αυτονομία, autonomia

14 Φεβρουαρίου 1976: εργατική αυτονομία με μικρό «Α», συγκεντρώνοντας τη γενικότητα των αναγκών απελευθέρωσης – 14 Febbraio 1976: autonomia operaia con la “A“ minuscola, raccogliere la generalità dei bisogni di liberazione

Ένα νέο φάντασμα περιπλανιέται γύρω από τις ιταλικές πλατείες, είναι αυτό της εργατικής Αυτονομίας. Οι εφημερίδες το έχουν ήδη ταξινομήσει: εδώ είναι η νέα ομάδα. Από εδώ και πέρα, λόγω αδράνειας, το ακρωνύμιο θα συνεχίσει να εμφανίζεται στους καταλόγους των συμμετεχόντων στις διαδηλώσεις που υπαγορεύει η Ansa και στις καταγγελίες κατά της ανευθυνότητας και του εξτρεμισμού που προφέρονται από αξιωματούχους του συνδικαλιστικού και του πολιτικού ελέγχου.

 

Un nuovo spettro si aggira per le piazze italiane, è quello dell’AUTONOMIA operaia. I giornali lo hanno già classificato: ecco il nuovo gruppuscolo. D’ora in poi, per inerzia, la sigla continuerà ad apparire nelle liste dei partecipanti alle manifestazioni dettate dall’Ansa e nelle denunce contro l’irresponsabilità e l’estremismo pronunciate dai funzionari del controllo sindacale e politico.

14 Febbraio 1976: autonomia operaia con la “A“ minuscola, raccogliere la generalità dei bisogni di liberazione

Αλλά η ομάδα εργατική Αυτονομία δεν υπάρχει. Υπάρχουν μεμονωμένες ομάδες, οι οποίες έχουν την ρίζα τους στην πραγματικότητα του αγώνα του εργοστασίου, του σχολείου, της γειτονιάς: καθεμιά από αυτές ονομάζεται όπως επιθυμεί και πιστεύει, και συμμετέχει στην «αυτονομία» – εκείνη την σημαντική, με το μικρό «α» – μιας και πραγματικά είναι μέσα στις μάζες, καθώς είναι ικανή μέσα στις μάζες – να αναπτύσσει την αναταραχή και την κινητικότητα, να καθορίζει οργάνωση και αντιεξουσία.
Ακριβώς αυτό συμβαίνει σε νέα και μαζική μορφή από τον απρίλιο του 1975

Ma il gruppo Autonomia operaia non c’è. Ci sono singoli gruppi, radicati nella realtà di lotta della fabbrica, della scuola, del quartiere: ognuno di questi si chiama come vuole e come crede, e partecipa dell’«autonomia» – di quella importante, con la «a» minuscola – in quanto è realmente dentro le masse, in quanto è capace dentro le masse – di sviluppare agitazione, di determinare organizzazione e contropotere.

Solo perché questo sta avvenendo in forma nuova e massiccia dall’aprile 1975, solo per questo oggi le parole d’ordine dei quartieri e delle fabbriche hanno cominciato a risuonare nuovamente nelle piazze di Milano. Da mercoledì 28 gennaio (occupazione operaia della stazione di Lambrate il mattino, e nel pomeriggio corteo dell’autonomia verso S. Vittore a protestare contro il tentato assassinio dei compagni in carcere) a venerdì 6 febbraio (sciopero generale ed occupazione della Stazione Centrale) è stato un ripetersi continuo di manifestazioni autonome. Esse hanno mostrato quanto sia alta la volontà di lotta delle masse, hanno cominciato a spazzar via quell’aria di rassegnazione che padroni e sindacati insinuavano tra la gente, hanno nuovamente collegato la combattività operaia e la capacità di darle espressione politica.

Ne vengono alcuni compiti specifici per i rivoluzionari. Organizzarsi tra le masse per determinare il punto di concentrazione politica del potenziale di insubordinazione esistente, significa avere presenti quali sono i bisogni fondamentali del proletariato oggi, significa capire fino in fondo la continuità fra l’illegalità dei comportamenti cui sono quotidianamente costrette le masse e la creatività dei bisogni politici che questa illegalità esprime.

Perciò le forze dell’autonomia operaia non possono andare in piazza, come i gruppuscoli, per contarsi: debbono andarci – e ci sono andate e ci andranno – per determinare momenti di organizzazione e di contropotere, per dare espressione politica rivoluzionaria alla rivolta che vive nelle fabbriche, nelle scuole, nei quartieri.

Quanto è avvenuto in questo periodo è perciò importante. A Milano, a Roma, a Padova, a Genova, in mille altre situazioni, la piazza si sta svegliando, in maniera nuova. Non si tratta più di osservare le «scadenze» di gruppettara memoria o di osservare il calendario parlamentare per «premere» dalla piazza (come sempre i revisionisti hanno fatto): si tratta di portare direttamente sulla piazza, di concentrare in funzione di dimostrazione e di attacco la vera «autonomia», quella che vive ogni giorno nelle infinite lotte contro il padrone e il comando.

In questo senso «autonomia operaia» è un vero e proprio modello di organizzazione, non un nuovo gruppuscolo, non un nuovo partitino: «autonomia operaia» è la capacità di raccogliere e concentrare l’insubordinazione proletaria in forme di potere che si scatena contro l’avversario. Non far parlare i revisionisti sulle piazze, determinare momenti di aggregazione politica contro il terrorismo dello Stato, dare alle forze operaie la capacità di esprimere direttamente i loro interessi: questi sono alcuni dei compiti immediati.

Ma non basta. Oggi è necessario che il rapporto fra tutte le forze dell’autonomia operaia e proletaria si stringa man mano, correttamente, dal basso, dentro la pratica dell’azione diretta, in un processo organizzativo. Noi non sappiamo quale sarà la forma organizzativa definitiva di questo processo: sappiamo quello che certamente non sarà, e cioè la ripetizione di qualche modellino leninista (che poi Lenin dicesse le cose che dicono i leninisti contemporanei è perlomeno dubbio), la faticosa e sciocca ripetizione degli errori trascorsi. Sappiamo anche che il processo organizzativo dovrà rappresentare alcune delle più importanti conquiste del proletariato oggi: e cioè la sua capacità di raccogliere dentro di sé la generalità dei bisogni di liberazione che nella lotta anticapitalistica si sono determinati. È in questa novità, è in questa creatività che il progetto dell’autonomia operaia, dei gruppi che in essa si costituiscono, va maturando.

Le manifestazioni di questi giorni non hanno perciò battezzato un nuovo, gruppuscolo, hanno invece mostrato come un processo di organizzazione nuovo, adeguato ai nuovi bisogni delle masse, si è messo in moto.

 

da «Rosso Giornale dentro il movimento» – anno III – n. 6 nuova serie -14 Febbraio 1976

 

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/14-febbraio-1976-autonomia-operaia-con-la-a-minuscola-raccogliere-la-generalita-dei-bisogni-di-liberazione

αυτονομία, autonomia

Η γειτονιά στον καιρό της αυτονομίας – Il quartiere al tempo dell’autonomia

Quand nous chanterons le temps des cerises,
Et gai rossignol, et merle moqueur
Seront tous en fàªte!
Les belles auront la folie en tàªte
(J.B. Clément: Le Temps des Cerises)

Garbatella. Ανοιξιάτικο βραδάκι στη σκιά του Palladium. Ανταλλάσσοντας φράσεις και εικόνες, ρήματα που υποβάλλονται από τη μνήμη, εκφράσεις σημαδεμένες από τον χρόνο κι όμως συζευγμένες στο παρόν, ονόματα συντρόφων και χαμένες βιογραφίες. Στην πινακίδα του θεάτρου της γειτονιάς ξεχωρίζουν τώρα ραντεβού τρίτης πανεπιστημίου. Για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του εβδομήντα, στο «σινεμά του μπαρ Foschi» υπήρχε ένα ολόκληρο φεστιβάλ ελαφριών ταινιών με κόκκινα φώτα, γεμάτες από Καυτά καλοκαίρια της Fanny ή Μαύρες Εμανουέλλες, που κάθε τόσο εναλλάσσονταν με επεισόδια του Dario Fo που έδινε το Mistero Buffo ή με τον Victor Cavallo που ήδη ανακοίνωνε, αυτοσχεδιάζοντας τες στον πάγκο κάποιας ταβέρνας, τις αναρχοκαταστασιακές επιδρομές του Scarface που «είναι dibartolomei και αρσενικός», «ψηφίζει κομμουνιστές και κρύβει τον baader στα σοκάκια της Ρώμης», «είναι πούστης romanista και φέρνει λουλούδια βλεμμάτων στον τάφο του maccarelli στη λεωφόρο tormarancio».

Χρειάστηκαν είκοσι πέντε χρόνια για να επιστρέψει από την εξορία της Γαλλίας και το συναισθηματικό αντίκτυπο ενός τέτοιου τόπου τον συνεπαίρνει πλήρως. Ακολουθεί τις καμπύλες που σχεδιάστηκαν από τον Innocenzo Sabbatini, τα κενά και την πληρότητα της αρχιτεκτονικής του, το τύμπανο και τις καμάρες που κόβονται στον τοίχο, μια κοιλότητα από τούβλα και τις κολώνες της εισόδου που στοχεύουν προς τα πάνω την στοά με τα μεγάλα παράθυρα. Στο χαρτί γλιστρούν σκίτσα με μολύβι και το τύμπανο του κτιρίου σπάει στη μέση με γραμμές δρόμων που από εδώ διακλαδίζονται σαν αστέρι ενώ, ανάμεσα σε ματιές γύρω και λέξεις που ξαναβρέθηκαν, παίρνουν ζωή ιστορίες και γεγονότα μιας μακράς εποχής που ονομάζονταν αυτονομία.

“Σε μια τέτοια πλατεία την πρώτη φορά που έβαλα το πόδι μου ήμουν δεκαέξι χρόνων, την τελευταία μια δεκαριά περισσότερα. Από εδώ, κατά μήκος της Via Cravero, κατέβαιναν οι πορείες που από το γυμνάσιο μου στην Tormarancia πήγαιναν να χωθούν στο μετρό Β εδώ στο κάτω μέρος της Piazza Pantera. Ανεβαίναμε όλοι χωρίς να πληρώσουμε. Στα χρόνια του ’70 αυτό το μέρος το ανακάλυψα ως μαθητής στις μεσαίες τάξεις λόγω εκείνης την εξέγερσης του μαίου κατά του ΝΑΤΟ. Υπήρξε μια καταιγίδα ανθρώπων και εξακολουθώ να έχω στα μάτια μου τις κούρσες στα μονοπάτια των αγώνων, τις αντιστάσεις στους φρουρούς, τα πρώτα αέρια που εισπνεύσαμε. Η αίσθηση, ίσως υπερβολική, ήταν εκείνη μιας ολόκληρης γειτονιάς που αγωνίζονταν μαζί σου, που διαδήλωνε, που ρίσκαρε. Και που έστελνε επίσης κατά διαόλου εκείνους τους τέσσερις σπασαρχίδες του PCI-ΚΚΙ της Villetta που μέσα σε όλη εκείνη την φασαρία που υπήρχε ανησυχούσαν μόνο να πιάσουν απ’ τον γιακά τα μέλη τους, καλώντας τους να τα παρατήσουν, απειλώντας τους πως θα λογαριαστούν στα γραφεία αν δεν εγκατέλειπαν τις συγκρούσεις. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος αέρας γύρω από την Garbatella και για πολύ καιρό, από εκείνη την έκρηξη απελευθέρωσης, ίχνη της διατηρήθηκαν ακόμα και στα παιδικά παιχνίδια. Από τον Περιφερειακό μέσω της via Caffaro και της οδού Ferrati κροτάλιζε
κινούμενο το τραμ το οποίο έπαιρνε αυτή τη στροφή και ανέβαινε επάνω από την via Passino. Στο ύψος της αγοράς αναγκάζονταν πάντα να επιβραδύνει και, όταν μια αξέχαστη χιονόπτωση έπεσε στη Ρώμη τον χειμώνα, ακριβώς αυτό το σημείο μετατράπηκε σε ζώνη για ενέδρες. Τα παιδιά έχτιζαν πυρομαχικά με μπάλες χιονιού, στη συνέχεια πετάγονταν από τα σκαλάκια της αγοράς με τα κασκόλ να καλύπτουν τα πρόσωπά τους και εφορμούσαν επάνω του με την κραυγή Giap, Giap, Ho chi Minh. Βρε παιδιά γιατί φωνάζετε; Τους έλεγε κάποιος μεγαλύτερος από αυτά. Τι σε νοιάζει, έκαναν εκείνα, φωνάζω αυτό που γουστάρω και μ’ αρέσει, είναι μια κραυγή μάχης. Εκείνη τη χρονιά ορισμένα συνθήματα κατέληξαν και στο πέταλο στο γήπεδο και επάνω στο ρυθμό του ce nàest quàun dèbut χτυπούσαν τα χέρια με τα ονόματα των Amarildo, Ciccio Cordova, Scaratti και Del Sol στη θέση των Mao και Lin Piao.»

Η έδρα της Lotta continua, τότε, δεν ήταν ακόμα η έδρα της Lotta continua. Στην πόρτα υπήρχε ένα σύμβολο με ένα σφυρί και ένα δρεπάνι και ένας στυλιζαρισμένος χάρτης του κόσμου φτιαγμένος σε φέτες από παράλληλες και μεσημβρινές οι οποίες, στην πρόθεση του σχεδιαστή, έδιναν αμέσως την ιδέα μιας Διεθνούς νέου τύπου. Ωστόσο το κόμμα χωρίς σύνορα είχε δύσκολο ακρωνύμιο αν και ιστορικό, ονομαζόταν Psiup, και σύντομα θα διαλύονταν από ζητήματα απαρτίας και εκλογικής λογιστικής.

“Αυτή την έδρα στη via Passino την πήρε αμέσως η κομμουνιστική Ομάδα Garbatella και αργότερα θα γίνει η ρωμαϊκή έδρα της Ομάδας Gramsci. Η Gramsci με τη σειρά της θα τελειώσει, μετά από μερικά χρόνια, αποφασίζοντας την αυτοδιάλυση της μέσα στο κίνημα. Ήταν η κατάληψη του Mirafiori του ’73 που έδωσε μια επιτάχυνση εργατισμού σε όλο τον προβληματισμό τον σχετικό με την οργάνωση και εκείνη είναι λιγάκι η ημερομηνία έναρξης της αυτονομίας. Είδα, σε μια θεατρική ανακατασκευή της υπόθεσης Moro φτιαγμένη από τον Marco Baliani, μια εκδοχή εκείνης της επιλογής. Ο συγγραφέας μιλάει για το συμβάν λες και στη Garbatella να είχε τεθεί σε ψηφοφορία, ακόμη και με το σήκωμα χεριών, η είσοδος στην παρανομία και πως η διάλυση εκείνη ήταν η αρχή του τέλους. Όσο για μένα έχω άλλες αναμνήσεις, οι bierre-ερυθρές ταξιαρχίες δεν υπήρχαν τότε, ή τουλάχιστον εδώ δεν ήταν ένα πρόβλημα και κάποια περάσματα δεν τα θυμάμαι με τόση δραματικότητα . Ασφαλώς η επιλογή της αυτονομίας δεν ήταν κάτι για προσκόπους και σε μερικούς η στροφή έφερε ζάλη. Ο Vittorio τα παρατάει αμέσως, άλλοι την θεωρούν ως μιλανέζικη εφεύρεση και δεν την αποδέχονται, τότε ο Αldo δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα να έχει να κάνει με τους Volsci, του κάθονταν στ’ αρχίδια, και σιγά σιγά άρχισε να ξεγλιστράει, κάποιος, νομίζω οι Greg και Lanfranco πήραν το τρένο και πήγαν επάνω στο Μιλάνο στη Via Disciplini στην έδρα του Rosso για να καταλάβουν τι αέρα φυσούσε αλλά εκεί συνάντησαν τον Iacopo Fo που τους είπε ήσυχα ότι είχαν λίγα να καταλάβουν και πως αυτός προτιμούσε να πάει στον κινηματογράφο για να δει το Paper Moon. Εν ολίγοις μια ωραία σύγχυση αλλά, επιστρέφοντας στην Garbatella, πολλοί από εμάς, περισσότερο δεμένοι με τις καταστάσεις, με τις κολεκτίβες των σχολείων ή με κάποια εργατική επιτροπή και γειτονιάς, προχώρησαν και συνέχισαν να συχνάζουν για λίγο σ’ εκείνο το υπόγειο. Και όμως η άφιξη της Lc που βρήκε αυτό το μέρος δωρεάν μετατρέποντάς το σε γραφεία κόμματος δεν άλλαξε εκείνο το κλίμα συνοικιακής αδελφοσύνης που υπήρχε στον αέρα. Με λίγα λόγια εμείς οι αυτόνομοι της γειτονιάς ήμασταν πολύ ορατοί, συναντιόμασταν, είχαμε κοινά σημεία αναφοράς με άλλους επαναστάτες, ίσως υπήρχε ανταγωνισμός στη ριζοσπαστικότητα των πραγμάτων αλλά είναι ένας εξτρεμισμός για παλκοσένικο να λέμε ότι ενώ το Manifesto έβαζε υποψήφιο τον Valpreda ή ότι LC έφτιαχνε κόκκινα παζάρια εμείς σκεφτόμασταν μοναχά να εξαφανιστούμε από την κυκλοφορία.”

Στην διήγηση Σώμα Κράτους-Corpo di Stato εκείνη η συνέλευση του ’73 είναι ένα εμβληματικό γεγονός, γεμάτο από πάθος, ίσως ένα αφηγηματικό τέχνασμα για να γίνει λόγος για την κανονικότητα, το πόσο ήταν φυσικό, εκείνα τα χρόνια, να βρεθούμε στη θέση να κάνουμε κάποιες επιλογές. Και υπάρχει ένα αγόρι που περιγράφεται με αγάπη και πολύ ισχυρή συμπάθεια, με χαμογελαστά μάτια, ανακατεμένα και κυματιστά μαλλιά, ευγενικούς τρόπους και πάντα σημαδεμένους με εξαιρετική γενναιοδωρία. Ο συγγραφέας τον βλέπει στο κέντρο της σκηνής και τον σταματάει, με αμηχανία, καθώς σηκώνει το χέρι του στο σημάδι του p38 δίνοντας το όνομά του για μια στρατολόγηση στο ένοπλο κόμμα.

“Μια υπερβολή όπως λέγαμε. Ελπίζω μόνο να υπαγορεύεται από τις ανάγκες του θεάτρου και όχι από το συνηθισμένο παιχνίδι της μνήμης που παραμορφώνεται, σχεδόν αναγκαστικά, για να την καταστήσει συμβατή με τα γεγονότα που συνέβησαν αργότερα. Εκείνο το αγόρι είναι ο Claudio ούτως ή άλλως. Ο Claudio Pallone. Ένας σύντροφος της Garbatella μεταξύ των πιο γνωστών τότε. Μαζί με τον Giancarlo De Simoni ο οποίος ζούσε στα στραβά κτίρια του San Quintino πήγαιναν στο Borromini και ήταν οι πιο γνωστοί, την εποχή του Gramsci και ακόμη αργότερα στον χώρο του Rosso, μεταξύ των σπουδαστών και των νέων της περιοχής. Μου έρχεται να τους βάλω μαζί ακόμα κι αν οι ιστορίες τους είναι διαφορετικές. Ο Claudio σκοτώθηκε σε ένα σημείο ελέγχου των καραμπινιέρων μετά από μια ληστεία τραπέζης και στην ίδια ιστορία σκοτώθηκε και ο Arnaldo, μια εξαιρετική προσωπικότητα που ξεπήδησε ανάμεσα μας από έναν άλλο κόσμο και από μιαν άλλη εποχή και που θα άξιζε μια ιστορία από μόνος του. Και ο Giancarlo δεν υπάρχει πλέον, χτυπημένος από έναν όγκο αφού μετακόμισε στην Αυστραλία. Για την απώλεια του έμαθα στο Παρίσι σχεδόν τυχαία και δεν το περίμενα με τίποτα. Αυτή του Giancarlo ήταν μια εκρηκτική νοημοσύνη, σε επηρέαζε αφάνταστα, εύρους και μεγαλοφυίας νταντασουρεαλιστικής. Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στο στέκι ζήτησε να μιλήσει ως σύντροφος της Mani Tese. Αυτή ήταν μια οργάνωση χριστιανών βάσης και δεν τον προβλημάτισε διόλου να επιμένει, σαν σύντροφος της Mani Tese-Απλωμένα Χέρια ενώ τα πειράγματα και οι μορφασμοί έδιναν και έπαιρναν. Στη συνέχεια ακολούθησε την trasversalista τάση της αυτονομίας, εκείνη κοντά στοn Bifo και τους μπολονιέζους. Ο Claudio αντιθέτως ήταν καθαρή ενέργεια, άμεσο πάθος και επιθυμία για απευθείας κομμουνισμό. Τον αποκαλούσαμε Ερνέστο, το δεύτερο του όνομα, επειδή είχε μέσα του νοτιοαμερικανικές ρίζες και διαθέσεις, μια έντονη τρυφερότητα, μια ανησυχία να κάνει πράγματα σημαδεμένη από την ανίατη επιθυμία να παίξει μπουνιές με την αδικία. Η δική του ήταν μια αρχαία ενέργεια που ξεκινούσε από μακριά, τροφοδοτούμενη και από οικογενειακές ιστορίες, από περασμένες μάχες, από συγγενείς που υπήρξαν τολμηροί του λαού-arditi del popolo και που είχαν πολεμήσει στην Ισπανία, ή απλούστερα, από το γεγονός ότι η μητέρα του είχε κάνει πανεπιστήμιο στην Αργεντινή την εποχή του Τσε. Η αυτονομία του δεν υπέφερε τις συναντήσεις, ήταν πολύ της πλατείας και, όταν ήταν απαραίτητο, της ένοπλης δράσης, ατομική χειρονομία ή συλλογική επανοικειοποίηση. Από την επίθεση στο Consorti μέχρι τις πορείες του σαββάτου για δωρεάν κινηματογράφο δεν υπάρχει φάση προσέγγισης στο εβδομήντα επτά που δεν τον είδε παρόντα. Είχε τις εκρήξεις αυτοσχεδιασμού του και τον βλέπω ξανά εκείνη την πρώτη φορά στο δισκογραφικό κατάστημα, ενώ όλοι άρπαζαν στη τύχη, να στοχεύει ήρεμος τον blues και jazz θάλαμο, γεμίζοντας και μετά, μόλις βρέθηκε έξω, άρχισε να διανέμει τα 33άρια λες και ήταν φυλλάδια. Σε εμένα έλαχε ένας φρέσκος John Renbourn και τον πήρα μαζί μου στα χιλιάδες μέρη που επισκέφτηκα. Ο Giancarlo αντιθέτως ήταν άλλο πράγμα. Ήταν δύο διαφορετικοί τρόποι κατανόησης της ανατρεπτικής δράσης, ακολουθούσαν διαφορετικά μονοπάτια και θάρρητα, παρόλο που ήξεραν πώς να βρεθούν μαζί σε πολλές περιπτώσεις. Υπάρχει μια φωτογραφία, αν θυμάμαι σωστά, που νομίζω ότι τους αποθανατίζει καλά κάτω στην πρυτανεία κατά την έφοδο στο καμιόνι του Λάμα. Ο Claudio πετά αντικείμενα. Ο Giancarlo φαίνεται σχεδόν ότι πυροβολεί το κόκκινο Dodge του συνδικάτου με βολίδες παραπομπών του Mayakovsky. Ο Claudio βρίσκεται στην πρώτη σειρά. Ο Giancarlo πιο πίσω αλλά δεν τα παρατά. Από την άλλη πλευρά, από τους ινδιάνους μητροπολιτάνους έως τους πιο οργανωμένους αγωνιστές, από την LC στις ομάδες που απέμειναν, στο Πανεπιστήμιο υπήρχε ένα σωρό κόσμος. Δεν ήταν μόνο οι αυτόνομοι σε αντιπαράθεση με την μαλακία που έδερνε εκείνο το pci-κκι και εκείνο το συνδικάτο.”

Lama, non Lama, non l`ama nessuno – Λάμα, όχι Λάμα, κανείς δεν τον αγαπά. Το slogan στον τοίχο της Φυσικής σχολής δεν παρουσιάζεται ακριβώς σαν ένα εισιτήριο της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου και εξάλλου ο μεγαγραμματέας της Cgil είναι πεπεισμένος ότι θα εκκενώσει το Πανεπιστήμιο ανήμερα την τσικνοπέμπτη. Ο επικεφαλής του συνδικάτου δεν καταλαβαίνει τα αστεία, κανείς δεν του εξηγεί, δεν καπνίζει μπάφους αλλά πίπα και, μάλλον, στη σκιά της Minerva σκέφτεται μόνο να μετατρέψει μια συνηθισμένη μέρα καθαγιάζοντας, έξω από το σπίτι, την κεντρική θέση της «καμπής του Eur». Από την πλευρά του το κόμμα που αυτοανακηρύχτηκε Κράτος ετοιμάζει το ραντεβού της 17ης φεβρουαρίου με μια «έντονη πολιτική κινητοποίηση“. Αυτά γράφει η Unità που εκθειάζει μια αποστολή εγγεγραμμένων της San Lorenzo οι οποίοι αφισσοκολούν, καταστρέφουν αφίσες, σβήνουν εχθρικά συνθήματα στους δρόμους γύρω και απομακρύνουν κάποιες πικετοφορίες στις πύλες της Sapienza. Πράγα 68, Ρώμη 77; Είναι η ερώτηση που τρέχει σε όλα τα φυλλάδια. Ωστόσο όσοι παρευρίσκονται στο συλλαλητήριο δεν επιθυμούν να συζητήσουν. “Μην τρέχετε πίσω από χίμαιρες»ο γραμματέας γερουσιαστής επιτίθεται αμέσως. «Αυτοί που σπάνε τζαμαρίες δεν βλάπτουν τον Malfatti αλλά τον εαυτό τους» κροταλίζει το μικρόφωνο. «Κάποιοι μας κατηγορούν ότι θέλουμε να ομαλοποιήσουμε. Ομαλοποιήσουμε; Ο λουδισμός είναι ..» Η φωνή τρεμοπαίζει, τα σφυρίγματα δυναμώνουν, και μπαλόνια νερού πετούν προς το ξεσκέπαστο φορτηγό. «Η βία δεν χτίζει τίποτα καλό» επιμένει ο Lama της via Emilia. Pagheremo caro, pagheremo tutto – Θα πληρώσουμε ακριβά, θα τα πληρώσουμε όλα απαντά το ασεβές κοινό. “ο αυτοκαταστροφικός νιχιλισμός παίζει το παιχνίδι του εχθρού“ υποστηρίζει ο leader. Sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci, 35 lire 50 mila ore è questo il contratto che vogliano avere- Θυ-σί-ες θυ-σι-ες, 35 λιρέτες 50 χιλιάδες ώρες αυτό είναι το συμβόλαιο που θέλουμε να έχουμε: εγκρίνει το εξεγερμένο κίνημα. Ζήτω ο σύντροφος bettinocraxi τρόμος των αφεντικών τρόμος των φασιστών που το σκάνε με ταξί, φωνάζουν με ρυθμό οι σκληροί μια ομάδας αναφερόμενοι στο νεο γραμματέα psi υποστηριζόμενοι εν χορώ από τους εξτρεμιστές του χάμστερ αγώνα.

“Έτσι κι αλλιώς, μια ωραία ημέρα εκείνη του Λάμα. Και χρόνια αργότερα ακόμη μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Εκείνη τη μέρα, μη γελιόμαστε, μιλάω για τον εαυτό μου αλλά νομίζω ότι είναι έτσι για πολλούς πολλούς άλλους συντρόφους, σκοτώσαμε τον πατέρα. Ο Λάμα στο Πανεπιστήμιο ήρθε με όλη την ομάδα περιφρούρησης ανεπτυγμένη. Υπήρχαν οι οικοδόμοι με τα χοντρά χέρια τους και τα νύχια φαγωμένα από την δουλειά. Ήταν οι εργάτες με τις φόρμες της Tiburtina. Και μετά μια ολόκληρη σειρά αξιωματούχων με την ομπρέλα, μέλη του κόμματος όμορφοι παρατεταγμένοι, γραμματείς που κινητοποιήθηκαν εναντίον μας. Ήμασταν ένα πλήθος εμείς αλλά κατά τα άλλα άοπλοι, χωρίς τίποτα προ-οργανωμένο. Και επειδή ήταν σχεδόν αδύνατο να περάσουμε τα φίλτρα στις πύλες. Μόνο οι ινδιάνοι κάποια στιγμή είχαν σηκώσει ψηλά μια μαριονέτα που αόριστα έμοιαζε με τον Λάμα και χόρευαν γύρω της κοροϊδεύοντας εκείνους που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά. Έλεγαν βλακείες σαν sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci ή, τραγουδώντας, έκαναν piccì piccì piccini picciò – piccì piccì piccini picciò. Οι άλλοι έβγαζαν καπνούς, τα είχαν πάρει στο κρανίο σκοτεινοί και μας απαντούσαν: φασίστες ψοφίμια επιστρέψτε στους υπονόμους. Αλλά, κατά βάθος, το πράγμα που μας είχε ενοχλήσει περισσότερο ήταν όλη η προσπάθεια να ξασπρίσουν τους τοίχους με τους καθαριστές του συνδικάτου. Ήθελαν να διαγράψουν κάθε ίχνος της κατάληψης. Είχαν έρθει να φέρουν πίσω την τάξη και η πρώτη ανησυχία ήταν ακριβώς να περάσουν ένα καλό χέρι άσπρης μπογιάς επάνω σε όλα τα γραμμένα συνθήματα στους τοίχους. Το φορτηγό το είχαν βάλει στον ανοιχτό χώρο ανάμεσα στη Νομική και τη σκαλινάτα του πρυτανείου με την μούρη στραμμένη προς την σχολή των Γραμμάτων. Εμείς στεκόμασταν μεταξύ της Χημείας και των Γραμμάτων γύρω από το σιντριβάνι και εκείνο το έργο λογοκρισίας δεν μας κάθονταν καλά. Πράγματι είχε φτιαχτεί επιδεικτικά, με φαντασία. Υπήρχε ένα στόμα που σχεδιάστηκε στην Πρυτανεία με γραμμένη τη φράση Ερυθρά Γέλια-Risate Rosse και ήταν αυτό που τους ενοχλούσε. Το γεγονός είναι ότι με τον τρόπο αυτό σηκώθηκε μέσα μας μια ακατανίκητη οργή, μεγάλη, απεριόριστη. Μας ούρλιαζαν τα πάντα και στη συνέχεια σε κάποιο σημείο επιτέθηκαν στην πλευρά των ινδιάνων και κάποιος από αυτούς μας έδειξε ένα πυροσβεστήρα. Για αυτούς ήταν το τέλος. Αν και ήταν πιο οργανωμένοι και σφικτοί στις γραμμές τους δεν μπόρεσαν να μας αντέξουν. Ήταν αυτοί που ξεκίνησαν, προσπάθησαν να μας απομακρύνουν, πέρασαν στις μεταλλικές βέργες. Έχω ακόμα μια ουλή στο χέρι μου προσπαθώντας να αποφύγω ένα χτύπημα που κατευθύνονταν σε μια συντρόφισσα. Αλλά ήταν εκείνοι που σαρώθηκαν, εκδιώχθηκαν προς την έξοδο του Policlinico, πετάχτηκαν έξω από το Πανεπιστήμιο. Μια δύσκολη μέρα, σκληρή, σου το είπα, και όπως την ξαναβλέπω, πάντα νιώθω την ίδια παράξενη αίσθηση. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ταινία με τη ωμότητα αυτού που συνέβη, το γεγονός ότι βρήκα τον εαυτό μου να παίζει τουβλιές ενάντια στον γραμματέα των γραφείων όπου μεγάλωσα, να κυνηγάω έναν φίλο εγγεγραμμένο στην Cgil, να χτυπιέμαι με τον αδερφό μου που στέκονταν μπροστά μου και να του φωνάζω στα μούτρα pci μπόγια. Από την άλλη έχω ακόμα την αίσθηση του αναπόφευκτου εκείνης της ημέρας. Έτσι πήγε. Δεν χρειάζεται να το ταλαιπωρήσουμε περισσότερο. Πήγε έτσι και αμήν. Με το σημερινό κεφάλι δεν ξέρω αν θα το έκανα και πάλι αλλά, με όλο το δρόμο που έβαλα κάτω από τα παπούτσια μου, δεν αναρωτιέμαι πλέον γιατί έγινε αυτό το πράγμα με τον Λάμα αλλά πώς θα μπορούσε να μη συμβεί αυτό που συνέβη τότε.”

