ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΔΔ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 6

Και η επιστροφή στην κανονικότητα είναι γεγονός, όχι όμως για όλους, διαβάζουμε πως:
‘Άρχισαν τα όργανα, στα Εξάρχεια την προηγούμενη εβδομάδα ‘ομάδα νεαρών κουκουλοφόρων’ άδειασε τα ράφια σούπερ μάρκετ και μοίρασε τα τρόφιμα στον κόσμο που βρίσκονταν εκεί κοντά, ο οποίος ενθουσιασμένος πανηγύρισε’ και φυσικά κανένας από τους μεγαλοδημοσιογράφους δεν βρήκε το κουράγιο να κατηγορήσει κανένα. Η ακρίβεια καλπάζει λόγω της αισχροκέρδειας που επιβάλλουν τα καρτέλ των τροφίμων.

Και λίγες μέρες μετά οι ‘Ρομπέν των σούπερ μάρκετς’ ξαναχτυπάνε,για να μοιράσουν αμέσως μετά τη λεία τους στις λαϊκές,στους πένητες και ηλικιωμένους. Και ξανά, για Τρίτη φορά στον ίδιο μήνα αντιεξουσιαστές αδειάζουν καταστήματα αλυσίδων σούπερ μάρκετ και μοιράζουν τα τρόφιμα σε κοντινές λαϊκές, στον κόσμο.’
‘αμηχανία και προβληματισμός στην αστυνομία’, ανομολόγητη ενόχληση στους ιδιοκτήτες σούπερ μάρκετ, αυτές τις αντιδράσεις γράφει ο τύπος,έχουν προκαλέσει οι επιθέσεις των αναρχικών ‘Ρομπέν των Αθηνών’ στα υποκαταστήματα μερικών από τις μεγαλύτερες αλυσίδες υπεραγορών της πρωτεύουσας, που ήδη έφτασαν τις τέσσερις από τέλος Μαίου. Και μιλά για τις ανώνυμες αντιδράσεις ανθρώπων που παραβρέθηκαν την ώρα των δράσεων και μιλούν με θετικότατο τρόπο,να μην επεκταθώ μου λέει και μου δείχνει τα αποκόμματα των εφημερίδων με τα αντίστοιχα άρθρα.

Βάζει ένα δισκάκι να παίζει:
‘Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό, περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα,
Και συ μου λες μας περιμένει μπόρα και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό.
Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο και τα κελιά μας είναι χωριστά,σε πολιτεία μαγική γυρνάμε, δεν θέλω πια να μάθω τι ζητάμε, φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά.
Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις σε ένα παραμύθι εφιαλτικό, φωνή εντόμου τώρα είν η φωνή μου,
Φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου, με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό.
Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία, πως η ιστορία γίνεται σιωπή
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω,
Τι λένε τα κομπιούτερς κι αριθμοί.
Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι, πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός, περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα, και γω μες την ομίχλη και την μπόρα, κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός.’
Από τον μεγάλο Δημήτρη Μητροπάνο, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

 

  • Τα παιδιά του ’77

I ragazzi del ’77. Una storia condivisa su Facebook

Όλα ξεκίνησαν στις 5 Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους, όταν ο Enrico Scuro, ο φωτογράφος εκείνου του κινήματος τώρα μακρινού, δημοσίευσε στο προφίλ του στο Facebook την εικόνα του θεατρικού έργου του Ντάριο Φο, με το οποίο κατέληξε το συνέδριο ενάντια στην καταστολή τον Σεπτέμβρη του 1977. Έκλεινε, εκείνη η Ευρωπαϊκή εκδήλωση-διαδήλωση, την χρονιά που ξεκίνησε με τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, με αποκορύφωμα τη δραματική δολοφονία από έναν καραμπινιέρο τον φοιτητή Francesco LORUSSO στην Via Mascarella στη Μπολόνια και με την έφοδο ενάντια στα οδοφράγματα της πανεπιστημιούπολης με θωρακισμένα αυτοκίνητα που απέστειλε ο υπουργός εσωτερικών Kossiga την ώρα που ένα πιάνο έπαιζε το τραγούδι Chicago.

Ο Ντάριο Φο απήγγειλε μπροστά σε μια θάλασσα από ανθρώπους, των οποίων τα πρόσωπα μετά βίας ξεχώριζαν στη φωτογραφία. Ωστόσο, πολλοί αρχίζουν να βλέπουν τους εαυτούς τους στην εικόνα. Να λεν: εγώ ήμουν εκεί. Και ο Σκούρο σκέφτεται πραγματικά να ανοίξει τα αρχεία. Δημοσιεύει, πάντα στο Facebook, σε μια-δυο εβδομάδες, τρία άλμπουμ φωτογραφιών. Εξαπολύονται μια σειρά από σχόλια, συζητήσεις, τα «θυμάμαι» αλλά επίσης και οι προσπάθειες ιστορικοποίησης ή να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα για να ξαναβρεθούν ύστερα από τόσον καιρό. Προσδιορίζονται ονόματα στα πρόσωπα, ανακατασκευάζονται τα επίθετα και οι προελεύσεις έντονων συναντήσεων, που συχνά διήρκησαν μόνο μια χρονιά. Γίνεται προσπάθεια να μεταφερθούν νεανικά πρόσωπα γενειοφόρα ή σγουρομάλλικα, λουλουδιαστές φούστες που θροίζουν πάνω από τσόκαρα σε άτομα που έχουν μεγαλώσει, που ίσως σήμερα να ζουν μακριά ή να έχουν πεθάνει. Ανακαλύπτεται ότι εκείνος ο Mario Chessa ο οποίος κυματίζει μια κόκκινη σημαία στον άνεμο έγινε ο Dom Ildefonso των Βενεδικτίνων πατέρων της Βασιλικής του Αγίου Στεφάνου. Βρίσκονται ξανά φίλοι χαμένοι, άνθρωποι που φύγαν από την Μπολόνια για χρόνια. Ανακατασκευάζονται μονοπάτια.

Το παιχνίδι συνεχίζεται. Από τα συρτάρια αυτής της εικονικής κοινότητας που συναντιέται ξανά αρχίζουν να φθάνουν περισσότερες φωτογραφίες, που εντάσσουν σε ένα πλαίσιο τις πιο δημόσιες στιγμές με αναλαμπές της ιδιωτικής ζωής των χρόνων, τότε που φωνάζαμε στους δρόμους: « Το προσωπικό είναι πολιτικό».

Σήμερα στο προφίλ profilo του Σκούρο θα βρείτε δεκατρία παραρτήματα. Σχηματίστηκε αμέσως, ήδη από εκείνον τον Φεβρουάριο, μια ομάδα που ονομάζεται «Τα παιδιά του ’77», με την πρόθεση να γράψει ένα βιβλίο που θα δώσει μια συνέχεια στο έργο της μνήμης. Και τώρα αυτό το μυθιστόρημα «Facebook» έφτασε στα βιβλιοπωλεία, χάρη σε δύο μικρούς εκδοτικούς οίκους της Μπολόνια, Baskerville και Sonic Press, που ιδρύθηκαν αντίστοιχα από τους Maurizio Marinelli και Oderso Rubini, δυο από αυτούς που εκείνη την χρονιά βρίσκονταν εκεί. Είναι ένας ορθογώνιος τόμος μεγάλου μεγέθους που συγκεντρώνει πολλά από τα πλάνα που δημοσιεύθηκαν online. Το κείμενο είναι φτιαγμένο με τα σχόλια που εμφανίστηκαν κάτω από τις φωτογραφίες, ύστερα από τις έντονες συζητήσεις που προκλήθηκαν στο διαδίκτυο. Δεν γίνεται κατανοητό, με την πρώτη ματιά, αν αφηγείται την επική ιστορία μιας πραγματικής κοινότητας, του παρελθόντος, η οποία συναντιόνταν όλες τις ημέρες στο πανεπιστήμιο, στα σπίτια, στις διαδηλώσεις, στην πλατεία, παίζοντας μουσική, συζητώντας, κάνοντας έρωτα, ονειρευόμενη (αυτήν που περιγράφει ο Enrico Palandri στην Boccalone και εκείνη για την οποίαν έγινε λόγος στο συλλογικό βιβλίο Μπολόνια Μάρτιος ’77 … δικιά μας υπόθεση), ή αν είναι η λυδία λίθος μιας εικονικής κοινότητας του σήμερα, που κοιτάζει προς το παρελθόν με ανάμεικτα συναισθήματα.

Νοσταλγία υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, για τα χρόνια της νιότης, για ιδανικά που τα χρόνια που πέρασαν φαίνεται να έχουν αμαυρώσει, ανατρέψει, ιδανικά που παραγνωρίστηκαν. Υπάρχει αυταρέσκεια, για το «τι όμορφοι που ήμασταν», για το «τι όμορφα που ήταν τα κορίτσια» («Κοιτάζοντας πίσω τώρα, είναι αλήθεια ότι ήμασταν όλοι και όλες πολύ όμορφοι και ίσως αυτό ήταν που μας έκανε τέτοιους – δεν είμαι σίγουρη, αλλά μου αρέσει να σκέφτομαι έτσι – είναι ακριβώς αυτό που είχαμε στο κεφάλι «, γράφει η Gianna Curti Clech, το πρόσωπο που ξεκινά την κουβέντα).

Είναι σαν μια παρενέργεια, σαν το αποτέλεσμα μιας καταβύθισης, σύμφωνα με την οποίαν πολύ λίγα λέγονται για όλα εκείνα που αυτά τα χρόνια έχουν δημιουργήσει, τι υπήρξαμε μετά (Κάποια ομολογεί: «Δεν έχω μιλήσει με τις κόρες μου γι αυτό που ήμουν, γι αυτά που σκεφτόμουν: νομίζω ότι το έχω περάσει μέσα από τον τρόπο που ζω, που είμαι «). Έχουμε την τάση να θυμόμαστε, να βρίσκουμε κομμάτια και πρόσωπα του παρελθόντος μας. Στη συνέχεια, σταδιακά, από την ανασυγκρότηση περνάμε στο να αναρωτιόμαστε για όλα αυτά με τα οποία τα σπάσαμε, διαρρήξαμε, στην διάρκεια  αυτής της εμπειρίας, για το ποιοι είμαστε σήμερα, πηδώντας επάνω από όλα τα χρόνια που υπήρξαν ενδιάμεσα, για την ιστορία της ήττας της δεκαετίας του ’80, για όλες τις μεταβολές που συνέβησαν στον κόσμο.

Φυσικά, θυμόμαστε τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας που οδηγούσαν εκείνο το κίνημα. Διατρέχουμε την επανάσταση των ελεύθερων ραδιοφώνων, που στη Μπολόνια είχε εκείνο το τρομερό εργαστήρι που ήταν το Radio Aliceπείραμα οριζόντιας επικοινωνίας, λόγων και μουσικής σε ελευθερία, ιδεών και πρακτικών που αποπλανούσαν, που ερμήνευαν τις διαθέσεις. Θυμόμαστε μια κλήση από έναν ακροατή, ο οποίος έλεγε: «Είμαι υποχρεωμένος να βγω από το σπίτι, γιατί αν είμαι στο σπίτι ανοίγω το ραδιόφωνο, και μετά δεν μπορώ πια να μελετήσω ..». Γράφει η Marzia Bisognin, η οποία συνελήφθη όταν η αστυνομία έκλεισε το ραδιόφωνο, μετά τις συγκρούσεις: «… δεν αναγνώριζα καμία άλλη από εκείνες τις φωνές. Άκουγα πάντα τον σταθμό, μέρα και νύχτα, την Αλίκη … Και καθώς εκείνες οι φωνές σιγά σιγά έγιναν άνθρωποι που γνώρισα, έγινε όλο και περισσότερο ένας οικείος χώρος της ζωής μου, οικείος και τεράστιος ταυτόχρονα … λίγο σαν το facebook!, σήμερα»

Στα σχόλια επαναλαμβάνεται η παλιά διαμάχη μεταξύ ριζωματικού μετασχηματισμού, ο οποίος αναπτύσσεται μέσω της μετάδοσης, για μικρές ομάδες, μέσω εσωτερικής βλάστησης, ή οργανωμένου πολιτικού αγώνα και ίσως γίνει και σκληρός. Θυμόμαστε το τέλος όλων αυτών, όταν η σύγκρουση με το κράτος την ένοπλη πάλη έκλεισε όλους τους χώρους, όταν επάνω στην αναζήτηση της ελευθερίας και των ατομικών εμπειριών, των «παραδείσων», έσκασε σαν μια βόμβα η ηρωίνη.

Αλλά πάνω απ’ όλα στο βιβλίο μπορείτε να δείτε πρόσωπα, νέους, άλλων καιρών, δωμάτια φοιτητών επιπλωμένα με φαντασία μέσα από έπιπλα αντίκες, ενδυμασίες που αποκτήθηκαν στα παζάρια, εφευρέσεις απίθανων επαγγελμάτων προκειμένου να προστατευτεί η ελευθερία και η αυτονομία των νεαρών, σπίτια, σαν θεατράκια της ψυχής, σαν σύνολο από αυτο-αναπαραστάσεις στις οποίες κάποιος φαίνεται δανδής, εξωτερικεύοντας τις πολιτιστικές φιλοδοξίες, συχνά μακρινές από τις κοινωνικές συνθήκες «που δεν είναι εγγυημένες.»

Τρέχουν μπροστά μας γεγονότα πολιτικά και συλλογικά μαζί με ιδιωτικές στιγμές, οι διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα μετά τη δολοφονία του LORUSSO, οι φυλακίσεις, αλλά και το θέατρο δρόμου, οι κλόουν που πραγματοποιούν έφοδο στο κτίριο του Δημαρχείου της πόλης, οι τοιχογραφίες, το συγκρότημα που ανοίγει παρελάσεις και γιορτές, που πήγε και στη Γερμανία. Αφηγούνται τα ταξίδια, Umbria Jazz και η Ινδία, οι αγάπες, η εκ νέου ανακάλυψη του σώματος και της τρυφερότητας μετά από χρόνια άκαμπτου πολιτικού ακτιβισμού, ο φεμινισμός, τα κόμικς του Scozzari και του Pazienza, η μουσική των Gaznevada και των Skiantos. Τρέχει αυτό που ονομάστηκε «Καρναβάλι της Μπολόνια», που αναφέρεται στο Καρναβάλι ως χωνευτήρι και κοινωνική αναστροφή για τα οποία εκείνα τα χρόνια μιλούσαν οι Camporesi, Scabia, Celati, επάνω στα χνάρια του Μπαχτίν, Bachtin. Μέχρι τα χρόνια του μολυβιού. Ίσως μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών και την είσοδο στις αναγκαιότητες της ενήλικης ζωής.

Λέγεται από κάποιαν, την Annarosa, η οποία μετακόμισε στη Ρώμη πριν από εκείνο το 1977 και στη συνέχεια επέστρεψε αρκετές φορές στην Μπολόνια, για την πανέμορφη πολυτεχνίτη οδηγό των Gaznevada («μια ομορφιά φτιαγμένη από αυθεντικότητα», διαβάζουμε σε ένα σχόλιο), για το ανοικτό σπίτι του Μπίφο, του ηγέτη, και για άλλα, διάσπαρτα σε όλη την πόλη, στη Via San Vitale, στην οδό Castiglione, την οδό Fondazza. Για εκείνο στο Santo Stefano, όπου είχε ζήσει, με τον Giovanni Lindo Ferretti και άλλους από το Reggio Emilia, ο Αlceste Campanile, ο οποίος θα δολοφονηθεί το 1975. Για πολλά άλλα. Κάποιος γράφει: «Ήταν μια μοναδική περίοδος. Στη συνέχεια, η απόλυτη ομίχλη. »

Στο παιχνίδι της αναπαραγωγής που γίνεται απ’ όλους μαζί, η Μαρίζα Di Mario αναρωτιέται: «Μα εκείνη δεν είμαι εγώ;», Και ο Giuli Idini απαντά: «Θα μπορούσα να είμαι εγώ … αν και δεν βρισκόμουν στην Μπολόνια! Το ωραίο με αυτές τις φωτογραφίες είναι ακριβώς αυτό: όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια αναγνωρίζονται σε κάθε πλάνο, ακόμα κι αν πραγματικά δεν βρίσκεται σ’ αυτό!».

Βλέπουμε δύο νεότατους Enrico Palandri και Claudio Piersanti, οι οποίοι επρόκειτο να γίνουν συγγραφείς. Οι φίλοι από το Κάλιαρι Tognolini ( σήμερα καθιερωμένος συγγραφέας για παιδιά) και Cabiddu (σκηνοθέτης). Οι Scozzari, Pazienza, Maurizio Torrealta (s;hmera δημοσιογράφος για την κρατική τηλεόραση RAI News 24, δίχως πλέον γένια και με λίγα μαλλιά ), όλοι εκείνοι του ραδιοφώνου Alice που σηκώνουν ψηλά μια συμβολική κεραία σε ανθρώπινη πυραμίδα στην Piazza Maggiore, γιορτές, μωρά που είναι τώρα τριάντα χρόνων, όπως η Amaranta, η κόρη του Luciano (που ζει στην Κεντρική Αμερική) και η Marzia. Και στην συνέχεια τα ΜΑΤ, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, τα χέρια σηκωμένα ψηλά ειρωνικά στο σχήμα της παράδοσης στην εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κόμματος κατά της βίας που ακολούθησε τη δολοφονία του LORUSSO, η κηδεία του φοιτητή …

Φαίνεται μερικές φορές, το λέει κάποιος σε ένα ποστάρισμα, να γίνονται αισθητά ακόμα και τα αρώματα εκείνης της περιόδου, εκείνο το διεισδυτικό και γλυκό του πατσουλί, αλλά και εκείνο του ιδρώτα ή του «χόρτου». Και μερικές φορές, στο παιχνίδι των αναγνωρίσεων, πέφτει η πέτρα: αυτή, η Cinzia, πέθανε, το 1991. Η Chiara σκοτώθηκε. Αυτόν το πήρε μαζί του το AIDS.

Κάποιος που παρεμβαίνει και που αυτά τα χρόνια δεν τα έζησε: «Ίσως θα μπορούσα να πω εγώ, γεννημένος το ’79, από ποιες πηγές έμαθα τα λίγα που ξέρω για τα παιδιά του ’77», γράφει ο Ντιέγκο Pipi, και απαριθμεί μουσικά γκρουπ, τους Area, τους Stormy Six , τους Gaznevada, το Confusional Κουαρτέτο, παλιά νούμερα του περιοδικού «Frigidaire», ταινίες διαθέσιμες στο YouTube, συμπεριλαμβανομένου του ντοκιμαντέρ Γυμνοί προς την τρέλα,   Nudi verso la folliaτου Angelo Rastelli, από εικόνες του Alberto Grifi. Και καταλήγει: «H δική μου είναι μια άποψη που προέρχεται από τις όχι πολλές πληροφορίες σε εμένα διαθέσιμες, αλλά νομίζω ότι είναι ενδιαφέρουσα όχι μόνο για να καταλάβουμε« ποιοι ήσασταν », αλλά και για να κατανοήσουμε πώς σας βλέπουν τα παιδιά σας».

Ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στα παιδιά, καθώς και στις ταβέρνες όπου βρισκόμασταν, Trebbi, Picci, την Vigna … (Οι επαναστάσεις πνίγονται στο φαγητό της κατσαρόλας), στις μακριές φούστες, στα ταξίδια, στην Μπολόνια ροκ, στην ποιητική συνεύρεση του Castelporziano, στη συναυλία της Patti Smith, στην ομοφυλόφιλη υπερηφάνεια. Ό, τι συνέβη σε εκείνη την κοινότητα των μετακινούμενων συνόρων, μεταξύ του 1976, όταν γεννιέται το Radio Alice, και το 1978 τεκμηριώνεται, μαζί με τα ονόματα όσων έφεραν φωτογραφίες ή μνήμες, και αυτός ο τελευταίος κατάλογος γεμίζει τέσσερις σελίδες γεμάτες.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κλειδί για αυτό τον τόμο είναι η ο γενεαλογικός ναρκισσισμός, η εκ νέου ανακάλυψη σήμερα μιας αυξημένης αξιολόγηση του εαυτού του που είχε αποθαρρυνθεί από την κατάρρευση των υποσχέσεων, των ονείρων, της σε βάθος αυτοεκτίμησης. Αυτός του ’77 ήταν ένας από τους τελευταίους γύρους των baby boomers, ήδη στο χείλος της αβύσσου: υπήρξε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση και κάποιοι άρχισαν να μιλούν για «τους μη εγγυημένους», di “non garantiti”, δεν φαντάζονταν πόσο βαθιά και καταστροφική θα γίνονταν η επισφάλεια κατά τα επόμενα έτη. Αυτά τα «παιδιά του ’77« πίστευαν (πιστεύαμε, μιας και αυτός που γράφει ήταν από εκείνες τις φυλές) πως θα άλλαζαν τον κόσμο και πίστευαν πως ήταν ο ομφαλός εκείνου του κόσμου. Ή τουλάχιστον ήθελαν να γίνουν, ένα κάποιο κέντρο, στην περιοχή τους, στον χώρο τους, στον τομέα τους.

Με το ’77 αρχίζει να κλονίζεται η εμπιστοσύνη στις προοδευτικές τύχες κτήμα του εικοστού αιώνα (ακόμα και οι βεβαιότητες του σοσιαλισμού, με την ρήξη της καλής του μπολονιέζικης βιτρίνας): οι καταρρεύσεις είναι ακόμα μακριά, αλλά πίσω από τη γωνία. Ξεκινά, ακριβώς ανάμεσα τους νεαρούς πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου, η σύγκρουση μεταξύ της πολιτικής μαχητικότητας και στράτευσης η οποία προβάλλεται προς ένα μελλοντικό σχεδιασμό και της φροντίδα του εαυτού και της ομάδας αυτών που βρίσκονται κοντά, η οποία θα ονομαστεί, λίγα χρόνια αργότερα, με κάποια διαφοροποίηση και σε άλλα πλαίσια και συγκυρίες, «ηδονισμός «. Αρχίζει η δική μας μετανεωτερικότητα.

Στο βιβλίο όλα αυτά επανεμφανίζονται, ακόμη και λόγω της προέλευσης των γραπτών (των posts), στο Facebook, δεν είναι δυνατόν να φτάσουμε σε μια πλήρη εμβάθυνση. Είναι σαφής η επιθυμία των ανθρώπων που έχουν ήδη περάσει τις απογοητεύσεις των χρόνων να επανασυνδέσουν τα νήματα. «Βρεθήκαμε ξανά στην πλατεία, να το πω έτσι, για να συνδέσουμε εκ νέου, συλλογικά, στην μνήμη μας τα γεγονότα, γράφει η Bisognin Marzia, η οποία μαζί με τον Paolo Ricci βοήθησε τον Σκούρο να συνθέσουν το βιβλίο. Και η πλατεία στην οποία αναφέρεται δεν είναι πλέον εκείνη των διαδηλώσεων, των συγκρούσεων, της ειρωνείας, των παραστάσεων, των συναντήσεων και της εκτεταμένης τρυφερότητας χρόνων που είναι πλέον πολύ μακρινοί, αλλά μια νέα, εικονική, μέσα στην οποίαν όλοι εμείς ταξιδεύουμε, όπου μπορούμε να περάσουμε μιαν λαθραία εικόνα του εαυτού μας με μια φωτογραφία παλιά τριάντα χρόνια. Εκεί, με το Facebook, προσπαθούν να ανακτήσουν ιστορίες χαμένες, παίζοντας, ειρωνικά, με τη νοσταλγία. Ακόμη και με αυτόν τον τίτλο, που θυμίζει «Τα αγόρια του ’99», οι βετεράνοι νικηφόροι αυτοί, εκείνοι του ’77 με λίγες νίκες να γιορτάσουν. Αδίστακτη ειρωνεία, απατεώνισσα!

Διακρίνεται νοσταλγία, βεβαίως, αλλά και η επιθυμία να αναρωτηθούμε: «Πόσοι ήμασταν τότε! Γιατί ήμασταν εκεί; Τι μας κινούσε; Πού βρισκόμαστε σήμερα; «. Ποστάρει, στις πρώτες σελίδες, ο Dom Ildefonso Chessa: «Ήμασταν σίγουρα (δεν υπάρχουν αρνήσεις) νέοι, εφήβοι και γεμάτοι φαντασία, επιθυμία να κάνουμε πράγματα. Η επανάσταση κοίταξε μας φαίνονταν πίσω από τη γωνία, ακόμη και πίσω από κάθε εμπόδιο που συναντούσαμε. Ήμασταν, αλλά ο χρόνος έχει προχωρήσει και έχει παρουσιάσει και αποκάλυψε. Υπήρξαμε, όμως τώρα είμαστε. Ήμασταν, όμως τώρα είμαστε το αποτέλεσμα εκείνου που ήμασταν, το άθροισμα των συναισθημάτων μας, των ονείρων μας, των βεβαιοτήτων μας. Δεν αγαπώ τη νοσταλγία! Θα μπορούσε να γίνει μια κακή φυλακή. » Και ο Paolo Ricci, στο τελευταίο κεφάλαιο, σφραγίζει: «Νομίζω ότι η δουλειά αυτή τη στιγμή είναι απλά να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε εκείνο που από την εμπειρία μας εκείνων των χρόνων ήταν πράγματι καλό, ζουμερό, ζωτικής σημασίας, να το ξεχωρίσουμε από τα λάθη και από την φρίκη, και να το φέρουμε και πάλι στο φως. »

Ξεκινάμε από αυτό το ιστορικό και ανθρωπολογικό ντοκουμέντο του τότε που η Μπολόνια, η υποτιθέμενη πρωτεύουσα του δημοκρατικού κομμουνισμού, ήταν το επίκεντρο ενός πολιτικού και υπαρξιακού πειράματος ζωτικής σημασίας και αμφιλεγόμενo. Ξεκινάμε εκ νέου από αυτό το μυθιστόρημα – Facebook, άτλαντα των προσώπων, των κοστουμιών και των συνηθειών, των θυμών, των σχεδίων ενός παρελθόντος που σβήστηκε από την ιστορία με πολύ μεγάλη βιασύνη, από τις ρυτίδες στο πρόσωπο, από τις απογοητεύσεις της καρδιάς.

 


  • τα παιδιά του ’77

Roberto Sassi για την αυτόνομη μαχητικότητα και στράτευση

  • Και τελειώνει το πρώτο μέρος της εξιστόρησής μας : ‘κοιτάζοντας στις οθόνες τα καμένα βουνά της Αττικής,όλης της Ελλάδας, αυτή η αίσθηση του πένθους, του πόνου και της απελπισίας. Αν και νομίζω δεν πενθούμε πια για τα καμένα δένδρα, τα απανθρακωμένα ζώα, τα κυνηγημένα πουλιά, τα πνευμόνια ζωής που ξεφουσκώνουν, τα νέα μαύρα τοπία. Φαίνεται ‘ότι τα συνηθίσαμε όλα αυτά, τα παρακολουθούμε σαν επαναπροβαλλόμενη ταινία, αποδεχόμενοι την εθνική μας μιζέρια. Δεν διδαχτήκαμε τίποτα από τις φονικές πυρκαγιές του ’07. Έτσι μας έχουν κάνει, να ξεχνάμε. Να θυμόμαστε ότι τους βολεύει, την ώρα που τους βολεύει. Σε αυτή τη χώρα όπου οι Χριστοφοράκοι μας βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα τους από την Ευρώπη, και οι ατελεύτητα προφυλακισμένοι, όπως ο Θοδωρής ο Ηλιόπουλος, από τους εξεγερμένους του περσινού Δεκέμβρη με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη, να πρέπει να φτάσουν στο κατώφλι του θανάτου για να τους αντιμετωπίσουν σαν ανθρώπινα όντα.’
    ‘Υπερασπίσου το παιδί, άμα γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.’ Παύλος Σιδηρόπουλος.

‘Τα κατάφεραν λοιπόν, δεν άφησαν τίποτα όρθιο, όλα τα αφάνισαν. Φαίνεται πια πως η μαυρίλα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Αποδεχτήκαμε την καταστροφή της Πάρνηθας και του Υμηττού,κατάπιαμε την τραγωδία με την εκατόμβη των νεκρών της Ηλείας, ξεχάσαμε και την ολοκληρωτική καταστροφή της Αττικής. Κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για να δικαιώσουμε τον Σαββόπουλο, που εδώ και χρόνια φωνάζει ότι ήμαστε ‘κράτος ασυστόλων κώλων, κωλο έλληνες’.

  • Έχει στα χέρια του μια παλαιότερη συνέντευξη του πρώην διευθυντή της Μόντ Ντιπλοματίκ , Ινιάσιο Ραμονέ. Μου διαβάζει αποσπάσματα:
    ‘Στα σαράντα λεπτά που θα κρατήσει η ομιλία μου να θυμάστε πως θα πεθάνουν 40 γυναίκες στη διάρκεια τοκετού, 400 παιδιά από μολυσμένο νερό, ενώ συνολικά 840 παιδιά κάτω των πέντε χρόνων από θεραπεύσιμες ασθένειες. Όλοι αυτοί θα πεθάνουν λόγω της φτώχειας τους.’
    Αυτή θεωρεί τη μεγαλύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα και πρόκληση μιας και σήμερα η ανθρωπότητα έχει 1000 φορές μεγαλύτερο πλούτο απ’ ότι χρειάζεται για να ζήσει καλά.
    Ένας στους 4 ανθρώπους στον πλανήτη επιβιώνει με λιγότερα από 2 δολάρια ημερησίως. Μόνο στην ΕΕ κάθε αγελάδα λαμβάνει επιδότηση 4 ευρώ τη μέρα. Σκανδαλώδες.

Περιέγραψε την οικονομική παγκοσμιοποίηση ως μια ολοκληρωτική αγορά που επεκτείνετε σε βάρος κάθε έννοιας δημόσιου συμφέροντος σε υγεία, παιδεία, μεταφορές κλπ. Ένα σύστημα στο οποίο αποθεώνεται ο ατομισμός εις βάρος του συνόλου, ο εγωισμός στρέφεται κατά της αλληλεγγύης, και τα κέρδη είναι αυστηρώς ιδιωτικά. Ενώ καταφέρνει να κοινωνικοποιεί τις ζημιές, όπως φάνηκε και στην τελευταία κρίση του τραπεζικού συστήματος.
Ιεράρχησε τις εξουσίες με πρώτη τη χρηματοπιστωτική αγορά, δεύτερη αυτή των ΜΜΕ, ως ιδεολογική μηχανή της παγκοσμιοποίησης, και τρίτη την πολιτική εξουσία.’

  • Ξαναπιάνω το μολύβι μέσα στην κάψα του καλοκαιριού του 12. Στην αρχή σκόρπιες σκέψεις από εδώ κι από εκεί, κάποια στιγμή έχασα και τη σειρά! Μετά το πράγμα διορθώθηκε, άρχισε το κείμενο να τρέχει καλύτερα,να ρολάρει. .Θα το παρουσιάσω όσο πιο ‘ανθρώπινο’ γίνεται:

συνεχίζεται

Βάστα

PARA TODOS TODO

para todos todo
η σκέψη μου είναι πάντα κοντά τους….

μιχαλης 288

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Κ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 9

Το πρώτο βράδυ της κατάληψης στρώνουμε τους υπνόσακους επάνω στο βάθρο του καθηγητή, στην αίθουσα, μήπως και γλιτώσουμε λίγο από την παγωνιά. Είναι μαλακότερο το ξύλο. Όλη τη νύχτα, δυο κορίτσια κι εγώ αγκαλιασμένοι σφιχτά μπας και ζεσταθούμε. Δεν με διεκδίκησε για την πάρτη της καμία, δεν έκανα κίνηση να χωρίσω τις δυο φιλενάδες. Ούτε δευτερόλεπτο. Φτάνει που είμαστε μαζί.
Το καλοκαίρι, στο Ακρωτήρι, κάνουμε έρωτα το μεσημέρι με τον Άντζελο και την κοπελιά άλλου φίλου που έμεινε πίσω στην πατρίδα. Δεν νιώθουμε ούτε στιγμή πως ‘κλέβουμε’ κάτι από τον δικό μας. Ούτε εκείνη ότι ‘προδίδει’. Ζούμε πλέον τη νέα κατάσταση.
Πειραματιζόμαστε. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Γιατί δεν είναι συνθήκη η ζωή. Είναι ανακάλυψη. Αποκάλυψη.
Γιαυτό και αργότερα, σε άλλη σκηνή και άλλο τόπο, δεν θέλω, δεν μπορώ να χωρίσω τις δυο φιλενάδες από την Γερμανία, στα Σύβοτα.

Δεν είμαι ούτε διεφθαρμένος, ούτε πεινασμένος. Είμαι, Είμαστε μαζί. Φυσικός είμαι, έτσι αισθάνομαι. Σίγουρα το ένα κορίτσι είναι ωραιότερο. Αλλά είναι εκεί, τόσες ώρες μαζί και το άλλο. Πως το διώχνεις; Πως το αποκόπτεις έτσι ξαφνικά από την όλη φάση; Να σπρώξουμε δηλαδή την άλλη κοπέλα στο περιθώριο; Το αξίζει ;
Όχι φυσικά!
Επαναλαμβάνω πως ίσως αυτά να μας φαίνονται σήμερα ακαταλαβίστικα. Γυρίσαμε πολλά χρόνια πίσω, φοβόμαστε το ρίσκο και το άγνωστο. Ίσως όλα αυτά να ακούγονται αλαμπουρνέζικα.
Όταν όμως εμείς λέμε πως την ουτοπία την ζήσαμε, την ζούμε καθημερινά μέχρι να μας εξαφανίσουν από προσώπου γης, δεν λέμε τρίχες.

Δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα της αλλαγής [άλλη παρεξηγημένη λέξη], είναι πολιτιστικό και πολιτισμικό. Αγκαλιάζει κάθε πτυχή του είναι, του είμαστε, της καθημερινής ζωής. Το προσωπικό είναι πολιτικό!
Για νέες ταυτότητες μιλάμε.
Εάν δεν αλλάξει και εσωτερικά ο άνθρωπος, επανάσταση δεν νοείταιΗ επανάσταση της καθημερινής ζωής. Το πέταγμα του αετού. Αυτό το φως μέσα μας.
Δεν λέω να γίνουνε αυτό, εκείνο ή το άλλο. Δεν λέω τι πρέπει να κάνουμε. Δεν λέω από μονογαμικοί να γίνουμε πολυγαμικοί ή να παρατήσουμε αυτόν ή την άλλη. Λέω μόνο πως ότι πιστεύουμε, ότι ακολουθούμε, ότι μας προτρέπει ο αρχηγός, ο πολιτικός, ο παπάς ή ο στρατηγός είναι προϊόντα χιλιάδων εκατονταετηρίδων καταπίεσης του ανθρώπινου και ζωικού γένους γενικότερα, του περιβάλλοντος και της φύσης. Πως χρειαζόμαστε απελευθέρωση.
Να ακούσουμε και να πειραματιστούμε.

Ότι κουβαλάμε μέσα μας, αυτό το βαρύ φορτίο από ανησυχίες, πολέμους, μίσος, εκμετάλλευση, άγχη, στεναχώριες, διαχωρισμούς, έχει καθίσει επάνω μας σαν βδέλλα, μας ρουφά το αίμα, μας έχει σκάσει. Πλαντάζουμε. Το θέλουν, μας το επέβαλε ο ‘πολιτισμός’ τους, συναινέσαμε.
Ώρα για ελευθερία, να αποβάλλουμε τον ζυγό. Εσωτερικά και εξωτερικά. Μέσα μας και στην κοινωνία. Να τινάξουμε τον βράχο από πάνω μας.
Τα θέλει ο κώλος μας

San Michele aveva un gallo, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

  • ‘ερώτηση : τι θέλετε να κάνουμε εμείς οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο’ ;
    Κρισναμούρτι : ‘‘δεν θέλω τίποτα. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο : ζήστε, ζήστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος είναι τόσο θαυμάσια ωραίος. Είναι ο κόσμος μας, η γη μας για να ζήσουμε πάνω της, αλλά δεν ζούμε, είμαστε στενόμυαλοι, χωρισμένοι, αγχώδεις, φοβόμαστε τ’ ανθρώπινα όντα, κι επομένως δεν ζούμε, δεν έχουμε σχέσεις, είμαστε απομονωμένοι, απ’ τ’ ανθρώπινα όντα. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει να ζει κανείς μ’ αυτή την εκστατική, αξιοζήλευτη έννοια.
    Λέω πώς μπορεί να ζει κανείς μ’ αυτό τον τρόπο μόνο όταν ξέρει πώς να ελευθερωθεί απ’ όλες τις βλακείες της ζωής του. Το να ελευθερωθεί απ’ αυτές είναι δυνατό μόνο όταν συνειδητοποιήσει τις σχέσεις του, όχι μόνο με τα ανθρώπινα όντα, αλλά με τις ιδέες, με τη φύση, με τα πάντα.’
    ‘φως για σας τους ίδιους. Αυτό το φως δεν μπορεί να δοθεί από κάποιον άλλο, ούτε μπορείτε να το ανάψετε απ’ το κερί ενός άλλου, είναι μόνο ένα κερί και μπορεί να σβήσει.’’

Αυτά. Δεν είναι μόνο η φωτιά, ο δυναμίτης, το Walter P38, για το οποίο τραγουδούμε στις πορείες. Είναι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που μπαίνει σε αμφισβήτηση, σχέσεις καινούριες που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους.

Θυμάσαι, μου λέει, Μιχάλη, εκείνο το απόγευμα, παρακολουθούμε ποδόσφαιρο Μουντιαλικό από την Αργεντινή, στην τηλεόραση. Στο ημίχρονο, στις ειδήσεις ανακοινώνουν πως έγινε σεισμός στην Θεσσαλονίκη και έγινε αισθητός σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα. Ανησύχησες και κάλεσες στο τηλέφωνο τον πατέρα σου για να μάθεις νέα αυτού και της αδελφής σου, που κατοικεί ακριβώς στη Θεσσαλονίκη.
Ησύχασες, όλα καλά. Τέλειωσε ο αγώνας, καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα. Αποφασίζουμε εκδρομή. Πηδάμε στο πεντακοσαράκι οι τέσσερις που βρισκόμασταν εκεί, στριμωχτήκαμε με τα τσιμπράγκαλα μας , ξεκινήσαμε για το γνωστό μας άγνωστο.
Κάνουμε διαδρομή που γνωρίζουμε καλά, προς την θάλασσα, από τον επαρχιακό. Η πορεία θα δείξει που θα καταλήξουμε. Μοιραζόμαστε τα έξοδα όπως πάντα, ανάλογα φυσικά με τις δυνατότητες. Άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερα.

Φύγαμε άρον άρον, ούτε υπνόσακους κουβαλάμε πάνω στην τρέλα της απόδρασης. Όταν φτάνουμε παραλία, τραβάμε αρκετά χιλιόμετρα παράλληλα και ανηφορίζουμε προς το ύψωμα. Βρισκόμαστε σε περιοχή θέρετρο, στη χερσόνησο του Argentario, με όμορφες βίλες περιτριγυρισμένες από φυτά που σκαρφαλώνουν ψηλά δημιουργώντας φυσικούς φράχτες. Κρύβουν την θέα από τα αδιάκριτα βλέμματα. Μέρος καταπράσινο, ψηλός γκρεμός πάνω από τα νερά, σκαλάκια χτισμένα με χάρη οδηγούν προς τα βράχια ανάμεσα στα οποία αναπαύονται μικρές παραλιούλες με ξανθιά αμμουδιά. Οι πλούσιοι ξέρουν να διαλέγουν τα καλύτερα!

Οι λεφτάδες ιδιωτικοποιούνται τη γη, εμείς την ξαναπαίρνουμε πίσω.
Παραβιάζουμε την πόρτα ενός από τα σπίτια που είναι ακατοίκητο, μιας και οι ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούν για τις διακοπές τους, προφανώς κατοικούν μόνιμα κάπου αλλού.
Δεν κάνουμε φασαρία, αν και η απόσταση που χωρίζει τα διάφορα κτίσματα είναι μεγάλη, οι αυλές είναι τεράστιες, με κιόσκια και λοιπά. Ποιος να μας πάρει χαμπάρι;
Κάνει ψύχρα, κρύο θα έλεγα, δεν βρίσκουμε ησυχία εκεί έξω, κάτω από το κτισμένο κιόσκι. Προσπαθούμε να χαλαρώσουμε, κόπος άδικος, δεν τα καταφέρνουμε.
Παραβιάζουμε και του σπιτιού την πόρτα και μοιραζόμαστε τα κρεβάτια που είναι μπόλικα. Ανάβουμε και το τζάκι για να φτιάξουμε ζεστούλα. Τώρα χαλαρώνουμε επιτέλους και πέφτουμε σε βαθύ, ευχάριστο ύπνο, όλοι μαζί, χαρούμενοι, στους καναπέδες όπου στρώσαμε, απέναντι στη φωτιά. Δεν πειράξαμε τίποτα άλλο. Μόνο καφεδάκι φτιάξαμε το επόμενο πρωινό, συγυρίσαμε και φύγαμε ήσυχα όπως ήρθαμε.

Αγόρια και κορίτσια αγκαλιασμένοι.
Δεν μπαίνουν σύνορα στην αγάπη. Ανοίγει τους φράκτες η αγάπη.
Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις.
Το πρωί, στην αμμουδιά, παρατηρούμε τις ακτίνες του ήλιου να κτυπούν το γαλήνιο νερό, εκατομμύρια λιλιπούτειες εκρήξεις στην επιφάνεια πλατσουρίζουν αστράφτοντας.
Πανέμορφα.
Την άλλη φορά, στην Ποπουλόνια, σε πείραξε κάτι στο στομάχι, και βογγάς στα βράχια θέλοντας να χαλαρώσεις. Σε χαϊδεύει με τις ώρες η Τζιοβάνα με τη Ρέα μέχρι να ηρεμήσεις, ωσότου επιστρέψει ξανά το ωραίο σου χαμόγελο. Θυμάσαι;
Φυσικά και θυμάσαι. Τυχερούλη!

Η Ποπουλόνια είναι ανακάλυψη του Νίνο. Ένα φανταστικό αρχαίο ετρούσκικο χωριό με σαράντα σπίτια, μερικά μισογκρεμισμένα, τα υπόλοιπα αναπαλαιωμένα. Περιτριγυρισμένο από τείχος, κατοικείται μοναχά από τρεις οικογένειες, του παντοπώλη είναι η μια. Στην κορυφή υψηλού βράχου πάνω από τη θάλασσα. Φτάνεις εκεί ακολουθώντας δρόμο γεμάτο στροφές στην ανηφόρα.
Η άλλη πλευρά εξίσου απότομη, κατηφοριά προς τα βράχια, από μονοπάτι που ανοίγει η βροχή, μέσα από φυσική ζούγκλα, τόσο πυκνή είναι η βλάστηση!
Φτάνεις στα βράχια, μαλακά βράχια, άνετα να καθίσεις και να ξαπλώσεις. Μαζεύεται όλος ο αφρός της αμφισβήτησης κι όχι μόνο εδώ πέρα. Είναι βέβαια κομμάτι δύσκολο το κατέβασμα, να μη πούμε για τον γυρισμό, όλη μέρα στον ήλιο και στις τσαλαβούτες άντε να ανηφορίσεις. Όντας ήδη εξουθενωμένος.
Πάνω από ώρα δρόμος. Τόσο τουλάχιστον μας φαίνεται, δεν κουβαλάμε και ρολόγια.

Ψωνίζουμε τις προμήθειες απ’ τον μπακάλη, που κάθε άνοιξη και καλοκαίρι ιδίως κάνει χρυσές δουλειές, και βουρ στη θάλασσα. Επιστρέφουμε με τη δύση του ήλιου, η ανάβαση βλέπεις…….
Πρέπει να βρίσκεται μετά την Τσέτσινα, προς Ρώμη, θα συμβουλευτώ ένα χάρτη, δεν έχουμε τώρα εδώ μαζί μας.                                                                                                           Ίσως στον κόλπο του Πιομπίνο.
Τι σημασία έχει ;
Ευχαριστιόμαστε τρελά τον έρημο επαρχιακό νυχτερινό δρόμο, κάθε φορά που εκδράμουμε. Όταν ταξιδεύουμε νύχτα με φεγγάρι, σβήνουμε τα φώτα του αυτοκινήτου, είναι μαγεία το ταξίδι μες τη λάμψη της σελήνης!

Ανακαλύπτουμε στην ενδοχώρα, ψάχνοντας μια μέρα φαγητό, ρωτώντας για ταβέρνα, στην τύχη, ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, χωριό που στην άκρη του, σε ένα μικρό ύψωμα, υπάρχουν τρεχούμενα γλυκά καυτά ιαματικά νερά. Με λιμνούλες και καταρράκτες!
Στήνουμε τις σκηνές, μας πιάνει και βροχούλα παγωμένη. Ξεβρακωνόμαστε καταχείμωνο και γουστάρουμε του θανάτου ζεστό μπάνιο θεραπευτικό. Είμαστε ολομόναχοι, μες την ερημιά της νύχτας. Τέτοιες τοποθεσίες ο κόσμος τις επισκέπτεται τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες. Και μέρα υποθέτω.
Θα φαντάζεσαι τον ύπνο που ρίξαμε αργότερα μέσα στους σάκους μας. Τους χρησιμοποιούμε ανοιχτούς για να είναι φαρδύτεροι και να ξαπλώνουμε παρέα, αγκαλιά.

Κάτω από τα καταρρακτάκια έγινε ένας χαμός, να πλακωνόμαστε ποιος θα βάλει πλάτη τον άλλο, να μας χτυπά το νερό με γλυκιά μανία, γιατρευτική. Να τινάξει απ το κορμί την ένταση και το σφίξιμο. Και μόλις χαλαρώνουμε για τα καλά, τρεχάτοι στις σκηνές για ξάπλες, δύο σκηνές, επτά άνθρωποι.
Το ύψος του μεγάλου καταρράκτη γύρω στα πέντε μέτρα τουλάχιστον. Είναι βαθιές και οι λιμνούλες, χωράμε ολόκληροι κανονικά μες στο νερό, μπορούμε να κάνουμε και κάποιες απλωτές. Από χαμηλά και βουτιές με το κεφάλι. Από τα πιο αγαπημένα μας μέρη καθιερώθηκε για εξορμήσεις.
‘Σατούρνια’ πρέπει να ονομάζεται η περιοχή, τώρα που θυμάμαι καλύτερα.

Τραβάμε συχνά και βορειότερα, προς τις Cinque Terre, πανέμορφα χωριουδάκια πάνω στην θάλασσα, όχι επίπεδα αλλά πάνω σε ύψωμα, με κατηφοριές και στενά δρομάκια που καταλήγουν στο λιμανάκι, στο δρόμο προς Γένοβα αυτή τη φορά. Λίγο νωρίτερα το πανέμορφο Lerici, που θυμίζει κάτι από Μαριές της Θάσου.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, που προτιμούμε περισσότερο, γι αδιευκρίνιστους λόγους, είναι ο παραλιακός επαρχιακός δρόμος προς Civitavecchia και Ρώμη. Το Porto Santo Stefano είναι προς τα κει.
Και οι δύο διαδρομές γεμάτες πανέμορφες τοποθεσίες. Πίνουμε όλων των ειδών τα καλά και δεν καταλαβαίνουμε πως γίνεται να περνά τόσο γρήγορα η ώρα διασχίζοντας ατέλειωτα χιλιόμετρα!

Θα σου πω τώρα για τα συμβάντα ενός απίθανου τριήμερου.
Έχουν οργανώσει στο Μοντάλτο ντι Κάστρο, μια τοποθεσία αρκετά έξω από την Ρώμη, οι φεμινιστικές ομάδες μια εκδήλωση πάνω σε διάφορα θέματα, δεν θυμάμαι να σου αναφέρω τίποτα περισσότερο. Αργότερα, στο ίδιο αυτό μέρος το κράτος θα προσπαθήσει να στήσει σταθμό παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, προκαλώντας μεγάλες διαμαρτυρίες, φασαρίες, συγκρούσεις, τα γνωστά Ίσως λοιπόν μέσα στα θέματα, αν όχι το σπουδαιότερο, να είναι και η οργάνωση προσπάθειας αποτροπής αυτού του ενδεχόμενου. Το βρίσκω βέβαια όχι και τόσο πιθανό μιας και η περίπτωση αφορά όλους. Μάλλον πάνω σε γυναικείες καθαρά υποθέσεις πρέπει να περιστρέφεται η εκδήλωση.
Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε.

Έχει φύγει λοιπόν η Ρέα με τις φιλενάδες της από Παρασκευή, για την οργάνωση των εκδηλώσεων που ξεκινούν την επομένη το πρωί.
Το απόγευμα λοιπόν του Σαββάτου συναντιέμαι με τον Ανδρέα που έχουμε γίνει κολλητοί. Με κερνάει τριπάκι, είναι η πρώτη από τις λίγες φορές που έχω δοκιμάσει, αξέχαστη εμπειρία, όλο χρώματα και παραισθήσεις, μεγέθυνση, μεγάλη προσοχή και πολύ ενέργεια.
Κάποια στιγμή, στη βραδινή παράσταση, καταλήγουμε στον κινηματογράφο να δούμε ‘Ντερζού Ουτζαλά‘, μια πανέμορφη σοβιετική ταινία. Μιλά για έναν ιθαγενή συμπαθέστατο τυπάκο που προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να συμβιβαστεί στην νέα πραγματικότητα, με την εισβολή του ‘πολιτισμού’ στις συνήθειες και τα έθιμα μιας σχεδόν νομαδικής, και άκρως φυσικής πραγματικότητας που τείνει να εξαφανιστεί.

Παρουσιάζονται αρχέγονες καταστάσεις μέσα στη ρωσική ζούγκλα και στέπα, η αδυναμία του συγκεκριμένου να παρακολουθήσει και να αποδεχθεί την καταστροφική επέμβαση και μανία του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στο φυσικό περιβάλλον.
Έργο βουτηγμένο σε χιλιάδες χρώματα, η ένταση και η αίσθηση πολλαπλασιάζονται στο μάξιμουμ λόγω και της δικής μας κατάστασης, έχουμε απογειωθεί. Με το τέλος τριγυρίζουμε στην πόλη ενθουσιασμένοι και …..αποφασίζουμε να φύγουμε κι εμείς για Μοντάλτο, να συναντήσουμε τα κορίτσια μας.
Γυρίζουμε σπίτι μου, ζω εκείνο το διάστημα στο διαμέρισμα που σου έλεγα νωρίτερα, εκείνο το στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο ορόφους, με την πορτούλα που σκύβεις για να περάσεις.

Ξεκουραζόμαστε λιγάκι, για ύπνο δεν το συζητώ, η υπερένταση είναι μεγάλη μιας και η επίδραση του ‘ταξιδιού’ είναι ακόμη δυνατή.
Κάνουμε ντουζάκι και με το που σκάει μύτη ο πρώτος ήλιος της μέρας καβαλάμε τη βέσπα μου και ξεκινάμε. Και μιας και μιλάμε για ήλιο, να πω πως πραγματικά έχει ανατείλει, αλλά δεν φαίνεται. Φώτισε, μα είναι πνιγμένος στα σύννεφα. Πάει για βροχή, πράγμα που εμάς δεν μας πτοεί. Θα κάνουμε ένα κομμάτι της γνωστής διαδρομής προς την Τοσκάνικη παραλία, σε κάποιο σημείο όμως θα κόψουμε αριστερά προς νότο, μέσα στα υψώματα. Ανηφορίζει και κατηφορίζει ο δρόμος, δεν χορταίνεται.

Όντως, μετά το πρώτο μισάωρο έξω από την πόλη ξεσπά η μπόρα.
Αναγκαστικά μπαίνουμε στο πρώτο χωριό που συναντάμε και αφήνουμε τη βέσπα κάτω από ένα υπόστεγο. Βγαίνουμε στο δρόμο και ξεκινάμε το auto stop. Δεν έχει περάσει τέταρτο και σταματά ένα αυτοκίνητο να μας φορτώσει. Μπαίνουμε μέσα και προς μεγάλη μας έκπληξη βλέπουμε στο τιμόνι το παλικάρι που την προηγούμενη μας πούλησε τα τριπάκια! Και όχι μόνο αυτό, πηγαίνει με τη φιλενάδα του στο ίδιο μέρος με εμάς! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!
Έχουμε προετοιμαστεί για δεν ξέρω κι εγώ πόσες στάσεις, από χωριό σε χωριό διαφορετικό αυτοκίνητο, καταλαβαίνεις, επαρχιακός ο δρόμος, αυτοί που ταξιδεύουν το πολύ να πηγαίνουν στην απέναντι περιοχή, άντε λίγο παραπέρα. Κι εμείς πέφτουμε επάνω σε κάποιον που θα μας πάει εκατό χωριά απόσταση, διακόσια και χιλιόμετρα μακριά με την μία! Η καλύτερη μας!
Και μας κερνάει αβέρτα του κόσμου τα καλά!
Πες μου, ξαναγίνονται τέτοια πράγματα;

Βρέχει, σταματάει. Ξαναρχίζει η βροχή και σε λίγο πάλι σταματά. Όλη μέρα αυτό το πράγμα. Κι εμείς να ταξιδεύουμε γελώντας μες την καλή χαρά.
Γύρω στις δυο ώρες διαρκεί το ταξίδι, δρόμοι όλο στροφές, στενοί. Φτάνουμε επιτέλους. Είναι νωρίς απογευματάκι, όλα μούσκεμα. Πώς θα βρούμε τώρα τα κορίτσια; Ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά χιλιάδες γυναίκες που μαζεύτηκαν εκεί απ’ όλη την χώρα;
Τόσες τις υπολογίζουν χονδρικά οι διοργανωτές. Σε μια σκηνή συζητάνε, σε δυο ακόμη βαράνε τα όργανα, συναυλίες, ξέρεις, μουσικές και χοροί. Πανικός. Μας πιάνει απελπισία.
Χανόμαστε και μεταξύ μας μες τη φασαρία, φωνές, πανζουρλισμός. Κοντοστέκομαι τρομοκρατημένος και με πιάνει δυσφορία συνειδητοποιώντας την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχω περιέλθει, όχι ότι έγινε δηλαδή κάτι, απλά για άλλο λόγο ήρθα και τώρα βρίσκομαι αντιμέτωπος με το αδιέξοδο. Δεν θα πάθω τίποτα, αλλά……

Κι έτσι, στη μέση του τσίρκου, πέφτει επάνω μου η Ρέα. Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά που θα πνιγούμε. Δεν χορταίνω τα φιλιά της. Δεν ξεκολλάμε με τίποτα.
Απομακρυνόμαστε μες τον χαμό, σχεδόν τρέχοντας. Πιάνουμε ένα δωμάτιο στο μοναδικό πανδοχείο του κοντινότερου χωριού που είναι ένα λιμανάκι πάνω στα βράχια, λίγα χιλιόμετρα απόσταση. Με πανοραμική θέα και νόστιμα σπαγγέτι. Πίνουμε μπρούσκο κόκκινο κρασάκι και πέφτουμε ξεραμένοι για ύπνο. Είμαστε πραγματικά διαλυμένοι. Θα τα πούμε αύριο, στο δρόμο της επιστροφής.
Έχει όμορφη μέρα, γυρίζουμε με το τραίνο, δεν αντέχεται ο δρόμος. Αρκετά.
Όταν λοιπόν θυμάμαι όλα αυτά, κάποιες στιγμές είναι τόσο καθαρές λες και συνέβησαν χθες, όταν λοιπόν επιστρέφουν στη θύμηση δεν μπορώ παρά να σιγουρευτώ πως το αστέρι είναι εκεί, και παρακολουθεί και οδηγεί τα βήματα, πραγματικά. Είναι αλήθεια.

Piece of my heart, Janis Joplin.

Κατεβαίνω στην Καλαβρία με τον Ανδρέα και γυρίζουμε, πάντα ωτοστόπ. Με φιλοξενεί σπίτι του σε ένα χαριτωμένο παραλιακό χωριουδάκι για κάποιες μέρες.
Διασχίζω την Ιταλία δύο φορές, την μία από Αδριατική, την άλλη από Τιρένο.
Φλωρεντία Μπολόνια μας φορτώνει ο Τζιόρτζιο Αρμάνι, όχι τόσο γνωστός ακόμη. Ρωτά για το κίνημα, θέλει να μάθει. Όλοι ασχολούνται με τους αυτόνομους, είναι στο στόμα του καθένα. Η παρουσία τους στα πράγματα είναι αισθητή και ελπιδοφόρα. Έρχονται κατευθείαν από το μέλλον.

Σοσιαλιστής βουλευτής κατηφορίζει προς Τάραντο, σταματά με το που αφήνουμε το αυτοκίνητο του μόδιστρου και απλώνουμε το χέρι στο δρόμο. Έχουμε εξασφαλίσει όλο μας το ταξίδι με το παραπάνω, μιας και το Μπρίντιζι, από όπου θα πάρουμε το καράβι για Ελλάδα βρίσκεται στον δρόμο του.
Πρώτη φορά μπαίνω σε αυτοκίνητο με κλιματισμό. Mercedes του κουτιού. Σε όλη τη διαδρομή μας βάζει να του λέμε ιστορίες από τον δρόμο, για το κίνημα, για τις προοπτικές, για τα πάντα.
Μας κάνει το τραπέζι στην πόλη του μιας και δεν βιαζόμαστε, αργά το μεσημέρι της αύριο αναχωρεί το καράβι, είμαστε πλέον πολύ κοντά, κάπου εκατό χιλιόμετρα. Θα τα διασχίσουμε την επομένη το πρωί, μόλις ξυπνήσουμε.

Στο δρόμο προς Μπρίντιζι μας αφήνει έξω από ένα τεράστιο εργοστάσιο, μεγάλο σαν πολιτεία.
Κοιμόμαστε κάτω από μια ελιά, ακούμε όλη νύχτα τις μηχανές να βουίζουν. ‘Η εργατική τάξη πηγαίνει στον Παράδεισο’.
Θέλει να μας φιλοξενήσει σπίτι του αλλά μας έχουνε μπει κάτι ιδέες στο μυαλό από την υπερβολική ευγένεια και προτιμούμε την ανεξαρτησία μας. Πολύ φροντίδα βρε αδελφέ!
Όλη νύχτα μουγκρίζουν οι τεράστιες μηχανές. Σιδηρουργία νομίζω. Ακούγονται σαν νανούρισμα από κάποια στιγμή και μετά. Η κούραση βαραίνει τα βλέφαρα.

Την άλλη φορά, μετά τη Νάπολι, εκεί που ο δρόμος στρίβει προς τα μέσα και πρέπει να διασχίσεις την ενδοχώρα για να φτάσεις προς Τιρένο, στην παραλία απέναντι από τις Γιουγκοσλαβικές ακτές, κοιμηθήκαμε στο γρασίδι, ανάμεσα στις διακλαδώσεις του μεγάλου εθνικού δρόμου που συνδέει τον βορά με τον νότο,κάτω από ένα πευκάκι.    Είναι πολύ αργά, ο τελευταίος οδηγός που μας μεταφέρει έφτασε στον προορισμό του και η κίνηση έχει σχεδόν σταματήσει..
Το πρωί βλέπουμε απέναντί μας μποστάνια με δέντρα και λαχανικά. Πηδάμε μέσα, πλενόμαστε με το ποτιστικό νερό, τρώμε φρούτα που κόβουμε από τα δέντρα, πιπεριές, ντομάτες και τέτοια επίσης, παίρνουμε προμήθειες μαζί μας για το ταξίδι και συνεχίζουμε το δρόμο προς το βαπόρι. Το απόγευμα έχουμε φτάσει στον προορισμό μας, πάντοτε Μπρίντιζι. Το καράβι αναχωρεί με τη δύση του ήλιου.
Τεράστια πλεούμενα. Πάντοτε κατάστρωμα. Νωρίς το πρωί είμαστε Ελλάδα. Γνωρίζεις κόσμο εκεί πάνω, αναπτύσσεται αλληλεγγύη, ανταλλάσσουμε εφόδια. Προσφέρεις και παίρνεις. Πάνω απ’ όλα φροντίδα, παρέα, ένα τσιγάρο, μια γουλιά μπύρα, ένα καφεδάκι, ένα φιλί.

Η καλύτερή μας το ταξίδι στη γέφυρα. Να βρεις το κατάλληλο μέρος για να στήσεις το σάκο τη νύχτα, απάνεμα. Να βρεθείς κοντά σε καλή παρέα είναι τύχη. Πίτα στον κόσμο.
Λιάζεσαι τη μέρα, κολυμπάς στην πισίνα εάν πηγαίνεις πέρα από Ηγουμενίτσα. Το μπάνιο είναι δροσερό και ανακούφιση. Αξέχαστα μου έχουν μείνει εκείνα τα ταξίδια.
Και ο γυρισμός το ίδιο. Το μεγάλο ταξίδι κρατάει μέρα, και παραπάνω εάν κάνεις Πάτρα Ανκόνα. Εάν κατέβεις εκεί είσαι πολύ κοντά στην Φλωρεντία, συγκριτικά πάντα με τον νότο.
Το Ηγουμενίτσα Μπρίντιζι είναι το συντομότερο, λιγότερο από μισή μέρα.

Θυμάμαι μια φορά, χαλά η μια μηχανή του σκάφους αργούμε δώδεκα ώρες να φτάσουμε Ανκόνα. Δεν μας νοιάζει καθόλου, δεν μας κυνηγά κανείς. Δεν έχουμε ραντεβού.
Είναι η χρονιά της μεγάλης μάζωξης στην Μπολόνια. Η αυτονομία στα δυνατά της. Οι διάφορες οργανωμένες της μορφές ψάχνουν τη σύγκλιση που δεν έρχεται ποτέ! Στο κλειστό γήπεδο γίνονται οι συζητήσεις. Στις πλατείες και τους δρόμους οι διάφορες εκδηλώσεις. Μουσικές, θεατρικές, εικαστικές. Μέρα νύχτα διάφορα δρώμενα. Εκατό χιλιάδες νέοι από την Ιταλία έχουν κατακλύσει την πόλη.
Βλέπω ζωντανά, αυτό το θυμάμαι, ένα απόγευμα σε μια τεράστια πλατεία την Φράνκα Ράμε και τον Ντάριο Φο με τον θίασό τους στην παράσταση ‘ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού’. Ίσως σε παγκόσμια πρώτη. Μπροστά σε τόσο τεράστιο κοινό σίγουρα.

Είναι εκεί Ιταλοί και Γάλλοι διανοούμενοι. Ο Negri, ο Piperno, ο Bifo, o Scalzone, o Guattari Felix, o Deleuze Gilleς, o Michel Foucault και άλλοι.

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

– Στην διαδρομή προς Φλωρεντία, με την επιστροφή μας, σταματάμε για λίγες μέρες στην Ραβένα, μας φιλοξενούν φίλοι. Πανέμορφη πόλη. Όλη μας η χώρα είναι υπέροχη.
Πλημμυρίζουμε λοιπόν την Μπολόνια για τρεις μέρες, στο τέλος του Σεπτέμβρη του ’77, συζητάμε για την καταστολή που υφίσταται το κίνημα, παρακολουθούμε τα δρώμενα, αναστατώνουμε τους κατοίκους, τους εμπλέκουμε στη κουβέντα, αφορά τους πάντες, αναμιγνύεται κοινωνία και τα προωθημένα της κομμάτια.

Έχει προηγηθεί ένας πολεμικός χειμώνας. Τριήμερες μάχες κατά τη διάρκεια του Μαρτίου ανάμεσα στο ανατρεπτικό υποκείμενο και τις δυνάμεις καταστολής στην περιοχή του Πανεπιστημίου. Τόσες χρειάζεται η αστυνομία για να ανακαταλάβει την περιοχή γύρω από τις σχολές από τους εξεγερμένους νεολαίους που καθοδηγούνται από τον ερασιτεχνικό αυτοδιαχειριζόμενο ραδιοφωνικό σταθμό ‘ράδιο Αλίκη’, και αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις επιθέσεις των αστυνομικών που καταλήγουν στη δολοφονία του φοιτητή. Έχουν γραφεί τραγούδια για τα γεγονότα που πυροδοτούν την ατμόσφαιρα, οι κοινότητεςσε αναβρασμό και ο νεκρός φοιτητής

ένα αγόρι του ’77

Ο Ζαν Πωλ Σάρτρ εκδίδει μανιφέστο, προχωρά σε καταγγελία της αριστερής κυβέρνησης της πόλης που όμως δεν αποτρέπει την αγριότητα της αστυνομίας σε μια περιοχή που κυβερνά από ανέκαθεν το ΚΚ. Την υπογράφουν και οι προαναφερθέντες φιλόσοφοι.

Radio Ga Ga, The Queen.

Είναι τότε που πολλοί νιώθουν πως το κίνημα έχει φτάσει στα όριά του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ένας μεγάλος αριθμός συντρόφων αισθάνεται πως ο αγώνας πρέπει να αναβαθμιστεί. Πως χρειάζεται μια άλλη πρακτική, ουσιαστικότερη. Να πονέσει περισσότερο. Ας μη κρυβόμαστε. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Είναι ακριβώς τότε που ένα μεγάλο κομμάτι του κινήματος κάνει το άλμα προς τα μπρος. Νιώθοντας πως η πίεση σε επίπεδο μαζικών αγώνων δεν αποδίδει. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν όρια. Ναι. Έτσι ακριβώς όπως σου τα λέω Μιχάλη.
Τότε είναι που νιώθουμε έντονα την ανάγκη να δώσουμε πειστικότερες απαντήσεις. Θα πάρουμε την πρωτοβουλία εμείς, στα χέρια μας. Μέχρι εκείνες τις μέρες μάλλον ακολουθούσαμε, τώρα θα ξεφύγουμε μπροστά!

Illegal, Mano Negra.

  • Ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα. Θα σας μεταφέρω κάτι πολύ ενδιαφέρον. Άμεσα, έχει απόλυτη σχέση με ότι συζητάμε.
    Πληκτρολογώ τα απομαγνητοφωνημένα αυτά κείμενα αρχές Φλεβάρη του ‘13. Πριν λίγες μέρες συνέβησαν τα γεγονότα του Βελβεντού Κοζάνης και Βέροιας. Το πρώτο σχόλιο που μου δόθηκε αυθόρμητα στην πόλη, δίχως να το ζητήσω, σας μεταφέρω, και είναι επί λέξη : ‘να που έχουμε και κάτι να αισθανόμαστε περήφανοι! Μπράβο στα παιδιά!’

Δείτε και αυτό :
‘για να ερευνήσει κανείς βαθιά μέσα στην αλήθεια, θα πρέπει να επιστρατεύσει όλη του την ενέργεια. Θα πρέπει να έχει την ικανότητα να είναι εργατικός έτσι ώστε να μη δρα σύμφωνα με ένα έτοιμο μοντέλο, αλλά να παρατηρεί τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, τους ανταγωνισμούς του, τους φόβους του και να πηγαίνει πέρα απ’ όλα αυτά, έτσι ώστε ο νους του να είναι εντελώς ελεύθερος. Για να ερευνήσει κανείς σε βάθος εκείνο που είναι ύψιστα άγιο, ανείπωτο, άχρονο, δεν πρέπει προφανώς ν’ ανήκει σε καμία ομάδα, σε καμία θρησκεία, σε καμία πίστη, δεν πρέπει να έχει κάποιο πιστεύω, γιατί οι πίστεις και τα πιστεύω δέχονται για αληθινό κάτι που μπορεί και να μην υπάρχει. Είναι μέσα στη φύση της πίστης να αποδέχεται κανείς κάτι σαν αληθινό χωρίς να το ανακαλύπτει ύστερα από δική του έρευνα, με τη δική του ζωντάνια, με τη δική του ενέργεια. Πιστεύεις επειδή στην πίστη υπάρχει μια μορφή ασφάλειας, παρηγοριάς, αλλά ένα πρόσωπο που αναζητά μια απλή ψυχολογική παρηγοριά, δεν θα φτάσει ποτέ σ’ αυτό που είναι πέρα από τον χρόνο. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει ολοκληρωτική ελευθερία. Είναι δυνατό να είμαστε ελεύθεροι απ’ όλη την ψυχολογική μας διαμόρφωση; Η βιολογική διαμόρφωση είναι φυσική, ενώ η ψυχολογική διαμόρφωση- τα μίση, οι ανταγωνισμοί, η έπαρση, όλα όσα προκαλούν σύγχυση- είναι η φύση ακριβώς του εγώ, που είναι σκέψη.

Για να ανακαλύψουμε πρέπει να υπάρχει προσοχή- όχι συγκέντρωση. Είναι πραγματικά σημαντικό να διαλογίζεται κανείς, γιατί ένας νους που δουλεύει μόνο μηχανικά, όπως η σκέψη, δεν μπορεί ποτέ να πλησιάσει εκείνο που είναι ολοκληρωτική, υπέρτατη τάξη κι επομένως ολοκληρωτική ελευθερία. Το σύμπαν βρίσκεται σε ολοκληρωτική τάξη.

Ο ανθρώπινος νους βρίσκεται σε αταξία και πρέπει κανείς να έχει έναν εξαιρετικό νου, ένα νου που να έχει κατανοήσει την αταξία και να είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις, μιμήσεις, και υποταγές. Ένας τέτοιος νους είναι ένας προσεκτικός νους. Είναι ολοκληρωτικά προσεκτικός σε ότι κάνει, σε όλες του τις πράξεις μέσα στις σχέσεις. Η προσοχή δεν είναι συγκέντρωση. Η συγκέντρωση έχει όρια, είναι μειωμένης δυνατότητας, περιορισμένη, ενώ η προσοχή είναι απεριόριστη. Στην προσοχή υπάρχει η ποιότητα της σιωπής- όχι της σιωπής που έχει επινοήσει η σκέψη, όχι η σιωπή που εμφανίζεται μετά από φασαρία, όχι η σιωπή της αναμονής μιας σκέψης από μια άλλη σκέψη. Θα πρέπει να υπάρχει εκείνη η σιωπή που δεν έχει κατασκευαστεί από επιθυμία, από θέληση, από σκέψη. Και σε έναν τέτοιο διαλογισμό δεν υπάρχει κέντρο που ελέγχει. Σε όλα τα συστήματα που έχουν επινοηθεί κατά καιρούς, υπάρχει πάντα προσπάθεια, έλεγχος, πειθαρχία. Αλλά πειθαρχία σημαίνει να μαθαίνεις- όχι να υποτάσσεσαι, αλλά να μαθαίνεις- έτσι ώστε ο νους σου να γίνεται όλο και πιο οξυδερκής. Η μάθηση είναι μια διαρκής κίνηση, δεν βασίζεται στην γνώση ο διαλογισμός είναι η απελευθέρωση από το γνωστό, που σημαίνει μέτρηση. Και σε αυτόν τον διαλογισμό υπάρχει απόλυτη σιωπή.
Τότε, μονάχα μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, υπάρχει εκείνο που δεν έχει όνομα.’

‘υπάρχει τίποτα ιερό στην ζωή που να μην είναι επινοημένο από την σκέψη ; Υπάρχει κάτι πέρα απ’ όλη τη σύγχυση, την αθλιότητα, το σκοτάδι, τις ψευδαισθήσεις, κάτι πέρα από τα κατεστημένα και τις μεταρρυθμίσεις ; Από την αρχαιότητα, ανάμεσα σε αυτόν που αναζητά και σ’ εκείνο που ελπίζει ο αναζητητής να βρει, έχει παρεμβληθεί ο ιερέας. Ο ιερέας ερμηνεύει, γίνεται αυτός που ξέρει- ή νομίζει ότι ξέρει- κι έτσι ο αναζητητής βγαίνει από τον δρόμο του, αλλάζει πορεία, χάνεται. Ότι και να κάνει η σκέψη δεν είναι ιερή. Η σκέψη είναι που έχει χωρίσει τους ανθρώπους σε θρησκείες και εθνικότητες. Τη σκέψη την γεννάει η γνώση και η γνώση δεν είναι ποτέ πλήρης για οτιδήποτε, οπότε η σκέψη είναι πάντα περιορισμένη και διαιρετική. Όπου υπάρχει διαιρετική δράση, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.

Τίποτα απ’ όσα έχει συναρμολογήσει η σκέψη, είτε είναι μέσα σε βιβλία ή σε εκκλησίες ή σε ναούς ή σε τζαμιά, δεν είναι ιερό. Κανένα σύμβολο δεν είναι ιερό, δεν είναι θρησκεία. Είναι απλώς ένα σχήμα της σκέψης, μια επιφανειακή αντίδραση σ’ αυτό που ονομάζεται ιερό’
Τζίντου Κρισναμούρτι.

DSC02235

Paolo και Daddo, η αρχή της μεγάλης εξέγερσης

 

Η ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ( ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 3 / ΣΕΙΡΑ )
Περιγράφοντας τις περιστάσεις που τον οδήγησαν να συμμετάσχει στη συμμορία που πιάστηκε το 1967, μετά από μια αιματηρή ανταλλαγή πυροβολισμών, και που στη συνέχεια, μετά την ισόβια καταδίκη του, τον έσπρωξαν να δουλέψει για την δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος στις φυλακές, ο Νοταρνικόλα μας προσφέρει ένα πολύτιμο κλειδί ανάγνωσης για πολλά άλλα γεγονότα: την κρίση της «γκεριγιερίστηκης» ιδεολογίας, τη μετανάστευση από το Νότο, το ρόλο των κρατικών θεσμών στην πολιτική ένταξη. Όπως εξηγεί ο Πίο Μπαλυτέλλι στον πρόλογο, «οι ατομικές περιπέτειες του πρωταγωνιστή αυτής της ιδιαίτερης, ιταλικής ιστορίας, ντοκουμεντάρουν μια σειρά από περιστάσεις της σύγχρονης ταξικής σύγκρουσης, μέσα στην οποία η τύχη του επιμέρους ταυτίζεται με την τύχη των εκατομμυρίων άλλων ατόμων». Ο Νοταρνικόλα από τη μια πλευρά ωριμάζει την πολιτική επανεξέταση μιας εξέγερσης δίχως διέξοδο, ενώ από την άλλη δίνει μια συγκεκριμένη περιγραφή του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και θα γεννιέται η εξέγερση: «Το Τορίνο είναι μια προλεταριακή πόλη αλλά αυτό συνεπάγεται και κάτι άλλο: είναι η πόλη των αφεντικών, η πόλη της ΦΙΑΤ και των εκατοντάδων και εκατοντάδων εργοστασίων και βιοτεχνιών όπου όλοι δουλεύουν, δουλεύουν ασταμάτητα και το αφεντικό κάνει κομπόδεμα, ταξιδεύει πρώτη θέση, έχει βίλλα, στέλνει το γιο του στο πανεπιστήμιο και στον εργάτη που ‘ρχεται απ’ το χωριό, απ’ τον Νότο, δίνει τα λεφτά λίγα λίγα, ίσα για να ζει, να δουλεύει, να κάνει παιδιά, και να την βγάζει όπως-όπως, στις τρώγλες της παλιάς πόλης των περιφερειακών συνοικιών». (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Β. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 2

Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ- καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Αυτούς που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί !

Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει , να φωνάξει : ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’ .

‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι απ’ τον κόσμο το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους, τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν ακόμη άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε ;

Fabrizio de Andre, Il Bombarolo, Ο βομβιστής, 1973

Κάποιος γυρίζοντας από δω κι από κει λέει                                                                                      Πως μισώ τη δουλειά μου
Δεν ξέρει με πόση αγάπη
Αφιερώνομαι στον δυναμίτη

Συνεχίζουμε λοιπόν.
Αν εξαιρέσεις τους κομματικοποιημένους, που πάντοτε έχουν κάτι αρνητικό να προσάψουν σε οποιονδήποτε διαφορετικό, και σε αυτά που δεν ελέγχουν ή εκπορεύονται από τους ίδιους, μακριά από αυτά που προτείνουν ή πράττουν, όλοι οι υπόλοιποι επικροτούν.
Υπάρχει μεγάλος αναβρασμός στην κοινωνία.
Όλες οι αποφάσεις που την αφορούν μαγειρεύονται μακριά της, σε απουσία της. Ευνοείται μονίμως μικρή μερίδα ανθρώπων ή κάποιες ομαδοποιήσεις διαπλεγμένες με τα κέντρα. Αυτοί που κατέχουν τον πλούτο. Και μάλιστα αυτό γίνεται στο όνομα των υπολοίπων, προς συμφέρον δήθεν της πλειοψηφίας.

Κάποιοι δεν το αντέχουν και εξεγείρονται.
Άλλοι παρακολουθούν και γέρνουν προς τα κει που στρέφεται το κριτήριό τους.
Είναι καιρός που χιλιάδες οργανώνονται αυτόνομα, είναι πάρα πολλοί αυτοί, πολλοί που οργανώνουν την αντίστασή τους μαχητικά. Μεγάλο το νούμερο και αυτών που γέρνουν προς την πλευρά τους. Έχουν τη συμπάθεια μεγάλου κομματιού της κοινωνίας.
Νιώθουν επιτέλους δικαιωμένοι. Σκέφτονται αυτόνομα.
Ο Μάριος, οι φίλοι και σύντροφοί του, περιμένουν πως με τον καιρό θα γίνουν περισσότεροι οι μαχόμενοι.
Χρειάζεται οπωσδήποτε να τους πλαισιώσουν καινούριοι, μαχητές και συμπαθούντες, το ρεύμα είναι δυνατό, ορμητικό θα έλεγα.
Σε κάθε γωνιά, στο σχολείο, στην εργασία, στην γειτονιά οι τάξεις των ανταρτών της επανάστασης θα πυκνώσουν.

Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει, και αν σου αρέσει!
Η καθημερινότητα της πλήξης.
Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για τα ανώδυνα.
Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
Είναι αυτόνομοι.
‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
‘Πρώτα- πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
‘Και ζώντας, αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά, το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας και το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιά το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει !’

Riders on the Storm, The Doors.

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις εσύ, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα!                                                                           είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!

Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.

Pat Garrett and Billy the Kid, Bob Dylan.

Η πόλη είναι περιτριγυρισμένη με πανέμορφα μεσαιωνικά χωριουδάκια, άθικτα,  ελάχιστες ‘μοντέρνες’ παρεμβάσεις, και ….εξαιρετικές ταβέρνες. Όταν λοιπόν ‘σκάσει’ κάποιο αυτοκίνητο, τους αρέσει πολύ να τις επισκέπτονται. Για λιτό φαγητό και πολύ, θαυμάσιο τοσκάνικο κόκκινο κρασί.
Φοβεροί χώροι, συνήθως σε υπόγεια. Αρχαία, υποβλητικά κτίσματα, εξαιρετικά αναπαλαιωμένα, με απίθανους μεζέδες. Μεγάλες ποικιλίες σε τυριά, αλλαντικά και ζυμαρικά φυσικά. Περνάει η ώρα με συζήτηση και κρασοκατάνυξη, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Τα μεγάλα θέματα της κοινωνίας, της ανθρωπότητας στην ημερήσια διάταξη. Ο ιμπεριαλισμός, η πολιτιστική επανάσταση, τα αντάρτικα κινήματα, η Βιετναμέζικη αντίσταση, η ‘κομμουνιστική’ απογοήτευση.

τα παιδιά του ’77 1

Και πάντα θα σκάσει μύτη στις παρέες και σύντροφος ή φίλος τέλος πάντων, γόνος πλούσιας οικογένειας. Με εξοχικό στο βουνό ή στα περίχωρα της πόλης. Και τότε θα μαζευτούμε πολλοί μαζί για εκδρομή στην εξοχή. Η καλύτερή μας. Ρεφενέ για τις προμήθειες και τις βενζίνες. Και ‘παίζουνε’ τα πάντα.

Madama Butterfly, Maria Callas.

  • Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση και την καταστολή.
    Έχουν χτυπήσει με άγριο τρόπο, το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το θηρίο για να την διαπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θεριό γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε στα απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά, άλλα βαγόνια, γεμάτα και αυτά συντρόφους που έρχονται από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη, ή στις κινητοποιήσεις στο κέντρο της πόλης. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους τις πάρουν! ‘I giornali di Marzo’, ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.

Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες, αργά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει. Libertà!
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.


Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

»Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη για λίγο είναι δική σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός είναι δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει για να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες στην μπάνκα! Τζούφιο είν’ το βάρος του».

Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα, με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.

 – για να αποκατασταθεί η τάξις

 

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο που περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του  TorinoCagliariSassari,Salerno. Στην BolognaMilanoPadovaFirenzePisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino, κοντά στην οδό Sommacampagna, μια ομάδα συντρόφων διαχωρίστηκε από την πορεία και πήγε να επιτεθεί στα γραφεία του φασιστικού Msi απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτοί που επιτέθηκαν την προηγούμενη ημέρα. Στην piazza Indipendenza, από ένα Φίατ 127 δίχως διακριτικά κατέβηκαν κάποιοι αστυνομικοί με τα πιστόλια στα χέρια. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των αστυνομικών και δυο συντρόφων, οι Paolo και Daddo και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν σοβαρά.

Αποτέλεσμα εικόνας για paolo kai daddo

Ο εκ των ηγετικών στελεχών του κομουνιστικού κόμματος Ugo Pecchioli σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «la Repubblica» δηλώνει: «Το raid των φασιστών στο πανεπιστήμιο και οι βιαιότητες των προβοκατόρων που αποκαλούνται αυτόνομοι είναι δυο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας […] η φασιστική μήτρα είναι κοινή, παρόμοιοι και οι σκοποί. Η αστυνομία και η εισαγγελία πρέπει να κάνουν το καθήκον τους κλείνοντας τις γιάφκες». Το κίνημα απάντησε με μια μεγάλη διαδήλωση 30.000 ανθρώπων στους δρόμους της πόλης.

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσεις; Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν; Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μητροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενό χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματοςπου προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα φτώχεια σε όσους εργάζονται» –  «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» –  «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] –  «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν ενάντια στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

παρασκευή 18, στην σχολή της Οικονομίας λαμβάνει χώρα μια μεγάλη συνέλευση του κινήματος η οποία αποδέχεται ένα κείμενο γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας:

Το πρωί η ομάδα περιφρούρησης του Pci […] ξεκίνησε σοβαρά επεισόδια στην προσπάθεια της να τσακίσει την αυτονομία του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε λόγω της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που έδιωξαν την ομάδα περιφρούρησης του  Κκι και παρέμειναν κύριοι του Πανεπιστημίου. […] Το απόγευμα ο Cossiga, που τον ευνοούσε η κατάσταση, έδωσε διαταγή στις δυνάμεις της αστυνομίας να επιτεθούν στο Πανεπιστήμιο με μια τεράστια αστυνομική δύναμη, καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο να επιτύχει, χάρη στο  Pci, αυτό που δεν είχε καταφέρει τις προηγούμενες ημέρες.

[…] Όσο για τον αγώνα, το κίνημα δεν προτίθεται να παραιτηθεί με κεντρικούς στόχους του να είναι: 1) η απόσυρση του σχεδίου Malfatti και εκείνου του Κομμουνιστικού Κόμματος2) εθνική γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση για να ανοίξει ένα νέο μαζικό μέτωπο πάλης γύρω από την απασχόληση. Το κίνημα γνωρίζει ότι οι στόχοι αυτοί σημαίνουν την απόρριψη της πολιτικής των θυσιών, της λογικής της καπιταλιστικής συμβατότητας σε σχέση με την κρίση […]. Για τους λόγους αυτούς, η γενική συνέλευση αποφασίζει: να προειδοποιήσει την κυβέρνηση για την άρνηση του κινήματος να αποδεχθεί την εκκένωση του Πανεπιστημίου, το οποίο πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος αυτόνομης συνάθροισης των νέων και ζητά την οριστική εκδίωξη της αστυνομίας, να δημιουργήσει ένα πολιτικό μανιφέστο για τους πολίτες το οποίο θα αποσαφηνίζει τις θέσεις του κινήματος, να ορίσει για το σάββατο 19 Φεβρουαρίου, στις 17 στην Piazza Esedra, μια μεγάλη διαδήλωση στην πόλη και μαζική, την οποία θα εγγυάται-προστατεύει οι δομές του κινήματος, να καλέσει όλα τα πανεπιστήμια που βρίσκονται σε αγώνα σε μιαν εθνική αντιπαράθεση το Σάββατο και την Κυριακή 26 και 27 Φεβρουαρίου στη Ρώμη.

[Dario Paccino, Sceemi, il rifiuto di una generazione, 1977],  Ανόητοι, η άρνηση μιας γενιάς

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Ρώμη με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

Στην Bologna, στις 23 μαρτίου, κλείνουν το Radio Alice και τις επόμενες ημέρες εκκενώνεται το Πανεπιστήμιο της πόλης με την χρήση τεθωρακισμένων. Ο Cossiga διέταξε την απαγόρευση διαδηλώσεων στην Roma.

– »Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της Ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο, να πω την αλήθεια, όλες οι γραμμές της αυτονομίας ήταν σαν μια τεράστια ομάδα περιφρούρησης…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα, τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι, με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες και την πραμάτεια να φωνάζει ‘πάρε με’!
Εναντίον, επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών γραφείων και στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

People have the power, Patti Smith

  • Να σας μιλήσω λιγάκι για τους φίλους μου. Γι αυτούς τους ταξιδευτές της ζωής, τους εξερευνητές του άγνωστου και του αχαρτογράφητου, αυτούς τους εραστές της περιπέτειας. Για ανθρώπους των οποίων τα βήματα δεν μπόρεσα να ακολουθήσω, ολοκληρωτικά, για διάφορους λόγους, δικούς μου, αλλά των οποίων την πορεία έχω την ευκαιρία και τη δυνατότητα να παρακολουθήσω από κοντά. Οι περιπλανήσεις τους είναι απλησίαστες για μένα, τις αιτίες δεν θα αποκαλύψω. Τους έζησα από κοντά, βίωσα τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς τους, αφουγκράστηκα τις ανησυχίες και το πείσμα τους, έζησα μαζί τους.
    Και τους αγάπησα.

Χαθήκαμε για χρόνια. Κι όταν πριν λίγο καιρό δέχτηκα ένα μήνυμα μέσω φίλου που έχει συναντήσει τυχαία κάποιον από αυτούς, μια κοπέλα συγκεκριμένα, με τους κολλητούς μου, σε νησί, η καρδιά μου φτερούγισε.
Με ψάχνουν.
Το μήνυμα συμπληρώνει και ένας αριθμός τηλεφώνου. Κάλεσα αμέσως, και περιττό να σας διηγηθώ τη συνέχεια. Σεισμός. Ήταν η γνωστή φωνή, με την ιδιαίτερη προφορά του φίλου και συγκάτοικου για κάποιο διάστημα, με τον οποίο συνδέθηκα πολύ. Η συγκίνηση δεν περιγράφεται.
Και μετά τα πρώτα χαιρετίσματα έπεσε η ιδέα για μια συνάντηση. Την πραγματοποιήσαμε πολύ σύντομα σε ένα από τα νησιά του Ιονίου.
Εκεί έπεσε και η ιδέα για τη συγγραφή αυτής της διήγησης, ήταν δική μου. Ήθελα να ακούσω τις ιστορίες τους, να τις μεταφέρω, τώρα που υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ειπωθούν, πρακτικά και καθαρά, όχι με μισόλογα και υπονοούμενα όπως γίνονταν παλιότερα.
Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Συμφώνησαν όλοι, απόλυτα. Διότι τόσα χρόνια έχει πέσει ένα πέπλο σιωπής όσον αφορά εκείνα τα τόσο ενδιαφέροντα και τρομερά χρόνια.

Fela Kuti, Music is the Weapon

  • Ας επιστρέψω όμως σε εκείνη την φοβερή μέρα του Μαρτίου στην Ρώμη :
    Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
    Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
    Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
    Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.

Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, μένουν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως, προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική, που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυώροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φωτιά. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό ,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

μάρτιος ’77 στην Ρώμη

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει, αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω- κάτω άλλοι έχουν παράξει, και δεν θα γευτούν ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας, η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας ανδρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε έτσι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

  • Οι σύντροφοι λοιπόν δεν βρίσκονται άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν, ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
    Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
    Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι που πορεύονται, τον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε, εδώ και ώρα, η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά στο ύψος ανθρώπου. Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
    Εχθές τον σύντροφό τον  φάγανε πισώπλατα.
    No mercy!
    Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι αγωνιστές πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο, πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς. Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Ανταπαντούν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη, αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη, μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους, και κλείνει την πλατεία από εκείνη τη μεριά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, απ’ το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις ανταπαντούν, αναγκασμένοι να το αφήσουν έρμαιο, αφύλακτο, λόγω της σφοδρότητας της επίθεσης!                           Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξουμε έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε, και ανακούφιση μαζί, ξανά όλοι μαζί, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με τους άλλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο για την Φλωρεντία λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ, οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά τον συρμό άρον- άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι. Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της πόλης μας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιο με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Να ζεις ν αγαπάς και να μαθαίνεις

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά. Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα.

Street Fighting Man, The Rolling Stones

Stones στο Παρίσι ’67

… ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΝΑ ‘ΧΩ ΣΚΕΨΗ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ, ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΜΑΤΑΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Ι. Καμπανέλλης
Μα πως φθάσαμε μέχρις εδώ θα το πούμε στη συνέχεια

 

συνεχίζεται

μιχαλης 287

αυτονομία, autonomia

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ (17).

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ.

Μια σημαντική πτυχή της κοινωνικής και πολιτικής διαδικασίας που διασχίζει το 1977 είναι η συζήτηση γύρω από τον ρόλο και τη λειτουργία των διανοουμένων. Η συζήτηση αναπτύχθηκε σε δυο χρόνους, πρωτοεμφανίστηκε γύρω από το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πληροφόρησης και του κινήματος του αγώνα, τον φεβρουάριο και μάρτιο, στη συνέχεια εξερράγη, συμπεριλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της ιταλικής διανόησης ακολουθούμενη από την έκκληση του Παρισιού ενάντια στην καταστολή στην Ιταλία, τον ιούλιο.Αλλά για να κατανοήσουμε καλύτερα το πλαίσιο εντός του οποίου διεξήχθη η συζήτηση, θα πρέπει να επισημάνουμε εν συντομία δύο θέματα: το πρώτο αφορά τις επιλογές του κομμουνιστικού κόμματος στην εποχή της κυβέρνησης εθνικής αλληλεγγύης, το δεύτερο αφορά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του κινήματος του ’77, ειδικότερα στην Μπολόνια.

Αποτέλεσμα εικόνας για Mario Salvi, anni '70

Η γραμμή του ιστορικού συμβιβασμού, στην οποία το P.C.I. είχε εμπλακεί ξεκινώντας από το 1973, και που οδήγησε το κόμμα αυτό σε μια πολιτική ουσιαστικής υποταγής-εξάρτησης προς τις χριστιανοδημοκρατικές κυβερνήσεις, απέδιδε στους διανοούμενους ένα καθήκον διαχείρισης της συναίνεσης και εξάρτησης από το δημοκρατικό κράτος. Το δημοκρατικό κράτος, προς τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, είχε κάνει κάποιες επιλογές που δύσκολα μπορούσαν να θεωρηθούν δημοκρατικές: ο νόμος Reale, ο οποίος εγκρίθηκε από όλες τις πολιτικές δυνάμεις με την αποχή των κομμουνιστών, είχε δώσει στις αστυνομικές δυνάμεις μια εξουσία να παρεμβαίνουν ενάντια στα κινήματα και τις διαδηλώσεις της πλατείας τόσο πλατιά που μέσα σε λίγα χρόνια (μεταξύ του ’75 και του ’77), περισσότεροι από εκατό άνθρωποι σκοτώθηκαν στους δρόμους: οι Pietro Bruno, Mario Salvi, Giannino Zibecchi ήταν μερικοί από αυτούς, αγωνιστές στις ομάδες της άκρας αριστεράς που το PCI συνέβαλλε να ζωγραφίζει ως επικίνδυνες ανατρεπτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Giannino Zibecchi, anni '70

Επιπλέον, για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και να πάρουν πίσω τις κατακτήσεις που είχε επιτύχει η εργατική εξουσία στα εργοστάσια, τα αφεντικά ακολουθούσαν μια πολιτική πολιτικών και οικονομικών επιθέσεων καλυμμένη και νομιμοποιημένη από την πρόταση θυσιών για τους εργαζόμενους, που το ΚΚΙ και τα συνδικάτα προσπαθούσαν να επιβάλλουν στο εργατικό κίνημα.Μέσα σε αυτή την εικόνα, μια κρατιστική κουλτούρα ωρίμασε και βρήκε την επικύρωση της στη διάσκεψη του Εliseo. Στο Eliseo, τον ιανουάριο του ’77 ο Enrico Berlinguer ζήτησε ουσιαστικά από τους διανοούμενους να κάνουν μια επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών: είτε να δεχτούν το ρόλο των αξιωματούχων της συναίνεσης και διοικητών του υπάρχοντος, είτε να αναγνωριστούν ως ανατρεπτικοί της δημοκρατίας. Δημιουργήθηκαν τότε οι προϋποθέσεις για την περιθωριοποίηση όλων των νέων τάσεων στον πολιτισμό , όλων εκείνων των πολιτιστικών εμπειριών που προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν την ανάγκη για αυτονομία και την ελευθεριακή ώθηση που προέρχονταν από τους τομείς που βρίσκονταν σε κίνηση της ιταλικής κοινωνίας (ιδιαίτερα των νεαρών μορφωμένων άνεργων, των νεαρών εξεγερμένων εργατών στο εργοστάσιο).Και δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την κρατικίστικη επιχειρηματικοποίηση των πνευματικών λειτουργιών, η οποία, στα επόμενα έτη μετά το 1977, είχε πολύ σοβαρές συνέπειες, κυρίως σε ορισμένους επαγγελματικούς τομείς όπως η δικαστική εξουσία, που κατέληξε να γίνεται αντιληπτή ως ένας ένοπλος βραχίονας της συναίνεσης, όπως καταδεικνύουν οι διωγμοί που ξεκίνησαν μαζικά τον μάρτιο του ’77 στη Μπολόνια και στη συνέχεια εκ νέου αναπαράγονται με συστηματικό τρόπο ξεκινώντας από την 7 απριλίου 1979.

Αυτοί οι διωγμοί, όπως όλοι γνωρίζουν, αποκαλύφθηκαν σε όλη την μισητή τους μεροληψία όταν οι παρωδίες που χτίστηκαν με τη συνέργεια των μετανιωμένων κατέρρευσαν, στις ποινικές δίκες που χρειάστηκε να απαλλάξουν εκατοντάδες αγωνιστές και διανοούμενους από τις κύριες κατηγορίες εναντίον τους, από δικαστές που συχνά σχηματίστηκαν μέσα στην κομμουνιστική κρατικίστικη κουλτούρα. Αλλά η έννοια εκείνων των διωγμών μπορεί να κατανοηθεί πλήρως μόνο αν επιστρέψουμε στην πολεμική σχετικά με το ρόλο των διανοουμένων, στην εναλλακτική μεταξύ κρατισμού και ανεξαρτησίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για 7 aprile 1979

Το δεύτερο ζήτημα για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε για να κατανοήσουμε το πλαίσιο και την συγκυρία εντός της οποίας ωρίμασε η συζήτηση είναι η καινοτομία και η ιδιαιτερότητα των θεμάτων εκείνου του κινήματος που κατέλαβε τη σκηνή το ’77, δηλαδή το χαρακτηριστικό ενός κινήματος πολιτιστικής κριτικής και δημιουργικότητας. Το δημιουργικό κίνημα που πήρε μορφή συγκεχυμένα στα χρόνια μεταξύ του 1975 και του 1977 πρέπει να το δούμε κάτω από μια διπλή προοπτική.Ήταν το κίνημα της εξέγερσης ενός κοινωνικού αστερισμού σύνθετης προέλευσης, που έγινε ομοιογενής από τον υψηλό βαθμό σχολικής φοίτησης. Εμφανίστηκε τότε ένα σμήνος εμπειριών μέσα στις οποίες εκδηλώνονταν η κοινωνική νοημοσύνη, προσπαθώντας να ξεφύγει από την αποπροσωποποίηση της βιομηχανικής εργασιακής δραστηριότητας. Ταυτοχρόνως, το κίνημα εκείνο κατέστησε δυνατή τη διαμόρφωση μιας νέας παραγωγικής ταυτότητας, προοριζόμενης να απορροφηθεί μέσα στην εργατική διαδικασία που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως άυλη, όλο και πιο εκτεταμένη στην εποχή της κρίσης του κλασσικού βιομηχανικού συστήματος.Αυτοί που πήραν μέρος, που συμμετείχαν στο κίνημα των εξεγέρσεων εκείνων των χρόνων αισθάνονταν και ήταν οι φορείς ενός τρόπου να κάνουν πολιτισμό-κουλτούρα που να μην εξαρτάται πλέον από το πολιτικό σύστημα και από την αναπαραγωγή της συναίνεσης.

Αλλά, συνειδητά ή όχι, ήταν και τα υποκείμενα που προορίζονταν να δώσουν ζωή σε μια νέα λειτουργική μορφή που έλαβε μορφές αργότερα, ξεκινώντας από την υποταγή της δημιουργικότητας στους κανόνες της παραγωγικής αποδοτικότητας. Mέσα στο ίδιο κίνημα έπαιρναν συνεπώς μορφή δυο κουλτούρες διαφορετικές: η μια έψαχνε τη δυνατότητα μιας ριζικής αυτονομίας της κουλτούρας από την πολιτική και οικονομική εξουσία, η άλλη προετοίμαζε τις επαγγελματικές δεξιότητες υποταγμένες στον κύκλο παραγωγής του άυλου και του φαντασιακού.Αλλά αυτές οι διαφορετικές κουλτούρες ζούσαν ασυνείδητα μέσα στους ίδιους ανθρώπους, στους ίδιους κοινωνικούς τομείς. Ήταν μια προσπάθεια να μεταφραστεί αυτή η αντιφατική διαδικασία σε μια μορφή ρητής συνειδητοποίησης: σκέφτομαι το κίνημα που ονομάστηκε mao-dada. Η έμπνευση του μαο-ντανταϊσμού συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο: «Ο ντανταϊσμός ήθελε να σπάσει τον διαχωρισμό μεταξύ γλώσσας και επανάστασης, μεταξύ τέχνης και ζωής. Παρέμεινε μια πρόθεση διότι dada δεν ήταν μέσα στο προλεταριακό κοινωνικό κίνημα και η προλεταριακή κοινωνική φιγούρα δεν ήταν μέσα στον dada: ανατροπή των ταξικών σχέσεων και πολιτισμικός μετασχηματισμός δεν διασταυρώνονταν στη ζωή και στην ουσιαστικότητα των κοινωνικών αναγκών. Ο μαοϊσμός υποδεικνύει την διαδρομή της οργάνωσης όχι ως υποστατική εκπροσώπηση του υποκειμένου-πρωτοπορία αλλά ως ικανότητα για την σύνθεση των αναγκών και των τάσεων παρόντων στην υλική πραγματικότητα της εργασίας και της ζωής» (11).

Σύμφωνα με την υπόθεση mao-dada, η ανάπτυξη νέων μορφών επικοινωνίας, η ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής και των τηλεματικών δικτύων καθιστά δυνατή την πραγματοποίηση της παλιάς ντανταϊστικής ουτοπίας: να καταργηθεί η τέχνη / να καταργηθεί η καθημερινή ζωή, καταργώντας τον διαχωρισμό μεταξύ τέχνης και καθημερινής ζωής.Μέσω της διάχυσης των διαδεδομένων και πολυκεντρικών επικοινωνιακών τεχνολογιών αυτό το σχέδιο μπορεί να καταστεί εφικτό και δυνατό πρακτικά από πλευράς πολλαπλασιαζόμενων και κοινοτικών καταστάσεων, που επαναπροσδιορίζουν τη σχέση μεταξύ κοινωνικότητας και παραγωγής βγαίνοντας από το ολοκληρωμένο καπιταλιστικό σύστημα και συστήνοντας αυτόνομα συστήματα παραγωγής-επικοινωνίας. Αυτή η υπόθεση εφαρμόστηκε με τρόπο ίσως πολύ άμεσο και αυθόρμητο από έναν τεράστιο χώρο πραγματικοτήτων και κινημάτων βάσης, αλλά δεν έγινε ένα στοιχείο προβληματισμού για το ρόλο των διανοουμένων και για το μετασχηματισμό που το πνευματικό έργο διέσχιζε, ούτε για το κίνημα που ετοιμαζόταν να κατακλύσει ολόκληρο τον κόσμο της διανοητικής δραστηριότητας, στην απορρόφησή του από την πλευράς της παραγωγικής και επικοινωνιακής μηχανής.Έχουμε πει ότι η συζήτηση για το θέμα της πνευματικής εργασίας, για το ρόλο και τη λειτουργία των φορέων συμμετεχόντων στην αποϋλοποίηση της κοινωνικής εργασίας έλαβε χώρα σε δύο στάδια, σε δύο χρόνους. Την πρώτη στιγμή, μεταξύ του φεβρουαρίου και του μαρτίου εκείνου του πολύ πυκνού 1977, η συζήτηση επικεντρώθηκε στα νέα χαρακτηριστικά που το μαζικό κίνημα αναλάμβανε, και στην ιδιαίτερη αποστολή του να κατακλύσει τα προβλήματα της γλώσσας, τις πρακτικές πληροφόρησης και δημιουργικότητας.Ήταν η στιγμή της μέγιστης άνθησης των εμπειριών της διάχυτης δημιουργικότητας, της περιόδου των εγκάρσιων φύλλων και των ελεύθερων ραδιοφωνικών σταθμών. Μέσα από τα ραδιόφωνα εκφράζονταν η έκρηξη των αυτόνομων γλωσσών, αλλά και η πρώτη προσπάθεια μιας αυτοοργάνωσης της πληροφορίας, εννοούμενης ως επίπεδο του κοινωνικού και υπαρξιακού μετασχηματισμού, αλλά και ως εργασία, παραγωγική δραστηριότητα.

Έτσι έγραφε η συλλογικότητα A/traverso στο βιβλίο με τίτλο «Alice è il diavolo», «Η Αλίκη είναι ο διάβολος»: «Να ανατινάξουμε τη δικτατορία της Σημασίας, να εισαγάγουμε το παραλήρημα στην τάξη της επικοινωνίας, να κάνουμε τους ανθρώπους να μιλάνε για επιθυμία, θυμό, τρέλα, ανυπομονησία και απόρριψη. Αυτή η μορφή γλωσσικής πρακτικής είναι η μόνη μορφή κατάλληλη για μια γενική πρακτική που πλήττει και τινάζει στον αέρα τη δικτατορία του Πολιτικού, που εισάγει στην συμπεριφορά την οικειοποίηση, την απόρριψη της εργασίας, την κολεκτιβοποίηση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σχέση ανάμεσα στο κίνημα και το ραδιόφωνο Alice δεν είναι εγγυημένη τόσο από τα περιεχόμενα, από τα μηνύματα που μεταδίδει η Αλίκη, όσο ακριβώς από τη χειρονομία που αυτή, ως συλλογική και ανατρεπτική γλωσσική δραστηριότητα προτείνει .Η ίδια γλωσσική οργάνωση του εργαλείου, όντως, ορίζει ένα χώρο, σχεδιάζει αυτά που το διακρίνουν» (12).Υπάρχει όμως και μια συνειδητοποίηση του νέου παραγωγικού ρόλου της πληροφορίας και της προβληματικής που ανοίγεται με την απορρόφηση της γλωσσικής πρακτικής μέσα στην διαδικασία της κοινωνικής εργασίας. «Το θέμα είναι να υπονομεύσουμε-να ανατρέψουμε το εργοστάσιο πληροφοριών, να αναποδογυρίσουμε τον κύκλο της ενημέρωσης, τη συλλογική οργάνωση της γνώσης και της γραφής.Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας προλεταριοποίησης της τεχνικο-επιστημονικής-πληροφοριακής εργασίας τίθενται οι συνθήκες έτσι ώστε η πνευματική εργασία να μην τοποθετείται πλέον σε σχέση με το κίνημα σε μια εξωτερική και εθελοντικίστικη θέση, ως πρακτική εξυπηρέτησης του κινήματος, αλλά σε μια εσωτερική θέση, στο έδαφος του πληροφοριοδοτικού ανταρτοπόλεμου, του σαμποτάζ του παραγωγικού και πολιτικού εγκέφαλου, της κυβερνητικής οργάνωσης του ελέγχου, και της δολιοφθοράς του ενημερωτικού κύκλου» (13).

Αποτέλεσμα εικόνας για a/traverso, alice è il diavolo

Λίγοι αποδέχτηκαν τότε να συζητήσουν αυτές τις θέσεις χωρίς να τις στιγματίσουν σαν «παραλήρημα» ή ανατρεπτική υποκίνηση. Μεταξύ αυτών, σε ορισμένα άρθρα που δημοσιεύθηκαν σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, ήταν ο Umberto Eco. Ο Eco παρατηρούσε πως «οι νέες γενιές ζουν και μιλούν στην καθημερινή τους πρακτική τη γλώσσα (δηλαδή την πολλαπλότητα των γλωσσών) της πρωτοπορίας […] αυτή τη γλώσσα του διαιρεμένου υποκειμένου, αυτή η αναπαραγωγή και διασπορά μηνυμάτων φαινομενικά χωρίς κώδικα κατανοούνται και ασκούνται στην τελειότητα από ομάδες που μέχρι τώρα είναι ξένα προς την υψηλή κουλτούρα «(δείτε πιο μπροστά το άρθρο του» Υπάρχει μια νέα γλώσσα, η ιταλο-ινδιάνικη » που εμφανίστηκε στο» L’Espresso «).Αυτή η νέα «γλωσσική ικανότητα», αυτή η ικανότητα trans κωδικοποίησης, ολίσθησης από κώδικα σε κώδικα γίνεται κατανοητή, από το Eco, ως συνέπεια της εγκαθίδρυσης ενός νέου τεχνο-επικοινωνιακού συστήματος.Οι θέσεις του Eco (που επίσης διακρίθηκαν ως προς την αξιοπρέπεια και οξύτητα από εκείνες πολλών άλλων σχολιαστών και κριτικών) επικρίθηκαν επειδή ο Eco διέγραφε, συνειδητά και ρητά, πρέπει να το πούμε, κάθε εκτίμηση περί της συνειδητής σκοπιμότητα, δηλαδή περί του πολιτικο-πολιτισμικού σχεδιασμού των οποίων οι νέες γλώσσες ήταν φορείς.

Σχετική εικόνα
Πράγματι, ξανασκεπτόμενοι το ζήτημα μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι ο σχεδιασμός του δημιουργικού κινήματος αφανίστηκε από τη δύναμη της τεχνο-επικοινωνιακής μετάλλαξης: το δημιουργικό κίνημα απορροφήθηκε και λυγίστηκε από την οργάνωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, από την επένδυση τεράστιων κεφαλαίων στη διαφήμιση, στην τηλεόραση, στη μόδα, από την υποβολή των ιδεών και των δημιουργικών γλωσσών μέσα σε ένα σύστημα παραγωγής μηδαμινότητας-ηλιθιότητας μέσω της πνευματικής εργασίας.Αλλά εκείνη τη περίοδο, εκείνους τους μήνες, εν μέσω μιας εξέγερσης των σημάτων και των συμβόλων, το κίνημα επεδίωκε τη δυνατότητα να δοθεί αυτόνομη μορφή στην εναλλακτική επικοινωνία. Για το λόγο αυτό, μια απάντηση που δημοσιεύτηκε στο «L’Espresso», υπογεγραμμένη από τον Franco Berardi «Bifo» και από τον Angelo Pasquini, έλεγε ότι η κοινωνικοποίηση του εχθρικού και των προβληματικών της λογοτεχνικής πρωτοπορίας δεν μπορούσε να περιοριστεί σε ένα καθαρά επικοινωνιακό γεγονός, αλλά συνεπαγόταν έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό της σχέσης με την παραγωγή, την κοινωνική ταυτότητα,την εξουσία .Η θεματική αυτή υιοθετείται από τον Maurizio Calvesi, ο οποίος σε ένα βιβλίο με τίτλο «Avanguardia di massa», »Μαζική πρωτοπορία» (14) προτείνει ξανά ολόκληρο το φάσμα των θεματικών που προέκυψαν τους μήνες εκείνους της άνοιξης ’77, για να εμβαθύνει το ζήτημα του δημιουργικού κινήματος ως πραγματοποίηση της καλλιτεχνικής ουτοπίας των πρωτοποριών, μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης των ταχέων μέσων επικοινωνίας, των τεχνολογιών παραγωγής του φαντασιακού. Το δημιουργικό κίνημα αντιπροσώπευσε ακριβώς αυτό: την πραγματοποίηση της πρωτοποριακής πρόθεσης να φέρει τη ζωή μέσα στην τέχνη και να συγχωνεύσει την τέχνη με την ζωή.
Αποτέλεσμα εικόνας για avanguardia di massa calvesi
Η προοπτική αυτής της πραγματοποίησης ήταν συνδεδεμένη με την μαζικοποίηση της γλωσσικής ρήξης που προτάθηκε από την πρωτοπορία, και με τη συνένωση της μαζικής δημιουργικότητας και των επικοινωνιακών τεχνολογιών. Η αποτελεσματική εξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες καθορίστηκε ήταν εντελώς ασύμμετρη σε σχέση με την αποβλεπτικότητα. του κινήματος και είχε σαν συνέπεια μια εντελώς νέα μορφή υποταγής της δημιουργικής δραστηριότητας στην καπιταλιστική παραγωγή στην εποχή της αποϋλοποίησης της. Βέβαια, όμως, το δημιουργικό κίνημα είχε δει σωστά, όσον αφορά το νέο έδαφος επάνω στο οποίο ελάμβαναν χώρα οι μετασχηματισμοί, το έδαφος του φαντασιακού και της κοινωνικής παραγωγής του. Σχετικά με αυτό η συζήτηση κινούσε τα πρώτα της βήματα, την άνοιξη του ’77 σε ένα άλλο άρθρο που εμφανίστηκε στο «L’Espresso» (15) με το δραματικό τίτλο «Όχι για τον θεό δεν αυτοκτονώ», ο Umberto Eco εισέρχονταν στην ουσία αυτής της κουβέντας. Ο Eco υποστήριζε ότι το κίνημα έκανε λάθος σε ένα σημαντικό σημείο, μπερδεύοντας τις συμβολικές διατυπώσεις για συγκεκριμένες πραγματικότητες: «Αν κρίνω πολλές κινηματικές συμπεριφορές μου δημιουργείται η αμφιβολία ότι αυτό τείνει να μετατρέπει συνεχώς συγκεκριμένες συμπεριφορές σε απλά σύμβολα,δηλαδή διατυπώσεις που έγιναν, αντί με το στυλό με την δράση.Δεν λέω ότι οι διατυπώσεις είναι για να πεταχτούν, λέω ότι πρέπει να είμαστε διαυγείς και να αναγνωρίζουμε τις διατυπώσεις ως διατυπώσεις.Ένα πράγμα είναι να προαναγγέλουμε μέσα σε μια συμβολική γιορτή την επίθεση στο χειμερινό ανάκτορο, και άλλο πράγμα είναι να καταλαμβάνουμε πραγματικά το χειμερινό παλάτι. » Αλλά ήταν ο ίδιος ο Eco που κατάλαβε τόσο καλά αυτό το είδος της semiomorphism που κατέκλυσε τον πραγματικό κόσμο, αυτή τη ταύτιση του κόσμου με την ανταλλαγή και τη διασταύρωση συμβολικών διατυπώσεων, των ενημερωτικών γεγονότων, των προσομοιώσεων του φαντασιακού.Αυτή η φαντασιακή επικράτεια έχει γίνει ο καθοριστικός τόπος κάθε κοινωνικής διαδικασίας, και η κυριαρχία πάνω στα ζωντανά μόρια της κοινωνίας έγινε όλο και περισσότερο semiocratic κυριαρχία, κυριαρχία συμβόλων και σημείων. Και το ’77 είναι ακριβώς η στιγμή που η κοινωνία αρχίζει να συνειδητοποιεί αυτή τη μετατόπιση.
Αποτέλεσμα εικόνας για a/traverso, alice è il diavolo
αυτονομία, autonomia

Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, Η ΑΛΛΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ (8).

Όμως το βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα ουσιαστικό εργαλείο για τη μετάδοση της γνώσης.Το πέρασμα στην παραγωγή του βιβλίου για το κίνημα αντιπροσωπεύει ένα πρόβλημα.Προϊόν εξαναγκασμού, χωρίς μια πραγματική ωρίμανση, σχεδόν πάντα επιλύεται στο βιβλίο-ντοκουμέντο, στο βιβλίο που ακολουθεί την επικαιρότητα, στην προσπάθεια προβληματισμού ή στην αναφορά, την περίληψη των αγώνων. Εάν το έργο αντιπληροφόρησης στα πρώτα χρόνια μετά το Εξήντα οκτώ καλύπτονταν από περιοδικά και μπροσούρες, το βιβλίο, συχνά στεγνό αναμάσημα των κλασικών του μαρξισμού και ιστορία της ιδίας οργάνωσης, εξυπηρετούσε τα σεμινάρια που εκπαίδευαν στελέχη. Στη φάση του «προσωπικού που είναι πολιτικό» προχωρήσαμε στη συνέχεια σε εγχειρίδια ημερολογίων, βοτάνων, για το σώμα και τα ναρκωτικά για να φτάσουμε στις θλιβερές ιστορίες που έγραψαν οι πρώην leader για να γιορτάσουν τις δεκαετείς εκδηλώσεις μνήμης. «Το βιβλίο είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα, συνεπάγεται μακρύτερο στοχασμό, χρονικό ρυθμό διαφορετικό από αυτόν της επικαιρότητας, και αντιθέτως, το θεωρητικό βάθος φαίνεται να απουσιάζει από τους πολιτικούς ηγέτες εκείνης της δεκαετίας, σαν να μοιάζει σχεδόν προνόμιο της προηγούμενης πολιτιστικής γενιάς: Tronti, Asor Rosa, Cacciari, Bologna, Negri. Εν ολίγοις, εκείνο του βιβλίου δεν αποτελεί ένα πλεόνασμα των στοιχείων ενεργητικού επί των υποχρεώσεων για τις στρατευμένες εκδόσεις. Η σχέση μεταξύ των νέων του κινήματος και γραφής είναι από τις πιο δύσκολες. Αν και η επανάκτηση της λογοτεχνίας και της ποίησης, η βαθιά επανάσταση της γλώσσας που επέβαλε το κίνημα του ’77 και πάνω απ ‘όλα η μεγάλη, ισχυρή μεταμόρφωση των εθίμων, του στυλ και της πραγματικότητας, δεν μπορούν παρά να έχουν λογοτεχνικά αποτελέσματα, αν και μακροπρόθεσμα και πιθανώς δια του έργου μιας νέας γενιάς που δεν είναι αυτή των «πολιτικών». Ωστόσο, η άνθιση των μικρών εκδοτικών οίκων και των εκτυπωτικών μικρο-πρωτοβουλιών είναι πιο ζωντανή και βλαστάνει καλύτερα από ποτέ. Στη Μπολόνια, στη Ρώμη, στο Μιλάνο και στην »επαρχία» βρίσκεται σε εξέλιξη ένα νέο φαινόμενο: τουλάχιστον δέκα μικροί εκδοτικοί οίκοι συνυπάρχουν με τυπογραφίες που δουλεύουν με φτωχά μηχανήματα, απέκτησαν την επίπεδη off-set που κοστίζει λίγα εκατομμύρια και που επιτρέπει μια καλή εκτύπωση, και δημοσιεύουν επίσης σε πολύ χαμηλό αριθμό αντιτύπων περνώντας στη συνέχεια από ένα εναλλακτικό κύκλωμα στη διανομή.Το φαινόμενο που ήταν ήδη γνωστό στη Γερμανία μετά από τη βίαιη καταστολή που άσκησαν οι αρχές σε οποιαδήποτε μορφή μη θεσμικής παραγωγής, βρήκε στα δικά μας μέρη άλλες τάσεις, άλλα κίνητρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για antonio negri, libri, anni 70, foto

Δεν είναι ότι η βιομηχανικός μηχανισμός του πολιτισμού ασκεί μια μορφή ρητής καταπίεσης ενάντια στις αναδυόμενες νοημοσύνες: απλώς τις αγνοεί. Για πολύ καιρό σνομπάρισε, για παράδειγμα, μια εμπειρία όπως εκείνη των «QuaderniRossi». Ανέχεται με δυσκολία νέους συγγραφείς που δεν παραπέμπουν άμεσα σε καθιερωμένες λογοτεχνικές κατηγορίες, εκείνες των Μοravia, των Calvino, των αμερικανικών γραμμάτων, και ούτω καθεξής. Συχνά φθάνει να προσλαμβάνει – έστω και με καθυστέρηση και όταν η εσωτερική δομή των πολιτιστικών φορέων στο εσωτερικό της το επιτρέπει – το πρόσωπο που ενεργεί ως άμεσος σύνδεσμος με τους τομείς του κινήματος. Κυρίως το νέο ταλέντο εντοπίζεται μέσα από τις πρώτες δημοσιεύσεις του σε περιοδικά ή στην μικρή εκδοτική προσπάθεια, κάνοντας αυτή την τελευταία να αναλαμβάνει μια λειτουργία κοσκινίσματος, αλλά ακόμα περισσότερο ο μεγάλος εκδοτικός οίκος τείνει να συσκευάζει αυτός, από μέσα, βιβλία και συγγραφείς σε ένα έργο έγκαιρου σχεδιασμού. Ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών των μορφών εκδόσεων είναι σαφής. Στους μεγάλους εκδότες υπάρχει ένας ακριβής πολιτιστικός σχεδιασμός ο οποίος σχεδόν πάντοτε λείπει στους μικρούς, οι οποίοι ωστόσο έχουν πιο ευκίνητα πολιτιστικά μονοπάτια και υποκείμενα σε τροποποιήσεις.
Αποτέλεσμα εικόνας για QuaderniRossi
Ακόμη: υπάρχει ο προγραμματισμός των τίτλων, βασικό στοιχείο και διάταξη όλης της συντακτικής πολιτικής, οι 80-90 μικροί οίκοι που λειτουργούν σήμερα στην Ιταλία, στηρίζουν αντιθέτως την ύπαρξη τους ακριβώς στο αντίθετο, όχι τόσο επειδή δεν διαθέτουν δομές, οργάνωση της εργασίας , κατάλληλο προσωπικό και αρκετό σε αριθμό, αλλά επειδή αυτό που μετρά και είναι ζωτικής σημασίας για αυτούς είναι να βγουν με το σωστό βιβλίο την κατάλληλη στιγμή. Για να επιτευχθεί αυτό αρκούν επίσης δύο ή τρεις μήνες. Το κοινό με το οποίο επικοινωνούν είναι περιορισμένο, η ανάγκη στην οποία πρέπει να απαντήσουν συχνά είναι αναδυόμενη ή βρίσκεται στη διαδικασία σχηματισμού, οπότε τα τρεις χιλιάδες αντίγραφα του μέσου όρου κυκλοφορίας είναι σχεδόν πάντοτε επαρκή.Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές φορές ο μικρός εκδοτικός κλάδος βρίσκεται στη θέση να παίζει προλαμβάνοντας κοινωνικά φαινόμενα που στη συνέχεια θα εκραγούν ή ανακαλύπτοντας φλέβες που στη συνέχεια θα ξεθαφτούν από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Είναι η περίπτωση του βιβλίου για το Radio Alice που δημοσιεύτηκε τον δεκέμβριο του ’76 από το Erba Voglio που εκείνη την στιγμή δεν είχε καμιά απήχηση και που στη συνέχεια τροφοδότησε ένα τεράστιο ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τη νέα δημιουργικότητα: όλα στοιχεία που θα βρουν την αποδιοργανωτική τους δύναμη την άνοιξη του ’77.
Σχετική εικόναΑποτέλεσμα εικόνας για Alice disambientata, erba voglio, foto
Ήταν η περίπτωση της αναβίωσης των σουρεαλιστών ποιητών, των μεγάλων γυναικών συγγραφέων του παρελθόντος, όπως η Virginia Woolf, που ελήφθησαν ξανά από τις «φεμινιστικές» εκδόσεις και στη συνέχεια ανατυπώθηκαν σε μεγάλα νούμερα από τους μεγαλοεκδότες, πάντα έτοιμους να αδράξουν τις ενδείξεις. Ήδη το 1975 ωστόσο τα πρώτα τεύχη του «A / traverso» έρχονται ως ανοιχτή έρευνα για τα παγκόσμια και συνολικά προβλήματα της γλώσσας, του ιδιωτικού χώρου και της νοημοσύνης σε σχέση με την εξουσία, πέρα από τα άκαμπτα ιδεολογικά σχήματα των οργανώσεων αλλά και πέρα από το «μπανάλ» έδαφος της συζήτησης για την κρίση της στράτευσης και για την ανάδυση των αναγκών, για την οποίαν αναζητούνται πιο πολύπλοκες διαδρομές που να συνδέονται με μια πολιτιστική δομή που πηγαίνει από το Majakovskij στο Bataille, από τα «Quaderni Rossi» έως τον Deleuze και τον Guattari. Πρόκειται για ένα έργο μιας μικρής πολιτιστικής επανάστασης που γεννιέται, όχι τυχαία, ως κατοπτρική αντανάκλαση ακριβώς στη Μπολόνια, όπου το μοντέλο του «υλοποιημένου σοσιαλισμού» εμφανίζονταν καταπιεστικό, αδύναμο, μη ελκυστικό. Από εδώ και ένα συγκεκριμένο παράλληλο μονοπάτι με τους νέους φιλόσοφους όπως ο Henri-Levy και ο Gluksmann που με το πάντρεμα της κριτικής κάθε διαφωνίας οδηγούν μια βίαιη επίθεση στις χώρες των «gulag».
Αποτέλεσμα εικόνας για Zut, 1977
Μεταξύ του χειμώνα του 1976 και του Ιουλίου του 1977 εκρήγνυται ένα πρωτοφανές φαινόμενο: η γέννηση 69 νέων εκδόσεων με συνολική κυκλοφορία 300 χιλιάδων αντιγράφων εκ των οποίων 288 χιλιάδες πωλούνται, τυπωμένα σε εννέα διαφορετικές περιοχές της Ιταλίας, στις μητροπόλεις αλλά και σε απίστευτες καταστάσεις όπως το Pero, το Sesto SanGiovanni, το Brugherio, στην επαρχία του Catanzaro, Ascoli Piceno, Ferrara, Rimini, Savona, Imperia. Είναι τα «Zut», «A/traverso», «Wow», «Bilot», εφημερίδα της Brianza, «Nelmorbido blu», στο Καταντζάρο, σε μια εκπληκτική ομοιογένεια της γλώσσας, επιδεικνύοντας ποτάμια και κοινά πολιτιστικά μονοπάτια, εκφράζοντας το περιεχόμενο του κινήματος του ’77. Η εγκάρσια διάσταση μέσα στα μεγάλα κοινωνικά θέματα θεωρητικοποιείται από τον περιορισμό κατηγοριών όπως προλεταριάτο, μπουρζουαζία, πλέον φθαρμένες από την ιδεολογία. Έτσι, όπως έπραξε ο φεμινισμός, υπάρχει αντίσταση σε κάθε ιδεολογικό σύστημα, ο ριζοσπαστικός ανταγωνισμός μιας μεγάλης επείγουσας ανάγκης τα σπάει με την ενθρόνιση και την ψευδαίσθηση τροποποίησης από πλευράς των κομμάτων, των συνδικάτων, των περιφερειών, των σχολείων, της πολιτιστικής βιομηχανίας. Η καθημερινή ζωή που βιώνεται ως μια επαναστατική στιγμή σε όλες τις συνιστώσες της πρέπει να κάψει το μέγιστο της επινόησης και της δημιουργικότητας. Από εδώ η ειρωνική χρήση της γλώσσας, τα μη νοήματα, η αξίωση του δικαιώματος να ταξιδεύουν (με τέλεια πλαστά εισιτήρια τρένου) το δικαίωμα στην παράσταση, όχι εκείνη των προαστίων αλλά εκείνη στις «πρώτες» (ακριβώς γι αυτό οι νεανικοί κύκλοι καταλαμβάνουν τις αίθουσες πρώτης προβολής του κέντρου), η θεωρία της τεχνικής-επιστημονικής νοημοσύνης (η οποία τρελαίνει τους σηματοδότες της Μπολόνια και αδειάζει τους αποδέκτες τηλεφωνικών κερμάτων της μισής Ιταλίας ), ο «επαναστατικός τοτοϊσμός», δηλαδή το κοινό πάθος για τη μεγαλοφυή μάσκα του Totò, που αναβίωσε στις δημοφιλείς λαϊκές ρίζες της.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Το Radio Alice σπάει όλους τους όρους της επικοινωνίας. Πράγμα που δεν έγινε ποτέ στην ιταλική αριστερά, το κίνημα φέρνει την επανάσταση στη γλώσσα με μια συνειδητή έρευνα. Εφευρίσκει νέες μεθόδους εκτύπωσης με αποκόμματα εφημερίδων, στυλογράφους και λευκό χαρτί χτυπημένο στη μηχανή και εφαρμοσμένο σε γυαλιστερό, δημιουργεί ένα νέο εκτελεστικό εκτύπωσης που επιτρέπει μια ελεύθερη σελιδοποίηση βγαίνοντας από τα τυπογραφικά σχήματα. Αλλά η δύναμη της δημιουργικότητας που εκφράστηκε από το κίνημα του 1977 θα καταφέρει να έχει απρόβλεπτες συντακτικές, εκδοτικές λύσεις ακόμη και στο επίπεδο ενός ειρωνικού και ανευλαβούς μέσου όπως το «Il Male», το οποίο συγκεντρώνει γύρω από την συντακτική του ομάδα τους καλύτερους σχεδιαστές »strip» σε εθνικό επίπεδο, επιτυγχάνοντας πολύ γρήγορα κυκλοφορίες πολύ υψηλές. Η τύχη της περιοχής της «αντιπληροφόρησης» είναι διαφορετική, που θα αναγκαστεί να στραφεί προς τον εαυτό της στην επιδίωξη των ζητημάτων της αναδυόμενης καταστολής, της εξάπλωσης του ένοπλου αγώνα και της ακαμψίας του κατασταλτικού-σωφρονιστικού μοντέλου.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70