μουσική,music

Ένα αντίο στον Γιάννη Σπάθα των Socrates με τον ίδιο να μαγεύει με την κιθάρα του (vid)

Η γιαγιά του Γιάννη Σπάθα που δεν ήθελε να τον ακούει, η συνάντηση με τον θρυλικό Lemmy Kilmister των Motorhead και ο στόχος να γίνει… Jimi Hendrix.

Ένα αντίο στον Γιάννη Σπάθα των Socrates με τον ίδιο να μαγεύει με την κιθάρα του (vid)

Υπήρξε μεγάλη μορφή του ελληνικού ροκ. Ο Γιάννης Σπάθας των Socrates drank the conium που έφυγε σήμερα από τη ζωή υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους κιθαρίστες της Ελλάδας.

Πέθανε ο κιθαρίστας και συνθέτης των Socrates Γιάννης Σπάθας (vids)

Μοναδικός δεξιοτέχνης, ο Γιάννης Σπάθας άρχισε να γράφει την μουσική του ιστορία από τα ’60’s, ως μέλος των Persons, Socrates Drank the Conium, Socrates, Plaza, ξεχωρίζοντας σαφώς ως κιθαρίστας και αποτελώντας ένα από τα ξεχωριστά πρόσωπα του ελληνικού ροκ.

Ένας πραγματικός θρύλος της εγχώριας ροκ σκηνής, είχε πει σε συνέντευξή του στη «Μηχανή του Χρόνου»: «Η γιαγιά μου δεν άντεχε να με ακούει να παίζω Χέντριξ και με έδιωξε από το σπίτι».

Ακούστε, τι άκουγε η γιαγιά του:

Κάποτε συναντήθηκε με τον θρυλικό Lemmy Kilmister των Motorhead, που παρακινούσε τον ίδιο και τα υπόλοιπα μέλη των Socrates να πάνε στις ΗΠΑ για να κάνουν καριέρα. Προφανώς τον είχε ακούσει να παίζει:

Σε μια άλλη συνέντευξή του στο diablog.eu είχε πει: «Έρχεται λοιπόν μια μέρα που ακούω στο ραδιόφωνο τον Γιάννη Πετρίδη και λέει: «Θα ακούσετε τώρα ένα καινούργιο συγκρότημα, το Jimi Hendrix Experience, στο τραγούδι Purple Haze». Δεν τον ήξερα, οπότε δεν έδωσα σημασία, μέχρι που ακούω τον Hendrix να παίζει και μένω άφωνος. Δεν κουνήθηκα μπροστά από το ραδιόφωνο μέχρι που τέλειωσε το τραγούδι. Εκείνη τη στιγμή έβαλα στόχο να μάθω να παίζω σαν κι αυτόν. Δεν είχα πικάπ προφανώς, οπότε περίμενα μόνο από αυτή την εκπομπή να ακούσω το κομμάτι.

Πέρασαν τα χρόνια, φτάσαμε στο 1968. Το 1969 έμπλεξα με την ΑΣΟΕΕ, το 1970 την παράτησα. Όταν όμως έφτασα στο 1970, είχα προχωρήσει πάρα πολύ με τη μουσική. Έκανα αρκετά πράγματα που οι άλλοι εδώ δεν μπορούσαν…».

Ακούστε αυτά που έκανε και οι άλλοι δεν μπορούσαν.

‘κάλιο αργά παρά αργότερα’

https://www.fosonline.gr/plus/moysiki/article/57761/ena-antio-ston-gianni-spatha-ton-socrates-me-ton-idio-na-mageyei-me-tin-kithara-toy-vid

αθλητισμός, sport

Ο dottor Sócrates. Το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με το βίτσιο να πίνει και να υψώνει την γροθιά του

του Gioacchino Toni

Andrew Downie, Il Dottor Socrates. Calciatore, filosofo, leggenda, Ποδοσφαιριστής, φιλόσοφος, θρύλος, Le Milieu, Milano, 2018, σελ. 319, € 19,90

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά: στη νοσταλγία μας, στις ψευδαισθήσεις μας. Όχι, δεν μπορεί να υπήρξε ένας πρωταθλητής και άνθρωπος όπως ο Δρ Sócrates. Ο Downie είναι ο νέος Πλάτωνας, ένας Πλάτωνας της μπάλας. Και μας διηγείται, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο (την ημέρα του πολυπόθητου πρωταθλήματος που κατέκτησε η Corinthians), από τα πρώτα γκολ μέχρι τις απογοητεύσεις (όπως εκείνο το απόγευμα, λυπηρό μοναχικό και τελικό, της 5 ιουλίου 1982 στο «Sarrià» της Βαρκελώνης: 3-2 για το Ιταλία του αναγεννημένου Pablito Rossi», »ο θάνατος της ομορφιάς» για τους βραζιλιάνους), από την πανεπιστημιακή αποφοίτηση στο όνειρο, που επιτεύχθηκε, της Δημοκρατίας σε ένα έθνος, από το 1964 έως το 1984, που τραυματίστηκε και προσβλήθηκε από μια επαίσχυντη δικτατορία, εκείνος ο (σχεδόν) από τύχη ποδοσφαιριστής, ένας από τους πιο διαυγείς-καθαρούς πρωταγωνιστές του brasileiro εικοστού αιώνα» (Darwin Pastorin)

Με αυτά τα λόγια ο Darwin Pastorin προλογίζει το βιβλίο που αφιερώνει ο Andrew Downie στον «δικό» μας Σόκρατες, εκείνον που μπόρεσε να εισέλθει στον θρύλο ενός λαού που, πλαταίνοντας τα βραζιλιάνικα σύνορα, κατέληξε να καταλαβαίνει όλους εκείνους που ακόμη και μπροστά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ξέρουν να αναγνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του επαναστάτη και του ονειροπόλου που κινείται ασκώντας τον στόχο της ελευθερίαςpraticando l’obiettivo della libertà.

Γαντζωμένοι με νύχια και με δόντια στα σκουριασμένα κλουβιά που δημιουργήθηκαν για να διαφλάξουν, αξιοθρήνητα, τους ιερούς τόπους του αθλητισμού από τον συρφετό που καταλαμβάνει τις κερκίδες της καθημερινής ζωής ή μπροστά στις οθόνες μιας τηλεόρασης, που αν υπολογίσεις σωστά όλα εκτελούν την ίδια λειτουργία, πολλοί έχουν αναγνωρίσει σε εκείνο τον άχαρο λεπτό και μουσάτο κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή. Πολλοί είδαν σε αυτόν, συνεχίζει ο Pastorin, «την υψηλή και σθεναρή φωνή ενός λαού που ζητά, ακόμη και από τους πρωταθλητές του ποδοσφαίρου, να αγωνιστούν για ένα συλλογικό καλό, να κατέβουν στο γήπεδο όχι μόνο για τη νίκη, αλλά για τις κατακτήσεις εκείνων που θέλουν να ξεφύγουν από τη σκιά, να δώσουν οριστικά στους εαυτούς τους φως και ελευθερία, να γίνουν αρχιτέκτονες και όχι υποτακτικοί, θηράματα του δικού τους πεπρωμένου » (σελ. 7-8).

Ποιος ξέρει, σε αυτή την εποχή του play station ποδοσφαίρου, πόσοι, μεταξύ των νεότερων, έχουν ακούσει για την Κορινθιανή δημοκρατία, Democracia Corinthiana. Και ποιος ξέρει πόσοι, μεταξύ των πιο μεγάλων, τη θυμούνται ακόμα αφού ήπιαν το μυαλό τους με τον ήχο των καταγεγραμμένων χειροκροτημάτων και των συναισθημάτων ενοχής διότι τόλμησαν να κάνουν μεγάλα όνειρα.

Το βιβλίο του Downie ανοίγει διηγούμενο την ιστορία της ομάδας της Βραζιλίας που κατέβηκε στο γήπεδο στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982, μιλώντας για εκείνη την seleção που ήταν ικανή να εκφράσει μια ομορφιά παιχνιδιού που έχει χαρακτεί στο συλλογικό φαντασιακό των φιλάθλων του ποδοσφαίρου σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η ομάδα των Zico, Toninho Cerezo, Leandro, Júnior, Serginho και του Sócrates. Ήταν το μουντιάλ στο οποίο αυτή η χρυσή ποδοσφαιρική γενιά είδε τον δρόμο της να διακόπτεται απροσδόκητα, στο Στάδιο Sarrià, από την Ιταλία, ένα μονοπάτι που φαίνονταν διαγεγραμμένο και θα έπρεπε να κορυφωθεί με την ύψωση στον ουρανό του τροπαίου. Αλλά το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι αδίστακτο, ανηλεές. «Χάσαμε με την Ιταλία, χάσαμε με τη γαμημένη μαλακισμένη Ιταλία», ο Paulo Isidoro επαναλάμβανε πολλές φορές εκείνη την ημέρα πηγαίνοντας στα αποδυτήρια. Ο Zico μίλησε για θάνατο του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τον Sócrates η seleção «δεν θα έδινε ποτέ ξανά μια τέτοια λαμπερή παράσταση».

«Ωστόσο, εκείνη η ήττα δεν μετατράπηκε σε ένα είδος άλφα και ωμέγα για έναν άνθρωπο του οποίου η ύπαρξη πήγαινε πολύ πέρα απ’ το ποδόσφαιρο. Ακόμη και όταν η Βραζιλία προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την Ιταλία στην πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του, ο Sócrates σκέφτονταν μεγαλύτερες μάχες. Είχε ήδη δώσει ζωή σε εκείνη που θα γίνονταν η Κορινθιανή Δημοκρατία, η πιο ελπιδοφόρα επίδειξη δύναμης των παικτών σε μια ομάδα υψηλού επιπέδου. Οι ποδοσφαιριστές της Corinthians αναλάμβαναν τον έλεγχο του συλλόγου και απαιτούσαν να έχουν λόγο στη διοίκησή του. Ο Σόκρατες ζητούσε ελευθερία, και όχι μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε όλη τη Βραζιλία να κάνει το ίδιο, απορρίπτοντας τη στρατιωτική δικτατορία και επανοικειοποιούμενη τη χώρα. Είχε δύναμη και προσωπικότητα, και ένα έθνος εκατόν τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του. Ένα όνειρο είχε σβήσει στην Ισπανία. Αλλά δεν θα άφηνε και το άλλο να του ξεφύγει τόσο εύκολα: την δημοκρατία» (σελ. 18).

Ο Sócrates, ακόμα και με όλες τις αντιφάσεις του, ήταν πάντα διαφορετικός. «Σε μια χώρα όπου το μελόδραμα διαλαλούνταν δυνατά και ανεμίζονταν σε κάθε γωνιά του δρόμου, στις οθόνες των τηλεοράσεων και σε κάθε ανθρώπινη σχέση, ο Σόκρατες ήταν ακριβώς το αντίθετο των συναισθηματικών συμπατριωτών του» (σελ. 19). Δεν κατανοούσε αυτή την υπερβολική προσκόλληση στο ποδόσφαιρο, όσο κι αν ήταν διασκεδαστικό, δεν έπαυε να είναι ένα παιχνίδι. «Όταν οι άνθρωποι με ρωτούν ποια ήταν η πιο λαμπρή περίοδος που έχω ζήσει στο ποδόσφαιρο, απαντώ: »Γάμα τα, η δόξα για μένα ήταν οι απαρχές με την Raio de Ouro», γιατί ταξίδευα στο πίσω μέρος ενός φορτηγού μαζί με ένα σωρό από αγόρια όλα διαφορετικά μεταξύ τους […] Κάθε ένα από αυτά είχε μια διαφορετική ζωή και διαφορετικές ανάγκες. Γαμώτο, εγώ είχα φάει μεσημεριανό, και μερικοί από αυτούς όχι, και πηγαίναμε να παίξουμε ποδόσφαιρο! Ήταν μια εμπειρία που μου δίδαξε πράγματα που δεν είχα μάθει ποτέ στο σχολείο, πράγματα που κανείς ποτέ δεν μου είχε πει στο σπίτι. Γιατί ο πατέρας μου τα είχε περάσει όλα αυτά. Μόνο με την πάροδο του χρόνου ανακάλυψα όλες τις δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσει. Ποτέ δεν ήθελε να το μάθουμε» (p. 24).

Δεκάξι χρόνων ο Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira, μπήκε στις νεανικές ομάδες της Botafogo αλλά αν το ποδόσφαιρο τον διασκέδαζε, το πραγματικό του όνειρο ήταν να γίνει γιατρός, σε σημείο να μπορέσει να αρπάξει από την εταιρεία την δυνατότητα να παρακάμψει μερικές εβδομαδιαίες προπονήσεις με σκοπό να ακολουθήσει ένα βραδινό σχολείο που τον προετοίμαζε για τις πανεπιστημιακές εξετάσεις. Έβρισκε απλώς γελοίο να τρέχει γύρω γύρω τον αγωνιστικό χώρο ή να πηδά επί τόπου, αυτός απλά ήθελε να έχει τη μπάλα ανάμεσα στα πόδια του. Μια κάποια ελευθερία σε σχέση με τις προπονήσεις ήταν σε θέση να τη διατηρήσει ακόμα και όταν ο νεαρός ποδοσφαιριστής, το 1973, κατάφερε να υπογράψει ένα συμβόλαιο με το Botafogo που του εξασφάλιζε ένα, αν και φτωχό, μισθό.

Έχοντας περάσει πολύ γρήγορα από τις νεανικές στην πρώτη ομάδα, ο Σόκρατες αντιλαμβάνεται οτι έχει πολύ χαμηλότερη αθλητική κατάσταση από τους αντιπάλους του και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν ακριβώς αυτό το έλλειμμα να τον ωθήσει να εφεύρει κινήσεις και εναλλακτικές λύσεις παιχνιδιού. «Το χτύπημα με την φτέρνα έγινε το εμπορικό του σήμα και τον αναγνώρισε ως έναν από τους πιο αυθεντικούς και συναρπαστικούς ποδοσφαιριστές της εποχής του. Οι οπαδοί ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές από χαρά μπροστά σε εκείνες που έμοιαζαν με πινελιές ελεύθερης φαντασίας, αν και σπάνια ήταν τέτοιες. Ήταν ένας ρεαλιστής ποδοσφαιριστής που χρησιμοποίησε εκείνη την κίνηση για έναν σκοπό, όχι για να προσελκύσει την προσοχή. Ο Zico έλεγε ότι αυτό τον καθιστούσε έναν αίνιγμα για τους αντιπάλους αμυντικούς, που δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. Ο Pelé ειρωνεύτηκε λέγοντας πως αυτός ήταν πολύ καλύτερος με γυρισμένη την πλάτη παρά οι περισσότεροι από τους άλλους παίκτες απέναντι από την εστία » (σελ. 37). Στη συνέχεια θα περάσει στην Corinthians, ομάδα στην οποία κάνει το ντεμπούτο του στον εναρκτήριο αγώνα του Campeonato Paulista μπροστά σε περισσότερους από εκατό χιλιάδες θεατές και, το 1979, έρχεται η πρώτη κλήση στην εθνική.

