βιβλια

LE CONDIZIONI DELL’OFFENSIVA – ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

σε επιμέλεια του Emilio Quadrelli

Libro Red Star Press

Είναι πιθανό ότι ακόμα και σήμερα, πίσω από την ετικέτα της απαγωγής και εκτέλεσης του Aldo Moro, υπάρχει μια απλούστευση ή μάλλον μια γιγαντιαία ιστορική αφαίρεση: μια ανάλυση που, συνεχίζοντας να εστιάζει την προσοχή σε ένα μεμονωμένο, όσο κι αν είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός, καταλήγει να θολώνει τα περιγράμματα, τα πλαίσια και τις συγκυρίες με ένοχο τρόπο, μέχρις ότου ακυρωθούν. Έτσι, οι επαναστατικές ζυμώσεις που εκκολάπτονται στην Ιταλία ξεκινώντας από το 1968-69, «την κόκκινη διετία» μειώνονται σε κάτι λίγο περισσότερο από μια ιστορία εγκλήματος και οι αναθεωρητισμοί πολλαπλασιάζονται μαζί με όλα τα είδη διετρολογιών[1]-συνωμοσιών. Στον αντίποδα, η ιστορία μιας εμπειρίας όπως αυτή της «Χωρίς Ανακωχή.Εφημερίδα των κομουνιστών εργατών-Senza Tregua».Giornale degli operai comunisti», μαρτυρεί πόσο διαδεδομένη και βαθιά υπήρξε, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η θέληση να κοιτάξουν προς το μέλλον ξεκινώντας από μια πραγματική αλλαγή στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. πόσο βαθιά ήταν η ανάλυση των πιο προηγμένων συνιστωσών του εργατικού κινήματος και με πόση αποφασιστικότητα αντιμετωπίστηκε η ιδέα της εμπλοκής σε αυτήν ακριβώς την επαναστατική ζύμωση για την πραγματική αλλαγή στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Σε επιμέλεια του Emilio Quadrelli, αυτή η ανθολογία επιστρέφει για να δώσει το λόγο στους εργάτες που, μεταξύ 1975 και 1978, αγκάλιασαν έναν πρωτοποριακό ρόλο, παίρνοντας θέσεις που καμία σοσιαλδημοκρατική θεωρία δεν θα μπορούσε ποτέ να καταφέρει να αφομοιώσει και στέκεται σε μια γραμμή που, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την καρδιά της πολιτικής, θέτει αμέσως το ζήτημα της εξουσίας στην ημερήσια διάταξη.
EMILIO QUADRELLI – Γενοβέζος, γεννημένος το 1956, ασχολείται με την ιστορία και την εθνογραφία του εργατικού κινήματος και των απελευθερωτικών αγώνων. Μεταξύ των πολλών βιβλίων του, “La città e le ombre. Crimini, criminali, cittadini” (μαζί με τον Alessandro Dal Lago; 2003), “Andare ai resti. Banditi, rapinatori, guerriglieri nell’Italia degli anni Settanta” (2004), “Gabbie metropolitane. Modelli disciplinari e strategie di resistenza” (2005), “Evasioni e rivolte. Migranti, CPT, resistenze” (2007), “Autonomia operaia. Scienza della politica e arte della guerra dal ’68 ai movimenti globali” (2008), “Algeria 1962-2012: una storia del presente” (2012) και “Sulla guerra. Crisi, conflitti, insurrezione” (2017), που δημοσιεύτηκε από τον Red Star Press.

[1], διετρολογία: η έρευνα, μερικές φορές εμμονική και αυθαίρετη, παράλογη, στην ερμηνεία ή την ανάλυση γεγονότων, γεγονότων ή συμπεριφορών, ειδικότερα πολιτικής φύσεως, για το τι κρύβεται «πίσω», δηλαδή για τους πραγματικούς ή τους υποτιθέμενους λόγους που τις καθορίζουν ή που αυτές κρύβουν

 

https://www.redstarpress.it/

 

ιστορία, storia

Γιοι του εργοστασίου – Figli dell’officina

Figli dell’officina

«Η εξαιρετική μαρτυρία ενός από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές των γεγονότων της Πρώτης γραμμής».

Figli dell’officina

Από την Lotta continua στην Prima linea: προέλευση και γέννηση (1973-1976)

Αυτή η μαρτυρία είναι ένα θεμελιώδες ντοκουμέντο για την ιστορική ανασυγκρότηση μιας συνιστώσας εκείνης της πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης που πυροδότησε τη χώρα μας στη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα.
Ο Galmozzi ανοίγει την αφήγηση με μια επιτακτική δήλωση: Η Πρώτη γραμμή έχει τις ρίζες της σε μια εργατική ιστορία ή, πιο συγκεκριμένα, στην ιστορία ενός εργατικού εξτρεμισμού, του οποίου οι αγώνες, που ξεκίνησαν στις μονάδες των εργοστασίων, προκάλεσαν ένα ριζοσπαστικό και για μεγάλο χρονικό διάστημα ανεξίτηλο κοινωνικό μετασχηματισμό.
Η διεκδίκηση μιας πλήρους εσωτερικότητας στα γεγονότα της εργατικής σύγκρουσης εκείνης της δεκαετίας εξακολουθεί να είναι άβολη σήμερα για την ιστορική ανασυγκρότηση για την οποία εργάζεται η επίσημη πολιτική και συνδικαλιστική αριστερά. Αλλά σαράντα χρόνια μετά από αυτά τα γεγονότα η σύγκριση, η αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών αξιολογήσεων θα πρέπει έτσι κι αλλιώς να γίνει, και για το σκοπό αυτό το βιβλίο αυτό συνεισφέρει με θεμελιώδη τρόπο.

ISBN: 978-88-6548-293-3
PAGINE: 240
ANNO: 2019
COLLANA: I libri di DeriveApprodi
TEMA: Anni SettantaMovimentiViolenza rivoluzionaria
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

CHICCO GALMOZZI

εργάτης, αγωνιστής της Lotta continua, το ’74 πήρε μέρος στη δημιουργία των κομμουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία που συνδέονται με την εφημερίδα Χωρίς εκεχειρία-Senza tregua και το 1976 ήταν από τους ιδρυτές της Prima linea. Συνελήφθη τον μάιο του 1977, αποφοίτησε από γυμνάσιο και πανεπιστήμιο κατά την διάρκεια των 12 χρόνων εγκλεισμού.
ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…ή 19

Πρώτη Γραμμή

milano5

από την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια :

Prima Linea (PL) η Πρώτη Γραμμή [ΠΓ] ήταν μια ένοπλη οργάνωση της άκρας αριστεράς της Ιταλίας κομουνιστικής μήτρας. αρχικά εξωκοινοβουλευτική νόμιμη πολιτική ένωση, που εξήλθε από τον Συνεχή Αγώνα,  da Lotta Continua, στα στελέχη της σχεδόν αμέσως ωρίμασε η επιλογή της ένοπλης πάλης.

γεννήθηκε το φθινόπωρο του  1976 και επίσημα διαρθρώθηκε την επόμενη χρονιά, την άνοιξη, σαν τρομοκρατική οργάνωση, η Prima Linea θα είναι η δεύτερη στην Italia μόνο πίσω από της Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse,  σε νούμερο προσώπων που χτυπήθηκαν  (39 από τους οποίους οι 16 σκοτώθηκαν), σε ένοπλες επιχειρήσεις (101 επιθέσεις για τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη) και σε αριθμό μελών.

το όνομα εμπνεύστηκαν από τις ομάδες περιφρούρησης των κινημάτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που, στα χρόνια του εβδομήντα, τοποθετούνταν στην κεφαλή των πορειών καταλαμβάνοντας, ακριβώς, την πρώτη γραμμή.

Ευρετήριο

 

§Ιστορία

§1974-1976: η προέλευση

οι ρίζες της οργάνωσης  Prima Linea αναζητούνται στην ιταλική ιστορική περίοδο που, στα δεύτερα μισά των χρόνων εβδομήντα, βλέπει μια μεγάλη ανάπτυξη του αποκαλούμενου ένοπλου κόμματος.

ανάμεσα στην άνοιξη και το φθινόπωρο του  1974, μέσα στις τάξεις του Συνεχή Αγώνα, Lotta continua, προκαλείται μια ρήξη με συνέπεια την διάσπαση από μέρους κάποιων αγωνιστών, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ανήκουν στο ρεύμα και στην φράξια  alla corrente e alla frazione[1], δηλαδή σε δυο από τις κυριότερες ομαδοποιήσεις που, αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από στελέχη της ομάδας περιφρούρησης της ομάδας και ήταν ιδιαίτερα ριζωμένες MilanoTorinoNapoli  και στην Brianza, ασκούν κριτική στην υπερβολικά διανοουμενίστικη γραμμή της οργάνωσης υπέρ μιας επαναστατικής προοπτικής και πρωτοβουλίας περισσότερο παρεμβατικής. μια πρόσκληση που μεταφράζεται στην πρόταση συμμετοχής στην ένοπλη πάλη η οποία, όμως, αμέσως απορρίπτεται από την ηγετική ομάδα του ΣΑ, LC, γεγονός που επέφερε λοιπόν στην αναπόφευκτη ρήξη.[2]

αφού λοιπόν βρίσκεται έξω από την Lotta continua, το 1975, η ομάδα ξεκινά να σφίγγει δεσμούς με άλλους αγωνιστές που προέρχονταν από τις γραμμές ενός άλλου σχηματισμού της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, την Εργατική Εξουσία,  sinistra extraparlamentare,Potere operaio, συνδεδεμένου με την εμπειρία του περιοδικού Senza Tregua, Δίχως Ανακωχή, που είχε ρίζες στο εργοστάσιο και στον χώρο του αποκαλούμενου μαχητικού αντιφασισμού, antifascismo militante.[1]

το φθινόπωρο του 1976, μετά από δυο συναντήσεις που προώθησε η ηγετική ομάδα του περιοδικού και έλαβαν χώρα, αντιστοίχως, σε  Salò και Stresa, έχουμε εκ νέου διασπορά που θα φέρει σε πολυδιάσπαση εκείνης της εμπειρίας και στον σχηματισμό τριών νέων οργανώσεων : τις κομουνιστικές επαναστατικές Επιτροπές, τις μαχητικές κομουνιστικές Μονάδες και, ακριβώς, της Πρώτη Γραμμή –  i Comitati comunisti rivoluzionari, le Unità comuniste combattenti e, appunto, Prima Linea.[2]

ιδρυτικός στόχος της  PL είναι εκείνος του να αντιπροσωπεύει την πρωτοπορία των προλεταριακών μαζών και του κινήματος του ’77, movimento del ‘77, παραμένοντας μέρος των ιδίων και δίχως να μετασχηματιστεί σε μια ελίτ μαχητών, élite di combattenti: ένας τρόπος, αυτός, καταδίκης του ιδεολογικού δογματισμού των ερυθρών Ταξιαρχιών,  delle Brigate Rosse, παρότι υποστήριζαν τις δράσεις τους και συμμετείχαν στις επιχειρήσεις ανταρτοπόλεμου ενάντια στο ιταλικό κράτος.[3]

στρατιωτικά, οι απαρχές του σχηματισμού, χαρακτηρίζονται από μια οπτική εκτελεστική στο εσωτερικό των εργοστασίων, με δράσεις ένοπλες (raid των προλεταριακών περιπολιών) που συνίστανται στον τραυματισμό των επιστατών και εταιρικών διευθυντών,[4] ένας τρόπος που σαν στόχο έχει »πάνω από την αρπαγή της εξουσίας, μια προοδευτική διάλυση της εξουσίας» – «più che una presa di potere, una progressiva dissoluzione del potere»[3]

αρχικά αποτελούμενη κυρίως από εργάτες και φοιτητές, της πρώτης ομάδας της  PL στελέχη ήταν οι: Sergio SegioSusanna Ronconi (ex BR), Roberto RossoRoberto SandaloMarco Donat CattinEnrico BaglioniSergio D’EliaEnrico GalmozziBruno La Ronga, Giulia Borelli, Silviera Russo, Diego Forastieri, Maurice Bignami, Michele Viscardi, Fabrizio Giai.[3]

§1976-1977: οι πρώτες ενέργειες

« Prima Linea non è un nuovo nucleo combattente comunista, ma l’aggregazione di vari nuclei guerriglieri che finora hanno agito con sigle diverse »
(Volantino di rivendicazione del 30 novembre 1976[5])»η Πρώτη Γραμμή δεν είναι ένας νέος κομουνιστικός μαχητικός πυρήνας, αλλά η συνάθροιση διάφορων αντάρτικων πυρήνων που μέχρι στιγμής έδρασαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες»

από φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης της 30ης νοεμβρίου 1976

το 1976 ήταν το έτος των πρώτων ένοπλων δράσεων της ομάδας. όπως έγραφαν όμως στο φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης που διένειμαν με ευκαιρία την πρώτη στρατιωτική πράξη της ομάδας, δηλαδή την εισβολή στα γραφεία των Διευθυντών της Fiat , nella sede dei Dirigenti Fiat στο Torino, del 30 novembre 1976, στις 30 νοεμβρίου ’76, στην αρχή η ονομασία Πρώτη Γραμμή , Prima Linea (ονομασία που, στις προθέσεις του κινήματος, βασίζονταν στις ομάδες περιφρούρησης που χρησιμοποιούνταν στην διάρκεια των διαδηλώσεων στην πλατεία, που τοποθετούνταν στην κεφαλή, στην πρώτη γραμμή, ακριβώς, για την προστασία της πορείας , del corteo[6]) δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως, λόγω της πίστης στις ιδρυτικές αρχές του κινήματος που αυτο-παρουσιάζεται σαν ένωση πολλών ονομασιών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

η πρώτη εκτέλεση που χαρακτηρίζει την ομάδα της  Prima Linea ήταν εκείνη του Enrico Pedenovi, περιφερειακού συμβούλου του φασιστικού κινήματος Movimento Sociale Italiano, που σκοτώθηκε στις 29 απριλίου  1976 στο Milano, με ευκαιρία την πρώτη επέτειο του θανάτου του νεοφασίστα αγωνιστή  Sergio Ramelli.[7]

όπως ήδη είπαμε για την εκτέλεση δεν ανέλαβε την ευθύνη η ομάδα, που είχε αρχικά αποφασίσει να μην υπογράφει τις δράσεις της, κυρίως στην περίπτωση των εκτελέσεων. στο δικαστήριο, όμως, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενάντια στην Prima Linea του 1984, la Corte d’assise di Milano , η μιλανέζικη Έδρα αναγνώρισε στους  Enrico GalmozziBruno La Ronga και Giovanni Stefan (όλοι στελέχη της ΠΓ) τους φυσικούς εκτελεστές του θανάτου, αποφασίζοντας δυο καταδίκες σε ισόβια και μια σε 27 χρόνια κάθειρξης gli .[8]

ένα τέταρτο μέλος της οργάνωσης, ο Piero del Giudice, δέχτηκε ποινή σε 28 χρόνια νια συνεργία ηθική στον φόνο, που σχεδιάστηκε σαν εκδίκηση, για τον θάνατο ενός νεαρού αγωνιστή της αριστεράς, του Gaetano Amoroso, που σκοτώθηκε στην διάρκεια επίθεσης, από μέρους νεοφασιστών, στις 27 απριλίου  1976. La Corte di cassazione , στο Εφετείο μετατράπηκε η απόφαση, εν μέρη, μειώνοντας σε 29 χρόνια τα ισόβια του  La Ronga και αθωώνοντας τον  Del Giudice.[9]

το πρωινό της 12ης μαρτίου  1977, ένα commando της PL, σκοτώνει στο Torino  τον Giuseppe Ciottabrigadiere di Pubblica Sicurezza, ταξίαρχο της αστυνομίας 29 χρόνων.  την ώρα που ήταν έτοιμος να πάρει το αυτοκίνητό του, για να πάει στην δουλειά του, τρία άτομα τον πλησίασαν και τον εκτέλεσαν με τρεις πυροβολισμούς. [10] και για αυτή την εκτέλεση, της οποίας την ευθύνη ανέλαβε εκείνη την περίοδο η οργάνωση ‘μαχητικές κομουνιστικές Ταξιαρχίες,  Brigate comuniste combattenti, αναγνωρίστηκε ένοχος στην συνέχεια ο Enrico Galmozzi.[11]

αν και οι πρώτες επιχειρήσεις της ομάδας χρονολογούνται τον προηγούμενο χρόνο, η επίσημη πράξη γέννησης της καταχωρείται αργότερα, τον απρίλη του 1977, με το πρώτο συνέδριο της οργάνωσης στο San Michele a Torri, στα περίχωρα της Φλωρεντίας, Firenze, και με την σύσταση μιας εθνικής διοίκησης, comando nazionale στην οποίαν παίρνουν μέρος, δίπλα στην μιλανέζικη ομάδα, οι αντιπροσωπείες από το  BergamoTorinoFirenze και Napoli. εδώ καθορίζονται και οι δυο βασικές ιδρυτικές αρχές της νεογέννητης οργάνωσης : «l’univocità politico-militare del quadro d’organizzazione»[1], δηλαδή η »πολιτική-στρατιωτική μοναδικότητα του στελέχους της οργάνωσης», οπότε και η σύμπτωση ανάμεσα στους πολιτικούς και στρατιωτικούς ρόλους και τις πρακτικές, και στην συνέχεια η  «bipolarità», η »διπολικότητα», δηλαδή η ύπαρξη δυο επιπέδων, ένα εσωτερικό στα μαζικά κινήματα, [οι Ομάδες και οι Περιπολίες],  (le Squadre o le Ronde) και κεντρικό που δρα τόσο σε τοπικό όσο και εθνικό επίπεδο, οργανικά και τα δυο για να »κλείσουν τo κενό που έχει ανοίξει ανάμεσα στην μαχητική οργάνωση και την προλεταριακή μαχητικότητα»,  «chiudere la forbice che si è aperta tra organizzazione combattente e combattimento proletario»[2]

ένα οργανωτικό μοντέλο, εκείνο της Πρώτης Γραμμής, που προέβλεπε δίπλα σε μια δομή κεντρική (il Comando Nazionale), της Εθνική Διοίκηση, ολόκληρη μια σειρά μεμονωμένων πυρήνων με μια κάποια αυτονομία που εξασφάλιζαν την σύνδεση με το Κίνημα,  Movimento[6] σε διαφοροποίηση από τις ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate Rosse, στη συνέχεια, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο μαχητής της  Prima Linea υιοθετούσε την παρανομία, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την παρουσία του στους τόπους δουλειάς και στα κινήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς,  sinistra extraparlamentare, με σκοπό να αποτρέψει την απομόνωση και να διατηρήσει την διαρκή του διασύνδεση με την βάση. την ίδια στιγμή, με τον ίδιο τρόπο, η ομάδα χρειάζονταν βάσεις και στρατιωτικές αποθήκες, φυλάσσοντας έγγραφα και όπλα στα ίδια τα σπίτια των μαχητών,  dei militanti.[3]

το 1977 οι ενέργειες της ομάδας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται : πρόκειται κυρίως για δράσεις πρόκλησης ζημιών, για επιθέσεις, τραυματισμούς, ληστείες χρηματοδότησης. στις 19 μαίου μαχητές της ΠΓ βάζουν φωτιά στις αποθήκες της  Sit Siemens και της Magneti Marelli στο Milano.

στις 20 ιουνίου 1977 στο Milano, τραυματίζουν στα πόδια τον διευθυντή της  Sit-SiemensGiuseppe D’Ambrosio,[12]   ενώ τρεις μέρες αργότερα, στις 23 ιουνίου, μια ομάδα φωτιάς χτυπά τον  Giancarlo Niccolai, ηγετικό στέλεχος της Χριστιανικής Δημοκρατίας,  Democrazia Cristiana της Pistoia. οι τρεις πυροβολισμοί που του έριξαν με το P38 τους, του προκάλεσαν ρήξη και στα δυο του μηριαία οστά.[13]

το 1977 είναι επίσης η χρονιά των πρώτων συλλήψεων και των πρώτων πεσόντων στο κίνημα.[14] στις 19 ιουλίου, στην Tradate (VA), στην διάρκεια ληστείας σε οπλοπωλείο σκοτώνεται, από τον ιδιοκτήτη, ο μαχητής  Romano Tognini (όνομα μάχης Valerio από τον οποίον θα πάρει τον τίτλο του μια μιλανέζικη ομάδα φωτιάς). τέσσερις ημέρες μετά (23 ιουλίου), με μια επίθεση ενάντια στο κατάστημα του οπλοποιού, η ομάδα θέλησε να εκδικηθεί στο όνομά της τον πεσόντα μαχητή.[4]

παράλληλα με τις επιχειρήσεις του, το κίνημα αρχίζει να μεγαλώνει από την αριθμητική άποψη και, από τους περίπου εκατό αρχικούς μαχητές, με τα τέλη του χρόνου μπορεί να υπολογίζει στους δυο χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους.[14]

§1978-1979: η ακμή του ένοπλου αγώνα

η διετία 19781979 αποδεικνύεται καίριας σημασίας για την οργάνωση, μια αναζωπύρωση της ένοπλης δράσης η οποία σε αυτά τα χρόνια φτάνει στο απόγειό της με τις πιο γνωστές επιχειρήσεις της ομάδας.

οι πρώτοι μήνες του 1978 είναι επίσης εκείνοι της συνένωσης , »για να ομογενοποιηθεί η γραμμή», «per omogeneizzare la linea» con le Formazioni comuniste combattenti di Corrado Alunni e di Marco Barbone, με τους κομουνιστικούς μαχητικούς Σχηματισμούς, και σε συνέχεια της οποίας δόθηκε ζωή στην ενοποιημένη εθνική Διοίκηση, Comando nazionale unificatoοι δυο ομάδες θα συνεχίσουν εν πάση περιπτώσει να δρουν ξεχωριστά, όμως με μια κοινή στρατηγική και αναλαμβάνοντας την ευθύνη από κοινού  (σαν FCC-PL) ολόκληρη μια σειρά από επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις της τάξης.[14]

στις 20 ιανουαρίου 1978, στην διάρκεια μιας επιχείρησης που σαν σκοπό είχε την απόδραση κάποιων φυλακισμένων από την φυλακή Μουράτε της Φλωρεντίας,  carcere delle Murate di Firenze, η ομάδα των ανταρτών της ΠΓ έγινε αντιληπτή από ένα περιπολικό της αστυνομίας. ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί στην διάρκεια των οποίων σκοτώθηκε ο αστυνομικός  Fausto Dionisi, ενώ ο άλλος αστυνομικός, Dario Atzeni, που χτυπήθηκε από τέσσερις σφαίρες στην βουβωνική χώρα, θα σωθεί ύστερα από χειρουργική επέμβαση.[15]

10 μαίου, στο Milano, ο διευθυντής της  Montedison, Francesco Giacomazzi, τραυματίζεται στα πόδια στη διάρκεια ενέδρας. αυτού του επεισοδίου θα ακολουθήσουν άλλα, πάντα μέσα στο  1978, που προορίζονταν να χτυπήσουν/τραυματίσουν πολιτικά σύμβολα όπως και των δυνάμεων της τάξης : στις 11 του επόμενου μαίου, πάντα στο Milano, τραυματίζεται ο γενικός διοικητής της  Chemical Bank, Mario Astarita; ο αστυνομικός της αντιτρομοκρατικής  Digos Roberto Demartini (Torino, 17 μαίου); ο ασφαλιστής  Salvatore Russo (Torino, 19 ιουλίου); ο γιατρός της μιλανέζικης φυλακής,  carcere di San Vittore, Mario Marchetti (Milano, 13 νοεμβρίου).[16]

στις 11 οκτωβρίου του ίδιου έτους εκτελείται ο  Alfredo Paolella, καθηγητής πανεπιστημίου εγκληματικής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολι,  all’Università di Napoli και τεχνικός παρατηρητής στην φυλακή του Pozzuoli. μια ομάδα αποτελούμενη από τρεις άνδρες και μια γυναίκα πυροβολεί για να σκοτώσει τον  Paolella ο οποίος, αφού τον βρήκαν εννέα χτυπήματα, όλα σε ζωτικά όργανα, πεθαίνει επί τόπου.[15]

την 1η του δεκέμβρη του  1978[17], σε μια ενέδρα, σε συνέχεια μιας συζήτησης που έλαβε χώρα σε ένα μπαρ του Μιλάνο, κοντά στην  Porta Romana, τρεις πολίτες (Domenico Bornazzini, Carlo Lombardi e Piero Magri) χτυπιούνται θανάσιμα από δυο μέλη της Prima Linea. στη διάρκεια της έρευνας που έλαβαν χώρα πριν από την δίκη, προέκυψε πως τα τρία θύματα χτυπήθηκαν λόγω μιας πολιτικής λογομαχίας με τους κατηγορούμενους, που τελικά καταδικάστηκαν.[18]

Emilio Alessandrini, ο δικαστής που εκτελέστηκε από την  Prima Linea το 1979

το πρωινό της 19ης ιανουαρίου 1979 σκοτώνεται ο αστυνομικός  Giuseppe Lorusso στο Torino. κάτω από το σπίτι του τον περιμένει η ομάδα φωτιάς που αποτελείται από τους  Maurice BignamiBruno La RongaFabrizio Giai και Silveria Russo, όλοι ευρισκόμενοι επάνω σε ένα κόκκινο  128 . δέκα σφαίρες βρίσκουν στο κεφάλι τον Lorusso, στο αριστερό μπράτσο, στον θώρακα, στην κοιλιά και ο αστυνομικός πεθαίνει επί τόπου.[15]

ένα από τα σημεία καμπής στην ιστορία του γκρουπ ήταν η εκτέλεση του  Emilio Alessandrinisostituto Procuratore della Repubblica di Milano, εισαγγελέα στο Μιλάνο, που κατηγορήθηκε από τους αντάρτες πως ήταν ρουφιάνος, «essere una spia” και τον σκότωσαν στο Milano στις 29 ιανουαρίου 1979[2], μια ομάδα της  PL που αποτελούνταν από τους Sergio Segio και Marco Donat Cattin (οι οποίοι πυροβόλησαν τον δικαστικό ), υποστηριζόμενοι από τους  Michele Viscardi, Umberto Mazzola και Bruno Russo Palombi. οι δυο έριξαν πολλά χτυπήματα με πιστόλια και ο δικαστικός πεθαίνει αμέσως επί τόπου.[19]   Alessandrini, που οδηγούσε αρκετές δικογραφίες και έρευνες γύρω από την »τρομοκρατία» (ανάμεσα στις οποίες και εκείνη για την  Prima Linea), δέχτηκε την επίθεση ενώ, στο τιμόνι του αυτοκινήτου του, ήταν σταματημένος σε ένα φανάρι της λεωφόρου  Umbria. για την επίθεση η ευθύνη ανελήφθη με τηλεφώνημα στην εφημερίδα  La Repubblica.

στις 28 φεβρουαρίου του 1979, στη διάρκεια ανταλλαγής πυρών στο bar dell’Angelo, που βρίσκεται στην  Piazza Stampalia, στο Torino, δυο μαχητές της Prima Linea σκοτώνονται από αστυνομικούς, που κάλεσε στο μπαρ ένας επιχειρηματίας. ο θάνατος των δυο ανταρτών,  dei due pielliniMatteo Caggegi και Barbara Azzaroni[20], αντιστοίχως των  29 και 20 χρόνων, που αιφνιδίασαν οι δυο αστυνομικοί στο bar dell’Angelo που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από μια βάση της  Prima Linea, ξεκινά μια σειρά από αντίποινα άλλο τόσο αιματηρά ενάντια στις δυνάμεις της τάξης.[2]

τα αντίποινα της ομάδας δεν αργούν και, στις 9 μαρτίου που ακολουθεί, ένα commando της Prima Linea αποτελούμενο από τους Bignami, La Ronga, Silveria Russo, Giai και Giancarlo Scotoni, πάντα στο Torino, επιτίθεται σε περιπολικό της αστυνομίας σε μιαν ενέδρα σε τοπική κάβα της  Via Millio. στην διάρκεια της ένοπλης μάχης, χάνει ατυχώς την ζωή του ένας νεαρός περαστικός,  Emanuele Iurilli.[3] η εκδίκηση, La vendetta, για τα συμβάντα στο  bar dell’Angelo, ολοκληρώνεται στις 18 ιουλίου: ο Carmine Civitate, ιδιοκτήτης του καταστήματος και που θεωρούνταν υπεύθυνος της αναγνώρισης των δυο ανταρτών, σκοτώνεται από μια ομάδα φωτιάς που αποτελούνταν από τους  Bignami και Donat-Cattin οι οποίοι, μαζί με τους Giai, Viscardi και Roberto Sandalo που καλύπτουν από το εξωτερικό, μπαίνουν στο μπαρ και εκτελούν τον Civitate.[21]στην  διάρκεια της δίκης θα προκύψει πως ο επιχειρηματίας είχε αποκτήσει το μπαρ μόνο μετά τον θάνατο των δυο ανταρτών οπότε δεν ήταν αυτός που είχε ειδοποιήσει την αστυνομία.[15]

στις 13 ιουλίου, στη διάρκεια ληστείας στην  Cassa di Risparmio στο Druento (Torino), σκοτώνεται ο τροχονόμος  Bartolomeo Mana, που την φυλούσε άοπλος. η ομάδα φωτιάς που τον εκτέλεσε με χτύπημα στο κεφάλι από κοντινή απόσταση, αποτελούνταν από τους  Marco Donat-Cattin, Francesco Giuffrida, Vito Biancorosso και Roberto Sandalo (ο οποίος και πυροβόλησε με αποτέλεσμα τον θάνατο του ανδρός )[22]

η ανύψωση του επιπέδου σύγκρουσης, και η απομάκρυνση από το εργατικό κίνημα, δημιουργεί εκ των πραγμάτων την πρώτη διάσπαση στο εσωτερικό του κινήματος. τον σεπτέμβρη του 1979, όντως, λαμβάνει χώρα μια συνάντηση της οργάνωσης στην Bordighera (Imperia)[23] στην οποίαν εμφανίζεται μια αντίθεση ανάμεσα στις δυο ιστορικές ψυχές της ΠΓ: εκείνοι που ήθελαν να διατηρήσουν ένα ρίζωμα στα κινήματα και εκείνοι που αντιθέτως ήθελαν να ριζοσπαστικοποιήσουν την σύγκρουση και να προκαλέσουν μιαν επίθεση ακόμη πιο αποφασιστική στους θεσμούς. εξ αιτίας αυτών των αντιθέσεων, κάποια μέλη, άφησαν την οργάνωση, θεωρώντας πως οι πολιτικές συγκυρίες και οι κατασταλτικές δράσεις ανάγκαζαν εκ των πραγμάτων σε μια στρατηγική οπισθοχώρηση και σε μια στάση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.[2]

όμως οι ένοπλες δράσεις δεν φαίνεται να ελαττώνονται. στο μέτωπο των εργατικών αγώνων, στις 21 σεπτεμβρίου 1979, σκοτώνεται στο Torino ο διευθυντής Fiat Carlo Ghiglieno, υπεύθυνος του τμήματος στρατηγικού Σχεδιασμού: εκτελείται με 7 χτυπήματα από πιστόλι  38 special, από μια ομάδα 4 ατόμων που τον πλησιάζει την ώρα που ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, για να πάει στην εργασία του και τον χτυπά θανάσιμα.[24]

τον νοέμβρη, ο αρραβώνας με τις Formazioni comuniste combattenti, έχει ήδη τελειώσει: αν και η λογική του ένοπλου αγώνα είναι όντως παρόμοια, οι διαφορές που έχουν να κάνουν με της σχέση με τις Brigate Rosse και γύρω από την διαχείριση της παρανομίας οδηγούν στον χωρισμό των δρόμων για τα δυο κινήματα.[14]

στις 11 δεκεμβρίου, ένας πυρήνας της Πρώτης Γραμμής εισβάλλει στο εσωτερικό της Σχολής εκπαίδευσης επιχειρηματιών, Scuola di formazione aziendale[25] καταλαμβάνοντάς την στρατιωτικά για 45 λεπτά: αφού συγκέντρωσαν φοιτητές και καθηγητές στο αμφιθέατρο της σχολής, οι αντάρτες διαβάζουν μια διακήρυξη στους παρόντες και, στην συνέχεια, σε ένα διπλανό δωμάτιο, στήνουν στον τοίχο πέντε καθηγητές και πέντε φοιτητές γαμποποιώντας τον καθένα με δυο χτυπήματα από το πιστόλι.[3]

το 1979 κλείνει με τον θάνατο ενός ακτιβιστή της PL. Στις 14 δεκεμβρίου, στην Rivoli(Torino)[4], η αστυνομία αιφνιδιάζει έναν πυρήνα της ΠΓ την ώρα που ετοιμάζει επίθεση στο εργοστάσιο μεταλλουργίας  Elgat. στην διάρκεια της μάχης, κατά την οποίαν τραυματίζονται ο ταξίαρχος Massimo Osnaghi και ο αστυνομικός Giovanni Serra, σκοτώνεται ο μαχητής  Roberto Pautasso, 21 χρόνων.[26]

§1980-1981: οι μετανιωμένοι και η πτώση

μέσα στο 1980, η ομάδα εγκαινιάζει επίσημα την ρωμαϊκή της εμπειρία, απαραίτητη σε εκείνη την λογική εξάπλωσης γεωγραφικής, που υπαγορεύεται από ανάγκες επιμελητείας λόγω της εντατικοποίησης της κατασταλτικής δράσης, όπως επίσης και για την εξάπλωση του πολιτικού μηνύματος του κινήματος. το νέο έτος βλέπει να υπερισχύει, στην εσωτερική διαλεκτική της ομάδας, την ριζοσπαστική πλευρά της  PL και τις θέσεις που υποστηρίζουν την ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης η οποία, μέσα στον μήνα ιανουάριο, στο Συνέδριο του κινήματος στην Morbegno, θα κατοχυρωθεί στην συνέχεια ως κυρίαρχη κίνηση.[2]από αυτό τον προβληματισμό στην συνέχεια θα ωριμάσει, σύντομα, η επιχείρηση ενάντια στον  Guido Galli, δικαστικό και καθηγητή Εκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο Στατάλε, magistrato e docente di Criminologia all’Università Statale di Milano.[4]

στις 5 φεβρουαρίου 1980 σκοτώνεται στην Monza, ο Paolo Poletti, υπεύθυνος παραγωγής στην  ICMESA του Seveso, την εταιρεία που ήταν υπεύθυνη για το τοξικό σύννεφο διοξίνης, που δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 1976,  nube tossica di diossina, nell’estate del 1976. ο Paoletti σκοτώνεται στις  8.15 το πρωί, την ώρα που πηγαίνει στην δουλειά του, με τρία χτυπήματα από πιστόλι που του ρίχνει ένας αντάρτης, ο οποίος στην συνέχεια απομακρύνεται με ένα  Fiat 128 μεταλλικού γκρι χρώματος μαζί με έναν ακόμη άνδρα και μια γυναίκα.[15] η ανάληψη της ευθύνης για την εκτέλεση έγινε μετά από λίγο με ένα σύντομο τηλεφώνημα στο μιλανέζικο παράρτημα του πρακτορείουANSAκαλημέρα δεσποινίς ήμαστε από την Πρώτη Γραμμή και αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τον θάνατο του  Paolo Paoletti, που έγινε σήμερα το πρωί στην Monza. θα ακολουθήσειανακοίνωση»[27]

στις 19 μαρτίου 1980 στο Milano, εκτελείται ο δικαστικός και εγκληματολόγος  Guido Galli, από μια ομάδα φωτιάς της  Prima Linea μέρος της οποίας ήταν οι  Sergio Segio, Maurice Bignami, Michele Viscardi. χτυπημένος στην αρχή στην πλάτη, πέφτει στην γη, και οι αντάρτες τον αποτελειώνουν με δυο σφαίρες στον αυχένα. για εκτέλεση, που γίνεται στην αίθουσα  309 (που σήμερα είναι αφιερωμένη στην μνήμη του) dell’Università degli Studi di Milano, στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο, λίγο μετά τις  17,εκείνη την ίδια ημέρα, αναλαμβάνεται η ευθύνη στην Ansa με μια ανακοίνωση υπογεγραμμένη Πρώτη Γραμμή – Πυρήνας Φωτιάς Βαλέριο Τονίνι, Prima Linea – Nucleo di fuoco Valerio Tognini.[28]   

« ο Galli ανήκει στο ρεφορμιστικό και εγγυητικό τμήμα του δικαστικού σώματος, που ασχολείται σε πρώτο πρόσωπο στην μάχη για να χτιστεί από την αρχή το γραφείο εκπαίδευσης στο Μιλάνο σαν κέντρο αποτελεσματικής δικαστικής εργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες  αναδιάρθρωσης, νέου καταμερισμού εργασίας του δικαστικού σώματοςappartiene  »
(Volantino di rivendicazione omicidio Galli[29])  Φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης της εκτέλεσης Γκάλλι

μέσα στο 1980, στην διάρκεια μαχών εξ αιτίας ληστειών για χρηματοδότηση και επιχειρήσεων αφοπλισμού από πλευράς μαχητών piellinni, σκοτώνονται οι καραμπινιέροι, i carabinieri Antonio Chionna (3 ιουνίου), Ippolito CortellessaPietro Cuzzoli (11 αυγούστου) και Filippo Giuseppe (28 νοεμβρίου).[15]

πάντα στο 1980, η οργάνωση διασχίζεται, εκτός από εσωτερικές διαφωνίες, και από τις πρώτες διασπάσεις και αποστασίες. όμως το 1980 είναι, κυρίως, η χρονιά των πρώτων εσωτερικών στην ομάδα μεταμελειών που σημειώνουν ένα σημείο δίχως επιστροφή προς το τέλος του κινήματος. θα είναι, όντως, κυρίως οι ομολογίες των διάφορων Sandalo (τον απρίλη), Donat-Cattin (τον μάη) και Viscardi (τον νοέμβρη) που συμβάλουν στο κύμα συλλήψεων οι οποίες, εκ των πραγμάτων, θα σημειώσουν την διάλυση και την εξάρθρωση του σχηματισμού.

γι αυτόν τον λόγο, το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου, λαμβάνουν χώρα δυο Συνέδρια της οργάνωσης (στο Rimini και στην Senigallia) σαν αποτέλεσμα της εσωτερικής συζήτησης και του προβληματισμού για τα πιθανά αντισταθμιστικά μέτρα που έπρεπε να παρθούν και στην οποίαν, το θεμελιώδες πολιτικό ζήτημα, ήταν ο προβληματισμός για την δυνατότητα συνέχισης του ένοπλου αγώνα, υπό το φως της κατασταλτικής σκλήρυνσης και της αύξησης του φαινομένου της μετάνοιας,  del pentitismo.[2]

μέσα σε αυτό το κλίμα υποψίας προς εν δυνάμει πληροφοριοδότες ή αισθήματα μετάνοιας αγωνιστών της οργάνωσης είναι που, στις 7 φεβρουαρίου 1980, η PL αποφασίζει να χτυπήσει ένα στέλεχός της, τον William Waccher, εμπλεκόμενο στην έρευνα για την εκτέλεση  Alessandrini που κατηγορείται σαν πληροφοριοδότης και πως έδωσε αποκαλύψεις στους ερευνητές.[4]

στις 29 απριλίου, στην διάρκεια εφόδου των δυνάμεων της τάξης, συλλαμβάνεται ο  Roberto Sandalo,  από τα κορυφαία στελέχη της ηγετικής ομάδας ο οποίος, έναν μήνα μετά την σύλληψή του, ξεκινά μια διαδρομή συνεργασίας με τους ερευνητές, αποδεχόμενος ανάμεσα στα άλλα την συμμετοχή του στις εκτελέσεις  Ghiglieno, Civitate e Mana.[30]οι ομολογίες του, μαζί με εκείνες του Michele Viscardi, επέτρεψαν στους αστυνομικούς να συλλάβουν, τον δεκέμβρη του  1980, 165 μέλη της PL (που στην πραγματικότητα σχεδόν εκμηδενίζεται) και να γνωρίσουν ονόματα και στελέχη της οργάνωσης όπως, για παράδειγμα, εκείνο του  Marco Donat Cattin, γιου του Carlo, ήδη εξέχοντος στελέχους της Χριστιανικής Δημοκρατίας,  Democrazia Cristiana και εκείνη την εποχή υπουργού Εργασίας και αναπληρωτή γραμματέα του κόμματος, ministro del Lavoro , e vicesegretario del suo partito.[3]

όπως αποκαλύπτεται στα έγγραφα της κοινοβουλευτικής επιτροπής έρευνας (στην συνεδρίαση της 29ης μαίου 1980), που αφορούν στην μαρτυρία του  Carlo Donat Cattin, στις 24 απριλίου, λίγο πριν την σύλληψή του, ο Sandalo συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό, Francesco Cossiga ο οποίος, ύστερα από αίτημα του συναδέλφου του στο κόμμα, είχε τεθεί στα ίχνη του φυγόδικου γιού του .[31]οι ομολογίες του Sandalo διασταυρώθηκαν λοιπόν με εκείνες του  Patrizio Peci, διοικητή της φάλαγγας των ερυθρών Ταξιαρχιών του Τορίνο, capo colonna delle Brigate Rosse di Torino, ο οποίος είχε συλληφθεί προηγουμένως στις 19 φεβρουαρίου και ο οποίος, την δεύτερη ημέρα της ανακρίσεώς του (στις 2 απριλίου), επιβεβαίωσε πως είχε μάθει πως ο  Marco Donat Cattin είναι μαχητής της PL.[31]

στις 5 μαίου 1980, εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης για τον Marco Donat Cattin για »συμμετοχή και οργάνωσης ένοπλης ομάδας με το όνομα Πρώτη Γραμμή», per «partecipazione e organizzazione di banda armata denominata Prima Linea«.[32] την ίδια ημέρα κατά την οποίαν η είδηση παρουσιάζεται από τις εφημερίδες, και πριν ακόμη συλληφθεί, ο  Donat Cattin καταφέρνει όμως να το σκάσει στην Γαλλία, in Francia. η φυγή του υπήρξε αντικείμενο σκληρής διαμάχης στον πολιτικό κόσμο που συμπεριέλαβε τον πατέρα του και τον τότε πρωθυπουργό Κοσίγγα, il padre e l’allora presidente del ConsiglioFrancesco Cossiga, ο οποίος κατηγορήθηκε πως πληροφόρησε προληπτικά τον Carlo Donat Cattin όσον αφορά τις έρευνες για τον γιο του και πως μάλιστα τον διευκόλυνε στην φυγή του στο εξωτερικό. riguardo alle indagini sul figlio e di averne addirittura agevolato la fuga all’estero. οι μετέπειτα έρευνες δεν έδειξαν καμία ευθύνη από πλευράς Cossiga.[33]

στις 20 δεκεμβρίου 1980 ο  Marco Donat Cattin τελικά εντοπίζεται και συλλαμβάνεται στο Παρίσι,  a Parigi και στην συνέχεια εκδίδεται στην Ιταλία, τον φεβρουάριο του  1981. λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 5 δεκεμβρίου, 95 μαχητές που παίρνουν μέρος στην Prima Linea διώκονται για ένοπλη ομάδα, χάρη στις αποκαλύψεις του μετανιωμένου  Roberto Sandalo: ανάμεσα στους κατηγορούμενους φιγουράρουν οι Roberto RossoSusanna RonconiMarco Donat Cattin e Maurizio Bignami.[34]

το 1981 στο Barzio, στην επαρχεία του Κόμο, provincia di Como, λαμβάνει χώρα ένα νέο Συνέδριο,una nuova Conferenza της Οργάνωσης που αποφασίζει την διάλυση της Prima Linea και την γέννηση ενός νέου οργανωτικού πόλου, e la nascita del nuovo Polo Organizzato,[2] ένα δίκτυο  προστασίας για τους μαχητές οι οποίοι αναζητούνται. στα δεύτερα μισά του ιδίου έτους, ενώ οι επιζήσαντες ατομικά συγκλίνουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες,  nelle Brigate Rosse, τα πιο γνωστά στελέχη, που βρίσκονται ακόμα ελεύθερα, καταφέρνουν να ανασυνταχθούν σε δυο ομάδες: i Nuclei comunisti combattenti, κομουνιστικοί μαχητικοί Πυρήνες οδηγούμενοι από τον  Sergio Segio, και οι οργανωμένοι κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση,  Comunisti organizzati per la liberazione proletaria, ένας σχηματισμός που είχε για σκοπό την απελευθέρωση των κρατουμένων για ένοπλη μπάντα και για πολιτικά αδικήματα γενικότερα, οδηγούμενοι από την  Giulia Borelli.[3]

§1982-1983: η διάλυση

στις 3 ιανουαρίου 1982, ο Segio, και άλλοι μαχητές, καταφέρνουν ν’ ανοίξουν ένα πέρασμα στον περιμετρικό τοίχο της φυλακής στο Rovigo και να ελευθερώσουν την συντρόφισσά του, Susanna Ronconi, η οποία δραπετεύει μαζί με 3 άλλες φυλακισμένες της  Prima Linea. στην διάρκεια της έκρηξης, όμως, σκοτώνεται ένας περαστικός, ο Angelo Furlan.[15]

στην διάρκεια της δίκης της Prima Linea στην Firenze, το 1983,  η απόφαση αυτοδιάλυσης ανακοινώνεται επίσημα. η απόφαση είχε επικυρωθεί σε Συνέδριο εσωτερικό της οργάνωσης που είχε γίνει στην φυλακή του  Torino της άνοιξη-καλοκαίρι 1983, και που στην συνέχεια επεξηγήθηκε σε ένα μακρύ μανιφέστο με τίτλο »Είναι πως έχετε έναν καταραμένο τοίχο στο κεφάλι σας», “Sarà che avete nella testa un maledetto muro” (noto anche come Il Muro), [γνωστό και ως ο Τοίχος], στο οποίο θεσπίζεται η παραίτηση στα όπλα.[2]στο έγγραφο, με το οποίο οι μαχητές παίρνουν  αποστάσεις τόσο από την ταξιαρχίτικη ορθοδοξία όσο και από τα φαινόμενα διάστασης των πρώτων μετανιωμένων, αναδύεται η λήψη απόστασης από την ένοπλη πάλη και, ταυτοχρόνως, η συνέχιση της πολιτικής δέσμευσης διαμέσου άλλων εργαλείων, »συγκρουσιακής διαμεσολάβησης», di «mediazione conflittuale«.

« η παρτίδα που παίζεται είναι η ικανοποιητική ανάκτηση μιας επαναστατικής διαδικασίας τελικά απηλλαγμένης από κάθε ολοκληρωτική υπόθεση που θα πτωχοποιεί τον τεράστιο πλούτο και την πολυπλοκότητα των ανταγωνιστικών πρακτικών. πρέπει να αντιληφθούμε την βαθιά επιθυμία ελευθερίας, των προσωπικών και συλλογικών ελευθεριών που διατρέχει το σώμα της κοινωνίας και, οπότε, να συνδεθούμε με εκείνα τα κινήματα που διεισδύουν, διασχίζουν, τέμνουν το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας,  μεταφέροντας επίσης στο εσωτερικό του ριζοσπαστική κριτική, αλληλεπιδρώντας μαζί του για να επιβάλλοντας  εκ νέου τροποποιήσεις ή αποσπώντας νίκες. […] είναι η περίπτωση μεγάλων δημοφιλών επιλογών σε θέματα κοινωνικών ελευθεριών και ανθρωπίνων ανθρώπινων πεπρωμένων, διαζύγιο, εκτρώσεις, πυρηνικοί σταθμοί, κλπ. »
(από το ντοκουμέντο »ο Τοίχος», ιούνιος 1983 – Dal documento “Il Muro”, giugno 1983[35])

στην ιστορία της, η Prima Linea ήταν παρούσα κυρίως σε CalabriaCampaniaEmilia-RomagnaLazioLombardiaPiemontePugliaToscana και Veneto και, στην δραστηριότητά της, ενεπλάκησαν  923 άνθρωποι.[2]

§γεγονότα που ακολούθησαν

στις 21 φεβρουαρίου 1987 (ακολουθώντας αυτό που είχαν ήδη κάνει οι Sergio D’Elia και Maurice Bignami) Federico Alfieri, Gianfranco Mattacchini, Adriano Roccazzella, Rosaria Roppoli, Paolo Zambianchi, Roberto Rosso, Liviana Tosi, Susanna Ronconi, Sergio Segio, Paolo Cornaglia, κρατούμενοι στην φυλακή του  Torino και καταδικασμένοι για αδικήματα σχετικά  με την ιδιότητα του μέλους τρομοκρατικής ομάδας, γράφονται στο ριζοσπαστικό κόμμα,  si iscrivono al partito radicale[36] φέροντας εις γνώσιν τα ιδεολογικά κίνητρα με μια μακρά επεξηγηματική επιστολή γύρω από το θέμα :  Le regole del gioco e la democrazia., »οι κανόνες του παιχνιδιού και η δημοκρατία». το κείμενο διακηρύσσει την εγκατάλειψη λανθασμένων επιλογών τόσο στις μεθόδους που είχαν χρησιμοποιηθεί όσο και στις οπτικές που είχαν επιλεγεί για την ανάλυση της ιταλικής πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης εκείνου του καιρού.

« όταν, πριν λίγο χρόνο, επιλέξαμε και ζητήσαμε την εγγραφή στο ριζοσπαστικό Κόμμα, το κάναμε ζητώντας την δεύτερη ταυτότητα, παρά το ότι δεν κατέχαμε την πρώτη. με αυτό θέλαμε να υπογραμμίσουμε την σύνεση, τις αμφιβολίες, ίσως και την συστολή μας, με την οποίαν πλησιάζουμε στο δύσκολο πρόβλημα των κανόνων του παιχνιδιού, της δημοκρατίας. πρόβλημα δύσκολο όχι μόνο για εμάς που το πλησιάζουμε αυτή την στιγμή σαν νεοφώτιστοι, έχοντας ανατρέψει τις παρελθούσες οπτικές  […] εμείς δεν έχουμε να δώσουμε μεγάλους ορισμούς; έχουμε μόνο την ζωντανή ανάμνηση μιας εποχής που μόλις ολοκληρώθηκε, τελειώνοντας σαν τραγωδία  […] θέλουμε λοιπόν η πρώτη ταυτότητα να εκφράζει τις αμηχανίες μας και τις δυσκολίες μας στο να πλησιάσουμε τα μεγάλα θέματα τα οποία ο παρόν χρόνος θέτει; με την δεύτερη ταυτότητα, που κοιτάζει προς το μέλλον, διακινδυνεύουμε, παραθέτουμε την διάθεσή μας για συμμετοχή και για συνάντηση στα πολλά επίπεδα που η πραγματικότητα αυτής της χώρας όπως και η διακρατική προσφέρουν με την ριζοσπαστικότητα που διαπερνά τις καταστάσεις . »
(Notizie Radicali n· 62 del 18 marzo 1987[37]), Ριζοσπαστικά Νέα

την πρώτη μαίου 1987 η αντάρτικη οργάνωση επίσημα κηρύσσεται διαλυμένη παραδίδοντας τον εαυτό της στο Διακρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα,  consegnandosi nelle mani del Partito Radicale Transnazionale

ο Sergio Segio, ένας από τους  leader, αφού έχει εκτίσει ποινή 22 χρόνων, εργάζεται για την αποκατάσταση μειονεκτούντων της κοινωνίας συνεργαζόμενος σε αυτό με τον πατέρα, donLuigi Ciotti.[38]  έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα γύρω από τις θεματικές της φυλακής και το 2005 βγήκε το βιβλίο του «Miccia Corta«, που μιλά για την ιστορία της  PL.

ο Marco Donat-Cattin, ελεύθερος από τον μάιο του 1987, πέθανε στις 18 ιουνίου  1988, στον αυτοκινητόδρομο  Serenissima, κοντά στα διόδια της Verona sud, αφού τον παρέσυρε αυτοκίνητο την ώρα που, έχοντας κατέβει από το δικό του, προειδοποιούσε τα αυτοκίνητα που διέρχονταν να κόψουν ταχύτητα για να αποφύγουν ένα ατύχημα στο οποίο και αυτός ο ίδιος είχε ελαφρά εμπλακεί.[39]

στις 10 απριλίου 2008 ο Roberto Sandalo συνελήφθη από τους Καραμπινιέρους της  ROS και τους αστυνομικούς της  DIGOS του Milano μετά από παραγγελία σύλληψης που είχε σχέση με επιθέσεις στα τζαμιά και στα πολιτιστικά ισλαμικά κέντρα του Μιλάνο που συνέβησαν τους μήνες που προηγήθηκαν.[40]

ο Sergio D’Elia, στις πολιτικές εκλογές του απριλίου 2006 εκλέχθηκε βουλευτής στην Camera dei deputati για την Rosa nel Pugno και στην συνέχεια ορίστηκε σαν γραμματέας στην Προεδρία της Κάμερας, ed è in seguito stato nominato segretario alla Presidenza della Camera. είναι Γραμματέας της ριζοσπαστικής ένωσης  Nessuno Tocchi Caino, [σε ελεύθερη μετάφραση Κανείς να μην αγγίξει τον Κάιν], που ιδρύθηκε το 1993, με στόχο να καταργηθεί η ποινή του θανάτου. είναι επίσης μη βίαιος ακτιβιστής , un attivista nonviolento ενάντια στα βασανιστήρια, contro la tortura , e in difesa dei diritti umani in Italia e nel mondo, υπερασπιζόμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ιταλία και σε όλον τον κόσμο.

§Esponenti di Prima Linea, κάποιοι από τους μαχητές

§Filmografia, ταινία

  • «La prima linea«, του Renato De Maria, film που βγήκε στις αίθουσες το 2009 και είναι ελεύθερα εμπνευσμένο από το βιβλίο »Κοντό Φυτίλι»του  Sergio Segio, «Miccia Corta»[41]

§Note, σημειώσεις

  1. ^ a b c Agasso, 2013, p. 18
  2. ^ a b c d e f g h i j k Prima linea: lo spontaneismo armato comunista su Arianna Editrice.
  3. ^ a b c d e f g h Movimentismo e militarismo. Prima Linea anima armata del ‘68 su Gnosis.
  4. ^ a b c d e Breve storia di Prima Linea su Settantasette.
  5. ^ Relazione della Commissione Parlamentare sul Terrorismo in Archivio ‘900
  6. ^ a b Agasso, 2013, p. 19
  7. ^ Schede/1976/Enrico Pedenovi su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  8. ^ Il delitto Pedenovi su Blog di Ugo Maria Tassinari.
  9. ^ È stato vittima di pazzi criminali Dopo i delitti sciavano al Sestriere su Archivio ‘900.
  10. ^ Schede/1977/Giuseppe Ciotta su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  11. ^ L’ex terrorista su Facebook: nella mia vita solo danni su il Corriere della Sera.
  12. ^ Caduti a Milano e in Lombardia per fatti di eversione e terrorismo tra il 1969 e il 1982 su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  13. ^ Giancarlo Niccolai insignito della medaglia d’onore su il Tirreno.
  14. ^ a b c d Agasso, 2013, p. 36
  15. ^ a b c d e f g Cronologia di Prima Linea su Renatadurando.com.
  16. ^ Galli, 2007, p. 139
  17. ^ Omicidio di Domenico Bornazzini, Carlo Lombardi e Piero Magri, 1º dicembre 1978 su Rete degli archivi.
  18. ^ Schede/1978/Domenico Bornazzini su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  19. ^ Agasso, 2007, p. 130
  20. ^ Galli, 2007, p. 145
  21. ^ Galli, 2007, p. 150
  22. ^ Ex terrorista confessa omicidio di un agente: reato prescritto in Il Corriere della Sera.
  23. ^ Agasso, 2013, p. 37
  24. ^ Cinquant’anni di bombe, terrorismo e violenza politica – 1979 su Aivit.
  25. ^ di Torino
  26. ^ Galli, 2007, p.158
  27. ^ 1980: il terrorismo in Brianza su Associazione culturale Storia&Territorio.
  28. ^ L’uccisione del giudice Guido Galli in il Fatto Quotidiano.
  29. ^ Cronologia di Prima Linea in «Renatadurando.com»
  30. ^ Biografia di Roberto Sandalo su il Corriere della Sera.
  31. ^ a b L’affare Donat Cattin su Fondazione Italiani.
  32. ^ AaVv, 1992, p. 906
  33. ^ Cossiga, Donat-Cattin e la rivelazione sul figlio terrorista in Il Corriere della Sera.
  34. ^ AaVv, 1992, p. 942
  35. ^ La Storia di Sergio D’Elia in Nessuno tocchi Caino
  36. ^ Notizie Radicali n· 62 del 18 marzo 1987 su Radio Radicale.
  37. ^ Notizie Radicali del 18 marzo 1987 in Radio Radicale
  38. ^ Sergio Segio. Militante politico su Archivio ‘900.[1]
  39. ^ Fermatevi fermatevi è un’auto l’ha falciato in la Repubblica.[2]
  40. ^ Attentati a moschee e centri islamici arrestato Sandalo (ex Prima Linea) in la Repubblica.[3]
  41. ^ Scamarcio e Mezzogiorno armati attraversano le strade di Adria in Il Resto del Carlino.[4]

§Bibliografia, βιβλιογραφία

ο τσάμικος

αυτονομία, autonomia

Franco Tommei και Paolo Pozzi: ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ MILANO (14).

Αυτό το άρθρο είναι μια θαμπή και κάπως κουνημένη φωτογραφία. Και μάλλον μια αυθόρμητη αντίδραση για τις τελευταίες μέρες του κινήματος στο Μιλάνο. Εκείνου του κινήματος των Kύκλων του Νεανικού Προλεταριάτου εναντίον της μαύρης εργασίας και υπέρ των νέων χώρων κοινωνικότητας, που αναπτύχθηκε με συγκεκριμένες μορφές μεταξύ του 1975 και του 1976. Το ’77 είχε πλέον τελειώσει, απέμεινε ένας χώρος διστακτικών, κατακερματισμένων, αγωνιστών, που σ’ ένα βαθμό έτειναν να κάνουν το “άλμα” στον ένοπλο αγώνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli proletariato giovanile, anni '70

Στη δυναμική της πορείας στην Assolombarda, στις 12 Μαρτίου του 1977, στις διαφωνίες για τη διαδρομή και τους στόχους της, σ’ αυτά που τελικά έγιναν, μπορούμε να δούμε τη φτώχεια και την επικείμενη διασπορά. Φαίνεται το υδατογράφημα της αντίθεσης μεταξύ της βίας, ακόμη και σκληρής, του κινήματος, και του “πολεμικού λόγου” που θα αποτελέσει τυπικό χαρακτηριστικό των ένοπλων οργανώσεων.

Δεν είχαμε μείνει πολλοί στο Μιλάνο, το μεγαλύτερο μέρος των αυτόνομων είχε φύγει την προηγούμενη μέρα. Το βασικό ραντεβού εκείνων των ημερών, για ολόκληρο το κίνημα του ’77, ήταν η μεγάλη πορεία που είχε συμφωνηθεί να γίνει στη Ρώμη. Αλλά, αν και λίγοι, αποφασίσαμε να διαδηλώσουμε κι εμείς. Ο θάνατος ενός συντρόφου στην Μπολόνια, τα τεθωρακισμένα που κάλεσε ο Zangheri προκειμένου να περιφρουρήσουν την πόλη-βιτρίνα του ιταλικού κομμουνισμού, η διαδήλωση στη Ρώμη, μας επέβαλλαν, σχεδόν μας υποχρέωσαν, να κατέβουμε στο δρόμο.Παρότι λίγοι, ήμασταν όλοι παρόντες: οι επιτροπές της Senza Tregua, εμείς του “Rosso”, τμήματα της Lotta Continua, η κολλεκτίβα του Casoretto και τα υπολείμματα των Νεανικών Λεσχών. Αυτές, οι Λέσχες, υπήρξαν ολόκληρο το 1976, μέχρι τη μάχη-ήττα στη Σκάλα, το κίνημα που ηγεμόνευε πολιτικά στο Μιλάνο.

(Olycom)

Η πορεία εκείνη τη 12η Μάρτη του ’77 δεν είχε τίποτα το εύθυμο και το γιορτινό. Πρόσωπα σκυθρωπά, θυμωμένα. Τα σακίδια γεμάτα μπουκάλια και κάτω από το μπουφάν βάσιμες υποψίες για την ύπαρξη όπλων. Σ’ ένα κέντρο της πόλης απολύτως άδειο και γεμάτο φόβο, η πορεία κινούνταν αργά, σε αναζήτηση στόχων. Αλλά αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να την πέσει σε σούπερ μάρκετ για απαλλοτριώσεις ή σε απομονωμένους φύλακες για να τους αφοπλίσει. Είχαν δολοφονήσει έναν σύντροφο στην Μπολόνια και απέναντι σε αυτό το γεγονός τα πάντα φαίνονταν αναντίστοιχα. Ωστόσο, στην κεφαλή της πορείας, τα συνηθισμένα συνθήματα γεμάτα οργή και μίσος. Πολλά χέρια υψώνονταν στον ουρανό, κάνοντας το σχήμα του πιστολιού.

Εμείς του “Rosso” φτάσαμε ελάχιστα προετοιμασμένοι, οι “καλύτεροι”, με τον αντίστοιχο εξοπλισμό, είχαν φύγει. Αλλά μπορούσες να μην κατέβεις σε μια πορεία το ’77; Έτσι λοιπόν, κάτω μαζί με τους άλλους. Σου έπαιρνε κάμποση ώρα να ανακαλύψεις τα παιδιά από το “Baggio”, τα παιδιά της Siemens, της “Boviza”. Δεν υπήρχε ένας που να μη φοράει μαντήλι στο πρόσωπο. Κι έπειτα πήραμε τον περιφερειακό δρόμο προς τα Navigli. Μέχρι που; Στο ύψος της οδού Monforte η πορεία σταμάτησε ξαφνικά. Τρέξαμε γρήγορα στην κεφαλή της πορείας. Εκεί μπροστά μας, ήταν η νομαρχία, περικυκλωμένη από δυνάμεις των καραμπινιέρων που κρατούσαν καραμπίνες. Μεταξύ των υπευθύνων των διαφόρων ομάδων της αυτονομίας έγινε μια χαμηλόφωνη συζήτηση. Μας ρώτησαν αν εμείς του “Rosso” συμφωνούσαμε να επιτεθούμε στη νομαρχία, με όλα τα μέσα.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale rosso anni 70

Μας πήρε ένα λεπτό να καταλάβουμε ότι όλη αυτή η παρανομία, η παραβατικότητα στην οποία είχαμε εμπλακεί και η οποία αποτελούσε μέρος του κινήματος, τώρα θα στρεφόταν εναντίον του ίδιου του κινήματος: η χρήση της βίας δεν ήταν πλέον στην υπηρεσία μιας συγκρουσιακής και βίαιης διαπραγμάτευσης, αλλά μετατρεπόταν σε αποκλειστικό προνόμιο όποιου ήθελε να εγκαταλείψει κάθε πιθανότητα μαζικής πολιτικής δουλειάς, επιλέγοντας τη γραμμή της μάχης και της παρανομίας. Αλλά εκείνη η παρανομία, εκείνη τη στιγμή, άμεσα, χρειαζόταν να βρει μια διέξοδο διαφορετική από τη νομαρχία, αλλά εξίσου βίαιη. Μια “γραμμή διαφυγής” που θα επέτρεπε στο “Rosso” να παρέμβει σ’αυτό το μικρό μέρος του κινήματος που υπήρχε στο Μιλάνο, αποφεύγοντας τη θανατηφόρα σύγκρουση με τους καραμπινιέρους.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale senza tregua anni 70

“Εμείς του “Rosso” θέλουμε να διαδηλώσουμε στην Assolombarda, ένας από τους λόγους που είμαστε σήμερα εδώ είναι ο αγώνας των εργατών της Marelli εναντίον της αναδιάρθρωσης. Δεν συμφωνούμε με μια επίθεση σήμερα στο κράτος, κάτι τέτοιο δεν απασχολεί την αυτονομία. Δε βλέπετε τα τουφέκια των μπάτσων, είναι τρέλα!”. Κάποιες βρισιές, βλαστήμιες, σπρωξίματα. Τελικά η πορεία ξεκινά εκ νέου. Πέρασε η άποψη να κατευθυνθεί στην Assolombarda. Ανακούφιση, αν και στο μυαλό μας ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχε ένα τεράστιο μπέρδεμα. Ήμασταν σε αδιέξοδο. Πώς θα βγαίναμε απ’ αυτό; Αλλά είχαμε ήδη πάρει αντίθετη πορεία, για να ξεφύγουμε απ’ αυτό που η πλειοψηφία από εμάς δεν ήθελε εκείνη τη μέρα. Εμείς του “Rosso” και εκείνοι του Casoretto μπήκαμε μπροστά. Τελικά φτάσαμε στην Assolombarda.

banda-bellini

Εναντίον του άδειου και γεμάτου τζάμια μεγάρου, εκτοξεύσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Μολότoφ κατά βούληση, πιστολιές και τουφεκιές. Και το να πέσουν τα τζάμια του “σπιτιού των αφεντικών” ήταν χαρά. “Κάψτε το παιδιά, κάψτε το”, ακούγαμε πίσω μας. Έπειτα φύγαμε γρήγορα. Ήταν η τελευταία προσπάθεια στο Μιλάνο να συνδεθεί η εξεγερσιακή βούληση του κινήματος με τις οργανωμένες ομάδες της αυτονομίας, που μετά από λίγο θα σβήσουν, πιασμένες στη μέγκενη της καταστολής και της στρατιωτικοποίησης. Ήταν η τελευταία πορεία στην οποία επιδείχθηκε το υψηλότερο επίπεδο της σύγκρουσης (και σε σχέση με τον εξοπλισμό), χωρίς να επιτεθούμε σε πρόσωπα, σε ανθρώπους. Δυο μήνες μετά, κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης εναντίον της καταστολής, σκοτώθηκε ο αστυφύλακας Custra: η ένοπλη γραμμή είχε περάσει στο εσωτερικό του κινήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για milano '77, autonomia operaia

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf