αυτονομία, autonomia

29 φεβρουαρίου 1979 : Για τη γραμμή της μάχης

Το 1979 ανοίγει με δύο ένοπλες ενέργειες που έχουν ισχυρό αντίκτυπο μέσα στο επαναστατικό Κίνημα. Στη Γένοβα στις 24 ιανουαρίου, σκοτώνεται από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες ο Guido Rossa, εκπρόσωπος της Cgil, μέλος της ομάδας περιφρούρησης του PCI-ΚΚΙ, ο οποίος επιτελούσε μια συγκεκριμένη δουλειά διείσδυσης και κατασκοπίας στο εργοστάσιο, που τον οδήγησε να είναι «μοναδικός μάρτυρας» στη δίκη ενάντια στον εργάτη της italsider Francesco Berardi, ο οποίος μοίραζε φυλλάδια προπαγάνδας για τις Βr. Στο Μιλάνο, στις 29 η Prima Linea σκοτώνει τον δικαστή Emilio Alessandrini ο οποίος την διερευνά.

29 febbraio 1979 : Sulla linea di combattimento

Οι Collettivi Politici Veneti παίρνουν το λόγο μιλώντας στο τεύχος 7 της «Αυτονομίας-Autonomia» με το editorial «Σχετικά με τη γραμμή μάχης». Στο έγγραφο επισημαίνεται το πως οι Cpv εννοούν τη σχέση μεταξύ της ένοπλης υποκειμενικής πρωτοβουλίας και της αντιεξουσίας. Υπάρχει μια ακριβής κριτική στην παρανομία και τον υποκειμενισμό των μαχητών. Ας ακούσουμε:

»Λέμε πως το να παίρνουμε θέση και να την αποσαφηνίζουμε σε ορισμένες χρονικές στιγμές είναι κατάλληλο και χρήσιμο.

Λοιπόν, αυτή είναι μια από τις συγκεκριμένες στιγμές. Το ζήτημα που μας απασχολεί, περιορίζεται στους χώρους και τα όρια μιας εφημερίδας, είναι η εξέλιξη και οι αντιφάσεις του κομμουνιστικού ένοπλου αγώνα στη χώρα μας. Η ευκαιρία μας δίνεται από τα γεγονότα της Γένοβα και του Μιλάνο, ή μάλλον από τoν θάνατο ενός «ειδικευμένου» εργαζόμενου του PCI και ενός «δίκαιου» διαχειριστή της καπιταλιστικής δικαιοσύνης, δηλαδή εξ αιτίας δύο επιχειρήσεων μάχης ενάντια σε εκφραστές του εργατικού ρεβιζιονισμού των ημερών μας.
Σε εμάς αυτές οι δύο ενέργειες δεν αρέσουν. Όχι τόσο για το τέλος των δύο εργαζομένων της κοινωνικής μηχανής αντιπρολεταριακού ελέγχου, όσο, ακριβώς, για το μέγεθος, την κατάσταση της υγείας αυτής της μηχανής και τις διαρθρώσεις της μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Επομένως, μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις πολιτικές θέσεις των συντρόφων του «μαχόμενου κόμματος».

ΠΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Αν για εμάς, όπως και για αυτούς τους συντρόφους, το βασικό στοιχείο για την κατάρρευση του οπορτουνισμού και για την έξοδο από τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές γραμμές, οι οποίες εδώ και δεκαετίες, για την ακρίβεια από πάντα, είναι παρούσες και κυρίαρχες μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως και για μια πιθανή υπόθεση επαναστατικής εργατικής εξουσίας, αυτό το στοιχείο έγκειται στην επιλογή του πεδίου του ένοπλου αγώνα. άλλο τόσο, έπεται λόγω αυτής της θεωρητικής και πρακτικής μη αναστρέψιμης για εμάς γνώσης το πρόβλημα του πώς θα καταφέρουμε να οργανώσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα σε μια ιστορική προοπτική απελευθέρωσης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Πράγματι, αν ο ταξικός εχθρός αποκομίζει την εξουσία του, την κοινωνική δικτατορία του ασκώντας την διοίκηση- την εξουσία επί της εργασίας, αυτή η εντολή, αυτή η διοίκηση-εξουσία δεν τροφοδοτείται μόνο από στρατιωτική δύναμη, αλλά και από μια κοινωνική και μαζική ποιότητα αυτής της δύναμης.
Η τεράστια τερατουργικότητα του γραφειοκρατικού-στρατιωτικού μηχανισμού του Πολυεθνικού Καπιταλιστικού Κράτους συνοδεύεται από την πολυπλοκότητα των ταξικών σχέσεων, μεταξύ των τάξεων, σε μια χώρα με καθυστερημένο καπιταλισμό, με την επέκταση, διαρθρωμένη και ριζωμένη ανάμεσα στα προλεταριακά στρώματα, της παρουσίας του ρεβιζιονισμού με λειτουργίες ελέγχου της προλεταριακής συναίνεσης στην κυριαρχία της αστικής νομιμότητας.
Ο αναθεωρητισμός-ρεβιζιονισμός ο οποίος, αν και αρνητικό προϊόν των ταξικών αγώνων, είναι ακόμα εσωτερικός στην τάξη.
Ο ένοπλος αγώνας, λοιπόν, αποκτά χαρακτηριστικά καθολικότητας μόνο εάν εισάγεται μέσα σε ένα πολιτικό και οργανωτικό μονοπάτι που συνδέεται με μια στρατηγική και μια τακτική φάσης εμφυτευμένες στην επίλυση όλων των πτυχών που εκφράστηκαν παραπάνω.
Πιστεύουμε, όντως, μαζί με τον Λένιν, ότι «το κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να θεωρήσει τον παρτιζάνικο πόλεμο ως το μοναδικό και ούτε ακόμη το κύριο μέσο αγώνα» και «ότι αυτό το μέσο πρέπει να υπαχθεί σε άλλα» και ότι «χωρίς αυτή την τελευταία προϋπόθεση, όλα, απολύτως όλα τα μέσα αγώνα στην αστική κοινωνία … παραμορφώνονται, εκπορνεύονται“.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ – Η ήττα της «μπερλινγκουερικής κλίκας» δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει, κατά την άποψή μας, για να είναι μια προλεταριακή νίκη, την ιδεολογικο-πολιτικο-ανθρώπινη και οργανωτική κρίση του ιστορικού εργατικού κινήματος, δηλαδή, μιας επιθυμητής διάρρηξης του.
Ο αναθεωρητισμός στη δομή του, στο στήσιμο του, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε θέση υποταγμένη στον «καπιταλιστικό κόσμο». Επομένως, να τον αλλάξουμε σημαίνει να τον διαρρήξουμε.
Να τον σπάσουμε σίγουρα όχι πηδώντας, άνευ διαμεσολαβήσεων στην πολεμική γραμμή, από ένα επίπεδο ιδεολογικής κριτικής σε ένα επίπεδο συνοπτικής δικαιοσύνης.
Αν και γουρούνια, πληροφοριοδότες, ρουφιάνοι του αφεντικού και κουράδες συμβιβασμένοι με το καπιταλιστικό καθεστώς, οι ρεβιζιονιστές εξακολουθούν να παρουσιάζουν κοινωνικά, μαζικά χαρακτηριστικά, να διαχειρίζονται πλειοψηφικά στρώματα του προλεταριάτου και επομένως, αμέσως και σε αυτό το στάδιο, να προκαλούν σύγχυση, αμηχανία, παραμόρφωση, αντι-κομμουνιστική υστερία και πάνω απ’όλα μια επικίνδυνη αντιστροφή μέσα στην τάξη της δίκαιης αντιπαράθεσης των εργατών και των προλετάριων με τις προτάσεις και τις υποθέσεις του κομμουνιστικού σχεδίου μάχης και απελευθέρωσης κατά και από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Σε ένα πρόγραμμα οργάνωσης, ταυτοποίησης, αποκάλυψης-ξεμασκαρέματος και κατάλληλης αγωνιστικής απάντησης των συμβιβασμένων ρεβιζιονιστών, είναι απαραίτητο παράλληλα να ασκείται με προτεραιότητα η πολιτική, πρακτική και δημόσια κριτική της πολιτικής τους στο επίπεδο των πραγματικών ταξικών αντιφάσεων, επάνω στην πραγματική ισορροπία δυνάμεων σε αυτή τη φάση μεταξύ του προλεταριάτου και του καπιταλισμού, στα εργοστάσια, όπως στους τομείς της κοινωνικής παραγωγής όπως και στην επικράτεια, στις γειτονιές, στην κοινωνία.
Αναγκάζοντας τον ρεβιζιονισμό να αντιπαρατεθεί στο επίπεδο που η μάχη, ο αγώνας σου θέλει να ασκήσει:

ΤΡΙΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Για να μπορέσουμε να κάνουμε όλα αυτά, υπάρχει ανάγκη για μια γενιά επαναστατών των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να εντοπιστούν απλά στην «παράνομη διάσταση».
Δηλαδή, σε μια προσέγγιση στράτευσης που να είναι χρήσιμη για την ανάπτυξη καλά καθορισμένων καθηκόντων μιας ώριμης κομμουνιστικής οργάνωσης, η οποία όμως ακόμη πρέπει να κατακτηθεί, αλλά ανεπαρκής και αποκλίνουσα αν δεν βυθιστεί σε μια πολύ ευρύτερη οργανωτική διάρθρωση. Δεν συμφωνούμε πλέον όταν μια πιθανή ποιότητα της οργάνωσης έρχεται να αναλάβει, όπως υπενθύμισε ο Λένιν νωρίτερα, έναν χαρακτήρα καθολικότητας σε λύσεις στα ερωτήματα και τις οργανωτικές ανάγκες.
Να διαλεχτούμε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα τις αντιφάσεις μεταξύ παράνομης και μη παράνομης στράτευσης υπήρξε χρήσιμο τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε ένα εξαιρετικό εργαστήριο που είναι η αληθινή πραγματικότητα και η συνεχής κίνηση των πραγμάτων, όλες οι ενέργειες, οι υποθέσεις, οι εμπειρίες των κομμουνιστών έχουν αναπτυχθεί μαζί με τα όριά τους κατά τη διάρκεια μιας μακράς φάσης μέσα στην οποία δεν ήταν δεδομένες οι συνθήκες για να επιστρέψουν όλοι σε μια πειθαρχία και ομοιογένεια ενιαίας πορείας οργάνωσης και προγράμματος. Όλοι εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ένοπλος αγώνας στη χώρα μας, με τις διάφορες μορφές που έχουν αναληφθεί και με τους διαφορετικούς τρόπους μάχης που υιοθετήθηκαν, είναι ένα αντικειμενικό και υποκειμενικό αποτέλεσμα ετών και χρόνων αγώνων των εργατών και εξαιρετικής αντίστασης στο καπιταλιστικό σχέδιο αναδιάρθρωσης των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής μεταξύ των τάξεων.
Καλώς, σήμερα, το να αναγνωρίζουμε όλα αυτά δεν είναι πλέον αρκετό.
Το κομμουνιστικό υποκείμενο πρέπει να είναι πειθαρχημένο μέσα σε ένα κεντρικό σχέδιο οργάνωσης ικανό να «το οπλίζει» για να αποδιοργανώσει ολόκληρο το οπλοστάσιο ελέγχου διοίκησης εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους. Το κίνημα πρέπει να εμπλουτιστεί με την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, είναι απαραίτητο να εργαστούμε έτσι ώστε να μπορέσει να ενισχυθεί και να μπορέσει να υποστηρίξει και να δεχθεί την καπιταλιστική πρόκληση σε όλα τα εδάφη όπου συσχετίζονται οι ταξικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια δεν ενδιαφερόμαστε να οικοδομήσουμε ένα πλαίσιο μάχης μόνο στη συνεχή επαλήθευση των δυνατοτήτων να σακατέψουμε και να εκτελέσουμε έναν ταξικό εχθρό, αν δεν δουλέψουμε ή αν εργαστούμε ενάντια σε μια διαφορετική συνολική ποιότητα του συλλογικού κομμουνιστικού υποκειμένου, της διαφορετικότητας, εάν επιτρέπετε, από την συνολική ποιότητα του μεταρρυθμιστικού-ρεφορμιστικού υποκειμένου.
Ως εκ τούτου, μια γραμμή μάχης στο πλαίσιο της πρακτικής του προλεταριακού προγράμματος σε εδαφικό επίπεδο, μέσα στην εμπειρία μαζικής παρανομίας και ανάπτυξης του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Κινήματος ως υποκειμενικό δίκτυο μιας προλεταριακής εξουσίας που αναπτύσσεται επάνω στη χρήση της δύναμης, σταδιακά ανάλογης με τα πιθανά άλματα και τον εξαναγκασμό της και μέσα σε ολόκληρη την προλεταριακή υποκειμενικότητα. Συνεπώς μια διαρθρωμένη και σύνθετη πρακτική του ένοπλου αγώνα. Δεν μπορούμε, σύντροφοι, δεν μπορούμε να γκετοποιήσουμε, πάνω απ’όλα, τις μελλοντικές προλεταριακές δυνατότητες μόνο σε έναν από τους τρόπους διεξαγωγής του αγώνα, της μάχης.
Το στυλ εργασίας των κομμουνιστών πρέπει να είναι από εδώ και στο εξής, όσον αφορά τα θεμελιώδη κριτήρια και τους θεμελιώδεις νόμους του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος, ένα εσωτερικό ερώτημα-ζήτημα για τους κομμουνιστές και το έργο τους. Επιβάλλεται-απαιτείται η εγκατάλειψη, σε σύντομο χρονικό διάστημα, όλων εκείνων των θέσεων που μπλοκάρουν και / ή εμποδίζουν μια διαδικασία ενοποίησης όλων των προλεταριακών πρωτοποριών στην χώρα μας.
Αν ορισμένοι σύντροφοι συνεχίσουν, δυστυχώς, να σπρώχνουν τον επιταχυντή για μια δραστική ευθυγράμμιση θέσεων, μεταξύ των συνιστωσών του κομμουνιστικού κινήματος, επάνω στους διαφορετικούς τρόπους μάχης, σε μια παραπλανητική και όλο και πιο πλαστή και τεχνητή αντίθεση-αντιπαράθεση, τότε από την πλευρά μας θα αποστασιοποιηθούμε όλο και περισσότερο με μια σκληρή πολιτική μάχη κατά των θέσεων αυτών. Πράγματι, η περαιτέρω πρόοδος του έργου των κομμουνιστών των διαφόρων επαναστατικών οργανώσεων θα είναι θετική αν αναλάβει τα καθήκοντα και τις ευθύνες που τους αναλογούν μιας νέας φάσης, αυτή τη φορά πιο πολύπλοκης και ώριμης.
Δεν μας αρέσει εάν διασπαστεί μια σωστή ισορροπία των αναλογιών μεταξύ των δύο κύριων συνιστωσών, γραμμών του επαναστατικού κινήματος, δηλαδή μεταξύ των κομμουνιστών στην παρανομία και των κομμουνιστών της εργατικής αυτονομίας. Πρόκειται για κάτι πολύ άσχημο με πολύ κακές προοπτικές, αν η μια μεταβλητή, η παράνομη, σταματήσει να σχετίζεται με κάποιον τρόπο με τη γενική δυναμική του κομμουνιστικού κινήματος. Η οργανωμένη εργατική αυτονομία δεν λογαριάζεται μόνο με την επιτάχυνση της στρατιωτικής πίεσης του κράτους επάνω στην οργάνωση, αλλά και με τα προβλήματα και τις δυσκολίες που συνδέονται με την επανέναρξη-επανάληψη της προλεταριακής πρωτοποριακής και μαζικής πρωτοβουλίας. Ενδιαφερόμαστε για ένα συλλογικό κομμουνιστικό υποκείμενο «πολιτικά αναγνωρίσιμο» από τους προλετάριους, και όχι μόνο μέσα από τα χρονικά των εφημερίδων, χωρίς άμφια και μεταμφιέσεις που συγχέουν την ουσία αυτού που έχεις να πεις (στην προκειμένη περίπτωση με μεταμφίεση δεν εννοούμε όλους τους κανόνες ασφαλείας και άλλα παρόμοια θέματα).
Είναι απαραίτητο να πειθαρχήσουμε μέσα σε μια ενιαία, δύσκολη και πολύπλοκη προσπάθεια για την οικοδόμηση της οργάνωσης και του προγράμματος.
Η ομοιογένεια, σύντροφοι, πρέπει να αναζητηθεί και να επιδιώκεται πεισματικά. Αλλά με σαφήνεια. Το να χτυπήσουμε κάποιον στα πόδια πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του αποκλεισμού του εργοστασιακού τμήματος, της ικανότητας του κομμουνιστικού κινήματος να αποδιαρθρώσει την επικράτεια, περιοχή ανά περιοχή, με την άσκηση της επαναστατικής αντιεξουσίας. Και αντίστροφα».

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne