αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 11. Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.            Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα το αρχιπέλαγος της ανταγωνιστικής επικοινωνίας είναι ένα τεράστιο, αντιφατικό και διακλαδισμένο έδαφος σε κάθε γωνιά της χώρας. Βεβαίως μεταξύ 1975 και 1977 η παραγωγή αυτοδιαχειριζόμενης, ανατρεπτικής επικοινωνίας (περιθωριακής, ριζοσπαστικής, μαχητικής, στρατευμένης, άμεσης, κατευθυνόμενης, ανταγωνιστικής, εναλλακτικής, δημοκρατικής, εγκάρσιας, παράνομης, επαναστατικής και πολλών άλλων χαρακτηρισμών που έχουν δοθεί σε αυτήν) φτάνει στο σημείο της μέγιστης ανάπτυξης της. Κατά καιρούς διαθέτει δικές της τεχνικές δομές (τυπογραφία, περισσότερο ή λιγότερο σταθερές έδρες κλπ.), κανάλια στρατευμένης διανομής καθώς και δικές της δομές διανομής, εκτός των μεγάλων και μικρών εμπορικών κυκλωμάτων, διοργανώνει εθνικά συνέδρια για την οικοδόμηση συνεργατικών δικτύων, χρηματοδοτείται άμεσα τόσο από τους παραγωγούς όσο και από τους αναγνώστες της. Η πνευματική εργασία είναι σχεδόν εντελώς δωρεάν και εθελοντική. Το να περιγράψουμε μια «γεωγραφία της συνωμοσίας» σε ένα τόσο τεράστιο και ποικίλο τοπίο θα ήταν καθήκον αδύνατο και, σε κάθε περίπτωση, σχηματικό και σεχταριστικό. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να ακολουθηθεί η πορεία των αμοιβαίων διεθνών επιρροών, των πολιτικο-πολιτιστικών «δικτύων» που διασταυρώθηκαν στις τέσσερις ηπείρους, των ιστορικών ιδεολογικών πτυχών που αποτελούν το υπόβαθρο πολλών επεξεργασιών.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni piacentini

«Η ανάγκη να χτιστούν ξανά οι πολιτικές γεωμετρίες του «πολιτικού», τα λαβυρίνθια μονοπάτια της συνωμοσίας, οι κατακερματισμένες αλληλεπιδράσεις των ιδεολογιών, να ξεσκεπαστούν οι ‘χαμένες ψυχές’ της εξέγερσης είναι παλιά όσο η ιδέα της επανάστασης. Σπάνιoι, παρά το γεγονός αυτό, είναι εκείνοι που προσπάθησαν να στοχαστούν επάνω σε αυτή την «ανάγκη». Αντιθέτως άφθονη, δύστροπη και συχνά επιβλαβής είναι η γεωγραφία της καταγγελίας, η ώθηση κοινωνιολόγων, δημοσιογράφων, δικαστών να σχεδιάσουν χάρτες, να σκιαγραφήσουν ελέγχους, να δέσουν και να υποδείξουν πολιτικές και υλικές συνέργειες» (1). Στην πραγματικότητα, πίσω από τις χιλιάδες σελίδες βιβλίων, πίσω από τα πρωτοσέλιδα των εκατοντάδων περιοδικών υπάρχουν μυριάδες νοημοσύνες που έχουν κάνει συνειδητή επιλογή τους την »απόρριψη του ρόλου», ένα πρόγραμμα της ύπαρξης, που κατέστησαν πρακτική συμπεριφορά την ευτυχισμένη μαρξιακή έκφραση των » Grundrisse «:» ο τεχνικός, ο επιστήμονας, ο διανοούμενος ως μηχανισμός, δηλαδή επιστήμη – οποιαδήποτε επιστήμη ως «εχθρική δύναμη» στην τάξη, διανοούμενος εργαζόμενος ως παραγωγικός εργαζόμενος εισηγμένος στον κύκλο της κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου ή μέσα στον μηχανισμό του χειρισμού, της κυριαρχίας.Εργαζόμενος που πρέπει να απελευθερωθεί πρώτα «από τον εαυτό του» πριν πάει να αναζητήσει συμμαχίες με το προλεταριάτο. Εργαζόμενος χωρίς συμμάχους ικανός να ασκήσει με αυτονομία μια απόρριψη των επιβαλλόμενων ρόλων, ικανός να αναπτύξει συνεπώς – ήδη μέσα στη μορφή της αφηρημένης πνευματικής εργασίας – μια αυτόνομη δύναμη πρωτοβουλίας, συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης, απόρριψης, μαζικής οργάνωσης. Συμπερασματικά, επιστήμη και τεχνολογία ως ένα ενιαίο πράγμα, υλοποιημένο σε μηχανισμό «εχθρική δύναμη» στην τάξη, αντικείμενο και οι δυο μιας παράλληλης διαδικασίας απελευθέρωσης, από πλευράς της τάξης και της πνευματικής εργασίας, συγκεκριμένη και δυνητική. Μόλις η τάξη και η διανοητική εργασία κινούνται με έναν ανταγωνιστικό τρόπο, τεράστιες και ισχυρές γνωστικές διαδικασίες ενεργοποιούνται στο εσωτερικό της σύγκρουσης, ως προϊόν της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης, μια λανθάνουσα δύναμη επινόηση απελευθερώνεται και μεταφράζεται σε ειδικές γνώσεις, συγκεκριμένες, νέες τεχνικές και νέες ‘επιστήμες‘.» (2).
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Primo Maggio
Σε αυτή την παραδειγματική σύνθεση του Sergio Bologna, νομίζουμε πως περιέχεται η ουσιώδης πορεία της επαναστατικής πολιτιστικής παραγωγής της δεκαετίας του ’70. Ο εξοντωμένος πλούτος του «άλλου πνευματικού έργου» έχει περιβάλει όλα τα πεδία της γνώσης: από την ιστορία στην ψυχανάλυση, από την ψυχιατρική στην τεχνολογία: από την οικονομία στη φιλοσοφία, από τη σεξουαλικότητα έως τον πολεοδομικό σχεδιασμό, από τη διατροφή στην ιατρική μέχρι το δίκαιο και την εγκληματολογία. Τα αποτελέσματα υπήρξαν μεταβαλλόμενα, αβέβαια αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τον ενταφιασμό που έκαναν στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα δικαστές, εκδότες, «journalist-policiers» κλπ. η επαναστατική κουλτούρα της δεκαετίας του εβδομήντα έθεσε προβλήματα και ανέδειξε δρόμους που δύσκολα μπορούν να παρακαμφθούν εφεξής. Ότι η διαδικασία της παράλληλης απελευθέρωσης της τάξης και του διανοούμενου εργάτη αντιπροσώπευε μια ασυμβίβαστη αντίφαση με την καπιταλιστική ανάπτυξη είναι προφανές και αδιαμφισβήτητο, αλλά ίσως στους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτής της πολιτιστικής επανάστασης από κάτω δεν υπήρξε απόλυτα αντιληπτή μέσα στην σημαντικότητα της και στις ανησυχίες που προκαλούσε στις καπιταλιστικές ελίτ, έως ότου να τις θέσει αργότερα σε μια τεράστια κατασταλτική επίθεση. Εν αναμονή λεπτομερέστερων μελετών μπορούμε όμως να αναφέρουμε αυτό που σκέφτονταν η τριμερής Επιτροπή για το πρόβλημα αυτό το 1975. Η Trilateral Commission δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 από τις χώρες που ανήκουν στις τρεις πιο βιομηχανικές περιοχές του πλανήτη (Ιαπωνία, ΗΠΑ, Ευρώπη). Στις προθέσεις των προαγωγών της αυτή αποτελούσε ένα είδος «υπερεθνικού παγκόσμιου κυβερνήτη» και συγκέντρωνε μέσα της τόσο στελέχη των διαφόρων κυβερνήσεων όσο βιομηχάνους, στρατηγούς, κοινωνιολόγους, γνωστούς δημοσιογράφους, οικονομολόγους, πολιτικούς, επιστήμονες και ούτω καθεξής: τους «καλύτερους», στις προθέσεις των αντιπροσώπων και των συνεργατών του συστήματος. H «Trilateral» συναντιόνταν μία φορά το χρόνο σε διαφορετικές πρωτεύουσες με στόχο το συντονισμό της διεθνούς πολιτικής κυριαρχίας σε διεθνές επίπεδο. Δεν είναι εδώ ο τόπος για να εξεταστεί η σημασία αυτού του οργανισμού, αλλά και η υπερεκτίμηση που έγινε αυτού (για παράδειγμα, για τις B.R. ήταν η απόδειξη της ύπαρξης του SIM: ιμπεριαλιστικού Κράτος των πολυεθνικών), αλλά για να επαληθεύσει τη σημασία που απέδιδαν οι καπιταλιστικές νοημοσύνες στις κοινωνικές διαδικασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Λένε λοιπόν οι «τριμερείς» στις συναντήσεις του 1975: «Σήμερα, μια σημαντική απειλή προέρχεται από τους διανοούμενους και συναφείς ομάδες που ισχυρίζονται και υποστηρίζουν την αποστροφή τους στη διαφθορά, τον υλισμό και την αναποτελεσματικότητα της δημοκρατίας, καθώς και στην υποταγή του δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης στον ‘μονοπωλιακό καπιταλισμό’. Η ανάπτυξη μεταξύ των διανοουμένων μιας ‘ανταγωνιστικής κουλτούρας’ έχει επηρεάσει σπουδαστές, μελετητές και μέσα ενημέρωσης […]. Οι προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες δημιούργησαν ένα στρώμα διανοούμενων με προσανατολισμό από τις αξίες, οι οποίοι συχνά ψηφίζουν για να δυσφημίσουν την ηγεσία-leadership, να αμφισβητήσουν την εξουσία και τις αρχές και να ξεσκεπάσουν και να αρνηθούν νομιμοποίηση των καθιερωμένων δυνάμεων και εξουσιών εφαρμόζοντας μια συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με αυτή της ομάδας των τεχνοκρατών διανοουμένων και προσανατολισμένων από την πολιτική.  […] αυτή η εξέλιξη αντιπροσωπεύει για το δημοκρατικό σύστημα μια εξίσου σοβαρή απειλή, τουλάχιστον δυνητικά, με εκείνες που υπήρχαν στο παρελθόν από αριστοκρατικές ομάδες, φασιστικά κινήματα και από τα κομμουνιστικά κόμματα» (3)
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'Erba Voglio anni 70
Αφήνοντας κατά μέρος την αναφορά στα «φασιστικά κινήματα» που αναφέρονται εδώ για να εξορκίσουν εκλεπτυσμένα »ένα πτώμα στο ντουλάπι» και να δώσουν δύναμη στην πολιτική των αντίθετων εξτρεμισμών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν την ανησυχία των ελίτ της εξουσίας απέναντι σε εκείνους τους «διανοούμενους που ως κοινωνική ομάδα ωθούνται στην πρωτοπορία των κοινωνικοπολιτικών αγώνων» (4]  οι σχέσεις του πνευματικού κόσμου με την κοινωνία αλλάζουν ριζικά, σε έναν κόσμο όπου «Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η σύγχρονη πολιτιστική επανάσταση θα είναι πιο ειρηνική από τις βιομηχανικές επαναστάσεις του παρελθόντος» και όπου »η έλλειψη ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης όχι μόνο εμποδίζει τις διαπραγματεύσεις και την άμεση συμφωνία […], αλλά είναι επίσης η αιτία της γενικής απροθυμίας των νέων να δεχθούν γενικής χρήσης χειρωνακτικές θέσεις εργασίας, υπό αμειβόμενες» (5). Η εισήγηση του 1975 συνεχίζει με την ελπίδα μιας δημοκρατίας »δυνατότερης» και μια νέα πολιτική κουλτούρα  «δυνατότητας διακυβέρνησης». Η «Berufverbot» (6) στη Γερμανία και η «νομοθεσία έκτακτης ανάγκης» στην Ιταλία, θα είναι η θεσμική μετάφραση αυτών των προβληματισμών που θα πραγματοποιηθεί τα επόμενα δύο χρόνια. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι τα πάντα μπορούν να αναχθούν σε μια «συνωμοσία» από τα επάνω, στην ύπαρξη ενός σκοτεινού και αήττητου εγκεφάλου της καπιταλιστικής εντολής που όλα τα προβλέπει και σχεδιάζει, αλλά, αντίθετα και ακριβώς για τον λόγο αυτό, μπροστά στην ανάγκη να έχουμε κατά νου ότι η δυναμική του «σχεδίου και του αντισχεδίου», η σύγκρουση μεταξύ του ανταγωνιστικού σχεδιασμού, μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σε όλες τις μορφές και εκφάνσεις της, καθορίζει έναν αμοιβαίο εμπλουτισμό των αντιτιθέμενων δυνάμεων και νοημοσυνών και ότι σε αυτή τη σύγκρουση η επαναστατική διαδικασία παίζει, καθορίζει τις δικές της τύχες. Κατά τη διάρκεια των «δέκα χρόνων που συγκλόνισαν τον κόσμο» – από την Κίνα στις ΗΠΑ, από την Αγγλία στη Γερμανία. από την Ιαπωνία στη Γαλλία. από την Λατινική Αμερική στην Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή – είναι δύσκολο να εξηγηθεί ο ρόλος της επικοινωνίας ως απαίτηση- έκφραση των μαζικών αγώνων.
