιστα, άλλες ένοπλες ομάδες όπως οι Gap έχουν ήδη εξαφανιστεί, άλλες είναι έτοιμες να το κάνουν όπως οι ένοπλοι προλεταριακοί Πυρήνες – i Nuclei armati proletari: η διαφορά έγκειται στο γεγονός πως οι μαχητές των Comitati δεν φαντάζονται σαν στρατηγική την ένοπλη επιλογή.

Είναι μια ιστορία αρκετά πολύπλοκη τόσο για τις απαρχές της όσο και για την εξέλιξή της στην συνέχεια μετά την διάλυση. Ακριβώς για να γίνουν πιο ξεκάθαρα τα συμβάντα στην ομάδα, στάθηκε απαραίτητο να ξεκινήσει η έρευνα χτίζοντας απ’ την αρχή την ιστορική πολιτική φάση των αμέσως προηγούμενων χρόνων, με ιδιαίτερη προσοχή στις δυο ομάδες από τις οποίες προέρχονται οι αγωνιστές των Επιτροπών: Lotta continua και Potere operaio, δηλαδή Συνεχής Αγώνας και εργατική Εξουσία. Αυτό είναι σημαντικό διότι οι Comitati ακολουθούν μια πολιτική γραμμή που θεωρούν σε απόλυτη συνέπεια με το οργανωτικό τους παρελθόν. Αυτή η πλευρά, η οποία περιλαμβάνει τα δυο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, δεν είναι σίγουρα μια πλήρης εξέταση της εμπειρίας των δυο ομάδων, αλλά επισημαίνονται εκείνα τα χαρακτηριστικά και εκείνες οι θέσεις που επηρέασαν περισσότερο κάποιους από τους πρώην αγωνιστές στο να στήσουν τον νέο εξωκοινοβουλευτικό σχηματισμό.

Η ιστορία της Lotta continua και του Potere operaio αντιμετωπίζεται λοιπόν όχι για μιαν πλήρη αναπαράσταση μα με σκοπό να καταστήσει πιο κατανοητό το πέρασμα στον νέο σχηματισμό, δίδεται γι αυτό μεγαλύτερη έμφαση σε εκείνα τα θέματα και σε εκείνες τις πρακτικές που στην συνέχεια θα συνοδέψουν την εμπειρία των κομουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία. Η αντιμετώπιση που ενδιαφέρεται για την Lotta continua τελειώνει στα τέλη του 1975, δηλαδή μέχρις ότου κάποιοι απ’ τους αγωνιστές της βγαίνουν από την οργάνωση για να σχηματίσουν την ομάδα της Senza tregua.

Το βιβλίο εκπληρώνει μια ανακατασκευή βασισμένη αποκλειστικά σε πηγές της εποχής, χρησιμοποιώντας κυρίως ντοκουμέντα όπως άρθρα, φυλλάδια και μανιφέστα των οποίων οι συγγραφείς είναι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης. Σε κάποιες περιπτώσεις συμβουλεύτηκαν δικαστικές πράξεις, γνωρίζοντας πολύ καλά πως αυτές περιέχουν μια αλήθεια μερική, μιας και αυτός που δηλώνει υπό κατάσταση περιορισμού δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερος να εκφραστεί πλήρως. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τις δηλώσεις αυτών που απέσπασαν, εξ αιτίας αυτών, οφέλη. Όμως ελήφθησαν έτσι κι αλλιώς υπ όψιν διότι αυτά που ανασκευάστηκαν είναι επίσης μια ιστορία παράνομη που είχε μεγάλο δικαστικό ενδιαφέρον, κάποιες »αλήθειες» όντως τεκμηριώνονται μόνο στα πρακτικά κάποιας δίκης, οπότε η επιλογή υπήρξε εκείνη του να ληφθεί υπ όψη μόνο εκεί όπου αυτά τα ντοκουμέντα αποδεικνύονταν απαραίτητα για μιαν ανακατασκευή πληρέστερη των υποθέσεων της Δίχως ανακωχή και των κομουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία.

Μια άλλη διευκρίνιση, αυτή την φορά όχι για την μέθοδο αλλά για το περιεχόμενο. Η συμμετοχή στις δραστηριότητες των Comitati comunisti ήταν πολύ ετερογενής και σε διάφορα επίπεδα, όχι πάντα σε επικοινωνία μεταξύ τους, επομένως η πρακτική τους δεν μπορεί με τίποτα να συνθλιβεί γύρω από τα λίγα »αιματηρά γεγονότα» που διαπράχθηκαν, δεν γνώριζαν όλοι, δεν συμφωνούσαν όλοι, το turn over στην οργάνωση ήταν υψηλό. Από την ανάγνωση του βιβλίου θα γίνει εμφανές πως η δραστηριότητα των Comitati υπήρξε πολύ ποικιλόμορφη, σε αρμονία με εκείνο που ήταν το ανταγωνιστικό κίνημα εκείνων των χρόνων.


indice del volume

Εισαγωγή

Κεφάλαιο I
Lotta continua

  • Η ιταλική ανωμαλία
  • Το κίνημα και η αντιιμπεριαλιστική βία
  • Η πολιτική παρέμβαση στη Mirafiori
  • Γεννιέται η Lotta continua
  • Η αντιδραστική αντεπίθεση και η επαναστατική βία
  • Από το ‘Να πάρουμε την πόλη’ στην γενική σύγκρουση
  • Ο θάνατος του Luigi Calabresi
  • Χιλή και ιστορικός συμβιβασμός
  • Η οικονομική κρίση
  • Η συζήτηση στην Lotta continua στο Milano
  • Η πρώτη αποχώρηση από την έδρα του Sesto San Giovanni

Κεφάλαιο II
Potere operaio

  • Από «Η τάξη» στην «Potere operaio»
  • Το III συνέδριο της οργάνωσης
  • παράνομη Εργασία και Προβολέας
  • Η κρίση της Potere operaio και το συνέδριο της Rosolina
  • Οι τελευταίοι μήνες της Potere operaio

Κεφάλαιο III
Senza tregua

  • Η εργατική Αυτονομία
  • Από την εργατική Εξουσία στην Γραμμή συμπεριφοράς
  • Κρίση και οικονομική αναδιάρθρωση
  • Το  «ιταλικό κακό»
  • Τάση και Φράξια
  • Οι πρώτες οργανωτικές προσπάθειες
  • «Χωρίς ανακωχή»
  • Οι εργατικές Επιτροπές
  • Οι «μέρες του απρίλη»
  • όχι στην εργατική ενότητα
  • Ο τραυματισμός Fossat
  • Η παρέμβαση στις τοπικές πραγματικότητες: Roma, Firenze, Bergamo, Napoli
  • Ο τραυματισμός De Marco
  • Όχι στο αντεργατικό υπερδιάταγμα
  • Η εκτέλεση Pedenovi
  • Οι εργατικές Επιτροπές στο Torino
  • Οι εκλογές στις 20 ιουνίου 1975
  • Seveso
  • Γεννιέται το μιλανέζικο εργατικό συντονιστικό
  • Ρεαλισμός και επαναστατική πολιτική
  • Το πραξικόπημα των λοχαγών

Ευρετήριο ονομάτων
Ευρετήριο των τόπων

Εμβαθύνσεις

  • Valle Giulia
  • Corso Traiano
  • Οι διαφορές ανάμεσα σε PotOp, Lc και τις μαρξιστικές-λενινιστικές ομάδες
  • Το Circolo Lenin
  • Η Lip
  • Οι σφαγές της piazza della Loggia και του τραίνου Italicus
  • Ο Ομάδα Gramsci
  • Κάποιες σύντομες σημειώσεις βιογραφικές των Guattari, Deleuze και Foucault
  • San Basilio
  • Νόμος Reale
  • Τα προλεταριακά ψώνια
  • Ιούλιος ’60
  • Οι »μέρες του απρίλη»στο Milano
  • Vietnam
  • Η επανάσταση των γαρυφάλλων
  • Μισθός για την οικιακή εργασία
  • «Η εργατική Φωνή» και «Senza tregua»
  • Τα τορινέζικα κέντρα νεότητας
  • Εκτιμήσεις για «Senza tregua»
  • Η καταστροφή του Seveso
  • Οι αυτόνομες Επιτροπές της Ρώμης και η «Senza tregua»

l’autore
ο Emilio Mentasti (Bergamo 1962) εδώ και πολλά χρόνια μελετά τα ανταγωνιστικά κινήματα των χρόνων Εβδομήντα και παίρνει μέρος σε σεμινάρια και συνέδρια γύρω από τις θεματικές εκείνης της περιόδου. Για τις εκδόσεις Colibrì έχει εκδώσει τα βιβλία Bergamo 1967-1980. Lotte organizzazioni movimenti (2002) και La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli (2007), που δημοσιεύτηκε και στα γαλλικά με τίτλο La «Garde rouge» raconte. Histoire du Comitè ouvrier de la Magneti Marelli (Milan, 1975-78) για τις εκδόσεις Les nuits rouges (2009).

http://www.colibriedizioni.it/ricerche/schede/tregua.html