ένοπλη πάλη, lotta armata

Ανακοινωθέντα Br 1-2-3, επιθέσεων ενάντια στο ΝΑΤΟ, με την απαγωγή Dozier

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.1

Η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να θάψει τον πόλεμο!

Ο πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι ένα ουσιαστικό βήμα για τη μετάβαση στον κομμουνισμό!

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών το μητροπολιτικό προλεταριάτο αποτελεί την πρωτοπορία της διαδικασίας της προλεταριακής επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο !!!

Πόλεμος στην κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού!!! Να επιτεθούμε στον ιμπεριαλισμό των πολυεθνικών και του μηχανισμού στρατιωτικής κατοχής του: το Νατο!!!

Το ιμπεριαλιστικό σύστημα παράγει: θάνατο από εκμετάλλευση, θάνατο από ανεργία, θάνατο στα Κρατικά lager στον προγραμματισμό της ολικής καταστροφής. Η ιμπεριαλιστική φυλακή είναι το κεντρικό εργαστήριο της εξόντωσης του ταξικού ανταγωνισμού !!! Nα καταστρέψουμε την ιμπεριαλιστική φυλακή!!!

Να οικοδομήσουμε το αντιιμπεριαλιστικό μαχόμενο μέτωπο για έναν νέο διεθνισμό, να πολεμήσουμε μαζί και ενωμένοι για να νικήσουμε με όλους τους κομμουνιστές και όλους τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό!!!

 

Την πέμπτη 17 δεκεμβρίου, ένας οπλισμένος πυρήνας της οργάνωσης μας, αιχμαλώτισε και έκλεισε σε μια φυλακή του λαού, ένα γουρούνι yankee του αμερικανικού στρατού κατοχής, τον ταξίαρχο James Dozier, αναπληρωτή- διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων εδάφους για το Νότο της Ευρώπης (Landsouth).

 

Σύντροφοι, προλετάριοι,

δύο είναι οι θεμελιώδεις γραμμές ανάπτυξης αυτής της ιστορικής εποχής: η τάση για επανάσταση και η τάση για ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Το μέσο με το οποίο ο ιμπεριαλισμός έλυσε πάντα τις περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής του υπήρξε ο πόλεμος. Πρώτα απ ‘όλα ο πόλεμος επιτρέπει στις νικηφόρες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να διευρύνουν την παραγωγική τους βάση σε βάρος των ηττημένων, αλλά πόλεμος σημαίνει πάνω απ’ όλα την καταστροφή κεφαλαίων, εμπορευμάτων, εργατικής δύναμης και επομένως, της δυνατότητας ανάκαμψης του οικονομικού κύκλου για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη σημερινή φάση είναι αφενός η διείσδυση και η απόλυτη κυριαρχία του κεφαλαίου και αφετέρου η σημερινή παγκόσμια επέκταση του ταξικού πολέμου, η παρουσία του κομουνιστικού ανταρτοπόλεμου και η ύπαρξη ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξή του σε κάθε γωνία του κόσμου και, ειδικότερα, στις μητροπόλεις. Η συνολική κρίση του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού, δείχνουν ότι η ιστορική τάση για τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο είναι μια τάση που ήδη λειτουργεί και πως αυτή έχει το επίκεντρο της στην Ευρώπη. Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιφάσεις που κλονίζουν την μπουρζουαζία σε διεθνές επίπεδο, πράγματι, προορίζονται να επιδεινωθούν όσο περισσότερο παρατείνεται και χειροτερεύει η κρίση της υπερπαραγωγής στην οποία ταλανίζεται το κεφάλαιο και αυτές οξύνονται και σοβαρεύουν ακριβώς στις περιοχές στις οποίες είναι περισσότερο ανεπτυγμένος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Έτσι, αν μόνο πριν από μερικά χρόνια το «τόξο της κρίσης» εξακολουθούσε να είναι σχετικά περιφερειακό σε σχέση με την Ευρώπη, την τελευταία περίοδο επεκτάθηκε μέχρι να επηρεάσει όλες τις Μεσογειακές χώρες, με τέτοιο τρόπο ώστε σήμερα η τάση προς τον πόλεμο εμφανίζει ειδικότερα εδώ (και γενικότερα στην Ευρώπη) τα πιο εμφανή σημάδια.

Η Ευρώπη, μέσα σε αυτό το σχέδιο, έχει μια ολοκληρωμένη-ενσωματωμένη και υποτελή θέση στις ΗΠΑ. Για την εγκατάσταση των πυραύλων η λέξη-κλειδί είναι: να ενισχυθούν οι εξοπλισμοί, αλλά να διαπραγματευτεί, να διαπραγματευτεί από θέσεις ισχύος ενισχύοντας τους εξοπλισμούς.

Η ένωση Ευρώπης-ΗΠΑ, μέσω του Νατο, ολοκληρωμένης δομής υπό την οικονομική διεύθυνση των Ηπα, σχηματίζει μια ιμπεριαλιστική αλυσίδα στην οποία οι διάφοροι κρίκοι έχουν διαφορετικό βάρος και λειτουργίες. Στη διαδικασία της ιμπεριαλιστικής ενσωμάτωσης-ολοκλήρωσης η υποταγή της Ευρώπης είναι οικονομική πριν από τη στρατιωτική και εξαρτάται πρωτίστως από τη διαφορά επιπέδου στην οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη από την οποίαν εξαρτώνται μια ολόκληρη σειρά εντάσεων και δυσκολιών μεταξύ Ηπα και Ευρώπης, και στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής συμμαχίας. Το πρόβλημα είναι εκείνο της όχι πάντα εύκολης συμφιλίωσης-συμβίωσης των εθνικών συμφερόντων με τις οδηγίες που επιβάλλονται από τις ΗΠΑ. Η εγκατάσταση των ευρωπυραύλων, η ανακοίνωση της ακόλουθης κατασκευής της βόμβας Ν, η επίδειξη ισχύος στον κόλπο της Sirte, υπογράμμισαν τις αντιφάσεις που υπάρχουν μέσα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, οι οποίες εκδηλώθηκαν ήδη μετά τις επιλογές οικονομικής πολιτικής του Reagan, δυσμενείς για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Με αυτό η πολιτική της αντιιμπεριαλιστικής συμμαχίας με τις ΗΠΑ σίγουρα δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. πρόκειται απλώς για τον ορισμό των συγκεκριμένων διαρθρώσεων που επιτρέπουν στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό να εγγυηθεί τη διατήρηση του ρόλου του ως προνομιούχου υπηρέτη του συστήματος των πολυεθνικών, εξασφαλίζοντας ικανοποιητικά μερίδια κερδών. Οι θεμελιώδεις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής βλέπουν Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες σύμφωνες στην αναγκαιότητα αντιμετώπισης του σοσιαλιμπεριαλισμού μέσω μιας πολιτικής ενίσχυσης των εξοπλισμών.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό σημαίνει να αποκατασταθεί η υπεροχή τους σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία στην Ευρώπη μεταφράζεται σε μια λιγότερο ανοιχτά επιθετική θέση: ενισχύστε τους εξοπλισμούς για την έναρξη διαπραγματεύσεων!

Ο υποτελής ρόλος της Ευρώπης στο Νατο παίρνει τη μορφή διαφόρων μορφών εξάρτησης:

– Στην κατανομή των καθηκόντων, η Αμερική έχει αναγκάσει την Ευρώπη να αυξάνει σημαντικά τον λογαριασμό των στρατιωτικών δαπανών προκειμένου να επιτύχει την αυτάρκεια των συμβατικών εργαλείων πολέμου, κρατώντας για τον εαυτό της την ανάπτυξη και τη διαχείριση του πυρηνικού πολεμικού δυναμικού.

– Στη συγκεντροποίηση Usa όλων των επιπέδων εξουσίας και διοίκησης στο Νατο.

– O τελικός στόχος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης ή ενσωμάτωσης των συμμαχικών στρατών και του πολεμικού τομέα καθορίζεται από τις ανάγκες του ΝΑΤΟ.

Η εντελώς υποτελής θέση της Ευρώπης, επίκεντρο της σύγκρουσης, επανέρχεται δυναμικά στη διαχείριση των διαπραγματεύσεων της Γενεύης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Ο πλήρης αποκλεισμός στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για όλα αυτά που Ηπα-Εσσδ αποφασίζουν για την τύχη των ενδιαφερόμενων πληθυσμών είναι η πιο κραυγαλέα απόδειξη αυτής της πλήρους υποταγής.

Ότι ο ρόλος των ΗΠΑ, αιχμή δόρατος του συστήματος των πολυεθνικών, καθορίζεται μέσα στη διαδικασία στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής ολοκλήρωσης του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ, δεν σημαίνει όμως ότι η προσαρμογή των διαφόρων εθνικών πολιτικών στους στόχους του Νατο είναι μηχανική και γραμμική. οι εσωτερικές διαφορές δεν λείπουν, αλλά αποτελούν ουσιαστικά συγκεκριμένες προσαρμογές, λειτουργικές προς τα ιδιαίτερα συμφέροντα των διαφόρων χωρών. Για παράδειγμα, η τεράστια αύξηση της πολεμικής παραγωγής προσφέρει μεγάλα περιθώρια κέρδους στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, ο οποίος ξεκίνησε εκτεταμένα προγράμματα μετατροπής και βιομηχανικής αναδιάρθρωσης στον τομέα. Αυτή η ανάπτυξη πρέπει να είναι λειτουργική στις ανάγκες του Νατο και επομένως να κατευθύνεται και να ελέγχεται από τις ΗΠΑ. Έτσι, η Ιταλία, η οποία κατέλαβε την 4η θέση στην κατάταξη των χωρών εξαγωγής όπλων, είδε να της επιβάλλονται περιορισμοί στις εξαγωγές όπλων σε χώρες ανεπιθύμητες στις ΗΠΑ, που ενώνουν στις πολιτικές πιέσεις την κατοχή προηγμένων τεχνολογιών, που της επιτρέπουν ένα εκτεταμένο έλεγχο, μέσω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και αδειών, επάνω στην παραγωγή και πώληση όπλων στην Ιταλία.

Η επιτάχυνση της κούρσας των εξοπλισμών έγινε ευπρόσδεκτη με διαφορετικούς τρόπους από τα διάφορα ευρωπαϊκά Κράτη. Μέσα στην πανοραμική των θέσεων, αφενός υπάρχει η ανεπιφύλακτη υποστήριξη της Αγγλίας και της Ιταλίας, αφετέρου, στην Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Νορβηγία και τη Δανία η ανάπτυξη ισχυρών αντιμιλιταριστικών και αντιπυρηνικών κινημάτων, ώθησε τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους να ζητήσουν να μην φιλοξενηθούν πυρηνικές εγκαταστάσεις στην επικράτειά τους, με την επιφύλαξη της τήρησης των οδηγιών του Νατο. Αν τουλάχιστον για την ώρα τους παραχωρήθηκε »η απαλλαγή», είναι επειδή οι χώρες αυτές, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, δεν καταλαμβάνουν θέσεις κλειδιά στο ευρωπαϊκό αμυντικό σύστημα.

Θεμελιώδους σημασίας είναι, αντιθέτως ο ρόλος της Γερμανίας λόγω της ιδανικής γεωγραφικής της θέσης βάσης επίγειας επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση και λόγω της λειτουργίας της ως πόλου διεύθυνσης στην ΕΟΚ, τον οποίον η Γερμανία αναλαμβάνει ολοένα και περισσότερο παράλληλα με τη Γαλλία, η οποία, αν και δεν ανήκει στο Νατο συμπεριλαμβάνεται πλήρως στις χώρες του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ. Ήταν ο Schmidt σε πρώτο πρόσωπο, που ζήτησε διαπραγματεύσεις για την εγκατάσταση των Pershings και των Cruises, αν και υπάγοντας την στην ομόφωνη συγκατάθεση των άλλων χωρών της ατλαντικής συμμαχίας, στην εγκατάσταση των πυραύλων και σε άλλες χώρες και, εμβληματικό, αναθέτοντας στις Ηπα την διαχείριση των νέων πυρηνικών συστημάτων. Όμως ο ηγετικός ρόλος της Γερμανίας στην πυρηνική στρατηγική της συμμαχίας κινδυνεύει να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην γερμανική Ostpolitik, δεδομένων των έντονων εμπορικών σχέσεων που διατηρεί με την Ανατολική ευρώπη. Αυτό έχει προκαλέσει διαφορές και εντός της σοσιαλδημοκρατίας, οι οποίες όμως δεν στοχεύουν στη σχέση συνεργασίας με τις Ηπα και δείχνουν μόνο τις ιδιαίτερες αποχρώσεις του διαλεκτικού κινήματος μεταξύ των δύο πόλων της γραμμής Schmidt: εξοπλισμοί αφενός, διαπραγματεύσεις από την άλλη.

Νατο σημαίνει στρατιωτικό έλεγχο και κατοχή μέσα από έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό με σαφή ηγεμονία των Ηπα. Στη Μεσογειακή σκακιέρα, φερμουάρ σύνδεσης με τη Νοτιοανατολική πλευρά, ο σημαντικότερος σύνδεσμος είναι η Ιταλία.

Ο ρόλος της «βάσης Ιταλίας» είναι κεντρικός στην αλυσίδα που πηγαίνει από την Ισπανία στην Τουρκία, η οποία εκπληρώνει επίσης μια θεμελιώδη λειτουργία εφοδιαστικού υπόβαθρου. Και αυτό σήμερα ακόμη περισσότερο, δεδομένης της τάσης της Ελλάδας να ξεφύγει από το μπλοκ του Νατο. Μόνο στην παράκτια περιοχή υπάρχουν 5 βάσεις και μια έκτη σχεδιάζεται στο Comiso. Στην εθνική επικράτεια είναι συγκεντρωμένες μια σειρά ενσωματωμένων λειτουργιών της διοίκησης Νατο σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ανώτατη διοίκηση Afsouth στη Gaeta, Comlandeouth της Βερόνα) και άλλες άμεσα εξαρτώμενες από τις Ηπα, όπως το Κέντρο μελέτης και πειραματισμού της La Spezia, το οποίο είναι υπό την διοίκηση του Norfork στις Ηπα. Η τοποθέτηση πυραυλικών βάσεων στην εθνική επικράτεια είναι ήδη μια πράξη πολέμου, δεν αποτελούν μόνο μια παρακαταθήκη που πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, αλλά στη νέα αντίληψη του πολέμου, αντιπροσωπεύουν τα εμπροσθοφυλάκια, τα χαρακώματα αιχμής της διεθνούς σκακιέρας, τον τόπο με τη μεγαλύτερη ένταση της σύγκρουσης. Οι πυραυλικές εγκαταστάσεις στοχεύουν σε συγκεκριμένους στόχους άλλων χωρών, που με τη σειρά τους, συνεπώς, γίνονται προνομιακοί στόχοι. Με αυτόν τον τρόπο η πράξη πολέμου προετοιμάζεται επιστημονικά χωρίς ο άμεσα εμπλεκόμενος πληθυσμός να μπορεί να παρέμβει στο παραμικρό.

Ο υπουργός Lagorio (Psi-σοσιαλιστικό ιταλικό Κόμμα) διαλύει άψογα κάθε αμφιβολία δηλώνοντας ότι οι πύραυλοι είναι ένα αντικείμενο, ένας στόχος … κινητός! Ο Lagorio θεωρεί νόμιμη τη δράση των ΗΠΑ στον Κόλπο της Sirte, αλλά η μπουκιά που χρειάστηκε να καταπιεί ήταν πικρή καθώς αποκάλυπτε σαφώς την υποταγή της Ιταλίας στον ιμπεριαλισμό των Ηπα. Η κυβέρνηση κάνει δική της τη θέση πως μόνο η επανεξισορρόπηση του πολεμικού δυναμικού επιτρέπει την προστασία της ειρήνης, πουλώντας τη θέληση υπεροχής του ιμπεριαλισμού Usa ως συμφέρον των μαζών. προσπαθώντας να διεγείρει τον πατριωτισμό της ιμπεριαλιστικής εποχής, την αφοσίωση στη δύση. Αυτοί οι κύριοι που τρομοκρατούνται από την ιδέα του εμφυλίου πολέμου και της επαναστατικής δικαιοσύνης, προετοιμάζονται και πάλι για τη σφαγή των λαών.

Nato σημαίνει εσωτερικός πόλεμος και εξωτερικός πόλεμος. Είναι μέσα σε αυτή την προοπτική που αναδιοργανώνει τα στρατεύματά του, προσαρμόζοντάς τα στις νέες απαιτήσεις του δια-ιμπεριαλιστικού πολέμου και του ταξικού πολέμου.

Είναι σε αυτές οι ανάγκες που απαντά η δημιουργία ειδικών μονάδων κατά του ανταρτοπόλεμου στο εσωτερικό των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες θα πλαισιώσουν τα ειδικά τμήματα των καραμπινιέρων. Ενόψει της νέας βάσης στο Comiso, δεν προβλέπεται μόνο η μετακίνηση στρατευμάτων στην Καλαβρία: στις στρατιωτικές δυνάμεις των Ηπα θα ενταχθούν 200 καραμπινιέροι !!

Οι υψηλές διοικήσεις αυτών των δομών είναι απόλυτα ενταγμένες στο ΝΑΤΟ και πρέπει να εκπληρώσουν το καθήκον του ελέγχου και της εξόντωσης του επαναστατικού προλεταριάτου, ειρηνοποιώντας με κάθε μέσο το «εσωτερικό μέτωπο» για να επιβάλουν τη νέα ιμπεριαλιστική κοινωνική τάξη και να μπορούν να ξεκινήσουν ελεύθερα τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα τραύματα στον χώρο της αστικής τάξης που προκλήθηκαν από το επίπεδο της κρίσης, επέβαλαν στο Κράτος την επιλογή να εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες πολιτικής διαμεσολάβησης με τον προλεταριακό ανταγωνισμό, για τη μόνη δυνατή μορφή διακυβέρνησης των ταξικών εντάσεων: έλεγχο και εξόντωση ολόκληρων προλεταριακών στρωμάτων, ανοιχτό πόλεμο στις πολιτικές και υλικές ανάγκες του προλεταριάτου. Σε αυτό το ποιοτικό άλμα της στρατηγικής της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας, η φυλακή, που συνδέεται στενά με την επιστημονική και προγραμματισμένη απόσβεση, από πλευράς του Κράτους, κάθε μορφής έκφρασης του προλεταριακού ανταγωνισμού και, αφετέρου, της μεγιστοποίησης εκ μέρους της τάξης των ωθήσεων προς την ρήξη της «νόμιμης» οροφής που επιβάλλεται στους αγώνες της, τις ανάγκες, και τις χίλιες εκφράσεις του ταξικού πολέμου, γίνεται ένα κεντρικό σημείο στο σχέδιο πολέμου εναντίον του προλεταριάτου, μέγιστο εμπόδιο για κάθε κίνημα που τοποθετείται έξω και ενάντια στους κανόνες του παιχνιδιού που επιβλήθηκε από την ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία. είναι ακριβώς αυτή η νέα αντίληψη της φυλακής το υψηλότερο σημείο σύγκρουσης μεταξύ της μπουρζουαζίας και του προλεταριάτου: κεντρικό εργαστήριο για την εξόντωση του ταξικού ανταγωνισμού !!

Ο πόλεμος στην ιμπεριαλιστική φυλακή, ξεκινώντας από το υψηλότερο σημείο στο οποίο έφτασε από το προλεταριακό πρόγραμμα απελευθέρωσης όλων των προλετάριων κρατουμένων και καταστροφής όλων των φυλακών, βρίσκει σήμερα μια ευρύτερη θέση στη διεθνιστική σφαίρα. Ενάντια στη διεθνοποίηση των έργων, των σχεδίων, των δομών, των ανθρώπων που έχουν χρεωθεί την επιστημονική εξόντωση χιλιάδων κομμουνιστών πρωτοποριών και ολόκληρων προλεταριακών στρωμάτων, πρέπει να γεννηθεί ένα πρόγραμμα συνειδητής και οργανωμένης ενότητας, σε διεθνή επίπεδα, που να στοχεύει να τινάξει στον αέρα κρίκοι μετά τον κρίκο όλα τα σημεία αυτού του έργου-σχεδίου θανάτου.

Να επιτεθούμε και να καταστρέψουμε την ιμπεριαλιστική φυλακή !!! Να μηδενίσουμε το σχέδιο προγραμματισμού για την εξόντωση του προλεταριακού ανταγωνισμού στην καρδιά του: την ιμπεριαλιστική φυλακή !!! Να οικοδομήσουμε και σε αυτό το μέτωπο τη διεθνιστική ενότητα των επαναστατών!!!

Nato σημαίνει ενίσχυση και αναδιάρθρωση του πολεμικού βιομηχανικού κλάδου, ανάπτυξη της στρατιωτικοποίησης στην επικράτεια και μέσα στα εργοστάσια θανάτου, τα οποία λειτουργούν ως πρότυπο αναφοράς για ολόκληρη τη διαδικασία βιομηχανικής αναδιάρθρωσης.

Οι ανάγκες του Νατο επιβάλλουν την αύξηση και τη βελτίωση των υποδομών που απαιτούνται για την βοήθεια ροών ενισχύσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και για την εγκατάσταση των νέων τακτικών πυρηνικών συστημάτων, με σκοπό την λειτουργική αύξηση της ανάπτυξης του στρατιωτικού τομέα. Στον VI στόλο, η Ιταλία δεν παρέχει μόνο αποβάθρες και ασφαλείς βάσεις, αλλά μια ολόκληρη υλικοτεχνική ενδοχώρα για εφοδιασμό, συντήρηση και επισκευές, αντικατάσταση εξαρτημάτων πολέμου που κατασκευάζονται στην Ιταλία. Η Oto Melara κατασκευάζει ηλεκτρονικό εξοπλισμό και ανταλλακτικά για κανόνια, ελικόπτερα, κλπ. Τα Ηνωμένα Ναυπηγεία- Cantieri Navali Riuniti εξασφαλίζουν τη συντήρηση και επισκευή των πολεμικών πλοίων. Το έργο μιας νέας δεξαμενής στη Γένοβα για τη συντήρηση και επισκευή του VI στόλου οδήγησε στην ακύρωση μιας ρήτρας του κανονισμού του Cap (δομή κυβέρνησης του λιμένα) η οποία προέβλεπε πως για την είσοδο στο λιμάνι τα πολεμικά πλοία θα πρέπει πρώτα να απενεργοποιήσουν τους οπλισμούς. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν η ευθυγράμμιση της ιταλικής κυβέρνησης με τις θέσεις της Ουάσινγκτον, επομένως η Ιταλία, αφού έδωσε τη συγκατάθεσή της για την εγκατάσταση των πυραύλων, ετοιμάζεται να προετοιμάσει τη βάση του Comiso, παρουσιάζοντας την ως ευκαιρία για πρόοδο στην περιοχή, προσποιείται ότι πιστεύει ότι η βόμβα N αφορά μόνο τις Ηπα, υποστηρίζει την εκδοχή του Reagan για τη σύγκρουση με τη Λιβύη, αν και με σφιγμένα δόντια, καθώς αποκαλύπτει τον απόλυτο αποκλεισμό της από κάθε δυνατότητα λήψης αποφάσεων και ακόμη και από οποιοδήποτε δικαίωμα προηγούμενης ενημέρωσης!

 

Σύντροφοι, προλετάριοι,

ο συνεχής επαναπροσδιορισμός του ιμπεριαλιστικού κράτους των πολυεθνικών στο πλαίσιο κρίση αναδιάρθρωση – κρίση επανάσταση θέτει όλο και περισσότερο το πρόβλημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που γίνεται όλο και περισσότερο πρόβλημα των μεγάλων μαζών. Η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και ο συνεχώς αυξανόμενος κίνδυνος του ιμπεριαλιστικού πολέμου μας επιτρέπουν να επιβεβαιώσουμε πως σήμερα η αντίθεση ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση δεν παραχωρεί κανένα χώρο σε «ουδέτερες» θέσεις και επιβάλλει αντιθέτως μια ακριβή επιλογή χώρου. αυτός ο χαρακτήρας διατρέχει όλο τον κοινωνικό σχηματισμό εμβαθύνοντας το χάσμα μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης και αμβλύνοντας μέχρι που μηδενίζει κάθε περιθώριο ελιγμών μεταξύ των δύο χώρων.

Είναι ολοένα και πιο σαφές στις μάζες ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής παράγει ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα και συνεχή επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης: εδώ η επαναστατική πρόταση του εμφυλίου πολέμου διαμορφώνεται για να σταματήσει και να νικήσει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και να οικοδομήσει την κομμουνιστική κοινωνία. η πιθανότητα μιας επικείμενης παγκόσμιας σύγκρουσης αποκαλύπτει όλη τη θετικότητα της, ως το μοναδικό μέσο να αντιτάξουμε στην εξόντωση των λαών.

 

Brigate Rosse
18-12-81

Δημοσιεύτηκε στο ΕΡΓΟ ΜΝΗΜΗΣ PROGETTO MEMORIA, τα γραμμένα λόγια Le parole scritte, Sensibili alle foglie, Roma 1996.

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-1/

Αποτέλεσμα εικόνας για comunicati Br rapimento Dozier, anni '80

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.2

Η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να θάψει τον πόλεμο!!!
Στην εποχή του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών, το μητροπολιτικό προλεταριάτο αποτελεί την πρωτοπορία της διαδικασίας της προλεταριακής επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο !!!
Πόλεμος στην κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού!!! Να επιτεθούμε στον ιμπεριαλισμό των πολυεθνικών και στον στρατιωτικό μηχανισμό κατοχής του: το Nato!!!
Το ιμπεριαλιστικό σύστημα παράγει: θάνατο από εκμετάλλευση, θάνατο από ανεργία, θάνατο στα Κρατικά στρατόπεδα στον προγραμματισμό της ολικής καταστροφής. Η ιμπεριαλιστική φυλακή είναι το κεντρικό εργαστήρι της εξόντωσης του ταξικού ανταγωνισμού! Να καταστρέψουμε την ιμπεριαλιστική φυλακή!!!
Να οικοδομήσουμε το αντιιμπεριαλιστικό μαχόμενο μέτωπο για έναν νέο προλεταριακό διεθνισμό, να πολεμήσουμε μαζί και ενωμένοι για να κερδίσουμε με όλους τους κομμουνιστές και με όλους τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό!!!

Σύντροφοι, προλετάριοι,
το σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας προβλέπει πως η Ευρώπη, εκτός από την ενοποίησή της και την υποταγή της στις Ηπα, πρέπει να γίνει ένας ενεργός πόλος της επιθετικής πολιτικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Η πολιτική του Ρέιγκαν επιταχύνει αυτό το βήμα και τα διάφορα εκτελεστικά σε εθνικό επίπεδο επαναπροσδιορίζουν την αφοσίωση στις Ηπα με πιο έντονο τρόπο και όλο και πιο ανοικτά και γενικότερα προπαγανδίζουν τη «πίστη στη Δύση» ανάμεσα στις μάζες ως τον πατριωτισμό της σύγχρονης εποχής.
Ο πολιτικός στόχος των ΗΠΑ στην Ευρώπη, επίκεντρο της σύγκρουσης μεταξύ των δύο συνασπισμών είναι να αναπτυχθεί και να ενισχυθεί ένας υποτακτικός και πλήρως ενσωματωμένος πόλος τόσο στο οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο.
Στους μεμονωμένους εθνικούς πόλους αυτή η πολιτική, που ακολουθείται από όλα σχεδόν τα κοινοβουλευτικά κόμματα, επιδιώκει πλέον να εμπλέξει τις μάζες με εκστρατείες προπαγάνδας που έχουν ως προνομιακό στόχο τους τον ταξικό πόλεμο για τον Κομμουνισμό. Οι μαζικοί αγώνες στην Ευρώπη έχουν τινάξει στον αέρα αυτό το εγχείρημα με τη γέννηση ενός κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και κατά της εγκατάστασης πυραύλων στην κεφαλή του οποίου τέθηκε ο ανταρτοπόλεμος εναντίον του Νατο. Αυτό έχει ήδη παρεμποδίσει σοβαρά τις επιλογές που ανακοίνωσε ο Reagan, αλλά η παρτίδα είναι ακόμα ανοιχτή. Θεμελιώδης κόμβος της ιμπεριαλιστικής πολιτικής είναι να κερδίσει στα διάφορα εσωτερικά μέτωπα: δηλαδή να εξαλείψει τον ταξικό ανταγωνισμό, προκειμένου να έχει τα χέρια ελεύθερα και να μπορεί να επιτεθεί στο εξωτερικό μέτωπο με τον στρατηγικό στόχο να επιβάλει την ηγεμονία των ΗΠΑ σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οικονομική λειτουργία της ΕΟΚ, η στρατιωτική λειτουργία του ΝΑΤΟ, δίνουν την εικόνα και το επίπεδο ολοκλήρωσης που επιτεύχθηκε. Ο ευρωπαϊκός πόλος διαθέτει τα δικά του εργαλεία για να αναπτύξει τις δραστηριότητες του σε διάφορους τομείς. στον οικονομικό τομέα σημαντική είναι η πρόταση του Davignon για την ώριμη πλέον αναγκαιότητα για μια μεγαλύτερη ολοκλήρωση μεταξύ των τομεακών σχεδίων, ιδίως της πολεμικής βιομηχανίας και της πυρηνικής ενέργειας στην τρέχουσα τάση του 3ου παγκοσμίου πολέμου, βρίσκεται μέσα στις στρατηγικές επιλογές της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης για τη βιομηχανική ανασυγκρότηση προς εκείνες τις παραγωγές που τείνουν να υποστηρίζουν την αποκατάσταση του ελέγχου και της κυριαρχίας του δυτικού μπλοκ, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, σε ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, δηλαδή επί των χωρών παραγωγής πετρελαίου. Αυτό σημαίνει μια σαφή πολιτική επιθετικότητας προς εκείνες τις χώρες του 3ου κόσμου των οποίων οι απελευθερωτικοί αγώνες από τον ιμπεριαλισμό, έχουν ανατρέψει τις ισορροπίες δυνάμεων και αμφισβήτησαν σοβαρά την ηγεμονία Usa σε έναν στρατηγικό χώρο της σύγκρουσης μεταξύ των δύο συνασπισμών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή Αμυντικού Σχεδιασμού του Nato προεδρεύει των Τομέων που κατευθύνουν και επιβάλλουν τις οικονομικές επιλογές και τις πολιτικές πολέμου στα διάφορα κράτη μέλη.

Σύντροφοι,
η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος είναι βαθιά και δεν είναι εύκολο να κρυφτεί πίσω από την παρωδία της εξουσίας: μόνο στην Ιταλία υπάρχουν 2 εκατομμύρια άνεργοι, αυτοί που έχουν «ανασταλεί» μεταξύ της Fiat και της Alfa είναι 100 χιλιάδες, χιλιάδες μεσαίες, μικρές και μεγάλες βιομηχανίες κλείνουν ή αλλάζουν διάταξη: το να κάνουν να εργάζονται περισσότερο όλο και λιγότερους εργάτες είναι η λογική που οδηγεί κάθε σχέδιο αναδιάρθρωσης. Από την άλλη πλευρά, χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι στα Κρατικά lager δίνουν τον παλμό του μαζικού επιπέδου που επιτεύχθηκε από τον ταξικό πόλεμο και την ικανότητα αναπαραγωγής του ανταρτοπόλεμου, παρά τα χτυπήματα που προκάλεσε ο εχθρός, μια ικανότητα που δίδεται από το βαθύ ρίζωμα του Ένοπλου Αγώνα μέσα στις μάζες.
Δεδομένου ότι η παγκόσμια πλέον κρίση του καπιταλισμού δεν αφήνει κοινωνικοοικονομικούς χώρους με τους οποίους να εξαπατηθεί και να χειραγωγηθεί η προλεταριακή συνείδηση, τα μεμονωμένα Κράτη καταφεύγουν σε κατασταλτικές θεσμικές λύσεις με έντονους στρατιωτικούς χαρακτήρες. Αυτό που συμβαίνει στην Ιταλία είναι ένα πολύ συμπτωματικό παράδειγμα μιας πλέον παγιωμένης αστικής αρχής: όταν οι διάφορες μορφές δημοκρατίας δεν αποδεικνύονται στο ύψος των καθηκόντων, στο ύψος των περιστάσεων, αρκεί να τροποποιηθούν οι κανόνες του παιχνιδιού! Είναι σε αυτή την κατεύθυνση που πηγαίνει η «μεγάλη συνταγματική μεταρρύθμιση» που επαινείται τόσο πολύ από τα κόμματα του συνταγματικού τόξου, της οποίας ο Craxi γίνεται ο εκπρόσωπος στην πρώτη γραμμή. Κάθε επόμενη κυβέρνηση αντιπροσωπεύει έναν επαναπροσδιορισμό, μια επανέκδοση, μια βελτίωση του Ιμπεριαλιστικού Κράτους των Πολυεθνικών. μια κυβέρνηση παράγει την επόμενη, επιλέγοντας ένα όλο και πιο κατάλληλο πολιτικό προσωπικό για να επιτυγχάνει τακτικές και στρατηγικές αποστολές του ιμπεριαλισμού. Τα διάφορα κόμματα, εκτός από το να εκπροσωπούν τα εταιρικά κλαδικά συμφέροντα συγκεκριμένων κρατών, ανταγωνίζονται ως υποψήφιοι προνομιακοί υπηρέτες υπάλληλοι του ιμπεριαλισμού και σε αυτό σήμερα υποτάσσουν τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα. Ποια δημοκρατία μας προτείνουν ποια δημοκρατία οραματίζονται για εμάς; Σύμφωνα με τις αποφάσεις της 12ης δεκεμβρίου 79, που ελήφθησαν στις Βρυξέλλες από το Νατο και υποστηρίχθηκαν από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πίσω από την αμερικανική πίεση, μέσα στο 1983 πρέπει να εγκατασταθούν στα βελγικά, βρετανικά, ολλανδικά, ιταλικά και δυτικά γερμανικά εδάφη, 572 μεσαίου μεγέθους ατομικοί πύραυλοι, εκ των οποίων 464 Cruise και 108 ‘Pershing 11’ με έξι πυρηνικές κεφαλές, καθένας εξοπλισμένος με καταστροφική δύναμη ίση με εκείνη που κατέστρεψε τη Χιροσίμα. Αλλά τι βάρος έχει η τόσο πολυδιαφημισμένη λαϊκή θέληση, δεδομένου ότι οι διαδηλώσεις κατά της τοποθέτησης των πυραύλων έχουν ακολουθήσει η μια την άλλη σε όλη την Ευρώπη;
Η παραγωγή της βόμβας «Ν» καθιστά εφικτό τον περιορισμένο πυρηνικό πόλεμο τόσο αγαπητό στον «δημοκρατικό» Ρέιγκαν που δεν βλέπει την ώρα να βρει κάποια φέτα του κόσμου επάνω στην οποία να την δοκιμάσει! Η Ευρώπη και, ιδιαίτερα, η Νότια Ευρώπη, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής «περιορισμένου πολέμου» κατά αντισοβιετικό τρόπο. Η Ιταλία, με την Τουρκία και την Ισπανία είναι το προηγμένο μέτωπο της Μεσογείου: αυτό το μέτωπο είναι έτοιμο για την παρέμβαση εναντίον όλων όσων εμποδίζουν την αμερικανική ηγεμονία (σε όλους είναι γνωστός ο ρόλος του Νατο στο πραξικόπημα στην Τουρκία. Αυτό είναι το νόημα της δημιουργίας μιας μικτής μορφής παρέμβασης στο Σινά όπου και η Ιταλία, με μεγάλη υπερηφάνεια της κυβέρνησης, συμμετέχει. της επιμονής του Lagorio για μεγαλύτερη ενσωμάτωση ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και του στρατιωτικού μηχανισμού · των απαιτήσεων των Capuzzo και Santini για ένα μεγαλύτερο πολιτικό βάρος των στρατιωτικών διοικήσεων στην κυβέρνηση · των αυξήσεων των στρατιωτικών δαπανών. Αυτό το μέτωπο είναι πολύ συμπαγές μεταξύ των ιμπεριαλιστών όσον αφορά τον «εσωτερικό» πόλεμο που έχει ως στόχο την εξόντωση του ταξικού ανταγωνισμού. η διαδοχή διεθνών συνόδων κορυφής για την «τρομοκρατία», η δημιουργία μιας βάσης δεδομένων στην Ευρώπη, η ανταλλαγή γνώσεων, μεθόδων, μέσων, στελεχών, όλα αυτά συνιστούν την αντιπρολεταριακή «ιερή συμμαχία».
Η παρωδία των mass-media σχετικά με την κάθοδο αμερικανών και γερμανών εμπειρογνωμόνων, που θα εργαστούν για τη διερεύνηση της απαγωγής του δημίου Doizier, δεν είναι παρά η γελοία παρέλαση με την οποία προσπαθούν να κρύψουν την πραγματικότητα. Η ενσωμάτωση των δυνάμεων της αντεπανάστασης σε επίπεδο των χωρών του μπλοκ του Nato έχει εδώ και καιρό δημιουργήσει ένα σταθερό δίκτυο υπερέμπειρων της ταξικής πάλης και των μαζικών κινημάτων καθώς και επαγγελματιών του αγώνα ενάντια στον ανταρτοπόλεμο. Μερικοί από αυτούς τους χαρακτήρες πολύ γνωστοί στους διάφορους Craxi και Martelli αρχίζουν να ταυτοποιούνται και από τους κομμουνιστές μαχητές όλης της Ευρώπης, βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα του ολοκληρωμένου μηχανισμού της αντεπανάστασης. Αυτοί είναι οι σκεπτόμενες κεφαλές που κινούν τις διάφορες μαριονέτες σε εθνικό επίπεδο, όπως εδώ στα μέρη μας, για παράδειγμα, τους ηγέτες των συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών, με τον Benvenuto επικεφαλής, υποστηρικτές της ίδρυσης ενός «αντιτρομοκρατικού» κέντρου για τον εργοστασιακό τομέα.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η ιμπεριαλιστική αστική τάξη έχει πλήρη επίγνωση ότι η κρίση της δεν αφήνει πλέον περιθώρια για πολιτική διαμεσολάβηση με τον ταξικό ανταγωνισμό, γνωρίζει ότι οι απαιτήσεις του νόμου του κέρδους μέσα στην κρίση συγκρούονται μετωπικά με τις πολιτικές και υλικές ανάγκες του Μητροπολιτικού Προλεταριάτου, γνωρίζει ότι στις μητροπόλεις όπου παράγεται και αναπαράγεται το κεφάλαιο και η κρίση του, έχει επίσης γεννηθεί ο θανάσιμος εχθρός του: το νέο μητροπολιτικό προλεταριάτο που βρίσκει τα συμφέροντα και τις ανάγκες του να ικανοποιούνται, μέσα στον αγώνα για την καταστροφή του συστήματος της μισθωτής εργασίας, το οποίο δημιουργεί την πολιτική ικανότητα για οργάνωση, για αγώνα και μάχη επαρκείς για το επίπεδο που επιτεύχθηκε από την επίθεση της μπουρζουαζίας σε κάθε έκφραση του ταξικού κινήματος. επίθεσης εναντίον όσων κινούνται πριν ακόμη κινηθούν. Για το λόγο αυτό, για να κάνει το προλεταριάτο να καταπιεί μια πρωτοφανή ιστορική ήττα, μόνη προϋπόθεση για την αποκατάσταση της νέας ιμπεριαλιστικής τάξης, η φυλακή καθίσταται μια θεμελιώδης αποφασιστικότητα του σχεδίου της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας, ως κεντρικό εργαστήριο για την εκμηδένιση του ταξικού ανταγωνισμού και μέγιστο αποτρεπτικό ενάντια στους αγώνες, εναντίον κάθε προλετάριου που στέκεται έξω και εναντίον των παιχνιδιών που επιβάλλει η μπουρζουαζία. Η φυλακή σήμερα, ως θεμελιώδης δακτύλιος ενός πολύ ευρύτερου και πιο περίπλοκου μηχανισμού ελέγχου, διαίρεσης, απομόνωσης, εκβιασμού, βασανιστηρίων και πολιτικής και φυσικής εξόντωσης του σχεδίου της προληπτικής παγκόσμιας αντεπανάστασης, είναι η απάντηση της αστικής τάξης στους αγώνες και προσανατολισμούς των προλετάριων να μην να πεθάνουν από την εκμετάλλευση, την ανεργία, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Γι ‘αυτό τον λόγο είναι σήμερα πραγματικότητα που ζουν σε μαζικό επίπεδο, και γι’ αυτό προσελκύει τόσο μεγάλη προσοχή από τους στρατηγικούς αναλυτές της διεθνούς αντεπανάστασης στην βρώμικη προσπάθεια να απομονώσουν από την ‘κοινωνία των πολιτών’ αυτές τις δομές όπου ζουν, αγωνίζονται και οργανώνονται χιλιάδες και χιλιάδες προλετάριων και κομμουνιστών, για να διαλύσουν την ενότητα της τάξης που επετεύχθη από τα Pp, για να να επιβάλουν τη σιωπή και τον θάνατο περισσότερο ή λιγότερο «καθαρό». Στην προπαγάνδα αυτών των κυρίων η φυλακή πρέπει να γίνει ένα απόστημα μέσα σε μια υγιή κοινωνία που συμμετέχει υπεύθυνα στην ηρωική εθνική προσπάθεια να διασωθούν οι τύχες του καπιταλισμού σε σήψη. Για τους προλετάριους, για τους επαναστάτες η φυλακή είναι εδώ και χρόνια, ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του αγώνα, της οργάνωσης, της επικοινωνίας και της μάχης ενός ολόκληρου ταξικού στρώματος, ένας από τους θεμελιώδεις κρίκους της Ένοπλης Προλεταριακής Εξουσίας. Στο σχέδιο της παγκόσμιας καταστροφής του ιμπεριαλιστικού πολέμου, η φυλακή ως ακρογωνιαίος λίθος της ένοπλης ειρηνοποίησης, της προλεταριακής εξόντωσης στις μητροπόλεις, πρέπει να είναι μέσα στο επαναστατικό πρόγραμμα, ένα μόνιμο μέτωπο μάχης για να το αποδιαρθρώσει και για να οικοδομήσει την προλεταριακή οργάνωση. Οι προλετάριοι και οι κομμουνιστές που είναι έγκλειστοι στο Stammhein και στα αγγλικά H-Blocks, στη Marion και στα γαλλικά Qhs, στις ειδικές φυλακές και στα ιταλικά «μακρού ελέγχου» τμήματα, βρίσκουν σήμερα ενοποιητικό έδαφος αγώνα, πολιτική ανασύνθεση με ολόκληρο το Μητροπολιτικό Προλεταριάτο, με τα συνθήματα «καταστροφής όλων των φυλακών» και «απελευθέρωσης όλων των προλετάριων κρατουμένων» ως απαράβατα σημεία στο Μεταβατικό Πρόγραμμα προς τον κομμουνισμό. Η ανατίναξη ενός από τα θεμελιώδη γάγγλια επάνω στο οποίο βασίζεται το σύστημα της μισθωτής εργασίας είναι εξ ολοκλήρου μέσα στην ιστορική δυνατότητα της καταστροφής του Ιμπεριαλιστικού κράτους των πολυεθνικών και της οικοδόμησης της αταξικής κοινωνίας. Η εισαγωγή αυτού του μετώπου μέσα στην πιο γενική πρόταση ανασυγκρότησης του νέου Προλεταριακού Διεθνισμού στη βάση του κοινού αγώνα ενάντια στον Ιμπεριαλισμό, είναι ένα από τα θεμελιώδη βήματα για την οικοδόμηση του Αντί-Ιμπεριαλιστικού Μαχόμενου Μετώπου, ένας από τους πολιτικούς κόμπους που πρέπει να λύσουμε στην συζήτηση με τους κομμουνιστές και όλους εκείνους που μάχονται διεθνώς ενάντια στην ιμπεριαλιστική φυλακή.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η προλεταριακή δίκη στο γουρούνι Dozier έχει ξεκινήσει.
Αυτό το γουρούνι, αυτός ο δολοφόνος είναι ένας «ήρωας» των αμερικανικών σφαγών στο Βιετνάμ, όπου κέρδισε διάφορες παρασημοφορήσεις για τις «υπηρεσίες» του.
Η μακρά καριέρα του ως γουρουνιού τον έφερε εκεί όπου ο ιμπεριαλισμός τον χρειάζονταν για να πνίγει και να καταστέλλει τους απελευθερωτικούς αγώνες των λαών, να προετοιμάζει τα σχέδια κατοχής και προβοκάτσιας για λογαριασμό των αφεντικών του.
Τελευταία του αποστολή, που διακόπτεται από τις επαναστατικές δυνάμεις, είναι η αποτελεσματική διοίκηση των συμμαχικών επίγειων δυνάμεων της Νότιας Ευρώπης (Landsouth).
Στην διαίρεση σε ζώνες της Ευρώπης, το Νατο χώρισε τις δυνάμεις του σε τρεις περιοχές: Βόρεια, κεντρική και Νότια. Σε αυτό το στάδιο του αντιιμπεριαλιστικού πολέμου το Νότιο μέτωπο (νότια Ευρώπη) αντιπροσωπεύει το θεμελιώδες σημείο της σύγκρουσης, και περιλαμβάνει τις ναυτικές δυνάμεις παρέμβασης και υποστήριξης, δύο δυνάμεις ξηράς, μία για τη νότια Ευρώπη και μία για τη νοτιοανατολική Ευρώπη, τις αεροπορικές δυνάμεις της νότιας Ευρώπης και τις ναυτικές δυνάμεις της νότιας Ευρώπης. Η Γενική Διοίκηση του νότιου Μετώπου και όλες οι επιχειρησιακές Διοικήσεις (εκτός από μία) των Νοτίων δυνάμεων βρίσκονται στην Ιταλία. μία στη Βερόνα και τέσσερις στη Νάπολη, γεγονός που επιβεβαιώνει περαιτέρω τον στρατηγικό ρόλο που διαδραματίζει η βάση Ιταλία. Σε αυτό το «αμυντικό σύστημα των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού» είναι μέρος ο VI αμερικανικός στόλος, που γυροφέρνει στη Μεσόγειο, ανεβάζοντας άλλοτε την αμερικανική σημαία ή αυτή του Νατο ανάλογα με τις περιστάσεις. Ποια είναι τα πραγματικά καθήκοντα και τι εννοεί με την «υπεράσπιση των συμφερόντων του», ο ιμπεριαλισμός μας έδωσε μια αδιαμφισβήτητη επίδειξη με την προκλητική επίθεση στον Κόλπο της Σύρτης κατά του λαού της Λιβύης. Στη σημερινή φάση του πολέμου το Νατο δεν έχει κανένα χαρακτήρα διασυμμαχικής υπεράσπισης, αλλά είναι ένα καθαρό όργανο στα χέρια του ιμπεριαλισμού και για την επιθετικότητα εναντίον των λαών του τρίτου κόσμου και για τις πολιτικές πολέμου και εξόντωσης του προλεταριάτου στις μητροπόλεις. Το Landsouth, που διοικείτο μέχρι τις 17 δεκεμβρίου από το γουρούνι Dozier, τοποθετείται σε αυτό τον χώρο. αντιπροσωπεύει την καταστροφική πλευρά της νότιας περιοχής. Οι διαθέσιμες δυνάμεις του αποτελούνται από περίπου 20 ταξιαρχίες (8 μηχανοκίνητες, 5 θωρακισμένες, 5 αλπικές και 2 μηχανοκίνητες) συν μία πυραυλική ταξιαρχία και αρκετές μονάδες μάχης και υπηρεσιών υποστήριξης. Οι δυνάμεις αυτές ανέρχονται σε περίπου 270.000 άνδρες, 1.200 τεθωρακισμένα, 1.000 κανόνια και 4.000 APC. Για τη χρήση και τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού, το γουρούνι Dozier πρέπει να απαντήσει στο διεθνές προλεταριάτο.

Σε όλο το επαναστατικό κίνημα,
σε αυτά τα τελευταία δύο χρόνια αναπτύχθηκε μια έντονη πολιτική μάχη μέσα στην Οργάνωση μας. Οι αντιφάσεις που προέκυψαν δεν βρήκαν λύση μέσα στην ίδια οργανωτική δομή και την ίδια στρατηγική διάταξη.
Εμείς από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, που διακηρύσσουμε την ιστορική συνέχεια 10 χρόνων ζωής της Οργάνωσης μας, πιστεύουμε και πάλι ότι πρέπει να επαναβεβαιώσουμε το μοναδικό τεστ για το ποιοτικό άλμα προς το Κόμμα: την επαλήθευση στο έδαφος της κοινωνικής πρακτικής, στο έδαφος της οικοδόμησης των Επαναστατικών Μαζικών Οργανισμών.
Γι ‘αυτόν τον λόγο απορρίπτουμε τη λογική της σύνοψης των μεροληψιών, της ομοσπονδίας, των συμφωνιών και σκοπεύουμε να αναλάβουμε όλες τις ευθύνες μας μπροστά στο επαναστατικό κίνημα, της πολιτικής μας γραμμής όπως καθορίστηκε στο Ψήφισμα της Στρατηγικής Διεύθυνσης – δεκ. ’81, και να αναδημιουργήσουμε επάνω σε αυτή τη βάση και με αυτά τα κριτήρια τη δυνατότητα νέων επιπέδων ενότητας με όλους τους κομμουνιστές.
Οι Br, για να κάνουν το μέγιστο της σαφήνειας στο επαναστατικό κίνημα, θα προσφέρουν έναν απολογισμό αυτών των δύο χρόνων πολιτικής μάχης.
Για όλα αυτά τα πολιτικά προβλήματα, και όχι λόγω τυπικών αναγκαιοτήτων, πιστεύουμε ότι είναι σωστό να διαχωρίσουμε τη θέση μας και στο όνομα των άλλων OCC-Κομουνιστικών Μαχόμενων Οργανώσεων.
Από αυτό το ανακοινωθέν και μετά παίρνουμε το όνομα:
Για τον κομμουνισμό. Κόκκινες Ταξιαρχίες για την Οικοδόμηση του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος.
Εμπρός με το γενικό πρόγραμμα της συγκυρίας!!! Να μετατρέψουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε ταξικό πόλεμο ξεκινώντας από τις μητροπόλεις, οικοδομώντας τη διεθνιστική ενότητα με όλους τους λαούς που μάχονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό!!! Πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, πόλεμος στο Νατο!!! Να επιτεθούμε στα κέντρα, στους στρατηγούς του πολέμου και στις βάσεις της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής !!! Να καταστρέψουμε την ιμπεριαλιστική φυλακή!!! Να χτίσουμε το Αντιιμπεριαλιστικό Μαχόμενο Μέτωπο!!!

 

Για τον Κομουνισμό.
ερυθρές Ταξιαρχίες για το χτίσιμο του κομουνιστικού μαχόμενου Κόμματος-Brigate rosse per la costruzione del Pcc
27/12/1981

 

Πηγή: PROGETTO MEMORIA, Le parole scritte, Sensibili alle foglie, Roma 1996. ΕΡΓΟ ΜΝΗΜΗΣ, Τα γραμμένα λόγια

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-2/

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N. 3

Επίθεση στο σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Να ενώσουμε το μητροπολιτικό προλεταριάτο στο γενικό πολιτικό πρόγραμμα της συγκυρίας.

Σύντροφοι, προλετάριοι,

η επιτάχυνση της κρίσης έχει μετατοπίσει ταχύτατα προς τα εμπρός τις δια-ιμπεριαλιστικές αντιφάσεις αφενός και αυτή μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου αφετέρου. Στο πλαίσιο που κυριαρχείται από τις ιμπεριαλιστικές επιλογές στην εξαπόλυση των συγκρούσεων, η εσωτερική πτυχή της πολεμοχαρούς πολιτικής πέφτει σαν σφυρί επάνω στο προλεταριάτο με όρους καταστροφής εργατικού δυναμικού και συνολικής παραγωγικής ικανότητας και στρατιωτικού ελέγχου ως μοναδική διακυβέρνηση των ταξικών εντάσεων. Σήμερα το πρόβλημα του αλατιού και του ρυζιού χάνει κάθε οικονομικίστικη χροιά, μιας πλατφόρμας διεκδικήσεων και τοποθετείται μέσα στην γενικότερη πολιτική διαμάχη που έχει ανοίξει μεταξύ προλεταριάτου και μπουρζουαζίας, στη σύγκρουση για την εξουσία που βρίσκεται σε εξέλιξη στη φάση της διαρθρωτικής κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Να υλοποιήσουμε και να δώσουμε δύναμη στο επαναστατικό σχέδιο σημαίνει να εξοπλιστούμε με ένα πρόγραμμα αγώνα, κινητοποίησης, προπαγάνδας και μάχης που να μην περιορίζεται να υπαινίσσεται στον κομμουνισμό, παραπέμποντας στο άπειρο το πρόβλημα να εξαπολύσει μέσα στις νέες συνθήκες, τον επαναστατικό αγώνα ενάντια στο καθεστώς που εμποδίζει την πλήρη απασχόληση και που μειώνει δραματικά τα κόστη της κοινωνικής αναπαραγωγής. Εάν είναι αλήθεια ότι μόνο η κατεδάφιση του καθεστώτος μισθωτής εργασίας είναι ουσιαστική προϋπόθεση για μια διαφορετική ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου, για να προσανατολίσουμε με άλλο τρόπο την ανθρώπινη εργασία, σήμερα να εστιάσουμε ξανά τη μαζική κριτική στο αστικό καθεστώς, σημαίνει να ενοποιήσουμε τις εντάσεις στο υψηλότερο σημείο, τους αγώνες και τις προλεταριακές φιλοδοξίες σε μια νέα ποιότητα ζωής στη φάση της έκφρασης των εξελισσόμενων αναγκών της τάξης στην οποία το κεφάλαιο μπορεί μόνο να τις αρνείται και να τις συμπιέζει προεικονίζοντας τίποτα άλλο παρά βαρβαρότητες και καταστροφή. Γνωρίζουμε ότι η επιβολή των σημείων του Προγράμματος Μετάβασης στον Κομμουνισμό εμποδίζεται από την ύπαρξη αυτού του καθεστώτος, πως οι νέες παραγωγικές σχέσεις μπορούν να ζουν μόνο πολιτικά ως προεικόνιση του νέου κοινωνικού σχηματισμού, αλλά αυτό δεν πρέπει να αποτελεί κανένα λόγο για αναβολή του αγώνα και της μάχης σε ένα είδος ανάθεσης στο άπειρο της «οριστικής σύγκρουσης».
Δεν φτάνει πλέον να καταγγέλλουμε ότι οι μάζες εκφράζουν την ανάγκη για σπίτια, νοσοκομεία, να μην πεθαίνουν στα γκέτο που δέχονται εισβολή με αέρια … αλλά να αντιληφθούμε πως εάν δεν υπάρχουν άλλα σπίτια να καταλάβουμε ή να επιτάξουμε, είναι επειδή στη θέση τους τα αφεντικά μας βάζουν να κατασκευάζουμε στρατώνες ή φυλακές, πως αν δεν υπάρχουν πλέον νοσοκομεία, είναι επειδή τα κέρδη τους τα αφεντικά τα βρίσκουν μόνο σε εξελιγμένα ιατρικά τμήματα για λίγους προνομιούχους. ότι ο αγώνας να μην πεθαίνουμε από την εργασία και το επιβλαβές περιβάλλον συγκρούεται με τον εκβιασμό να πεθάνουμε της πείνας. ότι οι δυνατότητες που δίδονται από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συγκρούονται με τις επιταγές του νόμου του κέρδους. Αυτό μεταφέρει προς τα εμπρός την αντίφαση καθιστώντας σαφέστερο το πεδίο της σύγκρουσης και τους κοινωνικές αιτίες του ταξικού πολέμου.
Η φάση του προλεταριακού πολέμου έχει ήδη ξεκινήσει και στην επαναστατική πορεία δίδεται η δυνατότητα ικανής οργάνωσης για την επιβολή των πολιτικών και υλικών αναγκών της τάξης, αναγκών εξουσίας καθότι εγγενείς στις θεμελιώδεις προσδοκίες του γενικότερου συμφέροντος. διότι πολιτική σύνθεση των υψηλότερων επιπέδων των αγώνων. επειδή αυτόνομες από τις αναγκαιότητες, από τα προβλήματα και τις τύχες του καπιταλισμού που πεθαίνει. γιατί σε στενή διαλεκτική με το κομμουνιστικό πρόγραμμα απελευθέρωσης από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας.
Οικοδόμηση εδώ και αμέσως των χαρακτήρων της νέας κοινωνίας στην οποία:
Απελευθέρωση χρόνου από την απαραίτητη εργασία – ανασύνθεση των πολλαπλών ανθρώπινων δραστηριοτήτων – διαφορετική στοχοθέτηση της ανθρώπινης εργασίας – ικανοποίηση όλων των αναγκών μέσα στις δυνατότητες που δίδονται από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων – επαναφορά ενός νέου προλεταριακού διεθνισμού.
Σήμερα είναι δυνατόν να πραγματοποιήσουμε την αναντικατάστατη επιχείρηση του κόμματος που εντοπίζοντας τα νευραλγικά κέντρα του εχθρικού σχεδίου, να δίνει ζωτικότητα και σφρίγος και πραγματικές δυνατότητες σε όλο το σύστημα της ένοπλης προλεταριακής δύναμης μέσα στην πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία της έκφρασης και των επιτευχθέντων επιπέδων οργάνωσης και πολιτικής ομοιογένειας.
Για όλο αυτό σκοπεύουμε να διαμορφώσουμε ένα γενικό πολιτικό πρόγραμμα συγκυρίας που να έχει μέσα του την πολλαπλή και πολυδιάστατη πτυχή της δράσης ως κόμμα, τόσο δηλαδή μέσα στη μάχη όσο και στην προπαγάνδα του προγράμματος, όπως επίσης και το πραγματικό στοιχείο χτισίματος και κατάκτησης των Άμεσων Πολιτικών Προγραμμάτων στους διάφορους τομείς της τάξης, να είναι η έκφραση μιας ευρύτερης πολιτικής ενότητας που να αφορά τις «μεγάλες μάζες», στο δρόμο του γενικευμένου εμφυλίου πολέμου.
Σκοπεύουμε να πούμε πως να ενεργείς σαν κόμμα σε αυτή τη συγκυρία, αποκτά την αξία της συνολικής κατεύθυνσης τόσο σε σχέση με τις διαφορετικές ομοιογενείς ταξικές πραγματικότητες μέσα στις οποίες έχει ήδη ξεκινήσει μια σταθερή διαδικασία οργάνωσης και ανίχνευσης προγράμματος, όσο και σε σχέση με τις ευρύτερες πραγματικότητες οι οποίες δεν ανάγονται άμεσα σε πρωτοβουλίες Κόμματος και μεμονωμένους τομείς, αλλά αφορούν ολόκληρο το μητροπολιτικό προλεταριάτο. Το πρόγραμμα που σκοπεύουμε να ξεκινήσουμε εντοπίζει τρία αδιαχώριστα κεντρικά σημεία που σήμερα χαρακτηρίζουν τη σύγκρουση μεταξύ προλεταριάτου και μπουρζουαζίας.
Η ιμπεριαλιστική κρίση γεννά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να αποτρέψει τον πόλεμο. Ο πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι ένα ουσιαστικό βήμα για τη μετάβαση στον κομμουνισμό.

Πόλεμο στην εξαπόλυση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, πόλεμο στο Νato, πόλεμο στην βιομηχανία του πολέμου, πόλεμο στην προληπτική αντεπανάσταση, πόλεμο στους στρατιωτικούς προσδιορισμούς του πολιτικού σχεδίου εξόντωσης του προλεταριακού ανταγωνισμού, ως προϋπόθεση για την αποδιάρθρωση όλου αυτού που αντιτίθεται στο οπλισμένο χέρι, την επιβολή ενός νέου προλεταριακού διεθνισμού και την εσωτερική δυνατότητα κάθε χώρας να απελευθερωθεί από την καπιταλιστική δικτατορία. Είναι επομένως πόλεμος για να καταστρέψουμε το σχέδιο, τους άνδρες, τα μέσα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, τόσο στο εσωτερικό μέτωπο όσο και στο εξωτερικό. είναι πόλεμος για να καταστρέψουμε την υλική βάση, τις οικονομικές επιλογές επάνω στις οποίες τροφοδοτείται ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και αντλεί τις ευκαιρίες για να εξαπολυθεί. είναι πόλεμος για να καταστρέψουμε τη στρατιωτική μηχανή που δίνει τις κατευθυντήριες μιας επαναφοράς ενός υψηλότερου επιπέδου ιμπεριαλιστικής καταπίεσης σε ολόκληρο τον πλανήτη. Για όλα τα στρώματα της τάξης αυτό σημαίνει να οικοδομήσουμε την ικανότητα να επιτεθούμε σε αυτό το σχέδιο σε κάθε κατάσταση κατακτώντας την κύρια πτυχή της αντίφασης έτσι όπως παρουσιάζεται: δηλαδή επίθεση στο σχέδιο ελέγχου, προληπτικής αντεπανάστασης, εξόντωσης του περιθωριοποιημένου και εκτός νόμου προλεταριάτου στα αστικά γκέτο. των εργατών και των εργαζομένων των υπηρεσιών στα εργοστάσια και στους χώρους εργασίας, των προλετάριων κρατουμένων στις περισσότερο ή λιγότερο ειδικές ακτίνες των Κρατικών lager. είναι επομένως έδαφος για το χτίσιμο και την κατάκτηση των συγκεκριμένων Άμεσων Πολιτικών Προγραμμάτων τομέα ενάντια σε όλο αυτό που έρχεται σε αντίθεση με την ανασύνθεση της τάξης και τον αγώνα για τις πολιτικές ανάγκες του μητροπολιτικού προλεταριάτου. Είναι επίσης στοιχείο ενότητας και κινητοποίησης ολόκληρου του προλεταριάτου που ανασυντίθεται μέσα στην ευρύτερη ενότητα όλων εκείνων που μάχονται ενάντια στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, ενάντια στην καπιταλιστική καταπίεση.
Είναι σύνθεση μεταξύ του πολιτικού προγράμματος επαναπροσδιορισμού ενός νέου προλεταριακού διεθνισμού και πραγματικής δυνατότητας ανάπτυξης, ύπαρξης και επιβεβαίωσης του επαναστατικού κινήματος.
Πόλεμο στην υλοποίηση του σχεδίου απέλασης εργατικού δυναμικού, το οποίο βρίσκει τροφή στη νέα οργάνωση της εργασίας και στον επαναπροσδιορισμό-σιδηρά κυβέρνηση της αγοράς εργασίας.
Σχέδιο που βασίζεται στην πολιτική επίθεση στην ταξική ανασύνθεση, στην δύναμη και ακαμψία της εργατικής τάξης που απασχολείται και στους εργαζόμενους στις υπηρεσίες, που στοχεύει να εργάζονται όλο και περισσότερο και πάντα λιγότεροι εργαζόμενοι, στον επαναπροσδιορισμό και επομένως στον ταξικό διαχωρισμό που ξεκινάει από τα τμήματα παραγωγής μέχρι το Γραφείο Απασχόλησης. Πόλεμος εναντίον όλου αυτού που ευνοεί μεγαλύτερη παραγωγικότητα για τα αφεντικά, μεγαλύτερη εκμετάλλευση, διαίρεση, βλαπτικότητα, εκβιασμό για εμάς. Η επίθεση του Κόμματος στα νευραλγικά κέντρα αυτού του σχεδίου μπορεί να συζευχθεί αμέσως με το στρατιωτικό πολιτικό έδαφος που είναι κατάλληλο για την τάξη ώστε να επιτεθεί, να αποδιαρθρώσει, να σαμποτάρει τα βασικά σημεία της λειτουργίας του για όλους τους κλάδους της τάξης, που η αναδιάρθρωση του κεντρικού παραγωγικού κύκλου σήμερα επανατοποθετεί και λειτουργικοποιεί στον κύριο πυρήνα της επανέναρξης του ασθματικού μηχανισμού συσσώρευσης. Η κοινή δράση του Κόμματος, των Επαναστατικών Μαζικών Οργανισμών και του Επαναστατικού Μαζικού Κινήματος, άρρηκτα συνδεδεμένη με τα γενικά συνθήματα: «κατεδάφιση της μισθωτής εργασίας» ,να δουλεύουν όλοι να δουλεύουν λιγότερο και για διαφορετικούς σκοπούς «, βρίσκουν κατανοητή ανίχνευση της επεξεργασίας των γενικών σημείων του προγράμματος στην επίθεση του Κόμματος στο συνολικό σχέδιο της νέας καπιταλιστικής τάξης, και των Άμεσων Πολιτικών Προγραμμάτων τα οποία, στην απόρριψη της εκδίωξης ως άρνηση της διατήρησης της σχέσης εμπορευματοποίησης του εργατικού δυναμικού, και της στρωματοποίησης, συγκεκριμενοποιούνται ξεκινώντας από την τεράστια δυνατότητα αγώνα, οργάνωσης και μάχης. από την καρδιά της παραγωγής μέχρι τα περιφερειακά τερματικά παραγωγής, καθώς και από τα κέντρα που κυβερνούν την αγορά εργασίας.

Πόλεμο στο σχέδιο της διαφοροποιημένης συμπίεσης του κόστους της κοινωνικής αναπαραγωγής, που αρνείται την ικανοποίηση των ιστορικά πιθανών αναγκών της τάξης, που περιέχονται ως κατάκτηση μιας διαφορετικής ποιότητας της ζωής μέσα στον αγώνα και στη συνείδηση ολόκληρου του προλεταριάτου. Πόλεμο εναντίον των διαφόρων σχεδίων φρενήρους αντιπρολεταριακής μήτρας, και των εμπνευστών και εκτελεστών τους. πόλεμο ενάντια στις δομές στις οποίες αυτά επεξεργάζονται, στο ιμπεριαλιστικό προσωπικό που τα ερμηνεύει σήμερα καλύτερα και τα θέτει σε πράξη. Πόλεμο λοιπόν σε όλο αυτό που εμποδίζει την προλεταριακή επιβολή του αλατιού και του ρυζιού … και των τριαντάφυλλων ως σύνθεση των προσδοκιών όλου του προλεταριάτου στην επιβολή των εξελισσόμενων αναγκών της τάξης, μέσα σε αυτές τις δεδομένες ιστορικές συνθήκες ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Είναι πόλεμος ενάντια αυτού που συνδέει τις υλικές συνθήκες και ζωής της τάξης στην καπιταλιστική παράδοση που μετράται με κέρδος, ξεκινώντας από την προλεταριακή απόρριψη της ανταλλαγής και της εμπορευματοποίησης της υγείας στους χώρους εργασίας και στην επικράτεια. από την προλεταριακή επιβολή μέχρι τη συλλογική απαλλοτρίωση των εισοδημάτων. στη μη διαπραγμάτευση μέσα στα όρια των νόμων της συσσώρευσης, των συνθηκών διαβίωσης των ανθρώπων. Ο πόλεμος ενάντια στα Σχέδια αντιπρολεταριακής επίθεσης βρίσκει έδαφος οργάνωσης και κατάκτησης στον οποίο η τοποθέτηση των συλλογικών υλικών αναγκών συστήνει αμέσως δίπλα στην καταστροφή αυτού του συστήματος, τα στοιχεία της κατασκευής της νέας κοινωνικότητας και της επαναστατικής νομιμότητας η οποία κατάκτηση δεν είναι μόνο προεικόνιση, αλλά ζωντανή και δρώσα πραγματικότητα μέσα στην ασταμάτητη συσσώρευση επαναστατικής δύναμης και διάβρωσης του αστικού καθεστώτος.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
μόνο η είσοδος στο πεδίο της οργάνωσης των μαζών στο έδαφος της μάχης για την εξουσία μπορεί τώρα να σηματοδοτήσει με χαρακτηριστικά φωτιάς το νικηφόρο μονοπάτι της επαναστατικής διαδικασίας. Μόνο ένα Πρόγραμμα του Κόμματος που να δίνει τροφή στην πολιτική επανένωση όλου του προλεταριάτου, σε όλες τις πτυχές μέσα στις οποίες ζει η κύρια αντίφαση, μπορεί πραγματικά να πετύχει την αναγκαία μετάβαση για να μετατρέψει τις χίλιες εκφράσεις του ανταγωνισμού και της προλεταριακής αντίστασης σε ένα σύστημα σταθερής και νικηφόρας εξουσίας. Μόνο ξεκινώντας από μια ενότητα Προγράμματος που να καταγράφει το υψηλότερο σημείο του εχθρικού σχεδίου μέσα στη συγκυρία, είναι δυνατό να εξυψώσουμε, να ενισχύσουμε και να ενώσουμε ξανά τις διάφορες αρθρώσεις που ζουν μέσα στα διαφορετικά τμήματα της τάξης. Γύρω από αυτό το Γενικό Πρόγραμμα είναι δυνατόν να οικοδομήσουμε και να κατακτήσουμε τα υψηλότερα επίπεδα Κοινωνικής Επικοινωνίας των αγώνων, της οργάνωσης, της προλεταριακής μάχης, να χτίσουμε και να κατακτήσουμε τα υψηλότερα επίπεδα πολιτικής ανασύνθεσης. είναι δυνατόν να σπάσουμε τους πολιτικούς, οικονομικούς, στρατιωτικούς και ιδεολογικούς κλωβούς μέσα στους οποίους το σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας θέλει να εξορίσει και να στεγανοποιήσει το επαναστατικό μαζικό κίνημα.
Να οικοδομήσουμε το Αντιιμπεριαλιστικό Μαχόμενο Μέτωπο. Να χτίσουμε τους Επαναστατικούς Μαζικούς Οργανισμούς. Να χτίσουμε το Κομμουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η πρώτη φάση της ανάκρισης του yankee γουρουνιού Dozier, έφερε στο φως τις προσωπικές του ευθύνες στη μακρά καριέρα του ως σφαγιαστή. Η συνεργασία του για μας δεν είναι ‘διόρθωση της στάσης του’, αλλά καρπός του συσχετισμού δύναμης που έχει αλλάξει, ούτε απόσβεση της ευθύνης απέναντι στους λαούς όλου του κόσμου.
Η ανάκριση συνεχίζεται επάνω σε αυτά τα θέματα: πολιτική του Νατο στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο, ανάπτυξη της ένοπλης αντεπανάστασης · πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας για την προετοιμασία του 3ου παγκοσμίου πολέμου.

Κάνουμε γνωστά σε όλους τους προλετάριους, σε όλους τους επαναστάτες, τα πιο σημαντικά βήματα αυτής της πρώτης φάσης της ανάκρισης:
Ξέρεις γιατί σε συλλάβαμε;
όχι όχι, δεν γνωρίζω.
Ξέρεις τι είναι οι Br;
– Ναι, μια ομάδα ανταρτοπόλεμου, αλλά πριν τη σύλληψή μου νόμιζα ότι ήταν απλώς ένα ιταλικό πρόβλημα, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι είναι διαφορετικά.
Λοιπόν, τώρα θα σου εξηγήσουμε γιατί σε συλλάβαμε και κλείσαμε σε μια φυλακή του λαού. Μέσα από εσένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το Νατο, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική η οποία εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα επέτρεψε στις Ηπα, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον αμερικανικό στρατό κατοχής, έπειτα με τον ενσωματωμένο στρατό του Νατο, να κατασκευάσουν μια στρατιωτική πολιτική τάξη υποταγμένη πλήρως στα συμφέροντα των πολυεθνικών Usa. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη Cia. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική του Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει την ανίχνευση της ιστορίας της υποδούλωσης των ιταλών καπιταλιστών και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών σωμάτων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των αμερικανικών πολυεθνικών. Η στρατιωτική σου καριέρα είναι η ιστορία της αμερικανικής επιθετικότητας εναντίον των απελευθερωτικών αγώνων και των επαναστάσεων της νοτιοανατολικής Ασίας, ενάντια στους αγώνες του προλεταριάτου στην Ευρώπη.
Αυτή η δίκη είναι ένα νέο επεισόδιο της μακράς μάχης που αντιπαραθέτει τις επαναστατικές δυνάμεις και τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό Ηπα. Σε αυτή την περίπτωση, για εσένα, να μην λερωθείς με νέα εγκλήματα σημαίνει να συνεργαστείς με τις επαναστατικές δυνάμεις για να αποκαλύψεις το σχέδιο Usa κυριαρχίας και πολέμου εναντίον του διεθνούς προλεταριάτου και των λαών που μάχονται για την απελευθέρωση τους. Διαφορετικά θα λάβουμε υπόψη ότι και σήμερα εσύ συνεχίζεις να υπερασπίζεσαι τον ιμπεριαλισμό, να διεκδικείς την πολιτική του, συνεχίζεις να είσαι συνεργός και υπεύθυνος.
Συνεργός … όχι, κατάλαβα εκείνο που ζητάτε, λέω την αλήθεια. Αυτό που ξέρω λέγω.
Τώρα ας αρχίσουμε να μιλάμε για την στρατιωτική σου καριέρα. Για κάθε στάδιο καθόρισε τις ημερομηνίες, τους τόπους και ποιος είχε τα πιο σημαντικά καθήκοντα.
Καταλαβαίνω. Το ’52 μπήκα στο West Point. Το ’51 ήμουν φοιτητής στη Florida και ήμουν μέλος της Εθνικής Φρουράς. Ήταν η εποχή του πολέμου στην Κορέα. Τον σεπτέμβριο υπήρξε η ευκαιρία να μπω σε μια σχολή προετοιμασίας στο West Point. Στη συνέχεια αφού τέλειωσα από αυτή της σχολή μπήκα στο West Point.
Ο διοικητής (superintendent) της σχολής ήταν ο Ltc B. Bryan ( στρατηγός 3 αστέρων). Ήμουν υπολοχαγός όταν βγήκα. Από το ’56 έως το ’57 έκανα μια εκπαίδευση ενός χρόνου στη σχολή αλεξιπτωτιστών του Fort Benning στη Georgia και στα τεθωρακισμένα στο Fort Knox στο Κεντάκι. Στη συνέχεια ήμουν στη Γερμανία από το ’57 έως το ’61 στο 2ο θωρακισμένο σύνταγμα ιππικού στο Bemberg. Ο διοικητής του συντάγματος τώρα δεν θυμάται ποιος ήταν εκείνη την εποχή, θα σας το πω αργότερα αλλά διοικητής της μοίρας μου ήταν ο Ltc Whitick.
Ήσουν εθελοντής;
Ναι, εθελοντής. Το σύνταγμα μου δεν ήταν μέρος του τομέα, ήταν ξεχωριστό και είχε το καθήκον να περιπολεί στη συνοριακή περιοχή μεταξύ των δύο Γερμανιών. Το ’61 επέστρεψα στις Ηπα στο F. Knox και αμέσως πριν τη σχολή του F. Knox προήχθη σε captain. Κατά το διάστημα αυτό υπήρχαν δύο επίπεδα σχολών: το βασικό και το προηγμένο τμήμα για υπηρεσίες αξιωματικού, διοικητή του προσωπικού κ.λ.π. Έμεινα εκεί για 9 μήνες. Ο διοικητής της σχολής ήταν ο στρ. Myers, δύο αστέρια. Στη συνέχεια πήγα στο Tukson και μελέτησα την αεροναυπηγική μηχανική για να εισέλθω στο West Point ως καθηγητής. Στο West Point δίδαξα για τρία χρόνια, μπήκα το ’64 ως captain, όταν τελείωσα ήμουν maggiore-major-OF-3.
Εκείνη την εποχή ποιος ήταν διοικητής-comandante;
 O superintendent ήταν MG, ονομάζεται Bennet. Στη συνέχεια πήγα στην σχολή διοίκησης και Επιτελείου του Κάνσας. Αυτή η σχολή είναι προετοιμασίας για θέσεις στο Γενικό Επιτελείο. Μαθαίνουμε τα καθήκοντα των αξιωματούχων Επιτελείου: προετοιμασία των εγγράφων συμπεριλαμβανομένης της τακτικής, πολύ τακτική σε επίπεδο της division και χαμηλότερων επιπέδων. Είναι το Fort Leavenwort με διοικητή τον MG Davison. Βγήκα το ’68 με τον βαθμό του maggiore-major.
Σε εκείνα τα χρόνια υπήρξε η κρίση με την Κούβα και η δράση του κόλπου των Χοίρων, τι πιστεύεις γι αυτά τα γεγονότα που σε βρήκαν ως αξιωματικό που εισέρχονταν στις ανώτερες τάξεις διοίκησης του αμερικανικού στρατού;
Η πυραυλική κρίση ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός για τις Ηπα, επειδή υπήρχαν πύραυλοι ακριβώς έξω από την πόρτα των Usa. Ήταν απολύτως απαραίτητο οι πύραυλοι να εγκαταλείψουν την Κούβα. Αλλά η επιχείρηση πιθανώς δεν ήταν καλά οργανωμένη, όχι καλά προετοιμασμένη. Δεν ήμουν εκεί, αλλά από αυτά που έμαθα οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν πολύ λίγες. Ήταν ένα λάθος. Η εκτέλεση υπήρξε ένα λάθος.
Είναι γνωστό ότι είναι συνηθισμένη πρακτική των Ηπα να εκπαιδεύουν ομάδες κρατών για να ανατρέψουν τις λαϊκές κυβερνήσεις αυτών των χωρών. Που εκπαιδεύονταν εκείνοι οι αντικαστριστές;
Σίγουρα σε μυστικές βάσεις. Αλλά εγώ δεν ξέρω πού, δεν ξέρω ποιος ήταν τότε ο διοικητής.
– Και στη συνέχεια τι έκανες; 
Από το ’67 έως το ’68 βρισκόμουν στο Βιετνάμ, ήμουν αξιωματικός του Επιτελείου, επιχειρησιακό τμήμα, 3ο σώμα στρατού του Νοτίου Βιετνάμ. Το Βιετνάμ χωρίστηκε σε 4 περιοχές παρέμβασης, το 1ο σώμα στο Βορρά, το 2ο σώμα στο Κέντρο, το τρίτο σώμα στα Κέντρο-Νότια, το 4ο στο Νότο.
Ποια ήταν τα καθήκοντα σου στη ζώνη του 3ου σώματος;
Βρισκόμουν σε ένα σύνταγμα ιππικού, το XI, το καθήκον μας ήταν να αναχαιτίζουμε τα συντάγματα των εχθρών όταν αυτοί έρχονταν από την Καμπότζη προς τα Νότια. Μετά αυτοί υποχωρούσαν όπως και εμείς στη βάση. Μετά από μια εβδομάδα, 10 ημέρες και πάει λέγοντας. Ήταν μια ζώνη με μεγάλη διείσδυση στο νότο. Κάναμε συνεχώς επιχειρήσεις «Reconnaissance in Force» ή Rif και «Hunt and Kill» (μαζική αναγνώριση και κυνήγι και εκτέλεση).
Σε ποια ζώνη ακριβώς επιχειρούσες;
Σε όλη τη συνοριακή ζώνη και στα σύνορα της Καμπότζης. Εμείς την αποκαλούσαμε ζώνη πολέμου «Delta» και ή «Charlie».
Σε ποιο σημείο βρίσκονταν η βάση;
Σε πολλά μέρη το σύνταγμα μας είχε μια μεγάλη κινητικότητα. Αλλά γενικά η βάση εφοδιαστικής μας ήταν στο Long Bin. Ο διοικητής αυτής της περιοχής ήταν ένας νοτιοβιετναμίτης ο Do Cao Tri, ο αμερικανός διοικητής ήταν ο συνταγματάρχης Patton.
Ποια εξήγηση δίνεις για την πολιτική και στρατιωτική σας ήττα στην Ινδοκίνα και το Βιετνάμ ειδικότερα;
Δεν διακόψαμε ποτέ, ποτέ δεν καταφέραμε να διακόψουμε την κίνηση εφοδιασμού σε άνδρες και πολεμοφόδια από το Βορρά προς τον Νότο. Σε αυτήν την κατάσταση για να συνεχίσουμε τον πόλεμο στο Νότο ήταν απαραίτητο να σταματήσουμε αυτή την κίνηση. Δεν το καταφέραμε.
Μεταξύ του ’65 και του ’69, όταν ήσουν εκεί, είχαν ήδη διανείμει 4,5 εκατομμύρια τόνους βομβών από το Βορρά προς τον Νότο που χρησιμοποιήθηκαν και για αυτό, γιατί κατά τη γνώμη σου δεν μπορέσατε να διακόψετε το μονοπάτι του ‘Ho Chi Min’;
Οι βομβαρδισμοί στο Βορρά ήταν «ανεπαρκείς». Διακόπτονταν πάρα πολλές φορές δεν ήταν αρκετά σταθεροί. διαρκούσαν 2 εβδομάδες, 3 εβδομάδες και μετά stop. μετά περίοδοι παύσης και πάλι έτσι. Δεν υπήρχε σταθερότητα.
Πώς εξηγείς αυτά τα stop;
Πιστεύω επειδή ο λαός των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν κουρασμένος από τον πόλεμο. Πολλοί νέοι δεν ήθελαν να πάνε στο Βιετνάμ, επειδή πιστεύω ότι ο αμερικανικός λαός δεν ήταν προετοιμασμένος για τον πόλεμο. Και η πορεία του πολέμου δεν προχωρούσε πολύ καλά. Ήταν μια πολύ άσχημη περίοδος.
Στο Βιετνάμ οι αμερικανοί εκτός από τη διεξαγωγή «συμβατικού» πολέμου εκπαίδευσαν τις νοτιοβιετναμέζικες μονάδες και μαζί με αυτούς έκαναν ανταρτοπόλεμο.
Ναι, αυτή η εκπαίδευση ξεκίνησε το ’62 – 63…
Είπατε ότι στο Βιετνάμ λύσατε το πρόβλημα του ανταρτοπόλεμου «καλά» και όλοι γνωρίζουμε τι γενοκτονία υπήρξε. Στη Δύση πώς είστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσετε τον ανταρτοπόλεμο; Γνωρίζουμε ότι σώματα όπως οι αλεξιπτωτιστές, οι commandos, οι λιμναίοι καταδρομείς, οι υποβρύχιοι επιδρομείς και οι αλπικές ομάδες είναι ήδη προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο αυτό ‘σκουπίζοντας’ στις χώρες και ήδη οπλισμένοι με αντισυμβατικά όπλα.
Πιστεύω ότι εξαρτάται από το μέγεθος της μάχης, όμως εάν πρόκειται για πόλεμο μικρών μονάδων είμαστε έτοιμοι, επειδή είναι μέρος της κανονικής εκπαίδευσης, ονομάζεται «τακτική μικρής μονάδας». Αλλά αυτό που είπατε (λιμναίοι καταδρομείς κλπ.) εκείνα είναι τμήματα για τον αντισυμβατικό πόλεμο, εμείς τον ονομάζουμε «ειδικό πόλεμο» (antiguerrilla). Στις Ηπα έχουμε μια σχολή για να μάθουμε από την εμπειρία μας στο Βιετνάμ σχετικά με τον ειδικό πόλεμο.
– Πως ονομάζεται αυτή η σχολή;
Ονομάζεται JF Kennedy Special Warefare Center. Αυτή η σχολή είναι μόνο για το στρατό μας, αλλά υπάρχουν πολλοί αξιωματικοί από συμμαχικές χώρες οι οποίοι αποστέλλονται επί πληρωμή από τα κράτη τους σε αυτή τη σχολή. Υπάρχουν παρόμοιες σχολές στη Γαλλία και την Αγγλία, δεν ξέρω αν και στη Γερμανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία. Πιστεύω ωστόσο ότι το κύριο καθήκον αυτού του ειδικού πολέμου ανήκει στα CC [συμβατικά σώματα] και στα σώματα για τα οποία μιλούσατε προηγουμένως, αλλά αν ορισμένα τμήματα απέχουν πολύ από το θέατρο της συμβατικής επίθεσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για «ειδικό πόλεμο».
Σε ποιο επίπεδο βρίσκονται οι αλπινιστές χρησιμοποιούμενοι στον ειδικό πόλεμο;
Για τον δικό τους τύπο πολέμου: βουνά, δύσκολα εδάφη, κλπ., βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο. Καλά εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι έχουν ανεπτυγμένο χαρακτήρα και πείσμα.
Τόσο σε αυτό όσο και στο Βιετνάμ θα επιστρέψουμε αργότερα. Συνεχίζουμε να μιλάμε για την καριέρα σου. Με ποιο βαθμό έφυγες από το Βιετνάμ;
Maggiore-major. Στη συνέχεια πήγα στο Πεντάγωνο από το ’69 έως το ’71. Ήμουν Λειτουργικός Κρατικός Αξιωματικός, υπεύθυνος για την περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας, στο τμήμα μου ήταν επικεφαλής ένας συνταγματάρχης, ο Watkins. Λάμβανα νέα από τη Saigon δύο φορές την ημέρα για τις δράσεις στο Βιετνάμ. Μια φορά την εβδομάδα έκανα τη σύνοψη όλων των ενεργειών της εβδομάδας για όλους τους ανώτερους αξιωματικούς του Γενικού Επιτελείου, τον επικεφαλής της SM, τους επικεφαλής των διαφόρων τμημάτων. Αυτό βοηθούσε να μάθουμε πώς πήγαινε ο πόλεμος μέρα με τη μέρα.
Πώς διαβίβαζε το Γενικό Επιτελείο του Πενταγώνου τις αποφάσεις για τη διεξαγωγή του πολέμου στο Νότιο Βιετνάμ;
Στο Βιετνάμ υπήρχε μια διοίκηση, ονομαζόταν Macv (Military Assistant Comand Vietnam), ο επικεφαλής της διοίκησης αυτής πρέπει να αναφέρει απευθείας στον αρχηγό του Επιτελείου Άμυνας των ΗΠΑ. Στο Πεντάγωνο υπάρχουν 4 επιτελεία Άμυνας Θαλάσσιο Αεροπορικό Στρατού. Όλα είναι ξεχωριστά, αλλά το υψηλότερο επιτελείο είναι η Άμυνα. Όλες οι υπηρεσίες εξαρτώνται από αυτό το Επιτελείο. Οι αποφάσεις για τον πόλεμο λαμβάνονταν στο Βιετνάμ και από το Επιτελείο Άμυνας. Τα άλλα δεν έπαιρναν αποφάσεις παρείχαν άνδρες και μέσα για να πολεμήσουν στο θέατρο του πολέμου.
– Συνέχισε…
– Το ’72 πήγα στη Γερμανία ήμουν αντισυνταγματάρχης, παρέμεινα μέχρι το ’73.
– Ποιο ήταν το καθήκον σου;
Διοίκηση μοίρας θωρακισμένου ιππικού.
– Βάση;
– Schwabach στη Νυρεμβέργη, διοικητής Buckingaham (BM).
Στη Γερμανία εκείνη την περίοδο υπήρξε μια επιθετική εκστρατεία της Raf κατά των Usa και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Έτσι ο ισχυρισμός που έκανες στην αρχή, ότι πριν από τη σύλληψή σου νόμιζες ότι ο πόλεμος ήταν απλώς ένα εσωτερικό πρόβλημα στη χώρα όπου γεννιέται, απορρίπτεται.
– …(σιωπή)
– Τι σκεφτόσουν τότε;
Ξέρω μόνο ότι ήταν ένα φοβερό πράγμα υπήρχαν πολλές βόμβες 2 ή 3 νεκροί, μεγάλες εκρήξεις και πολλές κατεστραμμένες δομές. Δεν ήταν μια καλή περίοδος.
Τον Ιούνιο του ’73, πήγα στην σχολή Πολέμου Carlisle στην Πενσυλβάνια, διοικητής MG Davis.
– Πως είναι αυτή; Εξήγησε την…
Είναι μια σχολή που προετοιμάζει για τα υψηλά επίπεδα του στρατού υπάρχουν 3 επίπεδα. Το δεύτερο επίπεδο είναι το προηγμένο μάθημα και προετοιμάζει για ένα ανώτερο επίπεδο δευτερεύοντα επιτελεία και μια υπηρεσία για τους διοικητές των λόχων κλπ. Το τρίτο επίπεδο είναι το State College και έχω ήδη πει ότι το τελευταίο επίπεδο είναι το College of War όπου μαθαίνεις πώς λειτουργεί στις διάφορες δομές η διοίκηση.
Ετοιμαζόμουν γι ‘αυτό.
Προετοιμαζόσουν να επιστρέψεις στο Πεντάγωνο;
– Ναι, αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Πιθανόν στο Πεντάγωνο. Αναμφισβήτητα σε υψηλό επίπεδο.
Ποιος διοικούσε τη σχολή;
Πιστεύω ο στρατηγός Snif. αλλά δεν είμαι σίγουρος. Έφυγα το ’74 με τον βαθμό του υπολοχαγού και μπήκα στο Πεντάγωνο.
– Ποιο ήταν το  καθήκον σου στο Πεντάγωνο;
– Είχα την ευθύνη του Προϋπολογισμού και Οικονομικών.
Ποιος ήταν ο ανώτερος σου στο Πεντάγωνο;
Επικεφαλής ήταν ο Μάρτιν Χόφμαν, έφυγα το ’76 ως συνταγματάρχης. Αργότερα στο Fort Hood στο Τέξας το ’76 και βγήκα στη δεκαετία του ’80 ως στρατηγός.
Στο Fort Hood ήμουν αρχικά διοικητής μιας ταξιαρχίας τεθωρακισμένων. Μετά Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Σώματος του Fort Hood. Το Fort Hood είναι πολύ μεγάλο: 50.000 στρατιώτες, 2 τμήματα και πολλές μικρότερες δομές.
Και μετά  στη Verona…
Ναι βρέθηκα στο Monterey για να μάθω ιταλικά.
Διαβάζουμε ότι ένας ταγματάρχης των CC-καραμπινιέρων σε είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο μιας αντάρτικης επίθεσης. Μπορείς να μας πεις το όνομα;
Νομίζω ότι ονομάζεται cap. Fedele είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια της Διοίκησης της Βερόνα. Επίσημα θυμάμαι ότι είχα λάβει δύο φορές ανακοινώσεις σχετικά με την πιθανότητα δράσεων στην περιοχή μας εναντίον αμερικανών στρατιωτικών.
Αυτή η είδηση ήρθε από έναν αμερικανικό αξιωματικό της Διοίκησης. Είναι καταγεγραμμένο, είναι ένας Κρατικός αξιωματούχος.
Από ποιον έρχονται αυτά τα νέα;
Σίγουρα από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, ωστόσο μετά την επίθεση στο Kroesen έχουμε αυξήσει την ασφάλεια στη Vicenza και στη Verona.
– Εμείς είδαμε ανθρώπους με πολιτικά έξω από  το κτίριο  (…) και το κτίριο Carli.
Κυρίως θα έπρεπε να είναι ιταλοί, δεν ξέρω αν αμερικανοί.
Ποιος είναι ο Εκπρόσωπος της Navsouth και της Strikforsouth στη Βερόνα;
Για τη Strikforsouth (VI στόλο) έχουμε έναν πλοίαρχο: cap. Lishter, και αντισυνταγματάρχη του ναυτικού Ltc Shinnich που ζει στο Preati στη Βερόνα.

Για τον Κομουνισμό-Per il comunismo,
ερυθρές Ταξιαρχίες για την οικοδόμηση του κμΚ-Brigate rosse per la costruzione del Pcc.
6-1-82

Πηγή: ΣΧΕΔΙΟ ΜΝΗΜΗΣ, τα γραμμένα λόγια-PROGETTO MEMORIA, Le parole scritte, Sensibili alle foglie, Roma 1996.

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-3/

Αποτέλεσμα εικόνας για maurizio ferrari,br

 

Συζήτηση με τον Μ.Φερράρι με αφορμή τα 70 χρόνια ΝΑΤΟ: Πέμπτη 13/6 21.00 στον πολιτικό χώρο στη Σπ.Τρικούπη 44

By  | June 10, 2019

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ

ΚΑΙ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΜΕΛΟΣ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ

ΜΑΟΥΡΙΤΣΙΟ ΦΕΡΡΑΡΙ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ 70 ΧΡΟΝΙΑ ΝΑΤΟ

ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ & ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ

ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ “ΕΙΡΗΝΗ” & ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ:

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ (ΘΕΣ/ΝΙΚΗ)

ΠΕΛΟΤΟ – ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ & ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ (ΞΑΝΘΗ)

ΠΕΜΠΤΗ 13/6 ΣΤΙΣ 21.00  – η αυριανή συζήτηση με το σύντρφο Μ.Φερράρι θα ξεκινήσει τελικά στις 19.00 κ όχι στις 21.00

ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΧΩΡΟ ΣΤΗ ΣΠ.ΤΡΙΚΟΥΠΗ 44 (ΕΞΑΡΧΕΙΑ)

ΤΑΞΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ (ΟΜΑΔΑ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ & ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ)

 

 

διεθνισμός, internazionalismo

Ciao Orso, γεια σου – Ανακοίνωση Ιταλών Μαχητών* YPG-YPJ

MEDIO ORIENTE ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ, PRIMO PIANO ΠΡΩΤΟ ΠΛΑΝΟ

Ciao Orso – Comunicato Combattenti Italian* YPG-YPJ

19 Μαρτ , 2019

Ciao Orso – Comunicato Combattenti Italian* YPG-YPJ

Ο Lorenzo, Heval Tekosher έπεσε στη μάχη. Το Ισλαμικό Κράτος, πλέον ηττημένο, σε μια από τις τελευταίες εφόδους του επιτέθηκε και σκότωσε μια ομάδα μαχητών, μεταξύ των μαρτύρων αυτής της ενέδρας υπάρχει και Αυτός.

Η συμμετοχή του στις Ypg και στις συριακές δημοκρατικές Δυνάμεις υπαγορεύθηκε από την επιθυμία να υπερασπιστεί την κουρδική και αραβική επανάσταση η οποία σήμερα βρίσκει έκφραση στη δημοκρατική Ομοσπονδία της βόρειας Συρίας και στις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές αλλαγές και ράτσας που θέλησε να υπερασπιστεί, πεπεισμένος ότι η ανθρωπότητα αξίζει κάτι καλύτερο από την καπιταλιστική κοινωνία στην οποία μεγάλωσε και της οποίας δεν υπέμεινε ποτέ τις δυναμικές του αποκλεισμού και της εκμετάλλευσης.

Ο Lorenzo είχε φύγει για τη Συρία το φθινόπωρο του 2017 αποφασισμένος να δώσει τη συμβολή του στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους. Η δική του ήταν μια δύσκολη επιλογή, παρμένη μέσα στην πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγονταν. Μια επιλογή υπαγορευμένη από τη βαθιά πεποίθηση και συνέπεια προς τις αξίες που καθοδήγησαν τη ζωή του: ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη.

Ο Heval Tekosher απέδειξε την αξία του ως μαχητής συμμετέχοντας σε πολυάριθμες μάχες: από τον ιανουάριο του 2018 όταν ο Τουρκικός στρατός μαζί με τζιχαντιστικές συμμορίες άρχισε την εισβολή της Afrin, πήρε μέρος στην υπεράσπισή της, μέτωπο στο οποίο παρέμεινε μέχρι την ημέρα της απόσυρσης των στρατευμάτων. Όταν επέστρεψε ζήτησε να σταλεί εκ νέου πίσω στο μέτωπο ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, τους τελευταίους μήνες συμμετείχε στην προώθηση των συριακών δημοκρατικών δυνάμεων μέχρι την Baghoz, μαχόμενος μέχρι την ημέρα που έπεσε.

Είναι καθήκον μας σήμερα να τιμήσουμε τη ζωή του Lorenzo, που δαπανήθηκε στο πλευρό των καταπιεσμένων, αφιερωμένος στον αλτρουισμό, ένα παράδειγμα θάρρους και ειλικρίνειας. Είναι ευθύνη μας να ακολουθήσουμε το μονοπάτι που πήρε και να τοποθετούμαστε καθημερινά στην Ιταλία, στη Συρία και σε όλο τον κόσμο, από την πλευρά των αξιών για τις οποίες ο Lorenzo αγωνίστηκε και να διατηρήσουμε τη μνήμη του ζώντας τα ιδανικά του.

ŞEHÎD NAMIRIN – I MARTIRI NON MUOIONO ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ

Combattenti Italian* YPG-YPJ Ιταλοί μαχητές

Ακολουθεί η επιστολή που άφησε ο  Heval Tekoşer

Γεια σας, αν διαβάζετε αυτό το μήνυμα είναι ένα σημάδι ότι δεν είμαι πια σε αυτόν τον κόσμο. Λοιπόν, μην θλίβεστε περισσότερο απ’ ότι πρέπει, αυτό θα ήθελα, δεν μετανιώνω για τίποτα, πέθανα κάνοντας αυτό που νόμιζα ότι ήταν σωστό, υπερασπιζόμενος τους πιο αδύναμους, και παραμένοντας πιστός στα ιδανικά της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας.
Έτσι, παρά την πρόωρη αυτή αναχώρηση, η ζωή μου εξακολουθεί να είναι μια επιτυχία, και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι έφυγα με ένα χαμόγελο στα χείλη μου. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω κάτι καλύτερο.
Σας εύχομαι το καλύτερο δυνατό, και ελπίζω ότι κι εσείς μια μέρα (εάν δεν το έχετε κάνει ήδη) να αποφασίσετε να δώσετε τη ζωή σας για τον διπλανό,, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αλλάξουμε τον κόσμο.
Μόνο νικώντας τον ατομικισμό και τον εγωισμό σε κάθε έναν από εμάς μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά.
Αυτοί είναι δύσκολοι καιροί, το ξέρω, αλλά μην παραδίδεστε στην παραίτηση, μην εγκαταλείπετε την ελπίδα, ποτέ!
Ούτε για μια στιγμή.
Ακόμη και όταν όλα φαίνονται χαμένα, και τα κακά που πλήττουν τον άνθρωπο και τη γη φαίνονται ανυπέρβλητα, προσπαθήστε να βρείτε τη δύναμη, και να την εμφυσήσετε στους συντρόφους σας.
Είναι ακριβώς στις σκοτεινότερες στιγμές που το φως σας χρησιμεύει.
Και να θυμάστε πάντα πως “κάθε καταιγίδα ξεκινά με μιαν μοναδική σταγόνα”. Ψάξτε να είστε εσείς εκείνη η σταγόνα.
Σας αγαπώ όλους, ελπίζω να μάθετε από αυτά τα λόγια, να τα φυλάξετε σαν θησαυρό.
Serkeftin!

Orso,
Tekoser,
Lorenzo.

“Ciao, se state leggendo questo messaggio è segno che non sono più a questo mondo.

Beh non rattristatevi più di tanto, mi sta bene così; non ho rimpianti, sono morto facendo quello che ritenevo più giusto, difendendo i più deboli e rimanendo fedele ai miei ideali di giustizia, uguaglianza e libertà. Quindi nonostante questa prematura dipartita, la mia vita resta comunque un successo e sono quasi certo che me ne sono andato con il sorriso sulle labbra. Non avrei potuto chiedere di meglio.

Vi auguro tutto il bene possibile e spero che anche voi un giorno (se non l’avete già fatto) decidiate di dare la vita per il prossimo, perché solo così si cambia il mondo. Solo sconfiggendo l’individualismo e l’egoismo in ciascuno di noi si può fare la differenza. Sono tempi difficili, lo so, ma non cedete alla rassegnazione, non abbandonate la speranza; mai! Neppure un attimo.

Anche quando tutto sembra perduto, e i mali che affliggono l’uomo e la terra sembrano insormontabili, cercate di trovare la forza, di infonderla nei vostri compagni.

È proprio nei momenti più bui che la vostra luce serve.

E ricordate sempre che ‘ogni tempesta comincia con una singola goccia’. Cercate di essere voi quella goccia.

Vi amo tutti spero farete tesoro di queste parole. Serkeftin!

Orso,

Tekoser,

Lorenzo

Tag: 
      

https://milanoinmovimento.com/primo-piano/ciao-orso-comunicato-combattenti-italian-ypg-ypj

ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

σκόρπιες σκέψεις...

μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει…η έφοδος στον ουρανό

Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε και μια κυριότερη, με ιστορικούς όρους, απ’ όλες τις άλλες μαζί : την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε από αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα : οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Αποτέλεσμα εικόνας για femminismo in italia anni 60

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά : οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα καταγράφει βήματα μπροστά επίσης. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες : οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Αποτέλεσμα εικόνας για rivoluzione cubana

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα : το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα ….κι ας είναι και με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento studentesco milano, mario capanna

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

O Μάριο Σάβιο μιλάει σε συγκέντρωση του κινήματος για την Ελευθερία του Λόγου

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για libretto rosso mao

 

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούγαμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώς, ομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε, είκοσι!

Σχετική εικόνα

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : η βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για piazza fontana massacre

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Cile, Allende

 

Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες του μιλάνο και της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της βρίσκονταν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριών, των ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, στις περιοχές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν απαλλοτρίωση και αυτομείωση.

Σχετική εικόνα

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιόνται ακριβώς για αυτοπροστασία : εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοοθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, στην οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων : ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ : και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναστάτωση, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε ήταν αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , πολύ πιθανό, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά ; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισόδους στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Αποτέλεσμα εικόνας για prima linea organizzazione terroristica

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατα κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις ; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

Αποτέλεσμα εικόνας για aldo moro

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη : γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento 77

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

η άρνηση της εργασίας, φωτογραφία:

 

 

ιστορία, storia

Ζώο του βουνού. Harry Villegas, όνομα μάχης “Pombo”


Συχνά αυτό που παραδίδεται στη μνήμη ως το τέλος μιας περίπτωσης είναι μια πνευματική κατασκευή, μια έννοια. Η πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία παρά μια συλλογή γεγονότων. Δύσκολο, σχεδόν αυθαίρετο να καθορίσουμε την αρχή και το τέλος. Θα ήταν ίσως πιο σωστό να μιλάμε για άνοδο και πτώση, εκδήλωση και εξάντληση. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι στα γεγονότα που χτίζουν την ιστορία των ανθρώπων θα ήταν δύσκολο να προσανατολιστούμε χωρίς να ορίζουμε συντεταγμένες. Χωρίς μια ιδέα για το τέλος και την αρχή, είναι αδύνατο να εφαρμοστούν οι ηθικές έννοιες. Συχνά το Τέλος είναι υποδειγματικό.
Ας πάρουμε την περίπτωση του Ερνέστο Γκεβάρα στη Βολιβία. Ο Τσε και οι δικοί του, ο ανταρτοπόλεμος. Η σύλληψη. Η δολοφονία. Το τραγικό τέλος, που καθορίζει την ανάδυση της χριστολογικής εικόνας. Όλοι συμφωνούμε ότι το τέλος του Τσε είναι η αρχή του θρύλου του. Αυτή η δυναμική – τέλος που είναι επίσης αρχή σε ένα άλλο επίπεδο – είναι γνωστή σε εμάς, την αντιλαμβανόμαστε ως προφανή, είναι σχεδόν κοινός τόπος.
Αλλά στην ιστορία του Ερνέστο Γκεβάρα και των δικών του υπάρχει κάτι συγκεκριμένο, ζωντανό, που ξεφεύγει από το θάνατο, εκείνη η έννοια που θεωρούμε πως είναι ένα γεγονός και αυτό για εμάς είναι το κατεξοχήν τέλος. Κάτι, ή καλύτερα, κάποιος: Pombo, Benigno, Urbano.
Ονόματα μάχης, κουβανοί διεθνιστές αντάρτες. Διέσχισαν ένα γεγονός που κατέληξε στην ιστορία ως ένα τέλος. Επέζησαν για να συναντήσουν άλλα γεγονότα παρόμοιου σημαδιού. Στην περίπτωση του Pombo, ο αγώνας στην Αγκόλα εναντίον των πορτογάλων αποικιοκρατών και των ρατσιστών της Νότιας Αφρικής, ο αγώνας στη Νικαράγουα μαζί με τους Sandinistas.

Ο Pombo είναι σήμερα στο κατώφλι των εβδομήντα ετών, και στη χώρα του είναι ένας ήρωας.
Ο Harry Antonio Villegas Tamayo γεννήθηκε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια αφροκουβανών. Από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών ασκεί δραστηριότητες εναντίον της δικτατορίας του Fulgencio Batista. Στα δεκαοκτώ του χρόνια καταφτάνει στον ανταρτοπόλεμο στη Sierra Maestra, αλλά ο Τσε τον στέλνει πίσω στις πεδιάδες επειδή τα όπλα με τα οποία παρουσιάστηκε είναι μικρού διαμετρήματος και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον στρατό με αυτά. Μετά από λίγο καιρό, ο Χάρι επιστρέφει με τα σωστά όπλα.  
Η καριέρα του σαν αντάρτης αρχίζει εδώ. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη δηλώνει:

«ο αντάρτικος πόλεμος είναι μια από τις πιο πολύπλοκες και δύσκολες μορφές Επαναστατικού Πολέμου. Απαιτεί μεγάλη ικανότητα για θυσίες και μεγάλη αντοχή. Υπάρχει μια στιγμή που απαιτείται από εσένα να παραιτηθείς από όλες τις αστικές ανέσεις. Σε μετατρέπει σε ένα ορεινό ζώο, και αυτό απαιτεί πολύ βαθιές πεποιθήσεις. Για το λόγο αυτό ο Τσε έλεγε ότι ο ανταρτοπόλεμος επιτρέπει να φτάσεις στο υψηλότερο επίπεδο του ανθρώπινου είδους.»

Στην ίδια συνέντευξη καταλαβαίνουμε καλύτερα τα κίνητρα που τον οδήγησαν σε αυτή την επιλογή. Έναν πνευματικό σχηματισμό, το άνοιγμα μιας προοπτικής για τον κόσμο: όλα τα πράγματα που σε έναν κουβανό αγρότη, εκείνη την εποχή, ήταν αποκλεισμένα. Και εξακολουθούν να αποκλείονται από τους αγρότες πολλών χωρών του πλανήτη ακόμη και σήμερα. Παράθυρα στο πιθανό, στη δυνατότητα, η οποία δεν πρέπει απαραίτητα να είναι ταυτόσημη με την ήδη υπάρχουσα. Πρωτογενείς ανάγκες, όπως το ψωμί, το νερό και ο ρουχισμός.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας, ο Che έγινε υπουργός βιομηχανίας και επιφυλάσσει σημαντικά καθήκοντα στον Villegas. Αλλά τώρα πλέον και οι δύο έχουν μετατραπεί σε ζώα του βουνού, που η πεποίθηση και η πίστη σε ένα ιδανικό μετατρέπουν σε παραδείγματα ανθρωπιάς για την ανθρωπότητα.                                                                  Προς τα μέσα της δεκαετίας γίνεται αισθητή η έκκληση του διεθνιστικού αγώνα. Ο Villegas θα ήθελε να φτάσει στο βόρειο τμήμα της Αργεντινής, όπου γίνεται προσπάθεια να ανάψει μια επαναστατική φωτιά, αλλά το χρώμα του δέρματός του θα τον εμπόδιζε πάρα πολύ. Χρώμα που όμως τον καθιστά ιδανικό για τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό. Αλλά η αποστολή στην τεράστια χώρα της Κεντρικής Αφρικής είναι όλα παρά μια επιτυχία. Το κίνημα των Simba, εμπνευσμένο από τον μαρξισμό, πρέπει να αντιμετωπίσει εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Βρετανούς και νοτιοαφρικανούς μισθοφόρους, εκτοπισμένους κουβανούς αντικαστρικούς: η αποστολή του Che στοχεύεται από ενέδρες, συστηματικά οι επικοινωνίες κατασκοπεύονται ή εκτρέπονται, αποκόπτονται οι γραμμές ανεφοδιασμού. Ο Villegas αγωνίζεται με αξία, πάντα στο πλευρό του Τσε. Είναι εδώ που κερδίζει το όνομα της μάχης, Pombo («λέμφος» στη Σουαχίλη). Μετά από επτά μήνες χωρίς σημαντικές επιτυχίες, ο Τσε πείθεται να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης από τους άνδρες του και από δύο απεσταλμένους του Φιντέλ Κάστρο.
Τα κίνητρα που ωθούν έναν μαχητή όπως ο Pombo μπερδεύονται συχνά, από μια εποχή που φοράει τα γυαλιά του προσωπικού κέρδους με κάθε κόστος, με μια μορφή φανατισμού. Η κατηγορία, με πιο προσεκτική ματιά, περιλαμβάνει όλα αυτά που ταιριάζουν άσχημα με ένα όραμα για τον κόσμο όπως το δικό μας. Αλλά ανάμεσα στον «φανατισμό» του Pombo και των δικών του και σε αυτό που αναδύεται πάνω σε μια βάση ταυτότητας, πολιτιστική, που επανεφευρίσκει ή εφευρίσκει στο σύνολο τους όρια, «παραδόσεις» και σύνορα υπάρχει μια ηθική άβυσσος. Ο Pombo είναι διεθνιστής μαχητής. Στα λόγια του: «αλληλεγγύη δεν είναι να διανέμεις αυτό που περισσεύει, αλλά να μοιράζεσαι αυτό που έχεις».
Οι αντίλαλοι από μια εποχή που αγωνίζονταν για το ανθρώπινο είδος, για όλους τους ανθρώπους, που αναζητούσε στον αγνό χρόνο της εξέγερσης, για να τα πούμε μαζί με τον Jean-Paul Sartre, την υλοποίηση του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Μετά το τελευταίο κεφάλαιο, η Βολιβία. Είναι το 1967. Η φάλαγγα των ανταρτών του Guevara μετρά περίπου πενήντα άντρες. Το ELN (Ejército de Liberación Nacional de Bolivia, Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός της Βολιβίας) είναι καλά εξοπλισμένο και αρχικά επιτυγχάνει καλά αποτελέσματα κατά των βολιβιανών δυνάμεων. Το έδαφος του αγώνα είναι εκείνο το δύσκολο και ορεινό τοπίο της περιοχής Camiri. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο ο βολιβιανός στρατός καταφέρνει ένα πολύ σκληρό πλήγμα. Εξολοθρεύει δύο ομάδες ανταρτών, σκοτώνοντας έναν από τους αρχηγούς.
Ένας αγρότης δείχνει στον Στρατό τον τόπο όπου οι αντάρτες θα διασχίσουν τον ποταμό Guapay. Ένα μέρος της επαναστατικής φάλαγγας αναγκάζεται να πολεμήσει. Αργότερα, ο Τσε περικυκλώνεται, τραυματίζεται και αιχμαλωτίζεται. Μετά θα τον σκοτώσουν με την ησυχία τους. Θα ακρωτηριάσουν το σώμα, θα το θάψουν με μεγάλη μυστικότητα.
Για εκείνους που διέφυγαν από την περικύκλωση, πρώτα η απόδραση στη Χιλή ( καθοριστικός για τον επαναπατρισμό στην Κούβα ήταν ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε, φίλος του Τσε από πολλά χρόνια) και στη συνέχεια – στην περίπτωση του Pombo – ξανά ο αγώνας, στην Αγκόλα, στη Νικαράγουα.
Ο Pombo παραμένει πιστός στο μάθημα που έμαθε στη Σιέρα, όπου γνώρισε τον Τσε και τη δυνατότητα προσωπικής και συλλογικής χειραφέτησης, πλέον πολλά χρόνια πριν.
Όταν το ιδανικό για το οποίο πολεμάς είναι σωστό, να γίνεις ένα ορεινό ζώο είναι ένας παράδοξος τρόπος να επιτύχεις την υψηλότερη ανθρωπιά.

Articolo uscito sul mensile GQ – edizione italiana, novembre 2010

.
[Υπάρχει ένα ιταλικό βιβλίο εντελώς αφιερωμένο στον Harry Villegas, που έγραψε ο δημοσιογράφος Roberto Borroni. Τιτλοφορείται PomboDalla Sierra Maestra a La Higuera: Dieci anni con Che Guevara,  εκδόσεις Negretto, Mantova 2009.]

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συνέβη ένα εξήντα οκτώ! – E’ successo un sessantotto!

του Sandro Moiso

Guido Viale, il 68, Interno 4 Edizioni 2018, pp. 328, € 22,00

Εδώ και λίγο καιρό βλέπουμε το βιβλίο αυτό στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όλα μοιάζουν να είναι έτοιμα να γιορτάσουν μέσα στο 2018 ένα ’68 κάλπικο του οποίου οι πρωταγωνιστές δεν φαίνονται πλέον να είναι οι εργάτες και οι νέοι, φοιτητές ή όχι, που το ταρακούνησαν αλλά μόνο οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς, οι εκπρόσωποι του Νόμου και της Κουλτούρας, άνδρες και γυναίκες καλοί για όλες τις εποχές, όλοι σημερινοί εκπρόσωποι του πολιτικού, πολιτιστικού και επικοινωνιακού establishment, με των οποίων βαρετές και κακοήθεις μαρτυρίες ορισμένα περιοδικά έχουν ήδη γεμίσει τις σελίδες αφιερωμένες στην τρέχουσα πεντηκοστή επέτειο ενός κινήματος που ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ πριν και από τελείως διαφορετικές ακτές. Έτσι όπως έχει ήδη υπογραμμίσει ο Valerio Evangelisti τις τελευταίες ημέρες ακριβώς στην Carmilla.

Για το λόγο αυτό, η σημερινή τέταρτη έκδοση του κειμένου του Guido Viale «Το εξήντα οκτώ μεταξύ επανάστασης και αποκατάστασης-επαναφοράς», “Il sessantotto tra rivoluzione e restaurazione”, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1978 για τις εκδόσεις Mazzotta, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη και αναγκαία, δεδομένου ότι προστέθηκε στο ίδιο μια νέα εισαγωγή από τον συγγραφέα, 64 έγχρωμες σελίδες που αναπαράγουν φυλλάδια, αφίσες, δημοσιεύματα και βιβλία της εποχής εκτός από το βασικό μανιφέστο της φοιτητικής εξέγερσης «Ενάντια στο πανεπιστήμιο», “Contro l’università”, που γράφτηκε από τον Viale και δημοσιεύθηκε τον φεβρουάριο του ίδιου εκείνου έτους στις σελίδες του αριθ. 33 των Quaderni Piacentini. Ενώ για τους λάτρεις των γραφικών και της μνήμης υπάρχει και η εκτύπωση του μανιφέστου που διαδόθηκε από την Κόκκινη Βοήθεια, Soccorso Rosso, τα επόμενα χρόνια, για την υπεράσπιση του Pietro Valpreda και για την καταγγελία των τρομοκρατικών συνωμοτικών σχεδίων του Κράτους, που σχεδίασε ο Guido Crepax.

Ο Guido Viale (τάξη 1943) ζει επί του παρόντος στο Μιλάνο και μετά από τα χρόνια της στράτευσης του που αναφέρονται στη νέα εισαγωγή του στο κείμενο, εργάστηκε ως δάσκαλος, μεταφραστής, δημοσιογράφος, ερευνητής και σύμβουλος σε θέματα διαχείρισης αποβλήτων, περιβάλλοντος, αστικής κινητικότητας και των μεταναστών.
Όπως ο ίδιος λέει στην εισαγωγή, αυτή που αναδημοσιεύθηκε τώρα από τις Εκδόσεις Interno 4:

“ Είναι μια εργασία με την οποία προσπάθησα να «κάνω τον απολογισμό» για το νόημα και την έκταση εκείνων των αγώνων που πέρασαν, την ώρα ακριβώς που έπαιρνα άδεια, που αποχωρούσα από μια δεκαετή έντονη και αδιάκοπη στράτευση πρώτα στο φοιτητικό κίνημα, στη συνέχεια στην συνέλευση εργατών φοιτητών της Φίατ Mirafiori και τέλος στην ομάδα Lotta continua. Σε αυτό το βιβλίο προσπαθούσα να προβάλω τα περιεχόμενα που ήταν ακόμα ζωντανά από αυτά που εκείνα τα δέκα χρόνια στράτευσης μας είχαν διδάξει: υπήρξαν ένα είδος «πανεπιστημίου του δρόμου» από το οποίο όσοι δεν είχαν συμμετάσχει σε αυτό δεν θα μπορούσαν ποτέ ξανά να αντλήσουν τις διδασκαλίες που εμείς είχαμε πάρει, είχαμε συναγάγει. “1

Η πρόθεση από την πρώτη κιόλας έκδοση ήταν στην πραγματικότητα να κινηθεί προς μια κατεύθυνση αντίθετη προς τους δύο δρόμους που αναλήφθηκαν, μόλις δέκα χρόνια αργότερα, από τις εορταστικές εκδηλώσεις για εκείνο του έτος και οι οποίες βασικά είναι εκείνες που εξακολουθούν και σήμερα να ζωντανεύουν προθέσεις της κάλπικης πεντηκονταετίας για την οποίαν ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω.

Από τη μία πλευρά τίθετο, και τίθεται και τώρα, ο τεράστιος, o εξαιρετικός χαρακτήρας εκείνων των χρόνων, με την πρόθεση να θεωρηθεί μυθικό το γεγονός τοποθετώντας το σε έναν υψηλό χώρο, με αποτέλεσμα πλέον να το καθιστά αφενός με αυτό τον τρόπο μη εφικτό, απλησίαστο, αφ ετέρου, ακόμη λιγότερο, αδύνατο να χρησιμοποιηθεί στο πολιτικό, κοινωνικό και συγκρουσιακό πλαίσιο και την συγκυρία που ήρθαν να ενεργοποιηθούν στις επόμενες δεκαετίες, τόσο ως κριτήριο και μέτρο σύγκρισης όσο και ως πρότυπο αναφοράς, κι ας είναι άξιο κριτικής και συζητήσιμο.

Από την άλλη πλευρά υπογραμμίζονταν η »τρομοκρατική» μετατόπιση εκείνου του κινήματος, καταλήγοντας με την ισοπέδωση όλων των αγώνων της δεκαετίας που ακολούθησε το 1968 σε σχέση με τις επιλογές που ανέλαβαν στη συνέχεια οι πολυάριθμοι πολιτικο-στρατιωτικοί σχηματισμοί που θα οδηγούσαν, που θα έδιναν ζωή στον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία. Μια εμπειρία η οποία, είναι πάντοτε καλό να το θυμίζουμε, θα αποτελούσε, θα συνιστούσε την πιο πυρακτώδη μορφή της κοινωνικής σύγκρουσης στη δυτική Ευρώπη και είδε έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό εργατών, γυναικών και νεαρών να κατατάσσονται στις γραμμές της.

Η τρέχουσα πεντηκοστή επέτειος, η οποία με τη σειρά της διασταυρώνεται με τα σαράντα χρόνια από την απαγωγή του Moro που πραγματοποίησαν οι ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978, φαίνεται να τονίζει ξανά με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη δεύτερη πτυχή με δηλώσεις που αφήνουν έκπληξη, ειδικά για την επιφανειακή τους αντιμετώπιση και για την εγγενή και αποκλίνουσα ιστορική αρνητικότητα με την οποίαν αντιμετωπίζουν τις ευθύνες του Κράτους, και των στρατιωτικών και αστυνομικών του μηχανισμών καθώς και των κομματικών, στην επιδίωξη μιας αυθεντικής στρατηγικής τρόμου που ξεκίνησε από το φθινόπωρο του 1969 και από τη σφαγή της Piazza Fontana και μετά.

Αρκεί να αναφέρουμε, ως παράδειγμα αυτού, την πρόσφατη δήλωση του σημερινού πρωθυπουργού σε κατάσταση αναστολής ζωτικότητας που στις 16 μαρτίου του τρέχοντος έτους ανέφερε ότι η δράση των ερυθρών Ταξιαρχών πριν από σαράντα χρόνια αποτέλεσε «την πιο σοβαρή επίθεση ενάντια στη Δημοκρατία «.2 Μια δήλωση που από μόνη της αρκεί για να δείξει το ψεύδος του επιτηδευμένου αντιφασισμού, με μοναδικό σκοπό την εκλογική ευκολία, από τις κυβερνητικές δυνάμεις και την θεσμική «αριστερά» πριν την πρόσφατη πρόσκληση στις κάλπες.

Τόσο το κείμενο όσο και οι δύο συνεντεύξεις προς τον συγγραφέα, που το συνοδεύουν στο παράρτημα, εκφράζουν αντιθέτως

“έναν τρόπο αντιπαράθεσης σε εκείνες τις αντίθετες απόψεις τον ουσιαστικό πυρήνα μιας δυνατής ανάκαμψης του πνεύματος του ’68 μέσα σε ένα εντελώς μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο και συγκυρία<. Με κάθε έννοια, και με όλες τις αισθήσεις, μια άλλη εποχή”.3

Σύμφωνα με τον Guido Viale, ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει την ουσία του ’68, το απόσταγμα αυτού ήταν ένα είδος παγκοσμιοποίησης των αγώνων σε διεθνές επίπεδο και από τα «χαμηλά» που άρχισε να ξεκινά, πάντα κατά τη γνώμη του συγγραφέα, από ένα ενοποιητικό χαρακτήρα σε παγκόσμιο επίπεδο:

“ο αγώνας ενάντια σε όλες τις ιεραρχίες, μέσα σε όλα τα θεσμικά όργανα που τις εδραιώνουν και τις νομιμοποιούν: οικογένεια, Πανεπιστήμιο, σχολείο, εργοστάσιο, δημόσια διοίκηση, νοσοκομεία (συμπεριλαμβανομένων πολύ σημαντικών τότε των ψυχιατρικών), δικαστήρια, φυλακή, ένοπλες δυνάμεις, συνοικίες και αστικές δομές”4

Ο προβληματισμός ξεκίνησε από εκείνους που θα ήταν οι δύο κινητήριοι πόλοι της σύγκρουσης σε παγκόσμια κλίμακα: το εργοστάσιο και το σχολείο. Εδώ στην Ιταλία από τους πρώτους μήνες, ίσως ακόμη και πριν από εκείνο το έτος, μπήκαν στο προσκήνιο ορισμένοι βασικοί κόμβοι αυτής της οικονομικής έκρηξης για την οποίαν γίνονταν πολύς λόγος, αλλά που είχε στο κέντρο της μια έντονη εσωτερική μετανάστευση, μισθούς και χρόνους εργασίας επαίσχυντους και μια μεταρρύθμιση του μέσου σχολείου, που από το 1963 φαινόταν να έχει ανοίξει τις πόρτες του ανελκυστήρα για την κοινωνική χειραφέτηση ακόμη και για τις λιγότερο ευκατάστατες τάξεις. Φαινόταν, στην πραγματικότητα, επειδή από τις πρώτες καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και σχολείων ο προβληματισμός των σπουδαστών σε εξέγερση μπορούσε :

“να διαπιστώσει πώς το σχολείο και η εκπαίδευση δεν προσέφεραν ούτε εγγυόταν οποιαδήποτε εξαργύρωση, κάποια αληθινή χειραφέτηση, κάποια προοπτική μιας πιο ελεύθερης και πιο ικανοποιητικής ζωής, καταστρέφοντας έτσι όλες τις άλλες ιεραρχίες που βρίσκονται κάτω από αυτήν: από το εργοστάσιο έως τη δημόσια διοίκηση και σε όλα αυτά που οι γνώσεις που μεταδίδονταν στο Πανεπιστήμιο θα πρέπει να μπορούσαν να παρέχουν μια νομιμοποίηση.”5

Αλλά ακόμα κι αν ο Viale ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της κατάληψης του Palazzo Campana στο Τορίνο, που από τις 27 νοεμβρίου 1967 θα συνέβαλε στην ανάφλεξη των άλλων ιταλικών πανεπιστημίων και προλαμβάνοντας τον γαλλικό μάιο, είναι το εργοστάσιο και ο μετασχηματισμός κοινωνικών, πολιτικών, εργατικών και εξουσίας μεταξύ εργατών και εργατών, μεταξύ εργαζομένων και συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ πολιτικών αγωνιστών και κομμάτων και μεταξύ υπαλλήλων και εταιρειών που αποτέλεσαν και καθόρισαν τον «πυρήνα» του βιβλίου και ουσιαστικά των γεγονότων της δεκαετίας που ακολούθησε το ’68.

Στις έρευνες που άρχισαν να κυκλοφορούν οι νεαροί πανεπιστημιακοί και φοιτητές μεταξύ των εργαζομένων στις εταιρείες του Τορίνο, αυτό που διακρίνονταν περισσότερο ήταν το μίσος για την εργασία. Γίνονταν λόγος για «καταναγκαστική εργασία», που ήταν απαίσια, άφθονη και κακοπληρωμένη, είμαστε κρατούμενοι όπως ένας αθώος στη φυλακή, [Fiat] ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για τις ψυχές με ανάγκες, πως η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο, αλλά η Fiat τον κάνει σκλάβο, αν σκεφτώ τη δουλειά μου δεν δουλεύω πλέον » και ούτω καθεξής  6

Είναι η αρχή της εργατικής αυτονομίας που προορίζεται να ανατρέψει και να συντρίψει την οργάνωση της εργασίας, τις εργασιακές και συνδικαλιστικές σχέσεις, τα θεσμικά κόμματα και τις εταιρικές ιεραρχίες. Ο Viale αναφέρει τα πρακτικά εργατικών συνελεύσεων της Mirafiori, που δημοσιεύθηκαν την εποχή εκείνη από το Monthly Review το 1969):

“Πιστεύω – είναι η εισαγωγική αναφορά ενός εργάτη της Mirafiori – ότι πέρα από την αντικειμενική σημασία που έχουν οι αυτόνομοι αγώνες απέναντι στην παραγωγή, την οποία κατάφεραν να μπλοκάρουν, η πραγματική επιτυχία αυτών των αγώνων έγκειται στο γεγονός ότι σήμερα οι εργάτες της Fiat είναι πολύ ανοικτοί στο να συγκρίνουν τις ιδέες τους, να συζητήσουν, στο γεγονός ότι εδώ σήμερα μπορούμε να συζητήσουμε όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν […] Αυτά είναι τα αποφασιστικά μας βήματα προς τα εμπρός, το ότι έχουμε φέρει τον αγώνα μέσα στο εργοστάσιο. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι το εργοστάσιο είναι ο τόπος όπου είμαστε ενωμένοι καθημερινά, αλλά μόνο για να παράγουμε και να μας εκμεταλλευτούν. Οι ρυθμοί εργασίας, οι γενικές συνθήκες εργασίας, οι εκβιασμοί της αστυνομίας των αφεντικών συχνά μας εμποδίζουν να μιλήσουμε μεταξύ μας […] Αλλά αν για το αφεντικό το εργοστάσιο πρέπει να λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, για τους εργάτες γίνεται, αντίθετα, ο τόπος όπου χτίζουν την ενότητα τους για να μην παράγουν αλλά να αγωνίζονται, να συζητούν μαζί, να οργανώνονται. Η Fiat, η οποία δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο ιταλικό εργοστάσιο, αλλά και το πιο απαίσιο στρατόπεδο συγκέντρωσης αυτές τις μέρες μεταμορφώθηκε από τις στάσεις, τις πορείες, τις συνελεύσεις, από τη δύναμη των εργατών που έστειλαν στο διάβολο τη διαίρεση και το φόβο […] Τώρα είμαστε εμείς που αποφασίζουμε όχι μόνο τη μορφή του αγώνα, αλλά και τους στόχους του, τον τρόπο να τον καθοδηγήσουμε, να τον οργανώσουμε, να τον επεκτείνουμε. Και αυτό είναι το πράγμα που φοβίζει τα συνδικάτα και τα αφεντικά […] Η παραγωγικότητα είναι ένα πρόβλημα των αφεντικών, οι μισθοί είναι ένα πρόβλημα των εργατών […] Κανένας εργαζόμενος δεν παραπλανά πλέον τον εαυτό του. Ο συνδικαλιστής καυχήθηκε για την ένδοξη Fiom του ’48, αλλά σήμερα είμαστε στο ’69. Έχουν περάσει είκοσι ένα χρόνια, ο εργάτης είναι ενήλικας και δεν χρειάζεται πλέον τα συνδικάταi”.7

 Η κουβέντα θα μπορούσε να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και το κείμενο παρέχει άφθονα στοιχεία και επιχειρήματα, αλλά πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη περίληψη, πρέπει να θυμηθούμε ένα άλλο σημαντικό στοιχείο πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης που έφερε μαζί του το ’68 και το οποίο συνεχίζει ακόμη και σήμερα να συγκρούεται με τις ερμηνείες των γεγονότων εκείνων των ετών και, ακόμη και σημερινών, όπως έχουμε δει νωρίτερα: τη γέννηση της αντιπληροφόρησης.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει έτσι τον ρόλο που είχε από την αρχή, που προωθήθηκε και αναπτύχθηκε από τις οργανώσεις εκείνης που αργότερα θα ονομαζόταν επαναστατική αριστερά:

“ακριβώς ξεκινώντας από την καταγγελία της κρατικής και φασιστικής μήτρας και των ανατρεπτικών στόχων της σφαγής της Piazza Fontana και της δολοφονίας του Pino Pinelli. Χρόνια αργότερα, η αρχικά απομονωμένη καταγγελία που την σνόμπαραν πολλοί αποδείχθηκε ακριβής, τόσο ιστορικά όσο και και αντικειμενικά, αλλά πιστεύω επίσης ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή του υποκείμενου σχεδιασμού στην στρατηγική της έντασης. Εάν για πολλά χρόνια […] οι βασικοί θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχουν κατοχυρωθεί κατά κάποιον τρόπο, είναι χάρη στην εξαιρετική στράτευση στον τομέα αυτό των «επαναστατών» αγωνιστών της εποχής εκείνης, και ασφαλώς όχι εξαιτίας του δικαστικού σώματος και ακόμη λιγότερο από τις λεγόμενες δυνάμεις επιβολής της τάξης, ούτε χάρη στην εφησυχαστική στάση, όταν δεν ήταν συνένοχη, της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων που κάθονταν – και εξακολουθούν να κάθονται, έχοντας αλλάξει τα ρούχα τους – στο Κοινοβούλιο”.8

Όπως μπορούμε να δούμε, λοιπόν, μια εξαιρετική και επίμονη ανάγνωση για να αρχίσουμε σοβαρά τις εορταστικές εκδηλώσεις των πενήντα χρόνων χωρίς να βυθίζουμε τη μνήμη στην γελοιοποίηση, στο θέαμα και στη ρητορική. Αντιθέτως…


  1. Viale, il 68, σελ. 7  
  2. Si veda repubblica.it del 16 marzo 2018  ↩ δείτε εφημερίδα repubblica της 16 μαρτίου 2018
  3. Viale, op.cit. pag. 8  
  4. Viale pag. 9  
  5. Viale, pag. 9  
  6. Viale, pag. 198  
  7. Viale, pp. 202 – 205  
  8. pag. 10  
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Scalzone, «Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των κυρίαρχων – Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

Δύο ημερομηνίες που συλλέχθηκαν σε μια περίοδο 10 ετών: 16 μαρτίου 1968, 16 μαρτίου 1978. Στο μεταξύ υπάρχουν όλα. Ο Scalzone επιστρέφει στους τόπους και μιλά για το πρωινό των συγκρούσεων στα σκαλιά της αρχιτεκτονικής σχολής στη Ρώμη, ένας topos του ’68. Οι φασίστες που απέτυχαν στην προσπάθεια να διεισδύσουν στο κίνημα, ο αρχηγός τους, Almirante που κινδύνεψε λιντσαρίσματος, ο Παζολίνι ο οποίος δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτή την εξέγερση, ο Μουσολίνι και η πραγματική ουσία του ιταλικού φασισμού, «ο πόλεμος ενάντια στις οργανώσεις των εργατών, από τις πιο ρεφορμιστικές στις πιο ανατρεπτικές, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να επιλεγεί από τις corporationς», τον σημερινό ρατσισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, η συνέλευση που συγκαλέστηκε στο piazzale della Minerva, της Sapienza, αμέσως μετά την είδηση της απαγωγής του Άλντο Μόρο, «Εκείνη τη ημέρα – εξηγεί – έζησα μια ρήξη, μια πληγή, ένιωθα ξένος προς την »καταδίκη» που εκφράστηκε από τους Αυτόνομους και σκέφτηκα να παρέμβω με τις Br πριν ωθηθούν στον αναμενόμενο επίλογο και όπως ορίζεται σε μια ετυμηγορία ». Μετά ήρθε η συνωμοσιολογία, η οποία έγινε η μεγάλη πολιτιστική τραγωδία της αριστεράς. Παραμένει η γνώση, η μοίρα που μας διακρίνει από άλλα είδη και εκείνο το μέλλον που δεν υπάρχει, που έγινε «το αφήγημα των κυρίαρχων» στο οποίο θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε το παρόν, βιωμένο ολοκληρωτικά

 

Daniele Zaccaria, Il Dubbio 23 μαρτίου 2018, H Aμφιβολία

Η συνομιλία με τον Oreste Scalzone είναι μια εμπειρία Proustian και Futurist την ίδια στιγμή. Η ροή της μνήμης ρέει σαν χείμαρρος, αλλά δεν είναι πάντα μια ήσυχη πορεία, μέσα στα νερά οι στροβιλισμοί αναδύονται ξαφνικά, και η δίνη των αναμνήσεων προχωράει αναστατωμένη από έναν περιπλανώμενο δαίμονα, με το βλέμμα που καρφώνεται σταθερά στον ορίζοντα σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. «Είμαι ένας υπερμνησιακός (η υπερβολική εξέλιξη της μνήμης R. R.), ακόμη και αν μερικές φορές, όπως έλεγε ο Φρόιντ και όπως συνέβαινε στον Rashomon του Kurosawa, μπορώ να ζήσω κάποια ψευδαίσθηση της μνήμης».
Πριν από πενήντα χρόνια, όταν η δυτική κοινωνία συγκλονίστηκε από την επανάσταση του ’68, ο Scalzone ήταν νεαρός ηγέτης του φοιτητικού κινήματος. Σε αυτές τις μέρες μουσιακών εορτασμών που κάνουν εκείνη την φοβερή χρονιά ένα είδος παραμελημένης Αναγέννησης, ο Scalzone συμφωνεί να επιστρέψει στον «τόπο του εγκλήματος» για να σκιαγραφήσει εκείνο που ονομάζει με σεμνότητα έναν «αντι-εορτασμό», μια «αντι-τελετή», . Αλλά πριν επιστρέψει σε εκείνες τις μέρες του μαρτίου ’68 θέλει να βγάλει ένα βότσαλο από το παπούτσι του: «Αυτή η ιστορία των φασιστών που θα είχαν επαφή με το φοιτητικό κίνημα για να οργανώσουν τις συγκρούσεις της Valle Giulia είναι μια συνολική ψεύτικη μνήμη που βασίζεται αποκλειστικά σε δηλώσεις του Delle Chiaie Stefano, γνωστού ως «caccola, μύξα». 
 Τον Della Chiaie μισούσαν καταρχάς οι λεγόμενοι «καθαροί» φασίστες, που τον ήθελαν ως άνθρωπο των μυστικών υπηρεσιών. Το κίνημα δεν γνώριζε εκείνες τις δυναμικές, είναι πιθανό ότι υπήρξαν προσπάθειες διείσδυσης αλλά όμως απέτυχαν. Οι φασίστες ήταν ταμπουρωμένοι στη νομική σχολή και η επιτροπή αναβρασμού του Πανεπιστημίου είχε αποφασίσει απλώς να τους αγνοήσει, σαν να ήταν ένας νεκρός καρκίνος, δεν τους βλέπαμε και γύρω τους υπήρχε ένα είδος υγειονομικής ζώνης. Τα πράγματα άλλαξαν κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 15 και 16 μαρτίου, όταν ομάδες τραμπούκων του φασιστικού κόμματος Msi μπήκαν στην La Sapienza και επιτέθηκαν στους εξωκοινοβουλευτικούς τους εκκενώνοντας στρατιωτικά και επιτέθηκαν στην περιφρούρηση του κινήματος στη σχολή Γραμμάτων τραυματίζοντας κάποιους συντρόφους ».

Τι θυμάσαι από εκείνο το πρωινό;

Έφτασα στο πανεπιστήμιο σε εύθετο χρόνο, εκείνοι του MSI είχαν ήδη ταμπουρωθεί μέσα στη νομική με τους αξιότιμους Almirante και Caradonna. Σε αυτό το σημείο ξεκινήσαμε μια επίθεση, αλόγιστη, γενναιόδωρη αλλά αλόγιστη, έτσι ώστε προχωρώντας λιγάκι μπορούσαμε να μετρούμε τους τραυματίες, από την άλλη μας έριχναν τα πάντα, σιδερένιες μπίλιες, τζάμια, αντικείμενα όλων των ειδών, τότε ακούω κάτι να συντρίβεται, ο πάγκος που πέταξαν από πάνω χτυπά στραβά μια καρέκλα με την οποία προσπαθούσα να καλυφτώ κακήν κακώς …, το χτύπημα θα μου συντρίψει δύο σπονδύλους, με τραβούν μακριά, με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, ενώ η μάχη συνεχίζεται. Κάποιοι σύντροφοι ανακαλύπτουν μια δευτερεύουσα πόρτα και καταφέρνουν να μπουν μέσα, είναι μια δωδεκαριά και βρίσκουν μπροστά τους μοναχό τον Almirante, [ ο αντίστοιχος Μιχαλολιάκος εδώ και σήμερα], θα μπορούσαν να τον λιντσάρουν, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε διστάζουν και η στιγμή περνά, χάνεται, ευτυχώς δεν είχαν την στόφα του λιντσαρίσματος … Στο σημείο αυτό μπαίνει με όλες τις δυνάμεις η αστυνομία. Τώρα, για εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του κινήματος και της ακροδεξιάς, παραθέτω τον Δρ Paolo Mieli και τον καθηγητή Agostino Giovagnoli, τι θα έπρεπε να είχαμε πράξει; Να λιντσάρουμε τον Almirante για να δείξουμε το αντίθετο; Επιπλέον για εκείνες τις μέρες συνεχίζουν να γράφονται και να λέγονται τεράστιες ανοησίες. Πολλές από αυτές εμπνέονται από έναν άθλιο «παζολινισμό» επιστροφής.

Τι εννοείς?

Μιλώ για αυτή την τεχνητή διαίρεση μεταξύ των αστυνομικών γιων του προλεταριάτου που αποστέλλονται στις πόλεις για να αρπάξουν ξύλο από τα παιδιά της μπουρζουαζίας. Σίγουρα ο Paolo Mieli ήταν γιος της μπουρζουαζίας, εγώ πηγαινοερχόμουν απλά από το Terni, μα για τι πράγμα μιλάμε; Στην La Sapienza υπήρχαν περισσότεροι από 70 χιλιάδες εγγεγραμμένοι, το πανεπιστήμιο ήταν ήδη ένας μαζικός τόπος και στο κίνημα υπήρχαν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών των «cafoni, αγροίκων» του νότου, οι γιοι των εργατών που στέλλονταν για σπουδές στη μεγάλη πόλη για να γίνουν μηχανικοί. Φυσικά, η πλειοψηφία των ηγετών προερχόταν από μορφωμένες οικογένειες αλλά μόνο επειδή, όπως έλεγε ο Don Milani, κατείχαν τον απαραίτητο λόγο για να γίνουν οι ηγέτες, στις σχολές και στις πλατείες, αλλά ο πρωταγωνιστής ήταν άλλος, έτσι δεν είναι;  

Ο Pasolini είχε άδικο λοιπόν;

Σίγουρα έκανε λάθος όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού κινήματος και να πούμε ότι θα ήταν αρκετό να έχει ακούσει μια μισή ομιλία του Franco Piperno, δεν λέω να είχε διαβάσει τον Μαρξ. Ήταν επίσης λάθος στην ποιητική μυθολογία της εργατικής τάξης που γι ‘αυτόν ήταν ενσάρκωση μονάχα από τους εργάτες με τη φόρμα και τα «επαγγελματικά» χέρια με τους κάλους, όταν πλέον τότε η κεντρική φιγούρα ήταν οι εργάτες της αλυσίδας, κυρίως μετανάστες από το Νότο, εκείνοι για τους οποίους μιλά το βιβλίο Vogliamo tutto! του Balestrini, Tα θέλουμε όλα. Επιπλέον ήδη από τότε πήγαινε μπροστά η επισφάλεια, οι επισφαλείς των νεότερων γενιών. Ήταν επίσης λάθος και για τη φύση του ΚΚΙ, PCI, σε αυτό συμφωνώ με τον ιστορικό Giovanni De Luna, ο Pasolini λέει στους νέους να πάνε προς το PCI, το να πιστεύει ότι το κίνημα εκείνο θα μπορούσε να μεταβεί προς στο κομμουνιστικό Κόμμα ήταν μια ανοησία. Ούτε καν ο γραμματέας Luigi Longo είχε το θάρρος να πει κάτι τέτοιο. Τελικά έκανε λάθος για τους αστυνομικούς, γι αυτόν ήταν «άσχημοι αθώοι» επειδή τους θεωρούσε ανεύθυνα ζωάκια «έτσι τους έχουν καταντήσει». Και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια απλοϊκή ανάγνωση, λίγη ψυχανάλυση θα έφτανε, σκέφτομαι τον Willelm Reich: υπάρχει ένα περιθώριο ευθύνης σε εκείνους που διαπράττουν βίαιες και σαδιστικές πράξεις, είναι η ψυχοπαθολογία του τελευταίου των σταυροφόρων που στήνεται στη γραμμή πίσω από τον Πέτρο τον Ερημίτη για να φτιάξει τον «αιώνιο συρφετό» ενώ στην Ιερουσαλήμ, γράφουν οι ιστορικοί, «το αίμα έφτανε στα γόνατα». Ο ίδιος όχλος που περιγράφηκε από τον Varlam Salamov στις Ιστορίες της Kolymache στην περίπτωση εκείνη ήταν οι Cechists, αλλά θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε για τους Κόκκινους Φρουρούς, γι αυτούς που πήγαιναν να ευαγγελίσουν, να κηρύξουν ευαγγέλιο, αυτούς που πήγαιναν να εξισλαμίσουν, αυτούς που πήγαιναν να αποικίσουν.

Μία θανατηφόρα και μιμητική σχέση εκείνη της επαναστατικής και ελευθεριακής αριστεράς με την καθιερωμένη, καθεστηκυία εξουσία και βία  

Εμπνευσμένος από τον Foucault της Μικροφυσικής της εξουσίας, όταν συστήνεται ένα δικαστήριο του λαού ή του προλεταριάτου, μια καθιερωμένη δικαιοσύνη, η μετάλλαξη έχει ήδη γίνει, η επανάσταση έχει ήδη γίνει αντι-επανάσταση. Το πέρασμα από την «συστατική εξουσία, ιδρυτική» σε «καθεστηκυία», όπως λέει ο Agamben, υπήρξε η τραγωδία όλων των «Επαναστάσεων» που «ανέλαβαν, πήραν την εξουσία». Αυτό, μικροφυσικά, είναι πάντα μια ενέδρα και για μας. Στις ημέρες της απαγωγής του Moro, ήμουν πεπεισμένος ότι το κίνημα έπρεπε να «παρέμβει» με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αφεθούν να ωθηθούν σε έναν ανακοινωμένο επίλογο, αναμενόμενο και με τον τρόπο που προέβλεπε την θανατική ποινή.

Έχετε επανειλημμένα επικρίνει την αριστερά και τον φυλετικό αντιφασισμό της, τι εννοείτε;

Τα γεγονότα της Acca Larentia έρχονται στο μυαλό μου (καθώς και ο Sergio Ramelli): αν ένα κομάντο της άκρας αριστεράς ανοίγει πυρ σε μια μικρή ομάδα φασιστών σκοτώνοντας δύο και στη συνέχεια εκείνοι βγαίνουν [στους δρόμους] με αίματα στα μάτια και η αστυνομία σκοτώνει άλλον ένα, εγώ αισθάνομαι πολύ άβολα όπως είπα τότε στον Giorgio Bocca ο οποίος μου πήρε συνέντευξη για την εφημερίδα Repubblica. Οι φασίστες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «διαφορετικοί», αυτή είναι μια εθνοτική, φυλετική προσέγγιση στην πολιτική σύγκρουση και ο αντιφασισμός κινδυνεύει να γίνει ένα περαιτέρω μέσο του καθεστώτος. Την εποχή εκείνη επικρίθηκα πολύ για τη θέση μου αυτή, στην προκειμένη περίπτωση σαν τον Che Guevara, ο οποίος ήταν επίσης ένας σκληρός άνθρωπος: «Πρέπει να είμαστε αμείλικτοι στη μάχη και ελεήμονες, ευσπλαχνικοί στη νίκη».  

Ο «φασισμός» αναφέρεται συνεχώς σαν να ήταν το συνώνυμο, το γενικό ισοδύναμο, του απόλυτου κακού 

Θα μπορούσα να απαντήσω ότι τα λόγια είναι σημαντικά, και ότι η αντιστοιχία-ισοδυναμία φασισμός-απόλυτο κακό είναι αντιφατική γιατί δύο ολοκληρωτισμοί δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αντ ‘αυτού, θα ξεκινούσα από τον ιστορικό φασισμό, του οποίου δημιουργός ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, φιγούρα μιας αμφισημίας αντάξιας του μεταμοντερνισμού. Ο Μουσολίνι είχε σίγουρα διαβάσει το κομμουνιστικό Μανιφέστο, αλλά αγνοούσε το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου. Με αναρχικό πατέρα και μητέρα δασκάλα με κόκκινο στυλό, έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία η κορυφαία φιγούρα της ιταλικής μαξιμαλιστικής αριστεράς όπως έγραψε ο ίδιος ο Λένιν.  Ένας κοινωνικά μπερδεμένος χαρακτήρας, αλλά ακόμα και αυτό δεν είναι κατ ‘ανάγκην σφάλμα, ακόμη και ο φίλος μου Pannella θα μπορούσε να μοιάζει με ένα φιλελεύθερο-φιλελευθεριακό Cagliostro που ανακάτευε τα πάντα. Soreliano, [Σορέλ] σοσιαλιστής, πρώτα ειρηνιστής που φώναζε «πόλεμος κατά του πολέμου», στη συνέχεια η διαμετακόμιση για τον δημοκρατικό παρεμβατισμό του Salvemini ενός χώρου από τον οποίον πέρασαν επίσης οι Gramsci και Togliatti. Μετά αλλάζει ξανά, φτάνει στον αλυτρωτισμό, στον μεγαλοϊδεατισμό, ως τυχοδιώκτης εκμεταλλεύεται τον αναγωγισμό [1] των [2, 3] «terroni di trincea» που έρχoνται σε σύγκρουση με τους εργάτες των εργοστασίων του βορρά, θεωρούμενοι ως εργατική αριστοκρατία των Συμβουλίων που συμμετείχαν στην πολεμική παραγωγή. Σαν ταλαντούχος τυχοδιώκτης ο Μουσολίνι καταφέρνει να αναμειγνύει πολλά στοιχεία, κλέβει το όνομα των Fasci της Σικελίας, παίρνει το μαύρο πουκάμισο των αναρχικών, παίρνει μαζί του επαναστάτες συνδικαλιστές όπως ο De Ambris και ο Corridoni, παίρνει τον ιταλικό σουπρεματιστικό φουτουρισμό, αλλά και τον ρωσικό και δημιουργεί ένα παράξενο μείγμα, σχεδόν ένα μεταμοντέρνο kitsch.

Ο αντισημιτισμός ήταν εγγενής στο καθεστώς;

Όχι, ο Μουσολίνι δεν ήταν αντισημίτης. Το 1932, απαντώντας σε μια ερώτηση σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα που του έθεσε ο γερμανός βιογράφος Emil Ludwig, δήλωσε ξερά: «Αυτό είναι δικό σας θέμα. Θέματα ξανθών, για γερμανούς. » Οι διαδοχικές στροφές του καθεστώτος λήφθηκαν από οπορτουνισμό και όχι από ιδεολογική πεποίθηση. Όμως σε όλο αυτό το ατέλειωτο κιτς παραμένει ένα ουσιαστικό και συνεκτικό στοιχείο που μπορεί να καθορίσει τον φασισμό: ο πόλεμος εναντίον των εργατικών οργανώσεων, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να εννοηθεί από τις corporations, αλλά στις οργανώσεις της, από τις πιο μεταρρυθμιστικές μέχρι τις πιο ανατρεπτικές. Αυτός είναι ο εχθρός, η επίμονη εμμονή του, όπως ο αντισημιτισμός ήταν η ψυχωτική εμμονή των ναζί. Εδώ υπάρχει ένα κοινό νήμα που οδηγεί κατευθείαν στη συνωμοσιολογία, ένα απειλητικό παράδειγμα, το οποίο μπορεί επίσης να καθοδηγήσει εκείνους που ανεμίζουν τις κόκκινες σημαίες και οποιουδήποτε χρώματος. Έχοντας πει όλα αυτά, θα ήθελα όμως να διευκρινίσω ένα σημείο. 

Παρακαλώ

Οι όροι μετρούν επίσης ως αυτοπροσδιορισμοί, ο «τρόμος» γεννιέται σαν αυτοπροσδιορισμός του Saint Just και του Roberspierre, ο «ολοκληρωτισμός» δεν είναι μια λέξη που εφευρέθηκε από τη Hannah Arendt αλλά από τον Μουσολίνι Μπενίτο ακριβώς για να καθορίσει το καθεστώς του.

Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σήμερα στην Ευρώπη ότι ακρο δεξιά κινήματα ή καθεστώτα, ρατσιστικά και αυταρχικά να κερδίσουν το πάνω χέρι;

Πάρτε την υπόθεση Τραίνι, τον νεο-ναζιστή ψυχοπαθητικό και ultras leghista [λέγκα του βορρά] της Macerata που ήθελε να σφαγιάσει μετανάστες, σε αυτό το σημείο σκέφτομαι όπως ο Felix Guattari: ο Traini είναι ασφαλώς ένας ψυχοπαθής αλλά εάν δέκα ψυχοπαθείς βάλουν μια στολή των Sa δεν γίνεται να καθαρίσουμε με το θέμα λέγοντας πως είναι εγκεφαλικά ασθενείς, καθίστανται εχ-θροί. Και εδώ δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα. Σε αυτό συμφωνώ με την ανάλυση του Bifo που μιλά για «διαταραγμένο ασυνείδητο του έθνους».

Ποιος είναι ο πιο μεγάλος εχθρός της αριστεράς;

Είναι ένας εσωτερικός εχθρός και ονομάζεται συνωμοσιολογία, μια πραγματική πολιτισμική τραγωδία, μια δαιμονική και συνωμοτική σκέψη που γίνεται υπεύθυνη για τη μετάλλαξη εκείνη για την οποία μίλησα, τη μετάβαση από τη συστατική εξουσία στη συγκροτημένη δύναμη, την συντεταγμένη εξουσία, μου αρέσει να παραθέτω τον Agamben και την επιτυχημένη του φόρμουλα [ σπινοζικής απήχησης) «εκθρονισμένη ισχύς». Για τη συνωμοσιολογία κάθε χειρονομία εξέγερσης, από τον Camus του Homme revolté μέχρι την αυτοκτονία του Jan Palach, είναι πάντα μια χειραγωγημένη χειρονομία, heterodirect, ετεροκαθοδηγούμενη, αλλά η συνωμοσιολογία ζει από ψεύδη, αναλήθειες, αντι-ρεβιζιονισμούς και γενικεύσεις, ποτέ δεν αγγίζει δόντι σε όσους αποκαλεί χειραγωγούς, είναι αβλαβής, ακίνδυνη για την εξουσία αλλά θανατηφόρα για εκείνους που πολεμούν την εξουσία. 

Είναι η μοίρα των ανθρώπων η εξέγερση; 

To να μην ασκείται η εξαγωγή συμπερασμάτων για το ανθρώπινο είδος το θέτει κάτω από τα άλλα είδη, το είδος μας κλίνει πέρα από το είναι για να επιδιώξει τη γνώση, την τέχνη, την πολιτική. Σε αντίθεση με τους γυρίνους και τα πουλάρια εμείς γεννιόμαστε πρόωρα, ανώριμοι, αρχίζουμε να περπατάμε ενάμισι χρόνο μετά ενώ το πουλάρι περπατά ήδη λίγες ώρες μετά τη γέννηση. Το λιοντάρι είναι θηρευτής και κυνηγάει τη γαζέλα που σαν θύμα προσπαθεί να δραπετεύσει, κανένας από αυτούς τους δυο είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Αντιθέτως, εμείς χρειαζόμαστε την πρόθεση της γνώσης για να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας, για να πραγματωθούμε Το δέντρο της αμαρτίας με αυτή την έννοια είναι ακριβώς μια πολύ όμορφη μεταφορά της μοίρας μας.  

Και το μέλλον;

Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των ηγεμόνων.  

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

  1. αναγωγισμός s. μ. [Der. του βετεράνου]. – Η στάση και η συμπεριφορά των ομάδων βετεράνων πολέμου που απαιτούν ειδικά οφέλη, οφέλη και πλεονεκτήματα, ιδίως οικονομικά και καριέρα, σε αντάλλαγμα για τα πλεονεκτήματα, μερικές φορές τεκμαιρόμενα ή υπερβολικά, που αποκτήθηκαν ως μαχητές, στον πόλεμο: η επανάληψη του φαινομένου του r. μετά από κάθε πόλεμο.

2. Ο όρος terrone είναι ένας όρος της ιταλικής γλώσσας που υποδεικνύει την προέλευση στις δουλοπρεπείς τάξεις, που είναι «συνδεδεμένες με τη γη». [1] Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, χρησιμοποιείται από τους Ιταλούς του βορρά σε ένα υποτιμητικό τόνο για να χαρακτηρίσει τους κατοίκους της νότιας Ιταλίας, σε μια περίοδο μεγάλων μεταναστεύσεων των τελευταίων προς τα αστικά κέντρα του βορρά

3. trincea: χαρακώματα

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»