μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Στο θάνατο της Sonia Benedetti

η Sonia, που ήξερε να φύγει με μια νέα σημαία, δεν παραιτείται από εκείνες λιγάκι φθαρμένες που θα μπορούσε να έχει βγάλει από τα συρτάρια

Valle di Susa, 9 μαίου 2003

Δεν ήταν τόσο εύκολο να μην σηκώσουμε τη γροθιά, να μην ξεπεράσουμε αυτή τη στιγμή της αμηχανίας για μια χειρονομία τόσο δική μας επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο λίγο αυθόρμητη τώρα, βυθισμένη στο παρελθόν, μετά από τo πέρασμα του χρόνου και τις παύσεις, και τις αλλαγές, την απογοήτευση και το διαφορετικό παρόν. Μακριά από τη ρητορική, σκεφτήκαμε, δεν είναι πλέον οι καιροί. Και όμως ο λαιμός να σφίγγει. Ίσως πολλοί από εμάς δεν το περίμεναν, μια κηδεία με υψωμένη τη γροθιά. Είμαστε στον άλλο αιώνα, είμαστε μετά από εμάς τους ίδιους.

Δεν ήταν μετά τόσο περίπλοκο να την σηκώσουμε τουλάχιστον μια φορά για να την χαιρετήσουμε, απλά, πέρα από τις απογοητεύσεις μας. Να δώσουμε νόημα, επειδή γι αυτήν το είχε, και για μας, ξαφνικά, μαζί της, να την χαιρετήσουμε και πάλι, κι έτσι.

Και υπήρχε ένας καινούριος αέρας-φρέσκος, έτσι κι αλλιώς, όχι ένα γερασμένο κορίτσι της δεκαετίας του ’70 που χαιρετούσαν οι δίχως σφρίγος φίλοι της. Κάτι άλλο, πραγματικά.

Δεν ήταν μετά τόσο εύκολο να αναρωτηθούμε τι σημαία θα θέταμε εμείς επάνω στο θάνατο μας ώστε να μιλήσουμε για τη ζωή μας, και να πούμε ότι δεν έχουμε μια, και να γλιστράμε ανάμεσα σε εκείνη την υπερηφάνεια της απογοήτευσης που ωρίμασε και της γνώσης πως – όμως – η μοναξιά που μας προσβάλλει, ξαφνική μέσα στις σιωπηλές βραδιές, για ένα νόημα που χάθηκε, κατά βάθος δεν είναι παρά το ότι δεν αισθανόμαστε πως ανήκουμε στον κόσμο, όχι αρκετά.

η Sonia, που ήξερε πώς να φύγει με μια νέα σημαία, δεν παραιτείται από εκείνες λιγάκι φθαρμένες που θα μπορούσε να βγάλει απ’ τα συρτάρια. Μια σημαία κλεισμένη σε μια κοιλάδα, κλεισμένη σε ένα μικρό στόχο, που μεταφέρεται από μια μικρή ομάδα εικοσάχρονων που μας κάνουν να θυμώνουμε επειδή είναι αυτοί που μερικές φορές κάνουν κάποιες μαλακίες στην πλατεία, και οι οποίοι είναι επίσης ρητορικοί, θεέ μου πόσο υπερβολικοί είναι…

Μια σημαία που χάνεται μεταξύ των χιλιάδων στις μεγάλες διαδηλώσεις, πνίγεται στη θάλασσα της πληθώρας, η οποία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της την έμφαση, που πραγματικά θα μπορούσε να είναι εκτός τόπου επάνω σε ένα φέρετρο, όπου απλώνονται συνήθως οι μεγάλες επαναστάσεις – όχι ο αγώνας ενάντια στην υψηλή ταχύτητα. οι μεγάλοι ορίζοντες – όχι τα βουνά μιας κοιλάδας που κάποια στιγμή γίνεται στενή. οι μεγάλες κολεκτίβες και οι τάξεις – όχι οι γέροι, τα παιδιά, οι κυρίες και οι σύντροφοι μιας χώρας, ενός χωριού.

Και όμως ταίριαζε εκεί, στέκονταν όμορφα, με τη πρακτικότητα ενός τόπου στον οποίο έζησε, με την εξέγερση να μην είναι αδρανής στα συμφέροντα και την καταστροφή, με μια γυναίκα που ήξερε πώς να μιλήσει στα παιδιά, μητρικά αλλά επαναστατικά-εξεγερτικά. Πάνω απ ‘όλα, δεν ξεχνάει τον εαυτό της: μια γυναίκα που έχει μεγαλώσει και έχει περάσει μέσα από την ήττα που ξέρει πώς να πει στα παιδιά ποια είναι η ιδέα της ελευθερίας γι αυτήν, χωρίς προσποίηση, δίχως προσχήματα, χωρίς ρητορική και χωρίς φόβο για το δικό της παρελθόν.

Υπήρχε περισσότερο παρόν απ’ ότι παρελθόν, παρόλο που εμείς ήμασταν πολλοί.

Και το παρόν ήταν λιγότερο αθόρυβο από εμάς.

Έτσι πρέπει, θα πείτε.

Εγώ όχι, δεν θα ήμουν τόσο σίγουρη. Και σε εμένα θα άρεσε να έχω μαζί τη νέα μου σημαία και να τραγουδήσω το καινούργιο μου τραγούδι.

Αυτό το συναίσθημα έμεινε μέσα μου. Brava, Sonia.

ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/

ιστορία, storia

“Ήμασταν αντάρτες, όχι τρομοκράτες»: συνέντευξη στον Sergio Segio

Μια συνέντευξη του »Ελεύθερου Προμηθέα», “Prometeo Libero” στον Segio, μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε μια εποχή της ιστορίας μας από μια οπτική που δεν δημοσιεύεται πλατιά, συχνά γνωστή με επιφανειακό τρόπο και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της

 

Είναι ένας άνδρας που ξεχωρίζει, έχει κάτι παραπάνω από εξήντα χρόνια και ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κοινωνικές ανισότητες. Αν ένα 15χρονο αγόρι τον ακούσει να μιλάει, θα πίστευε ότι ο Sergio Segio είναι μακροχρόνιος πανεπιστημιακός καθηγητής. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Segio πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή και ήταν ο στρατιωτικός διοικητής μιας ακρο αριστερής ένοπλης οργάνωσης: Prima Linea. Μια ομάδα πρωταγωνίστρια στα « χρόνια του Μολυβιού» της βίας και των ανθρωποκτονιών εναντίον πανεπιστημιακών καθηγητών, δικαστών και αστυνομικών. Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια φυλάκισης, ο Segio είναι ελεύθερος από το 2004 και εκτός από την εθελοντική εργασία έχει συνεργαστεί με διάφορες εθνικές εφημερίδες και εδώ και κάποιο χρόνο διευθύνει το περιοδικό Global Rights. Αυτή η συνέντευξη – την οποία μας παραχώρησε ευγενικά ο Σέτζιο και η οποία έλαβε χώρα έμμεσα, με την υποβολή γραπτών ερωτήσεων και τη γραπτή παρουσίαση των απαντήσεων – δεν γεννήθηκε ως απολογία για τον ένοπλο αγώνα ή ως αποκατάσταση της εικόνας ενός αμφιλεγόμενου προσώπου. Αλλά ως πρόσχημα για να εμβαθύνει μια εποχή της ιστορίας μας από μια άποψη που δεν κυκλοφορεί συχνά, συχνά γνωστή επιφανειακά και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της.

 

unnamed
Ο Sergio Segio απεικονίζεται από τον Livio Patriarca για το Prometeo Libero

 

Segio, η τρομοκρατική ομάδα που ιδρύσατε, η Prima Linea, σε έξι χρόνια (1976-1983) πραγματοποίησε 23 φόνους. Μεταξύ των διαφόρων αιτιών για τύψεις, ποια είναι τα πράγματα που σας έκαναν να μετανιώσετε περισσότερο;

“Στην εισαγωγή, μου φαίνεται αναγκαίο να επισημάνω ότι η Prima Linea ήταν αριστερή οργάνωση μάχης. Η τρομοκρατία είναι ιστορικά, αλλά και «τεχνικά», ένα άλλο πράγμα. Στην ιταλική περίπτωση, τρομοκρατικές ήταν οι πολυάριθμες, ατιμώρητες, σφαγές που έχουν εκτρέψει την ιστορία της χώρας. Καταλαβαίνω ότι έχει εισέλθει στην κοινή γλώσσα, αλλά αυτό δεν είναι μόνο μια απλούστευση: είναι μια πραγματική σημασιολογική απάτη. Και κοιτάξτε πως δεν το λέω εγώ: στη συνέχεια, το αναγνώρισε ένας από τους κυριότερους και πιο αποφασισμένους αντιπάλους που είχαμε εκείνα τα χρόνια, ο Francesco Cossiga, τότε υπουργός Εσωτερικών και αργότερα τον Αρχηγός του Κράτους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δήλωσε «Είμαστε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση, επηρέαζαν τους εργάτες θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες». Και πάλι: «Ξαναδιαβάζοντας τους τώρα, με δεδομένο ότι υπήρξαν έξι με επτά χιλιάδες άνθρωποι που κατέληξαν στη φυλακή για μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μόρο είχε δίκιο: αντιμετωπίζαμε, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μεγάλη έκρηξη ανατρεπτική, μπροστά σε μια μεγάλη εξέγερση. Όχι τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία έχει μιαν αναρχική μήτρα που επικεντρώνεται στην αξία επίδειξης μιας επίθεσης ή μιας σφαγής. Η αριστερή εξέγερση δεν έκανε ποτέ σφαγές. Ήμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση ανατρεπτική, με μιαν εξέγερση. Σε ένα πολιτικό φαινόμενο. Σε ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Χώρας».

Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος, είναι πάντοτε δύσκολο, ειδικά για μένα, να μεταφράσω την περίοδο εκείνη σε λογιστική καταγραφή των θυμάτων, η οποία είναι πιθανόν να καταστεί στείρα. Όμως, μιας και με ρωτάτε, μου φαίνεται απαραίτητο να εξηγήσω ότι οι δραματικοί αριθμοί εκείνων των ετών, καθώς και ολόκληρης της υπόλοιπης ιστορικής περιόδου, πρέπει να ενθυμούνται και να αναλύονται με μια πληρότητα των πληροφοριών, η οποία δεν πρέπει να είναι απούσα όπως αντιθέτως συχνά συμβαίνει. 128 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις αριστερές ένοπλες οργανώσεις, εκ των οποίων 74 από τις BR (58%), 20 από την PL (15,6%), οι υπόλοιποι 34 από 19 διαφορετικά ακρωνύμια. Εάν στα θύματα που αποδίδονται άμεσα στην Πρώτη Γραμμή προστεθούν αυτά των ομάδων που συνδέονται με αυτήν, φθάνουμε όντως συνολικά στα 23. Από αυτούς τους θανάτους, 11 δεν είναι προμελετημένοι, δηλαδή συνέβησαν ατυχώς κατά κύριο λόγο στη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, συγκρούσεις στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν και 5 μαχητές. Συνολικά οι μαχητές των διαφόρων ένοπλων οργανώσεων που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις της τάξης υπήρξαν 36. Ίσως οι τυχαίοι θάνατοι είναι αυτοί που βαραίνουν και στοιχίζουν περισσότερο, λόγω της τρομερής, αλλά όχι λιγότερο υπεύθυνης, τυχαιότητας. Γι αυτό σήμερα είμαι βαθιά πεπεισμένος για τα λόγια του ποιητή John Donne: «Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου με μειώνει, επειδή εγώ είμαι μέρος της ανθρωπότητας». Οποιουδήποτε ανθρώπου, ανεξάρτητα από το επάγγελμά του, την ιδεολογία, την κοινωνική κατάσταση. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε και το σύστημα που τον κυβερνά καθημερινά μας θέτουν μπροστά, αντιθέτως, με μια συνεχή σφαγή που αγανακτεί λίγους και για την οποία κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος. Μόνο ένα παράδειγμα φθάνει, από τa πολλά πιθανά: από το 2000 μέχρι σήμερα είναι τουλάχιστον 60.000 οι άνδρες, οι γυναίκες και παιδιά που πέθαναν, ως επί το πλείστον πνίγηκαν στη Μεσόγειο, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την πείνα και τις διώξεις. Κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος, ούτε καν κατηγορείται ούτε διώκεται για αυτόν τον πραγματικό πόλεμο, κι όμως αυτός προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές και οικονομικές επιλογές που λαμβάνονται από κυβερνήσεις και μεμονωμένους ανθρώπους και όχι από θεία θέληση.

Αλλά για να παραμείνουμε στη δεκαετία του Εβδομήντα, ίσως θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύσουμε τον αριθμό που αναφέρατε, με άλλους που κανείς δεν αναφέρει ποτέ. Για παράδειγμα, εκείνους που λένε ότι το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας από το 1969 έως το 1973 ήταν έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975. Ή ότι ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων ήταν αποτέλεσμα των σφαγών, των οποίων η ευθύνη είναι ιστορικά αλλά και δικαστικά επιβεβαιωμένη πως ανήκε στις φασιστικές οργανώσεις που καλύπτονταν και υποστηρίζονταν από κρατικούς μηχανισμούς. Από το 1969 έως το 1984, η Ιταλία αιματοκυλίστηκε από οκτώ σφαγές που είχαν ως αποτέλεσμα 149 θανάτους, 688 τραυματίες. Ή, ακόμη, κανείς δεν θυμάται ούτε καν αγανακτεί με το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετές εκατοντάδες θύματα από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης, σε μεγάλο βαθμό επρόκειτο για ανυπεράσπιστους διαδηλωτές, εργάτες σε απεργία, φοιτητές σε αγώνα, απλούς περαστικούς. Για παράδειγμα, ο Νόμος Reale για τη δημόσια τάξη του 1975, επικεφαλής ολόκληρης της νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης, που αύξησε τους όρους της προληπτικής κράτησης, επέτρεπε στην αστυνομία να κρατεί για 96 ώρες χωρίς την επικύρωση από δικαστή και επέτρεπε τη χρήση πυροβόλων όπλων από τις δυνάμεις της τάξης, όχι μόνο με την παρουσία βίας ή αντίστασης, αυτός ο νόμος είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 254 νεκρούς και 371 τραυματίες: συχνά απλούς περαστικούς και πολίτες χτυπημένους κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων ή σε σημεία ελέγχου.

Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του εβδομήντα ξεκινά σταδιακά μια οργανωμένη βία εκ μέρους των αριστερών ομάδων. Φυσικά αυτό δεν δικαιολογεί τίποτα ή κανέναν: η άσκηση βίας, και ακόμη περισσότερο αν είναι ανεπανόρθωτη, όπως η αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, είναι επίσης μια υποκειμενική επιλογή, η οποία συνεπώς συνεπάγεται ευθύνη. Ωστόσο, η Ιστορία έχει έναν διαδικαστικό χαρακτήρα και δυναμικές αλληλεπίδρασης: εάν διαγράψετε το πριν, θα έχετε ένα μετά δυσνόητο και αντικειμενικά παραποιημένο.

Μιλώντας για αυτά τα επώδυνα γεγονότα σε απόσταση σαράντα ετών έχει νόημα μόνο αν η πρόθεση είναι ακριβώς να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε, να ξανακτίσουμε με ειλικρίνεια και πληρότητα, με τιμιότητα, όχι μόνο να στιγματίζουμε, και επί πλέον σε μονή κατεύθυνση, όπως αντιθέτως γίνεται επί το πλείστον.”

Ποιες ιδεολογικές μάχες, που διεξήχθησαν στη δεκαετία του ’70, εξακολουθείτε να διεκδικείτε ακόμη και σήμερα Sergio Segio, στις αρχές του 2018;

“Εγώ και οι περισσότεροι από τους συντρόφους μου της εποχής δεν γεννηθήκαμε με τα πιστόλια στο χέρι, ούτε με προσωπική τάση να ασκούμε βία. Αν μη τι άλλο, το αντίθετο, δεδομένου ότι ως νεαρός φοιτητής μου συνέβη πολλές φορές, όπως σε χιλιάδες άλλους, να με σταματήσουν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, να με οδηγήσουν στο στρατόπεδο ή στο αστυνομικό τμήμα και να πέσω θύμα ξυλοδαρμών και βιαιοτήτων. Μεγαλώσαμε μέσα στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Στα εργοστάσια, στα σχολεία, στα γραφεία, στις γειτονιές. Στους αγώνες για το σπίτι, για τη βελτίωση της εργατικής κατάστασης, που ήταν υποδουλωμένη στη γραμμή συναρμολόγησης, ή για να εναντιωθούμε σε ένα σχολείο που θεωρείτο ταξικό, λειτουργικό για να διαιωνίζει την κοινωνική διαίρεση. Στους αγώνες ενάντια στον αναζωπυρωμένο φασισμό και τον αυταρχισμό της κρατικής μηχανής, που εκείνη την εποχή εμπλέκονταν αρκετές φορές σε προσπάθειες πραξικοπήματος, σε συνωμοσίες για την εγκαθίδρυση στην Ιταλία στρατιωτικής δικτατορίας, όπως είχε συμβεί στην Ελλάδα και όπως ήταν εκείνη την εποχή στην Ισπανία και τη Πορτογαλία.

Και εδώ, αν η προσπάθεια είναι εκείνη να κατανοήσουμε, πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμη στην ιταλική δεκαετία του ’60 και του ’70, 62 από τους 64 νομάρχες πρώτης τάξης προέρχονταν από τις τάξεις της διαχείρισης του Κράτους στο καθεστώς του Μουσολίνι όπως επίσης όλοι οι 241 αντινομάρχες, οι 135 κομισάριοι της αστυνομίας και οι 139 αναπληρωτές κομισάριοι. Ή να θυμάστε ότι ο στρατηγός των καραμπινιέρων Giovanni De Lorenzo, ο οποίος κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας και μετά Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιταλικού Στρατού, οδηγούσε εκείνα τα χρόνια διαδηλώσεις της λεγόμενης «σιωπηλής πλειοψηφίας», που αποτελείτο κυρίως από μοναρχικούς και φασίστες, όπου φώναζαν: «Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη», ή «Αρκετά με τους οίκους ανοχής, θέλουμε τους συνταγματάρχες». Ή να πάμε να ξαναδιαβάσουμε τις εκτιμήσεις του Giovanni Pellegrino, ο οποίος για πολλά χρόνια προήδρευσε μια κοινοβουλευτική εξεταστική Επιτροπή για την τρομοκρατία και τις σφαγές στην Ιταλία: «Κατά την περίοδο του 68 -74 τομείς του πολιτικού κόσμου, θεσμικοί μηχανισμοί, ομάδες και κινήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς επεξεργάστηκαν και έθεσαν σε εφαρμογή μια στρατηγική έντασης (…) · σε αυτή τη στρατηγική αποδόθηκαν απόπειρες πραξικοπήματος (…) τρεις μεγάλες σφαγές ατιμώρητες κατά την περίοδο 69-74 (…) · οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας, ακόμα και μετά το 1974, υπήρξαν δράστες δραστηριοτήτων οδήγησης προς εσφαλμένη κατεύθυνση και κάλυψης όσον αφορά στοιχεία της ριζοσπαστικής δεξιάς που προσδιορίστηκαν ως πιθανοί δράστες γεγονότων σφαγής».

Πριν να γίνουν οργανωμένη και ένοπλη βία, τέλος πάντων, οι αγώνες μου και οι αγώνες μας υπήρξαν αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για πραγματική δημοκρατία, ενάντια σε μια αυταρχική και καταπιεστική κοινωνία και ενάντια στους κινδύνους στρατιωτικού πραξικοπήματος και φασιστικού. Αξίες και πρακτικές που δεν είχαν μόνο ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά αν μη τι άλλο ιδανικών και κοινωνικό και ακόμη και σήμερα, υπό συνθήκες και χρόνους που έχουν αλλάξει, αισθάνομαι σαν δικές μου.

Εκ των υστέρων, η εκτίμηση είναι ότι η στρατηγική της έντασης και οι σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από Κρατικούς τομείς εργάστηκαν, εκτροχιάζοντας ένα μέρος των μεγάλων κινημάτων εκείνων των ετών (εγώ ήμουν μέλος της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας της Lotta Continua) κατά μήκος της ολισθηρής πλαγιάς των όπλων. Μια στρατηγική που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση για την αποσταθεροποίηση και, πάνω απ ‘όλα, να νικήσει το ισχυρό εργατικό κίνημα εκείνων των αρχών της δεκαετίας του ’70, το οποίο αμφισβήτησε όχι μόνο την εκμετάλλευση στο εργοστάσιο, αλλά και το ίδιο το σύστημα της εξουσίας. Για να καταλάβουμε το κλίμα της εποχής, το οποίο εμείς αντιλαμβανόμασταν ως προ-επαναστατικό, πρέπει να θυμόμαστε, για παράδειγμα, την κατάληψη της FIAT το 1973.  Ή το κίνημα του ’77, του οποίου πιο άμεσα ήταν μέρος η Prima Linea, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξέφραζαν έναν ριζοσπαστικό ανταγωνισμό και γενικευμένη διαθεσιμότητα για αντιπαράθεση, για σύγκρουση, σε μαζικές διαδηλώσεις συχνά οπλισμένες.

Πολλοί, ειδικά σήμερα, θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι βλέπαμε τις πυγολαμπίδες για φανάρια, ότι η παρόρμηση για επανάσταση ήταν απλώς τρέλα μας, λαχτάρα, παραφροσύνη. Αλλά θα ήταν αρκετό να διαβάσετε αυτό που γράφτηκε από μια πηγή σίγουρα μη ύποπτη για συμπάθεια προς τον εξτρεμισμό, όπως ο πρώην πρεσβευτής Sergio Romano, όταν σχετικά με τις ΗΠΑ, μίλησε ρητά για μια κατάσταση προ-επαναστατική : «Μεταξύ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60 και της αρχής της δεκαετία του ’70 η Αμερική βρίσκονταν από πολλές απόψεις σε μια προ-επαναστατική κατάσταση. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε προκαλέσει πολυάριθμες εξεγέρσεις της νεολαίας. Οι πανεπιστημιουπόλεις είχαν γίνει φυτώρια διαμαρτυρίας και εξέγερσης. Η Ουάσινγκτον διασχίζονταν από πορείες διαδηλωτών. Η αμερικανική σημαία και οι κάρτες κλήσης στα όπλα καίγονταν στον δημόσιο χώρο, σε κοινή θέα. Τα μαύρα γκέτο των μεγάλων πόλεων ήταν το σκηνικό εξεγέρσεων και λεηλασιών. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι βίαιες διαδηλώσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη «. Επίσης, τα ίδια «συστατικά» ήταν παρόντα εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία, εμπλέκοντας και πείθοντας δεκάδες χιλιάδες νέους. Ένας τεράστιος χώρος τον οποίον το επόμενο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα δεν αποστράγγισε, εάν είναι αληθινοί οι αριθμοί που υποδεικνύει η αμερικανική CIA σε ένα έγγραφο του απριλίου 1982, στον οποίο οι συμπαθούντες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία υπολογίζονταν σε ένα εκατομμύριο, με μια δεξαμενή υποστήριξης και πιθανής στρατολόγησης που υπολογίζονταν στο 2% των εργατών σε εθνική βάση και μεταξύ των δέκα χιλιάδων στρατευμένων στο κίνημα της εργατικής Αυτονομίας.

Το λάθος της αξιολόγησής μας, αν μη τι άλλο, ήταν ότι παρερμηνεύσαμε θεωρώντας ένα ηλιοβασίλεμα για την αυγή, δηλαδή δεν κατανοήσαμε επαρκώς τον εξελισσόμενο μετασχηματισμό των καιρών, τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, και επομένως την ήττα της προηγούμενης ταξικής σύνθεσης , η οποία έγινε εμφανής σε όλους μόνο το 1980, με τη συμβολική πορεία των «σαράντα χιλιάδων» στη FIAT και το τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ένα σοβαρό λάθος, το οποίο προκάλεσε σοβαρές συνέπειες. Όμως, πρέπει να ειπωθεί, δεν ήταν μόνο δικό μας, αλλά αφορούσε ολόκληρη την αριστερά αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής, σε όλες τις συνιστώσες και τις πτυχές, τις όψεις της.”

Μείνατε στη φυλακή για 24 χρόνια και για άλλα τόσα ασχοληθήκατε με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πορεία αποκατάστασης σε εσάς φαίνεται να έχει δουλέψει. Αλλά δεν φαίνεται να λειτουργεί πάντοτε, αντιθέτως. Γιατί;

“Το λέω πολύ απλά αλλά με πεποίθηση, σιγουριά και σαφήνεια: διότι παρά το ότι εγώ και όσοι έχουν ζήσει τη δική μου εμπειρία έχουμε διαπράξει αδικήματα, ακόμη και πολύ σοβαρά, δεν ήμασταν παρακινημένοι από εγκληματική ενέργεια, διάθεση. Μάλλον, όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω εδώ, από μια ώθηση – ή αν προτιμάτε μια επαναστατική ψευδαίσθηση -. Με τον τερματισμό αυτής η επανένταξη στην κοινωνία και στους κανόνες της ήταν ένα φυσικό γεγονός. Η φυλακή, και ειδικά η βίαιη με τις ειδικές ενότητες στις οποίες είχαμε εγκλειστεί επί μακρόν, έχει κάπως επιβραδύνει και μερικές φορές παρεμποδίσει αυτό το μονοπάτι. Η αποκατάσταση, αν αυτός είναι ο κατάλληλος όρος, συνέβη συχνά παρά τη φυλάκιση, όχι εξ αιτίας αυτής.

Σήμερα η φυλακή είναι γεμάτη από πολύ διαφορετικές φιγούρες, κυρίως ανθρώπους με προβλήματα ναρκωτικών, ξένους, άρρωστους. Θυμάμαι τα λόγια ενός δικαστή που, όταν κλήθηκε σε κορυφαίες θέσεις της σωφρονιστικής διοίκησης, πριν καιρό είπε: «Έφθασα νομίζοντας πως θα βρω την φυλακή γεμάτη εγκληματίες, ανακάλυψα πως είναι γεμάτη από φτωχούς».

Εδώ και καιρό, με το τέλος της προωθητικής ώθησης της μεταρρύθμισης Gozzini και της πολιτικής κουλτούρας που στέκονταν πίσω από αυτή και την είχαν καταστήσει δυνατή, η φυλακή φαίνεται να έχει εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες επανένταξης και τους σκοπούς αυτής, περιοριζόμενη να περιέχει αυξανόμενους αριθμούς αποκλεισμένων ατόμων, να ασκεί υποκατάστατα καθήκοντα και λειτουργίες σε σχέση με την απουσία κοινωνικών πολιτικών έξω από αυτήν αφενός, και αφετέρου, να σηματοδοθείται ως μια πραγματική κοινωνική εκδίκηση, ως απάντηση στην οργή που είναι διαδεδομένη στην κοινωνία όχι μόνο προς εκείνους που εγκληματούν αλλά προς τους αποκλεισμένους και τους φτωχούς γενικότερα.”

Πρέπει το 4bis να καταργηθεί ή έχει κάποιο λόγο να υπάρχει;

“Το 4bis είναι η νομική τυποποίηση της απόρριψης των επανενταξιακών λειτουργιών που αποδίδει το Σύνταγμα στην ποινή εγκλεισμού σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων και συνεπώς κρατουμένων. Επομένως, θα πρέπει να καταργηθεί, όπως και το 41bis και η ισόβια ποινή που λέγεται πως αποτελεί εμπόδιο, που συνιστούν τίποτα άλλο παρά μια νομιμοποιημένη μορφή βασανιστηρίων. Και οι δύο κανόνες είναι αποτέλεσμα της ίδιας λογικής έκτακτης ανάγκης που διέκρινε τη δικαστική και σωφρονιστική απάντηση στα ένοπλα φαινόμενα της δεκαετίας του ’70. Τότε υπήρξε η αδιάκριτη και εκτεταμένη χρήση των αδικημάτων που αναφέρονταν σε ενώσεις-οργανώσεις, της «ηθικής συνέργειας, συνενοχής», η δίχως φραγμούς χρήση των αποκαλούμενων μετανιωμένων, τα βασανιστήρια των συλληφθέντων, οι ειδικές φυλακές και το άρθρο 90. Σήμερα οι κανόνες έκτακτης ανάγκης έχουν ονόματα και στόχους διαφορετικούς, αλλά είναι ίδιο το τραύμα που παράγουν στο κράτος δικαίου και τη συνολική σκλήρυνση του σωφρονιστικού συστήματος.”

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο αναφέρατε μια παλιά έρευνα της Rai για τις φυλακές, στην οποία ο απεσταλμένος – παρατηρώντας το εσωτερικό των φυλακών – δεν διαπίστωνε μεγάλο αριθμό εγκληματιών αλλά μεγάλο αριθμό φτωχών ανθρώπων. Από ποια ξένα συστήματα φυλακών μπορεί να εμπνευστεί η Ιταλία για να αποτρέψει οι φυλακές να παραμείνουν κοινωνικές χωματερές;

“Ναι, ο υπεύθυνος αυτής της έρευνας, αφού επισκέφθηκε μεγάλο αριθμό φυλακών, είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο τον δικαστή που ανέφερα προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι ο κρατούμενος πληθυσμός έμοιαζε με μια «αυλή των θαυμάτων», ότι τα πρόσωπα που συναντιόνταν εκεί «είναι τα ίδια με εκείνα των αθλίων του Βίκτωρα Ουγκό, των θαμμένων ζωντανών του Ντοστογιέφσκι». Ένας πληθυσμός που αποτελείτο από άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, χωρίς εργασία, κυρίως από νότια προέλευση. Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από περίπου μισό αιώνα, αλλά εξαιρετικά, και ανησυχητικά, παρόμοια με την τρέχουσα. Σήμερα πρέπει να προστεθούν οι αλλοδαποί, οι οποίοι έφτασαν το 34% των κρατουμένων, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο καταλήγουν στη φυλακή παραμένουν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και η επικρατούσα κοινωνικοοικονομική σύνθεση παραμένει εκείνη της περιθωριοποίησης, του αποκλεισμού.

Υπάρχουν χώρες των οποίων τα σωφρονιστικά συστήματα έχουν κάνει και κέρδισαν μεταρρυθμιστικά στοιχήματα, όπως η Ισλανδία. Αλλά επίσης και μερικές μεγαλύτερες χώρες, ίσως με αντιφάσεις, έχουν πολιτικές μεγαλύτερης ανεκτικότητας και μεγαλύτερης προσοχής στα δικαιώματα των φυλακισμένων, νομίζω, για παράδειγμα, εκείνο που έχει να κάνει με την τρυφερότητα, τις προσωπικές σχέσεις ή την κατάργηση της αέναης τιμωρίας.

Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η Ιταλία έχει ποινικές ιδιαιτερότητες, όπως αυτές των μαφιών. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι ένα αδύναμο και απατηλό επιχείρημα, μια δικαιολογία, διότι, όπως είπε ο Leonardo Sciascia, ο οποίος γνώριζε καλά το φαινόμενο, οι μαφίες μάχονται με το κράτος δικαίου, όχι με τις τρομερές τιμωρίες. Η ισόβια κάθειρξη, όπως η θανατική ποινή, δεν αποτελεί πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα. Η σκληρή φυλακή οδηγεί σε μια βίαιη σπείρα όχι σε μια πραγματική κυβέρνηση των φυλακών.

Πριν από τα μοντέλα που πρέπει να ακολουθηθούν, και υπάρχουν, όμως χρειαζόμαστε μια διαφορετική κουλτούρα της τιμωρίας και της λειτουργίας της. Για να το θέσω όπως ο καρδινάλιος Martini, «πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε και να δοκιμάσουμε εναλλακτικές λύσεις στην τιμωρία, όχι μόνο εναλλακτικές ποινές». Ενώ περιμένουμε τον Godot, δηλαδή μέχρι η πολιτική τάξη (δεξιά, κεντρώα και αριστερή) να βρει αυτό το θάρρος και αυτό το όραμα, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να αρχίσουμε τουλάχιστον να καθιστούμε την ποινή εγκλεισμού ακραία λύση, παρά προτιμώμενη συντόμευση για κάθε είδος αδικήματος και αποκλίσεως, πράγμα που συμβαίνει τώρα.”

Ας μιλήσουμε λίγο για την πολιτική. Εάν ο Sergio Segio ήταν 20 ετών, τι είδους πολιτική δέσμευση θα είχε σήμερα; Θα ψηφίζατε για κάποιο συγκεκριμένο κόμμα;

“Κοιτάξτε, εγώ είχα ένα αριστερό imprinting, αποτύπωμα και συναισθηματική εκπαίδευση αριστερή και παραμένω πεπεισμένος ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισότητα είναι αξίες και στόχοι που είναι ουσιώδεις, απαραίτητοι, επιτακτικοί. Ποτέ δεν στρατεύτηκα ούτε ψήφισα κόμματα, αλλά κυρίως σε εξωκοινοβουλευτικά κινήματα και ομάδες. Είχα ενεργές συμπάθειες για το τελευταίο μεγάλο κίνημα που εκφράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε ολόκληρο τον κόσμο και το οποίο κατεστάλη αιματηρά στη Γένοβα το 2001. Ένα κίνημα εναλλακτικό προς την παγκοσμιοποίηση που έπεται το τέλος του εικοστού αιώνα, το οποίο είχε τη φιλοδοξία να προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία και το οποίο είχε σημαντικές και ακόμα τρέχουσες-επίκαιρες ιδέες γνώσεις και απόψεις. Αν και το κίνημα αυτό έχει διαλυθεί, οι λογικές του και η σοφία του είναι περισσότερο από ποτέ έγκυρες και εμφανείς και οι αναλύσεις του εξακολουθούν να αποτελούν μια δεξαμενή προτάσεων, οι οποίες στις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνουν να μολύνουν θετικά το πρόγραμμα ενός υποψηφίου προέδρου όπως ο Bernie Sanders και στην Ισπανία εκείνο των Podemos, αλλά γενικότερα δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική και να επηρεάσουν τις μεγάλες παγκόσμιες επιλογές. Αυτό δεν υπονομεύει τη σημασία του γεγονότος ότι οι ομάδες αυτές είχαν δίκιο, τα συνδικάτα αυτά, εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών που προειδοποιούσαν τότε για τους κινδύνους της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, για τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταβίβαση εξουσιών και προνομίων από τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια υπέρ οργανισμών χωρίς δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ. Που αντιτάχθηκαν πρώτα στον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και στη συνέχεια στη στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράκ. Που κατήγγειλαν τα ιδιωτικά συμφέροντα των Τζορτζ Μπους, των Ντικ Τσένι και των Ντόναλντ Ράμσφελντ και τη συνενοχή του Τόνι Μπλερ στην εισβολή του Ιράκ, δημιουργώντας ψευδή στοιχεία για να μπορέσουν να το πράξουν, και που προκάλεσαν και θεωρητικοποίησαν έναν «ατελείωτο πόλεμο », του οποίου οι συνέπειες συνεχίζουν σήμερα να καταστρέφουν τη Μέση Ανατολή και να αποσταθεροποιούν ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές και έμμεσα την ίδια Ευρώπη, τον κύριο αποδέκτη των ροών μεταναστών που ξεφεύγουν από τους βομβαρδισμούς και τις σφαγές. Μόνο ο πόλεμος στη Συρία, που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2011, έχει μέχρι στιγμής παράξει σχεδόν μισό εκατομμύριο νεκρούς, δύο εκατομμύρια τραυματίες, 12 εκατομμύρια πρόσφυγες. Η νεοαποικιοκρατία, τα στρατηγικά ενεργειακά συμφέροντα και οι δυτικές βιομηχανίες του πολέμου ευθύνονται για τα εκατομμύρια των θανάτων και τις δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων που σημάδεψαν την αρχή του νέου αιώνα και συνεχίζουν χωρίς περιορισμούς ή επανεξέταση. Και χωρίς ακόμη περισσότερο εκείνο το παγκόσμιο κίνημα που είχε τη δύναμη και τη σαφήνεια να την καταγγείλει. Σήμερα μόνο η φωνή του Πάπα Φραγκίσκου παραμένει, με κύρος αλλά χωρίς πραγματικές συνέπειες στις πολιτικές επιλογές.

Παραμένω πεπεισμένος ότι, ειδικά σε αυτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, τα κοινοβούλια αποφασίζουν ελάχιστα. Μαζί με την ανάπτυξη της εξουσίας της χρηματοδότησης και των μεγάλων πολυεθνικών ομάδων, οι θεσμοί της νομοθετικής εξουσίας και της ίδιας της δημοκρατίας έχουν αδειάσει. Οι μεγάλες παγκόσμιες αποφάσεις λαμβάνονται στα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών, corporationς και επηρεάζουν τη ζωή μας πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε κοινοβούλιο. Επιπλέον, αν πολλές πολυεθνικές και τράπεζες έχουν υψηλότερους προϋπολογισμούς από το ΑΕΠ των Κρατών, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιος διοικεί στον κόσμο. Το αμερικανικό γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ Walmart απασχολεί 2,2 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει κύκλο εργασιών άνω των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ολόκληρο το ΑΕΠ της Αργεντινής. Ο προϋπολογισμός της τράπεζας BNP-Paribas, σχεδόν 2.000 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ισοδύναμος με το ΑΕΠ της χώρας στην οποία βρίσκεται, έχει έδρα, τη Γαλλία, την έκτη μεγαλύτερη οικονομία, κι όμως η BNP είναι «μόνο» η όγδοη τράπεζα στον κόσμο. Η κεφαλαιοποίηση γιγάντων όπως η Google και η Apple υπερβαίνουν το ΑΕΠ της Σουηδίας, της Πολωνίας ή της Νιγηρίας, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα στην Αφρική, με 180 εκατομμύρια κατοίκους. Ολόκληροι τομείς ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα, όπως εκείνος των τροφίμων και η αγροχημεία είναι στα χέρια και στην εξουσία λίγων εταιρειών. Τα τρία τέταρτα της αγοράς σπόρων ανήκουν μόνο σε δέκα πολυεθνικές εταιρείες, η αμερικανική Monsanto, από μόνη της, έχει πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Όλα αυτά συμβάλλουν να κενωθούν οι ρόλοι και οι δυνατότητες των πολιτικών κομμάτων, και το βλέπουμε ως συνέπεια του αυξανόμενου λαϊκισμού και της όλο και πιο απειλητικής αύξησης των εθνικισμών.

Σε κάθε περίπτωση, για όσους προέρχονται από την ιστορία μου μετά την λήξη της ποινής φυλάκισης, συνεχίζεται μια άλλη ατελείωτη, ένα είδος κοινωνικής ισόβιας φυλάκισης και λόγου. Μεταξύ των πολιτικών δικαιωμάτων τα οποία στερούμαστε, υπάρχουν και πολιτικά, συνεπώς, ακόμη και αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να ψηφίσω ούτε να με ψηφίσουν.

Το μόνο κόμμα στο οποίο έχω εγγραφεί ποτέ και με το οποίο διατηρώ σχέσεις και συμπάθεια είναι το ριζοσπαστικό κόμμα. Πρώτα απ ‘όλα σε αναγνώριση, δεδομένου ότι στη δεκαετία του Εβδομήντα και τη δεκαετία του Ογδόντα οι ριζοσπάστες ήταν από τους λίγους που κατήγγειλαν τα συχνότατα επεισόδια βασανιστηρίων κατά των συλληφθέντων μαχητών και τις συνθήκες κράτησης στις ειδικές φυλακές. Μια ευγνωμοσύνη όχι μόνο γενικά, αλλά και για την υποστήριξη και την εγγύτητα που μου εξέφρασαν με την ευκαιρία μιας μακράς απεργίας πείνας που είχαμε μαζί με την Susanna Ronconi για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου επιτήρησης του Τορίνο. Μια απόφαση που άνοιξε μια σύγκρουση, και νομική, μεταξύ αυτού του δικαστή και της σωφρονιστικής διοίκησης, η οποία είχε κανονίσει και την δική μας πρόσβαση στην εργασία εκτός όπως ήδη είχε συμβεί για όλους τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους του τμήματος μας, αλλά την οποία ο δικαστής μας απέρριπτε. Το γεγονός είναι ότι σε κάποια στιγμή η Susanna και εγώ αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε μια απεργία πείνας ενάντια σε μια αντικειμενικά αδικαιολόγητη διάκριση εναντίον μας (άποψη, κατά τα άλλα, από κοινού και υπογεγραμμένη από σημαντικές πολιτικές και νομικές προσωπικότητες, όπως ο πρώην δικαστής και στη συνέχεια πρόεδρος της Κάμερας Luciano Violante, ο μελλοντικός υπουργός Δικαιοσύνης Piero Fassino, ο γερουσιαστής Mario Gozzini, ο νομικός Neppi Modona και πολλοί άλλοι). Μια ολοκληρωτική και αποφασιστική απεργία, έτσι ώστε μετά από μόλις μία εβδομάδα είχαμε εισέλθει στο τμήμα bunker του νοσοκομείου Molinette στο Τορίνο. Μια απεργία την οποία δεν θέλαμε ως εκβιασμό αλλά ως μάχη που, αν και ξεκινώντας από την κατάστασή μας, έθετε ένα γενικότερο ζήτημα δικαίου. Ήταν μια αποφασιστικά απελπιστική κατάσταση. Ήμασταν πραγματικά αποφασισμένοι να κατακτήσουμε να μας αντιμετωπίζουν όπως τους άλλους, ή διαφορετικά να πεθάνουμε. Λοιπόν, και για να το κάνουμε σύντομο, ανάμεσα στους πολύ λίγους που μας υποστήριξαν σε αυτήν τη μάχη ζωής και θανάτου υπήρξε ολόκληρο το Ριζοσπαστικό Κόμμα και όλοι οι κοινοβουλευτικοί του, ο Marco Pannella επικεφαλής. Μέχρις ότου παρενέβη ο τότε υπουργός Giuliano Vassalli, ο δικαστής αναγκάστηκε να συμφωνήσει να επιτρέψει την εξωτερική εργασίας πρώτα για τη Susanna και κάποια στιγμή αργότερα και για μένα, αν και υπό την εποπτεία και τη συνεχή επαγρύπνηση των σωφρονιστικών αστυνομικών: εξωτερική εργασία υπό συνοδεία που απετέλεσε ένα περισσότερο μοναδικό γεγονός παρά σπάνιο στην ιταλική ιστορία των φυλακών.

Αλλά πέρα από τα προσωπικά γεγονότα και την ευγνωμοσύνη, στη συνέχεια και μαζί, υπάρχει για μένα η θεώρηση μιας βαθιάς συνέπειας τους και επίσης της θετικής τους ανωμαλίας, δεδομένου ότι είναι ένα «μη κόμμα» κόμμα, δεδομένου ότι έχει εδώ και καιρό επιλέξει να μην παρουσιάζεται στις εκλογές και να χαρακτηρίζεται από ένα διεθνικό σχέδιο. Πράγμα που εξισορροπεί την αποφασιστική απόσταση που νιώθω για τις νεοφιλελεύθερες θέσεις τους στα οικονομικά. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, διότι τα τελευταία χρόνια παρέμειναν η μόνη πολιτική δύναμη στρατευμένη στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου και ενός προστατευτισμού που δεν είναι εναλλασσόμενο ρεύμα, καθώς και ενάντια στην ισόβια φυλάκιση και τη σκληρή φυλακή του 41bis.”

Εάν έπρεπε να ορίσετε με ένα επίθετο τους Renzi, Bersani, Berlusconi, Grillo και Salvini, ποιο θα χρησιμοποιούσατε για καθέναν από αυτούς;

“Πιστεύω ότι από τα όσα είπα μέχρι τώρα είναι σαφές ότι δεν έχω καμία εγγύτητα με καμία από τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από τα κόμματα, αν και για ορισμένα, που χαρακτηρίζονται από μια κουλτούρα μισαλλοδοξίας, κοινωνικού εγωισμού και ξενοφοβικών συμπεριφορών, αισθάνομαι μεγαλύτερη απόσταση. Τους μεμονωμένους ανθρώπους έχω συνηθίσει να μην εκφράζω κρίσεις, μιας και πολύ συχνά έχω κριθεί εγώ, για να μην πω πως έχω κριθεί με προκατάληψη ή με γελοιοποίησαν και με αντιμετώπισαν με περιφρόνηση δημόσια. Οι καιροί που ζούμε, δείχνουν ευκολία στις ομιλίες μίσους, προσβολής, σε κρίσεις λασπώδεις και λακωνικές στις οποίες νομίζω ότι πρέπει να αντιταχθούμε, σε όλα τα επίπεδα και απέναντι σε όλους.”

Ποια είναι τα πάθη του Segio – ακόμα και αυτά που σας δεσμεύουν λιγότερο – που κανείς δεν γνωρίζει στο μουσικό, κινηματογραφικό, αθλητικό μέτωπο ..;

“Νομίζω ότι αυτό ισχύει για πολλούς, αλλά αισθάνομαι και στην πραγματικότητα ανταγωνίζομαι συχνά με το χρόνο, ένα αγαθό που γίνεται όλο και πιο σπάνιο, δεδομένων των μορφών που επιτεύχθηκαν από την κοινωνική οργάνωση. Οι δραστηριότητές μου και η κοινωνική μου δέσμευση μου επιτρέπουν επομένως πολύ λίγα περιθώρια για να αφιερωθώ σε κάτι άλλο. Τον χρόνο που μπορώ να κερδίσω τον επενδύω στην ανάγνωση, ακούω αρκετή μουσική, στο βάθος, σιγανά ακόμα και όταν δουλεύω ή γράφω, δυστυχώς πηγαίνω πολύ σπάνια στον κινηματογράφο. Τα λογοτεχνικά, μουσικά και κινηματογραφικά μου γούστα παρέμειναν αρκετά πίσω στον περασμένο αιώνα. Ποτέ δεν έχω ενδιαφερθεί για τον αθλητισμό, πόσο μάλλον για το ποδόσφαιρο, το οποίο εξακολουθώ να θεωρώ ένα όπλο μαζικής απόσπασης της προσοχής, καθώς και πλέον μια επιχείρηση και όχι ένα παιχνίδι. Αλλά εδώ και μερικά χρόνια ασκώ τις κούρσες, συμμετέχοντας σε μαραθώνιους. Τούτου λεχθέντος, το κύριο πάθος μου παραμένει η πολιτική, με την έννοια που ελπίζω ότι μέχρι στιγμής έχω περιγράψει επαρκώς: δηλαδή, στην κοινωνική στράτευση και συμμετοχή.”

Πριν από λίγο καιρό, σε μια συνάντηση στην έδρα του Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Βαλέριο Φιοραβάντι, Valerio Fioravanti, καθόταν ακριβώς πίσω της. Τον χαιρετίσατε;

“Όχι, αλλά απλά επειδή δεν τον είδα. Σε εκείνη την περίπτωση χαιρέτισα την Francesca Mambro, με την οποία συμμερίζομαι την στράτευση και τις μάχες κατά της θανατικής ποινής και για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ένωση Nessuno Tocchi Caino, στην οποία είμαι μέλος της διοίκησης και με την οποία επίσης συνεργάζεται ο Valerio και η Francesca.

Μια μεγάλη και ευγενής φιγούρα, δυστυχώς έφυγε τον αύγουστο του 2016, η οποία υπήρξε επί μακρόν εποπτική δικαστής και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης, ο Sandro Margara, έγραψε κάποτε ότι «η φυλακή δημιουργεί αθωότητα, μετατρέποντας και τον ένοχο σε θύμα «, μια βαθιά αλήθεια την οποίαν πάρα πολλοί δεν θέλουν να ακούσουν, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς που έχουν γίνει κακοί . Νομίζω ότι η φυλακή δημιουργεί φυσικά συναισθήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που ζουν στην ίδια κατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, ωθεί να ξεπεραστούν αποστάσεις και προλήψεις, προφυλάξεις ακόμη και μεταξύ «πρώην εχθρών”.”

Πηγή: GIACOMO DI STEFANO, PROMETEO LIBERO

ιστορία, storia

PRIMA LINEA Πρώτη Γραμμή

Ιστορικά στοιχεία PRIMA LINEA

Οι απαρχές, η καταγωγή

Στην διάρκεια των χρόνων Εβδομήντα στην Ιταλία βαθαίνει η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση. Στην διάχυτη θέληση ριζικού μετασχηματισμού, σε κομουνιστική κατεύθυνση, της κοινωνίας, κάποιοι τομείς του Κράτους απαντούν με την τρομοκρατία της στρατηγικής της έντασης. Βόμβες και απειλές πραξικοπήματος εμφανώς αποσταθεροποιητικές, που στοχεύουν στην πραγματικότητα να σταθεροποιήσουν μιαν εξουσία που έχανε την αξιοπιστία της στα μάτια μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, το Κκι, που προχωρά δυνατά στις δημοτικές εκλογές του 1975 αυξάνοντας εντυπωσιακά τα ποσοστά του και ακόμη περισσότερο στις πολιτικές του 1976, απογοητεύει  τις προσδοκίες μιας πλευράς των εκλογέων του, η οποία θεωρεί μια προδοσία τον ιστορικό συμβιβασμό, την πολιτική εθνικής αλληλεγγύης και την υπεράσπιση των αστικών θεσμών, τις εκκλήσεις για θυσίες και την λιτότητα.

Μέσα στα ίδια χρόνια πολλαπλασιάζονται στον κόσμο οι νικηφόρες εκβάσεις των ανταρτοπολέμων, των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης ενάντια στην αποικιοκρατία, ενώ το δραματικό πραξικόπημα στην Χιλή του 1973 σε μεγάλο μέρος της επαναστατικής αριστεράς μοιάζει σαν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας μιας ειρηνικής οδού για την κατάκτηση της εξουσίας από πλευράς των λαϊκών μαζών.

Μέσα στα δεύτερα μισά της δεκαετίας λαμβάνει χώρα η οριστική διάλυση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων. Η  Lotta continua διαλύεται με ανεπίσημο τρόπο το φθινόπωρο του 1976. Ένας αριθμός όλο και μεγαλύτερος νέων πείθεται πως η χρήση του ένοπλου αγώνα είναι απαραίτητη για να συγκεκριμενοποιηθεί και πραγματοποιηθεί εκείνη η επιθετική προέλαση η οποία, τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε κληρονομιά όλης της πιο ριζοσπαστικής αριστεράς, και εκφράζονταν μέσα από την σκληρότητα των συνθημάτων που φωνάζοντας στις πορείες.   Εάν οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse εκφράζουν το παράδειγμα της συγκεντρωτικής οργάνωσης, που έχει σκοπό να οικοδομήσει ένα κόμμα σε συνέχεια με την μαρξιστική λενινιστική θεωρία και την πράξη, σε συνέχεια με την ιστορία του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος, άλλα τμήματα υποστηρίζουν την υπόθεση ενός διάχυτου ανταρτοπόλεμου σε στενή επαφή με τους μαζικούς αγώνες. Όχι το ένοπλο κόμμα, συνεπώς, μα το ένοπλο κίνημα. Επισφαλείς, δίχως σπίτι, εργαζόμενοι τους οποίους η αναδιάρθρωση απέβαλε από τους παραγωγικούς κύκλους, νέοι γκετοποιημένοι στις hinterland των πόλεων που διεκδικούν τις ανάγκες τους. Ο «κοινωνικός εργάτης» σύμφωνα με την θεωρία του Toni Negri, o οποίος αμφισβητεί έντονα και τίθεται αντιμέτωπος στην συμμαχία Dc-Pci, των χριστιανοδημοκρατών με τους κομουνιστές δηλαδή, σε σημείο να συγκρούεται, ακόμη και σωματικά στις πλατείες, με τις ιστορικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος.

Γεννιέται κατ’ αυτό τον τρόπο ένας χώρος που σχηματίζεται από αγωνιστές που φεύγουν από την Lotta continua σε διάφορες δόσεις μέσα στο 1974, μετά την «στροφή προς  την νομιμοφροσύνη» του προηγούμενου χρόνου, με την οποίαν η ομάδα αποκηρύσσει τις εκκλήσεις στην επαναστατική βία ενάντια στο  Κράτος. Σε αυτούς συνενώνονται ορφανά της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οι οποίοι συγκλίνουν στην εργατική Αυτονομία, Autonomia operaia, η οποία γίνεται ένα είδος καταφυγίου των πιο ριζοσπαστικών θέσεων. Εργοστασιακές επιτροπές, Επιτροπές του τριτογενούς τομέα, των συνοικιών, οι οποίες θεωριτικοποιούν τον μαζικό εξοπλισμό και λαμβάνουν μέρος σε ευρέως διαδεδομένες πρακτικές μάχης. Μέσα σε αυτή την συγκυρία δημιουργούνται οι κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική Εξουσία, i Comitati comunisti per il Potere operaio και, το 1975, ο χώρος και το περιοδικό »Χωρίς ανακωχή»,  «Senza tregua», που συνενώνει αυτούς που πήραν μέρος στο Εξήντα οκτώ και στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, μα και νεότατους που πλησιάζουν στην πολιτική, που έλκονται μερικές φορές από τον μύθο της προδομένης Αντίστασης. Αυτός ο χώρος εκφράζεται με ένα διπλό επίπεδο, νόμιμο και παράνομο. Ενώ στην εφημερίδα διεξάγεται η συζήτηση για τον μαζικό εξοπλισμό,εργατικών πολιτοφυλακών, μιας διαδρομής προλεταριακής οργάνωσης μέσα σε ένα πλαίσιο εμφυλίου πολέμου μακράς διάρκειας, υπάρχουν καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, δράσεις αυτοχρηματοδότησης, εισβολές στις ενώσεις των βιομηχάνων, τραυματισμοί διοικητικών στελεχών εργοστασίων.

Τον οκτώβρη του 1976 στο Salò, στην επαρχία της Brescia, στο εσωτερικό της «Senza Tregua» λαμβάνει χώρα εκείνο που ονομάστηκε »πραξικόπημα από τους λοχίες», «golpe dei sergenti». Τα μεσαία στελέχη, που προέρχονταν από την Lotta continua, αναλαμβάνουν την ομάδα εκδιώκοντας τους «διανοούμενους», πρώην του Potere operaio, που διευθύνουν το περιοδικό. Μετά από μια περίοδο αναστολής, οι δημοσιεύσεις αρχίζουν ξανά σαν «Δεύτερη σειρά».

Στο περιβάλλον των στρατευμένων που εκδιώχτηκαν σχηματίζονται οι μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, le Unità comuniste combattenti (Ucc) και οι επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές, Comitati comunisti rivoluzionari (Cocori).

Η γέννηση

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ένα ακριβές σημείο για το ξεκίνημα της οργάνωσης. Η επονομασία Prima linea εμφανίζεται στις 30 νοεμβρίου 1976 στην ανάληψη ευθύνης της εισβολής στο Torino στην έδρα της Ένωσης διευθυντικών στελεχών απ’ όπου παίρνουν μαζί τους οι εισβολείς τα αρχεία του συνδέσμου. Στο φυλλάδιο μεταξύ άλλων διαβάζουμε: η Prima linea δεν είναι ένας καινούργιος μαχόμενος κομουνιστικός πυρήνας, μα η συνένωση διάφορων αντάρτικων πυρήνων οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν δράσει κάτω από διάφορες ονομασίες.  η Prima linea δεν είναι η απόρροια άλλων ένοπλων οργανώσεων όπως οι Br και οι Nap. Η μοναδική διεύθυνση που αναγνωρίζουμε είναι οι εσωτερικές [στα εργοστάσια] πορείες, οι άγριες απεργίες, τα σαμποτάζ, οι αχρηστεύσεις των εχθρικών πρακτόρων, η αυθόρμητη ευφορία, η extraπαράνομη συγκρουσιακή κατάσταση.

Το ενεργό στρατευμένο σώμα στα προηγούμενα χρόνια με διάφορες επονομασίες είναι εκείνο που έχει σημείο αναφοράς την «Senza Tregua». Ανάμεσα στο 1976 και το 1977 διάφορα μέλη της μελλοντικής πολιτικής-στρατιωτικής κορυφής της οργάνωσης καταλήγουν προσωρινά στην φυλακή. Σε αυτή την φάση, που στην συνέχεια ονομάστηκε pre-Prima linea, της αποδόθηκε, μεταξύ άλλων, η θανάσιμη ενέδρα στον επαρχιακό σύμβουλο του φασιστικού Msi Enrico Pedenovi, in risposta all’omicidio da parte dei neofascisti di Gaetano Amoroso, il 27 aprile 1976 στο Milano. Μια επιχείρηση που απολαμβάνει την συναίνεση μεγάλου τομέα της επαναστατικής αριστεράς.

η Prima linea συστήνεται επίσημα σε ένα συνέδριο στο San Michele a Torri, κοντά στο Scandicci, τον απρίλη του 1977. Παίρνουν μέρος μια τριανταριά αντιπρόσωποι από το Milano, Bergamo, Torino, Firenze, Napoli. Ο προαγωγός πυρήνας προέρχεται σε μεγάλο μέρος από το Sesto San Giovanni. Oνομάζονταν το Στάλινγκραντ της Ιταλίας.Πρώτα για όσα είχε συνεισφέρει στην Αντίσταση, μετά στους εργατικούς αγώνες. Δυνατές είναι οι πραγματικότητες από το Μπέργκαμο και το Τορίνο. Ένα Καταστατικό 31 άρθρων ανακοινώνει τις αρχές εκείνης που ορίζεται μια «εθελοντική οργάνωση μαχητών για τον κομουνισμό». Χαρακτηρίζονταν από δυο ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο είναι ένα δίκτυο υποστήριξης και ώθησης στις παράνομες συμπεριφορές και στην προλεταριακή μάχη, αποτελούμενο από Ronde και Squadre, Περιπολίες και Ομάδες, οι οποίες λαμβάνουν διάφορες επωνυμίες (Squadre armate proletarie, territoriali, operaie – ένοπλες προλεταριακές Ομάδες, εδαφικές, εργατικές) και πραγματοποιούν σαμποτάζ, πυρπολήσεις, απαλλοτριώσεις, επιθέσεις σε επικεφαλής τμημάτων στα εργοστάσια. Το δεύτερο είναι μια δομή συγκεντρωτική στης οποίας την κεφαλή υπάρχει μια εθνική Διοίκηση, un Comando nazionale, η οποία πρέπει να δίνει αναφορά για τις δραστηριότητες της στην Διάσκεψη της οργάνωσης.

Το ξεκίνημα, στο κίνημα

η Prima linea κινεί τα πρώτα βήματα της μέσα σε μια διαδρομή συνδεδεμένη με το ανομοιογενές κίνημα του Εβδομήντα επτά, στοχεύοντας να ανυψώσει τα επίπεδα σύγκρουσης. Ήδη στο όνομα προσδιορίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά.Η οργάνωση θέλει να βρίσκεται στην κορυφή της ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος. Η πρώτη γραμμή είναι όντως εκείνη των ομάδων περιφρούρησης στις πορείες. Σε ένα ντοκουμέντο με ημερομηνία 1977 διαβάζουμε: Οι ημέρες του μάρτη υπήρξαν ένα μεγάλο μάθημα: από αντικειμενικές συνθήκες που τυποποιούσαν ανάγκες και χαρακτήρες πολιτικούς του προλεταριάτου περάσαμε στον μαζικό αγώνα ενάντια στο Κράτος. Σε αυτόν κατέστησαν σαφείς οι διαφορετικές πολιτικές υποθέσεις και παραδοχές που ζουν μέσα στον επαναστατικό χώρο μεταξύ των μαχομένων οργανώσεων. […] To πολιτικό ζήτημα και η ανάγκη που αναπτύχθηκε αυτούς τους μήνες, η αναζήτηση ξεκάθαρων απαντήσεων, ενός διαυγούς σχεδιασμού προοπτικής και οργάνωσης, επιβάλει να να διαρρήξουμε όλες τις επί μέρους αντιλήψεις: από την αυτόνομη μέχρι την ένοπλη, να εξαπολύσουμε την πολιτική μάχη, να ελέγξουμε ξανά και να συγκρίνουμε πολιτικές προτάσεις με την επαναστατική ένταση που ζει μέσα στο προλεταριάτο και στην εργατική τάξη.

Την άνοιξη του 1977 το κλίμα στην Ιταλία είναι αυτό. Το επίπεδο της βίας στις πλατείες πολύ υψηλό. Οι διαδηλωτές χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα κι έχουμε πεσόντες και από τις δυο πλευρές. Στις 11 μαρτίου στην Bologna δολοφονείται από έναν καραμπινιέρο ο Francesco Lorusso, στρατευμένος στην Lotta continua. Την επόμενη ημέρα στην Roma και στην Bologna ξεσπούν σκληρές συγκρούσεις. Τις ίδιες ώρες στο Torino σκοτώνεται σε αντίποινα ο ταξίαρχος του πολιτικού Γραφείου της Ασφάλειας Giuseppe Ciotta. Σύντροφοι, δεν είναι πλέον καιρός για παραδειγματικές ενέργειες και προπαγάνδας. Η κήρυξη πολέμου του Κράτους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στο επίπεδο του πολέμου που εξελίσσεται πρέπει να επαληθευθούν σήμερα, αμέσως, οι μαχόμενοι σχηματισμοί: αυτός που απομακρύνει από αυτή την πρακτική την δική του οργάνωση δεν έχει δικαίωμα λόγου μέσα στον μαχόμενο χώρο. Η αξίωση είναι των μαχόμενων κομουνιστικών Ταξιαρχιών, του χώρου της Πρώτης Γραμμής –  Brigate comuniste combattenti, area Prima linea. Στις 21 απριλίου στην Roma και στις 14 μαίου στο Milano στην διάρκεια πορειών σκοτώνονται δυο αστυνομικοί. Στις 12 μαίου στη Roma σκοτώνεται μια διαδηλώτρια, η Giorgiana Masi, χτυπημένη από αστυνομικούς με πολιτικά. Το φθινόπωρο αρχίζει η ύφεση του κινήματος. Πολλοί νέοι αρχίζουν να δίνουν τροφή στις γραμμές των ένοπλων οργανώσεων. Στην αρχή η Pl δρα κυρίως μέσα σε μια οπτική υποστήριξης του αγώνα στα εργοστάσια και στην προλεταριακή μάχη, με πυρπολήσεις, τραυματισμούς τμηματαρχών και διευθυντών, μα πραγματοποιεί δράσεις και μέσα στον κοινωνικό χώρο, ενάντια στην μαύρη εργασία και την ακρίβεια, και με επιθέσεις στην Χριστιανοδημοκρατία και στις δυνάμεις της αστυνομίας. Οι αγωνιστές και μαχητές, μεταξύ των οποίων και πολλοί νεότατοι, συχνά κινούνται μέσα σε διπλή ζωή. Είναι παράνομοι κατά τα μισά, με ένα πεδίο πολιτικής απασχόλησης δημόσιο και ένα παράνομο. Δεν έχουν βάσεις, φυλάγουν τα όπλα στο σπίτι και τα επιδεικνύουν στις πορείες.

Η ένοπλη πάλη θεωρείται παροδική, αναστρέψιμη, μια αναγκαιότητα κάποιες ιστορικές στιγμές για να προκληθούν οι μάζες σε μιαν επίθεση για να προσβάλουν τις διάφορες διαρθρώσεις της καπιταλιστικής διοίκησης. Θεωρείται θεμελιώδης μια άμεση σχέση μεταξύ μαζών και οργάνωσης, ώστε μέσα στην τάξη να αναπτυχθεί παράλληλα ο διάλογος επάνω στην μαχόμενη προλεταριακή οργάνωση και επάνω στο κόμμα […]. Η διαδικασία χτισίματος του προλεταριακού στρατού σε μια χώρα προωθημένου καπιταλισμού  περνά μέσα από την πλέξη μεταξύ μαχόμενης οργάνωσης και οργάνων εξουσίας της τάξης.

Ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση

Σύμφωνα με την Prima linea το Κράτος δεν έχει μια μόνο «καρδιά». Ο στόχος συνεπώς δεν είναι εκείνος της κατάκτησης της εξουσίας, μα μια προοδευτική του αποδιάρθρωση και διάλυση και η δημιουργία μιας ριζωμένης και διάχυτης  αντιεξουσίας. Το 1977 η οργάνωση γράφει: Εάν το Κράτος αντιπροσωπεύει την κεντρική ανάληψη της ρύθμισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάθε πράγμα είναι μέρος του Κράτους, όλη η κοινωνική ζωή γίνεται Κράτος, βίαιη διαχείριση των αναγκών του κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση της διοίκησης είναι η πηγή της νομιμοποίησης για την ίδια την διοίκηση. […] Η εργατική τάξη αρχίζει ακριβώς σε αυτούς τους μήνες να εκφράζει αγώνες προσανατολισμένους ρητώς ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση κι ενάντια στην παραγωγή σαν εργαλείο διοίκησης. […] Αυτό το πολιτικό άλμα είναι θεμελιώδες διότι επιτρέπει μια γενίκευση των πολιτικών ενδείξεων και κατευθύνσεων μάχης, πρωτοβουλίας αγώνα, από την μαχόμενη οργάνωση στο προλετάριο στέλεχος που μάχεται και στα όργανα του αγώνα των μαζών.

Τα μέλη της Pl παραβαίνουν συχνά τους κανόνες ενός παράνομου σχηματισμού. Κάποιες είναι ομάδες φίλων που συναντιούνται στις ταβέρνες με τις οικογένειες, βλέπουν τους εαυτούς τους και αυτοχαρακτηρίζονται σαν τους επαναστάτες εκτός νόμου των ταινιών western, έτσι ώστε να αυτοαποκαλούνται Mucchio selvaggio, wild Bunch, άγριο Κοπάδι. Τον ιούλιο του 1977 βρίσκονται στην θέση να λογαριαστούν με το πρώτο πένθος. o Romano Tognini δέχεται χτύπημα θανατηφόρο στην διάρκεια απαλλοτρίωσης ενός οπλοπωλείου στην Tradate, που στην συνέχεια θα υποστεί μεγάλες ζημιές με εκρηκτικά για αντίποινα.

Στις 2 δεκεμβρίου 1977 μια Squadra, που υποστηρίζονταν από την Pl, τραυματίζει μέσα στο studio του τον «ηλεκτρολόγο του Collegno», τον γιατρό του φρενοκομείου, ο οποίος είχε μείνει ατιμώρητος, παρά το ότι είχε καταδικαστεί για τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβάλει τους τροφίμους, τους έγκλειστους. Πολλοί χειροκροτούν την πράξη.