Την εποχή εκείνη η πλειοψηφία των φιλάθλων του ποδοσφαίρου ήταν λαϊκής προέλευσης και πολλοί από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική, όπως από την άλλη και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές. Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 1979, όταν «στην σκιά των πρώτων μαζικών απεργιών κατά του καθεστώτος που οργάνωσαν οι εργάτες στην μεταλλουργία του Σαν Πάολο […], η πολιτική έκανε την εμφάνιση της στις κερκίδες» (σελ. 82). Μετά την ανάκληση ενός από τα πιo σκληρά στρατιωτικά διατάγματα ορισμένοι οπαδοί των Corinthians πήραν θάρρος και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα σήκωσαν ένα πανό που ζητούσε γενική αμνηστία.

«Ο Sócrates δεν ήταν ένας ποδοσφαιριστής διανοούμενος. Στην πραγματικότητα, δεν μιλούσε περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Πίστευε ότι το ποδόσφαιρο έπρεπε να παίζεται ή να παρακολουθείται, πως δεν έπρεπε να είναι αντικείμενο συζητήσεων. […] Από την άλλη πλευρά μιλούσε για οτιδήποτε άλλο. Η δημόσια εικόνα του, ειδικά μετά τις πρώτες σελίδες που κέρδισε για τον πολιτικό και κοινωνικό του ακτιβισμό, ήταν εκείνη ενός σοβαρού ανθρώπου με μια βραχνή φωνή, ο οποίος μιλούσε με σοφία και κρατώντας αποστάσεις επάνω σε σοβαρά θέματα. Αλλά με εκείνους που περνούσαν χρόνο μαζί του, με την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεντευκτές, με εκείνους που άκουγαν συνομιλίες και παρουσιάσεις μετά την αποχώρηση του, δεν ήταν καθόλου σοβαρός. Αντιθέτως, ήταν ξεκαρδιστικός και αυτοειρωνικός, και κάθε δικαιολογία ήταν καλή για να κοροϊδέψει, είτε επρόκειτο για άλλους είτε τον εαυτό του» (p. 117).

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, μετά από σύντομη απάντηση στις ποδοσφαιρικές ερωτήσεις, ο γιατρός μετακινούσε γρήγορα τη συζήτηση επάνω σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, για την κατάσταση της εκπαίδευσης και της υγείας. «Ο ακτιβισμός του συνέπεσε με μια αυξανόμενη απαίτηση για αλλαγή σε όλους τους τομείς της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Η αλλαγή ήταν στα χείλη όλων, και ο Σόκρατες ήταν μια από τις φωνές που εκφράζονταν με περισσότερη ορμητικότητα υπέρ αυτής. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Βραζιλίας ένας αθλητής είχε ένα μεγάφωνο, και οι οπαδοί τον άκουγαν » (σελ. 164). Στη δεκαετία του Ογδόντα, η συντριπτική πλειοψηφία των βραζιλιάνων παικτών προέρχονταν από τα φτωχότερα περιβάλλοντα της χώρας και οι βραζιλιάνικες ελίτ έβλεπαν στο ποδόσφαιρο, «ένα καταφύγιο για εγκληματίες οι οποίοι δεν είχαν καμία εναλλακτική λύση για να ξεφύγουν από τη φτώχεια που καταπίεζε τη χώρα». Οι σύντροφοι του Σόκρατες στην Corinthians ήταν νέοι με ελάχιστη εκπαίδευση που έβλεπαν στο ποδόσφαιρο τη μόνη δυνατή διαφυγή από τη δυστυχία, την μιζέρια, και όταν «μιλούσε για πολιτικές θεωρίες ή τους υποκινούσε να βελτιωθούν από μια προσωπική σκοπιά, αυτοί γελούσαν στο πρόσωπο του, τον κορόιδευαν » (p. 168).

Ο θρίαμβος της Corinthians συμπίπτει με ένα σημαντικό έτος για τον Sócrates όχι μόνο από αθλητική άποψη. Κατά τη διάρκεια του τελικού ο γιατρός γιόρτασε το γκολ υψώνοντας τη γροθιά στον ουρανό εγκαινιάζοντας έτσι έναν τρόπο πανηγυρισμού που θα επαναλαμβάνονταν. «Είχε δει τον Reinaldo να γιορτάζει τα γκολ με αυτόν τον τρόπο και είχε μεγάλο σεβασμό για την υποστήριξη που επέδειξε ο επιθετικός της Ατλέτικο Μινέιρο απέναντι στους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους και τους ντόπιους, τους αυτόχθονες. Αργότερα ανέφερε τους Μαύρους Πάνθηρες του Μεξικού του 1968, για τους οποίους γνώριζε σίγουρα την αντιφασιστική ιστορία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε – είχε γιορτάσει μερικά γκολ με εκείνο τον τρόπο από το 1978 – αλλά συμφωνούσε απόλυτα με την προοδευτική πορεία που είχε παντρευτεί και άρχισε να το επαναλαμβάνει πιο συχνά » (pp. 173-174).

«Ίσως η πιο αξιομνημόνευτη απόφαση των τελευταίων μηνών του 1982 λήφθηκε σε ένα πανεπιστήμιο και όχι από έναν ποδοσφαιριστή, έναν προπονητή ή έναν διοικούντα. Αν και υπήρχε εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, το κίνημα δεν είχε ακόμα ένα όνομα. Οι άνθρωποι μιλούσαν για αυτό χρησιμοποιώντας τη φράση «παίκτες στην εξουσία», ή αποκαλούσε την Κορίνθιανς «Η Δημοκρατική Ομάδα» και τα γεγονότα που το αφορούσαν «Κορινθιανή Επανάσταση». Η κρίσιμη καμπή ήρθε το νοέμβριο, μετά από μια συζήτηση που διεξήχθη στην Pontificia Universidade Católica de São Paulo. Εκείνη την ημέρα, οι Olivetto, ο Σόκρατες και ο Adilson κάθονταν σε ένα πάλκο μπροστά σε εκατοντάδες φοιτητές και οπαδούς για να συζητήσουν περί του κινήματος και των στόχων του, τους συνόδευε με το ρόλο του animatore της συνάντησης ο Juca Kfouri, ο οποίος κάποια στιγμή με σαρκαστικό τόνο συνόψισε τα θέματα που καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς: «Συνεπώς, αν οι ποδοσφαιριστές συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις του συλλόγου, αν οι διοικούντες δεν τους σταματήσουν και αν ο φωτισμένος τύπος δεν σταματήσει να τους υποστηρίζει, αυτή που θα δούμε θα είναι μια δημοκρατία, μια Δημοκρατία Corinthiana”» (p. 174).

Η εμπειρία της κορινθιακής δημοκρατίας άλλαξε την καθημερινή ζωή του συλλόγου. Οι παίκτες αποφάσιζαν συλλογικά τις στρατηγικές στο γήπεδο και τη ζωή έξω από αυτό. Ο τύπος της Βραζιλίας ήταν αναπόφευκτα διαιρεμένος σε αυτή την επιλογή αυτοδιαχείρισης. Αν ορισμένοι δημοσιογράφοι υποστήριζαν την εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία έδειξε εχθρότητα προς αυτήν. «Ο απλός κόσμος, εν τω μεταξύ, παρακολουθούσε προσεκτικά και συζητούσε τη σημασία της σε μια ιστορική φάση που όλο και περισσότερο έμοιαζε με ορόσημο. Η Βραζιλία το 1983 ήταν πλέον στην κόψη του ξυραφιού, και οι τελευταίες επιδράσεις της οικονομικής άνθησης μειώνονταν, έπαιρναν την κάτω βόλτα. Στην αρχή του έτους το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 30%, ο πληθωρισμός έφθασε στα υψηλότερα μηνιαία επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών και η κυβέρνηση εισήγαγε πολιτική ελέγχου των τιμών σε μια προσπάθεια στήριξης της οικονομίας. Η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, όπως και το δημόσιο χρέος, και οι εντάσεις διαχέονταν στους δρόμους, όπου απεργίες και λεηλασίες έγιναν ο κανόνας, συνήθεια » (p. 179).

Μετά την απογοήτευση του ισπανικού μουντιάλ, το 1984, ο παίκτης περνά από την Κορίνθιανς, όπου σημείωσε 172 γκολ σε 298 αγώνες, στη Φιορεντίνα. «Την πρώτη επίσημη ημέρα στη νέα του ομάδα, ο Sócrates ενώθηκε με τους συντρόφους του για μια σειρά ιατρικών εξετάσεων. Ενώ περίμενε τη σειρά του να ανέβει στο διάδρομο για τις καρδιακές και αναπνευστικές εξετάσεις, άναψε νωχελικά ένα τσιγάρο. Όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα δεν ήθελε να πιστέψει τα μάτια του. «Μα τι κάνεις, καπνίζεις; Θα κάνουμε σπιρομέτρηση! «φώναξε. «Ακριβώς, γιατρέ, θερμαίνω τους πνεύμονές μου», απάντησε αυτός απαθής. Οι σύντροφοι έσκασαν στα γέλια και ο γιατρός βγήκε αηδιασμένος από το δωμάτιο «(σελ. 207).
«Ήταν σαν να περνάς από το Καρναβάλι του Σαλβαδόρ ντε Μπαΐα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων», δήλωσε ο γιατρός που έφτασε στο ιταλικό πρωτάθλημα. «Οι προπονήσεις σε υψόμετρο και η έντονη προετοιμασία δεν ήταν η δύναμή του. Κατά τη διάρκεια της πρώτης κούρσας λιποθύμησε, ενώ στη δεύτερη έριξε την πετσέτα μετά από δέκα λεπτά. Όταν οι συμπαίκτες του τελείωσαν το ημίωρο του τζόκινγκ, βρήκαν να τους περιμένει τον ατυχή βραζιλιάνο και μια από τις τυπικά σωκρατικές ερωτήσεις του. «Γιατί πρέπει να τρέχω πάνω και κάτω στους λόφους; εγώ θέλω να τρέχω με την μπάλα”» (p. 208).

Αν στην Κορίνθιανς οι σύντροφοι έτρεχαν για τον ίδιο και τον θαύμαζαν όχι μόνο για τις ποδοσφαιρικές δεξιότητές του αλλά και για το ότι ήταν χαρισματικός, στην Ιταλία οι παίκτες δεν έπαιζαν για διασκέδαση και δυσκολεύονταν να αντέξουν την έλλειψη επαγγελματισμού του και τη συνεχή αποφυγή των θυσιών . Σίγουρα η στάση του έδειχνε κάποιες αντιφάσεις όσον αφορά τις κολεκτιβιστικές διακηρύξεις του. «Η απροθυμία των ιταλών να κοινωνικοποιήσουν ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα για κάποιον σαν κι αυτόν που θεωρούσε θεμελιώδη την φιλία και τη συντροφικότητα, και η ψυχρότητα που εμφανίστηκε προς αυτόν του αύξησε την αίσθηση μοναξιάς » (p. 212).

Ο Sócrates παρουσιάστηκε στους εκστασιασμένους οπαδούς της Φλωρεντίας χαιρετώντας τους με σηκωμένη την γροθιά και το πράγμα εξόργισε τους ιδιοκτήτες του συλλόγου, τους χριστιανοδημοκράτες Pontello. Η εμπειρία της Kορινθιανής Dημοκρατίας ήταν γνωστή στους μωβ ηγέτες: «Ήμασταν προετοιμασμένοι και ξέραμε τι να περιμένουμε από αυτόν. Θυμηθείτε ότι η Φλωρεντία είναι μια ιστορικά αριστερή πόλη, και οι οπαδοί της ομάδας της είναι αριστεροί. Για εμάς δεν ήταν ένα πρόβλημα. Μας ενδιέφερε περισσότερο η απόδοση του στον αγωνιστικό χώρο. Αλλά ήταν τόσο διαφορετικός και sui generis- ιδιαίτερος που οι σύντροφοι τον έβρισκαν παράξενο. Αν είσαι διαφορετικός και κάνεις την ομάδα να κερδίζει, τότε τα προβλήματα εξαφανίζονται. Αλλά αν τα αποτελέσματα δεν έρχονται, όλα γίνονται περίπλοκα. Ήταν ένας καλός παίκτης, αλλά δεν ήταν αρκετό. Οι λόγοι που δεν τα πήγε καλά δεν είναι ούτε τακτικοί ούτε τεχνικοί. Απλώς δεν προσαρμόστηκε στην ιταλική ζωή. Ποτέ δεν ενσωματώθηκε. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με τους φίλους του για να τον βοηθήσουμε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε » (p. 215).

Στην σύντομη ιταλική εμπειρία η σχέση με τους συντρόφους και τους ιδιοκτήτες δεν απογειώθηκε ποτέ. «Στον τρίτο από το τέλος αγώνα του πρωταθλήματος η Φιορεντίνα αντιμετώπιζε την Ουντινέζε στο σπίτι και ο τραυματισμένος Σόκρατες παρακολούθησε τον αγώνα με σορτς και σαγιονάρες. Έφτασε καθυστερημένος, και αντί να κατευθυνθεί στην κερκίδα των επισήμων, πήρε μια μπύρα και στάθηκε πίσω από τα προστατευτικά λίγα μέτρα από την πλάγια γραμμή. Αγνόησε τις χειρονομίες των διοικούντων που τον προσκαλούσαν να καθίσει στη θέση του. Σε κάποια στιγμή ήρθε κοντά του ένας φίλος, ένας κωμικός από την πόλη, στον οποίο πρότεινε να πάνε να παρακολουθήσουν το δεύτερο ημίχρονο στην Curva Fiesole, το πέταλο των φανατικών, μεταξύ των ultrà. Τους δυο υποδέχτηκαν σαν ήρωες και η εμπειρία να περάσουν σαράντα πέντε λεπτά δίπλα στους πραγματικούς οπαδούς παρέμεινε για πάντα μια από τις πιο ζωντανές, ζωηρές αναμνήσεις της ιταλικής του εμπειρίας. Ωστόσο, αυτή η πρόκληση απλώς χρησίμευσε για να επιδεινώσει τις σχέσεις με διευθυντές και συμπαίκτες. Οι Pontello ήταν εξοργισμένοι που τους σνόμπαρε και οι ποδοσφαιριστές νόμιζαν ότι τα είχε παίξει. Οι αποστάσεις μεταξύ των δυο πλευρών ήταν πλέον αγεφύρωτες » (p. 217).

Με την ευκαιρία του καρναβαλιού ο Σόκρατες οργανώνει, μαζί με άλλους βραζιλιάνους, ένα μεγάλο πάρτι, «πέρασε εβδομάδες εγγράφοντας κασέτες με τα αγαπημένα του τραγούδια της samba, αγόρασε διακόσια λίτρα μπύρας, αρκετά ορεκτικά για να ταίσει ένα πλήρες στάδιο και ένα γουρουνόπουλο για ένα υπαίθριο μπάρμπεκιου παρά τις θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν «(σελ. 218). Στο πάρτι προσκάλεσε επίσης την ομάδα. «Οι σύντροφοι προετοιμάστηκαν όλοι ντυμένοι με κοστούμια, δείχνοντας την τυπική ιταλική κομψότητα, και αυτός, στη συνηθισμένη στολή του από τσαλακωμένα ρούχα και ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, δεν έχασε χρόνο κάνοντας την γιορτή περισότερο βραζιλιάνικη. Πήρε ένα ζευγάρι ψαλίδια κηπουρικής και γελώντας πονηρά άρχισε να πετσοκόβει τις γραβάτες Armani και Dolce & Gabbana των καλεσμένων του. Οι Oriali, Massaro, Galli και ο Gentile ήταν μοναχά μερικοί από αυτούς που κατέληξαν στα νύχια του και δεν μπορούσαν παρά να παραδοθούν μπροστά σε αυτό το αστείο. Ο Passarella γονάτισε ικετεύοντας τον για την σωτηρία του ακριβού του αξεσουάρ. Ο Antognoni του είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα ότι η γραβάτα ήταν δώρο από τη μητέρα του. Αλλά ο Sócrates τους αγνόησε χαριτολογώντας και τις ξέσκισε μια μετά την άλλη, πριν τους σφίξει μες την αγκαλιά του […] «Τώρα είμαστε μια πραγματική ποδοσφαιρική ομάδα», είπε. «Τώρα, μπορούμε πραγματικά να αφήσουμε το πνεύμα της Κορινθιανής Δημοκρατίας να πάρει το επάνω χέρι» »pp. 218-219).

Τα πράγματα δεν πήγαν με αυτόν τον τρόπο. Ο γιατρός δεν κατάφερε ποτέ να εγκλιματιστεί στην Ιταλία και, παρά το ότι είχε ένα ακόμη χρόνο συμβολαίου, το 1985 αποφάσισε να πακετάρει τις βαλίτσες για να επιστρέψει στη Βραζιλία παίζοντας σε Φλαμένγκο, Σάντος και στη συνέχεια να τελειώσει την καριέρα του το 1989 στην Botafogo. Ο Sócrates δεν είχε αγαπήσει ποτέ τα αποχαιρετιστήρια παιχνίδια των μεγάλων ποδοσφαιριστών, «αποκαλούσε αυτές τις ευκαιρίες συναισθηματικoύς παραλογισμούς, και έφυγε με τον τρόπο του, με τις λιγότερες δυνατές τυμπανοκρουσίες. Στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ένα αντίο που θα είχε παραμείνει ανεκπλήρωτο, με μπύρες και φίλους, και όχι με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα και ακόμη λιγότερο μπροστά σε ένα πλήθος λατρείας. «Ήθελα να μαζέψω όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, και να ετοιμάσω μπύρες και όλα τα υπόλοιπα», είπε. «Τους ανθρώπους μου, αυτό φανταζόμουν, σίγουρα όχι έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Θα ήθελα να το κάνω έτσι, να τους μαζέψω όλους, ακόμη και τους διευθυντές, όλους εκείνους που έπαιξαν ένα ρόλο στη ζωή μου και με τους οποίους είχα μια καλή σχέση με κάποιον τρόπο. Ήθελα να τους προσκαλέσω για μπάρμπεκιου και στη συνέχεια να παίξουμε ποδόσφαιρο. Να πώς το φανταζόμουν. Αλλά ένα αντίο; Όχι, δεν μου αρέσουν τα αντίο «. Αντιθέτως, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τελειώσει την καριέρα του με την Κορίνθιανς, και αφού απέρριψε προσφορές και από την Ιαπωνία, ο Σόκρατες αποχαιρέτησε την Σάντος και επέστρεψε στην Μποταφόγκο για ένα σύντομο κύκνειο άσμα εκεί όπου όλα ξεκίνησαν περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα. […] Στις 26 νοεμβρίου 1989, ο Sócrates κατέβηκε στο γήπεδο για τελευταία φορά ως επαγγελματίας στην ισοπαλία με 1-1 ενάντια στην Itumbiara, στην πολιτεία Goiás. Μόνο χίλιοι θεατές τον είδαν να κατευθύνει το κέντρο της ομάδας του πριν αποχωρήσει με ελαφρά πηδηματάκια στα μισά του δεύτερου ημιχρόνου. Είχε τελειώσει. Δεν υπήρξαν ούτε φωνές ούτε επίσημες ανακοινώσεις για τον αποχαιρετισμό του. Ο πόνος ήταν αφόρητος, καθώς και τα πειράγματα. Μετά από δεκαεπτά χρόνια, πάνω από επτακόσιοι αγώνες και πάνω από τριακόσια τέρματα, ένας από τους πιο χαρισματικούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Βραζιλίας έλεγε φτάνει. Τουλάχιστον σαν παίκτης » (pp. 269-271).

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του στο βιβλίο για τον ποδοσφαιριστή που ήθελε να μάθει ιταλικά διαβάζοντας Τις επιστολές από τη φυλακή του Antonio Gramsci για τη σημασία που είχε το κείμενο στον «ανθρώπινο, κοινωνικό και φιλοσοφικό του σχηματισμό», γράφει ο Pastorin: «ο Γιατρός υπήρξε και τα δυο: Όνειρο και Πραγματικότητα, Γνώση και Φαντασία, η αίσθηση μιας εξαιρετικής «φαντασίας στην εξουσία». Ένας επαναστάτης σε δύσκολους καιρούς, ένας πρωταθλητής στο λυκόφως της χαράς του ποδοσφαίρου. Εκείνος ο αδελφός τον οποίο πολλοί από εμάς αγάπησαν και τον οποίον θα αγαπάμε για πάντα » (p. 9).

Ο Δρ Sócrates, το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με τη συνήθεια να πίνει και την γροθιά σηκωμένη, είχε προβλέψει να πεθάνει τη ημέρα που η Κορίνθιανς θα κέρδιζε έναν τίτλο. Και έτσι πήγαν τα πράγματα. Στις 4 δεκεμβρίου 2011, μόλις στα πενήντα επτά, με την σωματική του κατάσταση εξαντλημένη και εξαιτίας των αλκοολικών υπερβολών του, έφυγε «ο αρχηγός της πιο δυνατής σελεσάο που δεν κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ο αρχηγός της Κορινθιανής Δημοκρατίας, του πιο συγκλονιστικού προοδευτικού κινήματος που τάραξε ποτέ τον παλιομοδίτικο κόσμο του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας». Έφυγε ήσυχα όπως αρμόζει σε όσους απεχθάνονται την ειδωλολατρία, την ώρα που η Corinthians του κέρδιζε, όπως είχε προβλέψει. «Θέλω να πεθάνω την κυριακή, την ημέρα που η Κορίνθιανς θα κερδίσει έναν τίτλο». Και έτσι ήρθαν τα πράγματα.


Sócrates  su Carmilla:

Segnali di fumo: Sócrates – Lorenzo Iervolino
di Nicola Gobbi e Simone Scaffidi
[segnalazione a fumetti del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario (2014)]

Sócrates: vita, morte e rivoluzione in un libro
di Simone Scaffidi Lallaro
[recensione del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario(2014)]

 

TAGGED WITH → •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
αθλητισμός, sport

Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Tommie Smith και John Carlos: η θυσία και η δόξα.

[Εδώ και κάτι λίγο περισσότερο από ένα μήνα βγήκε το καινούργιο βιβλίο του Lorenzo Iervolino, της συλλογικότητας TerraNullius, και οι δρόμοι μας ξανασυναντιούνται. Είχε συμβεί το 2014 με το Μια θλιβερή ημέρα, τόσο ευτυχισμένη- Un giorno triste, così felice, αφιερωμένο στον Socrates Sampaio de Sousa Vieira de Oliveira, protagonistaπρωταγωνιστή της ρουμπρίκας μας WuMingWood στο GQ Italia και μετά ενός τραγουδιού  una canzone του Wu Ming Contingent. Συμβαίνει ξανά με το Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα- Trentacinque secondi ancora, που διηγείται τις ζωές και τους αγώνες των Tommie Smith και John Carlos, πριν και μετά το βάθρο της Πόλης του Μεξικού, 1968. Σύμφωνα με τον Simone Scaffidi, που έκανε μια ανασκόπηση του βιβλίου για τον Giap, ο Iervolino μας επιστρέφει την φωνή του Smith-και-Carlos σαν να τους παρατηρεί από το δεύτερο σκαλί εκείνου του βάθρου, αυτού που καταλαμβάνει ο Peter Norman. Και το Wu Ming Contingent έγραψε ένα τραγούδι και γι αυτόν anche per lui…]

Μέσα στην φωτογραφία. Οι φωνές των Smith-και-Carlos

του Simone Scaffidi

Μεξικό ’68, 19η έκδοση των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αφροαμερικανοί αθλητές Tommie Smith και John Carlos ανεβαίνουν στο βάθρο του αγώνα των 200 μέτρων. Παγκόσμιο ρεκόρ και χρυσό μετάλλιο για τον Smith. Τρίτη θέση και χάλκινο για τον Carlos. Χειρονομίες από πρωτόκολλο, χαμόγελα, χειραψίες .. ένα σενάριο που φαίνεται ήδη γραμμένο, αλλά τότε συμβαίνει κάτι που μοιάζει με ένα βραχυκύκλωμα. Είναι 20,41 στις 16 οκτωβρίου 1968 και ο ύμνος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ακούγεται στο Estadio Olímpico Universitario της Πόλης του Μεξικού. Ο Tommie και ο John υψώνουν τη γροθιά τους που φορά μαύρο γάντι στον ουρανό. Δεν έχουν παπούτσια αλλά μαύρες κάλτσες στα πόδια τους. Ο Smith έχει τα μάτια του κλειστά. Ο Carlos ένα κολιέ από χρωματιστές πέτρες στο στήθος. Shoot!

Η Nikon του John Dominis σταματάει τον χρόνο, αποθανατεί τη στιγμή, παραδίδοντας στην Ιστορία του αθλητισμού μία από τις πιο διάσημες εικόνες του. Δεν χρειάζονται φωνές. Να ακουστούν λόγια. Είναι τα σώματα που μιλούν. Η γλώσσα της διαμαρτυρίας είναι φτιαγμένη από κρέας, το ίδιο των μεξικανών φοιτητών που σφαγιάστηκαν στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών μόλις 14 ημέρες πριν από τον αγώνα αυτό, όπως τα διάτρητα σώματα του Malcolm X, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των χιλιάδων μαύρων αμερικανών που σκοτώθηκαν από το φυλετικό μίσος και από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου. Αρκεί μια στιγμή και τα σώματα των Σμιθ-και-Κάρλος θρυμματίζουν το συμμορφούμενο, τρυπούν την αδιαφορία, ανατρέπουν το κυρίαρχο φανταστικό. Τα καλύτερα άλογα κούρσας των αστεριών στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας μετατρέπονται σε μαύρο πλήθος και διαδηλώνουν σε παγκόσμια μετάδοση την υπερηφάνεια ενός λαού.

Ο Lorenzo Iervolino, στο βιβλίο Τριάντα πέντε δευτερόλεπτα ακόμα. Ο Τόμι Σμιθ και ο Τζον Κάρλος: η θυσία και η δόξα (66ος δεύτερος, 2016), μιλά για το τι υπάρχει μέσα σε εκείνη τη διάσημη φωτογραφία, επαναφέροντας στον αναγνώστη τα λόγια του Κάρλος: «Δείχνουν πάντα την εικόνα, αλλά ποτέ δεν διηγούνται την ιστορία» . Δεν είναι σπάνιο ότι η σειριακή αναπαραγωγή μιας εικονικής φωτογραφίας, η υπερέκθεση και η εμπορευματοποίησή της, ευνοεί την αισθητική των αναγνώσεων με μια επακόλουθη απώλεια ιστοριών και εννοιών-σημασιών. Σε αυτές τις σελίδες ο συγγραφέας προσπαθεί να επιστρέψει την πυκνότητα των εννοιών που περικλείονται σε εκείνο το πλάνο. Ο Iervolino σκάβει, είναι πλήρως τεκμηριωμένος σε πρώτο πρόσωπο, ταξιδεύει, συναντά τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που θέλει να αφηγηθεί, διαβάζει τα βιβλία τους αλλά κυρίως ακούει. Ακούει τις φωνές τους και αυτές των συναγωνιστών τους.

Πως έφτασαν ο Tommie και ο John επάνω σε εκείνο το βάθρο; Γιατί με εκείνο ακριβώς τον τρόπο και όχι μ’ έναν άλλο; Πρέπει να μπούμε στην φωτογραφία, να γυρίσουμε προς τα πίσω την ταινία – rec stop – Harlem,  ο αγροτικός Νότος, η εφηβεία των Tommie και John – ffwd stop – Ο Tommie και ο John με τον καθηγητή κοινωνιολογίαςc Harry Edwards συμμετέχουν στο Ολυμπιακό Πρόγραμμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – zoom – ο Harry Edwards, τα γραπτά του, το πάθος που βγαίνει από τα μάτια του – ffwd stop – οι Tommie και John αποκλείονται από την ομάδα των ηνωμένων πολιτειών, οι απειλές θανάτου και ο οστρακισμός του αθλητικού κόσμου – rec stop – η foto – ffwd stop – Alfonso de Alba, μεξικανός-αμερικανός περιέργως γεννηθείς ακριβώς στις 16 οκτωβρίου του 1968, μάχεται στο San José State University, το πανεπιστήμιο στο οποίο συναντήθηκαν οι Tommie και John, για να ανεγερθεί ένα άγαλμα προς τιμήν της χειρονομίας της Πόλης του Μεξικού. Είναι ο ρυθμός ενός καλλιτέχνη που ξέρει πώς να διαχειριστεί την αναπνοή και να διατηρήσει την ποιότητα του καλπάσματος. Έλεγχος του στίβου, της πίστας, αναδρομές, πλευρικές ματιές, μια καλή δόση συναισθήματος και μεγάλη συντήρηση, απαραίτητη για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της κούρσας.

Οι Tommie και John τον οκτώβριο του 1968 είναι οι ταχύτεροι άντρες στον πλανήτη. Οι μόνοι άνθρωποι που έχουν σπάσει το τείχος των 20 δευτερολέπτων στα 200 μέτρα. Ωστόσο, είναι πολύ περισσότερο. Είναι μαύροι νεαροί ηλικίας 23 και 24 ετών που μεγάλωσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60. Να ρίχνουν τοίχους είναι μια καθημερινή άσκηση αξιοπρέπειας που διαρκεί περισσότερο από μια ζωή. Επειδή η Ιστορία δεν προσφέρει εκπτώσεις και στην δική τους ζωή, πρέπει να προστεθούν εκείνες των δούλων παππούδων, των εκμεταλλευόμενων γονέων και των παιδιών που μόλις έρχονται στον κόσμο. Ο Σμιθ είναι σίγουρος ότι μόλις ανέβει στο βάθρο της Πόλης του Μεξικού θα τον πυροβολήσουν.
Από τις κερκίδες, θα τον πυροβολήσουν. Αυτή η ζωή δεν είναι αρκετή και θα του την αφαιρέσουν. Εάν είσαι μαύρος αμερικανός. Αν θέλεις να αναπνεύσεις. Αν θέλεις να σπάσεις τις αλυσίδες της καταπίεσης και των διακρίσεων, ξέρεις πολύ καλά ότι η ζωή σου βρίσκεται στο πιάτο. Shoot!

Αλλά ο Smith δεν πέφτει στο έδαφος. Ούτε και ο John. Και μετά από σχεδόν 50 χρόνια από αυτή τη χειρονομία, ο Iervolino συναντά ζωντανά και στην λογοτεχνία εκείνους τους δυο εβδομηνταπεντάρηδες που έγραψαν ένα κομμάτι ιστορίας του αθλητισμού και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, στο βιβλίο ο συγγραφέας δεν επιδεικνύει ποτέ αυτή τη συνάντηση, αλλά μάλλον την κρύβει ανάμεσα στις πτυχές της αφήγησης. Ξέρει πολύ καλά ότι η ιστορία και η άποψη των πρωταγωνιστών του είναι πολύ πιο σημαντική από το εγώ αυτού που γράφει. Επιστρέφει τη φωνή τους ως συνεργός όχι πρωταγωνιστής. Όπως όταν στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, εκτοξεύει ένα μικρό βότσαλο που στην οικονομία του κειμένου θα γίνει καθίζηση: «Είχα από καιρό αναφέρει ότι στο βιβλίο που έγραφα θα υπήρχαν μόνο τα σημάδια της αφροαμερικανικής ιστορίας ορατά στον Smith-και-Carlos. Εκείνα τα θραύσματα του μονοπατιού ενός λαού που μπορούσαν να φιλτραριστούν από την άμεση υποκειμενική τους αντίληψη ».

Υπάρχει η προσπάθεια του συγγραφέα να αναλάβει την προοπτική των χαρακτήρων του με την συνειδητοποίηση, ωστόσο, ότι δεν είναι σε θέση να την συλλάβει πλήρως, πως δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φωνή του σε εκείνη του Smith-και-Carlos, σε εκείνη των μαύρων αμερικανών . Με αυτή την έννοια ο Lorenzo Iervolino ανεβαίνει για 288 σελίδες στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στην Πόλη του Μεξικού. Καταλαμβάνει το χώρο που αφέθηκε ελεύθερος από τον αυστραλό αθλητή Peter Norman, ο οποίος, κατά την εγκαινίαση του άγαλματος αφιερωμένου στη χειρονομία του Tommie και του John που έλαβε χώρα το 2005 στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του San Jose, επανέλαβε την έννοια: το σώμα μου δεν υπάρχει, όχι γιατί δεν ήμουν αλληλέγγυος στον αγώνα τους, αλλά επειδή καθένας από εσάς να μπορεί να έχει την τιμή να είναι συνεργός και να είναι στο πλευρό των Tommie και John. Ο συγγραφέας, με το έργο του, διατηρεί πίστη στα λόγια του Νόρμαν, παίρνει τη θέση του για λίγο , στην εικόνα και στο άγαλμα, φορά την καρφίτσα του Ολυμπιακού Σχεδίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που του χάρισαν στα αποδυτήρια οι δύο αφροαμερικανοί αθλητές, και εκδηλώνει την αλληλεγγύη σε εκείνη την χειρονομία με μια πλευρική παρουσία: ελαφριά, γιατί ποτέ στο προσκήνιο, και συμμετέχουσα επειδή ποτέ στο παρασκήνιο. Αν θέλετε να καταλάβετε τι υπάρχει μέσα σε εκείνη την εικόνα, διαβάστε αυτό το βιβλίο, είναι μια μεγάλη ευκαιρία να έχετε την τιμή να τρέξετε για λίγο δίπλα στους Tommie και John.

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email
αθλητισμός, sport

Ο βραζιλιάνος Socrate στην Ιταλία των χρόνων ’80

Il Socrate brasiliano nell’Italia degli anni ’80

Μια εξωπραγματική κορύφωση, σαν ο επιτιθέμενος να επιπλέει επάνω σε ένα μαξιλάρι με αέρα, παπούτσια-hovercraft χωρίς τριβές. Η δράση κόβει την περιοχή σαν ένα νυστέρι, κλωτσάει την μπάλα στο πίσω μέρος του διχτυού. Σε πρώτο πλάνο το πρόσωπο ενός ανθρώπου πολύ μακρινού από τα ανθρωπομετρικά μέτρα των σημερινών ποδοσφαιριστών. Η Seleçao γιορτάζει. Η εθνική ομάδα που θα έκανε τον Pertini να σηκωθεί όρθιος μετά από ένα αστραπιαίο προβάδισμα.
Για τους ιταλούς είναι ένα σημείο καμπής κεντρικής σημασίας, το οποίο οδηγεί σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές στην άσκηση της εθνικής εμμονής: το «πως ήμασταν» να αρωματίζει όλες τις σάλτσες, καλύτερα σε γλυκό και έξω απ’ τη φωτιά. Οι βραζιλιάνοι, αντίθετα, θυμούνται εκείνο τον αγώνα ως την «Tραγωδία της Sarrià».
Στο δέκατο τρίτο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου, για τους χρυσοπράσινους, η τραγωδία εξακολουθεί να φαίνεται ακόμη μακρινή. Είναι δύο Ιουλίου 1982.
Εκείνο το γκολ είναι το τελευταίο της δεκαετίας του ’70. Το στύλ, το χρώμα, η ατμόσφαιρα μιας δεκαετίας δεν εξαφανίζονται μέσα σε μια στιγμή με την εναλλαγή των ημερομηνιών ενός ημερολογίου. Και δεν είναι μόνο »ένα» γεγονός που σημαδεύει το τέλος των ιστορικών περιόδων. Τα γεγονότα «τέλος-του-χρόνου» είναι πολλαπλά, και δεν είναι καν σίγουρο ότι πρέπει απαραίτητα να είναι σύγχρονα. Υπάρχουν, στους διάφορους τομείς της ανθρώπινης έκφρασης και αλληλεπίδρασης, γι αυτό παράξενα και ποικίλως παράδοξα. Για παράδειγμα, ο πρώτος δίσκος της δεκαετίας του ’80 είναι το Systems of Romance των Ultravox, ημερομηνίας 8 σεπτεμβρίου 1978, ενώ ο τελευταίος μεγάλος δίσκος της δεκαετίας του ’70 είναι προφανώς το London Calling (Clash), αλλά αυτός βγαίνει ένα χρόνο και δύο μήνες αργότερα. Επομένως, ένα αυστηρά χρονολογικό κριτήριο είναι άχρηστο. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο dottor Socrates ξεχωρίζει σαν ένας γίγαντας σε εκείνη τη μεγάλη στιγμή της μετάβασης, τους μήνες που πηγαίνουν από τη σφαγή της Μπολόνια στις 2 αυγούστου 1980 μέχρι τη νίκη στο ισπανικό μουντιάλ. Στα μάτια μας το παιχνίδι της Sarrià εμφανίζεται ως ένα συμπύκνωμα, μια σύνθεση, ένα ίζημα, ένα φράκταλ μονοπάτι, μια interzona ανάμεσα σε δεκαετίες συγκεντρωμένη σε 90 λεπτά, το αποκορύφωμα που τοποθετείται ανάμεσα στο μετα-λυσεργικό γκόλ του βραζιλιάνου και τον αδίστακτο, παιδικό οπορτουνισμό του δεύτερου γκόλ του Rossi.
Θα έφτανε η βιογραφία μέχρι εκείνη την στιγμή, για να καταστήσει τον Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira έναν αξέχαστο χαρακτήρα.
Στα τρία χρόνια που πέρασαν στην Corinthians, ο Σόκρατες είναι πρωταγωνιστής μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες και δημιουργικές στιγμές στην ιστορία του σύγχρονου επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Ενδιαφέρουσα και δημιουργική: με μια λέξη, επαναστατική.
Είναι η αποκαλούμενη «κορινθιακή δημοκρατία»: μια αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα, όπως τα κοινωνικά κέντρα, όπως η πρώην Γιουγκοσλαβία, μια ομάδα στην οποία οι παίκτες συμμετέχουν σε όλες τις τεχνικές αποφάσεις και στην οποία αν πρέπει κάποιος να αποσυρθεί, αν είναι απαραίτητο, αυτός είναι ο προπονητής. Αυτή η έκδοση της Κορίνθιανς παίζει, σκοράρει, κερδίζει και συλλέγει επιτυχίες. Καμία απαγόρευση, ο καθείς υπεύθυνος για τον εαυτό του: ο Σόκρατες είναι η τεχνική και ιδεολογική ψυχή εκείνης της ομάδας.
Να ορίσουμε τον Σόκρατες ατυπικό είναι ένας ευφημισμός, μια επιπολαιότητα, μια χυδαία προσπάθεια εξουδετέρωσης.
Ορισμένες φωτογραφίες διαθέσιμες εύκολα στο διαδίκτυο τον δείχνουν κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης με τη Fiorentina: είναι η εποχή 1984-1985. Η φιγούρα που βρίσκεται διπλωμένη ξαπλωμένη στο γρασίδι, απασχολείται με τις ασκήσεις stretching, το πρόσωπο σοβαρό, απορροφημένο. Κατά τη διάρκεια της ιταλικής του εμπειρίας βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των πολιτιστικών συζητήσεων που προσπαθούν να αντιληφθούν την αποτυχία ενός πρωταθλητή, ειδικά αν είναι νoτιοαμερικάνος ή ακόμα καλύτερα βραζιλιάνος, στο ποδόσφαιρό μας. Είναι η saudade, η νοσταλγία. Είναι που δεν προπονείται. Καπνίζει και πίνει. Δεν είναι συνηθισμένος σε πιεστικές άμυνες. Το γρασίδι των ιταλικών γηπέδων κουρεύεται πολύ κοντό. Του λείπουν οι φίλοι, οι γυναίκες, η σάμπα. Γι ‘αυτό είναι η saudade, χωρίς αμφιβολία.
Για εμάς η Βραζιλία, τότε, είναι αυτή Του προπονητή στην μπάλα, L’allenatore nel pallone. Στην ταινία, το δέμα που φθάνει από τη Βραζιλία ονομάζεται όχι τυχαία, «Αριστοτέλης, Aristoteles». Που έχει όμως μόνο συναισθηματικά προβλήματα και ξεπερνάει την saudade, όποια κι αν είναι αυτή, μόλις επιλυθούν τα ζητήματα με την κοπέλα. Η ομάδα σώζεται, τον προπονητή Oronzo Canà κουβαλά στους ώμους τους θριαμβευτή το πλήθος («Νομίζατε πως είμαι ένας βλάκας, ένα αρχίδι» «Όχι, είσαι ο ήρωάς μας …» «Με νομίζατε βλάκα, αρχίδι» «Όχι, είσαι ο ήρωάς μας» ).
Ο λογαριασμός, απολογισμός της φλωρεντινής περίπτωσης, ωστόσο, για τον Σόκρατες, είναι φτωχός. 25 αγώνες και 6 γκολ, με την ομάδα να έρχεται ένατη. Του προσάπτουν ότι: 1) καπνίζει ένα πακέτο τσιγάρα την μέρα. 2) δεν προπονείται, 3) ξενυχτά μιλώντας για πολιτική. Στην Ιταλία που έχει καταστεί περιφέρεια του Μιλάνο από τον Bere, αυτό το τελευταίο σημείο είναι ιδιαίτερα απαράδεκτο, εντελώς έξω από τη μόδα.
Αυτό που εμείς οι ιταλοί συχνά δεν συνειδητοποιούμε είναι ο πειραματικός και προκαθοριστικός χαρακτήρας εκείνου που συμβαίνει σε εμάς σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, και ως εκ τούτου και στο πολιτιστικό και αθλητικό. Η οπισθοδρομική χώρα που έχει σχήμα μπότας είναι μια παράδοξη πρωτοπορία.
Η ταλαιπωρία του Σόκρατες δεν έχει καμία σχέση με τη νοσταλγία. Ο Σόκρατες εδώ σε εμάς βλέπει και ζει το μέλλον, αυτό που μας οδηγεί εκεί που είμαστε σήμερα.
Την επόμενη χρονιά φθάνει ο Αgroppi, ο οποίος τον απορρίπτει μετά από μόλις δυο μέρες προετοιμασίας. Δεν υπάρχει ανάγκη για μια προσωπικότητα όπως ο Socrates, ειδικά σε ένα ποδόσφαιρο το οποίο αναπτύσσει, σε σχέση με τους προπονητές, έναν πομπώδη και σκοταδιστικό λόγο του μαέστρου στην οποία ο τεχνικός θα ήταν σε επαφή με ανείπωτες αλήθειες, συχνά διφορούμενες, αμφισβητήσιμες, που μόνο λίγoι ειδικοί θα πετύχαιναν να κατανοήσουν και να αποκρυπτογραφήσουν.
Κάθε άλλο παρά κορινθιακή δημοκρατία, εδώ σ’ εμάς.
Είναι μια κοινή ιστορία: ο ξένος που εξωθήθηκε από το πάτριο έδαφος επειδή ανάξιος, ακατάλληλος για το αυτοαποκαλούμενο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, ο οποίος ξαναρχίζει, επαναλαμβάνει μια μεγάλη καριέρα. Μόλις επέστρεψε στην πατρίδα, κερδίζει το πρωτάθλημα με την Flamengo. Συνεχίζει να παίζει σε υψηλό επίπεδο μέχρι το 1988. Στο τέλος της καριέρας του, ειδικεύεται στην αθλητική ιατρική, γίνεται δημοσιογράφος και συνθέτης. Γράφει ένα μιούζικαλ για το ποδόσφαιρο ως μια μεταφορά της ζωής. Ποιος ξέρει πώς παρουσιάζεται η ιστορία με την Fiorentina των Pontello, στην Ιταλία στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

[Articolo apparso su GQ – Italia, ottobre 2010.]

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email