ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…ή 19

Πρώτη Γραμμή

milano5

από την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια :

Prima Linea (PL) η Πρώτη Γραμμή [ΠΓ] ήταν μια ένοπλη οργάνωση της άκρας αριστεράς της Ιταλίας κομουνιστικής μήτρας. αρχικά εξωκοινοβουλευτική νόμιμη πολιτική ένωση, που εξήλθε από τον Συνεχή Αγώνα,  da Lotta Continua, στα στελέχη της σχεδόν αμέσως ωρίμασε η επιλογή της ένοπλης πάλης.

γεννήθηκε το φθινόπωρο του  1976 και επίσημα διαρθρώθηκε την επόμενη χρονιά, την άνοιξη, σαν τρομοκρατική οργάνωση, η Prima Linea θα είναι η δεύτερη στην Italia μόνο πίσω από της Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse,  σε νούμερο προσώπων που χτυπήθηκαν  (39 από τους οποίους οι 16 σκοτώθηκαν), σε ένοπλες επιχειρήσεις (101 επιθέσεις για τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη) και σε αριθμό μελών.

το όνομα εμπνεύστηκαν από τις ομάδες περιφρούρησης των κινημάτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που, στα χρόνια του εβδομήντα, τοποθετούνταν στην κεφαλή των πορειών καταλαμβάνοντας, ακριβώς, την πρώτη γραμμή.

Ευρετήριο

 

§Ιστορία

§1974-1976: η προέλευση

οι ρίζες της οργάνωσης  Prima Linea αναζητούνται στην ιταλική ιστορική περίοδο που, στα δεύτερα μισά των χρόνων εβδομήντα, βλέπει μια μεγάλη ανάπτυξη του αποκαλούμενου ένοπλου κόμματος.

ανάμεσα στην άνοιξη και το φθινόπωρο του  1974, μέσα στις τάξεις του Συνεχή Αγώνα, Lotta continua, προκαλείται μια ρήξη με συνέπεια την διάσπαση από μέρους κάποιων αγωνιστών, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ανήκουν στο ρεύμα και στην φράξια  alla corrente e alla frazione[1], δηλαδή σε δυο από τις κυριότερες ομαδοποιήσεις που, αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από στελέχη της ομάδας περιφρούρησης της ομάδας και ήταν ιδιαίτερα ριζωμένες MilanoTorinoNapoli  και στην Brianza, ασκούν κριτική στην υπερβολικά διανοουμενίστικη γραμμή της οργάνωσης υπέρ μιας επαναστατικής προοπτικής και πρωτοβουλίας περισσότερο παρεμβατικής. μια πρόσκληση που μεταφράζεται στην πρόταση συμμετοχής στην ένοπλη πάλη η οποία, όμως, αμέσως απορρίπτεται από την ηγετική ομάδα του ΣΑ, LC, γεγονός που επέφερε λοιπόν στην αναπόφευκτη ρήξη.[2]

αφού λοιπόν βρίσκεται έξω από την Lotta continua, το 1975, η ομάδα ξεκινά να σφίγγει δεσμούς με άλλους αγωνιστές που προέρχονταν από τις γραμμές ενός άλλου σχηματισμού της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, την Εργατική Εξουσία,  sinistra extraparlamentare,Potere operaio, συνδεδεμένου με την εμπειρία του περιοδικού Senza Tregua, Δίχως Ανακωχή, που είχε ρίζες στο εργοστάσιο και στον χώρο του αποκαλούμενου μαχητικού αντιφασισμού, antifascismo militante.[1]

το φθινόπωρο του 1976, μετά από δυο συναντήσεις που προώθησε η ηγετική ομάδα του περιοδικού και έλαβαν χώρα, αντιστοίχως, σε  Salò και Stresa, έχουμε εκ νέου διασπορά που θα φέρει σε πολυδιάσπαση εκείνης της εμπειρίας και στον σχηματισμό τριών νέων οργανώσεων : τις κομουνιστικές επαναστατικές Επιτροπές, τις μαχητικές κομουνιστικές Μονάδες και, ακριβώς, της Πρώτη Γραμμή –  i Comitati comunisti rivoluzionari, le Unità comuniste combattenti e, appunto, Prima Linea.[2]

ιδρυτικός στόχος της  PL είναι εκείνος του να αντιπροσωπεύει την πρωτοπορία των προλεταριακών μαζών και του κινήματος του ’77, movimento del ‘77, παραμένοντας μέρος των ιδίων και δίχως να μετασχηματιστεί σε μια ελίτ μαχητών, élite di combattenti: ένας τρόπος, αυτός, καταδίκης του ιδεολογικού δογματισμού των ερυθρών Ταξιαρχιών,  delle Brigate Rosse, παρότι υποστήριζαν τις δράσεις τους και συμμετείχαν στις επιχειρήσεις ανταρτοπόλεμου ενάντια στο ιταλικό κράτος.[3]

στρατιωτικά, οι απαρχές του σχηματισμού, χαρακτηρίζονται από μια οπτική εκτελεστική στο εσωτερικό των εργοστασίων, με δράσεις ένοπλες (raid των προλεταριακών περιπολιών) που συνίστανται στον τραυματισμό των επιστατών και εταιρικών διευθυντών,[4] ένας τρόπος που σαν στόχο έχει »πάνω από την αρπαγή της εξουσίας, μια προοδευτική διάλυση της εξουσίας» – «più che una presa di potere, una progressiva dissoluzione del potere»[3]

αρχικά αποτελούμενη κυρίως από εργάτες και φοιτητές, της πρώτης ομάδας της  PL στελέχη ήταν οι: Sergio SegioSusanna Ronconi (ex BR), Roberto RossoRoberto SandaloMarco Donat CattinEnrico BaglioniSergio D’EliaEnrico GalmozziBruno La Ronga, Giulia Borelli, Silviera Russo, Diego Forastieri, Maurice Bignami, Michele Viscardi, Fabrizio Giai.[3]

§1976-1977: οι πρώτες ενέργειες

« Prima Linea non è un nuovo nucleo combattente comunista, ma l’aggregazione di vari nuclei guerriglieri che finora hanno agito con sigle diverse »
(Volantino di rivendicazione del 30 novembre 1976[5])»η Πρώτη Γραμμή δεν είναι ένας νέος κομουνιστικός μαχητικός πυρήνας, αλλά η συνάθροιση διάφορων αντάρτικων πυρήνων που μέχρι στιγμής έδρασαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες»

από φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης της 30ης νοεμβρίου 1976

το 1976 ήταν το έτος των πρώτων ένοπλων δράσεων της ομάδας. όπως έγραφαν όμως στο φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης που διένειμαν με ευκαιρία την πρώτη στρατιωτική πράξη της ομάδας, δηλαδή την εισβολή στα γραφεία των Διευθυντών της Fiat , nella sede dei Dirigenti Fiat στο Torino, del 30 novembre 1976, στις 30 νοεμβρίου ’76, στην αρχή η ονομασία Πρώτη Γραμμή , Prima Linea (ονομασία που, στις προθέσεις του κινήματος, βασίζονταν στις ομάδες περιφρούρησης που χρησιμοποιούνταν στην διάρκεια των διαδηλώσεων στην πλατεία, που τοποθετούνταν στην κεφαλή, στην πρώτη γραμμή, ακριβώς, για την προστασία της πορείας , del corteo[6]) δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως, λόγω της πίστης στις ιδρυτικές αρχές του κινήματος που αυτο-παρουσιάζεται σαν ένωση πολλών ονομασιών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

η πρώτη εκτέλεση που χαρακτηρίζει την ομάδα της  Prima Linea ήταν εκείνη του Enrico Pedenovi, περιφερειακού συμβούλου του φασιστικού κινήματος Movimento Sociale Italiano, που σκοτώθηκε στις 29 απριλίου  1976 στο Milano, με ευκαιρία την πρώτη επέτειο του θανάτου του νεοφασίστα αγωνιστή  Sergio Ramelli.[7]

όπως ήδη είπαμε για την εκτέλεση δεν ανέλαβε την ευθύνη η ομάδα, που είχε αρχικά αποφασίσει να μην υπογράφει τις δράσεις της, κυρίως στην περίπτωση των εκτελέσεων. στο δικαστήριο, όμως, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενάντια στην Prima Linea του 1984, la Corte d’assise di Milano , η μιλανέζικη Έδρα αναγνώρισε στους  Enrico GalmozziBruno La Ronga και Giovanni Stefan (όλοι στελέχη της ΠΓ) τους φυσικούς εκτελεστές του θανάτου, αποφασίζοντας δυο καταδίκες σε ισόβια και μια σε 27 χρόνια κάθειρξης gli .[8]

ένα τέταρτο μέλος της οργάνωσης, ο Piero del Giudice, δέχτηκε ποινή σε 28 χρόνια νια συνεργία ηθική στον φόνο, που σχεδιάστηκε σαν εκδίκηση, για τον θάνατο ενός νεαρού αγωνιστή της αριστεράς, του Gaetano Amoroso, που σκοτώθηκε στην διάρκεια επίθεσης, από μέρους νεοφασιστών, στις 27 απριλίου  1976. La Corte di cassazione , στο Εφετείο μετατράπηκε η απόφαση, εν μέρη, μειώνοντας σε 29 χρόνια τα ισόβια του  La Ronga και αθωώνοντας τον  Del Giudice.[9]

το πρωινό της 12ης μαρτίου  1977, ένα commando της PL, σκοτώνει στο Torino  τον Giuseppe Ciottabrigadiere di Pubblica Sicurezza, ταξίαρχο της αστυνομίας 29 χρόνων.  την ώρα που ήταν έτοιμος να πάρει το αυτοκίνητό του, για να πάει στην δουλειά του, τρία άτομα τον πλησίασαν και τον εκτέλεσαν με τρεις πυροβολισμούς. [10] και για αυτή την εκτέλεση, της οποίας την ευθύνη ανέλαβε εκείνη την περίοδο η οργάνωση ‘μαχητικές κομουνιστικές Ταξιαρχίες,  Brigate comuniste combattenti, αναγνωρίστηκε ένοχος στην συνέχεια ο Enrico Galmozzi.[11]

αν και οι πρώτες επιχειρήσεις της ομάδας χρονολογούνται τον προηγούμενο χρόνο, η επίσημη πράξη γέννησης της καταχωρείται αργότερα, τον απρίλη του 1977, με το πρώτο συνέδριο της οργάνωσης στο San Michele a Torri, στα περίχωρα της Φλωρεντίας, Firenze, και με την σύσταση μιας εθνικής διοίκησης, comando nazionale στην οποίαν παίρνουν μέρος, δίπλα στην μιλανέζικη ομάδα, οι αντιπροσωπείες από το  BergamoTorinoFirenze και Napoli. εδώ καθορίζονται και οι δυο βασικές ιδρυτικές αρχές της νεογέννητης οργάνωσης : «l’univocità politico-militare del quadro d’organizzazione»[1], δηλαδή η »πολιτική-στρατιωτική μοναδικότητα του στελέχους της οργάνωσης», οπότε και η σύμπτωση ανάμεσα στους πολιτικούς και στρατιωτικούς ρόλους και τις πρακτικές, και στην συνέχεια η  «bipolarità», η »διπολικότητα», δηλαδή η ύπαρξη δυο επιπέδων, ένα εσωτερικό στα μαζικά κινήματα, [οι Ομάδες και οι Περιπολίες],  (le Squadre o le Ronde) και κεντρικό που δρα τόσο σε τοπικό όσο και εθνικό επίπεδο, οργανικά και τα δυο για να »κλείσουν τo κενό που έχει ανοίξει ανάμεσα στην μαχητική οργάνωση και την προλεταριακή μαχητικότητα»,  «chiudere la forbice che si è aperta tra organizzazione combattente e combattimento proletario»[2]

ένα οργανωτικό μοντέλο, εκείνο της Πρώτης Γραμμής, που προέβλεπε δίπλα σε μια δομή κεντρική (il Comando Nazionale), της Εθνική Διοίκηση, ολόκληρη μια σειρά μεμονωμένων πυρήνων με μια κάποια αυτονομία που εξασφάλιζαν την σύνδεση με το Κίνημα,  Movimento[6] σε διαφοροποίηση από τις ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate Rosse, στη συνέχεια, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο μαχητής της  Prima Linea υιοθετούσε την παρανομία, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την παρουσία του στους τόπους δουλειάς και στα κινήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς,  sinistra extraparlamentare, με σκοπό να αποτρέψει την απομόνωση και να διατηρήσει την διαρκή του διασύνδεση με την βάση. την ίδια στιγμή, με τον ίδιο τρόπο, η ομάδα χρειάζονταν βάσεις και στρατιωτικές αποθήκες, φυλάσσοντας έγγραφα και όπλα στα ίδια τα σπίτια των μαχητών,  dei militanti.[3]

το 1977 οι ενέργειες της ομάδας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται : πρόκειται κυρίως για δράσεις πρόκλησης ζημιών, για επιθέσεις, τραυματισμούς, ληστείες χρηματοδότησης. στις 19 μαίου μαχητές της ΠΓ βάζουν φωτιά στις αποθήκες της  Sit Siemens και της Magneti Marelli στο Milano.

στις 20 ιουνίου 1977 στο Milano, τραυματίζουν στα πόδια τον διευθυντή της  Sit-SiemensGiuseppe D’Ambrosio,[12]   ενώ τρεις μέρες αργότερα, στις 23 ιουνίου, μια ομάδα φωτιάς χτυπά τον  Giancarlo Niccolai, ηγετικό στέλεχος της Χριστιανικής Δημοκρατίας,  Democrazia Cristiana της Pistoia. οι τρεις πυροβολισμοί που του έριξαν με το P38 τους, του προκάλεσαν ρήξη και στα δυο του μηριαία οστά.[13]

το 1977 είναι επίσης η χρονιά των πρώτων συλλήψεων και των πρώτων πεσόντων στο κίνημα.[14] στις 19 ιουλίου, στην Tradate (VA), στην διάρκεια ληστείας σε οπλοπωλείο σκοτώνεται, από τον ιδιοκτήτη, ο μαχητής  Romano Tognini (όνομα μάχης Valerio από τον οποίον θα πάρει τον τίτλο του μια μιλανέζικη ομάδα φωτιάς). τέσσερις ημέρες μετά (23 ιουλίου), με μια επίθεση ενάντια στο κατάστημα του οπλοποιού, η ομάδα θέλησε να εκδικηθεί στο όνομά της τον πεσόντα μαχητή.[4]

παράλληλα με τις επιχειρήσεις του, το κίνημα αρχίζει να μεγαλώνει από την αριθμητική άποψη και, από τους περίπου εκατό αρχικούς μαχητές, με τα τέλη του χρόνου μπορεί να υπολογίζει στους δυο χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους.[14]

§1978-1979: η ακμή του ένοπλου αγώνα

η διετία 19781979 αποδεικνύεται καίριας σημασίας για την οργάνωση, μια αναζωπύρωση της ένοπλης δράσης η οποία σε αυτά τα χρόνια φτάνει στο απόγειό της με τις πιο γνωστές επιχειρήσεις της ομάδας.

οι πρώτοι μήνες του 1978 είναι επίσης εκείνοι της συνένωσης , »για να ομογενοποιηθεί η γραμμή», «per omogeneizzare la linea» con le Formazioni comuniste combattenti di Corrado Alunni e di Marco Barbone, με τους κομουνιστικούς μαχητικούς Σχηματισμούς, και σε συνέχεια της οποίας δόθηκε ζωή στην ενοποιημένη εθνική Διοίκηση, Comando nazionale unificatoοι δυο ομάδες θα συνεχίσουν εν πάση περιπτώσει να δρουν ξεχωριστά, όμως με μια κοινή στρατηγική και αναλαμβάνοντας την ευθύνη από κοινού  (σαν FCC-PL) ολόκληρη μια σειρά από επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις της τάξης.[14]

στις 20 ιανουαρίου 1978, στην διάρκεια μιας επιχείρησης που σαν σκοπό είχε την απόδραση κάποιων φυλακισμένων από την φυλακή Μουράτε της Φλωρεντίας,  carcere delle Murate di Firenze, η ομάδα των ανταρτών της ΠΓ έγινε αντιληπτή από ένα περιπολικό της αστυνομίας. ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί στην διάρκεια των οποίων σκοτώθηκε ο αστυνομικός  Fausto Dionisi, ενώ ο άλλος αστυνομικός, Dario Atzeni, που χτυπήθηκε από τέσσερις σφαίρες στην βουβωνική χώρα, θα σωθεί ύστερα από χειρουργική επέμβαση.[15]

10 μαίου, στο Milano, ο διευθυντής της  Montedison, Francesco Giacomazzi, τραυματίζεται στα πόδια στη διάρκεια ενέδρας. αυτού του επεισοδίου θα ακολουθήσουν άλλα, πάντα μέσα στο  1978, που προορίζονταν να χτυπήσουν/τραυματίσουν πολιτικά σύμβολα όπως και των δυνάμεων της τάξης : στις 11 του επόμενου μαίου, πάντα στο Milano, τραυματίζεται ο γενικός διοικητής της  Chemical Bank, Mario Astarita; ο αστυνομικός της αντιτρομοκρατικής  Digos Roberto Demartini (Torino, 17 μαίου); ο ασφαλιστής  Salvatore Russo (Torino, 19 ιουλίου); ο γιατρός της μιλανέζικης φυλακής,  carcere di San Vittore, Mario Marchetti (Milano, 13 νοεμβρίου).[16]

στις 11 οκτωβρίου του ίδιου έτους εκτελείται ο  Alfredo Paolella, καθηγητής πανεπιστημίου εγκληματικής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολι,  all’Università di Napoli και τεχνικός παρατηρητής στην φυλακή του Pozzuoli. μια ομάδα αποτελούμενη από τρεις άνδρες και μια γυναίκα πυροβολεί για να σκοτώσει τον  Paolella ο οποίος, αφού τον βρήκαν εννέα χτυπήματα, όλα σε ζωτικά όργανα, πεθαίνει επί τόπου.[15]

την 1η του δεκέμβρη του  1978[17], σε μια ενέδρα, σε συνέχεια μιας συζήτησης που έλαβε χώρα σε ένα μπαρ του Μιλάνο, κοντά στην  Porta Romana, τρεις πολίτες (Domenico Bornazzini, Carlo Lombardi e Piero Magri) χτυπιούνται θανάσιμα από δυο μέλη της Prima Linea. στη διάρκεια της έρευνας που έλαβαν χώρα πριν από την δίκη, προέκυψε πως τα τρία θύματα χτυπήθηκαν λόγω μιας πολιτικής λογομαχίας με τους κατηγορούμενους, που τελικά καταδικάστηκαν.[18]

Emilio Alessandrini, ο δικαστής που εκτελέστηκε από την  Prima Linea το 1979

το πρωινό της 19ης ιανουαρίου 1979 σκοτώνεται ο αστυνομικός  Giuseppe Lorusso στο Torino. κάτω από το σπίτι του τον περιμένει η ομάδα φωτιάς που αποτελείται από τους  Maurice BignamiBruno La RongaFabrizio Giai και Silveria Russo, όλοι ευρισκόμενοι επάνω σε ένα κόκκινο  128 . δέκα σφαίρες βρίσκουν στο κεφάλι τον Lorusso, στο αριστερό μπράτσο, στον θώρακα, στην κοιλιά και ο αστυνομικός πεθαίνει επί τόπου.[15]

ένα από τα σημεία καμπής στην ιστορία του γκρουπ ήταν η εκτέλεση του  Emilio Alessandrinisostituto Procuratore della Repubblica di Milano, εισαγγελέα στο Μιλάνο, που κατηγορήθηκε από τους αντάρτες πως ήταν ρουφιάνος, «essere una spia” και τον σκότωσαν στο Milano στις 29 ιανουαρίου 1979[2], μια ομάδα της  PL που αποτελούνταν από τους Sergio Segio και Marco Donat Cattin (οι οποίοι πυροβόλησαν τον δικαστικό ), υποστηριζόμενοι από τους  Michele Viscardi, Umberto Mazzola και Bruno Russo Palombi. οι δυο έριξαν πολλά χτυπήματα με πιστόλια και ο δικαστικός πεθαίνει αμέσως επί τόπου.[19]   Alessandrini, που οδηγούσε αρκετές δικογραφίες και έρευνες γύρω από την »τρομοκρατία» (ανάμεσα στις οποίες και εκείνη για την  Prima Linea), δέχτηκε την επίθεση ενώ, στο τιμόνι του αυτοκινήτου του, ήταν σταματημένος σε ένα φανάρι της λεωφόρου  Umbria. για την επίθεση η ευθύνη ανελήφθη με τηλεφώνημα στην εφημερίδα  La Repubblica.

