ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα – Gli anni della lotta armata

Για τον εκδοτικό οίκο Bietti, η ενημερωμένη έκδοση του «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata» , βγήκε πέντε χρόνια μετά την πρώτη, του Davide Steccanella.

Ο Davide γεννήθηκε το 1962, οπότε το ’68 ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού και το ’78 ήταν ένας χαριτωμένος νεαρός με ένα κεφάλι γεμάτο μπούκλες. Πώς κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερες από 500 σελίδες χωρίς να έχει άμεση μνήμη των γεγονότων; Απλό. Μάζεψε στοιχεία και πληροφορίες και μας έδωσε έναν λεπτομερή απολογισμό των γεγονότων από το ’69 έως το 2017, καθώς και μια γενναιόδωρη προσφορά των πηγών που χρησιμοποίησε.

Φαίνεται ασήμαντο, κοινότυπο, αλλά δεν είναι καθόλου, σε μια εποχή όπως αυτή στην οποία οι έμπειροι σε αυτά τα θέματα, οι γνώστες, δεν φαίνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται. Σε μια εποχή άσχετης αλήθειας, μη πραγματικής, όπου αποφεύγουν να διαπιστώσουν και να επιβεβαιώσουν τα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν στην πάντα αποτελεσματική παροιμία: «Ψέμα στο ψέμα, κάτι θα παραμείνει στο τέλος».
Κάποιος υποστήριξε ότι το βιβλίο πηγαίνει πέρα της κρίσης του συγγραφέα καθώς στερείται παρατηρήσεων, σχολίων, σαν να ήταν δυνατή μια ουδέτερη λειτουργία στην αφήγηση κοινωνικών γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του κειμένου, της αξίας του, το βλέμμα και οι επιρροές του συγγραφέα είναι πολύ παρούσες στην αφηγητική επιλογή. Γεμάτα σαράντα χρόνια από την απαγωγή Μόρο, στους εορτασμούς της μοναδικής αλήθειας που επιτρέπεται, γεμάτης διετρολογία, [ dietrologia – Στο πολιτικό και δημοσιογραφικό λεξιλόγιo υποδεικνύει, με πολεμικούς τόνους, την τάση, των αποκαλούμενων διετρολόγων dietrologi, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δεδηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους, με την αξίωση πως γνωρίζουν αυτό που πραγματικά «βρίσκεται πίσω» από κάθε ενιαίο, μοναδικό γεγονός] και δημόσια προδιαγεγραμμένη ηθική, επιβεβλημένη, ο Ντάβιντε ενδιαφέρεται για την ανακατασκευή του ιστορικού πλαισίου, της ιστορικής συγκυρίας, της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της αλληλοδιαδοχής των γεγονότων που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ξεσπάσματος του ένοπλου αγώνα στον οποίον ενεπλάκησαν χιλιάδες μαχόμενοι κομμουνιστές για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Κατανόηση η οποία θα μπορέσει να απελευθερώσει την 16η μαρτίου 1978 από την αλλοτριωμένη αφήγηση ενός ανεξήγητου, μυστηριώδους γεγονότος και σαν προερχόμενου από τον Άρη, για να το επιστρέψει και να το αποδώσει σε ένα πέρασμα, πολύ σημαντικότερο από άλλα, της μακράς ιστορίας της ταξικής σύγκρουσης εκείνων των χρόνων.

Όντως, το βιβλίο ανοίγει με αριθμούς: 269 ένοπλες ομάδες, 36.000 άνθρωποι που διερευνήθηκαν-ανακρίθηκαν, από τους οποίους 6.000 καταδικάστηκαν. Ωστόσο, η επίσημη χυδαία διαδεδομένη άποψη μιλά για μια χούφτα ψυχοπαθητικών, αιμοδιψών, ετεροκαθοδηγούμενων και, πάνω απ ‘όλα, ξένων στις ταξικές δυναμικές στις οποίες έλεγαν πως αναφέρονταν.
Αλλά κανένας κομμουνιστικός ανταρτοπόλεμος σε μια χώρα στο κέντρο της Ευρώπης δεν θα ζούσε περισσότερο από μία μέρα ούτε θα είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ αν δεν είχε τις ρίζες του ακριβώς στην καρδιά του πιο σημαντικού ταξικού αγώνα από την μεταπολεμική περίοδο.

Και ο Davide αρχίζει από εδώ. Από το εργατικό ’69 και τους φυσικούς του συμμάχους: το κίνημα των φοιτητών και των προλετάριων των αστικών προαστίων. Μια κατολίσθηση, ένα ρεύμα αέρα στο στάσιμο σενάριο που επιθυμούσε το αγκάλιασμα μεταξύ DC και PCI, [χριστιανοδημοκρατίας δηλαδή και Κκι] το οποίο έκλεινε σε ένα θανατηφόρο μπλόκο κάθε χώρο αντιπολίτευσης, αντιπαράθεσης, για να υποβαθμίσει την πολιτική δυναμική της χώρας σε θεσμικές διαμάχες.

Αυτό συνέβαινε μέσα σε χρόνια έκρηξης του πρωταγωνισμού μεγάλων κοινωνικών τμημάτων που βίωναν στον χώρο της καθημερινότητας το πως και πόσο η οργάνωση και οι αγώνες, εκτός των ορίων που επέβαλαν τα κόμματα και τα συνδικάτα, ήταν σε θέση να αντιπαρατεθούν και να εξουδετερώσουν την εκμετάλλευση, τoν μόχθο και το ραβδί των αφεντικών. Μέσα σε χρόνια συγκρούσεων στο δρόμο, στις πλατείες, εφευρετικότητα δημιουργό στόχων, εργαλείων αγώνων και οργανωμένων μορφών. Και κατακτήσεων, σε κάθε περιοχή της συνεργατικής διαβίωσης.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, η ιστορία ξετυλίγεται χρόνο με τον χρόνο. Οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, οι δομές βάσης του εργατικού κινήματος, οι πρώτες οργανώσεις και οι πρώτες ένοπλες ενέργειες, οι θεωρητικές αναφορές, οι εφημερίδες, τα έγγραφα, οι πρωταγωνιστές. Και η θέση στην ημερήσια διάταξη του επαναστατικού αγώνα που διέσχιζε την συζήτηση των κινημάτων. Και όχι μόνο εκείνων.

Για να περιγράψει το κλίμα εκείνων των ετών, ο Davide μας επισημαίνει μερικά επεισόδια που σήμερα θα ήταν αδύνατο ακόμη και να φανταστούμε. Όπως τη διακήρυξη-αυτοκαταγγελία μιας ομάδας διανοουμένων – από τον Giulio Argan και τον Paolo Mieli, μέχρι τον Sergio Saviane, τον Cesare Zavattini και άλλων – όσον αφορά το ξεκίνημα μιας έρευνας από τον εισαγγελέα του Τορίνο ενάντια σε αγωνιστές της Lotta Continua. Αυτά είναι τα λόγια τους: «Όταν οι πολίτες που κατηγορούνται από εσάς δηλώνουν ότι αν είναι αλήθεια ότι τα αφεντικά είναι κλέφτες είναι σωστό να πάμε να πάρουμε πίσω αυτό που έκλεψαν, το λέμε μαζί τους. Όταν αυτοί φωνάζουν ταξική πάλη, να οπλίσουμε τις μάζες, το φωνάζουμε μαζί τους … »   Για να επισημάνουμε πόσο η παρανομία και η ανατροπή, η εξέγερση είχαν εισέλθει πλήρως στο λεξιλόγιο του ακαδημαϊκού και καλλιτεχνικού κόσμου, τόση μεγάλη ήταν η δύναμη και έλξη εκείνου του κινήματος το οποίο ανακοίνωνε την «επανάσταση που απέτυχε» για την οποία ο Davide μιλάει.

Σελίδες μετά από σελίδες και τα γεγονότα διασταυρώνονται με τη μνήμη, μερικές φορές σε αντίθεση, σχεδόν πάντα ως εκ νέου ανακάλυψη τόσο μεγάλης γενναιοδωρίας και πλούτου. Πολλές οι αναφορές και οι μαρτυρίες που αποδίδουν σώμα και αίμα στα γυμνά χρονικά των γεγονότων. Όπως και αυτό που μιλά για τον Martinο Zicchitella, που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια μιας δράσης το ’76, του οποίου παραμένει, σαν να ήταν χθες, η εικόνα του νεκρού σώματος στο έδαφος, το γεμάτο αίματα πρόσωπο, σχεδόν ποδοπατημένο από το μικρό πλήθος των αστυνομικών που έτρεξαν κοντά του. Γράφει γι αυτόν ο Giorgio Panizzari, μαχητής σύντροφος του στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες, Nuclei Armati Proletari, αναφερόμενος στην προηγούμενη φυλάκιση του Martinο, εκεί όπου είχε ωριμάσει και ανέπτυξε την πολιτική επιλογή του: «Μας ήρθαν νέα της βίαιης συμπεριφοράς στην οποίαν υποβάλλονταν, του έγραψα μια επιστολή στην οποία ζητούσα συγγνώμη για το ότι τον έβαλα στους Nap, και μου απάντησε ότι στη ζωή είχε χτίσει πολλά, αλλά το πιο όμορφο πράγμα ήταν αυτό που κάναμε. Μην ανησυχείς, μου έγραψε, έστω κι αν αυτοί με βασανίζουν, εγώ νιώθω καλά, οπότε δεν θα με απαλλοτριώσουν από τις αποφάσεις μου «.

Έτος 1978 και ο Davide σημειώνει: Βγαίνει ο δίσκος “Jazz” των Queen, η ταινία «Εγώ και η Annie» του Woody Allen κερδίζει το Όσκαρ και η Αργεντινή το παγκόσμιο πρωτάθλημα »μέσα στο σπίτι της». Στην Ιταλία η Juventus κερδίζει το scudetto και oι Matia Bazar το Sanremo με το τραγούδι «E dirsi ciao». Το κεφάλαιο κλείνει με το σκεπτικό πως αν το ’78 ήταν το έτος της πιο εντυπωσιακής δράσης στην ιστορία του ένοπλου αγώνα, τo ’79 θα είναι αυτό της μεγαλύτερης επέκτασής του. Και αυτή η παρατήρηση δεν θα ήταν δίχως νόημα αν στέκονταν μόνο στην ανάλυση της.

Αλλά η πραγματική ιδιαιτερότητα, χρήσιμη για την αντιμετώπιση των ακόλουθων γεγονότων, αναφέρεται στη σημείωση 18 που μεταφέρει ένα άρθρο του ιστολογίου του Paolo Persichetti, Insorgenze, με τίτλο Τι διάβαζε ένας ταξιαρχίτης τον σεπτέμβριο του 1978;   Cosa leggeva un brigatista nel settembre 1978?

Πέρα από κάθε πρόθεση διδασκαλική, για όσους ενδιαφέρονταν πραγματικά να κατανοήσουν, της ύπαρξης της ιστοριογραφικής μεθόδου ανάλυσης της τεράστιας υπάρχουσας τεκμηρίωσης με την οποίαν αποσυναρμολογούνται θρύλοι, φήμες, κλισέ κοινοί τόποι και καταρρέει ολόκληρη η διετρολογική-συνωμοσιολογική σκαλωσιά, η λεπτότης είναι η είδηση της ανεύρεσης και ενός βιβλίου της Kollantaj στη βάση της οδού Monte Nevoso. Τόσο για να μην σωθεί ούτε και η κριτική για machismo από το φεμινιστικό κίνημα, κριτική που επαναλαμβάνεται παρά το γεγονός ότι στις οργανώσεις του ένοπλου αγώνα η γυναικεία παρουσία ήταν μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο αριστερό πολιτικό σχηματισμό. Επιπλέον, ένα δείγμα του επαναστατικού εργατικού και φοιτητικού διεθνισμού, πολύτιμα εργαλεία για να καταλάβουμε έναν κόσμο που έβραζε ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές εξεγέρσεις, αντιστάσεις σε δικτατορικά καθεστώτα νεοφασιστικών διαδικασιών αποαποικιοκρατίας: ένας άλλος σοσιαλισμός φαινόταν ακόμα πιθανός!

Η κουλτούρα, οι πολιτικές και αξιακές πρακτικές του επαναστατικού κινήματος μπορούν να βρεθούν μέσα σε αυτή τη βιβλιογραφία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να βοηθήσει στην εγκατάλειψη πολλών προκαταλήψεων αυτών που έχουν δημιουργήσει το δίκτυο μνήμης και που τους κάνουν να γράψουν, όπως και κάποιος σαν τον Gotor: » Αντικείμενα κοινά σε μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων: όχι αρειανών, όπως κατέστησαν σιγά σιγά στην στρεβλή και επιφυλακτική μνήμη των συντρόφων τους, καθώς σιγά σιγά αυτοί χωρίζονταν από την ανθρώπινη και πολιτική εμπειρία που τους άγγιζε χωρίς να τους κατακλύσει. Περισσότερο από τις προθέσεις, συχνά σώθηκαν από καθαρή τύχη «.

Επίσης κείμενα για τον κόσμο της «νέας» τηλεόρασης των αφεντικών και των πολυεθνικών, όταν ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν ακόμα άγνωστος. Αλλά δεν υπήρχε «Η προέλευση της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους» του Ένγκελς, που ο Marco Bellocchio, Μάρκο Μπελόκιο βάζει σε κοινή θέα σε μια από τις πιο γελοίες σκηνές της ταινίας του ‘Καλημέρα νύχτα’, ‘Buongiorno notte’, στην οποία ζωγραφίζει τους ενοίκους της «φυλακής του λαού» σαν φρενιασμένους που μιλάν σαν να ουρλιάζουν συνθήματα. Είμαστε σε κατάσταση επείγουσας ανησυχίας αναμένοντας την καλλιτεχνική ελευθερία την οποίαν ο απερίγραπτος πρώην μαοϊκός σκηνοθέτης (που δεν είναι πλέον οπαδός του περίφημου κινέζικου κανόνα σύμφωνα με τον οποίο έχουν δικαίωμα λόγου μόνο όσοι έχουν κάνει έρευνα) θα χορηγήσει στον εαυτό του για το επόμενο έργο που ανακοινώθηκε για την επέτειο των σαράντα χρόνων του ’78!
Αλλά υπάρχουν και άλλα: αναλύοντας τις βιογραφίες των αγωνιστών μπορεί κανείς να διαψεύσει με βεβαιότητα την διαδεδομένη άποψη πως είχαν ενταχτεί ή πως προέρχονταν από την πολιτιστική κληρονομιά αυτών που αποχώρησαν από την FGCI [κομουνιστική νεολαία] της Emilia ή από εκείνη την μισο καθολική της σχολής κοινωνιολογίας του Trento. Από την «οικογενειακή φωτογραφία» μπορούμε να αναγνωρίσουμε την φυσιογνωμία πρωτοποριών εργοστασίων του Μιλάνο, του Τορίνο και της Γένοβας. Πρώην αγωνιστών των διαλυμένων εξωκοινοβουλευτικών ομάδων ή από το κίνημα του ’77. Τμήματα βενετικής αυτονομίας, ιδιαίτερα του Porto Marghera. Πρώην συμμετεχόντων σε διαλυμένες ένοπλες ομάδες. Συνιστώσες της ναπολιτάνικης κοινωνικής πραγματικότητας και των αστικών προαστίων. Μέχρι τους σχηματισμούς των περιοχών της επαρχίας.
Η ταινία των αναμνήσεων εξακολουθεί να τρέχει. Επίθεση στην έδρα της περιφερειακής επιτροπής της DC, στην κεντρική πλατεία Piazza Nicosia, σε απόσταση αναπνοής από τα κυριότερα κτίρια της εξουσίας. Το κτίριο καταλαμβάνεται, οι παρόντες ακινητοποιούνται, αρχεία και έγγραφα αφαιρούνται. Έξω, μια αστυνομική περιπολία της αστυνομίας που κατέφθασε στον τόπο εξουδετερώνεται, με τον θάνατο δύο από τους τρεις αστυνομικούς. Πολύ σύνθετη δράση, για τον αριθμό των συμμετεχόντων, για το μέγεθος του χώρου και τη θέση του σε μια πολύ στρατιωτικοποιημένη περιοχή. Ωστόσο, στη διετρολογική ταξινόμηση του «δεν μπορεί να έχουν κάνει τα πάντα από μόνοι τους», δεν υπερβαίνει την επίθεση της via Fani.
Και ακόμη. Όπως συνέβη ήδη για την κηδεία του Walter Alasia («οι σύντροφοι της Magneti, που ήταν πολλοί και εμείς της Breda τοποθετηθήκαμε σε δύο φτερά: ο καθένας είχε το κόκκινο γαρύφαλλο του, οι γροθιές υψώθηκαν και τραγουδήσαμε την Διεθνή, l’Internazionale «), το φέρετρο της Barbara Azzaroni, μαχήτριας της Prima Linea που σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi σε ανταλλαγή πυρών, χαιρετίζεται από ένα επιβλητικό πλήθος συντρόφων, κλειστές γροθιές και κόκκινες σημαίες. Σημάδια των καιρών προκειμένου να αποκηρύξουμε τόσα ψέμματα, τόσα παραμύθια.

Χρόνια ’80. Ενώ η διεθνής κατάσταση αλλάζει ριζικά, στο Τορίνο η Fiat ανακοινώνει 15.000 απολύσεις και 23.000 cassa integrati. Είναι η αντεπίθεση των αφεντικών, η αποφασιστική ώθηση στη βιομηχανική αναδιάρθρωση σύμφωνα με την παραγωγική δομή της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτων. [Cassa integrazione:Ταμείο συμπλήρωμα: παρέχει αποζημίωση ως αμοιβή σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασίας υπέρ των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που υφίστανται βιομηχανική κρίση σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασιακής δραστηριότητας.]

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ήταν απαραίτητο να εξαλειφθούν οριστικά οι ανταγωνιστικές συμπεριφορές και οι πρωτοπορίες που μέχρι τότε εμπόδισαν τις προσπάθειες αναδιοργάνωσης της παραγωγής και των εργασιακών δραστηριοτήτων. Η «πορεία των 40 χιλιάδων λευκών κολάρων» κλείνει την μανούβρα τανάλιας και σηματοδοτεί την «παρακμή των εργατικών αγώνων και το τέλος μιας εποχής».

Ο Giorgio Cremaschi σχολίασε ότι εκείνη η περίπτωση «άλλαξε την ιστορία του ιταλικού καπιταλισμού θέτοντας τα θεμέλια για όλα εκείνα που θα συνέβαιναν τα επόμενα 30 χρόνια». Συμπεριλαμβανομένης της κρίσης των ένοπλων ομάδων, των διασπάσεων, των προδοσιών, των αποτυχημένων προσπαθειών αναδιοργάνωσης. Συμπεριλαμβανομένης της παρακμής της στρατηγικής που οι εΤ είχαν συλλάβει και ανέπτυξαν περί της κεντρικότητας ενός επαναστατικού υποκειμένου ικανού να τεθεί στο ύψος των περιστάσεων όσον αφορά στο ζήτημα της εξουσίας και της επανένωσης όλων των άλλων προλεταριακών πρωταγωνιστών μορφών αυτής της μακράς εποχής ριζοσπαστικών αγώνων: την εργατική τάξη των μεγάλων εργοστασίων. Τα χρόνια της ήττας, στο ύψος της απόπειρας, της προσπάθειας που έγινε.

Με αυτό ασχολείται το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου που, αφού πέρασα πολλά χρόνια να σκέφτομαι περί αυτού, αφήνω πρόθυμα στον προσεκτικό αναγνώστη.
Στη μνήμη του μέλλοντος, το απόσπασμα του Samuel Beckett από το Maelstrom, που γράφτηκε από τον Salvatore Ricciardi: «Πάντα προσπάθησα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκιμάστε ξανά. Θα αποτύχεις ξανά. Θα αποτύχεις καλύτερα. »

Επειδή μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να πέσουν θα είναι σε θέση να σηκωθούν.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Από κοινωνικός αντάρτης κομμουνιστής αγωνιστής, χωρίς να χάσει την τρυφερότητα – Da ribelle sociale a militante comunista, senza perdere la tenerezza

του Fiorenzo Angoscini

annaPasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Εκδόσεις Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Παραφράζοντας τον Bertolt Brecht, και ίσως να βιάσουμε λιγάκι κάποια ερμηνεία του, στέκεται σαφές ότι «ο κομμουνισμός είναι ένα απλό πράγμα, δύσκολο να το κάνεις ’,1 θεώρηση κατάλληλη στην διήγηση της ιστορίας-εμπειρίας ζωής του Pasquale Abatangelo που καταλήγει, επίσης, να συμπίπτει με την ιστορία της γέννησης, της μικρής διάρκειας και της καθοδικής παραβολής των Ενόπλων Προλεταριακών Πυρήνων.

