ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η αναρχία του Fabrizio De André

του Paolo Lago

Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André – Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, ειδικό νούμερο του αναρχικού περιοδικού «A», εκδοτικός οίκος A, Milano, 2019, σελ. 196, € 40,00.

Είκοσι χρόνια πλέον, από τον θάνατο του Fabrizio De André, βιβλία που αφιερώνονται στο έργο του και στη βιογραφία του γεννιούνται σαν μανιτάρια, μια πραγματικά ενοχλητική και μονότονη επανάληψη λέξεων και φωτογραφιών που στοχεύουν στη διερεύνηση κάθε πτυχής της ύπαρξης του γενουάτη τραγουδοποιού. Στον De André υπάρχει κίνδυνος να προκύψει αυτό που συνέβη στον Pasolini ο οποίος, σύμφωνα με μια αποτελεσματική έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από έναν μελετητή, έχει μετατραπεί σε ένα είδος «αυγού kinder» της ιταλικής κουλτούρας, υπό την έννοια ότι όλοι αναμένουν να βρουν, εκεί μέσα, την έκπληξη που τους ευχαριστεί περισσότερο, από τους πολιτικούς της δεξιάς μέχρι εκείνους της αριστεράς. Και ο γενουάτης τραγουδοποιός κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα είδος αισθητικής εικόνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάθε πολιτική σημαία, ακόμα και από εκείνες που είναι πιο απομακρυσμένες από την σκέψη του (και το μυαλό τρέχει στις πρόσφατες θετικές παρατηρήσεις, στα όμορφα σχόλια του υπουργού Εσωτερικών). Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει πρόσφατα ένας τόμος που διαφέρει από τα περισσότερα των βιβλίων που αφιερώνονται στην εξέταση των πιο ποικίλων πτυχών του έργου του De André: πρόκειται για μια συλλογή από δοκίμια και συνεντεύξεις που αποσκοπούν στη διερεύνηση της σκέψης του De André από ένα σημείο αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό.

Εάν διαβάσουμε το Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André – Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, διευθυντής του αναρχικού περιοδικού  «A» – ένα τόμος που αντιπροσωπεύει ακριβώς ένα ιδιαίτερο τεύχος του περιοδικού – συνειδητοποιούμε πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψουμε τα τραγούδια του Fabrizio De André σε πολλά «kinder αυγά» που μπορεί να μανουβράρει και να ανοίξει ο καθένας, διότι πίσω από κάθε μεμονωμένη φράση, πίσω από κάθε μεμονωμένη νότα, είναι δυνατό να συναντηθούμε με μια σαφώς καθορισμένη σκέψη υποστηριζόμενη από μια σταθερή ηθική ευθύτητα. Μιλάμε ουσιαστικά για μια ελευθεριακή σκέψη, που στοιχίζεται στην πλευρά των τελευταίων, των περιθωριοποιημένων, αυτών που ουσιαστικά, την εξουσία δεν την έχουν και την αμφισβητούν διαρκώς. Μια σκέψη αναμφισβήτητης αναρχικής προέλευσης: ο De André, παρά την προέλευσή του από μια οικογένεια της ανώτερης μπουρζουαζίας της Γένοβας, έδειξε πάντα, από νεαρή ηλικία, τη συμπάθεια του για την σκέψη και το αναρχικό κίνημα. Με λίγα λόγια, η «σκέψη (και) αναρχική» του De André, όπως δείχνει το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Finzi, δεν είναι μια αδιαφόρητη φιλοδοξία για μια ελευθερία ουτοπικής μήτρας, αλλά μάλλον πρόκειται για μια σκέψη υποστηριζόμενη από σταθερές αναγνώσεις αναρχικών μελετητών όπως οι Malatesta, Bakunin, Stirner και από την συναναστροφή αναρχικών αγωνιστών. Το εν λόγω βιβλίο διαφέρει από το σύνολο των άλλων ακριβώς επειδή εξετάζει το έργο και τη ζωή του De André μέσα από το φίλτρο της αναρχίας και της ελευθεριακής σκέψης του τραγουδοποιού: πρόκειται, όπως ήδη αναφέρθηκε, για μια προσέγγιση πολιτικής και κοινωνικής φύσεως.

Ο ίδιος De André, εξάλλου, άρεσε να εισάγει τη λέξη «αναρχία» σε μερικά τραγούδια σε ζωντανή έκδοση, τροποποιώντας το κείμενο. Για παράδειγμα, στο Εάν σε έκοβαν κομμάτια, η λέξη «φαντασία» αντικαθίσταται από την λέξη «αναρχία»: «Και τώρα θα περιμένω αύριο / να έχω νοσταλγία / κυρία ελευθερία, δεσποινίς αναρχία / τόσο πολύτιμη όσο το κρασί όσο το ελεύθερο όσο η θλίψη / με το σύννεφο των αμφιβολιών και της ομορφιάς σου». Ή, στον εύθραυστο Φίλο, στο οποίο η «αναρχία» αντικαθιστά τη λέξη «θα τα ξαναπούμε, γεια σου-arrivederci»: «…Θα μπορούσα να σας ρωτήσω πως λέγεται το σκυλί σας / ο δικός μου είναι εδώ και λίγο καιρό που ονομάζεται Ελεύθερος / Θα μπορούσα να προσλαμβάνω ένα κανίβαλο την ημέρα / για να με διδάσκει την απόσταση μου από τα αστέρια / θα μπορούσα να διασχίζω λίτρα και λίτρα κοραλλιών / για να φθάσω ένα μέρος που να ονομάζεται Αναρχία….». Και, κάτω από τις κόκκινες-μαύρες σημαίες της αναρχίας, τελέστηκαν επίσης αρκετές συναυλίες του De André: μία στη Carrara το 1982, μία στη Napoli το 1991 (υπέρ της »Umanità nova-νέας Ανθρωπότητας» και του »Arivista») αλλά επίσης, πολύ λιγότερο γνωστές, μια στο Rimini το 1975 και μια στη Bologna το 1976.

Στην αρχή του βιβλίου (το οποίο παίρνει τον τίτλο του από ένα στίχο του «In the hour of my freedom-Στην ώρα της ελευθερίας μου», ένα τραγούδι από την Ιστορία ενός υπαλλήλου, ένα concept album του 1973) συναντάμε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον De André του 1993, όπου ο τραγουδοποιός μιλά για την προδιάθεση του για κάθε τύπο ελευθεριακού περιβάλλοντος, είτε αυτό εκπροσωπούνταν από τα carruggi [1] της Γένοβας είτε από την ύπαιθρο της Σαρδηνίας, και αυτή η προδιάθεση ωρίμασε και χάρη σε «κουβέντες με ανθρώπους που πίστευαν ανοιχτά στην αναρχία». Και μετά, για την ελευθεριακή φλέβα του συγγραφέα, η ανακάλυψη του George Brassens, του οποίου ο De André μετέφρασε επίσης μερικά τραγούδια, ήταν θεμελιώδης: «Και ο Brassens ήταν επίσης ελευθεριακός, τα τραγούδια του έσκαβαν μέσα στο κοινωνικό. Ο Brassens δεν υπήρξε μόνο ένας δάσκαλος από εκπαιδευτική άποψη, για εκείνο που μπορεί να είναι η τεχνική για την παραγωγή ενός τραγουδιού, ήταν επίσης δάσκαλος της σκέψης και της ζωής. Μου έμαθε για παράδειγμα να αφήνω τους κλέφτες μήλων να τρέχουν, όπως έλεγε αυτός. Μου δίδαξε τελικά ότι την λογική και την αυθεντική κοινωνική συνύπαρξη την βρίσκουμε περισσότερο σε εκείνο το ταπεινωμένο και περιθωριοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας μας παρά ανάμεσα στους ισχυρούς».

Όπως αναφέρει ο Paolo Finzi σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στον Renzo Sabatini, «η εξαιρετική ανθρώπινη και πολιτισμική του ευαισθησία απέναντι στους πιο »άτυχους» ανθρώπους περιέχει »και τον αναρχισμό του». Σύμφωνα με τον Finzi, «ο Fabrizio δεν περιορίζεται να φέρνει στο φως» τα περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα, »αλλά μοιάζει να υποδεικνύει την πορεία της συγκεκριμένης επιβεβαίωσης της αξιοπρέπειάς τους σε αντίθεση με την εξουσία».

Ο σημαντικότερος πυρήνας του τόμου αποτελείται όντως από μια σειρά ραδιοφωνικών συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν από το 2005 έως το 2006 από τον Renzo Sabatini, που τότε κατοικούσε στην Αυστραλία και στη συνέχεια δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Α» από το 2012 έως το 2014. Οι συνεντευξιαζόμενοι είναι όλοι οι χαρακτήρες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περιστρέφονται ή περιστράφηκαν γύρω από την φιγούρα του De André: μουσικοί, συγγραφείς, αγωνιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κάθε συνέντευξη ασχολείται με ένα θέμα που συνδέεται με την ελευθεριακή σκέψη του Fabrizio, αγκαλιάζοντας διάφορες θεματικές που σχετίζονται με φιγούρες της περιθωριοποίησης, από κρατούμενους σε πόρνες και τρανσεξουαλικούς, από μετανάστες σε ρομά και τοξικομανείς. Για παράδειγμα, για να εστιαστεί η φιγούρα της γυναίκας στα τραγούδια του τραγουδοποιού, λαμβάνονται συνεντεύξεις από την Carla Corso, ιδρυτή της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των ιερόδουλων, και την Gabriella Gagliardo, στρατευμένης για τα δικαιώματα των γυναικών, κυρίως στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με αυτή την τελευταία, εάν σε πολλά τραγούδια, «το αρσενικό, ιδωμένο με έναν πολεμοχαρή τρόπο, επιθετικό, καταχρηστικό, καταγγέλλεται αναμφισβήτητα», στο Θα έρθουν να σε ρωτήσουν για την αγάπη μας, που βρίσκεται στην Ιστορία ενός υπαλλήλου, ο στίχος «θα συνεχίσω να σε κάνω να επιλέγεις ή επιτέλους θα διαλέξεις;» υποδηλώνει ένα είδος συνειδητοποίησης του εαυτού και της ζωής από την πλευρά του θηλυκού χαρακτήρα του τραγουδιού, την δυνατότητα να βγει επιτέλους από τον μύθο (μέσα στον οποίον είναι τυλιγμένες πολλές άλλες γυναικείες φιγούρες του De André από την Nancy στη Marinella) και να εισέλθουν στην ιστορία διαμέσου μιας χειρονομίας που διεκδικεί μια αυτονομία λήψης αποφάσεων.

Μεταξύ των ερωτηθέντων υπάρχουν και πρώην κρατούμενοι οι οποίοι, στη φυλακή του San Vittore, συμμετείχαν στην «παραβατική Oμάδα», μια ομάδα προβληματισμού που εμπλέκει τους κρατούμενους για να τους βοηθήσει στο ανθρώπινο ταξίδι τους και, μέσα σε αυτό, θεμελιώδους σπουδαιότητας ήταν τα τραγούδια του De André, που οδηγούσαν στο να αναλογιστούν επάνω στις αμέτρητες πράξεις ανθρωπιάς (και, μιλώντας για τη φυλακή, ο συγγραφέας αυτής της ανασκόπησης μπορεί να θυμάται με ευχαρίστηση, στο τέλος ενός χρόνου διδακτικής εμπειρίας στη φυλακή, να έχει παίξει με την κιθάρα, μαζί με τους κρατούμενους μαθητές του, τραγούδια όπως Don Raffaè και Στην ώρα της ελευθερίας μου, στο οποίο μπορούμε να ακούσουμε το στίχο: «Να αναπνέω τον ίδιο αέρα / με έναν φύλακα δεν μου κάθεται καλά».

Ένα άλλο σημαντικό θέμα που εξετάζεται είναι ο αντιμιλιταρισμός και ο παραλογισμός των πολέμων, θεματικές που δίδονται παραδειγματικά κυρίως από Τον πόλεμο του Piero και το Fiume Sand Creek, αφιερωμένο, αυτό το τελευταίο, στην εξόντωση των Cheyenne από τον συνταγματάρχη Chivington. Ένα άλλο θέμα αγγίζει την προσοχή που αφιερώνεται από τον De André στον λαό των ρομά, έναν λαό που – έλεγε – θα άξιζε το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη καθώς γυρίζει την Ευρώπη για δύο χιλιάδες χρόνια χωρίς ποτέ να έχει προκαλέσει έναν πόλεμο. Σύμφωνα με τον Santino “Alexian” Spinelli, rom από το Αμπρούτσο, ερευνητή της γλωσσολογίας και μουσικολογίας, καθηγητή του πολιτισμού των Ρομά στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης, με το τραγούδι Khorakhané, που βρίσκεται στο Anime salve (1996), ο De André κατανόησε άριστα την ευαισθησία των Ρομά, θεωρώντας τους επιπλέον φορείς αξιών, σε αντίθεση με την κοινή χυδαιότητα μέσα στην κοινωνία, η οποία τους θεωρεί φορείς προβλημάτων.

Στις συνεντεύξεις αντιμετωπίζεται επίσης και ένα θέμα καυτής επικαιρότητας όπως η μετανάστευση: ο Amara Lakhous, ένας αλγερινός συγγραφέας που ζει στην Ιταλία και αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει όλες τις κακουχίες τις δυσκολίες και τα δεινά των μεταναστών, δηλώνει ότι ο De André, σε μια στιγμή που βλέπει να αντιπαρατίθενται βάναυσα το Ισλάμ και η Δύση, «είναι ένας εξαιρετικός μάρτυρας που μας θυμίζει ότι υπάρχουν κοινά σημεία, υπάρχει μια κοινή ιστορία», μαζί με μια διαφορετικότητα που μετατρέπεται σε πλούτο (σε σχέση πάνω απ’ όλα με τους αραβικούς και ανατολικούς ήχους που υπάρχουν στο άλμπουμ Creuza de mä). Και, όσον αφορά τη μετανάστευση, ο συνεντευκτής Renzo Sabatini θυμάται μια φράση του De André επάνω στο γεγονός ότι, σήμερα, οι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο από τα νομίσματα: εάν η χρηματαγορά είναι ελεύθερη, οι άνθρωποι αντιθέτως όχι, »σε κάθε σημείο επιβίβασης πρέπει να διασχίσουν ωκεανούς από σφραγισμένα χαρτιά».

Τέλος, ένα θέμα που συχνά επιστρέφει στις συνεντεύξεις είναι η η αντιστοιχία μεταξύ της Σαρδηνίας και των ιθαγενών αμερικανικών λαών (μια αντιστοιχία που εφαρμόστηκε από τον ίδιο τον τραγουδοποιό στο άλμπουμ που μετονομάστηκε σε L’indiano, του 1981 και, επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο De André έγραψε πολλά τραγούδια στην διάλεκτο της Σαρδηνίας, ειδικά στην παραλλαγή της gallurese): λίγο όπως οι ινδιάνοι, οι οποίοι έχουν περιθωριοποιηθεί και κλείστηκαν στις riserve [2]από τους ευρωπαίους εισβολείς, έτσι οι φτωχότεροι σάρδοι έχουν εκμεταλλευτεί από τους πλούσιους που προέρχονται από την ήπειρο. Και, θύμα μιας απαγωγής μαζί με τη γυναίκα του Dori Ghezzi στο αγρόκτημα τους στη Σαρδηνία, το 1979, ο τραγουδοποιός συγχώρησε τους απαγωγείς του επειδή αντιπροσώπευαν μόνο τα «εργατικά χέρια» του εγκλήματος, αναγκασμένοι να καθίστανται εκτός νόμου από την αναγκαιότητα, από την εκμετάλλευση εντολέων πλούσιων και αδίστακτων. Για άλλη μια φορά, ο αναρχικός και ελευθεριακός De André στάθηκε στην πλευρά των περιθωριοποιημένων, των χαμένων, των «θυμάτων αυτού του κόσμου», όπως έγραψε στην Παλιά Πόλη, La città vecchia, χαρίζοντας τους μια βαθιά αξιοπρέπεια ενάντια στις δυναμικές όλων των εξουσιών.

[1]. carruggio: Στενός δρόμος της πόλης ανάμεσα σε ψηλά κτίρια, χαρακτηριστικός των πόλεων της Λιγουρίας

[2]. riserva: Μια ινδιάνικη riserva δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη έκταση γης στην οποία η δικαιοδοσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά είναι κατά κάποιο τρόπο περιορισμένη όπου ζουν οι αυτόχθονες φυλές

φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ο. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 14

Σαν επίλογο, επισυνάπτω κείμενο που έγραψα κάποια στιγμή, σε κατάσταση ιερής αγανάκτησης, διαβάστε το και θα καταλάβετε γιατί :

ΠΕΡΙ ΑΝΟΜΊΑΣ, ΚΑΤΑΛΉΨΕΩΝ, ΒΙΑΣ, ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΚΑΤΆΣΤΑΣΗΣ ΑΠΈΡΑΝΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΊΑΣ.

Ανοικτή επιστολή -καταγγελία προς την κοινωνία για τα αμέτρητα ‘κέντρα ανομίας’ που μας κυκλώνουν.

Απρίλιο του 2010 ξεκινά η Οδύσσεια μου, όπως και χιλιάδων άλλων συμπατριωτών μου, από την κρατική μηχανή. Έχοντας τρεις σοβαρότατες ασθένειες στην πλάτη μου, ‘εξασφαλίζω’ 67% αναπηρία, καθιστάμενος με αυτόν τον τρόπο όμηρος μιας μηχανής που θα με ‘επανεξετάζει’ ανά διετία.
Παραμένω έναν ολόκληρο χρόνο απλήρωτος, και ξεκινώ να εισπράττω την σύνταξη που δικαιούμαι την άνοιξη του ‘11. Το πως καταφέρνω να επιζώ όλο αυτό το διάστημα δεν ενδιαφέρει κανένα ‘υπεύθυνο’!
Απρίλιος του ‘12 η σύνταξη λοιπόν διακόπτεται. Ξανακάνω τα χαρτιά μου για να περάσω εκ νέου επιτροπή. Λες και οι επιπτώσεις στην υγεία μου από ένα τετραπλό by pass και μια στάσιμη λευχαιμία είναι δυνατόν να βελτιωθούν!

Να μη μιλήσω για την στεναχώρια που δημιουργείται έπειτα απ’ όλ’ αυτά! Απέραντη !
Από τον Απρίλη λοιπόν, και μέχρι σήμερα που μιλάμε. ….μην είδατε τον Παναή.
Εισόδημα μηδέν, περιμένω. …και βλέπουμε……
Υπό κατάσταση πολιορκίας…..
Εν μέσω απειλών, όσον αφορά λογαριασμούς, φόρους, αυξήσεις, τέλη κλπ καλούδια από τα διάφορα παρελκόμενα μιας συνεχούς παρανομίας την οποία καλούμαστε να υπομένουμε. Από έναν μηχανισμό ο οποίος υποχρεώνει να πληρώνεις και χωρίς να εισπράττεις, απειλώντας με αντίποινα τους αδυνατούντες, ξέρετε, διακοπές πληρωμών, φυλακίσεις κλπ.

Γνωρίζετε και άλλους λόγους για τους οποίους οι αποφάσεις που λαμβάνονται το τελευταίο, και όχι μόνο, διάστημα είναι παράνομες. Εγώ θα αναφέρω την κυριότερη στα μάτια μου αιτία, αυτή από την οποία ξεκινούν και όλες οι υπόλοιπες :
ΑΥΤΟΊ ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΒΡΊΣΚΟΝΤΑΙ ΕΚΕΊ ΠΆΝΩ, ΣΤΕΛΕΧΏΝΟΥΝ ΤΟΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΌ, ΠΑΤΏΝΤΑΣ ΣΕ ΈΝΑ ΚΑΛΠΟΝΟΘΕΥΤΙΚΌ ΣΎΣΤΗΜΑ, ΠΟΥ ΦΤΙΆΞΑΝ ΣΤΑ ΜΈΤΡΑ ΤΟΥΣ, ΏΣΤΕ ΝΑ ΔΊΝΕΙ ΠΛΕΙΟΨΗΦΊΑ ΕΚΕΊ ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΕΙ.

Τα προεκλογικά τους ψέματα δεν τα μασάμε.
Η αποχή υπερβαίνει το 30%.
Εάν κάνετε τους υπολογισμούς θα δείτε πως αυτοί που κυβερνούν βασίζονται σε μια φούσκα που εμείς οι υπόλοιποι, με την ανοχή και την παθητικότητά μας επιτρέπουμε.
Εστίες ανομίας λοιπόν είναι τα κομματικά και πολιτικά τους γραφεία, και όλα τα γραφεία του κρατικού μηχανισμού που επιτρέπουν, όλοι εμείς οι αιχμάλωτοι του πολέμου που έχουν εξαπολύσει ενάντια στην κοινωνία, να ζούμε χωρίς αξιοπρέπεια.
Δεν τους χρωστάμε τίποτα. Δεν διαπλεχτήκαμε ποτές. Δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις κλοπές, την απληστία, τις παρανομίες και τις καταχρήσεις τους.

Χρόνια τώρα έχουν καταβροχθίσει απίστευτα ποσά.
Διαβάζεις φορολογικές δηλώσεις ντροπής. Απίστευτες καταθέσεις, κατοχή αναρίθμητων ακινήτων από όλους αυτούς που μας αρνούνται το αυτονόητο, την αξιοπρέπειά μας.
Όλοι τους λοιπόν. Και όσοι τους στηρίζουν. Είστε υπεύθυνοι για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας!
Εστίες ανομίας είναι τα σπίτια και τα γραφεία σας.
Έχετε κάνει κατάληψη στα δικά μας σπίτια, στις ζωές μας.
Είμαι κι εγώ καταληψίας λοιπόν. Δυστυχώς, και το επαναλαμβάνω, δυστυχώς μονάχα στην ψυχή. Μιας και οι δυνάμεις δεν μου επιτρέπουν να μπω μες στα γραφεία σας και να ξαναβγώ μονάχα με την πολιτική σας εξαφάνιση!

Που ίσως αργήσει ακόμη λιγάκι. Αλλά να είστε σίγουροι πως θα έρθει. Που θα πάει ;
Άντε και με ξαναπερνούν επιτροπή σε κάποιους μήνες από τώρα. Και επαναλαμβάνω πως δεν είμαι ο μόνος που περιμένει τόσο διάστημα, είμαστε χιλιάδες.
Μέχρι τότες τι γίνετε ;
Και μετά ; Πόσο θα χρειαστεί να περιμένουμε ακόμη ;
Ο μηχανισμός σας όμως λειτουργεί κανονικά.
Κι εμείς ζητιανεύουμε!
Μας κλέβετε την αξιοπρέπεια και είστε παράνομοι.
Χώροι ανομίας τα πόστα σας!

Υπάρχουν, λέει, λίστες. Εγώ γνωρίζω αυτή με τα ονόματα όλων αυτών που δουλεύουν στον μηχανισμό, και αυτών που στηρίζουν τον μηχανισμό.
Και μας έχουν στερήσει την αξιοπρέπεια.
Σε εμένα και χιλιάδες άλλους συμπατριώτες μου.
Ας το ξανασκεφτούν.
Με ξεσκέπαστο πρόσωπο.
Μιχάλης Μαυρόπουλος.
Ένας ακόμη καταληψίας.

Σαν υστερόγραφο :
Μιας και Σίμος Κεδίκογλου και λοιποί αντιπρόσωποι των κυβερνητικών εταίρων σκούζουν και καταδικάζουν την βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, ας παραιτηθούν από τα πόστα τους σε μια πράξη ευθύνης, συμπαραστεκόμενοι σε όλους εμάς που υφιστάμεθα τη βία του απάνθρωπου συστήματος που υπηρετούν, με το αζημίωτο φυσικά. Τη βία που εγώ και τόσοι πολλοί άλλοι, αιχμάλωτοι και όμηροι της απληστίας τους υφιστάμεθα.
Σταματήστε λοιπόν τις ανούσιες συζητήσεις περί βίας, εσείς όλοι οι μεγαλύτεροι βιαστές της σύγχρονης ιστορίας.
Δεν μπορούμε να σας συμπαθήσουμε, όσο και αν φωνασκείτε!

Αυτό το κείμενο γράφτηκε 13 Ιανουαρίου 2013, Κυριακή μεσημέρι. Είχα σκοπό να το στείλω στις εφημερίδες για δημοσίευση. Τελικά αποφάσισα να το ενσωματώσω εδώ σαν επίλογο. Πριν ακόμη προφτάσω να τελειώσω την πληκτρολόγηση, ένα μήνα αργότερα, και συγκεκριμένα 20 Φεβρουαρίου του ‘13 πέφτει υπόψη μου η ανάληψη ευθύνης για την απαλλοτρίωση τράπεζας στην Αθήνα και το μοίρασμα της λείας σε ανήμπορους πολίτες, με επιστολές που στέλνονται σπίτια τους ύστερα από χακάρισμα του Υπουργείου από τους αγωνιστές, στους οποίους περιήλθε η λίστα με τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Πρωτοποριακή η δράση, πρωτοποριακή και η σκέψη. Σας μεταφέρω αυτούσια την άποψή τους λίγο πιο κάτω, προσθέτοντας μονάχα το εξής σύνθημα που ακούγεται στις πορείες :
‘δεν υπάρχουν Έλληνες, δεν υπάρχουν ξένοι, υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεσμένοι’.

ΥΣΤΡ. Βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού και η ταλαιπωρία συνεχίζεται. Στα όρια της πείνας πλέον αποφασίζω και επισκέπτομαι αυθόρμητα τις Αρχές. Με συνοδεύει φίλος δημοσιογράφος που μου συμπαραστέκεται. Ο Aντιπεριφεριάρχης επικοινωνεί αυτοστηγμί με τον Πρόεδρο του ΕΟΠΠΥ, ο οποίος την ίδια ημέρα απασχολεί τις υπηρεσίες του. Προς τιμήν τους. Το σωστό να λέγεται. Το κακό όμως είναι πως κατακαλόκαιρο ο μηχανισμός παραλύει. Από Σεπτέμβρη λοιπόν ! Θα συμπληρώσω έτσι ενάμιση χρόνο απλήρωτος!
Αλίευσα λοιπόν από το διαδίκτυο το παρακάτω κείμενο που φωτογραφίζει την κατάσταση από μιαν άλλη οπτική γωνία :
Γράφει αναγνώστης στο πολιτικό καφενείο:

  • Καλημέρα. Χθες πήγαμε με την μητέρα μου στο Θεαγένειο για τις προγραμματισμένες εξετάσεις της. Από την είσοδο ακόμη, με τις τεράστιες ουρές, λόγω μείωσης των διοικητικών, αισθάνθηκα την κρίση να με υποδέχεται αυτοπροσώπως. Στην τεράστια αίθουσα αναμονής των εξωτερικών ιατρείων το αδιαχώρητο κι όμως απόλυτη σιωπή. Από το 2002 που επισκέπτομαι αυτό το νοσοκομείο είναι η πρώτη φορά που είδα τόσους πολλούς φοβισμένους, εντελώς παρατημένους ανθρώπους. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον καρκίνο, μια αρρώστια που – παρά τα λεγόμενα – θεραπεύεται, προϋποθέτει όμως πρόληψη, σωστή περίθαλψη και ηθικό ακμαιότατο.

Έχει να κάνει με την αγωνία του κόσμου σε τι γιατρό θα πέσει, αν υπάρχουν φάρμακα, αν θα υπάρχει σε λίγο το ίδιο το νοσοκομείο.
Οι περισσότεροι έμπειροι γιατροί βγήκαν άρον-άρον στη σύνταξη ή τα βρόντηξαν αφού αδυνατούν να δουλέψουν με τα περιορισμένα μέσα που τους παρέχει το κράτος, οι υπόλοιποι παλεύουν, απλήρωτοι, σε συνθήκες απαράδεκτες. Το ίδιο αποδεκατισμένο και το νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό.

Η ώρα των ραντεβού δεν τηρείται, η εξέταση διαρκεί λιγότερο για να ‘εξεταστούν’ όλοι, αν και ο διάβολος, όπως και η αρρώστια κρύβεται στις λεπτομέρειες. Μέσος χρόνος αναμονής πέντε ώρες. Η επαφή με τον γιατρό – λόγω έλλειψης χρόνου – συμπιέζεται, περιορίζεται σε μία ματιά στο φάκελο, μία γρήγορη ψηλάφηση, άντε και να προλάβει ο ασθενής να διατυπώσει μια απορία.Το ευχαριστώ προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις να το πεις στην έξοδο.

Πας σε αυτό το νοσοκομείο για να κερδίσεις χρόνο πάνω σε αυτή τη γη και φεύγεις με την πίκρα πως η πολιτεία είναι με το θεριό και όχι μ’ εσένα, έστω κι αν δεκαετίες ολόκληρες πλήρωνες αδρά γι αυτές τις ώρες που την χρειάζεσαι. Αισθάνομαι την υποχρέωση να πω ένα μεγάλο μπράβο στο προσωπικό που επιμένει να προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό αυτές τις συνθήκες, αλλά και να βροντοφωνάξω ΝΤΡΟΠΉ μας που επιτρέπουμε, παραμένοντας αδρανείς, να μας δολοφονούν κάθε μέρα [ Νίκη Βίκου, 23 Απριλίου, 11΄48 π.μ.]

Ελένη, Θάνου Μικρούτσικου.

  • Ανάληψη ευθύνης πράξης και φιλοσοφίας.
    Το προφανές.
    Είναι απαράδεκτο κάποιοι να ζουν μες την αφθονία και κάποιοι άλλοι να μην έχουν να φάνε και που να κοιμηθούν. Η κοινωνία είναι συλλογικά υπεύθυνη για τέτοιες αδικίες και πρέπει όλοι μας να κάνουμε ότι μπορούμε για να διορθωθούν. Θα πει κανείς ότι μια ληστεία τράπεζας είναι κάτι το παράνομο και κάτι το ανήθικο. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, κατά την γνώμη μας, ιδίως όταν γίνεται με τον τρόπο το δικό μας [ριφιφί], χωρίς απειλές και χωρίς αίμα. Στη συνέχεια δικαιολογούμε τη στάση μας.
    Η θεμελιώδης και άπειρη κοινωνική αδικία

Οι κοινωνίες έχουν κάθε συμφέρον να γεννιούνται νέοι άνθρωποι, ώστε να μπορούν να αναπαράγονται, και γι αυτό επιτρέπουν τις γεννήσεις και μάλιστα στον δυτικό κόσμο δίνουν και κίνητρα γι αυτές. Σε κάποιες περιπτώσεις όπου το κράτος θεωρεί ότι δεν είναι συμφέρουσες οι επιπλέον γεννήσεις, αυτές ποινικοποιούνται. Για παράδειγμα, στην Κίνα με την κρατική ‘πολιτική του ενός παιδιού’.
Επομένως, και στον βαθμό που οι κοινωνίες στηρίζουν και ευνοούν τις γεννήσεις αναλαμβάνουν μεγάλη ηθική ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που γεννιούνται. Απέναντι δηλαδή σε αυτούς που έρχονται στη ζωή χωρίς να ρωτηθούν προς το συμφέρον της κοινωνίας. Και που η μοίρα τους είναι σημαδεμένη εξ αρχής με τον πιο σκληρό τρόπο: τελική αναπόφευκτη μοίρα ο θάνατος. Και αυτοί που μιλάνε για το αρχικό ‘δώρο’ της ζωής, ας σκεφτούν και το τελικό ‘δώρο’ του θανάτου και το πόσο χρονικό διάστημα απολαμβάνει κανείς το ένα δώρο και πόσο χρονικό διάστημα το άλλο.

Στη συσκευασία του δώρου του θανάτου πάντως γράφει ‘αιωνιότητα’. ενδιάμεσα [ανάμεσα δηλαδή στα δύο ‘δώρα’] είναι πιθανά διάφορα δεινά, ανάμεσα στα οποία ο θάνατος αγαπημένων προσώπων και τα γηρατειά [αν φτάσει κανείς σε αυτά] είναι επίσης αναπόφευκτα.
Τελικό συμπέρασμα : οι κοινωνίες δεν μπορούν να σφυρίζουν αδιάφορα απέναντι στη θεμελιώδη ανθρώπινη μοίρα την οποία οι ίδιες προκαλούν.
Ο άνθρωπος απέναντι στην θεμελιώδη και άπειρη κοινωνική αυθαιρεσία – η περίπτωση του εγκληματία.

Κανείς άνθρωπος που έρχεται στη ζωή δεν είναι υποχρεωμένος να σέβεται τους τυπικούς κοινωνικούς νόμους και τα οποιαδήποτε κοινωνικά ήθη και έθιμα, στο βαθμό που έρχεται στη ζωή χωρίς να ρωτηθεί για τίποτα απ’ όλα αυτά και κυρίως χωρίς να έχει συμφωνήσει για όλα αυτά από πριν. Αντιμετωπίζει δηλαδή εντελώς αυθαίρετα μια τεράστια πραγματικότητα την οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί, από την σκοπιά της αυτόνομης σκέψης και συνείδησής του.

Από αυτή την άποψη δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ακόμη και τον χειρότερο εγκληματία, αφού δεν έχει υπογράψει, προ της αυθαίρετης [με ευθύνη της κοινωνίας] γεννήσεώς του, κανένα πρωτόκολλο κοινωνικής συμβίωσης και κανένα κοινωνικό συμβόλαιο με τα οποία, λόγω της υπογραφής του, να δεσμεύεται. Κάθε εγκληματίας είναι από αυτή την άποψη και ένας εξεγερμένος απέναντι στην κοινωνική αυθαιρεσία της γέννησής του όσο και απέναντι στην τελική σκληρή κατάληξη αυτής της αυθαιρεσίας, δηλαδή του θανάτου. Κάτω από αυτό το πρίσμα ερμηνεύουμε τις ακόλουθες δύο ρήσεις του Νίτσε :
– ‘ο εγκληματίας συχνά δεν βρίσκεται στο ύψος της πράξης του : την μειώνει και την συκοφαντεί’.
– ‘οι δικηγόροι ενός εγκληματία είναι σπάνια αρκετά καλλιτέχνες ώστε να μετατρέψουν υπέρ του δράστη, την όμορφη φρίκη της πράξης του’.

Η ελάχιστη κοινωνική ευθύνη.
Το ελάχιστο που οφείλει λοιπόν να κάνει μια κοινωνία, απέναντι στην πρωταρχική τεράστια ευθύνη που αναλαμβάνει με την αποδοχή της γέννησης ενός ανθρώπου, χωρίς σε καμία περίπτωση οποιαδήποτε ανταποδοτική ενέργεια να είναι αρκετή, είναι το να κάνει το διάστημα μεταξύ των δύο θεμελιακών ‘δώρων’ [της ζωής και του θανάτου] όσο το δυνατόν περισσότερο καλοβίωτο. Όταν όμως η κοινωνία παραβιάζει ακόμη και αυτή τη στοιχειώδη υποχρέωση, όπως στις μέρες μας, τότε ανοίγονται, κατά την γνώμη μας οι εξής δρόμοι :

Οι δρόμοι που ανοίγονται [κατά την γνώμη μας] μπροστά στον κάθε άνθρωπο :
– Αποδοχή από τον άνθρωπο της απύθμενης και ασύλληπτης από την ανθρώπινη διάνοια κοινωνικής αναλγησίας. Η υπακοή δηλαδή του ανθρώπου σαν ενός δούλου-τεράστιου θύματος.
– Η εγκληματική εξέγερση. Οτιδήποτε μπορεί να γεννήσει το ανθρώπινο μυαλό και το οποίο θα τεθεί στην υπηρεσία ενός σκληρού και αδυσώπητου εγωισμού, αντίστοιχου μεγέθους με την τεράστια αυθαιρεσία της και επιπλέον, μετά, με την αναλγησία της οποιοδήποτε έδαφος συνεννόησης, διακανονισμού και συμβολαίου. Επομένως πρέπει να είναι έτοιμη για τα χειρότερα. Σε αυτή την περίπτωση τα όρια της εγκληματικής εξέγερσης περιορίζονται μόνο από τους υπολογισμούς του εγωιστικού συμφέροντος του ατόμου. Ότι δηλαδή το εξεγερμένο άτομο πρέπει να περιμένει εκδικητικές απαντήσεις από την κοινωνία. Εκτός αν μιλάμε για τυφλή εξέγερση.

Ο δρόμος της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.
– η εξέγερση μέσα σε συνεργασία και αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη προκύπτει από το εξής : όλοι οι άνθρωποι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα. Τα δύο ίδια και απαράλλακτα ‘δώρα’, τη ζωή και τον θάνατο. Αφού λοιπόν βρεθήκαμε με αυτά τα καταλυτικά δώρα, χωρίς να ερωτηθούμε, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να κάνουμε τον βίο μας όσο το δυνατόν περισσότερο ανεκτό και ευχάριστο. Και για να το κάνουμε αυτό πρέπει καταρχήν να εξετάσουμε τα πράγματα από την αρχή, χωρίς κανένα προαπαιτούμενο από αυτά που μας φλομώνει το κοινωνικό συμφέρον. Οι παραπάνω σκέψεις νομίζουμε ότι είναι ένα τέτοιο είδος αυτόνομης εξέτασης των πραγμάτων. Στη συνέχεια αν δεν διαλέξουμε τον δρόμο της [λιγότερο ή περισσότερο] εγκληματικής εξέγερσης, διαπιστώνουμε [τουλάχιστον εμείς] ότι υπάρχει ένας δρόμος, αυτός της συνεργασίας και της αλληλεγγύης που μπορεί να βοηθήσει σε έναν καλό βίο. Στο βαθμό όμως που η κοινωνία εκτός από αδιανόητα αυθαίρετη καθίσταται και ανάλγητη, η συνεργασία και η αλληλεγγύη είναι δυνατόν να πάρουν και μορφές μη τυπικά νόμιμες.

Αυτό γιατί ήδη η κοινωνία καταπατά η ίδια τις οποιεσδήποτε θεμελιώδεις ηθικές νομιμότητες, όπως έχει ήδη καταδειχθεί. Το όριο τώρα στις μη τυπικά νόμιμες ενέργειές μας, που γυρεύουν ωστόσο να επιστρέψουν κομμάτι τουλάχιστον της ουσιαστικής και θεμελιώδους κοινωνικής νομιμότητας, είναι η επικέντρωση στις αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης που ζητάμε μέσω αυτών τον καλό βίο.
Όχι σε δογματισμούς και φονταμενταλισμούς.

Εδώ θέλουμε να κάνουμε μια μικρή διευκρίνιση, πριν ακολουθήσουν δύο μεγαλύτερες : οι αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης δεν αποκλείουν αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘ευγενικό συναγωνισμό’ [και όχι ανταγωνισμό] ή ‘ευγενή συναγωνιστική άμιλλα’. Κάνουμε αυτή τη διευκρίνιση γιατί δεν μας αρέσουν καθόλου όλες οι μονόπατες εκδοχές και επιλογές και δεν σκοπεύουμε να προτείνουμε πολιτικές καταπίεσης στοιχείων της ανθρώπινης φύσης, όπως αυτή έχει παραχθεί στη πορεία χιλιετιών, προς όφελος κάποιων άλλων. Που εμείς θεωρούμε ιδανικά.
Γιατί δεν είμαστε υπέρ των ένοπλων ληστειών.

Μια ληστεία τράπεζας, για τον σκοπό που την επιδιώξαμε και την οργανώσαμε εμείς, δηλαδή να δώσουμε ένα έμπρακτο παράδειγμα μη τυπικά νόμιμης, αλλά ουσιαστικά και θεμελιακά νόμιμης ενέργειας αλληλεγγύης σε ανθρώπους που κάτω από την επικεφαλίδα ‘δικαιούχοι προνοιακών επιδομάτων’, δυστυχούν, δεν μπορεί να παραβιάζει την ίδια την αξία της αλληλεγγύης. Γιατί παραβίαση της αξίας της αλληλεγγύης θα ήταν να μπουκάρουμε σε μια τράπεζα με όπλα και να απειλήσουμε όχι τους μεγαλομετόχους, όχι την ίδια την τράπεζα, αλλά τον κάθε άνθρωπο στον οποίο ακριβώς θέλουμε να προτείνουμε σαν αξία την συνεργασία και την αλληλεγγύη.
Για τις πολιτικές ιδεολογίες.

Θα μπορούσε κανείς να μας αντιτείνει ότι τον δρόμο της συνεργασίας και της αλληλεγγύης τον έχουν προτείνει ήδη, με τον δικό τους τρόπο, οι πολιτικές ιδεολογίες και ιδίως αυτές που έχουν αντικαπιταλιστικές προθέσεις. Νομίζουμε όμως ότι οι πολιτικές ιδεολογίες, ακόμη και οι πιο επαναστατικές, ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους, τον κορδωμένο στα ρετιρέ της ιστορίας, και για την επικράτησή τους και πολύ λιγότερο ενδιαφέρονται για τον κάθε συγκεκριμένο και μοναδικό άνθρωπο. Εμείς ακολουθούμε την εντελώς αντίθετη σκέψη και πρακτική. Κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, που έχει ριχθεί χωρίς την θέλησή του στη ζωή, πρέπει να είναι απόλυτα σεβαστός, ακριβώς γιατί περνάει την ίδια θεμελιώδη περιπέτεια με μας και γιατί ακόμη αν δεν τον σεβαστούμε τότε θα προσθέσουμε έναν ακόμη πόνο σε αυτούς που περνάει ο κάθε άνθρωπος από την μοίρα του και την κοινωνική αυθαιρεσία. Και δεν επιθυμούμε στην κοινωνική αυθαιρεσία να προσθέσουμε και τη δική μας αυθαιρεσία.

Στην παραπάνω σκέψη υπάρχουν ενδεχομένως και κάποιες εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, αν μας δινόταν η ευκαιρία μάλλον δεν θα δείχναμε κανέναν σεβασμό στον Χίτλερ και τη ζωή του. Μάλλον όμως θα δείχναμε σεβασμό απέναντι στη ζωή ενός αιχμάλωτου Χίτλερ.
Η συνεργασία και η αλληλεγγύη.
Ο κάθε άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να δείξει και με πολλούς τρόπους τη διάθεσή του για συνεργασία και αλληλεγγύη. Πολλοί όμως θεωρούν ότι σε μία κοινωνία που οι περισσότεροι νοιάζονται με τον πιο εγωιστικό τρόπο μόνο για τον εαυτό τους, μια τέτοια στρατηγική ζωής θα ήταν μια στρατηγική μειονεκτήματος. Η γνώμη μας είναι ότι η σκέψη αυτή είναι λαθεμένη για δύο λόγους.
– στους ανθρώπους στη μακρά εμπειρία της κοινωνικής συμβίωσής τους με άλλους ανθρώπους, έχουν αναπτυχθεί εσωτερικές ανταμοιβές σε σχέση με τις ‘καλές’-θετικές πράξεις τους με κοινωνικό αντίκτυπο.

Η εσωτερική ευτυχία που τόσοι αναζητούν απεγνωσμένα, πράγματι, δεν κατακτάται με τα χρήματα, τη φήμη και τις άλλες πλευρές της ματαιοδοξίας. Αν και είναι αλήθεια ότι η δύναμη, που σημαίνουν τα χρήματα, η φήμη κλπ μεθάει. Όμως ποιος θα έλεγε ότι ακόμη και το καλύτερο μεθύσι είναι εξαιρετικά ευάλωτα στα γυρίσματα της τύχης, ώστε να μπορούν να ανακηρυχθούν ευτυχία που είναι κάτι πιο βαθύ και λιγότερο ευάλωτο. Αντίθετα η ηθικότητα, αυτήν που έχει κατακτήσει ο καθένας σαν δικιά του και μοναδική ηθικότητα και όχι αυτή που του έχουν βάλει έτοιμη στο κεφάλι, εξαρτάται μόνο από τον ίδιο και τις πράξεις του [και όχι από τα γυρίσματα της τύχης] και προσφέρει στον άνθρωπο μεγάλη εσωτερική ικανοποίηση.

Οι αρχές της συνεργασίας και της αλληλεγγύης είναι ακριβώς ηθικές αρχές και ηθική στάση, που γι αυτούς που την έχουν δοκιμάσει γνωρίζουν την εσωτερική ικανοποίηση που προκαλεί. Και πολλές φορές μάλιστα, τόσο πιο μεγάλη είναι αυτή η ικανοποίηση, όσο πιο δύσκολη γίνεται, από κοινωνική άποψη, η ηθική αυτή στάση.
– ακόμη και οι πιο μεμονωμένες και απομονωμένες πράξεις συνεργασίας και αλληλεγγύης, ποτέ δεν πηγαίνουν χαμένες. Μπορεί να μην αποδεικνύονται και επιδεικνύονται από την κοινωνία με τον φασαριόζικο τρόπο και λαμπρό που πολλές φορές γίνεται αυτό με τις πράξεις χρήματος και ματαιοδοξίας, αλλά όμως ‘δουλεύουν’ μέσα στην κοινωνία με τον σιωπηλό και βαθύτερο τρόπο του αληθινά πολύτιμου.

Και οι πολύτιμες αυτές πράξεις ψάχνουν να βρουν τις όμοιες τους. Και τότε δημιουργούν αφανή πλέγματα. Πλέξεις μιας άλλης κοινωνικής υφαντικής. Και τα πλέγματα αυτά μπορούν να δημιουργήσουν ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα. Και έτσι τελικά αλλάζουν οι κοινωνίες. τελική πρόταση.
Δεν θέλουμε να πούμε κάτι για τις επιχειρησιακές μας ενέργειες. Για το πως για παράδειγμα απενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός του συναγερμού της συγκεκριμένης τράπεζας ή για το πως ‘κλέψαμε’ ηλεκτρονικά αρχεία του υπουργείου. Αυτά δεν είναι που έχουν κατά την γνώμη μας σημασία.
Αντίθετα, σημασία έχει η πρόταση για ηθική στάση [ και ειδικότερα η πρόταση της συνεργασίας και της αλληλεγγύης ], που η αυτόνομη σκέψη του καθενός μπορεί να οργανώσει μέσα του και που πάντα παραμένει κάτι το ‘ανοικτό’ εφόσον και η αυτόνομη σκέψη είναι πάντα ‘ανοικτή’. Σημασία έχει στη συνέχεια η κοινωνική υφαντική και τα κοινωνικά δίκτυα. Αυτές είναι οι επιχειρησιακές στρατηγικές που προτείνουμε. Που είναι ταυτόχρονα, και είναι πολύ σημαντικό αυτό, και στρατηγικές εαυτού και ευτυχίας. Όλα τα άλλα είναι πολύ μικρότερης σημασίας και δεν αξίζουν, κατά τη γνώμη μας, αναφοράς.

Αυτόνομοι [ και αυτοδιαλυόμενοι] πυρήνες για την συνεργασία και την αλληλεγγύη.
Υστερόγραφο. Γιατί ‘αυτοδιαλυόμενοι’ ;
Γιατί πιστεύουμε ότι όταν μια ομάδα αποκτά την μορφή κάποιας ‘οργάνωσης’, καταλήγει να σκέπτεται τον κόσμο κάτω από το δικό της πρίσμα, το οποίο παγιώνει, και κάτω από τα δικά της ‘συμφέροντα’. τότε ο κόσμος και η κοινωνία καταλήγουν να υπάρχουν προς το συμφέρον της και όχι το αντίστροφο. Επομένως, καλή συντροφιά κάναμε, ας φτιάξουμε άλλες συντροφιές και με εντελώς άλλες βλέψεις. Πάντα, σε ότι αφορά εμάς, και για όσο δεν αλλάζουμε άποψη, μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.

οι ερυθρές ταξιαρχίες, le Brigate rosse 2

  • Στέλνω κλείνοντας χαιρετισμό στον φίλο που έφυγε νωρίς, μαζί και στον Πέππα και τον Χαλκίδη, που μοιράστηκαν μαζί μου, στιγμές μοναδικές.
    Νίκος Σαλαβάτης 1999 Μίλτος Πασχαλίδης Θανάσης Γκαϊφύλλιας
    ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΙ

Σ’ ένα κόσμο με σειρήνες, στους πολλούς δίχως ευθύνες και σε όσους δίχως μνήμες μου μιλούν για τα παιδιά, αντιστέκομαι.
Σ’ όλους που τα ξέρουν όλα, και σ’ αυτούς που θέλουν τώρα όλα αυτά που ούτε οι ίδιοι ονειρεύτηκαν, αντιστέκομαι.
Σε ατάλαντους κριτές, άγνωστης μάχης μαχητές που δεν πολέμησαν ποτέ, αντιστέκομαι.
Στους άλλους, που μιλούν πάντα για άλλους, που δεν βλέπουνε μπροστά τους καθισμένοι στη σκιά τους, αντιστέκομαι.
Στους φίλους, που δεν ξέρουν τι είναι φίλος, που οι πόνοι όταν σε σφίγγουν ψάχνουν πόρτα για να φύγουν, αντιστέκομαι.
Αντιστέκομαι στην βία, που την βάπτισαν αγία και σε όσους έχουν μάθει ν’ ασελγούν στην ιστορία, αντιστέκομαι.
Σε εραστές της εξουσίας, [σπέρματα άνευ ουσίας], σε γραφειοκράτες δίχως ίχνος φαντασίας, αντιστέκομαι.
Στους βλάκες, τους κρετίνους, τους μαλάκες, που παντού με ξένες πλάτες μας ξεσκίζουνε, αντιστέκομαι.
Μα μένω σ’ ένα χώμα ποτισμένο μ’ αίμα, και κόκκαλα σπαρμένο αυτών που εμπιστεύομαι.
Εμπιστεύομαι τον ήλιο, τη σελήνη και τον φίλο που ονειρεύεται εμπιστεύομαι.
Τα παιδιά που όταν δακρύζουν σ’ αγκαλιές που παν ν’ ανθίσουν τις ποτίζουν με φιλιά, εμπιστεύομαι.

Ευχαριστώ πολύ και σας φιλώ
Μιχάλης Μαυρόπουλος
Καβάλα, Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013.

Ετοιμάζομαι να κλείσω όταν το βλέμμα μου πέφτει σε κάτι παλιότερες σημειώσεις. Αντιγράφω λοιπόν, πιστεύω πως αξίζει τον κόπο :

……να λυπάστε ένα έθνος που φορά ένα ρούχο που δεν το έχει υφάνει, που τρώει ψωμί που δεν το έχει θερίσει και πίνει κρασί που δεν έχει τρέξει από το πατητήρι του. ….να λυπάστε ένα έθνος που ονομάζει ένα βίαιο άνθρωπο ήρωα. …που περιφρονεί το πάθος του στο όνειρο και ωστόσο γίνεται σκλάβος στο ξύπνιο του. …να λυπάστε ένα έθνος που δεν σηκώνει τη φωνή του και δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο όταν ο λαιμός του βρίσκεται ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα. …να λυπάστε ένα έθνος που ο κυβερνήτης είναι αλεπού, ο φιλόσοφος του ταχυδακτυλουργός και η τέχνη του, τέχνη μπαλώματος και μιμικής. …να λυπάστε ένα έθνος που υποδέχεται τον καινούριο κυβερνήτη με σαλπίσματα και τον αποχαιρετά με γιουχαίσματα, για να καλωσορίσει και πάλι κάποιον άλλο με σαλπίσματα… .να λυπάστε ένα έθνος που οι σοφοί του είναι βουβοί από τα χρόνια και που οι δυνατοί του άντρες είναι ακόμα στην κούνια. …να λυπάστε ένα έθνος που είναι χωρισμένο σε κομμάτια και που κάθε κομμάτι θεωρεί τον εαυτό του ένα έθνος…..
ΧΑΛΊΛ ΓΚΙΜΠΡΆΝ, Ο ΚΉΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΉΤΗ.

Σαν υστερόγραφο:

‘……και να ζουν μεταξύ τους όλοι ίσοι και με ίση περιουσία, επιδιώκοντας να πρωτεύουν στην αρετή. Και λένε πως όταν κάποτε αυτό… γύριζε από ταξίδι… χαμογέλασε και είπε σ’ αυτούς που ήταν μαζί του πως η Λακωνική ολόκληρη μοιάζει με χώρα που ανήκει σε αδέλφια…’
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ‘Βίοι παράλληλοι’, Λυκούργος, 7.

ΚΙ ΑΠΌ ΤΟΝ ΛΆΚΗ ΧΑΛΚΙΆ :

Έκανε κρύο κι εμείς δουλεύαμε
ήμουν εγώ ο Κωνσταντής ο Πάμπλο και ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς φορτώναμε
ήμουν εγώ κι ο Κωνσταντής κι ο Ιταλός ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς γκρεμίζαμε
ήμουν εγώ κι ο φίλος μου ο Ιταλός ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς παγώναμε
ήμουν εγώ κι ο σκύλος που έκλαιγε τον Ρόκκο.

http://vimeo.com/90865784

Φοβάμαι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

DSC02237

Iron Maiden – Fear Of The Dark (Argentina 2009 Flight 666)

ληστές με σφιγμένη γροθιά – μιλά ο SANTE NOTARNICOLA, πρωτοπαλίκαρο της μπάντα Καβαλέρο, LUOGOTENENTE DELLA BANDA CAVALLERO: “λήστευα τις τράπεζες όχι για να πλουτίσω. ήμασταν προλετάριοι και κομουνιστές” – το όνομά του μέσα στα δεκατρία για τους οποίους οι  BR ζητούσαν ανταλλαγή για να ελευθερώσουν τον  MORO

ύστερα από τριάντα χρόνια φυλάκισης μιλά ο  Sante Notarnicola που λήστευε τράπεζες (έχει διαρρήξει 25) και έλεγε πως ήθελε την αποζημίωση των προλετάριων: “ήταν η επανάσταση ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία και την πολιτική που θα μας είχε όλους αποκοιμίσει. σήμερα? πρέπει να πάμε να κλέψουμε τους μαφιόζους της πολιτικής, όχι τις τράπεζες”…

ο Emiliano Liuzzi για το “il Fatto Quotidiano

   το ότι πίσω του υπάρχουν καταδίκες σε πέντε ισόβια και 28 χρόνια κράτησης το ξέρουν λίγοι, δεν γνωρίζουν ποια ήταν η μπάντα Καβαλέρο, της οποίας ήταν αυτός η ψυχή και πρωτοπαλίκαρο τους αρχηγού. ήταν από αυτούς που στην φυλακή ονομάζουν αμετανόητους : δεν μετάνιωσε ποτέ, δεν διαχώρισε ποτέ την θέση του, από τίποτα, έκανε τριάντα χρόνια μέσα, μετά, στα εξήντα βγήκε και έζησε εκείνο που η ζωή του επιφύλαξε σε έναν άλλο κόσμο.

Sante Notarnicola, στην ζωή του έκανε τον ανθοπώλη, μετά τον ληστή τραπεζών (άδειασε 25), ο συμπαθών των ερυθρών Ταξιαρχιών, το όνομά του ήταν μεταξύ αυτών τους 13 για τους οποίους οι εΤ ζήτησαν την ανταλλαγή με τον Aldo Moro, δεν είχε υπάρξει δικός τους, έγινε στο κελί, ανάμεσα στις Nuoro και Palmi.

Sante NotarnicolaSANTE NOTARNICOLA

τον εκτιμούσαν διότι εγνώριζαν πως δεν θα είχε προδώσει ποτέ. και κυρίως ήταν ένας δραπέτης, όπως υπήρξαν και οι αντάρτες. δεν είναι ένας άνθρωπος των πολλών λόγων. κουβαλάει μαζί του όλα τα τριάντα χρόνια της φυλακής : αναμιγνύει τον καφέ στην moka, πριν τον σερβίρει στα φλυτζάνια, και το κάνει μόνον αυτός που έχει πολύ χρόνο; φωτίζει το μπάνιο με εκείνες τις λάμπες νέον που χρησιμοποιούν κυρίως οι κρατούμενοι; δεν έχει ξυραφάκι διότι στην φυλακή απαγορεύονταν, και ξυρίζεται ακόμη και σήμερα με το μηχανάκι. κυρίως όμως, όταν μιλά, δεν κάνει ποτέ ονόματα. μόνον αναφορές.

εσείς σημαδέψατε μια μαύρη περίοδο της ιστορίας αυτής της Χώρας. δεν υπήρξαν οι βόμβες, όμως το όνομα της  banda Cavallero τρόμαζε…

   ληστεύαμε τις τράπεζες. είχαμε γίνει επαγγελματίες, δεν λαθεύαμε κανένα χτύπημα. γνωρίζαμε πως είχαμε τέσσερα λεπτά πλεονεκτήματος επί της αστυνομίας : υπήρχαν ήδη τότε συναγερμοί συνδεδεμένοι με τα κεντρικά, όμως πάντα η αστυνομία έκανε έναν παράξενο γύρο πριν φθάσει. εάν υπήρχε ήδη περιπολικό στην περιοχή όπου βρισκόμασταν σε δράση, μόλις λάμβαναν το σήμα κινδύνου ήταν υποχρεωμένοι πρώτα να περάσουν από την Ασφάλεια. μετά αυτό τέλειωσε, στο εικοστό πέμπτο χτύπημα το σταμάτησαν .

η ληστεία στο Milano και η ανταλλαγή πυρών που φαίνονταν πως δεν θα τελειώσει ποτέ

   ναι, εκείνη, στις 23 σεπτεμβρίου 1967. μας έπιασαν, εμένα και τον Piero, ύστερα από μια μικρή φυγοδικία, οκτώ ημέρες, για μια σειρά περιστάσεων. αλλιώς δεν θα είχαμε λαθέψει.

Il Pericolo delle banche del Nord - Ritorna la Banda Cavallero - Vincino dal Corriere 

Ό ΚΊΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΆΠΕΖΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΆ – ΕΠΙΣΤΡΈΦΕΙ Η BANDA CAVALLERO – VINCINO από την CORRIERE

ποιες περιστάσεις?

   ενώ βρισκόμασταν στην τράπεζα με τα όπλα στα χέρια ένας κρατούμενος ανέβηκε στην οροφή της φυλακής  San Vittore. σκέφτονταν μια μαζική απόδραση.όλοι οι καραμπινιέροι και οι αστυνομικοί του Μιλάνο ήταν μπροστά στην San Vittore. σε εκατό μέτρα απόσταση από την τράπεζα Banco di Napoli στο largo Zandonai όπου βρισκόμασταν εμείς και ληστεύαμε. όταν ξεκίνησε ο συναγερμός χάσαμε τα λεπτά πλεονεκτήματος. στο τέλος μας έπιασαν.

οι τίτλοι στις εφημερίδες μιλούσαν για »τα 30 λεπτά που τρομοκράτησαν το Μιλάνο»

   εγώ μέτρησα σαράντα. πυροβολούσαν αυτοί, η ασφάλεια, και πυροβολούσαμε εμείς. σαράντα λεπτά είναι μια αιωνιότητα. η φυγή, οι νεκροί, οι τραυματίες. έναν από εμάς τον άρπαξαν αμέσως.

σκοτώθηκαν τρεις, προλετάριοι όπως εσείς, ένας αχθοφόρος, ένα παιδί 17 χρονών, ένας μετανάστης από τον νότο. λίγες μέρες μετά πεθαίνει επίσης και ο άνθρωπος που βοήθησε τους αστυνομικούς να μπλοκάρουν τον Adriano Rovoletto. ένα πολεμικό ανακοινωθέν. πέθαναν κάτω από τα χτυπήματά σας και βαρύνουν τις συνειδήσεις σας.

   βρισκόμασταν σε πόλεμο. θέλαμε να ανατρέψουμε το σύστημα. μετά από 25 ληστείες θα ήμουν εκατομμυριούχος, όμως στην πραγματικότητα εμείς παίρναμε την αμοιβή μας σαν προλετάριοι και κομουνιστές, τα υπόλοιπα χρήματα χρηματοδοτούσαν τους μαχόμενους στην Αλγερία. δεν ήμασταν κλέφτες, ήμασταν ληστές. πολιτικοί, προερχόμασταν από το Κκ , όλοι, παρά την μανία που είχαμε όλοι μας να μη μπορούμε να κάτσουμε μέσα στο Κκι, υπερβολικά συντηρητικό.

ήσασταν σχολαστικοί στην προετοιμασία των ληστειών ?

   πολύ. δεν αφήναμε τίποτα στην τύχη. υπήρχαν οι συναντήσεις κατ’αρχήν. ζούσαμε στο Piemonte και συναντιόμασταν τα βράδια στους αγρούς για να προετοιμάσουμε το χτύπημα. το αυτοκίνητο που θα χρησιμοποιούσαμε για την φυγή το κλέβαμε το προηγούμενο βράδυ. τελευταίο ήταν ένα  1100. κι εδώ είχαμε εξελίξει την τεχνική, γρήγοροι, δίχως θορύβους. μπαίναμε στην δράση ύστερα από τρεις μήνες παρακολουθήσεων.

banda cavallero 4BANDA CAVALLERO 4

ήταν μετρημένο στο δευτερόλεπτο κάθε βήμα της Ασφάλειας. γνωρίζαμε ποιος κατέβαινε με τον σκύλο δεμένο στο λουρί, τι ώρα, πόσοι πελάτες υπήρχαν, πόσοι υπάλληλοι εργάζονταν. ξέραμε που ήταν ο συναγερμός. ότι έπρεπε να γνωρίζουμε, εξωτερικά, το γνωρίζαμε. η ληστεία επίσης στο Μιλάνο ήταν τέλεια από τεχνικής άποψης. είχαμε έναν εξαιρετικό οδηγό, τον καλύτερο. ήταν ένας νεαρός στην πρώτη και τελευταία του ληστεία με την μπάντα. βρισκόμασταν στο ανώτερο επίπεδο. στην πραγματικότητα δεν θα μας είχαν αρπάξει εάν δεν επρόκειτο για αυτόν που ανέβηκε στην οροφή.

η πρώτη ληστεία?

   στην Fiat, έξι εκατομμύρια. το 1960 μπορούσες να αποκτήσεις έξι διαμερίσματα στο κέντρο του Torino, με εκείνα τα λεφτά. σπίτια των 80, εκατό τετραγωνικών μέτρων.

φόβος, αδρεναλίνη? πως νιώθατε πριν και κατά την διάρκεια του χτυπήματος?

   δεν θυμάμαι, ή απλούστατα δεν θέλω να θυμάμαι. δεν θα είχα ποτέ αποδεχτεί αυτή την συνέντευξη εάν γνώριζα που θα κατέληγε. για εμένα είναι μια ζωή που έφυγε. μια ανάμνηση που παραμένει, όχι όμως για να την ανακαλώ. με ρωτάτε για τις πρώτες φορές? σε ένταση, ποτέ όμως φοβισμένοι. στη συνέχεια κατέστη μια κατάσταση πολύ τεχνική. γνωρίζαμε όλα αυτά που έπρεπε να γνωρίζουμε. ακόμη και πόσα χρήματα ήταν πιθανόν να πάρουμε μαζί μας. ήταν μια πολύπλοκη έρευνα και εργασία.

banda cavallero 3BANDA CAVALLERO 3

ήταν δύσκολο να ληστέψετε μια τράπεζα?

   τότε, και μιλώ για τα χρόνια του Εξήντα ναι, πολύ δυσκολότερο από εκείνο που συνέβη μετά είκοσι χρόνια αργότερα. δεν μπορούσες να κάνεις λάθος στο παραμικρό του προγραμματισμού, στις λεπτομέρειες. ένα σχέδιο με μια λάμπα εκτός τόπου και όλα θα είχαν τιναχτεί στον αέρα.

οι τράπεζες σήμερα?

   δεν ξέρω, δεν θέλω να το ξέρω. θα διακινδύνευες να φύγεις με εκατό ευρώ. σήμερα θα έπρεπε να πας να κλέψεις τους μαφιόζους της πολιτικής. όχι τις τράπεζες.

ψηφίζετε ακόμη τους κομουνιστές?

   δεν ψηφίζω, έχασα τα πολιτικά δικαιώματα. δεν νιώθω όμως την έλλειψη. δεν θα τους είχα με τίποτα ψηφίσει, σίγουρα, αυτή δεν είναι αριστερά. βλέπω νέους νυσταγμένους, ακόμη και αυτοί που στρατεύονται τρέφονται με ειρηνισμό. εγώ δεν είμαι ειρηνιστής, εκεί που υπάρχει πόλεμος μαχόμαστε.

όμως οι ληστές του σήμερα, έρχονται να σας συναντήσουν? εσείς κατά βάθος στις ιστορίες του υπόκοσμου είστε μια προσωπικότητα σεβαστή. μάλιστα σας έχουν αφιερώσει μέχρι και τραγούδια. ο Carlo Lizzani έχει φτιάξει ταινία για την Banda Cavallero, Banditi a Milano- Ληστές στο Μιλάνο, τον χαρακτήρα σας υποδύονταν ο Don Backy. 

   δεν πρέπει να με ψάχνουν, έχω μια σύντροφο, αυτή έχει ένα παιδί που ζει μαζί μας, κι εγώ για δεκαπέντε χρόνια δούλευα μέχρι τις  4 το πρωί. είμαι κουρασμένος, πολύ. και κυρίως δεν είμαι εκείνος που ήμουν στα είκοσι χρόνια. πίστευα πραγματικά πως μπορούσα να κάνω την επανάσταση.

banda cavallero 2BANDA CAVALLERO 2

γιατί ερωτευτήκατε στην φυλακή τους ταξιαρχίτες ?

   γιατί πολλοί ήταν σύντροφοι, αληθινοί κομουνιστές. κι επειδή ονειρεύονταν εκεί που εγώ είχα αποτύχει. η δική τους όμως είναι μια ιστορία διαφορετική. όμως πάντα ήμουν εξοικειωμένος με εκείνους που είχαν παραμείνει πιστοί : οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, για μένα αυτοί δεν υπάρχουν πλέον, δυσκολεύομαι να ακούσω τα ονόματά τους.

και ο Cavallero ήταν άνθρωπος με μεγάλο »χάρισμα»?

   ήταν πολύ προετοιμασμένος, ένας διανοούμενος. είχαμε υποστεί την γοητεία του. εγώ και ο  Piero ήμασταν αδέλφια. η μπάντα ήμασταν εμείς. μετά υπήρξαν σύντομες εισχωρήσεις.

δεν είναι η δουλειά μου να σας ζητήσω μετάνοιες. θα ήθελα όμως να ξέρω τι σκέφτεστε πως πράξατε καλό στην ζωή σας.

   πάλεψα για μια καλύτερη φυλακή. κι εκεί δεν απέτυχα. αντιθέτως, με τίποτα. έκλεισαν την Asinara. γι αυτό πολιτικοποιήθηκα στην φυλακή. ξέραμε πως δεν ήμασταν μοναχοί. και σε κάθε εξέγερση μας χτυπούσαν, μας έδιναν πολύ ξύλο. ξέραμε πως θα ξεκινήσει η εξέγερση και όχι πως θα τελειώσει.

ήταν ένας πόλεμος, ανάμεσα σε εμάς και τους φύλακες. εμείς επιστρέφαμε στην ζωή στον χρόνο της εξέγερσης. στην συνέχεια ξανά σκοτάδι, απομόνωση, μεταγωγές φυλακών κάθε 15 ημέρες. γνωρίζαμε όμως πως δεν ήμασταν μόνοι. από την απομόνωση ήξερα πως κάποιος στον επάνω όροφο, ή έξω, ενδιαφέρονταν και ανησυχούσε για εμένα.

πόσες φυλακές γυρίσατε?

banda cavallero 1BANDA CAVALLERO 1

   δεν το ξέρω πλέον. όλες θα έλεγα. ήμουν στο Palmi, τα χρόνια των εξεγέρσεων, ήμουν στο Nuoro, φυλακή του Badu ‘e Carros. με μετέφεραν κάθε 15 ημέρες, πάνω κάτω. δίχως ενημέρωση. έρχονταν το πρωί και με μετέφεραν αλλού, δίχως να γνωρίζω που. το καταλάβαινα στην πορεία περί τίνος επρόκειτο. με θεωρούσαν έναν από εκείνους που δεν ήταν χρήσιμο να παραμείνουν επί μακρόν στην ίδια φυλακή.

πόσες ζωές είχατε?

   η σημαντικότερη υπήρξε στην φυλακή. τριάντα χρόνια. πέρασα τα παιδικά μου χρόνια σε κολέγιο στο Bari. όταν μεταφερθήκαμε στο Torino έγινα αμέσως ληστής. ήταν μια παράδοση για εκείνους που είχαν κάνει την Αντίσταση. ήταν η Επανάσταση ενάντια στην Democrazia cristiana και την σημερινή πολιτική που στην συνέχεια θα μας είχε όλους αποκοιμίσει, όπως και έγινε.

δεν ισχυρίζομαι ηρωισμό, δεν είμαι τίποτα, είμαι ένας γέρος ισοβίτης. όμως λήστευα τις τράπεζες σαν πολιτικός, όχι για να πλουτίσω. γεννήθηκα προλετάριος, και σαν τέτοιος θα πεθάνω. έχω όμως ένα πιάτο σούπα. κι αν θέλετε να παραμείνετε για δείπνο αυτό είναι και σπίτι σας. έχω στον φούρνο τον ζωμό, είναι σχεδόν έτοιμος.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Καμπαρντίνα

Η επανάσταση δεν συλλαμβάνεται! Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Κάναμε τα πάντα,
για να γίνουμε καλύτεροι από εκείνο που ήμασταν.
Αυτό μπορούμε να το πούμε για μεγάλο μέρος
της γενιάς μας, σε μιαν εποχή
στην οποία θέλαμε, και φαίνονταν πως ήταν δυνατό,
να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο. 

Ο Lorenzo Bortoli θα πεθάνει αυτοκτονώντας στη φυλακή την 19 ιουνίου 1979.
LORENZO BORTOLI 1952-1979  Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόναΑποτέλεσμα εικόνας για LORENZO BORTOLI 1952-1979

ποιος είπε πως δεν υπάρχει!
Utopia

   ‘βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην πρόκληση, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει’.


Gianfranco Manfredi 1976

Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη συμμορία…

 

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia, settimanale politico comunista, anni '70

 η έφοδος στον ουρανό

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών

αυτονομία, autonomia

ΟΙ NAP ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ

Σχετική εικόνα

Στις 31 οκτωβρίου 1974, στους τοίχους της Φλωρεντίας, εμφανίζονται χειρόγραφες αφίσες υπογεγραμμένες «Προλεταριακή Αυτονομία – αυτόνομη Κολεκτίβα Santa Croce και Κολεκτίβα Jackson». Ανακοινώνουν την κηδεία του Luca Mantini, «επαναστάτη προλετάριου μαχητή κομμουνιστή», που σκοτώθηκε μαζί με τον Sergio Romeo κατά τη διάρκεια μιας αποτυχημένης ληστείας στην Cassa di Risparmio της Firenze. Ο Luca Mantini είναι αναγνωρισμένος αγωνιστής της Lotta continua, ενώ ο Sergio Romeo ανήκει στις βαθμίδες των κοινών extraπαράνομων. Το γεγονός αυτό δημιουργεί στην αρχή κάποιες αμηχανίες, οι οποίες στο περιβάλλον της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς διαλύονται από ένα μεταγενέστερο μήνυμα που αφέθηκε σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο όπου διεκδικείται και η ταυτότητα δύο άλλων συλληφθέντων (Pietro Sofia και Pasquale Abatangelo): «Το πρωί της 29ης οκτωβρίου στη Φλωρεντία, πέντε αγωνιστές έπεσαν στην προμελετημένη ένοπλη ενέδρα που τους έστησαν οι καραμπινιέροι […] Οι σύντροφοι που τουφεκίστηκαν στην piazza Alberti ήταν μαχητές των Nap και σαν τέτοιους τους τιμούμε: ο σκοπός αυτής της δράσης τους: μια απαλλοτρίωση για αυτοχρηματοδότηση. Οι ζωές τους κόπηκαν με ριπές αυτομάτων. Δύο σύντροφοι πέθαναν, δύο, ένας από τους οποίους σοβαρά, τραυματίστηκαν, ενώ ένας κατάφερε να ξεφύγει και τώρα βρίσκεται σε ασφαλές μέρος » (31). 

Αποτέλεσμα εικόνας για Luca Mantini, Nap, anni 70

Οι Nap δεν ήταν μια άγνωστη οργάνωση, αλλά με αυτό το επεισόδιο ανεβαίνουν τραγικά στο προσκήνιο του μεγάλου τύπου. Οι προηγούμενες ενέργειες των Nap έγιναν στη Νάπολη, το Μιλάνο, στη Ρώμη. Όλα αυτά τα επεισόδια είχαν σαν στόχο τις φυλακές: στο Μιλάνο SanVittore, στη Νάπολη Poggioreale και στη Ρώμη Rebibbia. Ουσιαστικά, αποτελούσαν κατά κύριο λόγο εκπομπές μηνυμάτων με μεγάφωνα ηχεία που παρότρυναν τους κοινούς και πολιτικούς κρατούμενους.Και ακριβώς το ζήτημα της φυλακής και των απόλυτων θεσμών που συνδέονται με αυτές (φυλακές ανηλίκων, εγκληματικά ψυχιατρεία) είναι ο βασικός στόχος του αγώνα των Nap. Οι Nap γεννιούνται στις φυλακές από τη συνάντηση των εκατοντάδων αριστερών αγωνιστών που ενοχοποιήθηκαν και το τεράστιο κύκλωμα των κοινών κρατουμένων που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους σε παράνομες δραστηριότητες. Είναι οι απόγονοι του κινήματος που αποκαλέστηκε »Της γης οι κολασμένοι» (από τον τίτλο ενός διάσημου κειμένου του Φράντς Φανόν, Frantz Fanon, για τους καταπιεσμένους λαούς του τρίτου κόσμου), που είχε υποστηριχθεί από τις αρχές του 1970 από τη Lotta continua.

Σχετική εικόνα

Είναι επίσης η συνέχεια των γεγονότων ενός από τους πιο διάσημους κρατούμενους από τη δεκαετία του εξήντα, του Sante Notarnicola (αγωνιστή του τορινέζικου PCI, δράστη, μαζί με άλλους, δεκάδων ληστειών και των οποίων την ιστορία διηγείται στο βιβλίο «Η αδύνατη απόδραση») (32) , εξακολουθεί να βρίσκεται φυλακισμένος για τα γεγονότα εκείνα.Στο πανόραμα των ιταλικών ένοπλων παράνομων οργανώσεων, οι Nap αντιπροσωπεύουν μια εξαιρετικά πρωτότυπη μεταβλητή που δεν μπορεί εύκολα να συντεθεί σε μια σαφή και καθορισμένη μεθοδολογική τοποθέτηση.Ο αρχικός χαρακτήρας των Nap είναι πως γεννήθηκαν στην επικράτεια της ταξικής κατηγορίας του Νότου, μέσα δηλαδή σε μια κοινωνική και παραγωγική κατάσταση που χαρακτηρίζονταν (και εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται και σήμερα) από μια ισχυρή παραγωγή περιθωριακών και έξω από τη νομιμότητα συμπεριφορών.

Αποτέλεσμα εικόνας για l'evasione impossibile sante notarnicola

Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση καθορίζεται μια ισχυρή διαφοροποίηση επιλογών ζωής και αγώνα μεταξύ «εγγυημένων» (εργαζόμενοι με σταθερή απασχόληση που συχνά αποκτιέται μέσω πολιτικού πελατειακού συστήματος) και «μη εγγυημένων», δηλαδή προλετάριων που εκδιώχθηκαν από τον παραγωγικό ιστό και αναγκάζονται να θέτουν καθημερινά υπό αμφισβήτηση το εργασιακό τους δυναμικό, και να το διαπραγματεύονται με αντάλλαγμα το εισόδημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για nap anni 70, luca mantini

Αυτά τα λαϊκά στρώματα που ορίζονταν φορά τη φορά «υπο-προλεταριάτο», «περιθωριακές τάξεις», «ακάλυπτοι-μη εγγυημένοι», « extralegale προλεταριάτο- εκτός νόμου», εκτός από συνθήκες επιβίωσης που τους φέρνουν συνεχώς στα σύνορα με τον οργανωμένο και μη οργανωμένο υπόκοσμο, έχουν ως υποχρεωτική διαδρομή και σαν ρυθμιστή των υπάρξεων τους την προοπτική της φυλακής.Και είναι μέσα σε αυτή τη σύνθετη δυναμική της βίαιης και αναγκαστικής ανθρώπινης κατάστασης που στις αρχές της δεκαετίας του ’70 σχηματίζονται στις φυλακές οι πρώτες συλλογικότητες κοινών κρατουμένων που είχαν ωριμάσει μια πολιτική συνείδηση της κατάστασής τους.

Σχετική εικόνα

Αυτό το κίνημα, το οποίο θα χαρακτηριστεί ως οι «Damned of the Earth» , »Της γης οι κολασμένοι», επηρεάζεται έντονα από τις θεωρίες του Frantz Fanon και των αδελφών Jackson (οι περίφημοι αδελφοί της Soledad) και λαμβάνει μια σημαντική νομιμοποίηση από τον χώρο της Lotta continua. Είναι όμως τα χρόνια κατά τα οποία οι κόκκινες Ταξιαρχίες παίζουν το σημαντικότερο μέρος του έργου προπαγάνδας του «ένοπλου αγώνα» και του αναπόφευκτου της οικοδόμησης της «παράνομης μορφής κόμματος». Το κίνημα των κρατουμένων επηρεάζεται έντονα από αυτό τον πολύπλοκο μηχανισμό πολιτικών πολιτισμών και αποφασίζει να αυτονομιμοποιηθεί όχι μόνο ως πολιτικό στοιχείο, αλλά και ως αληθινή οργάνωση σύγκρουσης.

Σχετική εικόνα

Έτσι γεννιούνται oι Nap σαν μια ακραία ανάγκη να εκπροσωπούνται και να μάχονται ενάντια στο σύμπλεγμα της κοινωνίας που τους καθορίζει και ταυτόχρονα τους καταστρέφει. Ο αρχικός ιστορικός πυρήνας διαμορφώνεται επομένως από τους «πιο σκληρούς και αποφασισμένους εκτός νόμου» τόσο εντός όσο και εκτός των φυλακών. «Ή θα εξεγερθούμε ή θα πεθάνουμε μέσα στις φυλακές και στα γκέτο», θα γράψουν σε ένα από τα φυλλάδια τους μόλις έχουν σχηματίσει την οργάνωση, και στο δραματικό εναλλακτικό υπαρξιακό τους συνοψίζονται το εσωτερικό τους βάσανο και η οργή που ο καθένας τους έχει διασχίσει σαν εκτός νόμου κρατούμενος, μέχρι την «μετενσάρκωση» στη «στρατηγική» πρόκληση του ένοπλου αγώνα.
Σχετική εικόνα
Οι Nap είχαν αποκτήσει από τις B.R. την έννοια του ένοπλου αγώνα και της παράνομης οργάνωσης, αλλά δεν είχαν τα μεγάλα τριτο διεθνιστικά μοντέλα που ήταν τυπικά της εργατικής σύνθεσης εκείνων των χρόνων. Η δυναμική της ιδέας τους επικεντρώνονταν στην απόλυτη αναγκαιότητα της «καταστροφής της φυλακής», ακριβώς διότι μόνο από την φυλακή μπορεί να γεννηθεί η πολιτική συνείδηση του «εκτός νόμου» προλεταριάτου.
Σχετική εικόνα
Η σύντομη εποχή του αγώνα τους διεξάγεται συνεπώς στο όνομα της υποκειμενικής τόλμης και επιπολαιότητας, θέτει υπό συζήτηση τις ανάγκες καθενός από αυτούς, είναι ένα μοντέλο που δημιουργεί τεράστιες συμπάθειες στο νότιο προλεταριάτο. Μια ταχεία, τραγική ιστορία, γεμάτη κρυφές έννοιες και απομακρυσμένες στην ίδια τη συνείδηση των δημοκρατών.
Σχετική εικόνα
Ο βαθύς Νότος, ανεξάντλητη δεξαμενή εκμεταλλευόμενων και εκμετάλλευσης, επικράτεια κατάκτησης για όλες τις πολιτικές συμμορίες θα συνεχίσει να βαραίνει, με όλες τις σκοτεινές ιστορίες του, στην πολιτική συνείδηση των ιταλών. Ακόμα και σήμερα οι κυβερνώντες μας, αφού κατέστρεψαν οποιαδήποτε τάση προς μεταμόρφωση , προετοιμάζονται να ξαναχρησιμοποιήσουν το νότιο προλεταριάτο σαν εργαστήριο πειραματισμού και συναίνεσης μέσω της κατηγορίας της «οργανωμένης εγκληματικότητας», για να επιβεβαιώσουν την νομοθεσία »έκτακτης ανάγκης». Μετά τoυς κραδασμούς της δεκαετίας του εβδομήντα, μετά την παράλειψη της σωφρονιστικής μεταρρύθμισης, η φυλακή επέστρεψε να είναι η κύρια ρυθμιστική αρχή των κοινωνικών συγκρούσεων. Στο εκτός νόμου προλεταριάτο δεν παραμένουν επιλογές: ή η κυριαρχία των εγκληματικών οργανώσεων και η φυλακή, είτε η ταπείνωση της πολιτικής πελατειακής σχέσης που του εξασφαλίζει την επιβίωση. αλλά ο εκτός νόμου δεν μπορεί να ησυχάσει μες την αλλοτρίωση του: είτε είναι επαναστάτης, υποκειμενικά ή ρομαντικά, μέχρι τέλους, ή είναι Τίποτα.
Αποτέλεσμα εικόνας για nap anni 70, luca mantini
Στη σύντομη ιστορία τους, οι Nap υφίστανται μια τρομερή καταστολή φτιαγμένη από ψυχρές και προμελετημένες δολοφονίες, βασανιστήρια, σκληρή φυλακή, ψυχοφυσική καταστροφή. Μετά τα γεγονότα στη Φλωρεντία, όπου οι καραμπινιέροι χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς προφανή αναγκαιότητα άνοιξαν πυρ ενάντια στην ομάδα του Μαντίνι, σκοτώνεται στη Νάπολη, θύμα τoυ εκρηκτικού μηχανισμού του, ο Vitaliano Principe και ο Alfredo Papale παραμένει τραυματίας, ο οποίος παρά το « μάτι που είχε εκραγεί» και το σώμα που είχε ξεσκιστεί από την έκρηξη, θα ανακριθεί επί δεκατέσσερις ώρες.Το 1975, ο Giovanni Taras θα πεθάνει έχοντας γίνει κομμάτια από μια έκρηξη, ενώ προετοιμάζει μια επίθεση εναντίον του ψυχιατρείου »lager» της Aversa. Πάντα το ’75 δολοφονείται από την αστυνομία [θα πουν πως ήταν ένα »τραγικό λάθος»] η Anna Maria Mantini αδελφή του Luca. Τον ιούνιο του 1976 υπήρχαν ήδη 23 φυλακισμένοι μαχητές των Nap, και πολλοί άλλοι θα προστεθούν τα επόμενα χρόνια. Μεταξύ αυτών ο Albertο Buonoconto που θα τρελαθεί από τις σκληρές συνθήκες φυλάκισης, αυτοκτονώντας μετά την αποφυλάκιση του.
Αποτέλεσμα εικόνας για nap anni 70, luca mantini
Ο πατέρας του Buonoconto, σχολιάζοντας την συμπεριφορά που είχαν επιφυλάξει επί του γιου του, θα παραχωρήσει αυτή τη μαρτυρία: «Είμαι ο πατέρας του Alberto, δεν μπορώ και δεν θέλω να εκφράσω εδώ συναισθήματα που πρέπει να παραμείνουν προσωπικά.» Θέλω μόνο να πω αυτό που προσβάλλει την ευαισθησία μου ως ανθρώπου και ως πολίτη, αλλά και ως πατέρα. «Θέλω μόνο να ανακοινώσω τις αμφιβολίες, τις ανησυχίες και το άγχος που πάντα θα συνοδεύουν την καθημερινή μνήμη του Alberto για μένα.» Ο Alberto ήταν ένα βαθιά ευαίσθητο άτομο, ένας ειλικρινής και τίμιος άνθρωπος.»Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι γιατί τόσο σκληρότητα, τόσο ανελέητη μανία εναντίον του, το γιατί των βασανιστηρίων που του επέβαλαν μετά τη σύλληψη κατά τη διάρκεια και μετά τον μεγάλο εγκλεισμό, εκείνο τον μακρύ γολγοθά που μέρα τη μέρα οδήγησε στην καταστροφή του Alberto. «Σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί κανείς να δώσει μια απάντηση. Ίσως αυτό που μπορεί να μου δώσει λίγη παρηγοριά είναι η ελπίδα ότι αυτό που συνέβη στον γιο μου Alberto και που δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ακόμα και σήμερα συμβαίνει τουλάχιστον εν μέρει σε άλλα παιδιά, δεν πρέπει να συνεχίσει να επαναλαμβάνεται αύριο.
«Γι ‘αυτό θέλησα να συμμετάσχω στη συγγραφή αυτού του βιβλίου, συλλογή μαρτυριών για την τραγική ιστορία του Αλμπέρτο.» Δεν ξέρω αν άλλοι δικαστές θα μπορέσουν να κρίνουν μια μέρα, και ίσως θα καταδικάσουν,αυτούς που σκότωσαν τον γιο μου. »Νωρίς το απόγευμα της ημέρας πριν τη σύλληψη του Αλμπέρτο, έρχονται καραμπινιέροι και Digos με πολιτικά για να μας κάνουν μια έρευνα στο σπίτι. Είναι επτά, και μας λεν πως είναι αστυνομικοί και πως ήρθαν σε εμάς λόγω του άρθρου 80 – οδήγηση χωρίς άδεια – κάνουν άνω κάτω το σπίτι μας, αναποδογυρίζουν τα πάντα, και με το έτσι θέλω παίρνουν φωτογραφίες στις οποίες φαίνεται ο Alberto με μια ομάδα φίλων. Η γυναίκα μου διαμαρτύρεται επειδή λέει ότι για το άρθρο 80 δεν μπορούν να παίρνουν φωτογραφίες, απλά κάνουν τσαμπουκάδες, πρέπει να μας τις επιστρέψουν. Μα για ποιο λόγο γίνεται αυτό; «Μετά από μια πολύ προσεκτική έρευνα δεν βρίσκουν σχεδόν τίποτα, μου ζητούν να πάω μαζί τους στο αστυνομικό τμήμα με την κόρη μου Paola. Η γυναίκα μου παραμένει στο σπίτι.
Αποτέλεσμα εικόνας για nap anni 70, luca mantini
«Στην Paola, η οποία είναι κουρασμένη εξαιτίας των συναισθημάτων, της συγκίνησης, και ζητά να πάρει το ασανσέρ, λένε προκλητικά ότι δεν υπάρχουν ανελκυστήρες στις φυλακές, σχεδόν για να την κάνουν να καταλάβει ότι είναι και αυτή υπό κατηγορία ». Μας αφήνουν για ώρες σε ένα δωμάτιο και περιστασιακά ένας αξιωματικός έρχεται να με ρωτήσει τι ξέρω για τον γιο μου. Γιατί δεν του ζητώ να γυρίσει σπίτι; Πόσο καιρό λείπει από τη Νάπολη; Υποκριτικά, επιμένουν να μάθουν κάτι από μένα για το γιο μου. Είναι ερωτήσεις παγίδα επειδή ο Alberto είναι ήδη στα χέρια τους: τον χτυπούν και τον βασανίζουν. Εγώ είμαι που το αγνοώ.«Στη συνέχεια μαθαίνω, από τους δικηγόρους και τον Τύπο, ότι ο Alberto είναι τραυματισμένος. Οι καταγγελίες που έγιναν μπήκαν στο αρχείο διότι έγιναν εναντίον άγνωστων ατόμων. Άγνωστων!!! Τα βασανιστήρια που του προκάλεσαν, έγιναν σε δημόσιο γραφείο, όπου θα ήταν εύκολο, αν το ήθελαν μονάχα, να φθάσουν στους υπεύθυνους. «Από εκείνη την ημέρα ξεκίνησε η απελπισία όλων μας. Ο γιος μου πλήρωσε με τη ζωή του τον αγώνα ενάντια στην ανισότητα και την αδικία. Μια ημέρα, ο γιος μου, ο Alberto μου και πολλοί άλλοι σαν αυτόν, θα παρουσιάσουν «τον λογαριασμό» σε όλους εκείνους, ισχυρούς και αδιάφορους, που καταπιέζουν, συντρίβουν και σκοτώνουν. Και ο »λογαριασμός» θα είναι αλμυρός, τσουχτερός.» (33).
ANTONIO LO MUSCIO: Executed by the police while disarmed in Rome on the 1st of July 1977. Militant of the NAP, 27 years old, worker, previously incarcerated, underground militant.
«Να τους ελευθερώσουμε όλους, Liberare tutti» (Pino Masi).
Υπάρχουν πολλοί σύντροφοι τους οποίους στερηθήκαμε επειδή αυτή η δικαιοσύνη τους θέλει φυλακισμένους Όμως είναι δίπλα δίπλα με άλλους προλετάριους που περνούν τη ζωή τους μέσα στα σωφρονιστικά ιδρύματα Οργανώνονται για να καταστήσουν τις φυλακές μια βάση αγώνα εναντίον των αφεντικών Για αυτό χρειάζονται και την δική μας ασπίδα αν εμείς παλέψουμε έξω για αυτούς θα είναι μια βοήθεια Να τους ελευθερώσουμε όλους σημαίνει να αγωνιζόμαστε ακόμη σημαίνει να οργανωνόμαστε χωρίς να χάσουμε μια ώρα Γουρούνια αφεντικά εσείς παραπλανάτε τους εαυτούς σας δεν φτάνουν οι φυλακές για να μας κρατήσουν έγκλειστους Ας δείξουμε στους εκμεταλλευτές μας ότι για καθέναν από εμάς έγκλειστο χίλιοι παλεύουν έξω Είμαστε όλοι παραβάτες και εγκληματίες μόνο για τα αφεντικά είμαστε όλοι σύντροφοι για την επανάσταση Και όλοι οι ρεφορμιστές που κάνουν τους πληροφοριοδότες μαζί με τα αφεντικά θα τους εξοντώσουμε Να τους ελευθερώσουμε όλους ..
Σχετική εικόνα
ιστορία, storia

»Προδοσίες» – “Tradimenti”

ΤΡΙΤΗ 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017

cavallero

Ο Piero Cavallero υπήρξε πρωταγωνιστής μιας ιστορίας που έγινε πολύ διάσημη στη διάρκεια των χρόνων εξήντα. Έζησε σε μια από τις πιο προλεταριακές συνοικίες της εργατικής  Torino , χαρισματικός νεαρός και πολιτικοποιημένος, κομουνιστής και ακόμη πιο αριστερά των κομουνιστών, ο Cavallero κατέστη ο πιο διάσημος ληστής τραπεζών στην Ιταλία. Συνελήφθη την ώρα της τελευταίας του ληστείας, στην διάρκεια ενός ανθρωποκυνηγητού τραγικού και αδίστακτου, στη διάρκεια του οποίου στους δρόμους του  Milano υπήρξαν διαφορετικές ανταλλαγές πυροβολισμών, ο τραυματισμός δεκάδων ανθρώπων και ο θάνατος τριών περαστικών. Μα πίσω από αυτό το σενάριο, που εκ των υστέρων μοιάζει με εκείνο μιας ταινίας  western ή αστυνομικού σινεμά αμερικανικού, υπάρχει ένα κομμάτι Ιταλικής ιστορίας. Πίσω από τον Cavallero υπάρχει μια γενιά που είχε δει να εξαντλείται η ορμή του αντιστασιακού αγώνα μέσα στον καθωσπρεπισμό της χριστιανοδημοκρατικής Ιταλίας. Και πίσω από την μητροπολιτική βία της μπάντας των ληστών προβλέπουμε το προφίλ της ένοπλης πάλης που θα έρθει. Το 1968, ο δημοσιογράφος Giorgio Bocca, που και αυτός ήρθε από το Piemonte στο Milano για να εργαστεί στην εφημερίδα “Giorno”, ξεκινά την έρευνα του για τον Cavallero, μια έρευνα έτσι “όπως δεν την περιμένεις. Με την Anita, την σύζυγο του ληστή. Κατάφερε να του ανοίξει την πόρτα. Διαφορετικά απ’ ότι σε άλλους δημοσιογράφους, που δεν χτύπησαν την πόρτα, και δεν μας μίλησαν”, όπως σημειώνει ο Piero Colaprico στον πρόλογο που συνοδεύει αυτή τη νέα έκδοση. Διότι ο Bocca πριν απ’ όλα είναι ένας μεγάλος ρεπόρτερ, και σαν ρεπόρτερ αντιμετωπίζει δίχως φόβο και δίχως ηθικό τρόπο τα ακανθώδη θέματα  που η υπόθεση Cavallero έθετε στην χώρα: “Ο Cavallero δεν ήταν φυσιολογικό παιδί, εάν θέλετε, ήταν το άρρωστο παιδί, μιας επανάστασης που απέτυχε και μιας γενιάς απογοητευμένης, ο γιος μιας εργατικής περιφέρειας που έχασε την εργατική επανάσταση και που είδε να υποβαθμίζεται σε γραφειοκρατικό κονφορμισμό-ευπρεπισμό η δυναμική του αντιστασιακού πολέμου”. Ένα κεραυνοβόλο δημοσιογραφικό προφίλ και ένα κόσμημα ιστοριογραφίας σε άμεση επαφή, μα και μια έρευνα πεδίου, άμεση, διερευνητικού ρεπόρτερ. Ένα μικρό μεγάλο βιβλίο του Giorgio Bocca. “Ο Cavallero είναι το μη φυσιολογικό παιδί, εάν θέλετε, το άρρωστο παιδί, μιας επανάστασης που απέτυχε.” Ένα μικρό στολίδι, ένα κόσμημα του μεγάλου ρεπόρτερ Giorgio Bocca: η ιστορία σε απευθείας σύνδεση της μπάντας Cavallero, στο μισό της διαδρομής μεταξύ παρτιζάνικου πολέμου και ένοπλης ανατρεπτικής πάλης .

(από το κάλυμμα του βιβλίου: Giorgio Bocca: Il bandito Cavallero, Feltrinelli)

Bandito Cavallero, μια μαύρη ανθρωπολογία un’antropologia nera του Giorgio Bocca
– του Massimo Raffaeli –

Οι τηλεοπτικές εικόνες, τότες ένα μαυρόασπρο ομιχλώδες αποφλοιωμένο, μας παρέπεμπαν σε ένα πλήθος σε αναβρασμό, κόσμο που προσπαθούσε να διασπάσει τις δυνάμεις της αστυνομίας, αλλά από εκείνο το επίκεντρο, μια θαμπάδα αναλαμπών, να το πρόσωπο ενός λεπτού ανθρώπου πίσω από τα φλας των μηχανών, τα γένια τριών ημερών και το τσαλακωμένο του σακάκι, ένα αδιαμφισβήτητο χαμόγελο που θα λέγαμε ικανοποίησης. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα του Piero Cavallero που έφτασε με την τηλεφημερίδα της βραδιάς της 3ης οκτωβρίου του 1967, το πρόσωπο ενός ληστή (εδώ και μήνες, μαζί με τους συνεργούς του, αυτός ήταν ο κατ’ εξοχήν ληστής, που περιγράφεται από το επίσημο προνόμιο της ανωνυμίας) βετεράνος με την συμμορία του για σχεδόν πέντε χρόνια τολμηρών χτυπημάτων, σκληρών μόνο προς το τέλος: μαζί με αυτόν, φυγόδικο εδώ και κάποιες ημέρες, συνέλαβαν και τον Sante Notarnicola σε ένα αγρόκτημα του Valenza Po, οι άλλοι δυο της μπάντας (ο Adriano Rovoletto και ο νεότατος, σχεδόν αμούστακος, Donato Lopez) θα παραδίδονταν εντός ολίγου, όπως λέγονταν, στα χέρια της δικαιοσύνης, ήταν ζήτημα χρόνου να συλληφθούν και αυτοί οι δυο.
Η τελευταία ληστεία υπήρξε μοιραία, στις 26 σεπτεμβρίου, ένα χτύπημα μέρα μεσημέρι στο Milano, σε μια τράπεζα στο largo Zandonai, με την ανταλλαγή πυροβολισμών που ακολούθησε στους δρόμους της συνοικίας του εκθεσιακού χώρου, στην κίνηση μιας ημέρας μη εργασιακής, με τέσσερις νεκρούς και μια εικοσάδα τραυματίες. Λακωνική η τηλεφημερίδα, αντιθέτως με αυτό τον τρόπο αναφέρθηκε ο Guido Nozzoli, ένας απεσταλμένος της εφημερίδας Giorno που είχε αυτό τον τίτλο με τον οποίο άνοιγε το φύλλο: Ένα απόγευμα φωτιάς (τώρα στην ιταλική Δημοσιογραφία 1939–1968, από τον Franco Contorbia, Mondadori 2009) ξεκινώντας κάπως έτσι το μακρύ του άρθρο: «Η αιματηρή επιδρομή έχει μετατρέψει τους δρόμους και τις πλατείες γύρω από την Έκθεση του Μιλάνο σε μια γειτονιά του Σικάγο τη δεκαετία του 1920».
Το ότι ο Cavallero δεν ήταν ένας ότι νάναι κακοποιός  και πως αντιθέτως το προφίλ του μπορούσε να λειτουργήσει σαν μαύρο, αδιάφορο και οκνηρό ωροσκόπιο για μια χώρα που μόλις είχε αναδυθεί από ένα οικονομικό θαύμα υπήρξε αμέσως εμφανές, τόσο που ένας άλλος απεσταλμένος της Giorno, αντιθέτως μάλιστα μια φίρμα ήδη καθιερωμένη, ο Giorgio Bocca, δημοσιεύει μέσα σε λίγους μήνες από εκείνη την ημέρα ένα instant book επάνω σε αυτόν με τίτλο  Il bandito Cavallero Storia di un criminale che voleva fare la rivoluzione (prefazione di Piero Colaprico, Feltrinelli, «Serie bianca», pp. 121, euro 12.00). Ο κακοποιός Cavallero Ιστορία ενός εγκληματία που ήθελε να κάνει την επανάσταση [πρόλογος του Piero Colaprico, Feltrinelli]

To couche, μέρη της μπάντας ήταν τα περίχωρα του Τορίνο, στην barriera του Milano, μα εάν ακριβώς ο Lopez μπορούσαμε να πούμε πως ήταν απλά ένα παιδί άβουλο και εσωστρεφές, γιος πρόσφατων μεταναστών, οι άλλοι της ομάδας μπορούσαν να καυχηθούν εκπαίδευση και βιογραφικό πραγματικά απρόβλεπτα: ο Rovoletto, ξυλουργός, ήταν πρώην παρτιζάνος, ο Sante Notarnicola, πρώην γραμματέας της κομουνιστικής νεολαίας Figc της Biella, είχε ξεχωρίσει χρόνια πριν στα γεγονότα της  Piazza Statuto (και στην φυλακή, σκεπτόμενος εκ νέου στην παραβολή του, θα συγγράψει αξιόλογα απομνημονεύματα, L’evasione impossibile, Feltrinelli 1972, η αδύνατη διαφυγή), αυτός, ο Piero Cavallero, γιος ενός τεχνίτη μα για μεγάλο διάστημα χωρίς σταθερή εργασία, στο Pc-Κκ είχε υπάρξει αγωνιστής πρώτης γραμμής, σταλινιστής μαχόμενος αναφέρει ανάμεσα στα αγαπημένα του αναγνώσματα το: Come fu temprato l’acciaio di Ostrovskij, Πως σκληραίνει ο χάλυβας του Ostrovskij. Με τον θάνατο του Στάλιν και με την διαδικασία που ακολούθησε αργής αποσταλινοποίησης το σκληρό και καθαρό προφίλ του, όπως και οι προκλητικές υπερβολές του, όμως, είχαν εμποδίσει να γίνει αυτό που είχε φανταστεί, δηλαδή ένας ηγέτης του ίδιου του κόμματος .

Αλλά πως γίνεται ένας αγωνιστής στρατευμένος παθιασμένος κι εντελώς ανιδιοτελής απ’ ότι φαίνεται, πως γίνεται ένας που από τα κάτω ασκεί κριτική στο σύστημα να αλλάζει μέσα σε λίγη ώρα σε ένα είδος προλετάριου Gatsby, σε άνθρωπο άπληστο για χρήμα, για προνόμια και αυτά τα διακριτικά σημάδια εκείνης της κοινωνίας που επί μακρόν έχει διακηρύξει πως περιφρονεί και θέλει να καταστρέψει; Εάν η δική του μπορεί να φανεί ωσάν παράσταση εφευρετικότητας ή μια απίστευτη αδιανόητη μεταστροφή, να προσθέσουμε πως ο Cavallero είναι ένας σοβαρός σχεδιαστής και οργανώνει διάφορες δραστηριότητες κάλυψης. Τέτοια είναι η αντίφαση που ενδιαφέρει τον  Giorgio Bocca, ο οποίος δεν νοιάζεται να μιλήσει για τις χειρονομίες ενός ληστή αλλά για το ανεπίλυτο αίνιγμα ενός ανθρώπου. Και πράγματι φτιάχνει μαζί του την περίπτωση πολιτικού ιδεαλισμού που αντιστρέφεται-ανατρέπεται, αποθαρρύνεται και αντισταθμίζει την αγωνία του μέσα σε μια υπόθεση ηδονισμού ανεύθυνου και δολοφονικού.
Δίχως να τα παραλείπει, ο Bocca αφήνει στο βάθος τα γεγονότα του μαύρου χρονικού και προχωράει μάλλον, με την μέθοδο του κλασικού reportage, στο περιβάλλον καταγωγής, επισκέπτεται το σπίτι όπου γεννήθηκε, πλησιάζει την γυναίκα του η οποία δεν γνωρίζει, ή έστω απαντά με τρόπο ασυνείδητο. Γράφει στην εισαγωγή: «Ο Cavallero είναι το ανώμαλο παιδί, εάν θέλετε, το άρρωστο, μιας αποτυχημένης επανάστασης και μιας απογοητευμένης γενιάς, ο γιος μιας εργατικής περιφέρειας που έχασε την εργατική επανάσταση και που είδε να υποβαθμίζεται σε γραφειοκρατικό καθωσπρεπισμό την ορμή του παρτιζάνικου πολέμου». (Όχι μόνο η γεωγραφική θέση, αλλά και το πολιτικό κλίμα, ανάμεσα στη δύση της αντιστασιακής ουτοπίας και τους συμβιβασμούς μιας realpolitik που είχε πλέον το πάνω χέρι, είναι το ίδιο που αναπνέει σε ορισμένα νεανικά κείμενα του Giovanni Arpino όπως το Gli anni del giudizio, Τα χρόνια της κρίσης, The Years of Judgment, του ’58, ή το Una nuvola d’ira, Ένα σύννεφο οργής, του ’62, δύο μυθιστορήματα που δεν είχαν ποτέ πάρα πολλούς αναγνώστες). Από την πλευρά του, ο Bocca έχει λίγο χρόνο για να γράψει και δεν προσποιείται ότι προωθεί κάποια θεωρία, απλώς αρκείται στο να δείξει, αναζητά, θέτει ερωτήματα γύρω από ένα άτομο που μοιάζει με ένα αδιανόητο αίνιγμα, άλυτο, σαν μπροστά στα μάτια του ο Cavallero απογοητευμένος από την στράτευση του, να καταδίκασε τον εαυτό του σε μια διάσταση καταστροφικά καταστρεπτική και, μαζί, αυτοκαταστροφική: «Πρέπει να είσαι ο Piero Cavallero με όλα όσα βρίσκονται πίσω του και να βρεθείς σαν αυτόν ανάμεσα σε δύο καραμπινιέρους (…) πρέπει να έχεις τους τρόπους της ασφυκτικά πνιγμένης ματαιοδοξίας και της συστολής που την κέρδισε με βία, πρέπει να είστε τόσο απελπισμένοι όσο αυτός για να εξηγήσετε τη στάση του μπροστά στο πλήθος, τους μπάτσους και τους δημοσιογράφους πριν τον κλείσουν στη φυλακή San Vittore».
Με μια ερώτηση που έχει ανασταλεί, ο Bocca σταματά, λοιπόν, εκεί που ξεκινά η ταινία Banditi, Ληστές, στο Μιλάνο (1968), η οποία γυρίστηκε σχεδόν ζωντανά και με την κάμερα στο χέρι (με «προκλητική πυροτεχνία», θα πει ο Gualtiero De Santi στον Carlo Lizzani, Gremese 2001) στον οποίον ο Cavallero έχει το πρόσωπο ενός θειούχου Gian Maria Volonté. Στην πραγματικότητα, o Bocca ολοκληρώνει τη μονογραφία διευρύνοντας το πλαίσιο συμφραζομένων με μια έρευνα για το νέο χώρο του αδικήματος που πλήττει τον Βορρά και ιδιαίτερα το Μιλάνο κατά τη διάρκεια της οικονομικής έκρηξης, και ξαναχρησιμοποιεί εδώ το δεύτερο και το τρίτο μέρος του τόμου, τόσο από άρθρα της εφημερίδας όσο και από πυκνές διδασκαλίες-λεζάντες ο οποίες κατέλαβαν ήδη τον τόμο των φωτογραφικών ντοκιμαντέρ- La nuova frontiera di Milano -Τα νέα σύνορα του Μιλάνο (Torriani 1965).
Διότι, πρέπει επίσης να το πούμε, ο Giorgio Bocca στην ζωή του ποτέ δεν δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο, όπως εκείνο σήμερα στο βιβλιοπωλείο, ο ληστής , Il bandito Cavallero. Το σημερινό colophon και οι συνέπειες σιωπούν για τυχόν προηγούμενα συμβάντα μα πρόκειται για την απλή ανατύπωση του Piero Cavallero, ενός τόμου που ο Bocca έγραψε σαν αποτύπωμα και έδωσε σε μια συλλογή του Longanesi («Chi è? Gente famosa») [»Ποιος είναι; ‘Ανθρωποι διάσημοι»] όπου, μέσα στην τρέχουσα εκροή της παραγωγής, βγήκαν ούτως ή άλλως ένας Palazzeschi του Giacinto Spagnoletti, ένας Herrera του Gianni Brera, ένας Moravia του Enzo Siciliano και ένας Luigi Longo με υπογραφή εκείνου του πρωταθλητή εκτός συναγωνισμού της δημοσιογραφίας μας που υπήρξε ο Felice Chilanti. Τώρα, εκτός εάν ο Bocca, που χάθηκε το 2011, δεν έκανε με την σειρά του μια τέτοια επανάληψη, αναβίωση (αλλά αυτό δεν αποδεικνύεται σε καμία πλευρά), ποιος και γιατί και για ποιον σκοπό επέτρεψε στον εαυτό του τον τίτλο Il bandito Cavallero – ο ληστής Cavallero,  με απόκρυφο υπότιτλο; Και γιατί να υπονοείται σιωπηρά ως αδημοσίευτο ένα βιβλίο, που είναι ακόμα ενδιαφέρον σε απόσταση δεκαετιών, όταν δεν είναι όμως αδημοσίευτο; Είναι μονοπάτια συντομεύσεις που σήμερα είναι πολύ διαδεδομένες αλλά ανάξιες όμως ενός εκδότη που ονομάζεται Feltrinelli.

– Massimo Raffaeli – Δημοσιεύτηκε στο  Alias της 21 φεβρουαρίου 2016 –

http://francosenia.blogspot.gr/2017/01/tradimenti.html

ιστορία, storia

Ιταλικά Cayenne ( από που προέρχεται η βία της Γένοβα 2001 )