αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 6 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΧΑΡΑ ΣΕΞ ΦΑΝΤΑΣΙΑ / ΘΕΛΩ Η ΖΩΗ / ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ ΜΟΝΑΧΑ                      XI

Εδώ είναι το κείμενο μιας από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις: «Θα ήθελα να ξεκινήσω από τη δική μου σεξουαλικότητα, από την σχέση μου με τους αρσενικούς και με την ανδρική σεξουαλικότητα. Θέλω να πω αυτά τα πράγματα, διότι είναι από αυτό, από αυτή την συνειδητοποίηση που ήρθε σε μένα η επιθυμία να επαναστατήσω, να αλλάξω τα πράγματα, να κάνω την επανάσταση, και ως επανάσταση εννοώ να αλλάξει ριζικά ο τρόπος με τον οποίον είναι φτιαγμένη αυτή η κοινωνία. Η συνειδητοποίηση αυτού δεν είναι δική μου, αλλά είναι όλων των άλλων γυναικών που έχουν νιώσει την ανάγκη, όπως ένιωσα εγώ την ανάγκη να οργανώσω τον εαυτό μου, να πολεμήσω. Από τους αγώνες που οι γυναίκες ασκούν από κοινού, όπως αυτοί σχετικά με την άμβλωση, όπως το γεγονός πως ήρθαν εδώ χθες το πρωί για να πουν τα πράγματα που είπαν, όπως και το που ήρθαν εδώ όλες μαζί, τώρα, από αυτά όλα προέρχεται η δυνατότητα της νίκης. Ήρθαμε εδώ μαζί, όχι γιατί, έχοντας τον ρόλο μας ως γυναίκες, θέλουμε να τον επιβάλουμε με κάθε κόστος. Ήρθαμε εδώ όλες μαζί γιατί αυτή είναι η δύναμή μας, αυτή είναι η μόνη προϋπόθεση που μου επιτρέπει να μιλήσω και να μην φοβούμαι. Πιστεύω ότι τα πράγματα που λέω πρέπει να ξεκινούν ακριβώς από αυτό γιατί δεν είναι ένα πρόβλημα γυναικών δεν είναι θέμα της σεξουαλικότητας των γυναικών. Είναι ένα πρόβλημα επανάστασης, γιατί οι άνθρωποι, πριν κάνουν την επανάσταση, ακόμη και προτού να συνειδητοποιήσουν αν θα παραμείνουν ή όχι στο συνδικάτο, θα πρέπει να κατανοήσουν και να εντοπίσουν πρώτα απ ‘όλα τις ανάγκες τους, να τις δουν συλλογικά, και να δουν την πιθανότητα να κερδίσουν, τις δυνατότητες που υπάρχουν για τη νίκη. Το πράγμα με το οποίο ξεκινώ είναι σεξουαλική σχέση, όπως την έχω βιώσει εγώ. Στην σεξουαλική σχέση, όπως την ζει ο άνδρας, αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα, είναι ο οργασμός. Όλα αυτά που γίνονται πρώτα, στην αρχή, είναι συνάρτηση αυτού, είναι σε συνάρτηση του οργασμού, κυρίως ανδρικού. Τώρα επίσης ανακαλύφθηκε και ο γυναικείος οργασμός. Το γεγονός να αγγιζόμαστε, δεν είναι για να γνωριστούμε, να αισθανθούμε ο ένας την άλλη και να δούμε πως είμαστε, αλλά σαν σκοπό έχει το αποτέλεσμα. Έχω ζήσει αυτό το γεγονός μέχρι το σημείο να θεωρώ τον εαυτό μου σαν γυναίκα μέχρι κάποιο σημείο, γιατί δεν το ζούσα ολοκληρωτικά, μέχρι τα βάθη, γιατί δεν είχα καταλάβει ότι είναι μια πρακτική που δεν είναι δική μου, πως είναι μια σεξουαλικότητα που δεν είναι δική μου, μέχρι που κατάλαβα πως εγώ δεν το θέλω πια αυτό το πράγμα, θέλω να επαναστατήσω και θέλω να το αλλάξω. Και για να το καταλάβω, το μόνο εργαλείο συνειδητοποίησης ήταν να μιλήσω γι ‘αυτό με άλλες γυναίκες, ήταν η λεγόμενη αυτοσυνείδηση, που τόσο πολύ αποδοκιμάζεται από όλους, η οποία έχει μερικά πολύ σπουδαία περιεχόμενα που δεν αφορούν μόνο τις γυναίκες. Έχει μέσα της περιεχόμενα που έχουν κατά νου, που λαμβάνουν υπ όψιν τους χρόνους των διαφόρων ανθρώπων που κατακτούν αυτή την θέληση εξέγερσης και αυτή η ικανότητα να κάνουν την επανάσταση και που δεν έχει μέσα της το όργανο της εξουσίας: εκεί μέσα δεν υπάρχει κάποιος που έχει τη γραμμή , κάποιος που έχει μελετήσει, ξεκινάμε από εμάς. Έτσι, νομίζω ότι είναι εντελώς παράλογοι, ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα εκείνοι που αντιπαραθέτουν μεταξύ τους την αυτοσυνείδηση και τον αγώνα, εκείνοι που πιστεύουν ότι η αυτοσυνείδηση έρχεται πρώτα και ο αγώνας έρχεται μετά και νομίζω ότι αυτοί δεν λαμβάνουν υπόψη εμάς, αυτό που κάνουμε, αλλά το πώς αποκτά συνείδηση το κίνημα, επειδή το κίνημα δεν λαμβάνει συνείδηση από την μια μάχη στην άλλη, αλλά έχει μια διαδικασία που εκρήγνυται επίσης, είναι μια συνεχής διαδικασία. Πιστεύω ότι αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο μόνος τρόπος για την ευαισθητοποίηση και την απόκτηση συνείδησης είναι ο αγώνας, δεν λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο και όχι τόσο αυτό που υπάρχει ανάμεσα σε ένα αγώνα και έναν άλλον, αλλά αυτό που τρέχει κατά μήκος αυτών των αγώνων όταν έχουν περάσει, για να τους απορρίψουν, να πουν πως ναι, υπάρχουν τέτοιες στιγμές, να πουν ότι εν τω μεταξύ ας το κάνουμε αυτό, μετά θα έρθει ο κομμουνισμός, σαν τον παράδεισο. Εγώ αντιθέτως νομίζω ότι η ανταρσία, η επανάσταση είναι ένας τρόπος ζωής. Η εξέγερση είναι ο μόνος τρόπος ζωής για να είμαστε επαναστάτες. Αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα και δεν λαμβάνεται ποτέ υπόψη η διαδικασία μέσα από την οποία σχηματίζονται τα πράγματα: είναι μια πρακτική των ανδρών, είναι μια αυταρχική πράξη, είναι μια μη επαναστατική πρακτική. Και μια πρακτική που υπάρχει σε όλες τις δομές αυτής της κοινωνίας, σε όλους τους μηχανισμούς της. Είναι μια πρακτική που υπάρχει επίσης στο κόμμα, στην οργάνωση» (Elisabetta di Rovereto, στο AA.VV., Il 2° Congresso di Lotta Continua, Το δεύτερο Συνέδριο της οργάνωσης Συνεχής Αγώνας, Roma, Coop. Giornalisti Lotta Continua, 1976; pp. 172-173).

ΝΑ ΤΡΕΜΕΤΕ ΝΑ ΤΡΕΜΕΤΕ / ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ ΟΙ ΜΑΓΙΣΣΕΣ

ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ / ΑΦΕΝΤΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ / ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ / ΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 5 – χρονικό του Κινήματος ’77

X            Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ Ο ΧΩΡΟΣ: ΤΗΝ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΗ ΖΗΤΑΜΕ

ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1976. Το πρώτο κοινωνικό κέντρο: κατάληψη του κτιρίου της Via Ciovassino 1, Milano (ζώνη Brera) «Καταλάβαμε ένα ακίνητο που θέλουμε να μετατρέψουμε σε ένα κεντρικό σημείο αναφοράς της δύναμης, του πολιτισμού και του τρόπου ζωής του νεανικού μιλανέζικου προλεταριάτου. Αυτή η κατάληψη έχει προωθηθεί ταυτόχρονα από νέους που αναζητούν σπίτι για να ζήσουν συλλογικά και από τα νεανικά κέντρα του Μιλάνο. Ποιο είναι το σχέδιο;  1) να χτιστεί μια γειτονιά όπου να μπορείς να ζήσεις, δεν θέλουμε να κλειστούμε στο γκέτο του κατειλημμένου κτιρίου. Θέλουμε να κάνουμε αυτή την ζώνη έναν γενικότερο τόπο συνάντησης των νέων, να βρισκόμαστε στους δρόμους, να τους ξαναζωντανέψουμε με νέους, να τους γεμίσουμε με αυτούς, μια ζώνη απ’ όπου οι προλετάριοι είχαν εκδιωχθεί. Θέλουμε να κάνουμε δικά μας τα σπίτια, τους δρόμους, τα μαγαζιά. Με λίγα λόγια, ένα μικρό «Quartiere Latino», Quartier Latin, των χρόνων ’68. (…) Έτσι ώστε να συγκεκριμενοποιήσουμε το «prendiamoci la città», »να πάρουμε την πόλη», μια ζώνη νέων συμπεριφορών. Το κέντρο της via Ciovassino (…) εκτός από τους δυο ανώτερους ορόφους που θα χρησιμοποιηθούν για συλλογική κατοίκηση, θα ανοίξει στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο μια σειρά οργανωτικών και πολιτιστικών κέντρων: A) «Το κέντρο αγώνα στην ηρωίνη» (…). B) «Το κέντρο κατάληψης και συντονισμού σπιτιών για νέους» (…). C) «Το κέντρο οργάνωσης ενάντια στην μαύρη εργασία» (…). D) «To κέντρο αγώνα στην ανεργία» (…). E) «Το κέντρο νομικής αυτοάμυνας» (…). F) «Έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο από τα παιδάκια» (…). G) «Έναν χώρο για το φεμινιστικό κίνημα» (…). H) «έναν χώρο για τις συναντήσεις» (…). I) «Κάποιους χώρους» διαθέσιμους για «πολιτιστικές πρωτοβουλίες», όπως σχολή μουσικής, θεάτρου, μιμητικής. L) «Ένα κέντρο πολιτιστικής πρωτοβουλίας» για να εξασφαλιστούν τα οργανωτικά εργαλεία για να γίνονται γιορτές, για την επαφή με μουσικούς, ανθρώπους του θεάτρου, κλπ., για την προώθηση συναυλιών, γιορτών, πολιτιστικών συναντήσεων. M) Για το άνοιγμα καταστημάτων, βιοτεχνικών κέντρων και για να κατακτήσουμε ένα μεγάλο φυσικό χώρο που είναι αίθουσα συνεύρεσης, χορού, για να ακούμε μουσική, προβολής ταινιών κλπ, μόνιμο χώρο, αναβάλλουμε και μεταφέρουμε όλα αυτά στην επόμενη αύξηση τη δύναμης μας από κάποιον εθελοντή ο οποίος να οργανώσει μια υγιή συσσώρευση χρημάτων. N) Μια μόνιμη έκθεση γραφικών, φωτογραφιών, αφισών, εικόνων και πινάκων, τη μόνιμη συλλογή απορριμμάτων χαρτιού και αντικειμένων χρησιμοποιημένων, μία μόνιμη συνδρομή. O) Το επόμενο άνοιγμα μιας αγοράς μεταχειρισμένου για τους νέους, P) Ένα γυμναστήριο για την φυσική και νοητική εκπαίδευση του σώματος. (…) Η εξουσία λήψης αποφάσεων για κάθε πρωτοβουλία χρεώνεται στη γενική συνέλευση, κάθε Παρασκευή, των καταληψιών του κτιρίου μαζί με τα νεανικά κέντρα και όλων αυτών που είναι πρόθυμοι να εργαστούν για το σχέδιο που προτάθηκε εδώ επάνω” (ντοκουμέντο που αναπαράχτηκε στο AA.VV., ‘Θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει’ – Sarà un risotto che vi seppellirà, Milano, Squilibri, 1977: σελ. 79-82).

Κυριακή 31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ – 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Το 2° Συνέδριο της Lotta Continua στο Rimini  Το ΚΚΙ έχει αναλάβει την κυβερνητική του ευθύνη ταυτοποιούμενο με μεγάλη επιδειξιομανία με τη λογική της ιμπεριαλιστικής διαχείρισης, καπιταλιστικής και χριστιανοδημοκρατικής της κρίσης, και δεσμεύοντας ολόκληρη η μηχανή του κόμματος στην μετάδοση της ιδεολογίας που χτίστηκε επάνω σε αυτή τη λογική και στην κατάκτηση μιας μαζικής συναίνεσης στην κυβέρνηση. Το PCI έκανε ένα απότομο βήμα προς ένα ρόλο καθεστώτος » (Adriano Sofri, στο AA.VV., Il 2° Congresso di Lotta Continua, Roma, Coop. Giornalisti Lotta Continua, 1976; σελ. 12-13).  «Τρία θέματα κυριάρχησαν αυτή την επανεκκίνηση της συνολικής αμφισβήτησης της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής της και των αγωνιστών της. Το πρώτο είναι ο φεμινισμός. Οι συντρόφισσες, ξεκινώντας από την ανταρσία εναντίον μιας πολιτικής πρακτικής και μιας αντίληψης της επανάστασης και του κομμουνισμού που από πάντα τις απέκλειε και περνά επάνω από τις ανάγκες τους, μέχρι να μετατρέψει την επαναστατική στράτευση σε μια νέα πηγή καταπίεσης, ήταν σε θέση να ασκήσουν την πιο ριζοσπαστική κριτική όχι μόνο στο αφηρημένη περιεχόμενο της πολιτικής γραμμής, αλλά στον τρόπο να την ασκούν (…)  Το δεύτερο κυρίαρχο θέμα (…) υπήρξε εκείνο της εργατικής κεντρικότητας, (…) υπάρχει ένα γενικότερο πρόβλημα και ζωτικής σημασίας όλης αυτής της φάσης καταβύθισης της κρίσης: είναι η επίθεση του κεφαλαίου και του κράτους (. ..) στον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης ενάντια στο υπόλοιπο προλεταριάτο, δηλαδή, όλων εκείνων των κοινωνικών τομέων που αφού παρασύρθηκαν από την δύναμη και τα περιεχόμενα της πάλης των εργατών τα τελευταία χρόνια, έχουν βρει, ή έχουν αρχίσει να βρίσκουν το δρόμο μιας αυτόνομη ανάπτυξης σαν κίνημα και τη δική τους μαζική οργάνωση: οι άνεργοι, οι απασχολούμενοι στο δημόσιο τομέα, οι νέοι, οι στρατιώτες, ο κοινωνικός αγώνας, κλπ. (…)  Τέλος, το τρίτο θέμα υπό συζήτηση, κατά το οποίο οι συντρόφισσες «ανέβασαν τον πήχη της στόχευσης τους» την τελευταία ημέρα του συνεδρίου, ήταν αυτό της πολιτικής διεύθυνσης, των μεθόδων με τις οποίες αυτή ασκείται, των συντρόφων που την έχουν ασκήσει. (…) ” (Guido Viale, στο AA.VV., Το 2° Συνέδριο της Lotta Continua, Roma, Coop. Giornalisti Lotta Continua, 1976; σελ. XI-XV).

ΕΙΜΑΣΤΕ ΦΟΙΤΗΤΕΣ, ΛΙΓΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ / ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠ’ ΤΗΝ ΣΥΝΟΙΚΙΑ PARIOLI / ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΛΤΟ / ΠΑΛΤΟ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ / ΠΑΛΤΟ ΕΚΛΕΚΤΗΣ ΜΑΡΚΑΣ / ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΚΟ ΠΑΛΤΟ! [στο μοτίβο του ύμνου της Lotta Continua]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ιστορία, storia

Το αίνιγμα των χρόνων Εβδομήντα – L’enigma degli anni Settanta: dibattito pubblico alla Sapienza, δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο La Sapienza

Σαράντα χρόνια αργότερα, η ανάμνηση του 1977 φαίνεται να καίγεται με μια κρύα φωτιά, ξεπερασμένη. H κυκλική επέτειος επιβάλλει μια κουρασμένη μνήμη που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, σηματοδοτεί την απόσταση με εκείνα τα γεγονότα και εκείνα τα πάθη. Έχοντας στείλει στη σοφίτα τόσο τον μυθολογικό βετερανισμό όσο και την μετα-μοντέρνα επίπληξη, φαίνεται να ήρθε ο χρόνος, η ώρα της ανεξάρτητης ιστοριογραφίας, ειδομένης από απόσταση. Ωστόσο, ακόμη και αυτή δεν βρίσκει μεταφορικό μέσο την ώρα που ερμηνεύει το αίνιγμα εκείνου του κινήματος. Σαράντα χρόνια αργότερα, γύρω από την δεκαετία του Εβδομήντα εξακολουθεί να παραμένει ένα πέπλο μυστηρίου. Μια ξεκάθαρη ένδειξη της σχέσης μεταξύ ιστορίας και πολιτικής: η έλλειψη ενδιαφέροντος της μιας αποστειρώνει την δυναμικότητα της άλλης. Ωστόσο, η φαινομενική έλλειψη επικαιρότητας του ’77 – όπως και της άλλης μεγάλης επετείου αυτού του 2017, της ρωσικής Επανάστασης – θα μπορούσε να απελευθερώσει αυθεντικά σκεπτικά, original, τα οποία να μην κάμπτονται πλέον από την αναγκαιότητα νομιμοποίησης αυτής ή εκείνης της πολιτικής λειτουργίας. Το ’77 δεν είναι πια η γη της έριδος μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων της επαναστατικής πολιτικής. Είναι μια ανάμνηση ειρηνευμένη, καταδικασμένη από τους μεν, μυθοποιημένη από τους άλλους, τυλιγμένη στο πέπλο μυστηρίου έλλειψης κατανόησης τόσο στους μεν όσο και στους δε. Αξίζει λοιπόν να επιστρέψουμε να σκεφτόμαστε το ’77. Γιατί, είναι η θέση μας, εάν τίποτα δεν φαίνεται τόσο μακρινό από αυτό το έτος, πολλές από τις σημερινές δυσκολίες στο να προταθεί μια αξιόπιστη πολιτική τοποθετούν τις ρίζες τους στο εν λόγω κίνημα, ή μάλλον: στις μεταθανάτιες ερμηνείες αυτού του κινήματος. Ας προχωρήσουμε με τάξη.

Από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ιδίως του ’77 υπενθυμίζεται, συμπτωματικά με μιαν επιχείρηση λοξή , η επανάσταση των ηθών, των λεξιλογίων, των συμπεριφορών, των υπαρξιακών οριζόντων, των πολιτισμικών αναφορών, των σεξουαλικών ελευθεριών. Μια ομίχλη που τροφοδοτείται από την ανάγκη να διαχωριστεί το «κοινωνικό» από την πολιτική, το καλό της αντικουλτούρας από το κακό της ισορροπίας δυνάμεων, τα «όνειρα» και οι «επιθυμίες» της γενεών από την απρόσωπη βία της πολιτικής πάλης. Μια ομίχλη πλάγια, λοξή, που ενώνει το κόμμα της Repubblica με τα πολιτικά συμφέροντα μιας ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς πλέον ιστορικό ρόλο. Ωστόσο το να κλειδώσουμε εκείνο το κίνημα μέσα στην περίφραξη της αντικουλτούρας της νεολαίας σημαίνει πως τροφοδοτούμε το μυστήριο και την παρανόηση. Το 1977 δεν μπορεί να εξηγηθεί αν εκείνοι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν μας δίνουν πίσω μια εξαντλητική ερμηνεία, εάν δεν συγκριθούν, αν δεν αντιμετωπιστούν με την Πολιτική. Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα προχωρούσε στενεύοντας τους χώρους δημόσιας ένταξης, προοδευτικής επέκτασης του κοινωνικού Κράτους, αυξανόμενων εγγυήσεων για μια μάζα εργαζόμενων που δεν γοητεύονταν πλέον από την προοπτική της ρεφορμιστικής χειραφέτησης. Η «πολιτική των θυσιών», η οποία εγκαινιάστηκε από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1974, φάνηκε να δένει (και όντως έδεσε) το Κκι στο μέτωπο της μισθολογικής μετριοπάθειας, της μισθολογικής επιβράδυνσης. Η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού», η οποία ξεκίνησε το 1973 και συγκεκριμενοποιήθηκε το 1976 με την εξωτερική στήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος στην κυβέρνηση Andreotti, επικύρωνε το κλείσιμο κάθε πολιτικού χώρου: μέσα στον φράκτη της «εθνικής αλληλεγγύης» τα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα – κομμουνιστικό Κόμμα και Χριστιανοδημοκρατία – που συμπεριλάμβαναν την μεγάλη πλειοψηφίας του ιταλικού λαού, έξω από εκεί δεν παραμένει άλλο από μια μπλοκαρισμένη εναλλακτική πολιτική, στην οποίαν, όμως, αντιστοιχεί μια κοινωνική παρουσία κάθε άλλο παρά αμελητέα, καθόλου ασήμαντη .
Το ’77 γεννήθηκε λοιπόν ως ένα κίνημα χωρίς κάποια πιθανή πολιτική ακτή, εχθρός τόσο των συμφερόντων του Κεφαλαίου όσο και εκείνων μιας εργατικής τάξης που επιτέλους βρίσκονταν στον προθάλαμο της «κυβέρνησης». Ακόμη και οι προσπάθειες ενός «ενιαίου μετώπου από τα κάτω» – στρατηγική που συμμερίζονταν τόσο το Manifesto όσο και η Avanguardia Operaia και η Lotta Continua – συγκρούονται με την εν λόγω κυβέρνηση ιστορικού συμβιβασμού που κλείνει κάθε στρατηγική προοπτική «λαϊκής υποστήριξης». Χωρίς ανάχωμα, ούτε νομιμοποίηση στην πολιτική, εκείνο το κίνημα μορφοποιεί την ταυτότητά του και την αυτο-εκπροσώπηση του επάνω στην απόρριψη, στην άρνηση, την απόρριψη της εργασίας, της λιτότητας, της ειρήνευσης, οποιασδήποτε εθνικής αλληλεγγύης, αλλά πάνω απ ‘όλα στην απόρριψη της πολιτικής, κατανοητής μόνο ως μέρος της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού. Εδώ γεννιούνται μερικά από τα προβλήματα των οποίων εξακολουθεί να είναι θύμα ακόμη και σήμερα κάποια πολιτική κινηματίστικη.

Αντικειμενικά ο πολιτικός χαρακτήρας του κινήματος συγκρούεται μετωπικά με το Κράτος και τις οικονομικές και κατασταλτικές διαρθρώσεις του, έτσι το ’77 αναλαμβάνει την χροιά, την έννοια κινήματος ξένου προς την Πολιτική. Απορρίπτει μια ενωτική στρατηγική, ενιαία, μια λογική συμβιβασμών και διαλεκτικής διαμεσολάβησης, μια καθορισμένη οργανωτική μορφή. Ακριβώς γι αυτό, το ότι είναι μειοψηφία δεν βιώνεται ως περιορισμός, ως όριο, αλλά ως πόρος, ως δυναμική, ως δυνατότητα. Ο «παράξενος φοιτητής» που κινεί το ’77 και ταρακουνά τις καταστάσεις, αναζητώντας την σωστή δόση καινοτομίας και ανανέωσης με μια κληρονομιά εργατικών αγώνων συσσωρευμένων στην τάξη, αλλά που έχει οστεοποιηθεί αυτή η κληρονομιά,  έχει γίνει άκαμπτη και αρτηριοσκληρωτική από τα κομουνιστικά χαλινάρια στη φάση της εθνικής αλληλεγγύης, χάνει στο δρόμο τη σχέση με την παράδοση αυτών των αγώνων , μειώνοντας τις πιθανότητές του για διάλογο με μιαν εργατική τάξη παρ ‘όλα αυτά (παρά την ισχυρά οργανική σχέση με την κομμουνιστική παράδοση) διαθέσιμη στην κινητοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση. Μια σειρά από παραδοσιακά χαρακτηριστικά ήρθαν να συγκρουστούν: η εργασία, από πρωταρχική αξία για όλο το ταξικό κίνημα, γίνονταν μια αρνητική αξία. Η πειθαρχία «θλιβερή», για έναν αιώνα στη βάση της εργατικής οργάνωσης, έδινε τη θέση της στην έπαινο της απειθαρχίας, ή τουλάχιστον στη δημιουργική απελευθέρωση συνδεδεμένη με σχέση «όχι στερεότυπη». Tον πολιτικό ρεαλισμό μακιαβελικής και λενινιστικής παράδοσης, αντικαθιστούσε μια ανάγκη ελευθεριακού ιδεαλισμού ανυποχώρητου στην διαμεσολάβηση, τόσο πολιτική όσο και κοινωνική.

Αυτή η ρήξη ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε αποσύνθεση. Όχι μόνο σήμερα: μέσα στον κύκλο των τελευταίων τριάντα χρόνων αυτές οι δυσκολίες έχουν σκάψει μέσα στα κινήματα, παίρνοντας τη θέση του «κλισέ, της κοινοτοπίας» η οποία ποτέ δεν προβλημάτισε πραγματικά. Ακόμα και σήμερα, μέσα στην ανταγωνιστική αριστερά, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα της σχέσης με την πλειοψηφία των κατώτερων, των εξαρτώμενων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς επίσης, μέσα στην πολύμορφη αποσύνθεση η οποία με την πάροδο του χρόνου έχει φτάσει στο σημείο να λαμβάνει, καλύπτει την ταυτότητα των κοινωνικών υποκειμένων, απουσιάζει οποιοδήποτε κοινό έδαφος για το ξεπέρασμα αυτού του κατακερματισμού. Αντιμέτωποι με ένα κοινωνικό σενάριο σε διαρκή υποχώρηση, σε μια γενικευμένη φτωχοποίηση ακόμη και κοινωνικά εγκάρσια, η οποία περιλαμβάνει προοδευτικά και αφορά όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, από την δεκαετία του Ενενήντα τα κινήματα συνεχίζουν να περιορίζονται σε μια ένταση που διεκδικείται και φιλοδοξίες πλειοψηφικές αλλά ανίκανες να συμβαδίσουν με τις σημαντικές αλλαγές και τους μετασχηματισμούς προς τους οποίους προχωρά για να τους συναντήσει ο Καπιταλισμός, με τον προφανή κίνδυνο να βρεθούν παγιδευμένα σε μια κοινωνική μειοψηφία ανίκανη να επεκτείνει τις σχέσεις της και τον πολιτισμό της πέρα από τον ολοένα και στενότερο κύκλο των αγωνιστών.

Σήμερα που η πολιτική, η επίσημη, συνεχίζει και προχωρά μέσα στη στεγανότητα της απέναντι στις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων, η μόνη αξιόπιστη πολιτική επιλογή θα ήταν να προταθεί ξανά εκείνη η απόρριψη που το ’77 μπόρεσε να οργανώσει και να ζήσει μέσα σε μεγάλες ζώνες της κοινωνίας. Αλλά μερικά από τα διακριτικά χαρακτηριστικά εκείνου του κινήματος στην αναζήτηση της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στην ανανέωση και την κομμουνιστική παράδοση, εξακολουθούν να εμποδίζουν τον στόχο εκείνης της λαϊκής συναίνεσης γύρω από ιδέες και πρακτικές πραγματικά επαναστατικές. Αυτό είναι για το οποίο πρέπει να επιστρέψουμε να συζητούμε σήμερα. Και είναι από αυτή την άποψη που εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που ταράζει τα όνειρα των κομμουνιστών: πως θα ανοικοδομηθεί ένα επαναστατικό κίνημα ικανό να ξεπεράσει προς τα εμπρός το τελευταίο πραγματικό και μεγάλο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, το κίνημα του ’77;

1916 letture totali 36 letture oggi
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα χρόνια Εβδομήντα είναι ακόμη ένα δικό μας πρόβήμα – Gli anni Settanta sono ancora un nostro problema

ΤΑ ΠΑΙΔΙΆ ΠΟΥ ΘΈΛΑΝ ΝΑ ΚΆΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗ

1968-1978 ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ LOTTA CONTINUA

Από τους πολλούς τρόπους να θυμόμαστε την επέτειο του Εβδομήντα Επτά, ένας από τους πιο «πλάγιους» είναι εκείνος να προχωρήσουμε ξεκινώντας από ένα πολύ μικρότερο βιβλίο, δημοσιογραφικό, που αντιμετωπίζει την ιστορία μιας ομάδας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ουσιαστικά διαλύθηκε το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, αυτή η ιστορία της Lotta continua αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου, ακριβώς διότι έγινε χωρίς καμία φιλοδοξία επαναδιατύπωσης ή καταδίκης. Ο Cazzullo σίγουρα δεν έχει τα πολιτιστικά εργαλεία για να ερμηνεύσει τα χρόνια Εβδομήντα, αλλά μέσα στην πραγματική ή φαινομενική αθωότητα-αφέλεια του αναπλάθει έναν κόσμο, χωρίς αποφασιστικές ιδεολογικές προκαταλήψεις, και ως εκ τούτου σε θέση να αντικατοπτρίσει την αγωνία εκείνων των χρόνων, εκείνης της γενιάς των επαναστατών. Το χρόνια Εβδομήντα, με αιχμή τους το ’77, σηματοδοτούν τον τελευταία κύκλο της επαναστατικής ταξικής πάλης στη χώρα μας. Πρόθεσή μας είναι, λέγοντας αυτά, και εννοούμε πως στο μεταίχμιο μεταξύ του ’77 και ’78 ολοκληρώνεται, για την ιταλική επαναστατική αριστερά, το ζήτημα της εξουσίας. Ό, τι γνώμη έχει κανείς για τις πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς αυτών των χρόνων, θα παραμείνει η εμπειρία που βρίσκεται πιο κοντά σε εμάς από την οποίαν πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεκινήσουμε και πάλι. Γι ‘αυτό, παρά την απόσταση σε χρόνο και πολιτική, το ζήτημα που τέθηκε στην εν λόγω δεκαετία, εξακολουθεί να είναι ένα πρόβλημά μας, και το αίνιγμα που την περιβάλλει πρέπει ακόμη να αποκρυπτογραφηθεί.

Η Lotta Continua είναι μια ιδιαίτερα συμβολική ομάδα από εκείνα τα χρόνια. Είναι η περισσότερο διακλαδισμένη επαναστατική οργάνωση και με βαθιές ρίζες, εκείνη που διεσχίσθει περισσότερο από συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών θέσεων. Είναι επίσης εκείνη που θα έχει την μεγαλύτερη υποστήριξη από εργαζόμενους, παρούσα σε εργοστάσια όπως η Fiat στο Τορίνο, το Om και η Pirelli στο Μιλάνο, τα Πετροχημικά, Petrolchimico της Marghera, και δεκάδες άλλα. Η Lc κατέχει μέσα της τη σύγχυση, την ανυπομονησία, τη γενναιοδωρία και τη συγκρουσιακή ικανότητα εκείνης της δεκαετίας. Λέγοντας αυτό δεν εννοούμε ότι οι θέσεις της Lc είναι σύμφωνες με εμάς, ότι η οργάνωσή της ήταν «η καλύτερη» μεταξύ των διαφόρων που υπήρχαν σε αυτά τα χρόνια, ότι σήμερα «θα χρειάζονταν» ένας νέος συνεχής Αγώνας, και τέτοια πράγματα. Δεν είναι μια νοσταλγική αναβίωση αυτό που προτείνουμε. Ας πούμε, πιο απλά και ίσως πιο ειλικρινά, ότι η Lc αντανακλά έναν κόσμο, και το να μιλήσουμε για την ιστορία της συμβάλλει στην κατανόηση αυτής της δεκαετίας, στη δύναμη και στις αντιφάσεις της.

Ο ακρογωνιαίος λίθος από τoν οποίον θα ξεινήσουμε για να κατανοήσουμε τα Εβδομήντα είναι η ρήξη με το Κομμουνιστικό Κόμμα, Pci. Μια ολόκληρη γενιά έχει ανακαλύψει πως είναι επαναστατική, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει εκείνα τα πολιτιστικά μέσα και εργαλεία που το εργατικό κίνημα μέχρι εκείνο το σημείο είχε αφομοιώσει στη μήτρα της, έχοντας τα κατά κάποιο τρόπο «θεσμοποιήσει». Το θέμα ήταν, με άλλα λόγια, να εφεύρουν ένα νέο κόσμο την ίδια στιγμή επαναστατικό και εναλλακτικό σε σχέση με εκείνο τον επίσημα κομμουνιστικό, λαμβάνοντας στην τύχη εκείνες τις θεωρητικές αναφορές που απαιτούνταν για την ανάπτυξη μιας πολιτικής γραμμής (από τους Τουπαμάρος στον Φανόν, από τους μαύρους Πάνθηρες στον Αντόρνο, από τον Φουκώ στον Μάο ). Πρέπει να πούμε ότι η αλχημεία σπάνια επετεύχθη. Αλλά μέσα στην θέρμη, στην σπουδή και την βιασύνη της επανάστασης, που πιθανότητα δεν ειδώθηκε με τα μάτια του σήμερα, αλλά όπως φαίνεται, ήταν προφανώς δυνατή για εκείνη την γενιά αγωνιστών, το κίνημα βρήκε ένα σημείο ισορροπίας που δόθηκε από μια συνεχή κινητοποίηση διαθέσιμη στην ριζοσπαστικοποίηση.

Στο βιβλίο προκύπτει αυτή η ανάγκη ρήξης, ακόμη και σε μορφές ειλικρινά φρικτές. Θυμίζει για παράδειγμα ο Peppino Ortoleva: «Δεν ήμασταν αντί-αμερικανικοί. Είχαμε μια στάση απέναντι στις ΗΠΑ τουλάχιστον περιέργειας. Δεν ήταν ο εχθρός, ο πραγματικός εχθρός ήταν η Σοβιετική Ένωση». Ο Adriano Sofri «Συγκινημένος από την αυτοκτονία του Ian Palach, έφτιαξα σχεδόν μόνος του ένα φυλλάδιο προς τιμήν της χειρονομίας του». Ο Paolo Brogi: «Πήγαμε στις πύλες με φυλλάδια για τον Palach.» Και έτσι συνεχίζοντας, παίρνει μορφή η επείγουσα ανάγκη επανοικειοποίησης της ιδέας της επανάστασης αποσπώντας την από τις επίσημες κομμουνιστικές οργανώσεις, και αυτή η καινοτομία, αυτή η ανανέωση περνούσε από την μετωπική αναμέτρηση με τον κομμουνιστικό κόσμο. Αυτή η απαραίτητη ρήξη παρέσυρε μαζί της μια μειοψηφική συμμετοχή εργατικής τάξης αλλά όχι περιθωριακή. Τα χρόνια Εβδομήντα δεν χαρακτηρίζονταν από την φοιτητική κεντρικότητα και τις επαγόμενες επιθυμίες και ελπίδες της (αυτές οι αφηγήσεις έχουν γίνει κλισέ εκ των υστέρων), αλλά από την εργατική συναίνεση που οι πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς (όλες, συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα) είχαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Αυτή η προσπάθεια να ανανεωθεί ένα πολιτικό σύμπαν φτιαγμένο από θεωρία, πολιτισμό και πρακτικές, γρήγορα συγκρούστηκε με μια παράδοση που πήγαινε πολύ πέρα από τα επίσημα κομμουνιστικά χαλινάρια. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, του προλεταριάτου, παρέμεινε παρ ‘όλα αυτά μακριά από το επαναστατικό μάγμα. Είναι καλό να μας το λεν τέσσερις δεκαετίες αργότερα. Στο εθνικό συνέδριο το 1975, της Lc, προχώρησαν στην καταμέτρηση των εγγεγραμμένων: παρά την εκτεταμένη παρουσία σε 84 επαρχίες, οι αγωνιστές είναι οκτώ χιλιάδες. Η πιο μεγάλη και ριζωμένη ομάδα της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς μετρά μέσα στην καρδιά της δεκαετίας του Εβδομήντα οκτώ χιλιάδες άτομα. Το γεγονός αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη του συνεχούς Αγώνα και της κρίσης του, επειδή είναι ακριβώς το νήμα, ο κόμβος, ο οποίος είναι ήδη εμφανής στους ηγέτες της οργάνωσης, της αναγκαιότητας να βρεθεί μια σχέση μεταξύ της ανανέωσης και της παράδοσης, μεταξύ υποκειμενικότητας των εργαζομένων με διάθεση στην ριζοσπαστικοποίηση (μια μειοψηφία, ωστόσο, ισχυρή) και μιας μάζας κομμουνιστής, αλλά όχι επαναστατικής, ακριβώς όπως και ο πολιτικός εκπρόσωπος της, το Pci.

Είναι και αυτό επίσης το δίλημμα που θα ωθήσει τον συνεχή Αγώνα στην τακτική υποστήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος, στο “ενιαίο μέτωπο από τα κάτω” σε θέση να θεραπεύσει, να ανασυνθέσει τις διαφορές μέσα στην εργατική τάξη, που η Lc δικαίως ζούσε ως * πρόβλημα *, πιέζοντας το κόμμα να μετακινήσει τον άξονα προς τα αριστερά, παίρνοντας το μακριά από το θανάσιμο εναγκαλισμό των Χριστιανοδημοκρατών. Μια επιλογή που εξολοθρεύτηκε πολύ γρήγορα ως ασαφής, διφορούμενη ή μη ρεαλιστική, εξωπραγματική, αλλά σε εκείνη τη συγκυρία εκπλήρωνε μια πολιτική ανάγκη: να παρακολουθεί και να απαγάγει, να φέρει με το μέρος με το μέρος της εκείνη την πλειοψηφία του προλεταριάτου που, παρ ‘όλα αυτά, ήταν οργανικά συνδεδεμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αριστερό συνδικάτο CGIL, αλλά ενάντια στους οποίους δεν ήταν δυνατό να σκέφτεται καμία επανάσταση. Με άλλα λόγια, ένα από τα άλυτα προβλήματα της επαναστατικής αριστεράς των χρόνων Εβδομήντα φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό: πως είχε φανταστεί μιαν επανάσταση όχι μόνο ενάντια στο σύστημα εξουσίας που εκφράζονταν από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά και κατά της πλειοψηφίας της τότε εργατικής τάξης, ενάντια στον κομμουνισμό κάτω από την ιδιότητα του που είχε εκφραστεί από το ρεφορμισμό, αλλά που ήταν ακόμα, στα μάτια της τάξης, κομμουνισμός.

Η τακτική της πίεσης από τα κάτω προς το κομμουνιστικό Κόμμα μπαίνει σε κρίση με τον ιστορικό συμβιβασμό. Σχεδιασμένος στο ’73, υλοποιείται το ’76 με την είσοδο του κόμματος στην »περιοχή της διακυβέρνησης», το κομμουνιστικό Κόμμα σταθεροποιεί τα συμφέροντά του με αυτά της αστικής τάξης και κλείνει τον πολιτικό χώρο σε οποιαδήποτε υπόθεση αστάθειας ή εναλλακτικής στο σύστημα. Αυτά είναι τα χρόνια κατά τα οποία η ρήξη με την Εσσδ έχει καταστεί σαφής (του ’76 είναι η περίφημη συνέντευξη στην οποία ο Berlinguer έλεγε ότι αισθάνονταν ασφαλέστερος κάτω από την ομπρέλα του Νατο και όχι με εκείνη του Συμφώνου της Βαρσοβίας). Αυτό το κλείσιμο στέλνει σε κρίση τις οργανώσεις που ήταν διαθέσιμες για τη σύγκλιση με το PCI (ή τουλάχιστον με τη βάση του), αλλά όχι μόνον αυτό. Ο ιστορικός συμβιβασμός καταστρέφει κάθε δυνατότητα εξέλιξης του ιταλικού πολιτικού συστήματος. Μέχρι το ’72 -’73, οι αγώνες των εργαζομένων έξω από το κομμουνιστικό Κόμμα μετακινούν προς τα εμπρός το πλαίσιο της ισορροπίας δυνάμεων για ολόκληρο το προλεταριάτο. Ο ιμάντας κίνησης, σε γενικές γραμμές, μετά από αμέτρητες αντιφάσεις, λειτουργεί. Μεταξύ των ταξικής σύγκρουσης και της γενικότητας των κοινωνικών σχέσεων διατηρείται μια σύνδεση, και παραμένει λόγω του ανοικτού ακόμη χαρακτήρα της αντιπαράθεσης και σύγκρουσης με τον επίσημο κομμουνισμό. Στη συνέχεια, το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος ακυρώνει αυτό το χώρο, που συμβολικά κλείνει με το νόμο Reale του 1975 με τον οποίο συνεργάζεται σιωπηρώς και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Και θέτει τα θεμέλια του Εβδομήντα επτά, που νοείται ως προϊόν αυτού του κλεισίματος.

Το Εβδομήντα επτά είναι το κύκνειο άσμα της δεκαετίας του Εβδομήντα και, την ίδια στιγμή, είναι ένας κόσμος χώρια, φτιάχνει ιστορία από μόνο του. Αντιμέτωποι με το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο συνεχής Αγώνας μπαίνει σε οριστική κρίση κρίση (μαζί με άλλες οργανώσεις, από το Μανιφέστο στην Εργατική Πρωτοπορία, dal Manifesto a Avanguardia Operaia, οι οποίες στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν στην προλεταριακή Δημοκρατία που δεν θα καταφέρει ποτέ να υπερβεί το 1% στις εκλογές, στοιχείο ενδεικτικό).  Άλλες οργανώσεις θα έχουν τον τρόπο να δώσουν διέξοδο και ανάσα σε αυτή την απόρριψη: από την Αυτονομία στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, η μάχη θα μετακινηθεί άμεσα σε ένα εξεγερτικό σχέδιο (ή ένοπλου αγώνα) σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες για επανάσταση εκείνης γενιάς, αλλά ανίκανες για μια πολιτική στρατηγική που να διαχωρίζεται από την στρατιωτική πτυχή της. Το Εβδομήντα επτά στερείται μιας παράδοσης (δηλαδή λείπει ο Μακιαβέλι, ο Γκράμσι, ο Χέγκελ, ο φιλόσοφος Μαρξ, συγγραφείς από το copyrigth του ικΚ που ως εκ τούτου αγνοούνται). Η καταστροφή της δεκαετίας του Ογδόντα εξακολουθεί να είναι εκεί για να μας θυμίζει αυτή τη σύνδεση που έλειψε μεταξύ της ανανέωσης και της κομμουνιστικής παράδοσης. Με τα χρόνια Εβδομήντα εξαφανίζεται στην Ιταλία ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανωθούν τους ταξικοί αγώνες για την εξουσία, την δύναμη και την ισχύ που περιέχουν, σίγουρα προς τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλλει η επικαιρότητα, μια πολιτική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, και που να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να καθιερώσει σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, συρρικνώμενος σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό που αρκείται σε διεκδικήσεις. Εκείνοι αντιθέτως που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν μπόρεσαν πλέον να διαπλέξουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (της συναίνεσης δηλαδή) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντες περιέλθει στην κατάσταση της υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν γνωρίζουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιακές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές). Είναι ένα πρόβλημα που έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του Εβδομήντα, ακόμα και σήμερα ένα αίνιγμα τυλιγμένο στο μυστήριο για την ταξική αριστερά.

 

http://www.militant-blog.org/?p=14206#more-14206

αυτονομία, autonomia

Εκείνη η 12 μαρτίου του 1977 στην Ρώμη

11 marzo 2011 alle ore 8:10, 11 μαρτίου 2011, στις 8 και 10
Το βράδυ της 11 Μαρτίου 1977 ήμασταν στριμωγμένοι πάνω από εκατό σύντροφοι στην έδρα της κολεκτίβας Κ.Marx της Diamante, όταν ο σύντροφος Francesco di Verbicaro μας τηλεφωνεί από την Μπολόνια. Βρίσκεται στο Radio Alice και μας μιλά για τις συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα γύρω από την πανεπιστημιούπολη, όπου οι σύντροφοι διαμαρτύρονται για το άνοιγμα ενός γραφείου της νεολαίας της Κοινωνίας και  Απελευθέρωσης. Η αστυνομία φύλαγε μερικές δεκάδες νεαρούς Χριστιανοδημοκράτες, απέναντι στις χιλιάδες των συντρόφων οι οποίοι από τους γειτονικούς δρόμους προσέρχονταν σαν ποτάμι προς το Πανεπιστήμιο. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και οι σύντροφοι γνωρίζουν καλά πώς να υπερασπιστούν τον εαυτό του με τα συνήθη όπλα: μερικοί κάδοι απλωμένοι στον δρόμο, μερικές μολότοφ για να σταματήσουν τις επιθέσεις, λίγες μπίλιες, τίποτα περισσότερο. Οι καραμπινιέροι, ωστόσο, κατά τη διάρκεια επίθεσης σε μια ομάδα συντρόφων που υποχωρούσαν πυροβολούν και χτυπούν έναν σύντροφο στο πίσω μέρος. Είναι ο Francesco LORUSSO.
Η είδηση εξαπλώνεται σε όλη την Ιταλία, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στα πρακτορεία τύπου, και περισσότερο μεταξύ των πολλών συντρόφων που βρίσκονται ήδη σε συναντήσεις σε κάθε στέκι και συλλογικότητα στο πλαίσιο της προετοιμασίας για μια μεγάλη εθνική διαδήλωση γεγονός που είχε ήδη οργανωθεί από την Lotta Continua και την εργατική Αυτονομία για να απαντήσουν στην καταστολή της κυβέρνησης, για την επόμενη μέρα, 12 Μαρτίου, στη Ρώμη. Ο θυμός εκρήγνυται παντού. Την νύχτα τινάζονται στον αέρα ή παραδίδονται στην φωτιά σε όλη την Ιταλία εκατοντάδες από τα κεντρικά γραφεία της Χριστιανοδημοκρατίας. Στην Καλαβρία καίγονται αυτοκίνητα χριστιανοδημοκρατών, κάποιες έδρες καταστρέφονται εκείνο το ίδιο βράδυ με την είδηση. Στο Diamante, μια μικρή πόλη στην Καλαβρία ήταν σε εξέλιξη μια συνάντηση όλων των συλλογικοτήτων της περιοχής του Alto Tirreno Cosentino. Μια συμμετοχική συνάντηση, ξαναμμένη, θυμωμένη. Υπήρχαν οι αναρχικοί σύντροφοι της Grisolia, εκείνοι του Σπιτιού του λαού του Verbicaro (όλη κόκκινη με το δήμαρχο της Lotta Continua), οι αυτόνομοι της Ερυθρής Εβδομάδας της Praia a Mare, το αυτόνομο κέντρο της Area di Paola, όλοι φιλοξενούμενοι της Συλλογικότητας Κ. Μαρξ της Diamante.
 Η απόφαση είναι ομόφωνη: θα πάμε όλοι στη Ρώμη. Γι αυτό η συνάντηση διαρκεί πολύ λίγο ακριβώς για να μπορέσει ο καθένας να οργανωθεί για να φύγουμε αμέσως. Παίρνουν φωτιά τα τηλέφωνα στους συντρόφους της Καλαβρίας που σπουδάζουν στη Ρώμη. Αυτοί οι σύντροφοι, κυρίως προλετάριοι, όλοι ζουν στο κατειλημμένο Σπίτι του φοιτητή και όλοι βάζουν τα δυνατά τους για να βρουν χώρους για να κοιμηθούμε. Πολλοί σύντροφοι από την Καλαβρία ξεκινούν αμέσως το ίδιο βράδυ. Πολλοί άλλοι νωρίς το πρωί την αυγή. Για τις δέκα πρέπει όλοι να είμαστε οπωσδήποτε στην πλατεία Esedra για την πορεία.
 Και το πρωί είμαστε όλοι εκεί. Από το Verbicaro μαζί με το δήμαρχο την μουσική μπάντα του χωριού και πενήντα συντρόφους, άλλους πενήντα από τα παράκτια χωριά. Όταν φτάνουμε η πλατεία είναι ήδη γεμάτη από συντρόφους. Η Piazza Esedra είναι πολύ μικρή και οι σύντροφοι φτάνουν μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό termini. Είμαστε σχεδόν εκατό χιλιάδες σύντροφοι. Στην κεφαλή της πορείας τρεις χιλιάδες φεμινίστριες αμέσως μετά Lotta continua και manifesto. Οι υπόλοιποι είναι εργατική Αυτονομία της Πάδοβας, Μπολόνια, Μιλάνο, Νάπολη, Τοσκάνη, από την Λιγουρία και για πρώτη φορά, επίσης, η Καλαβρία εκπροσωπείται. Η αστυνομία επέβαλε απαγόρευση στο να περάσουμε από την οδό nazionale, αλλά η μάζα των συντρόφων είναι τόσο μεγάλη που ένας ρωμαίους leader της αυτονομίας πηγαίνει προς τον διευθυντή της αστυνομίας με το μαντήλι στο πρόσωπο και του γνωστοποιεί να αδειάσει την οδό nazionale μέσα σε λίγα λεπτά. Εν τω μεταξύ, οι σύντροφοι εισβάλουν στο εργοτάξιο της πλατείας esedra όπου γίνονται έργα προμηθεύονται σιδερολοστούς, πέτρες και οτιδήποτε άλλο μπορεί να χρησιμεύσει σε μια πιθανή σύγκρουση.
Η αστυνομία σε αυτό το σημείο βλέποντας την αποφασιστικότητα των συντρόφων και ιδιαίτερα την τεράστια μάζα των ανθρώπων, αποφάσισε να αποσυρθεί και να ανοίξει το πέρασμα προς την οδό nazionale. Είναι ένα ποτάμι από κόκκινες σημαίες που εισέρχεται σε αυτό τον δρόμο. Αρχίζουν τώρα να γίνονται θρύψαλα οι βιτρίνες των πρώτης κατηγορίας ξενοδοχείων. Οι τράπεζες, τα όμορφα αυτοκίνητα σταθμευμένα μπροστά από τα πολυτελή καταστήματα πολυτέλεια που δεν είχαν το χρόνο να κλείσουν. Όταν η κεφαλή της πορείας έχει ξεπεράσει την Piazza Venezia και εισέρχεται στην Piazza del Gesu, η ουρά δεν έχει ακόμη κινηθεί από το σταθμό Termini. Και στην πλατεία της Βενετίας, η αστυνομία και οι καραμπινιέροι αποφασίζουν να επιτεθούν για να διαιρέσουν την πορεία. Οι επικεφαλής φεμινίστριες στην πλατεία Ιησού δέχονται αμέσως επίθεση και διασκορπίζονται υπό τον ήχο των δακρυγόνων και των κλομπ. Οι συντρόφισσες της δεν είχαν ομάδα περιφρούρησης και αμέσως διασκορπίζονται. Τώρα, η κεφαλή της πορείας που βρίσκεται σταματημένη στην Piazza Venezia είναι η αυτονομία της Πάδοβας. Φεύγουν μέσα από την πορεία πυροβολισμοί προς τους καραμπινιέρους που αποφασίζουν να οπισθοχωρήσουν και πάλι προς την Via del Corso.

 

Κι εδώ η πορεία χωρίζεται ένα μέρος πηγαίνει προς τα γραφεία του ΚΚΙ στις Botteghe oscure και επιχειρεί μια επίθεση, η συντριπτική πλειοψηφία πηγαίνει αντίθετα προς τη Via del Corso για να πλησιάσει προς την Piazza del popolo, για να ολοκληρώσει με ομιλία την μεγάλη διαδήλωση . Εμείς οι καλαβρέζοι βρισκόμαστε στην πορεία που προσπαθεί να επιτεθεί στα γραφεία του Κκι. Η επίθεση αποτυγχάνει και κατευθυνόμαστε περίπου πέντε χιλιάδες σύντροφοι κατά μήκος του Τίβερη για να ακουστεί η φωνή μας στους συντρόφους κρατούμενους στην φυλακή. Οι καραμπινιέροι και πάλι πυροβολούν τους διαδηλωτές, οι οποίοι δεν κάνουν πίσω.

Παίρνουν ένα αυτοκίνητο και σπρώχνοντας όλοι μαζί με δύναμη το ρίχνουν επάνω στα ρολά ενός οπλοπωλείου διαλύοντας τα. Μια ομάδα συντρόφων ορμά μέσα και αρπάζει απ’ όλα τα όπλα. Πιστόλια, καραμπίνες και κυνηγετικά. Μοιράζουν μεταξύ τους τα πυρομαχικά και κάποιοι απαντούν στα πυρά από τους καραμπινιέρους που και πάλι εξαφανίζονται από το οπτικό πεδίο και έτσι σταματούν να πυροβολούν.

Η πορεία έχει πλέον ανασυνταχθεί και παίρνει και πάλι τον δρόμο προς την Piazza del Popolo, στην οποία έχει ήδη φτάσει το μεγαλύτερο μέρος της πορείας και όπου ένας αριθμός συντρόφων μιλά από την εξέδρα θυμίζοντας πως τους συντρόφους που δολοφονήθηκαν και τις ευθύνες της πολιτικής εξουσίας εκείνης της εποχής που αποτελείται από το συνταγματικό τόξο που εκτείνεται από το φασιστικό MSI με την εξωτερική στήριξη στην χριστιανοδημοκρατία DC, PCI, PSI, PRI, PSDI, PLI. Εν τω μεταξύ, δεκάδες γραφεία του MSI καταστράφηκαν, εκείνα της DC και του PSI, πολλές τράπεζες και πολυτελή καταστήματα. Καταστράφηκαν επίσης εκατοντάδες πολυτελή αυτοκίνητα κατά μήκος της πορείας και επίσης όλη η οδική σήμανση. Η επιστροφή από την πλατεία del popolo γίνεται μέσα από δεκάδες μικρές πορείες από συντρόφους που επιστρέφουν στα πούλμαν ή στα τρένα τους.

Οι καλαβρέζοι σύντροφοι δέχονται επίθεση από μια μεγάλη περίπολο καραμπινιέρων οι οποίοι σε έξαλλη κατάσταση από τις επιθέσεις που δέχτηκαν όλη την ημέρα ξεσπούν στα πούλμαν καταστρέφοντας όλα τα τζάμια και τραυματίζοντας αρκετούς συντρόφους που είχαν ανέβει για να σωθούν από τη μανία των ξυλοδαρμών. Εκατοντάδες συλλήψεις και αρκετοί τραυματισμένοι σύντροφοι από πυροβόλα όπλα και από τους ξυλοδαρμούς, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι θετικό. Αποδείξαμε ότι μια οργανωμένη πορεία και αποφασισμένη μπορεί να πάρει στην κατοχή της μια πόλη και να την υπερασπιστεί με τα κατάλληλα μέσα και τον κατάλληλο τρόπο. Δείξαμε επίσης ότι δεν μπορούν να σκοτώνουν με ατιμωρησία ένα νεαρό από πίσω και να μην συμβαίνει τίποτα. Η επιστροφή στην Diamante και στα χωριά της Καλαβρίας έκανε όλους τους συντρόφους δυνατότερους και πιο αποφασισμένους να συνεχίσει τους αγώνες. Αντιθέτως η εξουσία πήρε ένα σκληρό μάθημα!

 

Από το βιβλίο ΝΟΤΟΣ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ, SUD E RIBELLIONE ed Coessenza – in via di preparazione uscita prevista Maggio 2016, που πρόκειται να εκδοθεί μέσα στον Μάη του 2016

του  FRANCESCO CIRILLO
la copertina del libro in lavorazioneτο εξώφυλλο του βιβλίου σε επεξεργασίαPiazza Esedra 12 marzo 1977Piazza Esedra 12 μαρτίου 1977Piazza Esedra dal cantierePiazza Esedra από το εργοτάξιο

La testa del corteoη κεφαλή της πορείας
ιστορία, storia

Η Πρώτη Ταξιαρχία, δεύτερο μέρος

Ρενάτο Κούρτσιο: με ξεσκέπαστο πρόσωπο, του Μάρκο Σαλόγια

me-xeskepasto-prosopo

Έτσι λοιπόν η γέννηση του εμβλήματος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, συμπίπτει με την στιγμή που αποφασίζετε να περάσετε στη δράση πραγματοποιώντας τις πρώτες ενέργειες κατά των αυτοκινήτων των επιστατών της Pirelli. Υπήρξαν στιγμές γενικευμένης διαφωνίας με την επιλογή αυτή ;

Μιλήσαμε για όλα αυτά με πολύ κόσμο. Θυμάμαι μια συνάντηση σε κάποιο από τα γραφεία της Προλεταριακής Αριστεράς στο Μιλάνο που πρέπει να είχε τουλάχιστον εκατό πενήντα άτομα. Μαζί με την Μαργκερίτα και τον Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι, πρότεινα ότι έπρεπε να ολοκληρωθεί το μέχρι τότε εγχείρημα, προκειμένου να συνεχιστεί η δραστηριοποίηση μας μέσω άλλων μορφών πια, περνώντας σε ενέργειες »ένοπλης προπαγάνδας» όπως χαρακτηριστικά τις λέγαμε.

Από την φασιστική σφαγή στην Πλατεία Φοντάνα και έπειτα, είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα έντασης με βίαιες συγκρούσεις. Λέγαμε τότε ότι ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε με την υπάρχουσα οργάνωση, δρώντας φανερά. Προφανώς, αποφεύγαμε να κάνουμε δημόσια τέτοιου είδους συζητήσεις, ωστόσο ήταν αναγκαίο να γνωρίζουμε πόσοι σύντροφοι ήταν διατεθειμένοι να ξεκινήσουν μαζί μας σ’ αυτήν την καινούργια πορεία.

Και τι κάνατε λοιπόν;

Είπαμε: »Όποιος είναι διατεθειμένος να μπει σε μια τέτοια συζήτηση ας σηκώσει το χέρι». Και σήκωσαν τα χέρια τους καμιά εκατοστή. Κάτι που μας φάνηκε, κομμάτι υπερβολικό για να ξεκινήσουμε μια παράνομη οργάνωση. Παρόλα αυτά, το πρόβλημα λύθηκε γρήγορα μιας και σε λίγες βδομάδες οι ενθουσιασμοί μειώθηκαν κατά πολύ. Τόσο που τελικά μείναμε καμιά δεκαπενταριά.

Γιατί, τόσο μαζική φυγή;

Για να διαπιστώσουμε τις πραγματικές διαθέσεις των συντρόφων τους προτείναμε να συμμετέχουν σε μια »προλεταριακή απαλλοτρίωση», σε μια ληστεία με άλλα λόγια. Όπως ήταν αναμενόμενο, πολλοί άρχισαν τις δικαιολογίες.

Τι τύπου δικαιολογίες;

Η αλήθεια είναι ότι δεν επρόκειτο μόνο για δικαιολογίες προκειμένου να καλύψουν τους φόβους τους. Υπήρχαν και βάσιμες ενστάσεις. »Η κατάσταση εδώ διαφέρει από εκείνη της Λατινικής Αμερικής» τόνισαν μερικοί, ή »είμαστε πολιτικά στρατευμένοι και αν μας πιάσουν θα καταλήξουμε στη φυλακή ως κοινοί εγκληματίες».

Δεν είχαν βάση αυτές οι αντιδράσεις;

Σαφώς και είχαν βάση. Ούτε εμένα με γοήτευε η προοπτική να καταλήξω στη φυλακή σαν ένας οποιοσδήποτε ληστής. Ωστόσο, από την άλλη, ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθούν χρήματα, ώστε να δημιουργηθούν, οι πρώτες οργανωτικές δομές. Εμείς γνωρίζαμε καλά, πως δεν είμαστε κακοποιοί και σκεφτόμασταν να κινηθούμε τόσο στην κλασική μαρξιστική-λενινιστική παράδοση, όσο και στη νέα προοπτική του αντάρτικου πόλης, που την είχαν εφαρμόσει οι λατινοαμερικάνικες ομάδες ή και οι Μαύροι Πάνθηρες στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις. Στην πραγματικότητα, δεν είχαμε άλλη επιλογή, ήταν ένα ρίσκο που έπρεπε να πάρουμε.

Όταν φτάσατε στο σημείο αυτό, ζητήσατε από τους υπόλοιπους την έγκριση του ονόματος σας;

Ναι, αρχικά, το συζητήσαμε με τους εργάτες της Πιρέλλι και το ενέκριναν αμέσως. Μεταξύ άλλων, γιατί κάποιος θυμήθηκε ότι και στο κίνημα μας είχαμε μια συμπαθητική ομάδα που καυχιόταν για την επαναστατικότητα της, τις »κόκκινες θείες».

Και ποιες ήταν οι »κόκκινες θείες»;

Μια ομάδα από συντρόφισσες πραγματικά εξεγερμένες, που συμμετείχαν στην πρώτη γραμμή των επιτροπών περιφρούρησης της Προλεταριακής Αριστεράς.

Αμέσως μετά τη σφαγή στην Πλατεία Φοντάνα στο Μιλάνο, πολλαπλασιάστηκαν οι διαδηλώσεις που καταλήγανε σχεδόν πάντα σε σφοδρές συγκρούσεις. Όλες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες που κατέβαιναν στο δρόμο, από το Συνεχή Αγώνα [Lotta Continua] μέχρι την Εργατική Εξουσία [Potere Operaio], είχαν τις δικές τους επιτροπές περιφρούρησης, που ήταν λίγο ως πολύ εξασκημένες. Εμείς κατεβάζαμε μια μαζική παρουσία από αντάρτισσες που οι δικοί μας τις είχαν δώσει το παρατσούκλι »κόκκινες θείες».

Οπότε, μέσα από την ΠΑ δημιουργείται μια μικρή ομαδούλα που θα έδινε ζωή στην Ερυθρή Ταξιαρχία που με τη σειρά της λίγο αργότερα θα μετατρέπονταν σε Ερυθρές Ταξιαρχίες…

Συνοψίζοντας, ναι είναι έτσι. Υπήρξε ωστόσο μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία οι προηγούμενες δραστηριότητες υπερτερούσαν των νέων πρωτοβουλιών. Όσο πραγματοποιούσαμε τις πρώτες μας ενέργειες κατά των χαφιεδάκων της Πιρέλλι, εγώ συνέχιζα να κινούμαι στο περιβάλλον των συλλογικοτήτων της Προλεταριακής Αριστεράς. Συνεχίζαμε τις παρεμβάσεις στα νυχτερινά σχολεία για τους εργάτες και κρατούσαμε ακόμα τις καταλήψεις σπιτιών στις λαϊκές γειτονιές του Λορεντέτζιο, Κουάρτο Οτζάρο και Μακ Μάχον.

Τον Οκτώβρη του 1970 έβγαλα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Sinistra Proletaria, ωστόσο τα [Φύλλα Αγώνα] Fogli di Lotta συνέχισαν να βγαίνουν μέχρι και τον Φεβρουάριο του ’71, όταν ήδη είχε ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος ενεργειών της Ερυθρής Ταξιαρχίας. Έπειτα, την άνοιξη του ίδιου έτους εκδώσαμε δυο τεύχη μιας νέας εφημερίδας που σημάδεψε το πέρασμα στην καινούργια εποχή: Νέα Αντίσταση. Με αυτό τον τρόπο θέλαμε να σταχυολογήσουμε τις πρώτες ένοπλες ενέργειες στην Ευρώπη δίνοντας βήμα στη συζήτηση που άρχιζε γύρω από τις δικές μας πρωτοβουλίες.

Μεταξύ άλλων εκδώσαμε μια συνέντευξη που είχαμε πάρει από τους συντρόφους της RAF, ένα ανέκδοτο κείμενο των Τουπαμάρος και τα κείμενα από τις πειρατικές  εκπομπές των GAP [Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης] του Φελτρινέλλι, όπως και τις πρώτες μας προκηρύξεις ως Ερυθρή Ταξιαρχία και βέβαια των Ερυθρών Ταξιαρχιών που την διαδέχτηκαν

Πως θεωρούσατε εκείνη την εποχή, ότι θα έπρεπε να είναι μια Ερυθρή Ταξιαρχία;

Η Ταξιαρχία αρχικά, ήταν ο βασικός πυρήνας ενός οργανωτικού προγράμματος σε αναζήτηση καθορισμού: κανείς μας δεν είχε ξεκάθαρο μέσα του, το πως θα έπρεπε να ήταν και επιπλέον δεν μας ενδιέφερε να αποδείξουμε ότι το είχαμε εντελώς ξεκάθαρο. Έτσι, η πρώτη ομάδα που έδωσε ζωή στις Ερυθρές Ταξιαρχίες συμπεριλάμβανε μια δωδεκάδα ανθρώπων: η Μαργκερίτα, ο Φραντσεσκίνι, ο Πιερλίνο Μορλάκι που ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της γειτονιάς του Λορεντέτσιο καθώς και μερικοί εργάτες της Πιρέλλι μεταξύ των οποίων ο Μαουρίτσιο Φερράρι κι εγώ.

Παρά αυτή την ιδεολογικό-οργανωτική ασάφεια ωστόσο προχωρήσατε στην πρώτη σας ενέργεια. Ποια ήταν;

Το σχέδιο της »προλεταριακής απαλλοτρίωσης» με το οποίο θα δοκιμάζαμε τους συντρόφους, εγκαταλείφθηκε. Ξαναγυρίσαμε λοιπόν στην αρχική ιδέα: Να την πέσουμε στον Πελεγκρίνι. Δηλαδή, να του κάψουμε το αμάξι. Τον είχαμε ακολουθήσει, από την πύλη του εργοστασίου μέχρι το σπίτι του. Το πάρκαρε πάντα, κάτω από το σπίτι του. Ετοιμαστήκαμε. Ένας πρώην παρτιζάνος, φίλος του Φελτρινέλλι, μας είχε μάθει να φτιάχνουμε ένα είδος ωρολογιακών μολότοφ:  ένα μικρό βαρελάκι γεμάτο βενζίνη, ένα προφυλακτικό με θειικό οξύ μέσα που το έσταζε λίγο λίγο και κατόπιν ερχόταν σε επαφή με ένα μείγμα ζάχαρης και ποτάσιου αναφλέγοντας έτσι τη βενζίνη. Αν ήθελες να κρατήσει παραπάνω η έκρηξη το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να χρησιμοποιήσεις ένα προφυλακτικό πιο χονδρό ή ακόμα και δυο μαζί.

Μια νύχτα, μια μικρή μας ομάδα πλησίασε το παλιό αυτοκίνητο του Πελεγκρίνι και η Μαργκερίτα τοποθέτησε το βαρελάκι. Εγώ φύλαγα τσίλιες. Κόντευε να σπάσει η καρδιά μου για κάποια λεπτά μιας και το προφυλακτικό άντεξε παραπάνω από το προβλεπόμενο. Τελικά όμως βλέπω την πολυπόθητη αναλαμπή. Σήμερα που το σκέφτομαι, ήταν μια διασκεδαστική και γκροτέσκα ενέργεια. Είμαστε μερικοί άπειροι, αρχάριοι εντελώς ατζαμήδες. Μπορεί κανείς να πει, ωστόσο ότι με αυτή την ενέργεια πήραν ζωή οι Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Αναλάβατε την ευθύνη;

Ναι, και ήταν η πρώτη μας προκήρυξη με την οποία αναλαμβάναμε μια ενέργεια. Μοιράστηκε στην Πιρέλλι και στο εργοστάσιο αμέσως έγινε αντικείμενο συζήτησης. Τελικά, φάνηκε να έχει μεγάλη απήχηση, κάτι που μας έδωσε ώθηση για τη συνέχεια. Μεταξύ του χειμώνα του ’70 και της άνοιξης του ’71 πραγματοποιήσαμε δεκάδες τέτοιες επιθέσεις, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει εκείνη, στην πίστα δοκιμών του Λαϊνάτε όπου κάηκαν όλα τα λάστιχα.

συνεχίζεται….

 

 

ιστορία, storia

PRIMA LINEA Πρώτη Γραμμή

Ιστορικά στοιχεία PRIMA LINEA

Οι απαρχές, η καταγωγή

Στην διάρκεια των χρόνων Εβδομήντα στην Ιταλία βαθαίνει η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση. Στην διάχυτη θέληση ριζικού μετασχηματισμού, σε κομουνιστική κατεύθυνση, της κοινωνίας, κάποιοι τομείς του Κράτους απαντούν με την τρομοκρατία της στρατηγικής της έντασης. Βόμβες και απειλές πραξικοπήματος εμφανώς αποσταθεροποιητικές, που στοχεύουν στην πραγματικότητα να σταθεροποιήσουν μιαν εξουσία που έχανε την αξιοπιστία της στα μάτια μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, το Κκι, που προχωρά δυνατά στις δημοτικές εκλογές του 1975 αυξάνοντας εντυπωσιακά τα ποσοστά του και ακόμη περισσότερο στις πολιτικές του 1976, απογοητεύει  τις προσδοκίες μιας πλευράς των εκλογέων του, η οποία θεωρεί μια προδοσία τον ιστορικό συμβιβασμό, την πολιτική εθνικής αλληλεγγύης και την υπεράσπιση των αστικών θεσμών, τις εκκλήσεις για θυσίες και την λιτότητα.

Μέσα στα ίδια χρόνια πολλαπλασιάζονται στον κόσμο οι νικηφόρες εκβάσεις των ανταρτοπολέμων, των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης ενάντια στην αποικιοκρατία, ενώ το δραματικό πραξικόπημα στην Χιλή του 1973 σε μεγάλο μέρος της επαναστατικής αριστεράς μοιάζει σαν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας μιας ειρηνικής οδού για την κατάκτηση της εξουσίας από πλευράς των λαϊκών μαζών.

Μέσα στα δεύτερα μισά της δεκαετίας λαμβάνει χώρα η οριστική διάλυση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων. Η  Lotta continua διαλύεται με ανεπίσημο τρόπο το φθινόπωρο του 1976. Ένας αριθμός όλο και μεγαλύτερος νέων πείθεται πως η χρήση του ένοπλου αγώνα είναι απαραίτητη για να συγκεκριμενοποιηθεί και πραγματοποιηθεί εκείνη η επιθετική προέλαση η οποία, τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε κληρονομιά όλης της πιο ριζοσπαστικής αριστεράς, και εκφράζονταν μέσα από την σκληρότητα των συνθημάτων που φωνάζοντας στις πορείες.   Εάν οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse εκφράζουν το παράδειγμα της συγκεντρωτικής οργάνωσης, που έχει σκοπό να οικοδομήσει ένα κόμμα σε συνέχεια με την μαρξιστική λενινιστική θεωρία και την πράξη, σε συνέχεια με την ιστορία του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος, άλλα τμήματα υποστηρίζουν την υπόθεση ενός διάχυτου ανταρτοπόλεμου σε στενή επαφή με τους μαζικούς αγώνες. Όχι το ένοπλο κόμμα, συνεπώς, μα το ένοπλο κίνημα. Επισφαλείς, δίχως σπίτι, εργαζόμενοι τους οποίους η αναδιάρθρωση απέβαλε από τους παραγωγικούς κύκλους, νέοι γκετοποιημένοι στις hinterland των πόλεων που διεκδικούν τις ανάγκες τους. Ο «κοινωνικός εργάτης» σύμφωνα με την θεωρία του Toni Negri, o οποίος αμφισβητεί έντονα και τίθεται αντιμέτωπος στην συμμαχία Dc-Pci, των χριστιανοδημοκρατών με τους κομουνιστές δηλαδή, σε σημείο να συγκρούεται, ακόμη και σωματικά στις πλατείες, με τις ιστορικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος.

Γεννιέται κατ’ αυτό τον τρόπο ένας χώρος που σχηματίζεται από αγωνιστές που φεύγουν από την Lotta continua σε διάφορες δόσεις μέσα στο 1974, μετά την «στροφή προς  την νομιμοφροσύνη» του προηγούμενου χρόνου, με την οποίαν η ομάδα αποκηρύσσει τις εκκλήσεις στην επαναστατική βία ενάντια στο  Κράτος. Σε αυτούς συνενώνονται ορφανά της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οι οποίοι συγκλίνουν στην εργατική Αυτονομία, Autonomia operaia, η οποία γίνεται ένα είδος καταφυγίου των πιο ριζοσπαστικών θέσεων. Εργοστασιακές επιτροπές, Επιτροπές του τριτογενούς τομέα, των συνοικιών, οι οποίες θεωριτικοποιούν τον μαζικό εξοπλισμό και λαμβάνουν μέρος σε ευρέως διαδεδομένες πρακτικές μάχης. Μέσα σε αυτή την συγκυρία δημιουργούνται οι κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική Εξουσία, i Comitati comunisti per il Potere operaio και, το 1975, ο χώρος και το περιοδικό »Χωρίς ανακωχή»,  «Senza tregua», που συνενώνει αυτούς που πήραν μέρος στο Εξήντα οκτώ και στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, μα και νεότατους που πλησιάζουν στην πολιτική, που έλκονται μερικές φορές από τον μύθο της προδομένης Αντίστασης. Αυτός ο χώρος εκφράζεται με ένα διπλό επίπεδο, νόμιμο και παράνομο. Ενώ στην εφημερίδα διεξάγεται η συζήτηση για τον μαζικό εξοπλισμό,εργατικών πολιτοφυλακών, μιας διαδρομής προλεταριακής οργάνωσης μέσα σε ένα πλαίσιο εμφυλίου πολέμου μακράς διάρκειας, υπάρχουν καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, δράσεις αυτοχρηματοδότησης, εισβολές στις ενώσεις των βιομηχάνων, τραυματισμοί διοικητικών στελεχών εργοστασίων.

Τον οκτώβρη του 1976 στο Salò, στην επαρχία της Brescia, στο εσωτερικό της «Senza Tregua» λαμβάνει χώρα εκείνο που ονομάστηκε »πραξικόπημα από τους λοχίες», «golpe dei sergenti». Τα μεσαία στελέχη, που προέρχονταν από την Lotta continua, αναλαμβάνουν την ομάδα εκδιώκοντας τους «διανοούμενους», πρώην του Potere operaio, που διευθύνουν το περιοδικό. Μετά από μια περίοδο αναστολής, οι δημοσιεύσεις αρχίζουν ξανά σαν «Δεύτερη σειρά».

Στο περιβάλλον των στρατευμένων που εκδιώχτηκαν σχηματίζονται οι μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, le Unità comuniste combattenti (Ucc) και οι επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές, Comitati comunisti rivoluzionari (Cocori).

Η γέννηση

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ένα ακριβές σημείο για το ξεκίνημα της οργάνωσης. Η επονομασία Prima linea εμφανίζεται στις 30 νοεμβρίου 1976 στην ανάληψη ευθύνης της εισβολής στο Torino στην έδρα της Ένωσης διευθυντικών στελεχών απ’ όπου παίρνουν μαζί τους οι εισβολείς τα αρχεία του συνδέσμου. Στο φυλλάδιο μεταξύ άλλων διαβάζουμε: η Prima linea δεν είναι ένας καινούργιος μαχόμενος κομουνιστικός πυρήνας, μα η συνένωση διάφορων αντάρτικων πυρήνων οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν δράσει κάτω από διάφορες ονομασίες.  η Prima linea δεν είναι η απόρροια άλλων ένοπλων οργανώσεων όπως οι Br και οι Nap. Η μοναδική διεύθυνση που αναγνωρίζουμε είναι οι εσωτερικές [στα εργοστάσια] πορείες, οι άγριες απεργίες, τα σαμποτάζ, οι αχρηστεύσεις των εχθρικών πρακτόρων, η αυθόρμητη ευφορία, η extraπαράνομη συγκρουσιακή κατάσταση.

Το ενεργό στρατευμένο σώμα στα προηγούμενα χρόνια με διάφορες επονομασίες είναι εκείνο που έχει σημείο αναφοράς την «Senza Tregua». Ανάμεσα στο 1976 και το 1977 διάφορα μέλη της μελλοντικής πολιτικής-στρατιωτικής κορυφής της οργάνωσης καταλήγουν προσωρινά στην φυλακή. Σε αυτή την φάση, που στην συνέχεια ονομάστηκε pre-Prima linea, της αποδόθηκε, μεταξύ άλλων, η θανάσιμη ενέδρα στον επαρχιακό σύμβουλο του φασιστικού Msi Enrico Pedenovi, in risposta all’omicidio da parte dei neofascisti di Gaetano Amoroso, il 27 aprile 1976 στο Milano. Μια επιχείρηση που απολαμβάνει την συναίνεση μεγάλου τομέα της επαναστατικής αριστεράς.

η Prima linea συστήνεται επίσημα σε ένα συνέδριο στο San Michele a Torri, κοντά στο Scandicci, τον απρίλη του 1977. Παίρνουν μέρος μια τριανταριά αντιπρόσωποι από το Milano, Bergamo, Torino, Firenze, Napoli. Ο προαγωγός πυρήνας προέρχεται σε μεγάλο μέρος από το Sesto San Giovanni. Oνομάζονταν το Στάλινγκραντ της Ιταλίας.Πρώτα για όσα είχε συνεισφέρει στην Αντίσταση, μετά στους εργατικούς αγώνες. Δυνατές είναι οι πραγματικότητες από το Μπέργκαμο και το Τορίνο. Ένα Καταστατικό 31 άρθρων ανακοινώνει τις αρχές εκείνης που ορίζεται μια «εθελοντική οργάνωση μαχητών για τον κομουνισμό». Χαρακτηρίζονταν από δυο ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο είναι ένα δίκτυο υποστήριξης και ώθησης στις παράνομες συμπεριφορές και στην προλεταριακή μάχη, αποτελούμενο από Ronde και Squadre, Περιπολίες και Ομάδες, οι οποίες λαμβάνουν διάφορες επωνυμίες (Squadre armate proletarie, territoriali, operaie – ένοπλες προλεταριακές Ομάδες, εδαφικές, εργατικές) και πραγματοποιούν σαμποτάζ, πυρπολήσεις, απαλλοτριώσεις, επιθέσεις σε επικεφαλής τμημάτων στα εργοστάσια. Το δεύτερο είναι μια δομή συγκεντρωτική στης οποίας την κεφαλή υπάρχει μια εθνική Διοίκηση, un Comando nazionale, η οποία πρέπει να δίνει αναφορά για τις δραστηριότητες της στην Διάσκεψη της οργάνωσης.

Το ξεκίνημα, στο κίνημα

η Prima linea κινεί τα πρώτα βήματα της μέσα σε μια διαδρομή συνδεδεμένη με το ανομοιογενές κίνημα του Εβδομήντα επτά, στοχεύοντας να ανυψώσει τα επίπεδα σύγκρουσης. Ήδη στο όνομα προσδιορίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά.Η οργάνωση θέλει να βρίσκεται στην κορυφή της ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος. Η πρώτη γραμμή είναι όντως εκείνη των ομάδων περιφρούρησης στις πορείες. Σε ένα ντοκουμέντο με ημερομηνία 1977 διαβάζουμε: Οι ημέρες του μάρτη υπήρξαν ένα μεγάλο μάθημα: από αντικειμενικές συνθήκες που τυποποιούσαν ανάγκες και χαρακτήρες πολιτικούς του προλεταριάτου περάσαμε στον μαζικό αγώνα ενάντια στο Κράτος. Σε αυτόν κατέστησαν σαφείς οι διαφορετικές πολιτικές υποθέσεις και παραδοχές που ζουν μέσα στον επαναστατικό χώρο μεταξύ των μαχομένων οργανώσεων. […] To πολιτικό ζήτημα και η ανάγκη που αναπτύχθηκε αυτούς τους μήνες, η αναζήτηση ξεκάθαρων απαντήσεων, ενός διαυγούς σχεδιασμού προοπτικής και οργάνωσης, επιβάλει να να διαρρήξουμε όλες τις επί μέρους αντιλήψεις: από την αυτόνομη μέχρι την ένοπλη, να εξαπολύσουμε την πολιτική μάχη, να ελέγξουμε ξανά και να συγκρίνουμε πολιτικές προτάσεις με την επαναστατική ένταση που ζει μέσα στο προλεταριάτο και στην εργατική τάξη.

Την άνοιξη του 1977 το κλίμα στην Ιταλία είναι αυτό. Το επίπεδο της βίας στις πλατείες πολύ υψηλό. Οι διαδηλωτές χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα κι έχουμε πεσόντες και από τις δυο πλευρές. Στις 11 μαρτίου στην Bologna δολοφονείται από έναν καραμπινιέρο ο Francesco Lorusso, στρατευμένος στην Lotta continua. Την επόμενη ημέρα στην Roma και στην Bologna ξεσπούν σκληρές συγκρούσεις. Τις ίδιες ώρες στο Torino σκοτώνεται σε αντίποινα ο ταξίαρχος του πολιτικού Γραφείου της Ασφάλειας Giuseppe Ciotta. Σύντροφοι, δεν είναι πλέον καιρός για παραδειγματικές ενέργειες και προπαγάνδας. Η κήρυξη πολέμου του Κράτους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στο επίπεδο του πολέμου που εξελίσσεται πρέπει να επαληθευθούν σήμερα, αμέσως, οι μαχόμενοι σχηματισμοί: αυτός που απομακρύνει από αυτή την πρακτική την δική του οργάνωση δεν έχει δικαίωμα λόγου μέσα στον μαχόμενο χώρο. Η αξίωση είναι των μαχόμενων κομουνιστικών Ταξιαρχιών, του χώρου της Πρώτης Γραμμής –  Brigate comuniste combattenti, area Prima linea. Στις 21 απριλίου στην Roma και στις 14 μαίου στο Milano στην διάρκεια πορειών σκοτώνονται δυο αστυνομικοί. Στις 12 μαίου στη Roma σκοτώνεται μια διαδηλώτρια, η Giorgiana Masi, χτυπημένη από αστυνομικούς με πολιτικά. Το φθινόπωρο αρχίζει η ύφεση του κινήματος. Πολλοί νέοι αρχίζουν να δίνουν τροφή στις γραμμές των ένοπλων οργανώσεων. Στην αρχή η Pl δρα κυρίως μέσα σε μια οπτική υποστήριξης του αγώνα στα εργοστάσια και στην προλεταριακή μάχη, με πυρπολήσεις, τραυματισμούς τμηματαρχών και διευθυντών, μα πραγματοποιεί δράσεις και μέσα στον κοινωνικό χώρο, ενάντια στην μαύρη εργασία και την ακρίβεια, και με επιθέσεις στην Χριστιανοδημοκρατία και στις δυνάμεις της αστυνομίας. Οι αγωνιστές και μαχητές, μεταξύ των οποίων και πολλοί νεότατοι, συχνά κινούνται μέσα σε διπλή ζωή. Είναι παράνομοι κατά τα μισά, με ένα πεδίο πολιτικής απασχόλησης δημόσιο και ένα παράνομο. Δεν έχουν βάσεις, φυλάγουν τα όπλα στο σπίτι και τα επιδεικνύουν στις πορείες.

Η ένοπλη πάλη θεωρείται παροδική, αναστρέψιμη, μια αναγκαιότητα κάποιες ιστορικές στιγμές για να προκληθούν οι μάζες σε μιαν επίθεση για να προσβάλουν τις διάφορες διαρθρώσεις της καπιταλιστικής διοίκησης. Θεωρείται θεμελιώδης μια άμεση σχέση μεταξύ μαζών και οργάνωσης, ώστε μέσα στην τάξη να αναπτυχθεί παράλληλα ο διάλογος επάνω στην μαχόμενη προλεταριακή οργάνωση και επάνω στο κόμμα […]. Η διαδικασία χτισίματος του προλεταριακού στρατού σε μια χώρα προωθημένου καπιταλισμού  περνά μέσα από την πλέξη μεταξύ μαχόμενης οργάνωσης και οργάνων εξουσίας της τάξης.

Ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση

Σύμφωνα με την Prima linea το Κράτος δεν έχει μια μόνο «καρδιά». Ο στόχος συνεπώς δεν είναι εκείνος της κατάκτησης της εξουσίας, μα μια προοδευτική του αποδιάρθρωση και διάλυση και η δημιουργία μιας ριζωμένης και διάχυτης  αντιεξουσίας. Το 1977 η οργάνωση γράφει: Εάν το Κράτος αντιπροσωπεύει την κεντρική ανάληψη της ρύθμισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάθε πράγμα είναι μέρος του Κράτους, όλη η κοινωνική ζωή γίνεται Κράτος, βίαιη διαχείριση των αναγκών του κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση της διοίκησης είναι η πηγή της νομιμοποίησης για την ίδια την διοίκηση. […] Η εργατική τάξη αρχίζει ακριβώς σε αυτούς τους μήνες να εκφράζει αγώνες προσανατολισμένους ρητώς ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση κι ενάντια στην παραγωγή σαν εργαλείο διοίκησης. […] Αυτό το πολιτικό άλμα είναι θεμελιώδες διότι επιτρέπει μια γενίκευση των πολιτικών ενδείξεων και κατευθύνσεων μάχης, πρωτοβουλίας αγώνα, από την μαχόμενη οργάνωση στο προλετάριο στέλεχος που μάχεται και στα όργανα του αγώνα των μαζών.

Τα μέλη της Pl παραβαίνουν συχνά τους κανόνες ενός παράνομου σχηματισμού. Κάποιες είναι ομάδες φίλων που συναντιούνται στις ταβέρνες με τις οικογένειες, βλέπουν τους εαυτούς τους και αυτοχαρακτηρίζονται σαν τους επαναστάτες εκτός νόμου των ταινιών western, έτσι ώστε να αυτοαποκαλούνται Mucchio selvaggio, wild Bunch, άγριο Κοπάδι. Τον ιούλιο του 1977 βρίσκονται στην θέση να λογαριαστούν με το πρώτο πένθος. o Romano Tognini δέχεται χτύπημα θανατηφόρο στην διάρκεια απαλλοτρίωσης ενός οπλοπωλείου στην Tradate, που στην συνέχεια θα υποστεί μεγάλες ζημιές με εκρηκτικά για αντίποινα.

Στις 2 δεκεμβρίου 1977 μια Squadra, που υποστηρίζονταν από την Pl, τραυματίζει μέσα στο studio του τον «ηλεκτρολόγο του Collegno», τον γιατρό του φρενοκομείου, ο οποίος είχε μείνει ατιμώρητος, παρά το ότι είχε καταδικαστεί για τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβάλει τους τροφίμους, τους έγκλειστους. Πολλοί χειροκροτούν την πράξη.

Παραμονή Χριστουγέννων η  Prima linea επιτίθεται στο σωφρονιστικό ίδρυμα Le Vallette που βρίσκονταν ακόμη υπό κατασκευή. Η φυλακή, η καταστολή, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων έχουν ρόλο κεντρικό σε όλη την ιστορία της ομάδας. Αποδράσεις για τις οποίες έγιναν απόπειρες, και άλλες με επιτυχή κατάληξη, τραυματισμοί και εκτελέσεις δικαστικών, τεχνικών, ανθρωποφυλάκων, εκρηκτικά ενάντια σε  φυλακές. Στις αρχές του  1978 δημιουργείται μια ενοποιημένη διοίκηση των δυο κυριότερων ένοπλων «movimentiste, κινηματικών » οργανώσεων, Prima linea και Formazioni comuniste combattenti (Fcc), μαχόμενοι κομουνιστικοί Σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 1977 από μια διάσπαση των κομουνιστικών Ταξιαρχιών, Brigate comuniste, που δρούσαν στον παράνομο χώρο που σχηματίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso». Η εμπειρία διαρκεί λίγους μήνες, στη διάρκεια των οποίων διαπράττονται κάποιοι τραυματισμοί και μια στρατιωτική άσκηση στην Γαλλία που είχε οργανωθεί από τους βάσκους της Eta. Τον μάρτιο του ίδιου χρόνου, οι Brigate rosse απαγάγουν τον Aldo Moro. η Prima linea δεν επικροτεί την ενέργεια, δεν την εγκρίνει, την οποίαν θεωρεί ασύνδετη σχετικά με το  κίνημα και διαλυτική, διασπαστική, πως αποδιαρθρώνει το κίνημα καθώς και το Κράτος. Εκείνη την περίοδο ανυψώνει ωστόσο το δικό της επίπεδο στρατιωτικής σύγκρουσης, χάρη και σε μια προμήθεια βαρέων όπλων που προέρχονταν από τον Λίβανο.

Ανεβάζει τον πήχη

Στις 11 οκτωβρίου 1978 για πρώτη φορά η Pl αναλαμβάνει επίσημα την ευθύνη μιας εκτέλεσης. Το θύμα είναι ο Alfredo Paolella, καθηγητής εγκληματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Napoli, σύμβουλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αποστολή την εγκληματολογική παρατήρηση στην φυλακή του Poggioreale.

Mα η δράση που δημιούργησε τον μεγαλύτερο θόρυβο θόρυβο έγινε στις 29 ιανουαρίου 1979, όταν στο Milano χτυπήθηκε θανατηφόρα ο Emilio Alessandrini. Είναι ένας δικαστικός που θεωρείται δημοκρατικός, έχει κατευθύνει προς τους νεοφασίστες τις έρευνες για την σφαγή της piazza Fontana, φέρνοντας στο φως τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών και τις θεσμικές συγκαλύψεις. Γαι την Prima linea ο Alessandrini αντιπροσωπεύει την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης. Ανήκει στον τομέα δικαστικών που βρίσκονται μέσα σ εκείνη την αριστερά που  «έγινε Κράτος», διαχειρίζεται τους νόμους της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, της κατάστασης εξαίρεσης, εξορθολογίζει τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης για να ξαναδώσει αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα στον μηχανισμό της εξουσίας. ο Alessandrini διερευνούσε τα κινήματα και τις ένοπλες οργανώσεις , έπρεπε να αναλάβει την διεύθυνση ενός τμήματος της Αντιτρομοκρατικής στο δικαστήριο του Μιλάνο, να πραγματοποιήσει μια τράπεζα δεδομένων και να συντονίσει μια έρευνα επάνω στην πολιτική βία. Είναι μια περίοδος μεγάλων ρήξεων μέσα στην αριστερά. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Brigate rosse έχουν χτυπήσει τον συνδικαλιστή του κομουνιστικού Κόμματος Guido Rossa. Πολλοί αγωνιστές νιώθουν αποπροσανατολισμένοι.

Το Pci, από την πλευρά του, συνεργάζεται δραστικά με το Κράτος, ακόμη και με την δική του ερευνητική εργασίας. Τον φεβρουάριο του 1979 στο Torino μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατικό που προκαλεί αμηχανία σε διάφορα περιβάλλοντα. η Prima linea αποφασίζει να δώσει μιαν απάντηση. Στις 28 φεβρουαρίου, μετά από μια σήμανση, οι σύντροφοι του κομάντο αιφνιδιάζονται μέσα σε ένα bar από κάποιους αστυνομικούς. Υπάρχει μια συμπλοκή, πυροβολισμοί, ριπές αυτομάτων. Σκοτώνονται δυο μαχητές, η Barbara Azzaroni και ο Matteo Caggegi. Στην κηδεία παίρνουν μέρος μεγάλα τμήματα του κινήματος. Η συγκίνηση είναι μεγάλη, όπως και η επιθυμία για εκδίκηση.

η Prima linea πραγματοποιεί δυο ενέργειες αντιποίνων. Στις 9 marzo μαρτίου στήνει μια ενέδρα σε ένα περιπολικό. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ατυχώς ένας νεαρός περαστικός. Στις 18 ιουλίου χτυπιέται ο ιδιοκτήτης του μπαρ Carmine Civitate, με βάση την λανθασμένη πεποίθηση πως ήταν ο υπεύθυνος της παρέμβασης της αστυνομίας.

Αυτή η τραγική αλυσίδα γεγονότων προκαλεί μια μακρά εσωτερική συζήτηση. Στην Διάσκεψη της οργάνωσης τον σεπτέμβρη του 1979, στην Bordighera, στην επαρχία της Imperia, αναπτύσσεται μια πολιτική μάχη ανάμεσα σε δυο θέσεις. Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν απαραίτητο να επιστρέψουν στις ρίζες τους, στο ρίζωμα μέσα στις ζωτικές περιοχές τους και να ασκήσουν τον διάχυτο πόλεμο και αυτούς αντιθέτως που θεωρούν πως πρέπει να αυξήσουν την ένταση της σύγκρουσης με τους θεσμικούς μηχανισμούς. O κόμπος δεν λύνεται. Αποφασίζεται μια οργανωτική αναδιάρθρωση, με την δημιουργία ενός εθνικού Εκτελεστικού, μα εμφανίζεται και μια πρώτη διάσπαση. Κάποιοι μαχητές,πεπεισμένοι πως η κατάσταση απαιτεί μια οπισθοχώρηση, στήνουν την ομάδα Για τον κομουνισμό, Per il comunismo. Σύντομα καταφεύγουν στο Παρίσι, όπου συλλαμβάνονται και εκδίδονται.

H οργάνωση εξαπολύει μια εκστρατεία επικεντρωμένη στο εργοστάσιο, αντικείμενο πολύ σκληρών αναδιαρθρώσεων. Το σύνθημα είναι Να χτυπήσουμε την διοίκηση της επιχείρησης,  Colpire il comando d’impresa. Τον σεπτέμβρη του 1979 η Prima linea σκοτώνει στο Torino τον Carlo Ghiglieno, μηχανικό υπεύθυνο του Τμήματος σχεδιασμού και πρόεδρο της Επιτροπής που οδηγεί τον κλάδο εφοδιασμού της Fiat. Σε απάντηση στις επανειλημμένες επιθέσεις που ασκούν οι διάφορες μαχόμενες ομάδες ενάντια σε διοικούντες και στην αλληλεγγύη της οποίας απολαμβάνουν μεταξύ των εργατών οι ένοπλες οργανώσεις, η εταιρεία υιοθετεί μα σκληρή γραμμή. Τον οκτώβρη, μετά από διαβουλεύσεις με τα συνδικάτα, απολύονται 61 operai, στους οποίους η εταιρεία προσάπτει μια συμπεριφορά «ανατρεπτική, eversivo». Η μαζική κινητοποίηση που επακολουθεί είναι δυναμική και αποφασιστική. Την επόμενη χρονιά η Fiat ανακοινώνει σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες απολύσεις, που στην συνέχεια μετατρέπονται σε cassa integrazione [απόλυση με ταμείο αρωγής, ή και μείωση του χρόνου εργασίας με παράλληλη μείωση αποδοχών, μάλλον αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘διαθεσιμότητα’]για περίπου είκοσι τρεις χιλιάδες εργαζομένους.  Ύστερα από 35 ημέρες αγώνα, στις 14 οκτωβρίου γίνεται εκείνη που αποκαλέστηκε «πορεία των σαράντα χιλιάδων, marcia dei quarantamila». Υπάλληλοι Fiat, άσπροι γιακάδες, τμηματάρχες και στελέχη που ζητούν το τέλος των μπλόκων των εργοστασίων και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην δουλειά. Το συνδικάτο αποδέχεται μια άνευ όρων παράδοση.

Στις 11 δεκεμβρίου 1979 μια ομάδα της Pl καταλαμβάνει στρατιωτικά στο Torino την Σχολή εταιρικής εκπαίδευσης της Fiat, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι  manager. Σχεδόν διακόσιοι φοιτητές μαζεύονται στο auditorium, όπου ένας μαχητής εξηγεί πως το ινστιτούτο δέχτηκε επίθεση μιας και είναι κέντρο νευραλγικής σημασίας στον μηχανισμό διοίκησης της εταιρείας. Η εισβολή ολοκληρώνεται με τον τραυματισμό στις γάμπες πέντε καθηγητών, εκ των διοικητικών στελεχών του εργοστασίου Olivetti, και πέντε φοιτητών. Τρεις ημέρες μετά, στις 14 δεκεμβρίου 1979, ένας πυρήνας της οργάνωσης αιφνιδιάζεται την ώρα που ετοίμαζε μιαν επίθεση ενάντια σε ένα εργοστάσιο στο Rivoli. Στην μάχη που ακολουθεί οι καραμπινιέροι σκοτώνουν τον νεαρό μαχητή Roberto Pautasso.

Στις 5 φεβρουαρίου 1980, σε μιαν εκστρατεία για την ποιότητα ζωής και την υγεία, στην Monza εκτελείται ο μηχανικός Paolo Paoletti, που θεωρείται μεταξύ των υπευθύνων για την καταστροφή που συνέβη στο Seveso το 1976, όταν από την εταιρεία χημικών Icmesa ξέφυγε ένα νέφος διοξίνης υψηλής τοξικότητας.

Στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνεται ο δικαστής Guido Galli, καθηγητής, μέλος της επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την μεταρρύθμιση του ποινικού Κώδικα και συνεργάτη του Ινστιτούτου Πρόληψης και άμυνας. Ανήκει στην ρεφορμιστική συνιστώσα των μιλανέζων δικαστικών, που προσδιορίζεται σαν εργαλείο καταστολής του ανταγωνισμού. Συνεχίζεται η εκστρατεία των κομουνιστικών οργανώσεων για την αποδιοργάνωση της δικαστικής εξουσίας και μαζί με αυτήν του σχεδίου αναδιοργάνωσης των στοιχείων διοίκησης στην χώρα μας. […] Σκοπός είναι να παραχθεί μια παρέμβαση κατά την οποίαν το καπιταλιστικό στρατόπεδο να βγει από αυτή την φάση βαρέως αποδυναμωμένο, αποδιοργανωμένο και αποσταθεροποιημένο, κι επάνω σε αυτή την παρέμβαση να αναπτυχθεί με σταθερό τρόπο το επαναστατικό προλεταριακό στρατόπεδο.

Οι μετανιωμένοι και η κατάρρευση

Στις αρχές του 1980 η Prima linea βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να λογαριαστεί με τους καταδότες, ένα πρόβλημα που λίγο αργότερα θα συνεισφέρει με αποφασιστικό τρόπο στο γρήγορο τέλος της ομάδας. ο William Waccher, ένας νεαρός του δικτύου της οργάνωσης, τον οποίον ακολουθούσε ένα ένταλμα σύλληψης, παραδίδεται στους ερευνητές και συνεργάζεται με τους δικαστές. Ο ρόλος του και οι καταθέσεις του είναι οριακές, μα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει και το γεγονός μοιάζει απαράδεκτο. Χτυπιέται θανάσιμα από έναν πυρήνα του εθνικού Εκτελεστικού στις 7 φεβρουαρίου έξω από το Milano. Οι υποδείξεις του Waccher στις αρχές θα είχαν επιτρέψει την ταυτοποίηση του «comandante Alberto», δηλαδή του Marco Donat Cattin, μα θα παραμείνουν δίχως συνέπειες. Είναι ο Patrizio Peci, μετανιωμένος των Br, που αποκαλύπτει λίγο αργότερα την ταυτότητα του γιου του χριστιανοδημοκράτη σενατόρε, που καταφέρνει να το σκάσει στην Γαλλία. Οι πολεμικές που προκλήθηκαν από την υπόθεση αναγκάζουν τον ισχυρό πολιτικό άνδρα να παραιτηθεί από την θέση του αντιπροέδρου του κόμματος. Πάντα ο Peci δίδει και το όνομα του Roberto Sandalo ο οποίος, αμέσως με την σύλληψη του, ξεκινά μια ομολογία ποταμό. Κατηγορούμενος για διάφορες εκτελέσεις, ύστερα από δυο χρόνια στην φυλακή βγαίνει χάρη στο νόμο για τους μετανιωμένους, που εγκρίθηκε τον μάη του 1982. Συλλαμβάνεται εκ νέου το 2002 για ληστεία και το 2008 για επιθέσεις ενάντια σε τζαμιά και ισλαμικά πολιτιστικά κέντρα.

η Prima linea συνεχίζει τις δράσεις. Στις 2 μαίου 1980 τραυματίζεται βαριά ο Sergio Lenci, πανεπιστημιακός καθηγητής και αρχιτέκτων, δημιουργός του σχεδίου αναδιάρθρωσης της φυλακής της Rebibbia, που χαρακτηρίζεται «τεχνικός της μάχης ενάντια στον αστικό ανταρτοπόλεμο». Στις 26 ιουνίου πραγματοποιείται μια θεαματική πρωτοβουλία προπαγάνδας στο τρένο Susa-Torino, με την διανομή φυλλαδίων που υποκινούν στον ένοπλο αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο.

Τον αύγουστο του 1980 η ηγεσία της Πρώτης γραμμής συζητά για την νέα κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από τις αλυσιδωτές συλλήψεις και την ρήξη της εσωτερικής αλληλεγγύης, με την εξάπλωση της μάστιγας της μεταμέλειας. Δεν κατακτάται κάποια συμφωνία και λίγο αργότερα κάποιοι μαχητές βγαίνουν από την οργάνωση. Τον οκτώβρη συλλαμβάνεται ο Michele Viscardi. Αμέσως ξεκινά να μιλά συνοδεύοντας τους καραμπινιέρους γυρίζοντας όλη την Ιταλία. Μπαίνει σε κίνηση μια αλυσίδα που ταχύτατα οδηγεί στην διάλυση της οργάνωσης.

Τον απρίλιο του 1981 επικυρώνεται το ξεπέρασμα της Prima linea και ο σχηματισμός ενός οργανωμένου Πόλου, σημείου αναφοράς για τους μαχητές που αναζητούνται. Από τις στάχτες της οργάνωσης το 1981 γεννιούνται οι οργανωμένοι Κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση, i Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) και ο Πυρήνας των κομουνιστών, Nucleo di comunisti που στήθηκε στα πόδια του από τον φυγόδικο Sergio Segio, τον «comandante Sirio».

Οι δυο ομάδες περιορίζονται σε ληστείες χρηματοδότησης, σε δράσεις ενάντια στην καταστολή και για την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Στις 3 ιανουαρίου 1982, συνεργαζόμενες, πραγματοποιούν μιαν επιχείρηση εντυπωσιακή. Ένα κομάντο οδηγούμενο από τονi Sergio Segio ελευθερώνει από την φυλακή του Rovigo τέσσερις κρατούμενες, μεταξύ των οποίων την σύντροφο του Susanna Ronconi. Από συγκοπή, πεθαίνει ατυχώς ένας περαστικός, ένας συνταξιούχος εγγεγραμμένος στο Pci. Λίγες μέρες μετά ο Lucio Di Giacomo, ένας από τους συμμετέχοντες στην απόδραση, σκοτώνεται σε μάχη με τους καραμπινιέρους. Ο Πυρήνας και οι Colp σύντομα διαμελίζονται από τις συλλήψεις.

Η διάλυση και ο διαχωρισμός, η διάσταση

Το 1982 ξεκινά η εποχή των maxiδικών. η Prima linea είναι η ένοπλη ιταλική οργάνωση με τον μεγαλύτερο αριθμό παραπεμφθέντων: 923, μεταξύ των οποίων 201 γυναίκες. στην Pl και στοις δομές με αυτήν συνδεδεμένες ανάγονται εκατοντάδες επιχειρήσεων. 23 με κατάληξη τον θάνατο, συνέπειες θανατηφόρες δηλαδή, εκτός από έναν αστυνομικό που σκοτώθηκε από μια ομάδα αποχωρησάντων. 11 είναι ακουσίως νεκροί, όχι εκ προμελέτης.

Το οριστικό κλείσιμο της εμπειρίας, μετά από μια διαδρομή συζητήσεων μεταξύ των φυλακισμένων μαχητών, ανακοινώνεται στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Torino τον ιούνιο του 1983. Στο ντοκουμέντο Sarà che nella testa avete un maledetto muro, Θα είναι που στο κεφάλι σας έχετε έναν καταραμένο τοίχο, που γράφτηκε στην φυλακή Le Vallette και θεωρείται το τελευταίο της Prima linea, δηλώνεται δίχως πλέον καμία νομιμοποίηση η πρακτική του ένοπλου αγώνα για τον κομουνισμό στην Italia. Οπότε ασκείται κριτική στην διάσταση των κατηγορουμένων της 7 απρίλη, del 7 aprile που βρίσκονται έγκλειστοι στην φυλακής της Rebibbia, η οποία βασίζεται επάνω σε μιαν «κατάλυση της μνήμης, ablazione di memoria» και επάνω σε μιαν  «άρνηση της υπευθυνότητας» και «irriducibilismo continuista, [μη μεταμέλεια που οδηγεί στην συνέχιση…]» αυτού που δεν θεωρεί τελειωμένη την μαχόμενη εμπειρία.

Επισημοποιημένης της διάλυσης, σχεδόν όλοι οι πρώην μαχητές της Prima linea ξεκινούν την διαδρομή της διάστασης [διαχωρίζουν την θέση τους από  τον ένοπλο αγώνα], της κοινωνικής επανένταξης, της διαπραγμάτευσης με το  Κράτος, δημιουργώντας τις λεγόμενες Aree omogenee, τους ομοιογενείς Χώρους σε κάποια ανδρικά και γυναικεία τμήματα των μεγάλων μητροπολιτικών συγκροτημάτων εγκλεισμού. Θέσεις που συμβάλλουν στην διάρρηξη της αλληλεγγύης, ξεσκίζουν την κοινότητα των πολιτικών κρατουμένων, που εκείνα τα χρόνια υποβάλλονται σε σκληρές συνθήκες κράτησης με την εφαρμογή του άρθρου 90 της μεταρρύθμισης του 1975, η οποία είχε αναστείλει το φυσιολογικό καθεστώς φυλάκισης αφήνοντας χώρο σε απαγορεύσεις, περιορισμούς, συνομιλίες με τζάμια και ενδοεπικοινωνία. Οι διασπαστικές συνέπειες της διάστασης υπεισέρχονται μέσα σε ένα κλίμα που στις ειδικές φυλακές υψίστης ασφαλείας είχε ήδη καταστεί πολύ βαρύ εξ αιτίας του φαινομένου της μεταμέλειας και είχε οδηγήσει τον δεκέμβρη του 1981 και τον ιούλιο του 1982 στην εκτέλεση από πλευράς των φυλακισμένων του χώρου των ταξιαρχιτών του Giorgio Soldati, πρώην μαχητή της Pl, και του Br Ennio Di Rocco, που είχαν θεωρηθεί καταδότες. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών που διαχώρισαν την θέση τους και κρατουμένων που αρνούνται τον διάλογο με το Κράτος είναι σκληρή.

Και ένα μέρος της εξωτερικής στην φυλακή ανταγωνιστικής αριστεράς οδηγεί έναν δριμύ αγώνα ενάντια στην διάσταση, θεωρώντας πως πολεμά και εκκαθαρίζει όλον τον ταξικό αγώνα, πέρα από την μαχόμενη πρακτική. Για αντίθετους λόγους, λόγω δηλαδή της επιμονής και της εμμονής στον «τρομοκρατικό κίνδυνο, pericolo terrorista», μεγάλα τμήματα του Κράτους και του δικαστικού σώματος αντιτίθεται στην διάλυση του ποινικού και δικαστικού μηχανισμού της εξαίρεσης, της κατάστασης έκτακτης ανάγκης δηλαδή, του σκληρού καθεστώτος μεταχείρισης μέσα στις ειδικές φυλακές, και της εξάπλωσης για τους εν διαστάσει της νομοθεσίας επιβράβευσης που προβλέπονταν για τους μετανιωμένους.

Οι κρατούμενοι στους ομοιογενείς Χώρους συνεχίζουν τον διάλογο με τους θεσμούς, μέσα σε μια διαδρομή που αποκαλούν  «συγκρουσιακής-εμπόλεμης διαμεσολάβησης, mediazione conflittuale». Τον ιούνιο του 1984 η Prima linea παραδίδει τα όπλα που της είχαν απομείνει στον καρδινάλιο του Milano, Carlo Maria Martini, που είχε εμφανιστεί ανοιχτός στο θέμα της κοινωνικής συμφιλίωσης.

Το 1986 ψηφίζεται ο νόμος 663, που αποκαλείται Legge Gozzini, ο οποίος προβλέπει εναλλακτικά μέτρα στον εγκλεισμό εισάγοντας μια λογική βασισμένη στο διωνυμικό βραβείο-τιμωρία,  premio-punizione σε σχέση με την συμπεριφορά του έγκλειστου. Τον φεβρουάριο του 1987 έρχεται να αποδώσει καρπούς η μακρά διαδικασία του νόμου n. 34, που παραχωρεί εκπτώσεις στις ποινές σε αυτούς που διαχωρίζουν την θέση τους από την ένοπλη πάλη. Αυτοί οι δυο νόμοι, σε συνδυασμό, επιτρέπουν στους εν διαστάσει να αφήσουν προοδευτικά την φυλακή, ενώ οι φυλακισμένοι που αρνούνται κάθε μορφή διάστασης και πολιτικής λύσης, που αποκαλούνται αμετανόητοι «irriducibili, αμείωτοι», παραμένουν ακόμη επί μακρόν στις ειδικές φυλακές.

η Κάρτα είναι από το βιβλίο: Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Roma, DeriveApprodi 2015.

http://www.sebbenchesiamodonne.it/scheda-storica-prima-linea/