μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Στο θάνατο της Sonia Benedetti

η Sonia, που ήξερε να φύγει με μια νέα σημαία, δεν παραιτείται από εκείνες λιγάκι φθαρμένες που θα μπορούσε να έχει βγάλει από τα συρτάρια

Valle di Susa, 9 μαίου 2003

Δεν ήταν τόσο εύκολο να μην σηκώσουμε τη γροθιά, να μην ξεπεράσουμε αυτή τη στιγμή της αμηχανίας για μια χειρονομία τόσο δική μας επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο λίγο αυθόρμητη τώρα, βυθισμένη στο παρελθόν, μετά από τo πέρασμα του χρόνου και τις παύσεις, και τις αλλαγές, την απογοήτευση και το διαφορετικό παρόν. Μακριά από τη ρητορική, σκεφτήκαμε, δεν είναι πλέον οι καιροί. Και όμως ο λαιμός να σφίγγει. Ίσως πολλοί από εμάς δεν το περίμεναν, μια κηδεία με υψωμένη τη γροθιά. Είμαστε στον άλλο αιώνα, είμαστε μετά από εμάς τους ίδιους.

Δεν ήταν μετά τόσο περίπλοκο να την σηκώσουμε τουλάχιστον μια φορά για να την χαιρετήσουμε, απλά, πέρα από τις απογοητεύσεις μας. Να δώσουμε νόημα, επειδή γι αυτήν το είχε, και για μας, ξαφνικά, μαζί της, να την χαιρετήσουμε και πάλι, κι έτσι.

Και υπήρχε ένας καινούριος αέρας-φρέσκος, έτσι κι αλλιώς, όχι ένα γερασμένο κορίτσι της δεκαετίας του ’70 που χαιρετούσαν οι δίχως σφρίγος φίλοι της. Κάτι άλλο, πραγματικά.

Δεν ήταν μετά τόσο εύκολο να αναρωτηθούμε τι σημαία θα θέταμε εμείς επάνω στο θάνατο μας ώστε να μιλήσουμε για τη ζωή μας, και να πούμε ότι δεν έχουμε μια, και να γλιστράμε ανάμεσα σε εκείνη την υπερηφάνεια της απογοήτευσης που ωρίμασε και της γνώσης πως – όμως – η μοναξιά που μας προσβάλλει, ξαφνική μέσα στις σιωπηλές βραδιές, για ένα νόημα που χάθηκε, κατά βάθος δεν είναι παρά το ότι δεν αισθανόμαστε πως ανήκουμε στον κόσμο, όχι αρκετά.

η Sonia, που ήξερε πώς να φύγει με μια νέα σημαία, δεν παραιτείται από εκείνες λιγάκι φθαρμένες που θα μπορούσε να βγάλει απ’ τα συρτάρια. Μια σημαία κλεισμένη σε μια κοιλάδα, κλεισμένη σε ένα μικρό στόχο, που μεταφέρεται από μια μικρή ομάδα εικοσάχρονων που μας κάνουν να θυμώνουμε επειδή είναι αυτοί που μερικές φορές κάνουν κάποιες μαλακίες στην πλατεία, και οι οποίοι είναι επίσης ρητορικοί, θεέ μου πόσο υπερβολικοί είναι…

Μια σημαία που χάνεται μεταξύ των χιλιάδων στις μεγάλες διαδηλώσεις, πνίγεται στη θάλασσα της πληθώρας, η οποία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της την έμφαση, που πραγματικά θα μπορούσε να είναι εκτός τόπου επάνω σε ένα φέρετρο, όπου απλώνονται συνήθως οι μεγάλες επαναστάσεις – όχι ο αγώνας ενάντια στην υψηλή ταχύτητα. οι μεγάλοι ορίζοντες – όχι τα βουνά μιας κοιλάδας που κάποια στιγμή γίνεται στενή. οι μεγάλες κολεκτίβες και οι τάξεις – όχι οι γέροι, τα παιδιά, οι κυρίες και οι σύντροφοι μιας χώρας, ενός χωριού.

