ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένας επαναστάτης έπεσε, Un rivoluzionario è caduto

gap-0

14 μαρτίου 1972 – σκοτώνεται ο σύντροφος Giangiacomo Feltrinelli
Δημοσιεύτηκε τον μάρτιο, στις 30του 2012 από το contromaelstrom

Potere Operaio del Lunedì
Εργατική Εξουσία της Δευτέρας
Εβδομαδιαίο πολιτικό 1ος Χρόνος νο 5 26 μαρτίου ’72
26 marzo ’72 Settimanale politico Anno I n° 5 Lire 50

Un rivoluzionario è caduto
Ένας επαναστάτης έπεσε
14 μαρτίου 1972 – πεθαίνει ο σύντροφος Giangiacomo Feltrinelli

Τον ζωγραφίζουν σαν ένα απομονωμένο, τυχοδιώκτη, σαν ατελή ή σαν σκληρό τρομοκράτη. Εμείς ξέρουμε πως αφού κατέστρεψαν τη ζωή του συντρόφου Feltrinelli θέλουν να λασπώσουν και να θάψουν τη μνήμη – όπως γίνεται με τις τερατώδεις γεννήσεις. Ναι, διότι ο Φελτρινέλλι πρόδωσε τα αφεντικά, πρόδωσε τους ρεφορμιστές. Γι αυτή την προδοσία οι αγωνιστές μας, οι σύντροφοι των επαναστατικών οργανώσεων, οι εργάτες της πρωτοπορίας χαμηλώνουν τις κόκκινες σημαίες σε ένδειξη πένθους για τον θάνατό του. Έπεσε ένας επαναστάτης.

Ο Giangiacomo Feltrinelli είναι νεκρός. Εν ζωή ήταν σύντροφος των GAP (Gruppi d’Azione Partigiana), [Ομάδες Αντάρτικης Δράσης] – μια πολιτικο-στρατιωτική οργάνωση που από καιρό έθεσε σαν στόχο να ξεκινήσει η ένοπλη πάλη σαν μοναδικό δρόμο απελευθέρωσης της χώρας απ’ την εκμετάλλευση και την αδικία. Σε αυτή την αποφασιστικότητα ο Feltrinelli έφτασε έπειτα από μια καυτή και πολλαπλή δραστηριότητα – από την συμμετοχή στον απελευθερωτικό πόλεμο, τη συμμετοχή στο ΚΚΙ, την εκδοτική στράτευση, τη συνεργασία με τα επαναστατικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής. Το αξέχαστο ’68, τον έσπρωξε σε δεύτερη σκέψη γύρω από τη πολιτική του δραστηριότητα. Η σύντομη αλλά έντονη σχέση εμπιστοσύνης με τον Castro και τον Guevara του παρέχει τα θεωρητικά εργαλεία διαμέσου των οποίων αναλύει την ιστορική αποτυχία του ρεφορμισμού και, την ίδια  στιγμή, την προοπτική που πρέπει ν’ ακολουθηθεί για την επανάληψη του επαναστατικού κινήματος στην Ευρώπη. Το δυνατό πολιτικό του πάθος, η εξέγερση σε κάθε μορφή κατάχρησης και αδικίας [ σκεφτείτε την προσοχή με την οποία ακολούθησε από πάντα τις αυτονομιστικές διεκδικήσεις των γλωσσικών μειοψηφιών της ιταλίας] τον έσπρωχναν να υπερπηδά τους καιρούς, να βάζει φωτιά στις διαμεσολαβήσεις. Είναι η ανησυχία για την οποία μιλά σήμερα με περιφρόνηση που αναμιγνύεται με οίκτο η εφημερίδα . Στην πραγματικότητα είναι η ανησυχία που μεταφέρει μαζί της κάθε άνθρωπο που δεν προσαρμόζεται να ζει σαν βόδι, που καλλιεργεί ένα βαθύ μίσος για όλους τους σκύλους και τα γουρούνια της ανθρωπότητας.

gap-2

Σίγουρα στη δράση αυτού του συντρόφου υπήρξαν λάθη, αφέλεια, αυτοσχεδιασμοί. Πάνω απ’ όλα σοβαρή μας φάνηκε και μας φαίνεται, στο πολιτικό πρόγραμμα των GAP, η υποτίμηση των εργατικών αγώνων, της ικανότητάς τους να πάνε πέρα το έδαφος των διεκδικήσεων για να θέσουν το ζήτημα της ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις δηλαδή το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Τα λάθη του όμως, η ανυπομονησίας του, ανήκουν στο επαναστατικό και εργατικό κίνημα, η ‘έφοδος στον ουρανό’, που εδώ και κάποιο χρόνο χιλιάδες αγωνιστές ξεκίνησαν να αναδημιουργούν ύστερα από δεκαετίες σκοταδιού και φόβου. Είναι μέρος αυτής της πορείας που, όπως έλεγε κι ο Λένιν, δεν είναι ευθεία και ομαλή αλλά δύσκολη και βασανιστική, και όπου δίπλα στην άκρα αποφασιστικότητα να την διασχίσεις δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα για τους χρόνους που θα χρειαστούν, που θα είναι απαραίτητοι και θα οδηγήσουν στην καταστροφή την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων.
gap-3

Ο σύντροφος Feltrinelli είναι νεκρός. Και τα τσακάλια βρίσκονται σε έξαλλη κατάσταση. Κάποιος τον θέλει τρομοκράτη και άλλος θύμα. Δεξιά κι αριστερά κάνουν το γνωστό τους επάγγελμα από πάντα. Εμείς γνωρίζουμε πως αυτός ο σύντροφος δεν είναι ούτε θύμα, ούτε τρομοκράτης. Είναι ένας επαναστάτης που έπεσε σε αυτή την πρώτη φάση του αγώνα για την απελευθέρωση από την εκμετάλλευση. Σκοτώθηκε γιατί ήταν ένας μαχητής των GAP. Και καραμπινιέρι, αστυνομία, φασίστες ξένοι και ντόπιοι το γνώριζαν και το ξέρουν πολύ καλά. Σκοτώθηκε γιατί ήταν ένας επαναστάτης που με υπομονή και επιμονή, ξεπερνώντας συνήθειες, συμπεριφορές, κακίες που κληρονόμησε από το περιβάλλον της υψηλής αστικής τάξης απ’ όπου προέρχονταν, είχε θέσει τον εαυτό του στο χώρο του ένοπλου αγώνα, φτιάχνοντας με τους συντρόφους του τους πρώτους πυρήνες προλεταριακής αντίστασης. Είναι πιθανότατα αληθινό πως η με κομμένη την ανάσα αναζήτηση που, από μήνες, φασίστες και μυστικές υπηρεσίες διάφορες είχαν εξαπολύσει για να πιάσουν τον Feltrinelli, εντάθηκε μετά τη συνεισφορά που οδήγησε σε περαιτέρω ξεσκέπασμα από μέρους των GAP για τους εκτελεστές και τους ηθικούς αυτουργούς και εντολείς της σφαγής του δεκέμβρη ’69. Είναι πιθανότατα αλήθεια πως αυτός ο σύντροφος διέπραξε, από γενναιοδωρία, μοιραία λάθη απρονοησίας – πέφτοντας έτσι σε εχθρική ενέδρα της οποίας η μηχανική είναι ακόμη σκοτεινή. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως γι αυτό τον φόνο έχουν γίνει συνένοχοι όλοι αυτοί που έψαχναν ‘έναν εντολέα και ένα χρηματοδότη’ για τις δράσεις των επαναστατικών ομάδων. Από τη Dal Secolo στην Unità σε μια παράδοξη ενότητα προθέσεων μετά τη διαδήλωση της 11ης στο Μιλάνο, όλοι άρχισαν να ουρλιάζουν : θέλουμε τον εντολέα, θέλουμε τον χρηματοδότη. Σαν ο αγώνας στο δρόμο, η μάχη στη πλατεία να έχει ανάγκη από χρηματοδότες. Τα μπουκάλια είναι είδος πλατιάς κατανάλωσης στην Ιταλία των χρόνων 70. Κοστίζουν λίγες εκατοντάδες λιρών. Σαν να λέμε προσιτά σε κάθε αγωνιστή. Είναι οι άριστα εξοπλισμένες φασιστικές συμμορίες, είναι οι κομματικές εφημερίδες δίχως αναγνώστες, είναι οι πανάκριβες πολιτικές διαφημιστικές εκστρατείες, είναι οι μαμούθ κομματικές δομές που χρειάζονται, αναζητούν και βρίσκουν τις χρηματοδοτήσεις από τους διάφορους βιομηχανικούς κολοσσούς των Cefis, των Agnelli, Borghi, Ravelli – εκτός από τη γενναιόδωρη συνεισφορά των κρατικών και παρακρατικών ταμείων

gap-1

Πάντως αυτοί – δεξιοί κι αριστεροί – ήθελαν τον εντολέα, τον χρηματοδότη. Οι φασίστες και οι μυστικές υπηρεσίες τους τον βρήκαν. Το χτυπημένο πτώμα ενός επικίνδυνου επαναστάτη σοβαρά αποφασισμένου κατέστη χρήσιμο για την ανάγκη – γιατί ο Giangiacomo Feltrinelli ήταν απόγονος μιας απ’ τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας. Και οι εφημερίδες της αστικής τάξης βιάστηκαν να φτύσουν πάνω στο πτώμα. Με όλο το μίσος που νιώθουν για ένα προδότη. Γιατί είναι αλήθεια. Ο Giangiacomo Feltrinelli τους είχε προδώσει. Τα είχε σπάσει μαζί τους και μέσα σε τρία χρόνια πυκνής δραστηριότητας, συνεχούς και γεμάτης κουράγιο, είχε γίνει επαναστάτης. Και οι δισεκατομμυριούχοι που χρηματοδοτούν τα κόμματα, μαστουρώνουν στο νυχτερινό κέντρο, θέλουν τάξη και ηθική στα εργοστάσια και στα σχολεία – και γι αυτό το σκοπό χρησιμοποιούν τις φασιστικές συμμορίες – δεν μπορούν να συγχωρήσουν αυτό το  παιδί τους που μεταμορφώθηκε.

8d612173713a569d22d9e2cc010db1ad

να χαμηλώσουν σε υπόκλιση οι κόκκινες σημαίες πενθώντας για τον θάνατο του Giangiacomo Feltrinelli.

Το 1979, στη δίκη εναντίον των πρώην μελών των Gap (που αργότερα συγχωνεύθηκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες), οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων οι Renato Curcio και Augusto Viel, εξέδωσαν μια ανακοίνωση που δήλωνε: «Ο Osvaldo δεν είναι ένα θύμα, αλλά ένας επαναστάτης που έπεσε μαχόμενος. Ασχολήθηκε με μια επιχείρηση δολιοφθοράς των πυλώνων υψηλής τάσης που θα προκαλούσε διακοπή ρεύματος σε μια μεγάλη περιοχή του Μιλάνο, προκειμένου να εξασφαλιστούν καλύτερες επιχειρησιακές συνθήκες σε ομάδες που επιδίδονταν σε επίθεση σε διαφορετικούς στόχους. Επιπλέον, η διακοπή θα εξασφάλιζε πολλαπλασιασμό των συνεπειών των ένοπλων προπαγανδιστικών πρωτοβουλιών.  Ήταν ένα τεχνικό σφάλμα που διαπράχθηκε από τον ίδιο, δηλαδή η επιλογή και η χρήση ρολογιών με χαμηλή αξιοπιστία που μετατράπηκαν σε timers, υποτιμώντας τα προβλήματα ασφάλειας, που προκάλεσε το θανατηφόρο ατύχημα και την επακόλουθη αποτυχία ολόκληρης της επιχείρησης » [Ανακοινωθέν που διαβάστηκε από τους πολιτικούς κρατούμενους κατά την διάρκεια της δίκης Gap-Feltrinelli-Brigate Rosse (1979)].

Για το θάνατο του Οσβάλντο οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πραγματοποίησαν μια έρευνά τους, την 1η σεπτεμβρίου 1974, σε ένα διαμέρισμα των Ερυθρών Ταξιαρχιών στο Robbiano del Mediglia βρέθηκε η ηχογράφηση που περιείχε την διήγηση του συντρόφου (Gunther) ο οποίος ήταν με τον Feltrinelli κατά τη διάρκεια της δράσης και ο οποίος μιλούσε ακριβώς για το τι συνέβη. Η απομαγνητοφώνηση αναφέρεται σε ολόκληρο το ταξίδι των gappisti, αρχίζοντας από τη συνάντηση στο Μιλάνο και την αναχώρηση με το pulmino προς Segrate μέχρι να περιγραφεί με ακρίβεια η προετοιμασία της επίθεσης. Η έκρηξη τοποθετείται από τον Gunther περίπου 9 παρά 10 με παρά 5 περίπου, και προκλήθηκε από την έκρηξη ενός ραβδιού δυναμίτη που ο Feltrinelli κρατούσε κάτω από το αριστερό πόδι: “Στην αρχή ο Osvaldo έχει τα ραβδιά δυναμίτη (την ποσότητα που χρησίμευε να ανατινάξει το κεντρικό δοκάρι) ανάμεσα στα πόδια. […] Στέκονταν δύσκολα σε εκείνη τη θέση, βρίζει. Μετακινεί τα ραβδιά, πιθανώς κάτω από το αριστερό πόδι και, καθισμένος με τα ραβδιά κάτω από το πόδι, έτσι ώστε να τα κρατάει σφιχτά, φαίνεται ότι προετοιμάζει τον πυροκροτητή, δηλαδή τη συσκευή έκρηξης. Είναι εκείνη τη στιγμή που αυτός, ο οποίος στέκεται στο μέσο του πυλώνα αισθάνεται μια πολύ ισχυρή έκρηξη. Κοιτάζει προς τα επάνω και δεν βλέπει τίποτα. Κοιτάζει προς τα κάτω και βλέπει τον Osvaldo κατά γης, να κυλιέται. Η άμεση εντύπωση του είναι ότι έχασε και τα δύο του πόδια. Πηγαίνει σ ‘αυτόν αμέσως και του λέει: «Osvaldo, Osvaldo …». Δεν υπάρχει … ανατινάχτηκε

12813892_1028830137206863_6724811543654680007_n

https://maddalenarobinblog.wordpress.com/2016/03/14/14-marzo-1972-chinano-le-bandiere-rosse-segno-di-lutto-per-la-morte-di-giangiacomo-feltrinelli-un-rivoluzionario-e-caduto/

Potere Operaio del Lunedì

26 marzo ’72 Lire 50 Settimanale politico Anno I n° 5


Un rivoluzionario è caduto

Lo dipingono ora come un isolato, un avventuriero, come un deficiente o come un crudele terrorista. Noi sappiamo che dopo aver distrutto la vita del compagno Feltrinelli ne vogliono infangare e seppellire la memoria – come si fa con i parti mostruosi. Si, perchè feltrinelli ha tradito i padroni, ha tradito i riformisti. Per questo tradimento è per noi un compagno. Per questo tradimento i nostri militanti, i compagni delle organizzazioni rivoluzionarie, gli operai di avanguardia chinano le bandiere rosse segno di lutto per la sua morte. Un rivoluzionario è caduto.

Giangiacomo Feltrinelli è morto. Da vivo era un compagno dei GAP (Gruppi d’Azione Partigiana) – una organizzazione politico-militare che da tempo si è posta il compito di aprire in Italia la lotta armata come unica via per liberare il nostro paese dallo sfruttamento e dall’ingiustizia. A questa determinazione Feltrinelli era arrivato dopo una bruciante e molteplice attività – dalla partecipazione alla guerra di liberazione, alla milizia nel PCI, all’impegno editoriale, alla collaborazione con i movimenti rivoluzionari dell’ America Latina. L’indimenticabile ’68, lo aveva spinto ad un ripensamento di tutta la sua milizia politica; la breve ma intensa confidenza con Castro e Guevara gli forniva gli strumenti teorici attraverso cui analizzare il fallimento storico del riformismo e, ad un tempo, la prospettiva da seguire per una ripresa del movimento rivoluzionario in Europa. La forte passione civile, la rivolta ad ogni forma di sopraffazione e di ingiustizia ( si pensi all’ attenzione con cui ha sempre seguito le rivendicazioni autonomiste delle minoranze linguistiche italiane ) lo spingevano a saltare i tempi, a bruciare le mediazioni. E’ l’inquietudine di cui parla oggi con disprezzo misto a compatimento il <>. In realtà è l’inquietudine che porta con sè ogni uomo che non si adatti a vivere come un bue, che nutre un odio profondo per tutti i cani ed i porci dell’ umanità. Certo nell’azione di questo compagno ci sono stati errori, ingenuità, improvvisazioni. Grave soprattutto ci è sembrata e ci sembra, nel programma politico dei GAP, la sottovalutazione delle lotte operaie, della loro capacità di andare oltre il terreno rivendicativo per porre la questione dei rapporti di forza tra le classi cioè del potere politico. Ma i suoi errori, la sua impazienza, appartengono al movimento rivoluzionario e operaio; <> che da qualche anno migliaia di militanti hanno cominciato a ricostruire dopo decenni di oscurità e di paura. Fanno parte di questo cammino che, come diceva Lenin, non è diritto e piano ma tortuoso e difficile, e dove accanto all’estrema determinazione di percorrerlo non v’è alcuna certezza sui tempi necessari a mandare in rovina lo stato delle cose presenti.

Il compagno Feltrinelli è morto. E gli sciacalli si sono scatenati. Chi lo vuole terrorista e chi vittima. Destra e sinistra fanno il loro mestiere di sempre. Noi sappiamo che questo compagno non è né una vittima, né un terrorista. E’ un rivoluzionario caduto in questa prima fase della guerra di liberazione dello sfruttamento. E’ stato ucciso perchè era un militante dei GAP. E carabinieri, polizia, fascisti esteri e nostrani lo sapevano e lo sanno benissimo. E’ stato ucciso perchè era un rivoluzionario che con pazienza e tenacia, superando abitudini, comportamenti, vizi, ereditati dall’ambiente alto-borghese da cui proveniva, s’era posto sul terreno della lotta armata, costruendo con i suoi compagni i primi nuclei di resistenza proletaria.E’ probabilmente vero che la ricerca affannosa che, da mesi, fascisti e servizi segreti vari avevano scatenato per prendere Feltrinelli, si è intensificata dopo il contributo ulteriormente portato dei GAP nello smascheramento dei mandanti e degli esecutori della strage del dicembre del ’69. E’ probabilmente vero che questo compagno ha commesso, per generosità, errori fatali di imprudenza – cadendo così in un’ imboscata nemica la cui meccanica è a tutt’ oggi oscura. Quello che è certo è che di questo assassinio si sono fatti complici tutti coloro che cercavano un <> per l’attività dei gruppi rivoluzionari. Dal Secolo all’ Unità in una paradossale unità d’intenti dopo la manifestazione del giorno 11 a Milano, tutti hanno latrato : vogliamo il mandante, vogliamo il finanziatore. Come se la lotta di strada, la lotta di piazza avesse bisogno di finanziatori. Le bottiglie <> sono generi di largo consumo nell’ Italia degli anni 70. Costano poche centinaia di lire. Come dire alla portata di qualsiasi militante. Sono le attrezzatissime bande fasciste, sono i giornali di partito senza lettori, sono le costose campagne di pubblicità elettorale, sono i mastodontici apparati di Partito che richiedono e trovano i finanziamenti di Cefis, di Agnelli, di Borghi, di Ravelli – oltrechè il generoso contributo delle casse statali e parastatali. Comunque loro – destra e sinistra – volevano il mandante, il finanziatore. Fascisti e servizi segreti glielo hanno trovato. Un cadavere straziato di un pericoloso rivoluzionario che aveva deciso di far sul serio è diventato utile per la bisogna – perchè era Giangiacomo Feltrinelli discendente di una delle famiglie più ricche del paese. Ed i giornali della borghesia si sono affrettati a sputare sopra il cadavere. Con tutto l’odio che si sente per un traditore. Perchè è vero. Giangiacomo Feltrinelli li aveva traditi. Aveva rotto con il suo ed in tre anni densi di attività minuta, continua e coraggiosa era diventato un rivoluzionario. E i miliardari che finanziano i partiti, si drogano al <>, vogliono l’ordine e la morale nelle fabbriche e nelle scuole – e per questo utilizzano le bande fasciste – non possono perdonare questo figlio degenere.

ένοπλη πάλη, lotta armata

γιατί γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία, ΜΕΡΟΣ 1ο

copertina35mTestata sito

 

Αντι ιστορία: ο ένοπλος αγώνας στα χρόνια Εβδομήντα

γιατί γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία, ΜΕΡΟΣ 1ο
Controstoria: la lotta armata negli anni Settanta

Perché nasce la lotta armata in Italia
di Massimo Battisaldo e Paolo Margini
(Paginauno n. 29, ottobre – novembre 2012)

Le ragioni della nascita della lotta armata raccontate dalla voce di chi, quarant’anni fa, in Italia, tentò di fare una rivoluzione

Οι αιτίες που γέννησαν τον ένοπλο αγώνα από τη φωνή αυτών που, σαράντα χρόνια πριν, στην Ιταλία, προσπάθησαν να κάνουν την επανάσταση

‘[…] είναι άτομα που θα έπρεπε να καταδικαστούν στη λήθη, αντιθέτως ανήκουν ήδη στην κοινωνία του θεάματος. Είναι λάθος που κάθε τόσο εισέρχονται στην κυκλοφορία. Δεν μπορεί να γράφονται βιβλία μόνο και μόνο επειδή σκοτώθηκε ο Μορο.’
[Ο πρόεδρος της Κάμερα Luciano Violante, 1998)

‘Δεν καταλαβαίνω γιατί βγήκε με αυτή την ωραία ατάκα πως πρέπει να καταδικαστούν στο σκοτάδι οι πρώην τρομοκράτες. Πρέπει να μιλήσουμε μαζί τους, αντιθέτως, να τους ακούσουμε, διότι μόνο αυτοί μπορούν να ξεκαθαρίσουν πολλές αμφιβολίες που ακόμη υπάρχουν. Δεν είναι όλα ξεκάθαρα. Πως συμπεριφέρθηκαν συγκεκριμένες δομές και υπηρεσίες του Κράτους στην περίπτωση της απαγωγής Μορο ; Προσέφεραν με κάποιο τρόπο κάλυψη στις εΤ ; Δεν το γνωρίζουμε και μονάχα αυτοί θα μπορούσαν να δώσουν φως σε αυτές τις λεπτομέρειες. Γι αυτό έχω την εντύπωση πως θα έπρεπε να τους παροτρύνουμε να μιλήσουν, να πουν για όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα.’
[Ο διευθυντής του 3ου καναλιού της δημόσιας ιταλικής τηλεόρασης Sandro Curzi, 1998)
Πως την ιστορία την γράφουν οι νικητές είναι πλέον κοινός τόπος τόσο ριζωμένος που κανείς – ούτε οι άνθρωποι της εξουσίας – δεν νιώθουν την ανάγκη να το διαψεύσουν. Η ‘επίσημη’ ιστορία πλέον εισβάλλει στα σχολικά προγράμματα, τιτιβίζει στους πολίτες από τις πλάκες των δρόμων του βασιλείου, κάνει νεύμα διακριτικά στους ώμους της αλήθειας από τα προγράμματα θεαματοποιημένης-ιστορίας. Είναι η περίπτωση των διηγημάτων αναγεννησιακής και αντιστασιακής εποχής και τώρα ήρθε η σειρά για την περίπτωση της πρόσφατης των χρόνων του Εβδομήντα, για τους οποίους, παρόλο που ακόμη δεν έχουν ξεκαθαριστεί πράγματα πάνω στην δράση του Κράτους και των θεσμών του, υπάρχει ήδη μια εκδοχή τελική, αδιαμφισβήτητη και αδιαπραγμάτευτη.
Δεν αποτελεί έκπληξη πως χρησιμοποιήσαμε αυτόν τον νέο χώρο με την ανταλλαγή των ανωτέρω αποσπασμάτων που διεξήχθη το 1998, στη διάρκεια των ημερών που διανύαμε την εικοσαετία από το θάνατο του Αλντο Μορο, ανάμεσα στους Luciano Violante και Sandro Curzi, δηλαδή έναν πολιτικό που κλάπηκε από το δικαστικό σώμα και τον δημοσιογράφο Sandro Curzi.

Πρέπει να πούμε αυτή τη στιγμή : σε αυτή την κουβέντα εμείς είμαστε με τον δημοσιογράφο. Για πολλούς λόγους, εκ των οποίων ο κυριότερος η έλλειψη ιστορικών ανακατασκευών που θα μας δώσουν το πλαίσιο γύρο από μια διαφορετική οπτική από εκείνες που διέδωσαν τα προγράμματα ιστορικής θεαματοποίησης των Minoli, Zavoli και Lucarelli. [γνωστές τηλεπερσόνες]. Μεταδόσεις που μπήκαν αναπόφευκτα στην ιστορία του πιο διαδεδομένου ηλεκτρικού προϊόντος που υπάρχει στα σπίτια, και απαραίτητο εργαλείο υπαρξιακής καταπίεσης στα χέρια εκείνης της εξουσίας που και πριν τριάντα χρόνια ορίζονταν αστική. Μια λέξη, αυτή η τελευταία, που σήμερα μπορεί να χρησιμοποιηθεί νόμιμα – σε ένδειξη του πως αυτή η εξουσία του αυτοαποκαλούμενου λεξιλόγιου της αλήθειας έχει γίνει πανίσχυρη – μόνο υπό την θεματική έννοια του Flaubert, ώστε όταν λέμε αστική θέλουμε να ανακαλέσουμε την betise,[βλακεία], και όχι πλέον μια εξουσία πολιτική, οικονομική, πολιτιστική.

Καθόλου παράξενο που η επίσημη ιστορία των χρόνων του Εβδομήντα είναι πιστοποιημένη από την τηλεόραση προκαταβολικά στα σχολικά κείμενα. Η μικρή οθόνη έχει το πλεονέκτημα του πραγματικού χρόνου, έχοντας την δυνατότητα να την αναπροσαρμόζει μέρα με τη μέρα, μερικές φορές με ελαφρύ άγγιγμα από πινέλο, άλλες φορές υπό τον ήχο κτυπημάτων με το σφυρί, μέχρι να την σταθεροποιήσει οριστικά και σταθερά στα κεφάλια των τηλεθεατών υπό μορφή συλλογικής συγκίνησης. Τα σχολικά κείμενα, πάνω στα οποία οι μαθητές ετοιμάζουν τις εξετάσεις, προηγούνται, στην ίδια γραμμή ερμηνείας, με την προσθήκη εκείνου του λίγου από ακαδημαϊκό που καθιστά τη διήγηση πιο πιστευτή.
Οι εκδόσεις αποτελούν ένα περίεργο παράδοξο : για το Εβδομήντα είναι αρκετή η ζήτηση αλλά είναι προβληματική η προσφορά. Στο παρελθόν βρήκαν έκδοση, σε μορφή πεζού λόγου και συνέντευξης, άμεσες μαρτυρίες των πρωταγωνιστών της ένοπλης πάλης, τα τελευταία όμως χρόνια ο χώρος σε αυτό το πεδίο κατακτήθηκε από βιβλία γραμμένα από δικαστικούς ή από τους λόγιους, θυμωμένους και το καταλαβαίνουμε, παιδιών των θυμάτων. Λείπουν ως συνήθως τα μυθιστορήματα, ανίκανα, εκείνα τα λίγα, να παρακάμψουν το σύνηθες και τα ιστορικά παραδείγματα του καθεστώτος – ενώ τα λίγα πεζογραφήματα τροφοδοτημένα από υψηλότερη φιλοδοξία λάμπει από έλλειψη κουράγιου, εκτός από λίγες περιπτώσεις χαμένες από εδώ κι από εκεί μες τον ωκεανό μιας χάλια χαρτούρας.

Ο κινηματογράφος καταστροφικός. Πολύς καπνός, και ακόμη υψώνεται, λοιπόν, γύρω από την ιστορία της ένοπλης πάλης, για ένα όχι σύντομο χρονικό διάστημα, που ξεκίνησε από το 1969 και έκλεισε στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα, την ώρα που εγγράφονται λίγες προσπάθειες να αντιληφθούμε την πολυπλοκότητα της ιταλικής πολιτικής εκείνης της περιόδου. Φαίνεται πως κανείς δεν θέλει να αναρωτηθεί γιατί, το 1969, τα πολυάριθμα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα σκέφτηκαν την πιθανότητα να δώσουν ζωή σε μια επαναστατική διαδικασία και να εισέλθουν κατ΄αυτό τον τρόπο στον ένοπλο αγώνα. Γιατί χιλιάδες – χιλιάδες! – νέοι κάτω από τα τριάντα χρόνια, αποφάσισαν να παίξουν τα χρόνια της ανεμελιάς στο τραπέζι της επανάστασης, ενάντια σε ένα Κράτος που ηθικά και πολιτικά, όπως κι αν θέλετε να κρίνετε τις επιλογές μεγάλης μερίδας μιας γενιάς, μπάζει νερά απ’ όλες τις πλευρές. Η μόνη σταθερά της συζήτησης πάνω στα χρόνια του Εβδομήντα είναι η προσπάθεια να αποφύγουμε την πολυπλοκότητά τους και να την θάψουμε στους αιώνιους πάγους της λήθης.
Και θα το κάνουμε μόνο διαμέσου της δαιμονοποίησης και της αφαίρεσης των ευθυνών και των λαθών με τα οποία το Κράτος με τους θεσμούς του λερώθηκε.

Σαν πρωταγωνιστής εκείνων των χρόνων, σε ρόλο δικαστικού, ακόμα και σήμερα στο φθαρμένο ρόλο του σενατόρε με εκείνο το ξεθοριασμένο κόμμα που έχει χάσει κάθε αξιοπιστία και είναι το δημοκρατικό Κόμμα, ο Luciano Violante έχει σίγουρα προσωπικούς λόγους [συν τους πολιτικούς] που τον σπρώχνουν να ζητάει την λήθη για τις έριδες της εποχής και τις συγκρούσεις. Εμείς κάνουμε άλλη δουλειά και, μιας και τα χρόνια Εβδομήντα συνεχίζουν να επιστρέφουν τόσο στην πολιτική συζήτηση όσο και σε εκείνη την ‘καλλιτεχνική’ [των οποίων το τελευταίο ‘διαμάντι’ είναι το χείριστο έργο Romanzo di una strage του Marco Tullio Giordana), ‘Μυθιστόρημα μιας σφαγής’, με διηγήσεις συλληφθέντων που επιβεβαιώνουν μια αλήθεια που συμφέρει, αποφασίσαμε να κρατήσουμε ζωντανή την κουβέντα σχετικά με το θέμα, για να συμβάλλουμε – όσο είναι δυνατόν – στο να φωτίσουμε το σκοτάδι στις ζώνες των σκιών.
Επίσης επειδή εκείνες οι σκιές επιμηκύνονται ακόμη μέσα στο πλαίσιο της σύγκρουσης, ζωντανό όσο ποτέ, ανάμεσα σε αφεντικά και εργαζόμενους.
Γι αυτό το λόγο αποφασίσαμε να φιλοξενήσουμε στην Paginauno τις μαρτυρίες κάποιων πρωταγωνιστών εκείνων των καιρών δεμένων με την ένοπλη πάλη, με την ιδέα να δημιουργήσουμε ένα παρατηρητήριο στα χρόνια του Εβδομήντα δια μέσω των φακών των χαμένων, για να δράσουμε , σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά μας, στη μορφή αντίβαρου στην επίσημη αλήθεια.

Walter G. Pozzi e Giovanna Cracco
Για ποιο λόγο είναι σήμερα σημαντικό να κρατήσουμε ζωντανή τη συζήτηση γύρω από τα χρόνια του Εβδομήντα ; Απ’ τη δικιά μας οπτική γωνία για πολλούς λόγους, τον κυριότερο των οποίων τον είπαμε και τον ξανά είπαμε : δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε το παρόν δίχως τον θησαυρό της ιστορικής μνήμης του παρελθόντος μας. Το παρόν και το μέλλον μιας κοινωνίας, κατανοητά στην πολιτική και οικονομική διατύπωσή τους, δεν γίνεται να είναι ανεξάρτητα από την γνώση του παρελθόντος. Αυτή όμως είναι μια έννοια που θέλουμε να δώσουμε για αδιαφιλονίκητη για να πάμε αμέσως μετά παρά πέρα. Η γενική αρχή στη σημασία ολοκληρωτικής γνώσης της ιστορίας, της κοντινής στη σύγχρονη πραγματικότητα, παραμένει ιερή. Η δέσμευση που παίρνουμε εδώ να διατρέξουμε την ιστορία μας γεννιέται από άλλες ανάγκες : γεννιέται από τον θυμό να ακούμε να επαναλαμβάνονται ανακατασκευές ευκολίας και συμφέροντος πάνω σ’ αυτό που υπήρξαμε.
Ξεκινούμε από την πιο διαδεδομένη, ένα αυθεντικό ιστορικό ψέμα : η άρνηση ν’ αναγνωρίσουν την εμπειρία μας σαν μια τελείως ιταλική πραγματικότητα, που γεννήθηκε από την δυσφορία και την αγανάκτηση σε σχέση με ένα Κράτος, που με την Piazza Fontana, έπαιξε τα τελευταία ψίχουλα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης που ακόμη μπορούσαμε να καταπειούμε και να χωνέψουμε.

Ένα παράγωγο αυτής της τόσο αποτυχημένης αναγνώρισης είναι η ιδέα πως εμείς ήμασταν κατασκεύασμα της Cia και όχι των αγώνων στο εργοστάσιο, όχι αποτέλεσμα του προλεταριακού θυμού, των εργατών, των αγωνιστών του Κκ που ήταν απογοητευμένοι απ’ την δουλική συμπεριφορά του κόμματος του οποίου την κομματική ταυτότητα είχαν στην τσέπη, συνδικαλιστών που αντιλαμβάνονταν πως τ’ αφεντικά δεν είχαν καμία πρόθεση να διαπραγματευτούν πάνω στα διακαιώματα των εργαζομένων την ώρα που τα συνδικαλιστικά κορυφαία κλιμάκια δεν το αντιλαμβάνονταν, και συνέχιζαν να παίζουν με διαπραγματεύσεις [όταν και εάν πραγματικά ήθελαν να το κάνουν] το μέλλον και τη μοίρα των εργαζομένων.
Άνθρωποι λοιπόν που είχαν αντιληφθεί πόσο άχρηστες ήταν οι κουβέντες και τα μόνο λόγια.
Ένοπλος αγώνας ίσον παράγωγο της Σια : αυτή είναι η παραδοχή. Sergio Flamigni, σενατόρε του Κκ και συγγραφέας διάφορων βιβλίων δοκίμια γύρω από τα χρόνια Εβδομήντα, ήταν ένας ένθερμος υποστηριχτής αυτής της κατασκευής, ιδιαίτερα όσον αφορά την απαγωγή Μορο. Αυτός και πολλοί άλλοι αρνούνταν να αποδεχτούν [και δεν είχαν φυσικά ενδιαφέρον να το κάνουν] πως άξεστοι ιταλοί εργάτες και λούμπεν προλετάριοι είχαν τη δυνατότητα να οργανώσουν και να πραγματοποιήσουν μια επιχείρηση αυτής της εμβέλειας.

Ο Flamigni έρχονταν συχνά στην φυλακή της Rebibbia στη Ρώμη σε αναζήτηση μιας δικής μας αποδοχής που θα επιβεβαίωνε αυτό που εκείνος είχε στο κεφάλι του, ήτοι : ότι πηγαίναμε αγκαζέ με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και ότι κάναμε διαπραγματεύσεις με τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες. Ξεκινούσε από το γεγονός πως ο Μορο είχε δεχτεί απειλές από τον Kissinger κατά την προεδρία Nixon, κάνοντας πως ξεχνάει ότι το 1978, ο Νίξον και η σύλληψή του και η εφαρμογή στη συνέχεια του αντικομουνισμού ήταν ήδη πεπερασμένη υπόθεση. Φτάνει να σημειώσουμε πως στην Ιταλία η περίοδος των σφαγών της δεξιάς και του Κράτους έκλεισε σε πλήρη χρονολογική συνεύρεση, ταυτόχρονα δηλαδή με την πτώση του αμερικανού προέδρου [ η βόμβα στην Μπολόνια πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνα με άλλη οπτική και διαφορετικές πολιτικές διευκολύνσεις]. Οπωσδήποτε, εκείνο που προέκυπτε ή που έπρεπε να προκύψει από τις κατασκευές του Flamigni ήταν πως αυτοί που μάχονταν με τα όπλα στην ιταλια ήταν, με εγκάρσια τομή από δεξιά και αριστερά, αμοιβόμενοι από την Σια. Και γιατί, αφού θα ήταν λογικότερο, να μην αποδοθεί η εμπειρία μας σε μια τεράστια συνομωσία της Kgb? Απλά για να αποδείξει πως εμείς δεν ήμασταν μια εκπόρευση της αριστεράς.

Μια ταινία που βγήκε στις αίθουσες κάποιο χρόνο νωρίτερα, Piazza delle cinque lune, [Πλατεία των πέντε φεγγαριών], του Renzo Martinelli, παρμένο ακριβώς από το δοκίμιο του Flamigni La tela del ragno, [ο ιστός της αράχνης], καθώς και από τα δικαστικά πρακτικά, απαντά τέλεια σε όσα είπαμε νωρίτερα. Η ιστορία είναι μια ανακατασκευή θεαματοποιημένη της απαγωγής του Αλντο Μορο στη βάση μιας ακριβούς επιλογής των γεγονότων, επικεντρωμένης στην περιγραφή του Mario Moretti στο ρόλο ενός χαμηλού δευτεραγωνιστή. Στην ταινία όλο αυτό είναι σαφές, φανερό. Δεν πρόκειται καν ούτε για γκρίζες ζώνες, πως υπαινίσσεται μια υπόθεση. Έτσι λοιπόν το αποτέλεσμα είναι μια διήγηση κατασκευασμένη δίχως την παραμικρή θεώρηση στα γεγονότα που ακολουθούν την υπόθεση του ίδιου του Μορεττι, ο οποίος, μετά τη σύλληψή του, κλείστηκε στη φυλακή του Νουορο, ένα τόπο εγκλεισμού απάνθρωπο όπου εμείς οι πολιτικοί κρατούμενοι τρώγαμε σχεδόν καθημερινά το ξύλο της αρκούδας με μπουνιές και κλωτσιές. Ξεχνά επίσης πως ένας άλλος κοινός κρατούμενος που είχε σχέση με τους καλαβρέζους, πρώην μισθοφόρος της Λεγεώνας των ξένων, Figueras, προσπάθησε να μαχαιρώσει τον Μορεττι στη φυλακή του Κουνεο, χτυπώντας για να σκοτώσει και ευτυχώς αποτυγχάνοντας. Μια εμπειρία από την οποία ο Μορέττι βγήκε ζωντανός από θαύμα, χάρη στην παρέμβαση των συντρόφων που ήταν εκεί κοντά. Για αυτή την επιχείρηση, ο δολοφόνος στη συνέχεια ανταμοίφθηκε από το Κράτος, που αντικατέστησε τα ισόβια σε εικοσιπέντε χρόνια, για να τον ελευθερώσουν λίγο αργότερα. Πρέπει να θυμίσουμε [για την ιστορική τιμιότητα, ένα γεγονός που φυσικά αποκρύφτηκε] πως οι λεγόμενες μυστικές υπηρεσίες σε εκτροπή, εκείνες οι βρώμικες – που και αυτό είναι μια εφεύρεση της επίσημης ιστορίας, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν μυστικές υπηρεσίες σε εκτροπή – εισήλθαν στη φυλακή του Άσκολι, όπου ήταν κλεισμένοι όλοι οι αρχηγοί και τα στελέχη των εγκληματικών ομάδων, από τον Vallanzasca στον Cutolo, παραδίδοντας στους αρχιμαφιόζους έναν κατάλογο με μερικούς από εμάς για να μας εξοντώσουν. Φυσικά με ανταμοιβή. Μια πρόταση, την λέμε για το χρονικό, που οι αρχηγοί αρνήθηκαν αποφασιστικά, αντίθετα με μερικά σκυλιά αδέσποτα, κάποιους κοπρίτες σαν τον Figueras, οι οποίοι αντιθέτως έπιασαν δουλειά. Θα έχουμε όμως χρόνο, στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού μας μέσα στον χρόνο, σε αυτά τα χρόνια που η εύκολη αλήθεια ονόμασε ‘χρόνια του μολυβιού’ ,να ξαναμιλήσουμε με λεπτομέρειες γι αυτά τα γεγονότα.

Τώρα, όσον αφορά τον Flamigni και τον Martinelli στην ταινία του, επιμένουν να κάνουν λόγο για ουδετερότητα των δικαστικών πρακτικών, πρέπει λοιπόν να παραδεχτούν πως εκείνη η πηγή πληροφοριών είναι μονομερής. Είναι άλλο πράγμα οι δίκες, που διεξήχθησαν τότε με ένα σωρό εξαναγκασμούς – το ίδιο το Κράτος είχε τόσα πράγματα να κρύψει σε σχέση με τα δικά του πεπραγμένα – και άλλο πράγμα μια αναπαράσταση ιστορική και άλλο πράγμα ακόμη η πολιτική αναπαράσταση των γεγονότων.
Για να κλείσουμε αυτή την σύντομη εισαγωγή στις αιτίες που μας σπρώχνουν να μιλήσουμε για εμάς, προσθέτουμε λίγες ακόμη λεπτομέρειες.
Δεν υπήρξαμε ποτέ, όπως υποστηρίζουν οι συνδικαλιστικές κεφαλές, δεν είχαμε ‘διεισδύσει’ στο εσωτερικό των οργανώσεών τους. Κυκλοφόρησαν αυτούς τους ψιθύρους μόνο και μόνο για να αρνηθούν ότι πολλοί από εμάς ήμασταν συνδικαλιστές, το κάναμε καλά και με πάθος, απ’ τη στιγμή που οι εργάτες μας ψήφιζαν. Και σίγουρα αυτό ήταν που φαίνονταν στην καθημερινή μας δραστηριότητα. Τώρα, εάν μετά, κρυφά, ανήκαμε, κάποιος στις ερυθρές Ταξιαρχίες και κάποιος άλλος σε έναν από τους άλλους σχηματισμούς που τότε ξεκινούσαν την ένοπλη προπαγάνδα, είναι μια επί πλέον πλευρά της ιστορίας που θα διηγηθούμε δίχως να αποκρύψουμε κάτι.
Τεχνικά όμως δεν είναι πως είχαμε διεισδύσει, η πολιτική καταγωγή πολλών από εμάς είναι συνδικαλιστική εκτός από συνδεδεμένη με τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Μια δεύτερη διευκρίνηση είναι αυτή που μας κάνει να μη καταλαβαίνουμε πως είναι δυνατόν να χαρακτηρίζεται ‘μόνο’ ένα φαινόμενο μια εμπειρία σαν τη δική μας, βίαιη σίγουρα, που διήρκησε δεκαοκτώ χρόνια, από το 1970 [έναρξη της ένοπλης προπαγάνδας από τις κόκκινες Ταξιαρχίες] μέχρι το 1988 [έτος της επιχείρησης εκτέλεσης του σενατόρε της χριστιανικής δημοκρατίας Roberto Ruffilli που ανέλαβαν οι Brigate rosse-Partito comunista combattente , ερυθρές Ταξιαρχίες-κομουνιστικό μαχητικό Κόμμα] και που, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είδε κάποιες χιλιάδες ένοπλους μαχητές και πολλές άλλες χιλιάδες συμπαθούντες και υποστηρικτές. Σαν απόδειξη πως εκείνη την εποχή η ένοπλη μάχη στην Ιταλία στάθηκε εμπειρία που δεν είχε όμοιες στη Δύση σαν διάρκεια με έκταση, μέγεθος.
Κάποιος λόγος θα υπάρχει, και είναι ακριβώς αυτός που θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε από την δική μας οπτική, διότι είναι ξεκάθαρο πως μιλώντας σήμερα για εκείνο το κοινωνικò-πολιτικό πλαίσιο, για εκείνο το πολιτιστικό κλίμα, είναι δύσκολο να δώσεις στους νέους να καταλάβουν τους λόγους για τους οποίους πολλοί συνομήλικοί τους, τότε, αποφάσισαν να θυσιάσουν τη ζωή τους για ένα σκοπό και να πάρουν στα χέρια τους τα όπλα. Το πρόβλημα είναι πως εάν δεν έχεις ζήσεις εκείνη την ατμόσφαιρα δεν είναι εύκολο να την καταλάβεις.
Πρέπει να μυρίσεις την οσμή, πρέπει να νιώσεις την ψυχή της, να δεις πράγματα, να τα αγγίξεις με τα χέρια. Ακόμη και όταν δεν έκανες την επιλογή των οδοφραγμάτων, ακόμη και όταν καθόσουν στο παράθυρο κοιτάζοντας, ακόμη και αυτός, να λέμε, που ζούσε με δυο σημαιούλες στο κομοδίνο για να εμφανίσει τελικά αυτή του νικητή, ακόμη και σ’αυτή την περίπτωση, τελικά, τις ζούσες εκείνες τις στιγμές, εκείνες τις καταστάσεις, και σήμερα ξέρεις να δώσεις κρίση, μια δική σου ερμηνεία των γεγονότων.

Οι λόγοι και οι αιτίες δεν στέκονται μόνο στην μια πλευρά – η κάθε μια έχει τη δική της, ο καθένας έχει την αλήθεια του, ο καθείς έχει τη δική του εκτίμηση των συμβάντων – και είναι αυτές βιολογικές, πολιτικές, κοινωνικές, κουλτούρας, τότε επίσης στρατιωτικές κάτω από το επιχειρησιακό προφίλ.
Σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο, που θα δοκιμάσουμε να διηγηθούμε για να το αποδώσουμε στο παρόν με τρόπο αποτελεσματικό, πρέπει να προσθέσουμε μια ματιά όχι δευτερεύουσα : μια παράδοση, ένα μονοπάτι που έρχονταν απ’ την Αντίσταση. Μια κληρονομιά που μεταδίδονταν πολύ συχνά στην οικογενειακή διάσταση και από το γεγονός πως ήμασταν γεννημένοι στα τέλη των ’40/50 χρόνων και μεγαλώσαμε στα ’70, όταν η Αντίσταση ήταν ακόμη κοντά, μόνο 25 χρόνια απόσταση. Όχι πολλά περισσότερα, έτσι για να καταλαβαινόμαστε, από αυτά που μας χωρίζουν σήμερα από την Tangentopoli.Κάτι περισσότερο από μια ανάσα χρόνου.
[τον Φεβρουάριο του 1992 ξεκίνησε η έρευνα ‘καθαρά Χέρια’,“Mani pulite”, που έριξε την τότε κυβέρνηση, la Prima Repubblica, όπως λένε η ιταλοί].

Δεν ήταν μακρινά τα είκοσι χρόνια φασισμού, με τον αντίστοιχο αντιστασιακό πόλεμο, που στη συνέχεια έγινε εμφύλιος, στον οποίο πήρε μέρος κόσμος, ολόκληρες οικογένειες που πολεμούσαν για διαφορετικές ιδέες, για διαφορετικές εκτιμήσεις, προσωπικές απόψεις και βεβαιώσεις, πολιτικές, κοινωνικές, πνευματικές, ανθρώπινες διαφορετικές.
Ζήσαμε λοιπόν εμείς άμεσα [για όλους όσους είχαν συγγενείς αντιστασιακούς] και έμμεσα [γι αυτούς που έζησαν την Αντίσταση, διαμέσου διηγήσεων αυτών που την έδωσε, που πήρε μέρος στις μάχες, σαν πολιτικό σύμβολο[ την αντιστασιακή εμπειρία σαν ένα θέμα που δεν λύθηκε, μια διχασμένη εμπειρία.
Ας δώσουμε το παράδειγμα του Giangiacomo Feltrinelli, που έλεγε πως έπρεπε να οπλιστούμε πέρα από το επαναστατικό σχέδιο, ενός σχεδίου που έκανε αναφορές στην Κούβα, στην Ρωσία ή σε ένα κομουνισμό με ιταλικό πρόσωπο με όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, πνευματικά, βιολογικά, που θα κρατούσε λογαριασμό με την ιταλική ιστορική εμπειρία. Ότι έπρεπε να οπλιστούμε για όλα αυτά, μα πάνω απ’ όλα διότι υπήρχε ο κίνδυνος στρατιωτικής χούντας, Πραξικοπήματος. Θέμα που αργότερα ιστορικά αποδείχτηκε, αν και συζητιέται στα κρυφά. Εκείνους τους καιρούς, η πιθανότητα πραξικοπήμετος ήταν γεγονός που το μύριζες, που το ένιωθες στον αέρα, το άγγιζες με το χέρι, ήταν απτή, αυτή η υπόθεση που αιωρείτο. Διότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών που υπήρξαν φασίστες είχαν ανακυκλωθεί στην χριστιανοδημοκρατία, σίγουρα κάποιοι είχαν πλησιάσει το Msi του Almirante – περισσότερο σεβαστοί αυτοί μιας και στάθηκαν συνεπείς με την πολιτική τους γραμμή, με την ιδεολογίας τους – την ώρα που οι πιο πονηροί, ή οι πιο δειλοί, κατέφυγαν πίσω από την σταυρωμένη ασπίδα[το σύμβολο της χριστιανικής δημοκρατίας]. Έχει λοιπόν η αναγκαστική ερώτηση, σε εκείνη τη στιγμή, σχέση με το ποιός έχει πραγματικά την εξουσία στα χέρια, και ήταν η Democrazia cristiana που την κατείχε : μια εξουσία σχεδόν απόλυτη σε μια κατάσταση νεφελώδη, διαμέσου μιας εξουσίας προφανούς και μιας στο βάθος, που την οδηγούσαν πρώην φασίστες που φόρεσαν νέα ρούχα. Την εξουσία τέλος πάντων την είχαν ακόμη αυτοί.

Φασίστες υπήρξαν και ο Moro, και ο Andreotti, το υπήρξε μάλιστα και ο Giorgio Napolitano (nei Guf) πριν εισέλθει στο Κκ, έτσι για να αναφέρουμε κάποια ονόματα ανάμεσα στα πολλά. Υπήρξαν πρόσωπα όπως οι Biagi και Montanelli, που στη συνέχεια τους παρουσίασαν σαν μοντέλα δημοσιογραφίας ελεύθερης και δημοκρατικής. Υπήρξαν συγγραφείς που στη συνέχεια εκθειάστηκαν πολύ όπως οι Prezzolini και Gadda. Προς απόδειξη πως μετά την Αντίσταση, τα χαρτιά αναμείχτηκαν πολύ. Υπήρχε μεγάλη διαπλοκή ανάμεσα σε πρώην φασίστες και της δυνάμεις της τάξης, τον στρατό, με τους τομείς της δεξιάς του στρατού, με τις ειδικές δυνάμεις, με τη φύλαξη των δασών, όπως φάνηκε αργότερα. Πολλές συγγένειες έδεναν αυτές τις δυνάμεις της δεξιάς με τους δυνατούς επίσης της οικονομίας που τον φασισμό θέλησαν και χρηματοδότησαν, και που ακόμη χρηματοδοτούσαν. Είχαν μεγάλη κάλυψη την ώρα που εμείς καμία. Εμείς ήμασταν εκτεθειμένοι με τρόπο εγκάρσιο και όλοι ήταν εναντίον μας, ακριβώς διότι κινούμασταν ενάντια σε εκείνο το βρώμικο Κράτος, διεφθαρμένο, φασιστικό ακόμη στην ψυχή.

Είναι λοιπόν δύσκολο σήμερα να γίνει αντιληπτό πως βιώνονταν εκείνη η περίοδος, διότι αυτές οι πλευρές της δεν συζητήθηκαν ποτέ στην σοβαρότητα και την πολυπλοκότητά τους. Έτσι όπως ζούσαμε τις τότε εμπειρίες έδειχναν μας θύμιζαν πως η αντιστασιακή εμπειρία είχε συντριβεί.
Οι Brigate Garibaldi, οι αριστεροί αντιστασιακοί σχηματισμοί, κομουνιστικοί, οι Brigate Matteotti και η Volante rossa, σοσιαλιστικές – δεμένες με ένα σοσιαλισμό καθαρό, αληθινό, εκείνο του Λομπάρντι, των Terracini και Pertini, που προέρχονταν από τους κοινωνικούς αγώνες, πολιτικούς, ιδεολογικούς καλά σχεδιασμένους, αναγνωρίσιμους και με μεγάλη αποδοχή – είχαν σχεδιαστεί όχι μόνο για να ελευθερώσουν την χώρα από τον ναζιφασισμό, αλλά επίσης για να εδρεώσουν ένα είδος κομουνισμού, μιας κομουνιστικής κοινωνίας. Ένα σχέδιο επαναστατικό, ένα δυνατό πολιτικό σχέδιο που διακόπηκε, που καταπνίγηκε, καθιστώντας αδύνατο το ξεκαθάρισμα, ηθικό, υλικό, πολιτικό, πνευματικό, κοινωνικό. Έτσι, τελικά, η Ιταλία ξαναβρέθηκε με εκείνους της φασιστικής Repubblica di Salò να έχουν καταφύγει στην Dc, και σε μια ιστορία που εμείς οι υπόλοιποι ζούσαμε με δυσφορία. Μέσα δηλαδή σε μια κοινωνία που ήταν αναπαραγωγή της προηγούμενης, απλά με τις γωνίες της παλιάς δικτατορίας λαξευμένες. Αντιλαμβανόμασταν λοιπόν πως εάν δεν είχαμε το κουράγιο να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με τρόπο απολύτως αντικειμενικό, καθαρό, αυτή η αμελής και υποτακτική συμπεριφορά θα κατέληγε αντιπαραγωγική.
Μπορείτε να πείτε πως λαθέψαμε στα μέσα – η βία, ο ένοπλος αγώνας – οι στόχοι και οι αιτίες που μας κινούσαν, ο σκοπός, ήταν σωστοί. Τέλος πάντων, οι κριτικές στο Κράτος, στον κόσμο της οικονομίας, στην πολιτική και οικονομική εξουσία της χώρας, όπως αποδείχτηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις [φτάνοντας στο σήμερα], ήταν σωστές. Εάν υπάρχει σαπίλα στην Δανία, όπως έλεγε και ο δραματουργός, στην Ιταλία υπήρχε ι υπόνομος, λέγαμε εμείς λιγότερο ποιητικά.
Το να επιστρέφουμε να συζητάμε για εκείνα τα χρόνια σημαίνει πως δίνουμε τη σημασία που πρέπει στις δράσεις μας, να καταλάβουν οι νεότερες γενιές, αυτοί που έχουν σήμερα την δική μας ηλικία του τότε, και που δεν μπορούν ν’ αντιληφθούν ποιοί ήμασταν εμείς και τι το Κράτος, με τους θεσμούς του και τη συνενοχή με τον κόσμο της βιομηχανίας. Οι νέοι σήμερα δεν έζησαν εκείνες τις στιγμές, και τις ιστορίες μας τις ακούν κρατώντας αποστάσεις, συχνά με περιφρόνηση, με επιπολαιότητα και ασάφεια, με τρόπο επιτηδευμένο, από στόματα που μας ρίχνουν λάσπη ακόμη και τώρα, έχοντας την απαίτηση εμείς , έχοντας πληρώσει σκληρά τις επιλογές μας, να μείνουμε στη σιωπή. Στόματα αυτού που παρουσιάζεται καθαρός, σαν άγιος, στο ρόλο του ηθικολόγου. Οι πολιτικοί μας κρίνουν ξεχνώντας πως είναι οι πρώτοι που πέφτουν στα δίχτυα του νόμου, να βρίσκονται απέναντι από εκείνο το Κράτος δικαίου που λεν πως υπερασπίζονται, να γίνονται αυτοί οι εγγυητές της ματωμένης εκμετάλλευσης σε βάρος των εργαζομένων.
Η Tangentopoli, που και αυτή δεν κατάφερε να φέρει ξεκαθάρισμα, [που ίσως να μην ήθελε στην πραγματικότητα να φέρει], απέδειξε πως η καταγγελία μας και η κριτική μας, κι ας έγιναν με τα όπλα, ήτανε σωστές. Και σήμερα είναι ακόμη περισσότερο διότι υπάρχουν καταστάσεις πολιτικές, ανθρώπινες, πνευματικές δεμένες με εκείνο το παρελθόν.

Γιατί λοιπόν κάναμε κάποιες επιλογές ζωής ; Γιατί δεν είχαμε πλέον εμπιστοσύνη στο Κράτος. Η Piazza Fontana ήταν η στιγμή της τομής. Εάν πριν εκείνη τη στιγμή υπήρχε ένα ίχνος εμπιστοσύνης, από εκεί και πέρα χάθηκε και αυτό. Μέχρι τότε σκεφτόσουν πως το Κράτος ήταν σάπιο, σιχαμερό, μαφιόζικο βρώμικο και αποκρουστικό, πίστευες όμως πως ήταν ακόμη δυνατόν να το πολεμήσεις από μέσα. Μετά από εκείνη τη βόμβα, μετά εκείνους τους αθώους νεκρούς, ακόμη και αυτός που είχε εκείνη την οπτική γωνία δεν γίνονταν να μην πιστεύει πως έπρεπε να το πολεμήσει από έξω με τα όπλα. Να λοιπόν γιατί μια αρματωμένη κριτική μας φάνηκε πως ήταν ο μοναδικός τρόπος να εξασκήσουμε πραγματική αντιεξουσία.
Λοιπόν : Γι αυτό εμείς σήμερα θέλουμε οι νέοι να καταλάβουν ακριβώς το γιατί κάποιων επιλογών, μέσα σε τι πολιτικό κλίμα, ανθρώπινο και κοινωνικό κινούμασταν, τι αηδίες υπήρχαν γύρω μας, φρικαλεότητες, τι υπαρξιακή καταπίεση, και γιατί ήμασταν τόσο εξοργισμένοι, και γιατί διατεθειμένοι να χάσουμε τα πάντα, και τη ζωή μας, για να βγάλουμε την Ιταλία από εκείνη την τάξη πραγμάτων. Πέρα από κάθε επιλογή πολιτική ή ιδεολογική όπως επίσης και πολιτιστική που μας έφερε να πάρουμε τα όπλα σαν πολιτική μέθοδο ενάντια στο Κράτος, υπήρξε επίσης η οργή, η προσβολή. Πρέπει να το επαναλάβουμε : δεν ήταν μόνο παράγοντας πολιτικός και ιδεολογικός. Υπήρχε ακριβώς ο παράγοντας της αηδίας.

Κανείς μας δεν ανέχονταν πλέον τα ψέμματα, τους κλέφτες, να έχεις στην κυβέρνηση φασίστες μέσα στη Dc. Υπήρχε βρώμικη οικονομική εξουσία που έκανε κουμάντο, με τις μυστικές υπηρεσίες διαθέσιμες για τα πάντα – να συνεργάζεται με την άκρα δεξιά, με την μαφία, να οργανώνει επιθέσεις – που η αλήθεια των νικητών παρέδωσε στην ιστορία σαν εκτρεπόμενες, για να καθαρίσει την πολιτική από τις ευθύνες της. Οι μυστικές υπηρεσίες έκαναν απλά τη δουλειά τους : ήταν κάπως γιατί η πολιτική τις ήθελε κάπως. Ήταν το μακρύ οπλισμένο χέρι ενός Κράτους εγκληματία και εκτελούσαν το καθήκον τους με δέσμευση και αφοσίωση : συγκάλυψη, τοποθέτηση βομβών, διείσδυση και προβοκάτσια……

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