Είναι η ιστορία ενός «επιστρέφοντος μετανάστη», του οποίου οι παππούδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους για να παν στην Ελλάδα λόγω της φτώχειας που διανέμονταν ελεύθερα από την μοναρχία των Savoy, ενώ οι γονείς (που γεννήθηκαν στην Πάτρα) υπήρξαν μεταξύ των πολλών θυμάτων ενός εγκληματικού καθεστώτος, αποικιοκρατικού αλλά κουρελιάρικου συγχρόνως, με ευνουχισμένες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες.
Έτσι, οι ιταλοί της Ελλάδας, gli skylofraghi- οι σκυλόφραγκοι: ‘cani italiani’, »ιταλικά σκυλιά», χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την ελληνική χερσόνησο, μιας και “ Είκοσι χρόνια επιθετικής πολιτικής του φασισμού, η κατάληψη της χώρας και η συμμαχία με τους Ναζί, δεν άφηνε περιθώρια για πολλές διακρίσεις … Η ενοχή της πατρίδας καταγωγής στιγμάτιζε κάθε άνδρα και γυναίκα ιταλικής προέλευσης. Λόγω του φασισμού, αυτοί οι άνθρωποι έχασαν την αξιοπρέπεια του πολίτη, και σύντομα τα σπίτια και κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν”.

Είναι εντυπωσιακό να εξακριβώνουμε, ακόμα περισσότερο στην επιλήσμονα Ιταλία του σήμερα που επικαλύπτει με επιθετικά επίθετα τους μετανάστες, πως η περιφρόνηση, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εις βάρος των ιταλών μεταναστών ήταν κοινές και σε άλλες δυτικές χώρες: στην Ελλάδα ήταν »ιταλικά σκυλιά», στο Βέλγιο, όταν οι συμπατριώτες μας πήγαιναν να »γεμίσουν αέρια» στα ορυχεία της Βαλλονίας, στις βιτρίνες των μπαρ, καταστημάτων και δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, ξεχώριζαν πλακάτ που έγραφαν: ‘απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και ιταλούς’ . Πάντα στο τεχνητό βελγικό κράτος, αλλά και σε αυτή την πολύ πολιτισμένη Ελβετία, χρησιμοποιούσαν την απόστροφο με ένα προσβλητικό «ιταλοί, cìngali» (τσιγγάνοι). Προσθέτοντας, σε αυτή την περίπτωση, την φυλετική διάκριση σε αυτή την εθνική.

 

Η οικογένεια Abatangelo, με καταγωγή από την Puglia, με αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Italia.
Αποβιβάστηκαν στο Bari, μετακόμισαν στην Bologna “σε ένα εμπορικό τρένο επάνω που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά ζώων…βρήκαν καταφύγιο σαν τα ζώα μέσα στους στάβλους για άλογα ενός στρατιωτικού στρατοπέδου…ύστερα από έξι μήνες παραμονής στην Bologna σε εκείνες τις συνθήκες, έλαβε χώρα μια νέα μετακίνηση…προορισμός ήταν η Firenze, σε ένα παλιό στρατόπεδο που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον και είχε μετατραπεί σε κέντρο προσφύγων”.
Η οικογένεια Abatangelo, που στην αρχή αποτελούνταν από οκτώ άτομα, στην οποίαν προστέθηκαν οι Nicola και Pasquale (που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1947 και το 1950, στην Φλωρεντία ), υποχρεώθηκε να ζει για τουλάχιστον (1946-1956) μέσα σε μια κάμαρα “σε συγκατοίκηση με άλλες έξι οικογένειες, σε ένα σύνολο πενήντα ανθρώπων”.

Επιτέλους οι Abatangelo, το 1956, μετακομίζουν  “στις νέες λαϊκές κατοικίες που είχαν επ ευκαιρίας χτιστεί για τους πρόσφυγες…ήταν διαμερίσματα των σαρανταπέντε τετραγωνικών μέτρων χωρισμένων σε τρία δωμάτια, συν το μπάνιο…σε εμάς που ήμασταν δέκα έδωσαν δυο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο, που συγκοινωνούσαν με μια μικρή ταράτσα”. Αληθινά «το ελάχιστο δυνατό», αν και δεν βρισκόμασταν πλέον σε κατάσταση στρατιωτικού στρατωνισμού. Η εξαθλίωση, ανάγκασε το καλοκαίρι του 1957 την ιταλο-ελληνική οικογένεια να στείλει τον Pasquale σε ίδρυμα, στην Casa Pia del Lavoro της οδού Montedomini, όπου βρισκόταν ήδη ο Nicola.

Το οίκημα ήταν πολύ μεγάλο και φιλοξενούσε, αν μπορώ να το πω έτσι, παιδάκια, εφήβους, νεαρούς ενήλικες, ηλικιωμένους και γέρους σε αρκετά κακή κατάσταση, συχνά άρρωστους και κοντά στο θάνατο. Μέσα σε αυτό το θλιβερό περιβάλλον συγκατοικούσαν παιδιά του κανενός που προέρχονταν από ορφανοτροφεία, παιδιά ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και συντρίμμια στο τέλος της κούρσας, που είχαν απλά εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Με λίγα λόγια, όλοι οι απόβλητοι”. Προθάλαμος της φυλακής για τους νέους, του νεκροταφείου για τους ηλικιωμένους. Αυτή η δραματική, ανήμπορη αλλά ρεαλιστική μαρτυρία του συγγραφέα που, σε αυτό το «προαύλιο της κολάσεως», εξακολουθεί να παραμένει για να τελειώσει το γυμνάσιο, σχεδόν στα δεκαέξι του.

Και πριν ακόμη κλείσει τα δεκαέξι, ο Pasquale, υφίσταται την πρώτη σύλληψη (μαζί με τον Nicola και έναν ξάδελφο) με κράτηση σε φυλακές ανηλίκων. Η σύλληψη, την οποία θεωρεί άδικη, αβάσιμη, συνέπεια πρακτικών χειραγωγημένων, τον πείθει όλο και περισσότερο ότι δεν θέλει να εισέλθει »στον κύκλο της κόπωσης και της κοινωνικής πειθαρχίας ‘’.
Εν μέσω όλων αυτών των απότομων και ξαφνικών αναταραχών-ανατροπών συναντά την Άννα, την αγάπη του. Και μιλά για την εξέλιξη της σύνθετης και πολύπλοκης ζωής τους (βιαστικές εξαφανίσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, παρανομία, πολιτική στράτευση, ειδικές φυλακές με ταραχές και εξεγέρσεις, ξυλοδαρμούς, απομόνωση, απαγόρευση συνομιλιών και συναντήσεων στις φυλακές μετά από ημέρες ταξιδιού και διασχισμένα χιλιόμετρα, ή μόνο μέσω ενδοεπικοινωνίας,διαχωρισμένοι, αυτή και πολύ συχνά και τα παιδιά, από ένα γυάλινο τοίχο), αλλά σταθερή σχέση, η οποία διέσχισε σχεδόν μισό αιώνα. Περιγράφει τα συναισθήματα, τα αισθήματα, την οργή και τον πόνο τους.

Έξω από τον φράκτη του καθωσπρεπισμού κάνει τις πρώτες κλοπές και ληστείες προς όφελος »και προσωπική του χρήση». Συλλαμβάνεται, συναντά στην φυλακή έναν αγωνιστή της επαναστατικής αριστεράς, τον Luca Mantini, φιορεντίνο στρατευμένο στη Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας, που τον ‘βοηθά’ να πάει ακόμη παραπέρα, να παντρέψει την ανταρσία και την εξέγερση με τον αγώνα και να μοιραστούν τα αυθεντικά ιδανικά της αλληλεγγύης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Μαζί με τον Mantini ο οποίος, εγκαταλείπει την LC και συστήνει την Επιτροπή, Comitato George Jackson, οργανώνοντας πρωτοβουλίες υποστήριξης στους φυλακισμένους,  αρχίζει να εντοπίζει σαν ‘συνένοχη’ εκείνη την πλούσια πλευρά περιθωριακού προλεταριάτου που εποικεί τις φυλακές και που προώθησε  καλλιέργησε και ανέπτυξε το κίνημα αγώνων στις φυλακές στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, αρχές εβδομήντα, στο οποίο έχουν τις ρίζες του και ξεκινούν τη δράση οι Nuclei Armati Proletari, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ακριβώς εκείνη την περίοδο κατά την οποίαν και διάφορες φιγούρες από τους παράνομους, dagli extra-legali, αρχίζουν να γνωρίζουν προσωπικά την σκληρότητα της φυλακής, συνέπεια του κύκλου αγώνων του ’68-’69. Φοιτητές, εργάτες, διδάσκαλοι περνούν τις πύλες και τα κάγκελα των διαφόρων σωφρονιστικών κέντρων ως αποτέλεσμα συγκρούσεων με την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους, καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δράσεις μαχητικού αντιφασισμού και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

anna1Πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζουν ενότητες συγκεκριμένες που ασχολούνται με το ζήτημα του εγκλεισμού. Η πιο δραστήρια και γνωστή είναι δίχως άλλο εκείνη της LC, που αφιερώνει στον περιοδικό τύπο της μια σταθερή αρθρογραφία: ‘I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι’ . Τον ιούνιο 1972 δημοσιεύει ένα βιβλίο, Να ελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, που “συλλέγει ντοκουμέντα, γράμματα, ειδήσεις και χρονικά γραμμένα από κρατουμένους που διατήρησαν μια συνεχή πολιτική σύνδεση και δεσμό με τους εξωτερικούς πυρήνες παρέμβασης στις φυλακές της Lotta Continua”. Έναν χρόνο αργότερα διαδίδει το Αναλάβαμε την ελευθερία να αγωνιζόμαστε. Το μαζικό κίνημα των φυλακισμένων από τον ιανουάριο στον σεπτέμβριο ’73 – Ci siamo presi la libertà di lottare. Il movimento di massa dei detenuti da gennaio a settembre ‘73.2

Πάντα σε εκείνες τις αρχές των χρόνων εβδομήντα, αναφορικά μονάχα σε ιταλούς συγγραφείς, δημοσιεύτηκαν ειδικές εργασίες και στοχευμένες, που πραγματοποιήθηκαν από έναν δημοσιογράφο συγγραφέα ανεξάρτητο, από έναν κοινωνιολόγο πρώην φυλακισμένο, και πρώην φασίστα 3 ‘που μεταστράφηκε’ στην φυλακή προς την αριστερή στράτευση και από μιαν πολιτική δραστήρια αγωνίστρια. L’ “Inchiesta sulle carceri”, η »Έρευνα επάνω στις φυλακές» του Emilio Sanna, γραπτή μεταφορά μιας τηλεοπτικής μετάδοσης, Μέσα στην φυλακή, Dentro il carcere, επάνω στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα, που μεταδόθηκε σε τρία επεισόδια από το δεύτερο κανάλι Rai4 . Ο Giulio Salierno, μαζί με τον Aldo Ricci, πραγματοποιεί στη συνέχεια μια έρευνα επάνω στις ιταλικές φυλακές, που αναγνωρίστηκε σαν σημείο αναφοράς – σαν ορόσημο στην κοινωνιολογία της ποινής στην Italia5 . Tέλος ο Salierno πραγματοποιεί μια έρευνα επάνω στο υποπρολεταριάτο “για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική στο πρόβλημα της συμμαχίας μεταξύ εργατικής τάξης και ‘Lumpenproletariat’” και σπεύδει να προσδιορίσει: “Αυτή η εργασία δεν είναι και δεν θέλει να έχει καμιά συνολική απαίτηση, ούτε αντιπροσωπεύει μια τελική ανάλυση για το πρόβλημα του υποπρολεταριάτου-του οποίου αυτός ο ίδιος ο ορισμός πρέπει να αξιολογηθεί και να επαληθευτεί-αλλά απλούστατα αποτελεί μια εισαγωγή, ένα ερέθισμα, μια συμβολή στην συζήτηση και την μελέτη του ιδίου”.6

Κλείνουμε αυτό το εκδοτικό παράθυρο με την έρευνα της Irene Invernizzi,  Η φυλακή ως σχολή επανάστασης, αφιερωμένη με σημασία  ‘Στους μάρτυρες της Άττικα-Ai martiri di Attica’,7 που διευκρινίζει: “Εάν η οργάνωση και η εκπόνηση αυτού του βιβλίου είναι δικές μου, η επεξεργασία του είναι φρούτο της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας αγωνιστών της Lotta Continua οι οποίοι, ξεκινώντας από την άνοιξη 1971, έθεσαν στους εαυτούς τους το πρόβλημα της φυλακής σαν αντικείμενο πολιτικής παρέμβασης, και φυσικά πολλών κρατουμένων με τους οποίους είχαμε επαφή”. 8

anna 2Ο Abatangelo, έχοντας εισέλθει στην φυλακή ‘κακοποιός’, βγαίνει από αυτήν με μια πολιτική συνείδηση  χάρη στο  κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα και γύρω από αυτήν. Κι έτσι το καλοκαίρι του 1974 αποφασίζει, μαζί με κάποιους συντρόφους φιορεντίνους της κολεκτίβας ‘George Jackson’ να πάρει μέρος στους NAP. Μια οργάνωση ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση αλλά ήδη παρούσα στη Napoli και στη Roma. Στις 2 oκτώβρη με δεδομένη την πρώτη δημόσια δράση των νεο συσταθέντων ‘Πυρήνων’: ένα αυτοκίνητο, εξοπλισμένο με μεγάφωνο, διαδίδει ένα ακουστικό μήνυμα μπροστά, αντίστοιχα, στις φυλακές της Napoli, Milano και Roma-Rebibbia. Στο τέλος του μαγνητοφωνημένου μηνύματος τα αυτοκίνητα καταστέφονται με έκρηξη. Λίγες ημέρες αργότερα γίνεται προσπάθεια επανάληψης της πράξης μπροστά στις φυλακές Murate της Firenze. Λόγω τεχνικής βλάβης δεν υπάρχει καλό τέλος.

Mα είναι στη διάρκεια της 29 oκτωβρίου που καταγράφεται το αληθινό ‘βάπτισμα του πυρός’. Για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να αγοραστεί ένα μεγάλο φορτίο όπλων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» σε μια τράπεζα. Διάφοροι λόγοι και απρόβλεπτες καταστάσεις υποχρεώνουν τους nappisti να κατευθύνουν τη δράση της σε ένα πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που είχαν εντοπίσει και μελετήσει. Η επιλογή πέφτει επί της τραπέζης Cassa di Risparmio της Φλωρεντίας, στο κατάστημα της Piazza Leon Battista Alberti, που γνώριζε ακριβώς ο Pasquale Abatangelo διότι την είχε ληστέψει έναν χρόνο πριν.

Στο βιβλίο του ο, Abatangelo, στέκεται στον τραγικό επίλογο της προσπάθειας απαλλοτρίωσης: “Η ληστεία της Piazza Alberti και ο θάνατος των Luca Mantini και Sergio Romeo προκάλεσαν μια τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη και στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του ιταλικού ανταρτοπόλεμου μετά τον Giangiacomo Feltrinelli, και η δυναμική των γεγονότων δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μια παγίδας, μιας ενέδρας των καραμπινιέρων απέναντι μας. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η αλήθεια είναι πως πολλά εξαρτήθηκαν από την τύχη και το πείσμα μας…Mα χρειάζεται  να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε τα λάθη και να κοιτάξουμε κατάματα τα πράγματα. Έχουμε λαθέψει στη βιασύνη τόσο στην τελευταία συνάντηση, όσο και στον τομέα της ενέργειας, της δράσης. Η παρτίδα των όπλων ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά όχι τόσο ώστε να επιτρέψει μια ληστεία χωρίς μια σοβαρή και ενδελεχή έρευνα … Και δεν πέσαμε επάνω σε ενέδρα ”.

Το Rosso, εφημερίδα μέσα στο κίνημα, στην ειδική έκδοση ‘Ενάντια στην καταστολή,Contro la repressione’, του μαρτίου-απριλίου 75, είχε αφιερώσει μια ανακατασκευή (σελ. 68-73) πλούσια σε φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα και υποθέσεις ‘ευφάνταστες’ πιέζοντας πολύ και τον τίτλο: “Η ενέδρα της Firenze”. Τώρα, ο Pasquale Abatangelo, καθαρίζει το πεδίο από παρεξηγήσεις και φαντασία, την αποκαθιστώντας μια για πάντα τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των συμβάντων.

anna 3Οι NAP υπήρξαν μια οργάνωση ένοπλη αυθεντική και ιδιαίτερη, ένα ενδιαφέρον μείγμα πολιτικών αγωνιστών και πρώην ‘κακοποιών’-προλετάριων κρατουμένων-περιθωριακών, με δυο (κυρίως) υλικοτεχνικά-επιχειρησιακά κέντρα: εκείνο της Firenze, στα κέντρο βόρεια, και εκείνο της Napoli, στο  νότο. Η διάρκεια της δραστηριότητας τους, σχετικά σύντομη, ξεκινά τον οκτώβρη ’74 και τελειώνει, κατά προσέγγιση, τον ιούλιο του ’77 ,με τον θάνατο του Antonino Lo Muscio στη Roma, πρώην φυλακισμένου προλετάριου και τέκνου μιας κομουνιστικής οικογένειας του Pci. Η πολιτική-στρατιωτική δράση της οργάνωσης είναι γεμάτη, όπως ξεκαθαρίζει και μαρτυρεί ο Abatangelo, από απροσεξία, αυτοσχεδιασμό, αποδιοργάνωση και βολονταρισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές δράσεις αποτυχημένες, ή που κατέληξαν με τρόπο τραγικό, από την άποψη του υψηλού αριθμού των ανθρωπίνων ζωών που θυσιάστηκαν: Luca και Annamaria Mantini, Sergio Romeo, Giovanni Taras, Martino Zicchitella,9 Vito Principe, Tonino Lo Muscio, Alberto Buonoconto .

Ο Pasquale Abatangelo έζησε, παρά την θέληση του, όλους τους διάφορους βαθμούς εγκλεισμού: από το ίδρυμα στην σούπερ φυλακή με συμπλήρωμα το άρθρο 90 και «τις ακτίνες του θανάτου». Στη φυλακή, όπου παρέμεινε κλεισμένος συνεχώς για περισσότερα από 20 χρόνια, έγινε κομμουνιστής, υπέφερε τον πόνο του πολιτικού διαχωρισμού από τους συντρόφους του.