Και όμως ταίριαζε εκεί, στέκονταν όμορφα, με τη πρακτικότητα ενός τόπου στον οποίο έζησε, με την εξέγερση να μην είναι αδρανής στα συμφέροντα και την καταστροφή, με μια γυναίκα που ήξερε πώς να μιλήσει στα παιδιά, μητρικά αλλά επαναστατικά-εξεγερτικά. Πάνω απ ‘όλα, δεν ξεχνάει τον εαυτό της: μια γυναίκα που έχει μεγαλώσει και έχει περάσει μέσα από την ήττα που ξέρει πώς να πει στα παιδιά ποια είναι η ιδέα της ελευθερίας γι αυτήν, χωρίς προσποίηση, δίχως προσχήματα, χωρίς ρητορική και χωρίς φόβο για το δικό της παρελθόν.

Υπήρχε περισσότερο παρόν απ’ ότι παρελθόν, παρόλο που εμείς ήμασταν πολλοί.

Και το παρόν ήταν λιγότερο αθόρυβο από εμάς.

Έτσι πρέπει, θα πείτε.

Εγώ όχι, δεν θα ήμουν τόσο σίγουρη. Και σε εμένα θα άρεσε να έχω μαζί τη νέα μου σημαία και να τραγουδήσω το καινούργιο μου τραγούδι.

Αυτό το συναίσθημα έμεινε μέσα μου. Brava, Sonia.

ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα παιδιά και τα όπλα

Δεν είχα πει τίποτα στο παιδί μου μέχρι πριν από περίπου ένα χρόνο, γιατί δεν ήξερα πώς να το κάνω. Φοβόμουν ότι θα το πάρει πολύ άσχημα και, επίσης, ότι μπορεί να αισθάνονταν διαφορετικός από τα άλλα. Είχα αλλάξει επίσης σπίτι ακριβώς μόνο για να αφήσω πίσω μας ένα μικρό χωριό, όπου όλοι γνώριζαν. Αντιθέτως εδώ κανείς δεν ήξερε τίποτα. Αλλά πάντα υπήρχε κάποιο μυστήριο. Κάτι προφανώς καταλάβαινε, ή μάλλον, διαισθάνονταν. Όταν υπήρξε η δολοφονία Biagi, και εγώ δεν του είπα τίποτα, με ρώτησε: «Μα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες του τότε ήταν όπως αυτές του σήμερα;» Ο Alessandro δεν είχε δεχθεί ποτέ να εργάζομαι εθελοντικά στη φυλακή. Κάθε φορά που έπρεπε να πάω, αισθάνονταν πολύ άσχημα. Σωματικά άσχημα. Προσπάθησα να του μιλήσω για αυτό με κάθε τρόπο, τον ρωτούσα τι τον ενοχλούσε, και μια φορά μου είπε ότι φοβόταν ότι δεν θα με άφηναν να ξαναβγώ.

Μετά μιλώντας για αυτό με τις συντρόφισσες εκείνης της εποχής, συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο δικό μου, γι αυτό οργανώσαμε μια ομάδα πρώην, τόσο ανδρών όσο και γυναικών, με μερικές ψυχολόγους που εργάζονταν ακριβώς επάνω στο «μυστήριο». Αυτό το μυστήριο που από πλευράς των παιδιών, μας έλεγαν, γίνεται αντιληπτό σαν μια μαύρη τρύπα και προκαλεί μεγάλη ανασφάλεια, γιατί είναι κάτι που απομακρύνει.

Τελικά για να του το πω άδραξα την ευκαιρία της αντίστασης και του φόβου του για την εθελοντική εργασία μου στη φυλακή και κάνοντας έκκληση σε όλες τις ενέργειές μου του είπα: «Δεν μπορούν να μην με αφήσουν να βγω επειδή έχω κάνει ήδη φυλακή». Του εξήγησα σε πολύ μεγάλες γραμμές πως ήταν τα πράγματα και μου έκανε πραγματικά μια σειρά ερωτήσεων. Η πρώτη αφορούσε τον πατέρα του, εάν βρέθηκε κι αυτός στη φυλακή, και η δεύτερη ήταν εάν είχα σκοτώσει κάποιον. Εκεί δίστασα λιγάκι γιατί δεν ήθελα να ξαναρχίσω να λέω ψέμματα μιας και μόλις είχα πει την αλήθεια, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι εγώ δεν σκότωσα κανέναν. Απάντησα: «Όχι, δεν έχω σκοτώσει κάποιον». Πώς να τον κάνω να καταλάβει ότι σε κάθε περίπτωση, ηθικά, είχα μοιραστεί εκείνη την ιστορία; Ήταν δύσκολο. Καθώς μεγαλώνει θα εμβαθύνουμε τη συζήτηση.

(…) Όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα της Γένοβα, η τηλεόραση ήταν ενεργοποιημένη είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα, ο Alessandro με ρώτησε αν αυτό που είχα κάνει ήταν κάπως έτσι κι εγώ εξήγησα ότι σε γενικές γραμμές, έτσι κι αλλιώς, κάπως έτσι άρχισε, ότι υπήρχε ένα κίνημα … Τώρα αυτός διαβάζει ένα βιβλίο για τα αγόρια σε περιόδους πολέμου, αποτελεί μέρος της ιστορίας που τον ενδιαφέρει πολύ και γι αυτό μου κάνει πολλές ερωτήσεις. Αλλά δεν με ρωτάει πλέον για το ρόλο μου, και οι ψυχολόγοι λένε ότι εμείς δεν πρέπει να τους προλάβουμε, θα είναι αυτοί που θα μας κάνουν ερωτήσεις όταν αισθάνονται την ανάγκη. Τις επόμενες ημέρες όταν μιλήσαμε, ήταν σαν ένα παιχνίδι μαντεύοντας τους φίλους μου «ποιος ναι και ποιος όχι», ποιος είχε μια παρόμοια ιστορία και ποιος δεν είχε καμία σχέση με την ιστορία εκείνη. Ήταν και διασκεδαστικό και αυτή τη φορά ένιωσε καλύτερα: δεν ήμασταν μόνο εγώ και ο μπαμπάς του.

(…) Όταν επέλεξα τον ένοπλο αγώνα τα έσπασα και μαζί του, τον αιώνιο σύντροφό μου. Έλεγε, και είχε δίκιο, ότι η δική μου ήταν μια επιλογή φιλίας. Με την έννοια ότι είχα έναν πολύ ισχυρό δεσμό με κάποιους συντρόφους της κολεκτίβας του Policlinico, τους Donatella και Fred, και ήταν μια επιλογή που είχαμε φτάσει στα άκρα και οι τρεις. Το κίνημα είχε πλήρως τελειώσει και αποφασίσαμε να οδηγήσουμε τις ριζοσπαστικές μας επιλογές μέχρι τέλους, μέχρι την «τελευταία ακτή».

(…) Τώρα δεν το θυμόμαστε πια αλλά τότε υπήρχε το άρθρο 90. Ένα τότε που διήρκησε χρόνια, όχι μήνες. Το άρθρο 90 είναι το 41bis σημερινό: δεν μπορούσαμε να γράψουμε από φυλακή σε φυλακή, οι συνομιλίες-επισκεπτήρια πραγματοποιούνταν μόνο με τα μέλη της οικογένειας και πίσω από το γυαλί, χωρίς πακέτα, χωρίς βιβλία. Δίναν τα σλιπ μετρημένα, τις φανέλες μετρημένες, τα ρούχα μετρημένα και τα παπούτσια μετρημένα. Ένα μπλε στυλό, χωρίς κραγιόνια, χωρίς μολύβια, χωρίς σκουλαρίκια, τίποτα. Θυμάμαι ότι φορούσαμε χρωματιστά νήματα για ράψιμο στα αυτιά μας για να αντισταθούμε στο γκρίζο. Δεν είχαμε καμινέτα. Κάναμε καφέ χρησιμοποιώντας το χαρτί της σακούλας του ψωμιού που παραδίδονταν το πρωί για να φτιάξουμε μια φλόγα και με εκείνη να ζεστάνουμε το γάλα στο tetrapack.

Τα κελιά ήταν ατομικά, όλα ήταν ατομικά. Για 23 ώρες καθένας ήταν μόνος. Και όμως είχαμε τη ζωή μας στο παράθυρο. Πρέπει να έπαθα εκεί το φοβερό μου αυχενικό, γιατί στεκόμασταν στο παράθυρο μέρα και νύχτα. Ήταν ο μόνος τρόπος να μιλήσουμε, τουλάχιστον με τις κοντινές των παραθύρων, ή βγάζοντας τα πνευμόνια μας, ακόμα και από ακτίνα σε ακτίνα. Αυτή είναι η πιο ξεκάθαρη ανάμνηση: εμείς κολλημένες στα παράθυρα. Για να μιλήσουμε αντιθέτως στα κρυφά υπήρχε το »ράδιο φυλακή», μιλούσαμε μέσω των σωλήνων του μπιντέ ή της τουαλέτας των γειτονικών κελιών. Μετά για να διαμαρτυρηθούμε χτυπούσαμε τα παπούτσια, επειδή δεν είχαμε τηγάνια. Το χτύπημα είναι μια στιγμή αγώνα στη φυλακή και τότε χτυπούσαμε με τα παπούτσια, και μας έπαιρναν τα παπούτσια, χτυπούσαμε με τις σκούπες και μας έπαιρναν τις σκούπες, δεν είχαμε πλέον τίποτα. Με τη σκούπα, όταν μου την άφηναν, τότε κατόρθωσα να ανοίξω το παραθυράκι της πόρτας του κελιού, το οποίο διαφορετικά άνοιγε μόνο η φύλακας, αλλά κατάφερα να ξεχαρβαλώσω το ελατήριο και στη συνέχεια να το κάνω να παραμείνει ανοικτό για να γίνεται ρεύμα. Με είχαν απειλήσει, αλλά σιγά-σιγά με το παραθυράκι άρχισαν να τα παρατάνε επειδή υπήρχαν 40 βαθμοί στα κελιά και μερικές λιποθυμούσαν. Στο τέλος κατορθώσαμε να τα διατηρήσουμε ανοιχτά, αλλά στη δέκατη λιποθυμία.

Έκανα έτσι σχεδόν τέσσερα χρόνια.

Μία από τις «όμορφες» αναμνήσεις της Voghera είναι ότι η πλειοψηφία των γυναικών αποφάσισε να επιστρέψει στο παιχνίδι, συνειδητοποιώντας ότι έξω δεν υπήρχε πλέον τίποτα, αλλάζοντας και τις γλώσσες μιλώντας με τον έξω κόσμο, επισκιάζοντας ακόμη και τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων οργανώσεων στις οποίες ανήκαν, πράγμα που αντίθετα υπήρχε σε μεγάλο βαθμό νωρίτερα και συνεχίζονταν σε φυλακές όπως αυτή της Messina. Αυτό ήταν ένα πολύ όμορφο και σημαντικό πράγμα και πρέπει να αναγνωριστεί. Πιστεύω ότι πολλές από εμάς θα έπρεπε να πάμε να βρούμε αυτό που ήταν θετικό εκείνη τη στιγμή ακριβώς για να μπορέσουμε να μιλήσουμε και πάλι όλες μεταξύ μας.

Στο να βρεθεί ξανά αυτό που ενώνει αυτές τις γυναίκες πέρα από τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές βασικό ρόλο διαδραμάτισε η Silvana Marelli και μια συντρόφισσα της φάλαγγας Walter Alasia. Το να απαλλαγούμε από αυτά τα ιδεολογικά κλουβιά, από εκείνους τους τοίχους άδειων λέξεων που μας εμπόδιζαν να επικοινωνούμε μεταξύ μας, δεν ήταν εύκολο, αλλά τελικά μας επέτρεψε να δημιουργήσουμε αυθεντικές σχέσεις μεταξύ μας. Η υπέρβαση ορισμένων ιδεολογικών γλωσσών σήμαινε επίσης την εξεύρεση μιας σχέσης με το εξωτερικό.

(…) Ειδωθήκαμε πρόσφατα πολλές από εμάς, επειδή πέθανε μια από τις συντρόφισσες μας η οποία ονομάζονταν Sonia Benedetti. Ήταν από τη Φλωρεντία, είχε αποκτήσει την Valentina όταν ήταν στη φυλακή. Και ήταν πάλι στρατευμένη. Παρά την πάλη εδώ και μια χρονιά ενάντια σε μια ασθένεια που τελικά την κατέστρεψε, ήταν στη κολεκτίβα της Valle μέχρι το τέλος … Στην τελευταία διαδήλωση για την ειρήνη που έλαβε χώρα στο Τορίνο οδηγήθηκε εκεί σε αναπηρικό καροτσάκι από την κόρη και τους φίλους της. Αυτά τα ίδια παιδιά στα οποία μπόρεσε να μιλήσει και που την ημέρα της κηδείας της την συνόδευσαν με τη σημαία τους. Είχε καταφέρει να μεταβιβάσει στην κόρη και τα παιδιά εκείνα την δική της ιδέα της ελευθερίας χωρίς ρητορική και χωρίς φόβο για το παρελθόν της.

Αυτό για να σου πω ότι από εκείνη την εμπειρία βγήκε μια δύναμη όχι μια αδυναμία.

(“Una città ”, settembre 2003 – »Μια πόλη», σεπτέμβρης 2003)