σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – τρίτος τόμος, Gli autonomi – volume III

Με αυτό τον τρίτο τόμο ολοκληρώνεται το «έπος» της εργατικής αυτονομίας, ένας επαναστατικός χώρος που διαδραμάτισε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά και πολιτισμικά σενάρια της χώρας μας τη δεκαετία του 70 του περασμένου αιώνα.
Μετά τον πρώτο τόμο για τις «αφηγήσεις» και το δεύτερο για τις «θεωρίες», αυτός ο τρίτος επικεντρώνεται στις σχέσεις που οι αυτόνομοι έπλεξαν με τους πολιτισμούς: την τεχνολογία, τις εκδόσεις, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την φωτογραφία, τα κινούμενα σχέδια, την μουσική, το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση …
Το συνημμένο DVD περιέχει εκατοντάδες αρχειακά έγγραφα: κάρτες και καλύμματα βιβλίων, περιοδικά, εφημερίδες, φυλλάδια, ιστορικά δοκίμια. Επίσης: δεκάδες κόμικς, κινούμενα σχέδια, γραφές και συνθήματα, αφίσες, τραγούδια. Εκατοντάδες φωτογραφίες. Προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τα υλικά εκείνων των χρόνων και τον πλούτο αυτών των ιστοριών και εκείνων των θεωριών, αυτών των ζωών. Σίγουρα, πολλά άλλα έχουν παραμείνει έξω, και πολλά ακόμα υπάρχουν που πρέπει να ειπωθούν, να ερμηνευτούν. Αλλά εμείς δεν θέλαμε να είμαστε εξαντλητικοί και να πούμε την τελευταία λέξη, αλλά να «τιμήσουμε» , να αποδώσουμε τιμές στην εργατική αυτονομία , να μιλήσουμε για τα νοήματα και την ευφυία της, τη δημιουργικότητά της, τη φαντασία της, τη δύναμή της. Να τιμήσουμε τους χιλιάδες φυλακισμένους συντρόφους, τους εκατοντάδες εξόριστους. Όλους εκείνους που δεν είναι πλέον κοντά μας, που τους κρατάμε σφιχτά στην αγκαλιά μας.
Παρεμβάσεις των: Αρχείο Primo Moroni, Nanni Balestrini, Franco Berardi (Bifo), Cesare Bermani, Sergio Bianchi, Lanfranco Caminiti, Lucio Castellano, Stefano Chiodi, Andrea Colombo, Andrea Cortellessa, Tano D’Amico, Renato Donati, Umberto Eco, Ida Faré, Chicco Funaro, Augusto Illuminati, Maurizio Lazzarato, Annamaria Licciardello, Pino Maio, Michele Mordente, Primo Moroni, Vincenzo Miliucci, Toni Negri, Franco Piperno, σύνταξη του Radio Onda Rossa (Roma), Roberto Silvestri, Filippo Scòzzari, Stefano Tamburini, Mauro Trotta, Paolo Virno, Dario Zonta.
ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

 

«Είναι η κρίση – η κρίση ενός «κόσμου», εκείνου της απεριόριστης ανάπτυξης, της παραγωγής δίχως τέλος, της συνεχώς αυξανόμενης κατανάλωσης, μιας λογικής καμπύλης της ιστορίας – το πολιτιστικό παράδειγμα εκείνης της δεκαετίας, η πραγματική επιστημολογική ρήξη που διατρέχει την επιστημονική έρευνα, την επικοινωνία, την καθημερινή ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις, την πολιτική. Και αν κάποια σχέση μπορεί να βρεθεί με το τώρα, είναι ολόκληρη εδώ. Αντιμέτωπα με τις μεταμορφώσεις της παραγωγής, μπροστά στην «κρίση», συγκρούστηκαν έτσι δύο οράματα, δύο πολιτισμοί.
Το πρώτο, αυτό των ιταλών κομμουνιστών, του προγραμματισμού, του κρατισμού, της μείωσης της κατανάλωσης. Της «λιτότητας». Το άλλο, αυτό της εργατικής αυτονομίας, του πολλαπλασιασμού των αναγκών, της αύξησης των μισθών και των εισοδημάτων, της διεύρυνσης της παραγωγής, της άρνησης της εργασίας και της «απραξίας», της εντατικοποίησης της σύγκρουσης. Της «ανάπτυξης». Οι κομμουνιστές θέλουν να απορροφήσουν την κρίση, για να κινηθούν στο όνομα της συμβατότητας, ένα όλον συμπαγές με τον «ιστορικό συμβιβασμό»: αυτός είναι ο πολιτισμός τους.
Η εργατική αυτονομία, αντιθέτως, για την κρίση διαβάζει το πολιτικό χαρακτηριστικό,
της «κυριαρχίας», και θέλει να την ανατρέψει. Ένας νέος κόσμος μπορεί να εμφανιστεί, εμφανίζεται ήδη, ο παλιός κόσμος αντιστέκεται και τον συμπιέζει. Αυτή είναι η κουλτούρα μας. Και αν κάποια σχέση μπορεί να υπάρχει με το τώρα, είναι όλη εδώ. Χωρίς ενοχές, οι αυτόνομοι σαμποτάριζαν τα εργοστάσια και την διοίκηση της παραγωγής, την κυριαρχία της, έσπαζαν τις βιτρίνες των καταστημάτων και έκλεβαν τα ρούχα, εισέβαλαν στα σούπερ μάρκετ και γέμιζαν τα καρότσια με σολομούς και φουά γκρα, με σαμπάνια και ουίσκι, κατελάμβαναν τα σπίτια και τις γειτονιές και τις πλατείες, δεν πλήρωναν τους λογαριασμούς τους, διέκοπταν τα μαθήματα των κόκκινων βαρόνων και τους κορόιδευαν. Χωρίς ενοχές, αποτίναζαν από πάνω τους την κουλτούρα της κρίσης. Πιπιλίστε στην εσείς, την κρίση, εμείς έχουμε έναν κόσμο που πρέπει να αρπάξουμε. Με τις κουκούλες. Στην ανάγκη, με το P38. Ναι. Ήμασταν τραχείς; εμείς ήμασταν άκομψοι; Και πού ήταν η esprit de finesse, στα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα που τριγυρνούσαν μες τις πλατείες, στους καραμπινιέρους που πυροβολούσαν στο ύψος ανθρώπου, στα συνωμοσιολογικά ντελίρια, στη χυδαιότητα των κομμουνιστών;
Αυτή είναι η κρίσιμη μάχη εκείνων των ετών, αυτής της δεκαετίας, μια σύγκρουση όλη προς τα αριστερά. Η πολιτιστική μάχη είναι όλη «πολιτική». Η πολιτιστική μάχη είναι όλη «βία». Αλλά είναι στην καλύτερη παράδοση αυτής της χώρας: είναι όταν η πολιτιστική μάχη έχει γίνει πολιτική, δημόσιος χώρος, κοινωνικά κινήματα, που η Ιταλία βρέθηκε ξανά, ως γλώσσα, ως έδαφος, ως «έθνος». Το να μην διαβάζεται ακόμα εκείνη η πολιτική μάχη σαν πολιτιστική σύγκρουση, και σαν κρίσιμη σύγκρουση για εκείνο που έχει έρθει, είναι η διαιώνιση μιας άπονης, αναίσθητης άγνοιας».

Από την εισαγωγή των Lanfranco Caminiti και Sergio Bianchi

ISBN:
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ
ANNO: ΕΤΟΣ 2008
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi Τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni Settanta Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – πρώτος τόμος, Gli autonomi – volume I

Οι θεωρίες, οι αγώνες, η ιστορία

Gli autonomi – volume I

Gli autonomi - volume I

«Εξτρεμιστές», «βίαιοι», «προβοκάτορες», «ταραχοποιοί», «αλαζονικοί», «squadristi», «diciannovisti», «fiancheggiatori», «τρομοκράτες». Αυτά είναι μόνο μερικά από τα επίθετα που επινοήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του Εβδομήντα από διακεκριμένους ηγέτες της κοινής γνώμης, διανοούμενους, κομματικά ηγετικά στελέχη και συνδικαλιστές ηγέτες για να ορίσουν τους αυτόνομους, έναν ποικιλόμορφο χώρο επαναστατών που δραστηριοποιούνταν εκείνη τη χρονική περίοδο στη χώρα μας.

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.
Μα οι αυτόνομοι ήταν μοναχά ένα συνονθύλευμα ανορθολογικού εξτρεμισμού, βίαιο και απελπισμένο; Για πρώτη φορά σε αυτό το έργο, διατρέχονται τα στάδια της κατασκευής του θεωρητικού του πλαισίου που έχει ρίζες πίσω στην ευγενή παράδοση της σκέψης του «εργατισμού», στα περιοδικά «Quaderni rossi» – »κόκκινα Τετράδια», και «Classe» operaia «, »εργατική Τάξη», στην μαχητική εμπειρία της εργατικής Εξουσίας – Potere operaio, διαρκούς Αγώνα – Lotta continua, της Ομάδας Gramsci. Και, ακόμη, ποιες ήταν οι ιδιαιτερότητές του σε σύγκριση με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις και τις ένοπλες οργανώσεις. Αλλά πάνω απ ‘όλα, σε τι αυτή την ιστορία, εξακολουθεί να είναι έντονα ζωντανή και τρέχουσα.

Παρεμβάσεις των: Daniele Adamo, Maria Rosa Belloli, Franco Berardi (Bifo), Sergio Bianchi, Guido Borio, Lanfranco Caminiti, Antonio Casano, Massimo Cervelli, Francesco Cirillo, Antimo De Santis, Valerio Evangelisti, Chicco Funaro, Davide Germani, Valerio Guizzardi (Guizzo), Nicola Latorre, Vincenzo Migliucci, Valerio Monteventi, Giorgio Moroni, Sirio Paccino, Bruno Paladini, Raffaele Paura, Daniele Pifano, Paolo Pozzi, Marco Scavino, Marcello Tarì, Pino Tripodi, Chiara Vozza.

UN ASSAGGIO ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Στη δεκαετία του ’60 και στη δεκαετία του ’70 την Ιταλία διέσχισε μια κοινωνική σύγκρουση διάρκειας και έντασης που δεν έχει παρόμοια- ίση στην πιο πρόσφατη ιστορία. Όλο το φαντασιακό της επανάστασης έχει κατακρημνιστεί εδώ: δεν υπάρχει μια λέξη που δεν έχει ειπωθεί, δεν υπήρξε χειρονομία- κίνηση που δεν έχει πραγματοποιηθεί. Δεν υπήρξε θεωρία που δεν θεωριτικοποιήθηκε. Δεν υπήρξε αγώνας στον κόσμο που να μην έχει ληφθεί υπόψη,τον οποίο χρεωθήκαμε και με τον οποίον δεν υπήρξαμε αδέλφια για τουλάχιστον μια μέρα. Όλα τα όνειρα και όλοι οι εφιάλτες των επαναστάσεων έγιναν σάρκα εδώ.
Αυτή είναι η ιταλική ανωμαλία.
Ότι όλα αυτά προκάλεσαν μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι πραγματικά δύσκολο να το αρνηθείς τώρα. Ότι όλα αυτά έχουν προκαλέσει πραγματικά μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι δύσκολο να αναγνωριστεί τώρα.
Η τεράστια συνειδητοποίηση της εργασίας, η αυτονομία της τάξης, είναι ο καθοριστικός παράγοντας της ιταλικής ανωμαλίας της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, η παρουσία του «μεγαλύτερου δυτικού κομμουνιστικού Κόμματος» είναι ένας σχετικός παράγοντας. Και από κάποιο σημείο και μετά (η «κρίση» της δεκαετίας του ’70) γίνεται ένας αντίθετος και αντιτιθέμενος παράγοντας, στέκεται απέναντι. Η δεκαετία του εξήντα και η δεκαετία του ’70 μπορούν να διαβαστούν ουσιαστικά ως μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ της ταξικής αυτονομίας και των ιταλών κομμουνιστών. Μια σύγκρουση ολόκληρη «μέσα» στην εργασία. Οι αυτόνομοι «προσωποποιούνται – ενσαρκώνουν» αυτή τη σύγκρουση.

Το κλειδί ίσως βρίσκεται εδώ: οι αυτόνομοι είναι περισσότερο συναφείς, σχετίζονται περισσότερο με την ιταλική ανωμαλία παρά με την αυτονομία των εργαζομένων. Όταν ο μεγάλος κύκλος των εργοστασιακών αγώνων έχει τελειώσει, όταν αρχίζει να εξαντλείται η μαζική κινητοποίηση, όταν έχει χαθεί η επανάσταση, να, εμφανίζεται και πάλι η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι. Όταν οι εμπειρίες, τα άτομα, οι ομάδες και τα κόμματα της επαναστατικής αριστεράς έχουν διαλυθεί, συγχωνευθεί, διασκορπιστεί, εδώ είναι οι αυτόνομοι, νάτοι.                                                                                                                                Το πραγματικό σκάνδαλο, η πραγματική ανωμαλία της εργατικής αυτονομίας είναι η βία.

Οι αυτόνομοι ήταν βίαιοι. Οι αυτόνομοι «ήταν» η πλατεία. Η πλατεία είναι ο χαρακτηριστικός τόπος, ο απόλυτος τόπος της πολιτικής εκείνης της εποχής, εκείνων των καιρών. Οι αυτόνομοι παίζουν την πολιτική τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, από την αντίθετη πλευρά, υπάρχουν τα θωρακισμένα αυτοκίνητα. Τα τεθωρακισμένα φυλάσσουν τις πλατείες.
Από τον πρόλογο του Lanfranco Caminiti

Ευρετήριο Indice

Ο κάδος της ιστορίας La pattumiera della storia
Sergio Bianchi

Ο παράγοντας Α Il fattore A
Lanfranco Caminiti

Η τελευταία επανάσταση [με σημειώσεις για την επόμενη] L’ultima rivoluzione (con appunti per la prossima)
Pino Tripodi

Εργάτες ενάντια στην μητρόπολη Operai contro la metropoli
Guido Borio

Διαδρομές της αυτονομίας στην Valle di Susa Percorsi di autonomia nella Valle di Susa
Marco Scavino

H αυτονομία στη Γένοβα L’autonomia a Genova
Giorgio Moroni

Μα η δική μου αγάπη δεν πεθαίνει Ma l’amor mio non muore
Primo Moroni

Η αυτονομία στο Μιλάνο L’Autonomia a Milano
Giovanni Giovannelli

»Ο κομουνισμός είναι νέος και καινούργιος». Το Rosso και η εργατική μιλανέζικη Αυτονομία  «Il comunismo è giovane e nuovo». Rosso e l’Autonomia operaia milanese
Chicco Funaro

Η έφοδος στο σπίτι των αφεντικών L’assalto alla casa dei padroni
Paolo Pozzi

Πρέπει να σου πω κάτι σημαντικό πολύ σημαντικό σημαντικότατο Ti devo dire una cosa importante molto importante importantissima
Sergio Bianchi

Η ελευθερία μου La mia libertà
Maria Rosa Belloli

Η αυτόνομη συνέλευση του Porto Marghera  L’Assemblea autonoma di Porto Marghera
Gianni Sbrogiò

Φωτιές της Αυτονομίας στα βόρειο ανατολικά. Οι πολιτικές Κολλεκτίβες του βένετο για την εργατική εξουσία Fuochi di Autonomia a nordest. I Collettivi politici veneti per il potere operaio
Marcello Tarì

Ονομαζόμασταν »οι γνωστοί αυτόνομοι» Ci chiamavano «i soliti autonomi»
Valerio Monteventi

Η ιδιαιτερότητα της επιθυμίας στο κίνημα της αυτονομίας La specificità desiderante nel movimento dell’autonomia
Franco Berardi (Bifo)

Ελαφρώς αντάρτες Leggermente ribelli
Franco Berardi (Bifo)

La rapa
Valerio Guizzardi

Είμαστε οι αυτόνομοι, είμαστε οι πιο σκληροί… Siamo gli autonomi, siamo i più duri…
Valerio Evangelisti

Aυτόνομοι στη Φλωρεντία Autonomi a Firenze
Massimo Cervelli e Bruno Paladini

εργατικές αυτόνομες Eπιτροπές της via dei Volsci Comitati autonomi operai di via dei Volsci
Vincenzo Miliucci, Sirio Paccino, Daniele Pifano

12 μαρτίου 12 marzo
Davide Germani

Το τρένο της Νάπολι Il treno di Napoli
Raffaele Paura

Συγκρούσεις Collisioni
Chiara Vozza

Αυτοί απ’ την Λουκάνια ήταν οι πιο δυναμικοί I lucani erano i più dinamici
Daniele Adamo e Antimo De Santis

Μπάρι: νότιο εργαστήρι του κέντρου μιας περιφέρειας Bari: laboratorio meridionale del centro di una periferia
Nicola Latorre

Τώρα φτάνει! Mo’ basta!
Francesco Cirillo

Ερασιτέχνες Dilettanti
lanfranco Caminiti

Το αυτόνομο κίνημα του Παλέρμο. Ήτοι η νεανική κοινωνική εξέγερση  Il movimento autonomo palermitano. Ovvero la rivolta sociale giovanile
Antonio Casano

ISBN: 978-88-89969-01-4
PAGINE:ΣΕΛΙΔΕΣ 464
ANNO:ΕΤΟΣ 2007
COLLANA:ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi τα βιβλία
TEMA:ΘΕΜΑ Anni Settanta Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ AUTORE

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
αυτονομία, autonomia

Γενεαλογία και επικαιρότητα του να είμαστε επαναστάτες – Genealogia e attualità del noi rivoluzionario

on 07 Aπριλίου 2016.

 

Δημοσιεύουμε την παρέμβαση που έγινε από τον Giorgio Martinico στην εσωτερική συνέλευση των αυτόνομων κολλεκτίβων του Palermo τον φεβρουάριο του 2016. Εκ τούτου κατευθύνεται ταυτόχρονα σε μια διαδικασία διαμόρφωσης της στράτευσης, της κοινωνικοποίησης των γνώσεων της δικής μας πλευράς και της συλλογικής επεξεργασίας. Με μεγάλη σαφήνεια και ικανότητα προσδιορισμού των βασικών θεμάτων, η παρέμβαση αντιμετωπίζει το ζήτημα του να είμαστε επαναστάτες από την σκοπιά της γενεαλογίας και της επικαιρότητας της επαναστατικής προοπτικής. 

Μια οργανωμένη πραγματικότητα όπως η δική μας, που δεν αρνείται την πολυπλοκότητα της πολιτικής της πρακτικής ενώ προσπαθεί να αναζητήσει την απλότητα του λεξιλογίου σχετικά με αυτήν, έχει το καθήκον να καταγράψει πολύ καλά στην μνήμη των στρατευμένων τις διαδρομές, τα γεγονότα, τις αναφορές, ιδέες, συλλογισμούς και τακτικές αυτών που σήμερα βρίσκονται στο βλέμμα μας, να καταγράψει αυτό που σήμερα είναι η όψη της ιστορίας αυτών που ζήσαμε μέσα σε αυτά τα 14 χρόνια.

Διότι, από την κατάληψη του πρώτου κοινωνικού κέντρου μέχρι όλους τους επόμενους σχεδιασμούς (άλλα κοινωνικά κέντρα γειτονιάς, σπουδαστικά, θέατρα κατειλημμένα, φοιτητικές κολλεκτίβες και φοιτητικά κινήματα, κολλεκτίβες στα σχολεία και συντονιστικά στα σχολεία, κέντρα σπουδών, λαϊκά γυμναστήρια, καταλήψεις σπιτιών) διασχίσαμε πολιτικές φάσεις, κοινωνικές και κινημάτων πολύ διαφορετικές μεταξύ τους διατηρώντας πάντοτε ξεκάθαρη μια “γραμμή” και ένα σχέδιο “στράτευσης” που καθίσταται “ολοκληρωτικό, συνολικό” όπως, με τον ίδιο τρόπο και σε τέλεια αντίθεση, είναι“ολοκληρωτικό” το κοινωνικό σχέδιο του μοντέρνου καπιταλισμού. Και κάθε εποχή, κάθε φάση, έχει τις ιδιαιτερότητες της: κάθε χρόνος μεταφέρει μαζί του τις επαναστατικές δυναμικές και δυνατότητες του.

Και, τότε, η θέληση μου να επιστρέψω σε κάποιους “κλασικούς” της πολιτικής κομουνιστικής και επαναστατικής σκέψης αναλαμβάνει την παιδαγωγική, ελπίζω, λειτουργία φωτίζοντας στους πιο “πρόσφατους” αγωνιστές όχι τόσο τις αιτίες λιγότερο ή περισσότερο προσφάτων επιλογών τακτικο/στρατηγικών από πλευράς της δικής μας αυτόνομης οργάνωσης, όσο  (γι αυτή την φορά) τις εννοιολογικές θέσεις μέσα στις οποίες βυθίζονται οι πολιτικές ρίζες αυτών των ίδιων επιλογών. Αυτό, φαντάζομαι, θα μας βοηθήσει να βρούμε την απάντηση την σχετική με το ζήτημα της πολιτικής μας ταυτότητας: ποιοι είμαστε?

Για να το κάνω θα ξεκινήσω από έναν έλεγχο που μου ήρθε στο μυαλό ενώ ετοιμαζόμουν να προετοιμάσω αυτή την παρέμβαση. Αυτός ο έλεγχος ανοίγει το πρώτο δοκίμιο του πρώτου τόμου μιας γνωστής τριλογίας που πολλοί από εμάς γνωρίζουν πολύ καλά: Οι Αυτόνομοι, Gli Autonomi (DeriveApprodi).

Για να ορίσει ποιοι ήταν οι αυτόνομοι ο Sergio Bianchi αποφάσισε να πραγματοποιήσει αυτό τον έλεγχο χαρακτηρισμών που δόθηκαν, από τους εχθρούς, για αυτούς: “εξτρεμιστές, βίαιοι, προβοκάτορες, δολοπλόκοι παραβατικοί, τραμπούκοι, τρομοκράτες, δεκαεννιάχρονοι, fiancheggiatori”

Κι εμείς? Όλοι αυτοί- οι χαρακτηρισμοί- (ή σχεδόν) μαζί με κάποιος άλλους: φασίστες, κομουνιστές, ιδεολόγοι, post-ιδεολόγοι, αντί-ιδεολόγοι, λενινιστές, αυτόνομοι, εξωκοινοβουλευτικοί, θεσμικοί, novecenteschi, μαφιόζοι, πρωτοποριακοί, εγκληματίες, άγγελοι, εθελοντές, ακτιβιστές, identitari, λαϊκιστές, κινηματικοί, ammanicati, κοματόσκυλα, ρεφορμιστές, δημοκρατικοί, αντί-δημοκρατικοί, orizzontalisti, verticisti, λαϊκοί, αστοί, κακομαθημένοι, ultras, φαλαγγίτες, εθνικιστές, παρτιζάνοι, ληστές, συντηρητικοί, τοπικιστές, campanilisti, διεθνιστές, no global, κλέφτες, negriani, μαοϊκοί, cognitari, νοσταλγικοί, αυτονομιστές, αναχρονικοί, μιλιταριστές, σοσιαλιστές, επαναστάτες, ανταγωνιστές, ριζοσπάστες, μαρξιστές, σταλινικοί, συγκρουσιακοί, σεχταριστές, meridionalisti… Και τέλος, οι δυο απολύτως ωραιότεροι χαρακτηρισμοί όλων: “quei rompicazzo! εκείνοι οι σπασαρχίδες” που είχε παραθέσει ο Lagalla (πρύτανης του Πανεπιστημίου του Palermo) και “δομικά ανέντιμοι” χαρακτηρισμός του Ruffino (κοσμήτορα Ανθρωπιστικών Σπουδών).

Τι είμαστε ως εκ τούτου? Και, συνεπώς, ποιοι είμαστε?

Εάν θα έπρεπε να το κάνουμε κοινότοπα θα το κάναμε με ένα τραγουδάκι : “Είμαστε οι αυτόνομοι των κοινωνικών κέντρων, Siamo gli autonomi dei centri sociali”κλπ. Εάν θα έπρεπε να απαντήσουμε ρομαντικά? Είμαστε ο ήλιος αυτού που πρόκειται να συμβεί…..ή οι παρτιζάνοι του XXI αιώνα…. Λοιπόν, και εάν θα έπρεπε να απαντήσουμε στα σοβαρά? Η απάντηση μπορεί να μοιάζει δεδομένη, ίσως λίγο μπανάλ, μα σίγουρα είναι η αληθινά μόνη βαθύτατη στις πολλαπλές σημασίες της: είμαστε μια επαναστατική οργάνωση! Aς επαναλάβουμε λοιπόν δυο νέες/παλιές ερωτήσεις: τι είναι μια επαναστατική οργάνωση? Ποιος  μπορεί να είναι μέρος αυτής?

Ξεκινάμε λοιπόν από αυτές τις πολύ γενικές ερωτήσεις για να δοκιμάσουμε, στο τέλος της σύντομης παρέμβασης μου, να απαντήσουμε σε ένα πρώτο μισό εκείνου του παλαιού θέματος: ποιοι είμαστε εμείς? Εάν πράγματι, επάνω στο ζήτημα του πως θα μπορούσε ή θα έπρεπε να λειτουργεί μια τέτοια οργάνωση (έτσι όπως και επάνω σε αυτό του τι υπάρχει ή δεν υπάρχει σε εμάς για να είμαστε τέτοιοι- δηλαδή πως είναι σήμερα φτιαγμένος ένας επαναστάτης) θα επιστρέψουμε στην επόμενη από την δική μου παρέμβαση, εγώ πάντως θα προσπαθήσω τώρα να σχεδιάσω μια εικόνα μέσα στην οποίαν βρίσκονται κάποιες από τις θεωρητικές παραπομπές από εμάς υιοθετημένες μέσα στον χρόνο σχετικά με κάποια περάσματα της ιστορίας μας σαν (που πρέπει να επαληθευτούν στο τέλος της συλλογιστικής) επαναστατική οργάνωση.  Και στην συνέχεια δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε, είναι υποχρέωση, ακριβώς από αυτή την τελευταία έννοια: επαναστατική!

Πλέον μια για πάντα μπορούμε ήσυχα να υποστηρίξουμε την ακριβή ταυτοποίηση ανάμεσα στην έννοια της “επανάστασης” και εκείνη της “επανάστασης για τον κομουνισμό”, ή αυτό τουλάχιστον συμβαίνει όταν γίνεται λόγος γι αυτά τα πράγματα στα περιβάλλοντα που αποκαλούνται κομουνιστικά, της αριστεράς. Στην πραγματικότητα, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, ή λέξη επί του παρόντος χρησιμοποιείται από πολλούς εχθρούς (βλέπε Renzi, κι εγώ θα προσέθετα Τσίπρα, και πάει λέγοντας), και πέρα από το ότι αυτός που το έκανε δεν τα κατάφερε σύμφωνα με τις προθέσεις του, γεγονός παραμένει πως αυτοί οι κύριοι δεν έχουν και όλα τα άδικα: η επανάσταση είναι ένα γεγονός τραυματικό η οποία από μια κατάσταση αφετηρίας μεταμορφώνει αυτή την ίδια την κατάσταση σε κάτι ριζικά διαφορετικό.  Αλλά στην πραγματικότητα, αντί αυτού, όταν εμπνεόμαστε από την επανάσταση το κάνουμε εννοώντας με αυτό την κομουνιστική και αντικαπιταλιστική επανάσταση. Οπότε να ξεκινήσουμε με εκείνον τον παλιό λόγιο του Treviri, τον Marx, ο οποίος πρώτος αυτός καθόρισε ακριβώς την συγκεκριμένη αποστολή αυτού που εργάζεται για έναν παρόμοιο στόχο: ο κομουνισμός είναι η κριτική του παρόντος, μα επίσης και κυρίως είναι εκείνο το πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας που γκρεμίζει-διασπά-ανατρέπει το παρόν κράτος των πραγμάτων, την καθεστηκυία τάξη. Ο επαναστάτης είναι συνεπώς αυτός/αυτή που εργάζεται για τον ριζικό μετασχηματισμό του υπάρχοντος διευκρινίζοντας ταυτόχρονα εκείνο που  – περίπου έναν αιώνα μετά τον Marx – o γάλλος φιλόσοφος Deleuze όρισε “ το πέρασμα από την κριτική του υπάρχοντος στην πραγματική σύσταση του κοινού ονόματος” που εμείς ονομάζουμε “κομουνισμό”.

Λέγαμε πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας: σημαντικό πέρασμα δεδομένου πως είναι ακριβώς στον Marx που οφείλουμε την βασική προϋπόθεση γύρω από την οποία, για πάνω από ένα αιώνα, παρακολουθούμε επαναστάσεις, εξεγέρσεις, θεωρίες, διακηρύξεις που έγιναν στο όνομα του κομουνισμού: πως η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις σε διαρκή αγώνα μεταξύ τους.

Kαι επίσης – επαναλαμβάνοντας πάντα τον Marx του Manifesto – “οι κομουνιστές μάχονται για να κατακτήσουν τους άμεσους σκοπούς και τα συμφέροντα (!!!) της εργατικής τάξης, μα μέσα στο παρόν κίνημα εκπροσωπούν την ίδια στιγμή το μέλλον του ίδιου κινήματος”. Όμως ας σταθούμε ένα λεπτό, τόσο χρειάζεται για την σχετική μνεία, επάνω σε δυο θεμελιώδεις λέξεις συνεχίζοντας τον συλλογισμό μας: “άμεσοι” και “κίνημα”. Αυτούς τους όρους θα τους ξανασυναντήσουμε συντομότατα.

Προχωρούμε κάνοντας ξανά ένα βήμα πίσω στον Marx. Λέγω πως για εμάς το να είμαστε κομουνιστές θα πει να είμαστε μαρξιστές, και το να είμαστε μαρξιστές είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουμε για να είμαστε κομουνιστές. Το να είμαστε μαρξιστές δεν μπορεί να σημαίνει να ονειρευόμαστε τον κομουνισμό, να εξιδανικεύουμε τον κομουνισμό, να φανταζόμαστε τον κομουνισμό. Διότι η αξία του Marx δεν υπήρξε μονάχα το ότι ερμήνευσε την συστημική λειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού που γεννιόταν. Δεν ήταν μόνο εκείνη πως ανακάλυψε τον νόμο της υπερεργασίας και της υπεραξίας, πως έγραψε Το Κεφάλαιο, πως προέβλεψε τις τάσεις ενός συστήματος που ήδη σχεδιάζονταν και προγραμματίζονταν με κατεύθυνση προς την χρηματιστικοποίηση, τον φετιχισμό των εμπορευμάτων και της κατανάλωσης, τις κρίσεις υπερπαραγωγής, εν ολίγοις: τον καπιταλισμό σαν “συνολική κοινωνική σχέση”. Δεν υπήρξε ούτε μονάχα εκείνος που διαμόρφωσε την θεωρία των δομών και των υπερκατασκευών γύρω από τις οποίες γεννιούνται και πεθαίνουν οι κοινωνίες και οι ενδογενείς σε αυτές συγκρούσεις. Από αυτή την άποψη αξίζει να θυμηθούμε μια τελευταία φράση του Marx που μας εισάγει απευθείας σε αυτό που του πιστώνουμε περισσότερο απ’ όλα: “Πως το κεφάλαιο περικλείει αντιθέσεις είμαστε οι τελευταίοι που θα το αρνηθούμε. Ο σκοπός μας είναι εκείνος του να τις αναπτύξουμε ολοκληρωτικά” (Grundisse).

Να λοιπόν, αυτό το [σκοπός] “μας” αντιπροσωπεύει το πιο σημαντικό κλειδί μέσα από το οποίο θα ανοιχθούμε σε εκείνη την θεμελιώδη σκέψη που είναι η μαρξιάνα: ο Marx – όπως θα υπογραμμίσει ο Tronti πολλές δεκαετίες αργότερα – είναι ο συγγραφέας της πρώτης εσωτερικής  ιστορίας όχι πλέον του κεφαλαίου, μα της εργατικής τάξης. Αυτή η ιστορία δεν είναι μια απλή ιδεολογική  (ο Marx δεν φτιάχνει ιδεολογία): είναι επιστήμη, επιστήμη της επανάστασης, επιστήμη της κομουνιστικής πρακτικής, επιστήμη της αντικαπιταλιστικής σύγκρουσης. Η εργασία του δεν είναι του ακαδημαϊκού που απευθύνεται σε άλλους ακαδημαϊκούς : αυτός προτείνει αναγνώσεις από και για τους κομουνιστές πολιτικούς αγωνιστές και στρατευμένους! Να η αληθινή του δύναμη, να ο λόγος για τον οποίον είμαστε μαρξιστές.

Έχει λοιπόν η ταυτότητα μας επιτέλους αποκαλυφθεί? Aπολύτως όχι; διότι ανάμεσα στον Marx και εμάς έχει αλλάξει ένας κόσμος, πέρασαν επαναστάσεις, νίκες και ήττες, στοχαστές και μαρξιστές και πάνω απ’ όλα : ταξικά κινήματα. Διότι εάν ο Marx έχει προετοιμάσει το τραπέζι των κομουνιστών, το έστρωσε που λέμε, στο πεδίο εφαρμογής ανάμεσα στους κυριότερους παίκτες υπήρξε εκείνος ο Lenin ο οποίος μια κομουνιστική επανάσταση την έκανε αληθινά… κερδίζοντας την!

Ανοίγω παρένθεση. Μιλώντας για τον Lenin δεν μιλάμε απλά για έναν μεγάλο κομουνιστή ηγέτη.Μιλάμε για έναν στοχαστή ικανό να πραγματοποιήσει στις αρχές του XX αιώνα τις θεωρίες του Marx, επάνω σε δυο ζητήματα ειδικότερα: την κεντρικότητα της τακτικής μέσα στις διαδικασίες αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό; την σχέση ανάμεσα σε πρωτοπορίες και μάζες ή, καλύτερα, ανάμεσα σε κόμμα και τάξη. Μας είναι αγαπητός για αυτούς τους λόγους: διότι υπήρξε ο πρώτος δημιουργός μιας  θεωρίας της οργάνωσης ικανός να θέσει πραγματικά σε πρακτική τις μαρξιστικές αναλύσεις δίχως να δίδει κανέναν χώρο στην διανοητική άσκηση σαν αυτοσκοπό. Αυτός, όχι τυχαία, μιλούσε για  “επαγγελματίες επαναστάτες” μέσα στην οργάνωση των οποίων “δεν πρέπει να υπάρχει καμία διαφοροποίηση ανάμεσα σε εργάτες και διανοούμενους”. ο Lenin υπήρξε από τους πιο αποτελεσματικούς πολεμιστές και διοικητές που επιτίθενται σε ορισμένους πολιτικούς φετιχισμούς – εκείνους που κάποια δεκαετία αργότερα θα καθίσταντο πολεμικό άλογο και/ή Δούρειος ίππος για τα κινήματα της μπουρζουαζίας  – συνδεδεμένους με κάποιες εννοιολογικές συλλήψεις της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, της οριζοντιότητας, της αναζήτησης της αριθμητικής συγκατάθεσης ανεξαρτήτως κόστους.  Αξίζει όλων μια δήλωση του που περιέχεται στο Τι να κάνουμε?: “Για την καταστολή θα είναι πολύ πιο δύσκολο να συλλάβει δέκα επαναστάτες έξυπνους, παρά εκατό ηλίθιους”.

Οπότε: μπορούμε πλέον να πούμε πως είμαστε εκτός από κομουνιστές, μαρξιστές, και λενινιστές?

Προχωράμε. Μιας και ο Lenin κερδίζει την επανάσταση του, γεννιέται η Σοβιετική Ένωση που αποτυγχάνει πιθανότατα ακριβώς εκεί όπου ο Lenin είχε επιστήσει την προσοχή όλων: την πάντα δύσκολη σχέση μεταξύ κόμματος και τάξης. Πάντως, εν τω μεταξύ η Σοβιετική Ένωση είναι εκεί και στον κόσμο γύρω διαβάζονται οι διάφοροι Luxemburg, Benjamin, Lukàcs; στην Ιταλία η κόκκινη διετία, οι πρώτες καταλήψεις εργοστασίων, το κομουνιστικό κόμμα, ο Gramsci. Λοιπόν, επάνω στον Gramsci θα πρέπει να επιστρέψουμε και εξ αιτίας του “ζητήματος του σχετικού με τον νότο, questione meridionale” (θα το κάνουμε στα επόμενα σεμινάρια μας), μα εν τω μεταξύ πρέπει να αναγνωρίσουμε ένα πράγμα: αυτός δεν ήταν μοναχά ο ηγέτης του κόμματος που η ιστοριογραφία του ΚΚΙ μας πρότεινε τις επόμενες δεκαετίες του θανάτου του. Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα του υπήρξε ιδιαιτέρως ένα: στην διάρκεια που διηύθυνε την “Νέα Τάξη, Ordine Nuovo”, ο Gramsci έδωσε μεγάλο χώρο σε μια φόρμουλα που ευτυχώς θα  επαναληφθεί έπειτα από μια δεκαετία: ταξική αυτονομία στον αγώνα για την ίδια την απελευθέρωση! Χρειάζεται εμβάθυνση, δίχως αμφιβολία. Μα λέγαμε: ο Mao και η κινεζική επανάσταση (μια άλλη απόλυτη αναφορά), δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ιμπεριαλισμός Usa, ο κόσμος των δυο μπλοκ, το οικονομικό boom, οι μεταναστεύσεις νότου-βορρά, η χριστιανοδημοκρατία Dc πρώτα, το ιστορικό σύμφωνο μετά. Εν συντομία: ο κόσμος αλλάζει,αλλάζουν οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων, οι ταξικές ισορροπίες, τα συστήματα εκμετάλλευσης… και ο μαρξισμός.

Ο μαρξισμός αλλάζει  (ή εκπληρώνει ένα άλμα) κυρίως χάρη στη συνεισφορά εκείνων που θα ονομαστούν  “εργατιστές”. Μήπως είμαστε κατά τύχη και εργατιστές? Προλαβαίνουμε την απάντηση: ναι, αν και αυτό μπορεί να σημαίνει πως είμαστε λιγάκι λιγότερο κομουνιστές απ’ ότι πριν.Βλέπουμε γιατί, και βλέπουμε αυτό το γιατί ξεκινώντας από μια φράση που πρόφερε πολλά χρόνια αργότερα ένας από αυτούς τους εργατιστές, ο Sergio Bologna: “Eπρόκειτο για την πρώτη μαρξιάνα εμπειρία μη κομουνιστική, που κλείνει δηλαδή με μια ιστορία έριδος με τα υπάρχοντα κόμματα γύρω από την αυθεντικότητα του αληθινού κομουνισμού!”. Σύγχυση? Όχι. Απλός συλλογισμός. Οι εργατιστές ξεκίνησαν όντως από κάποιες διαπιστώσεις: πως μεταξύ των κομουνιστικών κομμάτων και των κινημάτων της τάξης υπήρχε πλέον μια αγεφύρωτη χωριστικότητα, ένα χάσμα (Tronti); πως η φιγούρα του εξειδικευμένου εργάτη όδευε προς την εξαφάνιση μέσα στα εργοστάσια και πως με αυτήν εξαφανίζονταν και εκείνη η φιγούρα του ιδεολογικοποιημένου εργάτη, που συνδικαλίζονταν, που ίσως είχε κάμει την αντίσταση; και πως στην θέση του μια νέα φιγούρα αναδύονταν, προέκυπτε : ο εργάτης μάζα, μη ειδικευμένος, έμμεσα εκπαιδευμένος, με ανάγκες και καταγγελίες της κατανάλωσης κοινές.  Μη πολιτικοποιημένος, μα εισηγμένος σε μια παραγωγική διαδικασία, εκείνη του μεγάλου εργοστασίου, που του επέτρεπε να εργάζεται άμεσα στην καρδιά του εχθρού, το κεφάλαιο και την παραγωγή του. Mα οι εργατιστές έκαναν περισσότερα : κατάλαβαν, για παράδειγμα, πως για να αναγνωστούν οι καινούργιες καπιταλιστικές τάσεις, και σε σχέση με την εκμετάλλευση του εργοστασίου και της εργασίας, δεν απαιτείτο να είναι κάποιος οπωσδήποτε εργάτης,  αλλά χρειάζονταν να εξοπλίσει τον εαυτό του με τα σωστά ερμηνευτικά εργαλεία : να η εργατική έρευνα, που δεν είναι ένα ερωτηματολόγιο όπως κάποιος επιμένει να προτείνει στα σαλονάκια κάποιων ιταλικών πανεπιστημιακών κολλεκτίβων. Ο Romano Alquati θα την περιγράψει με μεγάλη απλότητα:”Την εργατική πραγματικότητα μερικές φορές αρκεί να την περιγράψεις στο επίπεδο της κοινής λογικής και της γλώσσας της καθημερινής ζωής, για να κάνεις μια δουλειά πραγματικής πολιτικής και πολιτιστικής σημασίας και ενδιαφέροντος”. Κι αυτό διότι οι καινούριοι εργάτες συνήθως δεν κάθονταν όπως οι παλιοί να μιλούν αφηρημένα για επανάσταση, δεν είχαν με το ζόρι πολιτικές επαναστατικές αναφορές, δεν ήλπιζαν άλλο από την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών τους. Και ακόμη, να το πούμε όπως ο Mao, ένας αγρότης μπορεί ασυναίσθητα να είναι πολύ πιο επαναστάτης από έναν διανοούμενο που διακηρύσσεται επαναστάτης. Και οι εργατιστές είχαν πολύ καλά δει εντοπίζοντας, σε αυτά τα υποκείμενα, εκείνη την δυνατότητα, και την δυναμικότητα.

Πιστεύω, εν τούτοις, πως μπορούμε να πούμε πως είμαστε εργατιστές λόγω τριών μεγάλων ιδεών που είχαν διαισθανθεί οι εργατιστές. Η πρώτη είναι εκείνη που βλέπει αυτούς ικανούς να καταστρέψουν την κυρίαρχη πνευματική τάση που μείωνε τον ιστορικό υλισμό του Marx σε μιαν αιώνια μεσσιανική αναμονή: περιμένουμε πως ο κομουνισμός θα έρθει, μα ελπίζουμε όχι πολύ σύντομα μιας και δεν είμαστε τόσο έτοιμοι. Θυμόσαστε εκείνο τον όρο χρησιμοποιούμενο από τον Marx, “άμεσοι”? Να που οι εργατιστές τα έσπασαν με την κουλτούρα της θυματοποίησης των κομουνιστών ξεκινώντας να ομιλούν για ικανοποίηση των αναγκών της προλεταριακής και εργατικής πλευράς, εδώ και τώρα!

Η δεύτερη είναι πάντα συνδεδεμένη με την κουλτούρα της ήττας των κομουνιστών της εποχής, που δεν κατάφερναν να δουν άλλες πιθανότητες και δυνατότητες από εκείνες της αντίστασης: αντίσταση ενάντια εκείνου, αντίσταση ενάντια του άλλου, να αντισταθούμε αντισταθούμε αντισταθούμε… Mα αυτή η αμυντικογενής  συμπεριφορά μεταφράζονταν πάντα σε ταπείνωση και στις θανατώσεις των εργατικών αναγκών, διότι εν τω μεταξύ “υπήρχε πάντα κάτι πιο επικίνδυνο από το οποίο έπρεπε να αμυνθούμε όλοι μαζί”, δεν είναι ποτέ καιρός για την επίθεση. Παράλληλα όμως ο καπιταλισμός αναπτύσσει και τελειοποιεί τα όπλα του. Να, από αυτή την άποψη γράφει ο Mario Tronti το ’64: “είδαμε και εμείς πρώτα την καπιταλιστική ανάπτυξη, μετά τους εργατικούς αγώνες. Είναι ένα λάθος. Χρειάζεται να αντιστρέψουμε το πρόβλημα, να ξαναρχίσουμε από την αρχή: και η αρχή είναι ο αγώνας της εργατικής τάξης”. Συνεπώς, η ανάπτυξη και η ανανέωση του καπιταλισμού, η καταπίεση και η καταστολή του καπιταλισμού άλλο δεν είναι παρά  ένα προϊόν φρικτό και φυσικό των αγώνων!

Και να αυτό που τρίτο τους χρωστάμε: i rapporti di forza, η ισορροπία δυνάμεων, οι σχέσεις δύναμης. Δεν μπόρεσα, με την ευκαιρία, να βρω καλύτερα λόγια από τα ακόλουθα: “ Μόνο μέσα από μια υποκειμενική παρέμβαση, συνειδητή, από ψηλά (? αυτονομία του πολιτικού, autonomia del politico… mmmm…), διαμέσου μιας υλικής δύναμης που σου δίνει την δυνατότητα να κατέχεις και σε κάνει κύριο του μηχανισμού με τον οποίον εργάζεται το σύστημα που θες να καταστρέψεις  – μόνο μέσα από την κοινωνική χρήση αυτής της δύναμης είναι δυνατόν όχι μόνο να προβλέψεις και να προλάβεις τις στιγμές της αλλαγής μέσα στον κύκλο της ανάπτυξης του κεφαλαίου, μα και να αναμετρηθείς, να ελέγξεις, να διαχειριστείς και συνεπώς να οργανώσεις την πολιτική ανάπτυξη της εργατικής τάξης, αναγκάζοντας την να περάσει μέσα από εκείνη την αλυσίδα συγκρούσεων σε διάφορα επίπεδα και σε διάφορες περιστάσεις και ευκαιρίες (με τέτοιο τρόπο τελικά ώστε) να ανατρέψει την σχέση ανάμεσα στις τάξεις, να διασπάσει την μηχανή του Κράτους!”. Σας αρέσει? Σε εμένα πολύ. Οπότε είμαστε λιγάκι και εργατιστές…

Οι εργατιστές πρόκειται να διαχωριστούν μα (και στην πραγματικότητα έχουν ήδη ξεκινήσει όταν) το ’69 κάτι συμβαίνει. Συγκρούσεις στο corso Traiano στο Torino: εργάτες και φοιτητές, προλετάριοι και παιδιά αστών, επιτίθενται στην αστυνομία. Πρωτοφανές. Λίγους μήνες αργότερα εμφανίζεται ένα περιοδικό που εκθέτει ένα όνομα: “Potere Operaio, Εργατική Εξουσία”. Το πρώτο άρθρο αιτιολογεί: “η  Piazza Statuto υπήρξε το ιδρυτικό μας συνέδριο”. Λίγο χρόνο αργότερα φθάνει στο σημείο ένας από αυτούς του Potere Operaio – ονομάζεται Franco Piperno – να υποστηρίξει: » Potere Operaio , η Εργατική Εξουσία είναι η εργατιστική θεωρία που γίνεται πολιτική των μαζών – è la teoria operaista che si fa politica di massa”.

Θέλετε να ξέρετε εάν είμαστε και λιγάκι Potere Operaio? Ναι. Είμαστε. Μα γι έναν λόγο επάνω σε όλους. Στους μήνες κατά τους οποίους η Εργατική Εξουσία  επικαιροποιούσε ξανά και έξοχα την σχέση οργανωμένη ομάδα-μάζες σε αγώνα  (και με μεγάλα αποτελέσματα) – προσέξτε, βρισκόμαστε ήδη στον καιρό των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ένας ορισμός πέρασε μέσα σε μια εφημερίδα της εποχής: αυτοί οι εργατιστές είναι “καταστροφείς της μνήμης”. Κρατήστε το καλά στην σκέψη σας, διότι δεν είναι έννοια μικρής σημασίας.

Παραμένουμε στο θέμα της σχέσης ομάδα-κίνημα, που σας θυμίζει την ακόλουθη επιβεβαίωση: μπορούμε να είμαστε και μια μειοψηφική ομάδα αλλά με κλίση και προσανατολισμό πλειοψηφικό? Διότι το Potere Operaio θα είναι μια ομάδα στρατευμένων σε θέση να κινητοποιήσει μια μάζα όλο και μεγαλύτερη νέων και λιγότερο νέων ανθρώπων αντιμετωπίζοντας όμως, πάντοτε, και συγκρινόμενη με το θέμα της θεωρίας της οργάνωσης. Mα ίσως καλύτερα και από το Potere Operaio θα το καταφέρουν οι οργανωμένες συνιστώσες αυτού που θα ακολουθήσει αμέσως μετά: η Autonomia Operaia!η Εργατική Αυτονομία!

Εάν νιώθουμε Αυτόνομοι ούτε καν χρειάζεται να μας το ρωτήσετε: είμαστε!

Οι αυτόνομοι: το σκάνδαλο της Αυτονομίας της τάξης! λέει ο Caminiti: “Ίσως εδώ να βρίσκεται το κλειδί: η ιταλική ανωμαλία (φτιαγμένη από μιαν κινητοποίηση μοναδική στον κόσμο) υπήρξε δυνατότερη από την εργατική αυτονομία. Και οι αυτόνομοι είναι πιο συναφείς στην ιταλική ανωμαλία απ’ ότι στην εργατική αυτονομία. Όταν ο μεγάλος κύκλος αγώνων στα εργοστάσια τέλειωσε, όταν η ώθηση των μαζών εξαντλείται, όταν η επανάσταση έχει χαθεί, να, εμφανίζεται ξανά η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι”. Οπότε τι είναι η εργατική αυτονομία? Πάντα με τον Caminiti: “Η ιταλική ανωμαλία είναι ένα κίνημα της αριστεράς ενάντια στην αριστερά. Το πιο δυνατό κίνημα της αριστεράς ενάντια στο πιο δυνατό κομουνιστικό κόμμα. Ή, για να το πούμε αλλιώς, ένα κομουνιστικό κίνημα ενάντια στην αριστερά. Ένα κίνημα κομουνιστικό ενάντια στους κομουνιστές. Ένα κίνημα της αριστεράς αντικομουνιστικό”. Ένας συλλογισμός τον οποίον, δίχως περιστροφές, κι εμείς θα μπορούσαμε αυτό-αντανακλαστικά να κολλήσουμε επάνω μας.

Προσοχή στις ταξικές συμπεριφορές, στην δεοντολογία της τάξης, κάτι πολύ μεγάλο, το πρώτο μεγάλο που οφείλουμε στους αυτόνομους: από την άρνηση της εργασίας στην μαζική παρανομία, από τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις στις καταλήψεις και τις επανοικειοποιήσεις ; ο κομουνισμός δεν γίνεται , τον κομουνισμό δεν τον κάνουμε αντικαθιστώντας τους αστούς στην ηγεσία του κράτους: τον κάνουμε εδώ και τώρα, τον ζούμε, με την δύναμη. Όχι τυχαία το αληθινό σκάνδαλο των αυτόνομων βρίσκεται εδώ ακριβώς: δεν περιμένουμε να είναι οι εχθροί που θα μας κάνουνε κακό. Θα είμαστε εμείς που θα ασκήσουμε την βία πρώτοι! Οι αυτόνομοι είναι βίαιοι!

Εκμηδενισμός κάθε διαχωρισμού μεταξύ πολιτικού και προ πολιτικού; εντοπισμός της τάσης της γνωστικής θεωρίας του καπιταλισμού; σωστή ανάγνωση της έννοιας της “κρίσης” μέσα στον καπιταλιστικό χώρο; να και άλλα που οφείλουμε στους αυτόνομους.

Είμαστε αυτόνομοι? Aπολύτως ναι!

Οδεύω προς το κλείσιμο. Μέχρις εδώ μιλήσαμε για πολιτικά θέματα που θα άξιζαν σίγουρα, και θα ήταν σκόπιμο να συζητηθούν σε οποιαδήποτε συνέλευση οποιασδήποτε δομής σε οποιοδήποτε εδαφικό πλαίσιο. Στην συνέχεια άλλα τρία ζητήματα επάνω στα οποία να κοιτάξουμε με προσοχή, και μια τέταρτη άμεση συνέπεια των άλλων τριών.

Πως στην διάρκεια των χρόνων για τους οποίους μιλούσαμε προηγουμένως αναπτύσσονταν στον κόσμο γύρω μας εδαφικοί αγώνες και για την εθνική ανεξαρτησία απ’ όπου τεράστιες οδηγίες και κατευθύνσεις υπάρχουν για να αντλήσουμε.

Μια ιδιαίτερα: ο αλγερινός αγώνας, και ένας του αγωνιστής ειδικότερα:  ο Fanon.  Στον Fanon οφείλουμε μια διπλή συνεισφορά στον μαρξισμό και μια στα δικά μας επαναστατικά πνεύματα. Η πρώτη συνεισφορά τον ευθυγραμμίζει σε άλλες μαρξιστικές ετεροδοξίες μεταξύ των οποίων και εκείνη της ιταλικής αυτονομίας και αναφέρεται στην άσκηση κριτικής της σχέσης δομή-εποικοδόμημα που στον Fanon διασκορπίζεται πίσω από την κοινωνική ιεράρχηση της ράτσας και όχι μόνο της τάξης.  ή τουλάχιστον, όχι από την άποψη των ακολουθιών ιεραρχίες/προτεραιότητα όπως μέχρι εκεί διηγήθηκαν άλλοι μαρξιστές. Απλά, μια παρόμοια συνεισφορά έρχεται επίσης και από άλλες σύγχρονες τάσεις  όταν, για παράδειγμα, και το φεμινιστικό κίνημα έθετε υπό αμφισβήτηση την ορθόδοξη σχέση στο επίπεδο των νέων υποκειμενικοτήτων και, παραδείγματος χάριν, την σχέση παραγωγή-αναπαραγωγή.  Το δεύτερο ζήτημα αφορά την πολιτική στρατηγική για την απελευθέρωση από την αποικιακή κατάσταση. ο Fanon προλαμβάνει-προβλέπει όντως εκείνη που στην συνέχεια θα ήταν μια κυρίαρχη τάση στα χρόνια της αποαποικιοποίησης πρώτα, των εξαρτημένων οικονομιών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο στην συνέχεια. Γράφει αυτός: “Η εθνική αστική τάξη που αναλαμβάνει την εξουσία στα τέλη του αποικιακού καθεστώτος είναι μια μπουρζουαζία υποανάπτυκτη … δεν προσανατολίζεται προς την παραγωγή, την καινοτομία,  την κατασκευή, την εργασία. Αυτή διοχετεύεται ολοκληρωτικά προς δραστηριότητες διαμεσολαβητικού τύπου. Της αρέσει να τριγυρνά, να βρίσκεται μέσα στις απάτες, να εξαπατά, αυτή μοιάζει να είναι η βαθιά  της αποστολή, ο προσανατολισμός της. Η εθνική μπουρζουαζία έχει μιαν ψυχολογία ανθρώπων που κάνουν ντήλια, όχι καπετάνιων της βιομηχανίας”. Χρήσιμο τώρα στα χρόνια μιας νέας λειτουργικής ιεράρχησης των περιοχών της επικράτειας.

Και, τέλος, η συνεισφορά του στα βαθιά αισθήματα μας δίδεται από την κοινωνική χρήση για τους σκοπούς του αγώνα της πολιτικής βίας. “Η αποικιοκρατία δεν είναι μια βαριά μηχανή, δεν είναι ένα σώμα προικισμένο με λογική. Είναι η βία στην κατάσταση της φύσης και δεν μπορεί να καμφθεί παρά μόνο μπροστά σε μια βία ακόμη μεγαλύτερη”. Mου φαίνεται πως τα είπε όλα…

Επιστρέφοντας σε εμάς, λέγαμε καταλήγοντας. Πως ο κόσμος έχει αλλάξει πλέον και από την εκμετάλλευση της καθαρής εργασίας , τελικά, φθάσαμε στην εκμετάλλευση του χρόνου της μη-εργασίας και κυρίως σε νέες διαδικασίες ιδιωτικοποίησης και εκμετάλλευσης ιεραρχικής των περιοχών και των εδαφών, της επικράτειας. Πως η περιοχή μας, το έδαφος μας, χώρος δράσης και τόπος όπου εμείς οδηγούμε την επαναστατική μας πολιτική, έχει μια πολιτική ιστορία, κοινωνική και οικονομική πολύ ιδιαίτερη και συγκεκριμένη.  Και πως σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, συνεπώς, ο αγώνας μας θα πρέπει να αναλάβει όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός εδαφικού αγώνα: για το έδαφος, με το έδαφος, στον χώρο-την συνοικία-στις περιοχές μας, για τις περιοχές μας – per il territorio, con il territorio.

Μα επάνω σε αυτό, θα επιστρέψουμε την επόμενη φορά…

http://www.commonware.org/index.php/laboratori/678-genealogia-e-attualita-del-noi-rivoluzionario

ιστορία, storia

Τα »κακά παιδιά» που εφόρμησαν στον ουρανό – I «cattivi ragazzi » che assaltarono il cielo

I «cattivi ragazzi » che assaltarono il cielo

70

 

Found footage είναι το λογοτεχνικό είδος αυτού του βιβλίου του Sergio Bianchi, Figli di nessuno (Milieu εκδόσεις, euro 14,90), μερική αφήγηση που ο υπότιτλος – Ιστορία ενός αυτόνομου κινήματος – εξηγεί τα πάντα, περί τίνος πρόκειται. Υλικό που βρέθηκε, που πήδηξε έξω απ’ τα συρτάρια ή από την μνήμη (όχι ντε και καλά από έναν computer), που συνεπώς υπήρχαν ήδη και προορίζονταν για άλλο σκοπό κι όχι για σελίδες μπροσούρας, που ανασυγκροτήθηκαν και στήθηκαν ξανά για να γίνουν ένα αντικείμενο, αριστοτεχνικά. Και πράγματι ανάμεσα στους προγόνους αυτής της τεχνικής υπάρχουν οι Alberto Grifi και Marcel Duchamp. Και όντως ο συγγραφέας έφτασε στο σημείο να εργαστεί επίσης και στον κινηματογράφο, αφού πρώτα πήρε μέρος σε μια από τις σκηνές του ταξικού αγώνα από τις πιο εκτεταμένες και διασκεδαστικές που η Ιταλία και ίσως όχι μόνο ακόμη θυμάται: την μαζική απόδραση από την κοινωνία της εργασίας. Ποιήματα, φεϊγ βολάν, αγκαλιές και φιλιά από μιαν ειδική φυλακή ασφαλείας, γουρουνάκια κινούμενα σχέδια και  Miss Rand που καίγεται μαζί με το σπίτι της, και επιπλέον ντοκουμέντα με λόγια απομαγνητοφωνημένα που διατηρούν ίχνη προφοράς απ’την περιοχή  της Βαρέζε ακόμη και τότε που είναι γραμμένα.

Για να διηγηθεί τι? Το πρόσωπο της περιφέρειας και καθόλου επαρχιακό μιας εργατικής ανυποταξίας που ξεκινώντας από το 1973 εκφράζει, χτίζει και εξαπλώνει την ξενικότητά της προς το καθεστώς του εργοστασίου, στην συνδικαλιστική ανάθεση της σταδιακής προσέγγισης των κατακτήσεων και που κοιτάζει κοροϊδεύοντας τα εργαλεία της εκπροσώπησης, του συμβιβασμού, της παραλλαγές σε αιχμαλωσία και κομουνιστικές στις οποίες μέσα εξασθενεί η κουλτούρα και η ζωή των τόπων λίγο πιο πάνω από την μιλανέζικη hinterland. Η ιστορία ενός αυτόνομου κινήματος αυτόνομου, που δεν γεννιέται από πλευρά εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων σε διάλυση ούτε από αιρετικές αποκλίσεις μιας κομματικής σέχτας, ακόμη λιγότερο από έναν χώρο λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένο με το «α» κεφαλαίο.  «Εμείς γεννηθήκαμε ακριβώς σαν αυτόνομοι ευθύς εξ αρχής, δεν είχαμε από πίσω μας μια γονική σχέση, δεν ήμασταν παιδιά καμιάς παράδοσης και καμιάς προηγούμενης εμπειρίας» διευκρινίζει ο συγγραφέας σε ένα κείμενο με τίτλο Una nidiata di cattivi ragazzi, ένα τσούρμο κακά παιδιά.

Il sole che splende ο ήλιος που λάμπει

Εξάλλου ο γενεαλογικός χάρτης εκείνων των χρόνων δεν είναι ξένος στην έκθεση μιας ορισμένης «ανομίας» και πριν ακούσουμε για πολιτικό εξτρεμισμό και κακούς δασκάλους αξίζει ίσως τον κόπο να θυμίσουμε εκείνην που της είχε προηγηθεί λίγο νωρίτερα, τους Blousons noirs για παράδειγμα: παρανόηση μιας γενιάς σε ανταρσία πού  είχε ήδη διανείμει την Μπροσούρα επάνω στην φτώχεια,  pamphlet Sulla miseria, στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, δείχνοντας πως επρόκειτο για την φύση ενός φαινόμενου συμπεριφοράς, μπάντα εναντίον μπάντας, ο προσωπικός ατομικισμός, η σκληρή ιεραρχία και συνεπώς μια μοίρα σημαδεμένη από την εναλλακτική επιλογή ή «επαναστατική συνείδηση» ή «τυφλή υπακοή στο εργοστάσιο». Δύσκολο να πούμε πως οι φωνές που αναμειγνύονται μέσα σε αυτό το βιβλίο ξεκινούν από μιαν συνείδηση, σίγουρα επιβεβαιώνουν μιαν άρνηση για την εργασία στο εργοστάσιο που εμφανίζεται πριν ακόμη καλά καλά βάλουν το πόδι εκεί πέρα. Και είναι ίσως αυτό που κάνει περισσότερο εντύπωση σε αυτή την χορωδιακή αφήγηση: η περιγραφή μιας πρωτόγονης αποστροφής που είναι ναι εκείνη ενός  υποκείμενου εργάτη, από πλευράς κοινωνικής προέλευσης, που πηγαίνει όμως να δουλέψει με την απομυθοποίηση αυτού που έπαψε να πιστεύει στον πολιτισμό της εργασίας. Μια αποξένωση που δεν έχει τίποτα το αυτοκτονικό ή κάποιαν εδαφική χροιά, και που μοιάζει το αποτέλεσμα μιας πλέξης των διάφορων αρνήσεων : για την λειτουργική κουλτούρα που εδραιώνει κοινωνικότητα και οικογένειες, για την φτώχεια ενός χρόνου ζωής που καταναλώνεται μέσα στην βλαβερότητα, την τοξικότητα, για τον πατερναλισμό που είναι μορφή κυβέρνησης στην επικράτεια και στα μικρά εργοστάσια, για την διάλεκτο που είναι η επίσημη γλώσσα από πλευράς των μεταναστών του νότου δεύτερης γενιάς,  ίσως ακόμη και για την ομίχλη αν σταθούμε στον τίτλο της θεατρικής παράστασης που αναστατώνει τις συνήθειες στις τοπικές ενορίες το  1974, ο ήλιος λάμπει ακόμη. l sole splende ancora.

Θέλοντας να δώσουμε μιαν επίπεδη διάσταση στην λέξη «αναδιάταξη, ανασύνθεση, ricomposizione» πρέπει να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο, που σίγουρα περιγράφει το πέρασμα από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη στο διάχυτο εργοστάσιο, μα πάνω απ’ όλα λογαριάζει το πως οι ζωές που ενσαρκώθηκαν σε μιαν γενιά έδωσαν στον εαυτό τους μια μορφή, έξω από την υποταγή της εργασίας.   Με την επανοικειοποίηση των τόπων και των χώρων, με την επανασημασιοδότησή τους σύμφωνα με την αρχή ενός κοινωνικού  δεσμού συνένοχου και αλληλέγγυου, γευόμενοι ένα σώμα αφιερωμένο στην απόλαυση και όχι στην κυριαρχία, στήνοντας στα πόδια μια κοινωνία διαφορετικών αλλιώς προορισμένων στην χειραφέτηση,  δίδοντας την δυνατότητα στην κοινωνική εξυπνάδα να τρέξει με τα δικά της ρέματα, συνεπώς: βάζοντας στον κόσμο έναν κόσμο.

Επίλογος της αποτυχίας Epilogo del fallimento

Η ηλικία αυτής της κοινωνικής ζωής, ανώνυμη, μεταβαλλόμενη και ποικίλη θα τελείωνε λίγο αργότερα από έναν χρόνο,  με την αποκατάσταση των εγωκεντρικών ταυτοτήτων, των προσδιορισμένων προφίλ, των βιογραφιών στα χρόνια Ογδόντα.  Υπάρχει να αναρωτηθούμε εάν η αντεπανάσταση που επανέφερε στο προσκήνιο τους φράκτες των υποκειμένων με την οποίαν ακόμη και σήμερα βρισκόμαστε  πεπιεσμένη δεν πέρασε από μιαν φιγούρα συγκεκριμένη, που καλλιεργήθηκε για να σπάσει εκείνες τις σχέσεις που σχημάτιζαν, μορφοποιούσαν ένα  «εμείς» με ελάχιστη ταυτότητα και να αναδείξουν έναν «εαυτό» καλά καθορισμένο: εκείνον του πληροφοριοδότη, του χαφιέ. Ένα ίδιον, έναν εαυτό που γλιτώνει από μόνος του. Επάνω σε αυτό τον σκόπελο ανοίγει και κλείνει το βιβλίο του Sergio Bianchi, κηρύττοντας αποτυχημένη την προσπάθεια εκείνης της εποχής. Επίλογος της αποτυχίας που διαμορφώνεται σαν μια βιογραφική κληρονομιά που απ’ την πλευρά μας, που κι εμείς είμαστε κανενός παιδιά, αισθανόμαστε να αρνηθούμε. Προτιμώντας την μέγιστη: «Η ζωή είναι η ικανότητα που ένα ον έχει για να δράσει σύμφωνα με τους νόμους της ικανότητας να επιθυμεί». Δεν την είπε ο Franco Berardi Bifo στο αποκορύφωμα της επιθυμούσας αυτονομίας, μα ο Immanuel Kant. Κατά καιρούς σκάνε μύτη απίθανοι πατέρες.

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi · αυτονομία, autonomia

H Άνοδος της ακροδεξιάς και το ανταγωνιστικό κίνημα στην Ιταλία

από rebelnet 13:26, Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

http://rebelnet.gr/articles/view/Rise-of-right-wing-in-Italy συνέντευξη στον Sergio Bianchi και την Ilaria Bussoni

H Άνοδος της ακροδεξιάς και το ανταγωνιστικό κίνημα στην Ιταλία

ΒΟ: Ποιοι ήταν οι κοινωνικοί µετασχηµατισµοί που οδήγησαν στην ανάδυση της ακροδεξιάς, και από πότε άρχισαν να αλλάζουν την ιταλική πραγµατικότητα;

Sergio Bianchi: Νοµίζω ότι η ιστορική περίοδος που σήµανε την αρχή αυτών των κοινωνικών µετασχηµατισµών ήταν οι αρχές της δεκαετίας του ‘80. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία έλαβε χώρα η υλική ήττα των δυνάµεων και της ορµής της αριστεράς που συγκρούστηκε τα 20 προηγούµενα χρόνια (δεκαετίες ‘60-‘70), µιας και το ιταλικό ‘68 κράτησε πάνω από δέκα χρόνια. Αυτή η χρονολογία είναι αυτή που σηµατοδοτεί την ήττα του πιο προωθηµένου τµήµατος της εργατικής τάξης που είναι αυτό στην Fiat. Τον Οκτώβρη του 1980, µετά από 35 µέρες απεργία κερδίζει τελικά η διοίκηση και τα συνδικάτα αποδέχονται τις απολύσεις, που στην πραγµατικότητα ήταν απολύσεις της πολιτικής πρωτοπορίας των εργατών των προηγούµενων ετών. Αυτό ήταν κάτι σηµαντικό και κατά την άποψη µου σηµατοδοτεί το κλείσιµο της µαχητικής περιόδου του ‘60-‘70. Αυτή η ήττα σηµαδεύτηκε από το γεγονός ότι τα αφεντικά της Fiat κατάφεραν να οργανώσουν την επονοµαζόµενη πορεία των 40.000: Πρόκειται για πορεία ατόµων που εναντιώθηκαν στις καταλήψεις του εργοστασίου Mirafiori της Fiat στο Τορίνο. Ήταν µια διαδήλωση στην οποία συµµετείχαν η ιεραρχία του εργοστάσιου, οι επόπτες αλλά και η µεσαία τάξη του Τορίνο, καταστηµατάρχες, έµποροι, µικροαστοί. Η διοίκηση λοιπόν κατάφερε µε αυτή τη µεγαλειώδη πορεία των 40.000 να εκφοβίσει τους συνδικαλιστές, οι οποίοι στην ουσία διαπραγµατεύτηκαν την απόλυση δεκάδων χιλιάδων συναδέλφων τους. Έτσι, αυτή είναι η ηµεροµηνία από την οποία και έπειτα αρχίζει σταδιακά η αντεπίθεση και αλλάζει ριζικά η µαχητικότητα των εργατικών αγώνων, καθώς ακολουθεί η δεκαετία του ‘80 που είναι γνωστή ως η εποχή της παλινόρθωσης, επιστρέφει η δεξιά και ξαναπερνάει η πρωτοβουλία των κινήσεων στις διοικήσεις των επιχειρήσεων. Αυτό είναι το σηµείο που ραγίζουν υλικά οι επαναστατικές δυνάµεις και ταυτόχρονα τα αφεντικά παίρνουν στα χέρια τους την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ακολουθεί ένας καθολικός επαναπροσδιορισµός της εργασίας κι εφόσον τα αφεντικά έχουν ξεµπερδέψει µε την εργατική πρωτοπορία, επαναφέρουν στην παραγωγή όλα αυτά που κράτησαν τόσο χρόνια στις αποθήκες. Ήταν γνωστό ότι η Fiat είχε αγοράσει καινούργια µηχανήµατα που θα της επέτρεπαν να προχωρήσει στην ροµποτοποίηση της παραγωγής, αλλά η προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν να ηττηθεί η εργατική πρωτοπορία. Τότε ήταν που εµφανίστηκαν τα νέα µοντέλα της Fiat. Έτσι λοιπόν η Fiat από προωθηµένος χώρος της εργατικής πάλης (η µεγαλύτερη αυτοκινητοβιοµηχανία της χώρας) µετατρέπεται σε πολιτικοκοινωνικό εργαστήριο, µέσα στο οποίο λαµβάνει χώρα µια διπλή επίθεση: µια αυτή που ήδη αναφέραµε και µια δεύτερη µέσω της υψηλής τεχνολογίας, η οποία είχε ως συνέπεια την πολιτική ήττα της τεχνικής σύνθεσης της εργατικής τάξης. Αυτό που συνέβη στην Fiat ήταν αυτό που θα συνέβαινε αργότερα σε όλη την Ιταλία, δηλαδή ο ριζικός επαναπροσδιορισµός της παραγωγής µε την εισαγωγή του αυτοµατισµού και της πληροφορικής. Αυτά συνέβησαν τη δεκαετία του ‘80.

ΒΟ: Αυτού του τύπου η προσέγγιση µας φαίνεται αρκετά υλιστική, το να ξεχωρίζεις ένα επιµέρους στοιχείο της αλλαγής της πάλης: ήττα της τεχνικής σύνθεσης συνεπάγεται ταξική ήττα και να το ανάγεις σε κεντρικό. Γιατί να είναι οι διαδικασίες της παραγωγής εκείνες που καθορίζουν την ταξική σύνθεση και δεν είναι οι ταξικοί αγώνες;

Sergio Bianchi: Μιλάµε για δυο διαστάσεις, η µια είναι η πολιτική σύνθεση και άλλη η τεχνική σύνθεση όπως είναι δοµηµένη µέσα στην παραγωγική διαδικασία, δηλαδή πως είναι συντεθειµένη η εργατική τάξη. Δεν είναι ζήτηµα ποσοτικό της εργατικής τάξης, αλλά της κεντρικότητας της εργατικής τάξης. Η ανάλυση, στην οποία εγώ συµµετέχω, βλέπει την ταξική σύνθεση να αποτελείται από δυο µέρη, την πολιτική σύνθεση και την τεχνική σύνθεση. Ως πολιτική σύνθεση εννοούµε την συγκέντρωση πολιτικής δύναµης που η τάξη επιτυγχάνει µέσα από τους ταξικούς αγώνες και που µετατρέπεται σε ικανότητες και τρόπους οργάνωσης, οι οποίοι στη συνέχεια διαχέονται σε ολόκληρη την κοινωνία. Αυτή η ανάλυση είναι σίγουρα υποκειµενική. Η τεχνική σύνθεση είναι µια υλιστική ανάλυση: είναι ο τρόπος που διαµορφώνεται η εργατική τάξη µέσα στην παραγωγική διαδικασία. Μέσα στη σχέση που αναπτύσσεται µεταξύ της νεκρής εργασίας των µηχανηµάτων και της ανθρώπινης εργασίας διαµορφώνεται η τάξη. Ως νεκρή εργασία εννοούµε την εργασία των µηχανηµάτων και ως ζωντανή εργασία εννοούµε την ανθρώπινη εργασία κι αυτή είναι ο τεχνικός προσδιορισµός της τάξης. Ως πολιτικό προσδιορισµό της τάξης εννοούµε την πολιτική εξουσία που η εργατική τάξη καταφέρνει να έχει µέσα από αυτή τη διαδικασία και να θέσει τους πολιτικούς, τους θεσµικούς ακόµα και τους συνταγµατικούς όρους για να τροποποιήσει την κοινωνική διαδικασία. Αυτό το σχήµα είναι γνωστό στην Ιταλία και όχι µόνο, ως ρεύµα του εργατισµού, το οποίο αποτέλεσε το θεωρητικό εργαλείο των εξωκοινοβουλευτικών πολιτικών δυνάµεων της εργατικής τάξης από το ‘68 και µετά, όπως ήταν η Potere Operaio (Εργατική Εξουσία), η Lotta Continua (Συνεχής Πάλη) αλλά ακόµα και µερικές ένοπλες οργανώσεις όπως οι Brigate Rosse (Ερυθρές Ταξιαρχίες). Τώρα όσον αφορά την Fiat, εκεί συγκεντρώνονταν η πρωτοπορία της πρωτοπορίας. Η Fiat ήταν η κεντρική βιοµηχανία στην Ιταλία κι εκεί ήταν συγκεντρωµένοι χιλιάδες εργάτες. Για να καταλάβετε τι εννοώ µε την αναφορά µου στα γεγονότα του Οκτώβρη του ’80. Τρεις µήνες νωρίτερα, η εργατική τάξη είχε δεχθεί µια επίθεση σε 61 επιλεγµένα άτοµα από τα πλέον ενεργά στελέχη που εκπροσωπούσαν την εργατική πρωτοπορία, οι περισσότεροι εκ των οποίων συµµετείχαν στην Lotta Continua, στην Avaguardia Operaia (Εργατική Πρωτοπορία) και σε ριζοσπαστικά συνδικάτα. Αυτή ήταν η πρώτη επίθεση των αφεντικών, µπορεί να ακούγεται ίσως απλοϊκό, αλλά σήµερα ακόµα και τα συνδικάτα που τότε συναίνεσαν, το ερµηνεύουν µε αυτόν τον τρόπο. Έπρεπε να προηγηθεί η απόλυση των 61 µαχητικών εργατών για να ακολουθήσει µέσα στους επόµενους µήνες η απόλυση 30.000 εργατών. Πλέον δεν εκδιώχθηκε µόνο η πρωτοπορία αλλά µαζικά η πρωτοπορία της πρωτοπορίας. Είναι η πρώτη φορά που η εργατική τάξη δέχτηκε µια τόσο µεγάλη ήττα από την δεκαετία του ‘50. Τότε τις πρωτοπορίες της παραγκώνιζαν, αλλά δεν κατάφερναν να τις αποβάλουν εντελώς από την διαδικασία όπως έγινε στις αρχές του ‘80. Συνεπώς εµείς βλέπουµε την αρχή της οριστικής πλέον ήττας του κινήµατος του ’77, στην κρίσιµη αυτή περίοδο ανάµεσα στον Ιούλιο και τον Οκτώβρη του ‘80, µια ήττα που αφορούσε όλη την Ιταλία, όχι µόνο τη Fiat. Από εκείνη τη στιγµή αρχίζει όχι µόνο η παρακµή του αυτόνοµου συνδικαλιστικού κινήµατος, αλλά και του ίδιου του P.C.I. (Κοµουνιστικό Κόµµα Ιταλίας) που είχε βοηθήσει σ’ αυτό. Έµεινε µόνο η µιλιταριστική αντίσταση διαφόρων παράνοµων οµάδων που κι αυτή µε τη σειρά της ηττήθηκε ολοκληρωτικά. Σε ό,τι αφορά την, ας την πούµε έτσι, πολιτική αντιπροσώπευση του εργατικού επαναστατικού κινήµατος έχουµε το εξής σενάριο. Όλες οι δοµές που από το ‘68 και για περισσότερα από 10 χρόνια υπήρχαν και είχαν αφήσει ρίζες, στα εργοστάσια, στις γειτονιές, στην κοινωνία, µια επαναστατική αριστερά βαθιά αυτοπροσδιοριζόµενη και ριζωµένη, τελικά εξαφανίζεται. Μιλάµε για εκατοντάδες µικρές ή µεγάλες οργανώσεις, εξωκοινοβουλευτικές, συνδικαλιστικές, ένοπλες. Μόνο το ’78-‘79 υπήρχαν γύρω στις 100 ένοπλες οµάδες, στην κάθε µια από τις οποίες συµµετείχαν από λίγα έως εκατοντάδες µέλη. Όλο αυτό στις αρχές του ‘80 ραγίζει. Τελικά 10.000 σύντροφοι µπαίνουν στη φυλακή και αντιµετωπίζουν βαρύτατες ποινές, άλλοι 1.000 αυτοεξορίζονται, για να γλιτώσουν τα χειρότερα, στη Λατινική Αµερική και αλλού. Μιλάµε για πρωτοπόρους του επαναστατικού κινήµατος εγκλωβισµένους σ’ ένα αδιέξοδο. Στις φύλακες οι σύντροφοι από το ‘81 και µετά αντιµετωπίζουν συστηµατικά βασανιστήρια και αποµόνωση εξαιτίας της έντονης αντίστασης και αλληλεγγύης που ανέπτυξαν µέσα στις φυλακές οι ίδιοι οι κρατούµενοι. Εφαρµόστηκαν νόµοι έκτατης ανάγκης που αποσκοπούσαν στην ψυχοσωµατική ισοπέδωση των κρατούµενων, αλλά και στο να αποθαρρύνουν όσους τυχών θέλουν να συνεχίσουν στο δρόµο των ένοπλων οργανώσεων. Εκτός από την ωµή καταστολή οι σύντροφοι έχασαν την πίστη στον εαυτό τους και στην ιδέα της επανάστασης, ενσωµατώνοντας την ήττα. Παρά πολλοί αγωνιστές που είχαν πρωτύτερα επιλέξει τον επαναστατικό δρόµο όχι απλώς εγκαταλείπουν αλλά κάνουν δηµόσια µετάνοια. Ζητούν συγγνώµη που τόλµησαν να φανταστούν την επανάσταση. Και φυσικά όλο αυτό τα media το παίζουν παρά πολύ καλά. Δίνεται έξτρα δηµοσιότητα σε τέτοιες δηµόσιες µετάνοιες που για ένα διάστηµα ακολουθούν η µια την άλλη. Κι αυτό είχε ένα τεράστιο ειδικό βάρος, έκανε τα πράµατα ακόµη πιο βαριά. Αποθάρρυνση, απογοήτευση, ενσωµάτωση της ήττας. Αρχίζει λοιπόν µια εντελώς άλλη κατάσταση, αδιανόητη πρωτύτερα. Εργάτες της Fiat αυτοκτονούν κατά εκατοντάδες. Άλλοι το ρίχνουν στα ναρκωτικά. Η ηρωίνη θερίζει στο εσωτερικό αυτού που κάποτε ήταν το επαναστατικό κίνηµα. Η ηρωίνη έγινε το κύριο εργαλείο καταστροφής της ψυχοσωµατικής κατάστασης της κάποτε εργατικής πρωτοπορίας. Μόνο σε µια περιοχή της επαρχίας του Μιλάνου, από τους 500 πάνω-κάτω συντρόφους, µπορώ να διαβεβαιώσω πως τουλάχιστον οι 100 πέθαναν από την πρέζα, είτε άµεσα από overdose είτε από τις µακροχρόνιες συνέπειές της. Για να κλείσω µε αυτό το κοµµάτι, όταν το ‘87 µε τον Νάννι Μπαλεστρίνι αποφασίσαµε να γυρίσουµε στην Ιταλία, γιατί τα δικαστικά µας προβλήµατα φαίνονταν να τελειώνουν, πήγαµε στο Μιλάνο, και δεν υπήρχε κανείς από τους παλιούς συντρόφους, κανένας παρά µόνο ο Primo Moroni. Εκεί βρεθήκαµε αντιµέτωποι µε µια νέα πραγµατικότητα, είχε γίνει συµφωνία µεταξύ όλων των εκδοτών να µην αναδηµοσιεύσουν ποτέ τους λεγόµενους «κακούς δασκάλους». Είχε φτιαχτεί µια λίστα µε ονόµατα, τους ηθικά υπεύθυνους για αυτά που συνέβαιναν το ‘70. Αποφασίσαµε λοιπόν να εκδώσουµε µόνοι µας τους «Αόρατους» και την «Χρυσή Ορδή». Το αποφασίσαµε αυτό διότι συνειδητοποιήσαµε πως υπήρχε πλέον µια νέα προλεταριακή γενιά στην Ιταλία, που δεν ήξερε τίποτα για το τι είχε συµβεί 5 χρόνια νωρίτερα, εξαιτίας ακριβώς αυτής της συµφωνίας των εκδοτών, της καταστροφής της µνήµης ως συνέχεια της καταστολής και της ήττας.

ΒΟ: Πιστεύετε ότι η έλλειψη κριτικής στον αντιιµπεριαλισµό και αντί-αµερικανισµό της ιταλικής αριστεράς συνέβαλε και αυτή στην άνοδο στης ακροδεξιάς, καθώς κάτι τέτοιο έχει συµβεί και στην Ελλάδα;

Sergio Bianchi: Όχι, πιστεύω πως η κατάσταση στην Ιταλία είναι εντελώς διαφορετική. Ασφαλώς και υπάρχει και στη Ιταλία, όπως εδώ, άκρα δεξιά που αναφέρεται στον αντιιµπεριαλισµό, στον αντί-αµερικανισµό και στον αντί-σιωνισµό, αλλά πρόκειται για οµαδούλες ακροδεξιών κι όχι για τη mainstream ακροδεξιά. Πρόκειται για ναζί-φασίστες που δεν έχουν πολιτικό βάρος. Έχουν όµως ένα ειδικό βάρος µε την έννοια ότι εκδηλώνουν µια επιθετικότητα και είναι επικίνδυνοι ακριβώς γι’ αυτό. Επιτίθενται σε συντρόφους, σε κοινωνικά κέντρα αλλά πολιτικά είναι εντελώς ανυπόληπτοι. Όµως η ιταλική δεξιά δεν έχει τέτοια χαρακτηριστικά. Πάνω απ’ όλα η δεξιά, που κυβερνά τη χώρα, δεν έχει τέτοιες πρακτικές, δεν χρησιµοποιεί τέτοια συνθήµατα και δεν εξασκεί την εξουσία της σε σχέση µε αυτή τη ρητορική. Κάθε άλλο είναι φιλοαµερικανική, είναι ευθυγραµµισµένη και εξυπηρετεί τον αµερικανικό ιµπεριαλισµό και το ΝΑΤΟ σε βαθµό αµηχανίας.

BO: Συµβαίνει το ίδιο και µε τη Λίγκα του Βορρά;

Ilaria Bussoni: Η Λίγκα του Βορά προσάρµοσε τις νέες θεωρίες της Αµερικής στην ιταλική πραγµατικότητα. Πολιτισµικό σοκ, σύγκρουση πολιτισµών, ανατολή – δύση, χριστιανοί µουσουλµάνοι, όπως περίπου τα εκφράζει η Οριάνα Φαλάτσι, που επέστρεψε από τις ΗΠΑ µε αναποδογυρισµένα µυαλά. Βάλθηκε να λέει «εµείς είµαστε οι χριστιανοί». Ας µην ξεχνάµε εξάλλου το ρόλο της Ιταλίας σε Αφγανιστάν και Ιράκ. Η Λίγκα από τη µεριά της παίζει πιο πολύ στο οικονοµικό και στο πολιτικό πεδίο. Έχει µια προστατευτική λογική. Ο κύριος εχθρός αυτή τη στιγµή για τη Λίγκα είναι οι κινέζοι. Η Λίγκα στηρίζει και στηρίζεται από το λεγόµενο «βορειοανατολικό» ιταλικό οικονοµικό µοντέλο. Μικρές επιχειρήσεις, που παράγουν ακριβά προϊόντα για την ιταλική και ευρωπαϊκή αγορά (γυαλιά, µπότες του σκι, ποτήρια…). Αυτό το µοντέλο η Κίνα το αντέγραψε, το ξεπέρασε, έριξε το κόστος µε τα φτηνά εργατικά χέρια. Η Λίγκα είναι τροµοκρατηµένη από τους κινέζους. Συνεπώς όλη η αναφορά στην πατρίδα, στην οικογένεια, στη θρησκεία είναι βοηθητική σε σχέση µε τον οικονοµικό προστατευτισµό ενάντια στους Κινέζους που η Λίγκα προωθεί. Τα υπόλοιπα: οι πήγες του Πάδου, οι Κέλτες εντός των Άλπεων και η όλη αναφορά στο µυθικό παρελθόν είναι γελοίες, είναι ιστοριούλες σε στυλ Μίκυ Μάους.

Sergio Bianchi: Ας περάσουµε τώρα να δούµε ποια ήταν η διαδικασία που διαµόρφωσε εκείνα τα κοινωνικά µπλοκ που επέτρεψαν στη δεξιά να γίνει η συντριπτική πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής εκπροσώπευσης της χώρας και να την κυβερνήσουν. Εγώ εντοπίζω δυο διαδικασίες. Ξεκινώντας από την κρίση του συγκεκριµένου παραγωγικού µοντέλου, του συγκεντρωτικού εργοστασίου. Τι συνέβη λοιπόν όταν η µεγάλη συγκέντρωση εργατών στα εργοστάσια αναδιαρθρώθηκε; Όταν τα µεγάλα εργοστάσια έσπασαν σε πολλές µικρές µονάδες παραγωγής; µε αυτό πραγµατοποιήθηκε αυτό που λέµε παραγωγική αποκέντρωση. Μετά τις µεγάλες απολύσεις τι απέγινε αυτός ο κόσµος; οι απολυµένοι; Ασφαλώς και δεν έφυγαν από τη παραγωγική διαδικασία. Εµείς το είχαµε εντοπίσει και προβλέψει από τη αρχή πως ένα καινούριο παραγωγικό µοντέλο θα φέρει ένα νέο υποκείµενο. Αυτός ο κόσµος δηµιούργησε τις λεγόµενες µικρές επιχειρήσεις. Έτσι οι παλιοί εργάτες, µε τη βαθιά αίσθηση της ταξικότητάς τους, πολλοί είχαν συµµετάσχει σε αγώνες, πρώην συνδικαλιστές κ.τ.λ., γίνανε µικρά αφεντικά ή εργαζόµενοι για µικρά αφεντικά, πολύ συχνά σε πρώην συνάδελφους τους ή συγγενείς τους. Αυτές οι µικρές επιχειρήσεις συχνά βρίσκονται σε ανταγωνισµό µεταξύ τους. Όλοι λοιπόν αυτοί οι πρώην εργάτες που µετατρέπονται σε µικροεπιχειρηµατίες βιώνουν µια ανθρωπολογική µεταστροφή, που διαµορφώνει αυτό το νέο κοινωνικό µπλοκ, που είναι πολύ µεγαλύτερο απ’ όσο φαντάζεστε γιατί µεταξύ άλλων, όντας εξαπλωµένο εδαφικά «µολύνει» όλες τις κοινωνικές περιοχές. Είναι εδώ ακριβώς που γεννιέται η Λίγκα της Λοµβαρδίας, η µετέπειτα Λίγκα του Βορρά, και που αναφέρεται σε αυτό ακριβώς το υποκείµενο, που είναι ένα παραγωγικό υποκείµενο και συνεπώς έχει κοινωνική δύναµη. Το παλιό εργοστάσιο εκρήγνυται και απλώνεται σε έκταση. Δηµιουργείται αυτό που λέµε «εξαπλωµένο – διευρυµένο εργοστάσιο».

BO: Εξαπλωµένο εργοστάσιο σηµαίνει κοινωνικό εργοστάσιο;

Sergio Bianchi: Όχι ακριβώς, ο κοινωνικός εργάτης είναι αυτός που δεν εργάζεται πια στην φάµπρικα αλλά το διευρυµένο εργοστάσιο είναι το δεξιό του ισοδύναµο, να το πούµε έτσι. Εµείς, η εργατική αυτονοµία, το είχαµε προβλέψει ότι το νέο υποκείµενο του αγώνα δεν θα είναι πια ο εργοστασιακός εργάτης αλλά ο κοινωνικός εργάτης, που πλέον δεν θα ήταν εργάτης αλλά εργολάβος του εαυτού του. Εµείς ως αυτονοµία χάσαµε αυτό το στοίχηµα γιατί το νέο υποκείµενο αιχµαλωτίσθηκε από την δεξιά ρητορική της Λίγκας, ακριβώς την εποχή που εµείς εκλείψαµε πολιτικά. Συνεπώς η Λίγκα δίνει απάντηση στην ανάγκη εκπροσώπησης αυτής της νέας κοινωνικής φιγούρας. Ελλείψει άλλης πολιτικής αναφοράς η Λίγκα έπαιζε µόνη της στο νέο πεδίο. Αν υπήρχαµε εµείς θα βάζαµε τον κοινωνικό εργάτη. Η Λίγκα αναφέρθηκε στο µικρό αφεντικό. Όταν κάτι πεθαίνει, κάτι νέο γεννιέται. Αυτό που γεννήθηκε δεν είχε πολλές επιλογές, η επαναστατική αριστερά ήταν κατεστραµµένη και απούσα, ακόµη και ως φυσική παρουσία των ατόµων που κάποτε την εκπροσωπούσαν. Δεν ήταν ότι δεν υπήρχε ως τρόπος σκέψης αλλά ως δυνατότητα να δράσει και να πολιτευτεί. Η Λίγκα είχε όλο το χρόνο και το πεδίο να παίξει και να κερδίσει χρησιµοποιώντας ένα τέχνασµα. Οριοθέτησε γεωγραφικά την παραγωγή. Είπε: «εµείς είµαστε οι παραγωγή του πλούτου της χώρας και είµαστε ο βορράς και δεν θέλουµε να αναδιανέµεται αυτός ο πλούτος σε όλη τη χώρα». Άρχισε λοιπόν να ενεργοποιεί έναν µηχανισµό εγωισµού, έναν µηχανισµό συντήρησης αυτού του πλούτου και µη αναδιανοµής του. Εδώ γεννιέται ο σωβινισµός, ο ρατσισµός, που σιγά-σιγά από την δεκαετία του ‘80 ωριµάζει και στην δεκαετία του ‘90 είναι πλέον αρκετά ώριµος. Τότε γεννιέται η κοινωνική δεξιά που σήµερα εκπροσωπείται από τη Λίγκα και παίρνει 8% σε όλη την Ιταλία, ενώ στην πραγµατικότητα στο βορρά παίρνει από 20 έως και 50%. Η Λίγκα είναι πλέον πολιτικά ηγεµονική, κυριαρχεί πάνω σ’ αυτό το νέο παραγωγικό υποκείµενο που έχει σαφή γεωγραφικό προσδιορισµό. Στο µεταξύ κάνοντας πολιτική εδώ και 20 χρόνια έχει ήδη αρχίσει να διαµορφώνει την κοινωνική συνείδηση, την κοινωνική νοοτροπία. Έτσι εκείνες οι περιοχές που κυριαρχούνται από τη Λίγκα είναι σίγουρα ξενοφοβικές και συχνά ρατσιστικές, γιατί αυτά τα δυο δεν ταυτίζονται πάντα. Η Λίγκα είναι δεδηλωµένη ξενοφοβική αλλά αρνείται τον ρατσισµό. Αλλά εκ των πραγµάτων το ένα θα φέρει το άλλο σ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες.

BO: Μπορούµε να πούµε πως είναι κεντρικό το ότι η αυτονοµία ήταν απούσα σ’ αυτήν την διαδικασία;

Ilaria Bussoni: Ναι, όχι µόνο η αυτονοµία αλλά και το Κοµουνιστικό Κόµµα ήταν απών.

Sergio Bianchi: Ένα δεύτερο κοινωνικό µπλοκ είναι αυτό που εκπροσωπείται από την Forza Italia. Είναι αυτό το κοινωνικό κοµµάτι που πάνω του δρα η επικοινωνία, δηλαδή εκείνη η διαδικασία που παράγει γλώσσα, παράγει επικοινωνία. Ο Μπερλουσκόνι ήταν και είναι ο µέγα-επιχειρηµατίας του είδους και υπήρξε υποκείµενο απόλυτης ανανέωσης στην Ιταλία. Αυτό το νέο επικοινωνιακό υποκείµενο, όλως παραδόξως αναδύθηκε από το κίνηµα του ‘77. Τότε ήταν η εποχή που έγινε µια επικοινωνιακή κινηµατική έκρηξη: έντυπα, εφηµερίδες και ραδιόφωνα σε κάθε πόλη, σε κάθε γειτονιά. Το ‘77 η κεντρική επαναστατική φιγούρα ήταν η επικοινωνιακή φιγούρα. Είχε συµβεί µια µεγάλη ανανέωση και σήµερα ακόµη το κίνηµα του ‘77 το θυµόµαστε και γι’ αυτή του την επικοινωνιακή δύναµη. Μετά την ήττα, ο Μπερλουσκόνι ψάρεψε τους πρώτους συνεργάτες του µέσα από το χώρο µας. Έχτισε την επικοινωνιακή του αυτοκρατορία χρησιµοποιώντας τις ιδέες αλλά και τους ανθρώπους µας. Για να το πούµε πιο απλά, αιχµαλώτισε αυτή την νέα επικοινωνιακή φιγούρα. Έδωσε καλές θέσεις εργασίας στον κόσµο αυτό που είχε εµπειρία από ραδιόφωνα, εφηµερίδες, περιοδικά κ.τ.λ. Κι εδώ λοιπόν η δεξιά σφετερίστηκε αυτό που η αυτονοµία προέβλεψε. Όπως και στον τοµέα της υλικής παραγωγής η αυτονοµία προέβλεψε τις αλλαγές και εντόπισε το νέο υποκείµενο, αλλά ήταν απούσα λόγω καταστολής για να το κερδίσει, έτσι και στο χώρο της άυλης εργασίας η αυτονοµία όχι µόνο προέβλεψε τις διαδικασίες, αλλά και τις έβαλε η ίδια σε κίνηση δηµιουργώντας η ίδια, µέσα από το κίνηµα του ‘77, τη φιγούρα εκείνη του εργαζόµενου στο χώρο της άυλης εργασίας, δηλαδή στο χώρο της παραγωγής γλώσσας και κοινωνικότητας. Έτσι τα δυο αυτά στοιχεία, που υπήρχαν ήδη στο κίνηµα, εν τη απουσία µας, αιχµαλωτίστηκαν και εργαλειοποιήθηκαν από τις δυο δεξιές.

BO: Πέρα από τους µετασχηµατισµούς στην εργασία η συντηρητικοποίηση του κοινωνικού σώµατος µήπως οφείλεται και στις ξενοφοβικές και ρατσιστικές αντιλήψεις ενάντια στους µετανάστες;

Sergio Bianchi: Η ξενοφοβία δεν αναδύθηκε άµεσα στην Ιταλία, καλλιεργήθηκε εδώ και 20 χρόνια. Πέρα όµως από την απουσία εναλλακτικής πρότασης, είναι γεγονός ότι µε τη διάχυση του εργοστασίου αυτού, εµφανίστηκε πολύ έντονα το ζήτηµα της ανταγωνιστικότητας. Ανταγωνιστικότητα αρχικά µεταξύ των µικρών αφεντικών και έπειτα καθολική δηµιουργία κλίµατος ανταγωνιστικότητας µε τη µορφή της εχθρότητας ενάντια στους ξένους και ιδίως στους Κινέζους.

Ilaria Bussoni: Το θέµα µε τη Λίγκα είναι ότι εθνικοποίησε τις κοινωνικές συγκρούσεις. Τη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας η Λίγκα την εθνικοποιεί. Μετά την ήττα του κινήµατος ξαναβάζει το πρόβληµα των νότιο-Ιταλών. Το θέµα των νότιων ήταν µέσα στη ταξική σύγκρουση, οι ίδιοι οι εργάτες στις φάµπρικες του βορρά ήταν εν πολλής νότιο-Ιταλοί, αλλά όταν µεσουρανούσε το κίνηµα τις δεκαετίες ‘60-’70, τέτοιο θέµα καταγωγής δεν υπήρχε. Ο κοινωνικός εργάτης ή το διάχυτο εργοστάσιο δεν υπάρχουν στο νότο και η Λίγκα δούλεψε πολύ και σοβαρά σε θεωρητικό επίπεδο πάνω σε αυτό. Η δεξιά διαβάζει και ερµηνεύει την παγκοσµιοποίηση µε ένα τρόπο παραµορφωµένο που την βολεύει. Είναι δηλαδή µια πρακτική αντίδραση µιας περιοχής απέναντι στις παγκόσµιες προκλήσεις, στη παγκοσµιοποίηση. Χρησιµοποιεί καιροσκοπικά κοµµάτια µιας ανάλυσης που θα µπορούσε και το κίνηµα να κάνει. Βλέπουν τους Κινέζους που έρχονται στην Ιταλία και ρίχνουν τις τιµές και κάνουν τις επιχειρήσεις να καταρρέουν, και δε βλέπουν τις ιταλικές επιχειρήσεις που µετακοµίζουνε σε χώρες µε φτηνό εργατικό δυναµικό για να επανεισάγουν τα προϊόντα τους στην Ιταλία, συµβάλλοντας εξ αρχής στην απεδαφικοποίηση της παραγωγής. Αυτές οι επιχειρήσεις έχουν την έδρα τους εκεί ακριβώς όπου ψηφίζουν την Λίγκα. Είµαι αρκετά σύµφωνη µε κάποιους συντρόφους που λένε, πως πρέπει να ερµηνεύσουµε τον εκλογικό θρίαµβο της δεξιάς, στις τελευταίες εκλογές, καταρχήν ως µια συντηρητική αντίδραση των περιοχών στη παγκοσµιοποίηση, αλλά και στην ανάγνωση των µητροπόλεων ως µητροπολιτικών ροών, παγκοσµιοποιηµένων τόπων, που διασχίζουµε και που δεν ριζώνουµε. Δεν είναι τυχαίο ότι η αριστερά, δεν κατέρρευσε µόνο σ’ εκείνες τις περιοχές που οι κοινωνικοί αγώνες ήταν συνδεδεµένοι µε τοπικούς αγώνες. Συνεπώς έχουµε τη σύγκρουση µεταξύ περιοχών, τοπικών κοινωνιών και παγκοσµιοποίησης.

BO: Οι αναλύσεις του ιταλικού κινήµατος τα τελευταία χρόνια εστιάστηκαν στα ζητήµατα της παγκοσµιοποίησης, στην επισφαλή εργασία, στα σύνορα, στους µετανάστες και κατάφεραν να οδηγήσουν σε αρκετά σηµαντικούς και ελπιδοφόρους αγώνες (Γένοβα, mayday κτλ). Την ανάλυση όµως που µας παρουσιάζετε τώρα και τους κίνδυνους που υπήρχαν για την άνοδο της ακροδεξιάς, δεν τους είχε κατά νου το κίνηµα ώστε να προβλεφθεί αυτή η δυσµενής εξέλιξη;

Ilaria Bussoni: Κατά κάποιο τρόπο οι διάφορες κινηµατικές δυνάµεις συµµετείχαν στη Γένοβα. Οι κοινωνικές δυνάµεις των τοπικών κοινωνιών ενσωµατώθηκαν σ’ ένα ευρύτερο κίνηµα που ήθελε να αντιταχθεί στη παγκοσµιοποίηση. Διάφοροι τοπικοί αγώνες δεν θα ήταν σήµερα εφικτοί ή δεν θα είχαν σήµερα την ίδια ένταση χωρίς το κίνηµα της Γένοβας. Συνεπώς υπήρχαν και περιοχές που βρήκαν το τρόπο τους να οργανωθούν, δεν µιλώ απαραίτητα για κάποια µεγάλη και στιβαρή οργάνωση. Ωστόσο το κίνηµα της Γένοβας αν και έβαλε πολλά ερωτηµατικά, τα χρόνια που ακολούθησαν συνάντησε δυσκολίες στο να δώσει νέες απαντήσεις, αλλά πάνω απ’ όλα στο να κρατήσει ενωµένα τα τόσα πολλά αλλά και διαφορετικά µεταξύ τους υποκείµενα, αλλά και τις πολύ διαφορετικές µεταξύ τους παραγωγικές δυνάµεις. Εµείς για παράδειγµα έχουµε στο µυαλό µας τη φιγούρα του µητροπολιτικού επισφαλή, αλλά αυτή η φιγούρα αντιπροσωπεύει µικρό κοµµάτι της εργασιακής δύναµης στη προσωρινή (part time) εργασία. Εργασιακές φιγούρες που απ το βορρά στο νότο διαφέρουν πολύ στις πολιτιστικές τους διαστάσεις. Η Γένοβα είχε µια διπλή δυναµική αλλά ξεφούσκωσε γρήγορα όπως και τόσα αλλά. Ας µην ξεχνάµε πως είναι αρκετά αληθοφανής η ανάλυση που λέει πως γλίστρησαν ψήφοι, στις τελευταίες εκλογές, ακόµη και από ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάµεις όπως η Rifondazione Comunista (Κοµουνιστική Επανίδρυση) προς τη Λίγκα. Ακόµη και σε περιοχές που παραδοσιακά ήταν προοδευτικές και ανοιχτές η Λίγκα τα πήγε πολύ καλά.

BO: Ναι αλλά όλη αυτή η διαδικασία δεν εντοπίσθηκε νωρίτερα;

Ilaria Bussoni: Αυτή η ανάλυση δεν είναι αποκλειστικά δικιά µας και έχει γίνει από την αρχή της εµφάνισης του φαινοµένου. Από το καιρό που κάποιοι ήταν ακόµη εξόριστοι στο Παρίσι είχαν εντοπίσει την βορειοανατολική Ιταλία ως τη περιοχή εκείνη της οποία το παραγωγικό µοντέλο θα αναδείξει νέα υποκείµενα.

Sergio Bianchi: Δεν είναι αλήθεια ότι δεν πήραµε χαµπάρι τι γίνονταν. Όχι µόνο το πήραµε χαµπάρι αλλά και το προβλέψαµε κιόλας. Όλα τα σοβαρά έντυπα του χώρου ασχολήθηκαν µε το θέµα εν τη γενέσει. Δηµοσιεύτηκαν άρθρα, αναλύσεις, εκτιµήσεις, προβλέψεις. Εγώ έγραψα για το θέµα στη Derive Approdi από το ‘93. Έγραψα για το πέρασµα από τον εξαρτηµένο εργάτη στον ανεξάρτητο εργαζόµενο ως την υλική ρίζα της πολιτικής δουλειάς που η Λίγκα έκανε, κι ήταν µια ανάλυση πάνω στη Λίγκα της Λοµβαρδίας και σ’ αυτό που θα µπορούσε να καταφέρει, ήταν ένα καµπανάκι κίνδυνου. Το πρόβληµα είναι ότι δεν είχαµε τη δυνατότητα να µετατρέψουµε τις έγκυρες και έγκαιρες αναλύσεις µας σε πολιτική δράση, σε αγωνιστική δράση. Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί που πρωτοέκανε την εµφάνιση της η Λίγκα της Λοµβαρδίας, εκεί ως απάντηση η αγωνιστικότητα έµεινε σε υψηλά επίπεδα και εκεί οι σύντροφοι κατάφεραν µε τη δράση τους να δηµιουργήσουν εσωτερικά ρήγµατα στη Λίγκα, µε κάποια κοµµάτια της να προσεγγίζουν την ναζιστική άκρα δεξιά. Αλλά δεν υπήρχε η δυνατότητα αντίδρασης γιατί σ’ αυτές τις περιοχές και όχι µόνο, έλαβε χώρα ο κινηµατικός εκµηδενισµός από την καταστολή όπως περιέγραψα και πριν. Για να σας δώσω να καταλάβετε τι ακριβώς έλαβε χώρα σ’ αυτές τις περιοχές θα σας φέρω ένα παράδειγµα. Η Λίγκα έκανε τα πρώτα της βήµατα στη περιοχή απ’ όπου κατάγοµαι. Εγώ τη Λίγκα την έζησα από κοντά από τα πρώτα της βήµατα. Ο αδελφός µου είναι της Λίγκας. Δεν είναι µαχόµενος της Λίγκας αλλά είναι ένας πεπεισµένος για τη λογική, για τη φιλοσοφία, τις θέσεις, την πολιτική της Λίγκας. Κάποτε όµως ήταν κι αυτός συνδικαλισµένος εργάτης που ψήφιζε ΚΚΙ… Εµείς τη Λίγκα την είδαµε να γεννιέται, να εξαπλώνεται, να κυριαρχεί και δεν είχαµε την δυνατότητα να αντιδράσουµε. Όπως δεν κατάφεραν να αντιδράσουν ούτε καν τα κοινοβουλευτικά κόµµατα της αριστεράς.

Ilaria Bussoni: Εγώ νοµίζω πως το κίνηµα της Γένοβας έχασε µια ευκαιρία να φέρει στις τοπικές κοινωνίες, τα σοβιέτ. Τα νέα σοβιέτ της µεταφορντικής εργασίας. Σε κάποια φάση υπήρχαν παντού αυτά τα φόρουµ, στο εσωτερικό αυτού που ονοµάστηκε Social Forum. Παντού στην Ιταλία είχε Social Forum, από το πιο µικρό χωριό µέχρι τις µεγάλες µητροπόλεις. Και τα Social Forum ήταν η ευκαιρία για να διαδοθούν διάφορες θεµατικές, ζητήµατα για τις µεταφορές, για τις επικοινωνίες, για τη γη, για τις πατέντες, για το copyright, για το νερό, για την παγκοσµιοποίηση. Ήταν µια ευκαιρία να ξαναφτιαχτεί µια δηµόσια σφαίρα πέρα από τη διάσταση της αντιπροσώπευσης, καθώς το κοινοβουλευτικό σύστηµα βρίσκεται σε κρίση. Όλα αυτά, χωρίς να είναι κανενός το φταίξιµο, ξεφούσκωσαν εκ των έσω, έσπασαν στα εξ’ ων συνετέθη. Και οι τοπικές κοινωνίες, ενώ ήταν µέσα, έχασαν τελικά την ευκαιρία να δουν να γεννιέται µια ριζοσπαστική εναλλακτική, που τελικά εξαφανίστηκε. Υπάρχει όµως ένα ακόµη πρόβληµα. Στη διαδικασία, όπως την έχουµε ήδη περιγράψει, η πνευµατική (cognitiva) εργασία, η επισφαλής εργασία, αυτή η µητροπολιτική φιγούρα, η ευέλικτη, που κατά κάποιο τρόπο προσπαθούµε να αξιοποιήσουµε, είναι µια φιγούρα ίσως πολύ απόµακρη και κάπως άπιαστη από τις τοπικές κοινωνίες, είναι κατά κάποιο τρόπο όπως η φιγούρα του κοινωνικού εργάτη, που ξέφευγε από την φάµπρικα, και όπως στους περασµένους κοινωνικούς αγώνες υπήρχε µια διαφορά ανάµεσα στον εργάτη µάζα και στον νέο κοινωνικό εργάτη, και κάπως αυτή η διαφορά δηµιουργήθηκε ακόµη και µέσα στις φάµπρικες ως αντίθεση, το ίδιο τώρα µπορούµε να φανταστούµε ότι συµβαίνει, µε τη διαφορά ότι η αντίθεση είναι τώρα τοπική, µε ένα συγκεκριµένο παραγωγικό µοντέλο από τη µία και την µητρόπολη από την άλλη µε το δικό της. Πώς να φανταστούµε την αλληλεπίδραση ανάµεσα σ’ αυτές τις δυο πραγµατικότητες; Ίσως µας λείπουν ακόµα οι κατηγοριοποιήσεις για να διαβάσουµε σωστά αυτή τη σύγκρουση.

Sergio Bianchi: Νοµίζω ότι οι µη ιταλοί σύντροφοι, που είναι συνηθισµένοι να θεωρούν την Ιταλία, από την επαναστατική σκοπιά, που τα τελευταία 30 χρόνια παρήγαγε µοναδικά φαινόµενα, ένα πρωτοποριακό επαναστατικό εργαστήριο, είναι λίγο έκπληκτοι από το σενάριο που βλέπουν να ξετυλίγεται µπροστά στα µάτια τους και λένε: «µα πως είναι δυνατόν να µην υπάρχει αντίδραση-αντίσταση; Οι φασίστες στην κυβέρνηση και το κίνηµα δεν κάνει τίποτα; Τι κάνει;» Ακριβώς επειδή η Ιταλία τα τελευταία 30 χρόνια υπήρξε ένα ασυνήθιστο κοινωνικό εργαστήριο επαναστατικής έρευνας, που υπέστη ήττες κι εκµηδενίστηκε αλλά ξαναναδύθηκε τέλος πάντων, δεν έσβησε τελείως, αντίθετα επανήλθε και ξαναδοκίµασε, ειδικά µε τη Γένοβα, νέες οργανωτικές δοµές, που όµως αποδείχτηκαν αποτυχηµένες, µη αποδοτικές, µη ενδιαφέρουσες πλέον, πειραµατίστηκε µε αυτές και τις εγκατέλειψε. Ένα χαρακτηριστικό του ιταλικού κινήµατος είναι, κατά την άποψη µου, ότι όντας τόσο πλούσιο σε πειραµατισµούς και ήττες, σίγουρα τώρα δεν θέλει να ξαναδοκιµάσει δοκιµασµένες κι αποτυχηµένες µεθόδους και συνεπώς σε µια τέτοια κατάσταση η φαινοµενική του ακινησία, απουσία, µη αντίδραση οφείλεται στο γεγονός ότι βρίσκεται σε µια διαδικασία αναστοχασµού, υποθέσεων για το ποιες θα µπορούσανε να είναι οι φόρµες για να αντιµετωπισθεί η κατάσταση. Σίγουρα δεν θέλει να ξαναδοκιµάσει µια από τα ίδια και να ξαναποτύχει. Το να πούµε όµως ότι το κίνηµα δεν είναι σε θέση να αντιδράσει δεν µε βρίσκει σύµφωνο.

O Sergio Bianchi και η Ilaria Bussoni συµµετέχουν στην συντακτική οµάδα του κινηµατικού εκδοτικού οίκου Derive Approdi στην Ρώµη. Τον Sergio τον έχουµε γνωρίσει µέσα από το µυθιστόρηµα «οι Αόρατοι» του Nanni Balestrini. Η ζωή και τα βιώµατα του Sergio µέσα από µια σειρά µαγνητοφωνήσεων µετατράπηκαν από τον Balestrini στο συλλογικό υποκείµενο που αντανακλά τους χιλιάδες νέους της δεκαετίας του 70, τους ινδιάνους της µητρόπολης, την γενιά του 77, το πολύµορφο κίνηµα της Αυτονοµίας, οι οποίοι σαν ένα χείµαρρος αναστάτωσαν την πολιτική σκηνή της Ιταλίας. Για 10 ολόκληρα χρόνια άλλαζαν τις κοινωνικές σχέσεις, γόνιµα εξεγερµένοι, γόνιµα εξεγερµένες, εναντιώθηκαν στα κόµµατα, κατέλαβαν εγκαταλελειµµένα εργοστάσια και δηµιούργησαν τα πρώτα κατειληµµένα κοινωνικά κέντρα, συνέδεσαν το πολιτικό µε το προσωπικό, αρνήθηκαν την εργασία, το σχολείο, την οικογένεια, δηµιούργησαν νέες κοινωνικότητες, αλλά βίωσαν και την πιο ισχυρή καταστολή. Tο κράτος έκανε τα πάντα για να τους σταµατήσει. 60.000 συλλήψεις, 25.000 καταδίκες, εκατοντάδες χρόνια φυλάκισης. Ο ίδιος ο Sergio θα µείνει στη φυλακή 3 χρόνια και έπειτα θα αυτοεξοριστεί στην Γαλλία. Το περιοδικό Derive Approdiγεννιέται στις αρχές της δεκαετίας του ’90, βάσει της προηγούµενης εµπειρίας του περιοδικού Luogo Commune (κοινός τόπος) και το οποίο σηµάδεψε τη διαχωριστική γραµµή ανάµεσα στη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 στην Ιταλία. Τα χρόνια της δεκαετίας του ’80 στην Ιταλία ήταν χρόνια καταστολής, κλεισίµατος και απουσίας των κινηµάτων. Στην αρχή της δεκαετίας του ’90, µε βάση τους φοιτητικούς αγώνες που γίνονταν στο πανεπιστήµιο, το κίνηµα της Pantera, ξαναξεκίνησε µια θεωρητική επεξεργασία στην οποία συνέβαλε το Luogo Commune. Το Derive Approdi δεν είναι παρά κληρονόµος αυτού του περιοδικού. To Derive Approdi συγκέντρωσε γύρω του πρόσωπα τα οποία είχαν συµµετάσχει στους αγώνες του ’60 και του ’70, και έφερε σ’ επαφή αυτόν τον πυρήνα θεωρίας και διανόησης µε τις νέες εκφράσεις που ωρίµασαν κατά τη διάρκεια του ’80 και εξελίχτηκαν στη δεκαετία του ’90, µε το χώρο δηλαδή των κοινωνικών κέντρων. Το Derive Approdi θέλει να έχει επικοινωνία µε το χώρο των νέων υποκειµένων, του νέου κοινωνικού ανταγωνισµού στην Ιταλία, ο οποίος δοµούνταν γύρω από τα κοινωνικά κέντρα. Το πρόταγµα του Derive Approdi ήταν η σύνδεση ανάµεσα στο θεωρητικό πυρήνα, που είχε επεξεργαστεί τον κοινωνικό µετασχηµατισµό που παρατηρήθηκε κατά το πέρασµα από τη δεκαετία του ’80 σ’ αυτήν του ’90, µε την εµπειρία των νέων µορφών συνεύρεσης που ήταν τα κοινωνικά κέντρα και να προβάλει µε δυναµικό τρόπο ένα είδος πολιτικού προγράµµατος γι’ αυτά τα κινήµατα, π.χ. πάνω στο θέµα της επισφάλειας. Επίσης επεξεργάστηκαν και ανέλυσαν έννοιες όπως το πλήθος, η βιοπολιτικη, η επισφάλεια, ο νοµαδισµός, η κοινωνία του ελέγχου, η έξοδος, η γενική νόηση, ζητήµατα αισθητικής και επικοινωνίας, νέων τεχνολογιών και φυσικά ιστορικές αναλύσεις για τους ινδιάνους της µητρόπολης το κίνηµα της αυτονοµίας του 70 και την άρνηση της εργασίας.

athens indy

αυτονομία, autonomia

Η Αυτονομία και το αρχείο

RDL-cop-14-224x300

συνέντευξη στον SERGIO BIANCHI

των
Felix Boggio Éwanjé-Épée, Stella Magliani-Belkacem e Gianfranco Rebucini

Ιταλική εκδοχή της συνέντευξης που δημοσιεύτηκε στο «La Revue des Livres», 14, novembre-dicembre 2013

Ο εκδότης DeriveApprodi, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος με έδρα τη Ρώμη, προχωρά από την ημέρα της ίδρυσής του μια σπουδαία δουλειά συλλογής, αρχειοθέτησης και δημοσίευσης από έγγραφα που αφορούν την ιστορία της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Η εργασία ανασυνθέτει μια από τις πιο συναρπαστικές και πιο συζητημένες περιόδους της πολιτικής κομουνιστικής και εργατικής Ευρωπαϊκής ιστορίας του τέλους του ΧΧ αιώνα.

Αρχειοθετούμε την Αυτονομία. Γιατί αυτό το σχέδιο. Ποιές είναι οι δυσκολίες ;

Το κίνημα της Αυτονομίας διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στα πολιτικά σενάρια της Ιταλίας των χρόνων του εβδομήντα. Όπως εκείνου και στα πολιτιστικά. Πραγματικά, εκείνα τα χρόνια οι αυτόνομοι έπλεξαν σχέσεις με όποιον αντιμετώπιζε τους τεχνολογικούς μετασχηματισμούς που εφαρμόζονταν στις παραγωγικές διαδικασίες, με τις εκδόσεις, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τη ραδιοφωνία, τα καρτούνς, τη μουσική, ακόμη και το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση. Οι αυτόνομοι, πέρασαν στην ιστορία σαν ‘εξτρεμιστές’, ‘βίαιοι’, ‘προβοκάτορες’, ‘στρεψοδίκες’, ‘τρομοκράτες’, ‘κακοποιοί’, παρήγαγαν εκατοντάδες έγγραφα, εφημερίδες, περιοδικά, φυλλάδια, δοκίμια, έστησαν εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία, κατασκεύασαν ραδιοφωνικούς σταθμούς και άλλα πολλά.

Εδώ και πολλά χρόνια ο εκδοτικός οίκος DeriveApprodi, ασχολείται με το να αρχειοθετήσει όσο είναι δυνατό αυτό το υλικό, μαζί με την πλατιά και ποικίλη απομνημονευτική δουλειά των πρώην αγωνιστών αυτού του κινίματος, πρωταγωνιστών ενός εξαιρετικού κύκλου αγώνων που διήρκησε δύο δεκαετίες. Πρόθεση είναι να παρέχουμε αυτό το υλικό σε μια καινούργια γενιά ιστορικών η οποία θα μπορέσει να δώσει μια σωστή ανάγνωση εκείνων των γεγονότων, μια ανάγνωση όχι επηρεασμένη από μια δαιμονοποιημένη και ποινικοποιημένη ιδεολογική κατάσταση έτσι όπως έγινε μέχρι σήμερα.

Πράγματι, σαράντα χρόνια μετά από εκείνες τις εκδηλώσεις κανείς δεν θέλησε ή κατάφερε να διηγηθεί τι ήταν πραγματικά εκείνος ο χώρος της αυτονομίας, ποιές ήταν δηλαδή οι ρίζες της, η προέλευση, οι θεωρητικές βάσεις, οι πολιτικές της γραμμές και κατ’ επέκταση οι πρακτικές της, οι διαφορές της από τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις και από εκείνες που έδωσαν ζωή στον ένοπλο αγώνα. Οι ‘νικητές’, οι πρωταγωνιστές που απέμειναν, οι επίγονοι του συστήματος των κομμάτων που κυβέρνησαν τότε την αποκαλούμενη Πρώτη repubblica, δεν είχαν φυσικά κανένα ενδιαφέρον να προωθήσουν μια αναθεώρηση εκείνης της άποψης. Οι ‘χαμένοι’, οι όχι απ’ ευθείας εκμηδενισμένοι, είχαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν αποκτήσει ένα προφίλ ως επί το πλείστον σιωπηλό, ίσως εξ αιτίας της καταστροφικής εσωτερίκευσης μιας ήττας που βιώθηκε όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο αλλά σε εκείνο, ακόμη πιο ευαίσθητο, της ύπαρξης στο σύνολό της.

Πέρα από όλο αυτό υπήρξε επίσης η δυσκολία να διηγηθείς μια πραγματικότητα στο σύνολό της μπερδεμένη, δηλαδή με διάφορες αρθρώσεις, αντιφατικές, που όμως, κι ας μην αρέσει σε πολλούς, υπήρξε πλουσιότατη. Γεγονότα που η κατάρα πολλών, συνοδευμένη από αιώνες φυλακίσεων, δεν κατάφερε παρ’ όλα αυτά να εκμηδενίσει τελείως. Μια πραγματικότητα που, με διαφορά από πολλές άλλες της παράδοσης των διαφορετικών τάσεων επαναστατικής εμπειρίας, δεν επέζησε απλά μέσα στον ίδιο της τον εαυτό σε κομμάτια αντιστασιακών υπολλοιμάτων αλλά γνώρισε πώς να μεταβληθεί, να ανανεωθεί, να εξελιχθεί μέσα σε μια πρακτική ασυνέχειας, που είναι το εξελικτικό στοιχείο που την ξεχώρισε από τη γέννησή της. Μια πραγματικότητα πολύ σύγχρονη, που είναι στην επικαιρότητα, διότι οι μέθοδοι και οι γνώσεις της κατάφεραν να ενημερώσουν και να προετοιμάσουν πολιτικά με αναλύσεις και σχεδιασμούς επίσης και τα σημερινά επαναστατικά κινήματα.

Ποιά ήταν η κατάρτιση και η πολιτική σου βιογραφία στο εσωτερικό του κινήματος της εργατικής Αυτονομίας ;

Η διαδρομή της πολιτικής μου κατάρτισης ξεκινά το 1973, όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Ζούσα σε ένα μικρό χωριό στη περιοχή της Varese, όμως συχνάζω εξ αιτίας των σπουδών μου στη πόλη. Ανήκω σε εργατική οικογένεια, οπότε ζούσα κοινωνικότητα εργατικής φύσεως, και στο εσωτερικό του ιστού μικρών εργοστασίων που χαρακτήριζε όλη τη ζώνη της απ’ όπου προερχόμουν και στην οποία εκείνο το διάστημα ήταν σε ισχύ μια δυνατή διαδικασία πολιτικοποίησης. Το να εμφανίζεσαι στην πολιτική εκείνη την περίοδο σήμαινε πως θα ακολουθούσες όλους τους αγώνες που εκφράζονταν μετά το ’68, όπου σ’ εμένα έφταναν μονάχα οι απόηχοι. Στο τέλος του 1973 άρχισε να σχεδιάζεται από το Κκι και τον γραμματέα του Berlinguer, Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΉ ΤΟΥ ‘ΙΣΤΟΡΙΚΟΎ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΎ’, ένα γεγονός που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, διότι δημιούργησε μεγάλη φασαρία και ψιθύρους, κινητικότητα και παθιασμένες συζητήσεις. Αυτό είναι το γενικότερο περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου για τα πολιτικά ζητήματα.

Όσο αφορά την κατάρτισή μου θεωρώ πως είχα την τύχη να αποφύγω τη διαδρομή μέσα από τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που βρίσκονταν σε κατάσταση φθοράς εκείνο το διάστημα, ούτε που άγγιξα την αγωνιστική διαδρομή στο εσωτερικό τους. Μόλις ξεκίνησα την πολιτική μου δραστηριότητα πλησίασα αμέσως από θεωρητική άποψη τις θεματικές της μόλις διαμορφούμενης εργατικής Αυτονομίας, που από πολλές πλευρές ανέπτυσσε μια συνέχεια με όλη τη θεωρητική παράδοση του εργατισμού. Εκείνη η παράδοση με ταχύτητα αποκτήθηκε όχι μόνο από εμένα αλλά και από ολόκληρο τον κύκλο των ανθρώπων που, ζώντας υλικά την εργατική κατάσταση, βρέθηκαν να έχουν στραμμένη την προσοχή σε εκείνο τον τύπο θεωρητικής κατάρτισης που περισσότερο από άλλους έδινε χρήσιμα στοιχεία απαραίτητα για τη πολιτική δέσμευση στο εργοστάσιο. Οπότε, ο θεωρητικός μου προσανατολισμός δημιουργήθηκε αμέσως πάνω στα κλασικά κείμενα του εργατισμού, και η κατάρτισή μου αμέσως προσανατολισμένη σε σχέση με αναφορές αυτού του τύπου, επίσης διότι οι εναλλακτικές αναφορές που υπήρχαν στις περιοχές μας ήταν αυτές που είχαν σχέση με ομάδες πάνω-κάτω ασήμαντες μαρξιστών-λενινιστών, ενώ από την άλλη πλευρά υπήρχε η τεράστια συνδικαλιστική δέσμευση στην οποία όμως την ηγεμονία είχε το κομουνιστικό κόμμα και οι συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες, που εκείνη τη στιγμή είχαν επηρεαστεί απ’ τ’ απόνερα της θεωρητικοποίησης του ‘ιστορικού συμβιβασμού’. Και με αυτές τις τελευταίες θέσεις η διαμάχη ξεκίνησε αμέσως στο εσωτερικό των διαφόρων καταστάσεων στις περιοχές και τα εργοστάσια.

Το πολιτικό μου περιβάλλον στη μεγάλη του πλειοψηφία αποτελείτο από νεαρούς και νεαρότατους εργάτες που δεν παρουσίαζαν διαθεσιμότητα να δεχθούν τις συνθήκες του καθεστώτος εργασίας στο εργοστάσιο, την ίδια την εργατική ταυτότητα, και δεν είχαν καμία απολύτως διάθεση να διασχίσουν το συνδικαλιστικό έδαφος στη κλασσική του μορφή, σε μια βαθμιαία αγωνιστική σκάλα που στόχευε στην επίτευξη μερικών στόχων που καθιστούν καλύτερη την καθημερινή ζωή. Αυτή η περιοχή νεαρών συντρόφων είχε επηρεαστεί δυνατά από τις θεματικές του εργατισμού : ένα σύνθημα όπως ‘άρνηση της εργασίας’ είχε μέσα του μια ισχυρή δυνατότητα πρότασης, με την έννοια πως αντιστοιχούσε σε μια υλική και άμεση ανάγκη μη αποδοχής ακριβώς αυτών των συνθηκών ζωής, μόνο αργότερα αντιληφθήκαμε πως περιείχε επίσης μια πολύ σημαντική θεωρητική βάση. Οπότε, αν και εκείνο το σύνθημα προσεγγίζονταν καθαρά σαν σύνθημα απελευθερωτικό αλλά γενικού χαρακτήρα, σε σύγχυση και λίγο ακραίο, στην πραγματικότητα στη συνέχεια περάσαμε σε δράση συστηματική δημιουργίας επίγνωσης γύρω από μια έννοια που έμοιαζε μη πρακτική σε ένα κοινωνικό ιστό που επηρεάζονταν από ένα είδος θρησκοληψίας, φανατισμού ως προς την εργατική παράδοση απ’ τη μια και την κληρική από την άλλη, διότι εκείνο ήταν ακόμη ένα έδαφος δυνατά ηγεμονευμένο από την θρησκευτική κουλτούρα και παράδοση.

Εκείνο ήταν το γενικό πλαίσιο γέννησης αυτών των συμβάντων που ξετυλίχτηκαν από το τέλος του ’73 και για όλο το ’74 γύρω από μια δουλειά κυρίως εργατική, διότι για τα υποκείμενα εκείνο ήταν το πρόβλημα : εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν να κάνουν φασαρία μέσα στα μέρη που εργάζονταν, αμφισβητούσαν τους όρους εργασίας στα εργοστάσια, το καθεστώς. Τα πρώτα χρόνια ήταν ακριβώς μια ομάδα εργατών, αυτοδίδακτοι, όλες επίσης οι μορφές απόκτησης των γνώσεων ταξίδευαν δίχως κανένα τύπο αναμετάδοση από χαρακτήρες που είχαν από πίσω τους μια κάποια μνήμη. Ήταν ένα επίπονο έργο υπομονετικής αναζήτησης κειμένων που ανακαλύπτονταν χέρι-χέρι, μια ανακατασκευή τους φιλολογική, μια εργασία αυτομόρφωσης, παθιασμένης μελέτης σε μικρές ομάδες, καταστάσεις σεμιναρίων που διεξάγονταν το βράδυ, μετά τη δουλειά, μέσα σε μια έδρα που είχαμε νοικιάσει στο κέντρο του χωριού και που προκαλούσε σκάνδαλο σχόλια όχι μόνο ανάμεσα στους καθωσπρέπει αλλά επίσης και ανάμεσα στα πρόσωπα της θεσμικής αριστεράς.

Ποιά ήταν η γέννηση της εργατικής Αυτονομίας, τι την διαφοροποιούσε από τις άλλες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και κυρίως από το κομουνιστικό κόμμα ;

Κατά συνθήκη η γέννηση του χώρου της εργατικής Αυτονομίας έχει σαν ημερομηνία τον Μάρτιο του 1973 στη Μπολόνια, με ευκαιρία το πρώτο εθνικό συνέδριο των αυτόνομων συνελεύσεων και των αυτόνομων οργανισμών εργοστασίων και συνοικιών. Στην πραγματικότητα μερικές απ’ τις πιο σταθερές ρίζες κατάγονται από τη ν ιστορία του ‘ιταλικού εργατισμού’, μια αυθεντική συνιστώσα της νεομαρξιστικής πολιτικής σκέψης που ξεκινά το 1962 με τη δημοσίευση του περιοδικού «Quaderni rossi», ‘κόκκινα Τετράδια’, με πρωτοβουλία μιας ομάδας διανοούμενων μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν τα ονόματα των Raniero Panzieri, Mario Tronti, Alberto Asor Rosa, και Toni Negri. Εσωτερικές θεωρητικές διαμάχες στη συντακτική ομάδα έφεραν ρήξη η οποία ενθάρρυνε το 1964 τη γέννηση ενός άλλου περιοδικού – που είχε ρόλο καταλυτικό στην ιστορία του ‘εργατισμού’ δηλαδή το «Classe operaia», ‘εργατική Τάξη’ που έζησε μέχρι το 1967. Σε συνέχεια των φοιτητικών αγώνων του 1968, και εκείνων των εργατικών του επόμενου χρόνου, ένα μέρος αυτών που διέσχισαν εκείνες τις εμπειρίες συνέβαλαν στη δημιουργία της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας Potere operaio, εργατική Εξουσία, που θα διαλυθεί το 1973, ακριβώς με τη γέννηση του χώρου της Autonomia operaia.

Εκτός από το χώρο εργατικής καταγωγής, στη σύνθεση της περιοχής συνέτρεξαν και άλλες πραγματικότητες από αγωνιστικές συλλογικότητες που προέρχονταν από τάσεις του μαρξισμού-λενινισμού, ελευθεριακές, αναρχοσυνδικαλιστικές, ουλτραριζοσπαστικές. Τα επόμενα χρόνια ο χώρος της αυτονομίας πλουτίστηκε με άλλες διακλαδώσεις που προέρχονταν από κυκλώματα της αντικουλτούρας, του φεμινισμού, από τη λανθάνουσα μέχρι εκείνη τη στιγμή οικολογία. Πήρε τροφή από τις κρίσεις όλο και περισσότερο μη αναστρέψιμες στη μορφή-κόμμα που είχαν αναλάβει και ασκούσαν οι εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις γεννημένες τη διετία ’68,’69, κυρίως από τη Lotta continua, αξιοποιώντας προς όφελός του τις αγωνιστικές λιποταξίες που προέκυψαν. Παρά την επιμονή κάποιων συνιστωσών του, δεν κατάφερε εκείνα τα χρόνια να επιτύχει μια οργανωτική διαδικασία ολοκληρωμένη

Η πολιτική ‘τύχη’ που η Αυτονομία απόλαυσε, ήταν αποτέλεσμα της ιδιαίτερης θεωρητικής ανάγνωσης των αποτελεσμάτων της κρίσης στην κοινωνία που προήλθαν από τον δεκαετή κύκλο εργατικών και προλεταριακών αγώνων. Οικονομική κρίση, πολιτική, πολιτιστική, συνολική κοινωνική κρίση τέλος πάντων. Ανάγνωση τόσο ιδιαίτερη ώστε να απελευθερώσει στο εσωτερικό του τότε κομουνιστικού κόμματος και των οργανώσεων του επίσημου συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος ολοκληρωτική αποδοκιμασία και αντίθεση. Διότι περί τούτου επρόκειτο : της εκ διαμέτρου αντίθετης ερμηνείας της κρίσης και των πιθανών πολιτικών εξόδων. Και ήταν σύγκρουση.

Το 1973 αποδείχθηκε έτος κρίσιμο. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή, που το Σεπτέμβρη έπνιξε στο αίμα την εμπειρία της Unidad Popular, έπαιξε υποστηρικτικό ρόλο στη θεωρητικοποίηση του ‘ιστορικού συμβιβασμού’ από μέρους του Enrico Berlinguer, γραμματέα του Partito comunista italiano. Ενάντια στον κίνδυνο αυταρχικής στροφής, σημάδι της οποίας ήταν η ‘στρατηγική έντασης’, «strategia della tensione», που σημαδεύονταν από σφαγές που εκτελούσαν κομμάτια των μυστικών υπηρεσιών που εκτρέπονταν και των νεοφασιστικών ομάδων, η πρόταση Μπερλινγκουέρ ΉΤΑΝ ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ μιας συμφωνίας ανάμεσα στις πολιτικές αντιπροσωπεύσεις των λαϊκών καθολικών δυνάμεων, σοσιαλιστικών, κομουνιστικών, λαϊκών και προοδευτικών για μια κυβέρνηση ικανή να εξασφαλίσει τις δημοκρατικές θεσμικές δομές, και να βγάλει τη χώρα απ’ την οικονομική κρίση. Κρίση η οποία επιτείνεται εξ αιτίας της απόφασης των χωρών παραγωγών πετρελαίου, στο πλαίσιο του πολέμου στη Μέση Ανατολή, να αυξήσουν τη τιμή στο ακατέργαστο και να μειώσουν τις προμήθειες στις δυτικές χώρες, κυρίως ευρωπαϊκές.

Ειδικά στο πεδίο οικονομικής πολιτικής η κομουνιστική πρόταση μεταφράστηκε, στην περίπτωση των συνδικάτων που ήταν πιο δεμένα στο κόμμα, σε ένα σχέδιο αποκατάστασης στους χώρους δουλειάς των απαραίτητων συμβατοτήτων για την ανάκτηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, συμβατότητες που είχαν σοβαρά ραγίσει από τα νικηφόρα αποτελέσματα των αυτόνομων εργατικών αγώνων που επικεντρώθηκαν στο στοιχειώδες, αλλά πολύ αποτελεσματικό σύνθημα ,μεγαλύτερος μισθός, μικρότερο ωράριο’. Επρόκειτο για την αρχή της χρήσης του μισθού σαν ‘μεταβλητή ανεξάρτητη από την παραγωγικότητα’ που είχε τεθεί υπό συζήτηση από την πλευρά των επίσημων συνδικάτων, που επωφελήθηκαν από την ανάκτηση της πρωτοβουλίας που εν μέρη κατάφεραν να έχουν στον έλεγχο των αυτόνομων αγώνων στις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εργατών.

Η αποκατάσταση της συμβατότητας του καπιταλιστικού μοντέλου με αντάλλαγμα ‘διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις’ , και της νομιμοποίησης της υποψηφιότητας στη κυβέρνηση της χώρας από μέρους του κομουνιστικού κόμματος, βρήκε έντονο ενδιαφέρον στην πλευρά των συνομιλητών του καταφέρνοντας να καταλάβει άμεσα την κεντρικότητα στη πολιτική συζήτηση, πολιτιστική και των μέσων ενημέρωσης. Φάνηκε πως βρέθηκε μια λύση στο μακροχρόνιο και ανώμαλο κομουνιστικό πρόβλημα της χώρας μας, ‘ο παράγοντας Κ’, «il fattore K», ΣΤΟ ΠΛΑΊΣΙΟ ΤΩΝ ΕΥΑΊΣΘΗΤΩΝ διεθνών ισορροπιών που προέρχονταν από τις διεθνείς μεταπολεμικές συμβάσεις της Γιάλτα.

Εκείνη η μοναδική στρατηγική του ‘ιταλικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό’ προκάλεσε το ενδιαφέρον και τόνωσε τη θεωρητική γνώση και σε εκείνους που πέρασαν με τιμές και αξία από την ‘εργατική’ εμπειρία των ετών Εξήντα, αρνούμενοι την μειοψηφική υπόθεση της θεμελίωσης των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, προσγειώνονται, ή εγκρίνουν εκ νέου, στις ακτές των ιστορικών κομμάτων της αριστεράς. Σε αυτούς, εκείνη την ευαίσθητη στιγμή και τόσο ντελικάτη δίοδο, δεν έλειψε με τίποτα η εξυπνάδα να κρατήσουν σε κύρια αναφορά της ανάλυσης εκείνο που τεκμηρίωνε υλιστικά την αντίληψη περί του ρόλου, λειτουργία, δύναμη και αποφασιστικότητα της αυτονομίας της εργατικής τάξης.

Για όλα αυτά η δική τους ανάγνωση αποκάλυπτε πως οι αυτόνομοι εργατικοί αγώνες, βγαίνοντας έξω από την περιοχή του εργοστασίου, είχαν εντυπώσει μεγάλο δυναμισμό στις κοινωνικές σχέσεις και μια πλατιά διαδικασία εκδημοκρατισμού, όμως ακριβώς η αυτονομία από τις κομματικές οργανώσεις προκαλούσε τώρα την αποσύνθεση της μεταρρυθμιστικής τους δύναμης. Η αυτονομία της εργατικής τάξης, δηλαδή, ακριβώς τη στιγμή της μεγαλύτερης ανάπτυξης, στην κοινωνικοποίησή της έξω απ’τα σύνορα του εργοστασίου, από μόνη της δεν έφτανε πλέον για να εκτελέσει το ρόλο πολιτικών ρήξεων με σθένος επαναστατικό. Σε εκείνο το σημείο ωρίμανσης της μάχης ήταν η πολιτική που αξιώνει τον αυτόνομο ιστορικό της ρόλο από τη δυναμική των αγώνων, που τους διαβάζει αυθόρμητους, ήταν δηλαδή η εξωτερική λειτουργία του κόμματος να αναλαμβάνει τώρα απόλυτη στρατηγική σημασία.

Εδώ λοιπόν αναβιώνει, κλασικά, η θεωρία της ‘αυτονομίας της πολιτικής’ ,για να επιβεβαιώσει τη διάσπαση, που συνέβη το ’67 στο εσωτερικό του κυκλώματος του περιοδικού «Classe operaia», γύρω από την εκτίμηση της πιθανότητας ή όχι αυτοδιαχείρισης των αυτόνομων αγώνων. Διότι από εκείνη την εκτίμηση προέρχονταν η υπόθεση της ανακάλυψης μιας νέας θεωρίας και πρακτικής της επαναστατικής πράξης που ξεπερνούσε την ύπαρξη των κομματικών και συνδικαλιστικών επίσημων δομών. Για τους εργατιστές που είχανε συγκλίνει στο Κκι η θεωρητικοποίηση της νέας εργατικής φιγούρας που είχε παράξει εκείνη η κρίση, εκείνος που είχε ονομαστεί ‘κοινωνικός εργάτης’, ήταν το αποτέλεσμα της απομόνωσης, της περικύkλωσης της αληθινής αυτονομίας του εργάτη. Γι αυτό το λόγο, το ‘κόμμα του κοινωνικού εργάτη’ δεν μπορούσε παρά να είναι το κόμμα του γκέτο και της περιθωριοποίησης.

Τέτοιες θεματικές υποστηρίχθηκαν καλύτερα στη συνέχεια στο συζητημένο βιβλίο του Asor Rosa, Le due società, Οι δύο κοινωνίες. Αντίστροφα, για τους θεωρητικούς της εργατικής Αυτονομίας τα υποκείμενα της ‘δεύτερης κοινωνίας’, αυτοί οι ονομάστηκαν ‘μη εγγυημένοι’, δηλαδή οι επισφαλείς όλων των δεσμίδων, ήταν σαφώς περισσότερο εκμεταλλευόμενοι από τους εργάτες με εγγύηση. Υπήρχε, από την οπτική τους γωνία, μια αντικειμενική υποτίμηση της εrγατικής τους αξιολόγησης σε σχέση με αυτή των εγγυημένων εργατών [αυτών που είχαν σταθερή, εγγυημένη εργασία]. Το Κκ και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του εργατικού Κινήματος, κατηγορούντο όχι μόνο διότι αποδέχονταν εκείνο το διαχωρισμό, αλλά μάλιστα πως γίνονταν υποστηρικτές ενός ανταγωνισμού ανάμεσα σε εργατικές μάζες διαφορετικά τοποθετημένες στην αγορά εργασίας. Προφανώς αυτές, και όχι μόνο αυτές οι διαφοροποιήσεις στην ανάλυση και τη θεωρία δεν ήταν μικρό θέμα, τόσο που σε εκείνη την ιστορική συγκυρία σχημάτισαν το φόντο, πάντα, σε μια σκληρή διαμάχη πολιτική, πολιτιστική, υπαρξιακή.

Διαμέσoυ ποιών πολιτικών δυναμικών θεωρητικοποιήθηκε και πραγματοποιήθηκε ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία ; Τι ρόλο είχε η εργατική Αυτονομία σε αυτό το γεγονός ;

Είναι αδύνατο να απαντήσουμε εδώ σε αυτή την ερώτηση, να εξαντλήσουμε το θέμα. Μπορώ απλά να αναφερθώ σε μερικά γενικά θέματα. Από το τέλος του 1974, δε διάφορες ιταλικές πόλεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες, μέσα στα σενάρια στις πλατείες, με αφορμή πορείες που ήδη γίνονταν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, οι ομάδες της αυτονομίας σχηματίζουν τμήματα που, ξεκινώντας από πίσω όπου είναι τοποθετημένα, βήμα βήμα ανεβαίνουν προς τα εμπρός έχοντας συχνά μάχες πρόσωπο με πρόσωπο με τις ομάδες περιφρούρησης των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων καταφέρνοντας μέσα στο γύρο δύο περίπου χρόνων να πάρουνε κεφάλι.

Αρχίζουν να εμφανίζονται, πέρα από τις συνηθισμένες μποτίλιες μολότοφ, τα πρώτα όπλα : πιστόλια και ρεβόλβερς, καμιά φορά και λουπάρες, lupare, [τουφέκια πριονισμένα] και winchester. «Qual è la via? L’autonomia!»; «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto»; «E se un caramba spara, lupara lupara, se spara un poliziotto P38», που πάει να πει : ‘Ποιός είναι ο δρόμος ; Η αυτονομία’. ‘Καραμπινιέρε, καταραμένε μπάτσε, θα σου ανάψουμε εμείς τη φλόγα στο μπερέ σου’, ‘Και εάν ένας καράμπα πυροβολεί, λουπάρα λουπάρα, εάν πυροβολήσει ο αστυνομικός Ρ38’, φωνάζουν πίσω από τους σκούφους τους, φουλάρια, κασκόλ – αγριεμένοι, ζοφεροί και απειλητικοί – οι αυτόνομοι, κουνώντας στον αέρα επίσης λαβές από φτυάρια, παγοθραύστες, σιδερόβεργες, αγγλικά κλειδιά και τα πασίγνωστα τρία δάκτυλα να σχηματίζουνε πιστόλι.

Ήδη από το ξεκίνημα του 1976, και τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια ευνοημένη από μια συνεχιζόμενη και αυξανόμενη συμμετοχή αγωνιστών, όλο και περισσότερων, κυρίως στις μεγάλες πόλεις αλλά και σε περιφερειακές μικρότερες, η Αυτονομία δύναται πλέον να διοργανώνει μόνη της πορείες και διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια των οποίων γίνονται όλο και συχνότερα επιθέσεις – με φωτιές, λεηλασίες, καταστροφές και ανταλλαγή πυροβολισμών – σε θεσμικούς στόχους και όχι μόνο [κομματικά γραφεία, κυρίως των φασιστών και της χρηστιανοδημοκρατίας, νομαρχίες, αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα καραμπινιέρων, γραφεία βιομηχανιών και εταιρειών και των ενώσεών τους, εφημερίδων, ‘γιάφκες μαύρης εργασίας’, μπαράκια όπου σύχναζαν αγωνιστές ή συμπαθούντες της δεξιάς κλπ]. Επιπλέον, αλληλοδιαδέχονται οι απαλλοτριώσεις σε σούπερ μάρκετς και πολυτελή καταστήματα, αφοπλισμοί ιδιωτικών αστυνομικών και φυλάκων, επιθέσεις και λεηλασίες οπλοπωλείων.

Εκείνο που θα περάσει στην ιστορία σαν ‘κίνημα του ’77’ ωριμάζει με ταχύτητα μέσα στους προηγούμενους μήνες ανάμεσα σε πόλη και επαρχία, βορρά και νότο, κέντρο και περιφέρεια, με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων με αποκορύφωμα τις ταραχές κα τις συγκρούσεις με εξεγερσιακά χαρακτηριστικά των οποίων η μέγιστη συμπύκνωση θα σημειωθεί το 1977, τις μέρες 11 και 12 Μαρτίου στη Μπολόνια και στις 12 Μαρτίου στη Ρώμη.

Εκείνου του κινήματος οι οργανωμένες συστάσεις της εργατικής Αυτονομίας, αργά αλλά αδυσώπητα, κατακτούν την ηγεμονία, για να τη χάσουν στη συνέχεια οριστικά την άνοιξη του 1978 με την απαγωγή και την εκτέλεση από μέρους των Ερυθρών Ταξιαρχιών του προέδρου της Χριστιανικής Δημοκρατίας Aldo Moro. Μια εντυπωσιακή εμφάνιση που εγκαινιάζει μια φάση που θα διαρκέσει μέχρι και ολόκληρο το 1982, που κυριαρχείται από τις ενέργειες των ένοπλων ομάδων, οργανωμένων και διάσπαρτων.

Αυτό είναι που συνέβαινε στις πλατείες και στους δρόμους της Ιταλίας εκείνα τα χρόνια. Μα η χρήση της βίας στην πολιτική επαναστατική σύγκρουση ,η θεωρία, μα πάνω απ’ όλα η πρακτική της, δεν ήταν με τίποτα απόλυτο προνόμιο των τόσο δαιμονοποιημένων αυτόνομων. Οι τότε εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, μηδεμιάς εξαιρουμένης, είχαν θεωρητικοποιήσει και δρούσαν βίαια τόσο στο δρόμο όσο και στη καθημερινή πολιτική δραστηριότητα σε κάθε μορφή του κοινωνικού. Όλες οι οργανώσεις είχαν την ‘ομάδα περιφρούρησης’ , μια μικρή, λιγότερο ή περισσότερο, δομή συχνά σκληρή που ακολουθούσε στρατιωτικές συμπεριφορές χρησιμοποιώντας μπαστούνια, σιδερόβεργες, αγγλικά κλειδιά, σφεντόνες και μποτίλιες μολότοφ.

Μα εάν από την πλευρά των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων η πρακτική της βίας ήταν συνήθης, δεν είχε επιτευχθεί κάποια θεωρία και σε σχέση με αυτό συνήθιζαν να παραπέμπουν, με ασάφεια και αμηχανία, σε κλασικά κείμενα του λενινισμού, τροτσκισμού, μαοϊσμού, γκεβαρισμού κλπ. Το ζήτημα του ένοπλου αγώνα στο πλαίσιο της ιταλικής πολιτικής κατάστασης εκείνων των χρόνων είχε αντιθέτως με σοβαρότητα αντιμετωπιστεί, θεωρητικά και πρακτικά, από εξωτερικούς παράγοντες και σε πολεμική με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Πρώτα απ’ όλα από τις Gruppi di azione partigiana [που διαλύονται το 1972 με το θάνατο του εκδότη Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι, αρχηγού και ιδρυτή τους] στη συνέχεια από τις Brigate rosse και τα Nuclei armati proletari. Είναι με αυτές τις πραγματικότητες που η Αυτονομία στις διάφορες μορφές της ,από τη γέννησή τους, ξεκινούν διαλεκτική αντιπαράθεση που θα γίνει όλο εντονότερη, μέχρι τη σαφή ρήξη που προήλθε από την επιχείρηση Μορο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Αυτονομία, στις διάφορες συνιστώσες της, υπογραμμίζοντας τις επιφυλάξεις της, ανέκαθεν εξέφραζε την δίχως όρους αλληλεγγύη της προς τις ένοπλες οργανώσεις. Είναι λοιπόν σωστό να πούμε πως μέχρι τη στιγμή της απαγωγής Μορο το ζήτημα του ένοπλου αγώνα διατηρεί οξύ χαρακτήρα, πολιτικής τομής, ανάμεσα στους χώρους των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων από τη μια πλευρά και εκείνους της εργατικής Αυτονομίας και των ένοπλων οργανώσεων από την άλλη.

Τι διαφορές υπήρχαν ανάμεσα στην Αυτονομία και τον ‘εξτρεμισμό’ ;

Απαντώ με ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη : γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης.

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα : ‘Ίσως να μην είμαστε καλοί πολιτικοί, πράγματι ηττηθήκαμε, είμαστε όμως καλοί επιστήμονες, κάτι είναι κι αυτό’. Και επίσης : ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

Αυτό όσον αφορά το παρελθόν. Σήμερα, οι λεγόμενοι ‘μεταεργατιστές’, εάν θέλετε οι ‘απόγονοι’ των αυτόνομων του τότε, δεν έχουν τίποτα κοινό, να δουν ή να κάνουν, με τους αναρχικούς ή ακόμα λιγότερο με τις τάσεις ‘νεοπρωτογονιστών’. Οι εργατιστές ήταν κομουνιστές. Οι μεταεργατιστές είναι κομουνιστές. Απλά και καθαρά.

th_1dd1d6fe940b0becc9a0299f6069644e_308

th_1dd1d6fe940b0becc9a0299f6069644e_348

th_1dd1d6fe940b0becc9a0299f6069644e_324 (1)

http://www.deriveapprodi.org/2013/11/lautonomia-e-larchivio/