Σχετική εικόνα
Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε να δώσουμε νομιμοποίηση στις σχηματικές προβλέψεις του McLuhan που από την εποχή της T.V. και της μαζικής επικοινωνίας αντλεί τη θεωρία του πλανήτη ως «παγκόσμιο χωριό», δηλαδή να υπερβάλλουμε, να γιγαντώσουμε τη σημασία που αποδίδουν οι ανταγωνιστές στην επιτευχθείσα «ανασύνθεση» του προλεταριάτου σε διεθνές επίπεδο, αυτό που είναι βέβαιο πως μπορούμε να επαληθεύσουμε στα ίδια τα προϊόντα της «ανταγωνιστικής επικοινωνίας», όπου ίσως να εκπλήσσει το γεγονός πως στο off-set φύλλο της Tradate ή στο μικρό περιοδικό του Corsano (Lecce) υπάρχουν αναλύσεις τόσο προσεκτικές και «ενημερωμένες» για τους αγώνες του Ντιτρόιτ, ή του SanBenedetto del Tronto, τηw σχέσης μεταξύ του Ισλάμ και του μαρξισμού ή της σύνδεσης μεταξύ της επιστήμης του κεφαλαίου και του χημικού πολέμου στο Βιετνάμ. Από το 1968 και την προηγούμενη δεκαετία είχε κληρονομηθεί. και με μια συνειδητή «ανατροπή» ένας κόσμος «πιο ενωμένος, πιο αλληλοεξαρτώμενος, πιο οδυνηρά συνειδητοποιημένος του κοινού πεπρωμένου του, απ΄όσο υπήρξε προηγουμένως». Χωρίς αυτή την κληρονομιά που καθορίζεται από την κυκλοφορία της επικοινωνίας και των αγώνων, ο αυθορμητισμός, όπως λέμε η «φυσικότητα» και ο πλούτος των ιδίων θα ήταν ακατανόητοι, θα ήταν ακατανόητο το γεγονός ότι για το κίνημα, παντού ο κόσμος ήταν το πραγματικό σενάριο κάθε μάχης, το αληθινό ακροατήριο κάθε χειρονομίας
Σχετική εικόνα
Με την αργή αποσύνθεση των ομάδων που ξεκίνησε το 1974-75, τεράστιες ποσότητες νοημοσύνης που σχηματίστηκαν μέσα στη στράτευση «απελευθερώνονται». Ο ίδιος ο χώρος της αυτονομίας θέτει το πρόβλημα της μη διασποράς αυτής της κληρονομιάς αγωνιστών, και ήδη το 1973 είχε δημοσιεύσει ένα έγγραφο με τίτλο «Να ανακτήσουμε τις υποκειμενικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από τις ομάδες». Αλλά είναι από τον αυθορμητισμό-αναγκαιότητα της κοινωνικής επικοινωνίας που δημιουργούνται συναντήσεις και διασταυρώσεις μεταξύ των παλαιών αγωνιστών και των νέων νοημοσυνών. Το κοινό έδαφος επάνω στο οποίο συναντώνται δεν σχηματίστηκε μονάχα «από την ανάγκη να τεθεί ξανά υπό αμφισβήτηση ένας ορισμένος ιστορικός-θεωρητικός μηχανισμός και να ενημερωθεί, να επικαιροποιηθεί, αλλά ουσιαστικά αποτελούνταν από τις αγωνιστικές δομές του πολιτισμού που σχηματίστηκαν, ενάντια σε κάθε υποθήκη ομάδας και κάθε κομματικό ‘νονό’, από το 1974-75 και μετά. Αυτοδιαχειριζόμενες δομές, βασισμένες μόνο στη νοημοσύνη, στο δικό τους εργατικό δυναμικό και στην τέχνη να τα βγάζουν πέρα, οι οποίες όχι μόνο επέτρεψαν τη διάδοση της νέας πολιτικής και κοινωνικής επικοινωνίας, αλλά ευνόησαν τη γέννηση μιας διαφορετικής γλώσσας και μιας οργανωτικής δομής διαφορετικής, κυτταρικής, τοπικής, άτυπης, μερικές φορές μη δηλωμένα πολιτικής, που επέτρεψε να ανακυκλωθούν σύντροφοι απογοητευμένοι και που κατέληξαν στο σημείο να χτίσουν μια ενδοχώρα, έναν ιστό στον οποίο όλοι στη συνέχεια κατέφυγαν ως δομή να υπηρετήσουν» (7).
Και ακριβώς είναι στην έννοια των «ενδιάμεσων δομών λειτουργίας στο κίνημα» που γεννιούνται κατά τη διάρκεια της διετούς περιόδου 1974-75 δεκάδες και δεκάδες βιβλιοπωλεία, κέντρα δεδομένων, αρχείων, συλλογής εγγράφων, αυτοδιαχειριζόμενα κυκλώματα διανομής, μικρές αυθεντικές και δημιουργικές εκδοτικές εταιρείες. Τα περιοδικά που γεννιούνται εκείνη την περίοδο ακουμπούν, υποστηρίζονται ή γεννιούνται σχεδόν όλα μέσα σε εκείνο το άτυπο κύκλωμα παραγωγής. Ο Elvio Fachinelli, που παρεμβαίνει σε μια πολεμική σχετική με τις πολιτιστικές αξίες που εκφράστηκαν από το κίνημα έχει διευκρινίσει: «Κάθε βαθιά αλλαγή δεν μπορεί παρά να προέλθει από μια εξτραπολιτιστική σφαίρα, ούσα πρώτα μια αλλαγή της ζωής. Είναι μετά εκεί, σε ένα ορισμένο σημείο, που οι κόμβοι, τα πολιτιστικά δίκτυα, ξαναχτίζονται. Επομένως, είναι προφανές ότι το ’68 παρήγαγε τα φυλλάδια. Όποιος λέει ότι δεν έχει παραγάγει τίποτα είναι διότι σκέφτεται με το μυαλό κάποιου που βρίσκεται ήδη μέσα σε μια συγκεκριμένη εδραιωμένη κουλτούρα, κατεστημένη, που χρειάζεται μόνο να διαιωνίσει. Αλλά δίπλα στο φυλλάδιο υπήρξε η μορφή γραφής σε στενή σχέση με αυτό, εκείνη των περιοδικών«: «Quaderni Piacentini», «Primo Maggio»,«Aut Aut», «Sapere», «Ombre Rosse», «l’Erba Voglio», «A/traverso», για να αναφέρουμε τα γνωστότερα. Σε αυτό το έδαφος δύσκολα κάποιος μπορεί να δώσει σημεία. Τα πιο ζωντανά περιοδικά υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι αυτά της νέας αριστεράς. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι αυτός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς, τους πιο ζωντανούς τομείς του πολιτισμού, όπου τα εργαστήρια ιδεών, συχνά ανθρώπων που ζουν και μαζί, παράγουν συζητήσεις που μεταδίδονται σε σύντομο χρονικό διάστημα σε μια τεράστια περιοχή, επιτυγχάνοντας έτσι να τονωθούν και να προωθηθούν νέες συμπεριφορές ακόμη και στην πιο απομακρυσμένη επαρχία. Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα του περιοδικού υπήρξε, εκτός από κάποιες περιπτώσεις που μπορούν να μετρηθούν στις άκρες των δακτύλων, πάντα υψηλότερο από εκείνο του βιβλίου.
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Aut Aut, anni 70
αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 22 – χρονικό του Κινήματος ’77

FALCE E SPINELLO NUOVO ORDINE AL CERVELLO                                       XXIX                       ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΑΙ ΜΠΑΦΟΣ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ

5. Να αποδοθεί ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο πρασίνου για κάθε κάτοικο. 6. Απελευθέρωση όλων των ζώων που βρίσκονται φυλακισμένα σε κλουβιά ή σε σπίτια. 7. Αναγνώριση σε όλα τα ζώα που βρίσκονται σε καθεστώς αιχμαλωσίας του δικαιώματος να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.
8. Κατεδάφιση του Βωμού της Πατρίδας και αποκατάσταση-απόδοση της περιοχής στις αυθόρμητες μορφές βλάστησης και στα ζωντανά που θα επιστρέψουν να ζήσουν εκεί. Προτείνουμε μια λιμνούλα με κύκνους και πάπιες. 9. Εναλλακτική χρήση των αεροπλάνων Hercules C 110 που αποκτήθηκαν από την στρατιωτική αεροπορία από την εταιρεία Lockheed για δωρεάν μεταφορικές υπηρεσίες προς τους νέους για να μεταβούν στο
Machu Picchu, Μάτσου Πίτσου, με ευκαιρία την γιορτή του ήλιου” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivoltaΡίζες μιας εξέγερσης,
Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 146).

ΣάβΒατο 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Enrico Berlinguer, Γράμματα στους αιρετικούς – Lettere agli eretici, Torino, Einaudi, 1977
Δημοσιεύεται ένα συγκλονιστικό πλαστό έντυπο με το όνομα του γ.γ. του ΚΚΙ Enrico Berlinguer και γραφικά πανομοιότυπο με την συλλογή από τον εκδοτικό οίκο einaudi »Νέο Πολυτεχνείο» – “Nuovo
Politecnico”: Lettere agli eretici. Γράμματα στους αιρετικούς. Ο συγγραφέας ονομάζεται στην πραγματικότητα Pierfranco Ghisleni και το βιβλίο βγαίνει σε επιμέλεια της καταστασιακής μιλανέζικης ομάδας. Μέσα από μια εναλλακτική διανομή πολλά αντίγραφα προστίθενται κρυφά  (συνεπώς δωρεάν) στις παραγγελίες,
ούτως ώστε το βιβλίο λαμβάνεται και παρατίθεται με τις τελευταίες ειδήσεις και νεώτερα σε πολλά βιβλιοπωλεία. Ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα το βιβλίο κατάσχεται και απομακρύνεται από την κυκλοφορία: Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε οκτώ επιστολές οι οποίες από τον Berlinguer απευθύνονται στις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής αριστεράς. Της πρώτης αποδέκτης είναι η ηγετική φυσιογνωμία των ριζοσπαστών Marco Pannella «Επιστολή I. Στην οποίαν περιγράφεται μια μεταρρύθμιση του κοινωνικού θεάματος, γίνεται επίπληξη στην παραδοσιακή προσφυγή στις σκληρές μεθόδους και υποστηρίζεται πως η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι πιο χρήσιμη παρά επιβλαβής στις κυβερνήσεις»: “…ο σοσιαλισμός που εμείς προτείνουμε δεν προβλέπει ανθρώπους εθρικούς ούτε απαθείς, αλλά πολίτες που συμμετέχουν δημοκρατικά στην πολιτική ζωή, ρίχνοντας στο πιάτο κάθε καθημερινή δυσαρέσκεια (pp. 14-15). Η δεύτερη επιστολή απευθύνεται στον Goffredo Fofi ,
κινηματογραφικό κριτικό και μεταξύ των ιδρυτών και συνεργατών του περιοδικού «Ombre Rosse, Κόκκινες Σκιές»: «Επιστολή II. Στην οποίαν ο γράφων αναρωτιέται εάν τα πάθη είναι συμβατά με τον σχεδιασμό της ανάπτυξης, δίνει αρνητική απάντηση και προσκαλεί τους πολιτιστικούς φορείς να απεικονίσουν τη ζωή σε κάθε έκφανση της, σε κάθε εκδήλωση της»: “Ο καιρός των αναθεμάτων των καταγγελιών και της λογοκρισίας έχει πλέον παρέλθει.
Τώρα εμείς είμαστε για την ελευθερία της κουλτούρας σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους. Πως δεν έχετε ακόμη καταλάβει πως όλο αυτό που η κουλτούρα αγγίζει, σαν μια τεράστια Φιλοσοφική Λίθος, μετατρέπεται σε ανία και ασημαντότητα; (…) Πρέπει λοιπόν να προσφέρουμε ένα μαζικό σχολείο ζωντανό και αξιόπιστο έτσι ώστε να καθίστανται οι μαθητές απολύτως ακίνδυνοι, να μετατρέψουμε τις βιβλιοθήκες σε υπεραγορές, να δώσουμε ώθηση στους πολιτιστικούς κύκλους, στα ερευνητικά κέντρα, στους εκδοτικούς οίκους, ευνοώντας τις λεγόμενες εναλλακτικές κουλτούρες, επαναστατικές, avant-garde-πρωτοποριακές, τις λαϊκές αναβιώσεις και, στη συνέχεια, την πολιτιστική σύγκρουση μεταξύ των αντίθετων φατριών-παρατάξεων, ναι, έτσι ώστε να αποτραπεί, φυσικά, εκείνη η πραγματική. (…) Γι αυτό είναι απαραίτητο διανοούμενοι του δικού σας βεληνεκούς να συνεχίσουν να παράγουν πολιτισμό σε μορφές πάντοτε καινούργιες, δεν έχει σημασία ποιες θα είναι. Αλίμονο εάν θα έπρεπε να εξαφανιστείτε ή να σιωπήσετε !” (σελ.
25-27). Η τρίτη επιστολή απευθύνεται στην φεμινίστρια και ριζοσπαστική Adele Faccio: «Επιστολή III. Ο γράφων εξηγεί γιατί ο φεμινισμός πρέπει να είναι θετικός κι αφηρημένος και ελπίζει πως η εξάλειψη, ο αφανισμός του λεγόμενου εραστή δεν θα αφήσει πίσω του οποιεσδήποτε ενοχές’»: “Πέστε με τα μούτρα στη δουλειά συντρόφισσες! Η εργασία μόλις άρχισε και έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε για την πνευματική και ηθική επανεκπαίδευση των μαζών, ιδιαίτερα των αρσενικών. Είναι καθολικά γνωστό πως σε συγκεκριμένους κύκλους μιλούν ακόμη περί «κώλου» και, εκείνο που είναι χειρότερο, με αισθαντική αυταρέσκεια, μερικές φορές ακόμα και συσχετίζοντας το με την δράση του «τσιμπήματος» – αλλού συνηθίζουν να συκοφαντούν τον γυναικείο αυνανισμό περιγράφοντας τον με την λέξη, αηδιαστική αν υπάρχει μια, «ditalino, δαχτυλάκι» – στην διάρκεια μιας βαρετής κοινοβουλευτικής συνεδρίας μου έλαχε να τα βάλω με ένα συνάδελφο, να του γκρινιάξω, συνάδελφο όχι πλέον νέο στην ηλικία, ο οποίος για να εκδηλώσει την εκτίμηση του ως προς τις ποιότητες, σίγουρα όχι πνευματικές, μιας νεοβουλευτίνας έκανε χρήση της έκφρασης
«tocco di figa, άγγιγμα από μουνί, μουνάρα θα λέγαμε». Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν. Είναι καθήκον σας να εντοπίσετε και να στιγματίσετε το ανήθικο, το ύπουλο, την απειλή που μπορεί να κρύβεται σε κάθε συζήτηση, σε κάθε λέξη (…). Πράγματι, ή θα καταφέρετε να πραγματοποιήσετε την αποστείρωση της γλώσσας αλλιώς είστε καταδικασμένες σύντομα να εξαφανιστείτε σαν κίνημα και να απορροφηθείτε ξανά μέσα στο σύστημα αρσενικών αξιών (σελ. 39-40). “Πώς θα μπορούσαμε να κερδίσουμε ξανά τη συνηθισμένη μας μερίδα σε μουνί υγρό αν οι γυναίκες, από βίτσιο καθαρό, είχαν ξαφνικά την απαίτηση να απαχθούν από τους Σαρακηνούς, να ευθυμήσουν στη γη των παιχνιδιών ή άλλα παρόμοια καπρίτσια; Θα ήταν το τέλος του δημοκρατικού κριού ο οποίος μέχρι στιγμής πορεύτηκε με την μαζοχιστική πέψη ψημένων τροφών και βαρετών γυναικείων ζητημάτων. (…) Αν λειτουργήσετε όπως έχετε δείξει ότι γνωρίζετε τελικά θα έρθουμε σε μια κοινωνία εντελώς αδρανή από την οποίαν οι βρωμιές και οι περιπέτειες θα απαγορευτούν δια παντός. Ίσως με αυτό τον τρόπο η χαρά της ζωής θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, ίσως να δημιουργούνταν έτσι στερήσεις και βάσαν, ωστόσο αυτό θα γίνει προς όφελος της ανθρώπινης εξημέρωσης, που είναι αυτό, κι όχι εκείνη η ευχαρίστηση, ο σκοπός της πολιτικής δραστηριότητας, είτε είναι παραδοσιακή είτε φεμινιστική” (σελ. 41-42). Η τέταρτη επιστολή απευθύνεται στον Angelo Pezzana, ιδρυτή του FUORI,  Fronte Unitario Omosessuale Rivoluzionario Italiano: «Επιστολή IV. Στην οποία ο συγγραφέας περιπλανιέται γύρω από την ομορφιά των σωμάτων και έρχεται να θέσει το ερώτημα: τι συνέβη, που εξαφανίστηκαν τα μουνιά;»: “Αλίμονο αν η σεξουαλική διαφορετικότητα ήταν ένα σημείο εκκίνησης!

IL MIGLIOR MODO DI FARE E’ DISFARE                                                                                           Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ  ΝΑ ΧΑΛΑΣ

LAVORO ZERO REDDITO INTERO TUTTA LA PRODUZIONE ALL’AUTOMAZIONΕ                     ΜΗΔΕΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΛΗΡΕΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΟΛΗ Η ΠΑΡΑΓΩΓΉ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

ENRICO E GIULIO UNITI NELLA LOTTA                                                            XXX                         Ο ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΛΙΟ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

Αυτή αντιθέτως θα έπρεπε να είναι μια ατελής κατάσταση που φτάνει στην πληρότητα της μοναχά όταν το άτομο ξέρει να την κατακτά, μόνο τότε επιτυγχάνεται, μετά από έναν σκληρό αγώνα. Ένας φίλος μου ανέφερε ένα από τα συνθήματα σας παιχνιδιάρικο και προκλητικό, που ηχεί κάπως έτσι: «Σκληρός αγώνας ενάντια στη φύση – Lotta dura, contro natura».
Λοιπόν, πρέπει να το πάρετε στα σοβαρά, πρέπει να αγωνιστείτε κι ακόμη περισσότερο να κάνετε ν’ αγωνιστούν για να χτίσετε μια δική σας αξιοπρεπή διαφορετικότητα στην κοινωνία, οι κύκλοι σας, οι εκδόσεις σας, οι ομάδες σας να είναι οι τόποι όπου η αποκλίνουσα συμπεριφορά κερδίζεται!” (σελ. 50). Η πέμπτη επιστολή απευθύνεται στον Renato Curcio, που δεν αναφέρεται άμεσα αλλά υποδεικνύεται με το γράμμα X:
«Επιστολή V. Όπου ο γράφων, δείχνοντας κατοχή νομικών γνώσεων όχι κοινή,
καταδεικνύει πως το δίκαιο εντυπώνεται-ενσταλάζεται στο λαό»: “Η φυλακή πρέπει να υπενθυμίζει σε όλους πως η απόδραση από την ελεύθερη κοινωνία του κεφαλαίου δεν είναι δυνατή και πρέπει να εμποδίζει την δημιουργία όχι πλέον εγκληματιών, παραβατών του νόμου, αλλά αντιθέτως , να δημιουργεί λιποτάκτες, αποστάτες από τις κοινωνικές σχέσεις, φυγάδες πολιτικής και ατομικής δέσμευσης, απόντες της δημοκρατικής συμμετοχής, ελλείποντες, νεκροζώντανους, άλλους που είναι δύσκολο να τους εντοπίσεις. Αυτή πρέπει να είναι η λειτουργία της φυλακής σε περίοδο μετάβασης, και όταν η λειτουργία της θα έχει απαλλαχθεί και όλοι θα έχουν καταλάβει πως η φυγή απ’ το κεφάλαιο είναι αδύνατη, τότε αυτή δεν θα είναι πλέον απαραίτητη (σελ. 63). Η έκτη επιστολή απευθύνεται στονAndrea Valcarenghi, διευθυντή του περιοδικού «Re Nudo»: «Επιστολή VI. Όπου φαίνεται πλέον πως η φιγούρα του τοξικομανούς επιτέλους γελοιοποιείται»: “Η τοξίκωση, αγαπητέ φίλε, προσφέρει μια βίαιη επίδειξη, έχει τους νεκρούς της, τους ανάπηρους, τους δεσμοφύλακες της, τους δικαστές της, και ο λαουτζίκος, όπως είναι γνωστό, έχει ανάγκη, να παθιαστεί, χρειάζεται πάθος, ακριβώς. Επιπλέον – και αυτό είναι ο πραγματικός νεωτερισμός της παράστασης του ναρκωτικού, που την εξισώνει, λόγω μεγέθους, με το θρησκευτικό τελετουργικό – η σκηνική παρουσία του ναρκομανούς περιλαμβάνει όχι μόνο τον αφελή παρατηρητή, αλλά εξίσου τον αποτελειωμένο φουκαρά, τον ναρκομανή ακριβώς, ο οποίος προσφέρεται στα μάτια ενός νοσηρού κοινού
(σελ. 68). “Και αν στη συνέχεια στον εξαρτημένο πάρει το δρόμο της κάποια αχτίδα διαύγειας, με αποτέλεσμα την οδυνηρή αίσθηση αδυναμίας, ακαταλληλότητας, νωθρότητας, είναι πάντα σε θέση να αδειάσει το βαρέλι με τις defaillances του, τις αποτυχίες, τις βλάβες του επάνω σε ένα στοιχείο έξω από αυτόν: τα ναρκωτικά ως πληγή μιας κοινωνίας που δεν ήταν σε θέση, δεν μπόρεσε να τον καταλάβει. Στη συνέχεια, μπορεί να περιμένει με εμπιστοσύνη η κοινωνία (κατά την άποψή του, ο πραγματικός ένοχος) να αναγεννηθεί, να πλασθεί προς χρήση και κατανάλωση των δυστυχιών του. Και αυτή επίσης η όμορφη ψευδαίσθηση δεν επιτρέπεται στους απλούς πολίτες (σελ. 70-71). Το έβδομο γράμμα απευθύνεται στον Toni
Negri, θεωρητικό της Autonomia Operaia: «Επιστολή VII. Στην οποίαν ο αποστολέας εμπιστεύεται μια αποστολής εμπιστοσύνης»: “Ο σύγχρονος επαναστάτης, εκ των υστέρων, είναι αυτός που θέλει κάτι δωρεάν: αυτή είναι η εμμονή του και κάθε συμπεριφορά του έχει ως στόχο την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών χωρίς να πληρώνει το τίμημα της εργάσιμης ημέρας, αλλά καταφεύγοντας σε λεηλασία(σελ. 82-83). “Εγώ, αγαπητέ Antonio, με προχωρημένα πλέον τα χρόνια στις πλάτες μου και απομονωμένος σε γραφειοκρατικές πρακτικές της γραμματείας ενός κόμματος πάντα στα όρια της σκλήρωσης όταν δεν διεγείρομαι από τους ανέμους της κοινωνικής ανατροπής και ανταρσίας, σίγουρα δεν μπορώ να σας υποστηρίξω ανοιχτά αλλά, με τριάντα χρόνια λιγότερα στους ώμους μου, θα ήμουν σίγουρα στο πλευρό σας, αν όχι να τα κάνουμε μαντάρα στις πλατείες, όμως τουλάχιστον να δίνω την πνευματική συμβολή μου στην κοινωνικοποίηση εκείνων των μαζικών επιθυμιών που εσείς θέλετε να ικανοποιήσετε. (σελ. 85). Το όγδοο γράμμα έχει σαν αποδέκτες τους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους: «Επιστολή VIII. Όπου υπάρχει η ελπίδα της υποβάθμισης, της αποδόμησης του περιβάλλοντος, με την προϋπόθεση αυτό να γίνει σε μια προγραμματισμένη μορφή»: “H φειδώ κάνει καλό στην υγεία και το σχετικό πρόγραμμα, που ονομάζεται λιτότητα, austerity, είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μου φαίνεται πως αξίζει να σημειωθεί ότι η εξοικονόμηση έχει χαιρετιστεί με ενθουσιασμό από τους νέους επαναστάτες.
Να μην ξεγελαστούμε από τις ηχηρές διακηρύξεις ενάντια στις θυσίες που κάποιες ομαδούλες δρομολόγησαν, πρόκειται για μια απόρριψη σε επίπεδο πνευματικό, δηλαδή στα λόγια. Ας κοιτάξουμε αντιθέτως τις συνήθειες των νεαρών περιθωριοποιημένων, των φοιτητών, των φεμινιστριών, των στρατευμένων αγωνιστών, των»γουρουνιών με τα φτερά»για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση της στιγμής που γίνεται αντιληπτή από όλους: μαγειρεμένα φαγητά, κατεψυγμένα, πρόχειρα ρούχα, καλύβες, κουζίνα μακροβιοτική, να το δείγμα των επαιτειών της πιο ζητιάνας απ’ όλες τις τάξεις, της ζητιάνας τάξης που είναι και διανοητικά ζητιάνα επειδή τολμά να δικαιολογεί με διάφορες προφάσεις την πρακτική φειδώ στην οποίαν κρατείται (σελ. 87-88).
Το πλαστό θεωρητικοποιήθηκε από τον Franco Berardi στο νούμερο του Φεβρουαρίου 1977 του περιοδικού
«A/traverso» με το άρθρο: «Informazioni false che producano eventi veri- Ψεύτικες πληροφορίες που παράγουν αληθινά γεγονότα  »:
»Τώρα πάμε παραπέρα. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε το ψεύδος της εξουσίας, πρέπει να καταγγείλουμε και να σπάσουμε την πραγματική εξουσία. Όταν η εξουσία λέει την αλήθεια και ισχυρίζεται ότι είναι Φυσική, θα πρέπει να καταγγείλουμε το μέγεθος της απανθρωπιάς και του παραλογισμού που είναι η τάξη της πραγματικότητας την οποίαν η τάξη του λόγου [ο λόγος της τάξης) αναπαράγει και αντανακλά: ενοποιεί.

LA BORGHESIA È DENTRO DI NOI: DISTRUGGIAMOLA                                                                 Η ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ: ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ

E’ ORA E’ ORA / MISERIA A CHI LAVORA                                                                                            ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ / ΦΤΩΧΕΙΑ Σ’ ΟΠΟΙΟΝ ΔΟΥΛΕΥΕΙ

ANDREOTTI E’ ROSSO, FANFANI LO SARA’                                                  XXXI                            Ο ΑΝΤΡΕΟΤΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΙ Ο ΦΑΝΦΑΝΙ

Να φέρουμε στο φως, να ξεσκεπάσουμε
το παραλήρημα της εξουσίας. Αλλά
όχι μόνο. Χρειάζεται να πάρουμε
τη θέση (να αυτοεπικυρωθούμε)
της εξουσίας, να μιλήσουμε
με την φωνή της. Να διασπείρουμε σημάδια
με την φωνή και τον τόνο
της εξουσίας. Μα ψεύτικα σημάδια.
Να παραγάγουμε πληροφορίες
ψεύτικες που να δείχνουν εκείνο
που η εξουσία κρύβει, και που
παράγουν εξέγερση ενάντια στη
ισχύ του λόγου της τάξης.
Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι της παραποιημένης Αλήθειας για να πούμε με τη γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης αυτά που θέλουν να αποφύγουν. Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι.
Φθάνει μια μικρή απόκλιση
ώστε η εξουσία να προβάλει το
παραλήρημα της: ο Lama λέει στην
εποχή μας πως πρέπει να τουφεκιστούν οι εργάτες που απέχουν απ’ την δουλειά τους. Mα αυτή η αλήθεια της εξουσίας κρύβεται πίσω  από μια  γλωσσική οθόνη. Να την σπάσουμε, να υποχρεώσουμε τον Lama να πει εκείνο που σκέφτεται πραγματικά. Mα η δύναμη της εξουσίας βρίσκεται στο να μιλά με την δύναμη της ισχύος. Μπορούμε να κάνουμε να πουν οι νομαρχίες (παραποιώντας τις αφίσες τους) πως είναι δίκαιο να παίρνουμε δωρεάν το κρέας από τα κρεοπωλεία. Σε αυτό τον δρόμο, πέρα από την αντιπληροφόρηση, πέρα από την Alice, η πραγματικότητα μεταμορφώνει τη γλώσσα. Να στήσουμε στη σκηνή φοβερές πλαστογραφίες. Το « Κέντρο Διάδοσης Αυθαίρετων Ειδήσεων» της Ρώμης ανακοινώνει πως ο Argan συναντήθηκε με τον πάπα Paolo VI  για να φέρουν εις πέρας μια μαοντανταϊστική δράση, και να καταγγείλουν με αυτό τον τρόπο απροκάλυπτα την έννοια του ιστορικού συμβιβασμού
, με μια ηχηρή και εκλεπτυσμένη κίνηση. Σε διάφορες πόλεις οι αφίσες των τοπικών εφημερίδων βγαίνουν με απρόβλεπτες ειδήσεις. Στην Bologna η εφημερίδα «Il Resto del Carlino», εφημερίδα της μπουρζουαζίας, ένα πρωί βγαίνει με τους ακόλουθους τίτλους. «ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ 4000 ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟ 1976» / «ΤΟ ΚΡΕΑΣ ΑΚΡΙΒΑΙΝΕΙ AGNELLI ΜΕ ΠΟΛΕΝΤΑ – «LA CARNE AUMENTA AGNELLI CON POLENTA» /  «ΕΡΕΥΝΑ: ΤΟ 90% ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ ΣΚΟΥΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΕ ΤΗΝ εφημερίδα IL RESTO DEL CARLINO». Τον ιανουάριο, ένα κύτταρο μαοντανταϊστών διανέμει ένα φυλλάδιο σε μια διαδήλωση οργανωμένη από τους κομουνιστές του PCI και τους ρεπουμπλικάνους του PRI, με τους Amendola και Ugo La Malfa. Το φυλλάδιο φέρει την υπογραφή μιας ένωσης αφεντικών , και εκφράζει όλο τον ενθουσιασμό της μπουρζουαζίας για την γραμμή του PCI. Οι γραφειοκράτες υποδέχονται με ηλίθια ικανοποίηση το φυλλάδιο. Αντιθέτως, χιλιάδες συντρόφων, εργατών, καταφέρνουν να διαβάσουν, μέσα στην ειρωνεία, τον ίδιο το θυμό τους, το ίδιο το μίσος τους. Τον φεβρουάριο, στην Ρώμη, το κίνημα των ινδιάνων μητροπολιτάνων μετατρέπει την ειρωνεία και την εξαπάτηση σε μαζική συμπεριφορά. Όταν
χιλιάδες και χιλιάδες νέων προλετάριων οικειοποιούνται την γλωσσική ανάπτυξη και συμπεριφορά , για την
κοινωνία της αναπαραγωγής και για την γλώσσα του καθρέπτη, της εικόνας, του προτύπου όλα γίνονται ακατανόητα. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΛΟΙΟΣ.
Η γλώσσα είναι το σύνολο των γεγονότων του κόσμου. Μερικές φορές, όμως, δεν λογαριάζουμε πως τυχαίνει ενίοτε τα γεγονότα να ξεγλιστρούν και η γλώσσα της εξουσίας να κατακτά την επικύρωση της από την βία που είναι σε θέση να ασκήσει ακινητοποιώντας εντάσεις,επιθυμίες, ανάγκες. Μερικές φορές συμβαίνει η γλώσσα της ελπίδας να βρίσκει τον δρόμο της, και τότε λαμβάνει χώρα μια αλλαγή, μια μετατόπιση όλων των σημαδιών της γλώσσας και αυτά τα σημάδια γίνονται μόνο σινιάλα της βλακείας της εξουσίας. «Ο Lama είναι ένας Trombadori »,
αυτό είναι το πρώτο αποτέλεσμα που το κίνημα απέσπασε στη Ρώμη. Η εξουσία ενωμένη μέσα στην βλακεία της. Nessuno
Lama. Κανείς δεν τον αγαπά. «Σύντροφοι δεν αποδεχόμαστε προβοκάτσιες, Compagni non accettiamo provocazioni ». Αυτά τα λόγια εκτοξεύονται από τους υποτιθέμενους κομουνιστές σε δεκάδες συλλαλητήρια, γίνονται στην Ρώμη η κραυγή μάχης μιας ακούσιας εξέγερσης, κάτι σαν «Avanti popolo alla
riscossa, εμπρός λαέ στην αντεπίθεση». Το έργο έχει αλλάξει, ο Trombadori έρχεται στο πανεπιστήμιο να μεταφέρει το άνοστο γκριζωπό μήνυμα του, νομίζει πως μιλά σε μια συνάντηση κομματική, και σε μια συνέλευση που βρίσκεται σε αναβρασμό μοιάζει ο Buster Keaton στις καλύτερες μέρες του. Με εκτροχιασμένο το μηχανισμό συναίνεσης, η γλώσσα της εξουσίας ανίκανη να σταματήσει στην αιώνια παρανοϊκή αυτο-αναπαραγωγή αναποδογυρίζει επάνω της όλα τα γνωρίσματα με τα οποία συνήθως ομιλεί για να περιθωριοποιήσει τους διαφορετικούς.
Η γλώσσα της ουτοπίας  γίνεται έτσι το μοναδικό ουσιωδώς βιώσιμο. Μισθός σε όλους, με 20 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Η εξουσία, αντιθέτως, σε μια κοινωνία με υψηλή τεχνολογική παραγωγικότητα, ανακαλύπτει ξανά την αξία της χειρωνακτικής εργασίας. Mε θρυμματισμένη τη συναίνεση, με σπασμένη την ιεραρχία, η πρόταση αυτή δείχνει να είναι – η ίδια -, η πραγματική ουτοπία, η μη πραγματοποιήσιμη. Να ανοίξουν τις τρύπες και να τις γεμίσουν είναι ένα ηλίθιο τέχνασμα, αλλά είναι το μόνο που η φαντασία παραχωρεί στην εξουσία. Στην αντιστροφή του πλαισίου, μετά, κάθε λέξη αποκτά μια διαφορετική σημειολογική αξία. Σοβαρότητα, αξιοπιστία γίνεται η λέξη κλειδί, το σύνθημα του κινήματος . «Η εργασία ευλογεί, ζήτω ζήτω οι θυσίες» κραυγάζουν οι ινδιάνοι.Η εξουσία τότε εισάγει το αδιέξοδο της ακούσιας αυτοειρωνίας. Κένεντι, Νίξον, Κάρτερ, oi μάσκες της εξουσίας μοιάζουν πλέον οι καρικατούρες τους. Ο Λάμα από την πλευρά του συνέχισε την υπέροχη παράδοση του αναζωογονητικού θεάτρου της D’Origlia Palmi, έφερε το ευαγγελικό μήνυμα του μεταξύ των ομάδων των μητροπολιτικών ινδιάνων συλλέγοντας την επιτυχία που του άξιζε. Η εκδίωξη του Λάμα από το πανεπιστήμιο της Ρώμης , στις 17 φεβρουαρίου 1977, είναι το αριστούργημα της ειρωνείας της μάζας”.

FIORETTI, FIORETTI / PAGHEREMO CARO PAGHEREMO TUTTO / TUTTO IL MOVIMENTO / DEV’ESSERE DISTRUTTO                   ΦΙΟΡΕΤΤΙ  / ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΟΛΑ ΘΑ ΤΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ / ΟΛΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ / ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ [γονατισμένοι μπροστά στην ομάδα περιφρούρησης του PCI, χτυπώντας τα στήθια τους]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile