ένοπλη πάλη, lotta armata

Αλντομορολογία: μια ερμηνεία

Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, και μάλιστα εδώ και δεκαετίες, ένα είδος συλλογικού παραληρήματος, που αντί να ησυχάζει όπως συμβαίνει αργά ή γρήγορα στους αστικούς θρύλους, μεγαλώνει κάθε χρόνο.

Mιλάμε για τις μπούρδες, τις ψευτιές και την διετρολογία-συνωμοσιολογία [1.] σχετικά με την απαγωγή του Aldo Moro. Είναι πλέον τόσες πολλές και ποικίλες, που έχω κατά νου να τις συλλέξω και να τις αναλύσω σε ένα δοκίμιο. Μέχρι σήμερα, ο τίτλος του θα είναι: «Αλδομορολογία, ανάλυση ενός ντελίριου. Από τη λίμνη της Δούκισσας μέχρι τις μαλακίες του Σαντόρο.» Αλλά θα πρέπει να αναζητήσω έναν πιο ουδέτερο τίτλο, διότι η επιδημιολογία μας διδάσκει ότι η τεράστια μπούρδα που πυροβόλησε την πέμπτη ο Santoro δεν θα είναι η τελευταία.

Για όσους – τυχεροί αυτοί – δεν είδαν εκείνη την τηλεοπτική φάρσα το βράδυ της πέμπτης, ουσιαστικά ο Santoro εφηύρε ότι ο Franco Piperno έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ τον φεβρουάριο του 78 για να «συναντηθεί με τη CIA και να σχεδιάσει την απαγωγή Moro».

Γελάμε για να μην κλαίμε: όποιος ξέρει ελάχιστη ιστορία, γνωρίζει ότι ο Πιπέρνο είχε κερδίσει μια θέση ως «επισκέπτης επιστήμονας», “visiting scientist” στο MIT (μια θέση που δεν είναι τόσο αντάξια των οιονεί-διαμονών για σπουδές του Conte, ή της μαεστρίας του Renzi στην αγγλική γλώσσα, αλλά ας είμαστε ικανοποιημένοι). Ακριβώς λόγω της κατασταλτικής αναζωπύρωσης που ακολούθησε την απαγωγή του Moro, ο Piperno αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την αναγνωρισμένου κύρους θέση. Ο Piperno, μετά, δεν είχε κανένα ρόλο στις BR: μόνο οι ύστεροι ανόητοι επίγονοι του στρατηγού Dalla Chiesa είναι πεπεισμένοι ότι η Autonomia Operaia και το Potere Operaio είχαν κάτι να κάνουν με τις BR.

Ο κατάλογος των GMD (Μεγάλες Διετρολογικές Μαλακίες) θα είναι πολύ μακρύς. Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να πεθάνει η πεποίθηση ότι ο Moretti ήταν «ένας άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών», οι BR ήταν ετεροκαθοδηγούμενες (από οποιονδήποτε, από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, από εκείνες του Ισραήλ, την RAF, τους Βούλγαρους: μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει βάλει στην μέση τον Πούτιν, και είμαι έκπληκτος γι αυτό), στη Via Fani υπήρχαν μερικοί πολύ ταλαντούχοι και μυστηριώδεις ελεύθεροι σκοπευτές, και πάει λέγοντας με αυτό το παραληρηματικό βήμα.

Δεν έφτασε μια πλούσια μισή ντουζίνα από Κοινοβουλευτικές Επιτροπές που ουσιαστικά συνέβαλαν στη βιομηχανία χαρτιού και μελανιού. Δεν ήταν αρκετά δοκίμια ακριβή μέχρι σχολαστικότητας (όπως για παράδειγμα αυτό του Persichetti και των συνυπογραφόντων, και πολλά άλλα) τα οποία για εκείνες τις 55 ημέρες μας διηγήθηκαν όλα αυτά που μπορούν να ειπωθούν, αποσαφηνίζοντας κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί μετά από 40 χρόνια: προσμετρώντας επίσης πως οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές εκείνης της εποχής ήταν ανθρώπινα όντα, οπότε σίγουρα θα παραμείνει άγνωστο τι έφαγαν στο δείπνο τους οι φύλακες του Moro στις 28 απριλίου του 1978, και άλλα σκοτεινά και πολύ σημαντικά μυστήρια.

Τελειώνοντας με τα αστεία, προσπάθησα να βρω έναν λόγο, μιαν αιτία σε αυτό το παραλήρημα: που δεν είναι ακριβώς παραλήρημα . Προσπαθώ να προτείνω την ερμηνεία μου, τι εννοώ.

Γνωρίζουμε ότι οι BR πέρασαν από πολύ σημαντικά αιτήματα για την απελευθέρωση του Moro (απελευθέρωση 13 κρατουμένων με βαριές καταδίκες και κατηγορίες) μέχρι του σημείου – το τελευταίο διάστημα – να εκφράσουν ηπιότερα αιτήματα: φαίνεται ότι ένα άνοιγμα για την απελευθέρωση ενός μόνο κρατουμένου θα ήταν αρκετό, καθώς και μια «σιωπηρή αναγνώριση» των BR ως αντιστάθμισμα, για να εμποδιστεί ή τουλάχιστον να ανασταλεί η εκτέλεση του Moro: όταν διαπραγματευόμαστε, δεν πυροβολούμε, είπε ακριβώς ο Moretti.

Το «μέτωπο της αποφασιστικότητας, της σταθερότητας» ήταν αντίθετα αδιαπέραστο. Οι χριστιανοδημοκράτες – με τον Andreotti επικεφαλής – είχαν τον Μόρο για χαμένο, ειδικά μετά από τις σκληρές επιστολές που έγραψε στους συντρόφους του (σκεφτείτε το κατηγορητήριο εναντίον του Taviani ή τα μηνύματα που έστελνε στον Zaccagnini με τα γράμματα του ): ένας ελεύθερος Μόρο θα ήταν, για την DC, μια πραγματική κινούμενη νάρκη. Εδώ αναφέρουμε μιαν άλλη GMD [μαλακία]: ο Μόρο που έγραφε εκείνες τις επιστολές «δεν ήταν αυτός», ήταν σίγουρα βασανισμένος σωματικά και ψυχολογικά από τους φύλακες του, ή ακόμα και ναρκωμένος.

Για το ανυπόστατο αυτών των δηλώσεων αποφάνθηκε μάλιστα μέχρι και ο Mario Sossi, τον οποίο απήγαγαν και απελευθέρωσαν οι BR τέσσερα χρόνια νωρίτερα, και σίγουρα ήταν γνωστό για το ότι δεν ήταν ένας δικαστής με συμπάθειες προς την αριστερά.

In cauda venenum, το άσχημο έρχεται τελευταίο. Το «μέτωπο της σταθερότητας» είχε τους πιo σκληρούς σημαιοφόρους του στα στελέχη του PCI. Πιθανόν, για να είναι πλήρως διαπιστευμένο ως «δημοκρατική δύναμη» και αξιόπιστη στη δύση ενόψει μιας επικείμενης εισόδου στην κυβέρνηση, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να δείξουν ότι είναι αδιάλλακτοι, πιο ρεαλιστές από το βασιλιά. Εάν το ταξίδι του Piperno το φεβρουάριο του 78 είναι ένα παραμύθι, αντιθέτως πραγματικότητα ήταν το ταξίδι του Giorgio Napolitano στις ΗΠΑ τον απρίλιο του ’78, κατά τις ημέρες της απαγωγής. Εκτός από το γεγονός πως είχε αποτίσει στα κρυφά φόρο τιμής προς τον Gianni Agnelli, ο Napolitano έτυχε μεγάλης εκτίμησης στα αμερικανικά πολιτικά περιβάλλοντα: πιθανότατα λόγω του placet, της ψήφου εμπιστοσύνης – ή τουλάχιστον της ανοχής – των ηνωμένων πολιτειών στην είσοδο του ΚΚΙ στην κυβέρνηση να συμπεριλαμβάνονταν ως αντάλλαγμα για τη συνολική αδιαλλαξία του προς τις BR, πασιέντζα που παίχτηκε στο δέρμα του Aldo Moro.

Εάν πράγματι στο PCI αντέδρασαν στα πρώτα χρόνια λέγοντας ότι οι BR ήταν φασίστες, αργότερα αρνήθηκαν – όπως η Rossana Rossanda τους προέτρεψε με ειλικρινή επιδεξιότητα – να κοιτάξουν «στο οικογενειακό άλμπουμ» του μαρξισμού-λενινισμού για να αναγνωρίσουν στα πρόσωπα ορισμένων BR γνωστά πρόσωπα της οικογένειας.

Φθάνω λοιπόν στην εξήγηση του aldomorismο και της επιδημιολογίας των GMD. Βλέπουμε όντως ότι αγαπούν ιδιαίτερα να μιλούν διετρολογικά λέγοντας μαλακίες τα στελέχη της λεγόμενης «αριστεράς» : για να κατανοήσουμε πόσο πολύ αυτός ο ορισμός είναι ψεύτικος, δεν πρέπει να κάνουμε άλλο από το να θυμόμαστε ότι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του είναι ακριβώς ο Michele Santoro.

Όλο αυτό το φαινομενικό παραλήρημα εξηγείται με μια ψυχολογικά απλή έννοια: ονομάζεται κακή συνείδηση. Μια ερμηνεία του τι συνέβη σε εκείνες τις 55 ημέρες βλέπει συνεπώς το PCI να πληρώνει με το δέρμα του Moro την οριστική «λύτρωση» του από την επαναστατική του προέλευση: όσοι γνωρίζουν την ιστορία της Αντίστασης και της περιόδου των πρώτων χρόνων μετά την αντίσταση μπορούν να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάμε .

Sic stantibus rebus, είναι βολικό – για τους επιγόνους της «αριστεράς» που φιλοδοξούν στην κυβέρνηση ή για τους ύστερους κυνερνητικούς οπαδούς αυτής – το να φυσάν περισσότερο καπνό και ομίχλη επάνω σε εκείνα τα γεγονότα και τις ημέρες εκείνες, να προπαγανδίζουν μυστήρια και μισές αποκαλύψεις. Είναι μια πολύ γνωστή διαδικασία στην ψυχολογία: ονομάζεται αυταπάτη ή αυτο-απάτη, self deception. Αν πίσω από την απαγωγή του Moro υπάρχουν ίσως η CIA και η Mossad και οι μυστικές υπηρεσίες, τότε οι σύντροφοι του PCI έκαναν πολύ καλά να συμπεριφερθούν με εκείνη την γραμμή, όχι; Να είναι «εθνικά υποστηρικτικοί, αλληλέγγυοι» με τους χριστιανοδημοκράτες.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τη δολοφονία του Aldo Moro και της συνοδείας του το γνωρίζουμε, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πλήρωσαν όλοι μαζί με τη φυλακή. Ορισμένοι εξακολουθούν να υπόκεινται σε μέτρα κράτησης, αρχίζοντας από τον Mario Moretti (από το 1981 …).

Αυτά, τα γεγονότα. Μετά από 40 χρόνια, ίσως αρχίσουμε να καλωσορίζουμε τον πολλαπλασιασμό της Αλντομορολογίας, [Aldomorologia] με ιλαρότητα. Έτσι κι αλλιώς, το να ελπίζουμε ότι τελικά μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή την υπόθεση κλεισμένη, είδαμε να είναι αδύνατο.

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή ύστερα από ρητή συναίνεση της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ιστορία, storia

16 μαρτίου 1978, μια ομάδα εργατών και επισφαλών απαγάγει τον Moro. Ήταν οι Brigate rosse, οι ερυθρές Ταξιαρχίες

Σαράντα χρόνια απόσταση από το φαντασιακό που αναπαράγεται από τις συνωμοτικές αφηγήσεις το πρωινό της 16ης μαρτίου 1978 η via Fani εμφανίζεται ως ένας τόπος φάντασμα που φυλάσσεται από τις μυστικές υπηρεσίες, ένα κομμάτι πόλης που στερείται αστικής ζωής όπου περιπλανώνται μυστηριώδεις παρουσίες. Ωστόσο, η ιστορική τεκμηρίωση που έχουμε στην κατοχή μας λέει ότι η πραγματικότητα εκείνου του πρωινού είναι πολύ διαφορετική. Περίπου στις εννέα, αυτό το μικρό οικιστικό τετράγωνο της Ρώμης διέσχιζαν πολλοί περαστικοί και στο δρόμο κυκλοφορούσαν πολλά οχήματα, τόσο ώστε τις διάφορες φάσεις της δράσης των ταξιαρχιτών, προσέγγιση, επίθεση και απαγκίστρωση, παρακολούθησαν από διαφορετικές θέσεις περισσότεροι από τριάντα μάρτυρες.  Στη συντριπτική πλειοψηφία επιβεβαιώνουν την αναπαράσταση που έκαναν οι μαχητές των Ερυθρών Ταξιαρχιών που συμμετείχαν. Ακολουθεί η διήγηση εκείνου του πρωινού που ελήφθη από το κεφάλαιο 6 του βιβλίου, Κόκκινες Ταξιαρχίες, από τα εργοστάσια έως την εκστρατεία της άνοιξης, Derviveapprodi, Μάρτιος 2017, Brigate rosse, dalle fabbriche alla campagna di primavera

από Campagnadiprimavera.wordpress.com

Br frontale

Ήταν ακόμα αυγή όταν στη Ρώμη, στις 16 μαρτίου 1978, μια ομάδα δέκα ταξιαρχιτών βυθίστηκε στην κυκλοφορία για να φτάσει στον τόπο του ραντεβού. Ήταν ένας αγρότης, ένας τεχνικός, ένας βοηθός υποστήριξης, ένας τεχνίτης, ένας φοιτητής, δύο άνεργοι, ένας έμπορος και δύο εργάτες. Ανήκαν στους Φάλαγγες της Ρώμης, του Μιλάνο και του Τορίνο και ήθελαν να πραγματοποιήσουν μια άνευ προηγουμένου ένοπλη δράση: την απαγωγή του Aldo Moro ως την καλύτερη επεξήγηση μέσω παραδείγματος της «επίθεσης στην καρδιά του Kράτους». Το ραντεβού ήταν στο σταυροδρόμι μεταξύ της οδού Mario Fani και της οδού Stresa. Το σχέδιο περιλάμβανε την εξολόθρευση της συνοδείας του Moro αποτελούμενης από τρεις αστυνομικούς και δύο καραμπινιέρους: τους αστυνομικούς Raffaele Iozzino, Giulio Rivera και τον αρχηγό της συνοδείας Francesco Zizzi, τον επιλοχία Oreste Leonardi και τον λοχία Domenico Ricci (1).
Τα πάντα είχαν σχεδιαστεί σχολαστικά σε μήνες και μήνες προετοιμασίας. Αυτό το κομάντο δέκα μαχητών, ηλικίας 20 έως 32 ετών, έδειξε μια αξιοσημείωτη αποφασιστικότητα στην ολοκλήρωση μιας επιχείρησης που σηματοδότησε την ιστορία της Χώρας, μια επιχείρηση της οποίας η οικονομική επένδυση, παραδόξως, δεν ξεπέρασε τις 700.000 λιρέτες, μόλις το ισοδύναμο τριών μισθών τότε ενός μεταλλουργού (2).

Ο σχεδιασμός
Μια ταξιαρχίτισσα που βρίσκεται στην κορυφή της Via Fani θα έπρεπε να σημάνει την άφιξη του κονβόι του Moro σηκώνοντας μια δέσμη λουλουδιών και στη συνέχεια να απομακρυνθεί από τον τόπο. Ως αποτέλεσμα ένας άλλος ταξιαρχίτης, σταματημένος με το αυτοκίνητό του αμέσως μετά τη διασταύρωση με την οδό San Gemini αμέσως θα μετακινούνταν για να τοποθετηθεί μπροστά από το αυτοκίνητο που μετέφερε τον Moro και εκείνο της συνοδείας που ακολουθούσε. Στο στοπ με τη Via Stresa θα σταματούσε κανονικά. Εκείνη τη στιγμή άλλοι τέσσερις ταξιαρχίτες χωρισμένοι σε δύο υπομονάδες θα έμπαιναν σε δράση πυροβολώντας ξαφνιάζοντας για να εξαλείψουν τους αστυνομικούς που προστάτευαν τον Μόρο. Ενώ μια ταξιαρχίτισσα μεταξύ της Via Stresa και της Via Fani θα απέκλειε την πρόσβαση στο χώρο της επίθεσης (την «κατώτερη πύλη»), ένας άλλος ταξιαρχίτης έπρεπε να μπει με την όπισθεν από τη Via Stresa στη Via Fani για να φορτώσει τον όμηρο. Οι δυο τελευταίοι έπρεπε να κλείσουν την οδό Φάνι στο πάνω μέρος, επιχειρώντας στην λεγόμενη «ανώτερη πύλη», για να κρατήσουν μακριά από τη δράση όποιον έφθανε εκεί. Οι υποομάδες της ομάδας φωτιάς είχαν προκαθορισμένα καθήκοντα: η πρώτη έπρεπε να χτυπήσει τους καραμπινιέρους που συνοδεύονταν τον Μόρο, τον επιλοχία Λεονάρντι, ο οποίος θεωρούνταν επικίνδυνος λόγω της εμπειρίας του, και τον οδηγό, λοχία Ρίτσι. Η δεύτερη υποομάδα έπρεπε να επιτεθεί στην συνοδεία της Δημόσιας ασφάλειας που βρίσκονταν στο δεύτερο αυτοκίνητο (Zizzi, Iozzino και Rivera). Την ίδια στιγμή, ο οδηγός του αυτοκινήτου που ήταν σταματημένο στο stop θα κατέβαινε για να ενισχύσει την «κατώτερη πύλη». Στο τέλος της μάχης οι ταξιαρχίτες θα είχαν πάρει τον Μόρο και αμέσως θα έφευγαν από την περιοχή σε τρία αυτοκίνητα προς την ίδια κατεύθυνση. Το αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο στο στοπ θα το εγκατέλειπαν στη διασταύρωση της μάχης μαζί με ένα πέμπτο αυτοκίνητο της οργάνωσης, το οποίο χρησίμευε ως αποθεματικό, σταθμευμένο λίγο πιο μπροστά στη Via Stresa.

Το πρώτο σχέδιο
Αρχικά οι ερυθρές Ταξιαρχίες σκέφτονταν να αρπάξουν τον Μόρο μέσα στην εκκλησία της Santa Chiara, στην piazza dei Giochi Delfici. Το σχέδιο, «στο οποίο ήταν πολύ προσκολλημένος ο Morucci» (3), απορρίφθηκε επειδή ο κίνδυνος πυροδότησης μιας σύγκρουσης με τα όπλα σε μια περιοχή που έβλεπε την παρουσία ενός δημοτικού σχολείου θεωρήθηκε υπερβολικά υψηλός. Η συνοδεία στην πραγματικότητα έδειχνε να είναι πολύ επιφυλακτική και έτοιμη για άμεση αντίδραση όταν ο Μόρο ήταν έξω από το αυτοκίνητό του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας μια από τους μαχητές της οργάνωσης που μετέπειτα συμμετείχε στη δράση της via Fani είχε εισέλθει στον τόπο της λατρείας προσποιούμενη ότι ήταν μια πιστή που ήρθε να προσευχηθεί. Γονατίζοντας λίγα βήματα από τον Πρόεδρο του εθνικού Συμβουλίου της χριστιανοδημοκρατίας DC, είχε τη δυνατότητα να παρατηρήσει τη συμπεριφορά των αστυνομικών που προστάτευαν τον Μόρο. Φεύγοντας από τα έδρανα της προσευχής για να κερδίσει την έξοδο συνειδητοποίησε ότι ο αστυνομικός στην είσοδο του ναού είχε αμέσως κινήσει το χέρι του στο όπλο. Ενεργώντας σε αυτό το μέρος οι ταξιαρχίτες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.
Αν και έβαλαν κατά μέρος το αρχικό σχέδιο, όπως θα δούμε αργότερα, οι ταξιαρχίτες διατήρησαν το ίδιο κριτήριο που είχε εμπνεύσει την πρώτη τους υπόθεση της διαδρομής διαφυγής: επιλογή μιας διαδρομής έξω από τους κύριους δρόμους, από δρόμους που χρησιμοποιούνται μόνο από την τοπική κίνηση ή ακόμη και ιδιωτικούς. Η απαγκίστρωση θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί διατρέχοντας την οδό Riccardo Zandonai, ενός δρόμου κλειστού από ένα συγκρότημα κατοικιών με δύο πύλες και ένα εσωτερικό δρόμο, που θα επέτρεπε να εξαφανιστούν τα αυτοκίνητα του commando από την κοινή θέα, φτάνοντας μετά τη δεύτερη πύλη στην είσοδο με τη via della Camilluccia , «περίπου πενήντα μέτρα από το πλάτωμα μεταξύ του Γαλλικού Νεκροταφείου και της οδού dei Colli della Farnesina» και από εκεί να φθάσουν στη συνέχεια στην οδό Trionfale, ακολουθώντας μια διαδρομή αντίθετη προς εκείνη που θεωρούσαν πιθανή να ακολουθήσουν αυτοί που ίσως τους κυνηγούσαν   (4).

Via Fani, μια παλιά γνώριμη (το σχέδιο επίθεσης στον Pino Rauti)
Το οδικό σημείο που επιλέχθηκε στη συνέχεια για τη δράση, η διασταύρωση μεταξύ της via Fani και της via Stresa, ήταν γνωστή από δύο μαχητές της ρωμαϊκής Φάλαγγας που ήταν παρόντες το πρωί της 16ης μαρτίου 1978, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να το μελετήσουν κάτι λιγότερο από τέσσερα χρόνια νωρίτερα κατά τη διάρκεια μια έρευνας που διεξήχθη εναντίον του Pino Rauti, εξέχουσας φιγούρας της νεοφασιστικής δεξιάς της πρωτεύουσας. Τον ιούνιο του 1974, μια ομάδα μαχητών που προέρχονταν από τη ρωμαϊκή εργατική Εξουσία, Potere operaio romanο, και οι οποίοι έκαναν τα πρώτα τους βήματα στον ένοπλο αγώνα, σχεδίαζαν να επιτεθούν στον Rauti. Η δράση θεωρήθηκε ως αντίποινα της σφαγής που πραγματοποιήθηκε στις 28 του προηγούμενου μαΐου στην Piazza della Loggia της Μπρέσια, κατά τη διάρκεια μια αντιφασιστικής διαδήλωσης που κάλεσαν τα συνδικάτα και η τοπική αντιφασιστική Επιτροπή, που κόστισαν τη ζωή 8 ανθρώπων και τον τραυματισμό 102 (5). Ο φασίστας ζούσε στην οδό Stresa, κοντά στη διασταύρωση με την οδό Fani, έτσι ώστε στις 16 μαρτίου 1978 ήταν από τους πρώτους που τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα για να δώσει τον συναγερμό: στις 9.15 είπε ότι άκουσε κάποιες ριπές από αυτόματο όπλο και είδε δύο άνδρες σε στολή αξιωματικών των αεροπορικών δυνάμεων και ένα μπλε Fiat 132 που απομακρυνόταν από τον τόπο της ενέδρας (6). Παρατηρώντας τις κινήσεις του Rauti, η ομάδα είχε προσέξει ότι όταν έφευγε από το σπίτι του διέσχιζε την οδό Stresa στο σύντομο διάστημα που οδηγεί στη Via della Camilluccia, όπου λόγω ενός stop το αυτοκίνητό του αναγκάζονταν να σταματήσει. Μπροστά από το stop, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, υπήρχε μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα πίσω από την οποία ένας από τα μέλη της ομάδας θα στέκονταν με ένα τουφέκι ακριβείας Sig Sauer. Η επίθεση, η οποία είχε προγραμματιστεί στη μικρότερη λεπτομέρεια, είχε φτάσει στο επιχειρησιακό στάδιο, αλλά την προγραμματισμένη ημέρα, φτάνοντας στον τόπο συνάντησης στην συνοικία Prati, ο στρατιωτικός υπεύθυνος του κομάντο πληροφόρησε τα υπόλοιπα μέλη ότι η δράση είχε ακυρωθεί. Δεν ξέρουμε ποια ήταν η σημασία της έρευνας του 1974 στην οικονομία του σχεδίου για την απαγωγή του Μόρο, αλλά είναι γεγονός ότι τα στελέχη της ρωμαϊκής φάλαγγας ήταν ήδη πρακτικοί της περιοχής.

Η προετοιμασία

Schizzo Moretti

Το απόγευμα της 15ης μαρτίου 1978, τα απαραίτητα αυτοκίνητα για την αλλαγή των μέσων είχαν διαταχθεί κατά μήκος της επιλεγμένης διαδρομής διαφυγής, συν τα δύο φορτηγάκια που προβλεπόταν για τη μεταφόρτωση του απαχθέντος. Το μπεζ φορτηγάκι Fiat 850, furgoncino 850 Fiat color beige με διπλή πλαϊνή πόρτα (για να καλυφθεί κάθε πιθανότητα φόρτωσης του απαχθέντα και από τις δύο πλευρές), που σχεδιάστηκε για την πρώτη μεταφόρτωση που θα εκτυλίσσονταν στην Piazza Madonna del Cenacolo, κλέφτηκε από τον Bruno Seghetti στην piazza dell’Orologio (Ο Morucci στο «Memorial» του διαπράττει ένα σφάλμα μνήμης και μιλά για την Piazza San Cosimato, ένα μέρος όπου αφέθηκε μετά τη δράση). Το φορτηγάκι αυτό σταθμεύθηκε στη via Bitossi, στη γωνία της via Bernardini, δρόμο που διασχίζει κάθετα την via dei Massimi. Είναι ένα τεταρτημόριο που είναι ακόμα εξαιρετικά απομονωμένο και ήσυχο με κυρίως τοπική κυκλοφορία. Το blue Citroën Dyane, Citroën Dyane azzurra που έπρεπε να ανοίξει το δρόμο στο φορτηγάκι Fiat 850 με τον Moro φορτωμένο σταθμεύτηκε στην αριστερή πλευρά της via dei Massimi, μετά τη διασταύρωση με τη via Bitossi. Το βαν για τη δεύτερη μεταφόρτωση, πιθανώς ένα ανοιχτόχρωμο Fiat 238, Fiat 238 di colore chiaro σταθμεύτηκε στο δεύτερο τμήμα της διαδρομής διαφυγής, στην περιοχή Valle Aurelia, σε ανοιχτό χώρο μεταξύ της οδού Moricca, της οδού Gaudino και της οδού Vitelli. Και τα δύο Fiat 128 (ένα λευκό και ένα μπλε),  due Fiat 128 (una bianca ed una blu) αφέθηκαν επίσης στην οδό Fani το απόγευμα πριν από τη δράση, επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να μην μπορέσουν να τα βάλουν στη σωστή θέση το επόμενο πρωί (7). Το βράδυ της 15ης μαρτίου διανεμήθηκαν τα αλεξίσφαιρα γιλέκα, τα πανωφόρια πιλότου, τα διακριτικά, τα καπέλα και τα όπλα  (8). Ο Seghetti και ο Fiore πήγαν κάτω από το σπίτι του ανθοπώλη Antonio Spiriticchio, στην οδό Brunetti 42, για να σκάσουν τα ελαστικά του βαν Ford Transit ώστε να τον εμποδίσουν με αυτό τον τρόπο να είναι παρόν στην οδό Fani, κοντά στη γωνία με την οδό Stresa κατά τη διάρκεια της επιχείρησης. Η Braghetti, περιμένοντας στη βάση της οδού Montalcini που θα γίνει η φυλακή του Moro, έγραψε ότι δεν της είχε κοινοποιηθεί κανένα εναλλακτικό σχέδιο:

«[…] απλά ήξερα ότι έπρεπε να μείνω σπίτι και να βρίσκομαι σε ετοιμότητα. Αλλά αισθανόμουν ότι, σε περίπτωση μερικώς καταστροφικού αποτελέσματος για εμάς, κάποιος, ο Valerio Morucci ή ο Bruno Seghetti, θα είχαν φορτώσει τον Moro σε ένα αυτοκίνητο και θα τον είχαν οδηγήσει σε άλλο διαμέρισμα της οργάνωσης, λιγότερο ασφαλές από το δικό μας, αλλά όμως «υπό κάλυψη» » αρκετά ώστε να κρατήσει μια μέρα και μία νύχτα. Το επόμενο πρωί θα με συναντούσαν στο γραφείο, όπου μου είχε ειπωθεί να επιστρέψω σε όλες τις περιπτώσεις, και ο Μόρο θα έφτανε τελικά εκεί που βρίσκονταν τώρα. Όταν ο Μόρο θε είχε κρυφτεί, θα έρχονταν κάποιος από το ταξιαρχίτικο εκτελεστικό για την πλήρωση των κενών θέσεων» (9).

Η αναπληρωματική βάση
Στην πραγματικότητα, ένα τέτοιο σχέδιο υπήρχε. Η βάση ήταν αυτή της οδού Chiabrera 74 (με το παρατσούκλι «το Γραφείο»), το διαμέρισμα όπου πραγματοποιήθηκαν όλες οι συναντήσεις της Φάλαγγας κατά τη διάρκεια της απαγωγής. (10).

Η προσέγγιση
Οι ταξιαρχίτες έφτασαν στην οδό Fani από διαφορετικούς δρόμους. Το Autobianchi A112 με το οποίο ο Morucci και ο Bonisoli πήγαν στον τόπο πάρθηκε μετά από μια αλλαγή αυτοκινήτου στην περιοχή πίσω από την αγορά της οδού Andrea Doria, όπου είχαν έρθει ξεκινώντας από τη βάση της οδού Chiabrera επάνω σε ένα αυτοκίνητο  Φίατ 127.  (11). Το A112, το οποίο παρέμεινε χωρίς άτομα επάνω του, χρειάζονταν ως εφεδρικό μέσο σε περίπτωση εμφάνισης προβλήματος με τα άλλα αυτοκίνητα που προβλέπονταν για την απαγκίστρωση. Το λευκό Giardinetta Fiat 128 με διπλωματική πινακίδα φέρθηκε από τους Moretti και Balzerani γύρω στις 7.00 (12). Αφήνοντας τη βάση της Via Gradoli πέρασαν μπροστά από το σπίτι του Moro για να βεβαιωθούν ότι η συνοδεία ήταν στη θέση της, τότε το αυτοκίνητο σταθμεύτηκε με τον Moretti στο τιμόνι «στα δεξιά της οδού Fani αμέσως μετά από την οδό Sangemini, ερχόμενοι από την via Trionfale και με το ρύγχος του αυτοκινήτου προς την κατεύθυνση της τομής με την οδό Stresa » (13). Από εκείνο το σημείο παρατήρησης η είσοδος στην οδό Fani είναι ορατή, διότι μετά την οδό Sangemini ο δρόμος πηγαίνει προς τα κάτω. Οι Seghetti και Fiore από τη βάση του Borgo Pio έφτασαν με το μπλε Fiat 132 που έπρεπε να πάρει μαζί του τον Moro. Το αυτοκίνητο είχε κλαπεί τις προηγούμενες ημέρες μεταξύ των οδών Cola di Rienzo και της οδού Crescenzio. Ο Fiore κατέβηκε πρώτος και ο Seghetti τοποθετούσε το 132 στη Via Stresa στην αριστερή γωνία, λίγα μέτρα από τη διασταύρωση της via Fani, μπροστά από το μπαρ Olivetti, με τη θέση οδήγησης στραμμένη προς τα πάνω της οδού Stresa, έτοιμο να οδηγηθεί με έναν ελιγμό αναστροφής δίπλα στο Fiat 130 του Moro. Μετά τις πρώτες ριπές κατάφερε να δει τον Morucci να προσπαθεί να ξεμπλοκάρει το αυτόματο και τον οδηγό του Fiat 130 που προσπαθούσε να βρει ένα διέξοδο μέσα από επαναλαμβανόμενους ελιγμούς, οπότε έριξε τη θανατηφόρα ριπή (14). Το λευκό Fiat 128 με τον Casimirri στο τιμόνι και τον Loiacono στο πλευρό του ήταν τοποθετημένο στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, ακριβώς μπροστά από το Fiat 128 με πινακίδα διπλωματικού Σώματος, με κατεύθυνση οδήγησης στραμμένη προς τα κάτω της οδού για να μπορέσει να ενεργοποιήσει τη θέση της «ανώτερης πύλης» κατά τη στιγμή της επίθεσης (15). Οι δύο δεν ήταν τακτά μέλη και έφθασαν χωριστά επιτόπου με τη δημόσια συγκοινωνία. Το μπλε Fiat 128 βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, στο κάτω μέρος, κοντά στο στοπ «έχοντας ξεπεράσει τη διασταύρωση με την οδό Stresa και προς την αντίθετη κατεύθυνση, με τη μούρη του αυτοκινήτου στραμμένη προς την κατεύθυνση της προέλευσης των αυτοκινήτων του Moro »  (16). Μέσα σε αυτό ήταν η Balzerani, έτοιμη να βγει τη στιγμή που γίνονταν η επιχείρηση για να ενεργοποιήσει την «κατώτερη πύλη». Και ο Gallinari έφτασε επιτόπου με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την επίθεση και την πρώτη απομάκρυνση χρησιμοποιήθηκαν μόνο ιταλικά αυτοκίνητα Fiat, καθώς και ένα πιθανής συνοδείας μοντέλο Autobianchi. Από τη στιγμή της μεταφόρτωσης στην πλατεία Madonna del Cenacolo, τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνταν για τη συνέχιση της επιχείρησης, εκτός από τα φορτηγάκια που δεν βρίσκονταν στην οδό Fani, θα ήταν μόνο γαλλικά μοντέλα: ένα Citroën Dyane και ένα Ami 8. Το πράγμα σχεδιάστηκε για να βγάλει εκτός πίστας πιθανές αναφορές μαρτύρων.

Η έφοδος, η επίθεση
Via Fani, λίγο μετά τις 9.00. Η «Marzia» (όνομα μάχης της Rita Algranati) είδε τα δύο αυτοκίνητα να φτάνουν μαζί με τον Moro και τη συνοδεία (Fiat 131 και ένα Alfa Romeo). Ειδοποίησε τους συντρόφους της για την άφιξη του στόχου με τη συμφωνημένη χειρονομία – την κίνηση ενός μπουκέτου λουλουδιών – και άφησε τη θέση της επάνω σε μία Vespa 50. Ο «Maurizio» (Mario Moretti) μπήκε με το αυτοκίνητό του όπως αναμενόταν [ένα Fiat 128 Giardinetta με διπλωματική Πινακίδα) στην λωρίδα, τοποθετώντας το αυτοκίνητο στην κορυφή της πομπής του Moro η οποία έφτασε εν τω μεταξύ. Κατεβαίνοντας προς την οδό Fani, βρήκε μπροστά του ένα Fiat 500, κινούμενο αργά. Πριν από τα αυτοκίνητα της συνοδείας, που συνήθιζαν να ταξιδεύουν με μικρή ταχύτητα, αποφασίσουν να προσπεράσουν και τα δύο, ο «Maurizio» έκανε τον ελιγμό προσπέλασης και το ίδιο έκαναν τα δύο Κρατικά αυτοκίνητα. Αυτή η κίνηση ίσως διευκόλυνε την επιτυχία της δράσης: η φυσικότητα αυτής της προσπέρασης εξαπάτησε την συνοδεία, διαλύοντας την υποψία για την πραγματική λειτουργία που θα έπαιζε η Giardinetta κάποια στιγμή αργότερα. Το αποτέλεσμα έκπληξη, αιφνιδιασμός ήταν καθοριστικό (17). Φτάνοντας στο στοπ ο «Maurizio» σταμάτησε, όπως και το Fiat 131 και η Alfa Romeo. Αμέσως οι τέσσερις ταξιαρχίτες σε αναμονή, οι «Matteo» (Valerio Morucci), «Marcello» (Raffaele Fiore), «Giuseppe» (Prospero Gallinari) και «Luigi» (Franco Bonisoli) » άνοιξαν πυρ, ενώ η ταξιαρχίτισσα που της είχε ανατεθεί η «κατώτερη πύλη», η « Sara » (Barbara Balzerani) σταματούσε με ένα αυτόματο ένα Fiat 500 που μόλις έφτασε από το κάτω μέρος της οδού Fani οδηγημένο, αυτό μαθεύτηκε στη συνέχεια, από τον αστυνομικό Giovanni Intrevado, εκείνη τη στιγμή εκτός υπηρεσίας. Ταυτόχρονα, στο επάνω μέρος του δρόμου σχηματίζονταν η «ανώτερη πύλη»: ο «Camillo» (Alessio Casimirri) και ο «Otello» (Alvaro Loiacono) – που είχε καλύψει το πρόσωπο του με μια κουκούλα τύπου «mephisto» επειδή στο παρελθόν είχε συλληφθεί και το πρόσωπό του ήταν γνωστό στην φωτοσήμανση – μπλόκαραν με ένα Fiat 128 κάθε πρόσβαση οπλισμένοι με τουφέκι M1 Winchester. Οι πρώτες βολές έπληξαν τον οδηγό της Alfetta που πήδηξε προς τα εμπρός για να την καρφώσει επάνω στο 131. Ο λοχίας Ricci, οδηγώντας το 131, άρχισε να κορνάρει στο αυτοκίνητο του «Maurizio» που ήταν σταματημένο μπροστά από το δικό του για να φύγει. Εν τω μεταξύ, το αυτόματο που έπρεπε να πυροβολήσει τον Ricci είχε κολλήσει (18), έτσι όπως μπλόκαρε και το άλλο που λίγες στιγμές πριν είχε σκοτώσει τον επιλοχία Λεονάρντι. Ο Ricci είχε τον χρόνο να επιχειρήσει έναν ελιγμό απελπισίας για να οδηγήσει σε ασφάλεια το αυτοκίνητο, προσπαθώντας να περάσει απ’τα δεξιά του 128. Για να εμποδίσει αυτή την προσπάθεια ο «Maurizio», αντί να κατέβει από το αυτοκίνητο όπως είχε σκοπό για να ενισχύσει την «κατώτερη πύλη», έμεινε στο αμάξι πιέζοντας το πόδι στο φρένο και εμποδίζοντας έτσι το 131 να ελευθερωθεί από τη λαβή στην οποία είχε καταλήξει. Στη συνέχεια, και ο Ricci δέχτηκε κάποιες σφαίρες. Εν τω μεταξύ, μπλόκαρε επίσης ένα τρίτο αυτόματο, το οποίο πυροβολούσε ενάντια στην Alfetta και αυτό επέτρεψε σε ένα μέλος της συνοδείας, τον αστυνομικό Iozzino, πιθανότατα ήδη τραυματισμένο, να κατέβει και να δοκιμάσει μια αντίδραση. Πυροβόλησε προς έναν ταξιαρχίτη, αλλά χτυπήθηκε επανειλημμένα και έπεσε (19). Όταν έπαψαν οι πυροβολισμοί, ο «Maurizio» κατέβηκε από το 128 και πήρε τον Moro μαζί με τον Matteo από το 131 (σύμφωνα με το σχέδιο έπρεπε μόνο ο «Matteo» να το κάνει) και έπειτα τον μετέφεραν στο αυτοκίνητο που γυρνούσε με την όπισθεν από τη via Stresa που οδηγούσε ο «Claudio» [Bruno SeghettiQ (20).

Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η δεύτερη φάση της επιχείρησης, η φυγή, της οποίας ο σχεδιασμός είχε ανατεθεί στη ρωμαϊκή Φάλαγγα που είχε επεξεργαστεί μια διαδρομή έξω από τους κύριους δρόμους, σε δρόμους με μικρή κίνηση, δρομάκια, ιδιωτικούς δρόμους.

1/συνεχίζεται

Note, Σημειώσεις

1 Ο επιλοχίας Oreste Leonardi, ο λοχίας Domenico Ricci, οι αστυνομικοί Raffaele Iozzino και Giulio Rivera πέθαναν στην οδό Fani. Ο επικεφαλής συνοδείας Francesco Zizzi νοσηλεύτηκε σοβαρά τραυματισμένος, αλλά κατέληξε στις 12.35 στο Gemelli Polyclinic. Βλ. Δείτε την ιατρική έκθεση στην Επιτροπή Moro 1, τομ. 30, σελ. 327, f.to Giuliano Pelosi. Ο Mario Moretti, ο Bruno Seghetti και η Barbara Balzerani έχουν ανακατασκευάσει τις στιγμές της απαγωγής με τους συντάκτες του βιβλίου την στιγμή της απαγωγής στη διάρκεια μιας σειράς συνομιλιών μεταξύ του 2010 και του 2016.

2 Valerio Morucci, Memorial Morucci, ACS, MIGS, φάκελος 20, σ. 34: «Το κόστος της δράσης στην οδό Fani, εξαιρουμένου του κόστους του διαμερίσματος στην οδό Montalcini, που ήδη ανήκε στις Κόκκινες ταξιαρχίες, μπορεί να φτάσει περίπου στις 700.000 λίρες. Αυτό προκύπτει εν μέρει από το σημείωμα, που βρέθηκε στην οδό Gradoli στο όνομα του Fritz. Το σημείωμα αυτό δείχνει τα έξοδα που έγιναν για τις σειρήνες, τις τσιμπίδες, τις τσάντες, τα αδιάβροχα, τους μπερέδες και τα υπόλοιπα που χρειάστηκαν για τη δράση ». Fritz ήταν το συμβατικό όνομα που υποδείκνυε τον Moro μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν στην απαγωγή.

3 Barbara Balzerani, συνομιλία με τους συγγραφείς.

4 Ακολουθεί η λεπτομερής αφήγηση του σχεδίου από τον Valerio Morucci, Memorial, op. cit., σελ. 22: «Το αυτοκίνητο με το Moro και εκείνο υποστήριξης θα έπρεπε να διασχίσει την οδό Zandonai, ο οποίος είναι ένας αδιέξοδος δρόμος (ή καλύτερα, ο οποίος έχει ένα τυφλό τέλος μετά από μία ή δύο πλευρικές διασταυρώσεις). Στο τέλος της οδού Zandonai υπάρχει ένα συγκρότημα κατοικιών με ηλεκτρική μεταλλική συρόμενη πόρτα που επέτρεπε τη διέλευση μέσα στο συγκρότημα και την επόμενη έξοδο στη via della Camilluccia, περίπου πενήντα μέτρα από το πλάτωμα μεταξύ του γαλλικού Νεκροταφείου και της οδού Colli della Farnesinaν. Για την πρόσβαση στο residence φτιάχτηκε ένα ψεύτικο κλειδί, που προέρχονταν από ένα κλειδί λουκέτο τηλεφώνου. Το κλειδί χρειάζονταν για να ανοίξει η αυτόματη πόρτα του συγκροτήματος. Μόλις θα ξεπερνούσαμε, με τα δύο αυτοκίνητα, την είσοδο του συγκροτήματος από την πλευρά της οδού Zandonai, η πύλη θα έκλεινε αυτόματα εμποδίζοντας τη διέλευση των διωκτών, και θα φτάναμε (μόλις βγαίναμε από την άλλη πύλη του residence) διασχίζοντας την οδό della Camilluccia, στην οδό Trionfale, σε μια κατεύθυνση αντίθετη προς την προβλεπόμενη (από οποιονδήποτε μας καταδίωκε, και που λογικά θα υπήρχε) οδό Zandonai, οδό del Nuoto, οδό Nemea, συνεχίζοντας μέχρι το ponte Milvio».

5 Συνoμιλία με τον Bruno Seghetti στις 3 μαΐου 2016. Πρόκειται για τον πολιτικό χώρο ο οποίος τους επόμενους μήνες θα είχαν οδηγήσει σε συντομογραφίες όπως οι Fca (ένοπλοι κομμουνιστικοί Σχηματισμοί) και Lapp (ένοπλος αγώνας για την προλεταριακή εξουσία) που λειτουργούσε υπό τη σκιά της κομμουνιστικής Επιτροπής centocelle (Cococe).

6 Σε μια κοινοβουλευτική επερώτηση, την ν. 3-02549, που κατατέθηκε στις 17 μαρτίου 1978 στην Κάμερα των αντιπροσώπων, ο Pino Rauti δήλωσε ότι ήταν μάρτυρας μετά τη λήξη των πυροβολισμών της «διαφυγής» ενός αυτοκινήτου με υψηλή ταχύτητα κατά μήκος της via Stresa, ενός αυτοκινήτου στο οποίο στη συνέχεια – όπως έγινε γνωστό αμέσως μετά – ο αξιότιμος Moro είχε «φορτωθεί», και στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκε για τη δυσκολία που αντιμετώπισε όταν προσπάθησε να έρθει σε επαφή με το 113 και την αίθουσα επιχειρήσεων της αστυνομίας , φραγμένη από τις πολυάριθμες κλήσεις που κατέφθαναν εκείνη τη στιγμή.

7 Για το μπλε Fiat 128 ο Valerio Morucci παρέχει μια διαφορετική εκδοχή, όπως μπορείτε να διαβάσετε περαιτέρω, V. Morucci, Memorial, cit., σ. 27.

8 Επίσης, σελ. 28, «Κάθε μέλος του πυρήνα έφτασε στην οδό Fani οπλισμένο με το προσωπικό του πυροβόλο όπλο και το αυτόματο. Στους δύο μη τακτικούς συμμετέχοντες στη δράση τα όπλα παραδόθηκαν το ίδιο το πρωί της 16ης μαρτίου (από τον Σεγκέτι) ». Η εκδοχή αυτή επιβεβαιώνεται και από τα υπόλοιπα στελέχη της ενέργειας.

9 Η Anna Laura Braghetti με την Paola Tavella στο, Il prigioniero, ο κρατούμενος, Feltrinelli 2003 (prima edizione, πρώτη έκδοση Mondadori1998), σελ. 8-9.

10 Συνομιλία του Bruno Seghetti με τους συγγραφείς.

11 Συγκεκριμένα, δείτε την ανακατασκευή του Valerio Morucci: «Μετακινηθήκαμε με το 127 λευκό, το οποίο είχα εγώ, με πινακίδα και έγγραφα που αντιγράφτηκαν από ένα αυτοκίνητο που ανήκε στις εμπορικές υπηρεσίες της SIP. Τα πρώτα νούμερα της πινακίδας ήταν R2 … Με αυτό το αυτοκίνητο φτάσαμε στην περιοχή πίσω από την αγορά στη via Andrea Doria. Εδώ αφήσαμε το 127, πήραμε το A 112 με το οποίο πήγαμε κατευθείαν στην οδό Stresa «, V. Morucci, op. cit., σελ. 27.

12 Ο Valerio Morucci αναφέρει μια αντιφατική έκδοση διορθωμένη από την Balzerani: «Το n. 1 (ο Moretti) έφτασε στη via Fani με το μπλε Fiat 128 μαζί με την Barbara Balzerani και ανέβηκε με τα πόδια, χωρίς να κάνει κανένα νόημα και χωρίς να δείχνει ότι γνωρίζει τους άλλους, όλη την οδό Fani ελέγχοντας ότι όλα τα στελέχη του πυρήνα ήταν παρόντα », Valerio Morucci, Memorial, σελ. 27.

13 Barbara Balzerani, συνομιλία με τους συγγραφείς.

14 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς.

15 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς. Μια ανάλογη αναπαραγωγή έγινε από τον Valerio Morucci, Memoriale, σελ. 29.

16 Οι κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων η τελευταία, για να εξηγήσει την επιτυχία της επίθεσης των Ταξιαρχιών έχουν κατά την κρίση μας, υπερεκτιμήσει την επίδραση του όγκου φωτιάς που προήλθε από ένα εκ των τεσσάρων αυτομάτων όπλων, το τελευταίο στην κορυφή, παρά την ανακρίβεια των πυροβολισμών από αυτό. Υποτέθηκε ότι, αυτή η λεπτομέρεια, θα αποδείκνυε την παρουσία στο κομάντο ενός επαγγελματία shooter, ενός «superkiller», του οποίου η ταυτότητα από καιρό σε καιρό έχει αποδοθεί στις Υπηρεσίες, στο οργανωμένο έγκλημα ή την γερμανική RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός). Το γεγονός ότι στην τελική φάση της επίθεσης, όταν οι τρεις πρώτοι ταξιαρχίτες είχαν σταματήσει το πυρ, το τέταρτο στέλεχος της ανώτερης υπο-ομάδας είχε οδηγήσει πίσω την Alfetta, οδηγώντας την στη δεξιά πλευρά της οδού Fani, όπου συνέχισε να πυροβολεί με το όπλο του, έχει επίσης οδηγήσει στην υπόθεση της παρουσίας ενός πέμπτου σκοπευτή μάλιστα «εκπαιδευμένου σε crossfire». Αντίθετα, στοιχεία όπως το φαινόμενο αιφνιδιασμός, το καμουφλάζ του Fiat 128 Giardinetta με διπλωματικές πινακίδες που μπλόκαρε το στοπ, το καμουφλάζ των τεσσάρων ανδρών του πυρήνα της φωτιάς [ντυμένοι αεροπόροι] έχουν υποτιμηθεί.

17 R. Fiore, L’ultimo brigatista, ο τελευταίος ταξιαρχίτης, με τον A. Grandi, Rizzoli, Milano 2007, σ. 121.

18 Μια λιμνούλα αίματος βρέθηκε στο κάθισμα όπου κάθονταν ο αστυνομικός.

19 Συζήτηση των συγγραφέων με τον Mario Moretti από το 2010 έως το 2014. Ένα σχέδιο της επιχείρησης της οδού Fani που έφτιαξε ο Moretti βρίσκεται στα πρκτικά της δεύτερης Επιτροπής έρευνας για την υπόθεση Μόρο. Άλλοι τρεις μαχητές είχαν βασικό ρόλο στην απαγωγή: η «Alexandra» (Adriana Faranda), η οποία εκτός από τις προπαρασκευαστικές φάσεις, την «έρευνα» και την υλικοτεχνική υποστήριξη, ήταν μαζί με τον Morucci «η ταχυδρόμος» που παρέδωσε τα Ανακοινωθέντα της οργάνωσης και τα γράμματα του Moro. Η «Camilla» (Anna Laura Braghetti), κάτοχος του διαμερίσματος στην οδό Montalcini 8, όπου ο Moro φυλακίστηκε τις 55 ημέρες της απαγωγής και ο «Gullive» (Germano Maccari), ο «τέταρτος άνδρας» που συμμετείχε στην εφοδιαστική της απαγωγής, φυλούσε το διαμέρισμα κατά τη διάρκεια των 55 ημερών ερμηνεύοντας το ρόλο του συζύγου της Braghetti, και έλαβε μέρος στην εκτέλεση του Προέδρου Dc στο γκαράζ του σπιτιού.

20 Δηλώσεις του Bruno Seghetti στους συγγραφείς.

https://campagnadiprimavera.wordpress.com/2018/03/16/16-marzo-1978-un-gruppo-di-operai-e-precari-rapisce-moro-erano-le-brigate-rosse/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Από κοινωνικός αντάρτης κομμουνιστής αγωνιστής, χωρίς να χάσει την τρυφερότητα – Da ribelle sociale a militante comunista, senza perdere la tenerezza

του Fiorenzo Angoscini

annaPasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Εκδόσεις Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Παραφράζοντας τον Bertolt Brecht, και ίσως να βιάσουμε λιγάκι κάποια ερμηνεία του, στέκεται σαφές ότι «ο κομμουνισμός είναι ένα απλό πράγμα, δύσκολο να το κάνεις ’,1 θεώρηση κατάλληλη στην διήγηση της ιστορίας-εμπειρίας ζωής του Pasquale Abatangelo που καταλήγει, επίσης, να συμπίπτει με την ιστορία της γέννησης, της μικρής διάρκειας και της καθοδικής παραβολής των Ενόπλων Προλεταριακών Πυρήνων.

Είναι η ιστορία ενός «επιστρέφοντος μετανάστη», του οποίου οι παππούδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους για να παν στην Ελλάδα λόγω της φτώχειας που διανέμονταν ελεύθερα από την μοναρχία των Savoy, ενώ οι γονείς (που γεννήθηκαν στην Πάτρα) υπήρξαν μεταξύ των πολλών θυμάτων ενός εγκληματικού καθεστώτος, αποικιοκρατικού αλλά κουρελιάρικου συγχρόνως, με ευνουχισμένες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες.
Έτσι, οι ιταλοί της Ελλάδας, gli skylofraghi- οι σκυλόφραγκοι: ‘cani italiani’, »ιταλικά σκυλιά», χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την ελληνική χερσόνησο, μιας και “ Είκοσι χρόνια επιθετικής πολιτικής του φασισμού, η κατάληψη της χώρας και η συμμαχία με τους Ναζί, δεν άφηνε περιθώρια για πολλές διακρίσεις … Η ενοχή της πατρίδας καταγωγής στιγμάτιζε κάθε άνδρα και γυναίκα ιταλικής προέλευσης. Λόγω του φασισμού, αυτοί οι άνθρωποι έχασαν την αξιοπρέπεια του πολίτη, και σύντομα τα σπίτια και κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν”.

Είναι εντυπωσιακό να εξακριβώνουμε, ακόμα περισσότερο στην επιλήσμονα Ιταλία του σήμερα που επικαλύπτει με επιθετικά επίθετα τους μετανάστες, πως η περιφρόνηση, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εις βάρος των ιταλών μεταναστών ήταν κοινές και σε άλλες δυτικές χώρες: στην Ελλάδα ήταν »ιταλικά σκυλιά», στο Βέλγιο, όταν οι συμπατριώτες μας πήγαιναν να »γεμίσουν αέρια» στα ορυχεία της Βαλλονίας, στις βιτρίνες των μπαρ, καταστημάτων και δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, ξεχώριζαν πλακάτ που έγραφαν: ‘απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και ιταλούς’ . Πάντα στο τεχνητό βελγικό κράτος, αλλά και σε αυτή την πολύ πολιτισμένη Ελβετία, χρησιμοποιούσαν την απόστροφο με ένα προσβλητικό «ιταλοί, cìngali» (τσιγγάνοι). Προσθέτοντας, σε αυτή την περίπτωση, την φυλετική διάκριση σε αυτή την εθνική.

 

Η οικογένεια Abatangelo, με καταγωγή από την Puglia, με αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Italia.
Αποβιβάστηκαν στο Bari, μετακόμισαν στην Bologna “σε ένα εμπορικό τρένο επάνω που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά ζώων…βρήκαν καταφύγιο σαν τα ζώα μέσα στους στάβλους για άλογα ενός στρατιωτικού στρατοπέδου…ύστερα από έξι μήνες παραμονής στην Bologna σε εκείνες τις συνθήκες, έλαβε χώρα μια νέα μετακίνηση…προορισμός ήταν η Firenze, σε ένα παλιό στρατόπεδο που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον και είχε μετατραπεί σε κέντρο προσφύγων”.
Η οικογένεια Abatangelo, που στην αρχή αποτελούνταν από οκτώ άτομα, στην οποίαν προστέθηκαν οι Nicola και Pasquale (που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1947 και το 1950, στην Φλωρεντία ), υποχρεώθηκε να ζει για τουλάχιστον (1946-1956) μέσα σε μια κάμαρα “σε συγκατοίκηση με άλλες έξι οικογένειες, σε ένα σύνολο πενήντα ανθρώπων”.

Επιτέλους οι Abatangelo, το 1956, μετακομίζουν  “στις νέες λαϊκές κατοικίες που είχαν επ ευκαιρίας χτιστεί για τους πρόσφυγες…ήταν διαμερίσματα των σαρανταπέντε τετραγωνικών μέτρων χωρισμένων σε τρία δωμάτια, συν το μπάνιο…σε εμάς που ήμασταν δέκα έδωσαν δυο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο, που συγκοινωνούσαν με μια μικρή ταράτσα”. Αληθινά «το ελάχιστο δυνατό», αν και δεν βρισκόμασταν πλέον σε κατάσταση στρατιωτικού στρατωνισμού. Η εξαθλίωση, ανάγκασε το καλοκαίρι του 1957 την ιταλο-ελληνική οικογένεια να στείλει τον Pasquale σε ίδρυμα, στην Casa Pia del Lavoro της οδού Montedomini, όπου βρισκόταν ήδη ο Nicola.

Το οίκημα ήταν πολύ μεγάλο και φιλοξενούσε, αν μπορώ να το πω έτσι, παιδάκια, εφήβους, νεαρούς ενήλικες, ηλικιωμένους και γέρους σε αρκετά κακή κατάσταση, συχνά άρρωστους και κοντά στο θάνατο. Μέσα σε αυτό το θλιβερό περιβάλλον συγκατοικούσαν παιδιά του κανενός που προέρχονταν από ορφανοτροφεία, παιδιά ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και συντρίμμια στο τέλος της κούρσας, που είχαν απλά εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Με λίγα λόγια, όλοι οι απόβλητοι”. Προθάλαμος της φυλακής για τους νέους, του νεκροταφείου για τους ηλικιωμένους. Αυτή η δραματική, ανήμπορη αλλά ρεαλιστική μαρτυρία του συγγραφέα που, σε αυτό το «προαύλιο της κολάσεως», εξακολουθεί να παραμένει για να τελειώσει το γυμνάσιο, σχεδόν στα δεκαέξι του.

Και πριν ακόμη κλείσει τα δεκαέξι, ο Pasquale, υφίσταται την πρώτη σύλληψη (μαζί με τον Nicola και έναν ξάδελφο) με κράτηση σε φυλακές ανηλίκων. Η σύλληψη, την οποία θεωρεί άδικη, αβάσιμη, συνέπεια πρακτικών χειραγωγημένων, τον πείθει όλο και περισσότερο ότι δεν θέλει να εισέλθει »στον κύκλο της κόπωσης και της κοινωνικής πειθαρχίας ‘’.
Εν μέσω όλων αυτών των απότομων και ξαφνικών αναταραχών-ανατροπών συναντά την Άννα, την αγάπη του. Και μιλά για την εξέλιξη της σύνθετης και πολύπλοκης ζωής τους (βιαστικές εξαφανίσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, παρανομία, πολιτική στράτευση, ειδικές φυλακές με ταραχές και εξεγέρσεις, ξυλοδαρμούς, απομόνωση, απαγόρευση συνομιλιών και συναντήσεων στις φυλακές μετά από ημέρες ταξιδιού και διασχισμένα χιλιόμετρα, ή μόνο μέσω ενδοεπικοινωνίας,διαχωρισμένοι, αυτή και πολύ συχνά και τα παιδιά, από ένα γυάλινο τοίχο), αλλά σταθερή σχέση, η οποία διέσχισε σχεδόν μισό αιώνα. Περιγράφει τα συναισθήματα, τα αισθήματα, την οργή και τον πόνο τους.

Έξω από τον φράκτη του καθωσπρεπισμού κάνει τις πρώτες κλοπές και ληστείες προς όφελος »και προσωπική του χρήση». Συλλαμβάνεται, συναντά στην φυλακή έναν αγωνιστή της επαναστατικής αριστεράς, τον Luca Mantini, φιορεντίνο στρατευμένο στη Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας, που τον ‘βοηθά’ να πάει ακόμη παραπέρα, να παντρέψει την ανταρσία και την εξέγερση με τον αγώνα και να μοιραστούν τα αυθεντικά ιδανικά της αλληλεγγύης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Μαζί με τον Mantini ο οποίος, εγκαταλείπει την LC και συστήνει την Επιτροπή, Comitato George Jackson, οργανώνοντας πρωτοβουλίες υποστήριξης στους φυλακισμένους,  αρχίζει να εντοπίζει σαν ‘συνένοχη’ εκείνη την πλούσια πλευρά περιθωριακού προλεταριάτου που εποικεί τις φυλακές και που προώθησε  καλλιέργησε και ανέπτυξε το κίνημα αγώνων στις φυλακές στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, αρχές εβδομήντα, στο οποίο έχουν τις ρίζες του και ξεκινούν τη δράση οι Nuclei Armati Proletari, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ακριβώς εκείνη την περίοδο κατά την οποίαν και διάφορες φιγούρες από τους παράνομους, dagli extra-legali, αρχίζουν να γνωρίζουν προσωπικά την σκληρότητα της φυλακής, συνέπεια του κύκλου αγώνων του ’68-’69. Φοιτητές, εργάτες, διδάσκαλοι περνούν τις πύλες και τα κάγκελα των διαφόρων σωφρονιστικών κέντρων ως αποτέλεσμα συγκρούσεων με την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους, καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δράσεις μαχητικού αντιφασισμού και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

anna1Πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζουν ενότητες συγκεκριμένες που ασχολούνται με το ζήτημα του εγκλεισμού. Η πιο δραστήρια και γνωστή είναι δίχως άλλο εκείνη της LC, που αφιερώνει στον περιοδικό τύπο της μια σταθερή αρθρογραφία: ‘I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι’ . Τον ιούνιο 1972 δημοσιεύει ένα βιβλίο, Να ελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, που “συλλέγει ντοκουμέντα, γράμματα, ειδήσεις και χρονικά γραμμένα από κρατουμένους που διατήρησαν μια συνεχή πολιτική σύνδεση και δεσμό με τους εξωτερικούς πυρήνες παρέμβασης στις φυλακές της Lotta Continua”. Έναν χρόνο αργότερα διαδίδει το Αναλάβαμε την ελευθερία να αγωνιζόμαστε. Το μαζικό κίνημα των φυλακισμένων από τον ιανουάριο στον σεπτέμβριο ’73 – Ci siamo presi la libertà di lottare. Il movimento di massa dei detenuti da gennaio a settembre ‘73.2

Πάντα σε εκείνες τις αρχές των χρόνων εβδομήντα, αναφορικά μονάχα σε ιταλούς συγγραφείς, δημοσιεύτηκαν ειδικές εργασίες και στοχευμένες, που πραγματοποιήθηκαν από έναν δημοσιογράφο συγγραφέα ανεξάρτητο, από έναν κοινωνιολόγο πρώην φυλακισμένο, και πρώην φασίστα 3 ‘που μεταστράφηκε’ στην φυλακή προς την αριστερή στράτευση και από μιαν πολιτική δραστήρια αγωνίστρια. L’ “Inchiesta sulle carceri”, η »Έρευνα επάνω στις φυλακές» του Emilio Sanna, γραπτή μεταφορά μιας τηλεοπτικής μετάδοσης, Μέσα στην φυλακή, Dentro il carcere, επάνω στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα, που μεταδόθηκε σε τρία επεισόδια από το δεύτερο κανάλι Rai4 . Ο Giulio Salierno, μαζί με τον Aldo Ricci, πραγματοποιεί στη συνέχεια μια έρευνα επάνω στις ιταλικές φυλακές, που αναγνωρίστηκε σαν σημείο αναφοράς – σαν ορόσημο στην κοινωνιολογία της ποινής στην Italia5 . Tέλος ο Salierno πραγματοποιεί μια έρευνα επάνω στο υποπρολεταριάτο “για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική στο πρόβλημα της συμμαχίας μεταξύ εργατικής τάξης και ‘Lumpenproletariat’” και σπεύδει να προσδιορίσει: “Αυτή η εργασία δεν είναι και δεν θέλει να έχει καμιά συνολική απαίτηση, ούτε αντιπροσωπεύει μια τελική ανάλυση για το πρόβλημα του υποπρολεταριάτου-του οποίου αυτός ο ίδιος ο ορισμός πρέπει να αξιολογηθεί και να επαληθευτεί-αλλά απλούστατα αποτελεί μια εισαγωγή, ένα ερέθισμα, μια συμβολή στην συζήτηση και την μελέτη του ιδίου”.6

Κλείνουμε αυτό το εκδοτικό παράθυρο με την έρευνα της Irene Invernizzi,  Η φυλακή ως σχολή επανάστασης, αφιερωμένη με σημασία  ‘Στους μάρτυρες της Άττικα-Ai martiri di Attica’,7 που διευκρινίζει: “Εάν η οργάνωση και η εκπόνηση αυτού του βιβλίου είναι δικές μου, η επεξεργασία του είναι φρούτο της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας αγωνιστών της Lotta Continua οι οποίοι, ξεκινώντας από την άνοιξη 1971, έθεσαν στους εαυτούς τους το πρόβλημα της φυλακής σαν αντικείμενο πολιτικής παρέμβασης, και φυσικά πολλών κρατουμένων με τους οποίους είχαμε επαφή”. 8

anna 2Ο Abatangelo, έχοντας εισέλθει στην φυλακή ‘κακοποιός’, βγαίνει από αυτήν με μια πολιτική συνείδηση  χάρη στο  κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα και γύρω από αυτήν. Κι έτσι το καλοκαίρι του 1974 αποφασίζει, μαζί με κάποιους συντρόφους φιορεντίνους της κολεκτίβας ‘George Jackson’ να πάρει μέρος στους NAP. Μια οργάνωση ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση αλλά ήδη παρούσα στη Napoli και στη Roma. Στις 2 oκτώβρη με δεδομένη την πρώτη δημόσια δράση των νεο συσταθέντων ‘Πυρήνων’: ένα αυτοκίνητο, εξοπλισμένο με μεγάφωνο, διαδίδει ένα ακουστικό μήνυμα μπροστά, αντίστοιχα, στις φυλακές της Napoli, Milano και Roma-Rebibbia. Στο τέλος του μαγνητοφωνημένου μηνύματος τα αυτοκίνητα καταστέφονται με έκρηξη. Λίγες ημέρες αργότερα γίνεται προσπάθεια επανάληψης της πράξης μπροστά στις φυλακές Murate της Firenze. Λόγω τεχνικής βλάβης δεν υπάρχει καλό τέλος.

Mα είναι στη διάρκεια της 29 oκτωβρίου που καταγράφεται το αληθινό ‘βάπτισμα του πυρός’. Για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να αγοραστεί ένα μεγάλο φορτίο όπλων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» σε μια τράπεζα. Διάφοροι λόγοι και απρόβλεπτες καταστάσεις υποχρεώνουν τους nappisti να κατευθύνουν τη δράση της σε ένα πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που είχαν εντοπίσει και μελετήσει. Η επιλογή πέφτει επί της τραπέζης Cassa di Risparmio της Φλωρεντίας, στο κατάστημα της Piazza Leon Battista Alberti, που γνώριζε ακριβώς ο Pasquale Abatangelo διότι την είχε ληστέψει έναν χρόνο πριν.

Στο βιβλίο του ο, Abatangelo, στέκεται στον τραγικό επίλογο της προσπάθειας απαλλοτρίωσης: “Η ληστεία της Piazza Alberti και ο θάνατος των Luca Mantini και Sergio Romeo προκάλεσαν μια τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη και στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του ιταλικού ανταρτοπόλεμου μετά τον Giangiacomo Feltrinelli, και η δυναμική των γεγονότων δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μια παγίδας, μιας ενέδρας των καραμπινιέρων απέναντι μας. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η αλήθεια είναι πως πολλά εξαρτήθηκαν από την τύχη και το πείσμα μας…Mα χρειάζεται  να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε τα λάθη και να κοιτάξουμε κατάματα τα πράγματα. Έχουμε λαθέψει στη βιασύνη τόσο στην τελευταία συνάντηση, όσο και στον τομέα της ενέργειας, της δράσης. Η παρτίδα των όπλων ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά όχι τόσο ώστε να επιτρέψει μια ληστεία χωρίς μια σοβαρή και ενδελεχή έρευνα … Και δεν πέσαμε επάνω σε ενέδρα ”.

Το Rosso, εφημερίδα μέσα στο κίνημα, στην ειδική έκδοση ‘Ενάντια στην καταστολή,Contro la repressione’, του μαρτίου-απριλίου 75, είχε αφιερώσει μια ανακατασκευή (σελ. 68-73) πλούσια σε φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα και υποθέσεις ‘ευφάνταστες’ πιέζοντας πολύ και τον τίτλο: “Η ενέδρα της Firenze”. Τώρα, ο Pasquale Abatangelo, καθαρίζει το πεδίο από παρεξηγήσεις και φαντασία, την αποκαθιστώντας μια για πάντα τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των συμβάντων.

anna 3Οι NAP υπήρξαν μια οργάνωση ένοπλη αυθεντική και ιδιαίτερη, ένα ενδιαφέρον μείγμα πολιτικών αγωνιστών και πρώην ‘κακοποιών’-προλετάριων κρατουμένων-περιθωριακών, με δυο (κυρίως) υλικοτεχνικά-επιχειρησιακά κέντρα: εκείνο της Firenze, στα κέντρο βόρεια, και εκείνο της Napoli, στο  νότο. Η διάρκεια της δραστηριότητας τους, σχετικά σύντομη, ξεκινά τον οκτώβρη ’74 και τελειώνει, κατά προσέγγιση, τον ιούλιο του ’77 ,με τον θάνατο του Antonino Lo Muscio στη Roma, πρώην φυλακισμένου προλετάριου και τέκνου μιας κομουνιστικής οικογένειας του Pci. Η πολιτική-στρατιωτική δράση της οργάνωσης είναι γεμάτη, όπως ξεκαθαρίζει και μαρτυρεί ο Abatangelo, από απροσεξία, αυτοσχεδιασμό, αποδιοργάνωση και βολονταρισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές δράσεις αποτυχημένες, ή που κατέληξαν με τρόπο τραγικό, από την άποψη του υψηλού αριθμού των ανθρωπίνων ζωών που θυσιάστηκαν: Luca και Annamaria Mantini, Sergio Romeo, Giovanni Taras, Martino Zicchitella,9 Vito Principe, Tonino Lo Muscio, Alberto Buonoconto .

Ο Pasquale Abatangelo έζησε, παρά την θέληση του, όλους τους διάφορους βαθμούς εγκλεισμού: από το ίδρυμα στην σούπερ φυλακή με συμπλήρωμα το άρθρο 90 και «τις ακτίνες του θανάτου». Στη φυλακή, όπου παρέμεινε κλεισμένος συνεχώς για περισσότερα από 20 χρόνια, έγινε κομμουνιστής, υπέφερε τον πόνο του πολιτικού διαχωρισμού από τους συντρόφους του.

Θα είναι μεταξύ των τριών αγωνιστών των ΕΠΠ, οι οποίοι θεωρώντας πως έχει εξαντληθεί η εμπειρία nappista, αρχικά θα ενταχθούν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: εκτός από τον ίδιο, ο Domenico Delli Veneri και ο Giorgio Panizzari. Στη συνέχεια, και άλλοι μαχητές, θα εφαρμόσουν την ίδια επιλογή. Στη φυλακή σπούδασε. Κείμενα ιδεολογικά και πολιτική θεωρία, αλλά και λογοτεχνία και ποίηση. Απέκτησε σημαντική κριτική ικανότητα και την πιο δύσκολη πρακτική της αυτοκριτικής. Όταν οι BR »διασπώνται’, όπως σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές (με λίγες εξαιρέσεις: Gallinari, Piccioni, Seghetti και κάποιο άλλοι του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος) προσχώρησε στο Partito Guerriglia, αλλά είναι σε θέση να καταλάβει, μετά από κάποιες δράσεις και πρωτοβουλίες »υπερβολικές»που διαπράττονται από τους συντρόφους της »συνιστώσας», πως   “το κόμμα του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου” δεν κάνει γι αυτόν : “… η περίπτωση του Giorgio Soldati, που σκοτώθηκε στο Cuneo τον δεκέμβρη του 1981, και εκείνη του Ennio Di Rocco, που στραγγαλίστηκε στο Trani τον ιούλιο του 1982, ήταν πράγματα δικά μας, και φαινόταν πως έγιναν επίτηδες για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και απώθηση ανάμεσα στους ίδιους τους υποστηρικτές της επαναστατικής πειθαρχίας… 10 Όσον αφορά τους αδύναμους, οι τιμωρίες ήταν ένα καθήκον, είχα καταδικάσει πολλές φορές, αλλά ήθελα να συνεχίσω να κρίνω με ισορροπία, επίσης και με ανθρωπιά…Και στη συνέχεια ένα απίστευτο συμβάν, στις 21 οκτωβρίου στο Torino λαμβάνει χώρα μια ληστεία σε τράπεζα, στην διάρκεια της οποίας ο εκτελεστικός πυρήνας του Partito Guerriglia σκοτώνει εν ψυχρώ δυο αστυνομικούς της Mondialpol που είχαν καθήκον φρουράς στο κατάστημα, με μόνο σκοπό να τονίσουν μια δήλωση που αβάσιμα κατηγορούσε για προδοσία τη Natalia Ligas…οι νέες μέθοδοι της «υπερβατικής κοινωνικής επικοινωνίας» … Τι σχέση είχαν όλα αυτά με το όνειδος του Τορίνο;11

O Abatangelo, όταν χρειάστηκε, ήξερε να είναι σκληρός, μα δεν έχασε ποτέ την τρυφερότητα. ‘Προλετάριος απλός’, στην φυλακή συνάντησε τους κομουνιστές και αγκάλιασε τον κομουνισμό, έμαθε την ‘άλφα βήτα’ θεωρητικά και ιδεολογικά, αλλά ποτέ δεν υπέφερε τους “κόκκινους παπάδες και τους ματαιόδοξους καθηγητάκους”. Με μια έντονη φωτογραφία της στιγμής, ακίνητη, και χωρίς λεζάντα, δίχως ανάγκη διδασκαλίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τις «μύγες αμαξάδες» ή, αν προτιμάτε, τους « γρύλους που μιλούν» μιας ορισμένης διανόησης αλαζονικής: τους θεωρητικούς σοφιστικέ.  “Αλλά τα «πλήθη» και η “αυτοκρατορία”ήταν πολύ εύθραυστες λέξεις και υδατικές για να αντέξουν το κύριο βάρος της απάντησης της εξουσίας ”. Αντιθέτως, εξέφρασε συμπάθεια και στοργή, ανθρώπινη και πολιτική εκτίμηση απέναντι στον κομουνιστή της Reggio Emilia: τον Prospero Gallinari, και εκτίμησε  “την ανθρωπιά του, την σεμνότητα του, και κυρίως το ανάστημα και το εύρος της ακλόνητης κομουνιστικής του ταυτότητας”.

anna 5Στις τελευταίες σελίδες της μαρτυρίας του θυμάται αυτούς που ήταν πάντα κοντά του, τους ‘συνενόχους’ των πρώτων κλοπών και ληστειών, τα μέλη των ομάδων από ‘εγκληματίες’ που πλέον πολεμούσαν την καθεστηκυία και αλαζονική τάξη. Υπάρχουν ‘οι καταραμένοι της γης’, οι πρώτοι σύντροφοι που συνάντησε, εκείνοι με τους οποίους ξεκίνησαν να σκέφτονται τον τρόπο να καταστρέψουν το τέρας, με τους οποίους δημιούργησαν τους NAP. Υπάρχουν και οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράστηκε της στράτευση στις Brigate Rosse, από τις ‘πρώτες’, μονολιθικές έγκυρες και επίσημες, στα χίλια ρεύματα στα οποία διαιρέθηκαν και διαλύθηκαν. Υπάρχει η ανάμνηση των νεκρών ‘του’. Για άλλη μια φορά δίχως να ξεχωρίζει την πολιτική σχέση από την προσωπική. Κυρίως υπάρχει η προσκόλληση και η αγάπη, εκτός από αυτήν στα παιδιά του, για τις γυναίκες του, την Anna “που ήταν πάντα εκεί και μεγάλωσε τα παιδιά μαςc” και για την μάνα του, “την ελληνίδα πρόσφυγα που μας γέννησε μέσα στο στρατόπεδο της via della Scala”. Και σε αυτόν τον ορισμό δεν υπάρχει γλωσσικός ρατσισμός, καμία διαφοροποίηση, διαχωρισμός, απόσταση ή υπεροχή, αλλά η αναγνώριση των μεγαλύτερων ταπεινώσεων και διακρίσεων που υπέστησαν λόγω της κατάστασης »μεταναστών που επέστρεφαν». Η δική του δύναμη και αξιοπρέπεια.

NAP: απαραίτητη βιβλιογραφία
Για την πολιτική ιστορία των Nap: καταβολές, ανάπτυξη, δράση και δίκες, είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καλά τεκμηριωμένες δυο δημοσιεύσεις, αμφότερες αποδοτέες στο περιοδικό CONTROinformazione. Η πρώτη, και σε χρονολογικούς όρους (έτος 1976) δημοσίευσης, πραγματοποιήθηκε από την συντακτική ομάδα του περιοδικού (η μεγαλύτερη συνεισφορά ήταν ενός από τα στελέχη της, Ermanno Gallo) έχει απλά τον τίτλοsi  NUCLEI ARMATI PROLETARI, Quaderno n. 1 Τετράδιο ν.1 της CONTROinformazione. Στο πρώτο μέρος συγκρίνονται οι διαφορετικές και αποκλίνουσες απόψεις (Μαρξισμός και περιθωριοποίηση) των κυριότερων μαρξιστών-λενινιστών ιδεολόγων, από τον Marx και Engels οι οποίοι στιγματίζουν και απεχθάνονται πολιτικά “Το υποπρολεταριάτο, ένα συνονθύλευμα ενστίκτων δίχως ιστορία”, στον Lenin που αφήνει περιθώρια “Το υποπρολεταριάτο, ένας πιθανός στρατιώτης της προλεταριακής εξέγερσης”, μέχρι τον πραγματιστή-ρεαλιστή Mao Tse Tung “Το υποπρολεταριάτο, μια ταξική συνιστώσα που έχει ανάγκη μιαν αυστηρή στρατηγική διοίκηση”, για να φθάσουμε στους μοντέρνους μελετητές του υποπρολεταριάτου: Frantz Fanon του I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι 12 και George Jackson13 του »μαύρος σκλάβος: μια πυροδοτημένη βόμβα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό φασισμό»,  ‘Schiavo nero: una bomba innescata contro il fascismo imperialista’. Το δεύτερο μέρος διαχωρίζει την ‘Συνέντευξη στους συντρόφους των επΠ’, l’ ‘Intervista ai compagni dei Nap’, της χρονοϊστορία των δραστηριοτήτων, τις επιχειρήσεις, τους θανάτους, τις συλλήψεις, τις βιογραφίες κάποιων μαχητών που ‘έπεσαν’.  Το ‘τετράδιο’ ολοκληρώνεται με την πρόταση της  ‘Comunicato N° 1 Ανακοίνωσης Νο 1 στη δίκη των NAP που ξεκίνησε στη Napoli στις 22 νοεμβρίου 1976’. Η L’Unità, στην έκδοση της στις 30 μαίου 1977 (σελ. 3) τους ‘αφιέρωσε’ μια δηλητηριώδη κριτική με υπογραφή Duccio Trombadori: “L’arsenale ‘teorico’ dei NAP”, »Το ‘θεωρητικό οπλοστάσιο των ΕΠΠ», γράφοντας τα εξής υπερβολικά, μεταξύ άλλων: ‘Πίσω από τις εγκληματικές ενέργειες που χτύπησαν τη χώρα μας’, καθώς και μιαν απίθανη περίληψη, μα καταπληκτικής φαντασίας: “ Μια παραληρηματική οπτική γωνία που αναθέτει ρόλους επαναστατικής πρωτοπορίας σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στοιχεία, «μη εγγυημένους», κρατουμένους – Οι φυλακές ως προνομιακός τόπος του σχηματισμού και της πάλης για να «φέρουν την επίθεση στην καρδιά του κράτους» – Τα σημεία επαφής με τον χώρο της «αυτονομίας’“. Το άλλο δημοσίευμα, που εκδόθηκε σαν συμπλήρωμα του περιοδικού, είναι μια εφημερίδα με μορφή δελτίου με τίτλο “Νότος, προλετάριοι σε εξέγερση. Να μετατρέψουμε την δίκη στους συντρόφους των N.A.P. αφετηρία ενός διαλόγου επί της ένοπλης πάλης”, που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δίκης της Napoli.

Έτσι όπως ο κύκλος αγώνων στο εσωτερικό / ενάντια στην φυλακή στις αρχές του εβδομήντα τόνωσε τη διάρθρωση των ειδικών επιτροπών εντός της «ακραίας» αριστεράς, με αποτέλεσμα την παραγωγή φυλλαδίων, βιβλίων, στηλών εφημερίδων σχετικά με την κατάσταση στις φυλακές, οι μαζικές συλλήψεις συνέπεια της ανάπτυξης και του ριζώματος των μαχόμενων οργανώσεων προς τα μισά των ίδιων χρόνων, και η δημιουργία των ειδικών φυλακών, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη διάδοση πολλών πολυγραφημένων κειμένων, ενημερωτικών δελτίων, περιοδικών, θεμάτων ειδικού περιεχομένου ενάντια στον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό . Nα σας θυμίσουμε κάποια. Ήδη το καλοκαίρι του 1975 στο Milano τυπώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο με ασυνεπή συχνότητα: »Μαχητική Αλληλεγγύη», ‘Solidarietà Militante’. Πληροφορίες της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης των Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη. Τον χειμώνα του 1976 ξεκινούν οι δημοσιεύσεις ‘Carcere Informazione’- ‘Φυλακή Πληροφορία’, σε επιμέλεια του Κέντρου  Τεκμηρίωσης-Centro di Documentazione της Pistoia μέχρι το n. 16; τα nn. 17 και 18 εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά στην Stampa Alternativa- Εναλλακτικός Τύπος έτσι όπως τα n. 19-20 (φεβρ.-μαρτ. ’79) σε συνέκδοση με το »Δίχως Φυλακές»- ‘Senza Galere’-και το ‘Φυλακή Σήμερα’  ‘Carcere Oggi…και για την ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης,  del Soccorso Rosso Milanese, της Κόκκινης Βοήθειας του Μιλάνο. Στο Livorno, η Αναρχική Κολεκτίβα ‘Niente più sbarre’ – »Όχι άλλα κάγκελα» δημοσιεύει το πολυγραφημένο ομώνυμο το οποίο, στο τελευταίο νούμερο που ανακτήθηκε (ιανουάριος 1979) μετατρέπεται σε Bollettino-Δελτίο της Αναρχικής κολεκτίβας του Livorno. Στο Torino, η επιτροπή ‘Ενάντια στα δεσμά»- ‘Controsbarre’ διανέμει το  ‘Δελτίο πληροφόρησης από τις φυλακές’, που στην συνέχεια (νοέμ.-δεκ. 1977) θα δημοσιεύει το ‘ονομάζουμε κομουνιστική…μια κοινωνία Δίχως Φυλακές’, εφημερίδα του κομουνιστικού προλεταριάτου υπό κράτηση. Μονογραφικό νούμερο είναι το ‘Φυλακή και ταξικός αγώνας’ του μαίου 1976, πολυγραφημένο σε συνεργασία ανάμεσα στην τορινέζικη ενότητα της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη, την Μιλανέζικη Κόκκινη Βοήθεια και την ΄Μαχητική Αλληλεγγύη’ -‘Solidarietà Militante’ του Trento. Δυο τελευταίες αναφορές: τον νοέμβρη του 1976, σε επιμέλεια τους μιλανέζικου Soccorso Rosso, τυπώνεται, για τις Εκδόσεις- Edizioni Ghisoni, το »δεν αρκούν οι φυλακές για να μας κρατήσουν κλεισμένους…»“non bastano le galere per tenerci chiusi…” και, τον οκτώβρη 1978, Speciale Asinara. La settimana rossa. Ειδικό τεύχος Αζινάρα 19-26 αυγούστου, 21-23 σεπτεμβρίου 1978, Εκδόσεις Edizioni Anarchismo, Catania. Στις αρχές των χρόνων ογδόντα ξεκινούν, στο Milano, οι δημοσιεύσεις του »Δελτίου» “Il Bollettino” του Συντονιστικού των Επιτροπών ενάντια στην Καταστολή.

I NAP. Storia politica dei Nuclei Armati Proletari e requisitoria del Tribunale di Napoli, a cura del Soccorso Rosso Napoletano, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1976   πολιτική ιστορία των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και κατηγορητήριο του Δικαστηρίου της Νάπολι, σε επιμέλεια της Ναπολιτάνικης Κόκκινης Βοήθειας, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο, 1976
CHI PROCESSA CHI! Non si può processare la rivoluzione, Collettivo di Controinformazione Napoletano, Napoli, s.i.d.   ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ΠΟΙΟΝ! Δεν μπορείτε να δικάσετε την επανάσταση, Ναπολιτάνικη Κολεκτίβα Αντιπληροφόρησης
Criminalizzazione e lotta armata, Quaderni d’informazione politica 1, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, s.i.d.   Ποινικοποίηση και ένοπλος αγώνας, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 1, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο
Processo allo stato, Quaderni d’informazione politica 2. Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1977   Δίκη στο κράτος, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 2
Processo alla rivoluzione. La parola ai NAP, Quaderni d’informazione politica 3, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1978   Δίκη στην επανάσταση. Ο λόγος στους ΕΠΠ, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 3
Alessandro Silj, “Mai più senza fucile!”, Alle origini dei NAP e delle BR, Vallecchi, Firenze, 1977   »Ποτέ πια δίχως τουφέκι!», Στις καταβολές των ΕΠΠ και των ΕΤ
Franca Rame, Non parlarmi degli archi, parlami delle tue galere, Alberto Buonoconto 7.8.1953/20.12.1980, F.R. Edizioni, Milano, 1984   Μη που μιλάς για αψίδες, μίλα μου για τις φυλακές σου
Rossella Ferrigno, Nuclei Armati Proletari. Carceri, protesta, lotta armata, La Città del Sole, Napoli, 2008 Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Φυλακές, διαμαρτυρία, ένοπλη πάλη, Η Πόλη του Ήλιου, Νάπολι
Roberto Silvi, La memoria e l’oblio, Colibrì edizioni, Milano, 2009   Η μνήμη και η λήθη
Valerio Lucarelli, Vorrei che il futuro fosse oggi. Nuclei Armati Proletari. Ribellione, rivolta e lotta armata, Ancora del Mediterraneo, s.i.l., 2010  Θα ήθελα το  μέλλον να ήταν σήμερα. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ανταρσία, εξέγερση και ένοπλη πάλη


  1. Bertolt Brecht, “Lode del comunismo” »Έπαινος του κομουνισμού», (1933) in “Poesie e canzoni”, »Ποιήματα και τραγούδια», Einaudi, Torino, 1975  
  2. a cura della Commissione carceri di Lotta Continua, από την Επιτροπή φυλακές της οργάνωσης, Edizioni Lotta Continua, νοέμβριος 1973  
  3. Giulio Salierno, Autobiografia di un picchiatore fascista, Αυτοβιογραφία ενός φασίστα τραμπούκου, Einaudi,Torino, 1976  
  4. Emilio Sanna, Inchiesta sulle carceri, Έρευνα για τις φυλακές, De Donato, Bari, luglio 1970  
  5. Aldo Ricci, Giulio Salierno, Il carcere in Italia, Η φυλακή στην Ιταλία, Einaudi, Torino, 1971  
  6. Giulio Salierno, Il sottoproletariato in Italia. Per un approccio politico e metodologico al problema dell’alleanza tra classe operaia e ‘Lumpenproletariat, Το υποπρολεταριάτο στην Ιταλία. Για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο, ‘Edizioni Samonà e Savelli, Roma, 1972  
  7. Φυλακή του Κράτους της New York όπου εξ αιτίας της δολοφονίας, που έγινε στις 21 αυγούστου στην φυλακή του San Quintino, του George Jackson αγωνιστή του Black Panther Party, στις 9 σεπτεμβρίου 1971 ξέσπασε μια εξέγερση που κατέστειλε η παρέμβαση  500 πολιτοφυλάκων των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων USA, με αποτέλεσμα 40 θύματα και 200 τραυματίες. Ενώ πολλοί από τους επιζήσαντες εξεγερμένους χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν  
  8. Irene Invernizzi, Il carcere come scuola di rivoluzione, Η φυλακή σαν σχολείο της επανάστασης, Einaudi, Torino, 1973  
  9. Memoriale redatto da Martino Zicchitella, Αναμνήσεις που συγκεντρώθηκαν από τον Martino Zicchitella, Anarchismo, Χρόνος II- ν. 10/11, Edizioni La Fiaccola, 1976  
  10. Soldati και Di Rocco, βασανίστηκαν άγρια και ‘μίλησαν’ αλλά στη συνέχεια ανακάλεσαν. Βρίσκονταν στην ‘ενότητα’ με τους μη μετανιωμένους, ούτε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους, nda  
  11. Γύρω από την δημιουργία του Partito Guerriglia, για το ιδρυτικό του μανιφέστο, για τα επόμενα που επεξεργάστηκαν και παρήχθησαν στη φυλακή: ‘Il documentone, το μεγάλο ντοκουμέντο’, ‘L’ape e il comunista, η μέλισσα και ο κομουνιστής’, ’Forzare l’orizzonte, εξαναγκάζοντας τον ορίζοντα’, ‘La volpe e l’uva, η αλεπού και τα σταφύλια’, ‘Gocce di sole nella città degli spettri, σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη’, ‘Wkhy’, ‘Politica e rivoluzione, πολιτική και επανάσταση’, θα επιστρέψουμε ευρύτερα στο επόμενο άρθρο, εκείνο που παίρνει έναυσμα από την αναβίωση, διευρυμένη και αναθεωρημένη από τον Giorgio Panizzari, του ‘L’albero del peccato, το δέντρο της αμαρτίας’  
  12. Franzt Fanon, I dannati della terra, Της γης οι κολασμένοι, Einaudi, Torino, 1962  
  13. I fratelli di Soledad. Lettere dal carcere di George Jackson, Τ’ αδέλφια της Soledad. Επιστολές από την φυλακή του George Jackson, Einaudi, Torino, 1971; G. Jackson, Col sangue agli occhi. Il ‘fascismo americano’ e altri scritti, Με αίμα στα μάτια. Ο ‘αμερικανικός φασισμός’ και άλλα γραπτά, Einaudi, Torino, 1972. Το βιβλίο μεταφέρει αυτή την αφιέρωση με σημασία: “Ai giovani comunisti. Ai loro padri. D’ora in poi criticheremo l’ingiustizia con le armi”, »Στους νεαρούς κομουνιστές. Στους πατεράδες τους. Από εδώ και μπρος θα κριτικάρουμε την αδικία με τα όπλα»  

https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/

http://www.militant-blog.org/?p=14476#more-14476

http://contropiano.org/eventi/napoli-correvo-pensando-ad-anna

ιστορία, storia

Τα συναισθήματα της καρδιάς, η ψυχρότητα της λογικής, η πραγματικότητα των γεγονότων. – Le emozioni del cuore, la freddezza della ragione, la realtà dei fatti.

του Fiorenzo Angoscini

brigate rosseMarco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, Brigate Rosse. Dalle fabbriche alla ‘campagna di primavera’, Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’, Τόμος I, DeriveApprodi, Roma, φεβρουάριος 2017, σελ. 550, € 28,00

Η εργασία των Marco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, διαφέρει λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων που συμβουλεύτηκαν. Του μεγάλο υλικού που αναλύθηκε και των διαφόρων και διαφορετικών αρχείων. Της ανάγνωσης των εκθέσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών της έρευνας για την υπόθεση Moro, της μελέτης των νομικών εγγράφων, των ερευνών και των διαφόρων εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικών με τις πολλές δίκες που σχετίζονται με την απαγωγή και την εκτέλεση του χριστιανοδημοκράτη παράγοντα. Της διαθεσιμότητας αδημοσίευτων συζητήσεων με μαχητές πρωταγωνιστές της ένοπλης εμπειρίας, του διαδεδομένου ανταρτοπόλεμου, του αγώνα στις φυλακές και των σφαγών που διαπράχθησαν σε μερικές από αυτές:Le Murate και Alessandria, καθώς και για τις νέες λεπτομέρειες που επισημαίνονται, την επισήμανση (μνήμες, αναμνήσεις) αφαιρεθέντων ιδιαιτεροτήτων. Της διάψευσης μιας πρόσφατης συνωμοσιολογίας με πολλαπλές παρουσίες, ποικίλες και ετερογενείς κατά τις διάφορες φάσεις της επιχείρησης στην οδό Fani. Των μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι διαψεύδουν τους εαυτούς τους, μοτοσικλετών που μεταφέρουν άγνωστους shooters φαντάσματα και πολλά άλλα.
Επιπλέον, η αναπαράσταση και η ανακατασκευή τους ευνοεί την ανάκτηση και την αναδιάταξη της μνήμης.Της συλλογικής και της ατομικής: μας, της δικής μας, του καθενός από εμάς.

Οι συγγραφείς έχουν σημαντικά «προηγούμενα» σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα.

Ο Clementi, πριν δέκα χρόνια, πραγματοποίησε μια “Storia delle Brigate Rosse” 1 »Ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών», πριν χρόνια είχε δημοσιεύσει μια μελέτη που θα μπορούσαμε να ορίσουμε πως σχετίζεται με το σχέδιο ‘Victor’, δηλαδή πως να εξουδετερώσουν ανθρωπίνως, πολιτικά, προσωπικά και πνευματικά τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των χριστιανοδημοκρατών της DC, il presidente del Consiglio Nazionale DC, σε περίπτωση που αυτός είχε απελευθερωθεί.2
Το σχέδιο που θα εισέρχονταν σε δράση σε περίπτωση θανάτωσης του ομήρου, είχε επονομαστεί ‘Mike’.
Απλούστερα, προέβλεπε να ενημερωθεί μια ολόκληρη σειρά από θεσμικά στοιχεία, δικαστικά και πολιτικά, άμεση απομόνωση του τόπου όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, απαγόρευση του ιδίου στους συγγενείς, την δημιουργία μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας ασφαλείας μπροστά από το studio και το σπίτι του Moro, παρέχοντας τις πληροφορίες στον τύπο και την τηλεόραση ως αμφιβόλου αξιοπιστίας.

O Persichetti, μαζί με τον Oreste Scalzone, έγραψε το βιβλίο “Il nemico inconfessabile”3 »Ο ανομολόγητος εχθρός» και, σχεδόν καθημερινά στο ‘Insorgenze.net’ διεξάγει μια συστηματική προσέγγιση επίμονης διάψευσης και διόρθωσης ειδήσεων … ψευδών και παραπλανητικών. Όσον αφορά εκδηλώσεις και γεγονότα που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη και τους αγωνιστές της, την καταστολή, τα βασανιστήρια, τις κρατικές »δολοφονίες», την πολιτική και τον πολιτισμό.

Τέλος, η Santalena, εκπόνησε μια διδακτορική διατριβή έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Grenoble επάνω στην , «La gauche révolutionnaire et la question carcérale: une approche des années 70 italiennes», »Επαναστατική αριστερά και το ζήτημα των φυλακών: μια προσέγγιση στα ιταλικά χρόνια 70», (8 δεκεμβρίου, 2014) με σαφή κεφάλαια: «Από τις φασιστικές φυλακές, στις φυλακές σε εξέγερση (1969-1973)» «Από τη μεταρρύθμιση στην αντιμεταρρύθμιση: μεταξύ καταπίεσης και καταστολής, ένοπλου αγώνα και απόδρασης (1974-1977)», «Οι φυλακές στο κέντρο της σύγκρουσης: ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και τη διαχείριση έκτακτης ανάγκης της αντιτρομοκρατίας (1977-1987)

Λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες

Εμβαθύνοντας στην ανάγνωση συναντούμε κάποιες λεπτομέρειες, ή ιδιαιτερότητες, αν όχι άγνωστες, σίγουρα όχι πολύ γνωστές. Έτσι, μαθαίνουμε ότι την 9η του Μάη 1978 το πρωί, ο χώρος όπου θα βρεθεί στη Via Caetani (στα μισά του δρόμου μεταξύ της εθνικής έδρας των Χριστιανοδημοκρατών και εκείνης του PCI) το Renault 4 χρώμα αμάραντο έχοντας στο εσωτερικό του το άψυχο σώμα του Moro, είχε καταληφθεί το προηγούμενο βράδυ από τον Bruno Seghetti που είχε σταθμεύσει εκεί το προσωπικό του αυτοκίνητο, ένα Renault 6 πράσινου χρώματος. Αυτό γίνεται για να αποφευχθούν εμπόδια και ατυχήματα της τελευταίας στιγμής. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχε η σιγουριά ότι ο τόπος που έχει επιλεγεί για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιούνταν για την τελευταία μεταφορά, και την επακόλουθη ανακάλυψη του άψυχου σώματος του χριστιανοδημοκράτη βουλευτή δεν θα εμποδίζονταν από την παρουσία άλλων οχημάτων που θα ήταν σταθμευμένα παράκαιρα στη θέση του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν εξετάστηκε επαρκώς είναι η δράση που ανέλαβε ο Fulvio Croce, πρόεδρος του Συμβουλίου της Τάξης των Δικηγόρων του Τορίνο, διορισμένος δικηγόρος από τον Πρόεδρο του κακουργιοδικείου του Τορίνο, το οποίο έπρεπε να κρίνει (μάιος 1976 ) τον λεγόμενο «ιστορικό πυρήνα» (χαρακτηρισμό που ανέκαθεν αρνήθηκαν οι κατηγορούμενοι) της μαχόμενης κομμουνιστικής οργάνωσης, αφού οι μαχητές των BR είχαν αποπέμψει τους δικηγόρους της εμπιστοσύνης τους, προειδοποιώντας το δικαστήριο να μην διορίσει άλλους αυτεπάγγελτα και είχαν, προς στιγμήν, καταφέρει να κλονίσουν τους κλασικούς μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας, διεκδικώντας για τους εαυτούς τους το δικαίωμα στην άμυνα, ήθελαν να υπερασπιστούν μόνοι τους εαυτούς τους δηλαδή, για να διεξάγουν την λεγόμενη »δίκη ανταρτοπόλεμου 4» και να ‘τινάξουν στον αέρα’ την διαδικασία.

br-processo

Παρά την αποδοχή των υψηλότερων αιτιολογήσεων του κράτους, αναθέτοντας την τεχνική υπεράσπιση σε οκτώ άλλους δικηγόρους της τορινέζικης τάξης, ο πρόεδρος της εγκληματολογικής ένωσης, εκμεταλλευόμενος την αναβολή για την 16η σεπτεμβρίου 1976 – σε αναμονή για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξαργυρώσει μια σύγκρουση εδαφικής δικαιοδοσίας μεταξύ Τορίνο και Μιλάνο – μακριά από τη βοή των μέσων ενημέρωσης, έγινε υποστηρικτής και προαγωγός της προτεινόμενης θέσπισης ενός «μικρού νόμου» (όπως την αποκαλούσε σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εθνικού δικανικού Συμβουλίου) ad hoc που θα επέτρεπε στους κατηγορούμενους που το επιθυμούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό μόνοι τους.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για τη δημιουργία του δικαστηρίου, της έδρας για τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από τον ορισμό «τεχνικών υπερασπιστών, δικηγόρων», συναντήθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον εντοπισμό των λαϊκών ενόρκων, λόγω της απόρριψης να αποδεχθούν πολλοί από αυτούς. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο ανέλαβαν δράση κορυφαία στελέχη του τορινέζικου Κκι, με τον Giuliano Ferrara να ηγείται, που υποστηρίζονταν ανεπίσημα από δύο εισαγγελείς, τους Luciano Violante και Gian Carlo Caselli ο οποίος, σύμφωνα με τον βουλευτή και μέλος του Κκι τουΤορίνο Saverio Vertone, «Συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ομοσπονδιακής επιτροπής. Ίσως, αλλά δεν είμαι σίγουρος, επίσης, έπαιρνε το λόγο στις συναντήσεις της γραμματείας …» Ενώ ο ελεφαντίνος ( G Ferrara) συμμετείχε σε κάποιες συναντήσεις με ενόρκους της μάξι-δίκης εναντίον των ταξιαρχιτών για να τους πείσει να μην εγκαταλείψουν την ανάθεση» (Μ. Caprara).

Πάντα ο Ferrara, αναλάμβανε την ευθύνη του Pci-Κκι για την δημιουργία του κατάπτυστου ερωτηματολόγιου ενάντια στην τρομοκρατία, στην ερώτηση ν. 5, καλούσε στην καταγγελία.» [έψαχνε άμεσα καταδότες]… τότε φυσικά προσφέραμε ένα χεράκι, πέρα από το χέρι που έδινε το Κράτος. Το Κράτος πρόσφερε την προστασία του, εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την δική μας. (…) Για παράδειγμα σπίτια. Ρωτούσαμε: «Πες μας ποια είναι τα προβλήματά σου, αν είσαι φοβισμένος. Να ξέρεις πως εμείς είμαστε εδώ». Διαμέσου ενός «έγκυρου» διοικητικού του στελέχους, του G. Ferrara, το Κκι γίνονταν Κράτος.

Πριν από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τις στρατεύσεις στο Pci

Ήδη αμέσως μετά την Απελευθέρωση σχηματίστηκαν, δομήθηκαν ομάδες και οργανώσεις Κομουνιστικές που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα. Με διάφορες μορφές και τρόπους. Από το Κίνημα Αντίστασης Παρτιζάνικης-Κίνημα Προλεταριακής Ενότητας, Movimento Resistenza Partigiana-Movimento di Unità Proletaria του Carlo Andreoni, του οποίου, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν κάποιες ασαφείς γραμμές,  στο »IX Τμήμα Ερυθρός Αστέρας παράνομη ταξιαρχία ‘808’, “IX Divisione Stella Rossa Brigata clandestina ‘808’ “ του Armando Valpreda,5 προέδρου της Ένωσης παρτιζάνων Anpi στο Asti, μεταξύ των υποκινητών της εξέγερσης στην Santa Libera,6 μέχρι και εκείνη την ομάδα των καλών παιδιών που συναντιούνταν στο  Σπίτι του Λαού, presso la Casa del Popolo της Lambrate (Mi) για να χτίσουν την ‘Κόκκινη Φτερωτή’, ‘Volante Rossa’.7 Για να φθάσουμε σε εκείνους τους αγωνιστές απ’ την Εμίλια,  (παράνομους και φαινομενικά δίχως ενωτική οργάνωση) που έσπειραν στις επαρχίες του Ρέτζιο, της Μόντενα, της Φερράρα και της Μπολόνια πολλές ένοπλες ενέργειες, κυρίως εξολόθρευση φασιστών και συνεργών τους.

Σε πιο κοντινά χρόνια στην δεύτερη κόκκινη διετία (1968-1969) υπάρχουν εμπειρίες αντίστασης και ένοπλης επίθεσης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προπαιδευτικές στην πιο σημαντική (για διάρκεια, νούμερο αγωνιστών και δράσεων) οργάνωση που ‘επωμίστηκε το ντουφέκι’ και για την οποίαν  ‘γίνεται λόγος’ στο βιβλίο.
Μιλάμε για την τορινέζικη ομάδα που αποτελείτο από τους Piero Cavallero, Danilo Crepaldi, Sante Notarnicola,8Adriano Rovoletto, όλοι αγωνιστές τους εργατίστικου Κκι των προλεταριακών ‘Barriere’ , ‘Φραγμάτων’, του Torino. “Ήδη το 1959 είχαμε πραγματοποιήσει την πρώτη μας δράση και προχωρήσαμε μέχρι το 1967, στιγμή της σύλληψης μας. Ο Piero ήταν ο συντονιστής των ενοτήτων Pci του ‘Φράγματος του Milano’ , μιας λαϊκής περιφέρειας με σχεδόν 70.000 κατοίκους. Εγώ, ήμουν γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κόμματος (Fgci) στην Biella και αριθμούσαμε περίπου 3.000 εγγεγραμμένους. Στις αρχές των χρόνων εξήντα είχαμε αντιληφθεί πως δεν ήμασταν πλέον συντονισμένοι με το ‘κόμμα’. Χωμένο μες τον γύψο, κονφορμιστικό και όχι πια ‘επαναστατικό’9 .

Μια άλλη ένωση αγωνιστών εγγεγραμμένων στο Pci, ενότητα “Rino Mandoli” του Ponte Carrega στην Genova, που είδε  ‘την ώρα του τουφεκιού’, είναι εκείνη που χυδαία και από τα μέσα ενημέρωσης βαπτίστηκε  XXII Ottobre, δραστήρια στην Γένοβα από τις 22 οκτώβρη 1969 (ημερομηνία σχηματισμού της) μέχρι τις 26 μαρτίου 1971, ημέρα της ληστείας στον ταχυδρόμο της κατασκευαστικής εταιρείας Iacp. Στην πραγματικότητα, αυτός που υποδεικνύεται σαν ένας από τους ιδρυτές της περιπόλου νέων παρτιζάνων, ο Mario Rossi, αν και με επιφυλάξεις, με μεγάλη σύνεση και επιφυλακτικότητα, επισημαίνει: “Συμμεριζόμασταν τις θέσεις των Gap, γίναμε στην πράξη η ομάδα Gap της Γένοβας, καθώς υπήρχαν ήδη στο Μιλάνο και το Tρέντο. Όμως, το είπα και το επαναλαμβάνω, ήμασταν πάντα αυτόνομοι από τους άλλους σχηματισμούς που δημιουργούνταν ή που ήδη ήταν δραστήριοι αλλού ”.10

Η εμπειρία του Rossi, και η ανάγνωση του βιβλίου των Clementi-Persichetti-Santalena, μας προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε και μιαν άλλη πτυχή, που σχετίζεται με τους μαχητές των πρώτων ένοπλων ομάδων, αλλά και των Ερυθρών Ταξιαρχιών: την προέλευσή τους, την ένταξη και την πολιτική δράση τους.

Από την μαρτυρία που συνέλεξε η Donatella Alfonso (δημοσιογράφος της εφημερίδας “La Repubblica”) ο Rossi επαναλαμβάνει,
Εγώ, στην πραγματικότητα, αισθάνομαι ακόμα ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας του εξήντα … Εκείνα τα χρόνια εκεί σου τύχαινε να παρακολουθείς το κόμμα, να παίρνεις μέρος στις διαδικασίες του, ιδίως στο χώρο εργασίας, στις ενότητες του εργοστασίου, γιατί αισθανόσουν τον σφυγμό του εργάτη που ήταν αυτός που σου δίδασκε να δουλεύεις και μετά να σκέφτεσαι … (Εμείς) ήμασταν όλοι σφυρηλατημένοι και με την 30 ιουνίου του ’60, όταν η Γένοβα απέρριψε το συνέδριο του φασιστικού Msi. Ήμασταν όλοι εκεί, και η τελευταία φορά που είδα πραγματικά το κομμουνιστικό Κόμμα στην πλατεία ήταν εκείνη τη ημέρα, με τους παρτιζάνους και τους εργάτες του λιμανιού με το γάντζο στο χέρι”.

Στην ανακατασκευή των πολιτικών του επιλογών, αποκαλύπτει επίσης μια εμβληματική ιδιαιτερότητα, “…ένα άλλο γεγονός για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ για να μην φέρω σε δύσκολη θέση κανέναν, όμως εγώ συνέχισα να έχω την ταυτότητα του PCI: μέχρι το θάνατό του, ένας παλιός σύντροφος της Γένοβας μου την ανανέωνε κάθε χρόνο, ακόμα και όταν ήμουν στη φυλακή … Ακούγεται τρελό, αλλά εγώ ποτέ δεν αποβλήθηκα από το κομμουνιστικό Κόμμα ”.

feltrinelliΑυτές οι δυο ‘μικρότερες’ οργανώσεις και προηγούμενες του ξεδιπλώματος των BR και των άλλων οργανώσεων με εθνική δομή αν και με ανομοιογενή διανομή (Nuclei Armati Proletari Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και Πρώτη Γραμμή Prima Linea) μαζί με τις Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης  Gruppi d’ Azione Partigiana που σχηματίστηκαν από τον Giangiacomo Feltrinelli (έδρασαν στο Trento, Milano και Genova, οι μαχητές των οποίων κατά πλειοψηφία, και ουσιαστικά, συνέκλιναν στις Brigate Rosse μετά τον θάνατο του εκδότη,14 μαρτίου 1972) υπήρξαν ένα σύνολο πολλών ‘εγγεγραμμένων’ στο Κόμμα (Στις έρευνες για τους Gap διερευνήθηκαν οι G.B. Lazagna, Marisa και Vittorio Togliatti, nipoti del Migliore, εγγόνια του Καλύτερου, κι άλλοι ακόμη ‘πλησιέστεροι’ στο Κκι) που κινήθηκαν συλλογικά, αλλά υπάρχουν επίσης και συμπτωματικές ατομικότητες ή σύντροφοι ημι-οργανωμένοι, με προσωπικές επαφές. Ο μιλανέζος εκδότης δανείζει το πιστόλι του  (ένα Colt Cobra) στην Monika Ertl, όνομα μάχης ‘Imilla’, όταν την πρώτη απριλίου 1971, στο Αμβούργο, σκοτώνει τον Roberto Quintanilla Pereira, εκπρόσωπο της κυβέρνησης της Βολιβίας στην Γερμανία και δολοφόνου του Ernesto Che Guevara.11

Ο Clementi και οι συνεργάτες συγγραφείς μας θυμίζουν την περίπτωση της Maria Elena Angeloni, της θείας του Carlo Giuliani, που τινάχτηκε στον αέρα – μαζί με τον κύπριο αγωνιστή Georgios Christou Tsdikouris – με το αυτοκίνητο βόμβα που οδηγούσαν προς την πρεσβεία των ηνωμένων πολιτειών στην Αθήνα (2 σεπτεμβρίου 1970) που ήταν γραμμένη στην ενότητα 25 Aπριλίου του μιλανέζικου Pci. “Στην κηδεία της Elena, στο Milano, για την ελληνική Αντίσταση ήταν εκεί η Melina Mercouri. Υπάρχουν οι σύντροφοι, οι φίλοι, οι αγωνιστές του Pci. Ατομικά. το Κόμμα δεν ήταν εκεί. Αν και επίσημα υποστηρίζει την Αντίσταση. Ο γραμματέας της ενότητας 25 απρίλη υποχρεώθηκε από την Ομοσπονδία να καταστρέψει το μητρώο της ταυτότητας της Elena”.12

Ένα άλλο παράδειγμα που επισημαίνεται στο »Ερυθρές Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην εκστρατεία της άνοιξης» είναι εκείνο του Angelo Basone, εργάτη στις πρέσες του Mirafiori, συνδικαλιστικού εκπροσώπου και επικεφαλής της ενότητας του εργοστασίου του Κκι, που ποτέ δεν αποβλήθηκε από το κόμμα, ο οποίος βρίσκονταν στον κατάλογο των 61 εργατών που θα απολύονταν και γνωστού και αναγνωρισμένου αγωνιστή της οργάνωσης με το πεντάκτινο αστέρι. Καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία, πολιτικού κρατουμένου στις ειδικές φυλακές.

Εκείνες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι πολιτικές βιογραφίες κάποιων κομμουνιστών αγωνιστών (αγωνιστών του κομμουνιστικού Κόμματος), οι οποίοι έχουν αναλάβει τον ένοπλο αγώνα. Πολιτικοί αγωνιστές με τα όλα τους, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ενότητας, συνέβαλαν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, παρενέβαιναν στα συνέδρια του κόμματος, διοργάνωναν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συνέτασσαν και διένειμαν φυλλάδια, μοίραζαν τον τύπο: την εφημερίδα «L’Unita», τα εβδομαδιαία «Νέοι Δρόμοι,Vie Nuove » και «Εμείς οι γυναίκες,‘Noi Donne ». Δεν έπαιζαν να κάνουν τα στρατιωτάκια.

Η πιο σημαντική, ίσως, είναι η συνεπής πορεία-τροχιά που σχεδιάστηκε από τον Prospero Gallinari. Ήδη στρατευμένος στο Reggio Emilia, της οργάνωσης νεολαίας του κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1968 με διπλή κάρτα-ταυτότητα, ακόμα και αυτή του Κόμματος13 όταν και εκδιώχθηκε (1969) για απείθεια, συμμετέχει στις συνεδριάσεις της «Πολιτικής Συλλογικότητας Εργάτες-Φοιτητές, ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, που ονομάστηκε« Ομάδα του διαμερίσματος», ‘Gruppo dell’appartamento’ ( μετά Πολιτική Μητροπολιτική Κολεκτίβα, Προλεταριακή Αριστερά του Βασιλιά-CPM, Sinistra Proletaria di Re). Μετά από μια ατυχή (έτσι την χαρακτηρίζει στην αυτοβιογραφία του) εμπειρία (1971-1972) στο Superclan του Corrado Simioni, παίρνει επισήμως μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, γενόμενος ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της μαχητές.

Ο Mario Moretti, όταν πεθαίνει ο Gallinari, τον θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Το όνομα μάχης του Prospero ήταν Ιωσήφ, Giuseppe, και σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Το είχε επιλέξει με μεγάλο αυτοσαρκασμό, αλλά για έναν παλιό κομμουνιστή εκείνο το όνομα σημαίνει κάτι. Ο Prospero είναι ένας από τους συντρόφους της εμπιστοσύνης και της γραμμής, είναι αυτός που οδηγεί την πολιτική μάχη μαζί με τον Morucci στη ρωμαϊκή φάλαγγα. O Prospero είναι o μαρξισμός-λενινισμός, όλα όσα μας συμβαίνουν, άνοδοι και πτώσεις, αυτός τα διαβάζει υπό το πρίσμα, υπό το φως της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, την πρωτοπορία και τις μάζες. Πιστεύει ότι εκεί υστερούμε. Έρχεται από την εμπειρία της Εμίλια, γι ‘αυτόν το κόμμα είναι το παν, η πολιτική συνέπεια είναι τα πάντα, και έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση της ηθικής. Ο καθένας ζει την ήττα με διαφορετικό τρόπο … γι ‘αυτόν, αν τα πράγματα επιστρέφουν πάλι στα μαρξιστικά-λενινιστικά παραδείγματα όλα καλά, και από εκεί δεν μετακινείται ακόμη και αν τον πυροβολήσεις. Όταν οι Br έχουν εξαντληθεί, ελπίζει σε μια συνέχεια σε κάτι άλλο που δεν είναι οι Br. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έχει νόημα, και του το είπα, πάντα με το μεγάλο σεβασμό που έχω για αυτόν. Ο Prospero είναι ένας από εκείνους με τους οποίους καταλαβαινόμασταν, είναι από ατσάλι, ατσάλινος ακριβώς, έτσι είναι φτιαγμένος, είναι ένας παλιός αγρότης του κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Prospero είναι σημαντικότατος. Ciao, Prospero, Γεια σου ”.14

Και ο Andrea Colombo,15 σε μιαν άλλη προοπτική και οπτική, του απονέμει τις τιμές της Πολιτικής: “ Ο Prospero Gallinari ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Πολλοί το ξέρουν μα λίγοι θα το γράψουν. Αντιθέτως είναι καλό να ειπωθεί. Ήταν γενναιόδωρος, αλτρουιστής, θαρραλέος. Ήταν ένας γι αυτούς που λέμε πως έχουν ‘μεγάλη καρδιά’…Ήταν ένας άνθρωπος άλλων καιρών. Ένας στρατευμένος κομουνιστής από εκείνους που για δυο αιώνες έφτιαξαν την ιστορία. Ένας παρτιζάνος που τυχαία γεννήθηκε όταν ο πόλεμος είχε τελειώσει. Από παιδί περπατούσε χιλιόμετρα για να πάει να διαβάσει την l’Unità στο bar του κοντινότερου χωριού στο αγρόκτημα όπου είχε μεγαλώσει. Όταν πλέον μεγάλωσε εξακολούθησε να είναι εκείνο το αγόρι. Μαζί μας, παιδιά του κινήματος, που στα χρόνια ’70 το Pci το μισούσαμε και το πολεμούσαμε, είχε πολύ λίγα κοινά. Εγώ – μου είπε μια φορά – υπήρξα πάντα ένας αγωνιστής του ιταλικού κομουνιστικού Κόμματος και, αν και θα σου φανεί παράξενο, σε όλες τις  άλλες  οργανώσεις στις οποίες πήρα μέρος πάντα εκπροσωπούσα την μετριοπαθή πτέρυγα’ “.

Η συγκρότηση των BR                                                                                                                    

Οι συντάκτες αυτού του πρώτου τόμου, τον οποίον θα ακολουθήσουν και άλλοι, έχουν ανακατασκευάσει με λεπτομέρειες το πώς, και πότε, συγκροτήθηκε η πρώτη και πιο σημαντική, μεταπολεμική ιταλική ένοπλη οργάνωση με μια μεγάλη διακλάδωση σχεδόν σε όλη την εθνική επικράτεια. Ποιες ήταν οι οργανώσεις, συλλογικότητες και πολιτικές επιτροπές που συνέβαλαν στην ίδρυσή της. Νωρίτερα υπογραμμίσαμε το πως αυτό το έργο είναι βοήθεια και ενθάρρυνση για την ανάκτηση της μνήμης, και για τον λόγο αυτό το θεωρούμε χρήσιμο κείμενο και θεμελιώδες.

Από το Trento, μια ουσιαστική συμβολή παρείχαν η Margherita Cagol και ο Renato Curcio οι οποίοι, στη συνέχεια, μαζί με τον Mauro Rostagno (Κίνημα για ένα Αρνητικό Πανεπιστήμιο,Movimento per una Università Negativa) «μετανάστευσαν» στη Βερόνα, προκειμένου να έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική ανάσα, όπου συνεργάστηκαν με το «Κέντρο πληροφόρησης,Centro d’informazione»που δημοσίευε το περιοδικό »Πολιτική Εργασία, Lavoro Politico» το οποίο διηύθυνε ο Walter Peruzzi. Στη συνέχεια, σχεδόν το σύνολο της συντακτικής ομάδας προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας-μλ, το οποίο στη συνέχεια χωρίζεται σε «μαύρη γραμμή» και «κόκκινη γραμμή».

Ο Curcio και η ‘Mara’ προσχώρησαν σε αυτή την τελευταία, μέχρις ότου, αύγουστος 1969, αποβλήθησαν μαζί με τον Peruzzi και τον ‘τρεντίνο’ Duccio Berio. Από την Verona μετακόμισαν στο Milano, και συνάντησαν τους Συντρόφους της Πολιτικής Μητροπολιτικής Κολεκτίβας, i Compagni del Collettivo Politico Metropolitano (που έγινε στην συνέχεια Sinistra Proletaria, Προλεταριακή Αριστερά), τους συντρόφους των αυτόνομων συνδικαλιστικών επιτροπών Cub στα εργοστάσια Pirelli, Alfa, Sit-Siemens, Marelli, όπως και τα μέλη των Ομάδων Μελέτης, dei Gruppi di Studio των εργοστασίων Sit και της Ibm. Αυτή η τελευταία ομάδα, έναν χρόνο αργότερα περίπου, πραγματοποιεί μια σημαντική εργασία έρευνας επί της πολυεθνικής των ηνωμένων πολιτειών: “IBM, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και σύγχρονο προλεταριάτο”.16 Αλλά και στις συνοικίες της περιφερειακής ζώνης επίσης υπάρχουν ‘αυτόνομες’ πραγματικότητες που αρχίζουν μια κάποια πολιτική κριτική: ιπτάμενα συλλαλητήρια, διάδοση υλικού προπαγάνδας και στρατιωτική προπαγάνδα, κυρίως εμπρησμούς αυτοκινήτων φασιστών, επιστατών και ηγετίσκων των εργοστασίων.

Ιδιαίτερα ριζωμένη, στην συνοικία ,  Lorenteggio-Giambellino, είναι η »Προλεταριακή Ομάδα Ιούλιος ’60»,  il “Gruppo Proletario Luglio ’60” αυτόνομη κομουνιστική. Ψυχή και μέλη σε αυτό τον οργανισμό είναι όλοι (μια εκατοστή) πρώην αγωνιστές εγγεγραμμένοι στην ενότητα συνοικίας του Pci, με το όνομα του παρτιζάνου ‘Giancarlo Battaglia’. Παρτιζάνος είναι ο ιστορικός αγωνιστής του συνοικιακού διαμερίσματος: ο Gino Montemezzani, ένας από τους λίγους μαοϊκούς που συνάντησε προσωπικά τον Mao Tse Tung,17 και ο Giacomo ‘Lupo’ Cattaneo, στην συνέχεια κομουνιστής μαχόμενος στις Brigate Rosse. Στην επιτροπή “Luglio ’60” στελέχη επίσης είναι οι εννέα αδελφοί Morlacchi,18 παιδιά μιας ‘κομουνιστικής οικογένειας’. Έξι από αυτούς θα διωχθούν για σύσταση και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία: τις BR. Ο Pierino, εκτός από το ότι ήταν ένας από τους προαγωγούς της οργάνωσης υπήρξε επίσης στην πρώτη εκτελεστική επιτροπή με τους Curcio, Cagol και Moretti.

Στο Reggio Emilia, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, »Πολιτική Κολεκτίβα Εργάτες-Φοιτητές», προέρχονταν από το Pci και την οργάνωση νεολαίας του Fgci, και μαζί με τους οργανισμούς που αναφέραμε νωρίτερα, μαζί με μια ομάδα συντρόφων από το Borgomanero (No) και μιαν της περιοχής Lodi-Casalpusterlengo (τότε επαρχία του Milano) βρέθηκαν να συζητούν και να διαλέγονται, στα τέλη δεκεμβρίου 1969 στο πανδοχείο ‘Stella Maris’ του Chiavari (Ge) και, μετά, στο ‘ιδρυτικό συνέδριο’ σε εκείνο το σεμινάριο-διάσκεψη τριών ημερών που διεξήχθη στο εστιατόριο ‘Da Gianni’, frazione Costaferrata, στην ζώνη των Απεννίνων της επαρχίας του Ρέτζιο Εμίλια τον αύγουστο του 1970. Έτσι, ουσιαστικά, συστήνονται οι Brigate Rosse.

Μνήμη και λήθη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η μνήμη είναι ένα συλλογικό γρανάζι. Αλλά είναι επίσης ένα «ανατρεπτικό» εργαλείο. Οι τρεις ερευνητές, συγγραφείς αυτής της σύνθετης ανθρώπινης ανασυγκρότησης, ιστορικής και πολιτικής μας προσφέρουν την ευκαιρία να συνδυάσουμε τις δύο ενέργειες. Τα επεισόδια, σε αυτό τον πρώτο τόμο, είναι πολλά, κάποια μας έχουν πλήξει ιδιαίτερα. Θυμόμαστε εκείνα που αισθανόμαστε ότι έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Εκείνο με το μεγαλύτερο εύρος και «βάρος», από κάθε άποψη, αναφέρεται στο διαβόητο (αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) σκάνδαλο Lockheed. Οι συγγραφείς μας το θυμίζουν 19 με ακρίβεια. “Το σκάνδαλο Lockheed γεννήθηκε από τις αποκαλύψεις της εξεταστικής Επιτροπής των ΗΠΑ με επικεφαλής τον γερουσιαστή Frank Church, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία Lockheed είχε πληρώσει δωροδοκίες σε πολλές χώρες για να πουλήσει την πολεμική παραγωγή στους εθνικούς στρατούς. Όσον αφορούσε την Ιταλία, επρόκειτο για μίζες για την απόκτηση 14 αεροπλάνων C-130 που αγοράστηκαν από  την ιταλική κυβέρνηση ανάμεσα στο 1972 και το 1974, αεροπλάνων F-104S και τεθωρακισμένων Leopard. Δίπλα στον Gui (Υπουργό των Εσωτερικών και moroteo, nda) ενεπλάκη και ο υπουργός Άμυνας Mario Tanassi ενώ, πάντοτε σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ηνωμένων πολιτειών, πίσω από κάποια κωδικοποιημένα ονόματα (Antelope Cobbler και Pun) κρύβονταν ένας πρώην πρωθυπουργός…Το όνομα με κωδικό ‘Antelope’, σύμφωνα με τις αμερικανικές αποκαλύψεις, υποδείκνυε έναν πρωθυπουργό των χρόνων από το 1965 μέχρι το 1970, συμπεριλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός από τον Moro (1963-1968), την λεγόμενη παραθαλάσσια κυβέρνηση του Giovanni Leone (ιούνιος-νοέμβριος 1968) και εκείνη του Mariano Rumor (δεκέμβριος 1968-ιούλιος 1970). Οι τρεις θα διαψεύσουν κάθε ανάμιξη και στις 29 απριλίου ο πρεσβευτής των ηνωμένων πολιτειών σημείωσε πως, κάνοντας το, είχαν δώσει την εντύπωση πως έκριναν ένοχο ο ένας τον άλλον”.

Repubblica MoroΑπό την στιγμή που δεν συμμεριζόμαστε, ούτε αγκαλιάζουμε, κανέναν τύπο συνωμοσιολογικής θεωρίας, αμέσως προσδιορίζουμε πως δεν αποδίδουμε σε κανέναν από τους προαναφερθέντες συγκεκριμένες αστοχίες και ακριβείς ενοχές, όμως θυμόμαστε…Θυμόμαστε λοιπόν και υπενθυμίζουμε πως την πέμπτη 16 μαρτίου 1978, την ημέρα της απαγωγής Moro, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “La Repubblica” υπήρχε αυτό το ‘box’: “Antelope Cobbler είναι ο Aldo Moro?” που παρέπεμπε σε ένα εσωτερικό άρθρο: “Antelope Cobbler? Απλούστατο Aldo Moro, πρόεδρος της DC”.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο επειδή δεν είναι απαραίτητο. Σημειώνουμε ότι η είδηση θα μπορούσε να διερευνηθεί, επαληθευτεί, επιβεβαιωθεί, διαψευσθεί. Όπως όλη υπόθεση των λεγόμενων «ιπτάμενων φέρετρων», έτσι είχαν επίσης αποκαλεστεί τα αεροπλάνα Lockheed F-104, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις καταδίκες «μόνο» των Tanassi (Psdi), του προσωπικού γραμματέα του, των ιταλών εκπροσώπων της Lockheed και του τότε προέδρου της Finmeccanica (με κρατική συμμετοχή). Δεν γνωρίζουμε πώς τελείωσε, πως κατέληξε η ψευδής (;) κατηγορία της εφημερίδας που διευθύνονταν από τον Eugenio Scalfari κατά του Moro.

Με την ανακατασκευή τους, οι Clementi, Persichetti, Santalena, μας βοηθούν να καθορίσουμε ξανά τους χρόνους και τους τρόπους με τους οποίους έχουν συσταθεί οι ειδικές φυλακές, την ‘κόκκινη εβδομάδα’ της Asinara, τις μάχες στις Pianosa και Saluzzo, την απεργία πείνας στην Nuoro, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεπεράσουν οι κρατούμενοι και να διαλύσουν τα απάνθρωπα οχυρά: Kampi. Στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την κατασκευή και τα εγκαίνια της πρώτης γυναικείας υπέρ-φυλακής: εκείνη της Voghera και την διαδήλωση-με ζωώδεις επιθέσεις και ξύλο στους μετέχοντες-του ιουλίου 1983, για την εξουδετέρωση της. Την ‘ελευθερία κινήσεων’ που παραχωρήθηκε στον Carlo Alberto Dalla Chiesa και στον ειδικό αντιτρομοκρατικό πυρήνα του. Την εισαγωγή της συστηματικής χρήσης των βασανιστηρίων ενάντια στους συλληφθέντες για να τους κάνουν να μιλήσουν.
Ήδη από το 1975, με τον Alberto Buonoconto, μετά τους Enrico Triaca, Cesare Di Lenardo, Paola Maturi, Sandro Padula, Emanuela Frascella, δυστυχώς πολλούς άλλους.

Είναι ακριβώς στην θεσμοθέτηση αυτής της σκληρής πρακτικής και στις πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι συντάκτες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα αφιερώσουν εμβαθύνσεις και αρκετό χώρο στους επόμενες τόμους. Χωρίς να παραμελούνται η απαγωγή D’Urso, Dozier και οι τέσσερις απαγωγές της ‘εκστρατείας της άνοιξης’: Cirillo, Taliercio, Sandrucci και Πέτσι. Δεν παραμελούν τη γέννηση του Αντάρτικου Κόμματος Guerilla, del Partito Guerriglia, της απομάκρυνσης της φάλλαγγας Walter Αlasia, της αναγγελίας της στρατηγικής υποχώρησης και του τέλος μιας εμπειρίας.                                                       Έτσι όπως και για την σφαγή της Via Fracchia στη Γένοβα και την εκτέλεση του Roberto Serafini και του Walter Pezzoli στο Μιλάνο.                                                                               “La storia continua, Η ιστορία συνεχίζεται”.20

N. B. Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις συνεισφορές που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη, τη φυλακή, το εκτός νόμου προλεταριάτο, που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας ως παράδειγμα από πολλές πρόσφατες δημοσιεύσεις. Εκτός από αυτήν των Clementi-Persichetti-Santalena, οι επόμενες θα είναι η αυτοβιογραφία του Pasquale Abatangelo «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna» και «Το Δέντρο της αμαρτίας», “L’albero del peccato”, που δημοσιεύθηκε χάρη στον Giorgio Panizzari, ενημερωμένο και σημαντικά ενισχυμένο σε σχέση με την έκδοση του 1983, που διατέθηκε με την υπογραφή της «Κολεκτίβας κομμουνιστών κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ‘Collettivo prigionieri comunisti delle Brigate Rosse’. (F.A.)


  1. Marco Clementi, Storia delle Brigate Rosse, Odradek Edizioni, Roma, 2007  ↩
  2. Marco Clementi, La ‘pazzia’ di Aldo Moro, Odradek Edizioni, Roma, 2001  ↩
  3. Paolo Persichetti-Oreste Scalzone, Il nemico inconfessabile. Sovversione sociale, lotta armata e stato di emergenza in Italia dagli anni settanta ad oggi, Odradek Edizioni, Roma, 1999  ↩
  4. Jacques M. Verges, Strategia del processo politico, Einaudi, Torino, 1969  ↩
  5. Στο δοκίμιο της Laurana Lajolo, Οι αντάρτες της Santa Libera. Ιστορία μιας παρτιζάνικης εξέγερσης. Αύγουστος 1946-I ribelli di Santa Libera. Storia di un’ insurrezione partigiana. Agosto 1946, ο leader των ξεσηκωμένων, ‘Armando’, “…μαζί με κάποιους συντρόφους, σχημάτισε, μετά την απελευθέρωση, μια παράνομη ομάδα με το όνομα ‘808’ προς  τιμής ενός ισχυρού εκρηκτικού και ο οποίος, μπροστά στην προοδευτική συμπεριφορά επιείκειας των δικαστών απέναντι στους φασίστες, αποφάσισε να αναλάβει το καθήκον να αποδώσει δικαιοσύνη.”  ↩
  6. Alice Diacono, Η παρτιζάνικη εξέγερση της Santa Libera [αύγουστος 1946] και το δύσκολο πέρασμα από τον φασισμό στην δημοκρατία, ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 / L’insurrezione partigiana di Santa Libera (agosto 1946) e il difficile passaggio dal fascismo alla democrazia, anno accademico 2009-2010, Giovanni Rocca (Primo), Ένας στρατός ρακένδυτων στην υπηρεσία της ελευθερίας – Un esercito di straccioni al servizio della libertà, Art pro Arte, Canelli (Cn), 1984; Laurana Lajolo, I ribelli di Santa Libera. Storia di un’insurrezione partigiana. Agosto 1946, Edizioni Gruppo Abele, Torino, marzo 1995; Giovanni Gerbi, I giorni di Santa Libera, Οι ημέρες της Santa Libera, οκτώ επεισόδια στην εκπομπή “ L’eco del lunedì”, εβδομαδιαία, settimanale di Asti, οκτώβριος-νοέμβριος 1995; Marco Rossi, Ribelli senza congedo. Rivolte partigiane dopo la Liberazione. 1945-1947, Αντάρτες δίχως άδεια. Παρτιζάνικες εξεγέρσεις μετά την Απελευθέρωση. Edizioni Zero in condotta, Milano, 2009; Claudia Piermarini, I soldati del popolo. Arditi, partigiani e ribelli: dalle occupazioni del biennio 1919-20 alle gesta della Volante Rossa, storia eretica delle rivoluzioni mancate in Italia- Οι στρατιώτες του λαού. Arditi, αντάρτες και επαναστάτες: από τις καταλήψεις της διετίας 1919-1920 στα κατορθώματα της Κόκκινης Φτερωτής, αιρετική ιστορία των αποτυχημένων επαναστάσεων στην Ιταλία, Red Star Press, Roma, giugno 2013  ↩
  7. Cesare Bermani, La Volante Rossa. Storia e mito di ‘un gruppo di bravi ragazzi’, Η Κόκκινη Φτερωτή. Ιστορία και μύθος »μιας ομάδας καλών παιδιών», Colibrì Edizioni, Milano, 2009; Carlo Guerriero-Fausto Rondelli, La Volante Rossa, Datanews, Roma, 1996; Massimo Recchioni, Ultimi fuochi di Resistenza. Storia di un combattente della Volante Rossa, Τελευταίες φωτιές Αντίστασης. Ιστορία ενός μαχητή της Κόκκινης Φτερωτής, DeriveApprodi, Roma, 2009; M. Recchioni, Il tenente Alvaro, la Volante Rossa e i rifugiati politici italiani in Cecoslovacchia, Ο υπολοχαγός Αλβάρο, η Κόκκινη Φτερωτή και οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία, DeriveApprodi, Roma, 2011; Francesco Trento, La guerra non era finita. I partigiani della Volante Rossa, Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι παρτιζάνοι  της Κόκκινης Φτερωτής, Edizioni Laterza, Roma-Bari, 2014  ↩
  8. Sante Notarnicola, L’evasione impossibile, Η αδύνατη απόδραση, Feltrinelli, 1972  ↩
  9. Da una conversazione con Sante Notarnicola, Από μια κουβέντα με τον Σάντε Νοταρνικόλα, 14 aprile 2017  ↩
  10. Donatella Alfonso, Animali di periferia. Le origini del terrorismo tra golpe e resistenza tradita. La storia inedita della banda XXII Ottobre, Ζώα της περιφέρειας. Οι καταβολές της τρομοκρατίας ανάμεσα στο πραξικόπημα και την προδομένη αντίσταση. Η ανέκδοτη ιστορία της μπάντας 22 Οκτώβρη, Castelvecchi Rx, Roma, 2012  ↩
  11. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl, Το κορίτσι που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Η ιστορία της Μόνικα Έρτλ, casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  ↩
  12. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Κι ας είμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  ↩
  13. Prospero Gallinari, Un contadino nella metropoli. Ricordi di un militante delle Brigate Rosse, Ένας αγρότης στη μητρόπολη. Αναμνήσεις ενός μαχητή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Bompiani Overlook, Milano, 2006  ↩
  14. Mario Moretti, Per Prospero, Για τον Πρόσπερο,14 gennaio 2013  ↩
  15. Gli Altri online, 14 gennaio 2013  ↩
  16. Sapere Edizioni, Milano, 1973  ↩
  17. Gino Montemezzani, Come stai compagno Mao?, Πως είσαι σύντροφε Μάο; Edizioni LiberEtà, Roma, 2006  ↩
  18. Manolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, H φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει. Agenzia X, Milano, 2007  ↩
  19. nn.14 e 15, σελ. 149  ↩
  20. P. Gallinari, Un contadino nella metropoli, Ένας αγρότης στην μητρόπολη, cit.  ↩

https://www.carmillaonline.com/2017/04/26/le-emozioni-del-cuore-la-d-della-ragione-la-realta-dei-fatti/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ακ

image

Παρά το ότι η ζωή μου βρίσκεται ακόμα υπό αναστολή, δεν κατάφερα να πεθάνω, παρ’ όλα αυτά. Ίσως έχει έρθει η ώρα για να αποδεχτώ την ζωή; να επιλύσω τα προβλήματα μου και να φέρω τον εαυτό μου σε θέση να βγει στην επιφάνεια δίχως την ανάγκη να σέρνομαι με αγωνία πίσω από κάθε  επαφή; μακριά από τον τρόμο να ανακαλύπτω πως βρίσκομαι πεισματικά παγιωμένη στο ίδιο σημείο; μακριά από το άγχος να πρέπει να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά;

Και τι άλλο, το διαφορετικό μπορώ να κάνω; Προσπάθησα να διασφαλιστώ από τον πόνο εξαλείφοντας κάθε συναίσθημα,  αυτό δεν λειτούργησε, και το μικρότερο ακόμη παιχνιδάκι του αέρα κατάφερε να έχει το επάνω χέρι, μιας και βρέθηκα δίχως όπλα, αδύναμη ν’ αντισταθώ. Η ζωή είναι εδώ, τη νιώθω στο δέρμα, ανατριχιάζω, αισθάνομαι όλη την κενότητα μιας άχρηστης αντίστασης.

Και το βλέμμα καθαρίζει και σταματά, για να κοιτάξει, επάνω στον κόσμο.

Μήπως ξέφυγα;

Τι θα απογίνω; Πόσο κακό θα καταφέρω ακόμη να κάνω στον εαυτό μου;

Compagna luna, Η σύντροφος σελήνη

Μαζί, συνεργοί, θα μπορέσω άραγε να νιώσω ξανά την λαχτάρα να φέρω τους εμπόρους σε κατάσταση αδυναμίας;

 

 

Compagno Graber

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

 

 

https://compagnograber.wordpress.com/category/brigate-rosse/

Οι Brigate Rosse και τα χρόνια του μολυβιού (1975 – 1985)

Η Barbara Balzerani υπήρξε  διοικητής της ρωμαϊκής φάλαγγας των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στις οποίες εντάχθηκε το 1975, και πήρε μέρος σε αρκετές εκτελέσεις, μεταξύ των οποίων αυτή του Girolamo Minervini και στην Σφαγή της οδού Fani,  Strage di via Fani.[1]

Στην διάρκεια της απαγωγής του Aldo Moro κατέλαβε μαζί με τον Moretti, με τον οποίον εκείνο τον καιρό ήταν δεμένη συναισθηματικά, την ταξιαρχίτικη βάση της  Via Gradoli 96 στην Roma.

Ούτε η Balzerani ούτε ο Moretti ήταν παρόντες στην βάση της στιγμή της επιχείρησης των δυνάμεων ασφαλείας και έτσι σώθηκαν από την σύλληψη.

Το 1981 πήρε μέρος στην απαγωγή του στρατηγού  NATO James Lee Dozier.

Μετά την σύλληψη του Mario Moretti το 1981, προσπάθησε δίχως επιυτχία να διαχειριστεί την διάσπαση της οργάνωσης, οδηγώντας στην συνέχεια τον σχηματισμό «Brigate Rosse – Partito Comunista Combattente», ενώ στο άλλο κομμάτι,  «Brigate Rosse – Partito Guerriglia» ηγείτο ο Giovanni Senzani.

Μετά την πτώση και την κρίση των ΕΤ, η Balzerani ήταν από τους τελευταίους που συνελήφθησαν στις 19 ιουνίου 1985, μαζί με τον Gianni Pelosi. Την στιγμή της σύλληψης είχε μαζί της πιστόλι διαμετρήματος 9.

 Από την φυλακή, ανέλαβε την ευθύνη για την επιχείρηση ενάντια στον πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας Lando Conti που πραγματοποίησαν οι BR.

Καταδικάστηκε σε ισόβια.

Το 1987, μαζί με τους άλλους ιστορικούς ηγέτες των BR Renato Curcio και Mario Moretti, πήρε μέρος σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχωρήθηκε στον δημοσιογράφο της Rai Ennio Remondino, στην οποίαν οι τρεις πρώην ταξιαρχίτες συμφώνησαν στο να θεωρήσουν πως η εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία είχε πλέον ολοκληρωθεί,  στην οπτική των αλλαγών του κοινωνικού ιστού μέσα στον οποίον είχαν κινηθεί δέκα χρόνια πριν, και επίσημα επικύρωναν την οριστική παράδοση των BR και την εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα.

Στις 12 δεκεμβρίου 2006 της παραχωρήθηκε η ελευθερία με περιοριστικούς όρους.[5] Επέστρεψε οριστικά ελεύθερη, έχοντας εκτίσει την ποινή της το 2011.  Αυτή την στιγμή εργάζεται σε έναν συνεταιρισμό πληροφορικής, κι εδώ και πολλά χρόνια έχει αφιερωθεί στην λογοτεχνία.

Γραπτά της έργα

ιστορία, storia

18 φεβρουαρίου 1975: ο Curcio δραπετεύει από την φυλακή Casale Monferrato

Το απόγευμα της 18ης φεβρουαρίου του 1975 ο Renato Curcio δραπετεύει υποβοηθούμενος από τη φυλακή του Casale Monferrato, όπου ήταν κρατούμενος για περίπου τρεις μήνες.

 

alt
Ο Curcio συνελήφθη στις 8 σεπτεμβρίου 1974 στο Pinerolo με τον Alberto Franceschini, μετά από μια συνάντηση-παγίδα με τον Silvano Girotto, που αποκαλούνταν Frate-Mitra, Αδελφός-Πολυβόλο, που οργανώθηκε από τον Carlo Alberto Dalla Chiesa.
Ο Franceschini συνέχεια μεταφέρθηκε στις φυλακές του Cuneo, όπου είχε προσπαθήσει να διαφύγει δύο μήνες αργότερα, βοηθούμενος από τους συντρόφους που βρίσκονταν έξω από την φυλακή, ο Curcio, αντιθέτως, είχαν μεταφερθεί πρώτα στη Νοβάρα και έπειτα στο Casale Monferrato, δομή με λίγες τροφίμους όπου νόμιζαν ότι θα ήταν πιο εύκολο να τον προσέχουν.
Για πάνω από δύο μήνες οι ταξιαρχίτες είχαν μελετήσει το σχέδιο για την απόδραση: το εξωτερικό και το εσωτερικό της φυλακής, τη θέση των καλωδίων του τηλεφώνου και κυρίως τους δρόμους και τα δρομάκια για να ξεφύγουν μετά τη επιχείρηση, και να καταφέρουν να φθάσουν, αποφεύγοντας τα μπλοκ της αστυνομίας, την Λιγουρία. Λίγες μέρες πριν από την απελευθέρωση της Curcio είχαν επίσης κλαπεί μια ντουζίνα αυτοκίνητα επειδή στον δρόμο από τον οποίον είχε αποφασιστεί να διαφύγουν υπήρχε μια ισόπεδη διάβαση που θα ήταν κλειστή κατά το χρόνο διαφυγής, γι ‘αυτό ήταν αναγκαίο να διασχίσουν τις γραμμές με τα πόδια και να ανέβουν σε άλλα αυτοκίνητα.

 

Στην προπαρασκευαστική συνάντηση της επιχείρησης μερικοί ταξιαρχίτες, συμπεριλαμβανομένου του Mario Moretti, είχαν δηλώσει ότι είναι αντίθετοι, υποστηρίζοντας ότι η επίθεση θα είχε ξεκινήσει έναν πόλεμο μεταξύ μηχανισμών, μεταξύ του Κράτους και των BR, πόλεμο που δεν είχε ένα κοινωνικό υποκείμενο αναφοράς. Η πλειοψηφία, που θα επικρατήσει τελικά, δήλωνε ωστόσο ότι η αναφορά γίνονταν για την εργατική τάξη, διότι η πραγματική λειτουργία της φυλακής είναι να αποτρέπει αυτούς που ακόμα δεν έχουν παρανομήσει, και ο στόχος, με μια τέτοια ενέργεια ήταν η κατεδάφιση αυτής της αποτροπής.

Η δράση λαμβάνει χώρα το απόγευμα της τρίτης, ημέρα επισκεπτηρίου στη φυλακή, την προηγούμενη ημέρα οι ταξιαρχίτες είχαν προειδοποιήσει τον Curcio για την άφιξή τους με ένα τηλεγράφημα που έλεγε «το πακέτο έρχεται». Στις 16:15 περίπου, δύο αυτοκίνητα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν την επόμενη μέρα στην εφημερίδα «La Stampa», σταματούν κοντά στη φυλακή, στη Via Leardi. Κατεβαίνουν ένας άνδρας και μια γυναίκα, που προσδιορίζεται αργότερα στην Margherita Cagol.

Η γυναίκα χτυπά το κουδούνι αναγγέλλοντας πως πρέπει να παραδώσει ένα πακέτο, όταν ο δεσμοφύλακας άνοιξε την πόρτα βρίσκεται μπροστά σε ένα πολυβόλο κολλημένο στο στομάχι του. Αμέσως μετά φθάνουν άλλοι τρεις άντρες, με μια σκάλα, που κόβουν τις τηλεφωνικές γραμμές στα τρία μέτρα ύψος. Η φρουρά αναγκάστηκε να καλέσει τον λοχαγό τον οποίον αναγκάζουν να ανοίξει όλες τις πόρτες μέχρι το κελί του Curcio. Ο διευθυντής και οι ανθρωποφύλακες, στη συνέχεια, κλειδώνονται σε ένα κελί, τα κλειδιά ρίχνονται στο πεζοδρόμιο μπροστά από τη φυλακή. Οι ταξιαρχίτες φεύγουν, αφήνοντας το πακέτο μέσα στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Οι αστυνομικοί στη συνέχεια θα περιμένουν την ομάδα απενεργοποίησης βομβών για να το ανοίξουν και θα το βρουν γεμάτο παλιόχαρτα. Το Υπουργείο Εσωτερικών θα ανοίξει έρευνα για να διαπιστωθούν ευθύνες. Η απάντηση του Κράτους θα είναι η δημιουργία των φυλακών ειδικών προδιαγραφών και υψίστης ασφάλειας για τους πολιτικούς κρατούμενους και η διάδοση του λεγόμενου νόμου Reale.

Για τους ταξιαρχίτες αντ ‘αυτού θα τεθεί το πρόβλημα της αναχρηματοδότησης. Στις 4 ιουνίου θα απαχθεί, για το λόγο αυτό, ο βιομήχανος Gancia στο Canelli, στην επαρχία του Asti. Την επόμενη ημέρα μια περίπολος των καραμπινιέρων θα προσπαθήσει να εισέλθει στο αγρόκτημα, που έμοιαζε εγκαταλειμμένο, όπου βρίσκονταν ο όμηρος. Στην μάχη που θα ακολουθήσει θα τραυματιστεί πρώτα και στη συνέχεια θα σκοτωθεί η Margherita Cagol.

 

αυτονομία, autonomia

14 μαίου 1977: Μιλάνο, μια »ήρεμη» ανταλλαγή πυροβολισμών – 14 maggio 1977: Milano, una sparatoria «tranquilla»

Milano, 12 μαίου 1977; την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις του Υπουργού Εσωτερικών Κοσσίγκα που έχουν παρεισφρήσει πυροβολούν τους διαδηλωτές στην Piazza Navona και σκοτώνουν 14 maggio

την Giorgiana Masi, ο εισαγγελέας Luigi De Liguori διατάζει την σύλληψη κάποιων προσώπων, μεταξύ των οποίων δυο γνωστούς δικηγόρους της Κόκκινης Βοήθειας,  di Soccorso Rosso, τους Giovanni (Nanni) Cappelli και Sergio Spazzali. Η ποιο σοβαρή κατηγορία εις βάρος τους είναι εκείνη της προώθησης ανατρεπτικής ένωσης. Οι ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι συλλογικότητες του χώρου της αυτονομίας συγκαλούν για το απόγευμα της 14 μαίου μια διαδήλωση ενάντια στην καταστολή.

 

To πρωινό της 14ης μαίου, οι τέσσερις  υπεύθυνοι των ομάδων περιφρούρησης των διαφόρων ψυχών της μιλανέζικης Αυτονομίας συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο Statale για να αξιολογήσουν την κατάσταση και να αποφασίσουν τις δράσεις στην πλατεία και τον δρόμο. Είναι οι Pietro Mancini (Piero), Raffaele Ventura (Coz) και Maurizio Gibertini (Gibo) για την ομάδα που συναθροίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso», ο Oreste Scalzone για τις ομάδες που ήταν κοντά στην Εργατική Εξουσία,  Potere Operaio, ο Andrea Bellini για την κολλεκτίβα «Casoretto» και τέλος μια αντιπροσωπεία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Αποφασίζουν για μια σκληρή πορεία, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα αποσπαστεί από τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (με την Προλεταριακή Δημοκρατία, Democrazia Proletaria στην κεφαλή) για να συνεχίσει τον δρόμο της γύρω από τις φυλακές του San Vittore για να μεταφέρει την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες πριν δυο ημέρες δικηγόρους . Μια πορεία »σκληρή», αυτό ναι, μα που δεν είχε προκαθοριστεί να καταλήξει σε ένοπλη μάχη με την αστυνομία, ούτε κάποια άλλη προβοκάτσια. Καθόλου molotov, ούτε σιδερόβεργες, καθόλου σφεντόνες ούτε πέτρες, τίποτα. Με τις πρώτες φασαρίες θα εγκαταλείπονταν η πορεία, αυτή ήταν η συμφωνία.

 

To προηγούμενο βράδυ, όμως, και η ένοπλη συνιστώσα της συλλογικότητας Romana-Vittoria, που εκπροσωπούνταν από τους  Marco Barbone, Enrico Pasini Gatti, Giuseppe Memeo, Marco Ferrandi, Luca Colombo και Giancarlo De Silvestri συναντιέται για να καθορίσει το σχέδιο για την διαδήλωση της επομένης ημέρας. Πρέπει να προκαλέσει την αστυνομία κοντά στην San Vittore, για να διαλύσει την πορεία και να την ενώσει ξανά στην ζώνη της Porta Genova, όπου και να την προφυλάξει στρατιωτικά όσο το δυνατόν για περισσότερο χρόνο. Η κολλεκτίβα Romana-Vittoria θα ανοίξει την πορεία.

 

 

Η πορεία ξεκινά στις 16,45 από την piazza Santo Stefano, οι διαδηλωτές ξεπερνούν τις 10.000. Στην διασταύρωση via San Vittore-Via Olona ο κορμός της αυτονομίας, γύρω στους 1000 διαδηλωτές, εγκαταλείπει τον κύριο κορμό όπως είχε προαποφασιστεί. Ξεκινούν ευθύς τα συνθήματα: «Da San Vittore all’Ucciardone, un solo grido: evasione», «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto» – »Από την San Vittore μέχρι την Ucciardone, μια και μόνη κραυγή: απόδραση», »Καραμπινιέρο, μπάτσε καταραμένε, εμείς θα ανάψουμε την φλόγα που έχεις στον μπερέ σου».

Σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή η φάλαγγα της αστυνομίας (μέχρι τότε στέκονταν πολύ μακριά από την πορεία) του τρίτου τμήματος ταχείας ανάπτυξης παρατάσσεται με πλήρη εξοπλισμό [μια σειρά από ασπίδες, και μια δεύτερη με εκτοξευτές δακρυγόνων) στη γωνία μεταξύ της Via Olona και της οδού De Amicis. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, η ένοπλη ομάδα της Romana- Vittoria αποφασίζει να επιτεθεί, και εύκολα παρακάμπτει τα κορδόνια συγκράτησης που είχαν επικεφαλής τον Bellini και Scalzone, που συνειδητοποιούσαν τι επρόκειτο να συμβεί.

 

Υψώνεται μια απότομη κραυγή: «Ρομάνα έξω!» ακολουθούμενη από μια επόμενη: «Πυρ!». Μέσα σε ένα μόνο λεπτό οι Ferrandi, Memeo, Poodle, Pasini Gatti, De Silvestri και Colombo, στους οποίους στέκονταν κοντά μερικοί μαθητές του Cattaneo οπλισμένοι με βόμβες μολότοφ, από την συλλογικότητα της Viale Puglie και από τη συλλογικότητα Barona ξεκινούν μια βίαιη ένοπλη μάχη με τις δυνάμεις της τάξης, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίζεται θανατηφόρα ο υποταξίαρχος Custra. Δύο ακόμη καραμπινιέροι τραυματίστηκαν ελαφρά, ενώ ένας περαστικός, ο Marzio Golinelli, χάνει ένα μάτι και ένας άλλος περαστικός, η Patrizia Roveri, τραυματίζεται όχι σοβαρά στο κεφάλι.

 

Η οδός De Amicis επισκιάζεται από τον καπνό των δακρυγόνων, των μολότοφ και του τρόλεϊ 96 που έχει παραδοθεί στη φωτιά. Όλοι όσοι βρίσκονταν στον δρόμο καταφτάνουν τρέχοντας στην οδό Carducci διάδρομο όπου κάποιοι διαδηλωτές αυτοσχεδιάζουν ένα οδόφραγμα με οικοδομικό υλικό ενός εργοτάξιου .

Το βράδυ της 14ης στο σπίτι του Κολόμπο συγκεντρώνονται μερικά από τα ηγετικά στελέχη του Rosso για να συνεννοηθούν με τους Ferrandi, Poodle, Memeo, Pasini, Κολόμπο και De Silvestri. Η είδηση ότι ο αξιωματικός Custra είναι κλινικά νεκρός διαδόθηκε από τις ραδιοφωνικές ειδήσεις και μέσω των τηλεοπτικών ειδήσεων. Τα ηγετικά στελέχη του Κόκκινου είναι πρόθυμα να παρέχουν τα χρήματα και τα πλαστά έγγραφα για την προληπτική απομάκρυνση των Pasini Gatti, Ferrandi και τρειών μαθητών του Cattaneo. Γεννιέται τότε μια βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Mancini, που ήταν πολύ κριτικός σε σχέση με τη δράση της Ρομάνα-Victoria, και του Alunni, που αντιθέτως αναλαμβάνει την άμυνα αυτών. Ως αποτέλεσμα αυτού και άλλων προσωπικών διαφωνιών, τον Ιούλιο οι Alunni, Μαρόκκο, Ricciardi, Μπαρμπόνε, Κολόμπο, De Silvestri θα δώσουν ζωή, μαζί με άλλους και άλλες αγωνίστριες, στους Κομμουνιστικούς Μαχόμενους Σχηματισμούς. Αργότερα, ο Ferrandi θα εισέλθει στην Πρώτη Γραμμή, ο Memeo στους ένοπλες Προλετάριοους για τον Κομμουνισμό, τέλος ο Pasini Gatti στην Ταξιαρχία Antonio Lo Muscio.

Κατά τη διάρκεια της δίκης για τα γεγονότα της 14ης Μαΐου, οι κατηγορούμενοι Ferrandi, Barbone και Pasini Gatti θα παρουσιαστούν με το προφίλ, που έχουν ήδη αναλάβει κατά τη στιγμή της σύλληψης, των λεγόμενων «μετανιωμένων».

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω μερικές φωτογραφίες της 14ης Μαίου 1977 που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν στον τόμο «Ιστορία μιας φωτογραφίας» από τον Sergio Bianchi, που δημοσιεύτηκε από τον οίκο Derive Approdi.

 

GALLERIA IMMAGINI

  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!

το βιβλίο:

 
Το κίνημα του ’77 είναι αυτό που έχει διαγραφεί περισσότερο και το πιο «καταραμένο» μεταξύ των στιγμών της ταξικής σύγκρουσης αυτής της χώρας, ίσως ακριβώς γιατί ήταν το πιο βίαιο και το πιο επικίνδυνο. Το να ανακατασκευάσουμε την ιστορία του σημαίνει πως πρέπει να καθαρίσουμε το έδαφος από την παραχάραξη, από τις εύκολες ανακατασκευές, έργο των μεγάλων κομμάτων ή των μικρών ομάδων, από την ιδεολογία της μετάνοιας, από τον αθωωτισμό, από τον σοσιαλδημοκρατικό εξορκισμό πρώτα και τον φιλελεύθερο δημοκρατικό στην συνέχεια.

Οι τεχνικές της προφορικής ιστορίας μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε την πρώτη εργασία της ιστοριογραφίας: να καθορίσουμε τις μαρτυρίες, να αποκαταστήσουμε την πολυφωνία της πραγματικότητας. Η αλήθεια ηχεί σε μεγάλο βαθμό αξίωση, ανάληψη ευθύνης. Αυτό δεν σημαίνει να πούμε «στοπ» στη σκέψη σε σχέση με την φωτογραφία της στιγμής που χάθηκε, αλλά να αποκαταστήσουμε το νόημα στις πράξεις των μερών που μάχονταν. Όλων των πλευρών, εάν είναι δυνατόν.

Από την πλευρά του κινήματος, ως εκ τούτου έχουμε ακούσει: τον Vincenzo Miliucci, ιστορική φυσιογνωμία της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας, τον Mario Moretti, από τα κύρια ηγετικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τον Oreste Scalzone, γνωστότατο εκφραστή του κινήματος, τον Raoul Mordant, εξ ονόματος της «Ομάδας των 11», τον Enzo Modugno, θεωρητικό της αυτονομίας, τον Tano D’Amico, φωτογράφο όλων των διαδηλώσεων και της «ζωής του Κινήματος», κ.λπ.
Ως εχθρός, ο γερουσιαστής. Φραντσέσκο Κοσσίγκα, γιατί τότε ήταν υπουργός Εσωτερικών και σήμερα μάρτυρας όχι μυστικοπαθής. Και στην συνέχεια ένα μεγάλο αριθμό των «συντρόφων της βάσης» – μητροπολιτικών ινδιάνων και φεμινιστριών, σκληρών της αυτονομίας, ημι-παράνομων των BR – οι οποίοι διέτρεξαν οποίος στη συνέχεια τροχιές ζωής ποικιλόμορφες, αλλά των οποίων τα λόγια συχνά φωτίζουν όλους τους τόπους που αφέθηκαν στη σκιά από τις ανακατασκευές των ηγετών.
A quiet shoot-outA quotation to explain the title:«What’s going on?»
«Well, the police didn’t want to let us pass, so we went round – there
wasn’t a real clash.»
«But they’re shooting…»
«Yeah, but they’re just firing at the wall, the same as us. Really it’s
all quiet… it’s a quiet shoot-out.»
http://existingactually.blogspot.com/2005/06/meme-i_07.html