Στους τοίχους της Garbatella τριάντα χρόνια μετά το ’77 υπάρχουν εκείνοι που έχουν ξαναρχίσει να τους χρωματίζουν με φράσεις και συνθήματα εκείνης της εποχής. Μια Εργατική Απόλαυση-Godere Operaio που εμφανίστηκε στην SantàEurosia περνά από στόμα σε στόμα, λίγο πιο κάτω, σε μια Φτέρη και Μύρτιλο ενώ στον τοίχο της εκκλησίας κάποιος διεκδικεί το δικαίωμα να καταλάβει τον Παράδεισο. Καμιά απολογία της συντρόφισσας P38 αλλά, διαβάζοντας κάποια άρθρα σχετικά με το ρωμαϊκό χρονικό των εφημερίδων, για κάποιον το να γράφει Dite a Lama che L’amo – Πείτε στον Λάμα πως Τον αγαπώ είναι κάτι σκανδαλώδες και πρέπει να καταγγελθεί.

“Είναι προφανές ότι η δημιουργική πλευρά του ’77, όσο επιθετική ή άγρια κι αν ήταν, είναι πιο εύκολη στην ανάκτηση της σε σχέση με την κουβέντα περί βίας αλλά συχνά υπήρχαν εκείνοι που τα έπαιρναν στο κρανίο ακόμη και μπροστά στα χαζολογήματα μιας πορείας, μπροστά στο καρναβάλι που στήνονταν στους δρόμους. Η Maciocchi στο βιβλίο της Δύο Χιλιάδες Χρόνια Ευτυχίας-Duemila anni di felicità σε ένα συγκεκριμένο σημείο περιγράφει το γενικό επιτελείο των botteghe oscure [όπου βρίσκονταν η εθνική έδρα του κκι] που βλέπει αηδιασμένο μια εύθυμη πορεία να περνά κάτω από το μπαλκόνι της διεύθυνσης του pci . Τι έχουν και γελούν, ξεσπά ο Amendola, είναι προβοκάτορες και φασίστες, ενώ, με τη συγκατάθεση του απόλυτου γραμματέα τους Berlinguer, υπάρχει ο Pecchioli ο οποίος βγαίνει προς τα έξω με ένα στεγνό: θα τους κάνουμε να καταλήξουν όλοι στη φυλακή. Ιδού, ίσως και εκείνη της Maciocchi να είναι μια θεατρική υπερβολή, αλλά ανάμεσα στη Εξουσία και την ειρωνική βεβήλωση δεν υπήρξε ποτέ ένα μεγάλο feeling. Πάντως τα συνθήματα στη γειτονιά είχαν μια ιδιαίτερη γεύση. Κάποια στιγμή κάποιος άρχισε να αλλάζει την τοπωνυμία. Η Piazza Sauli έγινε Piazza una Bomba, το Largo Ansaldo ονομάστηκε Largo all’Autonomia, η Via Magnaghi βαφτίστηκε Via la Polizia. Υπήρχαν εκείνοι που προειδοποιούσαν την Κοινωνία και Απελευθέρωση-Comunione e Liberazione και αυτοί που επικαλούνταν τους Godzilla και Gamera ενάντια στη μαύρη διαπλοκή-contro la trama nera. Με την μπογιά επινοήθηκαν τα πιο απίθανα ραντεβού όπως το περίφημο Κυνήγι στον Αυτόνομο που ξεκίνησε από το απατηλό Raggruppamento Gallo Citrone-Ομάδα Κίτρινος Πετεινός. Ήταν μια από εκείνες τις ημέρες dada που ο Giancarlo άρεσε πολύ όπου οι επιδρομές που επικαλέστηκαν οι αξιωματούχοι του κόμματος ή οι δαιμονισμένοι μπάτσοι πραγματοποιούνταν από τους ίδιους τους καταζητούμενους. Αυτό το πράγμα το επινόησε ο Enrichetto, ένας της Donna Olimpia, ο Giancarlo το είχε προετοιμάσει και ο Claudio βρέθηκε φυσικά ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτού του παιχνιδιού του παράλογου. Ήταν αυτός, ανάμεσα στο πλήθος με μια καρτέλα σε στυλ σάντουιτς με τις λέξεις Επικίνδυνος Αυτοαποκαλούμενος Αυτόνομος, το θήραμα που έπρεπε να επιπλήξει μια πλημμύρα αυτοσχέδιοι θηρευτές που τριγυρνούσαν μες τη γειτονιά. Ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που έγινε όμως σύντομα είδηση. Ήταν η μέρα μετά τη δολοφονία της Giorgiana Masi και το κίνημα, για να ξεφύγει από τις απαγορεύσεις, είχε συγκαλέσει κάποιες αποκεντρωμένες διαδηλώσεις. Μια ξεκινούσε από το Testaccio και στόχευε προς την Garbatella. Ακριβώς εδώ στην Piazza Bartolomeo Romano μια ομάδα ξεκολλά και πετά μπουκάλια κατά του σταθμού των καραμπινιέρων. Από τους στρατώνες μερικοί στρατιωτικοί βγαίνουν με τα όπλα και πυροβολούν. Τίποτα δεν συμβαίνει όμως και η πορεία συνεχίζεται μέχρι την Piazza Sauli. Πρόκειται να διαλυθεί όταν καταφτάνει μια πολύ στοχευμένη έφοδος. Ο Claudio στέκονταν ήσυχος κοντά στη γωνία της εκκλησίας και διακωμωδεί την άοπλη κατάσταση του. Δεν είχε τίποτα επάνω του αλλά προφανώς είχε το πρόσωπό του, τα γνωστά χαρακτηριστικά του, τα στοιχεία ενός αυτόνομου και γνωστού προσώπου. Γεγονός είναι ότι ένα τζιπ τον σημαδεύει και κατεβάζει ένα είδος robocop που αρχίζει να τον κυνηγάει. Ο Claudio τρέχει γρήγορα στην οδό Comboni και πρόκειται να γλιστρήσει στην οικοδομική μονάδα 24, εκείνη των villini palladiani του De Renzi, όταν συνειδητοποιεί ότι έχουν αρπάξει ένα κορίτσι που γνωρίζει. Έχει μια στιγμή δισταγμού και το εκμεταλλεύεται o μπάτσος ρίχνοντας το γκλομπ ανάμεσα στα πόδια του σαν μπούμερανγκ. Την πάτησε. Με μια γκριμάτσα πέφτει στο έδαφος και αμέσως είναι πάνω του. Δεν τον έβλεπα πλέον και είπαν ότι περισσότερο από τον φυσικό πόνο ήταν η έκπληξη που τον τραυμάτισε μέσα του. Λένε επίσης ότι ενώ τον κουβαλούσαν μέσα χαμογελούσε στις προσβολές που έβρεχαν πάνω του και περισσότερο από τις μπουνιές τον πόνεσε το βλέμμα της Lucilla δεμένης με τις χειροπέδες κοντά του. Εκείνη πάντως ήταν η τελευταία έξοδος του εβδομήντα επτά στους δρόμους της Garbatella. Η γειτονιά απομόνωσε τους προβοκάτορες ταραξίες: έτσι έγραφε η Unità την επόμενη μέρα. Ούτε μια λέξη για το γεγονός ότι ήμασταν εκεί επειδή η αστυνομία του Cossiga είχε σκοτώσει τη Giorgiana Masi. Τίποτα. Ίσως, χρόνια αργότερα, θα εξακολουθούν να υπάρχουν αυτοί που σκέφτονται για τους λογαριασμούς που έμειναν ανοικτοί από την εξέγερση εκείνου του άλλου μαΐου, εκείνου του ’70 κατά του Νατο. Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση ξέρω μόνο ότι τότε πήρα χρώμα και βούρτσα, περπάτησα στους δρόμους αυτής της γειτονιάς και έστειλα σε εκείνο τον αργεντίνο κοκκινομάλλη έναν ανάλαφρο χαιρετισμό γραμμένο με κόκκινα γράμματα επάνω σε έναν ετοιμόρροπο τοίχο. Είναι ένας αιώνας που δεν περνάω από εκεί αλλά είμαι βέβαιος ότι αν ψάξω εκείνη την επιγραφή σου την βρίσκω ακόμα εκεί πέρα .”

κείμενο του Claudio D’Aguanno που δημοσιεύτηκε στο MaGMA (Magazzini Generali Memorie Autonome – Roma XI) ιούνιος 2007

 

Il quartiere al tempo dell’autonomia

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
αυτονομία, autonomia

Franco Tommei και Paolo Pozzi: ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ MILANO (14).

Αυτό το άρθρο είναι μια θαμπή και κάπως κουνημένη φωτογραφία. Και μάλλον μια αυθόρμητη αντίδραση για τις τελευταίες μέρες του κινήματος στο Μιλάνο. Εκείνου του κινήματος των Kύκλων του Νεανικού Προλεταριάτου εναντίον της μαύρης εργασίας και υπέρ των νέων χώρων κοινωνικότητας, που αναπτύχθηκε με συγκεκριμένες μορφές μεταξύ του 1975 και του 1976. Το ’77 είχε πλέον τελειώσει, απέμεινε ένας χώρος διστακτικών, κατακερματισμένων, αγωνιστών, που σ’ ένα βαθμό έτειναν να κάνουν το “άλμα” στον ένοπλο αγώνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli proletariato giovanile, anni '70

Στη δυναμική της πορείας στην Assolombarda, στις 12 Μαρτίου του 1977, στις διαφωνίες για τη διαδρομή και τους στόχους της, σ’ αυτά που τελικά έγιναν, μπορούμε να δούμε τη φτώχεια και την επικείμενη διασπορά. Φαίνεται το υδατογράφημα της αντίθεσης μεταξύ της βίας, ακόμη και σκληρής, του κινήματος, και του “πολεμικού λόγου” που θα αποτελέσει τυπικό χαρακτηριστικό των ένοπλων οργανώσεων.

Δεν είχαμε μείνει πολλοί στο Μιλάνο, το μεγαλύτερο μέρος των αυτόνομων είχε φύγει την προηγούμενη μέρα. Το βασικό ραντεβού εκείνων των ημερών, για ολόκληρο το κίνημα του ’77, ήταν η μεγάλη πορεία που είχε συμφωνηθεί να γίνει στη Ρώμη. Αλλά, αν και λίγοι, αποφασίσαμε να διαδηλώσουμε κι εμείς. Ο θάνατος ενός συντρόφου στην Μπολόνια, τα τεθωρακισμένα που κάλεσε ο Zangheri προκειμένου να περιφρουρήσουν την πόλη-βιτρίνα του ιταλικού κομμουνισμού, η διαδήλωση στη Ρώμη, μας επέβαλλαν, σχεδόν μας υποχρέωσαν, να κατέβουμε στο δρόμο.Παρότι λίγοι, ήμασταν όλοι παρόντες: οι επιτροπές της Senza Tregua, εμείς του “Rosso”, τμήματα της Lotta Continua, η κολλεκτίβα του Casoretto και τα υπολείμματα των Νεανικών Λεσχών. Αυτές, οι Λέσχες, υπήρξαν ολόκληρο το 1976, μέχρι τη μάχη-ήττα στη Σκάλα, το κίνημα που ηγεμόνευε πολιτικά στο Μιλάνο.

(Olycom)

Η πορεία εκείνη τη 12η Μάρτη του ’77 δεν είχε τίποτα το εύθυμο και το γιορτινό. Πρόσωπα σκυθρωπά, θυμωμένα. Τα σακίδια γεμάτα μπουκάλια και κάτω από το μπουφάν βάσιμες υποψίες για την ύπαρξη όπλων. Σ’ ένα κέντρο της πόλης απολύτως άδειο και γεμάτο φόβο, η πορεία κινούνταν αργά, σε αναζήτηση στόχων. Αλλά αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να την πέσει σε σούπερ μάρκετ για απαλλοτριώσεις ή σε απομονωμένους φύλακες για να τους αφοπλίσει. Είχαν δολοφονήσει έναν σύντροφο στην Μπολόνια και απέναντι σε αυτό το γεγονός τα πάντα φαίνονταν αναντίστοιχα. Ωστόσο, στην κεφαλή της πορείας, τα συνηθισμένα συνθήματα γεμάτα οργή και μίσος. Πολλά χέρια υψώνονταν στον ουρανό, κάνοντας το σχήμα του πιστολιού.

Εμείς του “Rosso” φτάσαμε ελάχιστα προετοιμασμένοι, οι “καλύτεροι”, με τον αντίστοιχο εξοπλισμό, είχαν φύγει. Αλλά μπορούσες να μην κατέβεις σε μια πορεία το ’77; Έτσι λοιπόν, κάτω μαζί με τους άλλους. Σου έπαιρνε κάμποση ώρα να ανακαλύψεις τα παιδιά από το “Baggio”, τα παιδιά της Siemens, της “Boviza”. Δεν υπήρχε ένας που να μη φοράει μαντήλι στο πρόσωπο. Κι έπειτα πήραμε τον περιφερειακό δρόμο προς τα Navigli. Μέχρι που; Στο ύψος της οδού Monforte η πορεία σταμάτησε ξαφνικά. Τρέξαμε γρήγορα στην κεφαλή της πορείας. Εκεί μπροστά μας, ήταν η νομαρχία, περικυκλωμένη από δυνάμεις των καραμπινιέρων που κρατούσαν καραμπίνες. Μεταξύ των υπευθύνων των διαφόρων ομάδων της αυτονομίας έγινε μια χαμηλόφωνη συζήτηση. Μας ρώτησαν αν εμείς του “Rosso” συμφωνούσαμε να επιτεθούμε στη νομαρχία, με όλα τα μέσα.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale rosso anni 70

Μας πήρε ένα λεπτό να καταλάβουμε ότι όλη αυτή η παρανομία, η παραβατικότητα στην οποία είχαμε εμπλακεί και η οποία αποτελούσε μέρος του κινήματος, τώρα θα στρεφόταν εναντίον του ίδιου του κινήματος: η χρήση της βίας δεν ήταν πλέον στην υπηρεσία μιας συγκρουσιακής και βίαιης διαπραγμάτευσης, αλλά μετατρεπόταν σε αποκλειστικό προνόμιο όποιου ήθελε να εγκαταλείψει κάθε πιθανότητα μαζικής πολιτικής δουλειάς, επιλέγοντας τη γραμμή της μάχης και της παρανομίας. Αλλά εκείνη η παρανομία, εκείνη τη στιγμή, άμεσα, χρειαζόταν να βρει μια διέξοδο διαφορετική από τη νομαρχία, αλλά εξίσου βίαιη. Μια “γραμμή διαφυγής” που θα επέτρεπε στο “Rosso” να παρέμβει σ’αυτό το μικρό μέρος του κινήματος που υπήρχε στο Μιλάνο, αποφεύγοντας τη θανατηφόρα σύγκρουση με τους καραμπινιέρους.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale senza tregua anni 70

“Εμείς του “Rosso” θέλουμε να διαδηλώσουμε στην Assolombarda, ένας από τους λόγους που είμαστε σήμερα εδώ είναι ο αγώνας των εργατών της Marelli εναντίον της αναδιάρθρωσης. Δεν συμφωνούμε με μια επίθεση σήμερα στο κράτος, κάτι τέτοιο δεν απασχολεί την αυτονομία. Δε βλέπετε τα τουφέκια των μπάτσων, είναι τρέλα!”. Κάποιες βρισιές, βλαστήμιες, σπρωξίματα. Τελικά η πορεία ξεκινά εκ νέου. Πέρασε η άποψη να κατευθυνθεί στην Assolombarda. Ανακούφιση, αν και στο μυαλό μας ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχε ένα τεράστιο μπέρδεμα. Ήμασταν σε αδιέξοδο. Πώς θα βγαίναμε απ’ αυτό; Αλλά είχαμε ήδη πάρει αντίθετη πορεία, για να ξεφύγουμε απ’ αυτό που η πλειοψηφία από εμάς δεν ήθελε εκείνη τη μέρα. Εμείς του “Rosso” και εκείνοι του Casoretto μπήκαμε μπροστά. Τελικά φτάσαμε στην Assolombarda.

banda-bellini

Εναντίον του άδειου και γεμάτου τζάμια μεγάρου, εκτοξεύσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Μολότoφ κατά βούληση, πιστολιές και τουφεκιές. Και το να πέσουν τα τζάμια του “σπιτιού των αφεντικών” ήταν χαρά. “Κάψτε το παιδιά, κάψτε το”, ακούγαμε πίσω μας. Έπειτα φύγαμε γρήγορα. Ήταν η τελευταία προσπάθεια στο Μιλάνο να συνδεθεί η εξεγερσιακή βούληση του κινήματος με τις οργανωμένες ομάδες της αυτονομίας, που μετά από λίγο θα σβήσουν, πιασμένες στη μέγκενη της καταστολής και της στρατιωτικοποίησης. Ήταν η τελευταία πορεία στην οποία επιδείχθηκε το υψηλότερο επίπεδο της σύγκρουσης (και σε σχέση με τον εξοπλισμό), χωρίς να επιτεθούμε σε πρόσωπα, σε ανθρώπους. Δυο μήνες μετά, κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης εναντίον της καταστολής, σκοτώθηκε ο αστυφύλακας Custra: η ένοπλη γραμμή είχε περάσει στο εσωτερικό του κινήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για milano '77, autonomia operaia

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – δεύτερος τόμος, Gli autonomi – volume II

Gli autonomi – volume II

Οι ιστορίες, οι αγώνες, οι θεωρίες

Μεταξύ του 1973 και του 1979 επικεντρώνεται ο ορισμός των παραδειγμάτων της θεωρητικής παραγωγής και του πρακτικού πειραματισμού του επαναστατικού σχεδίου της περιοχής της εργατικής αυτονομίας

Στην εκπόνηση αυτού του σχεδίου, μέσω της ανάπτυξης μιας ολοένα πιο σφικτής συζήτησης, συμμετείχαν αρκετά διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και εδαφικές συνιστώσες. Αυτός ο τόμος προσπαθεί να κάνει τον λογαριασμό με αυτή τη διαδικασία μέσω της ανθολογικής συλλογής μέρους των εγγράφων που τροφοδότησαν αυτό το πρωτότυπο-αυθεντικό εργαστήριο ανατρεπτικής γνώσης. Μια αναλυτική-λεπτομερής χρονολόγηση των κυριότερων πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων της εποχής είναι ένας οδηγός για μια ιστορική τοποθέτηση-εισαγωγή των θεμάτων που συζητήθηκαν.Στη συνέχεια υπάρχει μια «διεθνής ενότητα» με συνεισφορές συγγραφέων από διάφορες χώρες. Γεννήθηκε γύρω από την παρατήρηση ενός παραδόξου: ενώ στην Ιταλία η εργατική Αυτονομία καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, διασκορπίζεται, οι θεωρίες και οι πρακτικές της γίνονται προνομιακό έδαφος παρατήρησης και αναφοράς για τα κινήματα σε αγώνα στον κόσμο και για την κριτική σκέψη. Τα βιβλία της, οι ιστορίες του, οι συγγραφείς της μεταφράζονται πλέον σε όλες τις γλώσσες. Η Αυτονομία γίνεται ένα από τα λίγα ιταλικά «προϊόντα εξαγωγής», λίγο πολύ όπως η Vespa των χρόνων Πενήντα ή τα Armani της δεκαετίας του ’80. Για την Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα δεν υπάρχουν πολλά άλλα για τα οποία κάποιος να μιλήσει.

Παρεμβάσεις των: César Altamira, Franco Berardi (Bifo), Martin Birkner, Lucio Castellano, Patrick Cuninghame, Silvia Federici, Robert Foltin, Felix Guattari, Michael Hardt, Roberto Lauricella, Vincenzo Miliucci, Primo Moroni, Toni Negri, Sirio Paccino, Daniele Pifano, Carlos Prieto del Campo, Alvaro Reyes, Suely Rolnik, Roberta Tomassini, Mario Tronti.
Υλικό από: «7 aprile», Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo, «A/traverso», Collettivi politici operai, Comitati autonomi operai, Comitato per il salario al lavoro domestico, Collettivi politici operai, «Comunismo», Gruppo Gramsci, «I Volsci», «Il corrispondente operaio», «Lavoro zero», «Linea di condotta», «Magazzino», Potere operaio, «Rivolta di classe», «Rosso», «Senza padroni. Giornale dell’Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo», «Senza tregua»

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Ευρετήριο

Πρόλογοι

Η άρνηση της εργασίας
εργατική Αυτονομία: χθες και σήμερα
Γέννηση και σημασία του όρου «αυτονομία»

Χρονολογία και ανθολογία

1973
Από το «Μanifesto» έως την οργανωμένη αυτονομία
Η Διάσκεψη των Αυτόνομων Συνελεύσεων, των Επιτροπών και των αυτόνομων Οργανισμών του εργοστασίου και της επικράτειας στην Μπολόνια τον μάρτιο του 1973
Εισαγωγική έκθεση για την προετοιμασία της Διάσκεψης
Ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω: το τέλος των ομάδων
Οργανωτικές διαρθρώσεις και γενική οργάνωση: το κόμμα του Mirafiori
Ξεκινώντας πάλι από την αρχή δεν σημαίνει να γυρίζεις πίσω
Μια πρόταση για έναν διαφορετικό τρόπο να κάνεις πολιτική

1974
Μισθός και αυτόνομη οργάνωση
αυτόνομη Οργάνωση υποχρεωτικό πέρασμα για να νικήσουμε τα αφεντικά και τους ρεφορμιστές
Συμβόλαια 35 x 40. Περισσότερος μισθός και λιγότερος χρόνος εργασίας
Σχετικά με το χτίσιμο φεμινιστικών επιτροπών
Αλλά ο αγώνας μας είναι για την εξουσία
Μισθός κατά της οικιακής εργασίας
Η οργανωμένη εργατική Αυτονομία
Οργάνωση της αυτονομίας

1975
«Φεμινιστικός σεκταρισμός»
Οι ημέρες του απριλίου
Από την «εργατική Εξουσία» στον «Τρόπο συμπεριφοράς»
Πολιτικές προϋποθέσεις για την οργάνωση της εργατικής Αυτονομίας
νεανικό Προλεταριάτο
Η πορεία της ανασύνθεσης
Απελευθερώνοντας τη ζωή από την εργασία

1976
Ενεργώντας συλλογικά και αυτόνομα στην τρέχουσα φάση
Ρώμη: η νέα νομιμότητα των σοβιέτ
Ξανά για την αυτονομία
εργατική Αυτονομία κατά των εκλογών Δημιουργούμε οργανώνουμε αντιεξουσία
Ρεαλισμός της επαναστατικής πολιτικής
Να πάρουμε πίσω στα χέρια μας τον Μαρξ ενάντια στην ιδεολογία
Μια εφημερίδα για το νότο

1977
Η δουλειά καθιστά ελεύθερους και ωραίους
Πρόταση
Επιτέλους ο ουρανός έπεσε στη γη. Η επανάσταση είναι σωστή απαραίτητη δυνατή
Στις μαζικές συνελεύσεις του Πανεπιστημίου αναδύεται το νέο προλεταριακό υποκείμενο
Για την αυτονομία
Στους αγώνες ζει ήδη μια ανταγωνιστική συνεργασία στη διαδικασία της ανάπτυξης-δημιουργίας αξίας: είναι απαραίτητο να μετατραπεί σε κομμουνιστική συνεργασία
Να κατανοήσουμε αμέσως, να ξεκινήσουμε εκ νέου!
Για μια νέα άνοιξη αγώνα
Μια δύναμη που θα σας θάψει
Από «νέοι εξεγερμένοι» σε ένα πολιτικό κίνημα ενάντια στο Κράτος
Αγώνας, επίθεση, οργάνωση. Χτίζουμε την εργατική και προλεταριακή πολιτοφυλακή για την κομμουνιστική εξουσία
Αντιπυρηνικοί αγώνες
εργατική Αυτονομία: από τον αγώνα της τάξης η διαδικασία της προλεταριακής οργάνωσης στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου

1978
«Senza Tregua. Εφημερίδα των εργατών και των προλετάριων κομουνιστών»
«Δίχως αφεντικά. Εφημερίδα της αυτόνομης κολεκτίβας Alfa Romeo»
«I Volsci. Μηνιαίο περιοδικό της ρωμαϊκής εργατικής Αυτονομίας»
«Addavenì»
Ανακοινωθέν στον Τύπο των αυτόνομων εργατικών Επιτροπών
Τι να κάνουμε
«Rosso. Για την εργατική εξουσία»
Για το κόμμα της αυτονομίας
MAO – Κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας

1979
Σημειώσεις για την αυτονομία του πολιτικού
Εργασία και πολιτικό. Μια νέα σύνθεση; ή άρνηση της εργασίας και καταστροφή του Κράτους: ένα νέο κόμμα;
ο Lama βρίσκεται στο Θιβέτ
Τεχνική συγκρότηση και πολιτική ταξική συγκρότηση
Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη μπάντα…
Μια θεσμική συνωμοσία

Κόσμος

Η αυτονομία στο Ηνωμένο Βασίλειο
Patrick Cuninghame
Τα θέλουμε όλα! Αυτόνομη σκέψη στην Γερμανία
Martin Birkner και Robert Foltin
Αυτονομία, ηγεμονία, general intellect, πολιτική
Carlo Prieto del Campo
Η αυτονομία στην Αργεντινή
César Altamira
Μικροπολιτικές
Felix Guattari και Suely Rolnik
Η κρυφή σχέση μεταξύ του Huey Newton και της αυτονομίας
Michael Hardt
Huey Newton και η γέννηση της αυτονομίας
Alvaro Reyes

ISBN: 978-88-89969-35-9
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 480
ANNO: ΕΤΟΣ 2007
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi  τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni Settanta  Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

LANFRANCO CAMINITI

σικελός, ζει απομονωμένος, γράφει άρθρα και δοκίμια, διαβάζει πολλές ιστορίες και συμβαίνει να στήνει και κάποιες. Δεν έκανε πάντα αυτό: όταν ήταν αγόρι βρίσκονταν κυρίως στο δρόμο, όπως και πολλοί στη δεκαετία του Εβδομήντα. Τα γραπτά του [που συλλέγονται στη διεύθυνση http://www.lanfranco.org] περιηγούνται στο Διαδίκτυο όπου αναδημοσιεύονται και μερικές φορές μεταφράζονται.

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
σκόρπιες σκέψεις...

μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει…η έφοδος στον ουρανό

Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε και μια κυριότερη, με ιστορικούς όρους, απ’ όλες τις άλλες μαζί : την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε από αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα : οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Αποτέλεσμα εικόνας για femminismo in italia anni 60

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά : οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα καταγράφει βήματα μπροστά επίσης. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες : οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Αποτέλεσμα εικόνας για rivoluzione cubana

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα : το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα ….κι ας είναι και με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento studentesco milano, mario capanna

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

O Μάριο Σάβιο μιλάει σε συγκέντρωση του κινήματος για την Ελευθερία του Λόγου

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για libretto rosso mao

 

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούγαμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώς, ομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε, είκοσι!

Σχετική εικόνα

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : η βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για piazza fontana massacre

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Cile, Allende

 

Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες του μιλάνο και της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της βρίσκονταν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριών, των ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, στις περιοχές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν απαλλοτρίωση και αυτομείωση.

Σχετική εικόνα

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιόνται ακριβώς για αυτοπροστασία : εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοοθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, στην οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων : ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ : και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναστάτωση, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε ήταν αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , πολύ πιθανό, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά ; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισόδους στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Αποτέλεσμα εικόνας για prima linea organizzazione terroristica

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατα κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις ; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

Αποτέλεσμα εικόνας για aldo moro

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη : γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento 77

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

η άρνηση της εργασίας, φωτογραφία: