ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση. – Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta

Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta. Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση είναι ένα βιβλίο του Enzo Traverso που βγήκε την προηγούμενη χρονιά για τoν Feltrinelli. Tη μελαγχολία πράγματι δεν πρέπει να την παραβλέπουμε ούτε και να την απομακρύνουμε, μας λέει ο συγγραφέας με ξεκάθαρη προοπτική που παραπέμπει στον Benjamin, οφείλεται δε με ρητό τρόπο στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία όντως στρέφει το βλέμμα της προς τους χαμένους, όχι προς τα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική, σημαντική: οι πρώτοι πολέμησαν, αγωνίστηκαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν, στην σιωπηρή αποδοχή ενός πεπρωμένου που κρίθηκε αναπόφευκτο . Μέσα από αυτή την προοπτική γωνιά, αναδιατυπώνοντας τη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη, ο Traverso διατρέχει το παρελθόν για να προσφέρει τη συμβολή του σε μια ριζοσπαστική σκέψη στο ύψος του παρόντος. Pubblichiamo la recensione di Gigi RoggeroΔημοσιεύουμε την ανασκόπηση του Gigi Roggero

Dimenticare il futuro

11 του Αυγούστου 2017.

ο Gigi Roggero επανεξετάζει την »Μελαγχολία της αριστεράς» – “Malinconia di sinistra” του Enzo Traverso

Η Carmen Castillo είναι μια κινηματογραφίστρια, ο άντρας της Miguel Enríquez ήταν ο leader του χιλιανού επαναστατικού κινήματος Mir, που δολοφονήθηκε τον οκτώβρη του 1974 από την αστυνομία του Pinochet. Τόπος όπου σκοτώθηκε ο Μιγκέλ είναι η Rue Santa Fe, που ήταν τότε η παράνομη βάση του Mir και το σπίτι όπου ζούσαν η Carmen, ο Miguel και άλλοι επαναστάτες μαχητές. Στην Rue Santa Fe είναι αφιερωμένο ένα film της Castillo, που βγήκε στις αίθουσες το 2007. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, αφού περιέγραψε την σημασία που αποκρυσταλλώθηκε σε εκείνο τον τόπο, η Castillo διηγείται την ιδέα της να αποκτήσει το σπίτι για να το κάνει μουσείο. Είναι κάποιοι νεαροί χιλιανοί αγωνιστές που την μεταπείθουν, που παραβιάζουν και διαρρηγνύουν εκείνη την μελαγχολική εικόνα που στερείται προοπτικής και επιστρέφει ένα πλαίσιο φαινομενικά ομαλοποιημένο, μέσα στο οποίο να κυριαρχούν ήταν η αλαζονεία των νικητών και η θλίψη των ηττημένων. “Κατάλαβα πως αυτοί οι νεαροί ήμαστε εμείς”, υποστηρίζει η Castillo; καταλαβαίνει δηλαδή πως η μνήμη πρέπει να καταστεί ζωντανή σάρκα για τον αγώνα στο παρόν και όχι μουσειοποίηση ενός παρελθόντος που δεν μπορεί πλέον να εξαργυρωθεί.

Αυτή είναι μια από τις ιστορίες που διηγείται ο Enzo Traverso στο βιβλίο η Μελαγχολία της αριστεράς – Malinconia di sinistra (Feltrinelli, 2016). Η αριστερά για την οποία μιλά ο Traverso χαρακτηρίζεται με όρους “ontologici,  οντολογικούς: τα κινήματα τα οποία, στην διάρκεια της ιστορίας, αγωνίστηκαν για να αλλάξουν την κοινωνία θέτοντας την αρχή της ισότητας ”. Η μνήμη του είναι “μια τεράστια ήπειρος, ένα πρίσμα μέσα στο οποίο διαθλώνται κατακτήσεις και ήττες, ενώ η μελαγχολία είναι ένα συναίσθημα, μια κατάσταση της ψυχής μια διάθεση και ένα μείγμα συναισθημάτων”. Πρόκειται λοιπόν να κάνουμε να αναδυθεί μια κρυμμένη παράδοση, όπως υποδύεται ο υπότιτλος. Μια παράδοση θαμμένη κάτω από τις ήττες της και, με τον ίδιο τρόπο κάτω από τα ερείπια των κατακτήσεων της. Το 1989, υποστηρίζει ο συγγραφέας, σφραγίζει την οριστική δημόσια υπαγωγή στον ολοκληρωτικό κανόνα ολόκληρης της ιστορίας του κομουνισμού, αυτό δημιούργησε κοινωνίες  έχουσες εμμονές με το παρελθόν, εύκολα θύματα του εθνικισμού, έρμαια αυτού.

Η μελαγχολία δεν πρέπει να παρακάμπτεται ή να αφαιρείται, μας λέει ο Traverso σε μια προοπτική καθαρά benjaminiana, ρητά την οφείλουμε στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία στρέφει το βλέμμα της προς τους ηττημένους, όχι στα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική: οι πρώτοι πολέμησαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν μια μοίρα που θεώρησαν αναπόφευκτη. Ο Koselleck επιβεβαίωσε την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία της ιστορίας, ενώ οι νικητές πέφτουν αναγκαστικά σε μια απολογητική ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Και είναι γνωστό πως ο Schmitt χαρακτηρίζονταν, από την αντιδραστική πλευρά, ένας ηττημένος που γράφει την ιστορία. Δεν μιλάμε απλά πως πρέπει να τιμούμε τους ηττημένους , αλλά πως πρέπει επίσης να τους εκδικούμαστε και ως έχουμε καθήκον να ανακαλύψουμε ξανά εκείνη την ιστορία για την οποία αγωνίστηκαν, πολέμησαν.

Εξ άλλου ο τύπος της μελαγχολίας για τον οποίον γίνεται λόγος στο βιβλίο πάντα υπήρχε, σε μια πολύπλοκη και ευμετάβλητη σχέση μεταξύ ιστορίας και μνήμης. Η μαρξιστική μνήμη ήταν στρατηγική, προσανατολισμένη προς το μέλλον. Το τέλος του σοσιαλισμού είχε ως αποτέλεσμα μια κατάρρευση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. Αυτό συνέπεσε με μια μετάβαση από την ουτοπία στη μνήμη. Την ίδια στιγμή, η εξαφάνιση του μέλλοντος οδήγησε τα κινήματα να επινοήσουν εκ νέου τους εαυτούς τους δίχως να εφεύρουν μια παράδοση, όπως αντιθέτως είχαν κάνει περασμένες γενιές αγωνιστών. Έτσι εξηγείται επίσης το γιατί αυτά τα κινήματα τείνουν συχνά σε  “identity politics”, να καταφεύγουν δηλαδή σε πολιτικές ταυτότητας, δηλαδή την πολιτική εκείνων των μικρών ομάδων που διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα για τους ανήκοντες στην δική τους κοινωνική ομάδα ή στην μικροσκοπική κοινοτική ομάδα. Η μνήμη, ξεκαθαρίζει ακόμη ο συγγραφέας, δεν μπορεί να περιοριστεί στον εορτασμό του παρελθόντος, δεν μπορεί να είναι κάτι σαν μνημόσυνο του παρελθόντος: χρειάζεται αντιθέτως να την χρησιμοποιούμε στον αγώνα ενάντια στις αδικίες του σήμερα. Η έλλειψη αυτής, η απουσία της είναι συνεπώς ένα πρόβλημα καθαρά πολιτικό: οι αραβικές εξεγέρσεις, υποστηρίζει για παράδειγμα ο Traverso, δεν είχαν ένα μοντέλο του παρελθόντος και μια φαντασία, μια μυθοπλασία του μέλλοντος. Αυτό που ακολούθησε είναι το χρονικό των ημερών μας.

Όλες λοιπόν οι μνήμες δεν είναι ίδιες. Η μνήμη του Ολοκαυτώματος καταβρόχθισε και αφαίρεσε την μνήμη των αγώνων. Από την εκδίκηση των ηττημένων περάσαμε στον εορτασμό των θυμάτων. Η καθεστηκυία τάξη έχει έτσι επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους, σε τάξη. Ο Traverso υποδηλώνει επομένως την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να επανεφεύρουμε μια πολιτική βασισμένη σε μια διαφορετική συμμαχία ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη. Για την επαναστατική δράση, μας λέει, χρειάζεται ένα στρατηγικό θεμέλιο έτσι όπως ένα συναισθηματικό θεμέλιο, των οποίων η μελαγχολία είναι μέρος. Υπάρχει μετά η μελαγχολία που κατακρημνίζει την δράση και εκείνη που συνοδεύει τον προβληματισμό, αυτές ανήκουν σε στιγμές και φάσεις διαφορετικές, μα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Δεν πρέπει να συγχέουμε καμία από τις δυο με την παραίτηση, και οι δυο έχουν ακυρωθεί από την κεντρικότητα που έχει αποδοθεί στα θύματα. Η επανάσταση δεν πρέπει να εορτάζεται, αλλά να υπενθυμίζεται, δηλαδή, για να επανενεργοποιήσουμε το παρελθόν πρέπει να αλλάξουμε το παρόν.

Για τον Traverso η μελαγχολία μπορεί συνεπώς να μετατραπεί σε μια διαδικασία ενεργή, είναι η προϋπόθεση για μια συλλογική επεξεργασία του πένθους που ανοίγει τον δρόμο για την σύγκρουση με το υπάρχον: “τα φαντάσματα που τριγυρνούν σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι οι εξεγέρσεις του μέλλοντος, μα οι ηττημένες επαναστάσεις του παρελθόντος”. Στην 18η μπρυμαίρ ο Marx δηλώνει πως οι προλεταριακές επαναστάσεις, αντίθετα από αυτές τις αστικές, δεν προχωρούν από επιτυχία σε επιτυχία, αλλά “διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, επιστρέφουν σε αυτό που ήδη φαίνονταν πως ήδη είχε επιτευχθεί για να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή”. Είναι μέσα από την ήττα που η επαναστατική εμπειρία μεταδίδεται από την μια γενιά στην άλλη, διότι μέσα σε αυτή την διαδικασία αναπόλησης έχει αποκτηθεί επίγνωση των δυνατοτήτων του παρελθόντος, εκείνων που δεν εκφράστηκαν ή προδόθηκαν. Αυτή η διαδικασία υποδεικνύει την πίστη στις υποσχέσεις της επανάστασης, όχι στα αποτελέσματα της.

Η “διαλεκτική της ήττας”, ωστόσο, υπήρξε μέρος του μαρξιστικού ιστορικισμού, της ιδέας δηλαδή πως η ήττα προαναγγέλλει τη νίκη, την οδηγεί αντικειμενικά στην μήτρα της. Είναι ορατή στις ταινίες των κομουνιστών σκηνοθετών που αναλύονται στο κείμενο, για παράδειγμα στον Pontecorvo. Η μνήμη χρησιμεύει δηλαδή για το μέλλον, η διαλεκτική της ήττας γίνεται τελεολογία της αναγκαίας νίκης. Έτσι το τώρα μειώνεται σε διαλεκτικό πέρασμα μεταξύ ενός παρελθόντος ημιτελούς και ενός μέλλοντος ουτοπικού. Εδώ είναι που πρέπει να σπάσουμε την αλυσίδα της ιστορίας, να διακόψουμε την γραμμική αφήγηση των νικητών και εκείνη των θυμάτων, να ανοίξουμε ξανά το παρόν στην επαναστατική πιθανότητα-δυνατότητα.

Κατά κάποιο τρόπο ήδη ο Traverso αντιστρέφει την σχέση ανάμεσα στην μνήμη και την ιστορία που έχει θωρακιστεί στον μαρξισμό, σύμφωνα με την οποία η πρώτη είναι υποκειμενική συνεπώς αναξιόπιστη, η δεύτερη αντικειμενική οπότε επιστημονική. Εκείνη η μνήμη όμως δεν πρέπει να καταστεί ένας τόπος, ένα μουσείο μέσα στο οποίο θα αρχειοθετήσουμε ένα παρελθόν το οποίο θέλουμε να αφοπλίσουμε από την δυναμική του, από τις δυνατότητες που έχει για το παρόν. Να προσθέσουμε πως, μαζί με μιαν ριζική κριτική της τελεολογίας, θα έπρεπε άλλο τόσο ριζικά να ασκηθεί κριτική και στην ουτοπία, που έτσι κι αλλιώς είναι η άλλη της πλευρά, το άλλο της πρόσωπο. Δεν νιώθουμε καμιά νοσταλγία για το μέλλον, γιατί αυτό το μέλλον χρησιμοποιήθηκε σαν εργαλείο για να μπλοκαριστούν οι επαναστατικές δυνατότητες, θυσιάστηκαν στο βωμό ενός ήλιου που θα ανέτειλε, στον βωμό του μελλοντικού ήλιου που θα φώτιζε αναγκαστικά την πρόοδο της ιστορίας. Δεν πρέπει λοιπόν να υποπέσουμε στο λάθος να μετατρέψουμε την γενεαλογία σε παρελθόν, το παρόν σε presentismo, την προοπτική σε μέλλον. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αποσπάσουμε την μνήμη από τον εορτασμό των θυμάτων, να την αντιστρέψουμε σε κατασκευή μιας ιστορίας της δικής μας πλευράς ενάντια στην ιστορία των νικητών. Διότι το τέλος βρίσκεται στην θέληση για αγώνα, όχι στο πεπρωμένο της ιστορίας.

Επομένως είναι απολύτως κατανοητή και μοιραζόμαστε μαζί τους την κριτική της πίστης στην πρόοδο και την πεφωτισμένη θρησκεία η οποία, συνεπής με την άποψη που αναφέρεται στον Benjamin διατρέχει όλο το βιβλίο. Ο Traverso μας θυμίζει για παράδειγμα πως, αντίθετα στις κυρίαρχες ερμηνείες, ο φασισμός δεν ήταν η βαρβαρότητα στην οποία αντιτάχθηκε ο πολιτισμός,  αλλά μάλλον ένα παιδί του πεφωτισμένου πολιτισμού, ένας αντιδραστικός μοντερνισμός, απλά σκεφτείτε την τυφλή λατρεία της σύγχρονης τεχνολογίας που τον χαρακτήριζε . Σε αυτό το σημείο μας έρχεται να αναρωτηθούμε γιατί ο συγγραφέας πεισματικά παραπέμπει τον εαυτό του κι εμάς, ακόμη κι από τον τίτλο, στην αριστερά, με την πίστη του στην πρόοδο και στον διαφωτιστικό ιστορικισμό, με την νοσταλγία του στην παθολογική έννοια του όρου, δηλαδή μια λατρεία των θυμάτων που τείνει να αποτρέπει την εκδίκηση των ηττημένων, με το να γίνεται ο εκπρόσωπος μιας ήττας και ενός πόνου  (των άλλων) που γι αυτήν πρέπει να παραμείνουν έτσι. Αυτή είναι η οντολογία του. Οπότε είναι μάταιο να αναζητούμε εκεί ένα καταφύγιο ταυτότητας, για να καθορίσουμε πως σε αυτό που είμαστε πάντοτε με αποφασιστικότητα αντιτέθηκε . Αντί αυτού θα άξιζε τον κόπο να ανακαλύψουμε ξανά τα νήματα της ιστορίας της δικιάς μας πλευράς ξεκινώντας να υποστηρίζουμε πως το αντίθετο της αριστεράς δεν είναι δεξιά, μα επανάσταση. Να λοιπόν πως ίσως η δική μας τίγρης μπορεί να επιστρέψει να πηδά κόντρα στην ιστορία των νικητών.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/784-dimenticare-il-futuro

σύγχρονη σκέψη

η οργάνωση της απαισιοδοξίας L’organizzazione del pessimismo, συνιστάται η ανάγνωσή του σε όλους εκείνους που θα δικάσουν τους αγωνιστές του Επαναστατικού Αγώνα

DOMENICA 19 APRILE 2015  Κυριακή 19 Απριλίου

http://francosenia.blogspot.gr/2015/04/l-del-pessimismo.html

η οργάνωση της απαισιοδοξίας  L’organizzazione del pessimismo

Barbari1

η διαλεκτική του πολιτισμού  La dialettica della civiltà
– Figure della barbarie moderna nel XX secolo – εικόνες της σύγχρονης βαρβαρότητας στον 20 αιώνα
του  Michael Lowy  Μιχαήλ Λεβί

η λέξις »βάρβαρος» είναι ελληνικής καταγωγής: απεικόνιζε, στην αρχαιότητα, τους μη-έλληνες λαούς, που θεωρούνταν πρωτόγονοι, αμόρφωτοι, καθυστερημένοι και βάναυσοι. η αντίθεση ανάμεσα σε πολιτισμό και βαρβαρότητες είναι λοιπόν παλαιά. αυτή βρίσκει μια νέα νομιμοποίηση στην φιλοσοφία του Διαφωτισμού, και θα την κληρονομήσει η αριστερά.

ο όρος »βαρβαρότητες» έχει, σύμφωνα με το λεξικό,  (Petit Robert), δυο σημασίες, ξεχωριστές αλλά συναφείς : «mancanza di civiltà» e «crudeltà del barbaro» – »έλλειψη πολιτισμού» και »σκληρότητα του βάρβαρου». η ιστορία του 20ου αιώνα μας αναγκάζει να ξεχωρίσουμε αυτές τις δυο έννοιες και να σκεφτούμε και προβληματιστούμε γύρω από την έννοια  – φαινομενικά αντιφατική, όμως εκ των πραγμάτων απόλυτα συνεπή – της »πολιτισμένης βαρβαρότητας».

σε τι συνίσταται η »εκπολιτιστική διαδικασία» ? όπως έχει δείξει ο Norbert Elias, μια από τις πιο σημαντικές πτυχές της είναι πως η βία δεν ασκείται πλέον με τρόπο αυθόρμητο, παράλογο και συναισθηματικό, αλλά μονοπωλείται και συγκεντρώνεται από το Κράτος, για την ακρίβεια από τον στρατό και την αστυνομία. χάρη στην διαδικασία εκπολιτισμού, τα συναισθήματα ελέγχονται, η κοινωνική ζωή ειρηνοποιείται, κατευνάζεται και ο φυσικός καταναγκασμός επικεντρώνεται στα χέρια της πολιτικής εξουσίας  (1).

εκείνο που ο  Elias φαίνεται πως δεν αντιλαμβάνεται, είναι η διαλεκτική αντιστροφή αυτού του λαμπερού μεταλλίου: η εξαιρετική δυναμική της συσσωρευμένης βίας του Κράτους….εμπνευσμένος από μια φιλοσοφία αισιόδοξη της προόδου, στα  1939 μπόρεσε να γράψει ακόμη: «αντίστοιχη με την μανία των πολεμιστών της Αβυσσινίας  (…) η με εκείνη των φυλών της εποχής των μεγάλων μεταναστεύσεων, η επιθετικότητα των πιο πολεμοχαρών εθνών του πολιτισμένου κόσμου μοιάζει μετριοπαθής    (…); αυτή δεν εμφανίζεται πλέον στην ωμή βία που έχει εξαπολυθεί, παρά μόνο στα όνειρα και και σε κάποιες εξάρσεις που αποκαλούμαι »παθολογικές» (2).

λίγους μήνες αφότου γράφτηκαν αυτές οι σειρές, ξεκίνησε ένας πόλεμος ανάμεσα στα »πολιτισμένα» έθνη, όπου διαπράχθηκαν πράξεις, των οποίων η »ωμή βία που εξαπολύθηκε» απλά είναι αδύνατον να να συγκριθεί – τόση είναι η δυσαναλογία – με την φτωχή »μανία» των αιθιόπων μαχητών. η σκοτεινή πλευρά της »διαδικασίας εκπολιτισμού» και της κρατικής μονοπώλησης της βίας εκδηλώθηκε τότε σε όλη την φοβερή της δύναμη και δυναμική.

εάν κάποιος αναφερθεί στην δεύτερη σημασία της λέξης »βάρβαρος» – πράξη βάναυση, σκληρή, απάνθρωπη, σκόπιμη παραγωγή του πόνου και της δυστυχίας όπως και του θανάτου των άμαχων (ειδικά των μικρών) – κανείς άλλος αιώνας δεν γνώρισε στην ιστορία του εκδηλώσεις βαρβαροτήτων που να έχουν επεκταθεί τόσο πολύ, τόσο μαζικά, με τέτοια συστηματικότητα όμως τον XX αιώνα. σίγουρα, η ανθρώπινη ιστορία είναι πλούσια σε βάρβαρες πράξεις, που διαπράχθησαν τόσο από τα »πολιτισμένα» έθνη όσο και από τις »άγριες» φυλές. η σύγχρονη ιστορία, από την κατάκτηση των Αμερικών,  παρουσιάζει μια επανάληψη πράξεων αυτού του είδους : την σφαγή των αυτόχθονων λαών των Αμερικανών, το εμπόριο των νέγρων,  τους αποικιακούς πολέμους. πρόκειται για μια »πολιτισμένη» βαρβαρότητα , δηλαδή υποστηριζόμενη από τις αποικιακές Αυτοκρατορίες τις πιο προηγμένες οικονομικά. :

ο Karl Marx υπήρξε ένας από τους πιο σκληρούς κριτικούς παρόμοιων πρακτικών, που συνδέει με τις ανάγκες συσσώρευσης του κεφαλαίου. στο »Κεφάλαιο» και ειδικότερα στο κεφάλαιο για την πρωτόγονη  συσσώρευση, βρίσκεται μια ριζοσπαστική κριτική των φρικαλεοτήτων της αποικιακής εξάπλωσης: η υποδούλωση ή η εξόντωση των ιθαγενών, οι κατακτητικοί πόλεμοι, η εμπορία και διακίνηση των νέγρων. αυτές οι »βαρβαρότητες και οι αποτρόπαιες θηριωδίες» – που σύμφωνα με τον  Marx (που αναφέρεται, συμφωνώντας και εγκρίνοντας τον M.W. Howitt) «δεν συγκρίνονται με τίποτα άλλο και με καμία άλλη εποχή της παγκόσμιας ιστορίας, με καμία ράτσα όσο κι αν ήταν άγρια, όσο κι αν ήταν αδίστακτη, όσο κι αν ήταν ξεδιάντροπη» – δεν συνυπολογίζονται απλούστατα σαν κέρδη και απώλειες της ιστορικής εξέλιξης, αλλά  καταδικάζονται και καταγγέλλονται  για την ακρίβεια ωσάν αίσχος, ατιμία.  (3).

εξετάζοντας κάποιες από τις πιο ακραίες εκδηλώσεις του καπιταλισμού, όπως τους νόμους επί των φτωχών ή τα πτωχοκομεία – αυτές τις »φυλακές των εργατών –  – queste «bastiglie degli operai» – ο Marx γράφει το 1847 αυτό το εξαιρετικό και προφητικό απόσπασμα, που μοιάζει να αναγγέλλει την Σχολή της Φρανκφούρτης : «επανεμφανίζεται η βαρβαρότης, αυτή την φορά όμως αυτή γεννιέται στο ίδιο το στήθος του πολιτισμού και είναι αναπόσπαστο μέρος με αυτόν. είναι η λεπρή βαρβαρότης, η βαρβαρότης σαν λέπρα του πολιτισμού»  (4).

όμως με τον XX secolo ξεπερνιέται ένα όριο, περνούμε σε ένα υψηλότερο επίπεδο: η διαφορά είναι ποιοτική. πρόκειται για μια ιδιαιτέρως σύγχρονη βαρβαρότητα, από την άποψη του ήθους της, της ιδεολογίας της, των μέσων της, της δομής και του μηχανισμού της. θα επιστρέψουμε.

ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος εγκαινίασε αυτό το νέο στάδιο της εκπολιτισμένης βαρβαρότητας. δυο συγγραφείς έχουν, πρώτοι απ’ όλους, κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, στα  1914-15: Rosa Luxemburg και Franz Kafka. παρά τις εμφανείς διαφορές τους, είχαν από κοινού την διαίσθηση  – ο καθένας με τον τρόπο του – πως κάτι δίχως προηγούμενα βρίσκονταν σε σημείο να σχηματιστεί, στην διάρκεια εκείνου του πολέμου.

γράφοντας στα  1915, στην μπροσούρα της »Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας» (που είχε υπογράψει με το ψευδώνυμο «Junus»), με το σύνθημα »σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» η Rosa Luxemburg έσπαζε με την σύλληψη – αστικής προέλευσης, που όμως αποδέχθηκε η II Διεθνής – της ιστορίας σαν διαδικασίας ακαταμάχητης, αναπόφευκτης, »εγγυημένης» από τους »αντικειμενικούς» νόμους της οικονομικής ανάπτυξης ή της κοινωνικής εξέλιξης. αυτό το σύνθημα το βρίσκουμε προτεινόμενο σε κάποια κείμενα των  Marx και Engels, όμως είναι η  Rosa Luxemburg που του δίνει αυτή την ρητή και ακριβή διατύπωση.  αυτή προϋποθέτει μια αντίληψη της ιστορίας σαν ανοικτή διαδικασία, σαν σειρά από »διακλαδώσεις», όπου »o υποκειμενικός παράγων» – συνείδηση, οργάνωση, πρωτοβουλία – των καταπιεσμένων καθίσταται αποφασιστικός. δεν πρόκειται πλέον να αναμένουμε το φρούτο »να ωριμάσει», σύμφωνα με τους »φυσικούς νόμους» της οικονομίας ή της ιστορίας, αλλά να δράσουμε πριν να είναι πολύ αργά.

καθώς το άλλο κέρας της εναλλακτικής συνιστά κίνδυνο: η βαρβαρότητα. σε πρώτη φάση, φαίνεται πως θέλει να εξετάσει την »εκ νέου πτώση στην βαρβαρότητα» όπως είναι »η εξολόθρευση του πολιτισμού», μια κατάπτωση ανάλογη εκείνης της αρχαίας Ρώμης. όμως σύντομα αντιλαμβάνεται πως δεν πρόκειται για μιαν αδύνατη »οπισθοδρόμηση» σε ένα παρελθόν φυλετικό, πρωτόγονο ή »άγριο», αλλά περισσότερο για μια κατ’ εξοχήν μοντέρνα βαρβαρότητα, της οποίας ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος έδωσε ένα παράδειγμα ξεκάθαρο, πολύ χειρότερο στην θανατηφόρα πρακτική του των μαχητικών πρακτικών των »βάρβαρων» κατακτητών στα τέλη της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  ποτέ στο παρελθόν, τέτοιες τόσο σύγχρονες τεχνολογίες – τεθωρακισμένα, δηλητηριώδη αέρια, στρατιωτική αεροπορία –  δεν είχαν τεθεί στην υπηρεσία μιας ιμπεριαλιστικής πολιτικής σφαγής και επιθετικότητας σε μια σκάλα τόσο τεράστια  (5).

οι εμπνεύσεις του  Kafka είναι τελείως διαφορετικής φύσεως.  είναι κάτω από λογοτεχνική μορφή και φαντασιακή που αυτός περιγράφει τις νέες βαρβαρότητες. πρόκειται για μιαν διήγηση με τίτλο  «Η ποινική αποικία»: σε μια γαλλική αποικία, ένας »αυτόχθων» στρατιώτης καταδικάζεται σε θάνατο από τους αξιωματικούς, των οποίων η νομική θεωρία περικλείει σε λίγες λέξεις την πεμπτουσία της αυθαιρεσίας: «η ενοχή δεν πρέπει να αμφισβητείται ποτέ!». η καταδίκη του πρέπει να εκτελεστεί από μια μηχανή για βασανιστήρια που γράφει αργά στο κορμί του διαμέσου βελόνων που τον τρυπούν : «να τιμάς τους ανωτέρους σου».

το κεντρικό πρόσωπο της διήγησης δεν είναι ο ταξιδιώτης που παρατηρεί τα γεγονότα με σιωπηλή εχθρότητα, ούτε ο φυλακισμένος που δεν αντιστέκεται καθόλου, ούτε ο αξιωματικός που προίσταται στην εκτέλεση, ούτε ο διοικητής της αποικίας. είναι η ίδια η μηχανή.
όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από αυτή την ακραία συσκευή (Apparat), που μοιάζει όλο και περισσότερο, στην διάρκεια της επεξήγησης που παρέχεται με πολύ λεπτομερή τρόπο από τον αξιωματικό στον ταξιδιώτη, ως αυτοσκοπός. η συσκευή δεν βρίσκεται εκεί για να εκτελέσει τον άνθρωπο, αλλά είναι περισσότερο ο άνδρας που βρίσκεται εκεί για την συσκευή, για να παράσχει ένα σώμα πάνω στο οποίο να μπορέσει να γραφεί το αισθητικό της αριστούργημα, η αιματηρή γραφή της που απεικονίζεται διαμέσου  «πολλών ανθολογίων και καλλωπισμών». ο ίδιος ο αξιωματικός δεν είναι άλλο από ένας υπηρέτης της Μηχανής, και στο τέλος, κι αυτός θυσιάζεται σε αυτό τον αχόρταγο Μολώχ  (6).

σε ποιαν βάρβαρη »Μηχανή της εξουσίας», σε ποια »Συσκευή που άρχει» και είναι θυσιαστής της ανθρώπινης ζωής, σκέφτονταν ο Κάφκα? στην Ποινική Αποικία που γράφηκε τον οκτώβρη του 1914, τρεις μήνες μετά την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου. στην παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχουν ελάχιστα κείμενα που παρουσιάζουν με τρόπο τόσο διεισδυτικό την λογική του θανάτου της σύγχρονης βαρβαρότητας ωσάν μηχανισμό απρόσωπο.
στα χρόνια μετά τον πόλεμο, αυτές οι εικασίες και οι εμπνεύσεις μοιάζει να χάνονται. ο Walter Benjamin είναι ένας από τους σπάνιους μαρξιστές διανοητές που αντιλαμβάνεται πως η τεχνική και βιομηχανική εξέλιξη μπορεί να γίνει φορέας καταστροφών δίχως προηγούμενα.  από εδώ και η απαισιοδοξία του  – όχι μοιρολατρική, αλλά ενεργητική και επαναστατική. σε άρθρο του το  1929, χαρακτηρίζει την επαναστατική πολιτική σαν «την οργάνωση της απαισιοδοξίας», μιαν απαισιοδοξία σε όλη την γραμμή της : μη εμπιστοσύνη στην μοίρα της ελευθερίας, μη εμπιστοσύνη σε σχέση στην μοίρα του ευρωπαϊκού λαού.  και προσθέτει με ειρωνεία : απεριόριστη εμπιστοσύνη μόνο στην IG Farben (N.d.T.: Χημική Βιομηχανία γερμανική ) και στην ειρηνική τελειοποίηση της Luftwaffe» (7).

αλλά και ο Benjamin, ο πιο απαισιόδοξος απ’ όλους, δεν μπορούσε να φανταστεί μέχρι ποιο σημείο αυτοί οι δυο θεσμοί θα μπορούσαν να φτάσουν και γι αυτά που θα επιδείκνυαν, λίγο χρόνο αργότερα,  την κακιά δηλαδή και καταστροφική ικανότητα του σύγχρονου κόσμου    (8).

barbari2

μπορούμε να προσδιορίσουμε σαν σύγχρονη βαρβαρότητα , την βαρβαρότητα που παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά :
– χρησιμοποίηση των μοντέρνων τεχνικών μέσων. βιομηχανοποίηση του θανάτου. μαζική εξολόθρευση χάρη στις προηγμένες επιστημονικές τεχνολογίες.
– αποπροσωποίηση της σφαγής. ολόκληροι πληθυσμοί – άνδρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά – »εξολοθρεύονται», με την λιγότερη δυνατή επαφή ανάμεσα στα θύματα και τους θύτες, τους υπεύθυνους.
– γραφειοκρατική διαχείριση, διοικητική, αποτελεσματική, σχεδιασμένη, »ορθολογική» (από οργανικής άποψης) των βάρβαρων πράξεων.
– ιδεολογία που νομιμοποιεί μοντέρνου τύπου : »βιολογική», »υγιεινής», »επιστημονική», (και όχι θρησκευτική ή παραδοσιοκρατική ).

τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, γενοκτονίες και σφαγές του εικοστού αιώνα, δεν είναι όλα μοντέρνα κατά τον ίδιο τρόπο : η γενοκτονία των Αρμενίων, το 1915, η γενοκτονία του  Pol Pot στην Cambogia, εκείνη των Tutsi στην Ruanda, κλπ., συνδυάζουν, καθεμία με συγκεκριμένο τρόπο, μοντέρνες πτυχές με αρχαϊκά χαρακτηριστικά.
οι τέσσερις σφαγές που ενσαρκώνουν με τέλειο τρόπο την σύγχρονη βαρβαρότητα είναι : η ναζιστική γενοκτονία ενάντια στους εβραίους και τους τσιγγάνους, η ατομική βόμβα στην Χιροσίμα, τα σταλινικά  Gulag, ο πόλεμος των βορειοαμερικανών στο Βιετνάμ.  τα δυο πρώτα είναι πιθανότατα εκείνα τα εξ ολοκλήρου σύγχρονα : οι θάλαμοι αερίων των ναζιστών και ο βορειοαμερικανικός ατομικός θάνατος περιείχαν πρακτικά όλα τα συστατικά της σύγχρονης τεχνο-γραφειοκρατικής βαρβαρότητας.

το Auschwitz αντιπροσωπεύει την νεωτερικότητα όχι μόνο για τον μηχανισμό του σαν εργοστάσιο θανάτους, επιστημονικά οργανωμένη και που χρησιμοποιεί τις πιο αποτελεσματικές τεχνικές. η γενοκτονία των εβραίων και των τσιγγάνων είναι επίσης, όπως παρατηρεί ο κοινωνιολόγος  Zygmunt Bauman, ένα τυπικό προϊόν της γραφειοκρατικής ορθολογικής κουλτούρας που εξαφανίζει και εξουδετερώνει από την διοικητική διαχείριση κάθε ηθική παρέμβαση. από αυτή την άποψη, είναι ένα από τα πιθανά αποτελέσματα της εκπολιτιστικής διαδικασίας, καθότι εξορθολογισμός και συγκεντροποίηση της βίας, και σαν κοινωνικό έργο ηθικής αδιαφορίας. ed in quanto produzione sociale di indifferenza morale. «σαν κάθε άλλη δράση που γίνεται με τρόπο σύγχρονο – ορθολογικό, σχεδιασμένο, που επικοινωνείται επιστημονικά, και διαχειρίζεται με μορφή αποτελεσματική και συντονισμένη – το Ολοκαύτωμα άφησε πίσω του…όλα τα λεγόμενα  προ-μοντέρνα ισοδύναμά του – κάνοντάς τα να μοιάζουν πρωτόγονα, περιττά και αναποτελεσματικά σε σύγκριση (…)  ορθώνεται πολύ περισσότερο από τα επεισόδια γενοκτονίας του παρελθόντος, αναλογικά με τον τρόπο που το μοντέρνο βιομηχανικό εργοστάσιο ορθώνεται πολύ περισσότερο επάνω από το βιοτεχνικό εργαστήριο …» (9).

η ιδεολογία που νομιμοποιεί την γενοκτονία είναι και αυτή μοντέρνου τύπου, ψευτο-επιστημονική, βιολογική, ανθρωπομετρική, ευγονική.  η βασανιστική χρήση των ψευτο-ιατρικών τύπων είναι χαρακτηριστικό της αντισιμητικής κουβέντας των ναζιστών ηγετών, ακόμη και στις ιδιωτικές τους συζητήσεις. σε μια ανταλλαγή με τον  Himmler, το 1942, ο Adolf Hitler επέμενε: «η μάχη στην οποίαν έχουμε δεσμευτεί σήμερα είναι της ίδιας μορφής με την μάχη που πολεμηθήκαμε, τον προηγούμενο αιώνα, από τους  Pasteur και Koch. πόσες ασθένειες έχουν την προέλευσή τους από τον εβραϊκό ιό…θα μπορούσαμε να κατακτήσουμε εκ νέου την υγεία μας μόνο εξαφανίζοντας τον Εβραίο» (10).

στο αξιοσημείωτο δοκίμιό του για το Auschwitz (11), ο Enzo Traverso επισημαίνει, με νηφάλιες λέξεις, ακριβείς και λαμπερές, το ζήτημα της γενοκτονίας. δεν πρόκειται ούτε για μιαν »απλή ανορθολογική αντίσταση  στην νεωτερικότητα», ούτε για υπολείμματα βαρβαρότητας αρχαϊκής, αλλά για μιαν εκδήλωση παθολογική της νεωτερικότητας, του κρυμμένου προσώπου, κολασμένου, του δυτικού πολιτισμού, μιας βιομηχανικής βαρβαρότητας, τεχνολογικής, »ορθολογικής»  (από την οργανική άποψη).

έτσι, τόσο  το αποφασιστικό κίνητρο της γενοκτονίας – η ρατσιστική βιολογία – όσο και οι μορφές πραγματοποίησής της – οι θάλαμοι αερίων – είναι απόλυτα σύγχρονες.  εάν ο εργαλειακός  ορθολογισμός δεν αρκεί για να εξηγήσει το  Auschwitz, αυτή αποτελεί όχι λιγότερο από την απαραίτητη συνθήκη. στα ναζιστικά στρατόπεδα εξολόθρευσης, βρίσκεται ένας συνδυασμός διαφορετικών τυπικών θεσμοθετήσεων της νεωτερικότητας : η φυλακή που περιγράφεται από τον  Foucault, το καπιταλιστικό εργοστάσιο για το οποίο μιλά ο  Marx, η «επιστημονική οργάνωση της εργασίας » του Taylor, η ορθολογική διοίκηση/γραφειοκρατική σύμφωνα με τον  Max Weber.

αυτός ο τελευταίος είχε, όπως υπογράμμισε ο Marcuse, την έμπνευση της ανατροπής της δυτικής λογικής σε καταστροφική δύναμη. η ανάλυσή του για την γραφειοκρατία ως μηχανή »απανθρωποποιημένη», απ΄ρόσωπη, δίχως ούτε αγάπη ούτε πάθος, αδιάφορη σε όλα εκείνα που δεν είναι ιεραρχικό της καθήκον, είναι ουσιώδης και απαραίτητη για να καταλάβουμε την λογική των πραγματοποιημένων στρατοπέδων θανάτου.  l’intuizione del rovesciamento della ragione occidentale in forza distruttrice.  αυτό ισχύει και για το καπιταλιστικό εργοστάσιο, που ήταν παρών στο   Auschwitz, τόσο στα εργαστήρια της  IG Farben όσο και στους θαλάμους αερίων, τόπο παραγωγής »αλυσίδας» θανάτων. όμως »η τελική λύση» είναι αμείωτη σε οποιαδήποτε οικονομική λογική : ο θάνατος δεν είναι ούτε ένα εμπόρευμα, ούτε μια πηγή κέρδους.

ο Enzo Traverso ασκεί κριτική, με τρόπο πολύ πειστικό, στις επεξηγήσεις – τις εμπνευσμένες, σε διαφορετικούς βαθμούς, από την ιδεολογία της ανάπτυξης – του ναζισμού και της γενοκτονίας σαν παράγωγο της ιστορίας του γερμανικού ανορθολογισμού (Georges Lukacs),  μιας »εξόδου» της Γερμανίας από την κούνια της Δύσης  (Jürgen Habermas) ή ενός κινήματος »από-πολιτισμού» (Entzivilisierung) εμπνευσμένο από μια ιδεολογία »προ-βιομηχανική» (Norbert Elias). εάν η διαδικασία εκπολιτισμού σημαίνει, κυρίως, την κρατική μονοπώληση της βίας – όπως δείχνουν, μετά τον  Hobbes, τόσο ο  Weber όσο και ο Elias – πρέπει να αναγνωρίσουμε πως στη βία του Κράτους βρίσκεται η καταγωγή κάθε γενοκτονίας του  XX αιώνα. το Auschwitz δεν αντιπροσωπεύει μια »οπισθοδρόμηση» προς το παρελθόν, προς μιαν ηλικία αρχέγονη, αλλά κυρίως αλλά μια από τις πιθανές όψεις του βιομηχανικού δυτικού πολιτισμού. αποτελεί τόσο μια ρήξη με την ανθρωπιστική παγκοσμιοποιημένη κληρονομιά  του Διαφωτισμού, όσο και ένα φοβερό, τρομακτικό παράδειγμα των αρνητικών και καταστροφικών δυνατοτήτων του πολιτισμού μας.

εάν η εξολόθρευση των εβραίων από πλευράς του Τρίτου Ράιχ συγκρίνεται με άλλες βάρβαρες πράξεις, παραμένει έτσι κι αλλιώς ένα μοναδικό γεγονός. πρέπει να σπρώξουμε προς τα πίσω τις ερμηνείες που μπερδεύουν τις διαφορές ανάμεσα στο  Auschwitz και τα σοβιετικά στρατόπεδα, ή τις αποικιακές σφαγές, τα  progrom, κλπ. (12).

το έγκλημα πολέμου που έχει μεγαλύτερη ομοιότητα με το  Auschwitz είναι – όπως πολύ καλά αντιλήφθηκαν τόσο ο  Günther Anders όσο και ο  Dwight MacDonald – η Hiroshima: και στις δυο περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με μια μηχανή θανάτου φοβερά σύγχρονη, τεχνολογικά και »ορθολογικά». εξίσου υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές.

καταρχήν, οι αμερικανικές αρχές δεν είχαν ποτέ σαν στόχο – όπως είχαν οι αρχές του Τρίτου Ράιχ – να εκτελέσουν μια γενοκτονία ολόκληρου ενός πληθυσμού: στην περίπτωση των γιαπωνέζικων πόλεων, η σφαγή δεν υπήρξε, όπως στα ναζιστικά στρατόπεδα, αυτοσκοπός, αλλά ένα απλό »μέσο» με στόχο πολιτικό. ο στόχος της ατομικής βόμβας δεν ήταν η εξολόθρευση του ιαπωνικού πληθυσμού, σαν αυτόνομος σκοπός. επρόκειτο περισσότερο για την επιτάχυνση του τέλους του πολέμου και για να δείξουν την αμερικανική στρατιωτική υπεροπλία σε σχέση με την Σοβιετική Ένωση.  μια μυστική έκθεση στον πρόεδρο Τρούμαν του μαίου  1945, il Comitato Target – η Επιτροπή του στόχου, που περιελάμβανε τους στρατηγούς  Groves, Norstadt και τον μαθηματικό Von Neumann – παρατηρεί με ψυχρότητα: «ο θάνατος και η καταστροφή θέλουν όχι μόνο να σπείρουν τον φόβο στους ιάπωνες που θα επιζήσουν και να τους κάνουν να πιέσουν για την παράδοση, αλλά, επί πλέον,  (σαν bonus), να τρομοκρατήσουν την Σοβιετική Ένωση. εν ολίγοις, η Αμερική θα μπορούσε να θέσει πιο γρήγορα τέλος στον πόλεμο και την ίδια στιγμή να συμβάλλει  στην διαμόρφωση του κόσμου μετά τον πόλεμο» (13).

για να αγγίξουν αυτούς τους πολιτικούς στόχους, χρησιμοποιήθηκαν οι πιο προχωρημένες  επιστήμες και τεχνολογίες και εκατοντάδες χιλιάδες αθώοι πολίτες, γυναίκες, άνδρες, και μωρά, σφαγιάστηκαν – για να μην μιλήσουμε για την μόλυνση από ακτινοβολία ατομική των επόμενων γενεών.
μια άλλη διαφορά από το Auschwitz υπήρξε, δίχως αμφιβολία, το πολύ μικρότερο νούμερο σε θύματα. η σύγκριση όμως ανάμεσα στις δυο μορφές βαρβαρότητας γραφειοκρατικό-στρατιωτική δεν είναι λιγότερο σχετική. οι ίδιοι οι αμερικανοί διοικητές είχαν επίγνωση του παραλληλισμού με τα ναζιστικά εγκλήματα: σε μια συζήτηση με τον  Truman, που έλαβε χώρα στις 6 ιουνίου  1945, ο γραμματέας του Κράτους  Stimson προέβαλε τα αισθήματα του : «του είπα πως ανησυχούσα γι αυτή την πτυχή του πολέμου…από την στιγμή που δεν ήθελα με τίποτα οι ΗΠΑ να κερδίσουν την φήμη πως ξεπέρασαν τον Hitler σε αγριότητα»(14).

για πολλούς, και βλέποντάς το κάτω από πολλές γωνίες, η  Hiroshima αντιπροσωπεύει ένα ανώτερο επίπεδο νεωτερικότητας, τόσο από επιστημονικής και τεχνολογικής καινοτομίας που εκπροσωπεί το ατομικό όπλο, όσο για τον ακόμη πιο απόμακρο χαρακτήρα, απρόσωπο, καθαρά »τεχνικό» της εξολοθρευτικής πράξης: το να πατάς ένα κουμπί, το να ανοίγεις την πόρτα που ελευθερώνει την πυρηνική φόρτωση. στο κατάλληλο και άσηπτο πλαίσιο του ατομικού θανάτου που παραδίδεται από τον αέρα, αφήνουμε πίσω μας κάποιες μορφές που παρουσιάστηκαν με αρχαϊκό τρόπο από το Τρίτο Ράιχ, όπως οι εκρήξεις αγριότητας, ο σαδισμός και η εκτελεστική μανία των αξιωματικών των SS. αυτή η νεωτερικότητα βρίσκεται ξανά στο αμερικανικό summit που λαμβάνει – αφού πρώτα με προσοχή και »ορθολογισμό» εστάθμισε τα υπέρ και τα κατά – την απόφαση να εξολοθρεύσει τον πληθυσμό στην Hiroshima και στο Nagasaki: ένα οργανόγραμμα γραφειοκρατικό πολύπλοκο σχηματισμένο από επιστήμονες, στρατηγούς, τεχνικούς, αξιωματούχους και πολιτικούς τόσο γκρίζους όπως ο  Harry Truman, στους αντίποδες της παράλογης πρόσβασης στο μίσος του  Adolf Hitler και των τραμπούκων του.

στην διάρκεια των συζητήσεων που προηγήθηκαν την απόφαση να ρίξουν την βόμβα, κάποιοι αξιωματικοί, όπως ο στρατηγός  Marshall, εξέφρασαν τις επιφυλάξεις τους, στο μέτρο κατά το οποίο υπερασπίζονταν τον παλαιό στρατιωτικό κώδικα, την παραδοσιακή αντίληψη του πολέμου, που αρνείται να αποδεχτεί πολίτες να εξολοθρεύονται με πρόθεση. τέτοιοι αξιωματικοί ηττήθησαν από μια νέα άποψη, πιο μοντέρνα, θαμπωμένη από την επιστημονική και τεχνική καινοτομία  του ατομικού όπλου; μια άποψη που δεν ήξερε τι να κάνει με τους αρχαϊκούς στρατιωτικούς κώδικες και ενδιαφέρονταν μονάχα με τους υπολογισμούς των κερδών και της χασούρας, δηλαδή για τα κριτήρια πολιτικό-στρατιωτικής αποτελεσματικότητας  (15).

πρέπει να προσθέσουμε πως ένα συγκεκριμένο νούμερο επιστημόνων που είχε πάρει μέρος, λόγω αντιφασιστικών αντιλήψεων, στην εργασία προετοιμασίας της ατομικής βόμβας, διαμαρτυρήθηκε ενάντια στην χρήση της ανακάλυψής τους ενάντια στον άμαχο πληθυσμό των ιαπωνικών πόλεων.

λίγα πράγματα για τα σταλινικά  Gulag : αν και έχουν πολλά κοινά με το  Auschwitz – σύστημα στρατοπέδου συγκέντρωσης, καθεστώς ολοκληρωτικό,  εκατομμύρια τα θύματα – δεν ξεχωρίζει λιγότερο για το γεγονός πως ο στόχος των σοβιετικών στρατοπέδων δεν ήταν η εξολόθρευση των κρατουμένων αλλά η άγρια εκμετάλλευσή τους ωσάν εργατική δύναμη υποδουλωμένη. να το πούμε με άλλα λόγια : μπορούν να συγκριθούν  Kolyma και Buchenwald, όχι όμως το Gulag και η Treblinka.  καμία μακάβρια λογιστική – όπως αυτή του  Stéphane Courtois και άλλων αντικομουνιστών εξ επαγγέλματοςe  . μπορεί να διαγράψει τέτοια διαφορά.

το Gulag υπήρξε μια μορφή σύγχρονης βαρβαρότητας στο μέτρο κατά το οποίο διοικήθηκε γραφειοκρατικά από ένα ολοκληρωτικό Κράτος, και δόθηκε στην υπηρεσία φαραωνικών σταλινικών σχεδιασμών για να »συγχρονιστεί» οικονομικά η ΕΣΣΔ. όμως αυτό χαρακτηρίζεται επίσης για τις πτυχές του τις πιο »πρωτόγονες»: διαφθορά, αναποτελεσματικότητα, μεροληψία, »ανορθολογισμός». για αυτό τον λόγο, τοποθετείται σε ένα σκαλάκι κατώτερο καινοτομίας, σε σχέση με το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Τρίτου Ράιχ (16).

τέλος, ο αμερικανικός πόλεμος στο Vietnam – φρικτός λόγω του αριθμού των αμάχων που σφαγιάστηκαν απ’ τους βομβαρδισμούς, από τις βόμβες  napalm ή από τις ομαδικές εκτελέσεις – αποτελεί, για πολλούς λόγους και από πολλές πλευρές, μια παρέμβαση ακραία σύγχρονη, μοντέρνα: βασισμένος σε »ορθολογικό»σχεδιασμό  – διαμέσου της χρήσης των υπολογιστών, και μιας στρατιάς ειδικών – κινητοποίησε έναν πολεμικό εξοπλισμό και όπλα πολύ εξελιγμένα, στην πρωτοπορία της τεχνολογικής προόδου των χρόνων  1960 και 70: B-52, napalm, ζιζανιοκτόνα, βόμβες διασποράς, κλπ. (17).

barbarie3

αυτός ο πόλεμος δεν υπήρξε μια αποικιακή σύγκρουση όπως οι άλλες : φτάνει να υπενθυμίσουμε πως η ποσότητα βομβών και εκρηκτικών που ερίφθησαν στο  Vietnam ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε στην διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου από τους αντιμαχόμενους!  όπως για την Χιροσίμα, η σφαγή δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά ένα πολιτικό μέσο; και εάν ο αριθμός των νεκρών υπήρξε πολύ μεγαλύτερος αυτού των δυο ιαπωνικών πόλεων, δεν βρίσκεται στον πόλεμο του Βιετνάμ αυτή η τελειότητα της τεχνικής καινοτομίας που είναι απρόσωπη, αυτή η επιστημονική αφαίρεση του θανάτου, που χαρακτηρίζει τον ατομικό θάνατο(18).

η αντιφατική φύση της »προόδου» και του μοντέρνου »πολιτισμού» βρίσκεται στην καρδιά των προβληματισμών της Σχολής της Φρανκφούρτης. Nella «Dialettica dell’Illuminismo» (1944),  στην Διαλεκτική του Διαφωτισμού, οι Adorno και Horkheimer σημειώνουν την τάση του εργαλειακού ορθολογισμού να μεταμορφώνεται σε εγκληματική τρέλα: το «φως από πάγο» της σκέψης που κάνει υπολογισμούς »οδηγούν τον σπόρο της βαρβαρότητας να ωριμάσει και να μεγαλώσει». σε ένα σημείωμα που συντάχτηκε το 1945, για την  «Minima Moralia», o Adorno χρησιμοποιεί την έκφραση »οπισθοδρομική πρόοδος» ψάχνοντας να εξηγήσει την παράδοξη φύση του μοντέρνου πολιτισμού.

ωστόσο. οι ίδιες του οι εκφράσεις πληρώνουν ακόμη ένα τίμημα, παρόλα αυτά, στην φιλοσοφία της προόδου. στην πραγματικότητα, το  Auschwitz και η  Hiroshima δεν είναι σε τίποτα μια »οπισθοδρόμηση στην βαρβαρότητα» – ; ή μια »οπισθοδρόμηση» tout court: δεν υπάρχει τίποτα στο παρελθόν, που να είναι συγκρίσιμο με την βιομηχανική παραγωγή, επιστημονική, ανώνυμη, και ορθολογικά διαχειρίσιμη, του θανάτου  όπως συμβαίνει στους καιρούς μας. φτάνει να συγκρίνουμε το Auschwitz και την Hiroshima με τις μαχητικές πρακτικές των βάρβαρων φυλών του  IV αιώνα ΠΧ για να καταλάβουμε πως δεν έχουν τίποτα κοινό  : η διαφορά δεν είναι μονάχα στο μέτρο αλλά στην φύση. μπορούν να συγκριθούν οι πιο »άγριες» πρακτικές των »αγρίων» – θάνατος τελετουργικός των αιχμαλώτων πολέμου, κανιβαλισμός,  αποκεφαλισμοί, κλπ. – με έναν θάλαμο αερίων ή με μιαν ατομική βόμβα ?  πρόκειται για φαινόμενα τελείως καινούρια, που υπήρξαν δυνατά μονάχα στον  XX αιώνα.
οι μαζικές θηριωδίες που τελειοποιήθηκαν τεχνολογικά και οργανώθηκαν γραφειοκρατικά ανήκουν μόνον στον δικό μας πολιτισμό προηγμένο βιομηχανικά. Auschwitz και Hiroshima δεν είναι με τίποτα »οπισθοδρομήσεις» : είναι εγκλήματα ανεπανόρθωτα και απολύτως σύγχρονα.

υπάρχει όμως ένας τομέας ειδικός της »πολιτισμένης βαρβαρότητας», σύμφωνα με τον οποίον μπορούμε να μιλήσουμε για οπισθοδρόμηση : πρόκειται για τον βασανισμό. όπως υπογραμμίζει ο  ERic Hobsbawm στο θαυμάσιο κείμενο του  1944, ‘Barbarism, A User’s Guide’: «ξεκινώντας από το  1872, τα βασανιστήρια υπήρξαν τυπικά διαγραμμένα από τις δικαστικές και νομικές διαδικασίες των πολιτισμένων χωρών. θεωρητικά, το βασανιστήριο δεν ήταν πλέον ανεκτό στον μηχανισμό καταναγκασμού του Κράτους.  η προκατάληψη και επιφύλαξη ενάντια σε αυτή την πρακτική ήταν τόσο δυνατή που αυτή δεν μπόρεσε πλέον να επιστρέψει μετά την ήττα της γαλλικής Επανάστασης που την είχε, σίγουρα, καταργήσει. (…)  θα μπορούσαμε να υποπτευθούμε πως στις γωνίες των παραδοσιακών βαρβαροτήτων που αντιστέκονται στην ηθική πρόοδο – για παράδειγμα τις στρατιωτικές φυλακές ή άλλους ανάλογους θεσμούς – δεν αποδυναμώθηκε καθόλου…». τώρα, στον XX αιώνα,  κάτω από τον φασισμό και τον σταλινισμό, στους αποικιακούς πολέμους – Algeria, Irlanda, κλπ. – και στις λατινοαμερικάνικες δικτατορίες, τα βασανιστήρια χρησιμοποιούνται ακόμη, σε μεγάλη σκάλα (19).

οι μέθοδοι είναι διαφορετικοί – ο ηλεκτρισμός αντικαθιστά την φωτιά και τις τανάλιες – όμως ο βασανισμός των πολιτικών κρατουμένων έχει γίνει, στην διάρκεια του  XX αιώνα, μια πρακτική ρουτίνας – αν και αν-επίσημη – των ολοκληρωτικών καθεστώτων, δικτατορικών, όπως επίσης, σε πολλές περιπτώσεις (αποικιακοί πόλεμοι, και όχι μόνο συμπληρώνω εγώ!)  των «δημοκρατικών». σε αυτή την περίπτωση, ο όρος »οπισθοδρόμηση»  είναι σχετικός,  στο μέτρο κατά το οποίο ο βασανισμός πράττονταν σε αρκετές κοινωνίες προ-σύγχρονες, και στην Ευρώπη, από τον Μεσαίωνα μέχρι τον XVIII αιώνα. μια βάρβαρη περίπτωση που η διαδικασία εκπολιτισμού φαίνονταν πως είχε διακόψει στην διάρκεια του XIX αιώνα επανήλθε στον  XX αιώνα, υπό μορφήν περισσότερο »μοντέρνα» – από την άποψη των τεχνικών – όχι όμως λιγότερο απάνθρωπη.

Συμπερασματικά   Conclusione:    η πρόσληψη της μοντέρνας βαρβαρότητας τον 20ο αιώνα απαιτεί να εγκαταλείψουμε την ιδεολογία της γραμμικής προόδου. αυτό δεν σημαίνει πως ο πολιτισμός, η τεχνική και επιστημονική πρόοδος, να είναι εκ φύσεως φορέας μιας μάστιγας – και ούτε το αντίθετο.   απλούστατα, η βαρβαρότης είναι μια από τις πιθανές εκδηλώσεις  του σύγχρονου καπιταλιστικού/βιομηχανικού πολιτισμού – ή του »σοσιαλιστή» γραφειοκράτη σωσία του.

ούτε πρόκειται να μειώσουμε την ιστορία του  XX αιώνα στις βάρβαρες στιγμές του : αυτή η ιστορία εγνώρισε επίσης την ελπίδα, την εξέγερση και τον ξεσηκωμό των καταπιεσμένων, τις διεθνείς στιγμές αλληλεγγύης, τους επαναστατικούς αγώνες, τις δημοκρατικές ανταρσίες: Messico 1914, Pietrogrado 1917, Budapest 1919, Barcellona 1936, Parigi 1944, Budapest 1956, L’Avana 1961, Parigi 1968, Lisbona 1974, Managua 1979, Gdansk 1980, Berlino 1989, Chapas 1994 υπήρξαν μερικές από τις δυνατές στιγμές του – αν και εφήμερες – αυτής της χειραφετητικής διάστασης του αιώνα. συνιστούν σημεία στήριξης πολύτιμα για τον αγώνα των μελλοντικών γενεών για μιαν ανθρώπινη και αλληλέγγυα κοινωνία.

Michael Lowy – δημοσιεύτηκε στην  Critique Communiste, 2001.

 σημειώσεις , NOTE:

(1)  – Norbert Elias, η δυναμική της Δύσης, La dinamica dell’Occidente. η αναφορά στον »αβυσσινό μαχητή» ακούγεται παράξενη, την στιγμή στην οποίαν η Αιθιοπία πολεμούσε για την ελευθερία της ενάντια στην αποικιακή εισβολή του ιταλικού φασισμού, κομιστή μιας υποτιθέμενης αποστολής »εκπολιτιστικής».
(2)  – Norbert Elias, La civilisation des moeurs.
(3)  – Karl Marx – Il Capitale, vol. I. Κεφάλαιο, τόμος 1.
(4)  – Karl Marx – Lavoro salariato (1847). μισθωτή εργασία.
(5)  – Rosa Luxemburg – La crisi della socialdemocrazia (1915). Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας.
(6)  – Franz Kafka – Nella colonia penale (το έγραψε ανάμεσα στις 5 και τις 18 οκτωβρίου 1914).  Στην ποινική αποικία.
(7)  – Walter Benjamin – Il surrealismo. L’ultima istantanea dell’intelligenza europea» ο σουρεαλισμός. Η τελευταία στιγμή της ευρωπαϊκής εξυπνάδας (1929).
(8)  – να θυμίσουμε πως το μεγάλο χημικό  trust  IG Farben δεν χρησιμοποίησε μόνο μαζικά το υποδουλωμένο εργατικό δυναμικό στο  Auschwitz, αλλά παρήγαγε το αέριο  Zyklon B που χρησιμοποιήθηκε για να εξολοθρευτούν τα θύματα του συστήματος στρατοπέδων συγκέντρωσης.
(9)  – Zygmunt Bauman – Modernità e Olocausto. Νεωτερισμός και Ολοκαύτωμα.
(10) – αναφέρεται από τον  Z. Bauman. Op. cit.
(11) – Enzo Traverso – Auschwitz και οι διανοούμενοι. η Shoah στην μεταπολεμική κουλτούρα.
(12) – στο πλαίσιο αυτό, παραπέμπω στο εξαιρετικό  «Insegnare Auschwitz. Questioni etiche, storiografiche, educative della deportazione e dello sterminio» του Enzo Traverso.
(13) – παρατίθεται, αφού τα ιστορικά αρχεία ανοίχθηκαν στο κοινό, από τον  Barton J. Bernstein στο «The Atomic Bombings Reconsidered» (1995), σελ.143
(14) – εκεί, σελ. 146
(15) – για τις επιφυλάξεις του Marshall, εκεί, σελ, 143
(16) – όπως έγραψε πρόσφατα ο  Jorge Semprun – βετεράνος του  Buchenwald, ελάχιστα ύποπτος συμπάθειας για τον σοβιετικό κομουνισμό   – «ήταν  ίσως για τον αρχαϊσμό, για την τεχνική ανεπάρκεια, που προσέδιδε μεγαλύτερη ανθρωπιά στα σοβιετικά στρατόπεδα [σε σχέση με τα αντίστοιχα ναζιστικά ]». J. Semprun – «La scrittura ravviva la memoria» (maggio 2000  μάιος) ‘η γραφή ξαναζωντανεύει την μνήμη’
(17) – » είναι ολοκληρωμένα ορθολογικό, το γεγονός πως,  σε περίπτωση που το δικαίωμα  σημαίνει εργαλειακή ορθολογικότητα, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η βορειοαμερικανική στρατιωτική δύναμη,  τα B-52, οι βόμβες napalm και όλα τα υπόλοιπα,, στο Vietnam υπό κομουνιστική» – Joseph Weizenbaum, «Computer Power and Human Reason: From Judgement to Calculation», 1976.
(18) – άλλοι αποικιακοί πόλεμοι διεξήχθησαν τον XX αιώνα – Indocina, Algeria, πορτογαλική αποικιακή Αφρική, κλπ. – όμως κανένας δεν έφτασε τον βαθμό νεωτερικότητας εκείνου στο Βιετνάμ. σε σύγκριση, μοιάζουν απαρχαιωμένοι, πρωτόγονοι.
(19) – E. Hobsbawm – Barbarism, A User’s Guide – 1997 – pag. 259-263

Αρμενία

βομβαρδίζοντας την Χιροσίμα, enola gay

Βιετνάμ