Παραμονή Χριστουγέννων η  Prima linea επιτίθεται στο σωφρονιστικό ίδρυμα Le Vallette που βρίσκονταν ακόμη υπό κατασκευή. Η φυλακή, η καταστολή, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων έχουν ρόλο κεντρικό σε όλη την ιστορία της ομάδας. Αποδράσεις για τις οποίες έγιναν απόπειρες, και άλλες με επιτυχή κατάληξη, τραυματισμοί και εκτελέσεις δικαστικών, τεχνικών, ανθρωποφυλάκων, εκρηκτικά ενάντια σε  φυλακές. Στις αρχές του  1978 δημιουργείται μια ενοποιημένη διοίκηση των δυο κυριότερων ένοπλων «movimentiste, κινηματικών » οργανώσεων, Prima linea και Formazioni comuniste combattenti (Fcc), μαχόμενοι κομουνιστικοί Σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 1977 από μια διάσπαση των κομουνιστικών Ταξιαρχιών, Brigate comuniste, που δρούσαν στον παράνομο χώρο που σχηματίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso». Η εμπειρία διαρκεί λίγους μήνες, στη διάρκεια των οποίων διαπράττονται κάποιοι τραυματισμοί και μια στρατιωτική άσκηση στην Γαλλία που είχε οργανωθεί από τους βάσκους της Eta. Τον μάρτιο του ίδιου χρόνου, οι Brigate rosse απαγάγουν τον Aldo Moro. η Prima linea δεν επικροτεί την ενέργεια, δεν την εγκρίνει, την οποίαν θεωρεί ασύνδετη σχετικά με το  κίνημα και διαλυτική, διασπαστική, πως αποδιαρθρώνει το κίνημα καθώς και το Κράτος. Εκείνη την περίοδο ανυψώνει ωστόσο το δικό της επίπεδο στρατιωτικής σύγκρουσης, χάρη και σε μια προμήθεια βαρέων όπλων που προέρχονταν από τον Λίβανο.

Ανεβάζει τον πήχη

Στις 11 οκτωβρίου 1978 για πρώτη φορά η Pl αναλαμβάνει επίσημα την ευθύνη μιας εκτέλεσης. Το θύμα είναι ο Alfredo Paolella, καθηγητής εγκληματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Napoli, σύμβουλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αποστολή την εγκληματολογική παρατήρηση στην φυλακή του Poggioreale.

Mα η δράση που δημιούργησε τον μεγαλύτερο θόρυβο θόρυβο έγινε στις 29 ιανουαρίου 1979, όταν στο Milano χτυπήθηκε θανατηφόρα ο Emilio Alessandrini. Είναι ένας δικαστικός που θεωρείται δημοκρατικός, έχει κατευθύνει προς τους νεοφασίστες τις έρευνες για την σφαγή της piazza Fontana, φέρνοντας στο φως τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών και τις θεσμικές συγκαλύψεις. Γαι την Prima linea ο Alessandrini αντιπροσωπεύει την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης. Ανήκει στον τομέα δικαστικών που βρίσκονται μέσα σ εκείνη την αριστερά που  «έγινε Κράτος», διαχειρίζεται τους νόμους της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, της κατάστασης εξαίρεσης, εξορθολογίζει τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης για να ξαναδώσει αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα στον μηχανισμό της εξουσίας. ο Alessandrini διερευνούσε τα κινήματα και τις ένοπλες οργανώσεις , έπρεπε να αναλάβει την διεύθυνση ενός τμήματος της Αντιτρομοκρατικής στο δικαστήριο του Μιλάνο, να πραγματοποιήσει μια τράπεζα δεδομένων και να συντονίσει μια έρευνα επάνω στην πολιτική βία. Είναι μια περίοδος μεγάλων ρήξεων μέσα στην αριστερά. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Brigate rosse έχουν χτυπήσει τον συνδικαλιστή του κομουνιστικού Κόμματος Guido Rossa. Πολλοί αγωνιστές νιώθουν αποπροσανατολισμένοι.

Το Pci, από την πλευρά του, συνεργάζεται δραστικά με το Κράτος, ακόμη και με την δική του ερευνητική εργασίας. Τον φεβρουάριο του 1979 στο Torino μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατικό που προκαλεί αμηχανία σε διάφορα περιβάλλοντα. η Prima linea αποφασίζει να δώσει μιαν απάντηση. Στις 28 φεβρουαρίου, μετά από μια σήμανση, οι σύντροφοι του κομάντο αιφνιδιάζονται μέσα σε ένα bar από κάποιους αστυνομικούς. Υπάρχει μια συμπλοκή, πυροβολισμοί, ριπές αυτομάτων. Σκοτώνονται δυο μαχητές, η Barbara Azzaroni και ο Matteo Caggegi. Στην κηδεία παίρνουν μέρος μεγάλα τμήματα του κινήματος. Η συγκίνηση είναι μεγάλη, όπως και η επιθυμία για εκδίκηση.

η Prima linea πραγματοποιεί δυο ενέργειες αντιποίνων. Στις 9 marzo μαρτίου στήνει μια ενέδρα σε ένα περιπολικό. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ατυχώς ένας νεαρός περαστικός. Στις 18 ιουλίου χτυπιέται ο ιδιοκτήτης του μπαρ Carmine Civitate, με βάση την λανθασμένη πεποίθηση πως ήταν ο υπεύθυνος της παρέμβασης της αστυνομίας.

Αυτή η τραγική αλυσίδα γεγονότων προκαλεί μια μακρά εσωτερική συζήτηση. Στην Διάσκεψη της οργάνωσης τον σεπτέμβρη του 1979, στην Bordighera, στην επαρχία της Imperia, αναπτύσσεται μια πολιτική μάχη ανάμεσα σε δυο θέσεις. Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν απαραίτητο να επιστρέψουν στις ρίζες τους, στο ρίζωμα μέσα στις ζωτικές περιοχές τους και να ασκήσουν τον διάχυτο πόλεμο και αυτούς αντιθέτως που θεωρούν πως πρέπει να αυξήσουν την ένταση της σύγκρουσης με τους θεσμικούς μηχανισμούς. O κόμπος δεν λύνεται. Αποφασίζεται μια οργανωτική αναδιάρθρωση, με την δημιουργία ενός εθνικού Εκτελεστικού, μα εμφανίζεται και μια πρώτη διάσπαση. Κάποιοι μαχητές,πεπεισμένοι πως η κατάσταση απαιτεί μια οπισθοχώρηση, στήνουν την ομάδα Για τον κομουνισμό, Per il comunismo. Σύντομα καταφεύγουν στο Παρίσι, όπου συλλαμβάνονται και εκδίδονται.

H οργάνωση εξαπολύει μια εκστρατεία επικεντρωμένη στο εργοστάσιο, αντικείμενο πολύ σκληρών αναδιαρθρώσεων. Το σύνθημα είναι Να χτυπήσουμε την διοίκηση της επιχείρησης,  Colpire il comando d’impresa. Τον σεπτέμβρη του 1979 η Prima linea σκοτώνει στο Torino τον Carlo Ghiglieno, μηχανικό υπεύθυνο του Τμήματος σχεδιασμού και πρόεδρο της Επιτροπής που οδηγεί τον κλάδο εφοδιασμού της Fiat. Σε απάντηση στις επανειλημμένες επιθέσεις που ασκούν οι διάφορες μαχόμενες ομάδες ενάντια σε διοικούντες και στην αλληλεγγύη της οποίας απολαμβάνουν μεταξύ των εργατών οι ένοπλες οργανώσεις, η εταιρεία υιοθετεί μα σκληρή γραμμή. Τον οκτώβρη, μετά από διαβουλεύσεις με τα συνδικάτα, απολύονται 61 operai, στους οποίους η εταιρεία προσάπτει μια συμπεριφορά «ανατρεπτική, eversivo». Η μαζική κινητοποίηση που επακολουθεί είναι δυναμική και αποφασιστική. Την επόμενη χρονιά η Fiat ανακοινώνει σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες απολύσεις, που στην συνέχεια μετατρέπονται σε cassa integrazione [απόλυση με ταμείο αρωγής, ή και μείωση του χρόνου εργασίας με παράλληλη μείωση αποδοχών, μάλλον αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘διαθεσιμότητα’]για περίπου είκοσι τρεις χιλιάδες εργαζομένους.  Ύστερα από 35 ημέρες αγώνα, στις 14 οκτωβρίου γίνεται εκείνη που αποκαλέστηκε «πορεία των σαράντα χιλιάδων, marcia dei quarantamila». Υπάλληλοι Fiat, άσπροι γιακάδες, τμηματάρχες και στελέχη που ζητούν το τέλος των μπλόκων των εργοστασίων και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην δουλειά. Το συνδικάτο αποδέχεται μια άνευ όρων παράδοση.

Στις 11 δεκεμβρίου 1979 μια ομάδα της Pl καταλαμβάνει στρατιωτικά στο Torino την Σχολή εταιρικής εκπαίδευσης της Fiat, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι  manager. Σχεδόν διακόσιοι φοιτητές μαζεύονται στο auditorium, όπου ένας μαχητής εξηγεί πως το ινστιτούτο δέχτηκε επίθεση μιας και είναι κέντρο νευραλγικής σημασίας στον μηχανισμό διοίκησης της εταιρείας. Η εισβολή ολοκληρώνεται με τον τραυματισμό στις γάμπες πέντε καθηγητών, εκ των διοικητικών στελεχών του εργοστασίου Olivetti, και πέντε φοιτητών. Τρεις ημέρες μετά, στις 14 δεκεμβρίου 1979, ένας πυρήνας της οργάνωσης αιφνιδιάζεται την ώρα που ετοίμαζε μιαν επίθεση ενάντια σε ένα εργοστάσιο στο Rivoli. Στην μάχη που ακολουθεί οι καραμπινιέροι σκοτώνουν τον νεαρό μαχητή Roberto Pautasso.

Στις 5 φεβρουαρίου 1980, σε μιαν εκστρατεία για την ποιότητα ζωής και την υγεία, στην Monza εκτελείται ο μηχανικός Paolo Paoletti, που θεωρείται μεταξύ των υπευθύνων για την καταστροφή που συνέβη στο Seveso το 1976, όταν από την εταιρεία χημικών Icmesa ξέφυγε ένα νέφος διοξίνης υψηλής τοξικότητας.

Στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνεται ο δικαστής Guido Galli, καθηγητής, μέλος της επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την μεταρρύθμιση του ποινικού Κώδικα και συνεργάτη του Ινστιτούτου Πρόληψης και άμυνας. Ανήκει στην ρεφορμιστική συνιστώσα των μιλανέζων δικαστικών, που προσδιορίζεται σαν εργαλείο καταστολής του ανταγωνισμού. Συνεχίζεται η εκστρατεία των κομουνιστικών οργανώσεων για την αποδιοργάνωση της δικαστικής εξουσίας και μαζί με αυτήν του σχεδίου αναδιοργάνωσης των στοιχείων διοίκησης στην χώρα μας. […] Σκοπός είναι να παραχθεί μια παρέμβαση κατά την οποίαν το καπιταλιστικό στρατόπεδο να βγει από αυτή την φάση βαρέως αποδυναμωμένο, αποδιοργανωμένο και αποσταθεροποιημένο, κι επάνω σε αυτή την παρέμβαση να αναπτυχθεί με σταθερό τρόπο το επαναστατικό προλεταριακό στρατόπεδο.

Οι μετανιωμένοι και η κατάρρευση

Στις αρχές του 1980 η Prima linea βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να λογαριαστεί με τους καταδότες, ένα πρόβλημα που λίγο αργότερα θα συνεισφέρει με αποφασιστικό τρόπο στο γρήγορο τέλος της ομάδας. ο William Waccher, ένας νεαρός του δικτύου της οργάνωσης, τον οποίον ακολουθούσε ένα ένταλμα σύλληψης, παραδίδεται στους ερευνητές και συνεργάζεται με τους δικαστές. Ο ρόλος του και οι καταθέσεις του είναι οριακές, μα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει και το γεγονός μοιάζει απαράδεκτο. Χτυπιέται θανάσιμα από έναν πυρήνα του εθνικού Εκτελεστικού στις 7 φεβρουαρίου έξω από το Milano. Οι υποδείξεις του Waccher στις αρχές θα είχαν επιτρέψει την ταυτοποίηση του «comandante Alberto», δηλαδή του Marco Donat Cattin, μα θα παραμείνουν δίχως συνέπειες. Είναι ο Patrizio Peci, μετανιωμένος των Br, που αποκαλύπτει λίγο αργότερα την ταυτότητα του γιου του χριστιανοδημοκράτη σενατόρε, που καταφέρνει να το σκάσει στην Γαλλία. Οι πολεμικές που προκλήθηκαν από την υπόθεση αναγκάζουν τον ισχυρό πολιτικό άνδρα να παραιτηθεί από την θέση του αντιπροέδρου του κόμματος. Πάντα ο Peci δίδει και το όνομα του Roberto Sandalo ο οποίος, αμέσως με την σύλληψη του, ξεκινά μια ομολογία ποταμό. Κατηγορούμενος για διάφορες εκτελέσεις, ύστερα από δυο χρόνια στην φυλακή βγαίνει χάρη στο νόμο για τους μετανιωμένους, που εγκρίθηκε τον μάη του 1982. Συλλαμβάνεται εκ νέου το 2002 για ληστεία και το 2008 για επιθέσεις ενάντια σε τζαμιά και ισλαμικά πολιτιστικά κέντρα.

η Prima linea συνεχίζει τις δράσεις. Στις 2 μαίου 1980 τραυματίζεται βαριά ο Sergio Lenci, πανεπιστημιακός καθηγητής και αρχιτέκτων, δημιουργός του σχεδίου αναδιάρθρωσης της φυλακής της Rebibbia, που χαρακτηρίζεται «τεχνικός της μάχης ενάντια στον αστικό ανταρτοπόλεμο». Στις 26 ιουνίου πραγματοποιείται μια θεαματική πρωτοβουλία προπαγάνδας στο τρένο Susa-Torino, με την διανομή φυλλαδίων που υποκινούν στον ένοπλο αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο.

Τον αύγουστο του 1980 η ηγεσία της Πρώτης γραμμής συζητά για την νέα κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από τις αλυσιδωτές συλλήψεις και την ρήξη της εσωτερικής αλληλεγγύης, με την εξάπλωση της μάστιγας της μεταμέλειας. Δεν κατακτάται κάποια συμφωνία και λίγο αργότερα κάποιοι μαχητές βγαίνουν από την οργάνωση. Τον οκτώβρη συλλαμβάνεται ο Michele Viscardi. Αμέσως ξεκινά να μιλά συνοδεύοντας τους καραμπινιέρους γυρίζοντας όλη την Ιταλία. Μπαίνει σε κίνηση μια αλυσίδα που ταχύτατα οδηγεί στην διάλυση της οργάνωσης.

Τον απρίλιο του 1981 επικυρώνεται το ξεπέρασμα της Prima linea και ο σχηματισμός ενός οργανωμένου Πόλου, σημείου αναφοράς για τους μαχητές που αναζητούνται. Από τις στάχτες της οργάνωσης το 1981 γεννιούνται οι οργανωμένοι Κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση, i Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) και ο Πυρήνας των κομουνιστών, Nucleo di comunisti που στήθηκε στα πόδια του από τον φυγόδικο Sergio Segio, τον «comandante Sirio».

Οι δυο ομάδες περιορίζονται σε ληστείες χρηματοδότησης, σε δράσεις ενάντια στην καταστολή και για την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Στις 3 ιανουαρίου 1982, συνεργαζόμενες, πραγματοποιούν μιαν επιχείρηση εντυπωσιακή. Ένα κομάντο οδηγούμενο από τονi Sergio Segio ελευθερώνει από την φυλακή του Rovigo τέσσερις κρατούμενες, μεταξύ των οποίων την σύντροφο του Susanna Ronconi. Από συγκοπή, πεθαίνει ατυχώς ένας περαστικός, ένας συνταξιούχος εγγεγραμμένος στο Pci. Λίγες μέρες μετά ο Lucio Di Giacomo, ένας από τους συμμετέχοντες στην απόδραση, σκοτώνεται σε μάχη με τους καραμπινιέρους. Ο Πυρήνας και οι Colp σύντομα διαμελίζονται από τις συλλήψεις.

Η διάλυση και ο διαχωρισμός, η διάσταση

Το 1982 ξεκινά η εποχή των maxiδικών. η Prima linea είναι η ένοπλη ιταλική οργάνωση με τον μεγαλύτερο αριθμό παραπεμφθέντων: 923, μεταξύ των οποίων 201 γυναίκες. στην Pl και στοις δομές με αυτήν συνδεδεμένες ανάγονται εκατοντάδες επιχειρήσεων. 23 με κατάληξη τον θάνατο, συνέπειες θανατηφόρες δηλαδή, εκτός από έναν αστυνομικό που σκοτώθηκε από μια ομάδα αποχωρησάντων. 11 είναι ακουσίως νεκροί, όχι εκ προμελέτης.

Το οριστικό κλείσιμο της εμπειρίας, μετά από μια διαδρομή συζητήσεων μεταξύ των φυλακισμένων μαχητών, ανακοινώνεται στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Torino τον ιούνιο του 1983. Στο ντοκουμέντο Sarà che nella testa avete un maledetto muro, Θα είναι που στο κεφάλι σας έχετε έναν καταραμένο τοίχο, που γράφτηκε στην φυλακή Le Vallette και θεωρείται το τελευταίο της Prima linea, δηλώνεται δίχως πλέον καμία νομιμοποίηση η πρακτική του ένοπλου αγώνα για τον κομουνισμό στην Italia. Οπότε ασκείται κριτική στην διάσταση των κατηγορουμένων της 7 απρίλη, del 7 aprile που βρίσκονται έγκλειστοι στην φυλακής της Rebibbia, η οποία βασίζεται επάνω σε μιαν «κατάλυση της μνήμης, ablazione di memoria» και επάνω σε μιαν  «άρνηση της υπευθυνότητας» και «irriducibilismo continuista, [μη μεταμέλεια που οδηγεί στην συνέχιση…]» αυτού που δεν θεωρεί τελειωμένη την μαχόμενη εμπειρία.

Επισημοποιημένης της διάλυσης, σχεδόν όλοι οι πρώην μαχητές της Prima linea ξεκινούν την διαδρομή της διάστασης [διαχωρίζουν την θέση τους από  τον ένοπλο αγώνα], της κοινωνικής επανένταξης, της διαπραγμάτευσης με το  Κράτος, δημιουργώντας τις λεγόμενες Aree omogenee, τους ομοιογενείς Χώρους σε κάποια ανδρικά και γυναικεία τμήματα των μεγάλων μητροπολιτικών συγκροτημάτων εγκλεισμού. Θέσεις που συμβάλλουν στην διάρρηξη της αλληλεγγύης, ξεσκίζουν την κοινότητα των πολιτικών κρατουμένων, που εκείνα τα χρόνια υποβάλλονται σε σκληρές συνθήκες κράτησης με την εφαρμογή του άρθρου 90 της μεταρρύθμισης του 1975, η οποία είχε αναστείλει το φυσιολογικό καθεστώς φυλάκισης αφήνοντας χώρο σε απαγορεύσεις, περιορισμούς, συνομιλίες με τζάμια και ενδοεπικοινωνία. Οι διασπαστικές συνέπειες της διάστασης υπεισέρχονται μέσα σε ένα κλίμα που στις ειδικές φυλακές υψίστης ασφαλείας είχε ήδη καταστεί πολύ βαρύ εξ αιτίας του φαινομένου της μεταμέλειας και είχε οδηγήσει τον δεκέμβρη του 1981 και τον ιούλιο του 1982 στην εκτέλεση από πλευράς των φυλακισμένων του χώρου των ταξιαρχιτών του Giorgio Soldati, πρώην μαχητή της Pl, και του Br Ennio Di Rocco, που είχαν θεωρηθεί καταδότες. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών που διαχώρισαν την θέση τους και κρατουμένων που αρνούνται τον διάλογο με το Κράτος είναι σκληρή.

Και ένα μέρος της εξωτερικής στην φυλακή ανταγωνιστικής αριστεράς οδηγεί έναν δριμύ αγώνα ενάντια στην διάσταση, θεωρώντας πως πολεμά και εκκαθαρίζει όλον τον ταξικό αγώνα, πέρα από την μαχόμενη πρακτική. Για αντίθετους λόγους, λόγω δηλαδή της επιμονής και της εμμονής στον «τρομοκρατικό κίνδυνο, pericolo terrorista», μεγάλα τμήματα του Κράτους και του δικαστικού σώματος αντιτίθεται στην διάλυση του ποινικού και δικαστικού μηχανισμού της εξαίρεσης, της κατάστασης έκτακτης ανάγκης δηλαδή, του σκληρού καθεστώτος μεταχείρισης μέσα στις ειδικές φυλακές, και της εξάπλωσης για τους εν διαστάσει της νομοθεσίας επιβράβευσης που προβλέπονταν για τους μετανιωμένους.

Οι κρατούμενοι στους ομοιογενείς Χώρους συνεχίζουν τον διάλογο με τους θεσμούς, μέσα σε μια διαδρομή που αποκαλούν  «συγκρουσιακής-εμπόλεμης διαμεσολάβησης, mediazione conflittuale». Τον ιούνιο του 1984 η Prima linea παραδίδει τα όπλα που της είχαν απομείνει στον καρδινάλιο του Milano, Carlo Maria Martini, που είχε εμφανιστεί ανοιχτός στο θέμα της κοινωνικής συμφιλίωσης.

Το 1986 ψηφίζεται ο νόμος 663, που αποκαλείται Legge Gozzini, ο οποίος προβλέπει εναλλακτικά μέτρα στον εγκλεισμό εισάγοντας μια λογική βασισμένη στο διωνυμικό βραβείο-τιμωρία,  premio-punizione σε σχέση με την συμπεριφορά του έγκλειστου. Τον φεβρουάριο του 1987 έρχεται να αποδώσει καρπούς η μακρά διαδικασία του νόμου n. 34, που παραχωρεί εκπτώσεις στις ποινές σε αυτούς που διαχωρίζουν την θέση τους από την ένοπλη πάλη. Αυτοί οι δυο νόμοι, σε συνδυασμό, επιτρέπουν στους εν διαστάσει να αφήσουν προοδευτικά την φυλακή, ενώ οι φυλακισμένοι που αρνούνται κάθε μορφή διάστασης και πολιτικής λύσης, που αποκαλούνται αμετανόητοι «irriducibili, αμείωτοι», παραμένουν ακόμη επί μακρόν στις ειδικές φυλακές.

η Κάρτα είναι από το βιβλίο: Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Roma, DeriveApprodi 2015.

http://www.sebbenchesiamodonne.it/scheda-storica-prima-linea/