στις 28 φεβρουαρίου του 1979, στη διάρκεια ανταλλαγής πυρών στο bar dell’Angelo, που βρίσκεται στην  Piazza Stampalia, στο Torino, δυο μαχητές της Prima Linea σκοτώνονται από αστυνομικούς, που κάλεσε στο μπαρ ένας επιχειρηματίας. ο θάνατος των δυο ανταρτών,  dei due pielliniMatteo Caggegi και Barbara Azzaroni[20], αντιστοίχως των  29 και 20 χρόνων, που αιφνιδίασαν οι δυο αστυνομικοί στο bar dell’Angelo που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από μια βάση της  Prima Linea, ξεκινά μια σειρά από αντίποινα άλλο τόσο αιματηρά ενάντια στις δυνάμεις της τάξης.[2]

τα αντίποινα της ομάδας δεν αργούν και, στις 9 μαρτίου που ακολουθεί, ένα commando της Prima Linea αποτελούμενο από τους Bignami, La Ronga, Silveria Russo, Giai και Giancarlo Scotoni, πάντα στο Torino, επιτίθεται σε περιπολικό της αστυνομίας σε μιαν ενέδρα σε τοπική κάβα της  Via Millio. στην διάρκεια της ένοπλης μάχης, χάνει ατυχώς την ζωή του ένας νεαρός περαστικός,  Emanuele Iurilli.[3] η εκδίκηση, La vendetta, για τα συμβάντα στο  bar dell’Angelo, ολοκληρώνεται στις 18 ιουλίου: ο Carmine Civitate, ιδιοκτήτης του καταστήματος και που θεωρούνταν υπεύθυνος της αναγνώρισης των δυο ανταρτών, σκοτώνεται από μια ομάδα φωτιάς που αποτελούνταν από τους  Bignami και Donat-Cattin οι οποίοι, μαζί με τους Giai, Viscardi και Roberto Sandalo που καλύπτουν από το εξωτερικό, μπαίνουν στο μπαρ και εκτελούν τον Civitate.[21]στην  διάρκεια της δίκης θα προκύψει πως ο επιχειρηματίας είχε αποκτήσει το μπαρ μόνο μετά τον θάνατο των δυο ανταρτών οπότε δεν ήταν αυτός που είχε ειδοποιήσει την αστυνομία.[15]

στις 13 ιουλίου, στη διάρκεια ληστείας στην  Cassa di Risparmio στο Druento (Torino), σκοτώνεται ο τροχονόμος  Bartolomeo Mana, που την φυλούσε άοπλος. η ομάδα φωτιάς που τον εκτέλεσε με χτύπημα στο κεφάλι από κοντινή απόσταση, αποτελούνταν από τους  Marco Donat-Cattin, Francesco Giuffrida, Vito Biancorosso και Roberto Sandalo (ο οποίος και πυροβόλησε με αποτέλεσμα τον θάνατο του ανδρός )[22]

η ανύψωση του επιπέδου σύγκρουσης, και η απομάκρυνση από το εργατικό κίνημα, δημιουργεί εκ των πραγμάτων την πρώτη διάσπαση στο εσωτερικό του κινήματος. τον σεπτέμβρη του 1979, όντως, λαμβάνει χώρα μια συνάντηση της οργάνωσης στην Bordighera (Imperia)[23] στην οποίαν εμφανίζεται μια αντίθεση ανάμεσα στις δυο ιστορικές ψυχές της ΠΓ: εκείνοι που ήθελαν να διατηρήσουν ένα ρίζωμα στα κινήματα και εκείνοι που αντιθέτως ήθελαν να ριζοσπαστικοποιήσουν την σύγκρουση και να προκαλέσουν μιαν επίθεση ακόμη πιο αποφασιστική στους θεσμούς. εξ αιτίας αυτών των αντιθέσεων, κάποια μέλη, άφησαν την οργάνωση, θεωρώντας πως οι πολιτικές συγκυρίες και οι κατασταλτικές δράσεις ανάγκαζαν εκ των πραγμάτων σε μια στρατηγική οπισθοχώρηση και σε μια στάση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.[2]

όμως οι ένοπλες δράσεις δεν φαίνεται να ελαττώνονται. στο μέτωπο των εργατικών αγώνων, στις 21 σεπτεμβρίου 1979, σκοτώνεται στο Torino ο διευθυντής Fiat Carlo Ghiglieno, υπεύθυνος του τμήματος στρατηγικού Σχεδιασμού: εκτελείται με 7 χτυπήματα από πιστόλι  38 special, από μια ομάδα 4 ατόμων που τον πλησιάζει την ώρα που ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, για να πάει στην εργασία του και τον χτυπά θανάσιμα.[24]

τον νοέμβρη, ο αρραβώνας με τις Formazioni comuniste combattenti, έχει ήδη τελειώσει: αν και η λογική του ένοπλου αγώνα είναι όντως παρόμοια, οι διαφορές που έχουν να κάνουν με της σχέση με τις Brigate Rosse και γύρω από την διαχείριση της παρανομίας οδηγούν στον χωρισμό των δρόμων για τα δυο κινήματα.[14]

στις 11 δεκεμβρίου, ένας πυρήνας της Πρώτης Γραμμής εισβάλλει στο εσωτερικό της Σχολής εκπαίδευσης επιχειρηματιών, Scuola di formazione aziendale[25] καταλαμβάνοντάς την στρατιωτικά για 45 λεπτά: αφού συγκέντρωσαν φοιτητές και καθηγητές στο αμφιθέατρο της σχολής, οι αντάρτες διαβάζουν μια διακήρυξη στους παρόντες και, στην συνέχεια, σε ένα διπλανό δωμάτιο, στήνουν στον τοίχο πέντε καθηγητές και πέντε φοιτητές γαμποποιώντας τον καθένα με δυο χτυπήματα από το πιστόλι.[3]

το 1979 κλείνει με τον θάνατο ενός ακτιβιστή της PL. Στις 14 δεκεμβρίου, στην Rivoli(Torino)[4], η αστυνομία αιφνιδιάζει έναν πυρήνα της ΠΓ την ώρα που ετοιμάζει επίθεση στο εργοστάσιο μεταλλουργίας  Elgat. στην διάρκεια της μάχης, κατά την οποίαν τραυματίζονται ο ταξίαρχος Massimo Osnaghi και ο αστυνομικός Giovanni Serra, σκοτώνεται ο μαχητής  Roberto Pautasso, 21 χρόνων.[26]

§1980-1981: οι μετανιωμένοι και η πτώση

μέσα στο 1980, η ομάδα εγκαινιάζει επίσημα την ρωμαϊκή της εμπειρία, απαραίτητη σε εκείνη την λογική εξάπλωσης γεωγραφικής, που υπαγορεύεται από ανάγκες επιμελητείας λόγω της εντατικοποίησης της κατασταλτικής δράσης, όπως επίσης και για την εξάπλωση του πολιτικού μηνύματος του κινήματος. το νέο έτος βλέπει να υπερισχύει, στην εσωτερική διαλεκτική της ομάδας, την ριζοσπαστική πλευρά της  PL και τις θέσεις που υποστηρίζουν την ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης η οποία, μέσα στον μήνα ιανουάριο, στο Συνέδριο του κινήματος στην Morbegno, θα κατοχυρωθεί στην συνέχεια ως κυρίαρχη κίνηση.[2]από αυτό τον προβληματισμό στην συνέχεια θα ωριμάσει, σύντομα, η επιχείρηση ενάντια στον  Guido Galli, δικαστικό και καθηγητή Εκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο Στατάλε, magistrato e docente di Criminologia all’Università Statale di Milano.[4]

στις 5 φεβρουαρίου 1980 σκοτώνεται στην Monza, ο Paolo Poletti, υπεύθυνος παραγωγής στην  ICMESA του Seveso, την εταιρεία που ήταν υπεύθυνη για το τοξικό σύννεφο διοξίνης, που δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 1976,  nube tossica di diossina, nell’estate del 1976. ο Paoletti σκοτώνεται στις  8.15 το πρωί, την ώρα που πηγαίνει στην δουλειά του, με τρία χτυπήματα από πιστόλι που του ρίχνει ένας αντάρτης, ο οποίος στην συνέχεια απομακρύνεται με ένα  Fiat 128 μεταλλικού γκρι χρώματος μαζί με έναν ακόμη άνδρα και μια γυναίκα.[15] η ανάληψη της ευθύνης για την εκτέλεση έγινε μετά από λίγο με ένα σύντομο τηλεφώνημα στο μιλανέζικο παράρτημα του πρακτορείουANSAκαλημέρα δεσποινίς ήμαστε από την Πρώτη Γραμμή και αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τον θάνατο του  Paolo Paoletti, που έγινε σήμερα το πρωί στην Monza. θα ακολουθήσειανακοίνωση»[27]

στις 19 μαρτίου 1980 στο Milano, εκτελείται ο δικαστικός και εγκληματολόγος  Guido Galli, από μια ομάδα φωτιάς της  Prima Linea μέρος της οποίας ήταν οι  Sergio Segio, Maurice Bignami, Michele Viscardi. χτυπημένος στην αρχή στην πλάτη, πέφτει στην γη, και οι αντάρτες τον αποτελειώνουν με δυο σφαίρες στον αυχένα. για εκτέλεση, που γίνεται στην αίθουσα  309 (που σήμερα είναι αφιερωμένη στην μνήμη του) dell’Università degli Studi di Milano, στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο, λίγο μετά τις  17,εκείνη την ίδια ημέρα, αναλαμβάνεται η ευθύνη στην Ansa με μια ανακοίνωση υπογεγραμμένη Πρώτη Γραμμή – Πυρήνας Φωτιάς Βαλέριο Τονίνι, Prima Linea – Nucleo di fuoco Valerio Tognini.[28]   

« ο Galli ανήκει στο ρεφορμιστικό και εγγυητικό τμήμα του δικαστικού σώματος, που ασχολείται σε πρώτο πρόσωπο στην μάχη για να χτιστεί από την αρχή το γραφείο εκπαίδευσης στο Μιλάνο σαν κέντρο αποτελεσματικής δικαστικής εργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες  αναδιάρθρωσης, νέου καταμερισμού εργασίας του δικαστικού σώματοςappartiene  »
(Volantino di rivendicazione omicidio Galli[29])  Φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης της εκτέλεσης Γκάλλι

μέσα στο 1980, στην διάρκεια μαχών εξ αιτίας ληστειών για χρηματοδότηση και επιχειρήσεων αφοπλισμού από πλευράς μαχητών piellinni, σκοτώνονται οι καραμπινιέροι, i carabinieri Antonio Chionna (3 ιουνίου), Ippolito CortellessaPietro Cuzzoli (11 αυγούστου) και Filippo Giuseppe (28 νοεμβρίου).[15]

πάντα στο 1980, η οργάνωση διασχίζεται, εκτός από εσωτερικές διαφωνίες, και από τις πρώτες διασπάσεις και αποστασίες. όμως το 1980 είναι, κυρίως, η χρονιά των πρώτων εσωτερικών στην ομάδα μεταμελειών που σημειώνουν ένα σημείο δίχως επιστροφή προς το τέλος του κινήματος. θα είναι, όντως, κυρίως οι ομολογίες των διάφορων Sandalo (τον απρίλη), Donat-Cattin (τον μάη) και Viscardi (τον νοέμβρη) που συμβάλουν στο κύμα συλλήψεων οι οποίες, εκ των πραγμάτων, θα σημειώσουν την διάλυση και την εξάρθρωση του σχηματισμού.

γι αυτόν τον λόγο, το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου, λαμβάνουν χώρα δυο Συνέδρια της οργάνωσης (στο Rimini και στην Senigallia) σαν αποτέλεσμα της εσωτερικής συζήτησης και του προβληματισμού για τα πιθανά αντισταθμιστικά μέτρα που έπρεπε να παρθούν και στην οποίαν, το θεμελιώδες πολιτικό ζήτημα, ήταν ο προβληματισμός για την δυνατότητα συνέχισης του ένοπλου αγώνα, υπό το φως της κατασταλτικής σκλήρυνσης και της αύξησης του φαινομένου της μετάνοιας,  del pentitismo.[2]

μέσα σε αυτό το κλίμα υποψίας προς εν δυνάμει πληροφοριοδότες ή αισθήματα μετάνοιας αγωνιστών της οργάνωσης είναι που, στις 7 φεβρουαρίου 1980, η PL αποφασίζει να χτυπήσει ένα στέλεχός της, τον William Waccher, εμπλεκόμενο στην έρευνα για την εκτέλεση  Alessandrini που κατηγορείται σαν πληροφοριοδότης και πως έδωσε αποκαλύψεις στους ερευνητές.[4]

στις 29 απριλίου, στην διάρκεια εφόδου των δυνάμεων της τάξης, συλλαμβάνεται ο  Roberto Sandalo,  από τα κορυφαία στελέχη της ηγετικής ομάδας ο οποίος, έναν μήνα μετά την σύλληψή του, ξεκινά μια διαδρομή συνεργασίας με τους ερευνητές, αποδεχόμενος ανάμεσα στα άλλα την συμμετοχή του στις εκτελέσεις  Ghiglieno, Civitate e Mana.[30]οι ομολογίες του, μαζί με εκείνες του Michele Viscardi, επέτρεψαν στους αστυνομικούς να συλλάβουν, τον δεκέμβρη του  1980, 165 μέλη της PL (που στην πραγματικότητα σχεδόν εκμηδενίζεται) και να γνωρίσουν ονόματα και στελέχη της οργάνωσης όπως, για παράδειγμα, εκείνο του  Marco Donat Cattin, γιου του Carlo, ήδη εξέχοντος στελέχους της Χριστιανικής Δημοκρατίας,  Democrazia Cristiana και εκείνη την εποχή υπουργού Εργασίας και αναπληρωτή γραμματέα του κόμματος, ministro del Lavoro , e vicesegretario del suo partito.[3]

όπως αποκαλύπτεται στα έγγραφα της κοινοβουλευτικής επιτροπής έρευνας (στην συνεδρίαση της 29ης μαίου 1980), που αφορούν στην μαρτυρία του  Carlo Donat Cattin, στις 24 απριλίου, λίγο πριν την σύλληψή του, ο Sandalo συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό, Francesco Cossiga ο οποίος, ύστερα από αίτημα του συναδέλφου του στο κόμμα, είχε τεθεί στα ίχνη του φυγόδικου γιού του .[31]οι ομολογίες του Sandalo διασταυρώθηκαν λοιπόν με εκείνες του  Patrizio Peci, διοικητή της φάλαγγας των ερυθρών Ταξιαρχιών του Τορίνο, capo colonna delle Brigate Rosse di Torino, ο οποίος είχε συλληφθεί προηγουμένως στις 19 φεβρουαρίου και ο οποίος, την δεύτερη ημέρα της ανακρίσεώς του (στις 2 απριλίου), επιβεβαίωσε πως είχε μάθει πως ο  Marco Donat Cattin είναι μαχητής της PL.[31]

στις 5 μαίου 1980, εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης για τον Marco Donat Cattin για »συμμετοχή και οργάνωσης ένοπλης ομάδας με το όνομα Πρώτη Γραμμή», per «partecipazione e organizzazione di banda armata denominata Prima Linea«.[32] την ίδια ημέρα κατά την οποίαν η είδηση παρουσιάζεται από τις εφημερίδες, και πριν ακόμη συλληφθεί, ο  Donat Cattin καταφέρνει όμως να το σκάσει στην Γαλλία, in Francia. η φυγή του υπήρξε αντικείμενο σκληρής διαμάχης στον πολιτικό κόσμο που συμπεριέλαβε τον πατέρα του και τον τότε πρωθυπουργό Κοσίγγα, il padre e l’allora presidente del ConsiglioFrancesco Cossiga, ο οποίος κατηγορήθηκε πως πληροφόρησε προληπτικά τον Carlo Donat Cattin όσον αφορά τις έρευνες για τον γιο του και πως μάλιστα τον διευκόλυνε στην φυγή του στο εξωτερικό. riguardo alle indagini sul figlio e di averne addirittura agevolato la fuga all’estero. οι μετέπειτα έρευνες δεν έδειξαν καμία ευθύνη από πλευράς Cossiga.[33]

στις 20 δεκεμβρίου 1980 ο  Marco Donat Cattin τελικά εντοπίζεται και συλλαμβάνεται στο Παρίσι,  a Parigi και στην συνέχεια εκδίδεται στην Ιταλία, τον φεβρουάριο του  1981. λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 5 δεκεμβρίου, 95 μαχητές που παίρνουν μέρος στην Prima Linea διώκονται για ένοπλη ομάδα, χάρη στις αποκαλύψεις του μετανιωμένου  Roberto Sandalo: ανάμεσα στους κατηγορούμενους φιγουράρουν οι Roberto RossoSusanna RonconiMarco Donat Cattin e Maurizio Bignami.[34]

το 1981 στο Barzio, στην επαρχεία του Κόμο, provincia di Como, λαμβάνει χώρα ένα νέο Συνέδριο,una nuova Conferenza της Οργάνωσης που αποφασίζει την διάλυση της Prima Linea και την γέννηση ενός νέου οργανωτικού πόλου, e la nascita del nuovo Polo Organizzato,[2] ένα δίκτυο  προστασίας για τους μαχητές οι οποίοι αναζητούνται. στα δεύτερα μισά του ιδίου έτους, ενώ οι επιζήσαντες ατομικά συγκλίνουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες,  nelle Brigate Rosse, τα πιο γνωστά στελέχη, που βρίσκονται ακόμα ελεύθερα, καταφέρνουν να ανασυνταχθούν σε δυο ομάδες: i Nuclei comunisti combattenti, κομουνιστικοί μαχητικοί Πυρήνες οδηγούμενοι από τον  Sergio Segio, και οι οργανωμένοι κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση,  Comunisti organizzati per la liberazione proletaria, ένας σχηματισμός που είχε για σκοπό την απελευθέρωση των κρατουμένων για ένοπλη μπάντα και για πολιτικά αδικήματα γενικότερα, οδηγούμενοι από την  Giulia Borelli.[3]

§1982-1983: η διάλυση

στις 3 ιανουαρίου 1982, ο Segio, και άλλοι μαχητές, καταφέρνουν ν’ ανοίξουν ένα πέρασμα στον περιμετρικό τοίχο της φυλακής στο Rovigo και να ελευθερώσουν την συντρόφισσά του, Susanna Ronconi, η οποία δραπετεύει μαζί με 3 άλλες φυλακισμένες της  Prima Linea. στην διάρκεια της έκρηξης, όμως, σκοτώνεται ένας περαστικός, ο Angelo Furlan.[15]

στην διάρκεια της δίκης της Prima Linea στην Firenze, το 1983,  η απόφαση αυτοδιάλυσης ανακοινώνεται επίσημα. η απόφαση είχε επικυρωθεί σε Συνέδριο εσωτερικό της οργάνωσης που είχε γίνει στην φυλακή του  Torino της άνοιξη-καλοκαίρι 1983, και που στην συνέχεια επεξηγήθηκε σε ένα μακρύ μανιφέστο με τίτλο »Είναι πως έχετε έναν καταραμένο τοίχο στο κεφάλι σας», “Sarà che avete nella testa un maledetto muro” (noto anche come Il Muro), [γνωστό και ως ο Τοίχος], στο οποίο θεσπίζεται η παραίτηση στα όπλα.[2]στο έγγραφο, με το οποίο οι μαχητές παίρνουν  αποστάσεις τόσο από την ταξιαρχίτικη ορθοδοξία όσο και από τα φαινόμενα διάστασης των πρώτων μετανιωμένων, αναδύεται η λήψη απόστασης από την ένοπλη πάλη και, ταυτοχρόνως, η συνέχιση της πολιτικής δέσμευσης διαμέσου άλλων εργαλείων, »συγκρουσιακής διαμεσολάβησης», di «mediazione conflittuale«.

« η παρτίδα που παίζεται είναι η ικανοποιητική ανάκτηση μιας επαναστατικής διαδικασίας τελικά απηλλαγμένης από κάθε ολοκληρωτική υπόθεση που θα πτωχοποιεί τον τεράστιο πλούτο και την πολυπλοκότητα των ανταγωνιστικών πρακτικών. πρέπει να αντιληφθούμε την βαθιά επιθυμία ελευθερίας, των προσωπικών και συλλογικών ελευθεριών που διατρέχει το σώμα της κοινωνίας και, οπότε, να συνδεθούμε με εκείνα τα κινήματα που διεισδύουν, διασχίζουν, τέμνουν το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας,  μεταφέροντας επίσης στο εσωτερικό του ριζοσπαστική κριτική, αλληλεπιδρώντας μαζί του για να επιβάλλοντας  εκ νέου τροποποιήσεις ή αποσπώντας νίκες. […] είναι η περίπτωση μεγάλων δημοφιλών επιλογών σε θέματα κοινωνικών ελευθεριών και ανθρωπίνων ανθρώπινων πεπρωμένων, διαζύγιο, εκτρώσεις, πυρηνικοί σταθμοί, κλπ. »
(από το ντοκουμέντο »ο Τοίχος», ιούνιος 1983 – Dal documento “Il Muro”, giugno 1983[35])

στην ιστορία της, η Prima Linea ήταν παρούσα κυρίως σε CalabriaCampaniaEmilia-RomagnaLazioLombardiaPiemontePugliaToscana και Veneto και, στην δραστηριότητά της, ενεπλάκησαν  923 άνθρωποι.[2]

§γεγονότα που ακολούθησαν

στις 21 φεβρουαρίου 1987 (ακολουθώντας αυτό που είχαν ήδη κάνει οι Sergio D’Elia και Maurice Bignami) Federico Alfieri, Gianfranco Mattacchini, Adriano Roccazzella, Rosaria Roppoli, Paolo Zambianchi, Roberto Rosso, Liviana Tosi, Susanna Ronconi, Sergio Segio, Paolo Cornaglia, κρατούμενοι στην φυλακή του  Torino και καταδικασμένοι για αδικήματα σχετικά  με την ιδιότητα του μέλους τρομοκρατικής ομάδας, γράφονται στο ριζοσπαστικό κόμμα,  si iscrivono al partito radicale[36] φέροντας εις γνώσιν τα ιδεολογικά κίνητρα με μια μακρά επεξηγηματική επιστολή γύρω από το θέμα :  Le regole del gioco e la democrazia., »οι κανόνες του παιχνιδιού και η δημοκρατία». το κείμενο διακηρύσσει την εγκατάλειψη λανθασμένων επιλογών τόσο στις μεθόδους που είχαν χρησιμοποιηθεί όσο και στις οπτικές που είχαν επιλεγεί για την ανάλυση της ιταλικής πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης εκείνου του καιρού.

« όταν, πριν λίγο χρόνο, επιλέξαμε και ζητήσαμε την εγγραφή στο ριζοσπαστικό Κόμμα, το κάναμε ζητώντας την δεύτερη ταυτότητα, παρά το ότι δεν κατέχαμε την πρώτη. με αυτό θέλαμε να υπογραμμίσουμε την σύνεση, τις αμφιβολίες, ίσως και την συστολή μας, με την οποίαν πλησιάζουμε στο δύσκολο πρόβλημα των κανόνων του παιχνιδιού, της δημοκρατίας. πρόβλημα δύσκολο όχι μόνο για εμάς που το πλησιάζουμε αυτή την στιγμή σαν νεοφώτιστοι, έχοντας ανατρέψει τις παρελθούσες οπτικές  […] εμείς δεν έχουμε να δώσουμε μεγάλους ορισμούς; έχουμε μόνο την ζωντανή ανάμνηση μιας εποχής που μόλις ολοκληρώθηκε, τελειώνοντας σαν τραγωδία  […] θέλουμε λοιπόν η πρώτη ταυτότητα να εκφράζει τις αμηχανίες μας και τις δυσκολίες μας στο να πλησιάσουμε τα μεγάλα θέματα τα οποία ο παρόν χρόνος θέτει; με την δεύτερη ταυτότητα, που κοιτάζει προς το μέλλον, διακινδυνεύουμε, παραθέτουμε την διάθεσή μας για συμμετοχή και για συνάντηση στα πολλά επίπεδα που η πραγματικότητα αυτής της χώρας όπως και η διακρατική προσφέρουν με την ριζοσπαστικότητα που διαπερνά τις καταστάσεις . »
(Notizie Radicali n· 62 del 18 marzo 1987[37]), Ριζοσπαστικά Νέα

την πρώτη μαίου 1987 η αντάρτικη οργάνωση επίσημα κηρύσσεται διαλυμένη παραδίδοντας τον εαυτό της στο Διακρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα,  consegnandosi nelle mani del Partito Radicale Transnazionale

ο Sergio Segio, ένας από τους  leader, αφού έχει εκτίσει ποινή 22 χρόνων, εργάζεται για την αποκατάσταση μειονεκτούντων της κοινωνίας συνεργαζόμενος σε αυτό με τον πατέρα, donLuigi Ciotti.[38]  έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα γύρω από τις θεματικές της φυλακής και το 2005 βγήκε το βιβλίο του «Miccia Corta«, που μιλά για την ιστορία της  PL.

ο Marco Donat-Cattin, ελεύθερος από τον μάιο του 1987, πέθανε στις 18 ιουνίου  1988, στον αυτοκινητόδρομο  Serenissima, κοντά στα διόδια της Verona sud, αφού τον παρέσυρε αυτοκίνητο την ώρα που, έχοντας κατέβει από το δικό του, προειδοποιούσε τα αυτοκίνητα που διέρχονταν να κόψουν ταχύτητα για να αποφύγουν ένα ατύχημα στο οποίο και αυτός ο ίδιος είχε ελαφρά εμπλακεί.[39]

στις 10 απριλίου 2008 ο Roberto Sandalo συνελήφθη από τους Καραμπινιέρους της  ROS και τους αστυνομικούς της  DIGOS του Milano μετά από παραγγελία σύλληψης που είχε σχέση με επιθέσεις στα τζαμιά και στα πολιτιστικά ισλαμικά κέντρα του Μιλάνο που συνέβησαν τους μήνες που προηγήθηκαν.[40]

ο Sergio D’Elia, στις πολιτικές εκλογές του απριλίου 2006 εκλέχθηκε βουλευτής στην Camera dei deputati για την Rosa nel Pugno και στην συνέχεια ορίστηκε σαν γραμματέας στην Προεδρία της Κάμερας, ed è in seguito stato nominato segretario alla Presidenza della Camera. είναι Γραμματέας της ριζοσπαστικής ένωσης  Nessuno Tocchi Caino, [σε ελεύθερη μετάφραση Κανείς να μην αγγίξει τον Κάιν], που ιδρύθηκε το 1993, με στόχο να καταργηθεί η ποινή του θανάτου. είναι επίσης μη βίαιος ακτιβιστής , un attivista nonviolento ενάντια στα βασανιστήρια, contro la tortura , e in difesa dei diritti umani in Italia e nel mondo, υπερασπιζόμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ιταλία και σε όλον τον κόσμο.

§Esponenti di Prima Linea, κάποιοι από τους μαχητές

§Filmografia, ταινία

  • «La prima linea«, του Renato De Maria, film που βγήκε στις αίθουσες το 2009 και είναι ελεύθερα εμπνευσμένο από το βιβλίο »Κοντό Φυτίλι»του  Sergio Segio, «Miccia Corta»[41]

§Note, σημειώσεις

  1. ^ a b c Agasso, 2013, p. 18
  2. ^ a b c d e f g h i j k Prima linea: lo spontaneismo armato comunista su Arianna Editrice.
  3. ^ a b c d e f g h Movimentismo e militarismo. Prima Linea anima armata del ‘68 su Gnosis.
  4. ^ a b c d e Breve storia di Prima Linea su Settantasette.
  5. ^ Relazione della Commissione Parlamentare sul Terrorismo in Archivio ‘900
  6. ^ a b Agasso, 2013, p. 19
  7. ^ Schede/1976/Enrico Pedenovi su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  8. ^ Il delitto Pedenovi su Blog di Ugo Maria Tassinari.
  9. ^ È stato vittima di pazzi criminali Dopo i delitti sciavano al Sestriere su Archivio ‘900.
  10. ^ Schede/1977/Giuseppe Ciotta su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  11. ^ L’ex terrorista su Facebook: nella mia vita solo danni su il Corriere della Sera.
  12. ^ Caduti a Milano e in Lombardia per fatti di eversione e terrorismo tra il 1969 e il 1982 su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  13. ^ Giancarlo Niccolai insignito della medaglia d’onore su il Tirreno.
  14. ^ a b c d Agasso, 2013, p. 36
  15. ^ a b c d e f g Cronologia di Prima Linea su Renatadurando.com.
  16. ^ Galli, 2007, p. 139
  17. ^ Omicidio di Domenico Bornazzini, Carlo Lombardi e Piero Magri, 1º dicembre 1978 su Rete degli archivi.
  18. ^ Schede/1978/Domenico Bornazzini su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  19. ^ Agasso, 2007, p. 130
  20. ^ Galli, 2007, p. 145
  21. ^ Galli, 2007, p. 150
  22. ^ Ex terrorista confessa omicidio di un agente: reato prescritto in Il Corriere della Sera.
  23. ^ Agasso, 2013, p. 37
  24. ^ Cinquant’anni di bombe, terrorismo e violenza politica – 1979 su Aivit.
  25. ^ di Torino
  26. ^ Galli, 2007, p.158
  27. ^ 1980: il terrorismo in Brianza su Associazione culturale Storia&Territorio.
  28. ^ L’uccisione del giudice Guido Galli in il Fatto Quotidiano.
  29. ^ Cronologia di Prima Linea in «Renatadurando.com»
  30. ^ Biografia di Roberto Sandalo su il Corriere della Sera.
  31. ^ a b L’affare Donat Cattin su Fondazione Italiani.
  32. ^ AaVv, 1992, p. 906
  33. ^ Cossiga, Donat-Cattin e la rivelazione sul figlio terrorista in Il Corriere della Sera.
  34. ^ AaVv, 1992, p. 942
  35. ^ La Storia di Sergio D’Elia in Nessuno tocchi Caino
  36. ^ Notizie Radicali n· 62 del 18 marzo 1987 su Radio Radicale.
  37. ^ Notizie Radicali del 18 marzo 1987 in Radio Radicale
  38. ^ Sergio Segio. Militante politico su Archivio ‘900.[1]
  39. ^ Fermatevi fermatevi è un’auto l’ha falciato in la Repubblica.[2]
  40. ^ Attentati a moschee e centri islamici arrestato Sandalo (ex Prima Linea) in la Repubblica.[3]
  41. ^ Scamarcio e Mezzogiorno armati attraversano le strade di Adria in Il Resto del Carlino.[4]

§Bibliografia, βιβλιογραφία

ο τσάμικος

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΚΚ. στη χώρα του ποτέ…ή 10

από την Bologna, Σεπτέμβρης ’77

Να συνεχίσουμε όμως με τον άλλο ‘καμένο’ της υπόθεσης των εις βάρος μου καταθέσεων και της δικογραφίας, τον καημένο τον Μένιο
θα είχα σταματήσει, έχουν όμως ενδιαφέρον στη συνέχεια τα λόγια του διότι θα μιλήσει για πράγματα που δεν ακούσαμε μέχρι τώρα. Δικός σας :
‘Γεννήθηκα στην Μάσσα 36 χρόνια πριν, είμαι ναυαγοσώστης, έβγαλα το δημοτικό και μένω στην Σαρζάνα.’
‘Ανήκα στον ‘Συνεχή Αγώνα’. Μερικές φορές έλαβα μέρος σε διαδηλώσεις, σε καταλήψεις σπιτιών, σε ‘κόκκινες’ αγορές, γι αυτό το γεγονός δικάστηκα. Δεν ανακατεύτηκα ποτέ με το ένοπλο.
Είμαι δραστήριος δημοκράτης και μπορεί να το αποδείξει όλη η κωμόπολη μου, απ’ τον Δήμαρχο μέχρι τον τελευταίο πολίτη. Έχω συγκρουστεί με τους συντρόφους που χρησιμοποιούσαν την ένοπλη βία. Ακριβώς στην Μπολόνια [στο πανιταλικό συνέδριο της Αυτονομίας, τον σεπτέμβρη του ’77], συγκρούστηκα βίαια με εκείνους του συλλόγου Σάντα Κρότσε [σύντροφοι άλλου κομματιού της αυτονομίας της πόλης της Φλωρεντίας] πάνω στις κερκίδες του Παλάτσο ντέλλο Σπόρτ. Θα πω με την ευκαιρία πως στα μέρη μας δεν μπόρεσε να εισχωρήσει καμία ομάδα που ανήκε στο οπλισμένο κόμμα, αυτό οφείλεται στο φύλαγμα που έγινε από μένα και τους συντρόφους μου. Μέχρι την δολοφονία του Μόρο τους θεωρούσα συντρόφους που κάνανε λάθη αλλά μετά άλλαξα γνώμη και έγινε τελείως αρνητική.

Bologna 11 Marzo 77 Fatti Nostri

Συμμετείχα στην ομάδα περιφρούρησης του Σ.Α. της κωμόπολης μου.
Στην Πίζα το ’77 συγκρούστηκα με αυτούς της Santa Croce επ’ ευκαιρία του θανάτου του Σεραντίνι. Κάναμε ομάδα περιφρούρησης μαζί με άλλους μπροστά στα καταστήματα όπλων. Έκαναν απαλλοτριώσεις σε άλλα καταστήματα και μπήκαμε στην μέση. Τότε ήταν που έμαθα πως είχα κτυπήσει τον αδελφό του Φαίδωνα, σύντροφο και φίλο του Σπανού. Μεταξύ των χτυπημένων ήταν και ο Βρούτος’, [γνωστός στον χώρο της αυτονομίας της Φλωρεντίας, του συλλόγου Σάντα Κρότσε].’

  • [Να πω με την ευκαιρία πως ο χώρος αυτός δεν είναι κάτι ενιαίο, μία οργάνωση. Κίνημα είναι. Οι κολεκτίβες συζητούν μεταξύ τους, έχουν διαφορές, συνεργάζονται, δεν έχουν όμως ενιαία γραμμή. Ρομάνοι, Τορινέζοι, Παντοβάνοι, Βενετσιάνοι, Μιλανέζοι, κλπ, Πόρτο Μαργκέρα, Μπολονιέζοι, οι γνωστότερες μαζώξεις. Μιλάμε για χιλιάδες αγωνιστές, η κάθε πόλη κατεβάζει στο δρόμο μεγάλες πορείες και διαδηλώσεις και οι σύντροφοι δραστηριοποιούνται σε όλους τους κοινωνικούς χώρους.
    Η γροθιά σηκωμένη σε σχήμα περιστρόφου!]

Συνεχίζει :
‘στην Μπολόνια έκανα πολλές επεμβάσεις ενάντια στις προτάσεις, που υποστήριζαν οι ‘Βόλσι’, [οι Ρωμαίοι σύντροφοι, πήραν το όνομα από τον δρόμο στον οποίο είχαν τα γραφεία τους] και άλλοι εξτρεμιστικοί σύλλογοι, επίθεση στη φυλακή ή άλλες φασαρίες. Υποστήριξα τη βίαιη απομάκρυνση των ταραχοποιών από τις διαδηλώσεις, και φράξιες του Συνεχή Αγώνα με κριτικάρανε ανοιχτά.’
Μιλάει για τους γνωστούς του στην Πίζα και πως έκανε παρέα με την κόρη του Λουτσιάνο ντέλλα Μέα, [ιστορική φιγούρα της εξωκοινοβουλευτικής επαναστατικής αριστεράς, αδελφός του επίσης γνωστού τραγουδοποιού Ιβάν], αναφέρει τα γεγονότα που με αφορούν και για τα οποία ήδη σας μίλησα. Μιλά για τα άτομα του κύκλου του Σπανού που γνώριζε. Αρνείται πως γνωρίζει τον βοσκό για τον οποίο μιλά ο φίλος του.

Τον ρωτούν για την αγορά δέκα αλεξίσφαιρων γιλέκων που έγινε από κάποιον Ρένο και απαντά πως τον γνωρίζει διότι διατηρούσε κάμπινγκ στην παραλία. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί ο τάδε του χρεώνει την αγορά των γιλέκων, πράγμα που αποκλείει απόλυτα.
Του γνωστοποιούν πως οι δηλώσεις του Ρένο είναι ακριβείς, τότε απαντά με το περίφημο: ‘ίσως κατηγορεί εμένα γιατί σ’ αυτό το σημείο με παίρνουν για τον χαζό του χωριού’. Και πως αναφέρθηκε το όνομά του για να καλυφθούν τα άτομα που πραγματικά αγόρασαν τα γιλέκα. ‘Προφανώς, οφείλοντας να διαλέξει ανάμεσα σ’ εμένα που το πολύ να του έδινα ένα γερό ξύλο και αυτού που θα μπορούσε να τον βγάλει απ’ την μέση, διάλεξε το μικρότερο κακό’.
‘Έλεγε πως έχει επαφές με μπος-νονό του υποκόσμου. Με αποκαλούσε τρομοκράτη αστειευόμενος γιατί ανήκα στον Σ.Α.’
‘Δέν έχω επαφές με τον υπόκοσμο. Γνωρίζω τους φίλους μου από καιρό και μπορώ να ορκιστώ ότι δεν έχουν σχέση με την τρομοκρατία και τον υπόκοσμο’.
‘Η περιφρούρηση για την οποία μίλησα συνίστατο στο ν’ αφιερωθούμε πολιτικά σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, απ’ το πρόβλημα των ναρκωτικών μέχρι εκείνο της ελεύθερης ραδιοφωνίας’.

  • Και ερχόμαστε στον Αντόνιο. Φιορεντίνος, 27 χρονών, παντρεμένος, με ένα παιδάκι.
    Απασχολεί την δικαιοσύνη το ’78, τον Νοέμβρη, μιλά για προσωπικά θέματα και αναφέρει πως ‘ο Πέτρος κι εγώ εδώ και καιρό, έχουμε την τάση να κάνουμε χρήση ναρκωτικών ουσιών’, γι αυτό και του έστειλα ένα δέμα που περιείχε μία δόση χασίς, όταν εβρίσκετο στην Σαρδηνία.’
    Τότε κάνει νύξη ‘στον μεγάλο αρχηγό’, σε γράμμα του στον Πέτρο, λέγοντας πως εννοεί τον πατέρα του.
    Τα σοβαρά ξεκινούν Γενάρη του ’80
    δηλώνει πως ανήκε στον ‘Συνεχή Αγώνα από το 1970 και βγήκε μετά από μια περίοδο φυλάκισης [δεν αναφέρει τον λόγο] δύο μηνών. Αποξενώθηκε απογοητευμένος από κάθε φόρμα πολιτικής δραστηριότητας και χρησιμοποίησε ηρωίνη.

Λαμβάνει μέρος στην κατάληψη του Μπόργκο λα Κρότσε, πίσω από την πλατεία Σάντα Κρότσε, γιατί εκείνο το διάστημα δεν είχε σπίτι. Λίγο νωρίτερα βέβαια έχει αναφερθεί στο γράμμα που έστειλε στον φίλο του τον Πέτρο, τότε που έκανε λόγο για ‘τον μεγάλο αρχηγό’. Λέει λοιπόν πως αναφέρεται στον πατέρα του ο οποίος έχει μάθει πως το διάστημα αυτό συζεί στο σπίτι με την γυναίκα του και ένα ακόμη άνδρα,σκέφτεται να χωρίσει, δεν ξέρει τι να κάνει, ίσως γι αυτό να διάλεξε να πάρει μέρος στην κατάληψη, μέχρι να καταλήξει στη λύση του αδιέξοδου στο οποίο έχει βρεθεί.
‘Η πρωτοβουλία ανήκε στον σύλλογο Σάντα Κρότσε. ‘

Αναφέρει τον γνωστό Βρούτο που είχε χτυπήσει ο Μένιος και κάποια άλλα ονόματα, άσχετα με την υπόθεσή μας. Πρέπει να είναι αρχές του ’77. Η σύλληψή του είχε γίνει τον Οκτώβρη του ’75.
‘Στην κατάληψη πήραν μέρος όλες οι εξωκοινοβουλευτικές συνιστώσες της Φλωρεντίας, η ‘Ενωση Ενοικιαστών’ με επικεφαλής τον τάδε, ο’ σύλλογος συσσίτιο’, θυμάται εμένα και ένα ακόμη παλικάρι που έχει συλληφθεί εκείνο το διάστημα,αυτόν που ο Σαβέριο ονομάζει ‘φαντασμένο’, τον Ρούλη. Επίσης ο ‘σύλλογος αρχιτεκτονική’ και ονοματίζει τον Νάκη σαν υπεύθυνο, με το κόκκινο αυτοκίνητο, παντρεμένο, με ένα παιδάκι. Θυμάται και άλλους, τον Σάσσο αλλά και μερικούς της άλλης συνιστώσας της αρχιτεκτονικής,συνδεδεμένους με τον Άγγελο και τον Όμηρο. Παίρνει επίσης μέρος και η ‘Προλεταριακή Δημοκρατία’ [ένωση εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων που θα πάρει μέρος στις εθνικές εκλογές] όπως και το ‘Σοσιαλιστικό κόμμα των ενωμένων Προλετάριων’.

‘Κατά την διάρκεια της κατάληψης πήρε την πολιτική διεύθυνση η περιοχή της αυτονομίας και είχε σαν συνέπεια την απομάκρυνση της ‘Προλεταριακής Δημοκρατίας’ και της Ένωσης ενοικιαστών’.
‘Έτσι λοιπόν ο προσανατολισμός της οργανωμένης αυτονομίας επικράτησε, έχοντας σημείο αναφοράς στην πρακτική της παρανομίας των μαζών, δηλαδή καταλήψεις μέχρις εσχάτων, απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Η τελευταία περικλείει μία πλειονότητα από φόρμες, όχι περιορισμένη στα ενοίκια, αλλά εκτεταμένη, πχ στην τιμή του σινεμά, των ειδών διατροφής και παρόμοια’.

‘Η θέση μου εκείνο τον καιρό συμπίπτει με αυτή του συλλόγου Σάντα Κρότσε που ήταν σε διαφορετική θέση εν συγκρίσει με εκείνη του Συσσιτίου και της Αρχιτεκτονικής, που ενεργούσαν συγχρόνως, αφού αυτοί οι δύο τελευταίοι υποστήριζαν την ανάγκη να φτάσουν στην ικανοποίηση των αναγκών διά μέσου της πρακτικής των απαλλοτριώσεων.
Μετά κατάλαβα και θα επιμείνω ότι αυτή η θέση των δύο συλλόγων ήταν σε λειτουργία με μία συζήτηση πιό γενική του οπλισμένου κόμματος.’

‘Βρέθηκαν προκηρύξεις με τις οποίες διεκδικείτο η απαλλοτρίωση στη Βόγκουε Shop, κατάστημα πολυτελείας, μονογραμμένες ‘Προλεταριακές Περιπολίες’, ενάντια στην ακρίβεια της ζωής. Δεν μας άρεσε που βρέθηκαν αυτές οι προκηρύξεις αφού μία ενδεχόμενη έρευνα της αστυνομίας θα κατονόμαζε ως υπεύθυνους όλους εμάς. Και σαν σύλλογος Σάντα Κρότσε διαφωνήσαμε και με το περιεχόμενο.
Συνέχισαν να μπαίνουν και άλλες πάντα με την υπογραφή των Περιπολιών και διεκδικείτο ως σπουδαία πράξη όχι μόνο η απαλλοτρίωση ρούχων αλλά και οι εισπράξεις, χρήματα που θα χρησίμευαν για την οργάνωση.

Σκεφτήκαμε πως ήταν πρόκληση της αστυνομίας, έγινε έρευνα, τίποτα.
Ξανάρθαν προκηρύξεις, αυτή τη φορά υπογεγραμμένες από την ‘Πρώτη Γραμμή’. Υπήρχε και ένα πολυβόλο σαν σύμβολο.
Ανάλογες προκηρύξεις βρέθηκαν και σε άλλη κατάληψη, ενός ξενοδοχείου, στην οδό Καλτσαϊουόλι, στην οποία προχώρησαν αυτοί που είχαν αποξενωθεί από τη δική μας, όπως και κάτω από τις στοές στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου.
Αυτό το έγγραφο είχε θεωρητικό χαρακτήρα, διηγότανε τη γέννηση, τους σκοπούς της Οργάνωσης, θέτοντας επίσης την διάκριση της Ομάδας αυτής από αυτή των Ερυθρών Ταξιαρχιών,
πως ήταν η ένωση των διάφορων Ομάδων Φωτιάς που ενεργούσαν στο ιταλικό έδαφος.’

Αναφέρει πως εκείνοι του ‘συσσιτίου’ και της ‘αρχιτεκτονικής’ ετόνιζαν την αναγκαιότητα να υπάρχουν συνδέσεις ανάμεσα στους αυτόνομους συλλόγους και αναφέρονταν στην εφημερίδα ‘Χωρίς Ανακωχή’.
‘Ονομάζονταν ‘Κομμουνιστικές Επιτροπές‘ αυτοί οι σύλλογοι.’

Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’,λέει.
‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.

Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.

‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
μιάς μέρας Επαναστατικής’.

‘Σε αυτή την καινούρια εκτίμηση μιάς τέτοιας εμπειρίας,επίσης κάτω από το σπρώξιμο και την πίεση των ‘επιτροπών’ τέθηκε στην ομάδα μας εκείνο του να κάνουμε μία εκλογή πολιτική και οργανωτική ανάλογη με το νέο αναληφθέν επίπεδο από την σύγκρουση της τάξης.’
Φτιάχνουν λοιπόν την ομάδα τους και ονοματίζει τα αγόρια και τα κορίτσια.Ο Φαίδων, ο Σπανός, ο Πέτρος, η Αμάντα κ.α.
‘Επρεπε να επιλέξουν μέσα στο μεγάλο χώρο της αυτονομίας σαν σημείο αναφοράς
-τις Ερυθρές Ταξιαρχίες για τις οποίες όμως δεν γνώριζαν τίποτα,
-το ρεύμα των ‘επιτροπών’- ‘χωρίς ανακωχή’
-και εκείνο της αυτονομίας της μάζας, δραστηριότητα που αναπτύσσεται με τρόπο οργανωμένο με μία επαλήθευση του προγράμματος και των δραστηριοτήτων διά μέσω τω συζητήσεων στις συνελεύσεις στο εσωτερικό της κίνησης.’

‘Διαλέγουν αυτό το τελευταίο,τρίτο ρεύμα και όλοι παρατηρούν πλέον πως η ομάδα αρχίζει να αποκτά τη δική της ταυτότητα.
Και εκεί που ο Βρούτος, για τον οποίο ξαναμιλήσαμε, ο γνωστός, που εκπροσωπεί τον Σύλλογο της Σάντα Κρότσε στραβώνει, ‘ο Μίκης Μαυρόπουλος είδε το πράγμα με καλό μάτι, και άρχισε ένα διάλογο με εμάς, υπογραμμίζοντας τη σπουδαιότητα του να οργανωθούμε σε μία ομάδα που να δρα σε επίπεδο περιοχής της Φλωρεντίας’.
Αναφέρει τρία, τέσσερα ακόμη ονόματα με τα οποία κρατούσε επαφές, γνωστά από τους προηγούμενους καταθέσαντες [ τη Φιόνα, τον Ντίνο, τον Σάσσα, τον Νάκη και τον Κώστα] και κλείνει, για να επανέλθει την επομένη :

ξαναμιλάει για την ομάδα του λέγοντας πως στην αρχή η δραστηριότητά της ήταν βασισμένη ουσιαστικά στην πολιτική συζήτηση. ‘Υπήρχαν επαφές με τον Μίκη, που κρατούσα ειδικότερα εγώ, αλλά δεν δινόταν μεγάλο βάρος στις προτάσεις αυτού.’
Αναφέρεται σε κάποιο επεισόδιο, όταν τους ζήτησαν αυτοί του συλλόγου Σάντα Κρότσε βοήθεια, διότι είχαν προβλήματα με αυτούς της αρχιτεκτονικής. ‘Για εξωτερική προστασία που έκαναν εντελώς άοπλοι.
Οι της Σάντα Κρότσε, πέντε με έξι άτομα ήταν μασκαρεμένοι και πιθανόν οπλισμένοι.

Αιτία η υπεξαίρεση από την σχολή της αρχιτεκτονικής πολύγραφου, φωτοτυπικών, γραφομηχανών που πήραν αυτοί της Σάντα Κρότσε κατά την διάρκεια κατάληψης της σχολής. Αυτούς τους οδηγούσε ο Ντίνος. Οι Σαντακροτσίτες υποστήριζαν ότι δεδομένου ότι αυτά τα πράγματα αποσύρθηκαν κατά τη διάρκεια κατάληψης ανήκαν στο κίνημα και δεν στηρίζονταν το γεγονός ότι ανήκαν σε συγκεκριμένο γκρούπ.
Τελικά δεν έγινε κατανοητό εάν η συνάντηση έγινε για να μοιρασθούν τα αντικείμενα ή να τοποθετηθούν κάπου για κοινή χρήση.
Αργότερα υπήρξαν και συλλήψεις γι αυτή την υπόθεση.’

Ξαναγυρίζοντας στην ομάδα τους, ‘υπήρξε κάποια περίοδος απραξίας που πήρε όλο το ’77, από το καλοκαίρι και μετά.’
‘Περνούσαμε τον καιρό μας να ονειρευόμαστε την ιδέα της επανάστασης και ‘καπνίζαμε’.
Πήγαν στην Μπολόνια, στην εθνική συνάντηση της αυτονομίας, καμιά 15αριά από αυτούς.
Μετά ξεκινούν οι πραγματικές επαφές μαζί μου :
‘Το γκρούπ μας είχε κατανοήσει ήδη, και μετά τις παρεμβάσεις που έγιναν στην Μπολόνια, τη διπολική όψη της ταξικής πάλης που συγκεκριμενοποιούνταν από τη μία πλευρά στην ύπαρξη οργανωμένων πρωτοπορειών και από την άλλη στην αντίληψη της μαζικής παρανομίας’.

Άρχισαν να συγκεντρώνονται μεταξύ τους, έκαναν και κάποιες πιό ανοιχτές συναντήσεις με αυτούς της Σάντα Κρότσε ή σε μερικές από αυτές με μερικούς πρώην μαχητές της Εργατικής Πρωτοπορείας.
Διαφορετικά ήταν και τα περιεχόμενα των συγκεντρώσεων.
Μεταξύ τους κουβέντιαζαν για τη δημιουργία τομέων όπως πχ το επιμελητειακό, αντιπληροφόρηση κλπ.
Με τους υπόλοιπους πάνω σε θέματα μαζικής παρανομίας όπως καταλήψεις, μειώσεις τιμών και παρόμοια.
‘Ο Μίκης μου έλεγε πως είμαστε πιά στο πρόγραμμά τους, και ότι συνεπώς δεν είχε νόημα να δρούμε αυτόνομα, και ότι ήταν σκόπιμο να κάνουμε δική μας την κληρονομιά της οργάνωσης και δηλαδή εκείνη των επιτροπών’.

‘Για να καταφέρουν να μας μπερδέψουν σε αυτή την ενωτική προοπτική ανατέθηκε στην ομάδα μας ένα καθήκον περιφρούρησης και υπεράσπισης στο εσωτερικό μιάς διαδήλωσης που γινόταν με μία πορεία,δίνοντάς μας και την δυνατότητα να καθορίσουμε με μια κάποια αυτονομία την επιλογή του δρομολογίου’.
‘Σ’ αυτή τη στιγμή οι επαφές μ’ εμένα κρατιόντουσαν από τον Μίκη αλλά εμφανίστηκε και ο Νάκης. Έλεγαν πως στη διάρκεια αυτής της διαδήλωσης θα πραγματοποιούνταν στόχοι, ότι θα υπήρχαν ομάδες που θα πραγματοποιούσαν τους στόχους στο εξωτερικό της πορείας και ότι θα υπήρχαν σύντροφοι που θα πραγματοποιούσαν μιά πιό μεγάλη προκάλυψη.

Καλά όλα αυτά αλλά διευκρινήσεις για τους στόχους δεν μας έδωσαν και αυτό προκάλεσε αμηχανίες. Έγινε η διαδήλωση κι αν θυμάμαι καλά ήταν εκείνη που κτυπήθηκαν το σπίτι του Γενικού Εισαγγελέα και το στρατόπεδο των Καραμπινιέρων και μάλλον ένα κτηματικό γραφείο που δέχτηκε επίθεση με μολότοφ.’
‘Δεν γνωρίζω τους υλικούς εκτελεστές.’

  • ας αλλάξουμε όμως λιγάκι το ύφος:

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος
Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος» έχει χάσει την ατομικότητά του, την ελευθερία του και την ικανότητά του να διαφωνεί, και να σκέφτεται κριτικά

 

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

 

 

αυτή είναι η μάνα μου:

DSC02226

  • και να σας πω δυο λόγια ακόμη, πως

ήμασταν χαρούμενοι γιατί ήμασταν μαζί, και η παρέα έγινε οργάνωση, και η οργάνωση μεγάλωσε και οπλίστηκε, ο οπλισμός υπήρξε αναγκαιότητα γιατί μας σκότωναν φασίστες κι αστυνομικοί ενωμένοι και καραμπινιέροι μαζί – και να τους αρπάξουμε την εξουσία μες απ’ τα  χέρια αναγκαιότητα επίσης – γιατί ασφυκτιούσαμε κάτω από την μπότα του συστήματος που είχαν στήσει μπουρζουάδες και ρεβιζιονιστές ενωμένοι, μάρτυρας ο μεγάλος Παζολίνι κι άλλοι πολλοί, και η εργατική τάξη στον δρόμο μας παράτησε, δεν μπορέσαμε κι εμείς να κάνουμε την μεγάλη μανούβρα την κατάλληλη στιγμή και να στρέψουμε το καράβι προς την αναστροφή πορείας στρατηγικής υποχώρησης όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να στραβώνουν και ο κόσμος έδειχνε την αποστροφή του προς τον μιλιταρισμό που είχαν διαλέξει οι οι πιο ‘εξτρεμιστές’ απ’ τους συντρόφους μας και τα πράγματα πήγαν κατά διαόλου με λίγα λόγια

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΗΗ. στη χώρα του ποτέ…ή 9

Να συνεχίσουμε με τις καταθέσεις των »μεταμεληθέντων» από την δικογραφία εναντίον μου:

 

Δεύτερος λοιπόν στη σειρά που κλατάρει είναι ο γνωστός μας πλέον Γιώργος ο ‘Σπανός’, 23 ετών, Φιορεντίνος.
Καλά ακούσατε. Τον έχουνε φωνάξει στις 9 Ιανουαρίου του ’80 και άρχισε να κελαηδάει χωρίς δεύτερη σκέψη ξεκαθαρίζοντας ευθύς εξ αρχής πως τον φωνάζουνε ‘σπανό’ από παιδί και πως όλοι τον γνωρίζουν με το παρατσούκλι του και τον αποκαλούν με αυτό.
Ξεκίνησε τον πολιτικό αγώνα μέσα από τον ‘Συνεχή Αγώνα’, μία από τις μεγαλύτερες οργανώσεις της Επαναστατικής Αριστεράς που διαλύθηκε το ’76, κι έτσι το ’77 τον βρήκε μαζί με κάποιους φίλους και συναγωνιστές από τον Σ.Α. να έχουν μία ομάδα. Τους κατονομάζει λέγοντας ιδιαίτερα για τον Αντόνιο,με τον οποίο θ’ ασχοληθούμε στη συνέχεια, πως ήταν ο υπεύθυνος της ομάδας περιφρούρησης του ΣΑ της Φλωρεντίας. Οι υπόλοιποι είναι ο Πέτρος, ο Λάκης, ο Φαίδων και ο Ανδρέας.

Τον πρώτο καιρό ασχολήθηκαν με την αντιπληροφόρηση, μάζευαν δηλαδή πληροφορίες γύρω από τους πολιτικούς αντιπάλους και σιγά-σιγά επεκτάθηκαν και στον χώρο της βιομηχανίας και των αφεντικών.
Μιλά για το πως ένας σύντροφός τους που είχε περάσει από την φυλακή, ο Πέτρος είχε γνωρίσει εκεί τον Ντίνο [αυτόν που ο Σαβέριο έχει κατονομάσει σαν ένα από τους αρχηγούς της ‘Πρώτης Γραμμής’,] ο οποίος και τους παραχώρησε ένα δωμάτιο στο σπίτι που έμενε, στην πλατεία Τζιορτζίνι, μετά την αποφυλάκισή του. Κατονομάζει κάποιους που συγκατοικούσαν στο διαμέρισμα και το περιγράφει, όπως περιέγραφε και ο Σαβέριο τα σπίτια από τα οποία διέρχονταν.
Λέει πως όταν ο Ντίνος έμαθε για το πάθος του στην σπηλαιολογία του ζήτησε να του υποδείξει κάποια σπηλιά όπου θα μπορούσαν να γίνουν ασκήσεις σκοποβολής, μάλιστα πρόσεξε πως ήταν οπλισμένος την ώρα που κουβέντιαζαν, μόλις έβγαλε το σακάκι του.

Του έδειξε μία σπηλιά με το όνομα ‘σπηλιά ντελλα τσιβέττα’, στο μάκρος του ποταμού Μπτούτι πάνω στο δρόμο για το Βαϊάνο. Θυμάται πως του είπε ότι εκείνη η σπηλιά ήταν υπό ενέργεια, με την έννοια ότι υπήρχαν τρεχούμενα νερά και ότι μπορεί να υπήρχαν ασταθείς μάζες, ως εκ τούτου ήταν επικίνδυνο να πυροβολείς μέσα σε αυτήν. Μαζί τους ήταν και ο Αντόνιο. Αυτά γίνονται Φεβρουάριο του ’78.
Τους ανέθεσε στη συνέχεια μία πολιτική δουλειά πιο αποφασιστική,διανομής προκηρύξεων σε ορισμένες συνοικίες, πχ Σάντα Κρότσε, που αναφέρονταν στα ζητήματα της ακρίβειας. Σε αυτή την δραστηριότητα πήραν μέρος όλα τα μέλη της ομάδας τους που ανέφερε νωρίτερα. Αυτός θυμάται πως μοίρασε στην περιοχή γύρω από τον κινηματογράφο Ουνιβερσάλε και στην περιοχή της οδού Πιζάνα. Τις προκηρύξεις έδινε στον Αντόνιο ο Ντίνος.

Στη συνέχεια ο Ντίνος τους ζητά περισσότερο ζήλο. Και αρχίζει από τον Αντόνιο η κουβέντα γύρω από τις ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης’, λέγοντας πως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μία τέτοια.
Τους δίνει λοιπόν ένα κείμενο που μιλά για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οργανωθεί μία τέτοια ομάδα, κείμενο χωρισμένο σε πρακτικό και θεωρητικό χαρακτήρα, αφορούσε τους τρόπους μάχης με όπλα.
Κάτι που θυμάται ιδιαίτερα έχει σχέση με το πώς γίνεται να οδηγηθεί η κουβέντα σε μία συνέλευση σε θέματα προκαθορισμένα, όπως της ακρίβειας, του σπιτιού κλπ, που μπαίνανε στην στρατηγική των Ομάδων.
Γεννήθηκαν αμηχανίες και συζητήσεις στην ομάδα τους αφού διαβάστηκε το κείμενο.

Τους προτάθηκε, πάντα μέσω των επαφών του Αντόνιο από την μία πλευρά και του Ντίνο από την άλλη να επιτεθούν στην έδρα των Τροχονόμων. Το ένιωσαν σαν εξαναγκασμό αλλά αποφάσισαν να προχωρήσουν.
Έτσι κάνουν μια αυτοψία, αναφέρει ποιοι, σε έναν σταθμό.
‘Μια και ο Λάκης ήταν απ’ την μεριά της οδού Εουρόπα και είχε δει το απόσπασμα των τροχονόμων της Βιλλαμάνια η προσοχή μας συγκεντρώθηκε εκεί.’ ‘Ένα βράδυ, με το αυτοκίνητό μου και τους Αντόνιο, Λάκη και Πέτρο περάσαμε να δούμε την σκοπιά τους.Στο σπίτι του Αντόνιο ετοιμάσαμε δύο βάζα στα οποία τοποθετήθηκαν σκόνη και φιτίλι που μας είχαν απομείνει από την εποχή της διάλυσης του Συνεχή Αγώνα, μαζί με σιδερένια πιατάκια που ήταν ο εφοδιασμός της ομάδας περιφρούρησης και τα είχαμε φυτεμένα στο χώμα μιας έκτασης σε ένα δάσος πάνω από το Σεττινιάνο.’

‘Ένα βράδυ, εγώ και ο Ανδρέας πήγαμε να τοποθετήσουμε τα δύο βάζα, ένα μεταλλικό και ένα σιδερένιο,μπροστά στο απόσπασμα. Την διεκδίκηση έκανε η γυναίκα του Αντόνιο, με τηλεφώνημα. Αυτά γίνονται Μάρτη ή Απρίλη του ’78.’
Είχαν κάποια εκρηκτικά από την περίοδο της διάλυσης του ΣΑ κι έτσι ετοίμασαν δύο βάζα με σκόνη και βραδύκαυστο φυτίλι και το βράδυ,στις τόσες του μήνα, αυτός και ένας σύντροφός του που τον κατονομάζει τα τοποθετούν μπροστά στο απόσπασμα των Αστυνομικών.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 18 Moretti oggi parte 2

Δημοσιεύτηκε στις 11 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 12 Οκτ 2011
το δεύτερο μέρος της πρόσφατης συνέντευξης στον Mario Moretti από το γαλλικό DVD Brigades Rouges

 

Επακολούθησαν συζητήσεις γύρω από την σκοπιμότητα να δώσουν οργανωμένη φόρμα γύρω από την ομάδα τους κι εκεί ο σύντροφος που τον συνόδεψε στην απόπειρα λύγισε και λίγο αργότερα έφυγε για Ινδία, να παρακολουθήσει μία θρησκευτική αίρεση.
Τότε έρχονται σε επαφή μαζί μου, ‘προσωπικότητα γνωστή στη Φλωρεντία’.

Μετά το καλοκαίρι του ’78, θυμάται πως του ζήτησα να μου δείξει, εάν γνώριζε, ένα λατομείο για να βρούμε εκρηκτικά.
Πηγαίνουμε οι δυο μας στο σπίτι των δικών του σε ένα χωριουδάκι μακριά απ’ την Φλωρεντία, στην Φιουμαρέττα, και βρίσκουμε ένα βοσκό που τον ονομάζει σαν Πέτρο, ο οποίος γνωρίζει λατομεία. Εκεί βρισκόταν και ο Μένιος. Δεν έγιναν συζητήσεις με αυτούς και την άλλη μέρα με πήγε να δω το λατομείο, κοντά στο χωριό Κανεβάϊα, στην περιοχή της Μάσσα. Μετά γυρίσαμε στην Φλωρεντία.
Αργότερα ξανασυναντηθήκαμε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και λέει πως του ζήτησα να με φέρει σε επαφή με τον Μένιο, που ανήκε και αυτός παλαιότερα στον ΣΑ, πασίγνωστος στην περιοχή της Σαρζάνα [στην οποία έχει αναφερθεί και ο Σαβέριο λέγοντας πως εκεί πρέπει να δρουν δύο ‘Ομάδες Μάχης’. ] ‘Πολίχνη μικρών διαστάσεων όπου δεν υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ του υποκόσμου και των πολιτικών ομάδων’, σύμφωνα πάντα με τον Σπανό.
Ζήτησα λοιπόν να συναντηθώ με τον Μένιο για να με φέρει σε επαφή με κανάλι του υποκόσμου της περιοχής και να πάρουμε όπλα. Πράγματι λοιπόν,μας φέρνει σε επαφή, ‘άφησα στο σπίτι των δικών μου τον Μίκη, στην Φιουμαρέττα, βρήκα στην πλατεία της Σαρζάνα τον Μένιο και αυτός συναντήθηκε με τον Μίκη στην Φιουμαρέττα, σε ένα οίκημα, όχι των γονιών μου.’

Μάλιστα στον γυρισμό, που συζητήσαμε, του είπα πως ο Μένιος είχε δώσει θετική απάντηση. Τότε, λέει, του ανέφερα πως σύντροφοι είχαν πάει να κάνουν κλοπή στο λατομείο αλλά βρήκαν μόνο μαύρη σκόνη και εκπυρσοκροτητές και όχι τριτόλη.
‘Δεν μου είπε ο Μίκης με ποιόν πήγε να κάνει την κλοπή’.
‘Από συζητήσεις που μου έκανε στην συνέχεια ο Μένιος κατάλαβα ότι ο Μίκης κατάφερε να βρει εκείνο που ζητούσε, για τον εαυτό του ή για άλλους’!

‘Τέλος του ’78 βρισκόμαστε, αρχές του ’79 η ομάδα μας διαλύεται, έλειπε μια θέληση συγκατάθεσης στα προγράμματα του οπλισμένου αγώνα και γιατί ο Αντόνιο και ο Πέτρος ξανάρχισαν να χρησιμοποιούν ναρκωτικά – ηρωίνη. Επιπλέον εγώ γνώρισα μια κοπελιά και το ρίξαμε στα ταξίδια, απομακρύνθηκα τελείως από εκείνη την ομάδα’.

‘Ανήκοντας στις ομάδες γνώρισα και άλλα άτομα’, και κατονομάζει 4,5 παρόμοια με αυτά που ανέφερε ο Σαβέριο. Σάσσα, Κώστα, Ανδρέα, Ρούλη

‘Μάλιστα έναν από αυτούς, τον Σάσσο [που ήταν συγκάτοικός μου], τον έβλεπα συχνά με τον Μίκη, και από την εντύπωση που μου έκανε ο τρόπος κατά τον οποίο ήταν μαζί συμπέρανα ότι δεν επρόκειτο για μια οποιαδήποτε γνωριμία. Η γνώμη μου επιβεβαιώθηκε από τον Αντόνιο ο οποίος μου είπε πως έλαβε μέρος σε μια συνάντηση στην οποία δίνονταν κατευθύνσεις πάνω στην δραστηριότητα των ομάδων, στις οποίες ο Σάσσο συμμετείχε από κοινού με τον Ντίνο. Και για τους άλλους δύο είπε ο Αντόνιο πως είναι μέλη των ομάδων’
Αναφέρει για τον Ρούλη που του ζήτησε να τον φέρει ένα βράδυ σπίτι μου για ύπνο. Το γεγονός ότι ήρθε να κοιμηθεί στο σπίτι μου τον έκανε να υποθέσει ότι και αυτός ανήκει στις ομάδες.

Λέει πως ‘ο μεγάλος αρχηγός’ είναι ο Ντίνος, αναφέρεται σε ένα γράμμα που αντάλλαξαν δύο μέλη της ομάδας τους το μικρό διάστημα της ύπαρξής της, στο οποίο μιλούσαν γι αυτόν, και συνεχίζει λέγοντας πως πρέπει να μίλησε και στους υπόλοιπους για το λατομείο που μου έδειξε. Και κλείνει με την αναφορά πως η ομάδα τους όπλα δεν είχε, είχε όμως ακούσει από τον Αντόνιο μια μέρα πως ο Μίκης ή ο Ντίνος θα τους έδειχναν το σύστημα λειτουργίας ενός πιστολιού. Και επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά πως ο Αντόνιο είναι ο μεταφορέας των πρωτοβουλιών του Ντίνου.
Μέχρι στιγμής.

Le Brigate rosse 19 Gallinari oggi parte 1, οι ερυθρές Ταξιαρχίες

Δημοσιεύτηκε στις 27 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 12 Οκτ 2011
πρόσφατη συνέντευξη στον Prospero Gallinari από το γαλλικό DVD Brigades Rouges

 

Τον ξαναφωνάζουν τον Μάρτιο και επικυρώνει ολοκληρωτικά την δήλωση που έγινε τον Γενάρη στον Εισαγγελέα
κάνει την εκπληκτική δήλωση : ‘ορίζω με ακρίβεια ότι αφού παρουσίασα τον Μένιο σ’ ένα μπαρ, δεν ασχολήθηκα ποτέ με την υπόθεση, και όσα είπα μου αναφέρθηκαν από τον Μίκη. Όμως, γνωρίζοντας τον Μένιο προσωπικά, από πολλά χρόνια, θα έτεινα να αποκλείσω την φιλαλήθεια των όσων μου διηγήθηκε ο Μίκης’.
Εδώ θα ανοίξω μία απαραίτητη πλέον παρένθεση, θα ανατρέξουμε στην κατάθεση του Μένιου που έχουμε στα χέρια μας, και αφού υπερπηδήξουμε θέματα για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον επειδή φωτογραφίζουν την περίοδο από μία άλλη σκοπιά, θα φτάσουμε στο σημείο που μας αφορά:

Όταν του Μένιου του γνωστοποιήθηκαν οι δηλώσεις του Σπανού, σελίδα 265 των ανακρίσεων, ότι ο ίδιος έμαθε από τον Μένιο ότι η συνάντηση είχε ‘θετικό αποτέλεσμα’ ενώ άλλο άτομο δήλωσε ότι έμαθε από τον Μίκη ότι βρέθηκαν όπλα απαντά: ‘ο Σπανός λέει ψέματα. Εγώ του είπα ότι δεν ήθελα ιστορίες με όπλα, και τον επέπληξα για το γεγονός που μου παρουσίασε εκείνον τον νέο.’
‘ Μου είπε πως δεν ήξερε τίποτα και πως ήταν πρωτοβουλία του ίδιου του νέου, που μου φαίνεται πως ήταν ξένος, μου το είπε ο Σπανός αργότερα. Δεν με είχε προειδοποιήσει πως θα μιλήσουμε για όπλα. Δεν ξαναείδα αυτόν τον νέο.Για την ακρίβεια, δεν ξέρω εάν μου μίλησε για όπλα, ή για εκρηκτικά ή και για τα δύο’ !
‘Είχα αυτή την σύντομη συζήτηση με τον νέο μπροστά στην Πιτσερία που είναι στην Σαρζάνα στην πλατεία Ματεόττι.’

Γαμώ την τρέλα μου, δηλαδή, τι συμβαίνει τέλος πάντων;

Οι ιστορίες του Μένιου έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, απ’ όπου κι αν τις αντιμετωπίσεις. Θα φτάσουμε και στο κρίσιμο σημείο όπου παραδέχεται ‘ότι με παίρνουν για τον χαζό του χωριού’.
Χωριό φαινόμενο μιας και σύμφωνα με τον Σαβέριο έχει δύο ολόκληρες Ομάδες Μάχης!

Πρέπει πρώτα να ολοκληρώσουμε με τον Σπανό:
από φωτογραφίες αναγνωρίζει τον Μάρτη 14 άτομα και επαναλαμβάνει πως θεωρεί πως ο τάδε ήταν μαχητής απλά διότι έκανε παρέα μαζί μου.

Τον ξαναφωνάζουν τον Μάιο. Αρχίζει ξανά την κουβέντα γύρω από το ενδεχόμενο επίθεσης σε απόσπασμα της τροχαίας και κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας. Λέει πως η διαταγή ήρθε από τον Ντίνο στον Αντόνιο που παρουσιάζει σαν τον καθοδηγητή τους.
‘Πήγαμε να εξετάσουμε το κέντρο αυτοκινήτων της Τροχαίας, εγώ με τον Αντόνιο και τον Φαίδωνα, θυμάμαι έτρεχε ένα ποταμάκι με ένα δρόμο δίπλα κατά τρόπο που η τοποθεσία να φαίνεται καλή για μία επίθεση’.

Μία μέρα λοιπόν που ήμουν στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου με τον Αντόνιο και τον Μίκη μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πάμε να εξετάσουμε ξανά το μέρος, κατέβηκαν ο Αντόνιο και ο Μίκης για να κάνουν αναγνώριση. Υπήρχε ένας ψηλός τοίχος και σκεφτήκαμε να πετάξουμε δυναμίτες από πάνω.’
‘Αν αποφασίζαμε να δράσουμε κατά του κέντρου αυτοκινήτων της αστυνομίας τους δυναμίτες θα μας τους έδινε ο Μίκης’. Ρωτώντας τον Αντόνιο γιατί επενέβη ο Μίκης λέει : ‘είχε δοθεί διαταγή για την οποία μίλησα και προφανώς ήθελαν να εξεταστεί η κατάσταση από ένα έμπειρο άτομο όπως ο Μίκης.’

‘Νομίζω πως τότε μας σταμάτησε η αστυνομία για εξακρίβωση στοιχείων, δηλαδή την φορά που πήγαμε με τον Μίκη’.
Τελικά επιλέχθηκε και έγινε η επίθεση από την ομάδα τους στο απόσπασμα των τροχονόμων, όπως έχει αναφέρει.
Τον ρωτούν τι άλλο γνωρίζει, ‘γνωστοποιώντας του ότι μία τέτοια δικαστική συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να εξελιχθεί προς το συμφέρον του’, λέει για άλλους δύο που τους κατονομάζει, τον Φαίδωνα και τον Πέτρος ο οποίος αργότερα έφυγε στις Ινδίες και συμμετέχουν σ’ ένα επεισόδιο εις βάρος της έδρας της Χριστιανοδημοκρατίας πρώτα στην οδό Φαεντίνα και μετά στο Γκαλούτσο. Με βενζίνη που προκάλεσε φωτιά,χωρίς όμως πολλές ζημιές. Στην έδρα της Χ.Δ.. στο Γκαλούτσο την επίθεση πραγματοποίησαν ο Φαίδων και ο Ανδρέας.

Μιλάει για μια κλοπή, μάλλον ραδιοφώνου, που έκαναν άλλοι,μιας και ο ίδιος δεν μπορούσε να πάρει μέρος, μόλις είχε αποφυλακιστεί, Μάρτιο του ’78, και ήταν προσεκτικός.
Λέει και για μια άλλη κλοπή, αυτοκινήτου αυτή την φορά, ενός Γκόλφ, που θα έπρεπε να κάνει αλλά τον απέτρεψαν, ο πανταχού παρόν Ντίνος και η Φιόνα, ‘επειδή δεν ήταν καθαρός’, μόλις την προηγούμενη είχε αποφυλακιστεί, Μάρτιος του ’78, και δεν έπρεπε να μπλέξει σε φασαρίες.

Μετά περιγράφει το σπίτι της οδού ντέι Μπάρντι όπου έγινε μία συγκέντρωση διάφορων ατόμων που τα κατονομάζει,ο Σάσσα ο Νάκης, ο Κώστας.
Έπρεπε να συμμετάσχει μοναχά ο Αντόνιο αλλά επέτρεψαν τελικά τόσο σε αυτόν όσο και στον Φαίδωνα να πάρουν μέρος,μιας και από ώρα τριγυρνούσαν μαζί, παρέα, με το αυτοκίνητό του. Την πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε η Ροσσάνα, ήμουν κι εγώ εκεί, και οι άλλοι, γνωστοί και από τις καταθέσεις του Σαβέριο.
Σκοπός της συγκέντρωσης η κουβέντα γύρω από την χρήση των όπλων και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, από κάποιον που έφτασε τελευταίος, που δεν τον είχε δει ποτέ και δεν τον ξαναείδε αργότερα. Τον περιγράφει, του δείχνουν φωτογραφίες και τον αναγνωρίζει.Του δημιουργήθηκε η εντύπωση πως ερχόταν απ’ τον βορρά, Μιλάνο ή Τορίνο.Είναι ο Σαμάνος.

Μίλησε για όπλα, για τις διαφορές μοντέλων, για τεχνικές διάρρηξης αυτοκινήτων, έλυσε και συναρμολόγησε ένα πιστόλι που είχε μαζί του. Έγινε συζήτηση και μετά έφυγε. Είχε μιλήσει επίσης για τις διαφορές ανάμεσα στα αυτόματα όπλα και τα περίστροφο.’ Έβγαλε και ο Κώστας το όπλο του και μας το έδειξε’.
Εμπλέκει και ένα ακόμη άτομο στις ομάδες, [από αυτά που ανέφερε και ο Σαβέριο], τον Βαγγέλη, τον οποίο γνωρίζει απ’ όταν ήτανε παιδιά
λέει :

‘ήταν στις αρχές του ’79, που, όπως θα εξηγήσω, κατάλαβα ότι και αυτός είχε μπει σε μία ομάδα. Τύχαινε σ’ εμένα και τον Αντόνιο να συναντούμε για λόγους που αφορούσαν την οργάνωση τον Ντίνο και την Φιόνα που προσπαθούσαν να μας εμπλέξουν όλο και περισσότερο.Στις συναντήσεις στις οποίες πήρα μέρος ήταν παρών και ο Βαγγέλης. Δύο φορές στην πλατεία ντ’ Ατζέλιο και δύο σ’ ένα διαμέρισμα σ’ ένα δρόμο πίσω απ’ την πλατεία Ελευθερίας, στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘η συζήτηση που γίνονταν ήταν γενικού χαρακτήρα από την μία μεριά, ανάλυση δηλαδή της πολιτικής κατάστασης. Από την άλλη, για τα επίπεδα μάχης και για τη δυνατότητα επέμβασης στην κατάσταση του ένοπλου αγώνα ‘,

αναγνωρίζει τη Φιόνα στις φωτογραφίες, γνωστή και αυτή από τις καταθέσεις του Σαβέριο, μιλάει για τεχνικές κλοπής αυτοκινήτων που του έχουν δείξει η Φιόνα και ο Ντίνος και ολοκληρώνει.

Αυτός είναι και ο Γιώργος ο ‘Σπανός’.
Όπως και ο Σαβέριο, άτομα που πήραν μέρος στο κίνημα, θέλησαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω, και μόλις κατάλαβαν τη σοβαρότητα και την δυσκολία της υπόθεσης, μέσα σε λίγους μήνες δηλαδή, την έκαναν.
Μόλις διαπιστώσατε πως κι αυτός, το μόνο για το οποίο θα μπορούσε να κατηγορηθεί είναι ένας εμπρησμός. Συν τη συμμετοχή στην ανατρεπτική, ένοπλη ομάδα, που από μόνη της σημαίνει ‘καμπάνα’ κάποιων χρόνων στη στενή.
Κατέρρευσε κι αυτός και συνεργάστηκε. Δεν ‘εγκλημάτησε’ όπως ο προηγούμενος, δεν ‘εκτέλεσε’, δεν είναι ο τύπος του απατεώνα όπως ο Σαβέριο. Απέφυγε τα μεγάλα μυθεύματα, είπε τις λίγες φάσεις που γνώρισε, έπεσε και στην παγίδα που έστησε στον εαυτό του και στον φίλο του στην πραγματικότητα,εκεί με τα όπλα.

Τον ένα, ‘καμένο’, τον Σαβέριο,τον στέλνουνε παντού, του διηγούνται τα πάντα.
Τον άλλο, τον αποτρέπουν.
Δύο μέτρα, δύο σταθμά.
Είπαμε, δεν είναι όλοι ‘ίδιοι’.

DSC02231

«Hasta siempre Comandante»- Silvio Rodriguez (Con discursos del Che)

 

συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Vincenzo Sparagna: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ «MALE».

Η εμπειρία του «Male, Κακού» προέρχεται από τo κίνημα του ’77 και συγκεκριμένα από τη φάση που ακολουθεί τις «εξεγέρσεις» της άνοιξης. Στη φάση αυτή εμφανίστηκαν δύο διαφορετικές πτυχές που είχαν διαφορετικές μελλοντικές εξελίξεις. Εκείνη της ένοπλης πάλης, που παρέκλινε προς μια δραστηριότητα φαντασιακού ανταρτοπόλεμου που διαχύθηκε ως υποχρεωτική παράσταση επαναστατικής συνέπειας, και εκείνη που διαισθάνθηκε τη σημασία της διολίσθησης του πολιτικού αγώνα προς τον επικοινωνιακό αγώνα, στον αγώνα της επικοινωνίας με τη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμασταν στο κατώφλι μιας μεταϊδεολογικής εποχής. Το κύριο πρόβλημα που έσφιξε σαν τανάλια το κίνημα του ’77 ήταν εκείνο να καταφέρει με κάποιο τρόπο να μεταφέρει τα περιεχόμενά του έξω από τους χώρους του προς την υπόλοιπη κοινωνία, και γύρω από αυτό το πρόβλημα υπήρξαν οι δύο λύσεις: εκείνη της γλωσσικής έμπνευσης και εκείνη των πυροβολισμών. Εγώ πιστεύω ότι η επιλογή της γλωσσικής έμπνευσης ήταν με συνέπεια αριστερή, ενώ η επιλογή των πυροβολισμών ήταν μια ανόητη επιλογή επειδή δεν ελάμβανε υπόψη ότι ο πραγματικός πόλεμος που παίζεται στη σύγχρονη κοινωνία είναι αυτός της επικοινωνίας.

Il Quaderno del Sale n. 1, 1976

Αυτές οι σκέψεις ήταν ήδη μέσα σε εκείνες που ήταν οι πιλοτικές εμπειρίες του «Male», δηλαδή στις εφημερίδες »Cannibale», «l’Avventurista» και την »Quadernidelsale». Η «Cannibale» εκτυπώθηκε σε 300 αντίτυπα, ήταν μια μαζική underground εφημερίδα διότι είχε την φιλοδοξία να μιλήσει σε όλους. Αυτή η πρώτη εμπειρία σηματοδότησε την υπέρβαση των διαφόρων φύλλων του ’77 που ήταν ένα μείγμα επαναστατικής φρασεολογίας και λογοτεχνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale Cannibale, anni 70

Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, με πρωτοβουλία του Pino Zac και του Vincino γεννήθηκε το «The notebooks of salt», «I quaderni del sale», μια εφημερίδα που συνδέεται καλύτερα με την παράδοση της αριστερής σάτιρας, ενώ η εφημερίδα «Lotta Continua» ξεκίνησε τη δημοσίευση ενός σατιρικού ένθετου που ονομάζονταν «l’Avventurista», «ο Περιπλανώμενος» .Σε αυτές τις εφημερίδες, που έζησαν λίγους μήνες, σχηματίστηκαν οι πρωταγωνιστές του «Male», του «Κακού». Σε αυτές τις πιλοτικές εμπειρίες επιλέχθηκε το αστείο, η πλάκα, το «τρελό» γράψιμο και πάνω απ ‘όλα τα κόμικς ως «κατώτερα» εργαλεία επικοινωνίας, πιο δημοφιλή και λαϊκά, πιο αντιληπτά σε μαζικό επίπεδο. Όσον αφορά τα κινούμενα σχέδια για παράδειγμα ανακαλύφτηκε κάτι, ίσως μπανάλ αλλά σημαντικό για εμάς, δηλαδή ότι δεν ήταν απολύτως απαραίτητο να γνωρίζουμε πώς να σχεδιάζουμε καλά ή να κατέχουμε κάποια ιδιαίτερα εξευγενισμένη τεχνική. Από την άποψη του περιεχομένου, αυτά τα κόμικς, σε αντίθεση με εκείνα της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν είχαν λειτουργία απόδρασης, σκοπός τους δεν ήταν η απόδραση αλλά μια ειρωνική και οξεία καταγγελία της μιζέριας της καθημερινής ζωής που αποσκοπούσε στην καταστροφή του μύθου της ομαλής και ορθολογικής πραγματικής κοινωνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Αυτά τα στοιχεία συνοψίστηκαν στη συνέχεια από τις συνηθισμένες γλωσσολογικές φιλοσοφικές σχηματοποιήσεις των μέσων ενημέρωσης ως καθαρή παραφροσύνη, ένας τρόπος για να εξαθλιωθεί ένας δρόμος νοημοσύνης και γνώσης. Αυτές οι εφημερίδες γίνονταν μέσα στο κίνημα σε μια κατάσταση συνελευσιακή στην οποία συναντιόνταν ολοκληρωμένοι άνθρωποι και όχι κλάσματα ανθρώπων, με τον τρόπο που συναντώνται στις εταιρικές συναντήσεις-meeting στις οποίες ο καθένας ερμηνεύει τον μικρό του ρόλο εξειδίκευσης και επαγγελματοποίησης. Από την κρίση αυτών των εφημερίδων, τον φεβρουάριο του ’78, γεννήθηκε το «Male». Αρχικά δεν υπήρχε ένα σταθερό συντακτικό σχήμα. Τα πρώτα νούμερα ήταν μάλλον άσχημα, γιατί το πιο εντυπωσιακό ήταν η κακή γεύση, το κακό γούστο μιας παλιάς, πρόστυχης σάτιρας με τα συνηθισμένα στερεότυπα της αριστεράς που επιτίθεται στη δεξιά. Η απαγωγή του Moro άλλαξε ριζικά τον προσανατολισμό της εφημερίδας.

Il territorio canaglia della satira

Η ανάπτυξη της υπόθεσης Moro προχώρησε παράλληλα με την ανάπτυξη του «Male», ως επίπτωση, αντίκτυπο που είχε αυτό στις μαζικές μειονότητες του κινήματος που ενεργούσαν κοινωνική επικοινωνία υπό την έννοια της ικανότητάς τους να παράγουν πραγματικές αλλαγές στη γνώμη. Το «Male» ήταν η μόνη εφημερίδα που ανέτρεψε την υποκριτική λειτουργία αγιοποίησης της φιγούρας του Moro που λειτούργησε από τα επίσημα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μετά την εκτέλεση του Moro, το «Male» άνοιξε τη φάση των «ψεύτικων» που συνίστατο στην αναπαραγωγή των σελίδων των μεγάλων εθνικών εφημερίδων. Το πρώτο ήταν της «Corriere dello Sport» που ανακοίνωνε την ακύρωση του παγκοσμίου κυπέλλου.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Στη συνέχεια υπήρξε εκείνο της «Unità» που είχε σαν τίτλο με μεγάλα γράμματα: «Αρκετά με την DC». Ήταν ακόμα η περίοδος της εθνικής ενότητας, της κυβέρνησης των αποχών και η μοίρα θέλησε ο τίτλος του ψεύτικου να προβλέψει, να προκαταβάλει την επιλογή που το PCI έλαβε πραγματικά το επόμενο έτος. Η τύχη του ψεύτικου της «Unità» προφανώς βασιζόταν σε ένα φαντασιακό που αισθάνονταν αυτό που επιθυμούσε ο «λαός της αριστεράς». Οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν ανεβαίνοντας στα 50.000 αντίτυπα. Ακολούθησαν και άλλα θορυβώδη ψεύτικα όπως εκείνο της «Il Corriere della Sera» που ανακοίνωνε την προσγείωση των Ufo, εκείνο της «Il Giorno» με τη σύλληψη του UgoTognazzi ως επικεφαλής των ερυθρών Ταξιαρχιών, εκείνο της «La Repubblica» που κήρυττε: »Το κράτος αναιρέθηκε «.

Σχετική εικόνα

Παράλληλα με την επιτυχία του κοινού και των πωλήσεων έτρεχαν οι καταγγελίες και οι έρευνες στους συντάκτες και στα σπίτια των εκδοτών. Εμένα με συνέλαβαν και φυλακίστηκα για τέσσερις ημέρες, αλλά αυτό ήταν περισσότερο από αποτρεπτικό, σαν μια διαφημιστική ενθάρρυνση, φέρνοντας τις πωλήσεις της εφημερίδας στις 80.000 αντίτυπα. Η εμπειρία του «Male», τουλάχιστον στις πιο πρωτότυπες πτυχές του, θα λήξει το 1980, παρόλο που η εφημερίδα θα συνεχιστεί με άλλες συντακτικές ομάδες μέχρι το 1982. Το 1980 εγώ, οι Scozzari, Mattioli, Tamburini, Pazienza, Liberatore, δηλαδή η ομάδα του «Cannibale», αποφασίσαμε να αφήσουμε εκείνη την εμπειρία και να προωθήσουμε το περιοδικό «Frigidaire», ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι η σάτιρα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν ήταν πλέον επαρκής για να διαδραματίσει έναν αποτελεσματικό ρόλο μέσα στο σενάριο της δεκαετίας που άνοιγε, μια πολύ διφορούμενη δεκαετία στην οποία, αφενός, παρακολουθούσαμε την ενίσχυση της ιδεολογίας του χρήματος, της επιτυχίας, της εξουσίας, ενώ από την άλλη παρατηρήθηκε ότι το τελικό αποτέλεσμα της απόκλισης των ένοπλων άνοιξε πολλούς νέους και ανέκδοτους διαύλους διέλευσης σε μια νέα επικοινωνία.

Πιστεύω ότι, αν το ’68 υπήρξε η «αρπαγή του λόγου», η δεκαετία του ογδόντα ήταν η αρπαγή των τεχνικών της σύγχρονης επικοινωνίας που, ως τέτοια, υπερβαίνει το λόγο. Σήμερα, όντως, υπάρχουν, δυστυχώς εξακολουθούν να είναι διάσπαρτοι, διαχωρισμένοι και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ποικίλοι χαρακτήρες που κάτω από την επίσημη διατύπωση φορείς της πληροφορίας, έχοντας επίγνωση του πλούτου της προηγούμενης εμπειρίας μέσα στις δομές εξωθεσμικής επικοινωνίας, αντιπροσωπεύουν την υποκειμενική σύσταση δυνητικών ανταρτών της πληροφορίας.

Σχετική εικόνα

αυτονομία, autonomia

Aldo Bonomi: Η ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ.

Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μια συζήτηση επάνω στη δεκαετία του 70 χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι, στην ιστορική στιγμή της ρήξης, μια σειρά συντρόφων κατέληξαν στην πεποίθηση ότι το να ασχοληθούν με την επικοινωνία ήταν στην πραγματικότητα και περιείχε μέσα της ένα καθήκον, μια αποστολή. Αυτό σήμαινε να επικοινωνείς ένα φαντασιακό, να κάνεις προπαγάνδα μέσα στις διεργασίες μετασχηματισμού που ελάμβανε χώρα. Φυσικά το έργο αυτό νομιμοποιούνταν από μια κοινωνική πραγματικότητα που εκείνα τα χρόνια αποσκοπούσε ουσιαστικά να τινάξει στον αέρα τον μηχανισμό επιλογής και πρόσβασης στην εξουσία που κατείχαν οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί των κομμάτων. Αυτό ήταν το θεμέλιο σχέδιο σε σχέση με το οποίο αρχίσαμε να παράγουμε πληροφορία. Ένα σχέδιο πολυμορφικής έκρηξης γλωσσών και συμπεριφορών που προσπαθούσε να ανατινάξει το επίπεδο διαμεσολάβησης, να επικοινωνήσει τις δικές του εμπειρίες απορρίπτοντας τον μηχανισμό της ανάθεσης.

La strage di stato. Controinchiesta

Ήταν ζήτημα οικειοποίησης της επικοινωνίας για να επικοινωνήσουμε ανάγκες, επιθυμίες και πάνω απ ‘όλα επιθυμίες για μετασχηματισμό. Ο μηχανισμός επικοινωνίας που διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή συνδέθηκε με ένα πολιτικό σχέδιο που στόχευε να κάνει τους πάντες να μετρούν άμεσα ως υποκείμενα. Εάν δεν ληφθεί υπόψη αυτή η εικόνα δεν γίνεται κατανοητό το πλήθος των φωνών, δεν γίνεται κατανοητή η ακραία κατάτμηση, ο διαχωρισμός σε τομείς περιοδικών που γεννήθηκαν μετά το 1973. Η γλώσσα της αντιπληροφόρησης δεν είναι η μόνη γλώσσα, είναι μία από τις πολλές γλώσσες και διαμορφώνεται κυρίως ως απάντηση απέναντι στη βαρβαρότητα της εξουσίας. Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης είναι καταρχήν ένας μηχανισμός που βασίζεται στην αυτοανάθεση. Αυτό σημαίνει ότι σε σχέση με τη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη απαιτείται εξουσία και παραβλέπονται οι θεσμικοί χώροι όπου θα έπρεπε να αναφερθεί η ανάθεση. Αρχίζουμε να κάνουμε αντιπληροφόρηση (και η αντιπληροφόρηση προέρχεται από το δραματικό και τραγικό πρόβλημα των φασιστικών σφαγών) με έναν μηχανισμό που είναι ουσιαστικά: να αναγνωρίσουμε τους εχθρούς, να πούμε ποιοι είναι, απομυθοποιώντας τις ασχήμιες τους, τις κακοποιήσεις, δηλαδή καταγγέλλοντας για παράδειγμα τη συμπαιγνία μεταξύ κράτους και φασιστών, καταγγέλλοντας τα κακώς κείμενα, φωνάζοντας την αλήθεια σε αντίθεση και μέσα στην ευρύτερη πολιτική εκστρατεία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Το βιβλίο «η σφαγή του κράτους» που γεννήθηκε από αυτοανάθεση από μια ομάδα ρωμαίων και μιλανέζων συντρόφων, είναι μια εμβληματική στιγμή αυτού του τρόπου τοποθέτησης.Το βιβλίο αυτό θα χρησιμοποιηθεί από όλους τους πολιτικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν μια επιθυμία για μετασχηματισμό. από τους εξωκοινοβουλευτικούς πολιτικούς οργανισμούς αλλά και από το PCI και το P.S.I. Φθάνει να πάμε να ξαναδούμε τις σελίδες της »l’Unità» και του»Avanti!» του 1969.70, και συνειδητοποιούμε ότι τα περισσότερα από τα άρθρα που ασχολούνται με τις φασιστικές σφαγές έχουν ως σημείο αναφοράς μια στιγμή πολιτιστικής παραγωγής και πληροφόρησης εκτός του μηχανισμού των κομμάτων. Δεν είναι μόνο αυτό το βιβλίο: οι οργανισμοί αντιπληροφόρησης διαδίδονται σε όλη τη διάρκεια αυτής της διετούς περιόδου σε ολόκληρη την Ιταλία, παράγοντας διαφορετική πληροφορία κατά της εξουσίας, κατά ανεπίσημο τρόπο, όχι συγκεντρωποιημένο. Η αντιπληροφόρηση σε αυτή την φάση έχει ως αντικείμενο τον εχθρό: αυτό είναι ένα γεγονός πολύ σημαντικό, διότι το να έχεις ως αντικείμενο έναν εχθρό είναι ένα ενοποιητικό γεγονός.
Σχετική εικόνα
Με βάση αυτό, έκαναν αντιπληροφόρηση δημοκρατικοί δημοσιογράφοι που έγραφαν στην «Unità» στην «Avanti!», στην «Il Giorno», μαζί με συντρόφους που θα εισέλθουν στη συνέχεια στις συντακτικές ομάδες περιοδικών όπως η «Controinformazione». Το περιοδικό «Controinformazione» είδε μαζί, κατά τη γέννησή του, ανθρώπους που στη συνέχεια κατέληξαν στη φυλακή, και πολύ συχνά συνέβη ότι οι δικαστές που τους ανέκριναν είχαν επίσης κάνει πριν από χρόνια αντιπληροφόρηση και αυτοί. Και χάρη σε αυτή την πολιτιστική ανταλλαγή, μια σειρά δικαστών μπόρεσε να αποκτήσει μια κατάλληλη κουλτούρα για να ασκήσει στη συνέχεια έναν πολύ ακριβή και βαθύτατο κατασταλτικό μηχανισμό. Στην ιστορία της αντιπληροφόρησης εμφανίζεται το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο ενοποιητικός μηχανισμός ήταν ο μηχανισμός της αλήθειας: διεξάγονταν έρευνες επάνω στον εχθρό, μεταδίδονταν στο κίνημα μετασχηματισμού, δίνοντάς του στόχους, συνθήματα. Ο μηχανισμός αυτός ραγίζει σε μια συγκεκριμένη στιγμή, όταν σε κάποιο σημείο δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί η αλήθεια
La «banda» 22 ottobre
Υπάρχει μια ιστορική στιγμή στην Ιταλία, στην οποία περιοχές του κινήματος κάνουν ριζοσπαστικές επιλογές, σε σχέση με τις οποίες ο μηχανισμός της αλήθειας είναι ένας μηχανισμός που δεν λειτουργεί πλέον. Όταν συμβαίνει η ληστεία της «Banda 22 ottobre» (που ορίζεται ως «συμμορία, banda» από τα επίσημα όργανα τύπου), λαμβάνει χώρα μια εμφανής διάσπαση: η «δημοκρατική» συνιστώσα στο εσωτερικό της δραστηριότητας αντιπληροφόρησης δημιουργεί ένα υποθετικό φασιστικό παρελθόν του Mario Rossi, διότι μόνο με μια τέτοια εξήγηση θα μπορούσε να στηριχθεί ο μηχανισμός της αλήθειας που διατηρούσε όλους μαζί. Ενώ οι αγωνιστές που αναφέρονται στα κινήματα μετασχηματισμού που βρίσκονται σε εξέλιξη γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ληστεία της «Banda 22ottobre» είναι μια στιγμή μετάβασης, ένα άλμα προς μια πολιτική διαδικασία άλλου είδους.
Η κατάσταση κατακρημνίζεται όταν το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρίσκεται στις Segrate κάτω από ένα πυλώνα υψηλής τάσης Από την μια πλευρά μπερδεύεται η Cia γιατί αλλιώς δεν γίνονταν κατανοητό τι συνέβη ενώ από την άλλη η «Potere Operaio» βγαίνει με τον τίτλο: «Ένας επαναστάτης έπεσε». Και εκεί εμφανίζεται στο έπακρο πως η αντίφαση της αλήθειας τινάχθηκε στον αέρα.
Αποτέλεσμα εικόνας για Potere Operaio "Un Rivoluzionario è caduto"
Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης από εκείνη τη στιγμή δεν είναι πλέον ένας ενοποιητικός μηχανισμός, αλλά μάλλον προκαλεί διαχωρισμό. Μετά το 1973 ο μηχανισμός της επικοινωνίας παίρνει μια άλλη πορεία, η αντιπληροφόρηση επίσης. Τα έτη που πηγαίνουν από το 1973 στο 1975 είναι χρόνια στα οποία στο πλαίσιο του κινήματος μετασχηματισμού η μαρξιστική-λενινιστική θέση γίνεται πολιτισμικά ηγεμονική, και ως εκ τούτου ο μηχανισμός της επικοινωνίας γίνεται η ζώνη μετάδοσης των μικρομορφών κόμματος, που παράγουν μόνο ιδεολογικές βεβαιότητες για τους αγωνιστές τους. Είναι η φάση στην οποία γεννιούνται οι εφημερίδες οργανώσεων: «Lotta Continua», «Potere Operaio», «Il quotidiano dei lavoratori» κλπ. Αυτό που χαρακτηρίζει αυτές τις εφημερίδες δεν είναι η αυτοανάθεση, αλλά ένας ακριβής μηχανισμός που επικοινωνεί ένα άκαμπτο φαντασιακό της επανάστασης: Για τρία χρόνια το πρόβλημα γίνεται: «Τι υπάρχει πίσω από τη γωνία;» και η απάντηση είναι ότι πίσω από τη γωνία υπάρχει η βεβαιότητα της επανάστασης. Με το »Κόμμα του Μιραφιόρι» τίθεται από ένα μεγάλο μεγάλο μέρος του κινήματος μετασχηματισμού, το πρόβλημα της εξουσίας, το πρόβλημα της ριζοσπαστικοποίησης στο μέγιστο των επιλογών για την κατάκτηση της.
Αποτέλεσμα εικόνας για controinformazione rivista anni 70
Εδώ τίθεται η σχέση ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και την επικοινωνία. Ο ένοπλος αγώνας είναι η πιο ριζοσπαστική μορφή της επικοινωνίας μιας και αυτή αρνείται νομιμοποίηση σε όλα τα εργαλεία δημιουργίας συναίνεσης, και θέλει να αποκτήσει μέσα από μια στιγμή ισχύος, εκείνο που δεν πιστεύει ότι μπορεί να αποκτήσει διαμέσου λειτουργιών οικοδόμησης της συναίνεσης. Εντούτοις, ανάμεσα στην περιοχή του ένοπλου αγώνα και τον χώρο της αντιπληροφόρησης υπάρχει σίγουρα μια σχέση, μια συνοχή, που δεν σημαίνει ότι αυτή η τελευταία είναι εσωτερική στη διαδικασία του ένοπλου αγώνα. Η φάση στην οποία γεννιέται το περιοδικό «Controinformazione» είναι, όπως έλεγα, η φάση κατά την οποία ξεσπά το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας, αντίφαση που ξεσπάει σχεδόν αμέσως στο συντακτικό προσωπικό, που αποτελείται από μια ομάδα αγωνιστών που αναφέρονται στη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη , και από μια ομάδα που έχει διαμορφωθεί μέσα στην κλασσική εμπειρία της αντιπληροφόρησης.
Σχετική εικόνα
Μετά το πρώτο νούμερο η δεύτερη συνιστώσα αποχωρεί.Υπήρχαν διαφορετικές πολιτικές θέσεις σχετικά με το ρόλο της αντιπληροφόρησης. Υπήρχαν όσοι πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα έπρεπε να έχει ως τελικό στόχο την αλλαγή των θεσμικών μηχανισμών και εκείνοι που αντιθέτως πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα πρέπει να είναι συναφής με τους ριζοσπαστικούς ταξικούς μηχανισμούς που είχαν καθιερωθεί εκείνα τα χρόνια.Η αντίφαση της αλήθειας διασχίζει οριζόντια το κίνημα μετασχηματισμού σε αυτή την περίοδο όπως περνά μέσα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.Η στάση απέναντι στον ένοπλο αγώνα γίνεται, σε όλη αυτή τη φάση, ένας μηχανισμός γειτνίασης, έτσι ώστε αντιπληροφόρηση ουσιαστικά σημαίνει να μιλάμε για τον ένοπλο αγώνα: υπάρχει μια συνιστώσα του τεράστιου κινήματος μετασχηματισμού που έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση και ως εκ τούτου είναι σωστό να μιλήσουμε για αυτό, να δημοσιεύονται τα ντοκουμέντα και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία. Η επιλογή της γειτνίασης της εμπειρίας του ένοπλου αγώνα θα οδηγήσει την αντιπληροφόρηση να ασχοληθεί με το σύμπαν της φυλακής.
Σχετική εικόνα
Ακολουθώντας το μονοπάτι εκείνων που έκαναν την πιο ριζοσπαστική επιλογή και κατέληξαν στη φυλακή, ερχόμαστε να ανακαλύψουμε το σύμπαν των φυλακών. Στα χρόνια 1975-76 αρχίζουμε να καταπιανόμαστε με αυτό το πρόβλημα, και
η αντιπληροφόρηση γίνεται καταγγελία σε αυτό το έδαφος. Ο κίνδυνος υπήρξε τότε εκείνος να μειωθεί ένα πολύ περίπλοκο κίνημα, το οποίο είχε μέσα του πολλές δυνατότητες, σε μια κουλτούρα γκέτο. Στη συνέχεια, το κίνημα του ’77 υπήρξε μια πολύ υψηλή στιγμή πολιτικής και πολιτιστικής παραγωγής. Ήταν θέμα αναγνώρισης της ποικιλομορφίας της πολυμορφίας των γλωσσών, οι οποίες στο σύνολο τους έτειναν να σπάσουν τον μηχανισμό της εκχώρησης-ανάθεσης εξουσίας που ήταν εγγενής στη γραφειοκρατική δομή των κομμάτων. Αλλά το τραγικό λάθος που διαπράχθηκε ήταν το να υποστηριχθούν στιγμές μείωσης, ελάττωσης της πολυπλοκότητας σε σχέση με τη στιγμή της διεύρυνσης.Η αντιπληροφόρηση από το ’77 και μετά γίνεται μέσο κάμψης, πτώσης, δεν αντιλαμβάνεται και δεν περιλαμβάνει πλέον την πολυπλοκότητα του πραγματικού κινήματος που βρίσκεται μπροστά της.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ BOLOGNA: ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΔΙΧΩΣ ΔΙΕΞΟΔΟΥΣ.

Τους επόμενους μήνες, τα κόμματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας καταλήγουν σε μια συμφωνία για την δρομολόγηση και την έγκριση μιας σειράς διαταγμάτων για τη δημόσια τάξη που επιδεινώνουν με ανελεύθερο τρόπο το νόμο Reale. Η ειδική φυλακή ιδρύεται επίσης με σκοπό να συγκεντρωθούν οι πολιτικοί κρατούμενοι και οι «κοινοί» που θεωρούνται πιο επικίνδυνοι. Αυτά τα μέτρα, καταργώντας θεμελιώδεις εγγυήσεις του συνταγματικού δικαίου, διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά ενός νέου «κράτους έκτακτης ανάγκης». Η πλειοψηφία των «αναγνωρισμένου κύρους δημοκρατικών προσωπικοτήτων» της διοίκησης της δικαιοσύνης, της πολιτικής και του πολιτισμού σιωπούν ή συναινούν, και μόνο λίγες και ασθενικές φωνές ανυψώνονται για να καταγγείλουν τους κινδύνους αυτής της περαιτέρω αυταρχικής στροφής των θεσμών του κράτους. Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στη «Lotta Continua» στις 6 αυγούστου με τίτλο «Η δημόσια τάξη σε μια ‘ελεύθερη’ χώρα ή η ένδειξη υποψίας», έτσι γράφει ο δικηγόρος Luca Boneschi: «Ο Cossiga είπε πριν από κάποια εβδομάδα [ …] ότι η Ιταλία είναι η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο.

Αποτέλεσμα εικόνας για quotidiano lotta continua 6 agosto 1977

Αντί να χαιρετιστεί με γέλιο και να σχολιαστεί με αίσθηση του χιούμορ, η δήλωση μεταφέρθηκε, με την τυπική δουλικότητα των διαφόρων Piero Ottone, στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων σαν να ήταν ένα σοβαρό πράγμα. Και αυτό με οδήγησε να προβληματιστώ. Σίγουρα, είναι μόνο ζήτημα κατανόησης: η Ιταλία είναι η πιο ελεύθερη χώρα του κόσμου.«Είναι ελεύθερη να έχει για υπουργό Εσωτερικών ακριβώς ένα Cossiga, εκείνον που στέλνει στους δρόμους στις 12 μαΐου στη Ρώμη τους πράκτορες μεταμφιεσμένους και οπλισμένους για να προκαλέσουν και να σκοτώσουν, που δέρνει βουλευτές όπως ο Mimmo Pinto, που αποτυγχάνει σε οποιονδήποτε κανόνα διαλόγου παρέχοντας σε πρώτη μετάδοση τις ηχογραφήσεις των τηλεοπτικών εκπομπών του Pannella για να απαντήσει προσβάλλοντας, που στέλνει τους πράκτορές του να τριγυρνούν στους δρόμους πυροβολώντας ενάντια σε οποιονδήποτε έχει μια συμπεριφορά «ύποπτη» και τον σκοτώνει. Αυτός είναι πάντα εκεί, να κάνει τον υπουργό με την σύμφωνη γνώμη της ιστορικής αριστεράς: αυτή ναι και είναι ελευθερία.«Ελεύθερη, η Ιταλία, ακόμη και να μετρά μέσα στην πρόσφατη ιστορία της υπουργούς μαφιόζους, και να ακούμε τον Μoro να υπερασπίζεται υπουργούς κλέφτες, και να έχουμε μια κυβέρνηση που να στηρίζεται από έναν υπουργό εφ’ όρου ζωής όπως ο Αndreotti, πάντα παρόντα στα σημεία κλειδιά της εξουσίας […].

Αποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto

«Για πολλούς η Ιταλία είναι μια πολύ ελεύθερη χώρα: για παράδειγμα για τους καραμπινιέρους οι οποίοι, πέρα από το να μπορούν να πυροβολούν κατά βούληση, έχουν γίνει και εκτελεστές με εγκώμιο […]. «Για παράδειγμα, ακόμη, ελεύθερη για τη Roche, που μπορεί να δηλητηριάζει ολόκληρα χωριά χωρίς πρακτικές συνέπειες, και για τη δημόσια αρχή της περιοχής της Λομβαρδίας, η οποία σπαταλά δισεκατομμύρια σε ένα ψεύτικο έργο αποκατάστασης επάνω στο δέρμα των πληθυσμών.«Τώρα, γίνεται ελεύθερη χώρα και για το PCI: το οποίο κρατήθηκε πάντα πολύ μακριά από οποιοδήποτε κέντρο εξουσίας και κατηγορήθηκε για τα πιο βάναυσα πράγματα μέχρι να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τις δημοκρατικές ελευθερίες, αλλά σήμερα, υπογράφει μια προγραμματική συμφωνία που καταστέλλει τις πολιτικές και αστικές ελευθερίες, με θέμα τη δημόσια τάξη, που αποδέχεται το φρικτό σύμφωνο με τις πολυεθνικές για το θέμα των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο προωθεί έναν καταπιεστικό σχεδιασμό της κοινωνίας προσανατολισμένης στην απόδοση, αποτελεί μέρος της κυβερνητικής πλειοψηφίας και έχει πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα.«Αυτό νομίζω ότι είναι το κεντρικό σημείο μιας συζήτησης σχετικά με την καταστολή (ή την ελευθερία) σήμερα στην Ιταλία: διότι καταστολή υπέστημεν από πάντα, από το 1948 μέχρι σήμερα, και σίγουρα από το 1968, όταν το σύνθημα ‘η καταστολή δεν θα περάσει’ ήταν ότι περισσότερο ψεύτικο μπορούσε να ειπωθεί. Μόνο που τα τελευταία χρόνια, ακόμη και με αβεβαιότητες, βραδύτητες και λάθη, το PCI κατέληγε να βρίσκεται προς την σωστή πλευρά και να υπερασπίζεται τις ελευθερίες όλων, ενώ τώρα έκανε μια σαφή επιλογή: πρόσβαση στην «εξουσία» σε αντάλλαγμα για το αστυνομικό κράτος.

Σχετική εικόνα

Και να που, πέρα από κάθε λογική τόσο βιομηχανικής ανάπτυξης όσο και των αναγκών της χώρας, το P.C.I. υποστηρίζει και επιβάλλει την κατασκευή πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής (που συνεπάγονται, για παράδειγμα, οικονομική, τεχνολογική και πολιτική εξάρτηση, πολύ σοβαρούς κινδύνους όσον αφορά την υγεία και την ασφάλεια των πληθυσμών, μη αναστρέψιμα περιβαλλοντικά σφάλματα και αποτυχίες, έκτακτα εσωτερικά μέτρα δημόσιας τάξης), επιτίθεται και επιδιώκει να τροποποιήσει, καθιστώντας ανέφικτο, ένα δημοκρατικό μέσο πάλης, από τα κάτω, και προστασίας των μειονοτήτων, όπως το δημοψήφισμα, δέχεται να εξαλείψει ολόκληρα άρθρα του δημοκρατικού Συντάγματος με τις νέες προτάσεις για τη δημόσια τάξη οι οποίες, επικίνδυνες από μόνες τους, αντιπροσωπεύουν την επικύρωση εκ των προτέρων του νόμου Reale, ενάντια στον οποίον το PCI είχε (αν και με το ζόρι) ψηφίσει […] «Εάν αυτό το είδος μέτρων γίνει νόμος, πιστεύω ότι η Ιταλία θα είναι αναμφισβήτητα η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο για κυβερνήτες και αστυνομικούς, για να εκφοβίζουν να παραποιούν, να παραβιάζουν τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα. Με λίγα λόγια, ο φασιστικός κώδικας θα καταλήξει να μοιάζει με παράδειγμα φωτισμένου φιλελευθερισμού, και το Σύνταγμα, που δεν εφαρμόστηκε για πολλά χρόνια σε πολλά μέρη του, υπονομεύεται τώρα αποφασιστικά: αυτό είναι το τίμημα, απολύτως παράλογο, που η ιστορική αριστερά πληρώνει για την «εξουσία».» (15).

A quarant'anni di distanza, una playlist per raccontare il 1977 in Italia - Foto di Enrico Scuro

Από το Παρίσι μια ομάδα γάλλων διανοουμένων συντάσσει μια έκκληση (βλέπε κεφάλαιο 11) κατά της καταστολής στην Ιταλία Η πρωτοβουλία προκαλεί μια σκληρή δημόσια διαμάχη μεταξύ των ιταλών διανοουμένων σχετικά με το ρόλο τους σε σχέση με τη συνεχιζόμενη πολιτική σύγκρουση μεταξύ του κομματικού συστήματος και του κινήματος. Η συζήτηση σύντομα ξεπερνά τις έδρες της επίσημης πνευματικότητας, συγκεκριμενοποιούμενη μέσα στην πρόταση για μια εθνική συνδιάσκεψη του Κινήματος επάνω στην καταστολή που καλείται για τον σεπτέμβριο στη Μπολόνια. Ενώ το Κ.Κ.I., το οποίο κυβερνά την πόλη, δεν αντιτίθεται στο σχέδιο, αποδεχόμενο την «πρόκληση», σχεδόν ολόκληρος ο τύπος τονίζει το γεγονός, απεικονίζοντας καταστροφικά σενάρια σύμφωνα με οποία ορδές ένοπλων χουλιγκάνων θα μπορούσαν να προκαλέσουν εκτεταμένες λεηλασίες και καταστροφές. Για την περίσταση, το υπουργείο εσωτερικών προδιαθέτει έξι χιλιάδες αστυνομικούς για να φρουρούν τα νευραλγικά σημεία της πόλης, ειδικά γύρω από τη φυλακή, όπου ορισμένα μέλη του κινήματος είναι έγκλειστα και το δικαστικό σώμα θεωρεί πως είναι υπεύθυνα για την «συνωμοσία» των εξεγερτικών ημερών του μαρτίου. Και η τοπική ομοσπονδία του Κ.Κ.Ι., μετά τη διακήρυξη από το στόμα του αρχηγού του και δημάρχου της πόλης Zangheri «Μπολόνια, η πιο ελεύθερη πόλη του κόσμου», ενεργοποιεί το σύνολο των αγωνιστών του με λειτουργίες «ελέγχου και επαγρύπνησης».

Σχετική εικόνα

Στο κίνημα η είδηση για το ραντεβού της Μπολόνια δημιουργεί αυθόρμητα μια άνευ προηγουμένου κινητοποίηση. Στις 22, 23 και 24 σεπτεμβρίου η Μπολόνια εισβάλλεται από εκατό χιλιάδες νέους που προέρχονται από όλη την Ιταλία, ακόμη και από τα πιο περιφερειακά κέντρα. Τρένα, λεωφορεία, φάλαγγες αυτοκινήτων μεταφέρουν ποτάμια πολύχρωμου κόσμου με σακίδια, κουβέρτες, υπνόσακους, κοστούμια, μουσικά όργανα. Οι δρόμοι του κέντρου διασχίζονται από ασταμάτητες ροές χιλιάδων ανθρώπων. Οι πλατείες, τα πάρκα, τα δημόσια κτίρια μετατρέπονται σε τεράστιους καταυλισμούς.Στους δρόμους ζωγραφίζουν, χορεύουν, τραγουδούν, παίζουν, παίζουν και ακούν μουσική, θέατρο, κινούμενα σχέδια. Aλλά δεν είναι μόνο ένα «συνεχές πάρτι» που το ζουν ως ανάγκη να συναντηθούν, να μιλήσουν και να αναμετρηθούν μέσα στον πλούτο των διαφορετικών αμοιβαίων εμπειριών.

Αποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto
Στην πραγματικότητα, μαζί με την εορταστική μάζα των ανώνυμων μελών του κινήματος, και τα «στρατεύματα» των οργανωμένων πολιτικών ομάδων και των «παρατηρητών» των μαχητικών σχηματισμών που έχουν ενισχυθεί προσγειώνονται στη Μπολόνια. Εκείνες τις ημέρες όλες οι εκφράσεις της «πολιτικής τάξης» του κινήματος θέτουν εκ νέου επί τάπητος το μακροχρόνιο πρόβλημα που πρέπει να επιλύσουν, της στρατηγικής γραμμής της οργάνωσης και του προγράμματος.Όλες οι οργανωμένες ομάδες έρχονται ήδη σε παράταξη, η καθεμιά στη δική της προκαθορισμένη θέση, στη δική της τοποθέτηση, με πολλούς σεχταριστικούς πειρασμούς και ελάχιστη προθυμία να επιδιώξουν κάποια ομοιογένεια. Μέσα στο κλειστό γήπεδο δέκα χιλιάδες αγωνιστές των διαφόρων οργανώσεων, περισσότερο από το να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, συγκρούονται και κάποιες στιγμές και σωματικά. Το Palazzetto dello Sport γίνεται αρένα και παλκοσένικο στο οποίο κάθε πολιτική θέση δίνει την παράστασή της, δηλώνοντας ότι από εκείνη τη στιγμή θα ασκεί έτσι κι αλλιώς το δικό της σχέδιο.
Αποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto
Οι μοναδικές τακτικές συμμαχίες οριοθετούνται μεταξύ των συνιστωσών της οργανωμένης εργατικής Αυτονομίας ως συνάρτηση της επίσημης κατάκτησης της «πολιτικής κατεύθυνσης» επί του κινήματος. Για αυτές τις συνιστώσες είναι μια στιγμή αναπαράστασης δύναμης που συμβολικά επιλύεται με την «απέλαση» των άλλων συνιστωσών που θεωρούνται ως η «δεξιά» του κινήματος. Έτσι λαμβάνει χώρα η εκδίωξη πρώτα του MLS, μετά της Avanguardia operaia και τελικά της Lotta continua. Η συντριπτική πλειοψηφία του κινήματος ζει με ανάμικτα συναισθήματα τις πληγές που συμβαίνουν στον τόπο στον οποίον έχει ανατεθεί η πολιτική λύση των κυριότερων στρατηγικών προβλημάτων που σφίγγουν σαν τανάλια εδώ και μήνες το κίνημα. Επί τρεις ημέρες αναμειγνύονται και εναλλάσσονται ανυπόμονη αποξένωση και αγωνιώδης προσδοκία για τα αποτελέσματα του μεγαλύτερου διαλόγου που τέθηκε σε εφαρμογή από το κίνημα.
Σχετική εικόνα
Από αυτή την άποψη, η θέση της δημιουργικής συνιστώσας του κινήματος είναι ιδιαίτερα σημαντική, της οποίας η κινητήρια δύναμη βρίσκεται ακριβώς στη Μπολόνια. Ένας από τους πρωταγωνιστές της την περιγράφει ως εξής: «Το ‘A / traverso’ κυκλοφόρησε τον ιούνιο του ’77 με ένα νούμερο με τον τίτλο: ‘Η επανάσταση τελείωσε, κερδίσαμε’. Πολλοί ανάγνωσαν τον τίτλο ως ένα ειρωνικό αστείο. Στην πραγματικότητα έπρεπε να ληφθεί πολύ σοβαρά και κυριολεκτικά.
Εκεί όπου τα επαναστατικά κινήματα του Εικοστού αιώνα νόμιζαν ότι μπορούσαν να ανατρέψουν και να ξεπεράσουν την καπιταλιστική κοινωνική μορφή, το αυτόνομο κίνημα έθετε τις προϋποθέσεις για μια νέα αντίληψη της απελευθερωτικής διαδικασίας.«Αυτή η νέα αντίληψη δεν συνεπάγονταν μια ρήξη του πολιτικού συστήματος εξουσίας, αλλά τη δημιουργία ενός κοινωνικού χώρου ικανού να ενσαρκώσει την ουτοπία μιας κοινότητας που ξυπνά και αναδιοργανώνεται έξω από το κυρίαρχο πρότυπο της οικονομικής ανταλλαγής εργασίας και μισθών. Η εξάλειψη της εργασίας γίνεται η αντικειμενική τάση, η σιωπηρή δυνατότητα της τεχνολογίας και του κοινωνικού συστήματος της γνώσης. Το μοντέλο της πολιτικής επανάστασης δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί: με αυτή την έννοια η επανάσταση τελείωσε «. Αλλά το δεύτερο μέρος του τίτλου είναι πιο δύσκολο να ερμηνευτεί.
Σχετική εικόνα
Τι σημαίνει «έχουμε κερδίσει, νικήσαμε»; Προσπαθήσαμε με αυτή τη φράση, σαν να ήταν ένα είδος εξορκισμού, ή μάλλον η ένδειξη μίας ψυχικής στάσης, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να αντιμετωπιστεί με όρους συνειδητού και συλλογικού πειραματισμού η διαδικασία της εξάλειψης της εργασίας, η διαδικασία εκείνη που ωρίμασε από τον τεράστιο μετασχηματισμό που καθορίστηκε από τις σύγχρονες τεχνολογίες, από τη συνεισφορά τεχνικο-επιστημονικής εργασίας μέσα στην παραγωγική διαδικασία, η οποία κατέστησε δυνατή την υποκατάσταση της ανθρώπινης εργασίας, την εξάλειψη της εργασίας ως μοντέλο δραστηριότητας.»Αυτή η διαίσθηση, που υπάρχει στο έργο του «A / traverso», δεν κατάφερε με κανέναν τρόπο να μεταφραστεί πολιτικά στο συνέδριο της Μπολόνια του σεπτεμβρίου 1977. Στο Συνέδριο επαναλαμβάνεται, παρουσιάζεται ξανά η ψυχή της οργάνωσης, δηλαδή η προσπάθεια να επαναφερθεί όλο εκείνο που είχε συμβεί τους προηγούμενους μήνες μέσα σε οργανωτικές φόρμουλες.Η νέα πρόταση είχε επιλέξει τη σιωπή επειδή εκείνη τη στιγμή δεν είχε τίποτα να πει.«Εκείνο που είχαμε να πούμε το είπαμε στο τεύχος του ιουνίου του «A / traversο» και ήταν μια ανάλυση επάνω σε όλο εκείνο που θα συνέβαινε στα επόμενα χρόνια, η περιγραφή του πνευματικού έργου μέσα στη νέα τεχνολογική οργάνωση.«Δεν είχαμε μια πολιτική πρόταση σε αυτό επάνω, αλλά είχαμε επεξεργαστεί το κείμενο ενός νέου Συντάγματος της ιταλικής δημοκρατίας, ένα είδος ντανταϊστικού σεναρίου που θα παρουσιάζαμε κατά τις ημέρες της διάσκεψης: ήθελε να είναι ένα είδος ανάγνωσης των κεφαλαίων του Συντάγματος από την άποψη της απελευθέρωσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto

«Θέλαμε να στήσουμε ένα πάλκο στην πλατεία Maggiore και εκεί, σε κάποια στιγμή στη μέση του κόσμου, να δηλώσουμε ότι η αντιδικία μας με το ιταλικό κράτος είχε ολοκληρωθεί, ότι ο ιστορικός συμβιβασμός (η μόνη πρόταση που είχε κάνει το κράτος) είχε αποτύχει, και ότι το κράτος μπορούσαμε να το θεωρήσουμε διαλυμένο, πράγμα που σε κάθε περίπτωση μπορούσε να θεωρηθεί θετικό, διότι έτσι κι αλλιώς αυτό που θέλαμε ήταν ήδη σε εξέλιξη, η εργατική εργασία θα εξαφανιστεί τα επόμενα χρόνια και ως εκ τούτου ας ξαναφτιάξουμε το Σύνταγμα ξεκινώντας από αυτή τη βασική συνειδητοποίηση: η εργατική εργασία εξαφανίζεται, να θεμελιώσουμε την ανθρώπινη ζωή επάνω σε άλλες βάσεις.«Κυκλοφορούσε λοιπόν μια κουβέντα σχετικά με την εναλλακτική λύση που θα σημάδευε την εποχή μας, εξαιρετικής σημασίας: η διαδικασία απόρριψης της εργασίας οδηγεί στην εντατική χρήση της τεχνολογίας και αυτό είναι ένα απεγνωσμένο και δραματικό πράγμα αν το θεωρήσουμε ως ατυχία, σαν δυστύχημα, αν αντιθέτως το δούμε σαν μια διαδικασία που μπορούμε να διαχειριστούμε συλλογικά καθίσταται ένα άλλο πεδίο απελευθέρωσης. Όμως για να γίνει αυτό χρειάζεται να απαλλαγούμε από το επίσημο περιτύλιγμα που εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το κράτος, οπότε θεμελιώνουμε ξανά το ιταλικό Σύνταγμα.»Αυτό που είχαμε να πούμε ήταν: παιδιά μας περιμένουν καταστροφικά χρόνια, αλλά μέσα σε αυτά τα χρόνια θα εξελιχθεί μια μελλοντική διαδικασία την οποία εμείς μπορούμε να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε, όπου οι διαδικασίες της αυτονομίας θα μπορέσουν να εκδηλωθούν στα νέα στρώματα. «Στην πραγματικότητα, αυτό που βρήκαμε στη συνέχεια στη Μπολόνια ήταν μια άλλη ένταση.«Το συνέδριο του Σεπτεμβρίου γεννήθηκε στο Παρίσι τις ημέρες που κάναμε την έκκληση κατά της καταπίεσης που υπέγραψαν οι Γάλλοι διανοούμενοι. Αρχικά κανείς δεν πίστευε ότι την περίσταση εκείνη θα ακολουθούσαν τόσοι πολλοί». Υπήρξε μια στιγμή αντιθέτως που όλοι θεώρησαν ότι έπρεπε να παν εκεί, γιατί θα ήταν μια ευκαιρία στην οποία θα μπορούσαμε να ιδωθούμε, να μιλήσουμε, να λογαριαστούμε και να μετρήσουμε.
Αποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto

Περιμέναμε κάτι μαγικό, δημιουργήθηκε μια δραματική προσδοκία και ένα ξεκάθαρο χάσμα μεταξύ του κλειστού γηπέδου που ήταν ο καθορισμένος τόπος της πολιτικής τάξης και τoυ χώρου της στράτευσης των διαφόρων ομάδων, και από την άλλη πλευρά ενός μεγάλου αριθμού των μορφών ζωντάνιας και κίνησης και του μαζικού θεάματος. «Όλοι είχαν έρθει στη Μπολόνια με μεγάλες προσδοκίες που είχαν απογοητευτεί. Στο αίτημα μιας μετα-οργανωτικής λύσης, το πολιτικό στέλεχος επαναπρότεινε το παλιό μοντέλο ως απάντηση, και οι άλλοι δεν είχαν ούτε την ενέργεια ούτε την επινόηση ικανές να δώσουν μια νέα πολιτική λύση, επειδή δεν υπήρχε μια πολιτική λύση. »Η πορεία που κλείνει το συνέδριο, επιβλητική και υπέροχη, πορεύεται για ώρες και ώρες. Παρά τη λεκτική επιθετικότητα των συνθημάτων δεν υπάρχει σύγκρουση με την αστυνομία. Στο τέλος μια λεπτή αίσθηση πικρίας, απογοήτευσης, αποθάρρυνσης συντροφεύει τον κόσμο πίσω στις περιοχές τους και στους τόπους ζωής και αγώνα τους. Όλοι υπόσχονται πως θα συνεχίσουν, θα προχωρήσουν, αλλά κανείς δεν μπορεί να κρύψει το δραματικό ερώτημα στον εαυτό του: μπροστά πως; μπροστά που; «

Σχετική εικόνα