Θα είναι μεταξύ των τριών αγωνιστών των ΕΠΠ, οι οποίοι θεωρώντας πως έχει εξαντληθεί η εμπειρία nappista, αρχικά θα ενταχθούν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: εκτός από τον ίδιο, ο Domenico Delli Veneri και ο Giorgio Panizzari. Στη συνέχεια, και άλλοι μαχητές, θα εφαρμόσουν την ίδια επιλογή. Στη φυλακή σπούδασε. Κείμενα ιδεολογικά και πολιτική θεωρία, αλλά και λογοτεχνία και ποίηση. Απέκτησε σημαντική κριτική ικανότητα και την πιο δύσκολη πρακτική της αυτοκριτικής. Όταν οι BR »διασπώνται’, όπως σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές (με λίγες εξαιρέσεις: Gallinari, Piccioni, Seghetti και κάποιο άλλοι του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος) προσχώρησε στο Partito Guerriglia, αλλά είναι σε θέση να καταλάβει, μετά από κάποιες δράσεις και πρωτοβουλίες »υπερβολικές»που διαπράττονται από τους συντρόφους της »συνιστώσας», πως   “το κόμμα του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου” δεν κάνει γι αυτόν : “… η περίπτωση του Giorgio Soldati, που σκοτώθηκε στο Cuneo τον δεκέμβρη του 1981, και εκείνη του Ennio Di Rocco, που στραγγαλίστηκε στο Trani τον ιούλιο του 1982, ήταν πράγματα δικά μας, και φαινόταν πως έγιναν επίτηδες για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και απώθηση ανάμεσα στους ίδιους τους υποστηρικτές της επαναστατικής πειθαρχίας… 10 Όσον αφορά τους αδύναμους, οι τιμωρίες ήταν ένα καθήκον, είχα καταδικάσει πολλές φορές, αλλά ήθελα να συνεχίσω να κρίνω με ισορροπία, επίσης και με ανθρωπιά…Και στη συνέχεια ένα απίστευτο συμβάν, στις 21 οκτωβρίου στο Torino λαμβάνει χώρα μια ληστεία σε τράπεζα, στην διάρκεια της οποίας ο εκτελεστικός πυρήνας του Partito Guerriglia σκοτώνει εν ψυχρώ δυο αστυνομικούς της Mondialpol που είχαν καθήκον φρουράς στο κατάστημα, με μόνο σκοπό να τονίσουν μια δήλωση που αβάσιμα κατηγορούσε για προδοσία τη Natalia Ligas…οι νέες μέθοδοι της «υπερβατικής κοινωνικής επικοινωνίας» … Τι σχέση είχαν όλα αυτά με το όνειδος του Τορίνο;11

O Abatangelo, όταν χρειάστηκε, ήξερε να είναι σκληρός, μα δεν έχασε ποτέ την τρυφερότητα. ‘Προλετάριος απλός’, στην φυλακή συνάντησε τους κομουνιστές και αγκάλιασε τον κομουνισμό, έμαθε την ‘άλφα βήτα’ θεωρητικά και ιδεολογικά, αλλά ποτέ δεν υπέφερε τους “κόκκινους παπάδες και τους ματαιόδοξους καθηγητάκους”. Με μια έντονη φωτογραφία της στιγμής, ακίνητη, και χωρίς λεζάντα, δίχως ανάγκη διδασκαλίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τις «μύγες αμαξάδες» ή, αν προτιμάτε, τους « γρύλους που μιλούν» μιας ορισμένης διανόησης αλαζονικής: τους θεωρητικούς σοφιστικέ.  “Αλλά τα «πλήθη» και η “αυτοκρατορία”ήταν πολύ εύθραυστες λέξεις και υδατικές για να αντέξουν το κύριο βάρος της απάντησης της εξουσίας ”. Αντιθέτως, εξέφρασε συμπάθεια και στοργή, ανθρώπινη και πολιτική εκτίμηση απέναντι στον κομουνιστή της Reggio Emilia: τον Prospero Gallinari, και εκτίμησε  “την ανθρωπιά του, την σεμνότητα του, και κυρίως το ανάστημα και το εύρος της ακλόνητης κομουνιστικής του ταυτότητας”.

anna 5Στις τελευταίες σελίδες της μαρτυρίας του θυμάται αυτούς που ήταν πάντα κοντά του, τους ‘συνενόχους’ των πρώτων κλοπών και ληστειών, τα μέλη των ομάδων από ‘εγκληματίες’ που πλέον πολεμούσαν την καθεστηκυία και αλαζονική τάξη. Υπάρχουν ‘οι καταραμένοι της γης’, οι πρώτοι σύντροφοι που συνάντησε, εκείνοι με τους οποίους ξεκίνησαν να σκέφτονται τον τρόπο να καταστρέψουν το τέρας, με τους οποίους δημιούργησαν τους NAP. Υπάρχουν και οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράστηκε της στράτευση στις Brigate Rosse, από τις ‘πρώτες’, μονολιθικές έγκυρες και επίσημες, στα χίλια ρεύματα στα οποία διαιρέθηκαν και διαλύθηκαν. Υπάρχει η ανάμνηση των νεκρών ‘του’. Για άλλη μια φορά δίχως να ξεχωρίζει την πολιτική σχέση από την προσωπική. Κυρίως υπάρχει η προσκόλληση και η αγάπη, εκτός από αυτήν στα παιδιά του, για τις γυναίκες του, την Anna “που ήταν πάντα εκεί και μεγάλωσε τα παιδιά μαςc” και για την μάνα του, “την ελληνίδα πρόσφυγα που μας γέννησε μέσα στο στρατόπεδο της via della Scala”. Και σε αυτόν τον ορισμό δεν υπάρχει γλωσσικός ρατσισμός, καμία διαφοροποίηση, διαχωρισμός, απόσταση ή υπεροχή, αλλά η αναγνώριση των μεγαλύτερων ταπεινώσεων και διακρίσεων που υπέστησαν λόγω της κατάστασης »μεταναστών που επέστρεφαν». Η δική του δύναμη και αξιοπρέπεια.

NAP: απαραίτητη βιβλιογραφία
Για την πολιτική ιστορία των Nap: καταβολές, ανάπτυξη, δράση και δίκες, είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καλά τεκμηριωμένες δυο δημοσιεύσεις, αμφότερες αποδοτέες στο περιοδικό CONTROinformazione. Η πρώτη, και σε χρονολογικούς όρους (έτος 1976) δημοσίευσης, πραγματοποιήθηκε από την συντακτική ομάδα του περιοδικού (η μεγαλύτερη συνεισφορά ήταν ενός από τα στελέχη της, Ermanno Gallo) έχει απλά τον τίτλοsi  NUCLEI ARMATI PROLETARI, Quaderno n. 1 Τετράδιο ν.1 της CONTROinformazione. Στο πρώτο μέρος συγκρίνονται οι διαφορετικές και αποκλίνουσες απόψεις (Μαρξισμός και περιθωριοποίηση) των κυριότερων μαρξιστών-λενινιστών ιδεολόγων, από τον Marx και Engels οι οποίοι στιγματίζουν και απεχθάνονται πολιτικά “Το υποπρολεταριάτο, ένα συνονθύλευμα ενστίκτων δίχως ιστορία”, στον Lenin που αφήνει περιθώρια “Το υποπρολεταριάτο, ένας πιθανός στρατιώτης της προλεταριακής εξέγερσης”, μέχρι τον πραγματιστή-ρεαλιστή Mao Tse Tung “Το υποπρολεταριάτο, μια ταξική συνιστώσα που έχει ανάγκη μιαν αυστηρή στρατηγική διοίκηση”, για να φθάσουμε στους μοντέρνους μελετητές του υποπρολεταριάτου: Frantz Fanon του I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι 12 και George Jackson13 του »μαύρος σκλάβος: μια πυροδοτημένη βόμβα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό φασισμό»,  ‘Schiavo nero: una bomba innescata contro il fascismo imperialista’. Το δεύτερο μέρος διαχωρίζει την ‘Συνέντευξη στους συντρόφους των επΠ’, l’ ‘Intervista ai compagni dei Nap’, της χρονοϊστορία των δραστηριοτήτων, τις επιχειρήσεις, τους θανάτους, τις συλλήψεις, τις βιογραφίες κάποιων μαχητών που ‘έπεσαν’.  Το ‘τετράδιο’ ολοκληρώνεται με την πρόταση της  ‘Comunicato N° 1 Ανακοίνωσης Νο 1 στη δίκη των NAP που ξεκίνησε στη Napoli στις 22 νοεμβρίου 1976’. Η L’Unità, στην έκδοση της στις 30 μαίου 1977 (σελ. 3) τους ‘αφιέρωσε’ μια δηλητηριώδη κριτική με υπογραφή Duccio Trombadori: “L’arsenale ‘teorico’ dei NAP”, »Το ‘θεωρητικό οπλοστάσιο των ΕΠΠ», γράφοντας τα εξής υπερβολικά, μεταξύ άλλων: ‘Πίσω από τις εγκληματικές ενέργειες που χτύπησαν τη χώρα μας’, καθώς και μιαν απίθανη περίληψη, μα καταπληκτικής φαντασίας: “ Μια παραληρηματική οπτική γωνία που αναθέτει ρόλους επαναστατικής πρωτοπορίας σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στοιχεία, «μη εγγυημένους», κρατουμένους – Οι φυλακές ως προνομιακός τόπος του σχηματισμού και της πάλης για να «φέρουν την επίθεση στην καρδιά του κράτους» – Τα σημεία επαφής με τον χώρο της «αυτονομίας’“. Το άλλο δημοσίευμα, που εκδόθηκε σαν συμπλήρωμα του περιοδικού, είναι μια εφημερίδα με μορφή δελτίου με τίτλο “Νότος, προλετάριοι σε εξέγερση. Να μετατρέψουμε την δίκη στους συντρόφους των N.A.P. αφετηρία ενός διαλόγου επί της ένοπλης πάλης”, που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δίκης της Napoli.

Έτσι όπως ο κύκλος αγώνων στο εσωτερικό / ενάντια στην φυλακή στις αρχές του εβδομήντα τόνωσε τη διάρθρωση των ειδικών επιτροπών εντός της «ακραίας» αριστεράς, με αποτέλεσμα την παραγωγή φυλλαδίων, βιβλίων, στηλών εφημερίδων σχετικά με την κατάσταση στις φυλακές, οι μαζικές συλλήψεις συνέπεια της ανάπτυξης και του ριζώματος των μαχόμενων οργανώσεων προς τα μισά των ίδιων χρόνων, και η δημιουργία των ειδικών φυλακών, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη διάδοση πολλών πολυγραφημένων κειμένων, ενημερωτικών δελτίων, περιοδικών, θεμάτων ειδικού περιεχομένου ενάντια στον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό . Nα σας θυμίσουμε κάποια. Ήδη το καλοκαίρι του 1975 στο Milano τυπώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο με ασυνεπή συχνότητα: »Μαχητική Αλληλεγγύη», ‘Solidarietà Militante’. Πληροφορίες της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης των Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη. Τον χειμώνα του 1976 ξεκινούν οι δημοσιεύσεις ‘Carcere Informazione’- ‘Φυλακή Πληροφορία’, σε επιμέλεια του Κέντρου  Τεκμηρίωσης-Centro di Documentazione της Pistoia μέχρι το n. 16; τα nn. 17 και 18 εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά στην Stampa Alternativa- Εναλλακτικός Τύπος έτσι όπως τα n. 19-20 (φεβρ.-μαρτ. ’79) σε συνέκδοση με το »Δίχως Φυλακές»- ‘Senza Galere’-και το ‘Φυλακή Σήμερα’  ‘Carcere Oggi…και για την ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης,  del Soccorso Rosso Milanese, της Κόκκινης Βοήθειας του Μιλάνο. Στο Livorno, η Αναρχική Κολεκτίβα ‘Niente più sbarre’ – »Όχι άλλα κάγκελα» δημοσιεύει το πολυγραφημένο ομώνυμο το οποίο, στο τελευταίο νούμερο που ανακτήθηκε (ιανουάριος 1979) μετατρέπεται σε Bollettino-Δελτίο της Αναρχικής κολεκτίβας του Livorno. Στο Torino, η επιτροπή ‘Ενάντια στα δεσμά»- ‘Controsbarre’ διανέμει το  ‘Δελτίο πληροφόρησης από τις φυλακές’, που στην συνέχεια (νοέμ.-δεκ. 1977) θα δημοσιεύει το ‘ονομάζουμε κομουνιστική…μια κοινωνία Δίχως Φυλακές’, εφημερίδα του κομουνιστικού προλεταριάτου υπό κράτηση. Μονογραφικό νούμερο είναι το ‘Φυλακή και ταξικός αγώνας’ του μαίου 1976, πολυγραφημένο σε συνεργασία ανάμεσα στην τορινέζικη ενότητα της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη, την Μιλανέζικη Κόκκινη Βοήθεια και την ΄Μαχητική Αλληλεγγύη’ -‘Solidarietà Militante’ του Trento. Δυο τελευταίες αναφορές: τον νοέμβρη του 1976, σε επιμέλεια τους μιλανέζικου Soccorso Rosso, τυπώνεται, για τις Εκδόσεις- Edizioni Ghisoni, το »δεν αρκούν οι φυλακές για να μας κρατήσουν κλεισμένους…»“non bastano le galere per tenerci chiusi…” και, τον οκτώβρη 1978, Speciale Asinara. La settimana rossa. Ειδικό τεύχος Αζινάρα 19-26 αυγούστου, 21-23 σεπτεμβρίου 1978, Εκδόσεις Edizioni Anarchismo, Catania. Στις αρχές των χρόνων ογδόντα ξεκινούν, στο Milano, οι δημοσιεύσεις του »Δελτίου» “Il Bollettino” του Συντονιστικού των Επιτροπών ενάντια στην Καταστολή.

I NAP. Storia politica dei Nuclei Armati Proletari e requisitoria del Tribunale di Napoli, a cura del Soccorso Rosso Napoletano, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1976   πολιτική ιστορία των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και κατηγορητήριο του Δικαστηρίου της Νάπολι, σε επιμέλεια της Ναπολιτάνικης Κόκκινης Βοήθειας, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο, 1976
CHI PROCESSA CHI! Non si può processare la rivoluzione, Collettivo di Controinformazione Napoletano, Napoli, s.i.d.   ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ΠΟΙΟΝ! Δεν μπορείτε να δικάσετε την επανάσταση, Ναπολιτάνικη Κολεκτίβα Αντιπληροφόρησης
Criminalizzazione e lotta armata, Quaderni d’informazione politica 1, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, s.i.d.   Ποινικοποίηση και ένοπλος αγώνας, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 1, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο
Processo allo stato, Quaderni d’informazione politica 2. Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1977   Δίκη στο κράτος, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 2
Processo alla rivoluzione. La parola ai NAP, Quaderni d’informazione politica 3, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1978   Δίκη στην επανάσταση. Ο λόγος στους ΕΠΠ, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 3
Alessandro Silj, “Mai più senza fucile!”, Alle origini dei NAP e delle BR, Vallecchi, Firenze, 1977   »Ποτέ πια δίχως τουφέκι!», Στις καταβολές των ΕΠΠ και των ΕΤ
Franca Rame, Non parlarmi degli archi, parlami delle tue galere, Alberto Buonoconto 7.8.1953/20.12.1980, F.R. Edizioni, Milano, 1984   Μη που μιλάς για αψίδες, μίλα μου για τις φυλακές σου
Rossella Ferrigno, Nuclei Armati Proletari. Carceri, protesta, lotta armata, La Città del Sole, Napoli, 2008 Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Φυλακές, διαμαρτυρία, ένοπλη πάλη, Η Πόλη του Ήλιου, Νάπολι
Roberto Silvi, La memoria e l’oblio, Colibrì edizioni, Milano, 2009   Η μνήμη και η λήθη
Valerio Lucarelli, Vorrei che il futuro fosse oggi. Nuclei Armati Proletari. Ribellione, rivolta e lotta armata, Ancora del Mediterraneo, s.i.l., 2010  Θα ήθελα το  μέλλον να ήταν σήμερα. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ανταρσία, εξέγερση και ένοπλη πάλη


  1. Bertolt Brecht, “Lode del comunismo” »Έπαινος του κομουνισμού», (1933) in “Poesie e canzoni”, »Ποιήματα και τραγούδια», Einaudi, Torino, 1975  
  2. a cura della Commissione carceri di Lotta Continua, από την Επιτροπή φυλακές της οργάνωσης, Edizioni Lotta Continua, νοέμβριος 1973  
  3. Giulio Salierno, Autobiografia di un picchiatore fascista, Αυτοβιογραφία ενός φασίστα τραμπούκου, Einaudi,Torino, 1976  
  4. Emilio Sanna, Inchiesta sulle carceri, Έρευνα για τις φυλακές, De Donato, Bari, luglio 1970  
  5. Aldo Ricci, Giulio Salierno, Il carcere in Italia, Η φυλακή στην Ιταλία, Einaudi, Torino, 1971  
  6. Giulio Salierno, Il sottoproletariato in Italia. Per un approccio politico e metodologico al problema dell’alleanza tra classe operaia e ‘Lumpenproletariat, Το υποπρολεταριάτο στην Ιταλία. Για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο, ‘Edizioni Samonà e Savelli, Roma, 1972  
  7. Φυλακή του Κράτους της New York όπου εξ αιτίας της δολοφονίας, που έγινε στις 21 αυγούστου στην φυλακή του San Quintino, του George Jackson αγωνιστή του Black Panther Party, στις 9 σεπτεμβρίου 1971 ξέσπασε μια εξέγερση που κατέστειλε η παρέμβαση  500 πολιτοφυλάκων των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων USA, με αποτέλεσμα 40 θύματα και 200 τραυματίες. Ενώ πολλοί από τους επιζήσαντες εξεγερμένους χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν  
  8. Irene Invernizzi, Il carcere come scuola di rivoluzione, Η φυλακή σαν σχολείο της επανάστασης, Einaudi, Torino, 1973  
  9. Memoriale redatto da Martino Zicchitella, Αναμνήσεις που συγκεντρώθηκαν από τον Martino Zicchitella, Anarchismo, Χρόνος II- ν. 10/11, Edizioni La Fiaccola, 1976  
  10. Soldati και Di Rocco, βασανίστηκαν άγρια και ‘μίλησαν’ αλλά στη συνέχεια ανακάλεσαν. Βρίσκονταν στην ‘ενότητα’ με τους μη μετανιωμένους, ούτε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους, nda  
  11. Γύρω από την δημιουργία του Partito Guerriglia, για το ιδρυτικό του μανιφέστο, για τα επόμενα που επεξεργάστηκαν και παρήχθησαν στη φυλακή: ‘Il documentone, το μεγάλο ντοκουμέντο’, ‘L’ape e il comunista, η μέλισσα και ο κομουνιστής’, ’Forzare l’orizzonte, εξαναγκάζοντας τον ορίζοντα’, ‘La volpe e l’uva, η αλεπού και τα σταφύλια’, ‘Gocce di sole nella città degli spettri, σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη’, ‘Wkhy’, ‘Politica e rivoluzione, πολιτική και επανάσταση’, θα επιστρέψουμε ευρύτερα στο επόμενο άρθρο, εκείνο που παίρνει έναυσμα από την αναβίωση, διευρυμένη και αναθεωρημένη από τον Giorgio Panizzari, του ‘L’albero del peccato, το δέντρο της αμαρτίας’  
  12. Franzt Fanon, I dannati della terra, Της γης οι κολασμένοι, Einaudi, Torino, 1962  
  13. I fratelli di Soledad. Lettere dal carcere di George Jackson, Τ’ αδέλφια της Soledad. Επιστολές από την φυλακή του George Jackson, Einaudi, Torino, 1971; G. Jackson, Col sangue agli occhi. Il ‘fascismo americano’ e altri scritti, Με αίμα στα μάτια. Ο ‘αμερικανικός φασισμός’ και άλλα γραπτά, Einaudi, Torino, 1972. Το βιβλίο μεταφέρει αυτή την αφιέρωση με σημασία: “Ai giovani comunisti. Ai loro padri. D’ora in poi criticheremo l’ingiustizia con le armi”, »Στους νεαρούς κομουνιστές. Στους πατεράδες τους. Από εδώ και μπρος θα κριτικάρουμε την αδικία με τα όπλα»  

https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/

http://www.militant-blog.org/?p=14476#more-14476

http://contropiano.org/eventi/napoli-correvo-pensando-ad-anna

ιστορία, storia

Τα συναισθήματα της καρδιάς, η ψυχρότητα της λογικής, η πραγματικότητα των γεγονότων. – Le emozioni del cuore, la freddezza della ragione, la realtà dei fatti.

του Fiorenzo Angoscini

brigate rosseMarco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, Brigate Rosse. Dalle fabbriche alla ‘campagna di primavera’, Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’, Τόμος I, DeriveApprodi, Roma, φεβρουάριος 2017, σελ. 550, € 28,00

Η εργασία των Marco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, διαφέρει λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων που συμβουλεύτηκαν. Του μεγάλο υλικού που αναλύθηκε και των διαφόρων και διαφορετικών αρχείων. Της ανάγνωσης των εκθέσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών της έρευνας για την υπόθεση Moro, της μελέτης των νομικών εγγράφων, των ερευνών και των διαφόρων εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικών με τις πολλές δίκες που σχετίζονται με την απαγωγή και την εκτέλεση του χριστιανοδημοκράτη παράγοντα. Της διαθεσιμότητας αδημοσίευτων συζητήσεων με μαχητές πρωταγωνιστές της ένοπλης εμπειρίας, του διαδεδομένου ανταρτοπόλεμου, του αγώνα στις φυλακές και των σφαγών που διαπράχθησαν σε μερικές από αυτές:Le Murate και Alessandria, καθώς και για τις νέες λεπτομέρειες που επισημαίνονται, την επισήμανση (μνήμες, αναμνήσεις) αφαιρεθέντων ιδιαιτεροτήτων. Της διάψευσης μιας πρόσφατης συνωμοσιολογίας με πολλαπλές παρουσίες, ποικίλες και ετερογενείς κατά τις διάφορες φάσεις της επιχείρησης στην οδό Fani. Των μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι διαψεύδουν τους εαυτούς τους, μοτοσικλετών που μεταφέρουν άγνωστους shooters φαντάσματα και πολλά άλλα.
Επιπλέον, η αναπαράσταση και η ανακατασκευή τους ευνοεί την ανάκτηση και την αναδιάταξη της μνήμης.Της συλλογικής και της ατομικής: μας, της δικής μας, του καθενός από εμάς.

Οι συγγραφείς έχουν σημαντικά «προηγούμενα» σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα.

Ο Clementi, πριν δέκα χρόνια, πραγματοποίησε μια “Storia delle Brigate Rosse” 1 »Ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών», πριν χρόνια είχε δημοσιεύσει μια μελέτη που θα μπορούσαμε να ορίσουμε πως σχετίζεται με το σχέδιο ‘Victor’, δηλαδή πως να εξουδετερώσουν ανθρωπίνως, πολιτικά, προσωπικά και πνευματικά τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των χριστιανοδημοκρατών της DC, il presidente del Consiglio Nazionale DC, σε περίπτωση που αυτός είχε απελευθερωθεί.2
Το σχέδιο που θα εισέρχονταν σε δράση σε περίπτωση θανάτωσης του ομήρου, είχε επονομαστεί ‘Mike’.
Απλούστερα, προέβλεπε να ενημερωθεί μια ολόκληρη σειρά από θεσμικά στοιχεία, δικαστικά και πολιτικά, άμεση απομόνωση του τόπου όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, απαγόρευση του ιδίου στους συγγενείς, την δημιουργία μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας ασφαλείας μπροστά από το studio και το σπίτι του Moro, παρέχοντας τις πληροφορίες στον τύπο και την τηλεόραση ως αμφιβόλου αξιοπιστίας.

O Persichetti, μαζί με τον Oreste Scalzone, έγραψε το βιβλίο “Il nemico inconfessabile”3 »Ο ανομολόγητος εχθρός» και, σχεδόν καθημερινά στο ‘Insorgenze.net’ διεξάγει μια συστηματική προσέγγιση επίμονης διάψευσης και διόρθωσης ειδήσεων … ψευδών και παραπλανητικών. Όσον αφορά εκδηλώσεις και γεγονότα που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη και τους αγωνιστές της, την καταστολή, τα βασανιστήρια, τις κρατικές »δολοφονίες», την πολιτική και τον πολιτισμό.

Τέλος, η Santalena, εκπόνησε μια διδακτορική διατριβή έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Grenoble επάνω στην , «La gauche révolutionnaire et la question carcérale: une approche des années 70 italiennes», »Επαναστατική αριστερά και το ζήτημα των φυλακών: μια προσέγγιση στα ιταλικά χρόνια 70», (8 δεκεμβρίου, 2014) με σαφή κεφάλαια: «Από τις φασιστικές φυλακές, στις φυλακές σε εξέγερση (1969-1973)» «Από τη μεταρρύθμιση στην αντιμεταρρύθμιση: μεταξύ καταπίεσης και καταστολής, ένοπλου αγώνα και απόδρασης (1974-1977)», «Οι φυλακές στο κέντρο της σύγκρουσης: ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και τη διαχείριση έκτακτης ανάγκης της αντιτρομοκρατίας (1977-1987)

Λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες

Εμβαθύνοντας στην ανάγνωση συναντούμε κάποιες λεπτομέρειες, ή ιδιαιτερότητες, αν όχι άγνωστες, σίγουρα όχι πολύ γνωστές. Έτσι, μαθαίνουμε ότι την 9η του Μάη 1978 το πρωί, ο χώρος όπου θα βρεθεί στη Via Caetani (στα μισά του δρόμου μεταξύ της εθνικής έδρας των Χριστιανοδημοκρατών και εκείνης του PCI) το Renault 4 χρώμα αμάραντο έχοντας στο εσωτερικό του το άψυχο σώμα του Moro, είχε καταληφθεί το προηγούμενο βράδυ από τον Bruno Seghetti που είχε σταθμεύσει εκεί το προσωπικό του αυτοκίνητο, ένα Renault 6 πράσινου χρώματος. Αυτό γίνεται για να αποφευχθούν εμπόδια και ατυχήματα της τελευταίας στιγμής. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχε η σιγουριά ότι ο τόπος που έχει επιλεγεί για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιούνταν για την τελευταία μεταφορά, και την επακόλουθη ανακάλυψη του άψυχου σώματος του χριστιανοδημοκράτη βουλευτή δεν θα εμποδίζονταν από την παρουσία άλλων οχημάτων που θα ήταν σταθμευμένα παράκαιρα στη θέση του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν εξετάστηκε επαρκώς είναι η δράση που ανέλαβε ο Fulvio Croce, πρόεδρος του Συμβουλίου της Τάξης των Δικηγόρων του Τορίνο, διορισμένος δικηγόρος από τον Πρόεδρο του κακουργιοδικείου του Τορίνο, το οποίο έπρεπε να κρίνει (μάιος 1976 ) τον λεγόμενο «ιστορικό πυρήνα» (χαρακτηρισμό που ανέκαθεν αρνήθηκαν οι κατηγορούμενοι) της μαχόμενης κομμουνιστικής οργάνωσης, αφού οι μαχητές των BR είχαν αποπέμψει τους δικηγόρους της εμπιστοσύνης τους, προειδοποιώντας το δικαστήριο να μην διορίσει άλλους αυτεπάγγελτα και είχαν, προς στιγμήν, καταφέρει να κλονίσουν τους κλασικούς μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας, διεκδικώντας για τους εαυτούς τους το δικαίωμα στην άμυνα, ήθελαν να υπερασπιστούν μόνοι τους εαυτούς τους δηλαδή, για να διεξάγουν την λεγόμενη »δίκη ανταρτοπόλεμου 4» και να ‘τινάξουν στον αέρα’ την διαδικασία.

br-processo

Παρά την αποδοχή των υψηλότερων αιτιολογήσεων του κράτους, αναθέτοντας την τεχνική υπεράσπιση σε οκτώ άλλους δικηγόρους της τορινέζικης τάξης, ο πρόεδρος της εγκληματολογικής ένωσης, εκμεταλλευόμενος την αναβολή για την 16η σεπτεμβρίου 1976 – σε αναμονή για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξαργυρώσει μια σύγκρουση εδαφικής δικαιοδοσίας μεταξύ Τορίνο και Μιλάνο – μακριά από τη βοή των μέσων ενημέρωσης, έγινε υποστηρικτής και προαγωγός της προτεινόμενης θέσπισης ενός «μικρού νόμου» (όπως την αποκαλούσε σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εθνικού δικανικού Συμβουλίου) ad hoc που θα επέτρεπε στους κατηγορούμενους που το επιθυμούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό μόνοι τους.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για τη δημιουργία του δικαστηρίου, της έδρας για τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από τον ορισμό «τεχνικών υπερασπιστών, δικηγόρων», συναντήθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον εντοπισμό των λαϊκών ενόρκων, λόγω της απόρριψης να αποδεχθούν πολλοί από αυτούς. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο ανέλαβαν δράση κορυφαία στελέχη του τορινέζικου Κκι, με τον Giuliano Ferrara να ηγείται, που υποστηρίζονταν ανεπίσημα από δύο εισαγγελείς, τους Luciano Violante και Gian Carlo Caselli ο οποίος, σύμφωνα με τον βουλευτή και μέλος του Κκι τουΤορίνο Saverio Vertone, «Συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ομοσπονδιακής επιτροπής. Ίσως, αλλά δεν είμαι σίγουρος, επίσης, έπαιρνε το λόγο στις συναντήσεις της γραμματείας …» Ενώ ο ελεφαντίνος ( G Ferrara) συμμετείχε σε κάποιες συναντήσεις με ενόρκους της μάξι-δίκης εναντίον των ταξιαρχιτών για να τους πείσει να μην εγκαταλείψουν την ανάθεση» (Μ. Caprara).

Πάντα ο Ferrara, αναλάμβανε την ευθύνη του Pci-Κκι για την δημιουργία του κατάπτυστου ερωτηματολόγιου ενάντια στην τρομοκρατία, στην ερώτηση ν. 5, καλούσε στην καταγγελία.» [έψαχνε άμεσα καταδότες]… τότε φυσικά προσφέραμε ένα χεράκι, πέρα από το χέρι που έδινε το Κράτος. Το Κράτος πρόσφερε την προστασία του, εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την δική μας. (…) Για παράδειγμα σπίτια. Ρωτούσαμε: «Πες μας ποια είναι τα προβλήματά σου, αν είσαι φοβισμένος. Να ξέρεις πως εμείς είμαστε εδώ». Διαμέσου ενός «έγκυρου» διοικητικού του στελέχους, του G. Ferrara, το Κκι γίνονταν Κράτος.

Πριν από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τις στρατεύσεις στο Pci

Ήδη αμέσως μετά την Απελευθέρωση σχηματίστηκαν, δομήθηκαν ομάδες και οργανώσεις Κομουνιστικές που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα. Με διάφορες μορφές και τρόπους. Από το Κίνημα Αντίστασης Παρτιζάνικης-Κίνημα Προλεταριακής Ενότητας, Movimento Resistenza Partigiana-Movimento di Unità Proletaria του Carlo Andreoni, του οποίου, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν κάποιες ασαφείς γραμμές,  στο »IX Τμήμα Ερυθρός Αστέρας παράνομη ταξιαρχία ‘808’, “IX Divisione Stella Rossa Brigata clandestina ‘808’ “ του Armando Valpreda,5 προέδρου της Ένωσης παρτιζάνων Anpi στο Asti, μεταξύ των υποκινητών της εξέγερσης στην Santa Libera,6 μέχρι και εκείνη την ομάδα των καλών παιδιών που συναντιούνταν στο  Σπίτι του Λαού, presso la Casa del Popolo της Lambrate (Mi) για να χτίσουν την ‘Κόκκινη Φτερωτή’, ‘Volante Rossa’.7 Για να φθάσουμε σε εκείνους τους αγωνιστές απ’ την Εμίλια,  (παράνομους και φαινομενικά δίχως ενωτική οργάνωση) που έσπειραν στις επαρχίες του Ρέτζιο, της Μόντενα, της Φερράρα και της Μπολόνια πολλές ένοπλες ενέργειες, κυρίως εξολόθρευση φασιστών και συνεργών τους.

Σε πιο κοντινά χρόνια στην δεύτερη κόκκινη διετία (1968-1969) υπάρχουν εμπειρίες αντίστασης και ένοπλης επίθεσης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προπαιδευτικές στην πιο σημαντική (για διάρκεια, νούμερο αγωνιστών και δράσεων) οργάνωση που ‘επωμίστηκε το ντουφέκι’ και για την οποίαν  ‘γίνεται λόγος’ στο βιβλίο.
Μιλάμε για την τορινέζικη ομάδα που αποτελείτο από τους Piero Cavallero, Danilo Crepaldi, Sante Notarnicola,8Adriano Rovoletto, όλοι αγωνιστές τους εργατίστικου Κκι των προλεταριακών ‘Barriere’ , ‘Φραγμάτων’, του Torino. “Ήδη το 1959 είχαμε πραγματοποιήσει την πρώτη μας δράση και προχωρήσαμε μέχρι το 1967, στιγμή της σύλληψης μας. Ο Piero ήταν ο συντονιστής των ενοτήτων Pci του ‘Φράγματος του Milano’ , μιας λαϊκής περιφέρειας με σχεδόν 70.000 κατοίκους. Εγώ, ήμουν γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κόμματος (Fgci) στην Biella και αριθμούσαμε περίπου 3.000 εγγεγραμμένους. Στις αρχές των χρόνων εξήντα είχαμε αντιληφθεί πως δεν ήμασταν πλέον συντονισμένοι με το ‘κόμμα’. Χωμένο μες τον γύψο, κονφορμιστικό και όχι πια ‘επαναστατικό’9 .

Μια άλλη ένωση αγωνιστών εγγεγραμμένων στο Pci, ενότητα “Rino Mandoli” του Ponte Carrega στην Genova, που είδε  ‘την ώρα του τουφεκιού’, είναι εκείνη που χυδαία και από τα μέσα ενημέρωσης βαπτίστηκε  XXII Ottobre, δραστήρια στην Γένοβα από τις 22 οκτώβρη 1969 (ημερομηνία σχηματισμού της) μέχρι τις 26 μαρτίου 1971, ημέρα της ληστείας στον ταχυδρόμο της κατασκευαστικής εταιρείας Iacp. Στην πραγματικότητα, αυτός που υποδεικνύεται σαν ένας από τους ιδρυτές της περιπόλου νέων παρτιζάνων, ο Mario Rossi, αν και με επιφυλάξεις, με μεγάλη σύνεση και επιφυλακτικότητα, επισημαίνει: “Συμμεριζόμασταν τις θέσεις των Gap, γίναμε στην πράξη η ομάδα Gap της Γένοβας, καθώς υπήρχαν ήδη στο Μιλάνο και το Tρέντο. Όμως, το είπα και το επαναλαμβάνω, ήμασταν πάντα αυτόνομοι από τους άλλους σχηματισμούς που δημιουργούνταν ή που ήδη ήταν δραστήριοι αλλού ”.10

Η εμπειρία του Rossi, και η ανάγνωση του βιβλίου των Clementi-Persichetti-Santalena, μας προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε και μιαν άλλη πτυχή, που σχετίζεται με τους μαχητές των πρώτων ένοπλων ομάδων, αλλά και των Ερυθρών Ταξιαρχιών: την προέλευσή τους, την ένταξη και την πολιτική δράση τους.

Από την μαρτυρία που συνέλεξε η Donatella Alfonso (δημοσιογράφος της εφημερίδας “La Repubblica”) ο Rossi επαναλαμβάνει,
Εγώ, στην πραγματικότητα, αισθάνομαι ακόμα ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας του εξήντα … Εκείνα τα χρόνια εκεί σου τύχαινε να παρακολουθείς το κόμμα, να παίρνεις μέρος στις διαδικασίες του, ιδίως στο χώρο εργασίας, στις ενότητες του εργοστασίου, γιατί αισθανόσουν τον σφυγμό του εργάτη που ήταν αυτός που σου δίδασκε να δουλεύεις και μετά να σκέφτεσαι … (Εμείς) ήμασταν όλοι σφυρηλατημένοι και με την 30 ιουνίου του ’60, όταν η Γένοβα απέρριψε το συνέδριο του φασιστικού Msi. Ήμασταν όλοι εκεί, και η τελευταία φορά που είδα πραγματικά το κομμουνιστικό Κόμμα στην πλατεία ήταν εκείνη τη ημέρα, με τους παρτιζάνους και τους εργάτες του λιμανιού με το γάντζο στο χέρι”.

Στην ανακατασκευή των πολιτικών του επιλογών, αποκαλύπτει επίσης μια εμβληματική ιδιαιτερότητα, “…ένα άλλο γεγονός για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ για να μην φέρω σε δύσκολη θέση κανέναν, όμως εγώ συνέχισα να έχω την ταυτότητα του PCI: μέχρι το θάνατό του, ένας παλιός σύντροφος της Γένοβας μου την ανανέωνε κάθε χρόνο, ακόμα και όταν ήμουν στη φυλακή … Ακούγεται τρελό, αλλά εγώ ποτέ δεν αποβλήθηκα από το κομμουνιστικό Κόμμα ”.

feltrinelliΑυτές οι δυο ‘μικρότερες’ οργανώσεις και προηγούμενες του ξεδιπλώματος των BR και των άλλων οργανώσεων με εθνική δομή αν και με ανομοιογενή διανομή (Nuclei Armati Proletari Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και Πρώτη Γραμμή Prima Linea) μαζί με τις Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης  Gruppi d’ Azione Partigiana που σχηματίστηκαν από τον Giangiacomo Feltrinelli (έδρασαν στο Trento, Milano και Genova, οι μαχητές των οποίων κατά πλειοψηφία, και ουσιαστικά, συνέκλιναν στις Brigate Rosse μετά τον θάνατο του εκδότη,14 μαρτίου 1972) υπήρξαν ένα σύνολο πολλών ‘εγγεγραμμένων’ στο Κόμμα (Στις έρευνες για τους Gap διερευνήθηκαν οι G.B. Lazagna, Marisa και Vittorio Togliatti, nipoti del Migliore, εγγόνια του Καλύτερου, κι άλλοι ακόμη ‘πλησιέστεροι’ στο Κκι) που κινήθηκαν συλλογικά, αλλά υπάρχουν επίσης και συμπτωματικές ατομικότητες ή σύντροφοι ημι-οργανωμένοι, με προσωπικές επαφές. Ο μιλανέζος εκδότης δανείζει το πιστόλι του  (ένα Colt Cobra) στην Monika Ertl, όνομα μάχης ‘Imilla’, όταν την πρώτη απριλίου 1971, στο Αμβούργο, σκοτώνει τον Roberto Quintanilla Pereira, εκπρόσωπο της κυβέρνησης της Βολιβίας στην Γερμανία και δολοφόνου του Ernesto Che Guevara.11

Ο Clementi και οι συνεργάτες συγγραφείς μας θυμίζουν την περίπτωση της Maria Elena Angeloni, της θείας του Carlo Giuliani, που τινάχτηκε στον αέρα – μαζί με τον κύπριο αγωνιστή Georgios Christou Tsdikouris – με το αυτοκίνητο βόμβα που οδηγούσαν προς την πρεσβεία των ηνωμένων πολιτειών στην Αθήνα (2 σεπτεμβρίου 1970) που ήταν γραμμένη στην ενότητα 25 Aπριλίου του μιλανέζικου Pci. “Στην κηδεία της Elena, στο Milano, για την ελληνική Αντίσταση ήταν εκεί η Melina Mercouri. Υπάρχουν οι σύντροφοι, οι φίλοι, οι αγωνιστές του Pci. Ατομικά. το Κόμμα δεν ήταν εκεί. Αν και επίσημα υποστηρίζει την Αντίσταση. Ο γραμματέας της ενότητας 25 απρίλη υποχρεώθηκε από την Ομοσπονδία να καταστρέψει το μητρώο της ταυτότητας της Elena”.12

Ένα άλλο παράδειγμα που επισημαίνεται στο »Ερυθρές Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην εκστρατεία της άνοιξης» είναι εκείνο του Angelo Basone, εργάτη στις πρέσες του Mirafiori, συνδικαλιστικού εκπροσώπου και επικεφαλής της ενότητας του εργοστασίου του Κκι, που ποτέ δεν αποβλήθηκε από το κόμμα, ο οποίος βρίσκονταν στον κατάλογο των 61 εργατών που θα απολύονταν και γνωστού και αναγνωρισμένου αγωνιστή της οργάνωσης με το πεντάκτινο αστέρι. Καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία, πολιτικού κρατουμένου στις ειδικές φυλακές.

Εκείνες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι πολιτικές βιογραφίες κάποιων κομμουνιστών αγωνιστών (αγωνιστών του κομμουνιστικού Κόμματος), οι οποίοι έχουν αναλάβει τον ένοπλο αγώνα. Πολιτικοί αγωνιστές με τα όλα τους, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ενότητας, συνέβαλαν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, παρενέβαιναν στα συνέδρια του κόμματος, διοργάνωναν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συνέτασσαν και διένειμαν φυλλάδια, μοίραζαν τον τύπο: την εφημερίδα «L’Unita», τα εβδομαδιαία «Νέοι Δρόμοι,Vie Nuove » και «Εμείς οι γυναίκες,‘Noi Donne ». Δεν έπαιζαν να κάνουν τα στρατιωτάκια.

Η πιο σημαντική, ίσως, είναι η συνεπής πορεία-τροχιά που σχεδιάστηκε από τον Prospero Gallinari. Ήδη στρατευμένος στο Reggio Emilia, της οργάνωσης νεολαίας του κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1968 με διπλή κάρτα-ταυτότητα, ακόμα και αυτή του Κόμματος13 όταν και εκδιώχθηκε (1969) για απείθεια, συμμετέχει στις συνεδριάσεις της «Πολιτικής Συλλογικότητας Εργάτες-Φοιτητές, ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, που ονομάστηκε« Ομάδα του διαμερίσματος», ‘Gruppo dell’appartamento’ ( μετά Πολιτική Μητροπολιτική Κολεκτίβα, Προλεταριακή Αριστερά του Βασιλιά-CPM, Sinistra Proletaria di Re). Μετά από μια ατυχή (έτσι την χαρακτηρίζει στην αυτοβιογραφία του) εμπειρία (1971-1972) στο Superclan του Corrado Simioni, παίρνει επισήμως μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, γενόμενος ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της μαχητές.

Ο Mario Moretti, όταν πεθαίνει ο Gallinari, τον θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Το όνομα μάχης του Prospero ήταν Ιωσήφ, Giuseppe, και σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Το είχε επιλέξει με μεγάλο αυτοσαρκασμό, αλλά για έναν παλιό κομμουνιστή εκείνο το όνομα σημαίνει κάτι. Ο Prospero είναι ένας από τους συντρόφους της εμπιστοσύνης και της γραμμής, είναι αυτός που οδηγεί την πολιτική μάχη μαζί με τον Morucci στη ρωμαϊκή φάλαγγα. O Prospero είναι o μαρξισμός-λενινισμός, όλα όσα μας συμβαίνουν, άνοδοι και πτώσεις, αυτός τα διαβάζει υπό το πρίσμα, υπό το φως της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, την πρωτοπορία και τις μάζες. Πιστεύει ότι εκεί υστερούμε. Έρχεται από την εμπειρία της Εμίλια, γι ‘αυτόν το κόμμα είναι το παν, η πολιτική συνέπεια είναι τα πάντα, και έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση της ηθικής. Ο καθένας ζει την ήττα με διαφορετικό τρόπο … γι ‘αυτόν, αν τα πράγματα επιστρέφουν πάλι στα μαρξιστικά-λενινιστικά παραδείγματα όλα καλά, και από εκεί δεν μετακινείται ακόμη και αν τον πυροβολήσεις. Όταν οι Br έχουν εξαντληθεί, ελπίζει σε μια συνέχεια σε κάτι άλλο που δεν είναι οι Br. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έχει νόημα, και του το είπα, πάντα με το μεγάλο σεβασμό που έχω για αυτόν. Ο Prospero είναι ένας από εκείνους με τους οποίους καταλαβαινόμασταν, είναι από ατσάλι, ατσάλινος ακριβώς, έτσι είναι φτιαγμένος, είναι ένας παλιός αγρότης του κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Prospero είναι σημαντικότατος. Ciao, Prospero, Γεια σου ”.14

Και ο Andrea Colombo,15 σε μιαν άλλη προοπτική και οπτική, του απονέμει τις τιμές της Πολιτικής: “ Ο Prospero Gallinari ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Πολλοί το ξέρουν μα λίγοι θα το γράψουν. Αντιθέτως είναι καλό να ειπωθεί. Ήταν γενναιόδωρος, αλτρουιστής, θαρραλέος. Ήταν ένας γι αυτούς που λέμε πως έχουν ‘μεγάλη καρδιά’…Ήταν ένας άνθρωπος άλλων καιρών. Ένας στρατευμένος κομουνιστής από εκείνους που για δυο αιώνες έφτιαξαν την ιστορία. Ένας παρτιζάνος που τυχαία γεννήθηκε όταν ο πόλεμος είχε τελειώσει. Από παιδί περπατούσε χιλιόμετρα για να πάει να διαβάσει την l’Unità στο bar του κοντινότερου χωριού στο αγρόκτημα όπου είχε μεγαλώσει. Όταν πλέον μεγάλωσε εξακολούθησε να είναι εκείνο το αγόρι. Μαζί μας, παιδιά του κινήματος, που στα χρόνια ’70 το Pci το μισούσαμε και το πολεμούσαμε, είχε πολύ λίγα κοινά. Εγώ – μου είπε μια φορά – υπήρξα πάντα ένας αγωνιστής του ιταλικού κομουνιστικού Κόμματος και, αν και θα σου φανεί παράξενο, σε όλες τις  άλλες  οργανώσεις στις οποίες πήρα μέρος πάντα εκπροσωπούσα την μετριοπαθή πτέρυγα’ “.

Η συγκρότηση των BR                                                                                                                    

Οι συντάκτες αυτού του πρώτου τόμου, τον οποίον θα ακολουθήσουν και άλλοι, έχουν ανακατασκευάσει με λεπτομέρειες το πώς, και πότε, συγκροτήθηκε η πρώτη και πιο σημαντική, μεταπολεμική ιταλική ένοπλη οργάνωση με μια μεγάλη διακλάδωση σχεδόν σε όλη την εθνική επικράτεια. Ποιες ήταν οι οργανώσεις, συλλογικότητες και πολιτικές επιτροπές που συνέβαλαν στην ίδρυσή της. Νωρίτερα υπογραμμίσαμε το πως αυτό το έργο είναι βοήθεια και ενθάρρυνση για την ανάκτηση της μνήμης, και για τον λόγο αυτό το θεωρούμε χρήσιμο κείμενο και θεμελιώδες.

Από το Trento, μια ουσιαστική συμβολή παρείχαν η Margherita Cagol και ο Renato Curcio οι οποίοι, στη συνέχεια, μαζί με τον Mauro Rostagno (Κίνημα για ένα Αρνητικό Πανεπιστήμιο,Movimento per una Università Negativa) «μετανάστευσαν» στη Βερόνα, προκειμένου να έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική ανάσα, όπου συνεργάστηκαν με το «Κέντρο πληροφόρησης,Centro d’informazione»που δημοσίευε το περιοδικό »Πολιτική Εργασία, Lavoro Politico» το οποίο διηύθυνε ο Walter Peruzzi. Στη συνέχεια, σχεδόν το σύνολο της συντακτικής ομάδας προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας-μλ, το οποίο στη συνέχεια χωρίζεται σε «μαύρη γραμμή» και «κόκκινη γραμμή».

Ο Curcio και η ‘Mara’ προσχώρησαν σε αυτή την τελευταία, μέχρις ότου, αύγουστος 1969, αποβλήθησαν μαζί με τον Peruzzi και τον ‘τρεντίνο’ Duccio Berio. Από την Verona μετακόμισαν στο Milano, και συνάντησαν τους Συντρόφους της Πολιτικής Μητροπολιτικής Κολεκτίβας, i Compagni del Collettivo Politico Metropolitano (που έγινε στην συνέχεια Sinistra Proletaria, Προλεταριακή Αριστερά), τους συντρόφους των αυτόνομων συνδικαλιστικών επιτροπών Cub στα εργοστάσια Pirelli, Alfa, Sit-Siemens, Marelli, όπως και τα μέλη των Ομάδων Μελέτης, dei Gruppi di Studio των εργοστασίων Sit και της Ibm. Αυτή η τελευταία ομάδα, έναν χρόνο αργότερα περίπου, πραγματοποιεί μια σημαντική εργασία έρευνας επί της πολυεθνικής των ηνωμένων πολιτειών: “IBM, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και σύγχρονο προλεταριάτο”.16 Αλλά και στις συνοικίες της περιφερειακής ζώνης επίσης υπάρχουν ‘αυτόνομες’ πραγματικότητες που αρχίζουν μια κάποια πολιτική κριτική: ιπτάμενα συλλαλητήρια, διάδοση υλικού προπαγάνδας και στρατιωτική προπαγάνδα, κυρίως εμπρησμούς αυτοκινήτων φασιστών, επιστατών και ηγετίσκων των εργοστασίων.

Ιδιαίτερα ριζωμένη, στην συνοικία ,  Lorenteggio-Giambellino, είναι η »Προλεταριακή Ομάδα Ιούλιος ’60»,  il “Gruppo Proletario Luglio ’60” αυτόνομη κομουνιστική. Ψυχή και μέλη σε αυτό τον οργανισμό είναι όλοι (μια εκατοστή) πρώην αγωνιστές εγγεγραμμένοι στην ενότητα συνοικίας του Pci, με το όνομα του παρτιζάνου ‘Giancarlo Battaglia’. Παρτιζάνος είναι ο ιστορικός αγωνιστής του συνοικιακού διαμερίσματος: ο Gino Montemezzani, ένας από τους λίγους μαοϊκούς που συνάντησε προσωπικά τον Mao Tse Tung,17 και ο Giacomo ‘Lupo’ Cattaneo, στην συνέχεια κομουνιστής μαχόμενος στις Brigate Rosse. Στην επιτροπή “Luglio ’60” στελέχη επίσης είναι οι εννέα αδελφοί Morlacchi,18 παιδιά μιας ‘κομουνιστικής οικογένειας’. Έξι από αυτούς θα διωχθούν για σύσταση και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία: τις BR. Ο Pierino, εκτός από το ότι ήταν ένας από τους προαγωγούς της οργάνωσης υπήρξε επίσης στην πρώτη εκτελεστική επιτροπή με τους Curcio, Cagol και Moretti.

Στο Reggio Emilia, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, »Πολιτική Κολεκτίβα Εργάτες-Φοιτητές», προέρχονταν από το Pci και την οργάνωση νεολαίας του Fgci, και μαζί με τους οργανισμούς που αναφέραμε νωρίτερα, μαζί με μια ομάδα συντρόφων από το Borgomanero (No) και μιαν της περιοχής Lodi-Casalpusterlengo (τότε επαρχία του Milano) βρέθηκαν να συζητούν και να διαλέγονται, στα τέλη δεκεμβρίου 1969 στο πανδοχείο ‘Stella Maris’ του Chiavari (Ge) και, μετά, στο ‘ιδρυτικό συνέδριο’ σε εκείνο το σεμινάριο-διάσκεψη τριών ημερών που διεξήχθη στο εστιατόριο ‘Da Gianni’, frazione Costaferrata, στην ζώνη των Απεννίνων της επαρχίας του Ρέτζιο Εμίλια τον αύγουστο του 1970. Έτσι, ουσιαστικά, συστήνονται οι Brigate Rosse.

Μνήμη και λήθη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η μνήμη είναι ένα συλλογικό γρανάζι. Αλλά είναι επίσης ένα «ανατρεπτικό» εργαλείο. Οι τρεις ερευνητές, συγγραφείς αυτής της σύνθετης ανθρώπινης ανασυγκρότησης, ιστορικής και πολιτικής μας προσφέρουν την ευκαιρία να συνδυάσουμε τις δύο ενέργειες. Τα επεισόδια, σε αυτό τον πρώτο τόμο, είναι πολλά, κάποια μας έχουν πλήξει ιδιαίτερα. Θυμόμαστε εκείνα που αισθανόμαστε ότι έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Εκείνο με το μεγαλύτερο εύρος και «βάρος», από κάθε άποψη, αναφέρεται στο διαβόητο (αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) σκάνδαλο Lockheed. Οι συγγραφείς μας το θυμίζουν 19 με ακρίβεια. “Το σκάνδαλο Lockheed γεννήθηκε από τις αποκαλύψεις της εξεταστικής Επιτροπής των ΗΠΑ με επικεφαλής τον γερουσιαστή Frank Church, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία Lockheed είχε πληρώσει δωροδοκίες σε πολλές χώρες για να πουλήσει την πολεμική παραγωγή στους εθνικούς στρατούς. Όσον αφορούσε την Ιταλία, επρόκειτο για μίζες για την απόκτηση 14 αεροπλάνων C-130 που αγοράστηκαν από  την ιταλική κυβέρνηση ανάμεσα στο 1972 και το 1974, αεροπλάνων F-104S και τεθωρακισμένων Leopard. Δίπλα στον Gui (Υπουργό των Εσωτερικών και moroteo, nda) ενεπλάκη και ο υπουργός Άμυνας Mario Tanassi ενώ, πάντοτε σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ηνωμένων πολιτειών, πίσω από κάποια κωδικοποιημένα ονόματα (Antelope Cobbler και Pun) κρύβονταν ένας πρώην πρωθυπουργός…Το όνομα με κωδικό ‘Antelope’, σύμφωνα με τις αμερικανικές αποκαλύψεις, υποδείκνυε έναν πρωθυπουργό των χρόνων από το 1965 μέχρι το 1970, συμπεριλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός από τον Moro (1963-1968), την λεγόμενη παραθαλάσσια κυβέρνηση του Giovanni Leone (ιούνιος-νοέμβριος 1968) και εκείνη του Mariano Rumor (δεκέμβριος 1968-ιούλιος 1970). Οι τρεις θα διαψεύσουν κάθε ανάμιξη και στις 29 απριλίου ο πρεσβευτής των ηνωμένων πολιτειών σημείωσε πως, κάνοντας το, είχαν δώσει την εντύπωση πως έκριναν ένοχο ο ένας τον άλλον”.

Repubblica MoroΑπό την στιγμή που δεν συμμεριζόμαστε, ούτε αγκαλιάζουμε, κανέναν τύπο συνωμοσιολογικής θεωρίας, αμέσως προσδιορίζουμε πως δεν αποδίδουμε σε κανέναν από τους προαναφερθέντες συγκεκριμένες αστοχίες και ακριβείς ενοχές, όμως θυμόμαστε…Θυμόμαστε λοιπόν και υπενθυμίζουμε πως την πέμπτη 16 μαρτίου 1978, την ημέρα της απαγωγής Moro, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “La Repubblica” υπήρχε αυτό το ‘box’: “Antelope Cobbler είναι ο Aldo Moro?” που παρέπεμπε σε ένα εσωτερικό άρθρο: “Antelope Cobbler? Απλούστατο Aldo Moro, πρόεδρος της DC”.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο επειδή δεν είναι απαραίτητο. Σημειώνουμε ότι η είδηση θα μπορούσε να διερευνηθεί, επαληθευτεί, επιβεβαιωθεί, διαψευσθεί. Όπως όλη υπόθεση των λεγόμενων «ιπτάμενων φέρετρων», έτσι είχαν επίσης αποκαλεστεί τα αεροπλάνα Lockheed F-104, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις καταδίκες «μόνο» των Tanassi (Psdi), του προσωπικού γραμματέα του, των ιταλών εκπροσώπων της Lockheed και του τότε προέδρου της Finmeccanica (με κρατική συμμετοχή). Δεν γνωρίζουμε πώς τελείωσε, πως κατέληξε η ψευδής (;) κατηγορία της εφημερίδας που διευθύνονταν από τον Eugenio Scalfari κατά του Moro.

Με την ανακατασκευή τους, οι Clementi, Persichetti, Santalena, μας βοηθούν να καθορίσουμε ξανά τους χρόνους και τους τρόπους με τους οποίους έχουν συσταθεί οι ειδικές φυλακές, την ‘κόκκινη εβδομάδα’ της Asinara, τις μάχες στις Pianosa και Saluzzo, την απεργία πείνας στην Nuoro, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεπεράσουν οι κρατούμενοι και να διαλύσουν τα απάνθρωπα οχυρά: Kampi. Στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την κατασκευή και τα εγκαίνια της πρώτης γυναικείας υπέρ-φυλακής: εκείνη της Voghera και την διαδήλωση-με ζωώδεις επιθέσεις και ξύλο στους μετέχοντες-του ιουλίου 1983, για την εξουδετέρωση της. Την ‘ελευθερία κινήσεων’ που παραχωρήθηκε στον Carlo Alberto Dalla Chiesa και στον ειδικό αντιτρομοκρατικό πυρήνα του. Την εισαγωγή της συστηματικής χρήσης των βασανιστηρίων ενάντια στους συλληφθέντες για να τους κάνουν να μιλήσουν.
Ήδη από το 1975, με τον Alberto Buonoconto, μετά τους Enrico Triaca, Cesare Di Lenardo, Paola Maturi, Sandro Padula, Emanuela Frascella, δυστυχώς πολλούς άλλους.

Είναι ακριβώς στην θεσμοθέτηση αυτής της σκληρής πρακτικής και στις πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι συντάκτες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα αφιερώσουν εμβαθύνσεις και αρκετό χώρο στους επόμενες τόμους. Χωρίς να παραμελούνται η απαγωγή D’Urso, Dozier και οι τέσσερις απαγωγές της ‘εκστρατείας της άνοιξης’: Cirillo, Taliercio, Sandrucci και Πέτσι. Δεν παραμελούν τη γέννηση του Αντάρτικου Κόμματος Guerilla, del Partito Guerriglia, της απομάκρυνσης της φάλλαγγας Walter Αlasia, της αναγγελίας της στρατηγικής υποχώρησης και του τέλος μιας εμπειρίας.                                                       Έτσι όπως και για την σφαγή της Via Fracchia στη Γένοβα και την εκτέλεση του Roberto Serafini και του Walter Pezzoli στο Μιλάνο.                                                                               “La storia continua, Η ιστορία συνεχίζεται”.20

N. B. Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις συνεισφορές που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη, τη φυλακή, το εκτός νόμου προλεταριάτο, που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας ως παράδειγμα από πολλές πρόσφατες δημοσιεύσεις. Εκτός από αυτήν των Clementi-Persichetti-Santalena, οι επόμενες θα είναι η αυτοβιογραφία του Pasquale Abatangelo «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna» και «Το Δέντρο της αμαρτίας», “L’albero del peccato”, που δημοσιεύθηκε χάρη στον Giorgio Panizzari, ενημερωμένο και σημαντικά ενισχυμένο σε σχέση με την έκδοση του 1983, που διατέθηκε με την υπογραφή της «Κολεκτίβας κομμουνιστών κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ‘Collettivo prigionieri comunisti delle Brigate Rosse’. (F.A.)


  1. Marco Clementi, Storia delle Brigate Rosse, Odradek Edizioni, Roma, 2007  ↩
  2. Marco Clementi, La ‘pazzia’ di Aldo Moro, Odradek Edizioni, Roma, 2001  ↩
  3. Paolo Persichetti-Oreste Scalzone, Il nemico inconfessabile. Sovversione sociale, lotta armata e stato di emergenza in Italia dagli anni settanta ad oggi, Odradek Edizioni, Roma, 1999  ↩
  4. Jacques M. Verges, Strategia del processo politico, Einaudi, Torino, 1969  ↩
  5. Στο δοκίμιο της Laurana Lajolo, Οι αντάρτες της Santa Libera. Ιστορία μιας παρτιζάνικης εξέγερσης. Αύγουστος 1946-I ribelli di Santa Libera. Storia di un’ insurrezione partigiana. Agosto 1946, ο leader των ξεσηκωμένων, ‘Armando’, “…μαζί με κάποιους συντρόφους, σχημάτισε, μετά την απελευθέρωση, μια παράνομη ομάδα με το όνομα ‘808’ προς  τιμής ενός ισχυρού εκρηκτικού και ο οποίος, μπροστά στην προοδευτική συμπεριφορά επιείκειας των δικαστών απέναντι στους φασίστες, αποφάσισε να αναλάβει το καθήκον να αποδώσει δικαιοσύνη.”  ↩
  6. Alice Diacono, Η παρτιζάνικη εξέγερση της Santa Libera [αύγουστος 1946] και το δύσκολο πέρασμα από τον φασισμό στην δημοκρατία, ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 / L’insurrezione partigiana di Santa Libera (agosto 1946) e il difficile passaggio dal fascismo alla democrazia, anno accademico 2009-2010, Giovanni Rocca (Primo), Ένας στρατός ρακένδυτων στην υπηρεσία της ελευθερίας – Un esercito di straccioni al servizio della libertà, Art pro Arte, Canelli (Cn), 1984; Laurana Lajolo, I ribelli di Santa Libera. Storia di un’insurrezione partigiana. Agosto 1946, Edizioni Gruppo Abele, Torino, marzo 1995; Giovanni Gerbi, I giorni di Santa Libera, Οι ημέρες της Santa Libera, οκτώ επεισόδια στην εκπομπή “ L’eco del lunedì”, εβδομαδιαία, settimanale di Asti, οκτώβριος-νοέμβριος 1995; Marco Rossi, Ribelli senza congedo. Rivolte partigiane dopo la Liberazione. 1945-1947, Αντάρτες δίχως άδεια. Παρτιζάνικες εξεγέρσεις μετά την Απελευθέρωση. Edizioni Zero in condotta, Milano, 2009; Claudia Piermarini, I soldati del popolo. Arditi, partigiani e ribelli: dalle occupazioni del biennio 1919-20 alle gesta della Volante Rossa, storia eretica delle rivoluzioni mancate in Italia- Οι στρατιώτες του λαού. Arditi, αντάρτες και επαναστάτες: από τις καταλήψεις της διετίας 1919-1920 στα κατορθώματα της Κόκκινης Φτερωτής, αιρετική ιστορία των αποτυχημένων επαναστάσεων στην Ιταλία, Red Star Press, Roma, giugno 2013  ↩
  7. Cesare Bermani, La Volante Rossa. Storia e mito di ‘un gruppo di bravi ragazzi’, Η Κόκκινη Φτερωτή. Ιστορία και μύθος »μιας ομάδας καλών παιδιών», Colibrì Edizioni, Milano, 2009; Carlo Guerriero-Fausto Rondelli, La Volante Rossa, Datanews, Roma, 1996; Massimo Recchioni, Ultimi fuochi di Resistenza. Storia di un combattente della Volante Rossa, Τελευταίες φωτιές Αντίστασης. Ιστορία ενός μαχητή της Κόκκινης Φτερωτής, DeriveApprodi, Roma, 2009; M. Recchioni, Il tenente Alvaro, la Volante Rossa e i rifugiati politici italiani in Cecoslovacchia, Ο υπολοχαγός Αλβάρο, η Κόκκινη Φτερωτή και οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία, DeriveApprodi, Roma, 2011; Francesco Trento, La guerra non era finita. I partigiani della Volante Rossa, Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι παρτιζάνοι  της Κόκκινης Φτερωτής, Edizioni Laterza, Roma-Bari, 2014  ↩
  8. Sante Notarnicola, L’evasione impossibile, Η αδύνατη απόδραση, Feltrinelli, 1972  ↩
  9. Da una conversazione con Sante Notarnicola, Από μια κουβέντα με τον Σάντε Νοταρνικόλα, 14 aprile 2017  ↩
  10. Donatella Alfonso, Animali di periferia. Le origini del terrorismo tra golpe e resistenza tradita. La storia inedita della banda XXII Ottobre, Ζώα της περιφέρειας. Οι καταβολές της τρομοκρατίας ανάμεσα στο πραξικόπημα και την προδομένη αντίσταση. Η ανέκδοτη ιστορία της μπάντας 22 Οκτώβρη, Castelvecchi Rx, Roma, 2012  ↩
  11. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl, Το κορίτσι που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Η ιστορία της Μόνικα Έρτλ, casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  ↩
  12. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Κι ας είμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  ↩
  13. Prospero Gallinari, Un contadino nella metropoli. Ricordi di un militante delle Brigate Rosse, Ένας αγρότης στη μητρόπολη. Αναμνήσεις ενός μαχητή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Bompiani Overlook, Milano, 2006  ↩
  14. Mario Moretti, Per Prospero, Για τον Πρόσπερο,14 gennaio 2013  ↩
  15. Gli Altri online, 14 gennaio 2013  ↩
  16. Sapere Edizioni, Milano, 1973  ↩
  17. Gino Montemezzani, Come stai compagno Mao?, Πως είσαι σύντροφε Μάο; Edizioni LiberEtà, Roma, 2006  ↩
  18. Manolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, H φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει. Agenzia X, Milano, 2007  ↩
  19. nn.14 e 15, σελ. 149  ↩
  20. P. Gallinari, Un contadino nella metropoli, Ένας αγρότης στην μητρόπολη, cit.  ↩

https://www.carmillaonline.com/2017/04/26/le-emozioni-del-cuore-la-d-della-ragione-la-realta-dei-fatti/

ένοπλη πάλη, lotta armata

ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse

Brigate rosse

, ,

Από τα εργοστάσια στην »εκστρατεία της άνοιξης» , 1ος Τόμος – Dalle fabbriche alla «campagna di primavera». Vol. I

€ 28.00 € 23.80
 Οι ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν μέσα από την κρίση της παλιάς φορντικής κοινωνίας. Εκείνη η στρατιωτικοποιημένη πραγματικότητα, πειθαρχημένη, όπου οι εργαζόμενοι και τα αφεντικά συζούσαν από απόσταση, άρχισε να διαλύεται στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα εξουδετερώνοντας παλιές ιεραρχίες και καθιερωμένες αρχές. Από εκείνη την κρίση ξεπήδησαν νέα κινήματα φορείς νέων πρωταγωνιστικών μορφών, απαιτήσεων και αγώνων. Ήταν χρόνια στα οποία οι ξεχασμένοι και οι κολασμένοι βρήκαν φωνή. Ένας άνεμος ελευθερίας διεμβόλισε τις πύλες που άνοιξαν από τους αγώνες των εργαζομένων, προβάλλοντας στη σκηνή νέα υποκείμενα που προέκυψαν από μια κατάσταση ατομικής και πολιτικής περιθωριοποίησης. Οι ταπεινοί και οι καταπιεσμένοι βρήκαν να με αυτό τον τρόπο περιθώρια ισχύος, αξιοπρέπειας και σεβασμού. Οι στρατηγικές ρήξης κέρδισαν έδαφος επί των ρεφορμιστικών θέσεων, διαμαρτυρίας. Και μιας και απέτυχαν οι εμπειρίες των εξωκοινοβουλευτικών πολιτικών ομάδων που γεννήθηκαν στη διετία 1968-1969, ο ένοπλος αγώνας έγινε, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, μια επιλογή που κατέκτησε μεγάλα τμήματα του κινήματος. Οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν, απλά, μέρος αυτής της διαδικασίας.   

UN ASSAGGIO Πάρτε μια γεύση

Η αφήγηση ξεκινά με την τραγική ανακάλυψη του σώματος του Άλντο Μόρο στη via Caetani στη Ρώμη. Συνεχίζετε με την προέλευση, την γέννηση των ερυθρών Ταξιαρχιών στα μεγάλα εργοστάσια του βορρά, το κρεσέντο των ένοπλων ενεργειών τους σε πολλές πόλεις, για να φτάσουμε τέλος στο πρωινό της 16ης μαρτίου 1978 στην via Fani, με την λεπτομερή αναπαραγωγή της απαγωγής του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών και την διαφυγή προς το διαμέρισμα όπου φυλακίστηκε για 55 ημέρες. Η αναπαραγωγή συνεχίζεται με τις θέσεις των κομμάτων και με την αντίδραση από το Κράτους, την εξέλιξη της έρευνας, το έργο των πυρήνων αντιτρομοκρατίας που διοικούνταν από τον στρατηγό των καραμπινιέρων Dalla Chiesa, τη χρήση βασανιστηρίων και τη δημιουργία των ειδικών φυλακών.

 

φυλακές, carcere

η εργασία στην φυλακή, διακοπές, μισθός, συνταξιοδότηση. Να προστατέψουμε τα δικαιώματα και στην φυλακή

br_curcio

Il lavoro in carcere, ferie, salario, previdenza. Turelare i diritti anche in prigione
21 gennaio 2009baruda
η εργασία στην φυλακή, διακοπές, μισθός, συνταξιοδότηση. Να προστατέψουμε τα δικαιώματα και στην φυλακή

η εργασία στην φυλακή του Paolo Persichetti, Liberazione 21 gennaio 2009
από το blog του INSORGENZE

«ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα της κουλτούρας μας είναι η ποσότητα από βλακείες που βρίσκονται σε κυκλοφορία».
το γράφει ο Harry G. Frankfurt στην πρώτη σειρά ενός λαμπρού δοκίμιου που κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 2005, δημοσιευμένο από την Rcs και γι αυτό ακριβώς κατηγορηματικά ονομάστηκε, Μαλακίες.

ανοησίες κενές περιεχομένου μολύνουν τις τηλεοπτικές συζητήσεις, τις σελίδες των εφημερίδων, πάνω απ’ όλα την πολιτική, για να το δείξει ο Frankfurt ανατρέχει σε επιστημονικούς προβληματισμούς επί των Wittgenstein, Pound, Agostino. πολύ σεμνότερα (βρισκόμαστε στην Ιταλία και δεν μπορούμε να πάμε παραπέρα), εμείς πρέπει να λάβουμε υπόψη μας με τον Borghezio (τον παχουλό ναζιστή που οι μετανάστες της Κολωνίας τον ξαπέστειλαν σπίτι του δίχως να ζητήσουνε συγνώμη),
τον Gasparri (εκείνον με την σκέψη flatulescente),
την Carlucci (εκείνη του Festivalbar),
τον Bertolini (με ποιος είναι?).

αυτοί οι ‘αξιότιμοι πολιτικοί’, με 25 χιλιάρικα ευρώ τον μήνα συν τις ασφαλιστικές προσόδους, έχουν φράξει τα διάφορα γραφεία τύπου με αυτάρεσκες και σαρκαστικές δηλώσεις σχετικά με την παράλειψη αναγνώρισης σύνταξης Inps στον Renato Curcio (τον πρώην ιδρυτή των Br που εδώ και κάποια χρόννια τελείωσε να εκτίει την ποινή του). κάποιοι επίσης συγγενείς των θυμάτων άφησαν τους εαυτούς τους να παρασυρθούν σε αυτή την ηλιθιότητα. τι συνέβη?

ο Curcio βρίσκονταν στο Pesaro, στο κοινωνικό κέντρο Oltreconfine. παρουσίαζε ένα από τα τελευταία βιβλία του εκδοτικού του οίκου, Sensibili alle foglie. λίγο χαριτολογώντας ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε εάν ήταν κοντά στην συνταξιοδότηση και αυτός απάντησε πως παρόλο που εργάστηκε μια ζωή στην φυλακή, η Inps δεν του αναγνώρισε κανένα δικαίωμα στην σύνταξη διότι τα σωφρονιστικά ιδρύματα όπου βρίσκονταν έγκλειστος δεν κατέβαλαν ποτέ τις εισφορές τους ή αυτές ήταν πολύ χαμηλές.

δηλαδή μια όμορφη και καλή απάτη. συμπλήρωσε στη συνέχεια πως δεν έχει επίσης δικαίωμα στην κοινωνική συνταξιοδότηση διότι η γυναίκα του έχει πολύ υψηλές αποδοχές. αυτά. καμία διαμαρτυρία, κανένα παράπονο. μονάχα μια σύντομη αναφορά, που μάλιστα του ζητήθηκε, από έναν άνθρωπο που κάνει την δουλειά του δίχως να ζητά τίποτα από κανέναν. η σύνταξη, όπως γνωρίζουν όλοι όσοι εργάζονται, δεν είναι σίγουρα μια ευγενική παραχώρηση του Κράτους, ένα δώρο ή βραβείο του Αφεντικού, αλλά το ποσόν που ο εργαζόμενος βλέπει κάθε μήνα να του παρακρατούν από τις αποδοχές του, σύμφωνα με τους δείκετες που έχουν ορισθεί από τον νόμο.

ονομάζεται ‘σύστημα κατανομής’, Si chiama sistema per “ripartizione”. είναι δικό του πράγμα τέλος πάντων, που έχει δανείσει στα ασφαλιστικά ταμεία που με αυτό τον τρόπο συντηρούν αυτό το λίγο από welfare που βρίσκεται ακόμη όρθιο.

επίσης χρήσιμες είναι και οι πιο άχρηστες πολεμικές. αυτό το συμβάν είναι μια αναλαμπή στον σκοτεινό κόσμο των φυλακών, στο εύθραυστο καθεστώς των δικαιωμάτων των κρατουμένων που εργάζονται. η κακοτυχία που έλαχε στον Curcio δεν είναι ένα απομονωμένο γεγονός. η φυλακή έχει ανάγκη τους κρατουμένους της για να είναι αυτάρκης και αναπαράγεται κάθε ημέρα, μέχρις ότου οι κοινοί χώροι της φυλακής, οι διάδρομοι, τα γραφεία, οι χώροι προαυλισμού, τα εργαστήρια, το πρωτόκολλο, το στρατόπεδο, να είναι πάντοτε καθαροί, και οι κουζίνες να ετοιμάζουν πρωϊνό και δυο γεύματα, όπως και οι ηλεκτρικές και υδραυλικές βλάβες να επιδιορθώνονται αμέσως.

στα σωφρονιστικά καταστήματα υπάρχουν και συνεργεία, τυπογραφεία, ξυλουργεία, βιβλιοδέτες, που χρησιμεύουν για την κατασκευή επιπλώσεων για άλλες φυλακές, κάγκελα και θωρακισμένες πόρτες, θωρακισμένα, επίπλωση για τα δικαστήρια και τα υπουργεία, μητρώα, έντυπα για τα διάφορα γραφεία. οι φυλακές δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν δίχως τους φυλακισμένους. λίγοι το ξέρουν, οι περισσότεροι ούτε που το φαντάζονται, όμως η φυλακή ζει από την εργασία των έγκλειστων επισκεπτών.

δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. θα γίνονταν ακόμη πιο αντιοικονομικές εάν θα έπρεπε να προσληφθούν εξωτερικοί, δίχως να λογαριάσουμε τα προβλήματα ασφάλειας . ο καλύτερος τρόπος όντως για να ρίξεις στο καναβάτσο μια φυλακή είναι η απεργία των »εργαζομένων». δύσκολη επιχείρηση, λίγες φορές πέτυχε. όταν όμως οι εργαζόμενοι σταματούν, η διοίκηση αμέσως διαπραγμετεύεται. ακριβώς διά τούτο η εργασία είναι ένας πόρος στρατηγικός της κυβέρνησης των φυλακών, που διαχειρίζεται με συνετή πελατειακή και ‘πατρική’ κηδεμονία.

όχι μόνο η εργασία των κρατουμένων είναι υπό συνταγματική προστασία αλλά υπάρχουν κανονισμοί που τακτοποιούν την λειτουργία και τα δικαιώματα. το άρθρο 20 της σωφρονιστικής νομοθεσίας ορίζει πως «η σωφρονιστική εργασία δεν έχει χαρακτήρα οδυνηρό και είναι αμοιβόμενη», οργάνωση και μέθοδοι «πρέπει να αντανακλούν τον τρόπο εργασίας στην ελεύθερη κοινωνία με σκοπό οι υποκείμενοι να αποκτήσουν προετοιμασία επαγγελματική επαρκή στις κανονικές συνθήκες εργασίας για να διευκολύνουν την κοινωνική τους επανένταξη».

η διάρκεια των εργασιακών επιδόσεων «δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που έχουν ορισθεί από τις υπάρχουσες νομοθεσίες που αφορούν την εργασία και, με τον ίδιο τρόπο όπως των νόμων αυτών, είναι εγγυημένη η εορταστική ανάπαυση και η κοινωνική και ασφαλιστική προστασία». και είναι εξ αιτίας αυτής της κανονιστικής που τα τελευταία χρόνια οι κρατούμενοι ξεκίνησαν διεκδικήσεις στα εργατικά δικαστήρια. με την απόφαση n. 158 του 2001, το Συνταγματικό Δικαστήριο επανέλαβε το δικαίωμα στις διακοπές και την αντίστοιχη αποδοχή στην περίπτωση μη χρήσης.

με τον ίδιο τρόπο η ένωση Πεταλούδας, l’associazione Papillon, χάρη σε μια απόφαση πιλότο του 1993, κατάφερε την εξίσωση των αποδοχών με αυτές της συλλογικής εθνικής σύμβασης της αντίστοιχης με την παρεχόμενη εργασίας. και άλλες μάχες πραγματοποιήθηκαν για την αναγνώριση του επιδόματος ανεργίας. η φυλακή είναι ένα μεγάλο εργοτάξιο σε λειτουργία, θα ήταν ώρα τα συνδικάτα (Cobas και Cgil) να άνοιγαν παράθυρα για την συνδικαλιστική μόρφωση των κρατουμένων και για την δημιουργία παρατηρητών για τα δικαιώματα της εργασίας.

image

http://baruda.net/

ένοπλη πάλη, lotta armata

ιστορία του δόγματος Mitterrand

Posted on giugno 19, 2008
Storia della dottrina Mitterrand
ιστορία του δόγματος Mitterrand

Paolo Persichetti
Liberazione 19 giugno 2008

καμία έκδοση, ευκαιρία εξόδου από την παρανομία, ελευθερία λόγου. το δόγμα Mitterrand, στα χρόνια του Ογδόντα συστηματοποιεί την παλιά γαλλική παράδοση να παρέχεται καταφύγιο σε αυτόν που είναι αναγκασμένος να φύγει από την χώρα του για πολιτικούς λόγους, που την διηγείται ο ‘αρχιτέκτονας’ της, Louis Joinet.
μια στρατηγική επιλογή, ικανή να ‘απελευθερώσει’ γενιές αγωνιστών [ιταλών, αλλά και ιρλανδών και βάσκων] που κατέφυγαν πέρα από τις Άλπεις στα βήματα των εξόριστων της Αναγέννησης και των αντιφασιστών. έχοντας ντε φάκτο καταργηθεί – μετά τις πρώτες δυστοκίες με τη συνθήκη του Schengen – από την δεξιά που επέστρεψε στην εξουσία το 2002 και έτοιμη να επωφεληθεί του εγκλήματος Biagi. μέχρι το διάταγμα έκδοσης τις προηγούμενες μέρες για την Marina Petrella

η υπογραφή που τέθηκε τις προηγούμενες μέρες στο διάταγμα έκδοσης της πρώην μαχητού των Brigate rosse Marina Petrella επιβεβαιώνει την εγκατάλειψη του δόγματος Mitterrand από πλευράς των γαλλικών αρχών. το καταφύγιο που προσφέρθηκε στους ακτιβιστές της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς που ξέφυγαν από τις δικαστικές επιδρομές και από την νομική νομοθεσία εκτάκτου ανάγκης στα τέλη των χρόνων του 70 επαναλαμβάνει μια μακρά παράδοση ασύλου που ξεκίνησε από την γαλλική επανάσταση. το δόγμα Μιττεράν είχε λαμπρά προηγούμενα όπως η προστασία που δόθηκε στους εξόριστους της αναγέννησης και τους αντιφασίστες. θεωρήθηκε από την Ιταλία μια μεγάλη παραβίαση της νομιμότητας, ένα στο εσωτερικό δίκαιο, η ιστορία του δεν είναι αρκετά γνωστή, κρυμμένη από την δαιμονοποίηση που χτύπησε την δημοκρατική δεκαετία με το υψηλότερο επίπεδο κοινωνικών και πολιτικών αγώνων.

εκτός από να είναι κοντή, η μνήμη μας είναι κυρίως επιλεκτική. στη διάρκεια του πολέμου ανεξαρτησίας της Αλγερίας και η Ιταλία είχε δώσει καταφύγιο σε μέλη της Oas και είχε αρνηθεί την έκδοση μαχητών του αλγερινού Fln . ο Jean-Jacques Susini, ιδρυτής μαζί με τον Pierre Lagaillarde (ιανουάριος 1961), μιας ομάδας άκρας δεξιάς που προσπάθησε να σκοτώσει το 1962 τον πρόεδρο της γαλλικής δημοκρατίας Charles De Gaulle, έμεινε για πολλά χρόνια υπό την προστασία της αστυνομίας μας. γι αυτό και η χώρα μας κατηγορήθηκε πως υπήρξε η οπισθοφυλακή της αντιγαλλικής τρομοκρατίας αντίθετα με ότι λέγεται για το δόγμα Mitterrand, που κατηγορείται πως tutti-liberi-4a61a2aac837bδημιούργησε ένα »ευρωπαϊκό άδυτο του ένοπλου αγώνα».

το 1981, μόλις εκλέχθηκε στην προεδρία της δημοκρατίας, ο François Mitterrand, πολιτικός από τους πιο εμπλεκόμενους στην αποικιοκρατική γαλλική περιπέτεια, διατήρησε την πίστη του στις δεσμεύσεις που πήρε στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ιδιαίτερα εκείνα που είχε ορίσει σαν ‘μεταρρυθμίσεις που δεν κοστίζουν», όπως την κατάργηση της ποινής του θανάτου και την γενική πολιτική αμνηστία. ξεκίνησε έτσι μια στρατηγική ασύλου, με ανάμικτα αποτελέσματα, που απευθύνονταν στις διαφορετικές συγκρούσεις με επαναστατικό χαρακτήρα και αλυτρωτικό που διέσχιζαν την Ευρώπη [ ιταλικές αλλά και ιρλανδέζικες και βάσκικες ] .

«πέρα από την δικαστική απάντηση, επρόκειτο να διευκολυνθεί η πορεία αυτού που προσπαθούσε να εξέλθει από την ένοπλη μάχη για να προχωρήσει προς μια πολιτική λύση. ήταν σημαντικό να μην περιθωριοποιηθούν εκείνοι που είχαν ένα πολιτικό προβληματισμό », εξήγησε κάποια στιγμή ο Louis Joinet, ο πραγματικός νομικός αρχιτέκτων αυτής της πολιτικής ασύλου, σε μια συνέντευξη που εμφανίστηκε στις σελίδες της Libération στις 23 σεπτεμβρίου 2002. ιδρυτής του Syndicat de la magistrature (συνιστώσα της αριστεράς στο γαλλικό δικαστικό σώμα), στα χρόνια του 80 νομικός σύμβουλος της πρώτης σοσιαλιστικής κυβέρνησης που ηγείτο ο Pierre Mauroy και στη συνέχεια του ιδίου του προέδρου της Repubblica Mitterrand, ο Joinet είχε το καθήκον να παρακολουθήσει τα dossier γύρω από τις πολιτικές εκδόσεις. για αυτό κατέληξε στο στόχαστρο του ρωμάνου ανακριτή Ferdinando Imposimato.

σε εκείνη την συνέντευξη που παρέμεινε αδημοσίευτη στην Ιταλία, ο Joinet ξαναστήνει τα διαφορετικά μονοπάτια του δόγματος Mitterrand. «οι πρώτες λίστες που πήραμε στα χέρια μας περιείχαν 142 ονόματα προσφύγων που αναζητούνταν για διάφορους λόγους αλλά αμέσως εμφανίζεται κάποια διστακτικότητα από δικαστικής ιταλικής πλευράς». τέλος πάντων, συγκρούονται δυο νομικές κουλτούρες εμπνευσμένες από πολιτικές φιλοσοφίες αντίθετες. οι γαλλικές αρχές ξεδιπλώνουν μια κυβερνητική τεχνική που είχε σαν προϋπόθεση μια πολιτική ανάγνωση και όχι εγκληματική εκείνου που συνέβαινε στην Ιταλία.

γι αυτό διερευνούν πολιτικές οδούς για τη λύση των ένοπλων συγκρούσεων. συλλαμβάνουν στις ιταλικές υποθέσεις εκείνο που στην χερσόνησο δεν θέλουν να δουν : μια σπαρακτική κοινωνική σύγκρουση, μια λανθάνουσα κατάσταση εμφυλίου πολέμου. επίσης ψάχνουν λύσεις σε ένα πρόβλημα δημόσιας τάξης που εμφανίζεται στην περιοχή τους : να αναδείξουν και ‘να ομαλοποιήσουν’ έναν κοινωνικό χώρο παράνομο και ουσιαστικά ανατρεπτικό που αποτελείται από χιλιάδες αγωνιστών-μαχητών που είχαν βρει καταφύγιο στα αλληλέγγυα διάκενα της κοινωνίας τους. η Γαλλία στέκονταν προσεκτική στις νομικές μορφές ενώ στην Ιταλία η επείγουσα αντι ανατρεπτική κατάσταση ξεδιπλώνονταν στην μορφή ενός δικαστικού πολέμου που αρνούνταν την πολιτική.

πως θα βγούμε από την πολιτική βία ;

«η εμπειρία – διηγείται πάντα ο πρώην σύμβουλος του Eliseo – μου είχε διδάξει πως η παρανομία είναι η χειρότερη από τις καταστάσεις διότι παράγει ιεραρχίες αλλά όχι συζητήσεις. το πραγματικό ζήτημα που θέτει η πολιτική βία, επαναλάμβανε ο Mitterrand, είναι σίγουρα εκείνο του να γνωρίζεις πως να εισέλθεις, αλλά κυρίως πως θα βρεις τον τρόπο για να εξέλθεις από αυτήν. είναι στη βάση αυτού του συλλογισμού που με την σύμφωνη γνώμη του Gaston Defferre, την εποχή υπουργού Εσωτερικών, αποφασίσαμε να συζητήσουμε με τους δικηγόρους των προσφύγων». με αυτό τον τρόπο φτάσαμε να περιγράψουμε μια λύση : «έπρεπε να δημιουργήσουμε λίστες, να παράσχουμε ονόματα, ημερομηνίες και τόπους γέννησης ». μια ομάδα εργασίας συστήθηκε στο υπουργείο Εσωτερικών, που εποπτεύονταν από τον νομάρχη Maurice Grimaud, με την συμμετοχή διάφορν συμβούλων κυβερνητικών και υψηλών αξιωματούχων της αστυνομίας, όπως ο commissario Genthial, εκείνο τον καιρό υποδιευθυντή της Reinseignements généraux, διεύθυνσης πληροφοριών.

σε αυτές τις συναντήσεις παίρνουν μέρος και οι δικηγόροι των προσφύγων, όπως οι Henri Leclerc και Pierre Mignard (Serge Quadruppani, L’Antiterrorisme en France ou la Terreur integrée, 1981-1989, La Découverte 1989). «κάποιοι από αυτούς τους αστυνομικούς παρακολουθούσαν με περιέργεια αυτή την διαδικασία. γι αυτούς ήταν δίχως προηγούμενο πως πρόσωπα σαν και αυτά έβγαιναν σχεδόν συλλογικά από την παρανομία ». είχαν διαταχθεί έρευνες, οι πρόσφυγες εποπτεύονταν όμως οι εκθέσεις της αστυνομίας «παρουσίαζαν πως κανείς τους δεν παραβίαζε το νόμο». ωστόσο η ιταλική αντίδραση δεν άργησε και πολλοί μετανιωμένοι, για να αποκτήσουν διευκολύνσεις και μειώσεις ποινών, ξεκίνησαν να υπερφορτώνουν με κατηγορίες τους πρόσφυγες, «γεγονός που όχι μόνο άναψε ξανά μια εκστρατεία βίαιη ενάντια στην Γαλλία, αλλά κυρίως προκάλεσε άμεσο πληθωρισμό αιτήσεων έκδοσης και την ίδια στιγμή μια επί πλέον επιδείνωση της δικαστικής αβεβαιότητας που τις σημάδευε». ο πρώην αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών SISMI, ναύαρχος Fulvio Martini αποκαλύπτει σε ένα αυτοβιογραφικό του βιβλίο, με τίτλο »κωδική ονομασία Οδυσσέας», (Nome in codice Ulisse) πως εκείνη την περίοδο ένα σχέδιο των υπηρεσιών ήταν έτοιμο για να απαγχθούν διάφοροι πρόσφυγες που κατοικούσαν στο Παρίσι.

«για όλους και τον καθένα»

μια εγκύκλιος του υπουργείου Δικαιοσύνης καθόρισε τα πρώτα κριτήρια της ρύθμισης. αρχικά περιελήφθησαν μόνο οι κατηγορούμενοι ή καταδικασμένοι για ‘αδικήματα συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση’ και ‘εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους’, όμως εσωτερικές διαφωνίες στην εκτελεστική εμπόδισαν αυτή την πρώτη επίλυση. και ανάμεσα στους πρόσφυγες άνοιξε ένας διάλογος. από την μια πλευρά υπήρχε αυτός που ήταν διατεθειμένος να αποδεχτεί μια περιοριστική ερμηνεία της πολιτικής ασύλου. μια θέση που έβρισκε όχθες στους αγωνιστές που είχαν ενταχθεί στο κίνημα της διάστασης. από την άλλη ο Oreste Scalzone, που έγινε το σημείο αναφοράς των υπέρμαχων της πλήρους αναγνώρισης, δίχως όρια και διαφοροποιήσεις, του άσυλου για όλους και για τον καθένα.

το 1984 οι πρόσφυγες και οι δικηγόροι τους έδωσαν μια συνέντευξη τύπου. σε αντάλλαγμα για το αδιαφοροποίητο άσυλο προσέφεραν τα ονόματα τους και τη δέσμευση να απαντήσουν σε κάθε κλήση διαμέσου των δικηγόρων τους. απαίτησαν όμως την πλήρη τους ελευθερία λόγου και αποφάσισαν, όπως διηγείται πάντα ο Joinet «να ξεκινήσουν τη συζήτηση γύρω από τους λόγους αποτυχίας του ένοπλου αγώνα. για τους δικηγόρους επρόκειτο για μια σημαντική δέσμευση και σίγουρα αυτό βάρυνε πολύ στην απόφαση του δικηγόρου Mitterrand. εμείς σκεφτόμασταν κυρίως πως τεράστιος θα ήταν ο κίνδυνος να δούμε αυτούς τους ιταλούς να επιστρέφουν στην παρανομία, με τον κίνδυνο να τροφοδοτήσουν εντός ολίγου μια τρομοκρατική παρέκλιση και μέσα σε γαλλικό χώρο έδαφος».

με αυτό τον τρόπο φτάνουμε στις 20 απριλίου 1985, στο συνέδριο της Λίγκας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Lega dei Diritti dell’Uomo, στο οποίο ο γάλλος πρόεδρος ανακοινώνει την πρόσληψη μιας πολιτικής ασύλου δίχως διακρίσεις : «είπα στην ιταλική κυβέρνηση και επανέλλαβα πρόσφατα στον πρωθυπουργό Craxi, στη διάρκεια συνέντευξης που πραγματοποιήθηκε με ευκαιρία της επίσκεψης του, πως η εκατοστή των ιταλών που είχαν πάρει μέρος σε τρομοκρατικές δράσεις, και προωθήθηκαν μεταγενέστερα στην Γαλλία, αφού διέρρηξαν κάθε σχέση με την καταχθόνια μηχανή και ξεκίνησαν μια δεύτερη φάση στη ζωή τους, έχοντας εισαχθεί στην γαλλική κοινωνία, έχοντας βρει εργασία και στήνοντας οικογένεια, πως αυτοί οι ιταλοί βρίσκονται μακριά από κάθε κύρωση διαμέσου του δρόμου της έκδοσης ».

το άτυπο άσυλο

επικράτησε η εγγύηση ενός χώρου ελευθερίας άτυπη, δίχως κριτήρια διακρίσεων. μια κατάσταση που έτσι συνοψίζεται από τον Robert Pandraud, μελλοντικό υπό γραμματέα για την ασφάλεια της κυβέρνησης Chirac, σε μια συζήτηση δημόσια που έλαβε χώρα στην εθνική Συνέλευση : «από το 1981, ανάμεσα στους 150 και τους 200 ιταλούς ταξιαρχίτες κατέφυγαν στο Παρίσι. μια σαρανταριά από αυτούς επωφελήθηκαν μιας άδειας διαμονής, οι άλλοι ζουν σε μια κατάσταση μη-δικαιώματος, ανεκτοί αλλά όχι αναγνωρισμένοι. χρειάζεται να καθορίσουμε πως η κυβέρνηση αρνήθηκε πάντα να δώσει συνέχεια στις αιτήσεις έκδοσης που προχώρησαν εις βάρος τους από την Ιταλία, παρά το ότι μια δεκαπενταριά από αυτές τις αιτήσεις είχαν λάβει ευνοϊκή ανακοίνωση από την δικαιοσύνη».

στα χρόνια του 80, μεγάλο μέρος των δικών εκτάκτου ανάγκης βρίσκονταν σε φάση διερεύνησης, ή ακόμη σε εξέλιξη. η εισαγωγή κριτηρίων επιλεκτικότητας είχε δημιουργήσει καταστάσεις προφανούς αδικίας. πρόσωπα που εν τω μεταξύ καταδικάστηκαν μόνο για αδικήματα λόγω ένταξης σε ομάδες θα προστατεύονταν σε βάρος αυτών που, ακόμη σε αναμονή κρίσης και έτσι υπό το όφελος του τεκμηρίου αθωότητας, θα βρίσκονταν αποκλεισμένα. για να αποφευχθεί αυτό το μπέρδεμα διασφαλίστηκε η αφηρημένη και γενική αρχή του ασύλου, ανεξάρτητα από την διοικητική διευθέτηση, και ανατέθηκε σε κριτήρια εφαρμογής των επί μέρους νομαρχιών.

παρά τις πολιτικές εναλλαγές που ακολούθησαν, η κατάσταση παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη για περίπου μια δεκαετία, μέχρι την επομένη της εισαγωγής στην Ιταλία της διάταξης Shengen. οι αυτοματισμοί που προβλέπονταν στο σύστημα της τράπεζας δεδομένων προκάλεσαν πολλές συλλήψεις. για να τεθεί θεραπεία στις 4 μαρτίου 1998 ο πρωθυπουργός Lionel Jospin, επιβεβαίωσε επίσημα πως η κυβέρνηση του δεν είχε σκοπό να μεταβάλει την συμπεριφορά που η Γαλλία είχε κρατήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή : «γι αυτό δεν έδωσε και δεν θα δώσει συνέχεια σε κανένα αίτημα έκδοσης ιταλών προσφύγων που ήρθαν στην χώρα μας εξ αιτίας πράξεων βίαιας φύσης πολιτικής έμπνευσης που έχουν κατασταλεί στην χώρα τους».

με ξεπερασμένη την κρίση ακριβείς διατάξεις δόθηκαν για να απενεργοποιηθούν όλες οι αναφορές σύλληψης. ακολούθησε η θέσπιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων ποινικής δικαιοσύνης ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ένωσης που εγκαινιάζει τον δικαστικό ευρωπαϊκό χώρο κάτω από τις κακές αιγίδες μιας ανισορροπίας ανάμεσα στις αυξημένες κατασταλτικές δυνατότητες των κρατικών αρχών και τις μειωμένες εγγυήσεις προστασίας των μεμονωμένων πολιτών. τα διαφορετικά πρωτόκολλα που συστάθηκαν με το πληροφορικό σύστημα Schengen, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η Europol και η Eurojust στέκονται στις παλιές πολιτικές κυριαρχίες όπως η κεντρική Τράπεζα στέκεται στις παλιές οικονομικές εθνικές πολιτικές σχολής keynesiana, του Κέϋνς.

η συρρίκνωση της απόφασης Mitterrand

το καλοκαίρι του 2002, ο αποκλεισμός από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών του σοσιαλιστή υποψηφίου δίνει τέλος στην συγκατοίκηση. η γαλλική δεξιά κατακτά εκ νέου μετά 21 χρόνια όλους τους μοχλούς της εξουσίας. στην Ιταλία η επίθεση στον συνεργάτη της κυβέρνησης Marco Biagi της δίνει την αφορμή που τόσο περίμενε για να αρχίσει ξανά την έφοδο στο δόγμα Mitterrand. αντίθετα, οι πρόσφυγες που διατηρούνταν στη δεξαμενή του ασύλου εμφανίζονται αμέσως ένας πόρος με μεγάλη αξία στην οποία να επιρριφθεί η ευθύνη των νέων επιθέσεων και να αποσπαστεί η προσοχή της κοινής γνώμης από το σκάνδαλο που ξέσπασε από την ελλειπή προστασία του καθηγητή και από την επιθετική φρασεολογία που έπεσε επάνω στον υπουργό εσωτερικών Scajola που αναγκάστηκε σε παραίτηση.

για να τραβηχτεί από την γωνία επινοήθηκε ένας πραγματικός εκτροχιασμός. χάρη σε μια υπόθεση διερεύνησης που στήθηκε από τον μπολονιέζο ανακριτή Paolo Giovagnoli που ερευνούσε το επεισόδιο, συσκευάζεται η »γαλλική πίστα». «ως γνωστόν – υποστηρίζουν οι ερευνητές – στον τομέα της ερευνητικής πράξης που σχετίζεται με τη δολοφονία του καθηγητού M. Biagi, ιδιαίτερη προσοχή στράφηκε προς τους φυγόδικους για αδικήματα τρομοκρατίας που έχουν καταφύγει στην Γαλλία. αυτή η ερευνητική στρατηγική βασίζεται στην υπόθεση πως ανάμεσα στους ‘γάλλους’ πρόσφυγες και τους ‘παράνομους’, που ανήκουν στην εγκληματική οργάνωση υπεύθυνη για το έγκλημα για το οποίο γίνεται λόγος, υπάρχει μια γερή σύνδεση, τουλάχιστον ιδεολογικού χαρακτήρα».

η εξαγωγή των ερευνών πέρα από τις Άλπεις έδωσε την ευκαιρία για πρώτη φορά τον αύγουστο του 2002 να καταστρατηγηθεί το δόγμα Mitterrand, ενάντια στις ίδιες τις ευρωπαϊκές συμφωνίες. έτσι μεταμορφωμένο σε φύλλο συκής, το δίκαιο δεν καταφέρνει πλέον να διαφυλάξει την ίδια του την εσωτερική επίσημη λογική, υιοθετώντας όλο και περισσότερο τις αμήχανες εμφανίσεις μιας kelseniano μεταμφίεσης της ουσίας της απόφασης υποστηριζόμενης από τον Schmitt.
μια περαιτέρω λίστα με 14 υπό έκδοση είναι έτοιμη. οι guardasigilli Castelli και Perben διάλεξαν την επέτειο της 11ης σεπτεμβρίου για να συναντηθούν και μειώσουν το βραβείο Mitterrand.

εν τω μεταξύ η γαλλική πίστα δεν παρέχει τα φρούτα που ελπίζονται. ένα νέο πραξικόπημα σχεδιάζεται τότε για να σπρώξει την κατάσταση. όπως διηγείται ο Guillaume Perrault, δημοσιογράφος της Figaro (Génération Battisti, Plon 2005), μια επιδρομή θα έπρεπε να ξεκινήσει τον ιούνιο τουu 2003. επιχείρηση συμφωνημένη με την ηγεσία του Viminale και την συνεργασία της εισαγγελίας της Bologna, που τινάχτηκε όμως στον αέρα από την παρέμβαση του προέδρου της δημοκρατίας Jacques Chirac ο οποίος, για να αποφύγει
άλλα καλοκαιρινά blitz από πλευράς του ανταγωνιστή του και υπουργού Εσωτερικών Sarkozy, είχε συγκεντρώσει τους φακέλους των ιταλών προσφύγων κάτω από την επίβλεψη των γραφείων του. ο γάλλος πρόεδρος φοβούνταν πως η επιδρομή θα ήταν ένα δώρο προς τον Berlusconi για την προεδρία της ε Ε, Ue, που θα αναλάμβανε την πρώτη ιουλίου ανάμεσα στις φωνές των Μέσων για την μεγάλη αντιτρομοκρατική επιχείρηση.

απέτυχε λοιπόν εκείνη η επιχείρηση, κι έτσι, τον επόμενο φεβρουάριο με ένα καινούργιο στρατήγημα συλλαμβάνεται ξανά ο Cesare Battisti, παρά το ότι το 1990 η παρισινή εισαγγελία είχε εκδώσει αρνητική απόφαση για την έκδοση. με την εκ νέου απελευθέρωση του η απόφαση έκδοσης λαμβάνεται, όμως ο Battisti το σκάει για να συλληφθεί εκ νέου στην Βραζιλία, το 2006, όπου παραμένει ακόμη έγκλειστος σε αναμονή οι αρχές να αποφασίσουν περί της έκδοσης. είναι αυτών των ημερών η είδηση για την εκ νέου νοσηλεία της Marina Petrella στο ψυχιατρικό νοσοκομείο της Villejuif.

το δίκαιο περί εκδόσεων αντιπροσωπεύει για πάνω από έναν αιώνα ότι καλύτερο περί νομικού πολιτισμού φιλελεύθερης σχολής. έχοντας ωριμάσει σε ένα κλίμα εθνικών αγώνων, δημοκρατικών και repubblicane του XIX° αιώνα, αυτό οριστικά βρίσκεται θαμμένο στην εποχή που έχει σαν χαρακτηριστικό την απόλυτη κυριαρχία του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου μοντέλου στον πλανήτη. λεπτομέρεια που υποδεικνύει περισσότερους από έναν προβληματισμούς γύρω από την φύση που σκοτώνει την ελευθερία και αναδεικνύει τον δεσποτισμό του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού, που σημαδεύεται από την διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης που εγκαινιάστηκε αμέσως μετά την 11 settembre 2001.

ένοπλη πάλη, lotta armata

ένοπλος αγώνας και θεωρίες συνομωσίας

copj13asp (1)Insorgenze
Lotta armata e teorie del complotto
Posted on gennaio 23, 2006
Libri – Alberto Franceschini, a cura di Giovanni Fasanella, Che cosa sono le Br, Bur 2004 (Brigades rouges. L’histoire secrète des BR racontée par leur fondateur, Éditions du Panama 2005)
ένοπλος αγώνας και θεωρίες συνομωσίας
Libri – Guillaume Perrault, Génération Battisti, Plon, Paris 2005
βιβλία – τι είναι οι εΤ, Alberto Franceschini, σε επιμέλεια του Giovanni Fasanella
Paolo Persichetti
23 gennaio 2006

δυο βιβλία που δημοσιεύτηκαν τον τελευταίο καιρό στην Γαλλία ξεκίνησαν ξανά με όρους ακραία πολεμικούς την θεωρία σύμφωνα με την οποία ο ανταρτοπόλεμος που εμφανίστηκε στην Ιταλία στα χρόνια του 70 είχε βρει πνευματική και πολιτιστική σύμπραξη, εάν όχι ανοικτή υποστήριξη, στις αρχές του Παρισιού. είναι σημαντικό για τους καιρούς που τρέχουν αυτή η αναστροφή της ιστορικής προοπτικής. εκείνο το άθροισμα συντελεστών που πήραν μορφή μετά τον πόλεμο, παγώνοντας για μεγάλο διάστημα το ιταλικό πολιτικό σύστημα, μέχρι να το καταστήσουν δίχως εναλλαγή για 49 χρόνια, μια σταθερότητα συστήματος που σύμφωνα με την πιο αισθητή ιστοριογραφία δεν μπορούσε παρά να βοηθήσει την εμφάνιση επαναστατικών δυνάμεων σε παρουσία μιας δυνατής εξεγερτικής παράδοσης, πλαίσιο που συνοψίζεται στον τύπο »ιταλική ανωμαλία», αντιστρέφεται στον αντίθετο του : ‘η γαλλική εξαίρεση’.

το πρόβλημα δεν θα προέρχονταν πλέον από τις ιστορικές ελλείψεις μιας χώρας που ακόμη παραμένει ανίκανη να κλείσει με αμνηστία περιόδους που έχουν εδώ και πολύ χρόνο ολοκληρωθεί, κλείσει, αλλά στην γείτονα πέρα από τις Άλπεις. στη συνέντευξη που ο Giovanni Fasanella έκανε στον Alberto Franceschini, η Γαλλία ζωγραφίζεται σαν ένα »ιερό της τρομοκρατίας», ένα κέντρο που θα είχε συστηματικά προωθήσει την αποσταθεροποίηση της ιταλικής δημοκρατίας. βρισκόμαστε στο μέσο μιας ιστοριογραφικής διήγησης που προτείνει ξανά κάποιες απαγορεύσεις cliché της ρητορικής της συνομωσίας και της αστυνομικής οπτικής της ιστορίας.

ο στόχος που σημαδεύεται είναι το λεγόμενο «δόγμα Mitterrand». στη διάρκεια της τραγελαφικής μαρτυρίας του, ένας Franceschini σε εμμονή με την κουλτούρα της υποψίας διηγείται το πως ο πατέρας του, στρατευμένος κομουνιστής ακόμη εμποτισμένος με την σταλινική νοοτροπία, έχοντας αντιληφθεί τις πολεμικές προθέσεις του γιού του, τον είχε προειδοποιήσει : »να θυμάσαι πως έξω από το κόμμα υπάρχει μόνο η Cia». πριν ακόμη από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, το Παρίσι θα υπήρξε ένα πραγματικό σταυροδρόμι διεθνών δολοπλοκιών, παίρνοντας την θέση από Ουάσινγκτον και Μόσχα, στον ρόλο της εξέδρας αποσταθεροποίησης της Ιταλίας.

έτσι φτάνουμε να υποστηρίζουμε πως ένας άξονας σοσιαλδημοκρατικός, που οδηγεί ο Mitterrand, προσπάθησε να παίξει την τρίτη δύναμη ανάμεσα στις δυο μεγαλύτερες δυνάμεις, αποσταθεροποιώντας θεληματικά την χερσόνησο χάρη στην προστασία που προσέφερε στους μαχητές του ένοπλου αγώνα. όταν η ιστορία μετατρέπεται σε noir, η διήγηση μπορεί να χρησιμοποιήσει εύκολες αφηγηματικές άδειες και να παραβλέψει την χρονολογική αυστηρότητα των γεγονότων, μέχρι σημείου να ξεχάσει πως στα χρόνια του 70 η Γαλλία ήταν κάτω από την προεδρία του Giscard D’Estaing.9782755700206στη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας, η Ιταλία είχε πάντα αρνηθεί να εκδώσει τους μαχητές της Oas και του Fln. ο Jean-Jacques Susini, που συμμετείχε στην επίθεση του Petit Clamart ενάντια στον De Gaulle, έμεινε για πολλά χρόνια κάτω από την προστασία της ιταλικής αστυνομίας. γι αυτό τον λόγο η χώρα μας κατηγορήθηκε πως υπήρξε αντιγαλλική βάση. στα χρόνια του 80, ο Mitterrand πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα την Ιταλία . μπροστά στη ροή πολιτικών προσφύγων που διέσχιζαν τις Άλπεις, έκανε το γαλλικό έδαφος ένα είδος θάλαμου αποσυμπίεσης της σύγκρουσης που είχε εξαπλωθεί στην Ιταλία, αρνούμενος τις εκδόσεις σε αναμονή μιας αμνηστίας. «πέρα από την δικαστική απάντηση – εξήγησε μια φορά ο Louis Joinet, αληθινός αρχιτέκτονας αυτής της πολιτικής ασύλου (Libération της 23ης σεπτεμβρίου 2002) – επρόκειτο για διευκόλυνση της πορείας αυτών που προσπαθούσαν να βγουν από την ένοπλη μάχη για να οδηγηθούν προς μια πολιτική λύση. το σημαντικό στην υπόθεση ήταν να μη περιθωριοποιηθούν εκείνοι που είχαν πολιτικό προβληματισμό».

για τον δικαστή Rosario Priore, συγγραφέα του επίλογου, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. αποφασισμένος να ακολουθήσει τα ίχνη του abbé Augustin Barruel, δηλώνει : «πιθανότατα ο παριζιάνικος εγκέφαλος υπήρξε, δρώντας σε πλήρη συμφωνία με τις αρχές εκείνης της χώρας, όπως απέδειξαν οι έρευνες της Ρώμης». το ιστιτούτο γλωσσών Hyperion θα είχε αντικαταστήσει την στοά των Illuminati της Βαυαρίας. αιτία που τον έσπρωξε να υποπτεύεται τον αββά ,abbé Pierre, μια από τις πιο γνωστές γαλλικές προσωπικότητες, ενώ ο συνάδελφος του Ferdinando Imposimato ήθελε να εκδώσει ένταλμα σύλληψης ενάντια στον ίδιο τον Joinet, νομικό σύμβουλο του Mitterrand.

στο φυλλάδιο που συνέταξε για να καταγγείλει την εκστρατεία υποστήριξης που διεξήγαγε η αριστερά και ένα μέρος γάλλων διανοούμενων ενάντια στην έκδοση του Cesare Battisti, που ζητήθηκε από την Ιταλία τον φεβρουάριο 2004, ο Guillaume Perrault, σίγουρος πως «ποτέ μια δημοκρατία δεν ήταν τόσο φιλελεύθερη στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας », επιμένει να περιγράφει μια παραδεισένια Ιταλία, αληθινό κήπο δικαιοσύνης και δικαιωμάτων, αντιμετώπιση που δεν συμπίπτει με τίποτα με τη γνώμη της ιταλικής δεξιάς στην οποία η εφημερίδα του αναφέρεται.

κυριευμένος από τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου, για να δικαιολογήσει τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται οι εκδόσεις που ζητά ενάντια στους διαρρέοντες, εξηγεί τα θαύματα της ημι-κατηγορητικής ιεροτελεστίας, που εισάγεται στην ιταλική ποινική δικάσιμο με την μεταρρύθμιση του 1989 και αναδιαμορφώθηκε πολλές φορές. ξεχνά όμως να καθορίσει πως όλες οι maxi δίκες για ‘τρομοκρατίας’ διεξήχθησαν με τον παλιό τρόπο διερεύνησης και πως η Ιταλία είναι η χώρα με τις περισσότερες κυρώσεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου.
resizephp2πιστεύει – επειδή το διάβασε από δικαστικούς σαν τους Bruti Liberati – πως μπορούμε να μιλήσουμε για δικαιοσύνη έκτακτης ανάγκης μόνο με παρουσία ειδικών δικαστηρίων, που η Ιταλία δεν εισήγαγε, και δεν γνωρίζει πως η επείγουσα κατάσταση δύναται επίσης διαμέσου της παραγωγής ειδικής νομοθεσίας, που αφού δεν καταργήθηκε ποτέ μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα. όπως συνέβη από τα τέλη των χρόνων του 70 και όπως το συνταγματικό Δικαστήριο αναγνώρισε, δικαιολογώντας την υιοθεσία από μέρους της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου μιας νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης που δεν τροποποιήθηκε ποτέ.

διατρέχει, στη συνέχεια, το δάσος των προσανατολισμών στην υπόθεση που οι διανοούμενοι της αριστεράς, della rive gauche, και πολλοί εκπρόσωποι της λογοτεχνίας noir, πήραν – στην πραγματικότητα – βλάπτοντας τον ίδιο τον Battisti και τους άλλους πρόσφυγες, σαν το φάρμακο που σκοτώνει τον άρρωστο. ο Perrault έχει εύκολο παιχνίδι στο να γελοιοποιήσει την ξαφνική ιστορική ανακατασκευή των χρόνων 70 που προτείνουν αυτοί οι διανοούμενοι. αναδύονται τόνοι που ξεχυλείζουν δυσαρέσκεια, ασθενικές πινελιές από θερμιδωριανή βιβλιογραφία, σχόλια κοτσίδες φαρισαίων, τραγελαφικές έξοδοι που σκανδαλίζονται και θυμίζουν τις τσιρίδες τρόμου των madame la marquise, και θεματικές που θυμίζουν τις κατηγορίες του Merlo, μια εφημερίδα που η Ovra (η μυστική φασιστική αστυνομία) δημοσίευε στο Παρίσι για να συκοφαντεί και να κακολογεί τους αντιφασίστες πρόσφυγες. χαρακτηριστικά ενός αχρείου γονίδιου που μιλάει δίχως να σκέφτεται. δεν ξεφεύγει από τον δημοσιογράφο μια ανασκόπηση, που εμφανίστηκε στην Libération της 8ης οκτωβρίου 1998 που, ασκώντας κριτική σε ένα βιβλίο του Battisti, παρουσιάζει την κοινωνική εξέγερση των χρόνων του 70 σαν : «την εποποιία μιας γενιάς ιταλών σε ένοπλη απόσχιση ενάντια σε μια κοινωνία που δεν αναγνωρίζουν πλέον σαν δική τους, που λέγεται στο παρασκήνιο μιας διαδοχής ληστειών, αλκοόλ και γυναικών […] ο πρωταγωνιστής πηγαίνει στον πόλεμο όπως στον έρωτα, σαν να ήταν ένας μοναχικός Don Giovanni».

για να εξηγήσει αυτή την ηλεκτροπληξία της γαλλικής αριστεράς πιο snob προς αυτή την πολιτική και πολιτιστική caricatura των χρόνων 70, ο πρώην πρεσβευτής Martinet (συγγραφέας του προλόγου) θυμίζει το «complesso del Marrano», ‘σύμπλεγμα του Marrano’ . με τον ίδιο τρόπο εκείνων των σπανιόλων εβραίων που για να ξεφύγουν από τις καταδιώξεις μετατρέπονται σε καθολικούς, παραμένοντας όμως άρρηκτα πιστοί στην παλιά πίστη, η γαλλική αριστερά ορφανή από επανάσταση θα έψαχνε ακόμη σύμβολα ικανά να δώσουν ξανά φωτιά στα παλιά ιδανικά της νεότητας.

για τον Martinet πρόκειται φυσικά για μια απίστευτη γκάφα, που μαρτυρεί την επιμονή ενός αρχαϊσμού πολιτικού από το εννιακόσια μέσα στην γαλλική αριστερά, εξ αιτίας μιας ηχηρής παρεξήγησης που θα την οδηγούσε να πάρει τις πυγολαμπίδες για φανάρια και να ονομάσει ‘επαναστάτες’ απλούς ‘εγκληματίες’. η ανταπόδειξη θα έρχονταν από την αγανακτισμένη αντίδραση της ιταλικής αριστεράς, στα μάτια του πολύ πιο μοντέρνας, ρεφορμιστικής και φιλελεύθερης. ο πρώην πρέσβης του Palazzo Farnese δίχως αμφιβολία κοιτάζει ευπρόσδεκτα προς το μοντέλο κοινωνικό -φιλελεύθερο μπλεριάνο, είναι λοιπόν μοναδικό το ότι δεν αντιλαμβάνεται το πως ο άγγλος πρωθυπουργός δεν δίστασε να λερώσει τα χέρια του στην ιρλανδέζικη σύγκρουση, διαπραγματευόμενος με τον Ira, ελευθερώνοντας όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, ακόμη και αυτούς που είχαν υποπέσει σε αδικήματα αίματος (και ο Ira, όπως οι άλλες αλυτρωτικές καθολικές ή προτεστάντικες ομάδες, έβαζε βόμβες), και καθιέρωσε τα στάδια σε μια πολιτική διαδικασία που έφερε το τέλος της σύγκρουσης. στην Ιταλία αντιθέτως, ο πολυδιαφημισμένος Blair παρακολουθείται από τους φιλελεύθερους και τους κοινωνικό-φιλελεύθερους της αριστεράς όπως και της δεξιάς μονάχα για τις πολιτικές του οικονομικής και κοινωνικής φιλελευθεροποίησης και ιδιωτικοποίησης.

ο Martinet πραγματοποιεί και άλλες παραλείψεις, ξεχνά έτσι να εξηγήσει πως πίσω από τις θυμωμένες επιπλήξεις που βρέχουν από τα ξαδέρφια πέρα από τις Άλπεις, υπάρχει ένα σύνδρομο άλλο τόσο περίεργο : εκείνο του «album di famiglia», ‘οικογενειακού άλμπουμ’. για να αντεπεξέλθει στην πολυετή έλλειψη θεσμικής νομιμοποίησης, η ιταλική αριστερά βρίσκεται ενώπιον της συνεχούς ανάγκης να κάνει να ξεχαστεί το παρελθόν της. οι πολεμικές που ακολούθησαν στην εμφάνιση του τόμου της Mirella Serri, I Redenti, ‘οι λυτρωμένοι’, θύμισαν πως ένα μεγάλο μέρος της πρώην κομουνιστικής διανόησης, dell’intellighenzia ex comunista, έζησε διαφορετικές ζωές, περνώντας τον καιρό τους εξαλείφοντας τις προηγούμενες : από τον φασισμό της νεότητας, στον κομουνισμό της ωριμότητας, στον μετά ή στον αντικομουνισμό του γήρατος,.

σε ένα παρόμοιο πολιτιστικό πλαίσιο, προκύπτει ξεκάθαρα λοιπόν γιατί οι φυλακισμένοι και οι πολιτικοί πρόσφυγες των χρόνων 70 πρέπει να συνεχίσουν να υποβιβαστούν στο ρόλο των αποδιοπομπαίων τράγων, καρφωμένοι σε λειτουργία χριστική : να πληρώσουν για όλους την »τραγωδία του Εννιακόσια», με τηρώντας κατά γράμμα την ιεροτελεστία της εξαγωγής της ενοχής.

διηγείται ακόμη ο Perrault πως στο μέσο της σκληρής πολεμικής που ο ιταλικός τύπος είχε εξαπολύσει ενάντια στην γαλλική αριστερά, ο δήμαρχος της Ρώμης Walter Veltroni είχε τρέξει να τηλεφωνήσει στον παρισινό ομόλογο του, Bertrand Delanoë, για να τον αποτρέψει από το να υποστηρίξει τον Battisti. μια αξιοθαύμαστη ευαισθησία ηθική που του έλειψε όταν, διευθυντής της Unità, είχε κάνει εκστρατεία για την απελευθέρωση κάποιων νεοφασιστών που είχαν παραδεχτεί μια δεκαριά δολοφονίες (και επίσημα καταδικασμένοι για την σφαγή στη Bologna – την οποία ο Perrault τοποθετεί στον λογαριασμό των ένοπλων ομάδων της αριστεράς). η επιείκεια μοιάζει να λέει με την χειρονομία του ο Veltroni , έχει αξία για τους αντιπάλους της αντίθετης όχθης, όχι γι αυτούς προς τα αριστερά του. η διπλή όμως γλώσσα που έφτασε από την Ιταλία τους μήνες των σκληρών πολεμικών για την υπόθεση Battisti σίγουρα δεν τελειώνει εδώ.

ανάμεσα στους υπέρμαχους της δικαιοσύνης της αριστεράς που υποστηρίζουν τις εκδόσεις αναφέρεται και ο Antonio Tabucchi, μεγαλειώδης χαρακτήρας που διαπρέπει στην τέχνη της επιλογής των μετανιωμένων : κακοί εκείνοι που κατηγορούν τους φίλους τους (Sofri); καλοί εκείνοι που θέτουν υπό αμφισβήτηση τους εχθρούς (Andreotti ή Battisti). από τις γραμμές της εισαγγελίας δεν ήρθαν καλύτερες κουβέντες : ενώ ο γραμματέας της Anm καταγγέλλει «τα σχέδια φασιστοποίησης στις δικαστικές αξιολογήσεις», έξω από την Ιταλία θυμώνουν με τους υποστηριχτές της rive gauche, αριστερής όχθης, που επαναλαμβάνουν αφελώς αυτά που διαβάζονται στον τύπο της ιταλικής αριστεράς. η δεξιά δεν πάει πίσω, στο σπίτι κατηγορεί το δικαστικό σώμα για ολοκληρωτισμό, στο εξωτερικό όμως έχει την απαίτηση οι δικαστικές αποφάσεις της να προσκυνούνται, εκτός βέβαια από αυτές από αυτές που έχουν σχέση με τον Berlusconi.

μοιάζει να τελειώνει εδώ πέρα, αντιθέτως να που εμφανίζεται ένα παρασκήνιο ακόμη πιο ανησυχητικό : στις 13 ιουνίου 2003, ο εισαγγελέας της αντιτρομοκρατικής του Παρισιού, Gilbert Thiel, είχε οργανώσει μαζί με την εθνική αντιτρομοκρατική Διοίκηση μια επιδρομή που θα έπρεπε να λάβει χώρα την επομένη δευτέρα 23. στόχος ήταν εκείνος της σύλληψης τριών προσφύγων, μεταξύ των οποίων και του Battisti, μαζί με άλλους δυο ιταλούς που δεν φυγοδικούσαν, Maj και Czeppel, οι μοναδικού τελικά που συνελλήφθησαν. μια επιχείρηση συμφωνημένη με τις αρχές του Viminale και σε συνεργασία με την εισαγγελία της Μπολόνια. όλη η επιχείρηση είχε σκοπό να προπαγανδίσει μια ευθεία σύνδεση με την σύλληψη, που είχε συμβεί τον προηγούμενο μάρτη, ενός μαχητή της ομάδας των επιθέσεων στους D’Antona και Biagi και να επικυρώσει με αυτό τον τρόπο τον θρύλο του »γαλλικού κέντρου», ακριβώς την ώρα που αυτός ο θρύλος διαψεύδονταν από τις έρευνες.

η παρέμβαση του Chirac ο οποίος,μετά την έκδοση αστραπή που οργάνωσε ο αντίπαλος του Sarkozy, τον αύγουστο του 2002, είχε συγκεντρώσει τους φακέλους των ιταλών προσφύγων κάτω από τον έλεγχο των γραφείων του, τίναξε όλα στον αέρα. ο πρόεδρος της γαλλικής δημοκρατίας, όντως, φοβήθηκε πως η επιδρομή θα ερμηνεύονταν σαν ένα δώρο προς τον Berlusconi που την πρώτη ιουλίου θα αναλάμβανε, μέσα στην κατακραυγή των μέσων ενημέρωσης για την μεγάλη αντιτρομοκρατική επιχείρηση, την προεδρία της ευρωπαϊκής Ένωσης.